Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/0043(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0390/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0390/2018

Συζήτηση :

PV 17/04/2019 - 24
CRE 17/04/2019 - 24

Ψηφοφορία :

PV 18/04/2019 - 10.12

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0432

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 386kWORD 100k
Πέμπτη 18 Απριλίου 2019 - Στρασβούργο Προσωρινή έκδοση
Καλυμμένα ομόλογα και δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων ***I
P8_TA-PROV(2019)0432A8-0390/2018
Ψήφισμα
 Ενοποιημένο κείμενο

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και της οδηγίας 2014/59/ΕΕ (COM(2018)0094 – C8-0113/2018 – 2018/0043(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0094),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 53 και 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0113/2018),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προτεινόμενης νομικής βάσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 20ής Μαρτίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 59 και 39 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0390/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  λαμβάνει υπό σημείωση τη δήλωση της Επιτροπής που επισυνάπτεται στο παρόν ψήφισμα·

3.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 56.


Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 18 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και της οδηγίας 2014/59/ΕΕ(1)
P8_TC1-COD(2018)0043

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Το άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(4) προβλέπει πολύ γενικές απαιτήσεις όσον αφορά τα διαρθρωτικά στοιχεία των καλυμμένων ομολόγων. Οι απαιτήσεις αυτές περιορίζονται στην ανάγκη έκδοσης των καλυμμένων ομολόγων από πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος και υπόκειται σε ειδική δημόσια εποπτεία, καθώς και σε μηχανισμό διπλής προσφυγής. Τα εθνικά πλαίσια για τα καλυμμένα ομόλογα αντιμετωπίζουν τα ζητήματα αυτά και τα ρυθμίζουν πολύ πιο λεπτομερώς. Τα εθνικά αυτά πλαίσια περιέχουν επίσης άλλες διαρθρωτικές διατάξεις, ιδίως κανόνες σχετικά με τη σύνθεση των συνολικών στοιχείων κάλυψης, τα κριτήρια επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού, τη δυνατότητα συγκέντρωσης στοιχείων ενεργητικού, τις υποχρεώσεις διαφάνειας και υποβολής αναφορών και τους κανόνες σχετικά με τον μετριασμό του κινδύνου ρευστότητας. Οι προσεγγίσεις των κρατών μελών όσον αφορά τη ρύθμιση διαφέρουν επίσης επί της ουσίας. Σε αρκετά κράτη μέλη, δεν υφίσταται ειδικό εθνικό πλαίσιο για τα καλυμμένα ομόλογα. Κατά συνέπεια, τα βασικά διαρθρωτικά στοιχεία με τα οποία πρέπει να είναι σύμφωνα τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται στην Ένωση δεν καθορίζονται ακόμη στο ενωσιακό δίκαιο.

(2)  Το άρθρο 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5) προσθέτει επιπλέον προϋποθέσεις σε αυτές του άρθρου 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, για την εξασφάλιση προνομιακής αντιμετώπισης προληπτικής εποπτείας όσον αφορά κεφαλαιακές απαιτήσεις που δίνουν στα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία επενδύουν σε καλυμμένα ομόλογα τη δυνατότητα να διαθέτουν λιγότερο κεφάλαιο από ό,τι για την επένδυση σε άλλα στοιχεία ενεργητικού. Αν και οι επιπρόσθετες αυτές απαιτήσεις αυξάνουν το επίπεδο εναρμόνισης των καλυμμένων ομολόγων εντός της Ένωσης, εξυπηρετούν τον συγκεκριμένο σκοπό να καθοριστούν οι προϋποθέσεις για να υπάρχει τέτοια προνομιακή αντιμετώπιση για τους επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα, και δεν έχουν εφαρμογή εκτός του πλαισίου του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(3)  Άλλες νομοθετικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου, όπως ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής(6), ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής(7) και η οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8), παραπέμπουν επίσης στον ορισμό της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, ως αναφορά για τον προσδιορισμό των καλυμμένων ομολόγων που μπορούν να επωφελούνται από την προνομιακή αντιμετώπιση την οποία παρέχουν οι εν λόγω πράξεις στους επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα. Ωστόσο, η διατύπωση των εν λόγω πράξεων διαφέρει ανάλογα με τον σκοπό και το αντικείμενό τους, με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιείται με συνέπεια ο όρος «καλυμμένα ομόλογα».

(4)  Η αντιμετώπιση των καλυμμένων ομολόγων μπορεί να θεωρηθεί συνολικά εναρμονισμένη όσον αφορά τις προϋποθέσεις επένδυσης σε καλυμμένα ομόλογα. Υφίσταται, ωστόσο, έλλειψη εναρμόνισης στην Ένωση όσον αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσης καλυμμένων ομολόγων, και αυτό έχει ποικίλες συνέπειες. Πρώτον, μέσα που ενδέχεται να διαφέρουν τόσο ως προς τη φύση τους όσο και ως προς το επίπεδο κινδύνου και προστασίας των επενδυτών τυγχάνουν ίσης προνομιακής αντιμετώπισης. Δεύτερον, οι διαφορές μεταξύ των εθνικών πλαισίων ή η απουσία τέτοιων πλαισίων, σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός κοινώς αποδεκτού ορισμού των καλυμμένων ομολόγων, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εμπόδια για την ανάπτυξη μιας πραγματικά ολοκληρωμένης ενιαίας αγοράς για καλυμμένα ομόλογα ▌. Τρίτον, οι διαφορές των διασφαλίσεων που παρέχουν οι εθνικοί κανόνες μπορεί να δημιουργήσουν κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, σε περιπτώσεις που καλυμμένα ομόλογα με διαφορετικά επίπεδα προστασίας των επενδυτών μπορούν να αγοραστούν με αυτόν τον χαρακτηρισμό σε όλη την Ένωση και ενδέχεται να τύχουν της προνομιακής αντιμετώπισης προληπτικής εποπτείας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και σε άλλη ενωσιακή νομοθεσία.

(5)  Με την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών των εθνικών καθεστώτων, σε συνδυασμό με διαπιστωμένες βέλτιστες πρακτικές, αναμένεται, επομένως, να εξασφαλιστεί η ομαλή και συνεχής ανάπτυξη αγορών καλυμμένων ομολόγων που να λειτουργούν εύρυθμα στην Ένωση και να περιοριστούν οι πιθανοί κίνδυνοι και τα τρωτά σημεία για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Με αυτή την εναρμόνιση βάσει αρχών θα πρέπει να καθιερωθεί μια κοινή βάση για την έκδοση όλων των καλυμμένων ομολόγων στην Ένωση. Για την εναρμόνιση, απαιτείται από όλα τα κράτη μέλη να καθιερώσουν πλαίσια για τα καλυμμένα ομόλογα, τα οποία αναμένεται να βοηθήσουν επίσης στη διευκόλυνση της ανάπτυξης των αγορών καλυμμένων ομολόγων στα κράτη μέλη όπου επί του παρόντος δεν υφίσταται τέτοια αγορά. Μια τέτοια αγορά θα εξασφαλίσει σταθερή πηγή χρηματοδότησης για τα πιστωτικά ιδρύματα που, στη βάση αυτή, θα είναι σε καλύτερη θέση να προσφέρουν οικονομικά προσιτά ενυπόθηκα δάνεια για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις και θα μπορούν να θέτουν στη διάθεση των επενδυτών ασφαλέστερες επενδύσεις.

(6)  Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου («ΕΣΣΚ») εξέδωσε σύσταση(9), με την οποία καλούνται οι εθνικές αρμόδιες αρχές και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών («EBA») να προσδιορίσουν τις βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τα καλυμμένα ομόλογα και να ενθαρρύνουν την εναρμόνιση των εθνικών πλαισίων. Συνιστά επίσης τον συντονισμό, από την EBA, των μέτρων που λαμβάνουν οι εθνικές εποπτικές αρχές, ιδίως σε σχέση με την ποιότητα και τον διαχωρισμό των συνολικών στοιχείων κάλυψης, την προστασία των καλυμμένων ομολόγων έναντι του κινδύνου πτώχευσης, τους κινδύνους ενεργητικού και παθητικού που επηρεάζουν τα συνολικά στοιχεία κάλυψης και τη δημοσιοποίηση της σύνθεσης των συνολικών στοιχείων κάλυψης. Με τη σύσταση καλείται επίσης η EBA να παρακολουθήσει τη λειτουργία της αγοράς των καλυμμένων ομολόγων με βάση τις βέλτιστες πρακτικές, όπως αυτές προσδιορίζονται από την EBA, για χρονικό διάστημα δύο ετών, ώστε να αξιολογηθεί η ανάγκη για νομοθετικά μέτρα, και να υποβάλει έκθεση στο ΕΣΣΚ και την Επιτροπή.

(7)  Η Επιτροπή ζήτησε τη γνωμοδότηση της EBA, σύμφωνα με το άρθρο 503 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τον Δεκέμβριο του 2013.

(8)  Σε απάντηση τόσο στη σύσταση του ΕΣΣΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 2012, όσο και στο αίτημα της Επιτροπής για γνωμοδότηση ▌, του Δεκεμβρίου του 2013, η EBA δημοσίευσε έκθεση την 1η Ιουλίου 2014(10). Στην εν λόγω έκθεση συνιστάται η περαιτέρω σύγκλιση των εθνικών νομικών, κανονιστικών και εποπτικών πλαισίων για τα καλυμμένα ομόλογα, με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση της ▌ενιαίας προνομιακής αντιμετώπισης, όσον αφορά τη στάθμιση κινδύνου, των καλυμμένων ομολόγων στην Ένωση.

(9)  Όπως προβλεπόταν από το ΕΣΣΚ, η EBA παρακολούθησε περαιτέρω τη λειτουργία της αγοράς για τα καλυμμένα ομόλογα με βάση τις βέλτιστες πρακτικές, όπως οριζόταν στην εν λόγω σύσταση, για δύο έτη. Σε αυτή τη βάση, η EBA παρέδωσε δεύτερη έκθεση σχετικά με τα καλυμμένα ομόλογα στο ΕΣΣΚ, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, στις 20 Δεκεμβρίου 2106(11). Η έκθεση αυτή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ▌είναι απαραίτητη η περαιτέρω εναρμόνιση, για την εξασφάλιση πιο συνεκτικών ορισμών και πιο συνεκτικής κανονιστικής αντιμετώπισης των καλυμμένων ομολόγων στην Ένωση. Η έκθεση κατέληγε επίσης στο συμπέρασμα ότι η εναρμόνιση θα πρέπει να βασίζεται στις υφιστάμενες αγορές που λειτουργούν εύρυθμα σε ορισμένα κράτη μέλη.

(10)  Τα καλυμμένα ομόλογα κατά παράδοση εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα. Η εγγενής φύση του μέσου αυτού είναι να παρέχει χρηματοδότηση για δάνεια, και μία από τις βασικές δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων είναι να χορηγούν δάνεια σε μεγάλη κλίμακα. Αναλόγως, η ενωσιακή νομοθεσία για τη χορήγηση προνομιακής αντιμετώπισης στα καλυμμένα ομόλογα απαιτεί να έχουν εκδοθεί τα ομόλογα αυτά από πιστωτικά ιδρύματα.

(11)  Με τη διατήρηση του δικαιώματος έκδοσης καλυμμένων ομολόγων αποκλειστικά στα πιστωτικά ιδρύματα διασφαλίζεται ότι ο εκδότης έχει τις απαραίτητες γνώσεις για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου που σχετίζεται με τα δάνεια στα συνολικά στοιχεία κάλυψης. Διασφαλίζεται επίσης ότι ο εκδότης υπόκειται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις που ενισχύουν την προστασία των επενδυτών, στο πλαίσιο του μηχανισμού διπλής προσφυγής, ο οποίος παρέχει στους επενδυτές και στους αντισυμβαλλόμενους σε συμβάσεις παραγώγων αξίωση τόσο έναντι του εκδότη των καλυμμένων ομολόγων όσο και έναντι των στοιχείων ▌κάλυψης. Ως εκ τούτου, με τον περιορισμό του δικαιώματος έκδοσης καλυμμένων ομολόγων αποκλειστικά στα πιστωτικά ιδρύματα διασφαλίζεται ότι τα καλυμμένα ομόλογα παραμένουν ένα ασφαλές και αποτελεσματικό εργαλείο χρηματοδότησης, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην προστασία των επενδυτών και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, που αποτελούν σημαντικούς στόχους δημόσιας πολιτικής υπέρ του γενικού συμφέροντος. Αυτό θα είναι επίσης σύμφωνο με την προσέγγιση των εθνικών αγορών που λειτουργούν εύρυθμα, στις οποίες επιτρέπεται μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα.

(12)  Επομένως, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι μόνο τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, θα πρέπει να επιτρέπεται να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, βάσει του ενωσιακού δικαίου. Τα εξειδικευμένα ιδρύματα ενυπόθηκης πίστης χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι δεν δέχονται καταθέσεις από το κοινό, αλλά άλλου είδους επιστρεπτέα κεφάλαια, και, ως εκ τούτου, συμμορφώνονται με τον εν λόγω ορισμό. Με την επιφύλαξη των βοηθητικών δραστηριοτήτων που επιτρέπονται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, τα εξειδικευμένα ιδρύματα ενυπόθηκης πίστης είναι ιδρύματα τα οποία προβαίνουν μόνο σε ενυπόθηκο δανεισμό και δανεισμό σε οντότητες του δημοσίου τομέα, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης δανείων που αγοράζονται από άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Ο κύριος σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να ρυθμίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα ως εργαλείο χρηματοδότησης, με τον καθορισμό των απαιτήσεων για τα προϊόντα και τη θέσπιση ειδικής εποπτείας στην οποία υπόκεινται τα προϊόντα, ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών.

(13)  Η ύπαρξη μηχανισμού διπλής προσφυγής είναι βασική έννοια και στοιχείο πολλών υφιστάμενων εθνικών πλαισίων για τα καλυμμένα ομόλογα και αποτελεί επίσης βασικό στοιχείο των καλυμμένων ομολόγων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ. Είναι, επομένως, αναγκαίο να διευκρινιστεί η έννοια αυτή, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι επενδυτές και οι αντισυμβαλλόμενοι σε συμβάσεις παραγώγων σε όλη την Ένωση έχουν απαίτηση τόσο έναντι του εκδότη των καλυμμένων ομολόγων όσο και επί των στοιχείων ▌κάλυψης, υπό εναρμονισμένες προϋποθέσεις.

(14)  Η προστασία έναντι του κινδύνου πτώχευσης θα πρέπει επίσης να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των καλυμμένων ομολόγων, ώστε να εξασφαλιστεί η εξόφληση των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα κατά τη λήξη του ομολόγου. Η αυτόματη επίσπευση της εξόφλησης, σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του εκδότη, μπορεί να διαταράξει την κατάταξη αυτών που έχουν επενδύσει σε καλυμμένα ομόλογα. Επομένως, είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η εξόφληση των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα σύμφωνα με το συμβατικό χρονοδιάγραμμα, ακόμη και σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης. Συνεπώς, η προστασία έναντι του κινδύνου πτώχευσης είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον μηχανισμό διπλής προσφυγής και θα πρέπει, επομένως, να αποτελεί επίσης βασικό χαρακτηριστικό του πλαισίου για τα καλυμμένα ομόλογα.

(15)  Άλλο βασικό χαρακτηριστικό των υφιστάμενων εθνικών πλαισίων για τα καλυμμένα ομόλογα είναι η απαίτηση τα στοιχεία κάλυψης να είναι πολύ υψηλής ποιότητας, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ανθεκτικότητα των συνολικών στοιχείων κάλυψης. Τα εν λόγω στοιχεία κάλυψης έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τις απαιτήσεις πληρωμής και με τα στοιχεία ενεργητικού που χρησιμοποιούνται ως εξασφάλιση για τα εν λόγω στοιχεία κάλυψης. Είναι, επομένως, σκόπιμο να καθοριστούν τα γενικά ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχουν τα στοιχεία ενεργητικού ώστε να είναι επιλέξιμα ως στοιχεία κάλυψης. Τα στοιχεία ενεργητικού που απαριθμούνται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να θεωρούνται επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης εντός πλαισίου για τα καλυμμένα ομόλογα. Αυτό περιλαμβάνει την περίπτωση κατά την οποία τα εν λόγω στοιχεία κάλυψης έχουν παύσει να συμμορφώνονται με οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις των ανωτέρω στοιχείων, αλλά θεωρούνται επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 1, εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Τα δάνεια προς δημόσιες επιχειρήσεις ή με την εγγύηση δημόσιων επιχειρήσεων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, θα μπορούσαν να θεωρούνται επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης, υπό την προϋπόθεση ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις παρέχουν βασικές δημόσιες υπηρεσίες για τη διατήρηση κοινωνικών δραστηριοτήτων κρίσιμης σημασίας. Επιπλέον, οι δημόσιες επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν τις υπηρεσίες τους βάσει παραχώρησης ή έγκρισης από δημόσια αρχή, θα πρέπει να υπόκεινται σε δημόσια εποπτεία και θα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς εξουσίες για τη δημιουργία εσόδων, ώστε να εξασφαλίζουν τη φερεγγυότητά τους. Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη αποφασίζουν να αποδεχτούν, στο εθνικό τους πλαίσιο, στοιχεία ενεργητικού υπό μορφή δανείων προς δημόσιες επιχειρήσεις ή με την εγγύηση δημόσιων επιχειρήσεων, θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό όσον αφορά τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού. Ανεξάρτητα από το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, τα πιστωτικά ιδρύματα ή οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν θα πρέπει να θεωρούνται δημόσιες επιχειρήσεις. Συνεπώς, τα ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να θεωρούνται επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή β) της παρούσας οδηγίας, ανάλογα με το αν πληρούν ή όχι τις απαιτήσεις του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα ανοίγματα έναντι ασφαλιστικών εταιρειών θα πρέπει επίσης να θεωρούνται επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας. Άλλα στοιχεία κάλυψης παρόμοιας υψηλής ποιότητας θα μπορούσαν επίσης να θεωρούνται επιλέξιμα δυνάμει της οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω στοιχεία κάλυψης πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων σε σχέση με τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως εξασφάλιση για την απαίτηση πληρωμής. Για τις εμπράγματες εξασφαλίσεις, η κυριότητα θα πρέπει να καταγράφεται σε δημόσιο μητρώο, προκειμένου να διασφαλίζεται η εκτελεστότητα. Όταν δεν υπάρχει δημόσιο μητρώο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν μια εναλλακτική μορφή πιστοποίησης της κυριότητας και των απαιτήσεων που να είναι συγκρίσιμη με αυτήν που παρέχεται από την καταχώριση του βεβαρημένου ενσώματου στοιχείου σε δημόσιο μητρώο. Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη κάνουν χρήση αυτής της εναλλακτικής μορφής πιστοποίησης, θα πρέπει επίσης να προβλέπουν διαδικασία για την εισαγωγή αλλαγών στον τρόπο καταγραφής της κυριότητας και των απαιτήσεων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει ▌να είναι ελεύθερα να αποκλείουν ορισμένα στοιχεία ενεργητικού από τα εθνικά τους πλαίσια. Για να είναι σε θέση οι επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα να αξιολογούν καλύτερα τον κίνδυνο ενός προγράμματος καλυμμένων ομολόγων, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να προβλέπουν κανόνες για τη διαφοροποίηση των κινδύνων, σε σχέση με τη διασπορά και τη σημαντική συγκέντρωση, όσον αφορά τον αριθμό των δανείων ή των ανοιγμάτων στα συνολικά στοιχεία κάλυψης και τον αριθμό των αντισυμβαλλομένων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν ποιο είναι το κατάλληλο επίπεδο διασποράς και σημαντικής συγκέντρωσης που απαιτείται δυνάμει της εθνικής τους νομοθεσίας.

(16)  Τα καλυμμένα ομόλογα έχουν συγκεκριμένα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά που αποσκοπούν στη διαρκή προστασία των επενδυτών. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν την απαίτηση οι επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα να έχουν απαίτηση όχι μόνο έναντι του εκδότη, αλλά και επί στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε ειδικά συνολικά στοιχεία κάλυψης. ▌Οι εν λόγω διαρθρωτικές απαιτήσεις που σχετίζονται με τα προϊόντα διαφέρουν από τις προληπτικές απαιτήσεις που ισχύουν για πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα. Οι πρώτες δεν θα πρέπει να εστιάζονται στην εξασφάλιση της προληπτικής υγείας του εκδίδοντος ιδρύματος, αλλά να στοχεύουν στην προστασία των επενδυτών, μέσω της επιβολής ειδικών απαιτήσεων στο ίδιο το καλυμμένο ομόλογο. Πέρα από την ειδική απαίτηση χρήσης στοιχείων κάλυψης υψηλής ποιότητας, είναι επίσης σκόπιμο να ρυθμιστούν οι γενικές απαιτήσεις των χαρακτηριστικών των συνολικών στοιχείων κάλυψης, με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση της προστασίας των επενδυτών. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες με στόχο την προστασία των συνολικών στοιχείων κάλυψης, όπως κανόνες σχετικά με τον διαχωρισμό των στοιχείων κάλυψης. Ο διαχωρισμός μπορεί να επιτυγχάνεται με διάφορους τρόπους, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο του ισολογισμού, μέσω Οντότητας Ειδικού Σκοπού (ΟΕΣ) ή με άλλα μέσα. Ωστόσο, σκοπός του διαχωρισμού των στοιχείων ενεργητικού είναι να μη διαθέτουν νόμιμη πρόσβαση σε αυτά άλλοι πιστωτές πέραν των κατόχων καλυμμένων ομολόγων. Η τοποθεσία των στοιχείων κάλυψης θα πρέπει επίσης να ρυθμίζεται, ώστε να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση των δικαιωμάτων του επενδυτή ▌. Είναι επίσης σημαντικό τα κράτη μέλη να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τη σύνθεση των συνολικών στοιχείων κάλυψης ▌. Επιπλέον, στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθοριστούν απαιτήσεις κάλυψης, υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να επιτρέπουν διάφορα μέσα για τον μετριασμό ▌κινδύνων όπως οι κίνδυνοι συναλλάγματος και επιτοκίου. Ο υπολογισμός της κάλυψης και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι συμβάσεις παραγώγων μπορούν να περιληφθούν στα συνολικά στοιχεία κάλυψης θα πρέπει επίσης να καθοριστούν, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα συνολικά στοιχεία κάλυψης υπόκεινται σε κοινά υψηλά πρότυπα ποιότητας σε όλη την Ένωση. Ο υπολογισμός της κάλυψης θα πρέπει να ακολουθεί την αρχή του ονομαστικού ποσού για το κεφάλαιο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν άλλη μέθοδο υπολογισμού εκτός της αρχής του ονομαστικού ποσού, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή αποτελεί πιο συνετή προσέγγιση, δηλαδή δεν οδηγεί σε υψηλότερο δείκτη κάλυψης, στον οποίο τα υπολογισθέντα στοιχεία κάλυψης είναι ο αριθμητής και οι υπολογισθείσες υποχρεώσεις από καλυμμένα ομόλογα είναι ο παρονομαστής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν ένα επίπεδο υπερεξασφάλισης των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα τα οποία βρίσκονται στο οικείο κράτος μέλος, υψηλότερο από την απαίτηση κάλυψης του άρθρου 15.

(17)  Ορισμένα κράτη μέλη απαιτούν ήδη την εκτέλεση ειδικών καθηκόντων από υπεύθυνο παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης όσον αφορά την ποιότητα των επιλέξιμων στοιχείων ενεργητικού και την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με εθνικές απαιτήσεις κάλυψης. Είναι επομένως σημαντικό, προκειμένου να εναρμονιστεί η αντιμετώπιση των καλυμμένων ομολόγων σε όλη την Ένωση, να καθοριστούν με σαφήνεια τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του υπευθύνου παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης, στις περιπτώσεις που αυτός απαιτείται από το εθνικό πλαίσιο. Η ύπαρξη υπεύθυνου παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης δεν αίρει τις υποχρεώσεις των αρμόδιων εθνικών αρχών όσον αφορά τη δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων, ιδίως όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 6 έως 12 και 14 έως 17 της παρούσας οδηγίας.

(17α)  Το άρθρο 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 καθορίζει ορισμένες προϋποθέσεις για την εξασφάλιση καλυμμένων ομολόγων από οντότητες τιτλοποίησης. Μια από αυτές τις προϋποθέσεις αφορά τον βαθμό στον οποίο μπορούν να χρησιμοποιούνται στοιχεία εξασφάλισης αυτού του είδους, και περιορίζει τη χρήση των εν λόγω δομών στο 10 % ή το 15 % του ποσού των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων. Η προϋπόθεση αυτή μπορεί να αρθεί από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Η Επιτροπή, κατόπιν εξέτασης της σκοπιμότητας της εν λόγω απαλλαγής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δυνατότητα χρήσης θέσεων σε τιτλοποίηση ή καλυμμένων ομολόγων ως στοιχείων εξασφάλισης για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο για άλλα καλυμμένα ομόλογα («ενδοομιλικές δομές ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων»), και θα πρέπει να επιτρέπεται χωρίς περιορισμό με βάση το ποσό των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων. Για να εξασφαλίζεται το βέλτιστο επίπεδο διαφάνειας, τα συνολικά στοιχεία κάλυψης για καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εκτός ομίλου δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί από διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα εντός του ομίλου. Επίσης, δεδομένου ότι η χρήση ενδοομιλικών δομών ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων παρέχει απαλλαγή από τα όρια για τα ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, θα πρέπει να απαιτείται τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εκτός ομίλου και εντός ομίλου να πληρούν τις προϋποθέσεις για την 1η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας κατά τη χρονική στιγμή της έκδοσης ή, σε περίπτωση μεταγενέστερης μεταβολής της βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας και με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμόδιων αρχών, τις προϋποθέσεις για τη 2η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας. Σε περίπτωση που τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εκτός ομίλου και εντός ομίλου παύουν να πληρούν την εν λόγω απαίτηση, τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εντός ομίλου δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις ως επιλέξιμα στοιχεία ενεργητικού δυνάμει του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά συνέπεια, τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εκτός ομίλου στο πλαίσιο των οικείων συνολικών στοιχείων ενεργητικού δεν θα επωφελούνται από την απαλλαγή του άρθρου 129 παράγραφος 1α στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού. Σε περίπτωση που τα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εντός ομίλου παύουν να συμμορφώνονται με τη σχετική απαίτηση περί βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας, θα πρέπει ωστόσο να εξακολουθούν να αποτελούν επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται με όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, και, κατά συνέπεια, τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εκτός ομίλου και είναι εξασφαλισμένα με τα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εντός ομίλου ή με άλλα στοιχεία ενεργητικού που συμμορφώνονται με την παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να μπορούν να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκά Καλυμμένα Ομόλογα». Η δυνατότητα χρήσης των δομών αυτών προβλέπεται ως επιλογή των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, για να είναι όντως διαθέσιμη αυτή η επιλογή για πιστωτικά ιδρύματα που ανήκουν σε όμιλο με παρουσία σε διαφορετικά κράτη μέλη, θα πρέπει όλα τα οικεία κράτη μέλη να έχουν κάνει χρήση αυτής της επιλογής και να έχουν μεταφέρει τη διάταξη αυτή στη νομοθεσία τους.

(18)  Τα μικρά πιστωτικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά την έκδοση καλυμμένων ομολόγων, καθώς η δημιουργία προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων συχνά συνεπάγεται υψηλό προκαταβολικό κόστος. Η ρευστότητα είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντική στις αγορές καλυμμένων ομολόγων και καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τον όγκο των ανεξόφλητων ομολόγων. Είναι, επομένως, σκόπιμο να επιτραπεί η κοινή χρηματοδότηση από δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση καλυμμένων ομολόγων από μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτό θα έδινε δυνατότητα να συγκεντρώνονται στοιχεία κάλυψης από αρκετά πιστωτικά ιδρύματα ως στοιχεία εξασφάλισης για καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί από ένα πιστωτικό ίδρυμα και θα διευκόλυνε την έκδοση καλυμμένων ομολόγων στα κράτη μέλη όπου δεν υφίσταται επί του παρόντος καλά αναπτυγμένη αγορά. Οι απαιτήσεις για τη χρήση συμβάσεων κοινής χρηματοδότησης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα στοιχεία κάλυψης που πωλούνται ή, σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει επιτρέψει την εν λόγω δυνατότητα, μεταβιβάζονται μέσω συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας σύμφωνα με την οδηγία 2002/47/ΕΚ στα εκδίδοντα πιστωτικά ιδρύματα, πληρούν τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας και διαχωρισμού για τα στοιχεία κάλυψης, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

(20)  Η διαφάνεια των συνολικών στοιχείων κάλυψης που εξασφαλίζουν το καλυμμένο ομόλογο είναι σημαντικό μέρος του εν λόγω είδους χρηματοπιστωτικού μέσου, καθώς ενισχύει τη συγκρισιμότητα και δίνει στους επενδυτές τη δυνατότητα να προβούν στην απαραίτητη αξιολόγηση των κινδύνων. Η οδηγία 2003/71/ΕΚ(12) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περιλαμβάνει κανόνες για την κατάρτιση, την έγκριση και τη διανομή του ενημερωτικού δελτίου, που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά που βρίσκεται ή λειτουργεί σε κράτος μέλος. Με την πάροδο του χρόνου, δρομολογήθηκαν συμπληρωματικά προς την οδηγία 2003/71/ΕΚ αρκετές πρωτοβουλίες από τους εθνικούς νομοθέτες και τους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται σε επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα. Είναι, ωστόσο, απαραίτητο να διευκρινιστεί στο ενωσιακό δίκαιο το ελάχιστο κοινό επίπεδο πληροφόρησης στο οποίο θα πρέπει να έχουν πρόσβαση οι επενδυτές πριν ή κατά την αγορά καλυμμένων ομολόγων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα συμπλήρωσης των ελάχιστων αυτών απαιτήσεων με επιπλέον διατάξεις.

(21)  Βασικό στοιχείο της εξασφάλισης της προστασίας των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα είναι ο περιορισμός του κινδύνου ρευστότητας του μέσου. Είναι σημαντικό για την εξασφάλιση της έγκαιρης αποπληρωμής των υποχρεώσεων που απορρέουν από το καλυμμένο ομόλογο. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης, με σκοπό την αντιμετώπιση κινδύνων έλλειψης ρευστότητας, όπως οι αναντιστοιχίες στη ληκτότητα και τα επιτόκια, οι διακοπές πληρωμών, οι κίνδυνοι επικάλυψης, τα παράγωγα και άλλες λειτουργικές υποχρεώσεις που λήγουν εντός του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων. Το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αντιμετωπίζει καταστάσεις όπου καθίσταται δυσχερής η συμμόρφωση με την απαίτηση περί αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης, για παράδειγμα σε περιόδους ακραίων καταστάσεων όπου το απόθεμα ασφαλείας χρησιμοποιείται για την κάλυψη εκροών. Οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 θα πρέπει να παρακολουθούν τη συμμόρφωση με το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης και, εάν χρειάζεται, να λαμβάνουν μέτρα για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος. Το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης διαφέρει από τις γενικές απαιτήσεις ρευστότητας που επιβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με άλλες πράξεις του ενωσιακού δικαίου, καθώς το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας σχετίζεται άμεσα με τα συνολικά στοιχεία κάλυψης και αποσκοπεί στον περιορισμό συγκεκριμένων κινδύνων ρευστότητας. Για να ελαχιστοποιηθεί η κανονιστική επιβάρυνση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιτρέπουν τη δέουσα αλληλεπίδραση με τις απαιτήσεις ρευστότητας που προβλέπονται σε άλλες πράξεις του ενωσιακού ▌δικαίου και εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς από το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν ότι, έως την ημερομηνία τροποποίησης των εν λόγω πράξεων του ενωσιακού δικαίου, η απαίτηση περί αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης ▌έχει εφαρμογή μόνο αν δεν επιβάλλεται άλλη απαίτηση ρευστότητας στο πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το ενωσιακό ▌δίκαιο κατά την περίοδο που καλύπτεται από αυτές τις άλλες απαιτήσεις. Με την εν λόγω απόφαση θα πρέπει να αποφεύγεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καλύπτουν τις ίδιες εκροές με διαφορετικά ρευστά στοιχεία ενεργητικού για την ίδια περίοδο. Η διάταξη αυτή συνεπάγεται, ωστόσο, ότι η δυνατότητα των κρατών μελών να αποφασίζουν τη μη εφαρμογή του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού, θα επαναξιολογείται στο πλαίσιο των μελλοντικών αλλαγών στις απαιτήσεις ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα βάσει του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 460 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι κίνδυνοι ρευστότητας θα μπορούσαν να αντιμετωπίζονται με άλλα μέσα εκτός από την παροχή ρευστών στοιχείων ενεργητικού, για παράδειγμα με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων που υπόκεινται σε δομές επεκτάσιμης ληκτότητας των οποίων οι παράγοντες ενεργοποίησης αφορούν την έλλειψη ρευστότητας ή τις ακραίες καταστάσεις. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν να βασίζεται ο υπολογισμός του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας στην τελική ημερομηνία λήξης του καλυμμένου ομολόγου, λαμβάνοντας υπόψη πιθανές επεκτάσεις ληκτότητας, όταν οι παράγοντες ενεργοποίησης αφορούν τους κινδύνους ρευστότητας. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν οι απαιτήσεις ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης να μην εφαρμόζονται σε καλυμμένα ομόλογα που υπόκεινται σε απαιτήσεις ισόποσης χρηματοδότησης, εάν οι εισερχόμενες πληρωμές καθίστανται απαιτητές, βάσει σύμβασης, πριν από τις εξερχόμενες πληρωμές και στο μεταξύ τοποθετούνται σε στοιχεία ενεργητικού υψηλής ρευστότητας.

(22)  Σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν αναπτυχθεί καινοτόμες δομές για τα προφίλ ληκτότητας, με σκοπό την αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων των αναντιστοιχιών ληκτότητας. Οι εν λόγω δομές περιλαμβάνουν τη δυνατότητα επέκτασης της προγραμματισμένης ληκτότητας του καλυμμένου ομολόγου για ορισμένο χρονικό διάστημα ή τη δυνατότητα άμεσης μεταβίβασης των χρηματορροών από τα στοιχεία ▌κάλυψης στους κατόχους καλυμμένων ομολόγων. Για την εναρμόνιση των δομών επεκτάσιμης ληκτότητας σε όλη την Ένωση είναι σημαντικό να καθοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη μπορεί να επιτρέπουν τις εν λόγω δομές, ώστε να εξασφαλιστεί ότι δεν είναι υπερβολικά σύνθετες, ούτε εκθέτουν τους επενδυτές σε αυξημένους κινδύνους. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να επεκτείνει τη ληκτότητα κατά τη διακριτική του ευχέρεια. Η επέκταση της ληκτότητας θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο όταν έχουν συμβεί, ή αναμένεται να συμβούν στο εγγύς μέλλον, αντικειμενικά γεγονότα ενεργοποίησης που καθορίζονται σαφώς από την εθνική νομοθεσία. Τα εν λόγω γεγονότα ενεργοποίησης θα πρέπει να καθορίζονται με γνώμονα την πρόληψη της αθέτησης υποχρεώσεων, για παράδειγμα μέσω της αντιμετώπισης ελλείψεων ρευστότητας και αδυναμιών ή διαταραχών της αγοράς. Οι επεκτάσεις θα μπορούσαν επίσης να διευκολύνουν τη συντεταγμένη εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, δεδομένου ότι θα μπορούσαν να προβλέπονται σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης, προκειμένου να αποφεύγεται η εκποίηση στοιχείων ενεργητικού.

(23)  Η ύπαρξη ειδικού πλαισίου δημόσιας εποπτείας είναι στοιχείο καθορισμού των καλυμμένων ομολόγων σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ. Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία δεν καθορίζει τη φύση, το περιεχόμενο και τις αρχές που θα πρέπει να είναι υπεύθυνες για την άσκηση της εν λόγω εποπτείας. Είναι επομένως σημαντικό τα συστατικά στοιχεία της εν λόγω δημόσιας εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων να είναι εναρμονισμένα και τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των αρμόδιων εθνικών αρχών που τα εκτελούν να καθορίζονται με σαφήνεια.

(24)  Καθώς η δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων διακρίνεται από την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να ορίζουν διαφορετικές αρμόδιες εθνικές αρχές στους διαφορετικούς αυτούς εποπτικούς ρόλους, αντί για την αρχή που ασκεί τη γενική εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος. Ωστόσο, για να εξασφαλιστεί η συνέπεια κατά την εφαρμογή της δημόσιας εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων στην Ένωση, είναι απαραίτητο να υποχρεούνται οι αρμόδιες αρχές που ασκούν τη δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων να συνεργάζονται στενά με τις αρμόδιες αρχές που ασκούν τη γενική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(25)  Η δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων θα πρέπει να συνεπάγεται τη χορήγηση άδειας στα πιστωτικά ιδρύματα για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων. Δεδομένου ότι μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να επιτρέπεται να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, η απόκτηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να αποτελεί προαπαιτούμενο για τη χορήγηση της εν λόγω άδειας. Ενώ στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι επιφορτισμένη με την αδειοδότηση των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, μόνο οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία θα πρέπει να είναι αρμόδιες να χορηγούν άδειες για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και να ασκούν τη δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να συμπεριλάβει διατάξεις που να ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, μπορούν να λάβουν άδεια για την άσκηση της δραστηριότητας έκδοσης καλυμμένων ομολόγων ▌.

(26)  Το πεδίο εφαρμογής της άδειας θα πρέπει να αφορά το πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων ▌. Το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει να υπόκειται σε εποπτεία δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Ένα πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να διαθέτει περισσότερα του ενός προγράμματα καλυμμένων ομολόγων. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να απαιτείται χωριστή άδεια για κάθε πρόγραμμα. Ένα πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων μπορεί να περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα σύνολα στοιχείων κάλυψης. Η ύπαρξη περισσότερων συνόλων στοιχείων κάλυψης ή διαφορετικών εκδόσεων (διαφορετικοί διεθνείς αριθμοί αναγνώρισης τίτλων (ISIN)) στο πλαίσιο του ιδίου προγράμματος καλυμμένων ομολόγων δεν συνιστά απαραίτητα χωριστά προγράμματα καλυμμένων ομολόγων.

(26α)  Τα υφιστάμενα προγράμματα καλυμμένων ομολόγων δεν απαιτείται να λάβουν νέα άδεια μόλις τεθούν σε εφαρμογή οι νέοι κανόνες της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας. Το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα θα πρέπει, ωστόσο, να συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Η συμμόρφωση αυτή θα πρέπει να εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές που ορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας στο πλαίσιο της δημόσιας εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων. Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να παρέχουν οδηγίες βάσει της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης μετά την ημερομηνία από την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επανεξετάζουν ένα πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων και να αξιολογούν την ανάγκη τροποποίησης της άδειας για το εν λόγω πρόγραμμα. Μια τέτοια ανάγκη τροποποίησης θα μπορούσε να οφείλεται σε ουσιαστικές αλλαγές στο επιχειρηματικό μοντέλο του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, για παράδειγμα μετά από αλλαγή του εθνικού πλαισίου καλυμμένων ομολόγων ή μετά από αποφάσεις που έλαβε το πιστωτικό ίδρυμα. Οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να θεωρούνται ουσιαστικές εφόσον καθιστούν αναγκαία την επαναξιολόγηση των όρων υπό τους οποίους χορηγήθηκε άδεια για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων.

(26β)  Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος προβλέπει τον διορισμό ειδικού διαχειριστή, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις αρμοδιότητες και τις επιχειρησιακές απαιτήσεις για τον εν λόγω ειδικό διαχειριστή. Οι κανόνες αυτοί θα μπορούσαν να αποκλείουν τη δυνατότητα του ειδικού διαχειριστή να συγκεντρώνει καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από καταναλωτές και ιδιώτες επενδυτές, αλλά να επιτρέπουν τη συγκέντρωση καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων μόνο από επαγγελματίες επενδυτές.

(27)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα και προκειμένου να εξασφαλιστεί παρόμοια αντιμετώπιση και συμμόρφωση σε όλη την Ένωση, θα πρέπει να απαιτείται από τα κράτη μέλη να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα που να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις. Τα κράτη μέλη που επιλέγουν να προβλέψουν ποινικές κυρώσεις αντί διοικητικών κυρώσεων θα πρέπει να κοινοποιούν τις σχετικές διατάξεις του ποινικού δικαίου στην Επιτροπή.

(28)  Οι εν λόγω διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα που θεσπίζονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να πληρούν ορισμένες βασικές απαιτήσεις όσον αφορά τα πρόσωπα κατά των οποίων στρέφονται οι εν λόγω κυρώσεις ή μέτρα, τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή τους, τις υποχρεώσεις δημοσίευσης από τις αρμόδιες αρχές που ασκούν τη δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων, την εξουσία επιβολής κυρώσεων και το επίπεδο διοικητικών χρηματικών προστίμων που μπορούν να επιβληθούν. Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων, θα πρέπει να παρέχεται στον αποδέκτη η δυνατότητα ακρόασης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν εξαιρέσεις από το δικαίωμα ακρόασης σε σχέση με άλλα διοικητικά μέτρα. Κάθε τέτοια εξαίρεση θα πρέπει να περιορίζεται σε περιπτώσεις επικείμενου κινδύνου στις οποίες απαιτείται η ανάληψη επείγουσας δράσης για την πρόληψη σημαντικών ζημιών σε τρίτους, όπως οι επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα, ή για την πρόληψη ή την αποκατάσταση σημαντικής ζημίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να παρέχεται στον αποδέκτη η δυνατότητα ακρόασης μετά την επιβολή του μέτρου.

(29)  Θα πρέπει να απαιτείται από τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές που ασκούν τη δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, ώστε να εξασφαλιστεί η συνεπής επιβολή των διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων στα κράτη μέλη, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων και του επιπέδου των εν λόγω κυρώσεων. Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν διοικητικά μέτρα σε σχέση με την επέκταση της ληκτότητας στο πλαίσιο δομών επεκτάσιμης ληκτότητας. Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη προβλέπουν τέτοια μέτρα, αυτά θα μπορούσαν να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να ακυρώνουν την επέκταση της ληκτότητας, και θα μπορούσαν επίσης να θεσπίζουν προϋποθέσεις για την ακύρωση αυτή, ώστε να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο ένα πιστωτικό ίδρυμα να επεκτείνει τη ληκτότητα κατά παράβαση των αντικειμενικών παραγόντων ενεργοποίησης που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο, ή προκειμένου να διασφαλιστούν η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η προστασία των επενδυτών.

(30)  Για τον εντοπισμό πιθανών παραβάσεων των απαιτήσεων για την έκδοση και την εμπορική προώθηση καλυμμένων ομολόγων, οι αρμόδιες αρχές που ασκούν τη δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων θα πρέπει να διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες διερεύνησης και αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την ενθάρρυνση της αναφοράς πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων. Οι εν λόγω μηχανισμοί θα πρέπει να τελούν υπό την επιφύλαξη των δικαιωμάτων άμυνας κάθε προσώπου ή οντότητας που επηρεάζεται δυσμενώς από την άσκηση των εν λόγω εξουσιών και μηχανισμών.

(31)  Οι αρμόδιες αρχές που ασκούν τη δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων θα πρέπει επίσης να έχουν την εξουσία επιβολής διοικητικών κυρώσεων και θέσπισης άλλων διοικητικών μέτρων, με σκοπό την εξασφάλιση του ευρύτερου δυνατού πεδίου δράσης σε περίπτωση παράβασης και τη διευκόλυνση της πρόληψης περαιτέρω παραβάσεων, ανεξάρτητα από το αν τα μέτρα αυτά συνιστούν διοικητική κύρωση ή άλλο διοικητικό μέτρο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν επιπλέον κυρώσεις, πέραν των προβλεπόμενων στην παρούσα οδηγία, και υψηλότερα επίπεδα διοικητικών χρηματικών προστίμων από τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία.

(32)  Οι υφιστάμενοι νόμοι σχετικά με τα καλυμμένα ομόλογα χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι υπόκεινται σε λεπτομερή ρύθμιση σε εθνικό επίπεδο και σε εποπτεία της έκδοσης και των προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων, με σκοπό την εξασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των επενδυτών ανά πάσα στιγμή όσον αφορά την έκδοση καλυμμένων ομολόγων. Η εποπτεία αυτή περιλαμβάνει τη συνεχή παρακολούθηση των χαρακτηριστικών του προγράμματος, τις απαιτήσεις κάλυψης και την ποιότητα των συνολικών στοιχείων κάλυψης. Ένα επαρκές επίπεδο πληροφόρησης των επενδυτών σχετικά με το ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει την έκδοση καλυμμένων ομολόγων είναι βασικό στοιχείο της προστασίας των επενδυτών. Είναι, επομένως, σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τακτικά πληροφορίες σχετικά με τα εθνικά μέτρα για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας και σχετικά με τον τρόπο άσκησης της δημόσιας εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων.

(33)  Τα καλυμμένα ομόλογα διατίθενται επί του παρόντος στην Ένωση υπό εθνικά νομίσματα και σήματα, ορισμένα εκ των οποίων έχουν καθιερωθεί, ενώ κάποια άλλα όχι.▌ Είναι, επομένως, λογικό τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα στην Ένωση να μπορούν να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκά Καλυμμένα Ομόλογα», κατά την πώληση καλυμμένων ομολόγων τόσο σε επενδυτές της Ένωσης όσο και σε επενδυτές τρίτων χωρών, υπό την προϋπόθεση τα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα να είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Εάν τα καλυμμένα ομόλογα είναι επίσης σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, θα πρέπει να παρέχεται στα πιστωτικά ιδρύματα η δυνατότητα να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκά Καλυμμένα Ομόλογα (Ανωτέρας Ποιότητας)». Το σήμα αυτό, το οποίο σημαίνει ότι πληρούνται συγκεκριμένες πρόσθετες απαιτήσεις που συνεπάγονται ενισχυμένη και πλήρως κατανοητή ποιότητα, μπορεί να είναι ελκυστικό ακόμη και σε κράτη μέλη με καθιερωμένα εθνικά σήματα. Στόχος των δύο σημάτων, «Ευρωπαϊκά Καλυμμένα Ομόλογα» και «Ευρωπαϊκά Καλυμμένα Ομόλογα (Ανωτέρας Ποιότητας)», είναι να γίνει πιο εύκολη για τους επενδυτές η αξιολόγηση της ποιότητας των καλυμμένων ομολόγων και, επομένως, να γίνουν πιο ελκυστικά ως επενδυτικοί φορείς τόσο εντός όσο και εκτός της Ένωσης. Η χρήση των εν λόγω σημάτων θα πρέπει, ωστόσο, να είναι προαιρετική και τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρήσουν το δικό τους πλαίσιο εθνικού νομίσματος και σήμανσης, παράλληλα με τα σήματα «Ευρωπαϊκά Καλυμμένα Ομόλογα».

(34)  Για την αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί, σε στενή συνεργασία με την EBA, την ανάπτυξη των καλυμμένων ομολόγων στην Ένωση και να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με το επίπεδο προστασίας των επενδυτών και την ανάπτυξη των αγορών καλυμμένων ομολόγων. Η έκθεση θα πρέπει επίσης να εστιάζεται στις εξελίξεις όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού που εξασφαλίζουν την έκδοση καλυμμένων ομολόγων ▌. Η χρήση δομών επεκτάσιμης ληκτότητας σημειώνει αύξηση. Η Επιτροπή θα πρέπει, επομένως, να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη λειτουργία των δομών επεκτάσιμης ληκτότητας και τους κινδύνους και τα οφέλη που απορρέουν από την έκδοση καλυμμένων ομολόγων με επεκτάσιμες ληκτότητες. Μια νέα κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, με την ονομασία «Ευρωπαϊκοί Εξασφαλισμένοι Τίτλοι» (ΕΕΤ), τα οποία θα καλύπτονται από στοιχεία ενεργητικού που ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τα ανοίγματα σε δημόσιο χρέος και τα ενυπόθηκα δάνεια και τα οποία δεν θα είναι επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης δυνάμει της παρούσας οδηγίας, προτάθηκε από συμμετέχοντες στην αγορά και άλλους φορείς ως πρόσθετο μέσο χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας από τις τράπεζες. Η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη της EBA, στις 3 Οκτωβρίου 2017, σε σχέση με την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο οι ΕΕΤ θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις «βέλτιστες πρακτικές» που καθορίστηκαν από την EBA για τα παραδοσιακά καλυμμένα ομόλογα, την κατάλληλη διαχείριση των κινδύνων που συνεπάγονται οι ΕΕΤ και τις πιθανές επιπτώσεις που θα έχει η έκδοση ΕΕΤ στο επίπεδο επιβάρυνσης των ισολογισμών των τραπεζών. Ως απάντηση στο αίτημα αυτό, η EBA εξέδωσε έκθεση στις 24 Ιουλίου 2018. Παράλληλα με την έκθεση της EBA, η Επιτροπή δημοσίευσε μελέτη στις 12 Οκτωβρίου 2018. Η μελέτη της Επιτροπής και η έκθεση της EBA κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση, για παράδειγμα, όσον αφορά την κανονιστική αντιμετώπιση. Η Επιτροπή θα πρέπει, επομένως, να συνεχίσει να αξιολογεί κατά πόσον θα ήταν κατάλληλο ένα νομοθετικό πλαίσιο για τους ΕΕΤ, και θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τα πορίσματά της, συνοδευόμενη, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.

(35)  Δεν υπάρχει επί του παρόντος καθεστώς ισοδυναμίας για την αναγνώριση, εκ μέρους της Ένωσης, των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα σε τρίτες χώρες ▌, παρά μόνο σε προληπτικό πλαίσιο, στις περιπτώσεις που παρέχεται προνομιακή αντιμετώπιση όσον αφορά τη ρευστότητα σε ορισμένα ομόλογα τρίτων χωρών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με την EBA, να αξιολογήσει την ανάγκη και τη συνάφεια εισαγωγής καθεστώτος ισοδυναμίας για τους εκδότες τρίτων χωρών και τους επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα. Η Επιτροπή θα πρέπει, το αργότερο δύο έτη μετά την ημερομηνία από την οποία τα κράτη μέλη θα εφαρμόσουν τις διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση, σχετικά με το ζήτημα αυτό.

(36)  Τα καλυμμένα ομόλογα χαρακτηρίζονται από προγραμματισμένη ληκτότητα πολλών ετών. Είναι, επομένως, απαραίτητο να συμπεριληφθούν μεταβατικά μέτρα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν ▌εκδοθεί πριν από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας] δεν επηρεάζονται. Τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία θα πρέπει, συνεπώς, να συμμορφώνονται, σε συνεχή βάση, με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, και θα πρέπει να εξαιρεθούν από τις περισσότερες από τις νέες απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Τα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα θα πρέπει να μπορούν να συνεχίσουν να αναφέρονται ως καλυμμένα ομόλογα, υπό την προϋπόθεση ότι η συμμόρφωσή τους με το άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, υπό τη μορφή που ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, και η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που ισχύουν γι’ αυτά, υπόκειται σε εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Η εποπτεία αυτή δεν θα πρέπει να επεκτείνεται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας από τις οποίες εξαιρούνται τα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα. Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι αριθμοί ISIN παραμένουν ανοικτοί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ούτως ώστε να είναι δυνατή η συνεχής έκδοση καλυμμένων ομολόγων με τον ίδιο κωδικό, με σκοπό την αύξηση του όγκου (μέγεθος έκδοσης) ενός καλυμμένου ομολόγου (συνεχείς εκδόσεις). Τα μεταβατικά μέτρα θα πρέπει να καλύπτουν συνεχείς εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων με αριθμούς ISIN που έχουν ανοίξει πριν από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 1 ημέρα], υπό ορισμένους περιορισμούς.

(37)  Ως αποτέλεσμα της καθιέρωσης ενιαίου πλαισίου για τα καλυμμένα ομόλογα, θα πρέπει επίσης να τροποποιηθεί η περιγραφή των καλυμμένων ομολόγων στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ. Η οδηγία 2014/59/ΕΕ ορίζει τα καλυμμένα ομόλογα μέσω παραπομπής στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και, καθώς η εν λόγω περιγραφή θα πρέπει να τροποποιηθεί, το ίδιο θα πρέπει να συμβεί και με την οδηγία 2014/59/ΕΕ. Επιπλέον, προκειμένου να μην επηρεαστούν τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, πριν από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας], τα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα θα πρέπει να συνεχίσουν να αναφέρονται ή να ορίζονται ως καλυμμένα ομόλογα έως τη λήξη τους. Συνεπώς, η οδηγία 2009/65/ΕΚ και η οδηγία 2014/59/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

(38)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(13), τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να επισυνάπτουν στην κοινοποίηση των εθνικών μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, όταν δικαιολογείται, και ένα ή περισσότερα έγγραφα που διευκρινίζουν τον δεσμό ανάμεσα στα στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα τμήματα των εθνικών πράξεων μεταφοράς. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(39)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η θέσπιση κοινού πλαισίου για τα καλυμμένα ομόλογα ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των καλυμμένων ομολόγων στην Ένωση αντιστοιχούν στο προφίλ χαμηλότερου κινδύνου που δικαιολογεί την προνομιακή αντιμετώπιση στην Ένωση, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της ανάγκης περαιτέρω ανάπτυξης της αγοράς καλυμμένων ομολόγων ▌και στήριξης των διασυνοριακών επενδύσεων στην Ένωση, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(39α)  Ζητήθηκε η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία και γνωμοδότησε στις 22 Αυγούστου 2018.

(40)  Ζητήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(14), η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος και γνωμοδότησε στις ...(15). Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα επεξεργάζονται σημαντικό όγκο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η εν λόγω επεξεργασία θα πρέπει να συμμορφώνεται ανά πάσα στιγμή με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων). Ομοίως, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, όταν αυτή, όπως απαιτείται από την οδηγία, διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων με διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που της κοινοποιούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κατωτέρω κανόνες για την προστασία των επενδυτών όσον αφορά:

1)  τις απαιτήσεις για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων·

2)  τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των καλυμμένων ομολόγων·

3)  τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων·

4)  τις απαιτήσεις δημοσίευσης ▌σε σχέση με τα καλυμμένα ομόλογα.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  «καλυμμένο ομόλογο»: τίτλος δανειακής υποχρέωσης που εκδίδεται από πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά των υποχρεωτικών απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, και εξασφαλίζεται από ▌στοιχεία κάλυψης, στα οποία οι επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα έχουν δικαίωμα άμεσης προσφυγής ως προνομιακοί πιστωτές·

2)  «πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων»: τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά μιας έκδοσης καλυμμένων ομολόγων που καθορίζονται από νομικούς κανόνες και συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις, σύμφωνα με την άδεια που χορηγείται στο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα·

3)  «συνολικά στοιχεία κάλυψης»: σαφώς καθορισμένο σύνολο στοιχείων ενεργητικού που εξασφαλίζουν τις υποχρεώσεις πληρωμής που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα και τα οποία διαχωρίζονται από τα άλλα στοιχεία ενεργητικού που κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα·

3α)  «στοιχεία κάλυψης»: στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία κάλυψης·

3β)  «στοιχεία εξασφάλισης»: τα ενσώματα στοιχεία ενεργητικού και τα στοιχεία ενεργητικού υπό μορφή ανοιγμάτων που εξασφαλίζουν τα στοιχεία κάλυψης·

3γ)  «διαχωρισμός»: ενέργειες που πραγματοποιούνται από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα προκειμένου να προσδιοριστούν τα στοιχεία κάλυψης και να οριοθετηθούν ώστε να μην έχουν νόμιμη πρόσβαση σε αυτά άλλοι πιστωτές πέραν των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα και των αντισυμβαλλομένων σε συμβάσεις παραγώγων·

4)  «πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

5)  «εξειδικευμένο ίδρυμα ενυπόθηκης πίστης»: το πιστωτικό ίδρυμα που χρηματοδοτεί δάνεια αποκλειστικά ή κυρίως μέσω της έκδοσης καλυμμένων ομολόγων, που μπορεί σύμφωνα με τον νόμο να προβαίνει μόνο σε ενυπόθηκο δανεισμό και δανεισμό σε οντότητες του δημοσίου τομέα και που δεν επιτρέπεται να αποδέχεται καταθέσεις, αλλά μπορεί να αποδέχεται άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό·

6)  «αυτόματη επίσπευση»: η περίπτωση στην οποία, με την αφερεγγυότητα ή την εξυγίανση του εκδότη, ένα καλυμμένο ομόλογο καθίσταται αυτομάτως άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, και στην οποία οι ▌επενδυτές στο καλυμμένο ομόλογο διαθέτουν εκτελεστή απαίτηση εξόφλησης σε χρόνο προγενέστερο της αρχικής ημερομηνίας λήξης·

7)  «αγοραία αξία»: για τους σκοπούς της ακίνητης περιουσίας, η αγοραία αξία όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 76) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

8)  «αξία του ενυπόθηκου ακινήτου»: για τους σκοπούς της ακίνητης περιουσίας, η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 74) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

10)  «πρωτογενή στοιχεία ενεργητικού»: κυρίαρχα στοιχεία κάλυψης που καθορίζουν τη φύση των συνολικών στοιχείων κάλυψης·

11)  «στοιχεία ενεργητικού υποκατάστασης»: στοιχεία κάλυψης που συμβάλλουν στις απαιτήσεις κάλυψης, εκτός των πρωτογενών στοιχείων ενεργητικού·

12)  «υπερεξασφάλιση»: το συνολικό νόμιμο, συμβατικό ή εθελοντικό επίπεδο εξασφάλισης που υπερβαίνει την απαίτηση κάλυψης που καθορίζεται στο άρθρο 15·

13)  «απαιτήσεις ισόποσης χρηματοδότησης»: οι κανόνες που απαιτούν οι χρηματορροές μεταξύ υποχρεώσεων και στοιχείων ενεργητικού που καθίστανται απαιτητά να αντιστοιχίζονται μέσω της διασφάλισης, με συμβατικούς όρους, ότι οι πληρωμές από τους δανειολήπτες και τους αντισυμβαλλόμενους σε συμβάσεις παραγώγων καθίστανται απαιτητές πριν από την πραγματοποίηση πληρωμών στους επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα και στους αντισυμβαλλόμενους σε συμβάσεις παραγώγων, και ότι τα εν λόγω ποσά είναι τουλάχιστον ίσης αξίας με τις πληρωμές που θα γίνουν προς τους επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα και τους αντισυμβαλλόμενους σε συμβάσεις παραγώγων, και ότι τα ποσά που λαμβάνονται από δανειολήπτες και αντισυμβαλλόμενους σε συμβάσεις παραγώγων περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία κάλυψης, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, μέχρι να καταστούν απαιτητές οι πληρωμές στους επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα και στους αντισυμβαλλόμενους σε συμβάσεις παραγώγων·

14)  «καθαρές εκροές ρευστότητας»: όλες οι εκροές πληρωμών που καθίστανται απαιτητές σε μία ημερολογιακή ημέρα, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών κεφαλαίου και τόκων και των πληρωμών στο πλαίσιο συμβάσεων παραγώγων του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων, αφαιρουμένων όλων των εισροών πληρωμών που καθίστανται απαιτητές την ίδια ημερολογιακή ημέρα για απαιτήσεις που συνδέονται με τα στοιχεία κάλυψης·

15)  «δομή επεκτάσιμης ληκτότητας»: ο μηχανισμός που προβλέπει τη δυνατότητα επέκτασης της προγραμματισμένης λήξης των καλυμμένων ομολόγων, για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα και σε περίπτωση επέλευσης συγκεκριμένου γεγονότος ενεργοποίησης·

16)  «δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων»: η εποπτεία των προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων με την οποία εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και η επιβολή των απαιτήσεων αυτών·

17)  «ειδικός διαχειριστής»: το πρόσωπο ή η οντότητα που έχει διοριστεί για τη διαχείριση προγράμματος καλυμμένων ομολόγων, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ▌πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος, ή όταν έχει διαπιστωθεί ότι το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει, σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, εάν η οικεία αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι απειλείται σοβαρά η εύρυθμη λειτουργία του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος·

17α)  «εξυγίανση»: η εξυγίανση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

18)  «όμιλος»: ο όμιλος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 137) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΚΑΛΥΜΜΕΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

Κεφάλαιο 1

Διπλή προσφυγή και προστασία έναντι του κινδύνου πτώχευσης

Άρθρο 4

Διπλή προσφυγή

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες που παρέχουν στους επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα και στους αντισυμβαλλόμενους σε συμβάσεις παραγώγων που συμμορφώνονται με το άρθρο 11, δικαίωμα στις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  απαίτηση έναντι του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα·

β)  σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα, απαίτηση προτεραιότητας επί του κεφαλαίου και τυχόν δεδουλευμένων και μελλοντικών τόκων από στοιχεία ▌κάλυψης·

γ)  σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα και σε περίπτωση που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως απαίτηση προτεραιότητας όπως αναφέρεται στο στοιχείο β), απαίτηση επί της πτωχευτικής περιουσίας του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος της αυτής προτεραιότητας (pari passu) με τις απαιτήσεις των κοινών μη εξασφαλισμένων πιστωτών του πιστωτικού ιδρύματος, που καθορίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που διέπει την κατάταξη σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

2.  Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιορίζονται στην πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), σε περίπτωση αφερεγγυότητας εξειδικευμένου ιδρύματος ενυπόθηκης πίστης, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες με τους οποίους δίνεται στους επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα και στους αντισυμβαλλόμενους σε συμβάσεις παραγώγων που συμμορφώνονται με το άρθρο 11, απαίτηση με υψηλότερη προτεραιότητα από εκείνη των κοινών μη εξασφαλισμένων πιστωτών του εν λόγω εξειδικευμένου ιδρύματος ενυπόθηκης πίστης, που καθορίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που διέπει την κατάταξη σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, αλλά χαμηλότερη από εκείνη τυχόν άλλων προνομιακών πιστωτών.

Άρθρο 5

Προστασία των καλυμμένων ομολόγων έναντι του κινδύνου πτώχευσης

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υποχρεώσεις πληρωμής που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα δεν υπόκεινται σε αυτόματη επίσπευση, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα.

Κεφάλαιο 2

Συνολικά στοιχεία κάλυψης και κάλυψη

Τμήμα I

Επιλέξιμα στοιχεία ενεργητικού

Άρθρο 6

Επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης

1.  Τα κράτη μέλη απαιτούν τα καλυμμένα ομόλογα να είναι ανά πάσα στιγμή εξασφαλισμένα με τα εξής μέσα:

α)  στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται ως επιλέξιμα στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 1α έως 3 του άρθρου 129 του εν λόγω κανονισμού·

β)  στοιχεία κάλυψης υψηλής ποιότητας με τα οποία διασφαλίζεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα διαθέτει απαίτηση πληρωμής όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, η οποία εξασφαλίζεται με στοιχεία εξασφάλισης όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3· ή

γ)  στοιχεία ενεργητικού υπό μορφή δανείων προς δημόσιες επιχειρήσεις ή με την εγγύηση δημόσιων επιχειρήσεων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4.

2.  Η απαίτηση πληρωμής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) υπόκειται στις ακόλουθες νομικές απαιτήσεις:

α)  το στοιχείο ενεργητικού αντιπροσωπεύει απαίτηση για την πληρωμή ποσών με ελάχιστη αξία προσδιοριστέα ανά πάσα στιγμή, η οποία είναι νομικά έγκυρη και εκτελεστή, και δεν υπόκειται σε άλλους όρους πέραν της προϋπόθεσης ότι η απαίτηση πρέπει να λήγει σε μελλοντική ημερομηνία και να είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη, βάρος, προνόμιο ή άλλη εγγύηση·

β)  η υποθήκη, το βάρος, το προνόμιο ή η άλλη εγγύηση που εξασφαλίζει την απαίτηση πληρωμής είναι εκτελεστή·

γ)  έχουν εκπληρωθεί όλες οι νομικές απαιτήσεις για την εγγραφή της υποθήκης, του βάρους, του προνομίου ή της εγγύησης που εξασφαλίζει την απαίτηση πληρωμής·

δ)  η υποθήκη, το βάρος, το προνόμιο ή η εγγύηση που εξασφαλίζει την απαίτηση πληρωμής επιτρέπει στο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα να ανακτήσει την αξία της απαίτησης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ▌.

▌Τα κράτη μέλη απαιτούν τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα να αξιολογούν την εκτελεστότητα των απαιτήσεων πληρωμής και των στοιχείων εξασφάλισης, πριν τα συμπεριλάβουν στα συνολικά στοιχεία κάλυψης.

3.  Τα στοιχεία εξασφάλισης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) πληρούν μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  για τα ενσώματα στοιχεία ενεργητικού, υφίστανται πρότυπα αποτίμησης γενικώς αποδεκτά από τους εμπειρογνώμονες τα οποία είναι κατάλληλα για το συγκεκριμένο ενσώματο στοιχείο ενεργητικού, και υπάρχει δημόσιο μητρώο στο οποίο καταγράφονται η κυριότητα και οι απαιτήσεις επί των εν λόγω ενσώματων στοιχείων ενεργητικού·

β)  για τα στοιχεία ενεργητικού υπό μορφή ανοιγμάτων, η ασφάλεια και η ευρωστία του αντισυμβαλλόμενου στο άνοιγμα τεκμαίρεται από τις φορολογικές εξουσίες του ή από το γεγονός ότι η επιχειρησιακή ευρωστία και η οικονομική φερεγγυότητά του τελούν υπό συνεχή δημόσια εποπτεία.

Οι εμπράγματες εξασφαλίσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου συμβάλλουν στην κάλυψη των υποχρεώσεων που συνδέονται με το καλυμμένο ομόλογο, μέχρι το μικρότερο ποσό κεφαλαίου μεταξύ των ενυπόθηκων απαιτήσεων που συνδέονται με οποιαδήποτε ενυπόθηκη απαίτηση κύριας εξοφλητικής προτεραιότητας, και το 70 % της αξίας των εν λόγω εμπράγματων εξασφαλίσεων. Οι εμπράγματες εξασφαλίσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου οι οποίες είναι επιλέξιμες σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με το όριο του 70 % ή με τα όρια του άρθρου 129 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Όταν, για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παρούσας παραγράφου, δεν υπάρχει δημόσιο μητρώο για ένα συγκεκριμένο ενσώματο στοιχείο ενεργητικού, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν εναλλακτική μορφή πιστοποίησης της κυριότητας και των απαιτήσεων επί του εν λόγω ενσώματου στοιχείου ενεργητικού, εφόσον αυτή είναι συγκρίσιμη με την προστασία που παρέχεται από δημόσιο μητρώο, υπό την έννοια ότι επιτρέπει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, στα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που σχετίζονται με την ταυτοποίηση των βεβαρημένων ενσώματων στοιχείων, τον προσδιορισμό της κυριότητας, την τεκμηρίωση και τον προσδιορισμό των επιβαρύνσεων και την εκτελεστότητα των εμπράγματων δικαιωμάτων.

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), τα καλυμμένα ομόλογα που εξασφαλίζονται με δάνεια προς δημόσιες επιχειρήσεις ή με την εγγύηση δημόσιων επιχειρήσεων ως πρωτογενή στοιχεία ενεργητικού, υπόκεινται σε ελάχιστο επίπεδο υπερεξασφάλισης ύψους 10 %, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 12, και σε όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι δημόσιες επιχειρήσεις παρέχουν βασικές δημόσιες υπηρεσίες βάσει άδειας, σύμβασης παραχώρησης ή άλλης μορφής ανάθεσης από δημόσια αρχή·

β)  οι δημόσιες επιχειρήσεις υπόκεινται σε δημόσια εποπτεία·

γ)  οι δημόσιες επιχειρήσεις διαθέτουν επαρκείς εξουσίες για τη δημιουργία εσόδων, οι οποίες διασφαλίζονται από το γεγονός ότι εν λόγω δημόσιες επιχειρήσεις:

i)  διαθέτουν επαρκή ευελιξία όσον αφορά την είσπραξη και την αύξηση τελών, χρεώσεων και εισπρακτέων απαιτήσεων για την παρεχόμενη υπηρεσία, ώστε να διασφαλίζεται η οικονομική ευρωστία και η φερεγγυότητά τους,

ii)  λαμβάνουν επαρκείς επιχορηγήσεις, με νομική βάση, ώστε να διασφαλίζεται η οικονομική ευρωστία και η φερεγγυότητά τους, ως αντάλλαγμα για την παροχή βασικών δημόσιων υπηρεσιών, ή

iii)  έχουν συνάψει συμφωνία μεταφοράς κερδών και ζημιών με δημόσια αρχή.

5.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τη μεθοδολογία και τη διαδικασία αποτίμησης των ενσώματων στοιχείων ενεργητικού τα οποία χρησιμοποιούνται ως στοιχεία εξασφάλισης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β). Με τους κανόνες αυτούς διασφαλίζονται τουλάχιστον τα εξής:

α)  για κάθε ενσώματο στοιχείο ενεργητικού, ότι υπάρχει μια τρέχουσα αποτίμηση στην αγοραία αξία ή στην αξία ενυπόθηκου ακινήτου ή σε χαμηλότερη αξία από αυτές, κατά τη συμπερίληψη του στοιχείου κάλυψης στα συνολικά στοιχεία κάλυψης·

β)  ότι η αποτίμηση διενεργείται από εκτιμητή ο οποίος διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα, την απαραίτητη ικανότητα και την απαραίτητη εμπειρία· και

γ)  ότι ο εκτιμητής είναι ανεξάρτητος από τη διαδικασία λήψης πιστωτικών αποφάσεων, δεν λαμβάνει υπόψη κερδοσκοπικά στοιχεία στην αποτίμηση της αξίας του στοιχείου εξασφάλισης και τεκμηριώνει την αξία του στοιχείου εξασφάλισης με διαφανή και σαφή τρόπο.

6.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα να διαθέτουν διαδικασίες για να ελέγχουν ότι τα ενσώματα στοιχεία ενεργητικού τα οποία χρησιμοποιούνται ως στοιχεία εξασφάλισης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), είναι επαρκώς ασφαλισμένα έναντι του κινδύνου ζημίας και ότι η απαίτηση ασφάλισης διαχωρίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12.

7.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα να τεκμηριώνουν τα στοιχεία κάλυψης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) και τη συμμόρφωση των δανειοδοτικών πολιτικών τους με το παρόν άρθρο.

8.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τη διασφάλιση της διαφοροποίησης των κινδύνων στα συνολικά στοιχεία κάλυψης, σε σχέση με τη διασπορά και τη σημαντική συγκέντρωση, για στοιχεία ενεργητικού που δεν αναφέρονται ως επιλέξιμα στην παράγραφο 1 στοιχείο α).

Άρθρο 7

Στοιχεία εξασφάλισης που βρίσκονται εκτός της Ένωσης

1.  Με την επιφύλαξη ▌της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα να περιλαμβάνουν στα συνολικά στοιχεία κάλυψης στοιχεία ενεργητικού εξασφαλισμένα με στοιχεία εξασφάλισης που βρίσκονται εκτός της Ένωσης.

2.  Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη συμπερίληψη των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών υποχρεώνοντας τα πιστωτικά ιδρύματα να επαληθεύουν ότι τα εν λόγω στοιχεία εξασφάλισης πληρούν όλες τις απαιτήσεις του άρθρου 6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω στοιχεία εξασφάλισης παρέχουν παρόμοιο επίπεδο ασφάλειας με στοιχεία εξασφάλισης που βρίσκονται εντός της Ένωσης και ότι η ρευστοποίηση των εν λόγω στοιχείων εξασφάλισης είναι νόμιμα εκτελεστή κατά τρόπο ισοδύναμο, στην πράξη, με τη ρευστοποίηση στοιχείων εξασφάλισης που βρίσκονται εντός της Ένωσης.

Άρθρο 8

Ενδοομιλικές δομές ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων

Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τη χρήση ενδοομιλικών δομών ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, στο πλαίσιο των οποίων καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί από πιστωτικό ίδρυμα που ανήκει σε όμιλο («καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εντός ομίλου») χρησιμοποιούνται ως στοιχεία κάλυψης για την εξωτερική έκδοση καλυμμένων ομολόγων από άλλο πιστωτικό ίδρυμα που ανήκει στον ίδιο όμιλο («καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου»). Οι εν λόγω κανόνες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εντός ομίλου πωλούνται στο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου·

β)  τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εντός ομίλου χρησιμοποιούνται ως στοιχεία κάλυψης στα συνολικά στοιχεία κάλυψης για τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου και εγγράφονται στον ισολογισμό του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου·

βα)  τα συνολικά στοιχεία κάλυψης για τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου περιλαμβάνουν μόνο καλυμμένα ομόλογα τα οποία έχουν εκδοθεί από ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα εντός του ομίλου·

γ)  το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου σκοπεύει να τα πωλήσει σε επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα εκτός του ομίλου·

δ)  τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται τόσο εντός όσο και εκτός ομίλου θεωρείται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για την 1η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, όπως αναφέρεται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, κατά την έκδοση και είναι εξασφαλισμένα με επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης όπως προβλέπεται στο άρθρο 6·

δα)  στην περίπτωση των διασυνοριακών ενδοομιλικών δομών ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, τα στοιχεία κάλυψης των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται εντός ομίλου πληρούν τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας και κάλυψης των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται εκτός ομίλου.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέπουν στα καλυμμένα ομόλογα που πληρούν τις προϋποθέσεις για τη 2η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, μετά από αλλαγή που οδηγεί σε υποβάθμιση της πιστωτικής τους ποιότητας, να συνεχίσουν να αποτελούν μέρος μιας ενδοομιλικής δομής ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η αλλαγή στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας δεν οφείλεται σε παραβίαση των απαιτήσεων για την άδεια, όπως αυτές ορίζονται στις διατάξεις με τις οποίες μεταφέρεται το άρθρο 19 παράγραφος 2 στο εθνικό δίκαιο. Στη συνέχεια, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην EBA κάθε απόφαση βάσει του παρόντος εδαφίου.

Άρθρο 9

Κοινή χρηματοδότηση

1.  Τα κράτη μέλη επιτρέπουν να χρησιμοποιούνται επιλέξιμα στοιχεία κάλυψης τα οποία έχουν δημιουργηθεί από πιστωτικό ίδρυμα και έχουν αγοραστεί από πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, ως στοιχεία κάλυψης για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων. Τα κράτη μέλη ρυθμίζουν τις εν λόγω αγορές ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των απαιτήσεων των άρθρων 6 και 12.

2.  Επιπλέον της απαίτησης που ορίζεται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν μεταφορές μέσω συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας σύμφωνα με την οδηγία 2002/47/ΕΚ.

Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να επιτρέπουν να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία κάλυψης στοιχεία ενεργητικού που έχουν δημιουργηθεί από επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της εν λόγω δυνατότητας, απαιτούν από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα είτε να αξιολογεί τα πιστοδοτικά πρότυπα της επιχείρησης από την οποία αγοράζει τα στοιχεία κάλυψης, είτε να διενεργεί το ίδιο ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.

Άρθρο 10

Σύνθεση των συνολικών στοιχείων κάλυψης

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών θεσπίζοντας κανόνες σχετικά με τη σύνθεση των συνολικών στοιχείων κάλυψης. Οι εν λόγω κανόνες καθορίζουν, κατά περίπτωση, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα μπορούν να περιλαμβάνουν πρωτογενή στοιχεία ενεργητικού με διαφορετικά γνωρίσματα όσον αφορά τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, τη διάρκεια ζωής ▌ή το προφίλ κινδύνου των οικείων στοιχείων κάλυψης.

Άρθρο 11

Συμβάσεις παραγώγων στα συνολικά στοιχεία κάλυψης

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών, επιτρέποντας τη συμπερίληψη συμβάσεων παραγώγων στα συνολικά στοιχεία κάλυψης μόνον όταν πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  οι συμβάσεις παραγώγων περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία κάλυψης αποκλειστικά για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνων, ο όγκος τους προσαρμόζεται σε περίπτωση μείωσης του αντισταθμιζόμενου κινδύνου, και αφαιρούνται όταν παύει να υφίσταται ο αντισταθμιζόμενος κίνδυνος·

β)  οι συμβάσεις παραγώγων τεκμηριώνονται επαρκώς·

γ)  οι συμβάσεις παραγώγων διαχωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12·

δ)  οι συμβάσεις παραγώγων δεν μπορούν να καταγγελθούν σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα·

ε)  οι συμβάσεις παραγώγων συμμορφώνονται με τους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Για τους σκοπούς της εξασφάλισης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για ▌συμβάσεις παραγώγων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία κάλυψης ▌.

Οι εν λόγω κανόνες προσδιορίζουν, στον βαθμό που απαιτείται:

α)  τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τους αντισυμβαλλομένους της αντιστάθμισης κινδύνων·

β)   την απαραίτητη τεκμηρίωση που πρέπει να παρέχεται σχετικά με τις συμβάσεις παραγώγων.

Άρθρο 12

Διαχωρισμός των στοιχείων ▌κάλυψης

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τη ρύθμιση του διαχωρισμού των στοιχείων ▌κάλυψης. Οι εν λόγω κανόνες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  όλα τα στοιχεία ▌κάλυψης μπορούν να αναγνωριστούν ανά πάσα στιγμή από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα·

β)  όλα τα στοιχεία ▌κάλυψης υπόκεινται σε νομικά δεσμευτικό και εκτελεστό διαχωρισμό από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα·

γ)  όλα τα στοιχεία ▌κάλυψης προστατεύονται από τυχόν απαιτήσεις τρίτων μερών και δεν αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα, μέχρι να ικανοποιηθεί η απαίτηση προτεραιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τα στοιχεία ▌κάλυψης περιλαμβάνουν τυχόν εξασφαλίσεις που λαμβάνονται σε σχέση με θέσεις συμβάσεων παραγώγων.

2.  Ο διαχωρισμός των στοιχείων ▌κάλυψης, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εφαρμόζεται και στην περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα.

Άρθρο 13

Υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα να διορίζουν υπεύθυνο παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης, για την άσκηση συνεχούς παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης ως προς τις απαιτήσεις των άρθρων 6 έως 12 και των άρθρων 14 έως 17.

2.  Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της επιλογής της παραγράφου 1, θεσπίζουν κανόνες όσον αφορά τουλάχιστον τα εξής:

α)  τον διορισμό και την παύση του υπευθύνου παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης·

β)  τυχόν κριτήρια επιλεξιμότητας για τον υπεύθυνο παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης·

γ)  τον ρόλο και τα καθήκοντα του υπεύθυνου παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης, μεταξύ άλλων στην περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα·

δ)  την υποχρέωση υποβολής αναφοράς στις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2·

ε)  το δικαίωμα πρόσβασης στις ▌πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων του υπευθύνου παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης.

3.   Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της επιλογής της παραγράφου 1, ο υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης είναι χωριστή και ανεξάρτητη οντότητα από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα και από τον ελεγκτή του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος.

4.  Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν ο υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης να μην είναι χωριστή οντότητα από το πιστωτικό ίδρυμα όταν:

α)  ο υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης είναι ανεξάρτητος από τη διαδικασία λήψης πιστωτικών αποφάσεων του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα·

β)  με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 στοιχείο α), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν είναι δυνατή η παύση του υπεύθυνου παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης από τα καθήκοντά του χωρίς προηγούμενη έγκριση από το διοικητικό όργανο του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, στο πλαίσιο της εποπτικής αρμοδιότητας του εν λόγω οργάνου· και

γ)  ο υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης έχει άμεση πρόσβαση στο διοικητικό όργανο στο πλαίσιο της εποπτικής αρμοδιότητας του εν λόγω οργάνου, όταν αυτό είναι απαραίτητο.

4.  Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την EBA, στις περιπτώσεις που κάνουν χρήση της επιλογής της παραγράφου 1.

Άρθρο 14

Πληροφόρηση των επενδυτών

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα καλυμμένα ομόλογα που να είναι επαρκώς λεπτομερείς, ώστε να μπορούν οι επενδυτές να αξιολογήσουν το προφίλ και τους κινδύνους του εν λόγω προγράμματος και να εφαρμόσουν τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες παρέχονται στους επενδυτές τουλάχιστον ανά τρίμηνο και περιλαμβάνουν τις ακόλουθες ελάχιστες πληροφορίες χαρτοφυλακίου:

α)  την αξία των συνολικών στοιχείων κάλυψης και των ανεξόφλητων καλυμμένων ομόλογων·

αα)  κατάλογο των διεθνών αριθμών αναγνώρισης τίτλων (ISIN) για όλες τις εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος·

β)  τη γεωγραφική κατανομή και το είδος των στοιχείων ▌κάλυψης, το μέγεθος του δανείου και τη μέθοδο αποτίμησης·

γ)  λεπτομέρειες σχετικά με τον κίνδυνο αγοράς, συμπεριλαμβανομένων του κινδύνου επιτοκίου και του συναλλαγματικού κινδύνου, και σχετικά με τους κινδύνους όσον αφορά τις πιστώσεις και τη ρευστότητα·

δ)  τη δομή ληκτότητας των στοιχείων ▌κάλυψης και των καλυμμένων ομολόγων, συμπεριλαμβανομένης ενδεχομένως μιας επισκόπησης των γεγονότων ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας·

ε)  τα επίπεδα απαιτούμενης και διαθέσιμης κάλυψης, και νόμιμης, συμβατικής και εθελοντικής υπερεξασφάλισης·

στ)  το ποσοστό των δανείων στα οποία θεωρείται ότι έχει επέλθει αθέτηση υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 178 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, σε κάθε περίπτωση, των δανείων που παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των ενενήντα ημερών.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου, στο πλαίσιο ενδοομιλικών δομών ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 8, παρέχονται στους επενδυτές οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως στ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, ή σχετικός σύνδεσμος προς αυτές, όσον αφορά το σύνολο των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται εντός ομίλου.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται στους επενδυτές τουλάχιστον σε αθροιστική βάση. ▌

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών, με την απαίτηση να δημοσιεύουν τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα στον ιστότοπό τους τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στους επενδυτές, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαιτούν από τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα να δημοσιεύουν τις πληροφορίες αυτές σε έντυπη μορφή.

Τμήμα II

Κάλυψη και απαιτήσεις ρευστότητας

Άρθρο 15

Απαιτήσεις κάλυψης

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών, με την απαίτηση συμμόρφωσης των προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων, ανά πάσα στιγμή, τουλάχιστον με τις ▌απαιτήσεις κάλυψης των παραγράφων 2 έως 8.

2.  Όλες οι υποχρεώσεις των καλυμμένων ομολόγων καλύπτονται από απαιτήσεις πληρωμής που συνδέονται με τα στοιχεία κάλυψης.

3.  Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 περιλαμβάνουν τα εξής:

α)  τις υποχρεώσεις για την πληρωμή του ποσού του κεφαλαίου των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων·

β)  τις υποχρεώσεις για την πληρωμή τυχόν τόκων επί των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων·

γ)  υποχρεώσεις πληρωμής που συνδέονται με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 11· και

δ)  τα αναμενόμενα έξοδα που σχετίζονται με τη διατήρηση και τη διαχείριση για την εκκαθάριση του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων ▌.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν τον υπολογισμό κατ’ αποκοπή ποσού.

4.  Τα ακόλουθα στοιχεία ▌κάλυψης συμβάλλουν στην απαίτηση κάλυψης:

α)   τα πρωτογενή στοιχεία ενεργητικού·

β)   τα στοιχεία ενεργητικού υποκατάστασης·

γ)   τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 16· και

δ)  απαιτήσεις πληρωμής που συνδέονται με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 11.

Οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις, στις περιπτώσεις που θεωρείται ότι έχει λάβει χώρα αθέτηση υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 178 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δεν συμβάλλουν στην κάλυψη.

5.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 στοιχείο γ) και της παραγράφου 4 στοιχείο δ), τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για την αποτίμηση των συμβάσεων παραγώγων.

6.  Κατά τον υπολογισμό της απαιτούμενης κάλυψης διασφαλίζεται ότι το συνολικό ποσό κεφαλαίου για όλα τα στοιχεία κάλυψης ισούται με το συνολικό ποσό κεφαλαίου των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων ή το υπερβαίνει («αρχή του ονομαστικού ποσού»).

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν άλλες αρχές υπολογισμού, υπό την προϋπόθεση να μην έχουν ως αποτέλεσμα υψηλότερο ποσοστό κάλυψης από αυτό που υπολογίστηκε σύμφωνα με την αρχή του ονομαστικού ποσού.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό τυχόν πληρωτέων και εισπρακτέων τόκων σε σχέση με ανεξόφλητα καλυμμένα ομόλογα, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν αρχές χρηστής προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα.

7.  Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6, τα κράτη μέλη δύνανται, κατά τρόπο που αντικατοπτρίζει αρχές χρηστής προληπτικής εποπτείας και σύμφωνα με τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα, να επιτρέπουν να λαμβάνονται υπόψη μελλοντικοί εισπρακτέοι τόκοι επί του στοιχείου κάλυψης, αφαιρουμένων των μελλοντικών καταβλητέων τόκων επί του αντίστοιχου καλυμμένου ομολόγου, για την αντιστάθμιση τυχόν ελλείψεων στην κάλυψη της υποχρέωσης πληρωμής κεφαλαίου που συνδέεται με το καλυμμένο ομόλογο, εφόσον υπάρχει στενή αντιστοιχία κατά την έννοια του άρθρου 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 523/2014 της Επιτροπής, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι πληρωμές που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια ζωής του στοιχείου κάλυψης και οι οποίες είναι απαραίτητες για την κάλυψη της υποχρέωσης πληρωμής που συνδέεται με το αντίστοιχο καλυμμένο ομόλογο, διαχωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12 ή περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία κάλυψης με τη μορφή των στοιχείων κάλυψης που αναφέρονται στο άρθρο 6 έως ότου καταστούν απαιτητές οι πληρωμές· και

β)  η προεξόφληση του στοιχείου κάλυψης είναι δυνατή μόνο με την άσκηση του δικαιώματος παράδοσης, όπως ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή, στην περίπτωση των καλυμμένων ομολόγων που είναι εξοφλητέα στο άρτιο από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, μέσω της καταβολής, εκ μέρους του δανειολήπτη του στοιχείου κάλυψης, του ονομαστικού ποσού του εξοφλούμενου καλυμμένου ομολόγου.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο υπολογισμός των στοιχείων ενεργητικού και ο υπολογισμός των υποχρεώσεων βασίζονται στην ίδια μέθοδο. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού, υπό την προϋπόθεση να μην έχουν ως αποτέλεσμα υψηλότερο ποσοστό κάλυψης από αυτό που υπολογίστηκε σύμφωνα με την ίδια μέθοδο.

Άρθρο 16

Απαίτηση για απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών, με την απαίτηση τα συνολικά στοιχεία κάλυψης να περιέχουν, ανά πάσα στιγμή, απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας που αποτελείται από ρευστά στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να καλύψουν την καθαρή εκροή ρευστότητας του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων.

2.  Το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης καλύπτει τη μέγιστη σωρευτική καθαρή εκροή ρευστότητας για 180 ημερολογιακές ημέρες.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αποτελείται από τα ακόλουθα είδη στοιχείων ενεργητικού, τα οποία διαχωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12 της παρούσας οδηγίας:

α)  στοιχεία ενεργητικού που θεωρούνται στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1, επιπέδου 2Α ή επιπέδου 2Β, σύμφωνα με τα άρθρα 10, 11 και 12 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 460 του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, τα οποία αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού και δεν αποτελούν στοιχεία άμεσης έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού·

β)  βραχυπρόθεσμα ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων που κατατάσσονται στην 1η ή στη 2η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, ή βραχυπρόθεσμες καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα που κατατάσσονται στην 1η, τη 2η ή την 3η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν να περιορίσουν τα είδη των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις από ▌ανοίγματα που θεωρούνται σε αθέτηση, σύμφωνα με το άρθρο 178 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δεν μπορούν να συμβάλλουν στο απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης.

4.  Στις περιπτώσεις που το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα υπόκειται σε απαιτήσεις ρευστότητας που προβλέπονται σε άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις και οι οποίες οδηγούν σε επικάλυψη με το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν τους εθνικούς κανόνες για τη μεταφορά των παραγράφων 1, 2 και 3 για την περίοδο που προβλέπεται στις εν λόγω ενωσιακές νομικές πράξεις. Τα κράτη μέλη μπορούν να κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας μόνο έως την ημερομηνία μέχρι την οποία ισχύει τροποποίηση των εν λόγω ενωσιακών νομικών πράξεων για την εξάλειψη της επικάλυψης, και ενημερώνουν την Επιτροπή και την EBA σχετικά με τη χρήση αυτή.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν να βασίζεται ο υπολογισμός του κεφαλαίου για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας στην τελική ημερομηνία λήξης σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του καλυμμένου ομολόγου.

6.  Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν να μην έχουν εφαρμογή οι απαιτήσεις της παραγράφου 1 ▌σε καλυμμένα ομόλογα που υπόκεινται σε απαιτήσεις ισόποσης χρηματοδότησης.

Άρθρο 17

Προϋποθέσεις για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την έκδοση καλυμμένων ομολόγων με δομές επεκτάσιμης ληκτότητας, στις περιπτώσεις που η προστασία των επενδυτών εξασφαλίζεται τουλάχιστον από τα εξής:

α)  η ληκτότητα μπορεί να επεκταθεί μόνο με βάση αντικειμενικούς παράγοντες ενεργοποίησης που ορίζονται στην εθνική νομοθεσία, και όχι κατά τη διακριτική ευχέρεια του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα·

β)  τα γεγονότα ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας καθορίζονται στους συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις του καλυμμένου ομολόγου·

γ)  οι πληροφορίες που παρέχονται στον επενδυτή σχετικά με τη δομή ληκτότητας είναι επαρκείς, ώστε να μπορεί να προσδιορίσει τον κίνδυνο του καλυμμένου ομολόγου, και περιλαμβάνουν λεπτομερή περιγραφή:

i)  των γεγονότων ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας·

ii)  των συνεπειών της αφερεγγυότητας ή της εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα όσον αφορά την επέκταση της ληκτότητας·

iii)  του ρόλου των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 και, κατά περίπτωση, του ειδικού διαχειριστή όσον αφορά την επέκταση της ληκτότητας ▌·

δ)  η τελική ημερομηνία λήξης του καλυμμένου ομολόγου μπορεί να προσδιοριστεί ανά πάσα στιγμή·

ε)  σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, οι επεκτάσεις ληκτότητας δεν επηρεάζουν την κατάταξη των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα ούτε τροποποιούν την ακολουθία των αρχικών προθεσμιών λήξης του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων·

στ)  η επέκταση της ληκτότητας δεν επηρεάζει τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των καλυμμένων ομολόγων όσον αφορά τη διπλή προσφυγή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4, και την προστασία έναντι του κινδύνου πτώχευσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5.

2.  Τα κράτη μέλη που επιτρέπουν την έκδοση καλυμμένων ομολόγων με επεκτάσιμες δομές ληκτότητας ενημερώνουν σχετικά την EBA ▌.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΛΥΜΜΕΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

Άρθρο 18

Δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών, με την πρόβλεψη ότι η έκδοση καλυμμένων ομολόγων υπόκειται σε δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων.

2.  Για τους σκοπούς της δημόσιας εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές. Ενημερώνουν την Επιτροπή και την EBA σχετικά με τις εν λόγω αρχές και αναφέρουν τυχόν καταμερισμό των λειτουργιών και των καθηκόντων τους.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 παρακολουθούν την έκδοση καλυμμένων ομολόγων, με σκοπό την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους που σχετίζονται με το πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων και διαθέτουν επαρκή και κατάλληλα συστήματα και διαδικασίες τεκμηρίωσης.

5.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν περαιτέρω τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων, ώστε οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 να μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες που χρειάζονται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας, να ερευνούν τυχόν παραβιάσεις των εν λόγω απαιτήσεων, και να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 23.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 έχουν την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη, πόρους, επιχειρησιακή ικανότητα, εξουσίες και ανεξαρτησία για την άσκηση των λειτουργιών που αφορούν τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων.

Άρθρο 19

Άδεια για προγράμματα καλυμμένων ομολόγων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών, με την απαίτηση λήψης άδειας για πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων, πριν από την έκδοση των καλυμμένων ομολόγων στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος. Τα κράτη μέλη παραχωρούν την εξουσία χορήγησης των εν λόγω αδειών στις αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2.

2.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις απαιτήσεις για την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των εξής:

α)  επαρκούς προγράμματος λειτουργιών, που καθορίζει την έκδοση των καλυμμένων ομολόγων·

β)  επαρκών πολιτικών, διαδικασιών και μεθόδων που αποσκοπούν στην προστασία των επενδυτών για την έγκριση, την τροποποίηση, την ανανέωση και την αναχρηματοδότηση δανείων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία κάλυψης·

γ)  της διοίκησης και του προσωπικού που ασχολούνται με το πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων και που έχουν επαρκή προσόντα και γνώσεις όσον αφορά την έκδοση των καλυμμένων ομολόγων και τη διαχείριση του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων·

δ)  διοικητικής δομής των συνολικών στοιχείων κάλυψης και της παρακολούθησής τους που πληροί τις εφαρμοστέες απαιτήσεις που προβλέπονται στις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 20

Δημόσια εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης

1.  Οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 συνεργάζονται με την αρχή εξυγίανσης, σε περίπτωση εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα διατηρούνται, μεταξύ άλλων τουλάχιστον μέσω της επαλήθευσης της συνεχούς και χρηστής διαχείρισης του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τον διορισμό ειδικού διαχειριστή ▌, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα διατηρούνται, μεταξύ άλλων τουλάχιστον μέσω της επαλήθευσης της συνεχούς και χρηστής διαχείρισης του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων για την περίοδο που αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν αυτή την επιλογή, δύνανται να απαιτούν να εγκρίνονται ο διορισμός και η παύση του ειδικού διαχειριστή από τις αρμόδιες αρχές τους που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2, και απαιτούν τουλάχιστον να ζητείται η γνώμη των αρμόδιων αρχών όσον αφορά τον διορισμό και την παύση του ειδικού διαχειριστή.

3.  Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη προβλέπουν τον διορισμό ειδικού διαχειριστή σύμφωνα με την παράγραφο 2, θεσπίζουν κανόνες που καθορίζουν τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του εν λόγω ειδικού διαχειριστή, τουλάχιστον όσον αφορά:

α)  την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα·

β)  τη διαχείριση και τη ρευστοποίηση στοιχείων ▌κάλυψης, συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασής τους, μαζί με τις υποχρεώσεις των καλυμμένων ομολόγων, σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα·

γ)  τις νομικές πράξεις που είναι απαραίτητες για την ορθή διαχείριση των συνολικών στοιχείων κάλυψης, για τη συνεχή παρακολούθηση της κάλυψης των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα, για την κίνηση διαδικασιών για την επαναφορά στοιχείων ενεργητικού ▌στα συνολικά στοιχεία κάλυψης, και για τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού που απομένουν ▌στην πτωχευτική περιουσία του πιστωτικού ιδρύματος που εξέδωσε τα καλυμμένα ομόλογα, μετά την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων των καλυμμένων ομολόγων. Για τους σκοπούς αυτούς, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν σε ειδικό διαχειριστή να ενεργεί, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, βάσει της άδειας που διαθέτει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, υπό τις ίδιες επιχειρησιακές απαιτήσεις.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τον συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών, για τους σκοπούς της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης, μεταξύ των αρμόδιων αρχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2, του ειδικού διαχειριστή, εφόσον έχει διοριστεί, και της αρχής εξυγίανσης.

Άρθρο 21

Υποβολή εκθέσεων στις αρμόδιες αρχές

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών, απαιτώντας από τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα να υποβάλλουν εκθέσεις όσον αφορά τις πληροφορίες που καθορίζονται στην παράγραφο 2 σχετικά με τα προγράμματα καλυμμένων ομολόγων στις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2. Η υποβολή εκθέσεων πραγματοποιείται τακτικά και κατόπιν αιτήματος των εν λόγω αρμόδιων αρχών. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τη συχνότητα της εν λόγω τακτικής υποβολής εκθέσεων.

2.  Στις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 απαιτείται οι παρεχόμενες πληροφορίες να περιλαμβάνουν πληροφορίες τουλάχιστον όσον αφορά τα εξής:

γ)  την επιλεξιμότητα των στοιχείων ενεργητικού και τις απαιτήσεις των συνολικών στοιχείων κάλυψης σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 11·

δ)  τον διαχωρισμό των στοιχείων ▌κάλυψης σύμφωνα με το άρθρο 12·

ε)  τη λειτουργία του υπευθύνου παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων κάλυψης σύμφωνα με το άρθρο 13·

ζ)  τις απαιτήσεις κάλυψης σύμφωνα με το άρθρο 15·

η)  το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης σύμφωνα με το άρθρο 16·

θ)  τις προϋποθέσεις για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας σύμφωνα με το άρθρο 17·

3.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν κανόνες για την υποβολή εκθέσεων ▌που καθορίζονται στην παράγραφο 2 από τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα προς τις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα.

Άρθρο 22

Εξουσίες των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της δημόσιας εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία των επενδυτών, παρέχοντας στις αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 όλες τις εξουσίες εποπτείας, έρευνας και επιβολής κυρώσεων που είναι απαραίτητες για την άσκηση του καθήκοντος της δημόσιας εποπτείας καλυμμένων ομολόγων.

2.  Οι εξουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)  την εξουσία χορήγησης ή απόρριψης άδειας σύμφωνα με το άρθρο 19·

β)  την εξουσία τακτικής εξέτασης του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων, με σκοπό την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με την παρούσα οδηγία·

γ)  την εξουσία πραγματοποίησης επιτόπιων και μη επιτόπιων ελέγχων·

δ)  την εξουσία επιβολής διοικητικών κυρώσεων ▌και λοιπών διοικητικών μέτρων σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 23·

ε)  την εξουσία έγκρισης και εφαρμογής κατευθυντήριων γραμμών εποπτείας σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων.

Άρθρο 23

Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα

1.  Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για την καθιέρωση κατάλληλων διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων που θα είναι εφαρμοστέα τουλάχιστον στις εξής περιπτώσεις:

α)  πιστωτικό ίδρυμα έχει λάβει άδεια για πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων μέσω ψευδών δηλώσεων ή άλλου αντικανονικού τρόπου·

β)  πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια για πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων·

γ)  πιστωτικό ίδρυμα εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, χωρίς να λάβει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 19·

δ)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 4·

ε)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα εκδίδει καλυμμένα ομόλογα που δεν πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 5·

στ)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα εκδίδει καλυμμένα ομόλογα που δεν είναι εξασφαλισμένα σύμφωνα με τις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 6·

ζ)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα εκδίδει καλυμμένα ομόλογα που είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται εκτός της Ένωσης κατά παράβαση των απαιτήσεων των διατάξεων για τη μεταφορά του άρθρου 7·

η)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα εξασφαλίζει καλυμμένα ομόλογα που είναι εξασφαλισμένα σε ενδοομιλική δομή ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων κατά παράβαση των απαιτήσεων των διατάξεων για τη μεταφορά του άρθρου 8·

θ)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα δεν πληροί τις προϋποθέσεις για κοινή χρηματοδότηση που καθορίζονται στις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 9·

ι)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα δεν πληροί τις απαιτήσεις για τη σύνθεση των συνολικών στοιχείων κάλυψης που καθορίζονται στις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 10·

ια)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα περιλαμβάνει συμβάσεις παραγώγων στα συνολικά στοιχεία κάλυψης για σκοπούς πέρα από σκοπούς αντιστάθμισης ή δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 11·

ιβ)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα δεν πληροί τις απαιτήσεις για τον διαχωρισμό των στοιχείων ▌κάλυψης σύμφωνα με τις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 12·

ιγ)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα δεν υποβάλλει πληροφορίες ή υποβάλλει ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες, κατά παράβαση των διατάξεων για τη μεταφορά του άρθρου 14·

ιδ)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα επανειλημμένα και συστηματικά δεν διατηρεί απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία κάλυψης, κατά παράβαση των διατάξεων για τη μεταφορά του άρθρου 16·

ιε)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα με δομές επεκτάσιμης ληκτότητας δεν πληροί τις απαιτήσεις για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας που καθορίζονται στις διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 17·

ιστ)  πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα δεν υποβάλλει πληροφορίες ή υποβάλλει ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες όσον αφορά τις υποχρεώσεις, κατά παράβαση των διατάξεων για τη μεταφορά του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως θ).

Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν να μην προβλέψουν διοικητικές κυρώσεις ή λοιπά διοικητικά μέτρα για τις παραβάσεις που υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις βάσει του εθνικού τους δικαίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τους σχετικούς κανόνες της ποινικής νομοθεσίας.

2.  Οι κυρώσεις και τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά και να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)  ανάκληση της άδειας για πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων·

β)  δημόσια δήλωση, η οποία αναφέρει την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου και τη φύση της παράβασης, σύμφωνα με το άρθρο 24·

γ)  διαταγή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψης της·

δ)  διοικητικά χρηματικά πρόστιμα.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης την αποτελεσματική επιβολή των κυρώσεων και των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων και του ύψους των εν λόγω διοικητικών χρηματικών προστίμων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις ακόλουθες περιστάσεις, ανάλογα με την περίπτωση:

α)  τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης·

β)  τον βαθμό ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση·

γ)  την οικονομική ισχύ του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, μεταξύ άλλων αναφορικά με τον συνολικό κύκλο εργασιών νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα φυσικού προσώπου·

δ)  τη σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν, λόγω της παράβασης από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

ε)  τις ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

στ)  τον βαθμό συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση με τις αρμόδιες αρχές·

ζ)  προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση·

η)  τυχόν πραγματικές ή πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.

5.  Σε περίπτωση που οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε νομικά πρόσωπα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης την επιβολή, από τις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2, των διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, σε μέλη του διοικητικού οργάνου και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο που θεωρείται, δυνάμει του εθνικού δικαίου, υπαίτιο για την παράβαση.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, πριν λάβουν απόφαση για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων σύμφωνα με την παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές, που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2, δίνουν στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο τη δυνατότητα ακρόασης. Μπορούν να εφαρμόζονται εξαιρέσεις από το δικαίωμα ακρόασης προκειμένου να εγκριθούν τα εν λόγω λοιπά διοικητικά μέτρα σε περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η ανάληψη επείγουσας δράσης για την πρόληψη σημαντικών ζημιών σε τρίτους ή σημαντικής ζημίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στην περίπτωση αυτή, παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του εν λόγω διοικητικού μέτρου και, εάν κριθεί απαραίτητο, το μέτρο αυτό αναθεωρείται.

7.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε απόφαση επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, αιτιολογείται δεόντως και υπόκειται σε δικαίωμα προσφυγής.

Άρθρο 24

Δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνουν κανόνες βάσει των οποίων απαιτείται η δημοσιοποίηση των διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στους επίσημους ιστότοπους των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2. Οι ίδιες υποχρεώσεις ισχύουν όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να προβλέψει ποινικές κυρώσεις σύμφωνα με την πρώτη περίοδο και το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 23 παράγραφος 1.

2.  Στους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 απαιτείται κατ’ ελάχιστον η δημοσιοποίηση οποιασδήποτε απόφασης κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί προσφυγή ή δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή και η οποία επιβάλλεται λόγω παράβασης των διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εν λόγω δημοσιοποίηση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης, καθώς και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή το μέτρο. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν περαιτέρω ότι οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιοποιούνται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την ενημέρωση του αποδέκτη σχετικά με την εν λόγω κύρωση ή μέτρο καθώς και σχετικά με τη δημοσιοποίηση, στους επίσημους ιστότοπους των αρμόδιων αρχών, της απόφασης με την οποία επιβάλλεται η εν λόγω ποινή ή μέτρο.

4.  Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσιοποίηση απόφασης με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις εναντίον των οποίων εκκρεμεί προσφυγή, οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 δημοσιοποιούν επίσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στους επίσημους ιστοτόπους τους, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της προσφυγής και τα αποτελέσματά της.

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 δημοσιοποιούν την απόφαση με την οποία επιβάλλονται οι κυρώσεις ή τα μέτρα σε ανώνυμη βάση και κατά τρόπο σύμφωνο με την εθνική νομοθεσία, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  όταν η κύρωση ή το μέτρο επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεωρείται δυσανάλογη·

β)  όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια διεξαγόμενη ποινική έρευνα·

γ)  όταν η δημοσιοποίηση θα προξενούσε, στον βαθμό που είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αυτό, δυσανάλογη ζημία στα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ή φυσικά πρόσωπα.

6.  Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος δημοσιοποιεί απόφαση με την οποία επιβάλλεται κύρωση ή μέτρο σε ανώνυμη βάση, μπορεί να επιτρέπει την αναβολή της δημοσιοποίησης των σχετικών δεδομένων.

7.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δημοσιοποιείται και κάθε τελεσίδικη δικαστική απόφαση που ακυρώνει απόφαση επιβολής κύρωσης ή μέτρου.

8.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε δημοσιοποίηση που αναφέρεται στις παραγράφους 2 έως 6 παραμένει στους επίσημους ιστότοπους των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2, για τουλάχιστον πέντε έτη από την ημερομηνία δημοσιοποίησής της. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσιοποίηση διατηρούνται στον επίσημο ιστότοπο μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η εν λόγω περίοδος διατήρησης καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις προθεσμίες παραγραφής που προβλέπονται στη νομοθεσία των οικείων κρατών μελών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.

9.  Οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 ενημερώνουν την EBA σχετικά με οποιεσδήποτε επιβαλλόμενες διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, τυχόν αιτήσεων αναιρέσεως αυτών, καθώς και της έκβασής τους. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν πληροφορίες και λεπτομέρειες όσον αφορά την τελική απόφαση για κάθε επιβαλλόμενη ποινική κύρωση, τις οποίες οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν και στην EBA.

10.  Η EBA διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα που της κοινοποιούνται. Μόνον οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση στην εν λόγω βάση δεδομένων, η οποία ενημερώνεται βάσει των πληροφοριών που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την παράγραφο 9.

Άρθρο 25

Υποχρεώσεις συνεργασίας

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 συνεργάζονται στενά με τις αρμόδιες αρχές που ασκούν τη γενική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία που είναι εφαρμοστέα στα εν λόγω ιδρύματα, καθώς και με την αρχή εξυγίανσης σε περίπτωση εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει την ανταλλαγή πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων των άλλων αρχών, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 δεύτερη περίοδος, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 προβαίνουν στις ακόλουθες ενέργειες:

α)  γνωστοποιούν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες κατόπιν αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2·

β)  γνωστοποιούν με δική τους πρωτοβουλία κάθε ουσιώδη πληροφορία σε άλλες αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 σε άλλα κράτη μέλη.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνεργάζονται με την EBA ή, κατά περίπτωση, με την ESMA, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

5.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι πληροφορίες θεωρούνται ουσιώδεις, εφόσον θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την αξιολόγηση της έκδοσης καλυμμένων ομολόγων σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 26

Απαιτήσεις δημοσίευσης

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να δημοσιεύονται οι ακόλουθες πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 στους επίσημους ιστοτόπους τους:

α)  τα κείμενα των εθνικών τους νόμων, κανονισμών, διοικητικών κανόνων και οι γενικές κατευθυντήριες γραμμές που έχουν εγκριθεί σε σχέση με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων·

β)  ο κατάλογος πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν άδεια να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα·

γ)  ο κατάλογος των καλυμμένων ομολόγων που μπορούν να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο» και ο κατάλογος των καλυμμένων ομολόγων που μπορούν να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο (Ανωτέρας Ποιότητας)».

2.  Οι δημοσιευόμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να επαρκούν για την αξιόπιστη σύγκριση των προσεγγίσεων που υιοθετούνται από τις αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών. Οι πληροφορίες αυτές επικαιροποιούνται, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τυχόν αλλαγές.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία β) και γ), οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 κοινοποιούν στην EBA τους καταλόγους των πιστωτικών ιδρυμάτων και των καλυμμένων ομολόγων, σε ετήσια βάση.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΣΗΜΑΝΣΗ

Άρθρο 27

Σήμανση

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το σήμα «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο» και η επίσημη μετάφρασή του σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης να χρησιμοποιείται μόνο για καλυμμένα ομόλογα που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας.

2.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το σήμα «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο (Ανωτέρας Ποιότητας)» και η επίσημη μετάφρασή του σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης να χρησιμοποιείται μόνο για καλυμμένα ομόλογα τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας και τις απαιτήσεις του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ

Άρθρο 28

Τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ

Το άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)  Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Τα κράτη μέλη μπορούν να αυξήσουν το όριο του 5 % της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο, σε 25 % κατ’ ανώτατο όριο, σε περίπτωση που οι ομολογίες εκδόθηκαν πριν από την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 1 ημέρα] και πληρούσαν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο, στην έκδοση που ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, ή σε περίπτωση που οι ομολογίες εμπίπτουν στον ορισμό των καλυμμένων ομολόγων σύμφωνα με το άρθρο 3 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 20XX/XX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*.

____________________________

* [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί παραπομπή στην οδηγία (ΕΕ) …/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ..., σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και της οδηγίας 2014/59/ΕΕ (ΕΕ C […] της […], σ. […])].»·

"

2)  Το τρίτο εδάφιο απαλείφεται.

Άρθρο 29

Τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

Στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, το σημείο 96) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«96) «καλυμμένο ομόλογο»: μέσο που αναφέρεται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, στην έκδοση που ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής του, και που εκδόθηκε πριν από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 1 ημέρα], ή καλυμμένο ομόλογο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 20XX/XX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**·

__________________________________

* Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

** [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί παραπομπή στην οδηγία (ΕΕ) …/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ..., σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και της οδηγίας 2014/59/ΕΕ (ΕΕ C […] της […], σ. […])].».

"

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 30

Μεταβατικά μέτρα

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί πριν από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 1 ημέρα] και πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, στην έκδοση που ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις των άρθρων 5 έως 12 και των άρθρων 15, 16, 17 και 19 της παρούσας οδηγίας, μπορούν όμως να συνεχίσουν να αναφέρονται ως καλυμμένα ομόλογα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία έως τη λήξη τους.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας εποπτεύουν τη συμμόρφωση των καλυμμένων ομολόγων που έχουν εκδοθεί πριν από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 1 ημέρα] με τις απαιτήσεις του άρθρου 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, στην έκδοση που ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, καθώς και με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που εφαρμόζονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

2.  Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν η πρώτη παράγραφος να εφαρμόζεται επίσης σε συνεχείς εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων για τις οποίες το άνοιγμα του ISIN πραγματοποιήθηκε πριν από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας] για έως 24 μήνες από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας], υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω εκδόσεις συμμορφώνονται με όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  η ημερομηνία λήξης του καλυμμένου ομολόγου είναι πριν από την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 5 έτη]·

β)  το συνολικό μέγεθος έκδοσης των συνεχών εκδόσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 1 ημέρα] δεν υπερβαίνει το διπλάσιο του συνολικού μεγέθους έκδοσης των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων την/στις … [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 1 ημέρα]·

γ)  το συνολικό μέγεθος έκδοσης του καλυμμένου ομολόγου στη λήξη δεν υπερβαίνει τα 6 000 000 000 EUR ή το ισοδύναμο ποσό στο εθνικό νόμισμα·

δ)  τα στοιχεία εξασφάλισης βρίσκονται στο κράτος μέλος που έκανε χρήση αυτής της επιλογής κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 31

Επανεξέταση και εκθέσεις

1.  Έως την/τις ΧΧ [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 2 έτη], η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με την EBA, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση, σχετικά με τη δυνατότητα και τον τρόπο καθιέρωσης καθεστώτος ισοδυναμίας για τα πιστωτικά ιδρύματα τρίτων χωρών που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα και τους επενδυτές στα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα, λαμβανομένων υπόψη των διεθνών εξελίξεων στον τομέα των καλυμμένων ομολόγων, ιδίως της ανάπτυξης νομοθετικών πλαισίων σε τρίτες χώρες.

2.  Έως την/τις ΧΧ [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 3 έτη], η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με την EBA, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας όσον αφορά το επίπεδο προστασίας των επενδυτών και τις εξελίξεις αναφορικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων στην Ένωση, και συστάσεις για περαιτέρω δράση. Η έκθεση περιλαμβάνει τις ακόλουθες εξελίξεις:

α)  τις εξελίξεις όσον αφορά τον αριθμό των αδειών έκδοσης καλυμμένων ομολόγων·

β)  τις εξελίξεις όσον αφορά τον αριθμό των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας και το άρθρο 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ)  τις εξελίξεις όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού που δίνονται ως εξασφάλιση της έκδοσης καλυμμένων ομολόγων·

δ)  τις εξελίξεις όσον αφορά το επίπεδο υπερεξασφάλισης·

ε)  τις διασυνοριακές επενδύσεις σε καλυμμένα ομόλογα, περιλαμβανομένων των εισερχόμενων επενδύσεων από τρίτες χώρες και των εξερχόμενων επενδύσεων ▌προς τρίτες χώρες·

στ)  τις εξελίξεις όσον αφορά την έκδοση καλυμμένων ομολόγων με δομές επεκτάσιμης ληκτότητας·

ζ)  τις εξελίξεις όσον αφορά τους κινδύνους και τα οφέλη της χρήσης των ανοιγμάτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 129 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

η)  τη λειτουργία των αγορών καλυμμένων ομολόγων.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, έως την/τις XX [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 2 έτη], τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία α) έως ζ).

4.  Έως την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 2 έτη], η Επιτροπή, αφού αναθέσει την εκπόνηση μελέτης για την αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών που απορρέουν από τα καλυμμένα ομόλογα με δομές επεκτάσιμης ληκτότητας, και παραλάβει την εν λόγω μελέτη, και μετά από διαβούλευση με την EBA, εκδίδει έκθεση και υποβάλλει την εν λόγω μελέτη και την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.

5.  Έως την/τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας + 2 έτη], η Επιτροπή εκδίδει έκθεση όσον αφορά τη δυνατότητα θέσπισης ενός μέσου διπλής προσφυγής με την ονομασία «Ευρωπαϊκοί Εξασφαλισμένοι Τίτλοι». Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο την έκθεση αυτή, συνοδευόμενη, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 32

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν το αργότερο την/στις ... [να προστεθεί – έναρξη ισχύος + 18 μήνες] τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές το αργότερο από την/τις ... [προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο + 12 μήνες].

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 33

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 34

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΨΗΦΙΣΜΑ

Δήλωση για την αλλαγή του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 όσον αφορά τις απαιτήσεις κάλυψης της ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα

Οι απαιτήσεις για ειδικό απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για καλυμμένα ομόλογα, που προβλέπεται στο άρθρο 16 της πρότασης [οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και της οδηγίας 2014/59/ΕΕ], ενδέχεται να οδηγήσουν σε αλληλεπικάλυψη με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 για τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία πρέπει να διατηρούν γενικό απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτή η αλληλεπικάλυψη και να διασφαλιστεί, ταυτόχρονα, ότι ένα ειδικό απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας για τα καλυμμένα ομόλογα εφαρμόζεται επίσης και κατά την περίοδο που καλύπτεται από τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR), η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να τροποποιήσει τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 ώστε να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση των καλυμμένων ομολόγων. Η τροποποίηση αυτή θα πρέπει να εγκριθεί εγκαίρως, ώστε να μπορεί να αρχίσει να ισχύει πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και την εποπτεία καλυμμένων ομολόγων.

(1)* ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΥΠΟΣΤΕΙ ΝΟΜΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ.
(2)ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 56.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Απριλίου 2019.
(4)Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).
(5)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(6)Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (ΕΕ L 11 της 17.1.2015, σ. 1).
(7)Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 12 της 17.1.2015, σ. 1).
(8)Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).
(9)Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, της 20ής Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με τη χρηματοδότηση των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΣΣΚ/2012/2) (2013/C 119/01).
(10)EBA Report on EU covered bond frameworks and capital treatment (Έκθεση της EBA σχετικά με τα πλαίσια της ΕΕ για τα καλυμμένα ομόλογα και την κεφαλαιακή αντιμετώπιση των καλυμμένων ομολόγων) (2014).
(11)«EBA Report on covered bonds - Recommendations on harmonisation of covered bond frameworks in the EU» (Έκθεση της EBA σχετικά με τα καλυμμένα ομόλογα — συστάσεις για την εναρμόνιση των πλαισίων των καλυμμένων ομολόγων στην ΕΕ) (2016), EBA-Op-2016-23.
(12)Οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 64).
(13)ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.
(14)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(15)[ΕΕ C (…).]

Τελευταία ενημέρωση: 24 Απριλίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου