Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο

Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) ιδρύθηκε από τη Συνθήκη της Ρώμης με σκοπό τη βελτίωση της κινητικότητας των εργαζόμενων και των ευκαιριών απασχόλησης στην κοινή αγορά. Τα καθήκοντά του και οι λειτουργικοί του κανόνες αναθεωρήθηκαν εν συνεχεία ώστε να αντικατοπτρίζουν τις εξελίξεις στην οικονομική κατάσταση και στην κατάσταση απασχόλησης στα κράτη μέλη, καθώς και την εξέλιξη των πολιτικών προτεραιοτήτων που ορίζονται σε επίπεδο ΕΕ.

Νομική βάση

Άρθρα 162-164, 174, 175, 177 και 178 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, η έγκριση των γενικών κανόνων που εφαρμόζονται στα διαρθρωτικά ταμεία υπόκειται πλέον στη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

Στόχοι

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, το ΕΚΤ θα πρέπει να βελτιώσει τις ευκαιρίες απασχόλησης, να ενισχύσει την κοινωνική ένταξη, να καταπολεμήσει τη φτώχεια, να προαγάγει την εκπαίδευση, τις δεξιότητες και τη διά βίου μάθηση και να αναπτύξει ενεργές, συνολικές και βιώσιμες πολιτικές ένταξης.

Σύμφωνα με τις προτεραιότητές του, το ΕΚΤ:

  • προάγει υψηλά επίπεδα απασχόλησης και ποιοτικών θέσεων εργασίας, βελτιώνει την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στηρίζει τη γεωγραφική και την επαγγελματική κινητικότητα των εργαζομένων και διευκολύνει την προσαρμογή τους στις μεταλλαγές της βιομηχανίας·
  • ενθαρρύνει ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης για όλους και στηρίζει τη μετάβαση των νέων από την εκπαίδευση στην απασχόληση·
  • καταπολεμά την φτώχεια, ενισχύει την κοινωνική ένταξη και προάγει την ισότητα των φύλων, την απαγόρευση των διακρίσεων και τις ίσες ευκαιρίες.

Επιτεύγματα

A. Προηγούμενες περίοδοι προγραμματισμού

Το ΕΚΤ υπήρξε το πρώτο διαρθρωτικό ταμείο. Τα πρώτα χρόνια, έως το 1970, επέστρεψε στα κράτη μέλη το 50% των δαπανών επαγγελματικής κατάρτισης και αποζημιώσεων επανεγκατάστασης για τους εργαζόμενους που επλήγησαν από οικονομική αναδιάρθρωση. Συνολικά, βοήθησε πάνω από 2 εκατομμύρια άτομα κατά την εν λόγω περίοδο. Το 1971, με απόφαση του Συμβουλίου, οι πόροι του ΕΚΤ αυξήθηκαν σημαντικά και τροποποιήθηκε το σύστημά του για την παροχή βοήθειας, με αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να πρέπει να υποβάλλουν αιτήσεις χορήγησης συνδρομής εκ των προτέρων. Το 1983 μία νέα μεταρρύθμιση δυνάμει της απόφασης 83/516/EΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, επαναπροσανατόλισε το ταμείο στην καταπολέμηση της ανεργίας των νέων και στην ενίσχυση των περιφερειών που υστερούν περισσότερο. Συμπεριλαμβάνοντας στη Συνθήκη ΕΚ τον στόχο της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής στο πλαίσιο της Κοινότητας, η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986) έθεσε τις βάσεις για μια συνολική μεταρρύθμιση (κανονισμοί της 24ης Ιουνίου και της 19ης Δεκεμβρίου 1988), η οποία είχε ως στόχο βασικά να εισαγάγει μια συντονισμένη προσέγγιση στον προγραμματισμό και στη λειτουργία των διαρθρωτικών ταμείων. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής για τη στήριξη του ΕΚΤ, όπως περιγράφεται στο άρθρο 146, προκειμένου να περιλάβει την «προσαρμογή στις μεταλλαγές της βιομηχανίας και στις αλλαγές των συστημάτων παραγωγής». Για την επόμενη περίοδο προγραμματισμού (1994-1999), η χρηματοδότηση που διατέθηκε για την οικονομική και κοινωνική συνοχή διπλασιάστηκε (141 δισεκατομμύρια ECU). Οι κοινοτικές πρωτοβουλίες, που κατά την προηγούμενη περίοδο λειτουργούσαν δοκιμαστικά, επιβεβαιώθηκαν, και διατέθηκε αρκετά μεγαλύτερος προϋπολογισμός (9% των συνολικών πόρων των ταμείων). Συγχρηματοδοτήθηκαν δύο τέτοια προγράμματα, που είχαν ως στόχο να στηρίξουν καινοτόμα διεθνικά έργα: το «Adapt», που είχε ως στόχο να βοηθήσει εργοδότες και εργαζόμενους να αντιμετωπίσουν τις βιομηχανικές μεταλλαγές και να χειριστούν τις επιπτώσεις τους και το «Employment», οι τέσσερις πτυχές του οποίου προώθησαν την ένταξη ευπαθών ομάδων στην αγορά εργασίας.

Στο πλαίσιο της Ατζέντας 2000, το συνολικό πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων απλοποιήθηκε για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006. Στο ΕΚΤ, με προϋπολογισμό ύψους 60 δισεκατομμυρίων ευρώ, ανατέθηκε διττή αρμοδιότητα συνεισφοράς τόσο στην πολιτική συνοχής όσο και στην υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Απασχόλησης (ΕΣΑ) (2.3.3)· το πεδίο παρέμβασής του επανασχεδιάστηκε αναλόγως. Συγχρηματοδοτήθηκε μόνο μία κοινοτική πρωτοβουλία: πρόκειται για την EQUAL, που εστίασε στην υποστήριξη καινοτόμων, διεθνικών σχεδίων, που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση των διακρίσεων και των μειονεκτημάτων στην αγορά εργασίας.

Για την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013, παρέμειναν μόνο τρία διαρθρωτικά ταμεία: το ΕΚΤ, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και το Ταμείο Συνοχής. Επεδίωκαν από κοινού τους στόχους της σύγκλισης (κατανομή του 81% των πόρων), της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης (κατανομή του16% των πόρων στις περιφέρειες εκτός σύγκλισης), και της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας για την προώθηση της αρμονικής ανάπτυξης σε ολόκληρη την ΕΕ (με το 2,5% των πόρων).

Οι πόροι των διαρθρωτικών ταμείων κατανέμονται μεταξύ των κρατών μελών σύμφωνα με ένα μαθηματικό τύπο ο οποίος λαμβάνει υπόψη τον πληθυσμό (και την πυκνότητα του), την περιφερειακή ευημερία, την απασχόληση και τα επίπεδα εκπαίδευσης, και αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσεων στις οποίες προβαίνουν τα κράτη μέλη ταυτόχρονα με τις διαπραγματεύσεις για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), για μια συγκεκριμένη περίοδο. Ένα βασικό χαρακτηριστικό των διαρθρωτικών ταμείων είναι η αρχή της προσθετικότητας, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δεν μπορούν να χρησιμοποιούν τα διαρθρωτικά ταμεία για να υποκαταστήσουν εγχώριες δαπάνες που θα προγραμμάτιζαν ούτως ή άλλως.

Κατά την περίοδο 2007-2013, το ΕΚΤ, μαζί με τα άλλα χρηματοδοτικά μέσα της ευρωπαϊκής πολιτικής συνοχής, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στο ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για την ανάκαμψη που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2008 και στο συντονισμένο ευρωπαϊκό σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας που υπέβαλε η Επιτροπή τον Νοέμβριο του ιδίου έτους.

B. Τρέχουσα περίοδος προγραμματισμού (2014-2020)

1. Πέντε Διαρθρωτικά Ταμεία διέπονται από κοινούς κανόνες

Τα πέντε Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία για την περίοδο 2014-2020, ήτοι το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας (ΕΤΘΑ), ρυθμίζονται σήμερα από μία δέσμη κοινών κανόνων. Επιπλέον, υπάρχουν κανονισμοί που αφορούν συγκεκριμένα το κάθε ταμείο για να καθορίζουν τις περιοχές παρέμβασης και άλλα ίδια χαρακτηριστικά τους. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, ορίζει κοινές αρχές και κοινούς κανόνες και πρότυπα για την εφαρμογή των πέντε ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, καθορίζει την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ), ορίζοντας το πεδίο εφαρμογής της παρεχόμενης υποστήριξης, θεσπίζοντας ειδικές διατάξεις και ορίζοντας τους τύπους της επιλέξιμης για συνδρομή δαπάνης.

Με συνολική προικοδότηση 74 δισεκατομμυρίων ευρώ (σε σύγκριση με το προβλεπόμενο ποσό των 75 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2007-2013), το ΕΚΤ συγχρηματοδοτεί εθνικά ή περιφερειακά επιχειρησιακά προγράμματα τα οποία διατρέχουν τον επταετή κύκλο ζωής του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, προτείνονται από τα κράτη μέλη και εγκρίνονται με απόφαση της Επιτροπής.

Επικεντρώνεται στους ακόλουθους τέσσερις θεματικούς στόχους:

  • προώθηση της βιώσιμης και ποιοτικής απασχόλησης και υποστήριξη της κινητικότητας της εργασίας·
  • προώθηση της κοινωνικής ένταξης και καταπολέμηση της φτώχειας και των διακρίσεων·
  • επένδυση στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και την επαγγελματική κατάρτιση για την απόκτηση δεξιοτήτων και τη διά βίου μάθηση·
  • ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας των δημόσιων αρχών και των ενδιαφερόμενων φορέων και της αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.

Ο ρόλος του ΕΚΤ ενισχύθηκε για την περίοδο 2014-2020 με την εισαγωγή ενός νομικά δεσμευτικού ελάχιστου μεριδίου της τάξεως του 23,1% των συνολικών χρηματοδοτικών πόρων της ΕΕ για τη συνοχή.

2. Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων

Ο κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου περιλαμβάνει την πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων (ΠΑΝ), η οποία χρηματοδοτείται από τρεις πηγές: τις εθνικές επιχορηγήσεις του ΕΚΤ (3,2 δισεκατομμύρια ευρώ), έναν ειδικό προϋπολογισμό της ΕΕ (3,2 δισεκατομμύρια ευρώ) και από την εθνική συγχρηματοδότηση της συνεισφοράς του ΕΚΤ. Υποστηρίζει νέους που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης (ΕΕΑΚ) σε περιοχές στις οποίες σημειώνεται ποσοστό ανεργίας των νέων άνω του 25%. Τον Φεβρουάριο του 2015, η Επιτροπή πρότεινε τροποποίηση του κανονισμού του ΕΚΤ με σκοπό να αυξηθεί το ποσοστό προχρηματοδότησης της ΠΑΝ (που καταβάλλεται μετά την έγκριση των επιχειρησιακών προγραμμάτων) από 1-1,5% έως και 30% στον προϋπολογισμό του 2015, προκειμένου να επισπευσθεί η εφαρμογή στα κράτη μέλη.

Κατά τον εορτασμό της 60ής επετείου του Ταμείου στις αρχές του 2017, η Επιτροπή ανέφερε ότι, μόνο κατά την περίοδο 2007-13, είχε βοηθήσει περίπου 10 εκατομμύρια ευρωπαίους πολίτες να βρουν δουλειά. Η Επίτροπος Marianne Thyssen αναφέρθηκε στο ΕΚΤ ως μία «αλληλουχία 60 χρόνων επιτυχημένων παραδειγμάτων» και τόνισε ότι αυτό αντιπροσωπεύει άμεση επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό. Αυτή η ευκαιρία σηματοδότησε επίσης την έναρξη μίας περιόδου προβληματισμού σχετικά με τη χρηματοδότηση του ανθρώπινου δυναμικού της ΕΕ μετά το 2020.

Στις 2 Μαΐου 2018, η Επιτροπή παρουσίασε την πρότασή της για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ), που καλύπτει την περίοδο 2021-2027. Οι προτάσεις περιελάμβαναν ένα ανανεωμένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Plus (ΕΚΤ +), με προϋπολογισμό ύψους 101 δισεκατομμυρίων ευρώ, για τη στήριξη της εφαρμογής των αρχών του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων. Στο ΕΚΤ + θα συγχωνευθούν το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), η Πρωτοβουλία για την Απασχόληση των Νέων (ΠΑΝ), το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους (FEAD), το πρόγραμμα της ΕΕ για την Απασχόληση και την Κοινωνική Καινοτομία (EaSI) και το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Υγεία.

Οι προτεραιότητες του ΕΚΤ + είναι:

  • η προώθηση μεταρρυθμίσεων για να βελτιωθεί η οικονομική και κοινωνική ανθεκτικότητα και η κοινωνική σύγκλιση προς τα πάνω, καθώς και η προσβασιμότητα, η ανθεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης και των πολιτικών στον τομέα της δημόσιας υγείας, ιδίως μέσω της καλύτερης ευθυγράμμισης με τις συστάσεις ανά χώρα (ΣΑΧ) του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου·
  • η επένδυση στην εκπαίδευση και στις δεξιότητες (ιδίως τις βασικές ψηφιακές δεξιότητες), έτσι ώστε να προσαρμοστούν στις ανάγκες της οικονομίας, με την προώθηση της απασχόλησης μέσω δράσεων που καθιστούν δυνατή την (επαν)ένταξη στην αγορά εργασίας, ιδίως για τους νέους και τους μακροχρόνια ανέργους και για την αντιμετώπιση νέων κινδύνων για την υγεία που οφείλονται στην αλλαγή των μορφών εργασίας·
  • η απόδοση ιδιαίτερης προσοχής στην κατάσταση των μεταναστών και στην ένταξή τους στις αγορές εργασίας·
  • η προώθηση της κοινωνικής ένταξης, με την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας, την πρόληψη και την καταπολέμηση της φτώχειας και της ανισότητας·
  • η υποστήριξη της κινητικότητας στην αγορά εργασίας και της κοινωνικής καινοτομίας·
  • η μείωση των ανισοτήτων όσον αφορά την πρόσβαση στην δημόσια υγεία και την ποιοτική υγειονομική περίθαλψη μεταξύ των κρατών μελών, μέσω της προστασίας των πολιτών από σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας, της ενίσχυσης των συστημάτων υγείας με έμφαση τον ψηφιακό τους μετασχηματισμό και της προάσπισης της νομοθεσίας της ΕΕ για την υγεία.

3. Μέσα για την ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας τα οποία συμπληρώνουν το ΕΚΤ

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση (ΕΤΠ) δημιουργήθηκε ως ένα μέσο της πολιτικής ανταγωνισμού, και όχι της πολιτικής για τη συνοχή, για το ΠΔΠ 2007-2013, με σκοπό να παρέχει στήριξη στους εργαζόμενους που απολύονται συνεπεία μειζόνων διαρθρωτικών αλλαγών στα πρότυπα του παγκόσμιου εμπορίου λόγω της παγκοσμιοποίησης. Ενώ το ΕΤΠ ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης για περιορισμένο χρονικό διάστημα, όπως οι μαζικές απολύσεις λόγω της παγκοσμιοποίησης, το ΕΚΤ υποστηρίζει πολυετή προγράμματα που στοχεύουν στην επίτευξη των μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών στόχων της διατήρησης ή της επανένταξης των ατόμων στην αγορά εργασίας.

Λόγω της κρίσης, ο κανονισμός του ΕΤΠ (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1927/2006) τροποποιήθηκε προσωρινά, μέχρι τα τέλη του 2011, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις απολύσεις που οφείλονται στην κρίση παρέχοντας ποσοστά συγχρηματοδότησης από 50% έως 65%. Ο νέος κανονισμός ΕΚΤ για την περίοδο 2014-2020 (Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1309/2013) εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τον Δεκέμβριο 2013, με προϋπολογισμό έως και 150 εκατομμύρια ευρώ. Πέραν από τις περιπτώσεις απολύσεων, οι οποίες οφείλονται σε διαρθρωτικές αλλαγές που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση, περιλαμβάνει και περιπτώσεις απολύσεων οι οποίες οφείλονται στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση.

Στις 2 Μαΐου 2018, η Επιτροπή πρότεινε έναν νέο, αναθεωρημένο κανονισμό ΕΤΠ με προϋπολογισμό ύψους 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ, που θα επεκταθεί ώστε να καλύπτει τους εργαζομένους που χάνουν τις θέσεις εργασίας τους λόγω αναδιαρθρώσεων ή λόγω της αυτοματοποίησης ή της ψηφιοποίησης. Το κατώτατο όριο του αριθμού των απολύσεων που μπορεί να ενεργοποιήσει τη στήριξη από το ΕΤΠ θα μειωθεί από 500 σε 250.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Με την πάροδο του χρόνου αυξήθηκε η επιρροή του Κοινοβουλίου επί του ΕΚΤ. Δυνάμει της Συνθήκης του Μάαστριχτ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έπρεπε να παρέχει τη σύμφωνη γνώμη του σχετικά με τις γενικές διατάξεις που διέπουν τα ταμεία ενώ, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η έγκριση των κανόνων εφαρμογής του ΕΚΤ υπόκειται πλέον στη διαδικασία συναπόφασης. Το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι το ΕΚΤ είναι το σημαντικότερο μέσο της ΕΕ για την καταπολέμηση της ανεργίας. Ως εκ τούτου, τασσόταν πάντοτε υπέρ της αποτελεσματικής λειτουργίας του ταμείου αυτού και ζητούσε τη θέσπιση απλούστερης νομοθεσίας και διαδικασιών που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα των παρεμβάσεων του ΕΚΤ.

Με την πάροδο του χρόνου, το πεδίο εφαρμογής της βοήθειας του ΕΚΤ επεκτάθηκε, ώστε να περιλάβει και τις προσπάθειες για την καταπολέμηση των ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών, των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού, διευκολύνοντας την πρόσβαση των ευάλωτων ομάδων στην απασχόληση. Το Κοινοβούλιο στήριξε την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεισφορά του ΕΚΤ στην καταπολέμηση της οικονομικής κρίσης και στο ψήφισμά του, της 7ης Οκτωβρίου 2010, ζήτησε να ενισχυθεί το ΕΚΤ ώστε να καταστεί η βασική κινητήρια δύναμη για την υλοποίηση των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

Χάρη στο Κοινοβούλιο, κατά την περίοδο προγραμματισμού 2014-2020 θα καλυφθεί από το ΕΚΤ το 23,1% των συνολικών χρηματοδοτικών πόρων της ΕΕ για τη συνοχή, ενώ το 20% του μεριδίου του κάθε κράτους μέλους από το ΕΚΤ θα πρέπει να δαπανηθεί σε δράσεις υπέρ της κοινωνικής ένταξης. Σύμφωνα με την πρόταση ΠΔΠ για την περίοδο 2021-27, οι αριθμοί αυτοί αναμένεται ότι θα αυξηθούν σε 27% και 25% αντιστοίχως (εκ των οποίων 2% θα διατεθεί για τους απόρους). Το Κοινοβούλιο επέμεινε επίσης ότι το ΕΚΤ θα πρέπει να αρχίσει να καλύπτει και νέες κατηγορίες δικαιούχων, όπως την κατηγορία των αυτοαπασχολούμενων.

Εξ αφορμής της πρόσφατης εισροής προσφύγων, το Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του της 5ης Ιουλίου 2016, επεσήμανε ότι η επαγγελματική ένταξη συνιστά ένα από τα βασικά μέτρα που συμβάλλουν στην κοινωνική ένταξη και τόνισε ότι το ΕΚΤ διατίθεται για μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ένταξης των προσφύγων σε ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, ζητώντας, ταυτόχρονα, να δοθεί στο ταμείο μεγαλύτερη σημασία όσον αφορά το συγκεκριμένο αυτό σημείο. Η Επιτροπή συνεκτίμησε τις ανησυχίες αυτές στην πρόταση ΠΔΠ για την περίοδο 2021-2027, της 2ας Μαΐου 2018, προσθέτοντας στις προτεραιότητες του ΕΚΤ + συγκεκριμένη αναφορά στους μετανάστες και στην ενσωμάτωσή τους σε αγορές εργασίας.

 

Stefan Schulz