Βουλευτική ασυλία 

Η βουλευτική ασυλία δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο ενός βουλευτή αλλά εγγύηση ότι οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορούν να ασκούν ελεύθερα την εντολή τους χωρίς να εκτίθενται σε αυθαίρετες, πολιτικές διώξεις. Κατά την έννοια αυτή αποτελεί εγγύηση για την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα του Κοινοβουλίου στο σύνολό του.


Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη εξαιτίας γνώμης που εξέφρασαν ή ψήφου που έδωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.


Η ασυλία των βουλευτών περιλαμβάνει δύο πτυχές:

  • εντός της επικρατείας των κρατών τους και είναι παρόμοια με τις ασυλίες που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους· και
  • εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών και παρέχει εξαίρεση από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη. (Άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7)

Η ασυλία δεν ισχύει όταν ένας βουλευτής βρεθεί να διαπράττει αδίκημα.

Σεμινάριο σχετικά με την κοινοβουλευτική ασυλία © Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  

Διαδικασία άρσης ή υπεράσπισης της ασυλίας


Στην περίπτωση που οι αρμόδιες εθνικές αρχές ζητήσουν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την άρση της ασυλίας βουλευτή (ή στην περίπτωση που ένας ευρωβουλευτής ή πρώην ευρωβουλευτής ζητήσει την υπεράσπιση της ασυλίας του), ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοινώνει στην ολομέλεια ότι το Κοινοβούλιο έλαβε την αίτηση και την παραπέμπει στην αρμόδια επιτροπή, δηλαδή στην επιτροπή Νομικών Θεμάτων.


Η επιτροπή μπορεί να ζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση κρίνει απαραίτητη. Ο ενδιαφερόμενος βουλευτής πρέπει να έχει την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του και μπορεί να προσκομίσει έγγραφα ή άλλα γραπτά στοιχεία που θεωρεί χρήσιμα.


Κεκλεισμένων των θυρών, η επιτροπή εγκρίνει ένα έγγραφο που συνιστά στο Κοινοβούλιο ως σώμα να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση, δηλαδή να άρει ή να διατηρήσει την ασυλία του ενδιαφερόμενου ευρωβουλευτή. Κατά τη σύνοδο ολομέλειας που ακολουθεί την απόφαση της επιτροπής, το Κοινοβούλιο αποφασίζει με απλή πλειοψηφία. Μετά την ψηφοφορία, ο Πρόεδρος ανακοινώνει αμέσως την απόφαση του Κοινοβουλίου στον ενδιαφερόμενο βουλευτή και στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.


Ένας/Μία ευρωβουλευτής διατηρεί την έδρα του/της, ακόμη και αν αρθεί η ασυλία του/της;


Ναι. Η εντολή του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι μια εθνική εντολή και δεν μπορεί να αφαιρεθεί από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Επιπλέον, η άρση της ασυλίας ενός ευρωβουλευτή δεν συνιστά ετυμηγορία για την «ενοχή» του. Δίνει απλώς τη δυνατότητα στις εθνικές δικαστικές αρχές να προβούν στις ανάλογες ενέργειες (διεξαγωγή έρευνας ή δίκης). Καθώς οι ευρωβουλευτές εκλέγονται σύμφωνα με την εθνική εκλογική νομοθεσία, εάν ένας ευρωβουλευτής κριθεί ένοχος για ποινικό αδίκημα, εναπόκειται στις αρχές του κράτους μέλους να ενημερώσουν το Κοινοβούλιο σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο εκπέσει του βουλευτικού αξιώματος.