ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 1981kDOC 2637k
11 Ιουλίου 2001
PE 305.391 A5-0264/2001
σχετικά με την ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης της ιδιωτικής και οικονομικής επικοινωνίας (σύστημα παρακολούθησης ECHELON) (2001/2098(ΙΝΙ)
Mέρος 1:   Πρόταση ψηφίσματος
Αιτιολογική έκθεση
Μέρος 2:   Γνώμες της μειοψηφίας
Παραρτήματα
Προσωρινή επιτροπή για το σύστημα Echelon
Εισηγητής: Gerhard Schmid
"Sed quis custodiet ipsos custodes."
("Αλλά τους φύλακες, ποιός θα τους φυλάξει;")
Γιουβενάλης (περ. 60 - 130 μ.Χ.), Σάτιρες 6, 347
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
 ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ των Giuseppe di Lello, Pernille Frahm και Alain Krivine
 ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ των Patricia McKenna και Ilka Schröder
 ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ του Jean-Charles Marchiani
 ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ του Maurizio Turco
 Παράρτημα II.: Βιβλιογραφία
 Παράρτημα III.: Έννοιες και επεξηγήσεις σχετικά με την παρακολούθηση των επικοινωνιών στο πλαίσιο ποινικής δίωξης
 Παράρτημα IV.:

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2000 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 150 παράγραφος 2 του Κανονισμού, τη συγκρότηση μιας προσωρινής επιτροπής για το σύστημα παρακολούθησης Echelon και όρισε την εντολή της σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο Κεφάλαιο 1, 1.3 της αιτιολογικής έκθεσης. Για την εκπλήρωση της εντολής της η προσωρινή επιτροπή όρισε κατά τη συνεδρίασή της συγκρότησης σε σώμα στις 5 Ιουλίου 2000 τον κ. Gerhard Schmid ως εισηγητή.

Κατά τις συνεδριάσεις της στις 29 Μαΐου, 20 Ιουνίου και 3 Ιουλίου 2001, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο έκθεσης.

Κατά την τελευταία ως άνω συνεδρίαση, η επιτροπή ενέκρινε την πρόταση ψηφίσματος με 27 ψήφους υπέρ, 5 ψήφους κατά και 2 αποχές.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές Carlos Coelho, πρόεδρος· Elly Plooij-van Gorsel, Neil MacCormick και Giuseppe Di Lello Finuoli, αντιπρόεδροι· Gerhard Schmid, εισηγητής· Mary Elizabeth Banotti, Bastiaan Belder, Maria Berger, Charlotte Cederschiöld, Gérard Deprez, Γεώργιος Δημητρακόπουλος, Robert Evans, Colette Flesch, Pernille Frahm, Άννα Καραμάνου, Eva Klamt, Alain Krivine, Torben Lund, Erika Mann, Jean-Charles Marchiani, Hughes Martin, Patricia McKenna, William Francis Newton Dunn (αναπλ. Jorge Salvador Hernández Mollar σύμφωνα με το άρθρο 153, παρ. 2, του Κανονισμού), Reino Paasilinna, Bernd Posselt (αναπλ. Hubert Pirker), Jacques Santkin (αναπλ. Catherine Lalumière), Ilka Schröder, Gary Titley (αναπλ. Ozan Ceyhun), Maurizio Turco, Gianni Vattimo, W.G. van Velzen, Christian von Bötticher, Jan Marinus Wiersma, Χρήστος Ζαχαράκις, (αναπλ. Enrico Ferri).

Η άποψη της μειοψηφίας και τα παραρτήματα δημοσιεύονται χωριστά (Α5-0264/2001-Μέρος 2).

Η έκθεση κατατέθηκε στις 11 Ιουλίου 2001.

Η προθεσμία για την κατάθεση τροπολογιών θα αναγράφεται στο σχέδιο ημερήσιας διάταξης της περιόδου συνόδου κατά την οποία θα εξετασθεί η έκθεση.


ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης της ιδιωτικής και οικονομικής επικοινωνίας (σύστημα παρακολούθησης ECHELON) (2001/2098(ΙΝΙ)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την απόφασή του της 5ης Ιουλίου 2000, περί συστάσεως προσωρινής επιτροπής για το σύστημα παρακολούθησης Echelon και τη σχετική εντολή της,(1)

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη ΕΚ, η οποία στοχεύει στην οικοδόμηση μιας κοινής αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 11 και 12 της ΣΕΕ που δεσμεύουν τα κράτη μέλη να υποχρεωθούν για την ενίσχυση και ανάπτυξη της αμοιβαίας πολιτικής τους αλληλεγγύης,

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το άρθρο της 6, παράγραφος 2, το οποίο καθορίζει την υποχρέωση της ΕΕ για το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και τον τίτλο της V, που περιέχει διατάξεις για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

–   έχοντας υπόψη το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, του οποίου το άρθρο 7 προστατεύει το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και ορίζει ρητά το δικαίωμα στο σεβασμό της επικοινωνίας, και το άρθρο 8 προστατεύει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα,

–   έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ιδίως το άρθρο της 8 που προστατεύει την ιδιωτική ζωή και το απόρρητο της αλληλογραφίας, και τις πολυάριθμες άλλες διεθνείς συνθήκες που προβλέπουν την προστασία της ιδιωτικής ζωής,

–   λαμβάνοντας υπόψη το έργο που επετέλεσε η προσωρινή επιτροπή για το σύστημα Echelon, στο πλαίσιο των εργασιών της οποίας έλαβαν χώρα πολυάριθμες ακροάσεις και συνεδριάσεις με εμπειρογνώμονες κάθε ειδικότητας, και ιδίως με στελέχη του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα στους κλάδους των τηλεπικοινωνιών και της προστασίας δεδομένων καθώς και με εργαζομένους στις υπηρεσίες πληροφοριών, δημοσιογράφους, δικηγόρους με εξειδίκευση στα θέματα αυτά, βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών, κλπ.,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 150, παράγραφος 2, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της προσωρινής επιτροπής για το σύστημα παρακολούθησης Echelon (A5-0264/2001),

Η ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης ιδιωτικών και οικονομικών επικοινωνιών (Σύστημα παρακολούθησης ECHELON)

A.   εκτιμώντας ότι η ύπαρξη ενός λειτουργούντος σε παγκόσμιο επίπεδο συστήματος παρακολούθησης των επικοινωνιών, το οποίο λειτουργεί με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, αναλογικά με τις δυνατότητες της κάθε μίας, στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA, δεν είναι δυνατόν πλέον να αμφισβητηθεί· ότι βάσει των υφισταμένων ενδείξεων και πολυάριθμων συγκλινουσών δηλώσεων που προέρχονται από ευρύτατο φάσμα ατόμων και οργανισμών, μπορεί να υποτεθεί ότι το σύστημα, ή τμήματά του, έφεραν, για ορισμένο τουλάχιστον χρονικό διάστημα, την κωδική ονομασία "ECHELON",

B.   εκτιμώντας ότι δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ότι το σκοπός του εν λόγω συστήματος είναι η παρακολούθηση τουλάχιστον ιδιωτικών και οικονομικών, αλλά όχι στρατιωτικών επικοινωνιών, αν και από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της έκθεσης καταδείχθηκε ότι οι τεχνικές δυνατότητες αυτού του συστήματος δεν είναι τόσο εκτεταμένες όσο υπέθεσαν ορισμένα μέσα ενημέρωσης,

Γ.   εκτιμώντας κατά συνέπεια ότι προκαλεί έκπληξη, αν όχι και ανησυχία, το γεγονός ότι πολλές ανώτερες κοινοτικές προσωπικότητες που υποβλήθηκαν σε ακρόαση, μεταξύ των οποίων μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εδήλωσαν ότι δεν εγνώριζαν αυτό το φαινόμενο,

Τα όρια του συστήματος παρακολούθησης

Δ.   εκτιμώντας ότι το σύστημα παρακολούθησης στηρίζεται ειδικότερα στην παγκόσμια παρακολούθηση των δορυφορικών επικοινωνιών, αν και σε περιοχές με υψηλή πυκνότητα επικοινωνίας πολύ μικρό ποσοστό των εν λόγω επικοινωνιών μεταδίδεται μέσω δορυφόρων· ότι κατά συνέπεια το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας δεν είναι δυνατόν να παρακολουθηθεί από επίγειους σταθμούς, αλλά μόνο με λαθροσύνδεση καλωδίων και υποκλοπή ραδιοσημάτων, πράγμα το οποίο – όπως απέδειξαν οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της έκθεσης – είναι δυνατόν μόνο σε περιορισμένο βαθμό· ότι το κόστος σε προσωπικό για την τελική αξιολόγηση των παρακολουθούμενων επικοινωνιών συνεπάγεται περαιτέρω περιορισμούς· ότι, κατά συνέπεια, οι χώρες της συμφωνίας UKUSA έχουν πρόσβαση σε ένα πολύ περιορισμένο μερίδιο της καλωδιακής και ασύρματης επικοινωνίας και μπορούν να αξιοποιήσουν ένα ακόμη μικρότερο μερίδιο της επικοινωνίας, και ότι, εξάλλου, όσο σημαντικά και αν είναι τα μέσα που διατίθενται και οι δυνατότητες που υπάρχουν για την παρακολούθηση των επικοινωνιών, ο τεράστιος όγκος της κυκλοφορίας επικοινωνιών καθιστά αδύνατο, στην πράξη, τον πλήρη και λεπτομερή έλεγχο όλων των επικοινωνιών,

Πιθανή ύπαρξη άλλων συστημάτων παρακολούθησης

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρακολούθηση επικοινωνιών αποτελεί ένα σύνηθες για τις μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών μέσο κατασκοπείας και ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και από άλλες χώρες, εφόσον αυτές διαθέτουν τα ανάλογα οικονομικά μέσα και τις γεωγραφικές προϋποθέσεις· ότι η Γαλλία είναι – λόγω των υπερποντίων εδαφών της – το μοναδικό κράτος μέλος της ΕΕ που διαθέτει τις γεωγραφικές και τεχνικές δυνατότητες να θέσει σε λειτουργία ένα αυτόνομο παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης, και διαθέτει την απαιτούμενη για το σκοπό αυτό τεχνολογική και οργανωτική υποδομή· και ότι υπάρχουν επίσης σοβαρές ενδείξεις ότι και η Ρωσία θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία ένα τέτοιο σύστημα,

Συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι όσον αφορά το ζήτημα της συμβατότητας ενός συστήματος τύπου ECHELON με το δίκαιο της ΕΕ πρέπει να υπάρξει διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων: αν το σύστημα χρησιμοποιείται μόνο για τους σκοπούς των υπηρεσιών πληροφοριών, δεν προκύπτει αντίθεση προς το δίκαιο της Ένωσης, καθώς οι δραστηριότητες που βρίσκονται στην υπηρεσία της κρατικής ασφάλειας δεν καλύπτονται από τη Συνθήκη ΕΚ, αλλά εμπίπτουν στον τίτλο V της Συνθήκης ΕΕ (ΚΕΠΠΑ), όπου όμως προς το παρόν δεν υπάρχουν σχετικές ρυθμίσεις και συνεπώς λείπουν τα κριτήρια· αν αντιθέτως γίνεται κατάχρηση του συστήματος για συγκέντρωση πληροφοριών για ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, τότε το σύστημα βρίσκεται σε αντίθεση με την υποχρέωση πίστης των κρατών μελών και με την έννοια της κοινής αγοράς που διέπεται από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, επομένως ένα κράτος μέλος που συμμετέχει σε αυτό παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο,

Ζ.   εκτιμώντας τις δηλώσεις του Συμβουλίου στην ολομέλεια της 30ής Μαρτίου 2000 σύμφωνα με τις οποίες: «το Συμβούλιο δεν μπορεί να δεχθεί την δημιουργία ή την ύπαρξη συστήματος παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών το οποίο δεν σέβεται τους κανόνες δικαίου των κρατών μελών και το οποίο παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές που στοχεύουν στην προάσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας»,

Συμβατότητα με το θεμελιώδες δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ)

Η.   έχοντας επίγνωση ότι κάθε παρακολούθηση επικοινωνίας συνιστά σοβαρή επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου· ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ που προστατεύει την ιδιωτική ζωή, επιτρέπει επεμβάσεις μόνο προς διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας, εφόσον οι σχετικές ρυθμίσεις προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, είναι κοινώς προσιτές, και καθορίζουν υπό ποίες προϋποθέσεις και συνθήκες μπορεί η δημόσια αρχή να προβαίνει σε αυτές· ότι οι επεμβάσεις πέραν αυτού πρέπει να είναι ανάλογες, ότι πρέπει να διενεργείται κατά συνέπεια μία στάθμιση συμφερόντων, και, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν αρκεί οι επεμβάσεις να είναι χρήσιμες ή επιθυμητές,

Θ.   εκτιμώντας ότι ένα σύστημα των υπηρεσιών πληροφοριών, το οποίο θα παρακολουθούσε με τυχαία επιλογή και σε μόνιμη βάση κάθε επικοινωνία θα παρεβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και δεν θα συμβιβαζόταν με την ΕΣΔΑ· ότι κατά τον ίδιο τρόπο θα υπήρχε παραβίαση της ΕΣΔΑ, αν η ρύθμιση ήταν μεταγενέστερη της παρακολούθησης της επικοινωνίας, αν αυτή δεν είχε νομική βάση, αν δεν ήταν δημοσίως προσιτή ή αν ήταν διατυπωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι συνέπειές της να μην είναι προβλέψιμες για τον καθένα, ή αν η παρέμβαση ήταν κλίμακας μεγαλύτερης από αυτήν που θα δικαιολογούσε το κριτήριο της αναλογικότητας· ότι οι κανόνες που διέπουν τις δραστηριότητες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών στην αλλοδαπή είναι στο μεγαλύτερό τους μέρος χαρακτηρισμένοι ως εμπιστευτικοί, και κατά συνέπεια η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας είναι κατ' αυτό τον τρόπο τουλάχιστον αμφίβολη, και ότι πράγματι υπάρχει παραβίαση των αρχών της πρόσβασης στο δίκαιο και της δυνατότητας πρόβλεψης των επιπτώσεών του, αρχών που έχουν θεσπισθεί με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,

Ι.   εκτιμώντας ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρακάμψουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την ΕΣΔΑ επιτρέποντας σε υπηρεσίες πληροφοριών άλλων κρατών, οι οποίες υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές νομικές διατάξεις, να δραστηριοποιούνται στην επικράτειά τους, διότι η αρχή της νομιμότητας με τις δύο συνιστώσες της πρόσβασης στο δίκαιο και της δυνατότητας πρόβλεψης των επιπτώσεών του θα εκφυλιζόταν σε νεκρό γράμμα και η νομολογία του Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα στερείτο την ουσία της,

ΙΑ.   εκτιμώντας ότι οι νόμιμες επιχειρήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών είναι συμβατές με τα θεμελιώδη δικαιώματα μόνο εφόσον υπάρχουν επαρκή συστήματα ελέγχου προκειμένου να δημιουργείται μία εξισορρόπηση του κινδύνου που συνεπάγεται η μυστική δράση ενός μέρους του διοικητικού μηχανισμού· ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τόνισε ρητά τη σημασία ενός αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου στον τομέα της δράσης των υπηρεσιών πληροφοριών, και ότι για το λόγο αυτό φαίνεται ανησυχητικό το ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν διαθέτουν δικά τους κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών,

Προστατεύονται επαρκώς οι πολίτες της ΕΕ από τις υπηρεσίες πληροφοριών;

ΙΒ.   εκτιμώντας ότι η προστασία των πολιτών της ΕΕ εξαρτάται από την έννομη κατάσταση των επιμέρους κρατών μελών, η οποία παρουσιάζει σημαντικότατες διαφορές κατά περίπτωση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχουν καν κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου, και για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για επαρκή προστασία· ότι οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν θεμελιώδες συμφέρον να διαθέτουν τα εθνικά τους κοινοβούλια μία ειδική, επίσημα διαρθρωμένη επιτροπή ελέγχου, η οποία να εποπτεύει και να ελέγχει τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών· ότι ακόμη και εκεί όπου υπάρχουν όργανα ελέγχου, είναι έντονος ο πειρασμός να ασχολούνται περισσότερο με τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών της ημεδαπής παρά με των υπηρεσιών πληροφοριών της αλλοδαπής, λόγω του ότι, κατά κανόνα, μόνο στην πρώτη περίπτωση θίγονται οι πολίτες της ίδιας της χώρας· ότι εάν θεσπιζόταν η υποχρέωση των υπηρεσιών πληροφοριών να ειδοποιούν εκ των υστέρων τον κάθε πολίτη του οποίου οι επικοινωνίες απετέλεσαν αντικείμενο παρακολούθησης, π.χ. πέντε χρόνια αφότου έλαβε χώρα η παρακολούθηση, αυτό θα αποτελούσε κίνητρο για να ακολουθούνται πρακτικές σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας,

ΙΓ.   εκτιμώντας ότι λόγω των διαστάσεών τους, δεν είναι δυνατόν να κατασκευαστούν στην επικράτεια ενός κράτους σταθμοί δορυφορικής λήψης χωρίς τη συναίνεσή του,

ΙΔ.   έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι στην περίπτωση συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ ή στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, τα όργανα καλούνται να θεσπίσουν επαρκείς προστατευτικές διατάξεις προς όφελος των ευρωπαίων πολιτών,

Βιομηχανική κατασκοπεία

ΙΕ.   έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι αποτελεί μέρος του τομέα καθηκόντων των υπηρεσιών πληροφοριών της αλλοδαπής να συλλέγουν οικονομικά δεδομένα, όπως είναι οι εξελίξεις σε κλάδους της οικονομίας, η εξέλιξη των αγορών πρώτων υλών, η τήρηση οικονομικών αποκλεισμών, η τήρηση των κανόνων παράδοσης για αγαθά διττής χρήσης κλπ. και ότι, για τους λόγους αυτούς, παρακολουθούνται συχνά ενεχόμενες επιχειρήσεις,

ΙΣΤ.   έχοντας υπόψη ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ δεν αρκούνται στο να διερευνούν γενικά οικονομικά δεδομένα αλλά επίσης παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς την επικοινωνία μεταξύ επιχειρήσεων, ιδίως κατά την ανάθεση συμβάσεων, και αυτό το δικαιολογούν επικαλούμενες την καταπολέμηση της απόπειρας δωροδοκιών· ότι κατά τις λεπτομερείς παρακολουθήσεις υπάρχει ο κίνδυνος ότι οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται όχι μόνο για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλά και για την κατασκοπεία των ανταγωνιστών, ακόμη και όταν οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνουν ότι δεν προβαίνουν σε τέτοιες ενέργειες· ότι όμως ο ρόλος του Advocacy Center του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ εξακολουθεί να μην είναι απολύτως σαφής, και ότι η συνομιλία που είχε προγραμματιστεί να γίνει με το κέντρο αυτό, και που θα χρησίμευε στην αποσαφήνιση των πραγμάτων, ακυρώθηκε,

ΙΖ.   εκτιμώντας ότι στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ εγκρίθηκε το 1997 σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας υπαλλήλων, η οποία προβλέπει το διεθνές αξιόποινο της δωροδοκίας, και για το λόγο αυτό και υπό το πρίσμα αυτό η δωροδοκία σε μεμονωμένες περιπτώσεις δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρακολούθηση της επικοινωνίας,

ΙΗ.   εκτιμώντας ότι η κατάσταση γίνεται εντελώς απαράδεκτη όταν υπηρεσίες πληροφοριών αφήνονται να χρησιμοποιηθούν για συγκέντρωση πληροφοριών επί ανταγωνιστών, κατασκοπεύοντας αλλοδαπές επιχειρήσεις, προκειμένου να παράσχουν σε ημεδαπές επιχειρήσεις ανταγωνιστικό πλεονέκτημα· ότι συχνά έχει υποστηριχθεί ότι το παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης χρησιμοποιήθηκε για αυτό το σκοπό, αν και δεν υπάρχει καμία αποδεδειγμένη περίπτωση,

ΙΘ.   υπενθυμίζοντας ότι, κατά την επίσκεψη της αντιπροσωπείας της Προσωρινής Επιτροπής Echelon στις ΗΠΑ, αξιόπιστες πηγές επιβεβαίωσαν την πληροφορία που περιέχεται στην έκθεση Brown του Αμερικανικού Κογκρέσου, ότι το 5% των πληροφοριών που συλλέγονται από μη ανοικτές πηγές χρησιμοποιείται για οικονομική κατασκοπεία· οι ίδιες δε αξιόπιστες πηγές εκτιμούν ότι χάρη στις πληροφορίες που συλλέγονται με τον τρόπο αυτό, η βιομηχανία των ΗΠΑ εξασφαλίζει ενδεχομένως πρόσθετες συμβάσεις ύψους έως και 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων,

Κ.   έχοντας υπόψη ότι ευαίσθητα δεδομένα μιας επιχείρησης βρίσκονται συχνά μέσα στην ίδια την επιχείρηση, έτσι ώστε η κατασκοπεία στους ανταγωνιστές να επιχειρείται ιδίως δια της προσπάθειας να ληφθούν οι πληροφορίες από εργαζόμενους της επιχείρησης ή από εγκάθετους που έχουν εισχωρήσει στην επιχείρηση για το σκοπό αυτό ή αλλιώς, όλο και περισσότερο, μέσω εισβολής στα εσωτερικά δίκτυα υπολογιστών· ότι μόνον αν κάποια ευαίσθητα στοιχεία διαβιβασθούν ενσύρματα ή ασύρματα (με δορυφόρο) προς τα έξω, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα σύστημα παρακολούθησης των επικοινωνιών για το σκοπό της ανταγωνιστικής κατασκοπείας και αυτό ισχύει συστηματικά μόνο στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις:

- σε επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν σε τρεις ωριαίες ατράκτους, έτσι ώστε τα προσωρινά αποτελέσματα να αποστέλλονται από την Ευρώπη στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ασία·
- στην περίπτωση τηλεδιασκέψεων σε πολυεθνικές εταιρίες οι οποίες μεταδίδονται μέσω δορυφόρου ή καλωδιακά·
- όταν γίνεται επί τόπου διαπραγμάτευση σημαντικών συμβάσεων (όπως συμβαίνει στην κατασκευή εγκαταστάσεων, κατασκευή υποδομών τηλεπικοινωνιών, ανακατασκευή συστημάτων μεταφοράς, κλπ) και πρέπει από το σημείο αυτό να γίνεται συνεννόηση με τις κεντρικές υπηρεσίες της επιχείρησης,

ΚΑ.   γνωρίζοντας ότι η επίγνωση του κινδύνου και της ασφάλειας σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι συχνά ανεπαρκής, και ότι οι κίνδυνοι της οικονομικής κατασκοπείας και της παρακολούθησης της επικοινωνίας δεν γίνονται αντιληπτοί,

ΚΒ.   γνωρίζοντας ότι στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (με εξαίρεση την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τη Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων του Συμβουλίου, καθώς και την Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων της Επιτροπής) η επίγνωση της ασφάλειας δεν είναι πάντοτε ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και για το λόγο αυτό απαιτείται να ληφθούν μέτρα,

Δυνατότητες αυτοπροστασίας

ΚΓ.   έχοντας υπόψη ότι η ασφάλεια για τις επιχειρήσεις μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν ολόκληρο το περιβάλλον εργασίας έχει διασφαλισθεί και προστατεύονται όλες οι οδοί επικοινωνίας δια των οποίων μεταβιβάζονται ευαίσθητες πληροφορίες· ότι υπάρχουν επαρκώς ασφαλή συστήματα κρυπτογράφησης σε προσιτές τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά· ότι πρέπει να συσταθεί και στους ιδιώτες επειγόντως να κρυπτογραφούν τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· ότι ένα μη κρυπτογραφημένο μήνυμα είναι το ίδιο με μία επιστολή χωρίς φάκελο· ότι στο διαδίκτυο υπάρχουν σχετικώς φιλικά προς τον χρήστη συστήματα τα οποία διατίθενται μάλιστα δωρεάν για ιδιωτική χρήση,

Συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών εντός της ΕΕ

ΚΔ.   εκτιμώντας ότι η ΕΕ έχει συμφωνήσει να συντονίσει τη συλλογή πληροφοριών των υπηρεσιών πληροφοριών στο πλαίσιο της ανάπτυξης της δικής της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, αν και η συνεργασία με άλλους εταίρους σ' αυτούς τους τομείς θα συνεχιστεί,

ΚΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε, το Δεκέμβριο 1999 στο Ελσίνκι, να αναπτύξει περαιτέρω τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες προκειμένου η Ευρώπη να είναι σε θέση να αναλάβει το πλήρες φάσμα των καθηκόντων του Petersberg προς υποστήριξη της ΚΕΠΠΑ· ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε επίσης ότι, προκειμένου ο στόχος αυτός να επιτευχθεί μέχρι το 2003, η Ένωση πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύσσει ταχέως στρατιωτική δύναμη 50.000 – 60.000 ατόμων περίπου, η οποία να μπορεί να λειτουργεί κατά τρόπο αυτόνομο διαθέτοντας, μεταξύ άλλων, τις απαιτούμενες δυνατότητες διοίκησης, ελέγχου και συλλογής πληροφοριών· ότι τα πρώτα βήματα προς μια τέτοια αυτόνομη ικανότητα συλλογής πληροφοριών έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της ΔΕΕ και της Μόνιμης Επιτροπής Πολιτικής και Ασφαλείας,

ΚΣΤ.   εκτιμώντας ότι μια συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών στο εσωτερικό της ΕΕ φαίνεται απαραίτητη επειδή, αφενός, θα ήταν παράλογη μια κοινή πολιτική ασφάλειας δίχως την ενσωμάτωση των υπηρεσιών πληροφοριών, αφετέρου δε κάτι τέτοιο θα προσέφερε πολυάριθμα πλεονεκτήματα από επαγγελματική, οικονομική και πολιτική άποψη· ότι επίσης θα αντιστοιχούσε περισσότερο στην ιδέα ενός ισότιμου εταίρου των ΗΠΑ και θα μπορούσε να συμπεριλάβει όλα τα κράτη μέλη σε ένα σύστημα, το οποίο θα δημιουργηθεί σε πλήρη συμφωνία με την ΕΣΔΑ· ότι θα πρέπει φυσικά να διασφαλισθεί ένας αντίστοιχος έλεγχος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

ΚΖ.   εκτιμώντας ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ετοιμάζεται να εφαρμόσει τον κανονισμό για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής αναπροσαρμόζοντας τον Κανονισμό του όσον αφορά την πρόσβαση σε ευαίσθητα έγγραφα,

Σύναψη και τροποποίηση διεθνών συμφωνιών για την προστασία των πολιτών και επιχειρήσεων

1.   επιβεβαιώνει ότι, βάσει των πληροφοριών που συλλέχθηκαν από την Προσωρινή Επιτροπή, δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία για την ύπαρξη ενός παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης των επικοινωνιών που λειτουργεί με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, στο πλαίσιο της Συμφωνίας UKUSA·

2.   καλεί το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης να υποβάλει στην Επιτροπή Υπουργών πρόταση για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες μεθόδους επικοινωνίας και δυνατότητες παρακολούθησης με ένα πρόσθετο πρωτόκολλο ή, από κοινού με τη ρύθμιση της προστασίας δεδομένων, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της σύμβασης για την προστασία δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα υπονομεύσει το επίπεδο νομικής προστασίας που έχει καθιερωθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ούτε θα μειώσει την ευελιξία που είναι αναγκαία για την προσαρμογή σε περαιτέρω εξελίξεις·

3.   καλεί τα κράτη μέλη, σε περίπτωση που η νομοθεσία τους που ρυθμίζει τις δυνατότητες παρακολούθησης πολιτών από τις μυστικές υπηρεσίες επιτρέπει τέτοιου είδους διακρίσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, να εξασφαλίσουν για όλους τους ευρωπαίους πολίτες τις ίδιες νομικές εγγυήσεις για την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας·

4.   καλεί τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δημιουργήσουν ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αποτελούμενο από εκπροσώπους των εθνικών φορέων που είναι επιφορτισμένοι με την εποπτεία των επιδόσεων των κρατών μελών όσον αφορά το σεβασμό των θεμελιωδών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών τους, προκειμένου να διερευνήσουν το κατά πόσον οι εθνικές νομοθεσίες που αφορούν τις υπηρεσίες πληροφοριών είναι συμβατές με την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, να επανεξετάσουν τις νομοθετικές ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του απορρήτου της αλληλογραφίας και των επικοινωνιών, να συμφωνήσουν για την υποβολή σύστασης προς τα κράτη μέλη με σκοπό την κατάρτιση κώδικα συμπεριφοράς που θα διασφαλίζει, για όλους τους ευρωπαίους πολίτες που διαμένουν στην επικράτεια των κρατών μελών, την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, και επιπλέον να εξασφαλίσουν ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών θα ασκούν τις δραστηριότητές τους σε πνεύμα σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τηρώντας τις προϋποθέσεις που περιέχονται στο κεφάλαιο 8 της παρούσας έκθεσης και ειδικότερα στο σημείο 8.3.4, και οι οποίες απορρέουν από της διατάξεις του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών·

5.   καλεί τα κράτη μέλη να εγκρίνουν τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατά την επόμενη Διακυβερνητική Διάσκεψη ως νομικά δεσμευτική και εφαρμόσιμη πράξη, προκειμένου κατ' αυτόν τον τρόπο να αναβαθμίσουν το επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής·

6.   καλεί τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να θεσπίσουν πρόσθετο πρωτόκολλο το οποίο καθιστά δυνατή την προσχώρηση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην ΕΣΔΑ, ή να εξετάσουν άλλα μέτρα με στόχο να αποκλεισθούν συγκρούσεις της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

7.   για το διάστημα που θα μεσολαβήσει, καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να εφαρμόζουν, στο πλαίσιο των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων τους, τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει ο Χάρτης·

8.   καλεί τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να αναθέσει στην αρμόδια επιτροπή την υποβολή προτάσεων, οι οποίες στοχεύουν στην προσαρμογή του άρθρου 17 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο να εγγυάται την προστασία της ιδιωτικής ζωής λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές καινοτομίες·

9.   θεωρεί αναγκαία την διαπραγμάτευση και υπογραφή μιας συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών που θα θεσπίζει ότι κάθε ένα εκ των δύο μερών σέβεται έναντι του άλλου τις διατάξεις προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και του απορρήτου των επικοινωνιών των επιχειρήσεων που εφαρμόζονται στους δικούς της πολίτες και επιχειρήσεις·

10.   καλεί τις ΗΠΑ να υπογράψουν το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, προκειμένου να καταστούν δυνατές ατομικές προσφυγές κατά των ΗΠΑ λόγω της παραβίασής του, ενώπιον της Συμβατικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων· καλεί τις σχετικές αμερικανικές ΜΚΟ, ιδίως η ACLU (American Civil Liberties Union) και EPIC (Electronic Privacy Information Center) να ασκήσουν πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση·

Εθνικά νομοθετικά μέτρα για την προστασία πολιτών και επιχειρήσεων

11.   προτρέπει τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν και, εάν χρειασθεί, να αναπροσαρμόσουν ολόκληρη τη σχετική με τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών νομοθεσία τους ως προς τη συμβατότητά της με τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται στην ΕΣΔΑ, καθώς και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·

12.   καλεί τα κράτη μέλη να αποκτήσουν δεσμευτικά μέσα που διασφαλίζουν αποτελεσματική προστασία των φυσικών και νομικών προσώπων έναντι κάθε μορφής παράνομης παρακολούθησης των επικοινωνιών τους·

13.   καλεί τα κράτη μέλη να επιδιώξουν ένα κοινό επίπεδο προστασίας από τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών και, προς το σκοπό αυτό, να καταρτίσουν κώδικα συμπεριφοράς (όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 4), με βάση το ανώτατο επίπεδο που υπάρχει σε κάποιο κράτος μέλος, δεδομένου ότι οι θιγόμενοι από τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών αλλοδαπής πολίτες είναι κατά κανόνα πολίτες άλλων κρατών και κατά συνέπεια και άλλων κρατών μελών·

14.   καλεί τα κράτη μέλη να διαπραγματευθούν με τις ΗΠΑ την εφαρμογή κώδικα συμπεριφοράς παρόμοιου με αυτόν που ισχύει στην ΕΕ·

15.   καλεί τα κράτη μέλη τα οποία δεν το έπραξαν ακόμη να εγγυηθούν έναν πρόσφορο κοινοβουλευτικό και δικαστικό έλεγχο των μυστικών τους υπηρεσιών·

16.   προτρέπει το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να δώσουν υψηλή προτεραιότητα στη δημιουργία συστήματος δημοκρατικού ελέγχου και εποπτείας του αυτόνομου ευρωπαϊκού μηχανισμού πληροφοριών και στην ανάληψη και άλλων κοινών και συντονισμένων δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο· προτείνει δε να δοθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σημαντικός ρόλος στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος ελέγχου και εποπτείας·

17.   καλεί τα κράτη μέλη να θέσουν από κοινού τα μέσα τους παρακολούθησης των επικοινωνιών προκειμένου να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα της ΚΕΠΠΑ στους τομείς των πληροφοριών, της καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της διάδοσης των πυρηνικών όπλων ή του διεθνούς λαθρεμπορίου ναρκωτικών, με τον σεβασμό των διατάξεων προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και του απορρήτου των επικοινωνιών των επιχειρήσεων, υπό τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

18.   καλεί τα κράτη μέλη να συνάψουν με τρίτες χώρες συμφωνία για το σκοπό της μεγαλύτερης προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών της ΕΕ, στην οποία συμφωνία όλα τα συμβαλλόμενα κράτη θα δεσμεύονται, στην περίπτωση μέτρων παρακολούθησης ενός συμβαλλόμενου κράτους σε ένα άλλο συμβαλλόμενο κράτος, να ενημερώνεται το τελευταίο για τα σχεδιαζόμενα μέτρα·

Ειδικά νομικά μέτρα για την καταπολέμηση της βιομηχανικής κατασκοπείας

19.   καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν σε ποιο βαθμό μπορούν να καταπολεμηθούν με ρυθμίσεις στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο η βιομηχανική κατασκοπεία και η δωροδοκία για το σκοπό της εξασφάλισης συμβάσεων, και ειδικότερα κατά πόσον θα ήταν εφικτή μια ρύθμιση στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η οποία να λαμβάνει υπόψη την στρεβλωτική για τον ανταγωνισμό επίπτωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς, π.χ. ορίζοντας ότι τέτοιες συμβάσεις είναι άκυρες· καλεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά να συνταχθούν με τις πρωτοβουλίες αυτές·

20.   καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν την υποχρέωση να περιλάβουν στη Συνθήκη ΕΚ ρήτρα που απαγορεύει τη βιομηχανική κατασκοπεία και να μην διενεργούν βιομηχανική κατασκοπεία το ένα εναντίον του άλλου, άμεσα ή με την κάλυψη ξένης δυνάμεως η οποία είναι δυνατόν να εκτελεί επιχειρήσεις στο έδαφός τους, ούτε να επιτρέπουν σε ξένη δύναμη να διενεργεί επιχειρήσεις κατασκοπείας από το έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ, προκειμένου να γίνεται σεβαστό το πνεύμα και το γράμμα της Συνθήκης ΕΚ·

21.   καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν με σαφές και δεσμευτικό νομικό μέσο την υποχρέωση να μην διενεργούν βιομηχανική κατασκοπεία, και με τον τρόπο αυτό να σηματοδοτήσουν τη συμφωνία τους με το πνεύμα και τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ· καλεί τα κράτη μέλη να μεταφέρουν τη δεσμευτική αυτή αρχή στο εθνικό τους δίκαιο που ρυθμίζει τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών·

22.   καλεί τα κράτη μέλη και την κυβέρνηση των ΗΠΑ να εγκαινιάσουν έναν ανοικτό διάλογο ΗΠΑ-ΕΕ για τη συλλογή πληροφοριών οικονομικής φύσεως·

Μέτρα εφαρμογής του δικαίου και ελέγχου της εφαρμογής του

23.   καλεί τα εθνικά κοινοβούλια τα οποία δεν διαθέτουν ίδια κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου για την εποπτεία των υπηρεσιών πληροφοριών, να προβούν στη σύσταση τέτοιων οργάνων·

24.   καλεί τις εθνικές επιτροπές ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών να αποδίδουν κατά την άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί μεγάλη σημασία στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για την παρακολούθηση των δικών τους πολιτών, άλλων πολιτών της ΕΕ ή πολιτών τρίτων χωρών·

25.   καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι οι μηχανισμοί πληροφοριών τους δεν χρησιμοποιούνται κατά τρόπο αθέμιτο για τη συλλογή πληροφοριών ανταγωνιστικού χαρακτήρα, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με την υποχρέωση πίστης των κρατών μελών, καθώς και με την αρχή μιας κοινής αγοράς βασισμένης στον ελεύθερο ανταγωνισμό·

26.   καλεί τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο να εξαρτήσουν την περαιτέρω άδεια παρακολούθησης επικοινωνιών από υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ στην επικράτειά τους, από το εάν οι δραστηριότητες αυτές συμβιβάζονται με την ΕΣΔΑ, δηλαδή ότι ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας, υπάρχει πρόσβαση στη νομική βάση και είναι δυνατόν να προβλεφθεί η επίπτωση για το μεμονωμένο άτομο, και παράλληλα να εισαγάγουν αντίστοιχα, αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου, δεδομένου ότι είναι υπεύθυνες να μεριμνούν ώστε οι δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών τις οποίες επιτρέπουν ή έστω ανέχονται στην επικράτειά τους να είναι συμβατές με τα ανθρώπινα δικαιώματα·

Μέτρα ενθάρρυνσης της αυτοπροστασίας πολιτών και επιχειρήσεων

27.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προειδοποιήσουν τους πολίτες και τις επιχειρήσεις τους ότι οι διεθνείς τους επικοινωνίες ενδέχεται, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρακολουθούνται· ζητεί δε η ενημέρωση αυτή να συνοδεύεται από πρακτική αρωγή για το σχεδιασμό και τη χρήση αποτελεσματικών μέτρων προστασίας που θα εξασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια της τεχνολογίας των πληροφοριών·

28.   καλεί την Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν μια αποτελεσματική και ενεργό πολιτική για την ασφάλεια στην κοινωνία της πληροφορίας· επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο να συνειδητοποιήσουν πληρέστερα όλοι οι χρήστες των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας την ανάγκη προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών· ζητεί επίσης να συσταθεί πανευρωπαϊκής εμβέλειας, συντονισμένο δίκτυο υπηρεσιών που θα είναι σε θέση να παρέχουν πρακτική αρωγή για το σχεδιασμό και την εφαρμογή στρατηγικών αποτελεσματικής προστασίας·

29.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να επεξεργασθούν κατάλληλα μέτρα για την προώθηση, την ανάπτυξη και την κατασκευή ευρωπαϊκής τεχνολογίας και λογισμικού κρυπτογράφησης, και ιδίως να υποστηρίξουν προγράμματα που έχουν ως στόχο την ανάπτυξη φιλικού προς τον χρήστη λογισμικού κρυπτογράφησης, του οποίου ο πηγαίος κώδικας θα είναι προσιτός σε όλους·

30.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν έργα ανάπτυξης λογισμικού, του οποίου ο πηγαίος κώδικας θα είναι προσιτός σε όλους, λόγω του ότι έτσι μόνο μπορεί να διασφαλισθεί ότι δεν έχουν ενσωματωθεί "κερκόπορτες" στα προγράμματα·

31.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν έργα ανάπτυξης λογισμικού, του οποίου ο πηγαίος κώδικας θα είναι προσιτός σε όλους, λόγω του ότι έτσι μόνο μπορεί να διασφαλισθεί ότι δεν έχουν ενσωματωθεί "κερκόπορτες" στα προγράμματα· καλεί την Επιτροπή να καθορίσει τα χαρακτηριστικά του επιπέδου ασφαλείας του λογισμικού ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τοποθετώντας στην λιγότερο αξιόπιστη κατηγορία τα προγράμματα των οποίων ο πηγαίος κώδικας δεν έχει δημοσιοποιηθεί·

32.   καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα καθώς και τις δημόσιες διοικήσεις των κρατών μελών να εφαρμόζουν συστηματικά την κρυπτογράφηση των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προκειμένου η κρυπτογράφηση να καταστεί μακροπρόθεσμα η συνήθης πρακτική·

33.   καλεί τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και τις δημόσιες διοικητικές υπηρεσίες των κρατών μελών να μεριμνήσουν για την εκπαίδευση του προσωπικού τους και την εξοικείωσή του με τις νέες τεχνολογίες και τεχνικές κρυπτογράφησης, οργανώνοντας τα αναγκαία προς το σκοπό αυτό μαθήματα κατάρτισης και κύκλους πρακτικής εξάσκησης·

34.   ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη θέση των υποψηφίων χωρών· ζητεί να τους δοθεί υποστήριξη εάν δεν δύνανται να προβλέψουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας λόγω έλλειψης τεχνολογικής ανεξαρτησίας·

Άλλα μέτρα

35.   καλεί τις επιχειρήσεις να συνεργάζονται στενότερα με τις υπηρεσίες αντικατασκοπίας, ιδίως δε να γνωστοποιούν σε αυτές επιθετικές ενέργειες που προέρχονται από την αλλοδαπή και έχουν σκοπό τη βιομηχανική κατασκοπεία, προκειμένου να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών·

36.   αναθέτει στην Επιτροπή να αναθέσει την εκπόνηση ανάλυσης ασφαλείας, από την οποία θα προκύψει τι πρέπει να προστατευθεί, καθώς και να χαράξει στρατηγική προστασίας·

37.   καλεί την Επιτροπή να εκσυγχρονίσει το σύστημα κρυπτογράφησής της σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα, δεδομένου ότι ο εκσυγχρονισμός είναι επειγόντως απαραίτητος, και καλεί την αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή (Συμβούλιο από κοινού με το Κοινοβούλιο), να διαθέσει τους αναγκαίους πόρους·

38.   ζητεί από την αρμόδια επιτροπή του να συντάξει έκθεση πρωτοβουλίας, η οποία θα έχει ως περιεχόμενο την ασφάλεια και την προστασία απορρήτου στα ευρωπαϊκά Όργανα·

39.   καλεί την Επιτροπή να διασφαλίζει την προστασία δεδομένων στα συστήματά της επεξεργασίας δεδομένων και να εντείνει την προστασία απορρήτου εγγράφων στα οποία δεν έχει πρόσβαση το κοινό·

40.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του 6ου προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες της τεχνικής κρυπτογράφησης και αποκρυπτογράφησης·

41.   προτρέπει τα κράτη που έχουν θιγεί από στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που απορρέουν από κρατικές ενισχύσεις ή οικονομική εκμετάλλευση κατασκοπείας να ενημερώνουν τις αρχές και τα ελεγκτικά όργανα του κράτους από το οποίο εκτελέστηκαν αυτές οι δραστηριότητες προκειμένου να τίθεται τέρμα στις δραστηριότητες που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό·

42.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για τη δημιουργία, σε στενή συνεργασία με τη βιομηχανία και τα κράτη μέλη, ενός πανευρωπαϊκής εμβέλειας, συντονισμένου δικτύου κέντρων παροχής συμβουλών – ιδίως στα κράτη μέλη όπου δεν υπάρχουν ακόμη τέτοια κέντρα – που θα ασχολούνται με ζητήματα ασφάλειας επιχειρηματικών πληροφοριών και τα οποία, παράλληλα με την αύξηση της συνειδητοποίησης του προβλήματος, θα έχουν ως αποστολή και την παροχή πρακτικής βοήθειας·

43.   φρονεί ότι είναι σκόπιμο να διοργανωθεί διεθνές συνέδριο για την προστασία της ιδιωτικής ζωής από την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα βήμα για ΜΚΟ από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και άλλα κράτη, όπου θα μπορέσουν να συζητηθούν διασυνοριακές και διεθνείς πτυχές και ο συντονισμός των τομέων δραστηριότητας και της δράσης·

44.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, στον Γενικό Γραμματέα και στην κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, και στις κυβερνήσεις και κοινοβούλια, των κρατών μελών και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας και του Καναδά.

(1)ΕΕ C 121 της 24.04.2001, σελ. 36.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.   Εισαγωγή:

1.1.   Αφορμή για τη σύσταση της Επιτροπής

Στις 5 Ιουλίου 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε τη σύσταση μιας προσωρινής επιτροπής για το σύστημα ECHELON. Αφορμή υπήρξε η συζήτηση για τη μελέτη που είχε ζητήσει η STOA(1) σχετικά με το σύστημα ECHELON(2), την οποία παρουσίασε ο συντάκτης της Duncan Campbell στα πλαίσια μίας ακρόασης της Επιτροπής Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων για το θέμα “Ευρωπαϊκή Ένωση και Προστασία Δεδομένων”.

1.2.   Οι ισχυρισμοί που εμπεριέχονται στις δύο μελέτες της STOA σχετικά με την ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης με την ονομασία ECHELON

1.2.1. Η πρώτη έκθεση της STOA του 1997

Σε μία έκθεση, την οποία είχε ζητήσει η STOA το 1997 για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από το ίδρυμα Omega Foundation με θέμα “Αξιολόγηση τεχνολογιών πολιτικού ελέγχου”, στο κεφάλαιο “Εθνικά και διεθνή δίκτυα παρακολούθησης επικοινωνιών” περιεχόταν και περιγραφή του ECHELON. Ο συντάκτης της μελέτης ισχυριζόταν εν προκειμένω, ότι η NSA (η Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας των ΗΠΑ) υποκλέπτει συστηματικά την επικοινωνία στην Ευρώπη που διενεργείται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τηλέφωνο και τηλεομοιοτυπία(3). Με την έκθεση αυτή, το ECHELON έγινε γνωστό σε ολόκληρη την Ευρώπη ως ένα σύστημα παρακολούθησης ευρέος φάσματος.

1.2.2. Οι εκθέσεις της STOA του 1999

Για την καλύτερη ενημέρωσή της για τα εν λόγω ζητήματα, η STOA ζήτησε το 1999 τη διεξαγωγή μίας μελέτης αποτελούμενης από πέντε μέρη, η οποία ασχολείται με την “ανάπτυξη τεχνολογιών παρακολούθησης και τους κινδύνους της κατάχρησης πληροφοριών οικονομικού περιεχομένου”. Ο τόμος 2/5, που συντάχθηκε από τον Duncan Campbell, ήταν αφιερωμένος στην εξέταση των δυνατοτήτων των υπηρεσιών πληροφοριών και ιδίως στον τρόπο λειτουργίας του ECHELON.(4)

Μεγάλη αναστάτωση προκάλεσε ο ισχυρισμός, ότι το ECHELON έχει ξεφύγει από τον αρχικό του σκοπό, που ήταν η άμυνα κατά του Ανατολικού Συνασπισμού, και σήμερα χρησιμοποιείται ως μέσο οικονομικής κατασκοπείας. Η θέση αυτή ενισχύεται στην έκθεση με την παράθεση παραδειγμάτων υποτιθέμενης οικονομικής κατασκοπείας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι οι εταιρίες Airbus και Thomson CFS έχουν υποστεί ζημία. Ο Campbell στηρίζεται επί του προκειμένου σε δημοσιεύματα του αμερικανικού τύπου.

Ως αποτέλεσμα της έκθεσης της STOA, το ECHELON συζητήθηκε σχεδόν στο σύνολο των κοινοβουλίων των κρατών μελών και μάλιστα στη Γαλλία και το Βέλγιο συντάχθηκαν σχετικές εκθέσεις.(5)

1.3.   Η εντολή της Επιτροπής

Συγχρόνως με την απόφαση σχετικά με τον διορισμό μιας επιτροπής με χρονικά περιορισμένη διάρκεια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσδιόρισε και την εντολή της(6), δηλαδή ανέθεσε στην προσωρινή επιτροπή

“-   να διερευνήσει την ύπαρξη ενός συστήματος παρακολούθησης επικοινωνιών με την ονομασία ECHELON, η δραστηριότητα του οποίου περιγράφεται στην έκθεση της STOA σχετικά με την ανάπτυξη τεχνολογίας παρακολούθησης και τους κινδύνους από την κατάχρηση πληροφοριών οικονομικού περιεχομένου,

-   να αξιολογήσει τη συμβατότητα ενός τέτοιου συστήματος με το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως με το άρθρο 286 της συνθήκης ΕΚ καθώς και τις οδηγίες 95/46/ΕΚ και 97/66/ΕΚ και το άρθρο 6 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων ερωτημάτων:

- Προστατεύονται τα δικαιώματα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις ενέργειες των υπηρεσιών πληροφοριών;
- Η κρυπτογράφηση προσφέρει προσήκουσα και επαρκή προστασία για την εγγύηση της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, ή πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα, και αν ναι, τι είδους μέτρα;
- Πώς μπορούν να επισημανθούν καλύτερα στα όργανα της ΕΕ οι κίνδυνοι αυτών των μεθόδων, και ποια μέτρα δύνανται να ληφθούν;

-   να διαπιστώσει αν η ευρωπαϊκή βιομηχανία κινδυνεύει λόγω της παγκόσμιας παρακολούθησης πληροφοριών

-   ενδεχομένως, την υποβολή προτάσεων για πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες.”

1.4.   Για ποιο λόγο δεν συστάθηκε εξεταστική επιτροπή;

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τάχθηκε υπέρ της σύστασης προσωρινής επιτροπής, διότι ο διορισμός εξεταστικής επιτροπής προβλέπεται στα πλαίσια της συνθήκης ΕΚ (άρθρο 193 συνθήκη ΕΚ) μόνον όταν πρόκειται για τον έλεγχο παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, και συνεπώς η εξεταστική επιτροπή μπορεί να ασχοληθεί μόνον με θέματα που ρυθμίζονται σε αυτό. Τα θέματα που υπάγονται στο άρθρο 5 (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας) και 6 συνθήκη ΕΕ (Αστυνομία και δικαστική συνεργασία σε ποινικές αποφάσεις) εξαιρούνται. Πέραν τούτου, οι ιδιαίτερες εξουσίες της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με την κλήση για εξέταση και τη λήψη γνώσης εγγράφων υφίστανται κατά τη διοργανική απόφαση(7) τότε μόνον, αν δεν υπάρχουν αντίθετοι προς αυτές λόγοι απορρήτου ή δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας, που σε κάθε περίπτωση αποκλείουν την κλήση των μυστικών υπηρεσιών προς εξέταση. Επίσης, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να διευρύνει τις εργασίες της σε τρίτες χώρες, διότι αυτές εξ ορισμού δεν μπορούν να παραβιάσουν το δίκαιο της ΕΕ. Η σύσταση εξεταστικής επιτροπής θα σήμαινε συνεπώς μόνον έναν περιορισμό ως προς το περιεχόμενο, δίχως να συνεπάγεται πρόσθετα δικαιώματα, και γι' αυτό το λόγο απορρίφθηκε από την πλειοψηφία των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

1.5.   Η μέθοδος και το σχέδιο εργασίας

Προκειμένου να καλύψει πλήρως και καθ' ολοκληρία την εντολή της, η επιτροπή επέλεξε την ακόλουθη μεθοδολογία. Σε ένα πρόγραμμα εργασίας, που προτάθηκε από τον εισηγητή και έγινε αποδεκτό από την επιτροπή, υπήρχε μία λίστα των παρακάτω σχετικών θεμάτων: 1. Βέβαια γνώση σχετικά με το ECHELON, 2. Διάλογος σε κοινοβουλευτικό και κυβερνητικό επίπεδο, 3. Υπηρεσίες πληροφοριών και δράση τους, 4. Συστήματα επικοινωνίας και η δυνατότητα παρακολούθησης τους, 5. Κρυπτογράφηση, 6. Οικονομική κατασκοπεία, 7. Στόχοι κατασκοπείας και μέτρα προστασίας, 8. Νομικό πλαίσιο και προστασία της ιδιωτικής ζωής του ατόμου και 9. Συνέπειες για τις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ. Τα θέματα συζητήθηκαν διαδοχικά στις επιμέρους συνεδριάσεις, ενώ η σειρά καθορίστηκε βάσει πρακτικών κριτηρίων και συνεπώς δεν υποδήλωνε κάποια αξιολόγηση των επιμέρους βασικών θεμάτων. Για την προετοιμασία των επιμέρους συνεδριάσεων, ο εισηγητής επεξεργαζόταν συστηματικά και αξιολογούσε το υφιστάμενο υλικό. Στις συνεδριάσεις προσκαλούνταν στη συνέχεια, ανάλογα με τις απαιτήσεις του εκάστοτε βασικού θέματος, εκπρόσωποι των εθνικών διοικήσεων (ιδίως των μυστικών υπηρεσιών) και των κοινοβουλίων με την ιδιότητά τους ως οργάνων ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών, επίσης νομικοί εμπειρογνώμονες και εμπειρογνώμονες σε θέματα επικοινωνιακής τεχνολογίας και τεχνικής παρακολούθησης, ασφάλειας επιχειρήσεων και τεχνικής κρυπτογράφησης, ως εκπρόσωποι της επιστήμης και της πράξης. Επίσης, έγινε ακρόαση δημοσιογράφων, οι οποίοι είχαν διερευνήσει το θέμα αυτό. Οι συνεδριάσεις ήταν κατά κανόνα δημόσιες, διεξάγονταν όμως κάποιες φορές κεκλεισμένων των θυρών, όταν αυτό κρινόταν σκόπιμο για λόγους άντλησης πληροφοριών. Πέραν τούτου, ο πρόεδρος της επιτροπής και ο εισηγητής μετέβησαν στο Λονδίνο και το Παρίσι για να συναντήσουν εκεί πρόσωπα, τα οποία για διάφορους λόγους δεν ήταν σε θέση να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής, η συμπερίληψη των οποίων όμως στις εργασίες της επιτροπής κρινόταν σκόπιμη. Για τους ίδιους λόγους ο πρόεδρος της επιτροπής, οι συντονιστές και ο εισηγητής μετέβησαν στις ΗΠΑ. Επίσης, ο εισηγητής προέβη σε πολυάριθμες, εν μέρει εμπιστευτικές κατ' ιδίαν συζητήσεις.

1.6.   Οι ιδιότητες που αποδίδονται στο ECHELON

Το σύστημα παρακολούθησης που ονομάζεται “ECHELON” διαφέρει από άλλα συστήματα των υπηρεσιών πληροφοριών λόγω δύο χαρακτηριστικών του: Πρώτον, στο σύστημα αυτό αποδίδεται η δυνατότητα για μια, τρόπον τινά, απόλυτη παρακολούθηση. Υποστηρίζεται ότι μπορεί κανείς, κυρίως με τη βοήθεια δορυφορικών σταθμών λήψης και κατασκοπευτικών δορυφόρων, να υποκλέψει οποιαδήποτε πληροφορία που μεταβιβάζεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, μέσω τηλεφώνου, τηλεομοιοτυπίας, διαδικτύου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου της.

Ως δεύτερο χαρακτηριστικό του ECHELON που αναφέρεται είναι ότι το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργεί με τη συνεργασία αρκετών κρατών (του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας), γεγονός που του προσδίδει προστιθέμενη αξία σε σχέση με τα εθνικά συστήματα: τα κράτη που συμμετέχουν στο σύστημα ECHELON (κράτη UKUSA(8)) μπορούν να θέτουν το ένα στη διάθεση του άλλου τις εγκαταστάσεις παρακολούθησης, να καλύπτουν από κοινού τις δαπάνες και να αξιοποιούν από κοινού τις πληροφορίες που αποκτούν. Η διεθνής αυτή συνεργασία είναι απαραίτητη ειδικά για την παρακολούθηση δορυφορικών συστημάτων τηλεπικοινωνίας σε παγκόσμια κλίμακα, επειδή μόνο έτσι είναι δυνατό να λαμβάνονται οι πληροφορίες και των δύο συνομιλητών. Είναι προφανές ότι οι σταθμοί δορυφορικής λήψης, εξαιτίας του μεγέθους τους, δεν είναι δυνατόν να εγκατασταθούν στην επικράτεια ενός κράτους χωρίς τη συναίνεσή του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση απαιτείται η αμοιβαία συναίνεση και συνεργασία περισσότερων κρατών που θα βρίσκονται σε διάφορα σημεία του πλανήτη.

Ωστόσο, δεν πρέπει να βλέπουμε την απειλή που συνιστά το ECHELON μόνο στο ότι είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό σύστημα παρακολούθησης, αλλά και στο γεγονός ότι δρα μέσα σε ένα χώρο που στερείται δικαίου. Μέσω ενός συστήματος διεθνούς παρακολούθησης σαν το ECHELON, στις περισσότερες περιπτώσεις η παρακολούθηση ενός κράτους δεν θα έπληττε τους κατοίκους του ίδιου του κράτους. Κατά συνέπεια, το θύμα της παρακολούθησης, ως αλλοδαπός, δεν διαθέτει κανενός είδους νομική προστασία εντός της χώρας και κατά συνέπεια το θύμα βρίσκεται απόλυτα στο έλεος του συγκεκριμένου συστήματος. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος στον εν λόγω τομέα είναι επίσης ανεπαρκής, εφ' όσον οι ψηφοφόροι, οι οποίοι θεωρούν δεδομένο ότι δεν πλήττονται οι ίδιοι αλλά “μόνο” άτομα που βρίσκονται στο εξωτερικό, δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το ζήτημα αυτό, ενώ οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί τους φροντίζουν πρώτα απ' όλα για όσα ενδιαφέρουν τους ψηφοφόρους τους. Έτσι, δεν προξενεί επίσης έκπληξη το γεγονός ότι οι ακροάσεις που γίνονται στο αμερικανικό Κογκρέσο σχετικά με τις δραστηριότητες της NSA περιορίζονται απλώς στο ερώτημα αν πλήττονται από αυτό και Αμερικανοί πολίτες, ενώ αντίθετα αυτή καθ' εαυτή η ύπαρξη ενός τέτοιου συστήματος δεν προξενεί καμία αγανάκτηση. Έτσι αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία η εξέταση του θέματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

2.   Οι δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού

2.1.   Εισαγωγή

Οι περισσότερες κυβερνήσεις για την εγγύηση της ασφάλειας της χώρας τους, διαθέτουν εκτός από αστυνομία και υπηρεσίες πληροφοριών. Καθώς η δράση τους είναι συνήθως μυστική, οι υπηρεσίες αυτές ονομάζονται και μυστικές. Οι εν λόγω υπηρεσίες χρησιμεύουν

- στην άντληση πληροφοριών για τη διατήρηση της εθνικής ασφάλειας
- στην αντικατασκοπία γενικότερα
- στην αντιμετώπιση κινδύνων που θα μπορούσαν να απειλήσουν τις ένοπλες δυνάμεις
- στην άντληση πληροφοριών σχετικά με τα διαδραματιζόμενα στην αλλοδαπή

2.2.   Τι είναι κατασκοπεία;

Οι κυβερνήσεις έχουν ανάγκη συστηματικής συλλογής και αξιολόγησης πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένα δρώμενα σε άλλες χώρες. Πρόκειται για βασικά στοιχεία για τη λήψη αποφάσεων στους τομείς της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής κλπ. Για το λόγο αυτό, διατηρούν υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού. Οι υπηρεσίες αυτές αξιολογούν καταρχήν πληροφορίες, οι οποίες είναι προσιτές στο κοινό. Σύμφωνα με καταθέσεις, που έχει υπόψη του ο εισηγητής, αυτό αποτελεί κατά μέσο όρο τουλάχιστο το 80% της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών.(9) Όμως οι ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες των προαναφερόμενων τομέων τηρούνται από τις κυβερνήσεις ή τις εταιρίες μυστικές, και για το λόγο αυτό δεν είναι προσπελάσιμες από το κοινό. Όποιος παρόλα αυτά θέλει να τις αποκτήσει, πρέπει να τις κλέψει. Κατασκοπεία δεν είναι άλλο παρά η οργανωμένη κλοπή πληροφοριών.

2.3.   Στόχοι της κατασκοπείας

Οι συνήθεις στόχοι της κατασκοπείας είναι τα στρατιωτικά μυστικά, άλλα κυβερνητικά μυστικά ή πληροφορίες σχετικά με τη σταθερότητα ή τον κίνδυνο κυβερνήσεων. Αυτό αφορά π.χ. σε νέα οπλικά συστήματα, στρατιωτικές στρατηγικές ή πληροφορίες σχετικά με στρατιωτικές βάσεις. Οι πληροφορίες σχετικά με επικείμενες αποφάσεις στην εξωτερική πολιτική, τη νομισματική πολιτική ή οι εμπιστευτικές πληροφορίες στρατολογημένων προσώπων σχετικά με εντάσεις στο εσωτερικό μιας κυβέρνησης είναι επίσης σημαντικές. Πέραν αυτών, υπάρχει και ενδιαφέρον για πληροφορίες οικονομικής σημασίας. Σε αυτές συγκαταλέγονται, εκτός από τις πληροφορίες που αφορούν στους επιμέρους εμπορικούς κλάδους, και οι λεπτομέρειες σχετικά με νέες τεχνολογίες ή επαφές με την αλλοδαπή.

2.4.   Μέθοδοι κατασκοπείας

Κατασκοπεία είναι η δημιουργία πρόσβασης σε πληροφορίες, τις οποίες ο κάτοχός τους ουσιαστικά θέλει να προστατέψει από την πρόσβαση ξένων σε αυτές. Συνεπώς, η προστασία πρέπει να υπερκεραστεί και να παραβιαστεί. Αυτό συμβαίνει τόσο στην πολιτική κατασκοπεία όσο και στην οικονομική. Για το λόγο αυτό, σε αμφότερους τους τομείς τίθενται τα ίδια προβλήματα και εφαρμόζονται οι ίδιες τεχνικές κατασκοπείας. Από λογική άποψη δεν υπάρχει καμία διαφορά, απλώς το επίπεδο προστασίας είναι στην οικονομία συνήθως μικρότερο και συνεπώς η οικονομική κατασκοπεία είναι καμιά φορά ευκολότερο να πραγματοποιηθεί. Ιδίως, η συνείδηση του κινδύνου κατά την χρήση μέσων επικοινωνίας που δύνανται να παρακολουθηθούν, στην οικονομία είναι συνήθως μειωμένη σε σχέση με ότι ισχύει για το κράτος σε εμπιστευτικούς τομείς.

2.4.1. Η συμμετοχή ανθρώπων στην κατασκοπεία

Η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών οργανώνεται πάντοτε κατά τον ίδιο τρόπο:

Μόνο λίγα, επιλεγμένα πρόσωπα έχουν πρόσβαση στις εμπιστευτικές πληροφορίες
Για τη διάθεση των πληροφοριών αυτών υπάρχουν απαραβίαστοι κανόνες
Οι πληροφορίες δεν εξέρχονται κατά κανόνα από την περιοχή προστασίας, και αν αυτό συμβεί, τότε μόνον κατά τρόπο ασφαλή ή κρυπτογραφημένο. Για το λόγο αυτό, η οργανωμένη κατασκοπεία επιδιώκει καταρχήν να αποκτήσει άμεση, και χωρίς διαμεσολαβητές, πρόσβαση στις επιθυμητές πληροφορίες (η λεγόμενη human intelligence). Πρόκειται για
Πρόσωπα της ίδιας της υπηρεσίας ή επιχείρησης (πράκτορες), που διεισδύουν,
Για στρατολογημένα πρόσωπα από τον ίδιο χώρο

Τα στρατολογημένα πρόσωπα εργάζονται για ξένες επιχειρήσεις ή εταιρίες συνήθως για τους παρακάτω λόγους:

Σεξουαλική αποπλάνηση
Δωροδοκία με χρήματα ή άλλου είδους παροχές
Εκβιασμό
Αναφορά σε ιδεολογίες
Απόδοση μιας ιδιαίτερης σημασίας ή τιμής (επίκληση ανικανοποίητων αισθημάτων και αισθημάτων μειονεξίας)

Ειδική περίπτωση αποτελεί η μέθοδος εκμαίευσης πληροφοριών κατά την οποία υπό φαινομενικά αθώες περιστάσεις (συζητήσεις στο περιθώριο συνελεύσεων, σε ειδικά συνέδρια, στα μπαρ ξενοδοχείων) οι συνεργάτες υπηρεσιών, εταιριών κλπ. παραπλανούνται, με επίκληση στη ματαιοδοξία τους κλπ., ώστε να προβούν σε αποκαλύψεις.

Η συμμετοχή προσώπων έχει το πλεονέκτημα της άμεσης πρόσβασης στις επιθυμητές πληροφορίες. Έχει όμως και μειονεκτήματα:

η αντικατασκοπία επικεντρώνεται πάντοτε σε πρόσωπα ή πράκτορες
σε στρατολογημένα άτομα, οι αδυναμίες που αποτέλεσαν το βασικό λόγο της στρατολόγησης μπορεί να αποδεχθούν μοιραίες
οι άνθρωποι κάνουν πάντα λάθη και ως εκ τούτου βρίσκονται κάποτε εμπλεκόμενοι σε θέματα αντικατασκοπίας

Για το λόγο αυτό γίνεται η προσπάθεια, να αντικατασταθεί, όπου είναι δυνατό, η χρησιμοποίηση πρακτόρων ή στρατολογημένων ατόμων από έναν ανώνυμο και ανεξάρτητο από πρόσωπα τρόπο κατασκοπείας. Το πιο απλό είναι εν προκειμένω η αποτίμηση ραδιοσημάτων που εκπέμπονται από εγκαταστάσεις ή οχήματα στρατιωτικής σημασίας.

2.4.2. Η αποτίμηση ηλεκτρομαγνητικών σημάτων

Η πλέον γνωστή στο κοινό μορφή κατασκοπείας με τεχνικά μέσα είναι η χρησιμοποίηση της δορυφορικής φωτογράφησης. Πέραν αυτής όμως, αναχαιτίζονται και αποτιμούνται κάθε είδους ηλεκτρομαγνητικά σήματα (η λεγόμενη signal intelligence, SIGNINT).

Ηλεκτρομαγνητικά σήματα που δεν εξυπηρετούν τις επικοινωνίες

Κάποια ηλεκτρομαγνητικά σήματα, π.χ. οι εκπομπές σταθμών ραντάρ, μπορεί να προσφέρουν στον στρατιωτικό τομέα πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση της αεροπορικής άμυνας του αντιπάλου (η λεγόμενη electronic intelligence, ELINT). Επίσης, οι ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές, που μπορούν να δώσουν πληροφορίες σχετικά με τη θέση ομάδων, αεροπλάνων, πλοίων ή υποβρυχίων, αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τις μυστικές υπηρεσίες. Επίσης έχει σημασία η παρακολούθηση κατασκοπευτικών δορυφόρων απεικόνισης, που ανήκουν σε άλλες χώρες, όπως και η εγγραφή ή η αποκωδικοποίηση των σημάτων τους.

Τα σήματα λαμβάνονται από σταθερούς σταθμούς, από χαμηλά περιφερόμενους δορυφόρους ή από οιονεί γεωστατικούς δορυφόρους SIGINT. Αυτό το μέρος της δραστηριότητας των μυστικών υπηρεσιών, που σχετίζεται με ηλεκτρομαγνητικά σήματα, καλύπτει ένα σημαντικό μέρος των δυνατοτήτων παρακολούθησης των υπηρεσιών αυτών, δίχως όμως να εξαντλούνται τα τεχνικά μέσα.

Η αποτίμηση αναχαιτισθείσας επικοινωνίας

Οι υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού πολλών χωρών υποκλέπτουν τις στρατιωτικές και διπλωματικές επικοινωνίες άλλων κρατών. Κάποιες από τις υπηρεσίες αυτές παρακολουθούν μάλιστα, στο βαθμό που έχουν πρόσβαση, και τις πολιτικές επικοινωνίες άλλων κρατών. Σε αρκετές χώρες, οι υπηρεσίες έχουν το δικαίωμα να παρακολουθούν και την επικοινωνία που εισέρχεται στη χώρα ή εξέρχεται από αυτή. Στα δημοκρατικά κράτη, η παρακολούθηση της επικοινωνίας των ιδίων πολιτών από τις υπηρεσίες πληροφοριών υπόκειται σε συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους και ελέγχους. Οι εθνικές νομοθεσίες προστατεύουν όμως κατά κανόνα μόνον τους πολίτες και τα λοιπά πρόσωπα που διαμένουν στο έδαφος της δικής τους χώρας (βλ. κεφάλαιο 8).

2.5.   Η δραστηριότητα ορισμένων υπηρεσιών πληροφοριών

Η δημόσια συζήτηση πυροδοτήθηκε κυρίως από τις δραστηριότητες παρακολούθησης των αμερικανικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Η κριτική επικεντρώνεται στην παρακολούθηση και αποτίμηση επικοινωνίας (ήχος, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Για να γίνει πολιτική αποτίμηση, απαιτείται ένα μέτρο, βάσει του οποίου να μπορεί να αξιολογηθεί η δραστηριότητα αυτή. Ως μέτρο σύγκρισης προσφέρεται η δραστηριότητα παρακολούθησης των μυστικών υπηρεσιών στην ΕΕ. Ο παρακάτω πίνακας 1 προσφέρει μία συνοπτική εικόνα. Από αυτόν προκύπτει, ότι η παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας από υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα των αμερικανικών ή βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών.

Χώρα

επικοινωνίες εξωτερικού

κρατικές επικοινωνίες

πολιτικές επικοινωνίες

Βέλγιο

+

+

-   

Δανία

+

+

+

Φιλανδία

+

+

+

Γαλλία

+

+

+

Γερμανία

+

+

+

Ελλάδα

+

+

-   

Ιρλανδία

-   

-   

-   

Ιταλία

+

+

+

Λουξεμβούργο

-   

-   

-   

Ολλανδία

+

+

+

Αυστρία

+

+

-   

Πορτογαλία

+

+

-   

Σουηδία

+

+

+

Ισπανία

+

+

+

Ηνωμένο Βασίλειο

+

+

+

ΗΠΑ

+

+

+

Καναδάς

+

+

+

Αυστραλία

+

+

+

Νέα Ζηλανδία

+

+

+

Πίνακας 1: Δραστηριότητα παρακολούθησης των υπηρεσιών πληροφοριών της ΕΕ και των χωρών UKUSA

Όπου οι επιμέρους στήλες υποδηλώνουν:

Στήλη 1: η εκάστοτε χώρα

Στήλη 2: επικοινωνίες εξωτερικού· περιλαμβάνει τόσο τις επικοινωνίες προς το εξωτερικό όσο και από το εξωτερικό, τόσο για πολιτικές, όσο και στρατιωτικές ή διπλωματικές.(10)

Στήλη 3: κρατικές επικοινωνίες (στρατός, πρεσβείες κλπ.)

Στήλη 4: πολιτικές επικοινωνίες

"+" σημαίνει ότι γίνεται παρακολούθηση επικοινωνιών

"-" σημαίνει ότι δεν γίνεται παρακολούθηση επικοινωνιών

3.   Τεχνικοί περιορισμοί για την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών

3.1.   Η δυνατότητα παρακολούθησης διαφόρων φορέων επικοινωνιών

Για την εξ αποστάσεως επικοινωνία μεταξύ ατόμων, απαιτείται ένας φορέας επικοινωνίας. Αυτός μπορεί να είναι:

- Αέρας (ήχος)
- Φως (συσκευή οπτικών σημάτων μορς, καλώδια οπτικών ινών)
- Ηλεκτρικό ρεύμα (τηλέγραφος, τηλέφωνο)
- Ηλεκτρομαγνητικό κύμα (ραδιοεπικοινωνίες στις πιο ετερόκλητες μορφές τους)

Ένα τρίτο πρόσωπο που αποκτά πρόσβαση στον φορέα της επικοινωνίας, μπορεί να την υποκλέψει. Η πρόσβαση μπορεί να είναι εύκολη ή δύσκολη, να είναι δυνατή από οποιονδήποτε τόπο ή μόνο από συγκεκριμένες θέσεις. Στη συνέχεια εξετάζονται δύο ακραίες περιπτώσεις: αφ’ ενός οι τεχνικές δυνατότητες ενός επιτόπιου κατασκόπου και αφ’ ετέρου οι δυνατότητες ενός συστήματος παρακολούθησης που λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα.

3.2.   Οι δυνατότητες της επιτόπιας παρακολούθησης(11)

Οποιαδήποτε επικοινωνία μπορεί να υποκλαπεί επί τόπου, εφ’ όσον αυτός που κάνει την παρακολούθηση είναι αποφασισμένος να παραβεί το νόμο και το θύμα της παρακολούθησης δεν λαμβάνει μέτρα προστασίας.

-    Οι συνομιλίες σε κλειστούς χώρους μπορούν να υποκλαπούν με την τοποθέτηση μικροφώνων (των λεγόμενων κοριών) ή με την σάρωση των δονήσεων των υαλοπινάκων των παραθύρων με την βοήθεια λέιζερ.
-    Οι οθόνες εκπέμπουν ακτινοβολία, η οποία μπορεί να συλλεχθεί έως και σε απόσταση 30 μέτρων. Έτσι γίνεται ορατό το περιεχόμενο μιας οθόνης.
-    Το τηλέφωνο, η τηλεομοιοτυπία και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μπορούν να υποκλαπούν, εάν αυτός που κάνει την παρακολούθηση διασυνδεθεί λαθραία με τα καλώδια που εξέρχονται από το εκάστοτε κτίριο.
- Ένα κινητό τηλέφωνο μπορεί να υποκλαπεί, έστω κι αν τεχνικά αυτό είναι πολύ δαπανηρό, όταν ο σταθμός παρακολούθησης βρίσκεται στην ίδια κυψέλη (διάμετρος 300 μέτρα στην πόλη, 30 χιλιόμετρα στην ύπαιθρο).
- Οι ιδιωτικές ραδιοεπικοινωνίες VHF μπορούν να υποκλαπούν εντός της εμβέλειας του ασυρμάτου VHF.

Οι συνθήκες για την χρήση τεχνικών μέσων κατασκοπείας επί τόπου είναι βέλτιστες, διότι οι ενέργειες παρακολούθησης μπορούν να περιοριστούν σε ένα πρόσωπο-στόχο ή αντικείμενο-στόχο και πρακτικά μπορεί να καλυφθεί σχεδόν κάθε είδος επικοινωνίας. Μειονέκτημα αποτελεί μόνον κάποιος σχετικός κίνδυνος ανακάλυψης κατά την τοποθέτηση “κοριών” ή της λαθραίας σύνδεσης στα καλώδια.

3.3.   Οι δυνατότητες ενός συστήματος παρακολούθησης που λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα

Για την διηπειρωτική επικοινωνία υπάρχουν σήμερα διάφοροι φορείς επικοινωνίας για όλα τα είδη επικοινωνίας (συνομιλία, τηλεομοιοτυπία και μετάδοση δεδομένων). Οι δυνατότητες ενός συστήματος παρακολούθησης που δρα σε παγκόσμια κλίμακα περιορίζονται από δύο παράγοντες:

- Η περιορισμένη πρόσβαση στον φορέα της επικοινωνίας
- Η αναγκαιότητα επιλεκτικού φιλτραρίσματος της επιθυμητής επικοινωνίας από μια τεράστια ποικιλία επικοινωνιών που λαμβάνουν χώρα
3.3.1. Η πρόσβαση στους φορείς επικοινωνίας

Καλωδιακή επικοινωνία

Μέσω καλωδίων λαμβάνουν χώρα όλα τα είδη επικοινωνίας (συνομιλία, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μετάδοση δεδομένων). Η καλωδιακή επικοινωνία μπορεί να υποκλαπεί μόνο όταν είναι δυνατή η πρόσβαση στο καλώδιο. Η πρόσβαση σε κάθε περίπτωση είναι εφικτή στο άκρο μιας καλωδιακής σύνδεσης, όταν αυτό το άκρο βρίσκεται εντός της επικράτειας του κράτους που κάνει την παρακολούθηση. Εντός των κρατικών συνόρων μπορούν λοιπόν από τεχνική άποψη να υποκλαπούν όλα τα καλώδια, εφ’ όσον η παρακολούθηση επιτρέπεται από τον νόμο. Συνήθως όμως οι ξένες υπηρεσίες πληροφοριών δεν έχουν νόμιμη πρόσβαση σε καλώδια που βρίσκονται εντός της επικράτειας άλλων κρατών. Παράνομα, στην καλύτερη περίπτωση μπορούν να πραγματοποιήσουν σημειακή πρόσβαση, ενώ υφίσταται σημαντικός κίνδυνος ανακάλυψης.

Διηπειρωτικές καλωδιακές συνδέσεις υλοποιήθηκαν από την εποχή του τηλέγραφου με την βοήθεια υποθαλάσσιων καλωδίων. Η πρόσβαση σε αυτά τα καλώδια είναι πάντοτε εφικτή στο σημείο όπου αυτά εξέρχονται πάλι από το νερό. Σε περίπτωση συνεργασίας πολλών κρατών σε μια ομάδα παρακολούθησης, υπάρχει πρόσβαση σε όλα τα άκρα των καλωδιακών συνδέσεων τα οποία υπάρχουν σε αυτά τα κράτη. Το γεγονός αυτό διαδραμάτισε σημαντικό ιστορικό ρόλο, διότι το σημείο όπου τόσο τα υποθαλάσσια τηλεγραφικά καλώδια, όσο και τα πρώτα υποθαλάσσια τηλεφωνικά ομοαξονικά καλώδια μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής εξέρχονταν από το νερό, βρισκόταν στην Νέα Γη (Newfoundland, στην καναδική επικράτεια), ενώ οι συνδέσεις με την Ασία διέρχονταν από την Αυστραλία, διότι απαιτούνταν ενδιάμεσοι ενισχυτές. Σήμερα τα καλώδια οπτικών ινών τοποθετούνται χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η τυχόν διαμόρφωση υποβρύχιων ορεινών τοπίων και χωρίς την ανάγκη ενδιάμεσων ενισχυτών, απ’ ευθείας χωρίς να γίνεται ενδιάμεση στάση στην Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία.

Στα ηλεκτρικά καλώδια μπορεί να γίνει παρείσφρηση και μεταξύ των δύο άκρων μιας σύνδεσης επαγωγικά (δηλ. ηλεκτρομαγνητικά με την βοήθεια ενός πηνίου που έρχεται σε επαφή με το καλώδιο) χωρίς να δημιουργηθεί απ’ ευθείας ηλεκτρικά αγώγιμη σύνδεση. Αυτό είναι επίσης δυνατόν να γίνει μέσω υποβρυχίων σε ηλεκτρικά υποθαλάσσια καλώδια, υπό ιδιαίτερα υψηλή δαπάνη μέσων και χρήματος. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιήθηκε από τις ΗΠΑ για την παρείσφρηση σε ένα συγκεκριμένο υποβρύχιο καλώδιο της ΕΣΣΔ, μέσω του οποίου διέρχονταν μη κρυπτογραφημένες διαταγές για τα ρωσικά πυρηνικά υποβρύχια. Η χρήση της τεχνικής αυτής προς κάλυψη εκτάσεων είναι απαγορευτική και μόνο για οικονομικούς λόγους.

Στις χρησιμοποιούμενες σήμερα οπτικές ίνες παλαιότερης γενιάς η επαγωγική παρείσφρηση είναι δυνατή μόνο στους ενδιάμεσους ενισχυτές. Σ’ αυτούς τους ενισχυτές το οπτικό σήμα μετατρέπεται σε ηλεκτρικό σήμα, το οποίο ενισχύεται και ξαναμετατρέπεται σε οπτικό σήμα. Τίθεται όμως το ερώτημα, για το πώς οι τεράστιες ποσότητες δεδομένων, οι οποίες θα μεταφερθούν από ένα τέτοιο καλώδιο από τον τόπο της παρακολούθησης στον τόπο αξιολόγησης, χωρίς να τοποθετηθεί ούτε ένα καλώδιο οπτικών ινών. Η χρήση ενός υποβρυχίου εξοπλισμένου με τις ανάλογες τεχνικές εγκαταστάσεις αξιολόγησης, εξ αιτίας της εξαιρετικής δαπάνης σε μέσα και χρήμα, προσφέρεται ως εναλλακτική δυνατότητα μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα κατά την διάρκεια πολέμου, για την υφαρπαγή στρατηγικών στρατιωτικών επικοινωνιών του εχθρού. Όσον αφορά στην παρακολούθηση ρουτίνας των διεθνών τηλεπικοινωνιών μέσω υποβρυχίων, η γνώμη του εισηγητή είναι ότι δεν αποτελεί ενδεχόμενη εναλλακτική λύση. Τα καλώδια οπτικών ινών νέας γενιάς χρησιμοποιούν λέιζερ ερβίου ως ενδιάμεσο ενισχυτή – η ηλεκτρομαγνητική διασύνδεση με σκοπό την παρακολούθηση σε αυτούς τους ενισχυτές δεν είναι πλέον δυνατή! Η παρακολούθηση σε τέτοιου είδους καλώδια οπτικών ινών μπορεί να γίνει μόνο στα άκρα της σύνδεσης.

Στην πρακτική του εφαρμογή, για την ομάδα παρακολούθησης των λεγόμενων χωρών UKUSA αυτό σημαίνει ότι στα πλαίσια εύλογων δαπανών μπορούν να υποκλέψουν μόνον στα άκρα των υποθαλάσσιων καλωδίων τα οποία καταλήγουν στην επικράτειά τους. Ουσιαστικά μπορούν λοιπόν να υφαρπάξουν μόνον καλωδιακές επικοινωνίες οι οποίες αφικνούνται ή φεύγουν από την χώρα τους! Αυτό σημαίνει, ότι η πρόσβασή τους στις καλωδιακές επικοινωνίες που εισέρχονται στην ή εξέρχονται από την χώρα στην Ευρώπη περιορίζεται στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου! Διότι οι επικοινωνίες εσωτερικού περιορίζονται μέχρι στιγμής στο καλωδιακό δίκτυο εσωτερικού. Με την ιδιωτικοποίηση των τηλεπικοινωνιών μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις – αυτές όμως είναι τμηματικές και μη προβλέψιμες!

Αυτό συνήθως ισχύει για το τηλέφωνο και την τηλεομοιοτυπία. Για την επικοινωνία μέσω του Διαδικτύου με καλώδια ισχύουν άλλοι περιορισμοί. Συνοψίζοντας μπορούν όμως να αναφερθούν οι παρακάτω περιορισμοί:

Η επικοινωνία στο Διαδίκτυο διεκπεραιώνεται μέσω πακέτων δεδομένων, όπου τα απευθυνόμενα σε ένα παραλήπτη πακέτα μπορούν να κινηθούν μέσω διαφορετικών διαδρομών εντός του δικτύου.
Στην αρχή της εποχής του Διαδικτύου χρησιμοποιούνταν τυχόν κενά στο ποσοστό κάλυψης του δημοσίου επιστημονικού δικτύου για την μεταβίβαση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Γι’ αυτό η πορεία ενός μηνύματος ήταν εντελώς απρόβλεπτη. Τα επί μέρους πακέτα κινούνταν μέσα από χαοτικές και μη προβλέψιμες διόδους. Η σημαντικότερη διεθνής σύνδεση εκείνη την εποχή ήταν το “επιστημονικό δίκτυο κορμού” μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής.
Με την εμπορευματοποίηση του Διαδικτύου και την εδραίωση των παροχέων υπηρεσιών Διαδικτύου προέκυψε στη συνέχεια και μια εμπορευματοποίηση του δικτύου. Οι παροχείς υπηρεσιών Διαδικτύου εκμεταλλεύονταν ή μίσθωναν δικά τους δίκτυα. Γι’ αυτό επιχείρησαν σε αυξημένο βαθμό να κρατήσουν την επικοινωνία εντός του δικού τους δικτύου, για να αποφύγουν την καταβολή τελών χρήσης σε άλλους χρήστες δικτύων. Η διαδρομή επομένως ενός πακέτου δεδομένων εντός του δικτύου δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το ποσοστό κίνησης του δικτύου, αλλά εξαρτάται επίσης και από παράγοντες κόστους.
Ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο αποστέλλεται από έναν πελάτη ενός παροχέα στον πελάτη ενός άλλου παροχέα, κατά κανόνα παραμένει στο εταιρικό δίκτυο, ακόμη και αν αυτή δεν είναι η γρηγορότερη διαδρομή. Υπολογιστές οι οποίοι αποφασίζουν σχετικά με την μεταφορά των πακέτων δεδομένων και οι οποίοι βρίσκονται στους κόμβους των δικτύων (οι λεγόμενοι “δρομολογητές”, ”router”), οργανώνουν την μετάβαση σε άλλα δίκτυα μέσα από συγκεκριμένα σημεία παράδοσης (τα λεγόμενα “σημεία διακλάδωσης”, ”switches”).
Κατά την περίοδο του επιστημονικού δικτύου κορμού, τα σημεία διακλάδωσης της παγκόσμιας επικοινωνίας του Διαδικτύου ήταν στις ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, οι κατά τόπους υπηρεσίες πληροφοριών είχαν πρόσβαση σε σημαντικό όγκο της ευρωπαϊκής επικοινωνίας του Διαδικτύου. Σήμερα η επικοινωνία του Διαδικτύου διεκπεραιώνεται κατά ένα μικρό μέρος μόνο μέσω των ΗΠΑ.(12)
Η ενδοευρωπαϊκή επικοινωνία διεκπεραιώνεται κατά μικρό μέρος μέσω ενός σημείου διακλάδωσης στο Λονδίνο, στο οποίο έχει πρόσβαση η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών GCHQ, δεδομένου ότι πρόκειται για επικοινωνίες εξωτερικού. Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας παραμένει εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Έτσι για παράδειγμα, περισσότερο από το 95% της γερμανικής επικοινωνίας μέσω Διαδικτύου διεκπεραιώνεται μέσα από ένα σημείο διακλάδωσης στην Φρανκφούρτη.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι χώρες UKUSA διαθέτουν πρόσβαση μόνο σε ένα πολύ περιορισμένο μέρος της καλωδιακής επικοινωνίας του Διαδικτύου.

Ραδιοεπικοινωνίες(13)

Η δυνατότητα παρακολούθησης των ραδιοεπικοινωνιών εξαρτάται από την εμβέλεια των χρησιμοποιούμενων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Εάν τα ραδιοκύματα της εκπομπής έχουν πορεία κατά μήκος της επιφάνειας της γης (τα λεγόμενα κύματα εδάφους ή επιφανείας), τότε η εμβέλειά τους είναι περιορισμένη και εξαρτάται από το είδος του τοπίου, από τα κτίσματα και τη βλάστηση. Εάν τα ραδιοκύματα μεταδίδονται προς το διάστημα (τα λεγόμενα έμμεσα ραδιοκύματα ή κύματα χώρου), τότε το κύμα χώρου, μετά από ανάκλαση σε στρώματα της ιονόσφαιρας, μπορεί να καλύψει σημαντικές αποστάσεις. Η εμβέλεια αυξάνεται σε σημαντικό βαθμό με πολλαπλές ανακλάσεις.

Η εμβέλεια εξαρτάται από το μήκος κύματος:

Τα κύματα πολύ χαμηλών συχνοτήτων και τα μακρά κύματα (3kHz – 300kHz) μεταδίδονται μόνο μέσω κύματος εδάφους, διότι το κύμα χώρου δεν ανακλάται. Έχουν μικρές εμβέλειες
Τα μεσαία κύματα (300kHz-3 MHz) διαδίδονται μέσω κύματος εδάφους και τη νύχτα επίσης μέσω κύματος χώρου. Έχουν μεσαίες εμβέλειες.
Τα βραχέα κύματα (3MHz-30 MHz) διαδίδονται κατά κύριο λόγο μέσω του κύματος χώρου και εξ αιτίας των πολλαπλών ανακλάσεων επιτρέπουν την παγκόσμια λήψη.
Τα κύματα πολύ υψηλών συχνοτήτων (30 MHz-300MHz) διαδίδονται μόνον ως κύμα εδάφους, διότι το κύμα χώρου δεν ανακλάται. Διαδίδονται κατά σχετικά ευθύγραμμο τρόπο, όπως το φως, και γι’ αυτό η εμβέλειά τους εξαρτάται λόγω της καμπυλότητας της γης από το ύψος των κεραιών του πομπού και του δέκτη. Ανάλογα με την ισχύ, έχουν εμβέλειες μέχρι και 100 χλμ. (στα κινητά τηλέφωνα περίπου 30 χλμ.).
Τα δεκατομετρικά κύματα και τα εκατοστομετρικά κύματα (30MHz-30 GHz) διαδίδονται περισσότερο από τα κύματα πολύ υψηλών συχνοτήτων οιονεί οπτικά. Μπορούν εύκολα να διαμορφωθούν σε δέσμες κυμάτων και επιτρέπουν κατευθυντικές μεταδόσεις με χαμηλή ισχύ (εδαφοπαγείς κατευθυντικές ραδιοζεύξεις). Η λήψη τους γίνεται μόνο με κεραία η οποία βρίσκεται πολύ κοντά και παράλληλα προς την διαδρομή των κυμάτων της κατευθυντικής ραδιοζεύξης ή βρίσκεται εντός της διαδρομής των κυμάτων της κατευθυντικής ραδιοζεύξης ή στην προέκτασή της.

Τα μακρά και τα μεσαία κύματα χρησιμοποιούνται μόνο σε πομπούς ραδιοφωνικών σταθμών, ραδιοφάρους, κ.λπ. Οι στρατιωτικές και πολιτικές ραδιοεπικοινωνίες λαμβάνουν χώρα μέσω βραχέων κυμάτων και προ πάντων μέσω κυμάτων πολύ υψηλών συχνοτήτων και δεκατομετρικών/εκατοστομετρικών κυμάτων.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ένα σύστημα παρακολούθησης επικοινωνιών που δρα σε παγκόσμια κλίμακα, μπορεί να χρησιμοποιήσει μόνο τις ραδιοεπικοινωνίες των βραχέων κυμάτων. Σε όλα τα άλλα είδη ραδιoεπικοινωνιών ο σταθμός παρακολούθησης θα πρέπει να βρίσκεται σε απόσταση 100 χλμ. ή και μικρότερη (π.χ. σε ένα πλοίο ή σε μια πρεσβεία).

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι χώρες UKUSA έχουν πρόσβαση με επίγειους σταθμούς παρακολούθησης μόνο σε ένα πολύ περιορισμένο τμήμα των ραδιοεπικοινωνιών.

Επικοινωνίες που μεταδίδονται με γεωστατικούς τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους(14)

Τα δεκατομετρικά και εκατοστομετρικά κύματα όπως προαναφέρθηκε μπορούν να συμπτυχθούν εύκολα σε λεπτές δέσμες για κατευθυντικές ραδιοζεύξεις. Εάν δημιουργήσει κανείς μια κατευθυντική ραδιοζεύξη με έναν στατικό τηλεπικοινωνιακό δορυφόρο υψηλής τροχιάς, ο οποίος λαμβάνει τα σήματα της κατευθυντικής ραδιοζεύξης, τα μετατρέπει και τα επανεκπέμπει στη γη, μπορεί έτσι χωρίς την χρήση καλωδίων να καλύψει μεγάλες αποστάσεις. Η εμβέλεια μιας τέτοιας σύνδεσης περιορίζεται ουσιαστικά μόνο από το γεγονός ότι ο δορυφόρος δεν μπορεί να λαμβάνει και να εκπέμπει παρακάμπτοντας την υδρόγειο σφαίρα. Ως εκ τούτου, για να εξασφαλιστεί η παγκόσμια κάλυψη χρησιμοποιούνται περισσότεροι δορυφόροι (σχετικές λεπτομέρειες στο κεφάλαιο 4). Εάν οι χώρες UKUSA διατηρούν σταθμούς παρακολούθησης στις απαραίτητες περιοχές του πλανήτη, κατ’ αρχήν είναι σε θέση να υποκλέψουν το σύνολο των διακινούμενων μέσα από τέτοιους δορυφόρους επικοινωνιών τηλεφωνίας, τηλεομοιοτυπίας και μετάδοσης δεδομένων.

Οι δυνατότητες παρακολούθησης από αεροπλάνα και πλοία

Είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό ότι τα ειδικά αεροσκάφη του τύπου AWACS χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό άλλων αεροσκαφών. Το ραντάρ αυτών των σκαφών διαθέτει ένα σύστημα εντοπισμού για την ταυτοποίηση αναγνωρισθέντων στόχων, το οποίο είναι σε θέση να εντοπίζει, να ταξινομεί και να συσχετίζει ηλεκτρονικές εκπομπές με επαφές ραντάρ. Δεν υπάρχει ειδική δυνατότητα παρακολούθησης σημάτων (SIGNINT)(15). Αντιθέτως, το κινούμενο με χαμηλές ταχύτητες κατασκοπευτικό αεροσκάφος του αμερικανικού ναυτικού EP-3, διαθέτει δυνατότητες παρακολούθησης μικροκυμάτων, κυμάτων πολύ υψηλών συχνοτήτων Υ, όπως επίσης και βραχέων κυμάτων. Τα σήματα αξιολογούνται άμεσα πάνω στο αεροσκάφος, το οποίο είναι για καθαρά στρατιωτική χρήση(16).

Πέραν αυτού χρησιμοποιούνται και ναυτικά σκάφη επιφανείας, όπως επίσης και υποβρύχια σκάφη για παράκτιες αποστολές κοντά στα κράτη-στόχους προς παρακολούθηση των στρατιωτικών ραδιοεπικοινωνιών(17).

Οι δυνατότητες παρακολούθησης από κατασκοπευτικούς δορυφόρους

Τα ραδιοκύματα, εφ’ όσον δεν διαμορφώνονται με την βοήθεια αντίστοιχων κεραιών σε δέσμες, εκπέμπουν προς όλες τις κατευθύνσεις, δηλαδή και προς το διάστημα. Δορυφόροι Παρακολούθησης Σημάτων (Signal Intelligence Satellites) κινούμενοι σε χαμηλές τροχιές είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τον προς αναγνώριση πομπό μόνο για λίγα λεπτά κάθε φορά. Σε πυκνοκατοικημένες, υψηλής βιομηχανικής ανάπτυξης περιοχές, εξ αιτίας της μεγάλης συγκέντρωσης πομπών της ίδιας συχνότητας η παρακολούθηση δυσχεραίνεται σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε είναι δύσκολο να φιλτραριστούν μεμονωμένα σήματα.(18) Οι δορυφόροι αυτοί δεν είναι κατάλληλοι για την συνεχή παρακολούθηση πολιτικών ραδιοεπικοινωνιών.

Παράλληλα υπάρχουν οι υψηλά σταθμευμένοι (στα 42.000 χλμ.), λεγόμενοι οιονεί στατικοί δορυφόροι παρακολούθησης σημάτων SIGNIT των ΗΠΑ.(19) Σε αντίθεση με τους γεωστατικούς τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους, αυτοί οι δορυφόροι έχουν μια κλίση 3 έως 10 βαθμών, απόγειο 39.000 έως 42.000 χλμ. και περίγειο από 30.000 έως 33.000 χλμ. Για το λόγο αυτό, οι δορυφόροι δεν βρίσκονται ακίνητοι σε τροχιά γύρω από την γη, αλλά κινούνται σε μια πολύπλοκη ελλειπτική τροχιά. Έτσι κατά την διάρκεια μια ημέρας καλύπτουν μεγαλύτερη περιοχή και επιτρέπουν τον προσδιορισμό της θέσης πηγών ραδιοσημάτων. Αυτό, όπως επίσης και τα άλλα δημόσια προσβάσιμα χαρακτηριστικά των δορυφόρων παραπέμπουν σε καθαρά στρατιωτική χρήση τους.

Τα ληφθέντα σήματα μεταβιβάζονται μέσω κατερχόμενης κατευθυντικής ζεύξης που εστιάζεται στενά σε ένα συγκεκριμένο σημείο με 24 GHz στον σταθμό λήψης.

3.3.2. Δυνατότητες αυτόματης αξιολόγησης της υποκλαπείσας επικοινωνίας: η χρήση φίλτρων

Στην παρακολούθηση των επικοινωνιών εξωτερικού δεν παρακολουθείται μια συγκεκριμένη τηλεφωνική σύνδεση. Μάλλον καταγράφεται η πλήρης ή ένας μέρος της μεταβιβαζόμενης από τον παρακολουθούμενο δορυφόρο ή το παρακολουθούμενο καλώδιο επικοινωνίας και φιλτράρεται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές με την χρήση λέξεων κλειδιών. Διότι η αξιολόγηση όλης της καταγεγραμμένης επικοινωνίας είναι εντελώς αδύνατη.

Το φιλτράρισμα των επικοινωνιών συγκεκριμένων συνδέσεων γίνεται εύκολα. Με την βοήθεια λέξεων κλειδιών μπορούν να εντοπιστούν εξειδικευμένα επίσης μηνύματα τηλεομοιοτυπίας και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ακόμη και μια συγκεκριμένη φωνή μπορεί να εντοπιστεί, εφ’ όσον το σύστημα έχει εκπαιδευτεί στην αναγνώριση της φωνής αυτής(20) Αντιθέτως, σύμφωνα με τα δεδομένα που διαθέτει ο εισηγητής, η αυτόματη αναγνώριση, με ικανοποιητική ακρίβεια, λέξεων οι οποίες εκφέρονται από μια τυχαία φωνή δεν είναι μέχρι στιγμής δυνατή. Οι δυνατότητες του φιλτραρίσματος πέραν αυτού περιορίζονται και από άλλους παράγοντες: από την πεπερασμένη δυναμικότητα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, από το γλωσσικό πρόβλημα, και προ πάντων από τον περιορισμένο αριθμό ειδικών αξιολογητών, οι οποίοι είναι σε θέση να διαβάσουν και να αξιολογήσουν τα φιλτραρισμένα μηνύματα.

Κατά την αξιολόγηση των δυνατοτήτων των συστημάτων φιλτραρίσματος θα πρέπει να συνυπολογιστεί επίσης ότι οι συνολικές τεχνικές δυνατότητες ενός τέτοιου συστήματος παρακολούθησης, το οποίο λειτουργεί βάσει της “αρχής της ηλεκτρικής σκούπας”, κατανέμονται σε διάφορα θέματα. Ένα μέρος των λέξεων-κλειδιών σχετίζεται με την στρατιωτική ασφάλεια, ένα μέρος με το εμπόριο ναρκωτικών και με άλλες μορφές του διεθνούς εγκλήματος, ένα μέρος προέρχεται από το λεξιλόγιο εννοιών του εμπορίου εμπορευμάτων διπλής χρήσης (dual-use), ενώ ένα άλλο μέρος έχει να κάνει με την τήρηση διαφόρων εμπάργκο. Ένα μέρος των εννοιών-κλειδιών έχει να κάνει επίσης με την οικονομία. Αυτό σημαίνει, ότι οι δυνατότητες του συστήματος εκτείνονται σε πολλαπλούς τομείς. Ο περιορισμός των λέξεων-κλειδιών μόνο στον τομέα που παρουσιάζει οικονομικό ενδιαφέρον δεν θα αντέβαινε μόνον στις απαιτήσεις της πολιτικής ηγεσίας από τις υπηρεσίες. Ακόμη και μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου δεν πραγματοποιήθηκε κάτι παρόμοιο(21)

3.3.3. Το παράδειγμα της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών

Το τμήμα 2 της γερμανικής ομοσπονδιακής υπηρεσίας πληροφοριών (BND) προμηθεύεται πληροφορίες μέσω της παρακολούθησης επικοινωνιών εξωτερικού. Αυτό υπήρξε αντικείμενο ελέγχου από το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο. Οι δημοσιοποιημένες κατά την δίκη λεπτομέρειες(22) μαζί με τις δηλώσεις του Ernst Uhrlau, συντονιστή των Μυστικών Υπηρεσιών στην Ομοσπονδιακή Καγκελαρία ενώπιον της επιτροπής ECHELON στις 21.11.2000 παρέχουν μια εικόνα των δυνατοτήτων των υπηρεσιών πληροφοριών κατά την παρακολούθηση δορυφορικών επικοινωνιών (έως τον Μάιο του 2001 δεν επιτρεπόταν στη Γερμανία παρακολούθηση καλωδιακών επικοινωνιών από την BND).

Οι δυνατότητες άλλων υπηρεσιών πληροφοριών, μπορεί να είναι εν μέρει μεγαλύτερες σε επί μέρους σημεία λόγω του διαφορετικού νομικού πλαισίου ή λόγω μεγαλύτερου αριθμού προσωπικού αξιολόγησης . Ειδικότερα, όταν συμπεριλαμβάνονται οι καλωδιακές μεταφορές, αυξάνεται η στατιστική πιθανότητα επιτυχίας αναγνώρισης, όχι οπωσδήποτε όμως και ο αριθμός των αξιολογήσιμων κινήσεων. Ουσιαστικά, βάσει του παραδείγματος της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών είναι εμφανές για τον εισηγητή κατά παραδειγματικό τρόπο, ποιες είναι οι δυνατότητες και στρατηγικές των υπηρεσιών πληροφοριών του εξωτερικού κατά την παρακολούθηση της επικοινωνίας εξωτερικού, ακόμη και αν δεν αποκαλύπτονται από αυτές.

Η ομοσπονδιακή υπηρεσία πληροφοριών προσπαθεί με στρατηγικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιών να προμηθευτεί από το εξωτερικό πληροφορίες σχετικά με το εξωτερικό. Γι’ αυτό τον σκοπό με την χρήση μιας σειράς λέξεων αναζήτησης (οι οποίες θα πρέπει στην Γερμανία να εγκριθούν από την λεγόμενη επιτροπή G10(23)) γίνεται αναχαίτιση και διερεύνηση της δορυφορικής επικοινωνιακής κίνησης. Η σύνθεσή της παρουσιάζεται περίπου ως εξής (αριθμοί του έτους 2000): από τις περίπου 10 εκατομμύρια διεθνείς ζεύξεις επικοινωνίας ημερησίως, οι οποίες πραγματοποιούνται από και προς τη Γερμανία, περίπου 800.000 διεκπεραιώνονται μέσω δορυφόρου. Από αυτές σχεδόν το 10% (75.000) φιλτράρονται από μια μηχανή αναζήτησης. Ο περιορισμός αυτός κατά την γνώμη του εισηγητή δεν προκύπτει από το νόμο (θεωρητικά, τουλάχιστον πριν από την δίκη ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου θα ήταν δυνατή η χρήση του 100%), αλλά τεχνικά, εξ αιτίας άλλων περιορισμών, π.χ. της περιορισμένης δυναμικότητας αξιολόγησης.

Και ο αριθμός των λέξεων αναζήτησης που επιδέχονται χειρισμό περιορίζεται από τεχνικής απόψεως, όπως και λόγω της επιφύλαξης έγκρισης. Στο σκεπτικό της αποφάσεως του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου παράλληλα με τις καθαρά τυπικές λέξεις αναζήτησης (συνδέσεις αλλοδαπών ή εταιριών στο εξωτερικό), αναφέρονται 2.000 λέξεις αναζήτησης στον τομέα της παράνομης διάδοσης πυρηνικών όπλων, 1.000 λέξεις αναζήτησης στον τομέα του εμπορίου στρατιωτικού εξοπλισμού, 500 λέξεις αναζήτησης στον τομέα της τρομοκρατίας και 400 λέξεις στον τομέα του εμπορίου ναρκωτικών. Στην τρομοκρατία και το εμπόριο ναρκωτικών πάντως η διαδικασία δεν αποδείχτηκε πολύ επιτυχής.

Η μηχανή αναζήτησης ελέγχει αν υπάρχει επιτυχής αναγνώριση των εγκεκριμένων εννοιών αναζήτησης στα μηνύματα τηλεομοιοτυπίας και τέλεξ. Προς το παρόν δεν υπάρχει δυνατότητα για την αυτόματη αναγνώριση λέξεων μέσα από συνδυασμούς γλωσσών. Εφ’ όσον δεν γίνει επιτυχής αναγνώριση των λέξεων αναζήτησης τεχνικά τα μηνύματα αυτομάτως απορρίπτονται. Δεν επιτρέπεται να αξιολογηθούν, καθότι δεν υπάρχει νομική βάση γι’ αυτό. Ημερησίως σημειώνοναι περίπου 5 επικοινωνίες συμμετεχόντων στις τηλεπικοινωνίες που εμπίπτουν στην προστασία του γερμανικού συντάγματος. Η στρατηγική αναγνώριση της ομοσπονδιακής υπηρεσίας πληροφοριών αποβλέπει στην εύρεση επί μέρους τμημάτων ενός μωσαϊκού, ως ενδείξεων προς περαιτέρω διερεύνηση. Ο στόχος της δεν είναι η απόλυτη παρακολούθηση των επικοινωνιών εξωτερικού. Σύμφωνα με τα δεδομένα που βρίσκονται στην διάθεση του εισηγητή το ίδιο ισχύει επίσης για την δραστηριότητα παρακολούθησης σημάτων άλλων υπηρεσιών πληροφοριών του εξωτερικού.

4.   Η τεχνολογία των δορυφορικών επικοινωνιών

4.1.   Η σημασία των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων

Οι τηλεπικοινωνιακοί δορυφόροι αποτελούν σήμερα ένα αναπόσπαστο μέρος του παγκόσμιου δικτύου τηλεπικοινωνιών και της τροφοδοσίας με τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα, όπως επίσης και υπηρεσιών πολυμέσων. Παρ’ όλα αυτά το μερίδιο της δορυφορικής κίνησης στην διεθνή επικοινωνία κατά τα τελευταία έτη μειώθηκε έντονα στην κεντρική Ευρώπη· κυμαίνεται μεταξύ του 0,4% και του 5%.(24). Αυτό σχετίζεται με τα προτερήματα των καλωδίων οπτικών ινών, τα οποία μπορούν να διεκπεραιώσουν ασύγκριτα μεγαλύτερη ποσότητα κινήσεων με καλύτερη ποιότητα σύνδεσης.

Η επικοινωνία σήμερα και στον τομέα της ομιλίας είναι ψηφιακή. Η χωρητικότητα των ψηφιακών συνδέσεων μέσω δορυφόρων περιορίζεται ανά αναμεταδότη σε 1.890 κανάλια ομιλίας με το πρότυπο ISDN (64 kbits/δευτ.). Συγκριτικά, μπορούν σήμερα σε μια μοναδική οπτική ίνα να μεταδοθούν 241.920 κανάλια ομιλίας με το ίδιο πρότυπο. Αυτό αντιστοιχεί σε αναλογία 1:128!

Σ’ αυτό προστίθεται ότι η ποιότητα μέσω δορυφόρου είναι χειρότερη απ’ αυτή μέσω των θαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών. Οι απώλειες ποιότητας λόγω της μεγάλης καθυστέρησης των σημάτων που ανέρχεται σε μερικές εκατοντάδες χιλιοστά του δευτερολέπτου δεν γίνονται αντιληπτές σε κανονική μετάδοση ομιλίας –αν και η χρονική υστέρηση γίνεται αισθητή. Σχετικά με τις συνδέσεις μετάδοσης δεδομένων και τηλεομοιοτυπίας, οι οποίες διεκπεραιώνονται μέσω μιας περίπλοκης “διαδικασίας χειραψίας”, όσον αφορά στην ασφάλεια της σύνδεσης το καλώδιο έχει φανερά πλεονεκτήματα. Την ίδια στιγμή όμως μόνο το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι συνδεδεμένο στο παγκόσμιο καλωδιακό δίκτυο(25).

Γι’ αυτό σε μερικές εφαρμογές τα δορυφορικά συστήματα μακροπρόθεσμα θα είναι πιο συμφέροντα από το καλώδιο. Αναφέρονται μερικά παραδείγματα από τον πολιτικό τομέα:

Εθνικές, περιφερειακές και διεθνείς επικοινωνίες τηλεφωνίας και μετάδοσης δεδομένων σε περιοχές με μικρό επικοινωνιακό όγκο, δηλ. εκεί όπου η υλοποίηση μιας καλωδιακής σύνδεσης δεν θα ήταν συμφέρουσα λόγω έλλειψης κίνησης.
Χρονικά περιορισμένη επικοινωνία σε αποστολές επέμβασης σε περίπτωση καταστροφών, εκδηλώσεις, μεγάλα εργοτάξια, κ.λπ.
Αποστολές του ΟΗΕ σε περιοχές με υπανάπτυκτη τηλεπικοινωνιακή υποδομή.
Ευέλικτη/κινητή επικοινωνία οικονομικών εφαρμογών, με τερματικά που διαθέτουν κεραίες πολύ μικρού ανοίγματος (V-SATs, βλ. παρακάτω)

Αυτό το φάσμα χρήσεων των δορυφόρων στην επικοινωνία προκύπτει από τα παρακάτω χαρακτηριστικά: Η εκπομπή ενός και μοναδικού γεωστατικού δορυφόρου μπορεί να καλύψει σχεδόν το 50% της επιφάνειας της γης. Ακόμη και δύσβατα εδάφη μπορούν να καλυφθούν. Σε αυτή την περιοχή καλύπτεται τότε το 100% των χρηστών, ανεξάρτητα εάν αυτοί βρίσκονται στη στεριά, στη θάλασσα ή στον αέρα. Οι δορυφόροι μέσα σε λίγους μήνες είναι έτοιμοι προς λειτουργία, ανεξάρτητα από την επιτόπια υποδομή, είναι πιο αξιόπιστοι από το καλώδιο και μπορούν αν αντικατασταθούν ευκολότερα.

Αρνητικά θα πρέπει να εκτιμηθούν τα παρακάτω χαρακτηριστικά της δορυφορικής επικοινωνίας: οι σχετικά μεγάλες καθυστερήσεις του σήματος, η απώλεια διάδοσης, ο συγκριτικά με το καλώδιο μικρότερος χρόνος ζωής 12 έως 15 ετών, η μεγαλύτερη πιθανότητα βλαβών, όπως επίσης και η ευκολία παρακολούθησης.

4.2.   Ο τρόπος λειτουργίας μιας δορυφορικής ζεύξης(26)

Τα μικροκύματα όπως προαναφέρθηκε (βλ. κεφάλαιο 3) με τη βοήθεια των αντίστοιχων κεραιών μπορούν εύκολα να διαμορφωθούν σε στενές δέσμες κυμάτων. Γι’ αυτό υπάρχει η δυνατότητα αντικατάστασης των καλωδίων με διαδρομές κατευθυντικής ραδιοζεύξης. Εάν η κεραία εκπομπής και λήψης δεν βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο, αλλά όπως στην περίπτωση της γης πάνω στην επιφάνεια μιας σφαίρας, τότε η κεραία λήψης, από μια ορισμένη απόσταση και πάνω, εξ αιτίας της καμπυλότητας της γης “χάνεται” κάτω από τον ορίζοντα. Οι δύο κεραίες τότε δεν “βλέπονται” πια μεταξύ τους. Αυτό θα συνέβαινε επί παραδείγματι σε μια διηπειρωτική διαδρομή κατευθυντικής ραδιοζεύξης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Οι κεραίες θα έπρεπε να είναι τοποθετημένες σε ιστούς ύψους 1,8 χλμ. για να μπορέσουν να αποκαταστήσουν μια σύνδεση. Και μόνο γι’ αυτόν το λόγο δεν μπορεί να υλοποιηθεί μια τέτοια διηπειρωτική διαδρομή κατευθυντικής ραδιοζεύξης, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η απώλεια από τον αέρα και τους υδρατμούς κατά μήκος της διαδρομής των κυμάτων. Εάν αντίθετα υπάρχει η δυνατότητα να στηθεί σε μεγάλο ύψος στο διάστημα σε μια “σταθερή θέση” ένα είδος κατόπτρου για την κατευθυντική ραδιοζεύξη, τότε παρά την ύπαρξη της καμπυλότητας της γης μπορούν να καλυφθούν μεγάλες αποστάσεις, κατά τον ίδιο τρόπο όπως με την βοήθεια ενός σταθερού καθρέφτη οδικής κυκλοφορίας μπορεί κανείς να ελέγξει πίσω από στροφές. Η θεωρητική αρχή που μόλις περιγράφηκε υλοποιείται με τη χρήση των λεγόμενων γεωστατικών δορυφόρων.

4.2.1. Γεωστατικοί δορυφόροι

Ένας δορυφόρος που περιστρέφεται παράλληλα προς τον ισημερινό σε κυκλική τροχιά μιας περιστροφής γύρω από τη γη ανά 24 ώρες, ακολουθεί ακριβώς την περιστροφική πορεία της γης. Σε σχέση με την επιφάνεια της γης, παραμένει ακίνητος σε ύψος περίπου 36.000 χιλιομέτρων, δηλ. βρίσκεται σε γεωστατική θέση. Σε αυτό τον τύπο δορυφόρων ανήκουν οι περισσότεροι τηλεπικοινωνιακοί και τηλεοπτικοί δορυφόροι

4.2.2. Η διαδρομή του σήματος μιας δορυφορικής επικοινωνιακής σύνδεσης

Η μετάδοση σημάτων μέσω δορυφόρων μπορεί να περιγραφεί ως εξής:

Το προερχόμενο από αγωγό σήμα μεταδίδεται στον δορυφόρο από έναν σταθμό εδάφους με παραβολική κεραία μέσω μιας προσανατολισμένης προς τα πάνω σύνδεσης κατευθυντικής ραδιοζεύξης, το λεγόμενο uplink (ανερχόμενη ζεύξη). Ο δορυφόρος λαμβάνει το σήμα, το ενισχύει και το μεταδίδει μέσω μιας προσανατολισμένης προς τα κάτω σύνδεσης κατευθυντικής ραδιοζεύξης, το λεγόμενο downlink (κατερχόμενη ζεύξη), πίσω σε έναν άλλο σταθμό εδάφους. Από εκεί το σήμα μεταφέρεται πάλι πίσω σε ένα καλωδιακό δίκτυο.

Στις κινητές επικοινωνίες (δορυφορικά κινητά τηλέφωνα) το σήμα μεταδίδεται απευθείας από την κινητή μονάδα επικοινωνίας στο δορυφόρο και από εκεί μπορεί μέσω ενός σταθμού εδάφους να τροφοδοτηθεί πάλι σε έναν αγωγό, ή και να μεταδοθεί πάλι απευθείας σε άλλη κινητή μονάδα.

4.2.3. Τα σημαντικότερα υφιστάμενα δορυφορικά επικοινωνιακά συστήματα

Οι προερχόμενες από τα καλωδιακά δίκτυα δημόσιας πρόσβασης (όχι απαραιτήτως κρατικά) επικοινωνίες μεταδίδονται, αν χρειαστεί, μέσω δορυφορικών συστημάτων διαφορετικής έκτασης από και προς σταθερούς σταθμούς εδάφους και στην συνέχεια τροφοδοτούνται πάλι σε καλωδιακά δίκτυα. Διακρίνουμε ανάμεσα σε:

-   παγκόσμια (π.χ. INTELSAT)

-   περιφερειακά (ηπειρωτικά) (π.χ. EUTELSAT)

-   εθνικά (π.χ. ITALSAT)

δορυφορικά συστήματα.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους δορυφόρους βρίσκονται σε γεωστατική θέση. Σε παγκόσμια κλίμακα 120 ιδιωτικές εταιρίες διατηρούν εκεί περίπου 1.000 δορυφόρους(27).

Παράλληλα, για τις περιοχές μεγάλου γεωγραφικού πλάτους κοντά στο Βορρά, υπάρχουν δορυφόροι σε ειδική τροχιά μεγάλης εκκεντρικότητας (ρωσικές τροχιές Molnyia), στην οποία οι δορυφόροι κατά περισσότερο από το ήμισυ του χρόνου περιφοράς τους είναι ορατοί από τον χρήστες στον απώτερο Βορρά. Έτσι με δύο δορυφόρους επιτυγχάνεται κατ' αρχήν τοπική κάλυψη, η οποία δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί από μια γεωστατική θέση πάνω από τον Ισημερινό.(28) Στην περίπτωση των ρωσικών δορυφόρων Molnyia, οι οποίοι λειτουργούν ως δορυφόροι επικοινωνιών από το 1974 (το πρωτότυπο από το 1964), τρεις δορυφόροι περιστρέφονται γύρω από τη Γη με χρόνο περιστροφής 12 ώρες και σε μεταξύ τους απόσταση 120°, εξασφαλίζοντας έτσι συνεχή μετάδοση επικοινωνιών.(29)

Πέραν αυτού υπάρχει στο παγκόσμιας κλίμακας σύστημα INMARSAT ένα σύστημα κινητών επικοινωνιών, το οποίο αρχικά δημιουργήθηκε για χρήση στην θάλασσα, με το οποίο μπορούν να δημιουργηθούν δορυφορικές συνδέσεις παντού στον κόσμο. Λειτουργεί επίσης με γεωστατικούς δορυφόρους.

Το σύστημα δορυφορικής κινητής τηλεφωνίας το οποίο λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα με τη χρήση πολλαπλών περιφερόμενων με χρονική μετατόπιση σε χαμηλές τροχιές δορυφόρων με το όνομα IRIDIUM διέκοψε πριν λίγο καιρό τη λειτουργία του για οικονομικούς λόγους ελλείψει κίνησης.

Πέραν τούτου, υπάρχει μια ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά για τις λεγόμενες συνδέσεις VSAT (very small aperture terminal, τερματικό με κεραία πολύ μικρού ανοίγματος). Πρόκειται για ραδιοσταθμούς με κεραίες διαμέτρου μεταξύ 0,9 και 3,7 μέτρων, οι οποίοι διατηρούνται από εταιρίες για την κάλυψη των αναγκών τους (π.χ. τηλε-εικονοδιασκέψεις) ή από παροχείς υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας για την κάλυψη χρονικά περιορισμένων αναγκών σύνδεσης (π.χ. συνέδρια). Το 1996 βρίσκονταν σε λειτουργία 200.000 τερματικά με κεραίες πολύ μικρού ανοίγματος. Η Volkswagen AG διατηρεί 3.000, η Renault 4,000, η General Motors 100.000 και ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός όμιλος επιχειρήσεων ορυκτών καυσίμων διατηρεί 12.000 μονάδες VSAT. Σε περίπτωση που ο ίδιος ο πελάτης δεν φροντίζει για την κρυπτογράφηση, η επικοινωνία διεκπεραιώνεται ανοιχτά(30).

4.2.3.1 Δορυφορικά συστήματα που λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα

Τα εν λόγω δορυφορικά συστήματα, με την κατανομή πολλαπλών δορυφόρων στην περιοχή του Ατλαντικού, του Ινδικού και του Ειρηνικού, καλύπτουν όλη την υδρόγειο.

INTELSAT(31)

Η INTELSAT (International Telecomunications Satellite Organisation) ιδρύθηκε το 1964 ως αρχή με οργανωτική δομή παρόμοια με αυτή του ΟΗΕ και σκοπός των εργασιών της ήταν η διεκπεραίωση της διεθνούς επικοινωνίας. Μέλη της ήταν εθνικοί ταχυδρομικοί οργανισμοί κρατικής ιδιοκτησίας. Σήμερα, 144 κυβερνήσεις είναι μέλη της INTELSAT . Το έτος 2001 η INTELSAT θα ιδιωτικοποιηθεί.

Εν τω μεταξύ η INTELSAT διατηρεί στόλο 20 γεωστατικών δορυφόρων, οι οποίοι συνδέουν μεταξύ τους περισσότερα από 200 κράτη, και οι παροχές των οποίων μισθώνονται προς τα μέλη της INTELSAT. Τα μέλη διατηρούν δικούς τους σταθμούς εδάφους. Μέσω της INTELSAT Business Service (IBS) από το 1984 οι δορυφόροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και από μη-μέλη (π.χ. τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς, μεγάλες εταιρίες, διεθνείς ομίλους). Η INTELSAT προσφέρει σε παγκόσμια κλίμακα διάφορες υπηρεσίες όπως στον τομέα των επικοινωνιών, της τηλεόρασης, κ.λπ. Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku (βλ. παρακάτω).

Οι δορυφόροι INTELSAT είναι οι σημαντικότεροι διεθνείς τηλεπικοινωνιακοί δορυφόροι. Μέσω αυτών διεκπεραιώνεται το μεγαλύτερο μέρος των δορυφορικών διεθνών επικοινωνιών.

Οι δορυφόροι καλύπτουν την περιοχή του Ατλαντικού, του Ινδικού και του Ειρηνικού (βλ. Πίνακα, κεφάλαιο 5,5.3).

Πάνω από τον Ατλαντικό μεταξύ 304°E και 359°E βρίσκονται 10 δορυφόροι, την περιοχή του Ινδικού καλύπτουν 6 δορυφόροι μεταξύ 62°E και 110,5°E, τον χώρο του Ειρηνικού 3 δορυφόροι μεταξύ 174°E και 180°E. Η αυξημένη κίνηση στην περιοχή του Ατλαντικού καλύπτεται με μια σειρά από μεμονωμένους δορυφόρους.

INTERSPUTNIK(32)

Το 1971 ιδρύθηκε η διεθνής οργάνωση δορυφορικών επικοινωνιών INTERSPUTNIK από 9 κράτη ως πρακτορείο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης με καθήκοντα παρόμοια με την INTELSAT. Σήμερα η INTERSPUTNIK είναι μια διακρατική οργάνωση, μέλη της οποίας μπορούν να γίνουν κυβερνήσεις οποιωνδήποτε κρατών. Εν τω μεταξύ αριθμεί 24 κράτη μέλη (μεταξύ αυτών και η Γερμανία) και περίπου 40 χρήστες (μεταξύ άλλων η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο), οι οποίοι εκπροσωπούνται από τις διοικήσεις των ταχυδρομείων ή τους τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς τους. Η έδρα της είναι στην Μόσχα.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku (βλ. παρακάτω).

Με τους δορυφόρους (Gorizont, Express, Express A της ρωσικής Ομοσπονδίας και LMI-1 της κοινοπραξίας Lockhead-Martin), καλύπτεται επίσης ολόκληρη η υδρόγειος: στην περιοχή του Ατλαντικού υπάρχει 1 δορυφόρος ενώ υπάρχουν σχέδια για δεύτερο, στην περιοχή του Ινδικού υπάρχουν 3 δορυφόροι, στην περιοχή του Ειρηνικού 2 (βλ. πίνακα, κεφάλαιο 5,5.3).

INMARSAT(33)

Η INMARSAT (Interim International Maritime Satellite) από το 1979 με το δορυφορικό σύστημά της διαθέτει παγκοσμίως κινητή επικοινωνία στη θάλασσα, στον αέρα και στην ξηρά, όπως επίσης και ένα σύστημα ραδιοεπικοινωνίας έκτακτης ανάγκης. Η INMARSAT δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της “International Maritime Organisation” ως διακρατική οργάνωση. Εν τω μεταξύ η INMARSAT έχει ιδιωτικοποιηθεί και η έδρα της είναι στο Λονδίνο.

Το σύστημα INMARSAT αποτελείται από εννέα δορυφόρους σε γεωστατικές τροχιές. Τέσσερις από τους δορυφόρους - η γενιά INMARSAT III – καλύπτουν, εκτός από τις ακραίες περιοχές των πόλων, ολόκληρη την υδρόγειο. Κάθε ένας από αυτούς καλύπτει περίπου το 1/3 της επιφάνειας της γης. Εξ αιτίας της τοποθέτησής τους στις τέσσερις περιοχές των ωκεανών (Δυτικός και Ανατολικός Ατλαντικός, Ειρηνικός, Ινδικός Ωκεανός) επιτυγχάνεται παγκόσμια κάλυψη. Παράλληλα, κάθε δορυφόρος INMARSAT διαθέτει και μια σειρά δεσμών κηλίδας "Spot-Beams", γεγονός το οποίο παρέχει τη δυνατότητα διαμόρφωσης δεσμών ενέργειας σε περιοχές αυξημένης τηλεπικοινωνιακής κίνησης.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων L και Ku (βλ. παρακάτω στο 4.2.4.).

PANAMSAT(34)

Η PANAMSAT ιδρύθηκε το 1988 ως εμπορικός πάροχος παγκόσμιου δορυφορικού συστήματος και εδρεύει στις ΗΠΑ. Διατηρεί στόλο 21 δορυφόρων, οι οποίοι παρέχουν διάφορες υπηρεσίες όπως στον τομέα της τηλεόρασης, του Ιντερνέτ και των τηλεπικοινωνιών, σε παγκόσμια βάση, αλλά κυρίως στις ΗΠΑ.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku.

Από τους 21 δορυφόρους, οι 7 καλύπτουν τη ζώνη του Ατλαντικού, 2 του Ειρηνικού και 2 του Ινδικού ωκεανού. Οι ζώνες κάλυψης των υπόλοιπων δορυφόρων εκτείνονται στην Βόρεια και Νότια Αμερική. Για τις ευρωπαϊκές επικοινωνίες οι δορυφόροι της Panamsat παίζουν δευτερεύοντα ρόλο.

4.2.3.2 Τοπικά δορυφορικά συστήματα

Με τις περιοχές κάλυψης τοπικών δορυφορικών συστημάτων καλύπτονται μεμονωμένες περιοχές/ήπειροι. Η μεταδιδόμενη από αυτούς επικοινωνία συνεπώς μπορεί να ληφθεί μόνο σε αυτές τις περιοχές.

EUTELSAT(35)

Η EUTELSAT ιδρύθηκε το 1977 από 17 ευρωπαϊκές διοικήσεις ταχυδρομείων, με στόχο την κάλυψη των ειδικών αναγκών της Ευρώπης όσον αφορά στη δορυφορική επικοινωνία και στην υποστήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας διαστήματος. Έχει την έδρα της στο Παρίσι και αριθμεί περίπου 40 κράτη-μέλη. Η EUTELSAT πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί το έτος 2001.

Η EUTELSAT διατηρεί 18 γεωστατικούς δορυφόρους, οι οποίοι καλύπτουν την Ευρώπη, την Αφρική και ένα μεγάλο μέρος της Ασίας και παρέχουν σύνδεση με την Αμερική. Οι δορυφόροι βρίσκονται μεταξύ 12,5°W και 48°E. Η EUTELSAT προσφέρει κυρίως τηλεοπτικά προγράμματα (850 ψηφιακά και αναλογικά κανάλια) και ραδιοφωνικά προγράμματα (520 κανάλια), πέραν αυτού όμως εξυπηρετεί και τις επικοινωνίες, και κυρίως εντός της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας): π.χ. για τηλε-εικονοδιασκέψεις, για ιδιωτικά δίκτυα μεγάλων επιχειρήσεων (μεταξύ άλλων η General Motors και η Fiat), για ειδησεογραφικά πρακτορεία (Reuters, AFP), για παροχείς οικονομικών δεδομένων, όπως επίσης και για κινητές υπηρεσίες μετάδοσης δεδομένων.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στην ζώνη συχνοτήτων Ku.

ARABSAT(36)

Η ARABSAT είναι το αντίστοιχο της EUTELSAT στην αραβική περιοχή, και ιδρύθηκε το 1976. Τα μέλη της είναι 21 αραβικά κράτη. Οι δορυφόροι ARABSAT χρησιμοποιούνται τόσο για μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων, όσο και για επικοινωνία.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται κυρίως στην ζώνη συχνοτήτων C.

PALAPA(37)

Το ινδονησιακό σύστημα PALAPA έχει τεθεί σε λειτουργία από το 1995 και αποτελεί το νοτιοασιατικό αντίστοιχο του EUTELSAT. Η ζώνη κάλυψής του περιλαμβάνει τη Μαλαισία, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Ινδία, το Πακιστάν και άλλα κράτη της περιοχής.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku.

4.2.3.3 Εθνικά δορυφορικά συστήματα(38)

Πολλά κράτη χρησιμοποιούν για την κάλυψη εθνικών αναγκών, δικά τους δορυφορικά συστήματα με περιορισμένες περιοχές κάλυψης.

Ο γαλλικός τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος TELECOM, χρησιμεύει μεταξύ άλλων, για την σύνδεση των γαλλικών νομών της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής με την μητρόπολη. Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku.

Η ITALSAT διατηρεί τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους, οι οποίοι με περιορισμένες περιοχές κάλυψης, διατεταγμένες σε σειρά περιλαμβάνουν ολόκληρη τη γεωγραφική περιοχή της Ιταλίας. Γι’ αυτό η λήψη είναι δυνατή μόνο στην Ιταλία. Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στην ζώνη συχνοτήτων Ku.

Ο AMOS είναι ένας ισραηλινός δορυφόρος του οποίου η περιοχή κάλυψης (footprint) εκτείνεται σε περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στην ζώνη συχνοτήτων Ku.

Οι ισπανικοί δορυφόροι HISPASAT καλύπτουν την Ισπανία και Πορτογαλία (Ku-Spots) και μεταφέρουν ισπανικά τηλεοπτικά προγράμματα στη Βόρειο και Νότιο Αμερική.

4.2.4. Η εκχώρηση συχνοτήτων

Αρμόδια για την διανομή συχνοτήτων είναι η ITU (International Telecommunication Union). Για την εξασφάλιση μιας σχετικής τάξης ο κόσμος διαιρέθηκε για τον σκοπό των ραδιοεπικοινωνιών σε τρεις περιοχές:

1. Ευρώπη, Αφρική, πρώην Σοβιετική Ένωση, Μογγολία
2. Βόρειος και Νότιος Αμερική, καθώς και Γροιλανδία
3. Ασία εκτός των κρατών της περιοχής 1, Αυστραλία και Νότιος Ειρηνικός

Αυτή η υποδιαίρεση η οποία ωρίμασε ιστορικά, υιοθετήθηκε και για τους σκοπούς των δορυφορικών επικοινωνιών και έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση δορυφόρων σε ορισμένες γεωστατικές ζώνες.

Οι σημαντικότερες ζώνες συχνοτήτων για τις δορυφορικές επικοινωνίες είναι:

-   η ζώνη συχνοτήτων L (0,4 – 1,6 GHz) για κινητές δορυφορικές επικοινωνίες, π.χ. μέσω INMARSAT.

-   η ζώνη συχνοτήτων C (3,6 - 6,6 GHz) για επίγειους σταθμούς, π.χ. μέσω INTELSAT

-   η ζώνη συχνοτήτων Ku (10 - 20GHz) για επίγειους σταθμούς, π.χ. INTELSAT-Ku-Spot και EUTELSAT

-   η ζώνη συχνοτήτων Ka (20 - 46 GHz) για επίγειους σταθμούς, π.χ. στρατιωτικές δορυφορικές επικοινωνίες (βλ. Κεφ. 4, 4.3)

-   η ζώνη συχνοτήτων V (46 – 56 GHz) για τερματικά με κεραίες πολύ μικρού ανοίγματος (V-SATs)

4.2.5. Περιοχές κάλυψης των δορυφόρων (footprints)

Ως περιοχή κάλυψης ή "footprint" χαρακτηρίζεται η περιοχή πάνω στην γη, η οποία καλύπτεται από την κεραία του δορυφόρου. Μπορεί να περιλαμβάνει μέχρι και το 50 % της επιφάνειας της γης ή να περιορίζεται μέσω σύμπτυξης του σήματος σε μικρές, τοπικά περιορισμένες κηλίδες (spots).

Όσο μεγαλύτερη είναι η συχνότητα του εκπεμπόμενου σήματος, τόσο περισσότερο μπορεί να συμπτυχθεί σε δέσμη, και συνεπώς τόσο μικρότερη θα είναι η περιοχή κάλυψης. Με τη σύμπτυξη (διαμόρφωση σε λεπτή δέσμη) του εκπεμπόμενου δορυφορικού σήματος σε μικρότερες περιοχές κάλυψης μπορεί να αυξηθεί η ενέργεια του σήματος. Όσο μικρότερη είναι η περιοχή κάλυψης, τόσο ισχυρότερο μπορεί να είναι το σήμα και συνεπώς τόσο μικρότερες μπορεί να είναι οι κεραίες λήψης.

Αυτό παρουσιάζεται λεπτομερέστερα εν συντομία για τους δορυφόρους INTELSAT(39):

Οι περιοχές κάλυψης των δορυφόρων INTELSAT είναι διαιρεμένες σε διάφορες δέσμες (Beams):

Η παγκόσμια δέσμη (Global-Beam) (G) κάθε δορυφόρου καλύπτει περίπου ένα τρίτο της επιφάνειας της γης,

Οι ημι-δέσμες (Hemi-Beams) (H) καλύπτουν η καθεμία μια επιφάνεια λίγο μικρότερη από το ήμισυ της παγκόσμιας δέσμης.

Οι δέσμες ζώνης (Zone-Beams) (Z) είναι κηλίδες (Spots) σε ορισμένες περιοχές της γης. Είναι μικρότερες από τις ημι-δέσμες. Εκτός αυτού υπάρχουν οι λεγόμενες δέσμες κηλίδας (Spot-Beams), οι οποίες είναι ακριβείς, μικρές περιοχές κάλυψης (βλ. παρακάτω).

Οι συχνότητες της ζώνης συχνοτήτων C υπάρχουν στις παγκόσμιες δέσμες, τις ημι-δέσμες και της δέσμες ζώνης. Οι συχνότητες της ζώνης συχνοτήτων Ku υπάρχουν στις δέσμες κηλίδας (Spot-Beams).

4.2.6. Τα απαραίτητα για έναν επίγειο σταθμό μεγέθη κεραιών

Ως κεραίες λήψης πάνω στη γη χρησιμοποιούνται παραβολικές κεραίες διαμέτρου από 0,5 μ. έως 30 μ.. Το παραβολικό κάτοπτρο ανακλά όλα τα προσπίπτοντα κύματα και τα συμπτύσσει στο εστιακό σημείο του. Στην εστία αυτή υπάρχει το καθαυτό σύστημα λήψης. Όσο μεγαλύτερη είναι η ενέργεια του σήματος στο σημείο της λήψης, τόσο μικρότερη μπορεί να είναι η διάμετρος της παραβολικής κεραίας.

Για τον σκοπό της διενεργούμενης με αυτή την έκθεση έρευνας, έχει σημασία ότι ένα μέρος της διηπειρωτικής επικοινωνίας διεκπεραιώνεται μέσω της ζώνης συχνοτήτων C στις παγκόσμιες δέσμες των δορυφόρων INTELSAT και άλλων δορυφόρων (π.χ. INTERSPUTNIK), για την οποία εν μέρει απαιτούνται δορυφορικές κεραίες διαμέτρου περίπου 30 μέτρων (βλ. κεφάλαιο 5). Οι κεραίες των 30 μέτρων απαιτούνταν επίσης για τους πρώτους σταθμούς παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων, αφού η πρώτη γενιά INTELSAT Spots διέθετε μόνο παγκόσμιες δέσμες και η μετάδοση των σημάτων δεν ήταν τόσο εκλεπτυσμένης τεχνολογίας όπως σήμερα. Αυτά τα κάτοπτρα που έχουν εν μέρει διαμέτρους άνω των 30 μέτρων χρησιμοποιούνται στους αντίστοιχους σταθμούς ακόμη και όταν από τεχνική άποψη δεν είναι απαραίτητα. (βλ. επίσης Κεφάλαιο 5, 5.2.3)

Οι συνήθεις κεραίες που απαιτούνται σήμερα για την επικοινωνία INTELSAT στην ζώνη συχνοτήτων C, έχουν διάμετρο 13 έως 20 μέτρων.

Για τις κηλίδες Ku των δορυφόρων INTELSAT, αλλά και άλλων δορυφόρων (EUTELSAT ζώνη συχνοτήτων KU, AMOS ζώνη συχνοτήτων Ku, κ.λπ.) απαιτούνται κεραίες διαμέτρου 2 έως 10 μέτρων.

Για τερματικά με κεραίες πολύ μικρού ανοίγματος τα οποία λειτουργούν στην ζώνη συχνοτήτων V και το σήμα των οποίων λόγω της υψηλής συχνότητας μπορεί να συμπτυχθεί σε πιο ισχυρή δέσμη απ’ ότι στην ζώνη συχνοτήτων Ku, επαρκούν διάμετροι κεραιών 0,9-3,7 μέτρων (π.χ. VSATs της EUTELSAT ή INMARSAT).

4.3.   Δορυφορικές επικοινωνίες για στρατιωτικούς σκοπούς

4.3.1. Γενικά

Οι δορυφορικές επικοινωνίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και στον στρατιωτικό τομέα. Πολλές χώρες -μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ρωσία- διατηρούν δικούς τους γεωστατικούς στρατιωτικούς δορυφόρους επικοινωνιών, μέσω των οποίων είναι δυνατή η παγκόσμια επικοινωνία χωρίς ανάγκη άλλων επικοινωνιακών φορέων. Οι ΗΠΑ, με περίπου 32 θέσεις τροχιάς παγκοσμίως έχουν τοποθετήσει κατά μέσον όρο έναν δορυφόρο κάθε 10 μοίρες. Όμως, για τις στρατιωτικές επικοινωνίες χρησιμοποιούνται εν μέρει και εμπορικοί γεωστατικοί δορυφόροι.

4.3.2. Χρησιμοποιούμενες συχνότητες

Οι ζώνες συχνοτήτων των στρατιωτικών επικοινωνιών βρίσκονται στο φάσμα συχνοτήτων μεταξύ 4 GHz και 81 GΗz. Τυπικές ζώνες για στρατιωτικούς δορυφόρους επικοινωνιών είναι η ζώνη Χ (SHF) στα 3-30 GHz και η ζώνη Ka (ΕHF) στα 20-46 GHz.

4.3.3. Μέγεθος των σταθμών λήψης

Μεταξύ των χρησιμοποιούμενων σταθμών λήψης υπάρχουν κινητοί σταθμοί, οι οποίοι μπορεί να είναι ακόμη και μεγέθους λίγων δεκάτων του μέτρου, και σταθεροί σταθμοί, που κατά κανόνα δεν ξεπερνούν σε διάμετρο τα 11 μέτρα. Υπάρχουν δύο τύποι κεραιών (για τη λήψη δορυφόρων DSCS) με διάμετρο 18 μέτρα.

4.3.4. Παραδείγματα στρατιωτικών επικοινωνιακών δορυφόρων

Το αμερικανικό πρόγραμμα MILSTAR (Military Strategy, Plan and Relay Satellite System) το οποίο διατηρεί 6 γεωστατικούς δορυφόρους παγκοσμίως, επιτρέπει στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ να επικοινωνούν παγκοσμίως με τερματικά με κεραίες μικρού ανοίγματος, με αεροσκάφη, πλοία, και με ατομικές μονάδες ή σε επίπεδο κλιμακίων. Μέσω της αλληλοσύνδεσης των δορυφόρων, η παγκόσμια κάλυψη διατηρείται ακόμη και αν όλοι οι εκτός ΗΠΑ σταθμοί εδάφους πάψουν να λειτουργούν.

Το σύστημα DSCS (Defense Satellite Communications System) παρέχει επίσης παγκόσμιες δυνατότητες επικοινωνιών, με 5 γεωστατικούς δορυφόρους. Το σύστημα χρησιμοποιείται από τις στρατιωτικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και από ορισμένες κρατικές αρχές.

Παγκόσμια κάλυψη έχει και το βρετανικό στρατιωτικό σύστημα SKYNET.

Το γαλλικό σύστημα SYRACUSE, το ιταλικό σύστημα SICRAL, καθώς και το ισπανικό σύστημα χρησιμοποιούν ως "συνεπιβάτες" τους αντίστοιχους μη στρατιωτικούς εθνικούς δορυφόρους επικοινωνιών και προσφέρουν στρατιωτικές επικοινωνίες στη ζώνη Χ, η οποία άλλωστε είναι γεωγραφικά περιορισμένη.

Οι Ρώσοι διεκπεραιώνουν τις επικοινωνίες των ένοπλων δυνάμεών τους με αναμεταδότη στη ζώνη Χ των δορυφόρων Molnyia.

Το ΝΑΤΟ διατηρεί δικούς του δορυφόρους επικοινωνιών (ΝΑΤΟ IIID, NATO IVA και NATO IVΒ). Οι δορυφόροι μεταδίδουν φωνή, τέλεξ και δεδομένα μεταξύ διάφορων στρατιωτικών μονάδων.

5.   Η δια τεκμηρίων απόδειξη της ύπαρξης ενός τουλάχιστον παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης

5.1.   Για ποιο λόγο απόδειξη δια τεκμηρίων;

Οι μυστικές υπηρεσίες είναι φυσικό να μην αποκαλύπτουν τις λεπτομέρειες των εργασιών τους. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχει, τουλάχιστον επίσημη, δήλωση των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού των χωρών UKUSA σχετικά με τη συνεργασία σε ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης. Ως εκ τούτου, η απόδειξη πρέπει να αναζητηθεί δια της συγκέντρωσης όσο το δυνατόν περισσοτέρων τεκμηρίων, τα οποία θα συμπυκνώνονται σε μία πειστική δια τεκμηρίων απόδειξη.

Το σύνολο των τεκμηρίων που θα αποτελέσουν μία τέτοια απόδειξη αποτελείται από τρία στοιχεία:

-   την απόδειξη, ότι υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού υποκλέπτουν στις χώρες UKUSA ιδιωτικές και επαγγελματικές επικοινωνίες.

-   την απόδειξη, ότι λόγω του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού δορυφορικού συστήματος επικοινωνίας, εντοπίζονται σε διάφορες περιοχές της γης σταθμοί παρακολούθησης, οι οποίοι επιβλέπονται από κάποια από τις χώρες UKUSA .

-   την απόδειξη, ότι οι χώρες αυτές συνεργάζονται όσον αφορά στις υπηρεσίες πληροφοριών, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Εάν αυτό σημαίνει ότι, οι συνεργάτες αναλαμβάνουν εντολές παρακολούθησης και στη συνέχεια διαβιβάζουν άμεσα το μη επεξεργασμένο υλικό, δίχως οι ίδιοι να προβαίνουν σε αποτίμηση, δεν είναι σημαντικό για την απόδειξη της μεταξύ τους συνεργασίας. Το γεγονός αυτό έχει σημασία μόνο εφόσον πρόκειται για τη διασάφηση των ιεραρχιών που υπάρχουν εντός ενός τέτοιου συστήματος παρακολούθησης.

5.1.1. Η απόδειξη της υποκλεπτικής δράσης υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού

Τουλάχιστον στα δημοκρατικά κράτη, οι μυστικές υπηρεσίες εργάζονται βάσει νόμων, στους οποίους περιγράφονται ο σκοπός ή και οι εξουσίες τους. Για το λόγο αυτό, είναι εύκολο να αποδειχθεί, ότι σε πολλά από αυτά τα κράτη υπάρχουν υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού, οι οποίες παρακολουθούν τις επικοινωνίες των πολιτών. Αυτό ισχύει και για τις πέντε λεγόμενες χώρες UKUSA, που στο σύνολό τους διατηρούν τέτοιες υπηρεσίες. Σε κάθε μία από τις εν λόγω χώρες δεν χρειάζεται κάποια πρόσθετη απόδειξη για τη διενέργεια παρακολούθησης επικοινωνιών που εισέρχονται στη χώρα ή εξέρχονται από αυτή. Στις δορυφορικές επικοινωνίες, μπορεί κανείς από την επικράτειά του να αναχαιτίσει και ένα μέρος των επικοινωνιών, οι οποίες προορίζονται για παραλήπτες στο εξωτερικό. Σε καμία από τις πέντε χώρες UKUSA δεν υπάρχουν νομικοί προορισμοί που θα εμπόδιζαν κάτι τέτοιο. Η λογική στην οποία βασίζεται η μέθοδος του στρατηγικού ελέγχου των τηλεπικοινωνιών εξωτερικού και ο στόχος της, αφήνουν να εννοηθεί ότι οι υπηρεσίες πράγματι ενεργούν κατά τον τρόπο αυτό.(40)

5.1.2.   Η απόδειξη της ύπαρξης σταθμών στις γεωγραφικά σημαίνουσες περιοχές

Ο μοναδικός περιορισμός που τίθεται στην προσπάθεια οικοδόμησης ενός συστήματος παρακολούθησης επικοινωνιών σε παγκόσμια κλίμακα που υποστηρίζεται από δορυφόρους, προέρχεται από την ίδια την τεχνική της επικοινωνίας αυτής. Δεν υπάρχει σημείο, από τον οποίο να μπορούν να παρακολουθηθούν όλες οι δορυφορικές επικοινωνίες σε ολόκληρο τον κόσμο (βλ. κεφάλαιο 4,2.5.).

Ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης θα μπορούσε να οικοδομηθεί υπό τρεις προϋποθέσεις:

-   ο λειτουργός διαθέτει σε όλα τα προς τούτο απαραίτητα μέρη του κόσμου ιδία κυριαρχικά εδάφη

-   ο λειτουργός διαθέτει σε όλα τα προς τούτο απαραίτητα μέρη του κόσμου εν μέρει ιδία κυριαρχικά εδάφη και επιπλέον δικαιώματα ως φιλοξενούμενος στα λοιπά μέρη του κόσμου και μπορεί εκεί να λειτουργεί ή να χρησιμοποιεί από κοινού σταθμούς .

-   ο λειτουργός είναι ένας σύνδεσμος των υπηρεσιών πληροφοριών περισσοτέρων χωρών και λειτουργεί το σύστημα στα προς τούτο απαραίτητα μέρη του κόσμου.

Καμία από τις χώρες UKUSA δεν θα μπορούσε να θέσει μόνη της σε λειτουργία ένα παγκόσμιο σύστημα. Οι ΗΠΑ δεν έχουν επίσημες αποικίες. Ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία επίσης δεν διαθέτουν ιδία κυριαρχικά εδάφη εκτός της επικράτειάς τους. Επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα μπορούσε να θέσει από μόνο του σε λειτουργία ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης (βλ. κεφάλαιο 6).

5.1.3.   Η απόδειξη ενός στενού συνδέσμου υπηρεσιών πληροφοριών

Δεν έχει γίνει γνωστό, αν και σε πιο βαθμό οι χώρες UKUSA συνεργάζονται μεταξύ τους σε επίπεδο υπηρεσιών πληροφοριών. Συνήθως, η συνεργασία των υπηρεσιών είναι διμερής και διεξάγεται βάσει της ανταλλαγής αποτιμημένου υλικού. Η ύπαρξη και μόνο παρόμοιας συνεργασίας είναι ήδη πολύ ασυνήθιστο γεγονός. Αν μάλιστα προστεθεί και η τακτική ανταλλαγή μη επεξεργασμένου υλικού, προκύπτει μία τελείως νέα ποιότητα. Μία συνεργασία αυτού του είδους μπορεί να αποδειχθεί μόνον με τεκμήρια.

5.2.   Πώς αναγνωρίζεται ένας σταθμός παρακολούθησης δορυφορικών επικοινωνιών;

5.2.1.   Κριτήριο 1: η δυνατότητα της πρόσβασης στις εγκαταστάσεις

Οι μεγάλες εγκαταστάσεις του οργανισμού τηλεπικοινωνιών, του ραδιοφώνου ή και ερευνητικών οργανισμών, που διαθέτουν μεγάλες κεραίες, είναι προσιτές σε επισκέπτες, κατόπιν προηγούμενης ειδοποίησης. Αυτό δεν ισχύει για τους σταθμούς παρακολούθησης. Οι σταθμοί αυτοί συνήθως βρίσκονται επισήμως υπό τον έλεγχο του στρατού, ο οποίος διενεργεί τουλάχιστον ένα τμήμα της παρακολούθησης από τεχνική άποψη. Έτσι για παράδειγμα, τη λειτουργία των αμερικανικών σταθμών αναλαμβάνουν από κοινού με την NSA η Naval Security Group (NAVSECGRU), η United States Army Intelligence and Security Command, ή η Air Intelligence Agency της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ (AIA). Στους βρετανικούς σταθμούς, η βρετανική Πολεμική Αεροπορία (RAF) είναι υπεύθυνη των εγκαταστάσεων από κοινού με τη βρετανική υπηρεσία πληροφοριών GCHQ. Αυτός ο διακανονισμός επιτρέπει την αυστηρή στρατιωτική φύλαξη της εγκατάστασης και ταυτοχρόνως εξυπηρετεί λόγους συγκάλυψης.

5.2.2.   Κριτήριο 2: το είδος της κεραίας

Σε εγκαταστάσεις που πληρούν το κριτήριο 1, χρησιμοποιούνται διάφοροι τύποι κεραιών, οι οποίες διαφέρουν χαρακτηριστικά ως προς τη μορφή τους. Η μορφή τους δίνει πληροφορίες για το σκοπό της εγκατάστασης παρακολούθησης. Έτσι, διαρθρώσεις επιμηκών ραβδοειδών κεραιών σε δακτύλιο μεγάλης διαμέτρου χρησιμοποιούνται για την ραδιογωνιομετρία σημάτων. Οι επίσης δακτυλιοειδείς διαρθρώσεις ρομβικά μορφοποιημένων κεραιών (οι λεγόμενες κεραίες Pusher) εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Οι κεραίες λήψης από όλες τις κατευθύνσεις ή κατευθυντικές κεραίες, που μοιάζουν με τεράστιες κλασσικές κεραίες τηλεόρασης, χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση μη κατευθυντικών ραδιοσημάτων. Όμως για την λήψη δορυφορικών σημάτων χρησιμοποιούνται μόνον παραβολικές κεραίες. Αν οι παραβολικές κεραίες βρίσκονται ανοιχτά εκτεθειμένες στην ύπαιθρο, μπορεί κανείς γνωρίζοντας την τοποθεσία τους, την γωνία ανύψωσής τους (elevation) και το αζιμούθιο τους, να υπολογίσει ποιού δορυφόρου γίνεται λήψη. Αυτό θα ήταν δυνατό να γίνει π.χ. στο Morwenstow (Ηνωμένο Βασίλειο) ή στην Yakima (ΗΠΑ) ή στο Sugar Grove (ΗΠΑ). Συνήθως όμως, οι παραβολικές κεραίες καλύπτονται κάτω από άσπρες σφαιροειδείς καλύπτρες, τα λεγόμενα Radome, προκειμένου να προστατεύονται, αλλά και για την κάλυψη της κατεύθυνσής τους.

Αν οι παραβολικές κεραίες ή οι καλύπτρες βρίσκονται στον υπαίθριο χώρο ενός σταθμού παρακολούθησης, τότε σίγουρα γίνεται με αυτές λήψη σημάτων από δορυφόρους. Παρόλα αυτά δεν διευκρινίζεται κατ αυτόν τον τρόπο ακόμη, για τι είδους σήματα πρόκειται.

5.2.3.   Κριτήριο 3: το μέγεθος της κεραίας

Οι κεραίες δορυφορικής λήψης μιας εγκατάστασης του κριτηρίου 1 μπορεί να επιτελούν διάφορους σκοπούς :

-   σταθμός λήψης στρατιωτικών δορυφόρων επικοινωνιών

-   σταθμός λήψης κατασκοπευτικών δορυφόρων (εικόνες, ραντάρ)

-   σταθμός λήψης δορυφόρων SIGINT

-   σταθμός λήψης παρακολούθησης πολιτικών δορυφόρων επικοινωνίας

Εξωτερικά, δεν διακρίνεται από τις κεραίες ή τις καλύπτρες ο σκοπός που εξυπηρετούν. Όμως, από τη διάμετρο της κεραίας μπορεί κανείς εν μέρει να κρίνει ποιόν σκοπό έχει. Για τους μη στρατιωτικούς δορυφόρους επικοινωνιών, υπάρχουν όμως τεχνικώς επιβεβλημένα ελάχιστα μεγέθη για κεραίες οι οποίες θέλουν να λαμβάνουν το λεγόμενο “global beam” στην ζώνη C της διεθνούς επικοινωνίας που στηρίζεται σε δορυφόρους. Στην πρώτη γενιά αυτών των δορυφόρων, απαιτούνταν κεραίες με διάμετρο 25 έως 30 μέτρων περίπου, ενώ σήμερα μια διάμετρος 15 έως 20 μέτρων είναι επαρκής. Το αυτόματο φιλτράρισμα των αναχαιτιζόμενων σημάτων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή απαιτεί μία όσο το δυνατόν καλύτερη ποιότητα σήματος, για το λόγο αυτό επιλέγονται ανάλογα κεραίες με μέγεθος που αγγίζει τα ανώτατα από τα παραπάνω όρια.

Και για τις στρατιωτικές επικοινωνίες υπάρχουν για τις κεντρικές διοικήσεις δύο τύποι κεραιών με διάμετρο περίπου 18 μέτρων (AN/FSC-78 και AN/FSC-79). Ωστόσο, οι περισσότερες κεραίες για στρατιωτικές επικοινωνίες έχουν πολύ μικρότερη διάμετρο, διότι πρέπει να είναι φορητές (τακτικοί σταθμοί).

Στους σταθμούς εδάφους για λήψη δορυφόρων SIGINT, λόγω της φύσης του λαμβανόμενου σήματος (υψηλή διαμόρφωση και υψηλή συχνότητα) δεν απαιτούνται παρά μικρές κεραίες. Το ίδιο ισχύει και για τις κεραίες λήψης των σημάτων των κατασκοπευτικών δορυφόρων.

Εάν σε μια εγκατάσταση βρίσκονται δύο δορυφορικές κεραίες διαμέτρου μεγαλύτερης των 18 μέτρων, τότε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι γίνεται παρακολούθηση μη στρατιωτικών επικοινωνιών. Σε περίπτωση σταθμού που φιλοξενεί τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ, μία από τις κεραίες μπορεί να εξυπηρετεί και στρατιωτικές επικοινωνίες.

5.2.4. Κριτήριο 4: Στοιχεία από επίσημες πηγές

Για ορισμένους σταθμούς διαθέτουμε ακριβείς περιγραφές του αντικειμένου τους από επίσημες πηγές. Ως επίσημες πηγές νοούνται εδώ πληροφορίες από την κυβέρνηση και από στρατιωτικές μονάδες.

Εφόσον ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τα άλλα κριτήρια είναι περιττά, προκειμένου να χαρακτηριστεί ένας σταθμός ως σταθμός παρακολούθησης μη στρατιωτικών επικοινωνιών.

5.3.   Πορίσματα που έχουν δημοσιοποιηθεί σχετικά με γνωστούς σταθμούς παρακολούθησης

5.3.1. Μέθοδος

Προκειμένου να διαπιστωθεί ποιοι σταθμοί ανταποκρίνονται στα κριτήρια που αναφέρονται στο κεφάλαιο 5.2. και αποτελούν τμήμα του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης και ποιες αποστολές έχουν, αξιολογήθηκαν η επί του παρόντος αντιφατική βιβλιογραφία (Hager(41), Richelson(42), Campbell(43)), αποχαρακτηρισμένα έγγραφα(44), η ιστοσελίδα της Federation of American Scientists(45) καθώς και ιστοσελίδες των φορέων εκμετάλλευσης (46) (NSA, AIA, κ.ά.) και άλλες δημοσιεύσεις του Ιντερνέτ. Για τον νεοζηλανδικό σταθμό του Waihopai υπάρχει επίσημη περιγραφή του αντικειμένου του από την κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας.(47) Πέραν αυτών συλλέχθηκαν οι ζώνες φωτισμού των δορυφόρων επικοινωνιών, υπολογίσθηκαν τα αναγκαία μεγέθη των κεραιών, και καταχωρήθηκαν από κοινού με τους πιθανούς σταθμούς σε παγκόσμιους χάρτες.

5.3.2. Ακριβής ανάλυση

Για την εκμετάλλευση ισχύουν οι ακόλουθες αρχές που συνδέονται με τη φυσική της δορυφορικής επικοινωνίας (βλ. και κεφάλαιο 4):

-   μία δορυφορική κεραία μπορεί να συλλάβει μόνο αυτό το οποίο ευρίσκεται εντός της ζώνης φωτισμού, στην οποία αυτή ευρίσκεται. Προκειμένου να μπορέσει να λάβει επικοινωνία που τρέχει κυρίως στις ζώνες C και Ku, πρέπει μία κεραία να βρίσκεται εντός των ζωνών φωτισμού που περιέχουν τις ζώνες C ή Ku.

-   Για κάθε παγκόσμια ακτίνα είναι αναγκαία μία δορυφορική κεραία, ακόμη και όταν οι ακτίνες δύο δορυφόρων επικαλύπτονται.

-   Εάν ένας δορυφόρος έχει περισσότερες ζώνες φωτισμού από την παγκόσμια ακτίνα μόνο, πράγμα το οποίο είναι χαρακτηριστικό για τις σημερινές γενεές δορυφόρων, δεν είναι δυνατόν με μία μοναδική δορυφορική κεραία πλέον να συλληφθεί η συνολικά τρέχουσα επικοινωνία μέσω αυτών των δορυφόρων, λόγω του ότι μία μόνη δορυφορική κεραία δεν μπορεί να βρίσκεται σε όλες τις ζώνες φωτισμού του δορυφόρου. Για τη σύλληψη της Hemi-Beams και της Global-Beams ενός δορυφόρου είναι κατά συνέπεια αναγκαίες δύο δορυφορικές κεραίες σε διαφορετικές περιοχές (βλ. παράσταση των ζωνών φωτισμού στο κεφάλαιο 4). Εφόσον προστεθούν και άλλες ακτίνες (Zonebeam και Spotbeam) είναι αναγκαίες περαιτέρω δορυφορικές κεραίες. Περισσότερες από μία επικαλυπτόμενες ακτίνες ενός δορυφόρου μπορούν κατ' αρχήν να συλληφθούν από μία δορυφορική κεραία, λόγω του ότι είναι δυνατόν από τεχνική άποψη να διαχωρισθούν ορισμένες ζώνες συχνοτήτων κατά την υποδοχή· αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση του λόγου σήματος προς θόρυβο.

Πέραν αυτού ισχύουν οι προϋποθέσεις που έχουν αναφερθεί στο κεφάλαιο 5.2.: η μη πρόσβαση των εγκαταστάσεων λόγω του ότι αυτές λειτουργούν από τον στρατό(48), λόγω του ότι για την υποδοχή σημάτων δορυφόρων είναι αναγκαίες δορυφορικές κεραίες και ότι το μέγεθος των δορυφορικών κεραιών για τη σύλληψη της ζώνης C στην Global-Beam για την πρώτη γενεά INTELSAT πρέπει να έχει μέγεθος τουλάχιστον 30 μέτρων, για τις επόμενες γενεές περισσότερο από 15 έως 18 μέτρα. Ως πηγές για το ρόλο των σταθμών ως σταθμών παρακολούθησης χρησιμοποιήθηκαν οι επίσημες περιγραφές αντικειμένου που υπάρχουν για ορισμένους σταθμούς.

Η παράλληλη πορεία της ανάπτυξης του INTELSAT με την κατασκευή σταθμών

Ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης πρέπει να διευρύνεται με την πρόοδο της επικοινωνίας. Με την αρχή της δορυφορικής επικοινωνίας πρέπει κατά συνέπεια να συμβαδίζει η δημιουργία σταθμών, και με την εισαγωγή νέων γενεών δορυφόρων η δημιουργία νέων σταθμών καθώς και η κατασκευή νέων δορυφορικών κεραιών, που ανταποκρίνονται στις εκάστοτε απαιτήσεις. Ο αριθμός των σταθμών και ο αριθμός των δορυφορικών κεραιών πρέπει τότε πάντοτε να μεγαλώνει, όταν είναι αναγκαίος για τη σύλληψη της επικοινωνίας.

Αντιθέτως, όταν λοιπόν εκεί όπου προστίθενται νέες ζώνες φωτισμού δημιουργούνται νέοι σταθμοί και κατασκευάζονται νέες δορυφορικές κεραίες, δεν πρόκειται για σύμπτωση, αλλά είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως ένδειξη για την ύπαρξη νέων σταθμών παρακολούθησης για επικοινωνίες.

Λόγω του ότι οι δορυφόροι INTELSAT ήταν οι πρώτοι δορυφόροι επικοινωνιών οι οποίοι, πέραν αυτού, κάλυψαν όλη την υδρόγειο σφαίρα, είναι λογικό ότι η δημιουργία και μεγέθυνση των σταθμών συμβαδίζει με τις γενεές του INTELSAT.

Η πρώτη παγκόσμια γενεά

Ήδη το 1965 τέθηκε ο πρώτος δορυφόρος INTELSAT (Early Bird) σα γεωστατική τροχιά. Η ικανότητά του μετάδοσης ήταν ακόμη μικρή και το αποτύπωμα δέσμης του εκτεινόταν μόνο πάνω από το βόρειο ημισφαίριο.

Με τις γενεές INTELSAT II και III, που τέθηκαν σε λειτουργία το 1967 και το 1968, επιτεύχθηκε για πρώτη φορά μία παγκόσμια κάλυψη. Οι Global-Beams των δορυφόρων κάλυπταν τον τομέα του Ατλαντικού, του Ειρηνικού και του Ινδικού. Μικρότερα αποτυπώματα δέσμης δεν υπήρχαν ακόμη. Για τη σύλληψη του συνόλου της επικοινωνίας ήταν, κατά συνέπεια, απαραίτητες τρεις δορυφορικές κεραίες. Λόγω του ότι επικαλύπτονταν πάνω από τον ευρωπαϊκό χώρο δύο Global-Beams, ήταν δυνατόν να συλληφθούν σ' αυτή την περιοχή σε ένα σταθμό με δύο δορυφορικές κεραίες διαφορετικής κατεύθυνσης τα παγκόσμια αποτυπώματα δέσμης δύο δορυφόρων.

Πρώτη γενεά δορυφόρων του INTELSAT που λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο

INTELSAT Ατλαντικού Ωκεανού   INTELSAT Ινδικού Ωκεανού   INTELSAT Ειρηνικού Ωκεανού

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ιδρύθηκε ο σταθμός Yakima στο βορειοδυτικό τμήμα των ΗΠΑ, το 1972/73 ο σταθμός Morwenstow στη Νότια Αγγλία. Ο σταθμός Yakima είχε τότε μία μεγάλη κεραία (προς την κατεύθυνση του Ειρηνικού), ο σταθμός Morwenstow είχε δύο μεγάλες κεραίες (μία προς την κατεύθυνση του Ατλαντικού και μία προς την κατεύθυνση του Ινδικού Ωκεανού). Λόγω της θέσης των δύο σταθμών ήταν δυνατή η σύλληψη του συνόλου των επικοινωνιών.

Η δεύτερη παγκόσμια γενεά

Η δεύτερη γενεά των δορυφόρων INTELSAT (IV και IVA) αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του '70 και τέθηκε σε γεωστατική τροχιά (1971 και 1975). Οι νέοι δορυφόροι οι οποίοι διασφάλιζαν επίσης μια παγκόσμια κάλυψη και διέθεταν σημαντικά περισσότερες διαύλους επικοινωνίας (4000 – 6000), είχαν παράλληλα με την Global-Beam και Zone-Beams στο βόρειο ημισφαίριο (βλέπε κεφάλαιο 4). Μία Zone-Beam κάλυπτε το ανατολικό τμήμα των ΗΠΑ, μία το δυτικό των ΗΠΑ, μία τη Δυτική Ευρώπη και μία άλλη την Ανατολική Ασία. Με δύο σταθμούς με τρεις δορυφορικές κεραίες δεν ήταν πλέον δυνατή η σύλληψη του συνόλου των επικοινωνιών. Με τους υπάρχοντες σταθμούς στην Yakima μπορούσε να καλυφθεί η Zone-Beam στο δυτικό τμήμα των ΗΠΑ, με το σταθμό Morwenstow η Zone-Beam πάνω από την Ευρώπη. Για τη σύλληψη των δύο περαιτέρω Zone-Beams ήταν αναγκαίος ένας σταθμός στο ανατολικό τμήμα των ΗΠΑ και ένας άλλος στο χώρο της Ανατολικής Ασίας.

Δεύτερη γενεά δορυφόρων του INTELSAT που λειτουργεί σε παγκόσμιο επίπεδο

INTELSAT Ατλαντικού Ωκεανού   INTELSAT Ινδικού Ωκεανού   INTELSAT Ειρηνικού Ωκεανού

Κατά το τέλος της δεκαετίας του '70 κατασκευάστηκε ο σταθμός Sugar Grove στις ανατολικές ΗΠΑ (ο σταθμός υπήρχε ήδη για την παρακολούθηση ρωσικών επικοινωνιών)· τέθηκε σε λειτουργία το 1980. Επίσης κατά το τέλος της δεκαετίας του '70 ιδρύθηκε ένας σταθμός στο Χονγκ Κονγκ.

Κατ' αυτό τον τρόπο, με τους τέσσερις σταθμούς – Yakima, Morwenstow, Sugar Grove και HongKong – ήταν δυνατή κατά τη δεκαετία του '80 η παγκόσμια παρακολούθηση των επικοινωνιών INTELSAT.

Οι μεταγενέστεροι δορυφόροι INTELSAT με Zone-Beams και Spot-Beams συμπληρωματικά με τους δορυφόρους των Global-Beams και Hemi-Beams κατέστησαν αναγκαίους περαιτέρω σταθμούς σε διάφορα σημεία του κόσμου. Εν προκειμένω είναι δύσκολο, με βάση τις μέχρι στιγμής διαθέσιμες πληροφορίες, να τεκμηριωθεί μια συσχέτιση μεταξύ της δημιουργίας περαιτέρω σταθμών ή της τοποθέτησης περαιτέρω δορυφορικών κεραιών.

Λόγω του ότι πέραν αυτού είναι πολύ δύσκολη η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με σταθμούς, δεν είναι δυνατόν να διερευνηθεί ακριβώς ποιοι δορυφόροι συλλαμβάνονται με ποιες δέσμες. Είναι όμως ωστόσο δυνατόν να διαπιστωθεί σε ποιες δέσμες βρίσκονται γνωστοί σταθμοί.

Η παγκόσμια κάλυψη από σταθμούς που είναι προφανές ότι παρακολουθούν δορυφόρους επικοινωνιών

Σήμερα διασφαλίζεται παγκόσμια δορυφορική επικοινωνία με δορυφόρους της INTELSAT, INMARSAT και INTERSPUTNIK. Ο καταμερισμός σε τρία αποτυπώματα δέσμης (ινδικός, ειρηνικός και ατλαντικός τομέας) διατηρήθηκε όπως και κατά τις πρώτες γενεές δορυφόρων.

Σε καθένα από τα αποτυπώματα δέσμης υπάρχουν σταθμοί για τους οποίους συμπίπτουν τα για τους σταθμούς παρακολούθησης χαρακτηριστικά κριτήρια:

Δορυφόροι υπεράνω του Ινδικού Ωκεανού:

INTELSAT 604 (60°Ανατολικά), 602 (62°Ανατολικά), 804 (64°Ανατολικά), 704 (66°Ανατολικά)

EXPRESS 6A (80°Ανατολικά)

INMARSAT τομέας Ινδικού Ωεκανού

Geraldton, Αυστραλία

Pine Gap, Αυστραλία

Morwenstow, Αγγλία

Menwith Hill, Αγγλία

INTELSAT APR1 (83°), APR-2 (110,5°)

Geraldton, Αυστραλία

Pine Gap, Αυστραλία

Misawa, Ιαπωνία

Δορυφόροι υπεράνω του Ειρηνικού :

INTELSAT 802 (174°), 702 (176°), 701 (180°)

GORIZONT 41 (130°Ανατολικά), 42 (142°Ανατολικά), LM-1 (75°Ανατολικά)

INMARSAT τομέας Ειρηνικού Ωκεανού

Waihopai, Νέα Ζηλανδία

Geraldton, Αυστραλία

Pine Gap, Αυστραλία

Misawa, Ιαπωνία

Yakima, USA – μόνο Intelsat και Inmarsat

Δορυφόροι υπεράνω του Ατλαντικού :

INTELSAT 805 (304,5°), 706 (307°), 709 (310°)

601 (325,5°), 801 (328°), 511(330,5°), 605 (332,5°), 603 (335,5°), 705 (342°)

EXPRESS 2 (14°Δυτικά), 3A (11°Δυτικά)

INMARSAT τομέας Ατλαντικού Ωκεανού

Sugar Grove, ΗΠΑ

Buckley Field, ΗΠΑ

Sabana Seca, Πόρτο Ρίκο

Morwenstow, Αγγλία

Menwith Hill, Αγγλία

INTELSAT 707 (359°)

Morwenstow, Αγγλία

Menwith Hill, Αγγλία

Με αυτόν τον τρόπο καταδεικνύεται ότι είναι δυνατή μια παγκόσμια παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών.

Πέραν αυτών, υπάρχουν και σταθμοί στους οποίους δεν συντρέχει το κριτήριο του μεγέθους της κεραίας, και για τους οποίους δεν υπάρχουν άλλα σαφή στοιχεία, που είναι ωστόσο δυνατόν να αποτελούν αυτά τμήμα του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης. Με τους σταθμούς αυτούς θα ήταν δυνατόν π.χ. να συλληφθούν οι Zone-Beams ή Spot-Beams δορυφόρων, των οποίων οι Global-Beams παρακολουθούνται από άλλους σταθμούς, ή για την Global-Beam των οποίων είναι αναγκαίες μεγάλες δορυφορικές κεραίες.

Οι σταθμοί λεπτομερειακά

Στην λεπτομερή περιγραφή σταθμών γίνεται διάκριση μεταξύ σταθμών οι οποίοι παρακολουθούν σαφώς δορυφόρους επικοινωνιών (κριτήρια από το κεφάλαιο 5.2) και σταθμών των οποίων η αποστολή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με βεβαιότητα με τη βοήθεια των ανωτέρω κριτηρίων.

Σταθμοί για την παρακολούθηση δορυφόρων επικοινωνιών

Τα εις το κεφάλαιο 5.2. περιγραφόμενα κριτήρια τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν ως ενδείξεις για ένα σταθμό παρακολούθησης δορυφόρων επικοινωνιών αποδεικνύονται αληθή για τους ακόλουθους σταθμούς:

Yakima, ΗΠΑ (120°Δυτικά, 46°Βόρεια)

Ο σταθμός ιδρύθηκε στη δεκαετία του 1970 συγχρόνως με την πρώτη γενεά δορυφόρων. Από το 1995 σταθμεύει εκεί η Intelligence Agency (AIA) με την 544η Intelligence Group (Detachment 4). Σταθμεύει επίσης εκεί η Naval Security Group (NAVSECGRU). Στον χώρο αυτό έχουν εγκατασταθεί έξι δορυφορικές κεραίες, για το μέγεθος των οποίων δεν προκύπτει τίποτα από τις πηγές. Ο Hager περιγράφει τις δορυφορικές κεραίες ως μεγάλες και δίνει την κατεύθυνσή τους προς δορυφόρους Intelsat υπεράνω του Ειρηνικού Ωκεανού (2 δορυφορικές κεραίες) και προς τον δορυφόρο Intelsat υπεράνω του Ατλαντικού, καθώς και την κατεύθυνση προς τον δορυφόρο Inmarsat 2.

Η ημερομηνία ίδρυσης του σταθμού Yakima συγχρόνως με την πρώτη γενεά δορυφόρων ersten Intelsat καθώς και η γενική περιγραφή καθηκόντων της 544ης Intelligence Group συνηγορούν για το ρόλο του σταθμού Yakima όσον αφορά την παγκόσμια παρακολούθηση των επικοινωνιών. Μία άλλη σχετική ένδειξη είναι η εγγύτητα του σταθμού Yakima προς ένα συνήθη σταθμό λήψης δορυφόρων, ο οποίος βρίσκεται 100 μίλια βορειότερα.

Sugar Grove, USA (80°Δυτικά, 39°Βόρεια)

Ο σταθμός Sugar Grove ιδρύθηκε συγχρόνως με τη θέση σε λειτουργία της δεύτερης γενεάς δορυφόρων Intelsat κατά το τέλος της δεκαετίας του "70. Σταθμεύουν εδώ οι NAVSECGRU καθώς και η AIA με την 544η Intelligence Group (Detachment 3). Ο σταθμός διαθέτει, σύμφωνα με στοιχεία διαφόρων συγγραφέων, 10 δορυφορικές κεραίες, εκ των οποίων τρεις είναι μεγαλύτερες από 18 μέτρα (18,2 μέτρα, 32,3 μέτρα και 46 μέτρα) και κατ' αυτό τον τρόπο είναι σαφές ότι έχουν την αρμοδιότητα της παρακολούθησης δορυφόρων επικοινωνιών. Μία αποστολή του Detachment 3 της 544ης IG στο σταθμό είναι να διαθέτει "υποστήριξη πληροφοριών" για τη συλλογή πληροφοριών δορυφόρων επικοινωνιών από τους σταθμούς εκστρατείας του Ναυτικού.(49)

Πέραν αυτού, ο σταθμός Sugar Grove βρίσκεται κοντά (60 μίλια) στον συνήθη δορυφορικό σταθμό στο Etam.

Sabana Seca, Πόρτο Ρίκο (66°Δυτικά, 18°Βόρεια)

Το 1952 εγκαταστάθηκε η NAVSECGRU στη Sabana Seca. Από το 1995 ευρίσκεται εκεί και η AIA με την 544η IG (Detachment 2). Ο σταθμός έχει τουλάχιστον μία δορυφορική κεραία διαμέτρου 32μέτρων και 4 άλλες δορυφορικές κεραίες.

Αποστολή του σταθμού είναι, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η επεξεργασία δορυφορικής επικοινωνίας ("performing satellite communication processing"), "κρυπτογραφική και υπηρεσία επικοινωνιών " καθώς και η υποστήριξη του Ναυτικού και αποστολών της DoD (μεταξύ άλλων, συλλογή πληροφοριών του COMSAT (από περιγραφή της 544ης IG)). Στο μέλλον η Sabana Seca θα καταστεί ο πρώτος σταθμός εκστρατείας για την ανάλυση και επεξεργασία δορυφορικής επικοινωνίας.

Morwenstow, Αγγλία (4°Δυτικά, 51°Βόρεια)

Ο σταθμός Morwenstow ιδρύθηκε συγχρόνως με τον Yakima με την πρώτη γενεά δορυφόρων Intelsat κατά τις αρχές της δεκαετίας του '70. Φορέας λειτουργίας του Morwenstow είναι η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών (GCHQ). Στο Morwenstow είναι εγκατεστημένες περίπου . 21 δορυφορικές κεραίες, δύο εκ των οποίων με διάμετρο 30 μέτρων· όσον αφορά το μέγεθος των άλλων κεραιών δεν υπάρχουν στοιχεία.

Όσον αφορά την αποστολή του σταθμού, δεν είναι τίποτα γνωστό από επίσημη πλευρά, το μέγεθος και ο αριθμός των δορυφορικών κεραιών καθώς και η θέση της μόνο 110 χλμ. από το σταθμό της Telekom στο Goonhilly δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τη λειτουργία του σταθμού ως σταθμού παρακολούθησης για δορυφόρους επικοινωνιών.

Menwith Hill, Αγγλία (2°Δυτικά, 53°Βόρεια)

Ο σταθμός του Menwith Hill ιδρύθηκε το 1956, και το 1974 διετίθεντο ήδη 8 δορυφορικές κεραίες. Εν τω μεταξύ έχουν εγκατασταθεί εκεί περίπου 30 δορυφορικές κεραίες, από τις οποίες ορισμένες έχουν διάμετρο μεγαλύτερη των 20 μέτρων. Τουλάχιστον μία από τις μεγάλες κεραίες, ασφαλώς όμως όχι όλες, είναι κεραία λήψης στρατιωτικών επικοινωνιών (AN/FSC-78). Στο Menwith Hill συνεργάζονται Βρετανοί και Αμερικανοί. Από την αμερικανική πλευρά βρίσκονται εκεί η NAVSECGRU, η AIA (451η IOS) καθώς και το INSCOM, που έχει τη διοίκηση του σταθμού. Το γήπεδο στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο σταθμός Menwith Hill ανήκει στο Υπουργείο Άμυνας της Αγγλίας και έχει εκμισθωθεί στην αμερικανική κυβέρνηση. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία αποστολή του Menwith Hill είναι "να παρέχει ταχεία ραδιοεπικοινωνία και να διενεργεί έρευνα επικοινωνιών". Σύμφωνα με δηλώσεις του Richelson και της Federation of American Scientists ο Menwith Hill είναι τόσο επίγειος σταθμός για κατασκοπευτικούς δορυφόρους όσο και σταθμός παρακολούθησης ρωσικών δορυφόρων επικοινωνιών.

Geraldton, Αυστραλία (114°Ανατολικά, 28°Νότια)

Ο σταθμός υπάρχει από τις αρχές της δεκαετίας του '90. Η διοίκηση του σταθμού ανήκει στις μυστικές υπηρεσίες της Αυστραλίας (DSD), οι Βρετανοί, οι οποίοι προηγουμένως ήταν σταθμευμένοι στο Χονγκ Κονγκ (βλ. ανωτέρω) ανήκουν τώρα στο προσωπικό αυτού του σταθμού. Τέσσερις δορυφορικές κεραίες ίδιου μεγέθους (διάμετρος περίπου 20 μέτρων) είναι σύμφωνα με δήλωση του Hager στραμμένες σε δορυφόρους υπεράνω του Ινδικού Ωκεανού και σε δορυφόρους υπεράνω του Ειρηνικού Ωκεανού.

Σύμφωνα με στοιχεία που κατέθεσε ενόρκως εμπειρογνώμων από το Κοινοβούλιο της Αυστραλίας, στο Geraldton παρακολουθούνται δορυφόροι μη στρατιωτικών επικοινωνιών.(50)

Pine Gap, Αυστραλία (133°Ανατολικά, 23°Νότια)

Ο σταθμός στο Pine Gap ιδρύθηκε το 1966. Τη διοίκηση την έχουν οι μυστικές υπηρεσίες της Αυστραλίας (DSD)· τα μισά από τα εκεί σταθμεύοντα περίπου 900 πρόσωπα είναι Αμερικανοί της CIA και της NAVSECGRU.(51)

Ο σταθμός Pine Gap έχει 18 δορυφορικές κεραίες, εκ των οποίων μία με διάμετρο . 30 περίπου μέτρων και μία με διάμετρο 20 περίπου μέτρων. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία καθώς και στοιχεία διαφόρων συγγραφέων, ο σταθμός είναι από την έναρξη λειτουργίας του επίγειος σταθμός για δορυφόρους SIGINT. Από εδώ ελέγχονται και καθοδηγούνται διάφοροι κατασκοπευτικοί δορυφόροι καθώς και λαμβάνονται, γίνεται η επεξεργασία τους και αναλύονται τα σήματά τους. Οι μεγάλες δορυφορικές κεραίες συνηγορούν όμως και για την παρακολούθηση δορυφόρων επικοινωνιών, λόγω του ότι για τους δορυφόρους SIGINT δεν απαιτούνται μεγάλες δορυφορικές κεραίες. Έως το 1980 αποκλείονταν Αυστραλοί από το τμήμα ανάλυσης των σημάτων, αλλά έκτοτε έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε όλα εκτός από τον εθνικό κρυπτογραφικό χώρο των Αμερικανών.

Misawa, Ιαπωνία (141°Ανατολικά, 40°Βόρεια)

Ο σταθμός στη Misawa δημιουργήθηκε το 1948 για κεραία HFDF· σταθμεύουν εκεί Ιάπωνες και Αμερικανοί. Από την αμερικανική πλευρά είναι εγκατεστημένες εκεί η NAVSECGRU, η INSCOM καθώς και ορισμένες ομάδες της AIA (544ξ IG, 301η IS,). Στο χώρο του σταθμού υπάρχουν περίπου 14 δορυφορικές κεραίες, από τις οποίες ορισμένες έχουν διάμετρο 20 περίπου μέτρων (εκτίμηση). Η Misawa χρησιμεύει επισήμως ως "Κέντρο Κρυπτογραφικών Επιχειρήσεων" Σύμφωνα με στοιχεία του Richelson παρακολουθούνται με τη βοήθεια της Misawa οι ρωσικοί δορυφόροι Molnyia καθώς και άλλοι ρωσικοί δορυφόροι επικοινωνιών.

Waihopai, Νέα Ζηλανδία (173°Ανατολικά, 41°Νότια)(52)

Ο σταθμός Waihopai υπάρχει από το 1989. Έκτοτε υπάρχει μία μεγάλη κεραία με 18 μέτρα διάμετρο, ενώ μία δεύτερη κατασκευάστηκε αργότερα. Αποστολή του Waihopai, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του GCSB (Γενικού Γραφείου Ασφάλειας Επικοινωνιών) η παρακολούθηση δορυφόρων επικοινωνιών και η αποκρυπτογράφηση και επεξεργασία σημάτων.(53)

Επειδή ο σταθμός διαθέτει μόνο δύο δορυφορικές κεραίες, οι νεοζηλανδικές μυστικές υπηρεσίες μπορούν να συλλαμβάνουν μικρό μόνο μέρος των επικοινωνιών στο χώρο του Ειρηνικού. Επομένως, ο σταθμός έχει νόημα μόνο σε σύνδεση με έναν άλλο σταθμό στην ίδια περιοχή. Κατά τον Hager, "αδελφός" σταθμός του Waihopai είναι ο σταθμός Geraldton στην Αυστραλία.(54)

Χονγκ Κονγκ (22°Βόρεια, 114°Ανατολικά)

Ο σταθμός ιδρύθηκε κατά το τέλος της δεκαετίας του '70 συγχρόνως με τη δεύτερη γενεά INTELSAT και είχε εξοπλισθεί με μεγάλες δορυφορικές κεραίες. Όσον αφορά τα ακριβή μεγέθη δεν υπάρχουν στοιχεία. Το 1994 άρχισε η διάλυση του σταθμού του Χονγκ Κονγκ και οι κεραίες μεταφέρθηκαν στην Αυστραλία. Ποιοι σταθμοί ανέλαβαν την αποστολή του Χονγκ Κονγκ δεν είναι σαφές: Geraldton, Pine Gap ή όμως ο σταθμός Misawa στην Ιαπωνία.

Ενδεχομένως, καταμερίστηκαν οι αποστολές σε διάφορους σταθμούς.

Άλλοι σταθμοί

Στους ακόλουθους σταθμούς δεν είναι δυνατόν με τη βοήθεια των ανωτέρω αναφερθέντων κριτηρίων να τεκμηριωθεί σαφώς η λειτουργία τους:

Leitrim, Καναδάς (75°Δυτικά, 45°Βόρεια)

Ο σταθμός Leitrim είναι τμήμα ενός προγράμματος ανταλλαγών μεταξύ καναδικών και αμερικανικών στρατιωτικών μονάδων. Για το λόγο αυτό σταθμεύουν στο Leitrim, σύμφωνα με στοιχεία του Ναυτικού, περίπου 30 πρόσωπα. Το 1985 εγκαταστάθηκε η πρώτη από 4 δορυφορικές κεραίες, από τις οποίες οι δύο μεγαλύτερες έχουν διάμετρο μόνο 12 μέτρα περίπου (εκτίμηση).

Αποστολή του σταθμού είναι, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, "η κρυπτογραφική βαθμολόγηση" και η παρακολούθηση διπλωματικών επικοινωνιών.

Bad Aibling, Γερμανία (12°Ανατολικά, 47°Βόρεια)

Στο σταθμό κοντά στο Bad Aiblings, εργάζονται αυτή την περίοδο περίπου 750 Αμερικανοί. Στο Bad Aibling σταθμεύουν η INSCOM (66η IG, η 718 IG), η οποία έχει τη διοίκηση του σταθμού, η NAVSECGRU, καθώς και διάφορες ομάδες της AIA (402nd IG, 26th IOG). Υπάρχουν εκεί εγκατεστημένες 14 δορυφορικές κεραίες, από τις οποίες καμία δεν είναι μεγαλύτερη από 18 μέτρα. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, έχει το Bad Aibling τις ακόλουθες αποστολές: "ταχεία ραδιοζεύξη και ασφαλείς επικοινωνίες, υποστήριξη στο Υπουργείο Άμυνας και ενοποιημένες διοικήσεις, μεσαίες και μακρές επικοινωνίες HFκαι επικοινωνίες δορυφόρων, έρευνα στη φυσική των επικοινωνιών, εξοπλισμός δοκιμών και αξιολόγηση επικοινωνιών". Σύμφωνα με τον Richelson είναι το Bad Aibling επίγειος σταθμός για δορυφόρους SIGINT και σταθμός παρακολούθησης για ρωσικούς δορυφόρους επικοινωνιών. Σύμφωνα με απόφαση του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας, ο σταθμός πρόκειται να κλείσει στις 30 Σεπτεμβρίου 2002. Το προσωπικό θα μετατεθεί σε άλλες μονάδες.(55)

Άγιος Νικόλαος, Κύπρος (32°Ανατολικά, 35°Βόρεια)

Ο Άγιος Νικόλαος στην Κύπρο είναι βρετανικός σταθμός. Οι αποστολές του σταθμού με 14 δορυφορικές κεραίες, των οποίων το μέγεθος είναι άγνωστο, κατανέμονται σε δύο μονάδες, στην "Signals Regiment Radio" και στην "Signals Unit (RAF)".

Η θέση του Αγίου Νικολάου πλησίον των αραβικών κρατών και το γεγονός ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι ο μοναδικός σταθμός εντός ορισμένων αποτυπωμάτων δέσμης (κυρίως Spot-Beams) σ' αυτόν τον τομέα, συνηγορούν για τον σημαντικό ρόλο αυτού του σταθμού στην απόκτηση πληροφοριών.

Shoal Bay, Αυστραλία (134°Ανατολικά, 13°Νότια)

Ο σταθμός Shoal Bay είναι σταθμός που λειτουργεί μόνο από την Υπηρεσία Πληροφοριών της Αυστραλίας. Εικάζεται ότι ο σταθμός έχει 10 δορυφορικές κεραίες των οποίων το μέγεθος δεν περιγράφεται εγγύτερα. Σε φωτογραφίες που φαίνονται οι δορυφορικές κεραίες έχουν οι μεγαλύτερες 5 διάμετρο 8 μέτρων κατ' ανώτατο όριο, η διακρινόμενη έκτη κεραία είναι ακόμη μικρότερη. Σύμφωνα με στοιχεία του Richelson οι κεραίες είναι στραμμένες στον δορυφόρο της Ινδονησίας PALAPA. Εάν ο σταθμός αποτελεί τμήμα του παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης μη στρατιωτικών επικοινωνιών είναι ασαφές.

Guam, Ειρηνικός Ωκεανός (144°Ανατολικά, 13°Νότια)

Ο σταθμός του Guam υπάρχει από το 1898. Σήμερα υπάρχει εκεί ένας ναυτικός σταθμός πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών, στον οποίο σταθμεύουν οι 544th IG της AIA καθώς και δυνάμεις του ναυτικού.

Στο σταθμό υπάρχουν τουλάχιστον 4 δορυφορικές κεραίες, δύο από τις οποίες έχουν διάμετρο περίπου 15 μέτρων.

Kunia, Χαβάη (158°Δυτικά, 21°Βόρεια)

Ο σταθμός αυτός είναι από το 1993 περιφερειακό κέντρο επιχειρήσεων ασφάλειας (RSOC) σε λειτουργία, και λειτουργεί από την NAVSECGRU και την AIA. Στις αποστολές του συμπεριλαμβάνεται η διάθεση πληροφοριών και επικοινωνίας καθώς και κρυπτογραφική υποστήριξη. Η λειτουργία της Kunia παραμένει ασαφής.

Buckley Field, ΗΠΑ, Denver Κολοράντο (104°Δυτικά, 40°Βόρεια)

Ο σταθμός ιδρύθηκε το 1972. Σταθμεύει εκεί η 544η IG (Det. 45). Στο σταθμό υπάρχουν περίπου 5 δορυφορικές κεραίες εκ των οποίων 4 έχουν διάμετρο περίπου 20 μέτρων. Επίσημη αποστολή του σταθμού είναι να συλλέγει δεδομένα για πυρηνικά γεγονότα από τους δορυφόρους SIGINT, να τα αξιολογεί και να τα αναλύει.

Medina Annex, ΗΠΑ Τέξας (98°Δυτικά, 29°Βόρεια)

Η Medina είναι, όπως και η Kunia, ένα περιφερειακό κέντρο επιχειρησιακής ασφάλειας – που ιδρύθηκε το 1993 – που λειτουργεί με μονάδες της NAVSECGRU και της AIA με αποστολές στην Καραϊβική.

Fort Gordon (81°Δυτικά, 31°Βόρεια)

Ο σταθμός Fort Gordon είναι επίσης ένα περιφερειακό κέντρο επιχειρησιακής ασφάλειας, που λειτουργεί από την INSCOM και την AIA (702nd IG, 721st IB, 202nd IB, 31st IS) με ασαφείς αποστολές.

Fort Mead, ΗΠΑ (76°Δυτικά, 39°Βόρεια)

Ο σταθμός Fort Mead είναι το επιτελείο της NSA.

5.3.3. Σύνοψη των αποτελεσμάτων

Τα ακόλουθα συμπεράσματα συνάγονται από τα συλλεγέντα δεδομένα σχετικά με τους σταθμούς, τους δορυφόρους και τις ανωτέρω περιγραφείσες προϋποθέσεις:

1.   Υπάρχουν σε κάθε αποτύπωμα δέσμης σταθμοί παρακολούθησης για τουλάχιστον ορισμένες από τις Global-Beams με εκάστοτε τουλάχιστον μία κεραία με διάμετρο μεγαλύτερη των 20 μέτρων, οι οποίες λειτουργούν με Αμερικανούς ή Βρετανούς ή όπου Αμερικανοί ή Βρετανοί ασκούν δραστηριότητες μυστικών υπηρεσιών.

2.   Η ανάπτυξη των επικοινωνιών INTELSAT και η σύγχρονη δημιουργία αντίστοιχων σταθμών παρακολούθησης τεκμηριώνουν τον παγκόσμιο προσανατολισμό του συστήματος.

3.   Ορισμένοι από τους σταθμούς αυτούς, σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή της αποστολής τους, παρακολουθούν μη στρατιωτικές δορυφορικές επικοινωνίες. .

4.   Στοιχεία από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα πρέπει να αξιολογηθούν ως απόδειξη για τους εκεί αναφερθέντες σταθμούς.

5.   Ορισμένοι σταθμοί βρίσκονται συγχρόνως σε Beams καθώς και Spots διαφόρων δορυφόρων, κατά τρόπο που μεγάλο τμήμα των επικοινωνιών είναι δυνατόν να συλληφθεί.

6.   Υπάρχουν ορισμένοι άλλοι σταθμοί, που δεν διαθέτουν μεγάλες κεραίες, οι οποίοι όμως είναι δυνατόν να αποτελούν τμήμα του συστήματος. λόγω του ότι είναι δυνατόν να λαμβάνουν επικοινωνίες από τα Beams και τα Spots. Εν προκειμένω, πρέπει κανείς να μην χρησιμοποιήσει την ένδειξη του μεγέθους των κεραιών αλλά να χρησιμοποιήσει άλλες ενδείξεις.

7.   Ορισμένοι από τους αναφερθέντες σταθμούς βρίσκονται αποδεδειγμένα σε άμεση εγγύτητα κανονικών επίγειων σταθμών δορυφόρων επικοινωνιών.

5.4.   Η συμφωνία UKUSA

Ως συμφωνία UKUSA χαρακτηρίζεται μία συμφωνία SIGINT που υπεγράφη μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και της Αυστραλίας, του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας.

5.4.1. Ιστορική εξέλιξη της συμφωνίας UKUSA(56)

Η συμφωνία UKUSA αποτελεί τη συνέχεια της ήδη κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο πολύ στενής συνεργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία είχε ήδη σημειωθεί κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας συμμαχίας SIGINT προέκυψε τον Αύγουστο του 1940 σε μία συνάντηση Αμερικανών και Βρετανών στο Λονδίνο εκ μέρους των Αμερικανών.(57) Το Φεβρουάριο του 1941 οι αμερικανοί κρυπτοαναλυτές παρέδωσαν στην Βρετανία μια συσκευή Cipher (PURPLE). Την άνοιξη του 1941 άρχισε η συνεργασία στην κρυπτογραφική ανάλυση.(58) Η συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών ενισχύθηκε με την κοινή επιχείρηση των στόλων στο Βόρειο Ατλαντικό κατά το καλοκαίρι του 1941. Τον Ιούνιο του 1941 μπόρεσαν οι Βρετανοί να σπάσουν τον γερμανικό κώδικα του στόλου ENIGMA:

Η είσοδος της Αμερικής στον πόλεμο ενίσχυσε περαιτέρω τη συνεργασία SIGINT. Το 1942 άρχισαν να εργάζονται Αμερικανοί κρυπτογράφοι της "Ναυτικής Υπηρεσίας SIGINT" στη Μεγάλη Βρετανία.(59) Η επικοινωνία μεταξύ των αιθουσών εντοπισμού υποβρυχίων στο Λονδίνο, Ουάσιγκτον και, από το Μάιο του 1943, στην Οτάβα του Καναδά, ήταν τόσο στενή, ώστε σύμφωνα με δήλωση κάποιου που συμμετείχε τότε, εργάζονταν ως μία μοναδική οργάνωση.(60)

Την άνοιξη του 1943 υπεγράφη η συμφωνία BRUSA-SIGINT και πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή προσωπικού. Το περιεχόμενο της συμφωνίας αφορά κυρίως τον καταμερισμό της εργασίας και συνοψίζεται στις πρώτες τρεις παραγράφους της: περιέχουν την ανταλλαγή οιωνδήποτε πληροφοριών από την ανακάλύψη, εντοπισμό και παρακολούθηση σημάτων καθώς και την λύση κωδίκων και κρυπτογραφήσεων. Οι Αμερικανοί ήταν κυρίως υπεύθυνοι για την Ιαπωνία, οι Βρετανοί για τη Γερμανία και Ιταλία.(61)

Μετά τον πόλεμο, η πρωτοβουλία για τη διατήρηση της συμμαχίας SIGINT ξεκίνησε κυρίως από τη Μεγάλη Βρετανία. Η βάση γι' αυτό το σκοπό συμφωνήθηκε σε μία παγκόσμια περιοδεία βρετανών πρακτόρων μυστικών υπηρεσιών (μεταξύ άλλων ο Sir Harry Hinsley, του οποίου τα βιβλία αποτελούν τη βάση του αναφερόμενου άρθρου) κατά το πρώτο εξάμηνο του 1945. Ένας στόχος ήταν να αποσταλεί προσωπικό του SIGINT από την Ευρώπη προς τον Ειρηνικό Ωκεανό για τον πόλεμο με την Ιαπωνία. Στο πλαίσιο αυτό συμφωνήθηκε με την Αυστραλία, να διατεθούν στις υπηρεσίες της Αυστραλίας πόροι και προσωπικό (Βρετανοί). Κατά την επιστροφή στις Ηνωμένες Πολιτείες ο δρόμος οδήγησε στη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά.

Το Σεπτέμβριο του 1945 υπέγραψε ο Τρούμαν ένα άκρως απόρρητο μνημόνιο, το οποίο αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της συμμαχίας SIGINT σε ειρηνική περίοδο.(62) Αμέσως κατόπιν ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Βρετανών και Αμερικανών για μια συμφωνία. Μία βρετανική αντιπροσωπεία ήρθε πέραν αυτού σε επαφή με τους Καναδούς και τους Αυστραλούς, προκειμένου να συζητήσει μια ενδεχόμενη συμμετοχή. Το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1946 πραγματοποιήθηκε μία άκρως απόρρητη αγγλοαμερικανική διάσκεψη SIGINT, προκειμένου να συζητηθούν λεπτομέρειες. Οι Βρετανοί είχαν εξουσιοδοτηθεί από τους Καναδούς και τους Αυστραλούς. Αποτέλεσμα της διάσκεψης υπήρξε μία ακόμη χαρακτηρισμένη συμφωνία 25 περίπου σελίδων, που επισφράγισε τις λεπτομέρειες μιας συμφωνίας SIGINT μεταξύ των ΗΠΑ και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Περαιτέρω διαπραγματεύσεις ακολούθησαν τα επόμενα δύο χρόνια, ώστε το τελικό κείμενο της αποκαλούμενης Συμφωνίας UKUSA να υπογραφεί τον Ιούνιο του 1948.(63)

5.4.2   Αποδείξεις για την ύπαρξη της συμφωνίας

5.4.2.1   Ετήσια έκθεση 1999/2000 της αγγλικής Επιτροπής Πληροφοριών και Ασφαλείας

Για πολύν καιρό δεν υπήρχε καμία επίσημη αναγνώριση της συμφωνίας UKUSA από τις υπογράφουσες χώρες. Ωστόσο, στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής Πληροφοριών και Ασφαλείας , του κοινοβουλευτικού οργάνου ελέγχου του Ηνωμένου Βασιλείου, η συμφωνία UKUSA μνημονεύεται ρητά: "Η ποιότητα των πληροφοριών που συλλέγονται, αντικατοπτρίζει την αξία της στενής συνεργασίας βάσει της συμφωνίας UKUSA. Πρόσφατη απόδειξη τούτου δόθηκε όταν σημειώθηκε κατάρρευση του εξοπλισμού της αμερικανικής Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSA), και επί τρεις ημέρες τόσο οι αμερικανοί πελάτες όσο και οι συνήθεις βρετανοί πελάτες της GHCQ εξυπηρετήθηκαν απευθείας από την GHCQ."(64)

5.4.2.2 Δημοσίευση του νεοζηλανδικού Γραφείου του Πρωθυπουργού

Επίσης, σε περυσινή δημοσίευση του νεοζηλανδικού Γραφείου του Πρωθυπουργού σχετικά με τη διαχείριση της εθνικής υπηρεσίας ασφαλείας και πληροφοριών, γίνεται ρητή αναφορά στη συμφωνία: "Η λειτουργία του GCSB (Κρατικού Γραφείου Ασφαλείας Επικοινωνιών) διευθύνεται αποκλειστικά από την κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας. Ωστόσο, το γραφείο είναι μέλος μιας από μακρού ισχύουσας διεθνούς εταιρικής σχέσης συνεργασίας για την ανταλλαγή πληροφοριών εξωτερικού και την από κοινού χρήση τεχνολογίας για την ασφάλεια των επικοινωνιών. Τα άλλα μέλη της εταιρικής σχέσης είναι η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (NSA) των ΗΠΑ, το Κρατικό Επιτελείο Επικοινωνιών (GCHQ) του Ηνωμένου Βασιλείου, η Διεύθυνση Αμυντικών Σημάτων (DSD) της Αυστραλίας και το Ίδρυμα Ασφαλείας Επικοινωνιών (CSE) του Καναδά. Η Νέα Ζηλανδία αντλεί αισθητά οφέλη από τη συμφωνία αυτή, και θα ήταν αδύνατο μόνη της η Νέα Ζηλανδία να δημιουργήσει την αποτελεσματικότητα της εταιρικής σχέσης των πέντε χωρών."(65)

Πέραν αυτών, υπάρχουν και άλλες σαφείς αποδείξεις για την ύπαρξή της:

5.4.2.3 Ο κατάλογος ακρωνυμίων του Ναυτικού

Το ακρωνύμιο UKUSA σημαίνει, σύμφωνα με το Ναυτικό των ΗΠΑ(66) "Ηνωμένο Βασίλειο-ΗΠΑ" και χαρακτηρίζει μία "συμφωνία SIGINT 5 κρατών".

5.4.2.4 Δήλωση του Διευθυντή της DSD

Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Αυστραλίας (DSD) επιβεβαίωσε την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας σε μία συνέντευξη: σύμφωνα με τις πληροφορίες που έδωσε, εργάζονται οι μυστικές υπηρεσίες της Αυστραλίας με άλλες υπερπόντιες υπηρεσίες πληροφοριών στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA.(67)

5.4.2.5 Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την Ασφάλεια και τις Πληροφορίες του Καναδικού Κοινοβουλίου

Στην έκθεση αυτή περιγράφεται ότι ο Καναδάς με ορισμένους από τους στενότερους και παλαιότερους συμμάχους του συνεργάζεται σε θέματα πληροφοριών. Η έκθεση κατονομάζει αυτούς τους συμμάχους: Ηνωμένες Πολιτείες (NSA), Μεγάλη Βρετανία (GCHQ), Αυστραλία (DSD) και Νέα Ζηλανδία (GCSB). Το όνομα της συμφωνίας δεν αναφέρεται στην έκθεση.

5.4.2.6 Δήλωση του πρώην Αναπληρωτή Διευθυντή της NSA, Δρ. Louis Torella

Σε μία συνέντευξη με τον Christopher Andrew, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, το Νοέμβριο του 1987 και τον Απρίλιο του 1992, ο πρώην Αναπληρωτής Διευθυντής της NSA, Δρ. Louis Torella, ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας UKUSA, επιβεβαιώνει την ύπαρξη της συμφωνίας.(68)

5.4.2.7 Επιστολή του πρώην Διευθυντή της GCHQ, Joe Hooper

Ο πρώην Διευθυντής της GCHQ Joe Hooper αναφέρει σε μια επιστολή προς τον πρώην Διευθυντή της NSA Στρατάρχη S.Carter τη συμφωνία UKUSA.

5.4.2.8 Συνομιλητές του εισηγητή

Ο εισηγητής μίλησε με πολλά πρόσωπα, τα οποία λόγω των καθηκόντων τους πρέπει να γνωρίζουν τη συμφωνία UKUSA και το περιεχόμενό της, για τη συμφωνία. Εν προκειμένω επιβεβαιώθηκε έμμεσα εν πάση περιπτώσει η ύπαρξή της, λόγω του είδους των απαντήσεων.

5.5 Αξιολόγηση αμερικανικών αποχαρακτηρισμένων εγγράφων

5.5.1.   Το είδος των εγγράφων

Στα πλαίσια του “Freedom of Information Acts” του 1966 (5 U.S.C. § 552) και των ρυθμίσεων του Υπουργείου Άμυνας (Κανονισμός DoD FOIA 5400.7-R του 1997) για πρώτη φορά αποχαρακτηρίσθηκαν και κατέστησαν με τον τρόπο αυτό προσβάσιμα στο κοινό έγγραφα, που πριν ήταν απόρρητα.

Η δημόσια πρόσβαση στα έγγραφα αυτά γίνεται μέσω του Αρχείου Εθνικής Ασφαλείας του Πανεπιστημίου George Washington στην Washington, το οποίο ιδρύθηκε το 1985. Ο συντάκτης Jeffrey Richelson, πρώην μέλος του Εθνικού Αρχείου Ασφαλείας, κατέστησε προσιτά μέσω Διαδικτύου 16 έγγραφα, τα οποία προσφέρουν γνώση για την γέννηση, την εξέλιξη, την διοίκηση και την εντολή της NSA.(69) Πέραν αυτών, σε δύο από τα έγγραφα αναφέρεται το“ECHELON”. Οι διάφοροι συντάκτες, που έχουν γράψει για το σύστημα ECHELON, αναφέρονται επανειλημμένα στα έγγραφα αυτά και τα χρησιμοποιούν ως απόδειξη για την ύπαρξη του παγκόσμιου κατασκοπευτικού δικτύου ECHELON. Περαιτέρω, στα έγγραφα που διατέθηκαν από τον Richelson συγκαταλέγονται κάποια, που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της NRO (National Reconnaissance Office) και περιγράφουν τη λειτουργία της ως διαχειριστή και λειτουργού αναγνωριστικών δορυφόρων.(70) Μετά τη συνομιλία του με την επιτροπή μας στην Ουάσινγκτον, ο Jeffrey Richelson έθεσε στη διάθεση της επιτροπής και άλλα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα. Όσα από αυτά ενδιέφεραν την έρευνα της επιτροπής ελήφθησαν υπόψη στο ανά χείρας έγγραφο.

5.5.2.   Περιεχόμενο των εγγράφων

Τα έγγραφα περιέχουν αποσπασματικές περιγραφές ή αναφορές των ακόλουθων θεμάτων:

5.5.2.1   Αποστολή και σχεδιασμός της NSA (έγγραφα 1, 2β, 4, 10, 16)

Στην οδηγία 9 του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας Πληροφοριών (NSCID 9)(71) της 10ης Μαρτίου 1950, ορίζεται, για τους σκοπούς της COMINT, η έννοια της επικοινωνίας εξωτερικού. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, η επικοινωνία εξωτερικού συμπεριλαμβάνει κάθε είδους κυβερνητική επικοινωνία με την ευρεία έννοια (όχι μόνον τη στρατιωτική) καθώς και κάθε άλλη επικοινωνία, η οποία θα μπορούσε να περιέχει πληροφορίες στρατιωτικής, πολιτικής, επιστημονικής ή οικονομικής αξίας.

Η οδηγία (NSCID 9 αναθ. της 29.12.1952)(72) διευκρινίζει ρητά, ότι αρμόδιο για την εσωτερική ασφάλεια είναι μόνον το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI).

Η οδηγία της 23ης Δεκεμβρίου 1971 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας σχετικά με την NSA και την Κεντρική Υπηρεσία Ασφαλείας (CSS) ορίζει τον σχεδιασμό της NSA ως εξής:

-   Η NSA είναι μία αυτόνομα οργανωμένη υπηρεσία εντός του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας υπό την διεύθυνση του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Άμυνας.

-   Η NSA αφενός μεριμνά για την εκπλήρωση της αποστολής SIGINT των ΗΠΑ, αφετέρου διαθέτει ασφαλή συστήματα επικοινωνίας σε όλα τα τμήματα και τις υπηρεσίες.

-   Οι δραστηριότητες SIGINT της NSA δεν περιλαμβάνουν τη δημιουργία και τη διανομή έτοιμων πληροφοριών. Αυτό υπάγεται στις αρμοδιότητες άλλων τμημάτων και υπηρεσιών

Επίσης, η Οδηγία του Υπουργείου Εθνικής Ασφαλείας του 1971(73) περιγράφει τη δομή της NSA και του CSS.

Σε κατάθεσή του ενώπιον της μόνιμης ειδικής επιτροπής ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 12 Απριλίου 2000(74), ο διευθυντής της NSA Hayden ορίζει τα καθήκοντα της NSA ως εξής:

-   Μέσω ηλεκτρονικής παρακολούθησης συλλέγεται επικοινωνία εξωτερικού για στρατιωτικούς και πολιτικούς σκοπούς

-   η NSA παρέχει πληροφορίες σε αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης σχετικά με τη διεθνή τρομοκρατία, τα ναρκωτικά, την προμήθεια όπλων

-   δεν υπάγεται στα καθήκοντα της NSA η συλλογή όλων των επικοινωνιών

-   η NSA μπορεί να παραδίδει πληροφορίες μόνον σε παραλήπτες εξουσιοδοτημένους από την κυβέρνησης, όχι όμως άμεσα σε αμερικανικές εταιρίες

Σε ένα μνημόνιο του υποναυάρχου του αμερικανικού ναυτικού W.O. Studeman από 8 Απριλίου 1992(75) εξ ονόματος της κυβέρνησης, γίνεται αναφορά στο καθήκον της NSA σε διεθνές επίπεδο, εκτός της υποστήριξης στρατιωτικών επιχειρήσεων.

5.5.2.2.   Αρμοδιότητες των Υπηρεσιών Πληροφοριών (έγγραφο 7)(76)

Από την αμερικανική οδηγία 18 περί σημάτων πληροφοριών (USSID 18) προκύπτει, ότι γίνεται παρακολούθηση καλωδίων και ραδιοσημάτων.

5.5.2.3.   Συνεργασία με άλλες υπηρεσίες (Έγγραφα 2α, 2β)(77)

Στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Πληροφοριών Επικοινωνιών των ΗΠΑ ανήκει εκτός των άλλων η παρακολούθηση όλων των διακανονισμών (“arrangements”) με αλλοδαπές κυβερνήσεις στον τομέα COMINT. Ένα από τα καθήκοντα του διευθυντή της NSA είναι, να διαχειρίζεται όλες τις σχέσεις με αλλοδαπές υπηρεσίες COMINT.

5.5.2.4.   Κατονομασία μονάδων που δρουν σε σταθμούς “ECHELON” (έγγραφα 9, 12)

Στις οδηγίες της NAVSECGRU C5450.48A(78) περιγράφονται η αποστολή, η λειτουργία και ο σκοπός της Naval Security Group Activity (NAVSECGRUACT), η 544η ομάδα πληροφοριών στη Sugar Grove, Δυτική Βιρτζίνια. Εδώ αναφέρεται, ότι μία ιδιαίτερη αρμοδιότητα είναι: η διατήρηση και η λειτουργία ενός σταθμού ECHELON. Επίσης, ως καθήκον αναφέρεται η επεξεργασία πληροφοριών μυστικών υπηρεσιών.

Στο έγγραφο “History of the Air Intelligence Agency – January to 31 December 1994"(79) αναφέρεται στο σημείο “Ενεργοποίηση των μονάδων Echelon” η Υπηρεσία Πληροφοριών της Αεροπορίας (AIA), αποσπάσματα 2 και 3:

Τα έγγραφα δεν παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το τι είναι οι σταθμοί “ECHELON”, τι γίνεται με έναν σταθμό “ECHELON” και τι σημαίνει το ψευδώνυμο ECHELON. Από τα έγγραφα δεν προκύπτει τίποτα σχετικά με τη συμφωνία UKUSA.

5.5.2.5.   Κατονομασία σταθμών (έγγραφα 6, 9, 12 και νέα έγγραφα)

-   Sugar Grove, Δυτική Βιρτζίνια αναφέρεται ως σταθμός SIGINT στις οδηγίες NAVSECGRU C5450.48A(80)

-   Αεροπορική Βάση Misawa, Ιαπωνία, αναφέρεται ως σταθμός SIGINT στην History of the Air Intelligence Agency - January to 31 December 1994(81) και στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(82)

-   Sabana Seca, Πουέρτο Ρίκο, αναφέρεται ως σταθμός SIGINT, ό.π. και στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(83)

-   Γκουάμ, αναφέρεται ως σταθμός SIGINT, ό.π.

-   Yakima, στην πολιτεία Washington, αναφέρεται ως σταθμός SIGINT, ό.π.

-   Fort Meade, Maryland, μία αναφορά COMINT της NSA από το Fort George G. Meade, Maryland από 31 Αυγούστου 1972 αποδεικνύει τις εκεί δραστηριότητες COMINT.(84)

-   Menwith-Hill, Μεγάλη Βρετανία, αναφέρεται στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(85)

-   Bad Aibling, Γερμανία, αναφέρεται στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(86)

-   Medina, Texas, αναφέρεται στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(87)

-   Kunia, Χαβάη, αναφέρεται στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(88)

5.5.2.6.   Προστασία του ιδιωτικού βίου των αμερικανών πολιτών (έγγραφα 7, 7α έως στ, 9, 11,16)

Στις οδηγίες NAVSECGRU C5450.48A ορίζεται, ότι πρέπει να διασφαλίζεται ο ιδιωτικός βίος των πολιτών.(89)

Στα διάφορα έγγραφα αναφέρεται με ποιον τρόπο πρέπει να προστατεύεται ο ιδιωτικός βίος των αμερικανών πολιτών (Baker, General Counsel, NSA, έγγραφο από 9 Σεπτεμβρίου 1992, Οδηγία των ΗΠΑ για τις πληροφορίες από σήματα (USSID) 18, 20 Οκτωβρίου 1980, και διάφορες συμπληρώσεις.) (90)

5.5.2.7.   Ορισμοί (έγγραφα 4, 5α,7)

Η οδηγία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας από 23 Δεκεμβρίου 1971(91) προσφέρει ακριβείς ορισμούς των πληροφοριών από σήματα, των πληροφοριών επικοινωνιών, των ηλεκτρονικών πληροφοριών και των πληροφοριών τηλεπικοινωνιών, όπως επίσης και η οδηγία του Εθνικού Συμβουλίου για την Ασφάλεια Πληροφοριών αριθ. 6 από 17 Φεβρουαρίου1972.(92)

Σύμφωνα με αυτές, COMINT σημαίνει η συλλογή και η επεξεργασία επικοινωνιών εξωτερικού (με ηλεκτρομαγνητικά μέσα) εκτός από την παρακολούθηση και την επεξεργασία μη κρυπτογραφημένης επικοινωνίας, ΜΜΕ, προπαγάνδας, εκτός και αν είναι κρυπτογραφημένα.

5.5.3.   Συγκεφαλαίωση

1.   Ήδη 50 χρόνια πριν, το ενδιαφέρον δεν στρεφόταν μόνον σε πληροφορίες προερχόμενες από τους τομείς της πολιτικής και της ασφάλειας, αλλά αφορούσε και στην επιστήμη και στην οικονομία.

2.   Τα έγγραφα αποδεικνύουν ότι η NSA συνεργάζεται με άλλες υπηρεσίες COMINT.

3.   Τα έγγραφα που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το πώς είναι οργανωμένη η NSA και ποια είναι τα καθήκοντά της, καθώς και ότι υπάγεται στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ουσιαστικά δεν προσφέρουν κάτι περισσότερο από αυτά που μπορεί κανείς να μάθει από την ιστοσελίδα της NSA που είναι προσπελάσιμη από όλους.

4.   Η παρακολούθηση καλωδίων επιτρέπεται.

5.   Η 544η ομάδα πληροφοριών και τα τμήματα 2 και 3 της Υπηρεσίας Πληροφοριών Αεροπορίας συμμετέχουν στη συλλογή πληροφοριών για τις μυστικές υπηρεσίες.

6.   Ο όρος “ECHELON” εμφανίζεται σε ποικίλα συμφραζόμενα.

7.   Οι τοποθεσίες Sugar Grove στη Δυτική Βιρτζίνια, Αεροπορική Βάση Misawa στην Ιαπωνία, Πουέρτο Ρίκο (δηλ. Sabana Seca), Γκουάμ, Yakima στην Πολιτεία Washington αναφέρονται ως σταθμοί SIGINT.

8.   Αναφέρονται και άλλοι σταθμοί στους οποίους έχει δραστηριότητα η Naval Security Group, χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται σταθμοί SIGINT.

9.   Τα έγγραφα παρέχουν πληροφορίες για το πως πρέπει να προστατευθεί ο ιδιωτικός βίος των αμερικανών πολιτών.

Τα έγγραφα δεν αποτελούν απόδειξη, αποτελούν όμως ισχυρές ενδείξεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με άλλες ενδείξεις, επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων.

5.6   Στοιχεία ειδικών συγγραφέων και δημοσιογράφων

Nicky Hager

Στο βιβλίο του Nicky Hager "Secret Powers – New Zealand's role in the international spy network", που δημοσιεύτηκε το 1996, περιγράφεται για πρώτη φορά λεπτομερώς το σύστημα ECHELON. Ο συγγραφέας στηρίζεται σε συνεντεύξεις με περισσότερα από 50 πρόσωπα τα οποία είχαν εργαστεί στη νεοζηλανδική υπηρεσία πληροφοριών GCSB ή συμμετείχαν με άλλο τρόπο σε δραστηριότητες υπηρεσίας πληροφοριών. Ο συγγραφέας αξιοποίησε επίσης πολυάριθμα έγγραφα από εθνικά αρχεία, εφημερίδες και άλλες δημόσια προσπελάσιμες πηγές. Ο Hager στη συνέχεια κατονομάζει το παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης με την ονομασία ECHELON και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του δικτύου ως ECHELON Dictionaries.

Κατά τον συγγραφέα, οι αρχές της συνεργασίας στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA ανάγονται στο 1947, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν, σε συνέχεια της συνεργασίας τους κατά τη διάρκεια του πολέμου, να εξακολουθήσουν από κοινού τις μέχρι τότε δραστηριότητες COMINT σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα κράτη θα συνεργάζονταν με σκοπό τη δημιουργία ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης, διαχωρίζοντας τον απαιτούμενο ειδικό εξοπλισμό και τις σχετικές προκύπτουσες δαπάνες και θα αποκτούσαν από κοινού πρόσβαση στα αποτελέσματα. Στη συνέχεια προσχώρησαν στη συμφωνία UKUSA ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Hager, η παρακολούθηση δορυφορικής επικοινωνίας αποτελεί τον πυρήνα του σημερινού συστήματος. Ήδη τη δεκαετία του 1970 άρχισε η παρακολούθηση μέσω επίγειων σταθμών τις πληροφορίες που διαβιβάζονταν μέσω δορυφόρων Intelsat – του πρώτου παγκοσμίου συστήματος δορυφορικής επικοινωνίας(93). Οι πληροφορίες αυτές ελέγχονταν στη συνέχεια μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, με τη χρήση λέξεων κλειδιών ή διευθύνσεων, προκειμένου να φιλτραριστούν οι ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Αργότερα, η παρακολούθηση επεκτάθηκε και σε άλλους δορυφόρους, π.χ. του Inmarsat(94), που επικεντρωνόταν στις θαλάσσιες επικοινωνίες.

Ο Hager επισημαίνει στο βιβλίο του ότι η παρακολούθηση δορυφορικής επικοινωνίας αποτελεί μόνον ένα, αν και σημαντικό, στοιχείο του συστήματος παρακολούθησης. Ισχυρίζεται ότι πέρα από αυτό υπάρχουν και πολλές άλλες εγκαταστάσεις παρακολούθησης ραδιοαναμεταδόσεων και καλωδίων, οι οποίες όμως είναι λιγότερο τεκμηριωμένες και δυσκολότερο να αποδειχθούν, καθότι, σε αντίθεση με τους επίγειους σταθμούς, δεν διακρίνονται σχεδόν καθόλου. Έτσι, το "ECHELON" καθίσταται συνώνυμο του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης .

Στην κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής στις 24 Απριλίου 2001, ο Hager τόνισε ότι το σύστημα παρακολούθησης δεν είναι παντοδύναμο. Δεδομένου ότι οι πόροι του είναι περιορισμένοι, όσο αποτελεσματικά και αν χρησιμοποιούνται δεν είναι δυνατόν να παρακολουθεί το σύστημα τα πάντα παρά μόνο όσα υπόσχονται σημαντικές πληροφορίες. Επομένως, κατά κανόνα οι στόχοι είναι όσοι έχουν πολιτικό και διπλωματικό ενδιαφέρον. Σε περίπτωση παρακολούθησης για συλλογή οικονομικών πληροφοριών, πρόκειται μάλλον για μακρο-οικονομικού παρά για μικρο-οικονομικού χαρακτήρα.

Σε σχέση με τον τρόπο εργασίας του συστήματος παρακολούθησης, κάθε εταίρος παρέχει τους δικούς του καταλόγους με λέξεις αναζήτησης, με βάση τις οποίες γίνεται η σύλληψη πληροφοριών. Παράλληλα γίνεται αναζήτηση λέξεων-κλειδιών, τις οποίες έχουν εισαγάγει στο σύστημα οι ΗΠΑ μέσω του λεγόμενου "προγράμματος διαχείρισης λεξικού". Ως εκ τούτου, οι βρετανοί δεν έχουν π.χ. κανέναν έλεγχο και δεν γνωρίζουν ποιές πληροφορίες συλλέγονται στο Morwenstow, διότι αυτές μεταβιβάζονται απευθείας στις ΗΠΑ.

Σε σχέση με αυτό, ο Hager υπογράμμισε τον κίνδυνο που μπορούν να αποτελέσουν οι βρετανικοί σταθμοί παρακολούθησης για την ηπειρωτική Ευρώπη. Παραθέτοντας πολλά παραδείγματα, υποστήριξε ότι οι εταίροι της UKUSA κατασκόπευαν στον Ειρηνικό συμμάχους τους και εμπορικούς εταίρους τους. Οι μόνοι που εξαιρούνταν από την κατασκοπεία ήταν οι ίδιοι οι εταίροι της UKUSA. Κατά τον Hager, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες με μεγάλη απροθυμία ενέπλεξαν τις νεοζηλανδικές στην εταιρική σχέση UKUSA, αρνούμενες να συνεργαστούν και να παρακολουθήσουν την ηπειρωτική Ευρώπη. Δεν θα υπήρχε λόγος για τη Μεγάλη Βρετανία να παραιτηθεί από πληροφορίες με ενδιαφέρον για τις υπηρεσίες πληροφοριών της και δεδομένου ότι αυτές ανέκαθεν ήταν μυστικές, η κατασκοπεία στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA δεν θα απέκλειε μια επίσημη πολιτική πίστης απέναντι στην Ευρώπη.

Duncan Campbell

Ο βρετανός δημοσιογράφος Duncan Campbell στις πολυάριθμες δημοσιεύσεις του στηρίζεται στις εργασίες του Hager και του Richelson, καθώς και σε συνομιλίες με πρώην συνεργάτες μυστικών υπηρεσιών και σε άλλες έρευνες. Κατά την άποψή του, το ECHELON είναι το τμήμα εκείνο του παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης το οποίο παρακολουθεί και επεξεργάζεται τις διεθνείς δορυφορικές επικοινωνίες. Κάθε κράτος μέλος διαθέτει υπολογιστές-"λεξικά", που αναζητούν λέξεις-κλειδιά στις πληροφορίες που συλλαμβάνουν.

Στη μελέτη της STOA 2/5 του 1999, η οποία ασχολείται διεξοδικά με την τεχνική πτυχή του ζητήματος, ο Campbell εξηγεί αναλυτικά με ποιόν τρόπο μπορεί να παρακολουθηθεί κάθε μέσο που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση επικοινωνίας . Σε μία από τις τελευταίες του εκθέσεις διευκρινίζει πάντως, ότι και το ECHELON έχει τα όριά του, και ότι η αρχική άποψη, που έλεγε ότι είναι δυνατή μία πλήρης παρακολούθηση, έχει αποδειχθεί λανθασμένη. "Ούτε το ECHELON ούτε το κατασκοπευτικό σύστημα του οποίου αποτελεί μέρος, έχουν τη δυνατότητα αυτή. Δεν υπάρχει άλλωστε ο εξοπλισμός, ο οποίος θα είχε την ισχύ να αναγνωρίσει και να επεξεργαστεί το περιεχόμενο κάθε γλωσσικού μηνύματος ή κάθε τηλεφωνικής κλήσης." (95)

Στην κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής στις 22 Ιανουαρίου 2001, ο Campbell εξέφρασε την άποψη ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες πληροφοριών τους προκειμένου να βοηθήσουν αμερικανικές επιχειρήσεις στην εξασφάλιση συμβάσεων. Οι χρήσιμες πληροφορίες διαβιβάζονται μέσω της CIA με τη βοήθεια του Advocacy Center και του Office of Executive Support στο Υπουργείο Εμπορίου. Προς τεκμηρίωση της άποψής του, παρέθεσε έγγραφα από τα οποία προκύπτει η χρήση του Advocacy Center προς όφελος αμερικανικών επιχειρήσεων, πληροφορίες οι οποίες άλλωστε κατά μέγα μέρος βρίσκονται και στην ιστοσελίδα του Advocacy Center.(96) Το ότι η επιτυχία του Advocacy Center οφείλεται σε παρακολούθηση, είναι απλή εικασία και δεν συνάγεται από αποδείξεις.

Στην κατάθεσή του ο Campbell υπογράμμισε ότι οι δυνατότητες παρακολούθησης πολλών ευρωπαϊκών κρατών έχουν αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, όπως π.χ. της Ελβετίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας. Παρατηρείται επίσης αύξηση της διμερούς και πολυμερούς συνεργασίας στον τομέα των υπηρεσιών πληροφοριών.

Jeff Richelson

Ο αμερικανός συγγραφέας Jeffrey Richelson, πρώην μέλος των Εθνικών Αρχείων Ασφαλείας, κατέστησε προσπελάσιμα στο διαδίκτυο16 πρώην διαβαθμισμένα έγγραφα, που δίνουν μία επισκόπηση στη δημιουργία, ανάπτυξη, διοίκηση και εντολή της NSA (National Security Agency).(97)

Πέραν αυτού έχει συγγράψει διάφορα βιβλία και άρθρα σχετικά με δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ. Στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1985 "The Ties That Bind"(98) περιγράφει εκτεταμένα τη σύσταση της συμφωνίας UKUSA και τις δραστηριότητες των εις αυτή τη συμφωνία συμμετεχουσών μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Καναδά, Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας.

Στο εκτενέστατο βιβλίο του "The U.S. Intelligence Community"(99) του 1999, δίδει μία επισκόπηση όσον αφορά τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ, περιγράφει τις οργανωτικές δομές των υπηρεσιών, τις μεθόδους τους συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών. Στο κεφάλαιο 8 του βιβλίου εξετάζει λεπτομερειακά το δυναμικό SIGINT των υπηρεσιών πληροφοριών και περιγράφει ορισμένους επίγειους σταθμούς. Στο κεφάλαιο 13 περιγράφει τις σχέσεις των ΗΠΑ προς άλλες υπηρεσίες πληροφοριών, μεταξύ άλλων τη Συμφωνία UKUSA.

Στο άρθρο του, "Desperately seeking Signals"(100), που δημοσιεύθηκε το 2000, εκθέτει σε συντομία το περιεχόμενο της συμφωνία UKUSA, αναφέρει δορυφορικές εγκαταστάσεις παρακολούθησης για επικοινωνιακούς δορυφόρους και παρουσιάζει τις δυνατότητες και τα όρια της παρακολούθησης μη στρατιωτικής επικοινωνίας.

James Bamford

Ο αμερικανός συγγραφέας James Bamford, ο οποίος στηρίζει επίσης τις εργασίες του σε αρχειακές έρευνες και σε συνεντεύξεις με πρώην συνεργάτες των υπηρεσιών πληροφοριών, ήταν ένας από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με τις δραστηριότητες SIGINT της NSA. Ήδη από το 1982 εξέδωσε το βιβλίο "The Puzzle Palace"(101), στο κεφάλαιο 8 του οποίου, με τίτλο "Εταίροι", περιγράφει αναλυτικά τη συμφωνία UKUSA. Στο νέο του βιβλίο "Body of Secrets"(102), στο οποίο αναπτύσσει περαιτέρω τις αποκαλύψεις που περιέχονται στο "Puzzle Palace", το δίκτυο υπολογιστών το οποίο συνδέει τις υπηρεσίες πληροφοριών ονομάζεται "Plattform". Ο όρος ECHELON χαρακτηρίζει αντιθέτως το λογισμικό που χρησιμοποιείται σε όλους τους σταθμούς, το οποίο επιτρέπει ενιαία επεξεργασία και άμεση πρόσβαση στα δεδομένα.(103) Σε επόμενα κεφάλαια άλλωστε χρησιμοποιεί την ονομασία ECHELON και για το σύστημα παρακολούθησης στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA. .

Στο "Body of Secrets", και μάλιστα στο κεφάλαιο "Μυϊκό σύστημα", που κυρίως μας ενδιαφέρει εδώ, ο Bamford πραγματοποιεί επισκόπηση της ιστορικής εξέλιξης της παρακολούθησης επικοινωνιών από τις ΗΠΑ, καθώς και περιγραφή της ισχύος του συστήματος, του τρόπου λειτουργίας της εταιρικής σχέσης UKUSA και των στόχων της. Τονίζει ότι από συνεντεύξεις με δεκάδες νυν και πρώην υπαλλήλους της NSA προέκυψε ότι η NSA δεν είναι προς το παρόν αναμεμιγμένη σε ανταγωνιστική κατασκοπεία.

Την άποψη αυτή υποστήριξε κατά την ακρόασή του ενώπιον της επιτροπής ECHELON στις 23 Απριλίου 2001. Η εμπλοκή της NSA σε ανταγωνιστική κατασκοπεία θα απαιτούσε σαφή πολιτική απόφαση στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, κάτι το οποίο μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί. Ουδέποτε κατά την εικοσάχρονη ερευνητική του δραστηριότητα συνάντησε αποδείξεις ότι η NSA διαβιβάζει πληροφορίες της σε αμερικανικές επιχειρήσεις, ακόμη και όταν π.χ. παρακολουθεί ιδιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να ελέγξει την τήρηση κάποιου εμπάργκο.

Κατά τη γνώμη του Bamfords το βασικό πρόβλημα για την Ευρώπη δεν είναι κατά πόσον το σύστημα ECHELON υποκλέπτει εμπορικά μυστικά και τα διαβιβάζει σε ανταγωνιστές, αλλά η παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Στο "Body of Secrets" περιγράφει διεξοδικά πώς εξελίχθηκε η προστασία των αμερικανών πολιτών και των άλλων προσώπων που διαμένουν νομίμως στις ΗΠΑ, και ότι για τους λοιπούς "κατοίκους UKUSA" υπάρχουν τουλάχιστον εσωτερικοί περιορισμοί. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι για τα άλλα πρόσωπα δεν υπάρχει καμιά προστασία, ούτε και καμιά υποχρέωση αποκάλυψης δεδομένων και ότι οι δυνατότητες αποθήκευσης στοιχείων της NSA είναι πρακτικά ανεξάντλητες.

Ο Bamford υπογραμμίζει ωστόσο ότι το σύστημα έχει τα όριά του, κάτι που οφείλεται αφενός στο ότι μικρό μόνο τμήμα των διεθνών επικοινωνιών διεξάγεται μέσω δορυφόρων ενώ είναι πολύ δυσκολότερη η παρακολούθηση καλωδίων από οπτικές ίνες, και αφετέρου στο ότι η NSA διαθέτει περιορισμένους μόνο πόρους για την τελική αξιολόγηση, ενώ η ροή επικοινωνιών αυξάνεται διαρκώς, ιδίως μέσω του Ιντερνέτ.

Bo Elkjaer και Kenan Seeberg

Οι δύο Δανοί δημοσιογράφοι Bo Elkjaer και Kenan Seeberg ανέφεραν στις 22 Ιανουαρίου 2001 ενώπιον της Επιτροπής, ότι το ECHELON ήδη κατά την δεκαετία του 1980 είχε εξελιχθεί σημαντικά, και ότι η Δανία, η οποία κατά την τελευταία δεκαετία αύξησε αισθητά τις δυνατότητες παρακολούθησής της, συνεργάζεται με τις ΗΠΑ από το 1984.

Όπως υποστήριξαν ήδη σε άρθρο τους στην Ekstra Bladet,(104) στο οποίο παρουσιάζουν σειρά 25 διαφανειών που προέρχονται από μη κατονομαζόμενο αξιωματικό της 544th Intelligence Group της Air Intelligence Agency, στόχους του ECHELON αποτελούν ακόμη και διάφοροι ΜΚΟ, μεταξύ των οποίων ο Ερυθρός Σταυρός.

5.7    Μαρτυρίες πρώην συνεργατών υπηρεσιών πληροφοριών

5.7.1   Margaret Newsham (πρώην συνεργάτις της NSA)(105)

Η Margaret Newsham υπήρξε από το 1974 μέχρι το 1984 υπάλληλος των εταιριών Ford και Lockheed και εργάστηκε κατά το διάστημα αυτό κατά δήλωσή της για την NSA. Είχε εκπαιδευτεί στο κέντρο της NSA στο Fort George Meade στην πολιτεία των Maryland ΗΠΑ, και είχε τοποθετηθεί από το 1977 έως το1981 στο Menwith Hill, τον αμερικάνικο επίγειο σταθμό σε βρετανικό έδαφος. Εκεί αναφέρει ότι διαπίστωσε, ότι παρακολουθούνταν μία συνομιλία του αμερικανού γερουσιαστή Strohm Thurmond. Ήδη από το 1978, το ECHELON μπορούσε να παρακολουθήσει τις τηλεπικοινωνίες ενός ορισμένου προσώπου, που διαβιβάζονταν μέσω δορυφόρου.

Σε ό,τι αφορά τον δικό της ρόλο στην NSA, αναφέρει ότι ήταν υπεύθυνη για την δημιουργία συστημάτων και προγραμμάτων, τη διάρθρωσή τους και τη θέση τους σε λειτουργία σε μεγάλους υπολογιστές. Όπως ισχυρίζεται, τα λογισμικά προγράμματα ονομάστηκαν SILKWORTH και SIRE, ενώ ECHELON ήταν η ονομασία του δικτύου.

5.7.2   Wayne Madsen (Πρώην συνεργάτης της NSA)

Ο Wayne Madsen(106), πρώην συνεργάτης της NSA, επιβεβαιώνει επίσης την ύπαρξη του ECHELON. Κατά τη γνώμη του, η συλλογή οικονομικών πληροφοριών έχει μέγιστη προτεραιότητα και χρησιμοποιείται προς όφελος αμερικανικών εταιριών. Εκφράζει ιδίως τον φόβο ότι το ECHELON ενδεχομένως παρακολουθεί μη κυβερνητικές οργανώσεις όπως την Διεθνή Αμνηστία ή την Greenpeace. Αναφέρει σχετικά ότι η NSA αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι διέθετε περισσότερες από 1.000 σελίδες με πληροφορίες σχετικά με την Πριγκίπισσα Νταϊάνα, η οποία, με την εκστρατεία της κατά των ναρκών, είχε έλθει σε αντίθεση με την πολιτική των ΗΠΑ.

Στη συνάντησή του με την αντιπροσωπεία της επιτροπής στην Ουάσινγκτον, έδειξε να ανησυχεί ιδιαίτερα για τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει το παγκόσμιο σύστημα κατασκοπείας για την ιδιωτική ζωή των ευρωπαίων πολιτών.

5.7.3   Mike Frost (πρώην συνεργάτης των καναδικών μυστικών υπηρεσιών)

Ο Mike Frost απασχολήθηκε για περισσότερα από 20 χρόνια στην καναδική μυστική υπηρεσία CSE(107). Ο σταθμός παρακολούθησης στη Οτάβα είναι, όπως λεει, μόνον ένα μέρος του παγκόσμιου δικτύου σταθμών κατασκοπείας.(108) Σε μία συνέντευξη στο σταθμό CBS δήλωσε ότι "παντού στον κόσμο, παρακολουθούνται κάθε μέρα από το ECHELON, ένα μυστικό δίκτυο παρακολούθησης της κυβέρνησης, οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, τα ηλεκτρονικά μηνύματα και τα φαξ".(109) Αυτό αφορά και στις επικοινωνίες των πολιτών. Ως παράδειγμα αναφέρει σε μία συνέντευξη με ένα αυστραλιανό κανάλι, ότι η CSE είχε πράγματι καταχωρήσει σε μία τράπεζα δεδομένων για πιθανούς τρομοκράτες το όνομα και τον τηλεφωνικό αριθμό μιας γυναίκας, η οποία σε μία αθώα συζήτηση με έναν φίλο της είχε χρησιμοποιήσει μία διφορούμενη έννοια. Ο υπολογιστής είχε ανακαλύψει, κατά την διερεύνηση επικοινωνιών βάσει λέξεων κλειδιών αυτή την έννοια και είχε επαναλάβει την επικοινωνία, ενώ ο υπεύθυνος ανάλυσης, που δεν ήταν σίγουρος για τι επρόκειτο, καταχώρησε τα προσωπικά στοιχεία της γυναίκας αυτής.(110)

Όπως διατείνεται, οι υπηρεσίες πληροφοριών των χωρών UKUSA αλληλοβοηθούνται και κατασκοπεύοντας η μία για την άλλη, έτσι ώστε να μην μπορεί να κατηγορηθεί τουλάχιστο η εγχώρια υπηρεσία πληροφοριών. Έτσι, η GCHQ παρακάλεσε την καναδική CSE να κατασκοπεύσει για λογαριασμό της δύο άγγλους υπουργούς, όταν η πρωθυπουργός Θάτσερ ήθελε να μάθει αν αυτοί βρίσκονταν με το μέρος της.(111)

5.7.4   Fred Stock (πρώην συνεργάτης των καναδικών μυστικών υπηρεσιών)

Ο Fred Stock εξεδιώχθη, σύμφωνα με όσα δηλώνει ο ίδιος, το 1993 από την καναδική υπηρεσία πληροφοριών CSE, διότι είχε εκφραστεί κατά της μετατόπισης του κέντρου βάρους στις οικονομικές πληροφορίες και τους πολιτικούς στόχους. Ισχυρίζεται ότι η επικοινωνία που προέκυψε από υποκλοπές περιείχε επιχειρηματικές πληροφορίες σχετικά με άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της Βορειοαμερικανικής Ζώνης Ελεύθερου Εμπορίου (NAFTA), αγορά σιτηρών από την Κίνα, γαλλικές πωλήσεις όπλων. Σύμφωνα με τον Stock, η υπηρεσία ελάμβανε συστηματικά και πληροφορίες σχετικά με ενέργειες περιβαλλοντικής διαμαρτυρίας πλοίων της Greenpeace σε ανοιχτή θάλασσα.(112)

5.8    Κυβερνητικές πληροφορίες

5.8.1   Αναφορές από αμερικανική πλευρά

Ο πρώην διευθυντής της CIA James Woolsey δήλωσε σε μία συνέντευξη τύπου,(113) την οποία έδωσε μετά από αίτημα του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, ότι οι ΗΠΑ διενεργούν κατασκοπεία στην ηπειρωτική Ευρώπη. Όμως κατά τα λεγόμενά του, οι "οικονομικές πληροφορίες" (Economic Intelligence) όμως αποκτάται κατά 95% από την αποτίμηση δημοσίως προσιτών πηγών πληροφόρησης, και μόνον το 5% είναι μυστικές πληροφορίες που έχουν υποκλαπεί. Σύμφωνα με τον Woolsey, τα οικονομικά στοιχεία άλλων κρατών αποτελούν αντικείμενο παρακολούθησης μόνον στις περιπτώσεις όπου πρόκειται για την τήρηση κυρώσεων ή για αγαθά διπλής χρήσης, καθώς και σε περιπτώσεις δωροδοκίας κατά την προσκύρωση δημόσιων διαγωνισμών. Οι πληροφορίες αυτές δεν μεταδίδονται όμως περαιτέρω σε αμερικανικές επιχειρήσεις. Ο Woolsey τονίζει ότι ακόμη και αν κατά την κατασκοπεία οικονομικών στοιχείων ανακαλυφθούν οικονομικά αξιοποιήσιμες πληροφορίες, θα ήταν πολύ χρονοβόρο για τους αναλυτές να αναλύσουν σχετικά τον μεγάλο όγκο των υφιστάμενων δεδομένων, και ότι θα συνιστούσε κατάχρηση να αναλώνουν τον χρόνο τους για την κατασκοπεία φίλων εμπορικών εταίρων. Επίσης επισημαίνει ότι, ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, θα ήταν λόγω της διεθνούς διαπλοκής δύσκολο να αποφασιστεί ποιες επιχειρήσεις θα θεωρηθούν αμερικανικές επιχειρήσεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να λάβουν τις πληροφορίες.

5.8.2   Αναφορές από αγγλική πλευρά

Από τις διάφορες επερωτήσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων(114) προκύπτει ότι ο σταθμός της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας στο Menwith Hill ανήκει μεν στο αγγλικό υπουργείο άμυνας, χρησιμοποιείται όμως από το αμερικανικό υπουργείο άμυνας, και ιδίως από την NSA(115), η οποία διορίζει τον διοικητή του σταθμού,(116) ως εγκατάσταση επικοινωνιών.(117) Κατά τα μέσα του 2000, στον σταθμό του Menwith Hill εργάζονταν 415 μέλη του αμερικανικού στρατού, 5 άτομα του στρατού του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και 989 αμερικανοί και 392 άγγλοι πολίτες, χωρίς να συνυπολογίζονται οι παρόντες συνεργάτες της GCHQ.(118) Η παρουσία των αμερικανικών ομάδων ρυθμίζεται από το ΝΑΤΟ και από ειδικές μυστικές(119) συμφωνίες οι οποίες, ενόψει των υφιστάμενων σχέσεων μεταξύ των κυβερνήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ για μία κοινή άμυνα, χαρακτηρίζονται ως προσήκουσες.(120) Ο σταθμός αποτελεί ένα ακέραιο στοιχείο του παγκόσμιου δικτύου του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών, που στηρίζει τα συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.(121)

Στην ετήσια έκθεση 1999/2000 τονίζεται ρητά η αξία, η οποία θα προκύψει από μία στενή συνεργασία βάσει της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου, και η οποία αντικατοπτρίζεται στην ποιότητα των αποτελεσμάτων τω υπηρεσιών πληροφοριών. Ιδίως επισημαίνεται το γεγονός ότι όταν οι εγκαταστάσεις της NSA τέθηκαν για τρεις ημέρες εκτός λειτουργίας, η GCHQ εξυπηρετούσε αμέσως μετά τους βρετανούς πελάτες και τους πελάτες της από τις ΗΠΑ.(122)

5.8.3   Αναφορές από αυστραλιανή πλευρά(123)

Ο Martin Brady, Διευθυντής της αυστραλιανής υπηρεσίας πληροφοριών DSD(124), επιβεβαίωνε σε μία επιστολή προς την εκπομπή "Sunday" του αυστραλιανού τηλεοπτικού σταθμού "Channel 9", ότι υπάρχει μία συνεργασία της DSD με άλλες υπηρεσίες πληροφοριών βάσει της σχέσης UKUSA. Στην ίδια επιστολή τονίζεται ότι όλες οι εγκαταστάσεις των υπηρεσιών πληροφοριών της Αυστραλίας λειτουργούν υπό την επιμέλεια των αυστραλιανών υπηρεσιών ή από κοινού με αμερικάνικες υπηρεσίες. Στις περιπτώσεις στις οποίες οι εγκαταστάσεις χρησιμοποιούνται από κοινού, η αυστραλιανή κυβέρνηση έχει πλήρη γνώση όλων των δραστηριοτήτων και σε όλα τα επίπεδα συμμετέχει αυστραλιανό προσωπικό.(125)

5.8.4   Αναφορές από νεοζηλανδική πλευρά

Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα (5.4.2.2), σε περυσινή δημοσίευση του νεοζηλανδικού Γραφείου του Πρωθυπουργού με θέμα τη διαχείριση της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών και ασφαλείας, γίνεται σαφής μνεία της πενταεθνούς εταιρικής σχέσης μεταξύ ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Καναδά, Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας, καθώς και των πλεονεκτημάτων της για την Νέα Ζηλανδία.(126)

5.8.5   Αναφορές από ολλανδική πλευρά

Στις 19 Ιανουαρίου 2001, ο ολλανδός υπουργός άμυνας παρουσίασε στο ολλανδικό κοινοβούλιο μία έκθεση σχετικά με την τεχνική και την νομική πλευρά της παγκόσμιας παρακολούθησης που διενεργείται με τη βοήθεια σύγχρονων συστημάτων επικοινωνίας.(127) Η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει στην έκθεση αυτή την άποψη ότι, παρότι δεν κατέχει σχετικά ιδία γνώση, βάσει διαθεσίμων πληροφοριών από τρίτους, φαίνεται καθ' όλα πιθανό ότι το δίκτυο ECHELON υπάρχει, όπως και άλλα συστήματα με τις ίδιες δυνατότητες. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έκθεση, η ολλανδική κυβέρνηση συμπεραίνει, ότι η παγκόσμια παρακολούθηση συστημάτων επικοινωνιών δεν περιορίζεται στις χώρες που συμμετέχουν στο σύστημα ECHELON, αλλά ότι διενεργείται και από κυβερνητικές υπηρεσίες άλλων χωρών.

5.8.6   Αναφορές από ιταλική πλευρά

Ο Luigi Ramponi, πρώην διευθυντής της ιταλικής υπηρεσίας πληροφοριών SISMI, σε μία συνέντευξή του στην εφημερίδα "il mondo" δεν αφήνει αμφιβολίες για την ύπαρξη του "ECHELON".(128) Ο Ramponi δηλώνει ρητά, ότι, υπό την ιδιότητά του ως αρχηγός της SISMI, γνώριζε για την ύπαρξη του ECHELON,και ότι από το 1992 ήταν ενήμερος σχετικά με μία μεγάλη δραστηριότητα παρακολούθησης κυμάτων χαμηλής, μεσαίας και υψηλής συχνότητας. Όπως λεει, όταν το 1991 ανέλαβε στην SISMI, κυρίως ασχολούνταν με το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

5.9   Ερωτήσεις προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή

Ήδη στις 17 Φεβρουαρίου 1998 υπεβλήθη από τη βουλευτή Elly Plooij-van Gorsel(129) μια πρώτη αναλυτική ερώτηση προς το Συμβούλιο σχετικά με την έκθεση του STOA και την ύπαρξη παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης των ΗΠΑ στο οποίο φέρεται να συμμετέχει το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και σχετικά με τις συνακόλουθες οποιεσδήποτε ζημίες σε εμπορικά συμφέροντα ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ακολούθησαν πολυάριθμες άλλες ερωτήσεις επί του θέματος.(130) Η προεδρία του Συμβουλίου απάντησε ότι το Συμβούλιο δεν διέθετε καμιά πληροφορία για το θέμα, ότι δεν είχε ανάμιξη σε τέτοια ζητήματα και ότι ως εκ τούτου δεν μπορούσε να δώσει καμιά απάντηση.

Αντιθέτως, οι παρόμοιου περιεχομένου ερωτήσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή(131) απαντήθηκαν. Η Επιτροπή απάντησε ότι το θέμα είχε περιέλθει στη γνώση της αλλά ότι δεν μπορούσε ούτε να επιβεβαιώσει ούτε να αρνηθεί ότι υπάρχει παραβίαση της Συνθήκης ΕΚ από ένα κράτος μέλος.(132) Ωστόσο, η Επιτροπή ανέφερε ότι θα επαγρυπνεί και θα υπερασπίζεται όλα τα κοινοτικά συμφέροντα, και πρόκειται να καταβάλει περαιτέρω προσπάθειες για τη βελτίωση της ασφάλειας των δικτύων δεδομένων της.(133)

Στη σύνοδο ολομελείας της 18ης Σεπτεμβρίου, ο Επίτροπος Bangemann ανέφερε ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες από κράτη μέλη, ούτε από πολίτες ή επιχειρήσεις, ότι το σύστημα παρακολούθησης υφίσταται υπό τη μορφή που αναφέρθηκε. "Εάν υπήρχε το σύστημα αυτό, αυτό φυσικά θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση δικαιωμάτων, των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, καθώς και, εννοείται, προσβολή της ασφάλειας των κρατών μελών. Αυτό είναι σαφέστατο. Τη στιγμή που θα αποδεικνυόταν επίσημα κάτι τέτοιο, το Συμβούλιο θα έπρεπε να αντιδράσει, όπως φυσικά και η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο." Αναφέρθηκε επίσης ότι "η Επιτροπή θα καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να παρακινήσει τα κράτη μέλη να μην αποκτούν παρανόμως πληροφορίες με τον τρόπο αυτό."(134)

5.10    Κοινοβουλευτικές εκθέσεις

5.10.1   Εκθέσεις της μόνιμης εξεταστικής επιτροπής R του Βελγίου

Η μόνιμη εξεταστική επιτροπή R του Βελγίου έχει ήδη λάβει θέση ως προς το θέμα ECHELON σε δύο εκθέσεις της.

Στην έκθεση "Rapport d'activitιs 1999", το 3ο κεφάλαιο ήταν αφιερωμένο στο ερώτημα με ποιον τρόπο αντιδρούν οι βελγικές μυστικές υπηρεσίες στη δυνατότητα παρακολούθησης των επικοινωνιών εκ μέρους ενός υποτιθέμενου συστήματος ECHELOΝ. Η έκθεση, που αποτελείται από σχεδόν 15 σελίδες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι δύο βελγικές υπηρεσίες πληροφοριών Sϋreté de l'Etat ?αι Service gιnéral du Renseignement (SGR) ?άμβαναν πληροφορίες για το ECHELON μόνον μέσω δημοσίων εγγράφων.

Η δεύτερη έκθεση "Rapport complémentaire d'activités 1999" aσχολείται πολύ διεξοδικότερα με το σύστημα ECHELON. Λαμβάνει θέση ως προς τις μελέτες του STOA και αφιερώνει ένα μέρος στην ανάλυση της περιγραφής των βασικών τεχνικών και νομικών προϋποθέσεων για την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών. Η ουσία των συμπερασμάτων της έκθεσης είναι ότι το ECHELON υπάρχει πραγματικά και ότι είναι σε θέση να υποκλέπτει όλες τις πληροφορίες που μεταδίδονται με δορυφόρο (περίπου το 1% του συνόλου των διεθνών συνδιαλέξεων), εφόσον η αναζήτηση γίνεται με λέξεις – κλειδιά, και ότι οι δυνατότητές του ως προς την αποκρυπτογράφηση είναι πολύ μεγαλύτερες από ό,τι παρουσιάζονται από την αμερικανική πλευρά. Ως προς τις δηλώσεις ότι στο Menwith Hill δεν διενεργείται βιομηχανική κατασκοπεία, διατηρούνται αμφιβολίες. Τονίζεται ρητά, ότι είναι αδύνατο να διαπιστωθεί με βεβαιότητα το τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει το ECHELON.

5.10.2    Έκθεση της επιτροπής εθνικής άμυνας της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης

Στη Γαλλία, κατατέθηκε στην Εθνοσυνέλευση από την επιτροπή εθνικής άμυνας μία έκθεση σχετικά με το ζήτημα των συστημάτων παρακολούθησης.(135) Στη συνεδρίαση της 28.11.2000, ο εισηγητής Arthur Paecht παρουσίασε στην Επιτροπή ECHELON του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα πορίσματα της έκθεσης.

Μετά από εκτενή επεξήγηση των διαφόρων πτυχών, ο εισηγητής Arthur Paecht καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι το ECHELON υπάρχει και ότι αποτελεί το μόνο γνωστό υπερεθνικό σύστημα παρακολούθησης. Σύμφωνα με την έκθεση, οι δυνατότητες του συστήματος είναι πραγματικές, έχουν όμως φτάσει τα όριά τους, όχι μόνον επειδή το κόστος της λειτουργίας του δεν είναι πια ανάλογο προς την επικοινωνιακή έκρηξη, αλλά και επειδή πλέον κάποιοι στόχοι προστατεύονται.

Αναφέρεται ότι το σύστημα ECHELON έχει ξεφύγει από τους αρχικούς του στόχους, οι οποίοι συνδέονταν με το πλαίσιο του ψυχρού πολέμου, οπότε δεν είναι πλέον απίθανο οι συλλεχθείσες πληροφορίες να χρησιμοποιούνται για πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς κατά άλλων χωρών του ΝΑΤΟ.

Το ECHELON θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει κίνδυνο για τις θεμελιώδεις ελευθερίες και δημιουργεί σχετικά πολυάριθμα προβλήματα τα οποία χρήζουν μιας κατάλληλης απάντησης. Είναι λάθος να φαντάζεται κανείς ότι οι χώρες μέλη του ECHELON θα παραιτηθούν από τη δραστηριότητά τους. Μάλιστα, υπάρχουν πολλές ενδείξεις για το ότι δημιουργήθηκε ένα νέο σύστημα με νέους εταίρους, προκειμένου να ξεπεραστούν τα όρια του ECHELON με τη βοήθεια νέων μέσων.

5.10.3   Έκθεση της ιταλικής κοινοβουλευτικής επιτροπής υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών και κρατικής ασφαλείας

Στην Ιταλία, η κοινοβουλευτική επιτροπή υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας εκπόνησε έκθεση με τίτλο "Ο ρόλος των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας στην υπόθεση ECHELON"(136), την οποία διαβίβασε στις 19 Δεκεμβρίου 2000 στον Πρόεδρο του ιταλικού κοινοβουλίου.

Τα πορίσματα σχετικά με την ύπαρξη ενός συστήματος ονομαζόμενου ECHELON είναι ασαφή. Σύμφωνα με την έκθεση, "κατά τις ακροάσεις της επιτροπής μάλλον απεκλείσθη το ενδεχόμενο να υπάρχει ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης με αυτό το όνομα που να έχει ιδρυθεί από τα πέντε κράτη της συμφωνίας UKUSA (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και Καναδάς) και που να χρησιμεύει για την παγκόσμια παρακολούθηση επικοινωνιών." Παρόλο ότι ήταν σαφές ότι υπήρχε στενή συνεργασία μεταξύ των αγγλοσαξωνικών χωρών, οι πληροφορίες της επιτροπής δεν της επέτρεπαν να συναγάγει ότι η συνεργασία είχε στόχο τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης ή μάλιστα ενός παγκόσμιου δικτύου παρακολούθησης. Κατά τη γνώμη της επιτροπής ήταν πιθανό η ονομασία ECHELON να αντιστοιχούσε σε ένα στάδιο της τεχνολογικής ανάπτυξης στον τομέα της τεχνικής παρακολούθησης δορυφόρων. Στην έκθεση αναφέρεται σαφώς ότι η ιταλική μυστική υπηρεσία SISMI είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπάρχει ήδη μια μέθοδος για την αυτόματη αναγνώριση λέξεων που εκφωνούνται στο πλαίσιο συνομιλίας και κατά συνέπεια η δυνατότητα στοχοθετημένης παρακολούθησης συνομιλιών που περιέχουν αυτές τις λέξεις-κλειδιά.

6.   Είναι δυνατή η ύπαρξη παγκοσμίων συστημάτων παρακολούθησης;

6.1.   Οι προϋποθέσεις ενός συστήματος τέτοιου είδους

6.1.1   Τεχνικές – γεωγραφικές προϋποθέσεις

Με στόχο την παρακολούθηση διεθνών και, μέσω δορυφόρων, πρώτης γενιάς επικοινωνιών, είναι απαραίτητη η εγκατάσταση σταθμών λήψης στις περιοχές του Ατλαντικού, του Ινδικού Ωκεανού και του Ειρηνικού. Στην νεότερη γενιά δορυφόρων, η οποία επιτρέπει την εκπομπή σε υποπεριοχές, πρέπει να τηρούνται περαιτέρω όροι σχετικά με την γεωγραφική τοποθέτηση σταθμών παρακολούθησης, αν επιδιώκεται η κάλυψη του συνόλου της επικοινωνίας που μεταδίδεται μέσω δορυφόρων.

Ένα ευρύ, διεθνές σύστημα παρακολούθησης είναι υποχρεωμένο να εγκαθιστά τους σταθμούς του εκτός των επικρατειών των χωρών UKUSA.

6.1.2   Πολιτικές – οικονομικές προϋποθέσεις

Η δημιουργία ενός τέτοιου διεθνούς δράσης συστήματος παρακολούθησης πρέπει όμως επιπλέον να επιφέρει οικονομικά και πολιτικά οφέλη στον υπεύθυνο λειτουργίας. Ο επικαρπωτής ή οι επικαρπωτές ενός τέτοιου συστήματος πρέπει να έχουν παγκόσμια οικονομικά, στρατιωτικά ή άλλα συμφέροντα ασφάλειας, ή τουλάχιστο να θεωρούν, ότι ανήκουν στις λεγόμενες παγκόσμιες δυνάμεις. Συνεπώς, ο κύκλος περιορίζεται ουσιαστικά, πέραν από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, στην Κίνα και τις χώρες του G8.

6.2.   Γαλλία

Η Γαλλία διαθέτει και στις τρεις περιοχές που προαναφέρθηκαν δικά της εδάφη, υπηρεσίες και περιφερειακούς οργανισμούς.

Στην περιοχή του Ατλαντικού, ανατολικά του Καναδά βρίσκεται το Σαιν Πιέρ και Μικελόν (65° W / 47° N), βορειοανατολικά της Νοτίου Αμερικής η Γουαδελούπη (61° W / 16° N) και η Μαρτινίκα (60° W / 14° N) και επίσης, στην βορειοανατολική ακτή της Νοτίου Αμερικής, η Γαλλική Γουϊάνα (52° W / 5° N).

Στην περιοχή του Ινδικού Ωκεανού βρίσκονται ανατολικά της Νοτίου Αφρικής η Μαγιότ (45° O / 12° S) και η Ρεουνιόν (55° O / 20° S) καθώς και τελείως νότια τα Γαλλικά Νότια Εδάφη και η Γαλλική Ανταρκτική. Στην περιοχή του Ειρηνικού βρίσκονται η Νέα Καληδονία (165° O / 20° S), Βαλίς και Φουτούνα (176° W / 12° S) καθώς και η Γαλλική Πολυνησία (150° W / 16° S).

Σχετικά με τους πιθανούς σταθμούς της γαλλικής υπηρεσίας πληροφοριών DGSE σε αυτές τις υπερπόντιες περιοχές δεν γνωρίζουμε πολλά. Σύμφωνα με αναφορές γάλλων(137) υπάρχουν σταθμοί στο Kourou της Γαλλικής Γουιάνα καθώς και στην Μαγιότ. Σε σχέση με το μέγεθος των σταθμών, τον αριθμό των δορυφορικών κεραιών και το μέγεθός τους δεν υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία. Υποτίθεται, ότι υπάρχουν επίσης σταθμοί στη Γαλλία στο Domme, κοντά στο Μπορντό, καθώς και στο Alluetts-le-Roi κοντά στο Παρίσι. Ο Jauvert υπολογίζει τον αριθμό των δορυφορικών κεραιών σε 30 συνολικά. Ο συγγραφέας Erich Schmidt-Enboom(138) ισχυρίζεται, ότι και στην Νέα Καληδονία λειτουργεί ένας σταθμός.

Θεωρητικά, και η Γαλλία, η οποία πέρα από τις γεωγραφικές διαθέτει και τις τεχνικές και οικονομικές δυνατότητες, θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία ένα διεθνές σύστημα παρακολούθησης. Ο εισηγητής δεν έχει όμως επαρκείς δημοσιευμένες πληροφορίες προκειμένου να υποστηρίξει κάτι τέτοιο σοβαρά.

6.3.   Ρωσία

Η αρμόδια για την ασφάλεια των επικοινωνιών και για SIGINT ρωσική υπηρεσία πληροφοριών FAPSI (Ομοσπονδιακό Γραφείο Κρατικών Επικοινωνιών και Πληροφοριών, Federalnoye Agentstvo Pravitelstvennoy Svyazi) μαζί με τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, GRU, διατηρεί επίγειους σταθμούς στην Λετονία, το Βιετνάμ και την Κούβα.

Σύμφωνα με τη νομική της βάση, στόχος της FAPSI είναι η συγκέντρωση πληροφοριών στον πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό και επιστημονικοτεχνικό τομέα, για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης και της επιστημονικοτεχνικής και στρατιωτικής προόδου.(139) Ως προς αυτό, ο διευθυντής της FAPSI καθόρισε ως πρωταρχική αποστολή της υπηρεσίας για το1997 τη σύλληψη κρυπτογραφημένων επικοινωνιών εξωτερικού και την παγκόσμια παρακολούθηση.(140)

Στην περιοχή του Ατλαντικού βρίσκεται ο σταθμός της Lourdes στην Κούβα (82°W, 23°N), ο οποίος λειτουργεί από κοινού με την κουβανική υπηρεσία πληροφοριών. Με τον σταθμό αυτό η Ρωσία συγκεντρώνει τόσο στρατηγικές πληροφορίες όσο και στρατιωτικές και εμπορικές επικοινωνίες.(141) Στην περιοχή του Ινδικού Ωκεανού υπάρχουν σταθμοί στη Ρωσία, για τους οποίους δεν έχουμε περαιτέρω πληροφορίες. Ένας άλλος σταθμός στην Skrunda της Λετονίας έκλεισε το 1998.(142) Στην περιοχή του Ειρηνικού υποστηρίζεται ότι υπάρχει ένας σταθμός στην ακτή Cam Ranh Bay του Βόρειου Βιετνάμ. Λεπτομέρειες σχετικά με τους σταθμούς, τον αριθμό και το μέγεθος των κεραιών τους δεν είναι γνωστές.

Πάντως, αν συνυπολογιστούν οι σταθμοί που βρίσκονται στην επικράτεια της Ρωσίας, θα ήταν θεωρητικά εφικτή μία παγκόσμια κάλυψη. Όμως και εδώ οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επαρκούν για βάσιμoυς ισχυρισμούς.

6.4.   Οι υπόλοιπες χώρες της G-8 και η Κίνα

Ούτε οι υπόλοιπες χώρες του της ομάδας G8, ούτε η Κίνα διαθέτουν δικά τους εδάφη ή στενούς συμμάχους στις απαραίτητες περιοχές του κόσμου, ώστε να λειτουργήσουν ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης.

7.   Η συμβατότητα ενός συστήματος παρακολούθησης επικοινωνιών τύπου "ECHELON" με το ευρωπαϊκό δίκαιο

7.1    Διευκρινίσεις ως προς τον προβληματισμό

Η εντολή που έλαβε η Επιτροπή συμπεριλαμβάνει εκτός άλλων και την ρητή ανάθεση του ελέγχου της συμβατότητας ενός συστήματος παρακολούθησης τύπου "ECHELON" με το ευρωπαϊκό δίκαιο.(143) Ιδίως πρέπει να αξιολογηθεί, αν ένα τέτοιο σύστημα είναι συμβατό με τις δύο οδηγίες 95/46 ΕΚ και 97/66 ΕΚ περί προστασίας δεδομένων, καθώς και τα άρθρα 286 συνθήκη ΕΚ και 8 παρ. 2 συνθήκη ΕΕ.

Είναι απαραίτητο, ο έλεγχος να διενεργηθεί βάσει δύο διαφορετικών κριτηρίων. Το ένα κριτήριο είναι η δια τεκμηρίων απόδειξη, όπως αναπτύχθηκε στο κεφάλαιο 5, από την οποία προκύπτει ότι το σύστημα που χαρακτηρίζεται ως "ECHELON" είχε σχεδιαστεί ως σύστημα αναχαίτισης επικοινωνιών, προκειμένου να παρέχει στις αμερικανικές, καναδικές, αυστραλιανές και νεοζηλανδικές μυστικές υπηρεσίες πληροφορίες μέσω της συλλογής και της αξιολόγησης δεδομένων επικοινωνιών. Πρόκειται για ένα κλασσικό κατασκοπευτικό εργαλείο υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού.(144) Έτσι, σε πρώτο στάδιο πρόκειται να ελεγχθεί η συμβατότητα ενός τέτοιου συστήματος υπηρεσιών πληροφοριών με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Παράλληλα, σε μία από τις εκθέσεις της STOA που κατατέθηκε από τον Campbell εγείρεται η κατηγορία ότι γίνεται κατάχρηση του συστήματος αυτού για λόγους ανταγωνιστικής κατασκοπείας, και ότι η οικονομία των ευρωπαϊκών χωρών υπέστη ως εκ τούτου σημαντικές ζημίες. Επίσης, υπάρχουν δηλώσεις του πρώην διευθυντή της CIA R. James Woolsey, ότι οι ΗΠΑ ναι μεν κατασκοπεύουν ευρωπαϊκές εταιρίες, αυτό όμως συμβαίνει μόνον χάριν της δικαιοσύνης στην αγορά, καθώς η ανάθεση των συμβάσεων γίνεται ενδεχομένως, όπως υποστηρίζει, μόνο βάσει δωροδοκίας.(145) Αν είναι αλήθεια ότι τα συστήματα χρησιμοποιούνται για την ανταγωνιστική κατασκοπεία, το ερώτημα της συμβατότητας με το ευρωπαϊκό δίκαιο τίθεται εκ νέου. Για το λόγο αυτό, η δεύτερη αυτή πτυχή θα εξεταστεί ξεχωριστά σε δεύτερο στάδιο.

7.2   Η συμβατότητα ενός συστήματος υπηρεσιών πληροφοριών με το ευρωπαϊκό δίκαιο

7.2.1   Συμβατότητα με το κοινοτικό δίκαιο

Οι δραστηριότητες και τα μέτρα που εφαρμόζονται στην υπηρεσία της κρατικής ασφάλειας ή και της ποινικής δίωξης, καταρχήν δεν εμπίπτουν στο πεδίο ρύθμισης της συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Καθώς η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, σύμφωνα με την αρχή περί περιορισμένων αρμοδιοτήτων, μπορεί να δραστηριοποιείται μόνον εκεί όπου έχει την ανάλογη αρμοδιότητα, εξαίρεσε από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί προστασίας δεδομένων που στηρίζονται στην συνθήκη ΕΚ, ιδίως στο άρθρο 95 (πρώην άρθρο 100Α) της συνθήκης αυτής, τους εν λόγω τομείς. Η οδηγία 95/46/ΕΚ σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(146), καθώς και η οδηγία 97/66/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών(147) "σε καμία περίπτωση δεν εφαρμόζονται όταν πρόκειται για επεξεργασία(148)/δραστηριότητα(149) που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους(συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής ευημερίας, αν η επεξεργασία/δραστηριότητα άπτεται της ασφάλειας της χώρας) και για δραστηριότητές του σε τομείς ποινικού δικαίου". Η ίδια διατύπωση χρησιμοποιήθηκε και στο σχέδιο οδηγίας για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, που κατατέθηκε τότε στο Κοινοβούλιο(150). Συνεπώς, η συμμετοχή ενός κράτους μέλους σε σύστημα παρακολούθησης που τίθεται στην υπηρεσία της κρατικής ασφάλειας δεν μπορεί να αντίκειται στις κοινοτικές οδηγίες περί προστασίας δεδομένων.

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να υπάρχει παραβίαση του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΚ, που επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των περί προστασίας δεδομένων οδηγιών και στην επεξεργασία δεδομένων από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας. Το ίδιο ισχύει για τον Κανονισμό 45/2001 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και για την ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων.(151) Και αυτός ο Κανονισμός εφαρμόζεται μόνον στο βαθμό που τα όργανα ενεργούν μέσα στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ.(152) Προς αποφυγή παρεξηγήσεων πρέπει όμως να τονιστεί στο σημείο αυτό ρητά, ότι ποτέ δεν έχει υποστηριχτεί από καμία πλευρά, ότι τα κοινοτικά όργανα και οι οργανισμοί συμμετέχουν σε σύστημα παρακολούθησης, και ο εισηγητής δεν έχει καμία ένδειξη για κάτι τέτοιο.

7.2.2   Συμβατότητα με το λοιπό ευρωπαϊκό δίκαιο

Για τον τομέα του τίτλου V (Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας) και VI (Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις) δεν υπάρχουν διατάξεις προστασίας δεδομένων αντίστοιχες με εκείνες των κοινοτικών οδηγιών. Εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει επισημανθεί ήδη επανειλημμένως, ότι στον τομέα αυτό η ανάγκη για ανάληψη δράσης είναι επιτακτική.(153)

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου εξασφαλίζονται στους τομείς αυτούς μόνον μέσω των άρθρων 6 και 7, και ιδίως του άρθρου 6 παρ. 2 της συνθήκης ΕΕ, στο οποίο η Ένωση αναλαμβάνει την υποχρέωση να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Έτσι, στην δεσμευτική ισχύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και ιδίως της ΕΣΔΑ, για τα κράτη μέλη (βλ. και κατωτέρω, κεφάλαιο 8) δημιουργείται και μία δεσμευτική ισχύς των θεμελιωδών δικαιωμάτων για την Ένωση, κατά την άσκηση της νομοθετικής και διοικητικής της εξουσίας. Επειδή όμως μέχρι σήμερα δεν υπήρχε σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης κάποια ρύθμιση σχετικά με την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών για λόγους ασφάλειας ή υπηρεσιών πληροφοριών,(154) δεν ανακύπτει προς το παρόν ζήτημα παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 2 της συνθήκης ΕΕ.

7.3   Το ζήτημα της συμβατότητας στην περίπτωση της κατάχρησης του συστήματος για λόγους ανταγωνιστικής κατασκοπείας

Σε περίπτωση, που ένα κράτος μέλος προωθούσε ένα σύστημα παρακολούθησης, το οποίο εκτός των άλλων θα διενεργούσε ανταγωνιστική κατασκοπεία, επιτρέποντας στις δικές του υπηρεσίες πληροφοριών να ενεργούν ανάλογα, ή διαθέτοντας σε ξένες υπηρεσίες πληροφοριών έδαφος της επικράτειάς του για το σκοπό αυτό, θα υπήρχε βεβαίως παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Διότι, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, σύμφωνα με το άρθρο 10 της συνθήκης ΕΚ, να επιδεικνύουν κοινοτική πίστη, ιδίως να απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης. Ακόμη και αν η αναχαίτιση τηλεπικοινωνιών δεν γίνεται προς όφελος της εγχώριας οικονομίας (γεγονός που επίσης θα εξομοιωνόταν με κρατική ενίσχυση, κατά παράβαση του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ), αλλά προς όφελος τρίτων χωρών, μία τέτοια δραστηριότητα θα βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση προς την βασική ιδέα της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που είναι η δημιουργία μιας κοινής αγοράς, καθώς θα συνεπαγόταν τη νόθευση του ανταγωνισμού.

Επίσης, μία τέτοια συμπεριφορά θα σήμαινε, κατά τη γνώμη του εισηγητή, παραβίαση της οδηγίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών(155), καθώς το ζήτημα της εφαρμογής των οδηγιών πρέπει να επιλύεται σύμφωνα με λειτουργικά και όχι με οργανωτικά κριτήρια. Αυτό δεν προκύπτει μόνον από το κείμενο της διάταξης που ρυθμίζει το πεδίο εφαρμογής, αλλά και από το νόημα του νόμου. Αν οι υπηρεσίες πληροφοριών χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους για ανταγωνιστική κατασκοπεία, η δραστηριότητά τους δεν εξυπηρετεί την ασφάλεια ή την ποινική δίωξη, ο σκοπός της όμως θα έχει αλλοιωθεί και συνεπώς δεν θα υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η εν λόγω όμως οδηγία, στο άρθρο 5, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα των επικοινωνιών, ιδίως να απαγορεύουν την παρακολούθηση, την παρακολούθηση και την αποθήκευση καθώς και κάθε άλλη μορφή αναχαίτισης ή παρακολούθησης των επικοινωνιών από άλλα πρόσωπα εκτός των χρηστών. Σύμφωνα με το άρθρο 14, εξαιρέσεις μπορούν να υπάρξουν μόνον όπου είναι απαραίτητες για την ασφάλεια και την άμυνα της χώρας ή για λόγους ποινικής δίωξης. Καθώς η οικονομική κατασκοπεία δεν νομιμοποιεί εξαιρέσεις, σε μία τέτοια περίπτωση θα υπήρχε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.

7.4   Συμπεράσματα

Βάσει των ανωτέρω, σύμφωνα με την παρούσα νομική κατάσταση, ένα σύστημα υπηρεσιών πληροφοριών του τύπου ECHELON δεν μπορεί να βρίσκεται σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό δίκαιο, διότι δεν διαθέτει τα σημεία επαφής με το ευρωπαϊκό δίκαιο που θα ήταν απαραίτητα για να θεωρηθεί μη συμβατό. Αυτό ισχύει όμως μόνον εφόσον το σύστημα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση της κρατικής ασφάλειας με την ευρύτερη έννοια. Αντιθέτως, αν το σύστημα απομακρυνθεί από το σκοπό του και χρησιμοποιηθεί για την ανταγωνιστική κατασκοπεία εις βάρος αλλοδαπών εταιριών, προκύπτει ζήτημα αντίθεσης προς το κοινοτικό δίκαιο. Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος συμμετείχε σε αυτό, θα παραβίαζε το κοινοτικό δίκαιο.

8.   Η συμβατότητα της παρακολούθησης των επικοινωνιών από υπηρεσίες πληροφοριών με το θεμελιώδες δικαίωμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου

8.1   Η παρακολούθηση των επικοινωνιών ως παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής

Κάθε παρακολούθηση επικοινωνίας, ακόμη και η συγκέντρωση δεδομένων από υπηρεσίες πληροφοριών για το σκοπό αυτό(156) αποτελεί σοβαρή παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου. Μόνο τα αστυνομικά κράτη επιτρέπουν απεριόριστη παρακολούθηση του ατόμου. Αντιθέτως, στα κράτη μέλη της ΕΕ, που είναι ώριμες δημοκρατίες, η ανάγκη του σεβασμού του ιδιωτικού βίου από τα κρατικά όργανα, και συνεπώς και από τις υπηρεσίες πληροφοριών, είναι αδιαμφισβήτητη και κατά κανόνα αποτυπώνεται και στα συντάγματα των κρατών μελών. Η ιδιωτική ζωή απολαμβάνει συνεπώς ιδιαίτερης προστασίας, ενώ οι παρεμβάσεις επιτρέπονται μόνον κατόπιν στάθμισης των εννόμων αγαθών και τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας.

Το πρόβλημα αυτό συνειδητοποιούν και οι χώρες UKUSA. Όμως, οι προβλεπόμενες διατάξεις προστασίας αφορούν μόνο τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής των κατοίκων των χωρών αυτών, με αποτέλεσμα ο ευρωπαίος πολίτης κατά κανόνα να μην επωφελείται από αυτές. Έτσι για παράδειγμα, οι διατάξεις του αμερικανικού δικαίου που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις της ηλεκτρονικής παρακολούθησης δεν σταθμίζουν τα κρατικά συμφέροντα μιας εύρυθμης υπηρεσίας πληροφοριών με τα συμφέροντα της αποτελεσματικής εν γένει προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά με την απαιτούμενη προστασία της ιδιωτικής ζωής των προσώπων που χαρακτηρίζονται "US-Persons".(157)

8.2   Η προστασία της ιδιωτικής ζωής δυνάμει διεθνών συμβάσεων

Ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής ως θεμελιώδες δικαίωμα περιλαμβάνεται σε πολλές διεθνείς συνθήκες.(158) Σε παγκόσμιο επίπεδο πρέπει να αναφερθεί ιδίως το “Διεθνές Σύμφωνο περί ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων”(159), το οποίο ψηφίστηκε το 1966 στο πλαίσιο του ΟΗΕ και εγγυάται στο άρθρο 17 την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Στις αποφάσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 41, έχουν υπαχθεί όλες οι χώρες UKUSA στο μέτρο που πρόκειται για αγωγές άλλων χωρών. Ωστόσο το προαιρετικό πρωτόκολλο(160), που επεκτείνει την αρμοδιότητα της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις ατομικές προσφυγές, δεν υπεγράφη από τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα οι ιδιώτες να μην έχουν την δυνατότητα να προσφύγουν, σε περίπτωση παραβίασης του συμφώνου εκ μέρους των ΗΠΑ, ενώπιον της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγινε προσπάθεια να επιτευχθεί ευρωπαϊκή προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων με την κατάρτιση ενός "Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ". Το άρθρο 7 του Χάρτη, που φέρει το τίτλο “Σεβασμός του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου”, αναφέρεται στο ρητό δικαίωμα για σεβασμό των επικοινωνιών.(161) Επίσης, στο άρθρο 8 κατοχυρώνεται το θεμελιώδες δικαίωμα της “προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”. Οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να προστατεύσουν το άτομο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα δεδομένα (αυτοματοποιημένα ή μη) υπόκεινται σε επεξεργασία, γεγονός που συμβαίνει κατά κανόνα στην παρακολούθηση και πάντα στις λοιπές μορφές αναχαίτισης.

Ο Χάρτης δεν έχει περιληφθεί μέχρι τώρα στη Συνθήκη. Για το λόγο αυτό αναπτύσσει δεσμευτική ισχύ μόνο για τα τρία όργανα τα οποία, με την "Πανηγυρική δήλωση" στο περιθώριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Νίκαιας υπήχθησαν σ' αυτόν: Συμβούλιο, Επιτροπή και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτά τα όργανα, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζει ο εισηγητής, δεν εμπλέκονται καθόλου σε δραστηριότητες μυστικών υπηρεσιών. Ακόμη και αν ο Χάρτης θα αποκτήσει την πλήρη ισχύ του μετά την συμπερίληψή του στη Συνθήκη, πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του. Σύμφωνα με το άρθρο 51, ο Χάρτης ισχύει "… στα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης … και στα κράτη μέλη, μόνο όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης." Ο Χάρτης θα εφαρμοζόταν για το λόγο αυτό εν πάση περιπτώσει μέσω της απαγόρευσης αντίθετων προς τον ανταγωνισμό κρατικών ενισχύσεων (βλ. κεφάλαιο 7,7.3).

Το μοναδικό πράγματι αποτελεσματικό μέσο για την πλήρη προστασία της ιδιωτικής ζωής σε διεθνές επίπεδο είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

8.3   Οι ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)

8.3.1   Η σημασία της ΕΣΔΑ στην ΕΕ

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που παρέχει η ΕΣΔΑ, έχει σημασία στο μέτρο που η σύμβαση αυτή έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και συνεπώς αποτελεί ένα ενιαίο ευρωπαϊκό επίπεδο προστασίας. Τα κράτη μέλη της σύμβασης έχουν αναλάβει την διεθνούς δικαίου υποχρέωση, να εγγυώνται τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ και έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στο Στρασβούργο. Οι εκάστοτε εθνικές κυβερνήσεις μπορούν συνεπώς να ελεγχθούν από το ΕΔΔΑ ως προς την τήρηση της ΕΣΔΑ και τα κράτη μέλη της σύμβασης είναι δυνατόν, σε περίπτωση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να καταδικασθούν και να υποχρεωθούν σε καταβολή αποζημίωσης. Πέραν τούτου, η ΕΣΔΑ απέκτησε σημασία επειδή το ΔΕΚ την επικαλέστηκε επανειλημμένως, μαζί με γενικές αρχές του δικαίου των κρατών μελών, στο πλαίσιο του ελέγχου νόμων, προκειμένου να λάβει τις αποφάσεις του. Περαιτέρω, με τη συνθήκη του Άμστερνταμ καθορίστηκε στο άρθρο 6 παρ. 2 της συνθήκης ΕΕ η υποχρέωση της ΕΕ για την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ.

8.3.2   Η τοπική και προσωπική έκταση της προστασίας της ΕΣΔΑ

Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ αποτελούν γενικά ανθρώπινα δικαιώματα και συνεπώς δεν συνδέονται με συγκεκριμένη υπηκοότητα. Παρέχονται σε όλα τα πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία των κρατών της σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αναγνωρίζονται σε κάθε περίπτωση σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας και ότι οποιεσδήποτε τοπικές εξαιρέσεις αποτελούν παραβίαση της σύμβασης. Πέραν τούτου, ισχύουν όμως και εκτός της επικράτειας των κρατών της σύμβασης, εφόσον εκεί ασκείται κρατική εξουσία. Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ έναντι ενός κράτους μέλους της σύμβασης παρέχονται συνεπώς και σε πρόσωπα που βρίσκονται εκτός της επικράτειας, όταν ένα κράτος της σύμβασης παρεμβαίνει εκτός της επικράτειάς του στην ιδιωτική τους ζωή(162).

Το τελευταίο σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς η προβληματική των θεμελιωδών δικαιωμάτων εμφανίζει την ιδιαιτερότητα στον τομέα της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών, ότι το κράτος που είναι υπεύθυνο για την παρακολούθηση, ο παρακολουθούμενος και η πραγματική διαδικασία της παρακολούθησης είναι δυνατό να μην συμπίπτουν τοπικά. Αυτό ισχύει ιδίως για τις διεθνείς επικοινωνίες, ενδεχομένως όμως και για εθνικές, όταν η μετάδοση των πληροφοριών οδηγεί μέσω καλωδίων στην αλλοδαπή. Στην περίπτωση των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού, αυτό αποτελεί μάλιστα συνήθη πρακτική. Επίσης δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, κάποιες πληροφορίες προερχόμενες από παρακολούθηση, τις οποίες απέκτησε μία υπηρεσία πληροφοριών, να διαβιβάζονται στη συνέχεια σε άλλες χώρες.

8.3.3   Το επιτρεπτό της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, “ο καθένας έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του”. Η προστασία των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή των τηλεπικοινωνιών δεν αναφέρεται ρητά, σύμφωνα όμως με τη νομολογία του ΕΔΔΑ εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του άρθρου 8 διαμέσου των όρων “ιδιωτική ζωή” και “αλληλογραφία”.(163) Το πεδίο προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος εκτείνεται εν προκειμένω όχι μόνον στο περιεχόμενο της επικοινωνίας, αλλά και στην εγγραφή εξωτερικών δεδομένων της συνδιάλεξης. Αυτό σημαίνει, ότι ακόμη και αν η υπηρεσία πληροφοριών καταγράψει δεδομένα όπως είναι ο χρόνος και η διάρκεια της συνδιάλεξης καθώς και τους τηλεφωνικούς αριθμούς που επιλέγονται, αυτό αποτελεί επέμβαση στην ιδιωτική ζωή.(164)

Το θεμελιώδες δικαίωμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ δεν παρέχεται απεριόριστα. Μπορεί να υπάρξουν επιτρεπτές παραβιάσεις του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, εφόσον έχουν νομική βάση στο εγχώριο δίκαιο.(165) Το δίκαιο πρέπει να είναι προσιτό σε όλους και οι συνέπειές του πρέπει να είναι προβλέψιμες.(166)

Τα κράτη μέλη δεν έχουν απόλυτη διακριτική ευχέρεια κατά τις παρεμβάσεις αυτές. Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ επιτρέπει παρεμβάσεις μόνον για την πραγματοποίηση των σκοπών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ήτοι κυρίως την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, την αποτροπή αξιόποινων πράξεων, αλλά και την οικονομική ευημερία της χώρας(167), γεγονός που δεν δικαιολογεί την οικονομική κατασκοπεία, καθώς επιτρέπονται μόνον παρεμβάσεις που "είναι αναγκαίες σε μία δημοκρατική κοινωνία". Για κάθε παρέμβαση πρέπει να επιλέγεται το καταλληλότερο για την επίτευξη του σκοπού μέσο, και επίσης πρέπει να υφίστανται επαρκείς εγγυήσεις για την αποτροπή ενδεχόμενης κατάχρησης.

8.3.4   Η σημασία του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για την δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών

Για τις υπηρεσίες πληροφοριών που επιθυμούν τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι γενικές αρχές που προαναφέρθηκαν σημαίνουν τα εξής: Όταν για τη διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας κρίνεται αναγκαία η εξουσιοδότηση των υπηρεσιών πληροφοριών ώστε να αναχαιτίσουν το περιεχόμενο τηλεπικοινωνιών ή τουλάχιστο στοιχείων που αφορούν στη σύνδεση, αυτό πρέπει να αποτυπώνεται στο εσωτερικό δίκαιο και η ρύθμιση πρέπει να είναι δημοσίως προσβάσιμη. Οι συνέπειες αυτού πρέπει να είναι προβλέψιμες για τον καθένα, όμως οι ειδικές απαιτήσεις του τομέα των μυστικών υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνονται σαφώς υπόψη. Έτσι το Δικαστήριο έκρινε σε μία απόφαση σχετικά με τη συμβατότητα μυστικών ελέγχων υπαλλήλων που εργάζονται σε τομείς που αφορούν στην εθνική ασφάλεια, ότι η αξίωση για προβλεψιμότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να είναι η ίδια όπως σε άλλους τομείς.(168) Όμως και εδώ το Δικαστήριο απαίτησε, να παρέχει το δίκαιο τουλάχιστον κάποιες πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις και τους όρους, υπό τους οποίους η κρατική εξουσία επιτρέπεται να προβεί σε μυστικές και συνεπώς εν δυνάμει επικίνδυνες επεμβάσεις στην προσωπική ζωή του ατόμου.(169)

Για την σύμφωνη προς τα ανθρώπινα δικαιώματα δραστηριότητα των μυστικών υπηρεσιών πρέπει να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη, ότι η εθνική ασφάλεια αποτελεί μεν λόγο που την δικαιολογεί, αλλά ο λόγος αυτός υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ στην αρχή της αναλογικότητας: ακόμη και η εθνική ασφάλεια δικαιολογεί παρεμβάσεις μόνον εκεί που αυτές είναι αναγκαίες σε μία δημοκρατική κοινωνία. Ως προς αυτό, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει σαφώς ότι το συμφέρον του κράτους για προστασία της εθνικής του ασφάλειας πρέπει να σταθμίζεται, ως προς την βαρύτητα της παρέμβασης σε σύγκριση με το συμφέρον του ατόμου για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής.(170) Οι παρεμβάσεις δεν περιορίζονται βέβαια στις απολύτως απαραίτητες, αλλά δεν αρκεί να είναι απλώς χρήσιμες ή επιθυμητές(171). Η άποψη ότι η παρακολούθηση κάθε τηλεπικοινωνίας είναι η καλύτερη προστασία από το οργανωμένο έγκλημα, θα προσέκρουσε στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ακόμη και αν κάτι τέτοιο προβλέπονταν στο εσωτερικό δίκαιο.

Επιπλέον πρέπει, λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών, που απαιτεί μυστικότητα και συνεπώς μία ειδική στάθμιση συμφερόντων, να προβλεφθούν ακόμη πιο ισχυρές δυνατότητες ελέγχου. Το Δικαστήριο επισήμανε ρητά, ότι ένα μυστικό σύστημα παρακολούθησης για την διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας εγκυμονεί τον κίνδυνο υπονόμευσης ή κατάργησης της δημοκρατίας υπό την πρόφαση της προστασίας της, και ότι για το λόγο αυτό είναι αναγκαίες κατάλληλες και αποτελεσματικές εγγυήσεις κατά ενδεχόμενων καταχρήσεων.(172) Συνεπώς, η εκ του νόμου νομιμοποιημένη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών είναι σύμφωνη με τα θεμελιώδη δικαιώματα, μόνον όταν το συμβαλλόμενο κράτος της ΕΣΔΑ θεσπίζει επαρκή συστήματα ελέγχου και άλλες εγγυήσεις κατά των καταχρήσεων. Το Δικαστήριο τόνισε εν προκειμένω αναφερόμενο στη δραστηριότητα των μυστικών υπηρεσιών της Σουηδίας, ότι προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην παρουσία βουλευτών στο όργανο που ελέγχει την αστυνομία, καθώς και στην εποπτεία από τον υπουργό δικαιοσύνης, τον κοινοβουλευτικό Διαμεσολαβητή και την επιτροπή δικαιοσύνης της βουλής. Υπό το πρίσμα αυτό φαίνεται προβληματικό το γεγονός, ότι η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και η Ισπανία δεν διαθέτουν δικές τους κοινοβουλευτικές επιτροπές για τον έλεγχο των μυστικών υπηρεσιών(173) και ούτε γνωρίζουν κάποιο σύστημα ελέγχου, αντίστοιχο με αυτό του κοινοβουλευτικού Διαμεσολαβητή των σκανδιναβικών χωρών.(174) Γι αυτό ο εισηγητής χαιρετίζει τις προσπάθειες της επιτροπής άμυνας της γαλλικής εθνοσυνέλευσης για την ίδρυση μιας επιτροπής ελέγχου,(175) πόσο μάλλον καθώς η Γαλλία διαθέτει, από τεχνικής και γεωγραφικής άποψης, σημαντικές δυνατότητες για υπηρεσίες πληροφοριών.

8.4   Η υποχρέωση επαγρύπνησης έναντι της δραστηριότητας ξένων υπηρεσιών πληροφοριών

8.4.1   Ανεπίτρεπτο της παράκαμψης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ με παρέμβαση ξένων υπηρεσιών πληροφοριών

Όπως αναφέρθηκε εκτενώς ανωτέρω, οι χώρες μέλη της σύμβασης πρέπει να πληρούν ένα σύνολο προϋποθέσεων, προκειμένου η δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών τους να είναι σύμφωνη με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Είναι προφανές, ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών δεν μπορούν να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους επικαλούμενος τη δραστηριότητα άλλων υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίες υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές διατάξεις. Στην αντίθετη περίπτωση θα στερούνταν ισχύος η αρχή της νομιμότητας μαζί με τις δύο συνιστώσες της προσβασιμότητας και της προβλεψιμότητας, και η νομολογία του ΕΔΔΑ θα αποδυναμωνόταν ως προς το περιεχόμενό της.

Αφενός, αυτό σημαίνει ότι η ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών επιτρέπεται μόνον υπό περιορισμούς. Μία υπηρεσία πληροφοριών μπορεί να αποκτήσει στοιχεία από μία άλλη, μόνον αν αυτά αποκτήθηκαν υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο της πρώτης. Το πεδίο δράσης που προβλέπεται από τον νόμο δεν μπορεί να διευρυνθεί βάσει συμφωνιών με άλλες υπηρεσίες. Έτσι, μία υπηρεσία πληροφοριών επιτρέπεται να εκτελεί εντολές μιας ξένης υπηρεσίας πληροφοριών σύμφωνα με οδηγίες της δεύτερης μόνον όταν είναι πεπεισμένη για τη συμφωνία με το δικό της εθνικό δίκαιο. Ακόμη και αν οι πληροφορίες προορίζονται για μία άλλη χώρα, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός της καταπάτησης τους θεμελιώδους δικαιώματος λόγω της παρέμβασης.

Αφετέρου, τα κράτη μέλη της ΕΣΔΑ δεν δύνανται να επιτρέπουν τη δραστηριότητα ξένων υπηρεσιών πληροφοριών στην επικράτειά τους, αν υπάρχει υπόνοια ότι η δραστηριότητά τους δεν πληροί τις προϋποθέσεις της ΕΣΔΑ.(176)

8.4.2   Συνέπειες από την ανεχόμενη δραστηριότητα μη ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών στο έδαφος κρατών μελών της ΕΣΔΑ

8.4.2.1   Η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Με τη κύρωση της ΕΣΔΑ, τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να υπαγάγουν την άσκηση της κυριαρχίας τους σε έλεγχο ως προς την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην υποχρέωση αυτή παραιτούμενα από τα κυριαρχικά τους δικαιώματα. Τα κράτη παραμένουν υπεύθυνα για την περιοχή της επικράτειάς τους και συνεπώς ευθύνονται έναντι των υποκείμενων στο ευρωπαϊκό δίκαιο ακόμη και αν η άσκηση της κυριαρχικής εξουσίας γίνεται από κάποιο άλλο κράτος, δια της δραστηριότητας υπηρεσιών πληροφοριών. Το ΕΔΔΑ δέχεται πλέον κατά πάγια νομολογία μία υποχρέωση των κρατών της σύμβασης προς λήψη θετικών μέτρων για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, προκειμένου να μη παραβιαστεί το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ από ιδιώτες (!), δηλαδή ακόμη και σε οριζόντιο επίπεδο, στο οποίο το άτομο δεν βρίσκεται αντιμέτωπο με την κρατική εξουσία, αλλά με ένα άλλο άτομο.(177) Αν το κράτος επιτρέπει σε μία ξένη υπηρεσία πληροφοριών να εργάζεται στο έδαφός του, η ανάγκη προστασίας είναι πολύ μεγαλύτερη, καθώς στην περίπτωση αυτή η κυριαρχική εξουσία ασκείται από μία άλλη αρχή. Εδώ φαίνεται λογικό να υποθέσει κανείς ότι το κράτος πρέπει να μεριμνά για τη συμφωνία της δραστηριότητας των μυστικών υπηρεσιών, που ασκείται στο έδαφός του, με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

8.4.2.2   Συνέπειες για τους σταθμούς

Στο Bad Aibling της Γερμανίας, έχει παραχωρηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έδαφος για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για δορυφορική λήψη. Στο Menwith Hill της Μεγάλης Βρετανίας επιτρέπεται η κοινή χρήση έκτασης γης για τον ίδιο σκοπό. Σε περίπτωση που στους σταθμούς αυτούς μία αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών υποκλέπτει μη στρατιωτικές πληροφορίες ιδιωτών ή επιχειρήσεων προερχόμενων από συμβαλλόμενο κράτος ΕΣΔΑ, ενεργοποιούνται οι υποχρεώσεις εποπτείας που προβλέπονται στην ΕΣΔΑ. Αυτό σημαίνει στην πράξη, ότι η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ως συμβαλλόμενες χώρες της ΕΣΔΑ είναι υποχρεωμένες να εξετάζουν τη συμφωνία της δραστηριότητας των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο καθώς ήδη ορισμένοι εκπρόσωποι ΜΚΟ και του Τύπου έχουν εκφράσει επανειλημμένα τις ανησυχίες τους για τον τρόπο που ενεργεί η NSA.

8.4.2.3   Συνέπειες για υποκλοπές που γίνονται με ξένη εντολή

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, στο Morwenstow της Μεγάλης Βρετανίας η GCHQ αναχαιτίζει σε συνεργασία με την NSA ιδιωτικές επικοινωνίες, οι οποίες παραδίδονται υπό τη μορφή μη επεξεργασμένου υλικού στις ΗΠΑ. Ακόμη και όταν πρόκειται για εργασίες κατ’ εντολή τρίτων ισχύει η υποχρέωση του ελέγχου της εντολής ως προς τη συμφωνία της με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

8.4.2.4   Υποχρέωση ιδιαίτερης μέριμνας όταν πρόκειται για τρίτες χώρες

Προκειμένου για συμβαλλόμενες χώρες της ΕΣΔΑ μπορεί κάθε πλευρά μπορεί να θεωρεί ότι η άλλη τηρεί πράγματι την ΕΣΔΑ. Αυτό ισχύει τουλάχιστο μέχρι να αποδειχτεί ότι μία χώρα της ΕΣΔΑ παραβιάζει συστηματικά ή χρόνια την ΕΣΔΑ. Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, πρόκειται για ένα κράτος που δεν έχει συμβληθεί με την ΕΣΔΑ και ούτε έχει υπαχθεί σε ένα ανάλογο σύστημα ελέγχου. Η δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών του κράτους αυτού ρυθμίζεται με μεγάλη ακρίβεια σε ό,τι αφορά αμερικανούς πολίτες ή πρόσωπα που διαμένουν νόμιμα στις ΗΠΑ. Ως προς την δραστηριότητα της NSAστην αλλοδαπή εφαρμόζονται όμως άλλοι κανόνες, πολλοί από τους οποίους προφανώς είναι ταξινομημένοι και συνεπώς απόρρητοι. Πρόσθετες ανησυχίες δημιουργεί εν προκειμένω το γεγονός, ότι η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών υπόκειται μεν σε έλεγχο από τις επιτροπές του της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, αλλά οι επιτροπές δείχνουν ελάχιστο μόνον ενδιαφέρον για την δραστηριότητα της NSA στο εξωτερικό.

Για το λόγο αυτό φαίνεται σκόπιμο να ζητηθεί από τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο να επανεξετάσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ΕΣΔΑ και να εξαρτήσουν το επιτρεπτό της περαιτέρω δραστηριοποίησης της NSA το έδαφός τους από το αν αυτή βρίσκεται σε συμφωνία με την ΕΣΔΑ. Στο πλαίσιο αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη τρία βασικά σημεία.

1.   Σύμφωνα με την ΕΣΔΑ, η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή επιτρέπεται μόνον όταν στηρίζεται σε νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες είναι δημόσια προσβάσιμες και των οποίων οι συνέπειες είναι προβλέψιμες για τον καθένα. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται μόνον στην περίπτωση που οι ΗΠΑ αποκαλύψουν στους κατοίκους της Ευρώπης τον τρόπο και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες διενεργούν αναγνώριση. Στο βαθμό που υπάρχουν σημεία που δεν συμφωνούν με την ΕΣΔΑ, οι ρυθμίσεις πρέπει να προσαρμοστούν στο ευρωπαϊκό επίπεδο προστασίας.

2.   Σύμφωνα με την ΕΣΔΑ οι παρεμβάσεις δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες, πρέπει δε να επιλεγεί το ηπιότερο μέσο. Για τον ευρωπαίο πολίτη, μία παρέμβαση που έχει ευρωπαϊκή προέλευση πρέπει να θεωρείται ως λιγότερο σημαντική σε σχέση με μία παρέμβαση που έχει αμερικανική προέλευση, καθώς μόνον στην πρώτη περίπτωση παρέχεται πρόσβαση στους εθνικούς βαθμούς δικαιοδοσίας.(178) Για το λόγο αυτό, οι παρεμβάσεις πρέπει να γίνονται, κατά το δυνατό, από τη Γερμανία ή τη Μεγάλη Βρετανία, και, κατά συνέπεια, αυτό πρέπει να συμβαίνει σε κάθε περίπτωση παρεμβάσεων που εξυπηρετούν σκοπούς ποινικής δίωξης. Η αμερικανική πλευρά προσπάθησε επανειλημμένα να δικαιολογήσει την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών επικαλούμενη τη διαφθορά και τη δωροδοκία στην Ευρώπη.(179) Ας επισημανθεί στις ΗΠΑ, ότι όλα τα κράτη της ΕΕ διαθέτουν εύρυθμα συστήματα ποινικού δικαίου. Σε περίπτωση αμφιβολίας, οι ΗΠΑ οφείλουν να αφήσουν την ποινική δίωξη στις φιλοξενούσες χώρες. Αν δεν υπάρχουν αμφιβολίες, η παρακολούθηση πρέπει να θεωρηθεί δυσανάλογη και συνεπώς αντίθετη προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και για το λόγο αυτό ανεπίτρεπτη. Συνεπώς, συμφωνίες με την ΕΣΔΑ θα υπάρχει μόνον αν οι ΗΠΑ περιορίσουν τα δικά τους μέτρα παρακολούθησης σε αυτά που εξυπηρετούν την εθνική τους ασφάλεια και απέχουν από μέτρα παρακολούθησης για σκοπούς ποινικής δίωξης.

3.   Όπως προαναφέρθηκε το ΕΔΔΑ απαιτεί στην νομολογία του για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να υπάρχουν επαρκή συστήματα ελέγχου και εγγυήσεις κατά των καταχρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών από ευρωπαϊκό έδαφος είναι σύμφωνη με τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνον αν οι ΗΠΑ δημιουργήσουν στις περιπτώσεις, στις οποίες αναχαιτίζουν από εκεί επικοινωνίες για σκοπούς της εθνικής τους ασφάλειας, αντίστοιχους αποτελεσματικούς ελέγχους ή αν η NSA υπαχθεί, ως προς την δραστηριότητά της επί ευρωπαϊκού εδάφους, στα ελεγκτικά όργανα της χώρας υποδοχής (δηλαδή σε αυτά της Γερμανίας ή της Μεγάλης Βρετανίας).

Μόνον αν πληρωθούν οι απαιτήσεις που αποτυπώνονται στα τρία αυτά σημεία θα μπορέσει να διασφαλιστεί η συμφωνία με την ΕΣΔΑ του τρόπου δράσης των ΗΠΑ κατά την αναχαίτιση τηλεπικοινωνίας και να διατηρηθεί το ενιαίο επίπεδο προστασίας που εγγυάται η ΕΣΔΑ στην Ευρώπη.

9.   Προστατεύονται οι πολίτες της ΕΕ επαρκώς έναντι της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών;

9.1   Προστασία από τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών: Καθήκον των εθνικών κοινοβουλίων

Επειδή η δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών μπορεί μεν να αποτελέσει μελλοντικά στοιχείο της ΚΕΠΠΑ, όμως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν ακόμη σχετικές ρυθμίσεις σε επίπεδο ΕΕ,(180) η διαμόρφωση της προστασίας έναντι της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί αρμοδιότητα αποκλειστικά των εσωτερικών έννομων τάξεων.

Τα εθνικά κοινοβούλια ασκούν εν προκειμένω μία διττή λειτουργία: Ως νομοθέτες, αποφασίζουν για την ύπαρξη και τις εξουσίες των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς και για τον έλεγχο της δραστηριότητας των υπηρεσιών αυτών. Όπως αναλυτικά αναφέρεται στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα κοινοβούλια οφείλουν κατά την ρύθμιση του ζητήματος του αποδεκτού της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών να σέβονται τους περιορισμούς του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Αυτό σημαίνει ότι οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει να είναι αναγκαίες και αναλογικές και οι συνέπειές τους πρέπει να είναι προβλέψιμες για τον καθένα. Επίσης, πρέπει να δημιουργούνται κατάλληλοι και αποτελεσματικοί μηχανισμοί ελέγχου των υπηρεσιών παρακολούθησης.

Πέραν αυτών, τα εθνικά κοινοβούλια των περισσοτέρων κρατών συνήθως έχουν και ενεργό ρόλο ως εποπτικές αρχές, καθώς ο έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας (και συνεπώς και των υπηρεσιών πληροφοριών) αποτελεί τη δεύτερη “κλασική” λειτουργία του κοινοβουλίου, μετά τη νομοθετική. Ο έλεγχος όμως, συντελείται στα κράτη μέλη της ΕΕ με πολύ διαφορετικούς τρόπους, συχνά δε συνυπάρχουν ταυτόχρονα κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά όργανα.

9.2   Η εξουσία των εθνικών αρχών για την εφαρμογή μέτρων παρακολούθησης

Μέτρα παρακολούθησης από κρατικής πλευράς επιτρέπονται κατά κανόνα σε περιπτώσεις ποινικών διώξεων, για λόγους διασφάλισης της δημόσιας τάξης στο εσωτερικό, καθώς και για λόγους ασφάλειας της χώρας (181) (από εξωτερικούς κινδύνους).

Για σκοπούς ποινικών διώξεων, επιτρέπεται σε όλα τα κράτη μέλη η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, στο βαθμό που υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις για τη διάπραξη ενός (εκάστοτε ιδιαίτερα ενισχυμένου, δηλαδή περιβεβλημένου με υψηλότερο βαθμό απαξίας) ποινικού αδικήματος από συγκεκριμένο πρόσωπο. Λόγω της βαρύτητας της παρέμβασης, απαιτείται προς τούτο δικαστική άδεια,(182) ενώ υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι σχετικά με την επιτρεπόμενη διάρκεια της παρακολούθησης, τον έλεγχό της και την διαγραφή των δεδομένων.

Για τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας στο εσωτερικό της χώρας, η δυνατότητα συλλογής πληροφοριών εκ μέρους του κράτους εκτείνεται και πέραν της ατομικής έρευνας, σε περίπτωση ύπαρξης συγκεκριμένης υποψίας για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Για τον έγκαιρο εντοπισμό εξτρεμιστικών ή ανατρεπτικών κινημάτων, τρομοκρατών ή οργανωμένου εγκλήματος, ο εθνικός νομοθέτης επιτρέπει την πρόσθετη συλλογή πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένα πρόσωπα ή ομάδες. Η συλλογή σχετικών δεδομένων καθώς και η ανάλυσή τους διενεργούνται εν προκειμένω από ειδικές υπηρεσίες πληροφοριών εσωτερικού.

Τέλος, ένα σημαντικό μέρος των μέτρων παρακολούθησης αποτελούν αυτά που εξυπηρετούν σκοπούς κρατικής ασφάλειας. Η επεξεργασία, αξιολόγηση και απεικόνιση σχετικών πληροφοριών που αφορούν σε εξωτερικούς κινδύνους, ανατίθεται κατά κανόνα σε κάποια υπηρεσία πληροφοριών εξωτερικού.(183) Ο στόχος της παρακολούθησης κατά κανόνα δεν είναι μεμονωμένα άτομα, αλλά συνήθως καλύπτονται συγκεκριμένες περιοχές ή συχνότητες. Ανάλογα με τα μέσα και τις έννομες εξουσίες που διαθέτει η εκάστοτε υπηρεσία πληροφοριών εξωτερικού, υπάρχει ένα ευρύ φάσμα μέτρων παρακολούθησης που ξεκινάει από την καθαρά στρατιωτική ραδιοαναγνώριση στην δεκαμετρική περιοχή και φτάνει μέχρι την παρακολούθηση κάθε είδους τηλεπικοινωνιακών επαφών στην αλλοδαπή. Σε μερικά κράτη μέλη, η παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών για λόγους που αφορούν καθαρά τις υπηρεσίες πληροφοριών απαγορεύεται γενικά,(184) ενώ σε άλλα επιτρέπεται εν μέρει υπό την προϋπόθεση της έγκρισής της από μία ανεξάρτητη επιτροπή(185), κατόπιν υπουργικής απόφασης,(186) για κάποιους δε τρόπους επικοινωνίας και χωρίς κανέναν περιορισμό.(187) Οι σχετικά ευρείες εξουσίες κάποιων υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού οφείλονται στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές αποσκοπούν στην παρακολούθηση επικοινωνιών στο εξωτερικό και συνεπώς αφορούν μόνον σε ένα μικρό ποσοστό των πολιτών της εν λόγω χώρας, με συνέπεια να προκαλούνται λιγότερες ανησυχίες.

9.3.   Ο έλεγχος των υπηρεσιών πληροφοριών

Ένας αποτελεσματικός και ενδελεχής έλεγχος είναι σημαντικός για το λόγο ότι αφενός μεν οι υπηρεσίες πληροφοριών εργάζονται μυστικά και η εργασία τους έχει μακροπρόθεσμο προσανατολισμό, δηλαδή το θιγόμενο άτομο συχνά δεν πληροφορείται την γενόμενη παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα ή (ανάλογα με την νομική κατάσταση) και ποτέ, και αφετέρου τα μέτρα παρακολούθησης αφορούν πολλές φορές μεγαλύτερες, μη σαφώς καθορισμένες ομάδες προσώπων, έτσι ώστε το κράτος να μπορεί να αποκτά πολύ γρήγορα έναν πολύ μεγάλο όγκο προσωπικών δεδομένων.

Σε όλα τα όργανα ελέγχου, και ανεξάρτητα από τη μορφή τους, ανακύπτει βεβαίως το πρόβλημα ότι, λόγω του ειδικού χαρακτήρα των μυστικών υπηρεσιών, συχνά δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν πραγματικά όλες οι πληροφορίες διαγράφονται ή αν παρακρατείται ένα μέρος από αυτές. Για το λόγο αυτό, οι κανόνες πρέπει να διαμορφώνονται με ακόμη μεγαλύτερη επιμέλεια. Καταρχήν μπορεί να υποτεθεί ότι υπάρχει ενδελεχής έλεγχος και συνεπώς εγγύηση της νομιμότητας των παρεμβάσεων, καθώς η απόφαση για την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του ανώτατου επίπεδου της διοίκησης, απαιτείται προηγούμενη δικαστική αδεία και επιπλέον, η εφαρμογή των μέτρων ελέγχεται από ανεξάρτητο όργανο. Περαιτέρω, από άποψη δημοκρατίας και κράτους δικαίου, είναι επιθυμητό η εργασία των υπηρεσιών πληροφοριών να υπόκειται στο σύνολό της στον έλεγχο κάποιου κοινοβουλευτικού οργάνου, σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Τα παραπάνω ισχύουν σε μεγάλο βαθμό στην Γερμανία, όπου τα μέτρα παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών σε εθνικό επίπεδο διατάσσονται από τον αρμόδιο ομοσπονδιακό υπουργό. Εκτός από την περίπτωση που μπορεί να γεννηθεί κίνδυνος από την καθυστέρηση, πρέπει να ειδοποιηθεί πριν από την εκτέλεση μία ανεξάρτητη επιτροπή ("G 10-Kommission"(188)), η οποία αποφασίζει για την αναγκαιότητα και το επιτρεπτό του μέτρου. Στις περιπτώσεις όπου η γερμανική υπηρεσία πληροφοριών εξωτερικού (BND) μπορεί να εξουσιοδοτηθεί προς παρακολούθηση μη ενσύρματης τηλεπικοινωνίας φιλτράροντας συγκεκριμένους όρους αναζήτησης, η επιτροπή αποφασίζει και για το επιτρεπτό των όρων αναζήτησης. Επιπλέον, η επιτροπή G-10 είναι επιφορτισμένη να ελέγχει την τήρηση της επιβαλλόμενης από τον νόμο ειδοποίησης των προσώπων στα οποία αφορά το μέτρο, καθώς και να ελέγχει την καταστροφή των δεδομένων που αποκτώνται κατά τον τρόπο αυτό από την BND.

Περαιτέρω, μία κοινοβουλευτική επιτροπή ελέγχου (PKGr)(189), που αποτελείται από 9 μέλη του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου, εποπτεύει τη δραστηριότητα και των τριών γερμανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Η PKGr έχει δικαίωμα γνώσης του φακέλου, ακρόασης συνεργατών των υπηρεσιών πληροφοριών καθώς και επίσκεψης των υπηρεσιών και πληροφόρησης. Οι τελευταίες δικαιούνται να της το αρνηθούν μόνο εάν αυτό επιβάλλεται για λόγους σχετικούς με την πρόσβαση σε πληροφορίες ή για λόγους που άπτονται της προστασίας της προσωπικότητας τρίτων, ή αν αφορά στον πυρήνα της ευθύνης της εκτελεστικής εξουσίας. Οι συνεδριάσεις της PKGr είναι μυστικές, ενώ τα μέλη της υποχρεούνται, ακόμη και μετά την αποχώρησή τους, σε εχεμύθεια. Στα μέσα και στο τέλος της εκλογικής περιόδου, η PKGr υποβάλλει στο γερμανικό ομοσπονδιακό κοινοβούλιο έκθεση σχετικά με την ελεγκτική της δραστηριότητα.

Όμως ένας τέτοιου είδους εμπεριστατωμένος έλεγχος των υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί στα κράτη μέλη την εξαίρεση.

Για παράδειγμα, στη Γαλλία(190), η λήψη μέτρων παρακολούθησης που απαιτούν τη λαθραία διασύνδεση με τα καλώδια, προϋποθέτει άδεια του υπουργού επικοινωνιών. Μόνον αυτά υπάγονται στην εποπτεία της ειδικά συσταθείσας επιτροπής (Εθνική επιτροπή ελέγχου των παρακολούθησης για λόγους ασφαλείας), που αποτελείται από έναν βουλευτή και έναν γερουσιαστή. Η έγκριση ενός μέτρου παρακολούθησης που ζητείται από κάποιον υπουργό ή από εκπρόσωπό του, κοινοποιείται στον πρόεδρο της επιτροπής, ο οποίος, στην περίπτωση αμφιβολιών ως προς τη νομιμότητα μπορεί να απασχολήσει σχετικά την επιτροπή, η οποία με τη σειρά της κάνει συστάσεις και ειδοποιεί, στην περίπτωση που υπάρχουν υπόνοιες για ποινικά κολάσιμες παρανομίες, τις εισαγγελικές αρχές. Τα μέτρα παρακολούθησης που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων και συμπεριλαμβάνουν την παρακολούθηση ραδιοεπικοινωνιών, δηλαδή και τις επικοινωνίες μέσω δορυφόρου, δεν υπόκεινται σε οποιουσδήποτε περιορισμούς και συνεπώς ούτε σε έλεγχο από κάποια επιτροπή.

Ούτε οι εργασίες των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών υπόκεινται σε έλεγχο από κάποια ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή ελέγχου, γίνονται όμως εργασίες προς την κατεύθυνση αυτή. Η επιτροπή άμυνας της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης έχει ήδη κάνει αποδεκτή μία σχετική πρόταση,(191) εκκρεμεί όμως ακόμη η συζήτηση στην ολομέλεια.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε παρακολούθηση επικοινωνίας σε βρετανικό έδαφος απαιτεί έγκριση σε υπουργικό επίπεδο (Υπουργός Εσωτερικών). Η διατύπωση του νόμου δεν καθιστά σαφές αν η άνευ συγκεκριμένου στόχου, ευρεία αναχαίτιση επικοινωνίας, η οποία ελέγχεται βάσει λέξεων κλειδιών, θα ενέπιπτε στον όρο "παρακολούθηση" (interception) που χρησιμοποιείται στο "Νόμο για τη ρύθμιση των εξουσιών έρευνας του 2000" (RIP 2000), αν η αποτίμηση δεν γινόταν επί βρετανικού εδάφους, αλλά η “πρώτη ύλη” διαβιβαζόταν ανεπεξέργαστη στην αλλοδαπή. Ο έλεγχος της τήρησης των διατάξεων της RIP 2000 γίνεται (εκ των υστέρων) από τους λεγόμενους επιτρόπους (Commissioners), πρώην ή εν ενεργεία ανώτερους δικαστικούς που είναι διορισμένοι από τον πρωθυπουργό. Ο αρμόδιος για μέτρα παρακολούθησης επίτροπος (επίτροπος παρακολούθησης) εποπτεύει την χορήγηση αδειών παρακολούθησης και την εξέταση προσφυγών που έχουν σχέση με μέτρα παρακολούθησης. Το δικαστήριο εξουσιών έρευνας, του οποίου προεδρεύει ανώτερος δικαστής, εξετάζει τις προσφυγές που σχετίζονται με μέτρα παρακολούθησης και τη σχετική δραστηριότητα των υπηρεσιών.

Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος διενεργείται από την επιτροπή πληροφοριών και ασφάλειας,(192) η οποία εποπτεύει τη δραστηριότητα και των τριών πολιτικών υπηρεσιών πληροφοριών (MI5, MI6 και GCHQ). Στην επιτροπή αυτή έχει ανατεθεί ιδίως ο έλεγχος των δαπανών και της διοίκησης καθώς και ο έλεγχος του τρόπου δράσης της υπηρεσίας ασφαλείας, της υπηρεσίας πληροφοριών και της GCHQ. Η επιτροπή αποτελείται από 9 μέλη που προέρχονται από την Άνω και Κάτω Βουλή, μεταξύ των οποίων δεν επιτρέπεται να βρίσκεται κάποιος υπουργός. Σε αντίθεση με τις ελεγκτικές επιτροπές άλλων κρατών, οι οποίες κατά κανόνα εκλέγονται από το κοινοβούλιο ή διορίζονται από τον πρόεδρο του κοινοβουλίου, η επιτροπή αυτή διορίζεται από τον Πρωθυπουργό κατόπιν διαβουλεύσεων με τον αρχηγό της αντιπολίτευσης.

Ήδη από τα παραπάνω παραδείγματα καταδεικνύεται ότι το επίπεδο προστασίας διαφέρει σημαντικά από κράτος σε κράτος. Σε ό,τι αφορά στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ο εισηγητής θέλει να επισημάνει ότι η ύπαρξη ειδικών επιτροπών, με αντικείμενο τον έλεγχο της παρακολούθησης που διενεργούν οι υπηρεσίες πληροφοριών, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Και αυτό γιατί οι επιτροπές αυτές διαθέτουν, σε σχέση με τις εκτελεστικές επιτροπές, το πλεονέκτημα ότι απολαμβάνουν της υψηλότερης εμπιστοσύνης των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς τα μέλη τους υποχρεούνται σε εχεμύθεια και οι συνεδριάσεις διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών. Επιπλέον, εξοπλίζονται, προκειμένου για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, με ιδιαίτερα δικαιώματα, πράγμα απαραίτητο για την εποπτεία δραστηριοτήτων του τομέα των πληροφοριών.

Ευχάριστο είναι το γεγονός ότι η πλειοψηφία των κρατών μελών της ΕΕ έχουν συστήσει ειδικές κοινοβουλευτικές επιτροπές ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών. Στο Βέλγιο(193), τη Δανία(194), τη Γερμανία(195), την Ιταλία(196), την Ολλανδία(197) και την Πορτογαλία(198) υπάρχουν κοινοβουλευτικές επιτροπές ελέγχου, οι οποίες είναι αρμόδιες για τον έλεγχο τόσο των στρατιωτικών όσο και των πολιτικών υπηρεσιών πληροφοριών. Στο Ηνωμένο Βασίλειο(199) η ειδική επιτροπή ελέγχου εποπτεύει μόνον τις (πάντως πολύ σημαντικότερες) πολιτικές υπηρεσίες πληροφοριών, ενώ η στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών εποπτεύεται από την κοινή επιτροπή άμυνας. Στην Αυστρία(200), οι δύο κλάδοι της υπηρεσίας πληροφοριών ελέγχονται από δύο διαφορετικές επιτροπές ελέγχου, οι οποίες όμως είναι εξοπλισμένες με τα ίδια δικαιώματα και έχουν την ίδια οργάνωση. Στη Φινλανδία(201) και τη Σουηδία(202) καθήκοντα κοινοβουλευτικού ελέγχου ασκούν οι Διαμεσολαβητές, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι και εκλέγονται από το κοινοβούλιο. Στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και την Ισπανία δεν υπάρχουν ειδικές κοινοβουλευτικές επιτροπές, αλλά τα εποπτικά καθήκοντα ασκούνται στις χώρες αυτές από τις εκτελεστικές επιτροπές στα πλαίσια της εν γένει κοινοβουλευτικής δραστηριότητας.

9.4.   Αξιολόγηση της θέσης του ευρωπαίου πολίτη

Η κατάσταση που επικρατεί στην Ευρώπη εμφανίζεται ελάχιστα ικανοποιητική για τον ευρωπαίο πολίτη. Οι εξουσίες των υπηρεσιών πληροφοριών στον τομέα της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών διαφέρουν σημαντικά ως προς το εύρος τους, το ίδιο δε ισχύει και για τις επιτροπές ελέγχου. Δεν διαθέτουν όλες οι χώρες στις οποίες λειτουργούν υπηρεσίες πληροφοριών, ανεξάρτητες κοινοβουλευτικές επιτροπές ελέγχου που να είναι εξοπλισμένες με τα ανάλογα εποπτικά δικαιώματα. Απέχουμε πολύ από ένα ενιαίο επίπεδο προστασίας.

Αυτό, από ευρωπαϊκή σκοπιά, είναι ακόμη πιο λυπηρό, καθώς η κατάσταση αυτή δεν αφορά τόσο τους πολίτες των ίδιων των χωρών αυτών, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν επιρροή στο επίπεδο προστασίας επιδεικνύοντας ανάλογη εκλογική συμπεριφορά. Οι αρνητικές επιπτώσεις θίγουν κυρίως τους υπηκόους άλλων κρατών, καθώς η περιοχή δράσης των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού από τη φύση της στρέφεται προς την αλλοδαπή. Καθώς έναντι αλλοδαπών συστημάτων το άτομο είναι σχεδόν αβοήθητο, η ανάγκη προστασίας είναι εν προκειμένω ακόμη μεγαλύτερη. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι, λόγω του ειδικού χαρακτήρα των υπηρεσιών πληροφοριών, κάποιοι πολίτες της ΕΕ μπορεί να θίγονται συγχρόνως από την δραστηριότητα περισσοτέρων υπηρεσιών πληροφοριών. Επιθυμητό είναι εδώ ένα ενιαίο επίπεδο προστασίας, το οποίο να ανταποκρίνεται στις δημοκρατικές αρχές. Σε σχέση με αυτό, θα έπρεπε να γίνουν και σκέψεις ως προς το κατά πόσο στον τομέα αυτό είναι δυνατό να εφαρμοστούν διατάξεις περί προστασίας δεδομένων.

Επιπλέον, το ζήτημα της προστασίας του ευρωπαίου πολίτη θα τεθεί σε τελείως νέα βάση όταν στα πλαίσια μιας κοινής πολιτικής ασφαλείας επιχειρηθεί η συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών των κρατών μελών. Τότε, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα είναι αναγκασμένα να θεσπίσουν επαρκείς κανόνες προστασίας. Καθήκον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως υπερασπιστή των αρχών του κράτους δικαίου, θα είναι να πιέσει ώστε να υπάρξει ένας ανάλογος έλεγχος από πλευράς του, ως δημοκρατικά νομιμοποιημένου οργάνου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλείται όμως εν προκειμένω και να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί η εμπιστευτική μεταχείριση τέτοιου είδους ευαίσθητων δεδομένων όπως και άλλων μυστικών εγγράφων διαμέσου μιας επιτροπής ειδικά διαμορφωμένης, της οποίας τα μέλη θα υποχρεούνται να τηρούν εχεμύθεια. Μόνον εφόσον υπάρξουν αυτές οι προϋποθέσεις θα είναι ρεαλιστικό και, ενόψει μίας –απόλυτα αναγκαίας για την ύπαρξη μιας σοβαρής κοινής πολιτικής ασφάλειας- εύρυθμης συνεργασίας των υπηρεσιών πληροφοριών, υπεύθυνο να απαιτηθούν αυτά τα εποπτικά δικαιώματα.

10.   Η προστασία από οικονομική κατασκοπεία

10.1 Η οικονομία ως στόχος κατασκοπείας

Στις οικονομικές επιχειρήσεις υπάρχουν, ως προς την εμπιστευτικότητα, τρία ήδη πληροφοριών. Πρόκειται, πρώτον, για πληροφορίες οι οποίες διαδίδονται όσο το δυνατό ευρύτερα. Σε αυτές ανήκουν οι ενημερωτικές πληροφορίες σχετικά με τα προϊόντα της επιχείρησης (π.χ. ιδιότητες των προϊόντων, τιμές κλπ.) καθώς και διαφημιστικές πληροφορίες, οι οποίες επηρεάζουν την εικόνα της επιχείρησης.

Δεύτερον, υπάρχουν πληροφορίες οι οποίες ούτε προστατεύονται ούτε διαδίδονται με ενεργό τρόπο, διότι δεν έχουν σχέση με την ανταγωνιστική θέση της επιχείρησης. Ως παραδείγματα αναφέρονται η ημερομηνία της εκδρομής του προσωπικού, ο κατάλογος των φαγητών στην καντίνα ή η μάρκα των συσκευών φαξ που χρησιμοποιούνται.

Τέλος, υπάρχουν πληροφορίες οι οποίες προστατεύονται ως εμπιστευτικές. Οι πληροφορίες αυτές προστατεύονται από τους ανταγωνιστές, αλλά και, στην περίπτωση που μια επιχείρηση δεν θέλει να τηρήσει τους νόμους, και από το κράτος (φορολογία, κανόνες εμπάργκο κλπ.). Στα πλαίσια αυτά υπάρχουν διάφοροι βαθμοί προστασίας που φθάνουν μέχρι την αυστηρή εμπιστευτικότητα, π.χ. όταν πρόκειται για τα αποτελέσματα ερευνών πριν από την κατοχύρωση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας ή για την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού(203).

Η κατασκοπεία σχετίζεται στη δεδομένη περίπτωση με την απόκτηση πληροφοριών που τηρούνται από κάποια επιχείρηση ως εμπιστευτικές. Αν ο επιτιθέμενος είναι κάποια ανταγωνιστική επιχείρηση, κάνουμε λόγο για ανταγωνιστική κατασκοπεία (επίσης: εργοστασιακή κατασκοπεία, βιομηχανική κατασκοπεία). Αν ο επιτιθέμενος είναι μία κρατική υπηρεσία πληροφοριών, κάνουμε λόγο για οικονομική κατασκοπεία.

10.1.1 Οι στόχοι της κατασκοπείας αναλυτικά

Τα στρατηγικά δεδομένα, που έχουν σημασία για την κατασκοπεία που στρέφεται προς την οικονομία, μπορούν να ταξινομηθούν κατά κλάδους ή κατά επιχειρησιακούς τομείς.

10.1.1.1   Κλάδοι

Είναι αυτονόητο ότι πληροφορίες προερχόμενες από τους παρακάτω κλάδους είναι υψηλού ενδιαφέροντος: Βιοτεχνολογία, γενετική τεχνολογία, ιατρική τεχνολογία, τεχνολογία περιβάλλοντος, υπολογιστές υψηλής απόδοσης, λογισμικό, οπτοηλεκτρονική, τεχνολογία αισθητήρων και σημάτων, αποθήκη δεδομένων, κεραμική τεχνολογία, κράματα υψηλής απόδοσης, νανοτεχνολογία. Ο κατάλογος δεν είναι πλήρης και μεταβάλλεται άλλωστε συνεχώς, ανάλογα με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Στους τομείς αυτούς, η κατασκοπεία συνίσταται κυρίως στην κλοπή ερευνητικών αποτελεσμάτων ή ειδικών τεχνικών παραγωγής.

10.1.1.2.   Επιχειρησιακοί τομείς

Οι στόχοι κατασκοπευτικής επίθεσης είναι λογικό να βρίσκονται στους τομείς της έρευνας και της ανάπτυξης, των αγορών, του προσωπικού, της παραγωγής, της διανομής, των πωλήσεων, του μάρκετινγκ, των γραμμών παραγωγής και των οικονομικών. Πολλές φορές, η σημασία και η αξία αυτών των δεδομένων υποτιμάται (βλ. κατωτέρω κεφάλαιο 10.1.4)

10.1.2.   Ανταγωνιστική κατασκοπεία

Η στρατηγική θέση μιας επιχείρησης στην αγορά εξαρτάται από την κατάστασή της στους τομείς έρευνας και ανάπτυξης, παραγωγικών διαδικασιών, γραμμών παραγωγής, χρηματοδότησης, μάρκετινγκ, πωλήσεων, διανομής, αγορών και εργατικού δυναμικού(204). Οι πληροφορίες σχετικά με αυτούς τους τομείς έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάθε συνανταγωνιστή στην αγορά, καθώς προσφέρουν στοιχεία για τα σχέδια και τις αδυναμίες και έτσι επιτρέπουν την λήψη στρατηγικών αντιμέτρων.

Ένα μέρος των πληροφοριών αυτών είναι δημόσια προσιτό. Υπάρχουν εξειδικευμένες εταιρίες συμβούλων, οι οποίες συντάσσουν, μέσα σε τελείως νόμιμα πλαίσια, αναλύσεις σχετικά με τον ανταγωνισμό. Μεταξύ τους συγκαταλέγονται και καθιερωμένες εταιρίες όπως η Roland& Berger στη Γερμανία. Στις ΗΠΑ, η συλλογή πληροφοριών για τον ανταγωνισμό (Competitive Intelligence) αποτελεί πλέον ένα από τα βασικά εργαλεία της διοίκησης επιχειρήσεων(205). Μέσα από έναν μεγάλο αριθμό μεμονωμένων πληροφοριών, μία επαγγελματική ανάλυση μπορεί να δημιουργήσει μία σαφή εικόνα της κατάστασης.

Η μετάβαση από την νομιμότητα στην ποινικά κολάσιμη ανταγωνιστική κατασκοπεία εξαρτάται από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την απόκτηση των πληροφοριών. Μόνον αν τα χρησιμοποιούμενα μέσα είναι βάσει της εκάστοτε νομοθεσίας παράνομα θεωρείται αδίκημα η συλλογή των σχετικών πληροφοριών – η σύνταξη καθεαυτή των αναλύσεων δεν είναι ποινικά κολάσιμη. Οι πληροφορίες που είναι ιδιαίτερα σημαντικές για κάποιον ανταγωνιστή φυλάσσονται βέβαια και μπορούν να αποκτηθούν μόνον παράνομα. Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται εν προκειμένω δεν διαφέρουν σε τίποτε από τις συνήθεις μεθόδους της κατασκοπείας που περιγράφονται στο κεφάλαιο 2.

Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία σχετικά με την έκταση της ανταγωνιστικής κατασκοπείας. Ο κρυφός αριθμός είναι, όπως και στην κλασσική κατασκοπεία, πολύ υψηλός. Τα δύο εμπλεκόμενα μέρη (δράστης και θύμα) δεν έχουν κανένα συμφέρον για δημοσιοποίηση. Για τις θιγόμενες εταιρίες, αυτό σημαίνει πάντοτε δημιουργία αρνητικής εικόνας, ενώ οι επιτιθέμενοι βεβαίως δεν έχουν επίσης κανένα συμφέρον για δημοσιοποίηση των δραστηριοτήτων τους. Για το λόγο αυτό μόνον λίγες υποθέσεις φθάνουν ενώπιον των δικαστηρίων.

Παρόλα αυτά, στον τύπο υπάρχουν συχνά άρθρα με θέμα την ανταγωνιστική κατασκοπεία. Ο εισηγητής συζήτησε επίσης το ζήτημα αυτό με μερικούς διευθυντές ασφάλειας μεγάλων γερμανικών επιχειρήσεων(206) και με διοικητικά στελέχη αμερικανικών και ευρωπαϊκών εταιριών. Συνοπτικά, διαπιστώνεται ότι συχνά αποκαλύπτονται δραστηριότητες ανταγωνιστικής κατασκοπίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα.

10.2.   Η ζημία από οικονομική κατασκοπεία

Λόγω του υψηλού κρυφού αριθμού, το μέγεθος της ζημίας που προκαλείται από την ανταγωνιστική/οικονομική κατασκοπεία δεν μπορεί να υπολογιστεί επακριβώς. Σε αυτό προστίθεται το γεγονός ότι ένα μέρος των αναφερόμενων αριθμών είναι, από την φύση των συμφερόντων, υψηλοί. Οι εταιρίες ασφάλειας και οι υπηρεσίες αντικατασκοπίας έχουν ευνόητο συμφέρον να τοποθετούν τη ζημία στο ανώτατο άκρο της ρεαλιστική δυνατής κλίμακας. Παρόλα αυτά, οι αριθμοί δίνουν μία πρώτη εκτίμηση του σχετικού μεγέθους.

Ήδη το 1998, το Ινστιτούτο Max Planck εκτιμούσε το ύψος της ζημίας που προκαλείται στη Γερμανία από οικονομική κατασκοπεία σε τουλάχιστο 8 δισεκατομμύρια γερμανικά μάρκα(207). Ο Klaus-Dieter Matschke, πρόεδρος του συνδέσμου των εταιριών συμβούλων ασφαλείας αναφέρει, επικαλούμενος ειδικούς, ένα ποσό ύψους 15 δισεκατομμυρίων γερμανικών μάρκων ανά έτος. Ο πρόεδρος του ευρωπαϊκού συνδέσμου των Hermann Lutz εκτιμά τη ζημία σε 20 δισεκατομμύρια γερμανικά μάρκα ετησίως. Το FBI(208) αναφέρει για τα έτη 1992/1993 ζημία 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, την οποία υφίσταται η αμερικανική οικονομία από ανταγωνιστική και οικονομική κατασκοπεία. Ο πρώην πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου μυστικών υπηρεσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ κάνει λόγο για ζημίες 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, λόγω διαφυγόντων παραγγελιών και πρόσθετων δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη. Μεταξύ του 1990 και του 1996, το γεγονός αυτό οδήγησε κατά τα λεγόμενά του στην απώλεια 6 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας.(209)

Ουσιαστικά δεν είναι αναγκαίο να γνωρίζει κανείς το ακριβές ύψος της ζημίας. Η υποχρέωση του κράτους να κινείται, με τη βοήθεια της αστυνομίας και των υπηρεσίας αντικατασκοπίας, κατά της ανταγωνιστικής και οικονομικής κατασκοπείας υφίσταται ανεξάρτητα από το ύψος της ζημίας που υφίσταται η εθνική οικονομία. Ούτε για τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο των επιχειρήσεων σχετικά με την προστασία των πληροφοριών και τα αντικατασκοπευτικά μέτρα αποτελούν χρήσιμη βάση οι αριθμοί για το συνολικό ύψος της ζημίας. Κάθε επιχείρηση πρέπει να υπολογίσει για τον εαυτό της την μέγιστη ζημία που δύναται να υποστεί από την παρακολούθηση πληροφοριών, να εκτιμήσει τις πιθανότητες επέλευσης και να συγκρίνει τα με τον τρόπο αυτό εξαχθέντα ποσά με το κόστος ασφάλειας. Το πραγματικό πρόβλημα δεν συνίσταται στην έλλειψη αριθμών σχετικά με το ακριβές ύψος της ζημίας. Πολύ περισσότερο συνίσταται στο ότι, εκτός από τις μεγάλες επιχειρήσεις, σχεδόν κανείς δεν προβαίνει σε τέτοιου είδους αναλύσεις κόστους/ οφέλους και για το λόγο αυτό, η ασφάλεια παραμελείται.

10.3.   Ποιος κατασκοπεύει;

Οι κύριοι εντολείς κατασκοπείας εις βάρος επιχειρήσεων είναι, σύμφωνα με μία μελέτη της εταιρίας οικονομικών Ernest Young LLP(210) σε ποσοστό 39% ανταγωνιστές, σε ποσοστό 19% πελάτες, σε ποσοστό 9% προμηθευτές και σε ποσοστό 7% μυστικές υπηρεσίες. Η κατασκοπεία διενεργείται από συνεργάτες, των ιδιωτικών κατασκοπευτικών επιχειρήσεων, από πληρωμένους πληροφορικούς πειρατές και από επαγγελματίες των μυστικών υπηρεσιών.(211)

10.3.1.   Ίδιοι συνεργάτες (αδικήματα από κατόχους εμπιστευτικών πληροφοριών)

Η ερευνηθείσα βιβλιογραφία, οι σχετικές αναφορές ειδικών στην επιτροπή και οι συζητήσεις του εισηγητή με διευθυντές ασφαλείας και αντικατασκοπευτικές υπηρεσίες οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για κατασκοπεία προέρχεται από απογοητευμένους και ανικανοποίητους συνεργάτες. Αυτοί έχουν, ως εργαζόμενοι στην επιχείρηση, άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες, μπορούν να δελεαστούν με χρήματα και να κατασκοπεύσουν για λογαριασμό των εντολέων τους επιχειρηματικά μυστικά.

Μεγάλους κινδύνους εγκυμονεί η αλλαγή του εργοδότη. Σήμερα δεν χρειάζεται να φωτοτυπηθούν στοίβες χαρτιού, προκειμένου να μεταφερθούν πληροφορίες εκτός της επιχείρησης. Είναι δυνατό να αποθηκευτούν κρυφά σε δισκέτες και να συνοδεύσουν τον συνεργάτη κατά την αλλαγή της θέσης εργασίας στον νέο εργοδότη.

10.3.2 .   Ιδιωτικές εταιρίες κατασκοπείας

Ο αριθμός των εταιριών που ειδικεύονται στην κατασκοπεία δεδομένων αυξάνεται συνεχώς. Στις εταιρίες αυτές εργάζονται και πρώην συνεργάτες υπηρεσιών πληροφοριών. Οι εταιρίες αυτές λειτουργούν συχνά τόσο ως εταιρίες συμβούλων ασφαλείας όσο και ως γραφεία ιδιωτικών αστυνομικών, που προμηθεύουν πληροφορίες κατόπιν εντολής. Κατά κανόνα χρησιμοποιούνται σύννομες μέθοδοι, αν και υπάρχουν εταιρίες που χρησιμοποιούν παράνομες μεθόδους.

10.3.3.   Πληροφορικοί πειρατές

Οι πληροφορικοί πειρατές (χάκερ) είναι ειδικοί στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οι οποίοι με τις γνώσεις τους μπορούν να αποκτήσουν έξωθεν πρόσβαση σε δίκτυα Η/Υ. Την εποχή που δημιουργούνταν ο κύκλος των πληροφορικών πειρατών, επρόκειτο για λάτρεις των υπολογιστών, οι οποίοι διασκέδαζαν παραβιάζοντας τα μέτρα ασφαλείας των συστημάτων υπολογιστών. Σήμερα, τόσο στις υπηρεσίες όσο και στην αγορά, υπάρχουν πληροφορικοί πειρατές που ενεργούν κατόπιν εντολής.

10.3.4.   Υπηρεσίες πληροφοριών

Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, τα καθήκοντα των υπηρεσιών πληροφοριών μετατοπίστηκαν. Νέους τομείς καθηκόντων τους αποτελούν το διεθνές οργανωμένο έγκλημα και αντικείμενα οικονομικής φύσης. (περισσότερα στο κεφάλαιο 10,10.5)

10.4.   Ποιος αποτελεί αντικείμενο κατασκοπείας;

Σύμφωνα με στοιχεία αντικατασκοπευτικών υπηρεσιών και διευθυντών ασφαλείας μεγάλων επιχειρήσεων, στην οικονομική κατασκοπεία χρησιμοποιούνται όλες οι δοκιμασμένες μέθοδοι και τα εργαλεία των μυστικών υπηρεσιών (βλ. κεφάλαιο 2,2.). Οι επιχειρήσεις έχουν όμως πιο ανοιχτές δομές σε σχέση με στρατιωτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πληροφοριών ή κυβερνητικές αρχές. Για το λόγο αυτό, στην οικονομική κατασκοπεία προστίθενται οι παρακάτω κίνδυνοι:

-   Η στρατολόγηση συνεργατών είναι πιο εύκολη, διότι οι δυνατότητες της ασφάλειας των επιχειρήσεων δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτές των αντικατασκοπευτικών εταιριών

-   Η κινητικότητα της θέσης εργασίας οδηγεί στο να μεταφέρονται σημαντικές πληροφορίες με φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Γι’ αυτό, η κλοπή φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών ή η κρυφή αντιγραφή του σκληρού δίσκου μετά από διάρρηξη δωματίων ξενοδοχείου ανήκουν στις βασικές τεχνικές της οικονομικής κατασκοπείας.

-   Η