Διατάξεις σχετικά με το προσωπικό: κοινοβουλευτικοί βοηθοί 

Οι βουλευτές του ΕΚ μπορούν να επιλέγουν το δικό τους προσωπικό εντός των ορίων προϋπολογισμού που ορίζει το Κοινοβούλιο. Το 2019, το ανώτατο μηνιαίο ποσό που διατίθεται για όλες τις δαπάνες είναι 24.943 EUR ανά βουλευτή. Κανένα από αυτά τα κονδύλια δεν καταβάλλεται στον ίδιο τον βουλευτή.


Οι βουλευτές του ΕΚ μπορούν να επιλέξουν μεταξύ βοηθών διαφόρων κατηγοριών:

  • η πρώτη κατηγορία είναι αυτή των διαπιστευμένων βοηθών, εγκατεστημένων στις Βρυξέλλες (ή στο Λουξεμβούργο/Στρασβούργο), υπαγόμενων διοικητικά απευθείας στη διοίκηση του Κοινοβουλίου σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόζεται στο μη μόνιμο προσωπικό της ΕΕ. Οι βουλευτές μπορούν να προσλάβουν τρεις το πολύ διαπιστευμένους/ες βοηθούς (υπό ορισμένες προϋποθέσεις τέσσερις). Τουλάχιστον το ένα τέταρτο του συνολικού προϋπολογισμού πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την απασχόληση διαπιστευμένων βοηθών.
  • η δεύτερη κατηγορία βοηθών που μπορούν να προσλαμβάνουν οι βουλευτές είναι αυτή των «τοπικών» βοηθών που είναι εγκατεστημένοι στα κράτη μέλη τους. Διοικητικά υπεύθυνοι για αυτούς είναι οι ειδικοί εντολοδόχοι πληρωμής, οι οποίοι διασφαλίζουν την τήρηση των διατάξεων σχετικά με τη φορολόγηση και την κοινωνική ασφάλιση. Ένα 75 %, κατ’ ανώτατο όριο, του συνολικού προϋπολογισμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αυτούς τους τοπικούς βοηθούς.

Πέραν της απασχόλησης διαπιστευμένων και τοπικών βοηθών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί επίσης ποσό που αντιστοιχεί σε ένα τέταρτο, κατ’ ανώτατο όριο, του συνολικού διαθέσιμου προϋπολογισμού για την πληρωμή για υπηρεσίες που παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών της επιλογής του βουλευτή, όπως είναι οι εκπονήσεις μελετών.


Οι βοηθοί καλούνται να αποφεύγουν οποιεσδήποτε εξωτερικές δραστηριότητες ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων. Από το 2009 και μετά, οι βουλευτές δεν μπορούν πλέον να προσλαμβάνουν στενούς συγγενείς.


Τα ονόματα ή οι εταιρικές επωνυμίες όλων των βοηθών δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου καθ' όλη τη διάρκεια των συμβάσεών τους, εκτός εάν τους χορηγηθεί εξαίρεση, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, για λόγους προστασίας της ασφάλειάς τους.