Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Συνήθης νομοθετική διαδικασία  

Πλοήγηση μέσω κεντρικού μενού:

Πώς λειτουργεί

Κατάλογος βημάτων:

#1Πρόταση της Επιτροπής

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποβάλλει νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Φορείς με δικαίωμα πρωτοβουλίας
  • Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων      
  • Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα      
  • Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο      
  • Πρωτοβουλία των πολιτών      
  • Το ένα τέταρτο των κρατών μελών      
Λεπτομερώς
  • προθεσμία: 

    Δεν υπάρχει χρονικό όριο για την υποβολή προτάσεων της Επιτροπής.

     
  • ψηφοφορία: 

    Το Σώμα των Επιτρόπων εγκρίνει τις προτάσεις της Επιτροπής με γραπτή διαδικασία (χωρίς συζήτηση) ή προφορική διαδικασία (με συζήτηση). Εάν ζητηθεί ψηφοφορία, η Επιτροπή αποφασίζει με απλή πλειοψηφία.

     
  • κείμενο που προέκυψε: 

    Το έγγραφο που προτείνεται από την Επιτροπή είναι: Πρόταση κανονισμού (ή οδηγίας ή απόφασης) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με [θέμα].

    Tο έγγραφο αναφοράς φέρει την ένδειξη COM (4ψήφια μνεία του έτους) 4ψήφιο αριθμό

     
  • στατιστικά: 

    Κατά τη διάρκεια της έβδομης κοινοβουλευτικής περιόδου (2009-2014) η Επιτροπή παρουσίασε 584 προτάσεις για την συναπόφαση/ συνήθη νομοθετική διαδικασία, δηλαδή αύξηση σε σύγκριση με τις 508 της έκτης κοινοβουλευτικής περιόδου (2004-2009) και 432 της πέμπτης κοινοβουλευτικής περιόδου.
    Στην έβδομη κοινοβουλευτική περίοδο οι προτάσεις για συναπόφαση/ συνήθη νομοθετική διαδικασίαανήλθαν στο 89% του συνόλου των 658 νομοθετικών προτάσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σύγκριση με το 49% της πέμπτης περιόδου (σε σύνολο 1028 προτάσεων) και 21% της τέταρτης κοινοβουλευτικής περιόδου (1994-1999).

     
    

#2 Πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου

Κατά την πρώτη ανάγνωσή του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει την πρόταση της Επιτροπής και δύναται να την εγκρίνει ή να την τροποποιήσει.

Λεπτομερώς
  • προθεσμία: 

    Δεν υπάρχει χρονικό περιθώριο για την πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου.

     
  • ψηφοφορία: 

    Οι ψηφοφορίες στην Επιτροπή και σε ολομέλεια διέπονται από τον κανόνα της απλής πλειοψηφίας των ψηφισάντων.

     
  • κείμενο που προέκυψε: 

    Το Κοινοβούλιο εγκρίνει θέση πρώτης ανάγνωσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

     
  • στατιστικά: 

    Κατά την έβδομη κοινοβουλευτική περίοδο (2009-2014) το 14% των φακέλων της συναπόφασης/συνήθους νομοθετικής διαδικασίας διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή Περιβάλλοντος, το 11% στην Επιτροπή Οικονομικών, το 10% στην Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου και το 10% στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών.
    Η κατανομή στην έκτη κοινοβουλευτική περίοδο (2004-2009) ήταν ώς εξής: το 20% των φακέλων της συναπόφασης/συνήθους νομοθετικής διαδικασίας διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή Περιβάλλοντος, το 18,3% στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και το 11,4% στην Επιτροπή Μεταφορών.

     
    

#3 Πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου

Κατά την πρώτη του ανάγνωση, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να αποδεχτεί τη θέση του Κοινοβουλίου, οπότε η νομοθετική πράξη εκδίδεται ή μπορεί να τροποποιήσει τη θέση του Κοινοβουλίου και να επιστρέψει την πρόταση στο Κοινοβούλιο για δεύτερη ανάγνωση.

Λεπτομερώς
  • προθεσμία: 

    Δεν υπάρχει χρονικό όριο για την πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου.

     
  • ψηφοφορία: 

    Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, εκτός εάν η θέση του διαφέρει από τη θέση της Επιτροπής, περίπτωση κατά την οποία απαιτείται ομοφωνία.

     
  • συμμετοχή των πολιτών: 

    Βρείτε ποια θέση παίρνει η κυβέρνησή σας σε προτεινόμενα νομοθετικά μέτρα και στείλτε τα σχόλια και τον προβληματισμό σας στις αρμόδιες εθνικές αρχές.

     
  • κείμενο που προέκυψε: 

    Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου χωρίς αλλαγές, η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή κανονισμός ή απόφαση) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου..

    Εάν το Συμβούλιο προτείνει αλλαγές στη θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, το κείμενο που προκύπτει είναι η: θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου.

     
  • στατιστικά: 

    Κατά τη διάρκεια της έβδομης κοινοβουλευτικής περιόδου, το 85% των φακέλων συμφωνήθηκαν σε πρώτη ανάγνωση, σε σύγκριση με το 72% κατά την προηγούμενη περίοδο (1999-2004).
    Το μέσο χρονικό διάστημα που χρειάστηκε μια πρόταση της Επιτροπής έως ότου τεθούν οι υπογραφές μετά την έγκριση της πράξης που εκδόθηκε σε πρώτη ανάγνωση ήταν 17 μήνες κατά την έβδομη κοινοβουλευτική περίοδο. Κατά την έκτη κοινοβουλευτική περίοδο το μέσο χρονικό διάστημα για την ολοκλήρωση φακέλων σε πρώτη ανάγνωση ήταν 16 μήνες και κατά την πέμπτη 11 μήνες.

     
Αποτέλεσμα:
  1. Η νομοθετική πρόταση εγκρίνεται   Η συντριπτική πλειοψηφία των προτάσεων υιοθετείται σε αυτό το στάδιο.    
  2. Επόμενο βήμα της διαδικασίας  
    

#4 Δεύτερη ανάγνωση του Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο εξετάζει τη θέση του Συμβουλίου και την εγκρίνει, οπότε η πράξη εκδίδεται, ή την απορρίπτει, οπότε η πράξη καταπίπτει και τερματίζεται όλη η διαδικασία, ή προτείνει τροπολογίες και επιστρέφει την πρόταση στο Συμβούλιο για δεύτερη ανάγνωση.

Λεπτομερώς
  • προθεσμία: 

    Το Κοινοβούλιο διαθέτει 3 μήνες για να πραγματοποιήσει δεύτερη ανάγνωση με δυνατότητα παράτασης κατά 1 μήνα.

     
  • ψηφοφορία: 

    Η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή αποφασίζει με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων.

    Η ολομέλεια ενεργεί με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων εάν εγκρίνει την πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου χωρίς τροπολογίες. Οποιεσδήποτε τροπολογίες ή η απόρριψη της θέσης του Συμβουλίου πρέπει να εγκριθούν από την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών.

     
  • συμμετοχή των πολιτών: 

    Η δυνατότητα εισαγωγής αλλαγών στο σχέδιο του κειμένου είναι πολύ μικρή. Οι τροπολογίες περιορίζονται στην επαναφορά προηγούμενων τροπολογιών του Κοινοβουλίου, σε έκφραση συμβιβασμού μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ή σε μια νέα νομική κατάσταση. Ωστόσο, και πάλι μπορείτε να έλθετε σε επαφή με τους ευρωβουλευτές σας και να τους ζητήσετε να ψηφίσουν υπέρ ή κατά οποιωνδήποτε τροπολογιών και της έκθεσης.

     
  • κείμενο που προέκυψε: 

    Εάν το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου, εκδίδει νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου. Η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή κανονισμός ή απόφαση) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

    Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψηφίσει να τροποποιηθεί η θέση του Συμβουλίου, εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εγκρίθηκε κατά τη δεύτερη ανάγνωση.

     
  • στατιστικά: 

    Κατά την έβδομη κοινοβουλευτική περίοδο, 40 από τους 488 φακέλους της συναπόφασης (8%) εγκρίθηκαν με εφαρμογή της λεγόμενης ταχείας δεύτερης ανάγνωσης, κατά την οποία το Κοινοβούλιο εγκρίνει μια θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου που έχει υποστεί προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις (μεταξύ Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής) χωρίς τροπολογίες, κάτι που σημαίνει ότι η πράξη εγκρίνεται. Η μέση διάρκεια της διαδικασίας προκειμένου για ταχεία δεύτερη ανάγνωση είναι 32 μήνες.
    Κατά την έκτη κοινοβουλευτική περίοδο (2004-2009) 10% των φακέλων εγκρίθηκαν με δεύτερη ανάγνωση, με μέσο απαιτούμενο διάστημα τους 25 μήνες. Κατά την πέμτη κοινοβουλευτική περίοδο (1999-2004) 25% των φακέλων εγκρίθηκαν με δεύτερη ανάγνωση, με μέσο απαιτούμενο διάστημα τους 23 μήνες.

     
Αποτέλεσμα:
  1. Η νομοθετική πρόταση εγκρίνεται    
  2. Η νομοθετική πρόταση δεν εγκρίνεται    
  3. Επόμενο βήμα της διαδικασίας  
    

#5 Δεύτερη ανάγνωση του Συμβουλίου

Το Συμβούλιο εξετάζει τη θέση δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου και είτε εγκρίνει το σύνολο των τροπολογιών του Κοινοβουλίου, πράγμα που σημαίνει ότι η πράξη εγκρίνεται, είτε δεν εγκρίνει καθόλου τροπολογίες, κάτι που οδηγεί στην σύγκληση της Επιτροπής Συνδιαλλαγής.

Λεπτομερώς
  • προθεσμία: 

    Το Συμβούλιο διαθέτει 3 μήνες προκειμένου να πραγματοποιήσει τη δεύτερη ανάγνωσή του, με δυνατότητα παράτασης κατά 1 μήνα.

     
  • ψηφοφορία: 

    Το Συμβούλιο ψηφίζει με ειδική πλειοψηφία επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου για τις οποίες η Επιτροπή έχει εκδώσει θετική γνωμοδότηση και με ομοφωνία επί των τροπολογιών για τις οποίες η Επιτροπή έχει εκδώσει αρνητική γνωμοδότηση.

     
  • συμμετοχή των πολιτών: 

    Το Συμβούλιο μπορεί να αντιδράσει μόνο στις τροπολογίες του Κοινοβουλίου. Μπορείτε να γνωστοποιήσετε στην κυβέρνηση της χώρας σας τη θέση σας σχετικά με τις επιμέρους τροπολογίες.

     
  • κείμενο που προέκυψε: 

    Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή απόφαση ή κανονισμός) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου..

    Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει τη θέση δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου, δεν υπάρχει επίσημο έγγραφο.

     
  • στατιστικά: 

    Κατά την έβδομη κοινοβουλευτική περίοδο, το 5% του συνόλου της συναπόφασης συμφωνήθηκαν στη δεύτερη ανάγνωση (εξαιρουμένων συμφωνιών για ταχεία δεύτερη ανάγνωση). Η διάρκεια της διαδικασίας κατά την έκτη κοινοβουλευτική περίοδο κυμαινόταν από 13% και 24% κατά την πέμπτη κοινοβουλευτική περίοδο.
    Ο μέσος χρόνος για τη διαδικασία υιοθέτησης με δεύτερη ανάγνωση κατά την έβδομη κοινοβουλευτική περίοδο (εξαιρουμένων συμφωνιών για ταχεία δεύτερη ανάγνωση), ήταν 32 μήνες. Ο ίδιος χρόνος ήταν και στην έκτη κοινοβουλευτική περίοδο, ενώ στην πέμπτη ήταν 24 μήνες.

     
Αποτέλεσμα:
  1. Η νομοθετική πρόταση εγκρίνεται    
  2. Επόμενο βήμα της διαδικασίας  
    

#6 Συνδιαλλαγή

Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής, που απαρτίζεται από ίσο αριθμό βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εκπροσώπων του Συμβουλίου, προσπαθεί να καταλήξει σε συμφωνία πάνω σε ένα κοινό κείμενο. Εάν δεν το επιτύχει, η νομοθετική πράξη καταπίπτει και η διαδικασία τερματίζεται. Εάν συμφωνηθεί κοινό κείμενο, διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τρίτη ανάγνωση.

Λεπτομερώς
  • προθεσμία: 

    Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής πρέπει να συγκληθεί μέσα σε 6 εβδομάδες (με δυνατότητα παράτασης σε 8). Διαθέτει προθεσμία 6 εβδομάδων (με δυνατότητα παράτασης σε 8) για να συμφωνήσει σε κοινό κείμενο.

     
  • ψηφοφορία: 

    Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής εγκρίνει το κοινό κείμενο με απόλυτη πλειοψηφία (αυτή τη στιγμή τουλάχιστον 15 ψήφοι από τους 28), ενώ οι αντιπρόσωποι του Συμβουλίου ψηφίζουν με ειδική πλειοψηφία (αν και υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις κατά τις οποίες απαιτείται ομοφωνία).

     
  • συμμετοχή των πολιτών: 

    Ουσιαστικά δεν υπάρχουν δυνατότητες για κατάθεση τροπολογιών, αλλά μπορείτε να ενημερώσετε τους βουλευτές του ΕΚ που συμμετέχουν στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής, καθώς και την κυβέρνησή σας, σχετικά με τα σημεία που πιστεύετε ότι δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθούν σε τελικό νομοθετικό κείμενο.

     
  • κείμενο που προέκυψε: 

    Εάν επιτευχθεί συμφωνία, η επιτροπή παρουσιάζει «κοινό κείμενο» ή -η πλήρης ονομασία του- «κοινό κείμενο που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Συνδιαλλαγής».

     
  • στατιστικά: 

    Κατά την έβδομη κοινοβουλευτική περίοδο, το 2% των φακέλων (9 φάκελοι) οδηγήθηκαν σε συνδιαλλαγή, κάτι που αποτελεί μείωση σε σύγκριση με το 5% της έκτης κοινοβουλευτικής περιόδου (24 φάκελοι) και 20% της πέμπτης. Τα τελευταία χρόνια, ο κανόνας είναι να πραγματοποιούνται μία ή δύο συνδιαλλαγές κάθε χρόνο.
    Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής δεν κατόρθωσε να εγκρίνει κοινό κείμενο σχετικά με:
    Την οδηγία για την φωνητική τηλεφωνία το 1994
    Την Επιτροπή Ασφάλειας το 1998

     
Αποτέλεσμα:
  1. Η νομοθετική πρόταση δεν εγκρίνεται    
  2. Επόμενο βήμα της διαδικασίας  
    

#7a Τρίτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει το κοινό κείμενο και ψηφίζει σε ολομέλεια. Δεν μπορεί να αλλάξει τη διατύπωση του κοινού κειμένου. Εάν το απορρίψει ή δεν ενεργήσει επ' αυτού, η πράξη δεν εκδίδεται και η διαδικασία τερματίζεται. Εάν εγκριθεί από το Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο, η πράξη εκδίδεται.

Λεπτομερώς
  • προθεσμία: 

    Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο πρέπει να ενεργήσουν εντός 6 εβδομάδων (ή 8 εάν συμφωνηθεί μεταξύ τους) από την ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε το κοινό κείμενο.

     
  • ψηφοφορία: 

    Το Κοινοβούλιο εγκρίνει το κοινό κείμενο με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων. Το Συμβούλιο εγκρίνει το κοινό κείμενο με ειδική πλειοψηφία.

     
  • συμμετοχή των πολιτών: 

    Το κοινό κείμενο δεν μπορεί να τροποποιηθεί. Μπορείτε μόνο να ζητήσετε από βουλευτές του ΕΚ και/ή την κυβέρνησή σας να εγκρίνουν ή να απορρίψουν το κοινό κείμενο.

     
  • κείμενο που προέκυψε: 

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει νομοθετικό ψήφισμα επί του κοινού κειμένου που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Συνδιαλλαγής στο οποίο είτε εγκρίνει είτε απορρίπτει το κοινό κείμενο.

    Το Συμβούλιο δεν παράγει επίσημο έγγραφο.

    Εάν το κοινό κείμενο εγκριθεί, η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή κανονισμός ή απόφαση) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

     
  • στατιστικά: 

    Μέχρι στιγμής, τρία κοινά κείμενα έχουν απορριφθεί από το Κοινοβούλιο.
    Προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων το 1995
    Προσφορές εξαγορών το 2001
    Λιμενικές Υπηρεσίες το 2003
    Το Συμβούλιο δεν έχει ποτέ απορρίψει κοινό κείμενο.
    Η μέση χρονική διάρκεια για φακέλους που περνούν με επιτυχία από τη διαδικασία συνδιαλλαγής - δηλαδή από την πρόταση της Επιτροπής έως την υπογραφή - ήταν 29 μήνες κατά την έβδομη κοινοβουλευτική περίοδο (2009-2014), σε σύγκριση με τους 43 μήνες κατά την έκτη κοινοβουλευτική περίοδο και 31 μήνες κατά την πέμπτη.

     
Αποτέλεσμα:
  1. Η νομοθετική πρόταση εγκρίνεται    
  2. Η νομοθετική πρόταση δεν εγκρίνεται    
    

#7b Τρίτη ανάγνωση του Συμβουλίου

Το Συμβούλιο εξετάζει το κοινό κείμενο. Δεν μπορεί να αλλάξει τη διατύπωση. Εάν είτε το απορρίψει είτε δεν ενεργήσει επ' αυτού, η πράξη καταπίπτει και η διαδικασία τερματίζεται. Εάν εγκρίνει το κείμενο, και το εγκρίνει και το Κοινοβούλιο, η πράξη εκδίδεται.

Λεπτομερώς
  • προθεσμία: 

    Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο πρέπει να ενεργήσουν εντός 6 εβδομάδων (ή 8 εάν συμφωνηθεί μεταξύ τους) από την ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε το κοινό κείμενο.

     
  • ψηφοφορία: 

    Το Κοινοβούλιο εγκρίνει το κοινό κείμενο με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων. Το Συμβούλιο εγκρίνει το κοινό κείμενο με ειδική πλειοψηφία.

     
  • συμμετοχή των πολιτών: 

    Το κοινό κείμενο δεν μπορεί να τροποποιηθεί. Μπορείτε μόνο να ζητήσετε από βουλευτές του ΕΚ και/ή την κυβέρνησή σας να εγκρίνουν ή να απορρίψουν το κοινό κείμενο.

     
  • κείμενο που προέκυψε: 

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει νομοθετικό ψήφισμα επί του κοινού κειμένου που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Συνδιαλλαγής στο οποίο είτε εγκρίνει είτε απορρίπτει το κοινό κείμενο.

    Το Συμβούλιο δεν παράγει επίσημο έγγραφο.

    Εάν το κοινό κείμενο εγκριθεί, η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή κανονισμός ή απόφαση) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

     
  • στατιστικά: 

    Μέχρι στιγμής, τρία κοινά κείμενα έχουν απορριφθεί από το Κοινοβούλιο.
    Προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων το 1995
    Προσφορές εξαγορών το 2001
    Λιμενικές Υπηρεσίες το 2003
    Το Συμβούλιο δεν έχει ποτέ απορρίψει κοινό κείμενο.
    Η μέση χρονική διάρκεια για φακέλους που περνούν με επιτυχία από τη διαδικασία συνδιαλλαγής - δηλαδή από την πρόταση της Επιτροπής έως την υπογραφή - ήταν 43,9 μήνες κατά την έκτη κοινοβουλευτική περίοδο σε σύγκριση με τους 31,9 μήνες κατά την πέμπτη κοινοβουλευτική περίοδο. Η συντομότερη διαδικασία κατά την έκτη κοινοβουλευτική περίοδο διάρκεσε 28,8 μήνες, ενώ η πιο μακρόχρονη 159,4 μήνες.

     
Αποτέλεσμα:
  1. Η νομοθετική πρόταση εγκρίνεται    
  2. Η νομοθετική πρόταση δεν εγκρίνεται    
    

Αποτέλεσμα:

  1. Η πρόταση υιοθετείται

    Από τη στιγμή που τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο έχουν εγκρίνει το τελικό κείμενο μιας νομοθετικής διαδικασίας, αυτό υπογράφεται από κοινού από τους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς των δύο θεσμικών οργάνων. Μετά την υπογραφή, τα κείμενα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα και καθίστανται επίσημα.

    • Οι κανονισμοί είναι άμεσα δεσμευτικοί σε ολόκληρη την ΕΕ, από την ημερομηνία που ορίζεται στην Επίσημη Εφημερίδα.
    • Οι οδηγίες ορίζουν τελικά αποτελέσματα που πρέπει να επιτευχθούν σε κάθε κράτος μέλος, αλλά αφήνουν στις εθνικές κυβερνήσεις την απόφαση σχετικά με το πώς θα προσαρμόσουν τις νομοθετικές τους διατάξεις ώστε να επιτύχουν αυτούς τους στόχους. Κάθε οδηγία προσδιορίζει την ημερομηνία έως την οποία πρέπει να έχουν προσαρμοστεί οι εθνικές διατάξεις.
    • Οι αποφάσεις έχουν εφαρμογή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που εμπλέκουν συγκεκριμένες αρχές ή άτομα και είναι πλήρως δεσμευτικές.
     
         
  2. Η πρόταση δεν υιοθετείται

    Εάν μία νομοθετική πρόταση απορριφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή εάν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμβιβασμό, η πρόταση δεν εγκρίνεται και η διαδικασία τερματίζεται. Νέα νομοθετική πράξη μπορεί να αρχίσει μόνο με νέα πρόταση από την Επιτροπή.

     
     
                                                                                                 
Το άρθρο σε PDF PDF 

Περισσοτερες πληροφοριες:

#1 Πρόταση της Επιτροπής:
συμμετοχή των πολιτών 

  1. Εάν πιστεύετε ότι η ΕΕ πρέπει να δρομολογήσει νομοθεσία, έχετε τις εξής επιλογές:
    1. να ξεκινήσετε μια πρωτοβουλία πολιτών - εάν συγκεντρώσετε, μέσα σε ένα χρόνο, τουλάχιστον 1 εκατομμύριο υπογραφές από πολίτες της ΕΕ σε τουλάχιστον επτά κράτη μέλη μπορείτε να ζητήσετε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναλάβει δράση σε τομέα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της. Περισσότερα για τις πρωτοβουλίες πολιτών
    2. να απευθυνθείτε στον ευρωβουλευτή σας, ο οποίος μπορεί
      1. να κινήσει τη διαδικασία βάσει της οποίας το Κοινοβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει νομοθεσία. Τούτο είναι δυνατό μόνο σε περιπτώσεις όπου το Κοινοβούλιο πιστεύει ότι απαιτείται ενωσιακή νομοθεσία για να βοηθηθεί η υλοποίηση των συνθηκών. Εάν η Επιτροπή αρνηθεί να υποβάλει πρόταση, πρέπει να δώσει εξηγήσεις.
      2. να ζητήσει από κοινοβουλευτική επιτροπή να εκπονήσει έκθεση πρωτοβουλίας, η οποία, εφόσον εγκριθεί από το Κοινοβούλιο, αν και είναι μη δεσμευτική, μπορεί να ασκήσει πίεση στην Επιτροπή ώστε να διατυπώσει νέες προτάσεις.
      3. να καταθέσει ερώτηση προς την Επιτροπή, με βάση την οποία η τελευταία θα μπορούσε να εξετάσει τη θέσπιση νομοθεσίας. Περισσότερα για τις ερωτήσεις:
      4. να κυκλοφορήσει γραπτή δήλωση, η οποία εφόσον υπογραφεί από περισσότερους από τους μισούς βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποστέλλεται στην Επιτροπή με αίτηση ανάληψης δράσης. Περισσότερα για τις γραπτές δηλώσεις
    3. να υποβάλει αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.Περισσότερα για τις
  2. Από τη στιγμή που Επιτροπή αρχίσει την εκπόνηση ή αναθεώρηση νομοθεσίας, συνήθως δρομολογεί δημόσια διαβούλευση, η οποία επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη και σε εμπειρογνώμονες να εκφράζουν τις απόψεις τους. Περισσότερα για τις δημόσιες διαβουλεύσεις
 
Επιστροφή στην αρχική σελίδα     

#2 Πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου:
συμμετοχή των πολιτών 

Όταν η πρόταση διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο, ο εισηγητής και οι «σκιώδεις εισηγητές» (βουλευτές που συνήθως ορίζονται από καθεμία πολιτική ομάδα για να παρακολουθούν μια διαδικασία) συνήθως αρχίζουν να συγκεντρώνουν γνώμες από ενδιαφερόμενα μέρη. Μπορείτε να υποβάλετε την άποψή σας σε αυτούς, σε οποιοδήποτε άλλο μέλος της επιτροπής ή σε οποιονδήποτε βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.


Στο στάδιο της επιτροπής, τροπολογίες μπορούν να κατατεθούν από οποιονδήποτε βουλευτή του ΕΚ, αλλά στην ολομέλεια οι τροπολογίες πρέπει οπωσδήποτε να κατατίθενται από την αρμόδια επιτροπή, από πολιτική ομάδα ή από τουλάχιστον 40 βουλευτές.


Οι επιτροπές ορισμένες φορές οργανώνουν δημόσιες ακροάσεις, στις οποίες ενδέχεται να έχετε τη δυνατότητα συμμετοχής.


Οι συνεδριάσεις των επιτροπών και της συνόδου ολομελείας μεταδίδονται ζωντανά στο Διαδίκτυο. Μπορείτε να τις παρακολουθήσετε στη διεύθυνση EPTV


Μπορείτε να εκφράσετε στον ευρωβουλευτή σας την άποψή σας σε σχέση με το ποιες από τις τροπολογίες που έχουν κατατεθεί πιστεύετε ότι είναι επωφελείς ή όχι.

 
Επιστροφή στην αρχική σελίδα     
 
 

Πλήρες κείμενο: 

#1 Πρόταση της Επιτροπής 

Πλήρες κείμενο 
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπονεί νομοθετικές προτάσεις με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως άλλων θεσμικών οργάνων ή χωρών της ΕΕ ή ύστερα από πρωτοβουλία των πολιτών, συχνά ύστερα από δημόσιες διαβουλεύσεις. Η τελική πρόταση διαβιβάζεται ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην Επιτροπή Περιφερειών και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.
  1. Η συνήθης νομοθετική διαδικασία ξεκινά με την υποβολή νομοθετικής πρότασης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
  2. Η συνήθης νομοθετική διαδικασία αυτή τη στιγμή εφαρμόζεται σε 85 καθορισμένους τομείς πολιτικής που καλύπτουν την πλειοψηφία των τομέων αρμοδιότητας της ΕΕ.
  3. Το «δικαίωμα πρωτοβουλίας» απόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εκείνη είναι υπεύθυνη για την υποβολή των περισσότερων νομοθετικών προτάσεων. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή να υποβάλλει προτάσεις, ενώ σε λίγους σαφώς καθορισμένους τομείς μπορούν να διατυπώσουν προτάσεις και άλλα θεσμικά όργανα.
  4. Το Κοινοβούλιο (με πλειοψηφία των μελών του) μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το Κοινοβούλιο πιστεύει ότι απαιτείται η θέσπιση ενωσιακής νομοθεσίας προκειμένου να βοηθηθεί η υλοποίηση των συνθηκών. Εάν η Επιτροπή αρνηθεί να υποβάλει τέτοια πρόταση, πρέπει να δώσει εξηγήσεις.
  5. Το Συμβούλιο (ενεργώντας με απλή πλειοψηφία) μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να εκπονήσει οποιεσδήποτε μελέτες θεωρούνται επιθυμητές από τους υπουργούς για την επίτευξη κοινών στόχων και να του υποβάλει οποιεσδήποτε κατάλληλες προτάσεις.
  6. Στις ακόλουθες πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι συνθήκες επιτρέπουν τη δρομολόγηση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας:
    • κατόπιν πρωτοβουλίας ενός τετάρτου των κρατών μελών (δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα, αστυνομική συνεργασία)
    • κατόπιν συστάσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ορισμένα άρθρα του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)
    • κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σύσταση ορισμένων δικαστηρίων υπαγόμενων στο Γενικό Δικαστήριο, αρμόδιων να εκδικάζουν σε πρώτο βαθμό ορισμένες κατηγορίες προσφυγών οι οποίες ασκούνται σε συγκεκριμένους τομείς, ορισμένες διατάξεις του οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης)
    • κατόπιν αιτήσεως της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων
  7. Η πρόταση της Επιτροπής μπορεί επίσης να είναι συνέπεια ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας των πολιτών.
  8. Η πρόταση της Επιτροπής είναι αποτέλεσμα εκτενούς διαδικασίας διαβούλευσης, η οποία μπορεί να διεξάγεται με ποικίλους τρόπους (υποχρεωτική εκτίμηση αντικτύπου, εκθέσεις εμπειρογνωμόνων, διαβούλευση με εθνικούς εμπειρογνώμονες, διεθνείς οργανισμούς και/ή μη κυβερνητικές οργανώσεις, διαβούλευση μέσω Πράσινης και Λευκής Βίβλου κ.λπ.)
  9. Η διαδικασία διαβούλευσης δρομολογείται επίσης μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών της Επιτροπής έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι όλες οι πτυχές του εν λόγω ζητήματος λαμβάνοντας υπόψη (διυπηρεσιακή διαβούλευση).
  10. Η πρόταση της Επιτροπής συνήθως εγκρίνεται από το Σώμα των Κοσμητόρων με βάση είτε γραπτή διαδικασία (χωρίς συζήτηση μεταξύ των Κοσμητόρων) ή με προφορική διαδικασία (το θέμα συζητείται από το Σώμα των Κοσμητόρων) και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  11. Η Επιτροπή υποβάλλει τη νομοθετική πρότασή της (συνήθως για έκδοση κανονισμού, οδηγίας ή απόφασης) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, αλλά επίσης σε όλα τα εθνικά κοινοβούλια της ΕΕ και, όπου αρμόζει, στην Επιτροπή Περιφερειών και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

Ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων

  1. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 1 σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων και το πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, που προσαρτώνται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα εθνικά κοινοβούλια έχουν 8 εβδομάδες προκειμένου να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη, εάν θεωρούν ότι το νομοθετικό σχέδιο δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας. Κάθε εθνικό κοινοβούλιο διαθέτει δύο ψήφους. Στα συστήματα με δύο κοινοβουλευτικά σώματα, κάθε ένα από τα δύο σώματα διαθέτει μία ψήφο.
  2. Αν τουλάχιστον το 1/3 των εθνικών κοινοβουλίων είναι της γνώμης ότι το σχέδιο νομοθετικής διάταξης δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας, αυτό πρέπει να επανεξεταστεί («κίτρινη κάρτα»). Αυτό το κατώτατο όριο μειώνεται στο ¼ για ένα σχέδιο νομοθετικής πρότασης που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 76 ΣΛΕΕ (δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις και αστυνομική συνεργασία). Μετά την επανεξέταση με το σύστημα της «κίτρινης κάρτας», η συντάξασα αρχή (συνήθως η Επιτροπή) μπορεί να αποφασίσει να διατηρήσει, να τροποποιήσει ή να αποσύρει τη νομοθεσία.
  3. Επιπλέον, στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, αν μια απλή πλειοψηφία των εθνικών κοινοβουλίων θεωρεί ότι το σχέδιο νομοθετικής πρότασης δεν συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας, το σχέδιο πρέπει να αναθεωρηθεί από την Επιτροπή («πορτοκαλί κάρτα»). Κατόπιν μιας τέτοιας αναθεώρησης, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει τη διατήρηση, την τροποποίηση ή την απόσυρση της πρότασης. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει να διατηρήσει την πρόταση πρέπει να δικαιολογήσει τη θέση της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να εξετάσουν, πριν ολοκληρώσουν την πρώτη ανάγνωση, κατά πόσον η πρόταση είναι συμβατή ε την αρχή της επικουρικότητας. Αν το Κοινοβούλιο με απλή πλειοψηφία των μελών ή το Συμβούλιο με πλειοψηφία 55% των μελών του θεωρήσουν ότι η πρόταση δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας, τότε αυτή καταπίπτει.

Γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Περιφερειών και της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

  1. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) και η Επιτροπή Πεφιφερειών (ΕτΠ) πρέπει να καλούνται από την Επιτροπή και το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσουν σε ορισμένα ζητήματα ή όταν το Συμβούλιο το κρίνει σκόπιμο. Για παράδειγμα, η ΟΚΕ πρέπει να δίνει τη γνώμη της σε ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ενώ η ΕτΠ πρέπει να καλείται να γνωμοδοτεί σε ζητήματα περιβάλλοντος, εκπαίδευσης και μεταφορών. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή μπορούν να ορίσουν χρονικό όριο για την υποβολή των γνωμοδοτήσεων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επίσης τη δυνατότητα να καλεί τις δύο Επιτροπές να γνωμοδοτήσουν. Επιπλέον, οι Επιτροπές μπορούν να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις με δική τους πρωτοβουλία.
Επιστροφή στην αρχική σελίδα     

#2 Πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου 

Πλήρες κείμενο 
Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παραπέμπει την πρόταση σε κοινοβουλευτική επιτροπή, η οποία ορίζει εισηγητή ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη σύνταξη σχεδίου έκθεσης που περιέχει τροπολογίες στο προτεινόμενο κείμενο. Η επιτροπή ψηφίζει αυτή την έκθεση και οποιεσδήποτε τροπολογίες σε αυτήν έχουν κατατεθεί από άλλα μέλη της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη συνέχεια συζητά και ψηφίζει την πρόταση νομοθετικού περιεχομένου σε ολομέλεια με βάση την έκθεση της επιτροπής και τροπολογίες. Το αποτέλεσμα αποτελεί τη θέση του Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο μπορεί να αποδεχτεί την πρόταση χωρίς καμία αλλαγή ή να πραγματοποιήσει τροποποιήσεις. Σε σπάνιες περιπτώσεις, ο Πρόεδρος μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να αποσύρει την πρότασή της. Η θέση πρώτης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου διαβιβάζεται στο Συμβούλιο.
  1. Μόλις μια νομοθετική πρόταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή φθάσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Πρόεδρός του, ύστερα από διαβούλευση με τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες, την παραπέμπει στην αρμόδια επιτροπή.
  2. Η επιλογή της επιτροπής εξαρτάται από το αντικείμενο που καλύπτει η πρόταση.
  3. Είναι δυνατό να προσφερθεί σε άλλες επιτροπές η δυνατότητα να εκφράσουν τη γνώμη τους, εάν το αντικείμενο της πρότασης τις αφορά επίσης.
  4. Εάν υπάρχει αντιδικία ως προς την αρμοδιότητα, για παράδειγμα εάν το θέμα εμπίπτει σχεδόν εξίσου στις αρμοδιότητες δύο ή περισσότερων επιτροπών, η Διάσκεψη των Προέδρων αποφασίζει για τη διαδικασία με βάση σύσταση της Διάσκεψης των Προέδρων Επιτροπών.
  5. Οι αντιδικίες για την αρμοδιότητα μπορούν να επιλύονται με διαδικασίες που περιλαμβάνουν συνδεδεμένες επιτροπές ή κοινές συνεδριάσεις και ψηφοφορίες επιτροπών.
  6. Μια συνδεδεμένη επιτροπή ασχολείται με την πρόταση ταυτόχρονα με την αρμόδια επιτροπη, με βάση χρονοδιάγραμμα που έχει συμφωνηθεί από κοινού. Οι εισηγητές των δύο επιτροπών προσδιορίζουν τους τομείς του κειμένου που εμπίπτουν στην αποκλειστική ή την κοινή αρμοδιότητά τους και συμφωνούν πώς ακριβώς θα συνεργαστούν. Οι εισηγητές ενημερώνουν ο ένας τον άλλο και πρέπει να συμφωνούν από κοινού τα κείμενα που προτείνουν στις επιτροπές και τη θέση τους όσον αφορά τις τροπολογίες. Η αρμόδια επιτροπή πρέπει να αποδέχεται τις τροπολογίες της συνδεδεμένης επιτροπής χωρίς ψηφοφορία, εάν αυτές αφορούν θέματα που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της συνδεδεμένης επιτροπής.
  7. Εάν υπάρχει διαφωνία μεταξύ αρμόδιας και συνδεδεμένης επιτροπής για θέματα αρμοδιότητας, ο Διάσκεψη των Προέδρων μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων ή μπορεί να επιλέξει κοινές συνεδριάσεις επιτροπών εάν το θέμα εμπίπτει εξίσου στην αρμοδιότητα των δύο.
  8. Σε περίπτωση κοινών συνεδριάσεων επιτροπών, οι εμπλεκόμενοι εισηγητές συντάσσουν ένα ενιαίο σχέδιο έκθεσης, το οποίο εξετάζεται και ψηφίζεται από τις εμπλεκόμενες επιτροπές σε κοινές συνεδριάσεις προεδρευόμενες από κοινού.
  9. Η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή ελέγχει κατ' αρχάς τη νομική βάση της πρότασης. Μπορεί να ζητήσει γνωμοδότηση της επιτροπής της αρμόδιας για νομικά θέματα, η οποία μπορεί να αποφασίσει να ελέγξει τη νομική βάση με δική της πρωτοβουλία.
  10. Εάν η πρόταση έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις, η αρμόδια επιτροπή πρέπει επίσης να επαληθεύσει ότι είναι συμβατή με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, δηλαδή ότι υπάρχουν επαρκείς δημοσιονομικοί πόροι. Η επιτροπή η αρμόδια για ζητήματα προϋπολογισμού μπορεί επίσης να πραγματοποιήσει παρόμοιο έλεγχο με δική της πρωτοβουλία.
  11. Η αρμόδια επιτροπή, μια πολιτική ομάδα, ή τουλάχιστον 40 βουλευτές μπορούν να εκφράσουν την αντίθεσή τους, εάν πιστεύουν ότι η πρόταση ή τμήματά της δεν συμμορφώνονται με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ.
  12. Μόλις μια επιτροπή ονομαστεί αρμόδια για την πρόταση, ορίζε εισηγητή μεταξύ των μελών της. Στην πράξη, οι συντονιστές που αντιπροσωπεύουν τις πολιτικές ομάδες αποφασίζουν ποια πολιτική ομάδα θα χειριστεί την έκθεση. Η ομάδα αυτή προτείνει έναν εισηγητή μεταξύ των μελών της στην επιτροπή ή των μόνιμων αναπληρωτών τους.
  13. Οι εισηγητές μπορεί να επιλέγονται εκ των προτέρων με βάση το ετήσιο νομοθετικό πρόγραμμα της επιτροπής, κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθούν την πρόταση κατά την προκαταρκτική φάση της, πριν αυτή υποβληθεί στο Κοινοβούλιο.
  14. Άλλες πολιτικές ομάδες μπορεί να ορίζουν σκιώδεις εισηγητές, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την επεξεργασία της θέσης της ομάδας και την παρακολούθηση της εργασίας του εισηγητή.
  15. Ο εισηγητής οδηγεί την πρόταση στα διάφορα στάδια της διαδικασίας, παρέχοντας συμβουλή στην επιτροπή (κατά την εξέταση του θέματος σε στάδιο επιτροπής) και στο Κοινοβούλιο συνολικά (στο στάδιο της ολομέλειας) σχετικά με τη γενική προσέγγιση.
  16. Ο εισηγητής είναι υπεύθυνος για την παρουσίαση σχεδίου έκθεσης στην Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των τροπολογιών του στην πρόταση της Επιτροπής.
  17. Η κοινοβουλευτική επιτροπή συνήθως συνεδριάζει αρκετές φορές για να εξετάσει το σχέδιο έκθεσης.
  18. Είθισται να οργανώνονται ακροάσεις εμπειρογνωμόνων ή να ανατίθενται μελέτες ή εκτιμήσεις επιπτώσεων σχετικά με φακέλους που πραγματεύονται αμφιλεγόμενα ή «τεχνικά» ζητήματα.
  19. Κατά τις συζητήσεις σε επιτροπή, η Επιτροπή μπορεί να υπερασπιστεί την πρότασή της και να απαντήσει σε ερωτήσεις μελών της επιτροπής.
  20. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο λαμβάνει την πρόταση της Επιτροπής ταυτόχρονα με το Κοινοβούλιο και αρχίζει να την επεξεργάζεται, η επιτροπή είθισται να ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο να την τηρούν ενήμερη για την πρόοδο της πρότασης στο Συμβούλιο και τις ομάδες εργασίας του.
  21. Οι συνδεδμένες και οι γνωμοδοτικές επιτροπές υποβάλλουν τις γνωμοδοτήσεις τους στην αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή.
  22. Οποιοσδήποτε βουλευτής του ΕΚ μπορεί να υποβάλλει τροπολογίες έως την προθεσμία που έχει τεθεί από την αρμόδια επιτροπή. Όλες οι τροπολογίες τίθενται σε ψηφοφορία στην αρμόδια επιτροπή, η οποία αποφασίζει με απλή πλειοψηφία.
  23. Πριν η αρμόδια επιτροπή πραγματοποιήσει την τελική ψηφοφορία σχετικά με πρόταση νομοθετικής πράξης, ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δηλώσει τη θέση της σχετικά με όλες τις τροπολογίες που έχουν εγκριθεί από την επιτροπή και ζητεί σχόλιο από το Συμβούλιο. Εάν η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει δήλωση, ή δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί όλες τις τροπολογίες που εγκρίθηκαν σε επιτροπή, η επιτροπή μπορεί να αναβάλει την τελική ψηφοφορία.
  24. Μόλις η έκθεση εγκριθεί σε επιτροπή, τίθεται στην ημερήσια διάταξη της ολομέλειας.
  25. Μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 40 βουλευτές μπορούν να καταθέτουν τροπολογίες στην έκθεση και να τις υποβάλλουν σε ψήφο στην ολομέλεια. Κατά γενικό κανόνα, η προθεσμία για την κατάθεση νέων τροπολογιών στην ολομέλεια είναι το μεσημέρι της Τετάρτης της εβδομάδας πριν από τη σύνοδο.
  26. Η ολομέλεια εξετάζει τη νομοθετική πρόταση με βάση την έκθεση που έχει συνταχθεί από την αρμόδια επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε τροπολογιών έχουν προταθεί, το σχέδιο ψηφίσματος νομοθετικού περιεχομένου και, όπου αρμόζει, την αιτιολογική έκθεση του εισηγητή.
  27. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην ολομέλεια πριν από την ψηφοφορία, ο παρευρισκόμενος επίτροπος ανακοινώνει και εξηγεί τη θέση της Επιτροπής σε οποιεσδήποτε τροπολογίες έχουν κατατεθεί. Η θέση της Επιτροπής επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου καταρτίζεται από τη Γενική Διεύθυνση που είναι αρμόδια για το θέμα και εγκρίνεται από το Σώμα των Επιτρόπων. Στην πράξη, καταρτίζεται από την Ομάδα Διοργανικών Σχέσεων (GRI) η οποία περιλαμβάνει μέλη των ιδιαίτερων γραφείων της επιτροπής που είναι αρμόδια για διοργανικές σχέσεις, και στη συνέχεια επικυρώνεται από το Σώμα των Επιτρόπων.
  28. Το Κοινοβούλιο κατ' αρχάς ψηφίζει επί των τροπολογιών στην πρόταση της Επιτροπής. Στη συνέχεια ψηφίζει την πρόταση τροποποιημένη ή όχι, και ακολουθεί ψηφοφορία επί των τροπολογιών στο σχέδιο ψηφίσματος νομοθετικού περιεχομένου. Τέλος, το Κοινοβούλιο ψηφίζει το σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος συνολικά. Η νομοθετική πρόταση περιέχει μόνο μία δήλωση του εάν το Κοινοβούλιο αποδέχεται ή απορρίπτει την πρόταση ή την τροποποιεί.
  29. Όλες οι ψήφοι παρατίθενται με απλή πλειοψηφία, δηλαδή πλειοψηφία των ψηφισάντων.
  30. Εάν το Κοινοβούλιο δεν εγκρίνει το νομοθετικό ψήφισμα, η πρόταση αναπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή.
  31. Το Κοινοβούλιο μπορεί:
    • α. να απορρίψει την πρόταση συνολικά
    • β. να εγκρίνει την πρόταση χωρίς τροποποιήσεις
    • γ. να εγκρίνει την πρόταση κατόπιν τροποποιήσεων
  32. Εάν η πρόταση της Επιτροπής, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν συγκεντρώσει πλειοψηφία των ψηφισάντων, ή εάν εγκριθεί ψήφισμα για την απόρριψη της πρότασης που έχει κατατεθεί από την αρμόδια επιτροπή ή από τουλάχιστον 40 βουλευτές, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου αναστέλλει την ψηφοφορία επί της νομοθετικής πρότασης (η οποία κανονικά πραγματοποιείται μετά την τελική ψηφοφορία επί της πρότασης όπως έχει τροποποιηθεί) και ζητεί από την Επιτροπή να αποσύρει την πρότασή της. Εάν η Επιτροπή το πράξει, η νομοθετική διαδικασία σταματά. Εάν η Επιτροπή αρνηθεί, το θέμα αναπέμπεται στην κοινοβουλευτική επιτροπή.
  33. Εάν η πρόταση της Επιτροπής συνολικά εγκριθεί, αλλά με τροποποιήσεις, η ψηφοφορία επί του σχεδίου νομοθετικού ψηφίσματος αναβάλλεται έως ότου η Επιτροπή δηλώσει τη θέση της σε καθεμία από τις τροπολογίες. Εάν η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τέτοια δήλωση στο τέλος της ψηφοφορίας του Κοινοβουλίου επί τις προτάσεώς της, ενημερώνει τον Πρόεδρο ή την αρμόδια επιτροπή πότε αναμένει ότι θα είναι σε θέση να πραγματοποιήσει δήλωση και η πρόταση τοποθετείται στο σχέδιο ημερήσιας διάταξης της πρώτης συνόδου ολομελείας μετά την ημερομηνία εκείνη.
  34. Εάν η Επιτροπή δηλώσει ότι δεν προτίθεται να εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου, ο εισηγητής ή ο Πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής παρουσιάζουν επίσημη πρόταση στο Κοινοβούλιο σχετικά με το κατά πόσον πρέπει να προχωρήσει η ψηφοφορία επί του σχεδίου νομοθετικού ψηφίσματος. Πριν διατυπώσουν την πρόταση, δύνανται να ζητήσουν από τον Πρόεδρο να αναστείλει την εξέταση του θέματος. Εάν το Κοινοβούλιο αποφασίσει να αναβάλει την ψηφοφορία, το θέμα αναπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή, για επανεξέταση. Στην περίπτωση αυτή είναι αποδεκτές μόνο τροπολογίες που κατατίθενται από την αρμόδια επιτροπή και αποβλέπουν στην επίτευξη συμβιβασμού με την επιτροπή.
  35. Το κείμενο της πρότασης όπως εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο και το συνοδευτικό ψήφισμα διαβιβάζονται στο Συμβούλιο και την Επιτροπή από τον Πρόεδρο, ως θέση του Κοινοβουλίου.
  36. Μόλις ολοκληρωθεί η πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει μια «τροποποιημένη πρόταση» που ενσωματώνει ορισμένες από τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου.
  37. Η συνθήκη δεν ορίζει χρονικό όριο για την πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου.

ΣΗΜ.: Μετά τη συνθήκη του Άμστερνταμ, υπάρχει η δυνατότητα να ολοκληρωθεί μια συνήθης νομοθετική διαδικασία στην πρώτη ανάγνωση. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται αυξανόμενη τάση να επιτυγχάνονται συμφωνίες σε πρώτη ανάγνωση.

Επιστροφή στην αρχική σελίδα     

#3 Πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου 

Πλήρες κείμενο 
Παράλληλα με την πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου διεξάγονται προπαρασκευαστικές εργασίες στο Συμβούλιο, αλλά το Συμβούλιο μπορεί να πραγματοποιήσει επίσημα την πρώτη του ανάγνωση μόνο με βάση τη θέση του Κοινοβουλίου. Το Συμβούλιο μπορεί: να αποδεχθεί τη θέση του Κοινοβουλίου, οπότε η νομοθετική πράξη εκδίδεται• ή να εγκρίνει αλλαγές στη θέση του Κοινοβουλίου, κάτι που οδηγεί σε διατύπωση θέσης του Συμβουλίου για την πρώτη ανάγνωση, η οποία αποστέλλεται στο Κοινοβούλιο για δεύτερη ανάγνωση.
  1. Η πρόταση της Επιτροπής διαβιβάζεται στο Συμβούλιο ταυτόχρονα με τη διαβίβαση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
  2. Κατά συνέπεια, οι προπαρασκευαστικές εργασίες στο Συμβούλιο προχωρούν παράλληλα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά το Συμβούλιο μπορεί να εγκρίνει τη θέση του μόνο αφού το Κοινοβούλιο έχει ενεργήσει.
  3. Τα θεσμικά όργανα ενθαρρύνονται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για την πρόοδο και το χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας.
  4. ΄Οπως και με το Κοινοβούλιο, δεν υπάρχει χρονικό όριο για την πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου.
  5. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου προετοιμάζονται στο πλαίσιο ειδικών ομάδων εργασίας που απαρτίζονται από εκπροσώπους των κρατών μελών και όπου προεδρεύει ο εκπρόσωπος της χώρας που κατέχει την εξαμηνιαία κυλιόμενη προεδρία, υποβοηθούνται δε από τη γραμματεία του Συμβουλίου. Οι ομάδες εργασίας αναφέρονται στην Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων (Coreper, Τμήμα I ή II), η οποία προετοιμάζει κάθε απόφαση που λαμβάνει το Συμβούλιο σε υπουργικό επίπεδο.
  6. Πριν καταλήξει σε θέση πρώτης ανάγνωσης, το Συμβούλιο μπορεί να υιοθετήσει δύο ενδιάμεσα στάδια:
    1. Το Συμβούλιο μπορεί να καταλήξει σε συμφωνία κατ' αρχήν - η οποία συνήθως αποκαλείται γενική προσέγγιση - πριν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκδώσει τη θέση του. Τούτο είναι σπάνιο και συμβαίνει κυρίως σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ισχυρή ώθηση για την επίτευξη συμφωνίας σε πρώτη ανάγνωση.
    2. Συχνότερα, το Συμβούλιο καταλήγει αρχικά σε «πολιτική συμφωνία», όπου εκτίθενται οι γενικοί προσανατολισμοί της προτεινόμενης θέσης του σε πρώτη ανάγνωση. Στη συνέχεια, οι λεπτομέρειες της συμφωνίας αυτής οριστικοποιούνται από την ομάδα εργασίας, επαληθεύονται από γλωσσομαθείς νομικούς (νομικούς εμπειρογνώμονες για κάθε γλώσσα, οι οποίοι εποπτεύουν τη νομική και γλωσσική ορθότητα των κειμένων) και εγκρίνονται επίσημα ως θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου σε επόμενη συνεδρίαση.
    Και στις δύο περιπτώσεις, το Συμβούλιο δεν οριστικοποιεί τη θέση του παρά αφού λάβει τις τροπολογίες πρώτης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου και την τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής που έχει προκύψει ως αποτέλεσμα.
  7. Μια θέση πρώτης ανάγνωσης μπορεί να εγκριθεί χωρίς συζήτηση όταν έχει επιτευχθεί συμφωνία σε προπαρασκευαστικό στάδιο (θέμα “A” στην ημερήσια διάταξη) ή με συζήτηση (θέμα “B”) ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με γραπτή διαδικασία. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις, οι συζητήσεις είναι δημόσιες.
  8. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, εκτός από τα θέματα φορολογίας, κοινωνικής ασφάλισης, εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και επιχειρησιακής αστυνομικής συνεργασίας, τα οποία απαιτούν ομοφωνία.
  9. Υπάρχουν τέσσερα δυνατά σενάρια για την πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου.
    1. Εάν το Κοινοβούλιο δεν έχει εγκρίνει καμία τροπολογία και το Συμβούλιο δεν επιθυμεί να αλλάξει την πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να εγκρίνει την πράξη με ειδική πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, η πράξη εκδίδεται.
    2. Εάν το Κοινοβούλιο έχει καταθέσει τροπολογίες, η έγκριση της πράξης εξαρτάται από το αν το Συμβούλιο θα εγκρίνει όλες τις τροπολογίες με ειδική πλειοψηφία, σε περίπτωση που η Επιτροπή τις έχει ενσωματώσει στην τροποποιημένη πρότασή της, ή με ομοφωνία εάν δεν τις έχει ενσωματώσει. Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου, η πράξη εκδίδεται.
    Από τη στιγμή που εκδίδεται η πράξη, υποβάλλεται προς υπογραφή στους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.
    1. γ Παρόλο που δεν ορίζεται ρητά στη Συνθήκη, είναι ευρέως αποδεκτό ότι το Συμβούλιο ενεργώντας με ειδική πλειοψηφία μπορεί να απορρίψει την πρόταση της Επιτροπής συνολικά.

      Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της πρώτης ανάγνωσης να αποσύρει ή να τροποποιήσει την πρότασή της.
    2. δ Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου ή θέλει να εισαγάγει δικές του αλλαγές, εγκρίνει θέση πρώτης ανάγνωσης.
  10. Το κείμενο με τη θέση πρώτης ανάγνωσης διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο, μαζί με αιτιολογική δήλωση και οποιεσδήποτε δηλώσεις πραγματοποιήθηκαν από το Συμβούλιο και/ή την Επιτροπή για τα πρακτικά του Συμβουλίου. Η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο για τη θέση της.
  11. Σε γενικές γραμμές η θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου κοινοποιείται στο Κοινοβούλιο κατά τη σύνοδο ολομελείας που ακολουθεί την επίσημη έγκρισή της. Τα χρονικά όρια που ορίζει η συνθήκη για τα επόμενα στάδια της διαδικασίας αρχίζουν να υπολογίζονται αφού το Κοινοβούλιο ανακοινώσει τη λήψη της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου στην ολομέλεια (την ημέρα μετά την ανακοίνωση, κάτι που συνήθως γίνεται την Πέμπτη).
  12. Οποτεδήποτε είναι δυνατόν, κατά την περίοδο μεταξύ της πολιτικής συμφωνίας και της επίσημης κοινοποίησης της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου, πραγματοποιούνται ανεπίσημες επαφές, με στόχο να διευκολυνθεί μία (ταχεία) συμφωνία στη δεύτερη ανάγνωση (κάτι που είναι γνωστό επίσης ως «θέση πρώτης ανάγνωσης κατόπιν διαπραγματεύσεων»).

ΣHM.: Όταν οι συν-νομοθέτες αποβλέπουν σε συμφωνία κατά την πρώτη ανάγνωση, οργανώνουν συχνά ανεπίσημες συναντήσεις, στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι του Κοινοβουλίου (εισηγητής και, όπου αρμόζει, σκιώδεις εισηγητές), του Συμβουλίου (Πρόεδρος της ομάδας εργασίας και/ή Coreper), και της Επιτροπής (η υπηρεσία που είναι αρμόδια για τον φάκελο και Γενική Γραμματεία της Επιτροπής), οι οποίες ονομάζονται «τριμερείς διάλογοι».

Στόχος είναι να εξασφαλιστεί ότι οι τροπολογίες του Κοινοβουλίου που εγκρίθηκαν στην ολομέλεια είναι αποδεκτές στο Συμβούλιο. Η Επιτροπή συχνά διαδραματίζει ρόλο μεσολαβητή και επιμελητή σε σχέση με αυτά τα συμβιβαστικά κείμενα.

Επιστροφή στην αρχική σελίδα     

#4 Δεύτερη ανάγνωση του Κοινοβουλίου 

Πλήρες κείμενο 
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαθέτει 3 μήνες (με δυνατότητα παράτασης σε 4) για να εξετάσει τη θέση του Συμβουλίου. Η θέση του Συμβουλίου διαβιβάζεται πρώτα στην αρμόδια επιτροπή, η οποία συντάσσει σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση του Κοινοβουλίου. Η ολομέλεια ψηφίζει σχετικά με τη σύσταση, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων, αν και περιορισμένων τροπολογιών. Η δεύτερη ανάγνωση έχει τέσσερις δυνατές εκβάσεις: το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου και η πράξη εκδίδεται• το Κοινοβούλιο δεν λαμβάνει απόφαση εντός του χρονικού ορίου, οπότε η πράξη εκδίδεται όπως είχε τροποποιηθεί από το Συμβούλιο στην πρώτη του ανάγνωση• το Κοινοβούλιο απορρίπτει τη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου, οπότε η πράξη δεν εκδίδεται και η διαδικασία τερματίζεται• το Κοινοβούλιο προτείνει τροπολογίες στη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου και διαβιβάζει τη θέση του στο Συμβούλιο για δεύτερη ανάγνωση
  1. Εάν το Συμβούλιο δεν συμφωνήσει με τη θέση πρώτης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου, εγκρίνει μια θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου, η οποία διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο λαμβάνει επίσης ανακοίνωση της Επιτροπής, στην οποία εξηγείται η θέση της σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου και για ποιο λόγο την υποστηρίζει ή αντιτίθεται σε αυτή.
  2. Η τεκμηρίωση την οποία λαμβάνει το Κοινοβούλιο περιλαμβάνει:
    • τη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου
    • όλες τις δηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στα πρακτικά του Συμβουλίου όταν εγκρίθηκε η θέση
    • τους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο στην έγκριση της θέσης του
    • τη θέση της Επιτροπής
  3. Με τη λήψη και μετά την επαλήθευση της τεκμηρίωσης, ο Πρόεδρος πραγματοποιεί ανακοίνωση στην ολομέλεια, στην οποία αναγνωρίζει τη λήψη της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου και της σχετικής ανακοίνωσης της Επιτροπής. Ο φάκελος διαβιβάζεται αυτόματα στην αρμόδια επιτροπή, η οποία είναι η ίδια όπως και για την πρώτη ανάγνωση. Τα έγγραφα διατίθενται σε όλες τις επίσημες γλώσσες.
  4. Σε αντίθεση με την πρώτη ανάγνωση, η δεύτερη ανάγνωση υπόκειται σε αυστηρά χρονικά όρια. Το Κοινοβούλιο είναι υποχρεωμένο να ενεργήσει μέσα σε 3 μήνες (προθεσμία την οποία το Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσουν να παραταθεί σε 4). Ενώ το Κοινοβούλιο θεωρεί ως εναρκτήρια ημερομηνία την ανακοίνωση της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου σε ολομέλεια, το Συμβούλιο θεωρεί ότι το χρονοδιάγραμμα αρχίζει από την ημερομηνία παραλαβής της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου, κατ' αρχήν τη Δευτέρα της εβδομάδας της ολομελείας.
  5. Η δεύτερη ανάγνωση σε επιτροπή είναι σε γενικές γραμμές όμοια με τη διαδικασία της πρώτης ανάγνωσης, αλλά το προς τροποποίηση κείμενο είναι η θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου και όχι η πρόταση της Επιτροπής. Μόνο η αρμόδια επιτροπή συντάσσει έκθεση, δεν υπάρχουν γνωμοδοτήσεις από άλλες επιτροπές.
  6. Το Συμβούλιο μπορεί να κληθεί να παρουσιάσει τη θέση του στην πρώτη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής.
  7. Ο εισηγητής (συνήθως είναι ο ίδιος ο βουλευτής που συνέταξε την έκθεση της πρώτης ανάγνωσης) συντάσσει ένα σχέδιο "σύστασης" δηλαδή μια έκθεση δεύτερης ανάγνωσης.
  8. Το σχέδιο σύστασης περιλαμβάνει τροπολογίες που προτείνονται από τον εισηγητή. Μόνο τα τακτικά μέλη της επιτροπής ή μόνιμοι αναπληρωτές μπορούν να καταθέσουν επιπλέον τροπολογίες.
  9. Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τις τροπολογίες της δεύτερης ανάγνωσης στην επιτροπή και στην ολομέλεια. Αυτές είναι αποδεκτές μόνον εάν επιδιώκουν:
    1. να αποκαταστήσουν συνολ��κά ή εν μέρει τη θέση πρώτης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου
    2. να επιτύχουν συμβιβασμό μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου
    3. να τροποποιήσουν τμήμα του κειμένου του Συμβουλίου το οποίο δεν είχε
    4. να λάβουν υπόψη ένα νέο γεγονός ή μια νομική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί μετά την πρώτη ανάγνωση.
  10. Ο Πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής αποφασίζει για το αποδεκτό των τροπολογιών.
  11. Εάν μετά την πρώτη ανάγνωση έχουν διεξαχθεί εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Πρόεδρος μπορεί να αποφασίσει ότι οι περιορισμοί δεν έχουν εφαρμογή.
  12. Πριν από την ψηφοφορία, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει οι τροπολογίες να συζητηθούν σε επιτροπή από τον Πρόεδρο και τον εισηγητή με την παρουσία του εκπροσώπου του Συμβουλίου και του αρμόδιου επιτρόπου. Μετά τη συζήτηση, ο εισηγητής μπορεί να καταθέσει συμβιβαστικές τροπολογίες.
  13. Η επιτροπή αποφασίζει για τις τροπολογίες και τη σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση με απλή πλειοψηφία.
  14. Μετά από την ψηφοφορία σε επιτροπή, η σύσταση διαβιβάζεται στην ολομέλεια.
  15. Η σύσταση προτείνει την έγκριση, τροποποίηση ή απόρριψη της κοινής θέσης της πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου και περιλαμβάνει μια σύντομη αιτιολόγηση για την προτεινόμενη απόφαση.
  16. Η θέση του Συμβουλίου και η σύσταση της επιτροπής για δεύτερη ανάγνωση αυτομάτως τοποθετούνται στο σχέδιο ημερήσιας διάταξης της συνόδου ολομελείας για την Τετάρτη πριν από την εκπνοή της προθεσμίας της δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου, μπορούν όμως να εξεταστούν και σε προηγούμενη σύνοδο ολομελείας.
  17. Τροπολογίες είναι δυνατόν να κατατίθενται για την ολομέλεια από την αρμόδια επιτροπή, μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 40 μεμονωμένους βουλευτές.
  18. Για τις τροπολογίες στην ολομέλεια ισχύουν οι ίδιοι περιορισμοί όπως και στο στάδιο της Επιτροπής. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου αποφασίζει σχετικά με το αποδεκτό των τροπολογιών που κατατίθενται για την ολομέλεια. Η απόφαση του Προέδρου είναι αμετάκλητη.
  19. Πριν τεθούν σε ψηφοφορία οποιεσδήποτε τροπολογίες για την ολομέλεια, ο Πρόεδρος μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να δηλώσει κατά πόσον θα ήταν ή όχι πρόθυμη να τις αποδεχτεί.
  20. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αρμόδιος επίτροπος εξηγεί τη θέση της Επιτροπής σχετικά με τις τροπολογίες κατά τη συζήτηση στην ολομέλεια που προηγείται της ψηφοφορίας. Όπως και με την πρώτη ανάγνωση, τη θέση της Επιτροπής καταρτίζει η ομάδα διοργανικών σχέσεων και στη συνέχεια την κυρώνουν οι επίτροποι.
  21. Το Συμβούλιο μπορεί επίσης να κληθεί να διατυπώσει παρατηρήσεις.
  22. Τα ενδεχόμενα αποτελέσματα της δεύτερης ανάγνωσης είναι:
    1. απόρριψη της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου
    2. δεν πραγματοποιείται ψηφοφορία του Κοινοβουλίου εντός της προθεσμίας
    3. έγκριση της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου χωρίς τροποποιήσεις (συμφωνία για ταχεία δεύτερη ανάγνωση)
    4. το Κοινοβούλιο προτείνει τροπολογίες στη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου.
  23. Η αρμόδια επιτροπή, μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 40 βουλευτές μπορούν να προτείνουν την απόρριψη της θέσης του Συμβουλίου. Η πρόταση πρέπει να εγκριθεί από πλειοψηφία των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - δηλ. απόλυτη πλειοψηφία. Οποιαδήποτε τέτοια πρόταση ψηφίζεται πριν πραγματοποιηθεί η ψηφοφορία επί των τροπολογιών.
  24. Η απόρριψη της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου τερματίζει τη νομοθετική διαδικασία, η οποία μπορεί να επαναρχίσει μόνο με νέα πρόταση της Επιτροπής. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 τούτο συνέβη μόνο μία φορά - τον Ιούλιο του 2005 σχετικά με την οδηγία για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας λογισμικού (οδηγία σχετικά με τη δυνατότητα κατοχύρωσης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των εφευρέσεων που εφαρμόζονται σε υπολογιστή. Η θέση του Συμβουλίου απερρίφθη από συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του ΕΚ (648 προς 14 με 18 αποχές), κάτι το οποίο ακύρωσε την πρόταση. Η υπόθεση αυτή έθεσε το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή μπορεί να αποσύρει μια πρόταση που έχει περάσει από πρώτη ανάγνωση. Παρ' ότι η Επιτροπή επιμένει ότι έχει το δικαίωμα να αποσύρει μια πρόταση σε οποιοδήποτε στάδιο, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο υποστηρίζουν ότι από τη στιγμή που το Συμβούλιο έχει εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση αυτό το κείμενο αποτελεί τη βάση για την υπόλοιπη διαδικασία και όχι η πρόταση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποσύρει ένα κείμενο επί του οποίου έχει πάψει πλέον να ασκεί "ιδιοκτησία".
  25. Εάν το Κοινιοβούλιο δεν λάβει απόφαση εντός της προθεσμίας, η πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε σύμφωνα με τη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου.
  26. Εάν το Κοινιοβούλιο εγκρίνει τη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου χωρίς τροποποιήσεις, απαιτείται απλή πλειοψηφία των βουλευτών που ψηφίζουν.
  27. Όταν εγκριθεί, η νομοθετική πράξη υποβάλλεται προς υπογραφή στους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.
  28. Τέλος, το Κοινοβούλιο μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις στη θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου. Αυτές πρέπει να πληρούν τα κριτήρια της δεύτερης ανάγνωσης και καθεμία πρέπει να εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των μελών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο.
  29. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας γνωστοποιείται στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.
  30. Η συνθήκη απαιτεί ρητά από την Επιτροπή να εκδώσει γραπτή γνωμοδότηση για τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου και αυτό καθορίζει τον τύπο ψηφοφορίας που απαιτείται στο Συμβούλιο: αν, για παράδειγμα, το Συμβούλιο επιθυμεί να εγκρίνει μια τροπολογία του Κοινοβουλίου επί της οποίας η Επιτροπή έχει γνωμοδοτήσει αρνητικά, πρέπει να το πράξει με ομοφωνία.
Επιστροφή στην αρχική σελίδα     

#5 Δεύτερη ανάγνωση του Συμβουλίου 

Πλήρες κείμενο 
Το Συμβούλιο διαθέτει προθεσμία 3 μηνών (με δυνατότητα παράτασης στους 4) προκειμένου να εξετάσει τη θέση δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου. Επίσης ενημερώνεται σχετικά με τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί των τροπολογιών δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου. Το Συμβούλιο είτε εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου, οπότε η νομοθετική πράξη εκδίδεται ή δεν εγκρίνει όλες τις τροπολογίες. Σε αυτή την περίπτωση, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, σε συμφωνία με τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, συγκαλεί συνεδρίαση της Επιτροπής Συνδιαλλαγής.
  1. Με την επίσημη παραλαβή των τροπολογιών δεύτερης ανάγνωσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε όλες τις επίσημες γλώσσες, ξεκινά η διαδικασία δεύτερης ανάγνωσης του Συμβουλίου.
  2. Το Συμβούλιο έχει πλέον 3 μήνες (ή σε ορισμένες περιπτώσεις 4) προκειμένου να ενεργήσει.
  3. Το Συμβούλιο μπορεί να αποδεχθεί ή να απορρίψει τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου. Πριν αποφασίσει, λαμβάνει τη γνωμοδότηση της Επιτροπής επί αυτών.
  4. Η διαδικασία είναι ίδια με την εκπόνηση της θέσης πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου. Η αρμόδια ομάδα εργασίας καταρτίζει μια θέση η οποία υποβάλλεται στην Coreper και εγκρίνεται από το Συμβούλιο.
  5. Προκειμένου να περατωθούν επιτυχώς οι διαπραγματεύσεις, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αρχίζουν τις διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη ανάγνωση όταν η πρόταση βρίσκεται στο Κοινοβούλιο, ιδίως σε περιπτώσεις όπου εμφανίζεται δυνατή η επίτευξη συμφωνίας στη δεύτερη ανάγνωση.
  6. Αυτές οι ανεπίσημες επαφές μπορεί να έχουν τη μορφή διμερών συναντήσεων μεταξύ εκπροσώπων του Κοινοβουλίου και της Προεδρίας του Συμβουλίου ή, όπως συχνότερα συμβαίνει, ανεπίσημων τριμερών συναντήσεων με τη συμμετοχή και της Επιτροπής. Λόγω του άτυπου χαρακτήρα των επαφών αυτών δεν έχει κατοχυρωθεί εγγράφως κάποια "πρότυπη" μορφή εκπροσώπησης, αλλά, κατά γενικό κανόνα περιλαμβάνεται ο εισηγητής του Κοινοβουλίου (που συνοδεύεται όπου αρμόζει από σκιώδεις εισηγητές από άλλες πολιτικές ομάδες) και ο Πρόεδρος της αρμόδιας ομάδας εργασίας του Συμβουλίου, επικουρούμενος από τη διοίκηση του Συμβουλίου. Η Επιτροπή συνήθως αντιπροσωπεύεται από τους υπαλλήλους που είναι υπεύθυνοι για τον φάκελο, επικουρούμενους από τη Γενική Γραμματεία και τη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.
  7. Σκοπός των επαφών αυτών είναι να επιτευχθεί συμφωνία σε μια δέσμη τροπολογιών αποδεκτών στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Η γνώμη της Επιτροπής είναι επίσης σημαντική, διότι καθορίζει τον τύπο ψηφοφορίας που απαιτείται στο Συμβούλιο επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου.
  8. Όταν οι διαπραγματεύσεις στεφθούν με επιτυχία, ο Πρόεδρος της Coreper αποστέλλει επιστολή στον Πρόεδρο της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, στην οποία το Συμβούλιο δεσμεύεται να εγκρίνει τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου εάν είναι σύμφωνες με το συμβιβασμό που έχει προσδιοριστεί από κοινού από Συμβούλιο και Κοινοβούλιο.
  9. Στη συνέχεια κατατίθενται οι συμβιβαστικές τροπολογίες είτε σε επιτροπή είτε, συχνότερα, μόλις πριν από τη σύνοδο ολομελείας. Κατά γενικό κανόνα αυτές συνυπογράφονται, για λογαριασμό των πολιτικών ομάδων τους, από τον εισηγητή και όσους σκιώδεις εισηγητές συμμετέχουν στη συμφωνία, προκειμένου να παρέχεται μέγιστη εξασφάλιση ότι θα επιτευχθεί η απαραίτητη πλειοψηφία. Οι εμπλεκόμενες πολιτικές ομάδες στο Κοινοβούλιο συντονίζουν τις ψήφους τους έτσι ώστε να ευνοηθεί η έγκριση των τροπολογιών που έχουν προκύψει από τις διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο.
  10. Ο αριθμός των ψήφων που απαιτούνται για τη δεύτερη ανάγνωση του Συμβουλίου εξαρτάται από τη γνωμοδότηση της Επιτροπής επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου. Οι τροπολογίες επί των οποίων η Επιτροπή γνωμοδοτεί θετικά μπορούν να εγκριθούν με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο. Οι τροπολογίες επί των οποίων η Επιτροπή έχει γνωμοδοτήσει αρνητικά απαιτούν ομόφωνη έγκριση από το Συμβούλιο.
  11. Εάν εγκριθούν από το Συμβούλιο όλες οι τροπολογίες δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου, η νομοθετική πράξη θεωρείται εκδοθείσα. Το νομοθετικό κείμενο υπογράφεται από τους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.
  12. Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου σε συνεργασία με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συγκαλεί συνεδρίαση της Επιτροπής Συνδιαλλαγής εντός 6 εβδομάδων (με δυνατότητα παράτασης κατά 2 εβδομάδες) από την απόρριψη εκ μέρους του Συμβουλίου.
Επιστροφή στην αρχική σελίδα     

#6 Συνδιαλλαγή 

Πλήρες κείμενο 
Μέσα σε 6 εβδομάδες (με δυνατότητα παράτασης σε 8) από την άρνηση του Συμβουλίου να εγκρίνει την θέση δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου, οι Πρόεδροι του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συγκαλούν την Επιτροπή Συνδιαλλαγής, με ίσο αριθμό βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εκπροσώπων του Συμβουλίου. Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής διαθέτει 6 εβδομάδες (με δυνατότητα παράτασης στις 8) προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με κοινό κείμενο που θα βασίζεται στις θέσεις δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Εάν η Επιτροπή Συνδιαλλαγής δεν εγκρίνει κοινό κείμενο, η προτεινόμενη νομοθετική πράξη καταπίπτει και η διαδικασία τερματίζεται. Εάν η Επιτροπή Συνδιαλλαγής εγκρίνει κοινό κείμενο, το κείμενο διαβιβάζεται για τρίτη ανάγνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
  1. Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει το σύνολο των τροπολογιών του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση, συγκαλείται Επιτροπή Συνδιαλλαγής.
  2. Στο πλαίσιο της Επιτροπής Συνδιαλλαγής, οι δύο συν-νομοθέτες - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο - διαπραγματεύονται απευθείας με στόχο να επιτευχθεί συμφωνία υπό τη μορφή κοινού κειμένου.
  3. Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής πρέπει να συγκληθεί μέσα σε 6 εβδομάδες (ή σε 8, εάν έχει συμφωνηθεί παράταση) από την ολοκλήρωση της δεύτερης ανάγνωσης του Συμβουλίου και την επίσημη γνωστοποίηση στο Κοινοβούλιο ότι το Συμβούλιο δεν θα αποδεχθεί τις τροπολογίες δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου.
  4. Κάθε νομοθετική πρόταση που απαιτεί συνδιαλλαγή εξετάζεται ξεχωριστά στο πλαίσιο μιας ειδικά συγκροτημένης Επιτροπής Συνδιαλλαγής.
  5. Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής συγκαλείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου με τη συμφωνία του Προέδρου του Κοινοβουλίου. Θεωρείται ότι έχει συγκληθεί όταν λάβει χώρα η πρώτη συνεδρίασή της.
  6. Από την ημέρα της πρώτης συνεδρίασής της, διαθέτει προθεσμία 6 εβδομάδων, με δυνατότητα μέγιστης παράτασης κατά δύο εβδομάδες κατόπιν πρωτοβουλίας της Συμβουλίου ή του Κοινοβουλίου (και με κοινή συμφωνία μεταξύ τους) προκειμένου να διαπραγματευθεί και να εγκρίνει κοινό κείμενο.
  7. Πριν η επιτροπή ξεκινήσει επίσημα το έργο της, πραγματοποιούνται προπαρασκευαστικοί τριμερείς διάλογοι και τεχνικές συνεδριάσεις από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι το Συμβούλιο δεν θα είναι σε θέση να αποδεχθεί τις τροπολογίες δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου. Οι συνεδριάσεις της Επιτροπής Συνδιαλλαγής μπορούν επίσης να διακόπτονται από τριμερείς διαπραγματεύσεις.
  8. Στους τριμερείς διαλόγους και τις τεχνικές συνεδριάσεις συμμετέχουν μικρές ομάδες διαπραγματευτών από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, η καθεμία από τις οποίες αναφέρεται στην αντιπροσωπεία του οργάνου εντός της Επιτροπής Συνδιαλλαγής.
  9. Στους τριμερείς διαλόγους, το Κοινοβούλιο αντιπροσωπεύεται από τον Πρόεδρο της αντιπροσωπείας στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής, στον Πρόεδρο της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και τον εισηγητή, επικουρούμενους από μέλη της Γραμματείας Συνδιαλλαγής του Κοινοβουλίου και, εάν χρειάζεται, από ένα μέλος της νομικής υπηρεσίας.
  10. Το Συμβούλιο αντιπροσωπεύεται από τον αναπληρωτή ή μόνιμο αντιπρόσωπο (πρόεδρο της Coreper Ι ή ΙΙ αντιστοίχως) του κράτους μέλους που κατέχει την προεδρία, ο οποίος επικουρείται από μέλη της γραμματείας του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένης της νομικής υπηρεσίας της.
  11. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιπροσωπεύεται από τον Γενικό Διευθυντή της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για το θέμα, επικουρούμενο από εμπειρογνώμονες, τη νομική υπηρεσία της και τη διοίκησή της.
  12. Στους ανεπίσημους τεχνικούς διαλόγους συνήθως συμμετέχουν εμπειρογνώμονες και δημόσιοι λειτουργοί από τα τρία θεσμικά όργανα.
  13. Οι διαπραγματεύσεις στους τριμερείς διαλόγους βασίζονται σε ένα «τετράστηλο έγγραφο εργασίας», στο οποίο εκτίθενται οι θέσεις του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
    1. (1) Η θέση πρώτης ανάγνωσης του Συμβουλίου
    2. Οι τροπολογίες δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου
    3. Η θέση του Συμβουλίου επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου (αποδοχή, απόρριψη ή ενδεχόμενο συμβιβαστικό κείμενο)
    4. η θέση της αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου επί των προτάσεων του Συμβουλίου.
  14. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι δύο αντιπροσωπείες επιδιώκουν συμβιβασμούς σε τροπολογίες επί των οποίων υπάρχουν εναπομένουσες διαφορές. Προς τούτο, ενδέχεται να απαιτηθεί επιπλέον λεπτομερής συντακτική εργασία από μικρές ομάδες εργασίας είτε σε πολιτικό είτε σε τεχνικό επίπεδο.
  15. Τα αποτελέσματα κάθε συνεδρίασης τριμερούς διαλόγου υποβάλλονται, από τις αντίστοιχες διαπραγματευτικές ομάδες, προς έγκριση στις αντιπροσωπείες του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου: εφόσον είναι απαραίτητο, διοργανώνονται περαιτέρω τριμερείς διάλογοι ή άτυπες συνεδριάσεις.
  16. Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής καθαυτή αποτελείται από δύο αντιπροσωπείες ίσου μεγέθους: μία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και μία του Συμβουλίου.
    1. Η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος (υπουργοί ή, το συνηθέστερο, αντιπρόσωποι των κρατών μελών στην Coreper). Η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου προεδρεύεται από τον υπουργό που ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου, ο οποίος είναι αρμόδιος για το θέμα. Ενεργεί με ειδική πλειοψηφία (εξαιρουμένων των θεμάτων για τα οποία η συνθήκη απαιτεί ομοφωνία).
    2. Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου απαρτίζεται από ίσο αριθμό βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (28) συν 28 αναπληρωτές (οι οποίοι μπορούν να ψηφίσουν μόνο εάν απουσιάζει ένας βουλευτής της πολιτικής τους ομάδας). Τρεις αντιπρόεδροι του ΕΚ είναι μόνιμα μέλη της Επιτροπής Συνδιαλλαγής και συμπροεδρεύουν εκ περιτροπής. Οι άλλοι 25 βουλευτές του Κοινοβουλίου στην αντιπροσωπεία ορίζονται από τις πολιτικές ομάδες, αναλογικά με τη δύναμη κάθε ομάδας εντός του Κοινοβουλίου. Συνήθως, στην πλειοψηφία τους προέρχονται από την κοινοβουλευτική επιτροπή που είναι αρμόδια για το θέμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αντιπροσωπεία προσπαθεί να λειτουργήσει συναινετικά. Οι αποφάσεις της αντιπροσωπείας λαμβάνονται με πλειοψηφία των μελών που την απαρτίζουν (δηλαδή αυτή τη στιγμή 15 ψήφοι). Περισσότερες πληροφορίες για την αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής υπάρχουν στα επόμενα.
    3. Η Επιτροπή, η οποία εκπροσωπείται κατ' αρχήν από τον επίτροπο που είναι αρμόδιος για το θέμα, συμμετέχει επίσης στις διαδικασίες της Επιτροπής Συνδιαλλαγής με στόχο να συμβιβάσει τις θέσεις του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
  17. Όπως και με τους τριμερείς διαλόγους, το βασικό εργαλείο εργασίας είναι το κοινό τετράστηλο έγγραφο εργασίας (βλ. παράγραφο 13), που έχει μεταφραστεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες. Η επιτροπή έχει επίσης την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τη γνωμοδότησή της επί των τροπολογιών δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου.
  18. Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής προεδρεύεται από κοινού από έναν αντιπρόεδρο του Κοινοβουλίου και έναν υπουργό του κράτους μέλους που κατέχει την Προεδρία. Συνεδριάζει εναλλάξ στους χώρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κυρίως στις Βρυξέλλες.
  19. Οι περισσότερες συνεδριάσεις της Επιτροπής Συνδιαλλαγής αρχίζουν με τριμερή διάλογο, στον οποίο οι δύο συν-νομοθέτες διευκρινίζουν τις θέσεις τους με βάση την εντολή των αντίστοιχων θεσμικών οργάνων τους. Η Επιτροπή λειτουργεί μεσολαβητικά για τη διευκόλυνση της διαδικασίας.
  20. Το θεσμικό όργανο που φιλοξενεί την πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής Συνδιαλλαγής είναι υπεύθυνο για την επιμέλεια του κοινού κειμένου και της διαβιβαστικής επιστολής, και, μετά την οριστική έγκριση της νομοθετικής πράξης από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, για την υπογραφή της πράξης από τους Προέδρους των δύο θεσμικών οργάνων και τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  21. Εάν οι αντιπροσωπείες του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν καταλήξουν σε συμφωνία στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής, η όλη πρόταση καταπίπτει. Νέα διαδικασία μπορεί να δρομολογηθεί μόνο ύστερα από νέα πρόταση της Επιτροπής. Έως τον Ιανουάριο του 2015, υπήρξαν 4 μόνο περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή Συνδιαλλαγής δεν κατόρθωσε να καταλήξει σε συμφωνία επί κοινού κειμένου ("Οδηγία για το χρόνο εργασίας" και "Κανονισμός για τα νέα τρόφιμα"). http://www.europarl.europa.eu/oeil/popups/ficheprocedure.do?reference=2004/0209(COD)&l=en http://www.europarl.europa.eu/oeil/popups/ficheprocedure.do?lang=en&reference=2008/0002(COD)
  22. Εάν οι αντιπροσωπείες του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου καταλήξουν σε συμβιβασμό, η Επιτροπή Συνδιαλλαγής πρέπει να εγκρίνει ένα "κοινό κείμενο". Η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου το εγκρίνει με ειδική πλειοψηφία (η ομοφωνία στις περιπτώσεις που ορίζονται από τη συνθήκη) ενώ η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου ψηφίζει με απλή πλειοψηφία των μελών που την απαρτίζουν.
  23. Μόλις επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με ένα κοινό κείμενο εντός της Επιτροπής Συνδιαλλαγής (ή στη συνέχεια με ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των συμπροέδρων της επιτροπής), ο Γενικός Γραμματέας του οργάνου στο οποίο πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση, καταρτίζει το σχέδιο νομοθετικού κειμένου, κατ' αρχήν στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις. Προσωρινή μορφή του κειμένου αναρτάται στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου, το συντομότερο δυνατό μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων, στη διεύθυνση: http://www.europarl.europa.eu/code/default_el.htm.
  24. Ύστερα από τη νομική/γλωσσική αναθεώρηση, το έγγραφο διατίθεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ.
  25. Οι συμπρόεδροι της Επιτροπής Συνδιαλλαγής αποστέλλουν το κοινό κείμενο, μαζί με διαβιβαστική επιστολή, στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και τον προεδρεύοντα του Συμβουλίου. Τυχόν δηλώσεις των θεσμικών οργάνων επισυνάπτονται στην επιστολή αυτή. Η επιστολή απευθύνεται επίσης, προς ενημέρωση, στον αρμόδιο επίτροπο, ο οποίος έλαβε μέρος στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής.
  26. Η συμφωνία που επετεύχθη στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής πρέπει να επιβεβαιωθεί τόσο από το Κοινοβούλιο σε πλήρη σύνθεση όσο και από το Συμβούλιο. Τα δύο θεσμικά όργανα ψηφίζουν ξεχωριστά επί του κοινού σχεδίου ως έχει, χωρίς δυνατότητα περαιτέρω τροποποίησής του.
Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής
  1. Στη διαδικασία συνδιαλλαγής το Κοινοβούλιο αντιπροσωπεύεται από αντιπροσωπεία η οποία απαρτίζεται από αριθμό βουλευτών ισάριθμο με τον αριθμό των μελών του Συμβουλίου. Η αντιπροσωπεία ορίζεται ξεχωριστά για κάθε διαδικασία συνδιαλλαγής. Έργο της είναι να αντιπροσωπεύει το Κοινοβούλιο στις διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο.
  2. Στην αρχή κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου ή όταν λαμβάνουν χώρα μείζονες αλλαγές στη συνολική πολιτική σύνθεση του Κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια της νομοθετικής περιόδου, η Διάσκεψη των Προέδρων καθορίζει την πολιτική σύνθεση της αντιπροσωπείας σύμφωνα με τη σχετική δύναμη των πολιτικών ομάδων.
  3. Με βάση την πολιτική σύνθεση του Κοινοβουλίου μετά τις εκλογές του Μάιος 2014, οι αντιπροσωπείες του Κοινοβουλίου στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής έχουν την εξής σύνθεση:
    • EPP: 9 μέλη
    • S&D: 8 μέλη
    • ECR: 3 μέλη
    • ALDE: 2 μέλη
    • GUE/NGL: 2 μέλη
    • Πράσινοι: 2 μέλος
    • EFDD: 2 μέλος
  4. Οι τρεις αντιπρόεδροι που έχουν ειδική ευθύνη για τη συνδιαλλαγή συμπεριλαμβάνονται σε κάθε αντιπροσωπεία και στην ποσόστωση των μελών κάθε πολιτικής ομάδας. Κάθε αντιπροσωπεία προεδρεύεται από έναν εκ των τριών: αυτοί ορίζουν από τις τάξεις τους τον υπεύθυνο της εκάστοτε διαδικασίας συνδιαλλαγής και κατά συνέπεια τον πρόεδρο της εκάστοτε αντιπροσωπείας. Ο εισηγητής (οι εισηγητές) και ο Πρόεδρος της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής είναι επίσης αριστίνδην μέλη της αντιπροσωπείας, συμπεριλαμβανόμενοι στην ποσόστωση της πολιτικής ομάδας τους.
  5. Τα εναπομένοντα μέλη της αντιπροσωπείας ορίζονται από κάθε πολιτική ομάδα για μια συγκεκριμένη διαδικασία συνδιαλλαγής. Τα περισσότερα προέρχονται από την επιτροπή που είναι αρμόδια ή από τις γνωμοδοτικές επιτροπές. Όταν εφαρμόζεται η διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών, η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου περιλαμβάνει τον εισηγητή κάθε συνδεδεμένης επιτροπής. Οι πολιτικές ομάδες πρέπει επίσης να ορίζουν ίσο αριθμό αναπληρωματικών μελών, τα οποία μπορούν να λαμβάνουν ενεργό μέρος στις διαδικασίες της αντιπροσωπείας, αλλά μπορούν να ψηφίζουν μόνο εάν αντικαθιστούν ένα τακτικό μέλος.

Οργάνωση της αντιπροσωπείας

  1. Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου πραγματοποιεί συνεδρίαση συγκρότησης σε σώμα, προκειμένου να δώσει εντολή στη διαπραγματευτική ομάδα - κανονικά τον αντιπρόεδρο που προεδρεύει στην αντιπροσωπεία, τον πρόεδρο της αρμόδιας επιτροπής και τον εισηγητή ή τους εισηγητές - έτσι ώστε να μπορούν να αρχίσουν συναντήσεις τριμερούς διαλόγου.
  2. Η Επιτροπή είναι παρούσα σε αυτή και σε όλες τις επόμενες συνεδριάσεις της αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου. Οι εκπρόσωποί της έχουν την αποστολή να παρουσιάζουν και να εξηγούν τη θέση της Επιτροπής επί των τροπολογιών δεύτερης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου, και ενδεχομένως να παρέχουν επίσης πληροφορίες σχετικά με τις συνεχιζόμενες εξελίξεις στο Συμβούλιο, που έχουν περιέλθει σε γνώση τους.
  3. Τα μέλη της αντιπροσωπείας παρακολουθούν την πρόοδο της Επιτροπής Συνδιαλλαγής σε συνεχή βάση, σε διαδοχικές συνεδριάσεις.
  4. Ο κύριος σκοπός των συνεδριάσεων της αντιπροσωπείας έγκειται στο να ανανεωθεί η εντολή της διαπραγματευτικής ομάδας και να συζητηθούν τυχόν συμβιβαστικά κείμενα. Επιτυγχάνεται συμφωνία επί ορισμένων τροπολογιών ή συμβιβαστικών προτάσεων, υπό την προϋπόθεση επίτευξης συνολικής συμφωνίας. Εφόσον παραμένουν εκκρεμή ζητήματα, η αντιπροσωπεία δίνει οδηγίες στη διαπραγματευτική ομάδα για τον τρόπο συνέχισης των διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο. Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου εξετάζει και διαδικαστικά ζητήματα, για παράδειγμα, εάν θα πρέπει να διοργανωθεί μια ακόμη τριμερής συνεδρίαση ή κατά πόσο θα πρέπει να συγκληθεί η επιτροπή συνδιαλλαγής και, εάν ναι, πότε.
  5. Στο τέλος της διαδικασίας, η αντιπροσωπεία εγκρίνει ή απορρίπτει επισήμως την επιτευχθείσα συμφωνία σε συνδιαλλαγή. Σκοπός της αντιπροσωπείας είναι η λήψη απόφασης με συναίνεση. Ωστόσο, εάν απαιτηθεί ψηφοφορία, για την έγκριση απαιτείται η υποστήριξη της απόλυτης πλειοψηφίας των μελών (τουλάχιστον 15 επί συνόλου 28).
  6. Η αντιπροσωπεία επικουρείται από ειδική υπηρεσία της διοίκησης του Κοινοβουλίου, τη Γραμματεία Συνδιαλλαγής και Συναπόφασης, και από ειδικευμένες υπηρεσίες: π.χ. νομική υπηρεσία, γλωσσομαθείς νομικούς και υπηρεσία Τύπου.
Επιστροφή στην αρχική σελίδα     

#7Τρίτη ανάγνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  

Πλήρες κείμενο 
Το κοινό κείμενο αποστέλλεται ταυτοχρόνως στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προς έγκριση. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη σειρά με την οποία πρέπει να αποφασίσουν οι συννομοθέτες. Διαθέτουν 6 εβδομάδες (ή 8 κατόπιν κοινής συμφωνίας) για να αποφασίσουν, και δεν μπορούν να τροποποιήσουν το κείμενο. Στο Κοινοβούλιο, πριν από την ψηφοφορία για το κοινό κείμενο προηγείται συζήτηση στην ολομέλεια. Εάν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν το κοινό κείμενο, η νομοθετική πρόταση εκδίδεται. Εάν το ένα ή και τα δύο όργανα την απορρίψουν ή δεν ανταποκριθούν εγκαίρως, η νομοθετική πράξη καταπίπτει και η διαδικασία τερματίζεται. Μπορεί να επαναρχίσει μόνον με νέα πρόταση της Επιτροπής.
  1. Εάν η Επιτροπή Συνδιαλλαγής εγκρίνει το κοινό κείμενο, αυτό πρέπει να εγκριθεί από την πλήρη σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και από το Συμβούλιο σε τρίτες αναγνώσεις. Τα δύο θεσμικά όργανα ψηφίζουν ξεχωριστά επί του κοινού κειμένου. Δεν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω τροποποίησής του.
  2. Ύστερα από την επιτυχή περάτωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής, συντάσσεται ένα σχέδιο κοινού κειμένου, με βάση το κοινό έγγραφο εργασίας και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις συμφωνήθηκαν κατά τη συνδιαλλαγή. Αυτό συντάσσεται πρώτα σε μία γλώσσα και στη συνέχεια μεταφράζεται στις υπόλοιπες επίσημες γλώσσες. Το σχέδιο κοινού κειμένου στη γλώσσα του πρωτοτύπου διαβιβάζεται στο μέλη της αντιπροσωπείας.
  3. Το οριστικοποιημένο κοινό κείμενο, το οποίο έχει υποστεί νομικό-γλωσσικό έλεγχο τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στο Συμβούλιο, διαβιβάζεται επίσημα από τους συμπροέδρους της Επιτροπής στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και τον προεδρεύοντα του Συμβουλίου. Τυχόν δηλώσεις των θεσμικών οργάνων επισυνάπτονται στην επιστολή αυτή.
  4. Η τρίτη ανάγνωση διεξάγεται σε περίοδο 6 εβδομάδων από την ημερομηνία της επιστολή αυτής. Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά 2 εβδομάδες κατόπιν πρωτοβουλίας του Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου και με κοινή συμφωνία μεταξύ τους.

Κοινοβούλιο

  1. Κατά την περίοδο των 6 εβδομάδων (που ενδεχομένως παρατείνεται σε 8) τα μέλη της αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου λαμβάνουν το τελικό κοινό κείμενο στις αντίστοιχες γλώσσες τους, μαζί με μια έκθεση που εκθέτει τα διάφορα στάδια και τα αποτελέσματα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, συμπεριλαμβανομένου του μητρώου ψηφοφορίας της αντιπροσωπείας κατά την περάτωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Το τελικό κοινό κείμενο, η έκθεση που συντάσσεται από τον εισηγητή και τον πρόεδρο της αντιπροσωπείας, η διαβιβαστική επιστολή, καθώς και οποιεσδήποτε δηλώσεις θεσμικών οργάνων διαβιβάζονται στις υπηρεσίες ολομελείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στο σημείο αυτό, οι διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της συμφωνίας δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου.
  2. Της ψηφοφορίας επί του κοινού σχεδίου προηγείται συζήτηση στην Ολομέλεια σχετικά με το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων και τη συμφωνία που επιτεύχθηκε (ή δεν επιτεύχθηκε) με το Συμβούλιο. Η συζήτηση κανονικά αρχίζει με δηλώσεις του προέδρου που προέδρευσε στην αντιπροσωπεία και του εισηγητή. Εν συνεχεία η Ολομέλεια ψηφίζει επί του κοινού σχεδίου. Το κείμενο εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων. Σε αντίθετη περίπτωση το κοινό σχέδιο απορρίπτεται.
  3. 18. Έως τον Ιανουάριο του 2015, το Κοινοβούλιο έχει απορρίψει κοινά κείμενα τρεις φορές:

Συμβούλιο

  1. Το κοινό σχέδιο πρέπει επίσης να εγκριθεί από το Συμβούλιο, το οποίο προτιμά γενικώς να ψηφίζει μετά την τρίτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
  2. Στην πράξη, η έγκριση του κοινού κειμένου από το Συμβούλιο δεν αποτελεί πρόβλημα δεδομένου ότι η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου εντός της Επιτροπής Συνδιαλλαγής απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος. Μέχρι στιγμής, το Συμβούλιο δεν έχει ποτέ απορρίψει συμφωνία που έχει επιτευχθεί σε συνδιαλλαγή.
  3. Σε περίπτωση μη έγκρισης του κοινού σχεδίου από το ένα ή το άλλο θεσμικό όργανο, η νομοθετική διαδικασία τερματίζεται: αυτή μπορεί να ξεκινήσει και πάλι μόνο μετά την υποβολή νέας πρότασης από την Επιτροπή.
  4. Εάν το κείμενο εγκριθεί τόσο από το Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο, υποβάλλεται για υπογραφή στους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και στη συνέχεια δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.
 
Επιστροφή στην αρχική σελίδα      
Το άρθρο σε μορφή PDF 

Συνθήκη 

Ενοποιημενη Αποδοση Τησ Συνθηκησ Για Τη Λειτουργια Τησ Ευρωπαϊκησ Ενωσησ : Άρθρο 294 (πρώην άρθρο 251 της ΣΕΚ)

  1. Όταν οι Συνθήκες παραπέμπουν στη συνήθη νομοθετική διαδικασία για την έκδοση μιας πράξης, ακολουθείται η ακόλουθη διαδικασία.
  2. Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Πρώτη ανάγνωση

  1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθορίζει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση και τη διαβιβάζει στο Συμβούλιο.
  2. Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκδίδεται η σχετική πράξη με τη διατύπωση που αποδίδει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
  3. Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθορίζει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση και τη διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
  4. Το Συμβούλιο ενημερώνει πλήρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τους λόγους που το οδήγησαν να καθορίσει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση. Η Επιτροπή ενημερώνει πλήρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη θέση της.

Δεύτερη ανάγνωση

  1. Εάν, εντός τριών μηνών από τη διαβίβαση της θέσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:
    1. εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ή δεν διατυπώσει γνώμη, η σχετική πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε με τη διατύπωση που αποδίδει τη θέση του Συμβουλίου,
    2. απορρίψει με την πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών του τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, η σχετική πράξη θεωρείται ότι δεν εκδόθηκε,
    3. προτείνει, με την πλειοψηφία των μελών του που το απαρτίζουν, τροπολογίες επί της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, το ούτως τροποποιημένο κείμενο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, η οποία γνωμοδοτεί για τις τροπολογίες αυτές.
  2. Εάν, εντός τριών μηνών από την παραλαβή των τροπολογιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία:
    1. εγκρίνει όλες τις εν λόγω τροπολογίες, η σχετική πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε,
    2. δεν εγκρίνει όλες τις τροπολογίες, ο πρόεδρος του Συμβουλίου, σε συμφωνία με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συγκαλεί την επιτροπή συνδιαλλαγής εντός έξι εβδομάδων.
  3. Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα για τις τροπολογίες για τις οποίες η Επιτροπή έχει εκφέρει αρνητική γνώμη.

Συνδιαλλαγή

  1. Η επιτροπή συνδιαλλαγής, που αποτελείται από τα μέλη του Συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους τους και από ισάριθμους αντιπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έχει ως αποστολή την επίτευξη συμφωνίας επί κοινού σχεδίου, με την ειδική πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου ή των αντιπροσώπων τους και με την πλειοψηφία των αντιπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εντός έξι εβδομάδων από τη σύγκλησή της, βάσει των θέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση.
  2. Η Επιτροπή συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής συνδιαλλαγής και αναλαμβάνει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες με σκοπό την προσέγγιση των θέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
  3. Εάν, εντός έξι εβδομάδων από τη σύγκλησή της, η επιτροπή συνδιαλλαγής δεν εγκρίνει κοινό σχέδιο, θεωρείται ότι η προτεινόμενη πράξη δεν εκδόθηκε.

Τρίτη ανάγνωση

  1. Εάν, εντός της προθεσμίας αυτής, η επιτροπή συνδιαλλαγής εγκρίνει κοινό σχέδιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διαθέτουν έκαστο προθεσμία έξι εβδομάδων από την έγκριση αυτή για να εκδώσουν την οικεία πράξη σύμφωνα με το εν λόγω σχέδιο, με την πλειοψηφία των ψηφισάντων όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με ειδική πλειοψηφία όσον αφορά το Συμβούλιο. Σε αντίθετη περίπτωση, θεωρείται ότι η προτεινόμενη πράξη δεν εκδόθηκε.
  2. Οι προθεσμίες των τριών μηνών και των έξι εβδομάδων που αναφέρει το παρόν άρθρο παρατείνο­νται αντίστοιχα κατά ένα μήνα ή κατά δύο εβδομάδες το πολύ με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινο­βουλίου ή του Συμβουλίου.

Ειδικές διατάξεις

  1. Όταν, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες, νομοθετική πράξη υπόκειται στη συνήθη νομοθετική διαδικασία μετά από πρωτοβουλία ομάδας κρατών μελών, σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή αίτημα του Δικαστηρίου, η παράγραφος 2, η παράγραφος 6, δεύτερη πρόταση, και η παράγραφος 9 δεν έχουν εφαρμογή.

Στις περιπτώσεις αυτές, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διαβιβάζουν στην Επιτροπή το σχέδιο πράξης και τις θέσεις τους σε πρώτη και δεύτερη ανάγνωση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να διατυπώνει γνώμη με δική της πρωτοβουλία. Μπορεί, επίσης εάν το θεωρεί αναγκαίο, να συμμετέχει στην επιτροπή συνδιαλλαγής σύμφωνα με την παράγραφο 11.


EN C 326/174 Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 26.10.2012

 
Το άρθρο σε μορφή PDF  Τομείς στους οποίους εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία (PDF) Οδηγός της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, Συμβούλιο, 2010  

Γλωσσάρι 

Ακρόαση 

Μια κοινοβουλευτική επιτροπή μπορεί να οργανώσει ακρόαση με εμπειρογνώμονες, εάν το θεωρεί χρήσιμο για το έργο της. Οι ακροάσεις είναι συνήθως δημόσιες.

Αναλογικότητα 

Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να περιορίζεται σε όσα είναι απαραίτητα για να επιτευχθούν οι στόχοι της Συνθήκης.

Αναφορές προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 

Οποιοσδήποτε πολίτης ή κάτοικος της ΕΕ ή εταιρεία, οργανισμός ή ένωση που εδρεύει στην ΕΕ μπορεί να υποβάλλει αναφορές στο Κοινοβούλιο για οποιοδήποτε θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΕΕ και τους επηρεάζει άμεσα. Οι αναφορές αυτές παρέχουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την ευκαιρία να επιστήσει την προσοχή σε οποιεσδήποτε παραβιάσεις δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών εκ μέρους κράτους μέλους, τοπικής αρχής ή άλλου οργάνου.

Απλή πλειοψηφία (στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) 

Μια πρόταση που εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία θεωρείται εγκριθείσα εάν ο αριθμός των "ναι" είναι μεγαλύερος από τον αριθμό των "όχι".

Απόλυτη πλειοψηφία (στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) 

Απόλυτη πλειοψηφία είναι η πλειοψηφία όλων των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (συμπεριλαμβανομένων όσων απουσιάζουν ή δεν ψηφίζουν). Υπό την παρούσα σύνθεσή του με 751 βουλευτές, το όριο για την απόλυτη πλειοψηφία είναι οι 376 ψήφοι.

Απόφαση 

Μια "απόφαση" είναι δεσμευτική για εκείνους στους οποίους απευθύνεται (π.χ. μια χώρα της ΕΕ ή μια επιμέρους εταιρεία) και έχει άμεση εφαρμογή.

Βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 

Οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκλέγονται απευθείας για περίοδο πέντε ετών. Οι 751 βουλευτές αντιπροσωπεύουν τους πολίτες της ΕΕ.

Γενικός Γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 

Ο ανώτατος αξιωματούχος του Κοινοβουλίου, υπεύθυνος για τη διοίκηση του Οργάνου. Εξασφαλίζει την ομαλή λειτουργία των κοινοβουλευτικών εργασιών, υπό την ηγεσία του Προέδρου και του Προεδρείου. Μαζί με τον Πρόεδρο, επαληθεύει και υπογράφει όλες τις πράξεις που εγκρίνονται από κοινού από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου 

Ο επικεφαλής της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου, η οποία επικουρεί το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μαζί με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, υπογράφει όλες τις πράξεις που εγκρίνονται από κοινού από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Γνωμοδότηση (επιτροπής) 

Η κοινοβουλευτική επιτροπή που είναι επιφορτισμένη για ένα ζήτημα μπορεί να ζητήσει από άλλες επιτροπές τη γνωμοδότησή τους. Ο πρόεδρος και ο εισηγητής της γνωμοδοτικής επιτροπής συχνά καλούνται να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της αρμόδιας επιτροπής. Η γνωμοδότηση συχνά έχει τη μορφή γραπτής έκθεσης.

Γραπτή δήλωση 

Η γραπτή δήλωση είναι ένα κείμενο 200 το πολύ λέξεων για ένα θέμα που εμπίπτει στη σφαίρα δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υποβάλλεται από πέντε το πολύ βουλευτές. Εάν υπογραφεί από την πλειοψηφία των βουλευτών του ΕΚ, διαβιβάζεται στο θεσμικό όργανο στο οποίο απευθύνεται. Οι βουλευτές του ΕΚ μπορούν να χρησιμοποιούν τις γραπτές δηλώσεις για να δρομολογούν ή να επαναδρομολογούν την ανταλλαγή απόψεων σε ένα θέμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΕΕ.

Δημόσια διαβούλευση 

Στις δημόσιες διαβουλεύσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από διάφορους εμπλεκόμενους, όπως δημόσιες αρχές, αρχές των κρατών μελών, επιχειρήσεις, (ιδιωτικούς) οργανισμούς, κλαδικές ενώσεις, πολίτες, να καταθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με σχεδιαζόμενη νομοθεσία. Συνήθως, αυτό παίρνει τη μορφή ερωτηματολογίου με ανοικτές και κλειστές ερωτήσεις.

Διάσκεψη των Προέδρων 

Η Διάσκεψη των Προέδρων οργανώνει τον επιχειρησιακό και νομοθετικό προγραμματισμό του Κοινοβουλίου, αποφασίζει σχετικά με τις αρμοδιότητες και τη σύνθεση των επιτροπών και αντιπροσωπειών και είναι υπεύθυνη για τις σχέσεις με τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ, τα εθνικά κοινοβούλια και τις τρίτες χώρες. Περιλαμβάνει τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και τους προέδρους των πολιτιικών ομάδων.

Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών 

Η Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών του Κοινοβουλίου απαρτίζεται από τους προέδρους όλων των μόνιμων και προσωρινών επιτροπών. Αντικείμενό της είναι η βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των επιτροπών του Κοινοβουλίου.

Δικαίωμα πρωτοβουλίας 

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Επιτροπής της δίνει τη δυνατότητα να διατυπώνει πρότασεις είτε επειδή οι Συνθήκες σαφώς το προβλέπουν είτε επειδή η Επιτροπή το θεωρεί αναγκαίο. Το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορούν επίσης να ζητήσουν από την Επιτροπή να διατυπώσει προτάσεις.

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 

Το Δικαστήριο της ΕΕ ερμηνεύει το δίκαιο της ΕΕ και μεριμνά ώστε αυτό να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη. Επίσης, διευθετεί νομικές διενέξεις μεταξύ κυβερνήσεων της ΕΕ, ατόμων, εταιρειών ή οργανισμών και θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Αποτελεί ένα από τα 7 θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο 

Η ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 55% των κρατών μελών. Ένα μέλος μπορεί επίσης να ζητήσει να ελεγχθεί εάν οι ψήφοι αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 62 % του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ. Την 1η Νοεμβρίου 2014 θα τεθούν σε ισχύ νέες διατάξεις βάσει των οποίων η ειδική πλειοψηφία θα αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 55% των μελών του Συμβουλίου, που θα περιλαμβάνουν τουλάχιστον 16 χώρες και θα αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της ΕΕ. Αναστέλλουσα μειοψηφία μπορεί να σχηματισθεί τουλάχιστον από τέσσερα μέλη του Συμβουλίου.

Εισηγητής 

Βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που έχει ορισθεί από την κοινοβουλευτική επιτροπή που είναι αρμόδια για το χειρισμό μιας νομοθετικής πρότασης, ο οποίος διευθύνει την πορεία της πρότασης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και καταρτίζει σχετική έκθεση.

Έκθεση 

Όταν μια πρόταση της Επιτροπής διαβιβάζεται σε κοινοβουλευτική επιτροπή, η επιτροπή ορίζει έναν εισηγητή ο οποίος εκπονεί μια έκθεση, η οποία συνήθως αποτελείται από τροπολογίες στην πρόταση, σύντομες αιτιολογήσεις και μια αιτιολογική έκθεση, η οποία περιλαμβάνει δημοσιονομικό δελτίο όπου εκτιμάται ο δημοσιονομικός αντίκτυπος της πρότασης και η συμβατότητά της με τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό.

Έκθεση πρωτοβουλίας 

Εκτός από τις νομοθετικές εκθέσεις, οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν επίσης να εκπονούν "εκθέσεις πρωτοβουλίας" σχετικά με θέμα της αρμοδιότητάς τους. Οι εκθέσεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν το μέσο προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση για ένα ορισμένο θέμα.

Επικουρικότητα 

Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η ΕΕ δεν πρέπει να ενεργεί (εκτός από τομείς που εμπίπτουν στην απόλυτη αρμοδιότητά της), εκτός εάν η δράση της είναι αποτελεσματικότερη από τη δράση που λαμβάνεται σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Πραγματοποιούνται συνεχείς έλεγχοι ώστε να επαληθεύεται ότι δικαιολογείται η ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ.

Επίσημη γλώσσα 

Υπάρχουν 24 επίσημες γλώσσες στην ΕΕ: γερμανική, αγγλική, βουλγαρική, δανική, ισπανική, εσθονική, φινλανδική, γαλλική, ελληνική, ουγγρική, ιρλανδική, ιταλική, κροατική λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική. Όλη η κοινοτική νομοθεσία δημοσιεύεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες.

Επίσημη Εφημερίδα 

Η Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκή Ένωσης (ΕΕ) περιέχει την κοινοτική νομοθεσία, πληροφορίες, ειδοποιήσεις και προπαρασκευαστική νομοθετική εργασία. Δημοσιεύεται κάθε εργάσιμη ημέρα σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Μόνο οι νομοθετικές πράξεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα είναι δεσμευτικές.

Επιτροπή συνδιαλλαγής 

Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής συνεδριάζει κατά τη φάση συνδιαλλαγής της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Απαρτίζεται από ίσο αριθμό αντιπροσώπων των κρατών μελών και βουλευτών του ΕΚ (αυτή τη στιγμή 28/28). Η επιτροπή είναι υπεύθυνη για τη σύνταξη ενός κοινού κειμένου, το οποίο παραπέμπεται στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο προς έγκριση στην τρίτη ανάγνωση.

Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  

Οι 20 μόνιμες επιτροπές του Κοινοβουλίου συντάσσουν, τροποποιούν και εγκρίνουν νομοθετικές προτάσεις, οι οποίες στη συνέχεια ψηφίζονται από το ΕΚ συνολικά κατά τις συνόδους ολομελείας. Η πολιτική σύνθεση των επιτροπών αντανακλά τη σύνθεση του Κοινοβουλίου. Το ΕΚ μπορεί επίσης να συγκροτεί υποεπιτροπές, ειδικές προσωρινές επιτροπές και επίσημες εξεταστικές επιτροπές.

Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων (COREPER) 

Επιτροπή του Συμβουλίου που απαρτίζεται από τους μόνιμους αντιπροσώπους των κρατών μελών, η οποία προετοιμάζει τις εργασίες του Συμβουλίου. Η COREPER I απαρτίζεται από αναπληρωτές μόνιμους αντιπροσώπους και η COREPER II από πρέσβεις.

Επιτροπή των Περιφερειών 

Η Επιτροπή των Περιφερειών είναι γνωμοδοτικό σώμα της ΕΕ με 353 μέλη, τα οποία αντιπροσωπεύουν τοπικές και περιφερειακές αρχές. Πρέπει να ζητείται η γνώμη της στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ στους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, των διευρωπαϊκών δικτύων υποδομής, της υγείας, της παιδείας και του πολιτισμού, της πολιτικής απασχόλησης, της κοινωνικής πολιτικής, του περιβάλλοντος, της επαγγελματικής κατάρτισης και των μεταφορών.

Επίτροπος 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαρτίζεται από Επιτρόπους, στον καθένα από τους οποίους ανατίθεται, από τον Πρόεδρο της Επιτροπής η ευθύνη για ένα συγκεκριμένο τομέα πολιτικής. Αυτή την στιγμή υπάρχουν 28 Επίτροποι, ένας από κάθε κράτος μέλος.

Ευρωπαϊκή Επιτροπή  

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ και αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά. Προτείνει τη νέα κοινοτική νομοθεσία και εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή της. Αποτελεί ένα από τα 7 θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διαχειρίζεται το ενιαίο νόμισμα της ΕΕ - το ευρώ - και προσπαθεί να εξασφαλίζει σταθερότητα τιμών στην ΕΕ. Είναι υπεύθυνη για την πλαισίωση καιτην υλοποίηση της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής της ΕΕ. Αποτελεί ένα από τα 7 θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή 

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή είναι γνωμοδοτικό όργανο της ΕΕ με 353 μέλη που αντιπροσωπεύουν την κοινωνία των πολιτών, τους εργοδότες και τους εργαζόμενους. Η γνώμη της πρέπει να ζητείται σχετικά με την λήψη αποφάσεων από την ΕΕ σε θέματα οικονομίας και κοινωνικής πολιτικής.

Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων 

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) υποστηρίζει έργα στις χώρες της ΕΕ και επενδύει σε μελλοντικά κράτη μέλη και χώρες εταίρους. Δανείζεται χρήματα από τις αγορές κεφαλαίου αντί να αντλεί από τον προϋπολογισμό της ΕΕ και τα δανείζει με ευνοϊκούς όρους σε έργα σύμφωνα με τους στόχους πολιτικής της ΕΕ. Αποτελεί ιδιοκτησία των 28 κρατών μελών της ΕΕ.

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο 

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει τα οικονομικά της ΕΕ. Ρόλος του είναι να βελτιώνει τη δημοσιονομική διαχείριση της ΕΕ και να υποβάλλει εκθέσεις για τη χρήση των δημοσίων κονδυλίων. Αποτελεί ένα από τα 7 θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ) που απαρτίζεται από 751 άμεσα εκλεγμένους βουλευτές από 28 χώρες, αντιπροσωπεύει τους πολίτες της ΕΕ. Ενεργεί ως από κοινού νομοθέτης με το Συμβούλιο σχεδόν σε όλο το δίκαιο της ΕΕ και έχει υπόλογα τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Αποτελεί ένα από τα 7 θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι το όργανο στο οποίο συμμετέχουν οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ. Λαμβάνει αποφάσεις σχετικές με τις ευρείες πολιτικές προτεραιότητες, καθώς και σημαντικές πρωτοβουλίες. Δεν διαθέτει νομοθετική εξουσία. Αποτελεί ένα από τα 7 θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Θέμα Α 

Οι ημερήσιες διατάξεις του Συμβουλίου διαιρούνται σε θέματα Α και θέματα Β. Τα θέματα Α είναι εκείνα επί των οποίων έχει επιτευχθεί συμφωνία και τα οποία μπορούν να εγκριθούν χωρίς συζήτηση. Τούτο δεν αποκλείει τη δυνατότητα οποιουδήποτε μέλους του Συμβουλίου ή της Επιτροπής να εκφράσει την άποψή του, όταν τεθεί το θέμα σε ψηφοφορία.

Θέμα Β 

Οι ημερήσιες διατάξεις του Συμβουλίου διαιρούνται σε θέματα Α και θέματα Β. Θέματα Β είναι εκείνα στα οποία δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία και θα υπάρξει συζήτηση. Συχνά πρόκειται για θέματα ευαίσθητα από πολιτική άποψη.

Κανονισμός 

Ο κανονισμός είναι μια άμεσα εφαρμοστέα πράξη του κοινοτικού δικαίου, ο οποίος έχει δεσμευτική νομική ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη. Οι εθνικές κυβερνήσεις δεν είναι υποχρεωτικό να αναλάβουν δράση προκειμένου να υλοποιήσουν τους κανονισμούς της ΕΕ.

Κίτρινη κάρτα 

Όταν η Επιτροπή καταθέτει μια νέα νομοθετική πρόταση, αυτή αποστέλλεται στα εθνικά κοινοβούλια. Εάν το ένα τρίτο από αυτά διαπιστώσει ότι η πρόταση δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας, η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει την πρόταση και να αποφασίσει εάν θα τη διατηρήσει, θα την τροποποιήσει ή θα την αποσύρει, και να αιτιολογήσει την απόφασή της.

Κοινές συνεδριάσεις επιτροπών 

Εάν ένα θέμα που παραπέμπεται στο Κοινοβούλιο δεν μπορεί να ανατεθεί σε μια αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή, επειδή εμπίπτει σαφώς στην αρμοδιότητα περισσότερων από μίας επιτροπών, οι αντίστοιχοι εισηγητές συντάσσουν ένα ενιαίο σχέδιο έκθεσης, το οποίο ψηφίζεται από κοινού από τις εμπλεκόμενες επιτροπές, υπό την κοινή προεδρία των προέδρων των επιτροπών.

Κοινό σχέδιο 

Κείμενο που εγκρίνεται από την Επιτροπή Συνδιαλλαγής στη διάρκεια της διαδικασίας της συνδιαλλαγής. Υποβάλλεται σε μια ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και δεν είναι δυνατόν να κατατεθούν τροπολογίες σε αυτό.

Κοινοβουλευτικές ερωτήσεις 

Οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις απευθύνονται από τους βουλευτές του ΕΚ προς τα άλλα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ. Οι παραλήπτες πρέπει να δώσουν απάντηση μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις αποτελούν μια άμεση μορφή κοινοβουλευτικού ελέγχου των άλλων θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ.

Κοινοτικό δίκαιο 

Το κοινοτικό δίκαιο διαιρείται σε "πρωτογενή" και "δευτερογενή" νομοθεσία. Οι συνθήκες (πρωτογενής νομοθεσία) αποτελούν τη βάση για κάθε δράση της ΕΕ. Η δευτερογενής νομοθεσία - που περιλαμβάνει κανονισμούς, οδηγίες και αποφάσεις - παράγεται από τις αρχές και τους στόχους που ορίζονται στις Συνθήκες.

Λευκή Βίβλος 

Οι Λευκές Βίβλοι της Επιτροπής είναι έγγραφα που περιέχουν προτάσεις για δράση της ΕΕ σε ένα συγκεκριμένο τομέα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακολουθούν μια Πράσινη Βίβλο η οποία έχει δημοσιευθεί προκειμένου να δρομολογήσει μια διαδικασία διαβούλευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όταν η Λευκή Βίβλος γίνει δεκτή ευνοϊκά από το Συμβούλιο, μπορεί να οδηγήσει στη θέσπιση προγράμματος δράσης της Ένωσης στον εν λόγω τομέα.

Οδηγία 

Η "οδηγία" είναι νομοθετική πράξη που ορίζει ένα στόχο που πρέπει να επιτευχθεί από όλες τις χώρες της ΕΕ, αλλά αφήνει τη μέθοδο σε κάθε κράτος μέλος.

Ολομέλεια 

Σύνοδοι ολομελείας του Κοινοβουλίου πραγματοποιούνται 12 φορές ετησίως στο Στρασβούργο, ενώ συντομότερες σύνοδοι διεξάγονται στις Βρυξέλλες. Στις συνόδους ολομελείας συμμετέχουν και οι 751 βουλευτές του ΕΚ προκειμένου να συζητήσουν και να ψηφίσουν τη νομοθεσία της ΕΕ και να τοποθετηθούν σε πολιτικά θέματα.

Ομάδα διοργανικών σχέσεων  

Φορέας της Επιτροπής υπεύθυνος για το συντονισμό των πολιτικών, νομοθετικώ και διοικητικών σχέσεων με τα άλλα θεσμικά όργανα, ιδίως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Συμμετέχουν σε αυτήν μέλη των ιδιατέρων γραφείων όλων των Επιτρόπων που έχουν ως αντικείμενο την παρακολούθηση των διοργανικών υποθέσεων.

Ομοφωνία (στο Συμβούλιο) 

Η ομοφωνία απαιτεί όλα τα κράτη μέλη που συνεδριάζουν στο πλαίσιο του Συμβουλίου να συμφωνήσουν σε μια πρόταση προκειμένου να μπορεί να εγκριθεί. Μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, μικρός αριθμός πολιτικών, που θεωρούνται ευαίσθητες, εξακολουθεί να υπόκειται σε ψηφοφορία με ομοφωνία.

Πολιτική ομάδα 

Οι βουλευτές του ΕΚ οργανώνονται όχι με βάση την εθνικότητά τους αλλά την πολιτική τους τοποθέτηση. Σήμερα, υπάρχουν 8 πολιτικές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι βουλευτές του ΕΚ μπορούν να ανήκουν σε μία μόνο πολιτική ομάδα. Ορισμένοι βουλευτές του ΕΚ δεν ανήκουν σε καμία πολιτική ομάδα και είναι γνωστοί ως μη εγγεγραμμένοι βουλευτές.

Πορτοκαλί κάρτα 

Όταν η Επιτροπή εισάγει μια νέα νομοθετική πρόταση, αυτή αποστέλλεται στα εθνικά κοινοβούλια. Εάν πλειοψηφία αυτών των οργάνων διαπιστώσει ότι το σχέδιο νομοθεσίας δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας, η Επιτροπή οφείλει να επανεξετάσει την πρόταση. Εάν διατηρήσει την πρόταση, η Επιτροπή πρέπει να δικαιολογήσει τη θέση της με αιτιολογημένη γνώμη. Εάν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο ψηφίσουν εναντίον της πρότασης κατά την πρώτη ανάγνωση, αυτή θα εγκαταλειφθεί.

Πράσινη Βίβλος 

Οι Πράσινες Βίβλοι εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να δοθεί ερέθισμα για συζήτηση με ενδιαφερόμενα μέρη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ενδέχεται να οδηγήσουν σε προτάσεις για ενωσιακή δράση, που εκτίθεται σε Λευκές Βίβλους.

Προεδρία του Συμβουλίου 

Η Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασκείται εκ περιτροπής από τα κράτη μέλη με εναλλαγή κάθε 6 μήνες. Υπάρχουν 10 σχηματισμοί του Συμβουλίου, ο καθένας από τους οποίους προεδρεύεται από τον αρμόδιο υπουργό του κράτους μέλους που ασκεί την προεδρία, εκτός από το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων το οποίο προεδρεύεται μονίμως από τον Ύπατο Εκπρόσωπο για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας.

Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 

Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προεδρεύει στις συνόδους ολομελείας, στη Διάσκεψη των Προέδρων και στο Προεδρείο (που απαρτίζεται από τους αντιπροέδρους του ΕΚ). Αντιπροσωπεύει το Κοινοβούλιο εντός της ΕΕ και διεθνώς.

Πρωτοβουλία πολιτών 

Η πρωτοβουλία πολιτών επιτρέπει σε 1 εκατομμύριο πολίτες που προέρχονται από τουλάχιστον από το ένα τέταρτο των κρατών μελών της ΕΕ να ζητήσουν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διατυπώσει προτάσεις για νέους νόμους σε τομείς όπου έχει αρμοδιότητα.

Σκιώδης εισηγητής 

Ο σκιώδης εισηγητής είναι βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο οποίος παρακολουθεί ένα φάκελο ή μια έκθεση του Κοινοβουλίου για λογαριασμό μιας πολιτικής ομάδας διαφορετικής από την ομάδα του εισηγητή.

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που γενικά είναι γνωστό ως το Συμβούλιο (παλαιότερα Συμβούλιο Υπουργών), αντιπροσωπεύει τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΕΕ. Μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο εγκρίνει νομοθεσία που προτείνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αποτελεί ένα από τα 7 θεσμικά όργανα της ΕΕ.

Συναπόφαση 

Ο όρος που χρησιμοποιόταν παλιότερα για την σημερινή νομοθετική διαδικασία· εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως ανεπίσημα.

Συνδεδεμένη επιτροπή 

Εάν ένα θέμα που πρόκειται να συζητηθεί από το Κοινοβούλιο εμπίπτει σχεδόν εξίσου στην αρμοδιότητα δύο ή περισσότερων επιτροπών, ή εάν τμήματα του ζητήματος εμπίπτουν στην αρμοδιότητα δύο ή περισσότερων επιτροπών, μια επιτροπή χαρακτηρίζεται αρμόδια επιτροπή και οι άλλες συνδεδεμένες επιτροπές. Η αρμόδια και οι συνδεδεμένες επιτροπές εργάζονται με βάση κοινά συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα, οι εισηγητές ενημερώνουν ο ένας τον άλλον και προσπαθούν να συμφωνούν σχετικά με τα κείμενα που θα προτείνουν στις επιτροπές τους και τη θέση τους σχετικά με τις τροπολογίες. Κατανέμουν μεταξύ τους τους τομείς αρμοδιότητας.

Συνδιαλλαγή 

Η συνδιαλλαγή αποτελεί την τρίτη και τελική φάση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Λαμβάνει χώρα όταν το Κοινοβύλιο και το Συμβούλιο δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με ένα νομοθετικό κείμενο κατά τις πρώτες δύο αναγνώσεις. Οι αντιπροσωπείες του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου αναζητούν συμβιβασμό αποδεκτό και στα δύο μέρη.

Συνήθης νομοθετική διαδικασία 

Στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας (προηγουμένως συναπόφασης), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίζουν από κοινού επί προτάσεων της Επιτροπής σχετικά με ευρύ φάσμα θεμάτων (για παράδειγμα, οικονομική διακυβέρνηση, μετανάστευση, ενέργεια, μεταφορές, περιβάλλον και προστασία των καταναλωτών). Το μεγαλύτερο μέρος της κοινοτικής νομοθεσίας εγκρίνεται τώρα με αυτό τον τρόπο.

Συνθήκη 

Η συνθήκη είναι μια δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Ορίζει τους στόχους της ΕΕ, τους κανόνες για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και τη σχέση μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της.

Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) 

Η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ξεκίνησε ως Συνθήκη της Ρώμης το 1958, αλλά από τότε έχει τροποποιηθεί πολύ. Εκθέτει τις οργανωτικές και λειτουργικές λεπτομέρειες της ΕΕ. Είναι μια από τις δύο βασικές συνθήκες πάνω στις οποίες εδράζεται τώρα η ΕΕ.

Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) 

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ που ήταν σε ισχύ από το 1993, τροποποιήθηκε και μετονομάστηκε, από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, σε Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Συνθήκη αυτή ορίζει την ΕΕ ως νομική οντότητα, ορίζει τις αξίες, τους στόχους, τα θεσμικά όργανα και τις αρμοδιότητές της. Αποτελεί μια από τις δύο βασικές συνθήκες επί των οποίων εδράζεται αυτή τη στιγμή η ΕΕ.

Συνθήκη της Λισαβόνας 

Η Συνθήκη της Λισαβόνας τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009. Περιλαμβάνει τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η Συνθήκη της Λισαβόνας έδωσε περισσότερες εξουσίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, άλλαξε τις διαδικασίες ψηφοφορίας στο Συμβούλιο, εισήγαγε την πρωτοβουλία των πολιτών, δημιούργησε μόνιμο πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, νέο Ύπατο Εκπρόσωπο για τις Εξωτερικές Υποθέσεις, νέα διπλωματική υπηρεσία της ΕΕ και διευκρίνισε ποιες αρμοδιότητες ανήκουν στην ΕΕ, ποιες στα κράτη μέλη και ποιές ασκούνται από κοινού. Άλλαξε το όνομα της συναπόφασης σε συνήθη νομοθετική διαδικασία και αύξησε τον αριθμό τομέων στους οποίους εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία.

Συνθήκη της Νίκαιας 

Η Συνθήκη της Νίκαιας τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2003. Σκοπός της ήταν να μεταρρυθμίσει τα θεσμικά όργανα ώστε η ΕΕ να μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά αφού φτάσει τα 25 κράτη μέλη. Εισήγαγε μεθόδους για αλλαγή της σύνθεσης της Επιτροπής και επανακαθορισμό του συστήματος ψηφοφορίας στο Συμβούλιο.

Συνθήκη του Άμστερνταμ 

Η Συνθήκη του Άμστερνταμ τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999. Στόχος της ήταν η μεταρρύθμιση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ σε προπαρασκευή για την άφιξη των μελλοντικών κρατών μελών. Τροποποίησε, επαναρρύθμισε και ενοποίησε τις Συνθήκες ΕΕ και ΕΟΚ και αύξησε τη χρήση της συναπόφασης.

Συνθήκη του Μάαστριχτ 

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, ή η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1993. Με αυτήν ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση (προηγουμένως η ΕΕ ήταν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες), εισήχθη η συναπόφαση και η συνεργασία μεταξύ των κυβερνήσεων της ΕΕ σε θέματα άμυνας, δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων. Άνοιξε το δρόμο για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση και εισήγαγε στοιχεία πολιτικής ένωσης (ιθαγένεια, κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική εσωτερικών υποθέσεων).

Σώμα των Επιτρόπων 

Το Σώμα απαρτίζεται από 28 Ευρωπαίους Επιτρόπους.

Τριμερής διάλογος 

Ανεπίσημες συναντήσεις τις οποίες συμμετέχει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Σκοπός είναι να επιτευχθεί συμφωνία (σε μια δέσμη τροπολογιών ή σχετικά με τη διατύπωση νομοθετικών διατάξεων) αποδεκτή στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο.

Τροποποιημένη πρόταση (πρόταση της Επιτροπή μετά την πρώτη ανάγνωση στο ΕΚ) 

Μεταξύ της πρώτης ανάγνωσης στο Κοινοβούλιο και της πρώτης ανάγνωσης στο Συμβούλιο, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει την πρότασή της προκειμένου να ενσωματώσει τροπολογίες του Κοινοβουλίου οι οποίες κατά τη γνώμη της βελτιώνουν την αρχική πρόταση και/ή είναι πιθανό να διευκολύνουν συμφωνία μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου.

 
Το άρθρο σε μορφή PDF   

Μοιραστείτε το