| Πάνω από τους μισούς ευρωπαίους ψηφοφόρους είναι γυναίκες. Ωστόσο, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι γυναίκες εξακολουθούν ως επί το πλείστον να συμμετέχουν σε πολύ μικρό βαθμό στις θέσεις λήψης αποφάσεων. Εδώ και αρκετές κοινοβουλευτικές περιόδους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μάχεται προκειμένου να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών στον πολιτικό βίο και στις λήψεις των αποφάσεων. Ενόψει των ευρωεκολογών του 2004, οι βουλευτές ζήτησαν από τα κόμματα να ανοίξουν περισσότερο τα ψηφοδέλτιά τους στις γυναίκες. Επιπλέον, ενίσχυσαν την ευρωπαϊκή στρατηγική για μια πιο ισόρροπη εκπροσώπηση των γυναικών στην οικονομία και στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή.
Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μέσο ποσοστό γυναικών στις κυβερνήσεις και τα εθνικά κοινοβούλια ανέρχεται περίπου στο 25%. Στις σκανδιναβικές χώρες, όπου οι πολιτικές για την ισότητα είναι παλαιότερες και πιο ενεργές, το αντίστοιχο ποσοστό είναι πιο αυξημένο: 43,5% γυναικών στο Σουηδικό Κοινοβούλιο το 2003, 38% στη Δανία, 37,5% στη Φινλανδία. Από την άλλη πλευρά, η Ιταλία έχει μόνο 11,5% εκλεγμένων γυναικών στο Κοινοβούλιο και η Ελλάδα μόνο 8,7%. Σε επίπεδο κυβερνήσεων, και πάλι η Σουηδία και η Φινλανδία κατέχουν τα πρωτεία της γυναικείας εκπροσώπησης, με το 52,6% και το 44,4% των υπουργικών θέσεων αντιστοίχως, έναντι μέσου ποσοστού 23% στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.
Καλούνται τα κόμματα να αυξήσουν τη συμμετοχή των γυναικών
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η αναλογία γυναικών είναι μεγαλύτερη σε σχέση με το μέσο όρο των εθνικών κοινοβουλίων. Κατά τις πρώτες εκλογές με άμεση καθολική ψηφοφορία, το 1979, εξελέγησαν 69 γυναίκες επί συνόλου 410 εδρών, δηλαδή ποσοστό 16,8%. Η αναλογία αυτή αυξήθηκε στο 29,8% το 1999 και στο 31% το 2003, ύστερα από ορισμένες αλλαγές μελών κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου. Όμως εξακολουθεί να είναι υπερβολικά χαμηλή. Το 2001, το Κοινοβούλιο πρότεινε ελάχιστη εκπροσώπηση 40% για το καθένα από τα δύο φύλα σε όλους τους πολιτικούς τομείς και σε όλες τις επιτροπές σε ευρωπαϊκό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Ωστόσο, ο στόχος αυτός κινδυνεύει να αποδειχθεί ανέφικτος μετά τη διεύρυνση, δεδομένου ότι η εκπροσώπηση των γυναικών στην πολιτική είναι ακόμη πολύ μικρή στις δέκα νέες χώρες που θα ενταχθούν. Για παράδειγμα, τα δέκα νέα κράτη μέλη, τα οποία κλήθηκαν να αποστείλουν παρατηρητές στο ΕΚ από το 2003, έστειλαν μόνο 14% γυναικών, ποσοστό αποκαλυπτικό και ανησυχητικό, το οποίο ενδέχεται να προαναγγέλλει τη μειωμένη εκπροσώπηση των γυναικών στην εκλεγμένη συνέλευση της Ένωσης των 25. Επίσης, σε ψήφισμα το οποίο ενέκρινε τον Νοέμβριο του 2003, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλεί όλα τα κόμματα στη διευρυμένη Ένωση να καθιερώσουν συστήματα ποσοστώσεων, όπως το λεγόμενο σύστημα "φερμουάρ", στο οποίο γυναίκες και άνδρες εναλλάσσονται συστηματικά στα ψηφοδέλτια, και/ή να λάβουν μέτρα για να ενθαρρύνουν μια πιο ισόρροπη συμμετοχή. Για το Κοινοβούλιο, η παρουσία γυναικών στα ψηφοδέλτια για τις ευρωεκλογές θα πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον στο 30% στα 25 κράτη. Τα πολιτικά κόμματα καλούνται επίσης να επανεξετάσουν τις εσωτερικές δομές τους, οι οποίες συχνά αποτελούν εμπόδια για μια ισότιμη συμμετοχή των γυναικών, ενώ ζητείται από τα κράτη μέλη να διεξαγάγουν εκστρατείες ευαισθητοποίησης.
Σε ψήφισμα που ενέκρινε το 2001 σχετικά με την ισόρροπη συμμετοχή γυναικών και ανδρών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπογράμμιζε ότι είναι αναγκαίο να προωθηθεί η αρχή της ισότητας όχι μόνο στην πολιτική ή οικονομική ζωή αλλά και στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, έτσι ώστε να παρέχονται ίσες ευκαιρίες σε άντρες και γυναίκες. Τόνιζε επίσης ότι είναι επιτακτική ανάγκη να βελτιωθεί η μέριμνα για τα παιδιά και τα άλλα πρόσωπα των οποίων τη φροντίδα έχουν τα νοικοκυριά, έτσι ώστε οι οικογενειακές δεσμεύσεις να μην αποτελούν συστηματικά εμπόδιο στην επαγγελματική ανέλιξη των γυναικών.
Το 2002, σε άλλο ψήφισμά του, το Κοινοβούλιο εξέφρασε επίσης την ανησυχία του σχετικά με την υποεκπροσώπηση των γυναικών στα ηγετικά όργανα των κοινωνικών εταίρων. Παρόλο που αποτελούν το 42% του ενεργού πληθυσμού και το 40% των συνδικαλισμένων, οι γυναίκες εκπροσωπούνται στις σχετικές οργανώσεις σε ακόμη μικρότερο ποσοστό απ' ό,τι στα πολιτικά όργανα. Επίσης, καλούνται οι κοινωνικοί εταίροι να αναλάβουν θετικές δράσεις με στόχο να αυξήσουν πραγματικά την εκπροσώπηση και τη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Ισότητα: μια θεμελιώδης αξία
Παρόλο που η Συνέλευση για το μέλλον της Ευρώπης αποτέλεσε κατά πλειοψηφία μια ανδρική υπόθεση, αφού υπήρχαν σε αυτή μόνο 17 γυναίκες επί συνόλου 105 ενεργών μελών, η ισότητα συμπεριελήφθη στους θεμελιώδεις στόχους της Ένωσης στο πλαίσιο του σχεδίου Συντάγματος. Όμως, για πολλούς ευρωβουλευτές, το βήμα αυτό δεν ήταν αρκετό. Έτσι, οι εκπρόσωποι του Κοινοβουλίου εξακολούθησαν να καταβάλλουν προσπάθειες στη Διακυβερνητική Διάσκεψη προκειμένου η αρχή αυτή να αναχθεί σε μία από τις θεμελιώδεις αξίες (άρθρο 2 του σχεδίου Συντάγματος) και όχι μόνον σε έναν από τους στόχους (άρθρο 3). Και τα κατάφεραν κατά τη διάρκεια της ιταλικής προεδρίας, αφού η τελευταία εκδοχή του κειμένου αναφέρει στο άρθρο 2, μεταξύ των αξιών της Ένωσης, τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Μια κοινοτική στρατηγική
Το 2000, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε πενταετές πρόγραμμα κοινοτικής δράσης (2001-2005) για την προώθηση, στην πράξη, της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε το πρόγραμμα αυτό μετά από ρητό αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρόγραμμα το οποίο χρηματοδοτήθηκε με 50 εκατομμύρια ευρώ για μια πενταετία. Αυτό το πρόγραμμα, το οποίο εξ αρχής ήταν ανοικτό στη συμμετοχή των υποψηφίων χωρών, έχει ως στόχο να προωθήσει και να διαδώσει τις αξίες και τις πρακτικές πάνω στις οποίες στηρίζεται η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, και να βοηθήσει τους ενδιαφερόμενους να κατανοήσουν και να καταπολεμήσουν καλύτερα τα φαινόμενα άμεσης και έμμεσης διάκρισης, όχι μόνο στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή, αλλά και στους τομείς των μέσων ενημέρωσης, της εκπαίδευσης, της υγείας ή του αθλητισμού. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, το πρόγραμμα χρηματοδοτεί δράσεις ευαισθητοποίησης, εκστρατείες ενημέρωσης, διεθνικές δραστηριότητες και ανταλλαγές εμπειριών.
Το Κοινοβούλιο επέμεινε στην ανάγκη να ενημερώνεται κάθε χρόνο για την πορεία και για τα αποτελέσματα αυτού του προγράμματος, διαδραματίζοντας έτσι τον εποπτικό του ρόλο προκειμένου να καταστούν πράξη οι αναληφθείσες δεσμεύσεις. Αν και ικανοποιημένο από τις προτεραιότητες δράσης που επελέγησαν (ισότητα μισθών το 2001, συνδυασμός επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής το 2002, συμμετοχή των γυναικών στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων το 2003), το Κοινοβούλιο κάλεσε επίσης την Επιτροπή να προτείνει συμπληρωματικά νομοθετικά μέτρα, κυρίως για να μειωθούν οι διαφορές μισθών, να συγκεντρωθούν τα καλύτερα στατιστικά στοιχεία, ή ακόμη να ενταχθεί η αρχή της ισότητας ανδρών και γυναικών και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της γυναίκας στην πολιτική συνεργασίας της Ένωσης με τρίτες χώρες.
|