Home - ElectionsHome - European ParliamentPrevious Menu Εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 1999
Τα κύρια σημεία 1994 - 1999

DanskDeutschEllinikaEnglishEspaρolFranηaisItalianoNederlandsPortuguκsSuomiSvenska

 

 

ΕΙΣAΓΩΓΗ

Οι εκλογές του Ιουνίου 1999 σηματοδοτούν την επέτειο μίας εικοσαετίας άμεσων εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πράγμα που αποτελεί μια καλή αφορμή για να καταδείξουμε, με τη βοήθεια επιλεγμένων παραδειγμάτων από την τέταρτη κοινοβουλευτική περίοδο, η οποία φθάνει πια στο τέλος της, πώς αυτό χρησιμοποίησε τις εξουσίες του προς όφελος των 375 εκατομμυρίων πολιτών της ΕΕ.

Κατά τη διάρκεια των σχεδόν 50 χρόνων ιστορίας του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει εξελιχθεί σε όργανο με σημαντική επιρροή και βαρύνοντα ρόλο στο σύστημα των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Παράλληλα έχει αποκτήσει όλα σχεδόν τα δικαιώματα που αναλογούν εν γένει σε ένα άμεσα εκλεγμένο σώμα λαϊκών αντιπροσώπων στο πλαίσιο μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η πορεία μέχρις αυτού του σημείου υπήρξε μακρά και δύσκολη.

Aπό συμβουλευτικό όργανο σε όργανο συναπόφασης

Zταν γεννήθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα το 1952, υπήρχε μόνο μία "Κοινή Συνέλευση" με διορισμένους βουλευτές από τα εθνικά κοινοβούλια των έξι ιδρυτικών κρατών μελών. Ο ρόλος της ήταν μόνο συμβουλευτικός. Το 1970 αυτό άλλαξε: Ο προϋπολογισμός της Κοινότητας χρηματοδοτείται έκτοτε εξ ιδίων πόρων και το ΕΚ συμμετέχει στην κατάρτιση και την ψήφισή του. Το 1975 διευρύνθηκαν σημαντικά για άλλη μια φορά οι εξουσίες του επί του προϋπολογισμού. Aπό τότε μπορεί να τροποποιεί το σχέδιο προϋπολογισμού του Συμβουλίου ή ακόμη και να το απορρίπτει εξ ολοκλήρου. Aποτελεί έτσι, μαζί με το Συμβούλιο, ισότιμο σκέλος της αρμόδιας επί του προϋπολογισμού αρχής.

Με την ψήφιση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης το 1986, το ΕΚ έκανε, όσον αφορά το νομοθετικό έργο, ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του να καταστεί εταίρος με το Συμβούλιο και την Επιτροπή: Aπέκτησε, μέσα από τη διαδικασία της συνεργασίας, τη δυνατότητα να συμμετέχει στο γενικό νομοθετικό έργο, πρωτίστως στην προετοιμασία της εσωτερικής αγοράς. Δύο αναγνώσεις του Κοινοβουλίου σηματοδοτούν αυτή τη διαδικασία, η οποία διευκόλυνε το Κοινοβούλιο να υποβάλλει τις προτάσεις του στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας. Πέραν τούτου, οι συνθήκες προσχώρησης και οι συμφωνίες σύνδεσης υπόκεινται από τότε στην έγκρισή του. Στο πλαίσιο αυτών των νέων αρμοδιοτήτων, το Κοινοβούλιο έδωσε, μεταξύ άλλων, το 1994 τη συγκατάθεσή του για την προσχώρηση της Φινλανδίας, της Σουηδίας και της Aυστρίας.

Οι αρμοδιότητές του διευρύνθηκαν εκ νέου αποφασιστικά με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφτηκε στο Μάαστριχτ το 1992 και γι' αυτό ονομάζεται και Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η συνθήκη αυτή τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου του 1993. Σήμερα, σε σημαντικούς τομείς πολιτικής, το ΕΚ ασκεί το δικαίωμα της συναπόφασης στο νομοθετικό έργο, από κοινού με το Συμβούλιο Υπουργών. Στους τομείς αυτούς περιλαμβάνονται η εσωτερική αγορά, ο πολιτισμός, η παιδεία, η υγεία, η έρευνα και το περιβάλλον.

Η συναπόφαση, η οποία προάγει την ισοτιμία των δύο οργάνων σε θεμελιώδη αρχή, αποβλέπει στην επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου. Aυτό το καθιστά δυνατό μέσα από τη λεγόμενη "διαδικασία συνδιαλλαγής", η οποία έπεται της δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου και διεξάγεται με ισότιμη συμμετοχή των δύο πλευρών. Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής έχει ως αποστολή να συμβιβάζει τις αποκλίνουσες θέσεις του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου. Στην πράξη αποδεικνύεται ότι αυτό επιτυγχάνεται στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων. Aν τυχόν δεν επιτευχθεί, η νομοθετική διαδικασία έχει αποτύχει. Επομένως, δεν μπορούν πλέον να λαμβάνονται αποφάσεις στην Ευρώπη, εάν δεν συμφωνεί το Κοινοβούλιο.

Κατά τη νομοθετική περίοδο που βαδίζει προς το τέλος της, οι διαδικασίες της συναπόφασης και της συνεργασίας καθόρισαν την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Το μεγαλύτερο μέρος της πρωτογενούς νομοθεσίας στην οικονομική και κοινωνική πολιτική υπόκειται σε αυτές τις διαδικασίες. Στην περιβαλλοντική νομοθεσία, μάλιστα, το σχετικό ποσοστό ξεπερνά το 60%. Aυτό καταδεικνύει δύο πράγματα:

-    Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα περισσότερο από απλό φερέφωνο της Ευρώπης στη διεθνή σκηνή. Η Ένωση επιδρά άμεσα στις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές των κρατών μελών. Η νομοθεσία της, η οποία σήμερα επηρεάζει ή υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, αγγίζει απευθείας τον πολίτη.
-    Η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι αδύνατον να παρακάμψει το ΕΚ. Ο πολίτης της Ένωσης μπορεί ως εκ τούτου να αισθάνεται ότι "αυτοί εκεί πάνω στις Βρυξέλλες " δεν μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν.

Παρά τη δυνατότητα αυτή της ενεργού συμμετοχής στη διαμόρφωση τελικών αποφάσεων, παραμένει ακόμη κάτι που χρειάζεται να βελτιωθεί: Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν διαθέτει το κλασικό κοινοβουλευτικό δικαίωμα να καταθέτει δικές του νομοθετικές προτάσεις. Μπορεί μόνο να ζητεί από την Επιτροπή, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση διαθέτει το μονοπώλιο, να επεξεργάζεται προτάσεις νόμου σε τομείς όπου το ΕΚ θεωρεί ότι υπάρχει ανάγκη ευρωπαϊκής δράσης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η βελτιωμένη ρύθμιση για τις αποζημιώσεις σε τροχαία ατυχήματα εκτός ΕΕ. Η Επιτροπή υιοθέτησε τη σχετική πρόταση πρωτοβουλίας του ΕΚ, την ενέταξε στην κανονική νομοθετική διαδικασία, και έτσι μπόρεσε να ψηφιστεί ο νόμος από το Συμβούλιο το Δεκέμβριο του 1998.

Ο εποπτικός ρόλος του Κοινοβουλίου

Ένα βασικό εποπτικό δικαίωμα του Κοινοβουλίου έγκειται στον έλεγχο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης. Με βάση τις εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο ελέγχει την τήρηση λογαριασμών και την κανονικότητα της διάθεσης των πόρων από την Επιτροπή, το Κοινοβούλιο χορηγεί στην Επιτροπή απαλλαγή ή της την αρνείται.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να συγκροτεί εξεταστικές επιτροπές με χρονικά περιορισμένη θητεία, για να διερευνά παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου που πλησιάζει στο τέλος της έκανε δύο φορές επιτυχώς χρήση αυτού του δικαιώματος (στις περιπτώσεις της ΣΕΒ και του κοινοτικού συστήματος διαμετακόμισης).

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ο διορισμός μιας νέας Επιτροπής εξαρτάται από τη συγκατάθεση του ΕΚ. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1995, υπέβαλε τα ορισθέντα από τις κυβερνήσεις μέλη της Επιτροπής και τον πρόεδρό της σε δημόσιες ακροάσεις στις αντίστοιχες επιτροπές του και κατόπιν έδωσε με απόφαση της ολομέλειάς του την έγκρισή του συνολικά στην Επιτροπή υπό τον Πρόεδρο Σαντέρ. Την ίδια διαδικασία ακολούθησε το ΕΚ και κατά το διορισμό των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας το Μάιο του 1998.

Στα ελεγκτικά δικαιώματα του ΕΚ έναντι της Επιτροπής ανήκει και η πρόταση μομφής, την οποία χρησιμοποίησε δύο φορές κατά την εκπνέουσα τέταρτη κοινοβουλευτική περίοδο, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί σε καμιά από τις δύο περιπτώσεις η απαιτούμενη πλειοψηφία των 314 ψήφων και των δύο τρίτων επί των ψηφισάντων. Aυτό συνέβη με την κρίση της ΣΕΒ το Φεβρουάριο του 1997 και άλλη μια φορά τον Ιανουάριο του 1999, σε σχέση με την άρνηση χορήγησης απαλλαγής για τον προϋπολογισμό του 1996. Μολαταύτα, η άρνηση του Κοινοβουλίου να χορηγήσει απαλλαγή για το 1996 είχε πολιτικές συνέπειες: για πρώτη φορά στην ιστορία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παραιτήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο σύνολό της. Aνέλαβε έτσι τις ευθύνες της βάσει των συμπερασμάτων της έκθεσης της Επιτροπής Aνεξαρτήτων Εμπειρογνωμόνων που είχε συστήσει το Κοινοβούλιο για το σκοπό αυτό μετά την ψηφοφορία του Ιανουαρίου 1999. Το μέλλον θα δείξει αν αυτό θα οδηγήσει σε μια σταθερή μετατόπιση της ισορροπίας μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Προσεχώς - ίσα δικαιώματα με το Συμβούλιο

Η Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία υπογράφτηκε στις 2 Οκτωβρίου 1997, κυρώθηκε το Μάρτιο από όλα τα κράτη μέλη και ως εκ τούτου θα τεθεί σε ισχύ την 1η Μα.ου τρέχοντος έτους, διευρύνει αποφασιστικά τις νομοθετικές αρμοδιότητες του ΕΚ. Aυξάνονται πλέον από 15 σε 38 οι τομείς, στους οποίους θα είναι συννομοθέτης, όπως π.χ. στους τομείς της απασχόλησης, της κοινωνικής πολιτικής και της υγείας, στην πολιτική μεταφορών, στην προστασία του καταναλωτή και στην περαιτέρω διαμόρφωση της εσωτερικής αγοράς (ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων, ελεύθερη εγκατάσταση), καθώς και στην προώθηση της γενικής εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης.

Ωστόσο αυτή η αύξηση αρμοδιοτήτων δεν αφορά μόνο τη νομοθεσία: Μελλοντικά η συγκατάθεση του ΕΚ θα απαιτείται και για το διορισμό του Προέδρου της Επιτροπής, ο οποίος γίνεται ομόφωνα από τα κράτη μέλη. ΄Ετσι, τα κράτη μέλη θα κάνουν εκ των προτέρων κιόλας ό,τι μπορούν, για να εξεύρουν μία προσωπικότητα που να μπορεί να υπολογίζει σε ευρεία υποστήριξη και από το Κοινοβούλιο. Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί ότι η επόμενη Επιτροπή, η οποία θα υπόκειται συνολικά στην έγκριση του ΕΚ, θα απολαύει της εμπιστοσύνης του ΕΚ.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μας αφορά όλους

Η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του ΕΚ σημαίνει όμως ταυτόχρονα και μεγαλύτερη ευθύνη - ευθύνη για το ότι οι έγνοιες και τα αιτήματα των πολιτών θα λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, ότι η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους εντός και εκτός Ε.Ε. θα εξακολουθεί να μετρά και ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία δεν θα τίθενται σε δεύτερη μοίρα εν όψει της παγκοσμιοποίησης, των διεθνών οικονομικών κρίσεων, των αλματωδών βιοτεχνολογικών εξελίξεων και των ευκαιριών, αλλά και των κινδύνων που συνδέονται με την κοινωνία της πληροφορίας.

Τα παραδείγματα από την κοινοβουλευτική περίοδο που πλησιάζει πια στο τέλος της παρατίθενται σε αυτή τη δημοσίευση, για να δείξουν ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ως αποστολή του να υπεραμύνεται των δικαιωμάτων των πολιτών της ΄Ενωσης ως καταναλωτών, ως εργαζομένων κλπ., και, ως εκ τούτου, έχει φθάσει να επηρεάζει την καθημερινή ζωή όλων μας.

 

|WebMaster|Guide|© Parlement europιen|