Home - ElectionsHome - European ParliamentPrevious Menu Εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 1999
Τα κύρια σημεία 1994 - 1999

DanskDeutschEllinikaEnglishEspaρolFranηaisItalianoNederlandsPortuguκsSuomiSvenska

 

 

Η απαλλαγή για τον προϋπολογισμό του 1996 θέτει το θέμα της εμπιστοσύνης προς την Επιτροπή

pf1901.jpg (22500 bytes)

Το Κοινοβούλιο έχει την εξουσία να χορηγεί απαλλαγή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, αφού εξετάσει την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρο 206 της Συνθήκης). Προκειμένου να αποτρέψει τη διασπάθιση των χρημάτων των φορολογουμένων, μεριμνά ώστε οι πιστώσεις να δαπανώνται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής οικονομικής διαχείρισης, της εξοικονόμησης πόρων και της αποτελεσματικότητας. Ενόψει της χορήγησης απαλλαγής, μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να θέσει στη διάθεσή του όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Η τελευταία οφείλει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να δώσει συνέχεια στις παρατηρήσεις του ΕΚ.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαπιστώνοντας μια σειρά από ανεπάρκειες στις ενέργειες της Επιτροπής σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 1996, αποφάσισε, στις 31 Μαρτίου 1998, μετά από πρόταση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού που είναι αρμόδια επί του θέματος, να αναβάλει τη λήψη οριστικής απόφασης για τη χορήγηση απαλλαγής. Κάλεσε την Επιτροπή να του παράσχει, έως το φθινόπωρο, πλήρεις και ικανοποιητικές εξηγήσεις σε πολλά σημεία, και συγκεκριμένα: το λόγο για τον οποίο δεν δόθηκε συνέχεια στις συστάσεις του (π.χ. σε ό,τι αφορά τη μηχανοργάνωση των ελέγχων του συστήματος διαμετακόμισης ή τα μέτρα για την κρίση της ΣΕΒ), την απουσία δημοκρατικής ευθύνης στο θέμα της καταπολέμησης της απάτης, ακόμη και στο εσωτερικό των θεσμικών οργάνων, την έλλειψη συνοχής και χρηστής διαχείρισης των δαπανών στα μεγάλα προγράμματα εξωτερικής πολιτικής, την ελλιπή πληροφόρηση σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα των μέτρων υπέρ των ΜΜΕ και, τέλος, τα προβλήματα που συνδέονται με τη διαχείριση του προσωπικού.

Εντούτοις, οι απαντήσεις και οι εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή δεν θεωρήθηκαν επαρκείς από την Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού. Πράγματι, η τελευταία παρουσίασε στην Ολομέλεια μια άκρως επικριτική αποτίμηση της δημοσιονομικής διαχείρισης εκ μέρους της Επιτροπής, προτείνοντας ωστόσο, με πολύ μικρή πλειοψηφία (14 ψήφοι έναντι 13), να χορηγηθεί η απαλλαγή. Το Κοινοβούλιο, στις 17 Δεκεμβρίου 1998, απεδέχθη αυτή την εκτίμηση, αλλά απέρριψε, με 270 ψήφους έναντι 225, την πρόταση για χορήγηση της απαλλαγής. Η απόρριψη της πρότασης να χορηγηθεί απαλλαγή (όπως είχε γίνει και το 1984) σημαίνει ότι η εν λόγω διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Το ζήτημα αναπέμφθηκε στην Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού και θα χρειασθεί να απασχολήσει και πάλι το ΕΚ.

Zπως και να έχει το πράγμα, αυτή η διαδικασία έθεσε ένα βασικό ερώτημα: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πέραν της λογιστικής πλευράς του ζητήματος της απαλλαγής, χαίρει της πολιτικής εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου;

Επιτροπή εμπειρογνωμόνων εξετάζει τη διαχείριση της Επιτροπής

Μετά την απόρριψη της χορήγησης απαλλαγής, τέθηκε πρωταρχικά το ζήτημα της πολιτικής εμπιστοσύνης του ΕΚ προς την Επιτροπή. Δεδομένου ότι η Συνθήκη δεν προβλέπει διαδικασία "ψήφου εμπιστοσύνης" προς την "εκτελεστική εξουσία" - εν προκειμένω την Επιτροπή - το Κοινοβούλιο συζήτησε, στις 11 Ιανουαρίου 1999, δύο προτάσεις μομφής που κατέληγαν σε εκ διαμέτρου αντίθετα αποτελέσματα. Η πρόταση μομφής που κατέθεσε η Σοσιαλιστική Ομάδα απέβλεπε στην διατήρηση της εμπιστοσύνης, ενώ η άλλη, την οποία συνυπέγραψαν βουλευτές από όλες τις πολιτικές ομάδες, ζητούσε να επιβληθούν κυρώσεις στην Επιτροπή και έτσι να υποχρεωθούν τα μέλη της σε παραίτηση. Κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις των βουλευτών σχετικά με τα μέτρα που σκόπευε να λάβει, προκειμένου να θέσει τέρμα στην κρίση εμπιστοσύνης που είχε προκύψει, αλλά τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά.

Το Κοινοβούλιο, ενέκρινε, στις 14 Ιανουαρίου, με 319 ψήφους υπέρ, 197 κατά και 54 αποχές, ψήφισμα, με το οποίο προέβλεπε τη σύσταση επιτροπής ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων, "επιφορτισμένων να εξετάσουν με ποιον τρόπο η Επιτροπή εντοπίζει και αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις απάτης, κακοδιαχείρισης και νεποτισμού". Aυτή η επιτροπή έλαβε την εντολή να υποβάλει, στις 15 Μαρτίου 1999, προσωρινή έκθεση αξιολόγησης. Το Κοινοβούλιο θα συνήγαγε κατόπιν από αυτήν την έκθεση τα κατάλληλα συμπεράσματα σε ό,τι αφορά την Επιτροπή. Στο ίδιο ψήφισμα, το ΕΚ ζητούσε από την Επιτροπή να ρίξει άπλετο φως στις εικαζόμενες περιπτώσεις απάτης και, σε περίπτωση που αποδεικνύονταν ευθύνες, να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα, τα οποία να φθάνουν μέχρι την υποχρέωση σε παραίτηση των υπευθύνων Επιτρόπων, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη (άρθρα 159 και 160). Επιπλέον, η Επιτροπή έπρεπε να υποβάλει πολύ σύντομα προτάσεις με σκοπό την εις βάθος μεταρρύθμιση της οργάνωσης και των μεθόδων εργασίας της .

Το ΕΚ επέλεξε κατ' αυτόν τον τρόπο να μην προσφύγει στη μομφή. Πράγματι, η μόνη πρόταση που εναπέμεινε (δεδομένου ότι το κείμενο των σοσιαλιστών αποσύρθηκε μετά την υιοθέτηση αυτού του ψηφίσματος) απορρίφθηκε με 232 ψήφους έναντι 293 και 27 αποχές.

Μια συντριπτική έκθεση υποχρεώνει την Επιτροπή να παραιτηθεί

Στις 15 Μαρτίου, στα τέλη του απογεύματος, η επιτροπή των πέντε ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων επέδωσε στους προέδρους του ΕΚ και της Επιτροπής, κ.κ. Josι-Maria GIL-ROBLES και Jacques SANTER, την προσωρινή έκθεση αξιολόγησής της.

Η έκθεση αποδείχθηκε πολύ αυστηρή για τη διαχείριση της Επιτροπής, διότι τόνιζε πάνω απ'όλα την ευθύνη της Επιτροπής στο σύνολό της και των μεμονωμένων Επιτρόπων για περιπτώσεις απάτης, παρατυπίας ή κακοδιαχείρισης στους τομείς αρμοδιότητάς τους. Οι εμπειρογνώμονες δεν διαπίστωσαν απάτες που θα μπορούσαν να καταλογισθούν ατομικά σε συγκεκριμένους Επιτρόπους, ούτε περιπτώσεις προσωπικού πλουτισμού. Υπογραμμίζουν, ωστόσο, ότι αποτελεί σοβαρή αποτυχία το γεγονός ότι "περιπτώσεις απάτης και αναμφίβολης διαφθοράς στην Επιτροπή πέρασαν απαρατήρητες στο επίπεδο των Επιτρόπων". Το γεγονός ότι οι τελευταίοι δηλώνουν άγνοια σε σχέση με προβλήματα που συχνά είναι πολύ καλά γνωστά στις υπηρεσίες τους, "οδηγεί", όπως υπογραμμίζει η έκθεση, "στο συμπέρασμα ότι οι πολιτικές αρχές έχουν χάσει τον έλεγχο επί των υπηρεσιών, τις οποίες υποτίθεται ότι διοικούν", πράγμα το οποίο συνεπάγεται την ύπαρξη εξ αρχής "βαρειάς ευθύνης".

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αργά τη νύχτα της 15ης Μαρτίου, επωμιζόμενη τις συνέπειες της έκθεσης της επιτροπής ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων, παραιτήθηκε. Πρόκεται για κάτι πρωτόγνωρο στα 40 χρόνια που υπάρχει η Κοινότητα.

Η Διάσκεψη των Προέδρων των πολιτικών ομάδων του Κοινοβουλίου έλαβε γνώση της παραίτησης και απεφάνθη, ήδη την επομένη, υπέρ της ταχείας αντικατάστασης της υπό παραίτηση Επιτροπής, και μάλιστα πριν από τις ευρωπαϊκές εκλογές του Ιουνίου. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, κ. GIL- ROBLES, είχε συνομιλίες για αυτό το ζήτημα, καθώς και για το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα με τον ασκούντα την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. Gerhard SCHRΦDER.

Κατά τη συνεδρίασή του της 23ης Μαρτίου στις Βρυξέλλες, το Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα, με 442 ψήφους υπέρ, 33 κατά και 53 αποχές, στο οποίο κρίνει ότι "αυτή η θεσμική κρίση προσφέρει την ευκαιρία να παγιωθεί η πολιτική και δημοκρατική διάσταση της ΕΕ". Με βάση την έκθεση των εμπειρογνωμόνων, το ΕΚ τάσσεται υπέρ μιας "νέας ισχυρής Επιτροπής, πολιτικά υπεύθυνης και αποτελεσματικής", καθώς και υπέρ της "ατομικής εκτελεστικής ευθύνης" των Επιτρόπων. Το Κοινοβούλιο ζήτησε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων που συνεδρίασαν στις 24-25 Μαρτίου στο Βερολίνο, να υιοθετήσουν "ένα ακριβές και λογικό χρονοδιάγραμμα" για το διορισμό της νέας Επιτροπής, καθώς και να "παρουσιάσουν επειγόντως τον υποψήφιό τους για τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής και, ακολούθως, τους υποψηφίους τους για τις θέσεις των μελών της Επιτροπής".

Η Επιτροπή, της οποίας οι πρακτικές και οι διαδικασίες θα αποτελέσουν το αντικείμενο δεύτερης έκθεσης της επιτροπής ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων που προβλέπεται για τις αρχές Σεπτεμβρίου και θα περιλαμβάνει συστάσεις για μεταρρυθμίσεις, οφείλει, από την πλευρά της, να ξεκινήσει "ένα εμπεριστατωμένο και φιλόδοξο πρόγραμμα ριζικών μεταρρυθμίσεων των εφαρμοζομένων διαδικασιών διαχείρισης και δημοσιονομικού ελέγχου", προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαφάνεια.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τέλος, όρισε, στις 24 Μαρτίου, τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας κ. Romano PRODI ως υποψήφιο για τη θέση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το Κοινοβούλιο, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη, καλείται να γνωμοδοτήσει πριν από την οριστικοποίηση αυτού του διορισμού. Η σχετική ψηφοφορία θα λάβει χώρα κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας στο Στρασβούργο το Μάιο. Το Κοινοβούλιο σκοπεύει να διαδραματίσει πλήρως το ρόλο του, έτσι ώστε να μπορέσει η Ένωση να βγει γρήγορα και ενισχυμένη από αυτήν την κρίση.

Για περισσότερες πληροφορίες: Γεώργιος ΓΚΙAΤΗΣ (τηλ. 0032-2-284 2216 ή Ε-mail gghiatis@europarl.eu.int)

|WebMaster|Guide|© Parlement europιen|