Διαδικασία : 2006/2133(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0471/2006

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0471/2006

Συζήτηση :

PV 12/03/2007 - 18
CRE 12/03/2007 - 18

Ψηφοφορία :

PV 13/03/2007 - 8.5
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2007)0062

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 294kWORD 277k
21 Δεκέμβριος 2006
PE 380.802v02-00 A6-0471/2006

σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: μια νέα εταιρική σχέση

(2006/2133(INI))

Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων

Εισηγητής: Richard Howitt

ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ/ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, ΈΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: μια νέα εταιρική σχέση

(2006/2133(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τα δύο διεθνώς συμφωνηθέντα και με το μεγαλύτερο κύρος πρότυπα για την εταιρική συμπεριφορά, δηλ. την «τριμερή δήλωση αρχών για τις πολυεθνικές εταιρείες και την κοινωνική πολιτική» της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) και τις «κατευθυντήριες γραμμές για τις πολυεθνικές εταιρείες» του OΟΣΑ, τους κώδικες συμπεριφοράς που συμφωνήθηκαν υπό την αιγίδα διεθνών οργανισμών όπως ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO) και η Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς επίσης τις προσπάθειες που καταβάλλονται στο πλαίσιο της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD) όσον αφορά τις δραστηριότητες επιχειρήσεων σε αναπτυσσόμενες χώρες,

–   έχοντας υπόψη τη Δήλωση της ΔΟΕ για τις θεμελιώδεις αρχές και τα δικαιώματα στην εργασία, της 18ης Ιουνίου 1998, και τη συμφωνία της για τα βασικά πρότυπα εργασίας: κατάργηση της καταναγκαστικής εργασίας (συμβάσεις 29 και 105), ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και δικαίωμα για συλλογική διαπραγμάτευση (συμβάσεις 87 και 98), εξάλειψη της παιδικής εργασίας (σύμβαση 138 και σύμβαση 182) και απάλειψη των διακρίσεων στην απασχόληση (συμβάσεις 100 και 111),

–   έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών, και ιδίως το άρθρο στο οποίο καλούνται τα άτομα και οι φορείς της κοινωνίας να διαδραματίσουν τον ρόλο που τους αρμόζει για τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε παγκόσμιο επίπεδο, το Διεθνές Σύμφωνο του 1966 για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το Σύμφωνο του 1966 για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, τη Σύμβαση του 1979 για την Κατάργηση Κάθε Μορφής Διακρίσεων εις βάρος των Γυναικών, το Σχέδιο Δήλωσης του 1994 των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Αυτόχθονων Πληθυσμών και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού του 1989,

–   έχοντας υπόψη τη σύμβαση του ΟΟΣΑ κατά της δωροδοκίας (1997),

–   έχοντας υπόψη την πρωτοβουλία για την υποβολή εκθέσεων απολογισμού σε παγκόσμιο επίπεδο (Global Reporting Initiative - GRI) που δρομολογήθηκε το 1997(1), και τις αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές της για την υποβολή απολογισμώνν σχετικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη (G3 Sustainability Reporting Guidelines), που δημοσιεύθηκαν στις 5 Οκτωβρίου 2006,

–   έχοντας υπόψη το Παγκόσμιο Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών του Σεπτεμβρίου του 2000,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση, στις 9 Οκτωβρίου 2006, του Παγκόσμιου Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών και της πρωτοβουλίας για την υποβολή εκθέσεων απολογισμού σε παγκόσμιο επίπεδο (GRI) ότι διαμόρφωσαν μια «στρατηγική συμμαχία»,

–   έχοντας υπόψη το σχέδιο προτύπων των Η.Ε. σχετικά με τις ευθύνες των πολυεθνικών ομίλων και λοιπών εμπορικών επιχειρήσεων στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Δεκέμβριος 2003),

–   έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της παγκόσμιας διάσκεψης κορυφής του ΟΗΕ για την βιώσιμη ανάπτυξη που πραγματοποιήθηκε το 2002 στο Γιοχάνεσμπουργκ, και ιδίως την έκκληση για διακυβερνητικές πρωτοβουλίες σχετικά με την υποχρέωση λογοδοσίας των εταιρειών, και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν σε συνέχεια της διάσκεψης κορυφής,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ σχετικά με το έργο της ομάδας του Παγκόσμιου Συμφώνου «Προς παγκόσμιες εταιρικές σχέσεις – Ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των Ηνωμένων Εθνών και όλων των ενδιαφερομένων εταίρων, ιδίως στον ιδιωτικό τομέα» (Towards global partnerships - Enhanced cooperation between the United Nations and all relevant partners, in particular the private sector), της 10ης Αυγούστου 2005 (05-45706 (E) 020905),

–   έχοντας υπόψη τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για τις Επιχειρήσεις και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, την ενδιάμεση έκθεσή του της 22ας Φεβρουαρίου 2006 (E/CN.4/2006/97), και τις περιφερειακές διαβουλεύσεις που πραγματοποίησε στην Μπανγκόκ στις 26-27 Ιουνίου 2006 και στο Γιοχάνεσμπουργκ στις 27-28 Μαρτίου 2006,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 1999 για τις προδιαγραφές της ΕΕ που διέπουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις οι οποίες δρουν σε αναπτυσσόμενες χώρες: προς έναν ευρωπαϊκό κώδικα συμπεριφοράς(2), στο οποίο συνιστά τη δημιουργία ενός πρότυπου ευρωπαϊκού κώδικα συμπεριφοράς που θα υποστηρίζεται από μια Ευρωπαϊκή Πλατφόρμα Επιτήρησης (European Monitoring Platform – EMP),

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Βρυξελλών του 1968, όπως ενσωματώθηκε στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις(3),

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 761/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2001 για την εκούσια συμμετοχή σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου (EMAS)(4),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 2001 για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Πράσινης Βίβλου σχετικά με την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων(5),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 30ής Μαΐου 2002 σχετικά με το πράσινο βιβλίο της Επιτροπής για την προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη(6),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Μαΐου 2003 σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: μια συνεισφορά των επιχειρήσεων στη βιώσιμη ανάπτυξη(7),

–   έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής της 30ής Μαΐου 2001 σχετικά με τη λογιστική καταχώριση, την εκτίμηση και τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών πτυχών στους ετήσιους λογαριασμούς και στις ετήσιες εκθέσεις των εταιρειών (κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2001) 1495)(8),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με τίτλο «Προαγωγή βασικών κανόνων εργασίας και βελτίωση της κοινωνικής διαχείρισης στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης»(9),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 2003 σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη(10),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Διακυβέρνηση και ανάπτυξη» (COM(2003)0615),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ενοποιημένους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών, τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων(11),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών(12),

–   έχοντας υπόψη την τελική έκθεση και τις συστάσεις του ευρωπαϊκού πολυμερούς φόρουμ για την εταιρική κοινωνική ευθύνη της 29ης Ιουνίου 2004, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης 7 που υποστηρίζει την ανάληψη δράσης για τη δημιουργία του κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής «Η κοινωνική διάσταση της παγκοσμιοποίησης – Η συμβολή των πολιτικών της ΕΕ για να υπάρξουν οφέλη για όλους» (COM(2004)0383),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2005 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την παραπλανητική διαφήμιση, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές»)(13),

–   έχοντας υπόψη το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 22ας και της 23ης Μαρτίου 2005 που ενεργοποίησε εκ νέου τη στρατηγική της Λισαβόνας επικεντρώνοντας αυτή την εταιρική σχέση μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών στη «Συνεργασία για την οικονομική μεγέθυνση και την απασχόληση»,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Ιουλίου 2005 σχετικά με την εκμετάλλευση των παιδιών και την παιδική εργασία στις αναπτυσσόμενες χώρες(14),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση της στρατηγικής για την αειφόρο ανάπτυξη – Πλαίσιο δράσης (COM(2005)0658), και την ανανεωμένη στρατηγική της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη, η οποία εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 9 Ιουλίου 2006,

–   έχοντας υπόψη την «Ευρωπαϊκή συναίνεση για την ανάπτυξη» που υπέγραψαν η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 20 Δεκεμβρίου 2005,

–   έχοντας υπόψη το νέο σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων (ΣΓΠ+), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2006, το οποίο προσφέρει πρόσβαση χωρίς δασμούς ή μείωση των δασμών σε αυξημένο αριθμό προϊόντων και περιλαμβάνει επίσης ένα νέο κίνητρο για ευάλωτες χώρες με συγκεκριμένες εμπορικές, οικονομικές ή αναπτυξιακές ανάγκες,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής «Προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους - Η συμβολή της Ένωσης στην εφαρμογή της ατζέντας της αξιοπρεπούς εργασίας στον κόσμο» (COM(2006)0249),

–   έχοντας υπόψη την πράσινη βίβλο «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη διαφάνεια» της 3ης Μαΐου 2006,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 6ης Ιουλίου 2006 σχετικά με το δίκαιο εμπόριο και την ανάπτυξη(15),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Εκσυγχρονισμός του εταιρικού δικαίου και ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση – ένα πρόγραμμα για την επίτευξη προόδου» (σχέδιο δράσης της ΕΕ για την εταιρική διακυβέρνηση) (COM(2003)0284),

–   έχοντας υπόψη την ακρόαση με τίτλο «Εταιρική κοινωνική ευθύνη – υπάρχει μια ευρωπαϊκή προσέγγιση;» που διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 5 Οκτωβρίου 2006,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A6-0471/2006),

Α. εκτιμώντας ότι οι εταιρείες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις δημόσιες αρχές όταν οι τελευταίες αδυνατούν να ασκήσουν έλεγχο όσον αφορά τη συμμόρφωση με κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα,

1.  έχει την πεποίθηση ότι η αυξανόμενη κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη των επιχειρήσεων, που συνδέεται με την αρχή της υποχρέωσης λογοδοσίας των εταιρειών, αποτελεί ουσιώδη συνιστώσα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την αειφόρο ανάπτυξη και της αντιμετώπισης των κοινωνικών προκλήσεων της οικονομικής παγκοσμιοποίησης·

2.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής δίνει νέα ώθηση στον διάλογο για την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ) στην ΕΕ, αλλά επισημαίνει τις ανησυχίες που εξέφρασαν ορισμένοι εκ των κυρίων ενδιαφερομένων παραγόντων σχετικά με την έλλειψη διαφάνειας και ισορροπίας στις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν της δημοσίευσης·

3.  αναγνωρίζει ότι παραμένει ανοικτός ο διάλογος μεταξύ των διαφορετικών ομάδων ενδιαφερομένων για έναν κατάλληλο ορισμό της ΕΚΕ και ότι η έννοια του «μη περιορισμού στη συμμόρφωση» παρέχει πιθανώς σε ορισμένες εταιρείες τη δυνατότητα να επικαλούνται κοινωνική ευθύνη ενώ την ίδια στιγμή παραβιάζουν την τοπική ή τη διεθνή νομοθεσία· πιστεύει ότι η παροχή βοήθειας από την ΕΕ σε κυβερνήσεις τρίτων χωρών για την εφαρμογή κοινωνικών και περιβαλλοντικών κανόνων σύμφωνων προς τις διεθνείς συμβάσεις, μαζί με αποτελεσματικά συστήματα εποπτείας, αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα για την προαγωγή της ΕΚΕ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων παγκοσμίως·

4.  πιστεύει ότι οι πολιτικές ΕΚΕ πρέπει να προωθούνται αυτόνομα και όχι ως υποκατάστατο κατάλληλης ρύθμισης σε σχετικούς τομείς, ούτε ως μια συγκαλυμμένη προσέγγιση θέσπισης τέτοιας νομοθεσίας· ζητεί να αποδεσμευθεί ο διάλογος για την ΕΚΕ σε ευρωπαϊκό επίπεδο από το δίλημμα «εθελοντική ή υποχρεωτική προσέγγιση», υιοθετώντας εκ νέου την ουσιαστικά εθελοντική προσέγγιση, παρέχοντας όμως τη δυνατότητα –χωρίς επιβολή υποχρέωσης– για έρευνα βασισμένη σε σαφείς κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους, χωρίς να αποκλείει την περαιτέρω συζήτηση και έρευνα για δεσμευτική ανάληψη υποχρεώσεων·

5.  σημειώνει ότι ο πολλαπλασιασμός των εθελουσίων πρωτοβουλιών ΕΚΕ θα μπορούσε να εκληφθεί ως φραγμός στην υιοθέτηση πολιτικών ΕΚΕ από περισσότερες εταιρείες, ιδίως από μικρές επιχειρήσεις, καθώς και ως αντικίνητρο για να επιδιώξουν οι εταιρείες πιο αξιόπιστες δράσεις ΕΚΕ, ενώ συγχρόνως να καταδεικνύει τη σημασία που αποδίδεται σε αυτές και την ανάγκη δημιουργίας κινήτρων για πιο φιλόδοξες πολιτικές ΕΚΕ· καλεί την Επιτροπή πρέπει να προωθήσει τη διάδοση των ορθών πρακτικών που προκύπτουν από εθελούσιες πρωτοβουλίες ΕΚΕ, πιστεύει δε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει επίσης το ενδεχόμενο κατάρτισης ενός καταλόγου κριτηρίων τα οποία θα πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις όταν ισχυρίζονται ότι είναι υπεύθυνες·

6.  πιστεύει ότι η αξιοπιστία εθελοντικών πρωτοβουλιών ΕΚΕ εξαρτάται επίσης από τη δέσμευση για ενσωμάτωση των εν ισχύι διεθνώς συμπεφωνημένων προτύπων και αρχών, και από την υιοθέτηση μιας πολυμερούς προσέγγισης, όπως συνέστησε το πολυμερές φόρουμ της ΕΕ, καθώς και από την εφαρμογή ανεξάρτητης παρακολούθησης και εξακρίβωσης· συνιστά τη δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

7.  πιστεύει ότι ο διάλογος της ΕΕ για την ΕΚΕ έχει προσεγγίσει το σημείο όπου η έμφαση πρέπει να μετατοπιστεί από τις «διαδικασίες» στα «αποτελέσματα», οδηγώντας σε μια προσμετρήσιμη και διαφανή συμβολή των επιχειρήσεων στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο·

8.  αναγνωρίζει ότι πολλές εταιρείες καταβάλλουν ήδη μεγάλη και αυξανόμενη προσπάθεια να ανταποκριθούν στην κοινωνική τους ευθύνη·

9.  σημειώνει ότι οι αγορές και οι εταιρείες βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης σε ολόκληρη την Ευρώπη· θεωρεί συνεπώς ότι μια γενική μέθοδος που αποσκοπεί στην επιβολή ενός ενιαίου μοντέλου εταιρικής συμπεριφοράς δεν έχει πρακτική αξία και δεν θα οδηγήσει σε ουσιαστική ανάληψη ΕΚΕ από τις εταιρείες· θεωρεί επιπλέον ότι πρέπει να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών και ιδίως στην ευαισθητοποίηση των καταναλωτών για την υπεύθυνη παραγωγή με στόχο την προώθηση της ανάληψης εταιρικής ευθύνης που θα έχει διάρκεια και ενδιαφέρον στο ιδιαίτερο εθνικό ή περιφερειακό πλαίσιο·

10. επισημαίνει ότι η εταιρική κοινωνική ευθύνη θα πρέπει να ασχοληθεί με νέους τομείς όπως η δια βίου μάθηση, η οργάνωση της εργασίας, οι ίσες ευκαιρίες, η κοινωνική ένταξη, η αειφόρος ανάπτυξη ή η δεοντολογία, ώστε να αποτελέσει πρόσθετο μέσο για τη διαχείριση της βιομηχανικής αλλαγής και αναδιάρθρωσης·

Ο διάλογος για την ΕΚΕ στην ΕΕ

11. επισημαίνει την απόφαση της Επιτροπής να δημιουργήσει μια ευρωπαϊκή συμμαχία για την εταιρική κοινωνική ευθύνη σε συνεργασία με διάφορα επιχειρηματικά δίκτυα· συνιστά η ίδια η Επιτροπή να εξασφαλίσει ένα ενιαίο σημείο συντονισμού με σκοπό την πληροφόρηση γύρω από την ιδιότητα του μέλους και τις δραστηριότητες της συμμαχίας, και να επιδιώξει συμφωνία επί σαφών στόχων, χρονοδιαγραμμάτων και στρατηγικού οράματος που θα καθοδηγούν το έργο της· ενθαρρύνει όλες τις ευρωπαϊκές εταιρείες και όλες τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη, μικρές και μεγάλες, να ενστερνιστούν αυτή την πρωτοβουλία και ευελπιστεί να ενισχυθεί η συμμαχία με τη συμμετοχή και άλλων ενδιαφερομένων·

12. πιστεύει ότι ο κοινωνικός διάλογος υπήρξε αποτελεσματικό μέσο προώθησης πρωτοβουλιών ΕΚΕ και ότι οι ευρωπαϊκές επιτροπές επιχείρησης διαδραμάτισαν επίσης εποικοδομητικό ρόλο στην ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών σε σχέση με την ΕΚΕ·

13. προτείνει ως βασικά σημεία αναφοράς για την επιτυχία της συμμαχίας να οριστούν η σημαντική αύξηση της υιοθέτησης πρακτικών ΕΚΕ από εταιρείες της ΕΕ, η ανάπτυξη νέων μοντέλων βέλτιστων πρακτικών από πραγματικούς ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου, καθώς και από συνδικαλιστικούς φορείς επιχειρήσεων, σχετικά με διάφορες πτυχές της ΕΚΕ, ο προσδιορισμός και η προαγωγή συγκεκριμένων δράσεων και ρύθμισης της ΕΕ για την υποστήριξη της ΕΚΕ, και η εκτίμηση του αντικτύπου παρόμοιων πρωτοβουλιών στο περιβάλλον και στα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα· προτείνει ακόμη να τεθεί προθεσμία δύο ετών για την ολοκλήρωση των εργασιών των «εργαστηρίων» που θα δημιουργηθούν στο πλαίσιο της συμμαχίας, όπως πρότεινε η CSR Europe·

14. επισημαίνει ότι η εκ νέου σύγκληση του πολυμερούς φόρουμ της ΕΕ προστέθηκε την τελευταία στιγμή στην ανακοίνωση και ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να ενισχυθεί η πεποίθηση των διαφόρων ενδιαφερομένων ότι θα πραγματοποιηθεί ουσιαστικός διάλογος ο οποίος θα έχει πραγματικό αντίκτυπο στις πολιτικές και τα προγράμματα της ΕΕ με στόχο την παροχή κινήτρων και την υιοθέτηση της ΕΚΕ από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις· πιστεύει ότι πρέπει να αντληθούν διδάγματα από τα δύο χρόνια της λειτουργίας του πολυμερούς φόρουμ, θετικά από την άποψη της υιοθέτησης του κανόνα της αποφυγής της κατονομασίας και του ονειδισμού και ιδίως της χρήσης ανεξάρτητων εισηγητών· επισημαίνει, ωστόσο, ότι απαιτούνται βελτιώσεις με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης· ενθαρρύνει επίσης σθεναρά τους εκπροσώπους της Επιτροπής να συμμετέχουν ενεργά στον διάλογο·

15. ζητεί από την Επιτροπή να καλέσει εκπροσώπους διαφόρων εθνικών, περιφερειακών και τοπικών κυβερνήσεων που έχουν δεσμευτεί να χρησιμοποιούν τις συμβάσεις προμηθειών και άλλα εργαλεία δημόσιας πολιτικής για την προαγωγή της ΕΚΕ, να συγκροτήσουν το δικό τους «εργαστήριο», στο πλαίσιο της «συμμαχίας», και να ενσωματώσουν τα πορίσματά τους στο μελλοντικό έργο τους·

16. στηρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να αυξήσει τη συμμετοχή στο πολυμερές φόρουμ συμπεριλαμβάνοντας επενδυτές, τον εκπαιδευτικό κλάδο και τις δημόσιες αρχές, επιμένοντας παράλληλα ότι πρέπει να διατηρηθεί η δυνατότητα συνεχούς διαλόγου για την επίτευξη συμπεφωνημένων στόχων·

17. καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει, στο πλαίσιο της παρακολούθησης της προόδου της ΕΚΕ, την αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στο πολυμερές φόρουμ, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών και ορθών πρακτικών στον τομέα της ισότητας των φύλων·

18. στηρίζει τις εκκλήσεις για υποχρεωτική δημοσιοποίηση εκ μέρους των εταιριών και των άλλων ομάδων πίεσης και για ισορροπημένη πρόσβαση των επιχειρηματικών ομάδων και άλλων ομάδων ενδιαφερομένων στις ίδιες τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ·

Σύνδεση μεταξύ ΕΚΕ και ανταγωνιστικότητας

19. χαιρετίζει τον στόχο της ανακοίνωσης για σύνδεση της ΕΚΕ με τους οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους της Ατζέντας της Λισαβόνας, επειδή ακριβώς θεωρεί ότι μια σοβαρή προσέγγιση της ΕΚΕ από την πλευρά των επιχειρήσεων μπορεί να συντελέσει τόσο στην αύξηση των θέσεων εργασίας, στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας καθώς και στο σεβασμό των δικαιωμάτων των εργαζόμενων όσο και στην προώθηση της έρευνας – και ανάπτυξης των τεχνολογικών καινοτομιών· στηρίζει την αρχή της «υπεύθυνης ανταγωνιστικότητας» ως αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος της Επιτροπής για καινοτομία και ανταγωνιστικότητα· προκαλεί τις ευρωπαϊκές εταιρείες να συμπεριλάβουν στους απολογισμούς τους τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλουν στους στόχους της Λισαβόνας·

20. αναγνωρίζει ότι οι αποτελεσματικοί κανόνες ανταγωνισμού, εντός και εκτός της Ευρώπης, αποτελούν καίριο στοιχείο διασφάλισης υπεύθυνης επιχειρηματικής πρακτικής, παρέχοντας ιδίως τη δυνατότητα δίκαιης μεταχείρισης και πρόσβασης των τοπικών ΜΜΕ·

21. επαναλαμβάνει ότι η εφαρμογή, στο πλαίσιο της ΕΚΕ, υπεύθυνων πρακτικών προσλήψεων, χωρίς διακρίσεις, που προωθούν την απασχόληση των γυναικών και των μειονεκτούντων ατόμων, συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της Λισαβόνας·

22. επισημαίνει την αντίφαση μεταξύ, αφενός, των ανταγωνιστικών στρατηγικών προμηθειών των εταιρειών που έχουν ως στόχο ολοένα και μεγαλύτερη ευελιξία και μείωση του κόστους και, αφετέρου, των εκούσιων δεσμεύσεων στο πλαίσιο της ΕΚΕ που αποσκοπούν στην αποφυγή πρακτικών εκμετάλλευσης στην απασχόληση και στην προαγωγή μακροχρόνιων σχέσεων με προμηθευτές· επιδοκιμάζει τη διεξαγωγή πρόσθετων συζητήσεων στο σημείο αυτό·

23. προτείνει, εν προκειμένω, οι αξιολογήσεις και η παρακολούθηση των ευρωπαϊκών εταιρειών που αναγνωρίζονται ως υπεύθυνες, να επεκταθούν με σκοπό να καλύψουν τις δραστηριότητές τους και τις δραστηριότητες των υπεργολάβων τους εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η ΕΚΕ ευνοεί επίσης τρίτες χώρες και ιδίως αναπτυσσόμενες χώρες, σύμφωνα με τις συμβάσεις της ΔΟΕ που αφορούν, συγκεκριμένα, την ελευθερία σύστασης συνδικαλιστικών οργανώσεων, την απαγόρευση της παιδικής και καταναγκαστικής εργασίας και ειδικότερα τις γυναίκες, τους μετανάστες, τους αυτόχθονες και τις μειονοτικές ομάδες·

24. αναγνωρίζει ότι η ΕΚΕ αποτελεί σημαντική κινητήρια δύναμη για τις επιχειρήσεις και ζητεί την ενσωμάτωση κοινωνικών πολιτικών, όπως είναι ο σεβασμός των εργασιακών δικαιωμάτων, η δίκαιη μισθολογική πολιτική, η αποφυγή των διακρίσεων, η δια βίου μάθηση κ.ά. και περιβαλλοντικών ζητημάτων με έμφαση τη δυναμική προώθηση μιας αειφόρου ανάπτυξης, τόσο στο πλαίσιο της υποστήριξης νέων προϊόντων και διαδικασιών μέσω των πολιτικών καινοτομίας και των εμπορικών πολιτικών της ΕΕ, όσο και στην κατάρτιση στρατηγικών ανταγωνιστικότητας σε επίπεδο τομέα, υποπεριφέρειας ή πόλης·

25. υπογραμμίζει ότι οι επιχειρήσεις που επιδεικνύουν κοινωνική ευθύνη συμβάλλουν σημαντικά στην εξάλειψη των ανισοτήτων που πλήττουν κυρίως τις γυναίκες και τα άτομα με αναπηρία στην αγορά εργασίας, ιδίως ως προς την πρόσβαση στην απασχόληση, τις κοινωνικές παροχές, την κατάρτιση, την επαγγελματική εξέλιξη και μια δίκαιη μισθολογική πολιτική· υπογραμμίζει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να ευθυγραμμίσουν την πολιτική τους στον τομέα των προσλήψεων με την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας(16)·

Μέσα ΕΚΕ

26. χαιρετίζει την τάση για εκούσια δημοσίευση από πλευράς των εταιρειών μεγαλύτερου μεγέθους κοινωνικών και περιβαλλοντικών εκθέσεων απολογισμού τα τελευταία χρόνια· σημειώνει ότι ο αριθμός των εν λόγω εκθέσεων αυξανόταν συνεχώς από το 1993, αλλά ότι σήμερα παραμένει πλέον μάλλον στάσιμος, καθώς και ότι μόνο μια μικρή μειονότητα χρησιμοποιεί διεθνώς αποδεκτά πρότυπα και αρχές, καλύπτει την πλήρη αλυσίδα εφοδιασμού της εταιρείας ή ασκεί ανεξάρτητη παρακολούθηση και εποπτεία·

27. επαναλαμβάνει τη στήριξη του Κοινοβουλίου για την υποβολή από τις εταιρείες ολοκληρωμένων εκθέσεων απολογισμού κοινωνικού, περιβαλλοντικού και οικονομικού περιεχομένου, με την υποβοήθηση σχετικών ρυθμίσεων και πιθανώς με την πρόβλεψη ενός ελάχιστου ορίου ώστε να αποφεύγεται η δυσανάλογη επιβάρυνση των μικρότερων επιχειρήσεων· ζητεί να πραγματοποιηθεί ενδελεχής έρευνα σχετικά με την εφαρμογή ελάχιστων απαιτήσεων για την υποβολή απολογισμών κοινωνικού και περιβαλλοντικού περιεχομένου, στο πλαίσιο της σύστασης της Επιτροπής του 2001 για τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών πτυχών, της οδηγίας του 2003 για τον εκσυγχρονισμό των ενοποιημένων λογαριασμών και της οδηγίας του 2003 για το ενημερωτικό δελτίο, υποστηρίζοντας την έμπρακτη μεταφορά σε όλα τα κράτη μέλη και την πραγματοποίηση διαβουλεύσεων σχετικά με τις δυνατότητες ενίσχυσης των απαιτήσεων αυτών κατά την επόμενη αναθεώρησή τους, συμπεριλαμβανομένων ερμηνειών της σημαντικότητας των κοινωνικών και περιβαλλοντικών κινδύνων βάσει των ισχυουσών απαιτήσεων για δημοσιοποίηση·

28. αναγνωρίζει τους υφιστάμενους περιορισμούς του «κλάδου» της ΕΚΕ σε σχέση με τη μέτρηση της εταιρικής συμπεριφοράς, τον κοινωνικό έλεγχο και την πιστοποίηση, ιδίως σε σχέση με το κόστος, τη συγκρισιμότητα και την ανεξαρτησία, πιστεύει δε ότι θα είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί ένα επαγγελματικό πλαίσιο το οποίο θα περιλαμβάνει ειδικές προϋποθέσεις στον εν λόγω τομέα·

29. συνιστά στην Επιτροπή να επεκτείνει την ευθύνη των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών με περισσότερους από 1000 εργαζόμενους, με σκοπό να συμπεριλάβει το καθήκον των ίδιων των μελών των διοικητικών συμβουλίων να ελαχιστοποιούν κάθε τυχόν επιβλαβή κοινωνικό και περιβαλλοντικό αντίκτυπο των δραστηριοτήτων των εταιρειών·

30. επαναλαμβάνει την υποστήριξή του προς το σύστημα οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου (EMAS) της ΕΕ, ιδίως την απαίτησή του για εξωτερικό έλεγχο και την υποχρέωση των κρατών μελών να προωθήσουν το σύστημα· πιστεύει ότι υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης παρεμφερών συστημάτων σχετικά με την προστασία των εργατικών, κοινωνικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

31. στηρίζει τον κώδικα ορθής πρακτικής της Διεθνούς Ένωσης για την Κοινωνική και Περιβαλλοντική Πιστοποίηση και Σήμανση (International Social and Environmental Accreditation and Labelling Alliance (ISEAL), ως εξέχον παράδειγμα προαγωγής της συνεργασίας μεταξύ υφιστάμενων πρωτοβουλιών σήμανσης, κατά προτίμηση έναντι της δημιουργίας νέων κοινωνικών σημάτων σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο·

32. πιστεύει ότι οι καταναλωτές, οι πελάτες, οι εργαζόμενοι και οι επενδυτές πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν ή να απορρίπτουν προϊόντα/προμηθευτές, θέσεις εργασίας και εταιρείες αναλόγως του βαθμού ευθύνης τους από την άποψη των περιβαλλοντικών και κοινωνικών προδιαγραφών·

33. προτρέπει την ΕΕ να εγκρίνει ευρωπαϊκό πρότυπο σήμανσης προϊόντων στο πλαίσιο του οποίου ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των εργαζομένων θα αποτελούν τμήμα του συστήματος σήμανσης·

34. καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει μηχανισμό μέσω του οποίου τα θύματα, περιλαμβανομένων των υπηκόων τρίτων χωρών, θα μπορούν να προσφεύγουν κατά ευρωπαϊκών εταιρειών στα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών·

35. επισημαίνει την παράλειψη αναφοράς στο ζήτημα των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων στην ανακοίνωση, τάσσεται υπέρ της πλήρους συμμετοχής των επενδυτών ως ενδιαφερομένων στον διάλογο για την ΕΚΕ σε επίπεδο ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του πολυμερούς φόρουμ, υποστηρίζει τις εκκλήσεις του κλάδου για διαφάνεια αντί για επιβολή υποχρεώσεων μέσω της εκπόνησης πανευρωπαϊκών αρχών «δήλωσης συμφερόντων» για τα επενδυτικά κεφάλαια·

36. επισημαίνει ότι οι καταναλωτές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο όσον αφορά τη δημιουργία κινήτρων για υπεύθυνη παραγωγή και υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική· πιστεύει ωστόσο ότι η κατάσταση είναι επί του παρόντος αδιαπέραστη για τους καταναλωτές λόγω της σύγχυσης μεταξύ των διαφορετικών εθνικών προδιαγραφών προϊόντων και των συστημάτων επισήμανσης προϊόντων, τα οποία συντελούν όλα στην υπονόμευση των υφιστάμενων κοινωνικών σημάτων προϊόντων· επισύρει την προσοχή στο γεγονός ότι, συγχρόνως, οι εταιρείες επιβαρύνονται με σημαντικό κόστος λόγω της εναλλαγής μεταξύ πολλών διαφορετικών εθνικών απαιτήσεων και προδιαγραφών· επισημαίνει επίσης ότι είναι δαπανηρή η θέσπιση μηχανισμών παρακολούθησης για την εποπτεία της κοινωνικής επισήμανσης προϊόντων, ιδίως για τις μικρότερες χώρες·

37. καλεί την Επιτροπή να ρυθμίσει την από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη εκ μέρους των γενικών ή κεντρικών επιχειρήσεων προκειμένου να αντιμετωπίσει καταχρήσεις στην ανάθεση συμβάσεων υπεργολαβίας και την εξωτερική ανάθεση εργαζομένων και να θεσπίσει μια διαφανή και ανταγωνιστική εσωτερική αγορά για όλες τις εταιρείες·

38. στηρίζει τις προσπάθειες της Eurostat για την ανάπτυξη δεικτών με σκοπό τη μέτρηση της απόδοσης σε σχέση με την ΕΚΕ στο πλαίσιο της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη, καθώς και την πρόθεση της Επιτροπής να αναπτύξει νέους δείκτες για τη μέτρηση της ενημέρωσης και της κατανάλωσης των κοινοτικών προϊόντων με οικολογικό σήμα και του μεριδίου παραγωγής επιχειρήσεων καταχωρημένων στο σύστημα οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου (EMAS)·

39. υπενθυμίζει ότι έχει εξετασθεί ήδη το ενδεχόμενο διορισμού διαμεσολαβητή της ΕΕ για την ΕΚΕ, ο οποίος θα πραγματοποιεί ανεξάρτητες έρευνες για ζητήματα που σχετίζονται με την ΕΚΕ κατόπιν αιτήματος εταιρειών ή οιασδήποτε ομάδας ενδιαφερομένων· ζητεί να υπάρξει περαιτέρω προβληματισμός επ' αυτού και να υποβληθούν παρόμοιες προτάσεις στο μέλλον·

Καλύτερη ρύθμιση και ΕΚΕ

40. πιστεύει ότι οι πολιτικές για την ΕΚΕ μπορούν να ενισχυθούν μέσω της βελτίωσης της ενημέρωσης και της καλύτερης εφαρμογής των υφιστάμενων νομοθετικών μέσων· καλεί την Επιτροπή να διοργανώσει και να προωθήσει ενημερωτικές εκστρατείες και να παρακολουθήσει την εφαρμογή της άμεσης ευθύνης στο εξωτερικό σύμφωνα με τη σύμβαση των Βρυξελλών, και με την εφαρμογή των οδηγιών για την παραπλανητική διαφήμιση και τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές όσον αφορά τη συμμόρφωση των εταιρειών με τους κώδικες συμπεριφοράς που έχουν υιοθετήσει εκουσίως·

41. επαναλαμβάνει την ανάγκη χρήσης απλής, εύληπτης γλώσσας προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι εταιρείες να προαγάγουν την ΕΚΕ·

42. επαναλαμβάνει ότι η Επιτροπή και οι κυβερνήσεις της ΕΕ πρέπει να καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο προκειμένου να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που παρέχει η αναθεώρηση των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις του 2004 για τη στήριξη της ΕΚΕ, περιλαμβάνοντας κοινωνικές και περιβαλλοντικές ρήτρες στις συμβάσεις τους, και για την απαξίωση, εάν χρειασθεί, των επιχειρήσεων προβλέποντας περιπτώσεις διαφθοράς· καλεί την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης να εφαρμόζουν αυστηρά κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια σε όλα τα δάνεια και τις επιχορηγήσεις που χορηγούνται σε εταιρείες του ιδιωτικού τομέα, υποστηριζόμενες από σαφείς μηχανισμούς υποβολής καταγγελιών, αξιοποιώντας το παράδειγμα της σύνδεσης της ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων με τη συμμόρφωση προς τις βασικές συμβάσεις της ΔΟΕ και τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ στις Κάτω Χώρες και με το πρότυπο SA8000 CSR σε ορισμένες ιταλικές επαρχίες· υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οιεσδήποτε εγγυήσεις εξαγωγικών πιστώσεων πληρούν τα αυστηρότερα περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για έργα που αντιβαίνουν στους συμφωνηθέντες στόχους της πολιτικής της ΕΕ σχετικά, επί παραδείγματι, με την ενέργεια ή τους εξοπλισμούς·

43. επαναλαμβάνει ότι έχει αναπτυχθεί κατάλληλη ρύθμιση και νομοθεσία στον τομέα του μη αναγκαστικού δικαίου και ότι η εν λόγω νομοθεσία προσφέρει κίνητρα στις εταιρείες που συμμορφώνονται προς τις αρχές της ΕΚΕ, παρέχοντας παράλληλα στις εταιρείες που δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει τις αρχές της ΕΚΕ τον απαραίτητο χρόνο προσαρμογής·

Ενσωμάτωση της ΕΚΕ στις πολιτικές και τα προγράμματα της ΕΕ

44. χαιρετίζει τις δεσμεύσεις που επαναλαμβάνονται στην ανακοίνωση περί υποστήριξης και προαγωγής από πλευράς της Επιτροπής της ΕΚΕ στο σύνολο των τομέων δραστηριότητάς της και ζητεί να καταβληθεί σημαντική προσπάθεια προκειμένου οι εν λόγω δεσμεύσεις να μετουσιωθούν σε απτές πράξεις σε όλους τους τομείς·

45. πιστεύει ότι ο διάλογος για την ΕΚΕ δεν πρέπει να διαχωρίζεται από τα ζητήματα της υποχρέωσης λογοδοσίας των εταιρειών και ότι τα ζητήματα του κοινωνικού και του περιβαλλοντικού αντικτύπου των επιχειρήσεων, των σχέσεων με ενδιαφερόμενους φορείς, της προστασίας των δικαιωμάτων των μετόχων της μειοψηφίας και των συναφών υποχρεώσεων των μελών του διοικητικού συμβουλίου των εταιρειών πρέπει να ενσωματωθούν πλήρως στο σχέδιο δράσης της Επιτροπής για την εταιρική διακυβέρνηση· επισημαίνει ότι αυτά τα θέματα θα πρέπει να αποτελούν μέρος του διαλόγου για την ΕΚΕ· ζητεί από την Επιτροπή να λάβει υπόψη αυτά τα ιδιαίτερα ζητήματα και να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπισή τους·

46. χαιρετίζει την άμεση οικονομική υποστήριξη από πλευράς της Επιτροπής για πρωτοβουλίες ΕΚΕ, ιδίως για την ενθάρρυνση της καινοτομίας, τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων φορέων και την παροχή συνδρομής σε ομάδες δυνητικών θυμάτων σε σχέση με εικαζόμενες ατασθαλίες περιλαμβανομένης της ανθρωποκτονίας από εταιρεία· ενθαρρύνει την Επιτροπή να αναπτύξει, ειδικότερα, μηχανισμούς που διασφαλίζουν το δικαίωμα κοινοτήτων που έχουν υποστεί ζημία από ευρωπαϊκές εταιρείες σε δίκαιη και ευπρόσιτη δικαστική διαδικασία· τονίζει τη σημασία του κονδυλίου B34000 του προϋπολογισμού της ΕΕ για πιλοτικά σχέδια όπως αυτά που σχετίζονται με τη συνεισφορά των εργαζομένων στην κοινότητα, με υποθηκευμένα κεφάλαια για τη στήριξη της ΕΚΕ στο πλαίσιο του προγράμματος ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας της Επιτροπής και με την διάθεση του 3 % της έρευνας στον τομέα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών σε επιχειρήσεις στην κοινωνία, στο πλαίσιο του εβδόμου προγράμματος πλαισίου για την έρευνα και την ανάπτυξη· ζητεί να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες από την Επιτροπή για τη στήριξη της ΕΚΕ σε σχέση με εταιρείες της ΕΕ που δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες μέσω των προγραμμάτων της για την παροχή εξωτερικής βοήθειας·

47. χαιρετίζει τη δέσμευση να καταστεί η εκπαίδευση ένας από τους οκτώ τομείς δράσης προτεραιότητας, ζητεί τη βαθύτερη ενσωμάτωση της ΕΚΕ στο πρόγραμμα Σωκράτης, την παροχή ενός ευρέος φάσματος υλικών ΕΚΕ στο μελλοντικό ευρωπαϊκό κέντρο διδακτικών πόρων, και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού, ηλεκτρονικώς προσβάσιμου, καταλόγου εμπορικών σχολών και πανεπιστημίων για την ΕΚΕ και τη βιώσιμη ανάπτυξη·

48. ενθαρρύνει πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών για τη βελτίωση της διδασκαλίας υπεύθυνης διαχείρισης και παραγωγής στις εμπορικές σχολές της Ευρώπης·

49. επισημαίνει ότι η κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη παραχωρεί σε κυβερνητικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις όσα και στις επιχειρήσεις, και καλεί την Επιτροπή να εκπληρώσει τη δέσμευσή της να δημοσιεύει ετήσια έκθεση για τον κοινωνικό και περιβαλλοντικό αντίκτυπο των άμεσων δραστηριοτήτων της, καθώς και να αναπτύξει πολιτικές με στόχο να ενθαρρύνει το προσωπικό των θεσμικών οργάνων της ΕΕ να αναλάβει εκούσια δέσμευση στην κοινότητα·

50. θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της ΕΚΕ, θα μπορούσαν να χρηματοδοτούν πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες οι οποίες θα προσέφεραν προστιθέμενη αξία στις ευρωπαϊκές πολιτικές στον τομέα του πολιτισμού και της διά βίου εκπαίδευσης·

51. καλεί την Επιτροπή να ενσωματώσει καλύτερα την ΕΚΕ στις εμπορικές πολιτικές της, διασφαλίζοντας παράλληλα τον σεβασμό των κανόνων του ΠΟΕ, χωρίς να δημιουργεί αδικαιολόγητους εμπορικούς φραγμούς, και επιδιώκοντας την εισαγωγή, σε όλες τις διμερείς, περιφερειακές ή πολυμερείς συμφωνίες, δεσμευτικών άρθρων σχετικά με τη συμμόρφωση με διεθνώς συμπεφωνημένα πρότυπα ΕΚΕ, όπως οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ, η τριμερής δήλωση της ΔΟΕ και οι αρχές του Ρίο, καθώς και την διατήρηση ρυθμιστικών εξουσιών για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευθύνης· χαιρετίζει την υποστήριξη που παρέχεται για την υλοποίηση των στόχων αυτών στην ανακοίνωση για την αξιοπρεπή εργασία· επαναλαμβάνει την έκκλησή του, οι αντιπροσωπείες της Επιτροπής σε τρίτες χώρες να προάγουν τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και να λειτουργούν ως σημεία επαφής σε σχέση με αυτές· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα των εθνικών σημείων επαφής, ιδίως σε σχέση με συγκεκριμένες περιπτώσεις που αφορούν υποτιθέμενες παραβιάσεις εκ μέρους των εταιρειών κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους και της συνολικής αλυσίδας παραγωγής που συνδέεται με αυτές σε ολόκληρο τον κόσμο·

52. σημειώνει τη συμβολή του διεθνούς κινήματος δίκαιου εμπορίου στην πρωτοπόρο εφαρμογή υπεύθυνων επιχειρηματικών πρακτικών επί εξήντα έτη και στην απόδειξη ότι οι εν λόγω πρακτικές είναι βιώσιμες και αειφόρες σε όλα τα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη της την εμπειρία του κινήματος δίκαιου εμπορίου και να διερευνήσει συστηματικά με ποιον τρόπο μπορεί να χρησιμοποιηθεί η εν λόγω εμπειρία στο πλαίσιο της ΕΚΕ·

53. ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι πολυεθνικές εταιρείες με έδρα στην ΕΕ και εγκαταστάσεις παραγωγής σε τρίτες χώρες, ιδίως σε αυτές που συμμετέχουν στο σύστημα ΣΓΠ+, συμμορφώνονται προς τις προδιαγραφές της ΔΟΕ, τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά σύμφωνα και τις διεθνείς συμφωνίες, με σκοπό την επίτευξη αρμονικής ισορροπίας παγκοσμίως μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και των υψηλών κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων·

54. χαιρετίζει τη δέσμευση που περιέχεται στην «Ευρωπαϊκή συναίνεση για την ανάπτυξη» για υποστήριξη της ΕΚΕ ως δράσης προτεραιότητας· ζητεί από την ΓΔ Ανάπτυξης να εκπονήσει συγκεκριμένες προτάσεις διαδραματίζοντας ενεργό ρόλο στον διάλογο για την ΕΚΕ, να ερευνήσει τις συνθήκες εργασίας στις αναπτυσσόμενες χώρες και τις συνθήκες υπό τις οποίες γίνεται η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων τους, να συνεργαστεί με τις εγχώριες επιχειρήσεις και τις εκτός Ένωσης θυγατρικές των κοινοτικών εταιρειών, τις επιχειρήσεις υπεργολαβίας και τις αντίστοιχες ενδιαφερόμενες πλευρές, με σκοπό την αντιμετώπιση των καταχρήσεων και της αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς στη διαχείριση των αλυσίδων εφοδιασμού καθώς και την καταπολέμηση της φτώχειας και τη δημιουργία δίκαιης ανάπτυξης·

55. προτείνει, η Επιτροπή να επιδιώξει τη συμμετοχή μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην ΕΚΕ μέσω συνεργασίας με ενδιάμεσους φορείς, προσφέροντας ειδική υποστήριξη για τη συμμετοχή συνεταιρισμών/ επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας μέσω των ειδικών ενώσεών τους, να αξιοποιήσει το δίκτυο των ευρωπαϊκών κέντρων πληροφόρησης για την άμεση προώθηση πρωτοβουλιών ΕΚΕ, και να εξετάσει το ενδεχόμενο διορισμού ενός εκπροσώπου για την ΕΚΕ, αντίστοιχου με τον εκπρόσωπο για τις ΜΜΕ στην ΓΔ Επιχειρήσεων·

56. συνιστά να εκπονήσει η Επιτροπή εις βάθος μελέτη ευρωπαϊκού βεληνεκούς για τους διάφορους τρόπους με τους οποίους οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δύνανται να συμμετάσχουν στην ΕΚΕ και για τα κίνητρα που έχουν προκειμένου να υιοθετήσουν τις αρχές ΕΚΕ σε εθελοντική βάση, και να αντλήσει τα κατάλληλα διδάγματα από την αποκτηθείσα εμπειρία και ορθή πρακτική στον εν λόγω τομέα·

57. χαιρετίζει τη δέσμευση που περιέχεται στην ανακοίνωση για την ενίσχυση της συμμετοχής των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών ενώσεών τους στο πλαίσιο της ΕΚΕ και επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή και τους κοινωνικούς εταίρους για την αξιοποίηση της επιτυχούς διαπραγμάτευσης 50 έως σήμερα διεθνών συμφωνιών πλαισίων και 30 ευρωπαϊκών συμφωνιών πλαισίων σε σχέση κυρίως με τα βασικά πρότυπα εργασίας για μεμονωμένες εταιρείες ή τομείς, ως μια προσέγγιση για την ανάπτυξη της εταιρικής ευθύνης στην Ευρώπη και τον κόσμο· παραπέμπει στις ευρωπαϊκές επιτροπές επιχείρησης που είναι κατάλληλες για την προώθηση της ΕΚΕ και, συγκεκριμένα, την προαγωγή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων σε πολυεθνικές εταιρείες·

58. εμμένει στην άποψη ότι ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων έχει σημασία για την προώθηση της γυναικείας απασχόλησης και την καταπολέμηση των διακρίσεων· τους ενθαρρύνει να αναλάβουν πρωτοβουλίες, στο πλαίσιο της ΕΚΕ, υπέρ της αυξημένης συμμετοχής των γυναικών στα διοικητικά συμβούλια, τις επιτροπές επιχειρήσεων και στους φορείς κοινωνικού διαλόγου·

59. συνιστά, οι μελλοντικές έρευνες για την ΕΚΕ να μην περιορίζονται σε μια απλή "πρόταση επιχειρημάτων", αλλά να εστιάζει στη σύνδεση μεταξύ της ανταγωνιστικότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης, σε μακροεπίπεδο (ΕΕ και κράτη μέλη), μεσοεπίπεδο (βιομηχανικούς κλάδους και αλυσίδες εφοδιασμού) και μικροεπίπεδο (ΜΜΕ), και στον μεταξύ τους συσχετισμό, καθώς και στον αντίκτυπο των υφιστάμενων πρωτοβουλιών ΕΚΕ και των πιθανών παραβιάσεων των αρχών της ΕΚΕ· στηρίζει τον ηγετικό ρόλο που διαδραματίζει εν προκειμένω η ευρωπαϊκή ακαδημία επιχειρήσεων στην κοινωνία· καλεί την Επιτροπή να δημοσιεύει έγκυρη ετήσια έκθεση για την κατάσταση της ΕΚΕ, την οποία θα εκπονούν ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες και ερευνητές βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών και στην οποία θα περιγράφονται οι νέες τάσεις και θα περιέχονται συστάσεις για μελλοντικές δράσεις·

Η συμβολή της Ευρώπης στην παγκόσμια εταιρική κοινωνική ευθύνη

60. πιστεύει ότι οι πολιτικές ΕΚΕ μπορούν να έχουν τον μεγαλύτερο δυνατό αντίκτυπο σε σχέση με τις παγκόσμιες αλυσίδες προμηθειών των εταιρειών, προκειμένου να καταστούν δυνατές οι υπεύθυνες επενδύσεις από εταιρείες με στόχο την καταπολέμηση της φτώχειας στις αναπτυσσόμενες χώρες, την προώθηση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας, τη στήριξη των αρχών του δίκαιου εμπορίου και της χρηστής διακυβέρνησης, καθώς και τη μείωση των κρουσμάτων παραβίασης των διεθνών προτύπων, συμπεριλαμβανομένων των εργασιακών προτύπων, από πλευράς επιχειρήσεων σε χώρες των οποίων τα ρυθμιστικά συστήματα είναι αδύναμα ή ανύπαρκτα·

61. καλεί την Επιτροπή να δρομολογήσει ειδική έρευνα για αυτού του είδους τον αντίκτυπο και να υποβάλει προτάσεις για την αύξηση των υπεύθυνων επενδύσεων από εταιρείες καθώς και της ευθύνης τους·

62. αναγνωρίζει ότι αρκετές διεθνείς πρωτοβουλίες ΕΚΕ είναι βαθύτερα εδραιωμένες και έχουν επιτύχει νέα ωριμότητα, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης δημοσίευσης των κατευθυντήριων γραμμών «G3» από την πρωτοβουλία για την υποβολή εκθέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, του αποκλεισμού 200 επιχειρήσεων από το Παγκόσμιο Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών και του διορισμού ειδικού εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα·

63. καλεί την Επιτροπή να αναλάβει ηγετικό ρόλο όσον αφορά τις παγκόσμιες εκκλήσεις για τη μεταρρύθμιση του εταιρικού δικαίου, όπως η θεμελιώδης απαίτηση για πραγματική ΕΚΕ, ενσωματωμένη σε όλους τους τομείς·

64. εκφράζει την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έδωσε μεγαλύτερη προτεραιότητα στην προώθηση παγκόσμιων πρωτοβουλιών στην ανακοίνωσή της, και καλεί την Επιτροπή να συνεργαστεί με τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερόμενους φορείς για την ανάπτυξη ενός στρατηγικού οράματος και συνεισφοράς στην ανάπτυξη πρωτοβουλιών ΕΚΕ σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς και για μια μεγάλη προσπάθεια σημαντικής αύξησης της συμμετοχής εταιρειών της ΕΕ σε τέτοιες πρωτοβουλίες·

65. καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να υποστηρίξουν και να προαγάγουν το σεβασμό των θεμελιωδών κανόνων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) ως συνιστώσας της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (ΕΚΕ), όπου και αν δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις·

66. πιστεύει ότι η διεθνής διάσταση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης θα πρέπει να αποτελέσει κίνητρο για την εκπόνηση κατευθυντήριων γραμμών που θα προωθούν την ανάπτυξη πολιτικών αυτού του είδους σε ολόκληρο τον κόσμο·

67. καλεί την Επιτροπή να αναλάβει, από κοινού με άλλους ενδιαφερόμενους εταίρους, σημαντική διεθνή πρωτοβουλία το 2007, με την ευκαιρία της πέμπτης επετείου της δέσμευσης που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της παγκόσμιας διάσκεψης κορυφής για την βιώσιμη ανάπτυξη για την ανάληψη διακυβερνητικών πρωτοβουλιών στον τομέα της υποχρέωσης λογοδοσίας των εταιρειών·

68. καλεί την Επιτροπή να αξιοποιήσει την επιτυχία του Διατλαντικού Επιχειρηματικού Διαλόγου για την ΕΚΕ της δεκαετίας του 1990, διοργανώνοντας έναν παρόμοιο διάλογο μεταξύ της ΕΕ και της Ιαπωνίας·

69. ενθαρρύνει την περαιτέρω ανάπτυξη των διεθνών πρωτοβουλιών για πλήρη διαφάνεια στα έσοδα ευρωπαϊκών εταιρειών όσον αφορά τις δραστηριότητές τους σε τρίτες χώρες, τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους σε ζώνες συγκρούσεων και την απόρριψη των δραστηριοτήτων άσκησης πιέσεων συμπεριλαμβανομένων των «συμφωνιών της χώρας υποδοχής» που συνάπτουν εταιρείες για να υπονομεύσουν ή να αποφύγουν τις ρυθμιστικές απαιτήσεις σε τέτοιες χώρες·

70. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συμβάλουν στη στήριξη και την ενίσχυση των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ, επανεξετάζοντας ιδίως την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών εθνικών σημείων επαφής και τον ρόλο τους στην αποτελεσματική διαμεσολάβηση μεταξύ των ενδιαφερομένων για την επίλυση διαφορών· ζητεί την ανάπτυξη ενός μοντέλου για ευρωπαϊκά εθνικά σημεία επαφής με βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την εξαρχής θέσπισή τους, την προβολή, την προσβασιμότητα για όλους τους ενδιαφερόμενους και τον χειρισμό των καταγγελιών· ζητεί ευρεία ερμηνεία του ορισμού των επενδύσεων στην εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ με στόχο να διασφαλιστεί ότι τα θέματα που αφορούν την αλυσίδα εφοδιασμού καλύπτονται από διαδικασίες εφαρμογής·

71. ζητεί υποστήριξη για την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας για την υποβολή απολογισμών σε παγκόσμιο επίπεδο καλώντας σημαντικές επιχειρήσεις της ΕΕ να συμμετάσχουν σε νέες τομεακές προσεγγίσεις που καλύπτουν τομείς όπως οι κατασκευές, τα χημικά και η γεωργία· ζητεί να ενισχυθεί η έρευνα για τη συμμετοχή των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, να δοθεί η δυνατότητα εργασιών προσέγγισης ιδίως σε χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, και να αναπτυχθούν δείκτες βιωσιμότητας σε συνδυασμό με χρηματιστήρια σε αναδυόμενες αγορές·

72. καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στις μελλοντικές συμφωνίες συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες κεφάλαια για την έρευνα, την παρακολούθηση και την παροχή βοήθειας για την επίλυση κοινωνικών, ανθρωπιστικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων και της αλυσίδας εφοδιασμού εταιρειών με έδρα στην ΕΕ σε τρίτες χώρες·

73. χαιρετίζει καταρχήν τις συζητήσεις που διεξάγονται εντός του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης για τη δημιουργία προτύπου κοινωνικής ευθύνης και καλεί την ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία να διασφαλίσει ότι το όποιο αποτέλεσμα θα συνάδει με τα διεθνή πρότυπα και τις συμφωνίες, καθώς και με τη δυνατότητα ανάπτυξης παράλληλων μεθόδων εξωτερικής αξιολόγησης και πιστοποίησης·

°

°         °

74. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή καθώς και σε όλα τα θεσμικά όργανα και οργανισμούς που κατονομάζονται σε αυτό.

(1)

www.globalreporting.org

(2)

ΕΕ C 104, 14.4.1999, σ. 180.

(3)

ΕΕ L 12 , 16.1.2001, σ. 1

(4)

ΕΕ L 114, 24.4.2001, σ. 1

(5)

ΕΕ C 86, 10.4.2002, σ. 3

(6)

ΕΕ C 187 E, 7.8.2003, σ. 180.

(7)

ΕΕ C 67 E, 17.3.2004, σ. 73.

(8)

ΕΕ L 156, 13.6.2001, σ. 33.

(9)

ΕΕ C 271 E, 12.11.2003, σ. 598.

(10)

ΕΕ C 39, 18.2.2003, σ. 3.

(11)

ΕΕ L 178, 17.7.2003, σ. 16.

(12)

ΕΕ L 134, 30.4.2004, σ. 114.

(13)

ΕΕ L 149, 11.6.2005, σ. 22.

(14)

ΕΕ C 157 E, 6.7.2006, σ. 84.

(15)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, 6.7.2006, P6_TA(2006)0320.

(16)

ΕΕ L, 14.2.1976, σ. 40. Οδηγία που τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/73/ΕΚ (ΕΕ L 269, 5.10.2002, σ. 15).


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Εταιρική κοινωνική ευθύνη σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις αναλαμβάνουν πιο άμεσα την ευθύνη της διαχείρισης του κοινωνικού και περιβαλλοντικού αντικτύπου τους, λογοδοτούν πιο ανοικτά, όχι απλώς στους εργαζόμενους και τις συνδικαλιστικές ενώσεις τους, αλλά και σε ευρύτερες ομάδες ενδιαφερομένων, συμπεριλαμβανομένων επενδυτών, καταναλωτών, τοπικών κοινοτήτων, περιβαλλοντικών και άλλων ομάδων συμφερόντων.

Η άνοδος της ΕΚΕ μπορεί να ερμηνευθεί ως απάντηση στα σκάνδαλα των δύο τελευταίων δεκαετιών, τα οποία αφορούσαν κυρίως αμερικανικές εταιρείες, καθώς και ως άμεση απάντηση τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό της επιχειρηματικής κοινότητας σε προκλήσεις όπως η αλλαγή του κλίματος, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η παγκόσμια φτώχεια, προβλήματα που προκαλούν ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία σε μια εποχή οικονομικής παγκοσμιοποίησης.

Είναι η τρίτη έκθεση και ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που συντάσσω για το θέμα αυτό ως εισηγητής από το 1999. Έχοντας συναντήσει αναρίθμητους συμμετέχοντες στο «κίνημα» της ΕΚΕ, με έχει εντυπωσιάσει –το λιγότερο– το γεγονός ότι αυτοί που ασχολούνται με το ζήτημα αυτό εμφορούνται από έναν ενθουσιασμό και μια δίψα για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων μιας νέας εποχής και για τη δημιουργία ενός διαφορετικού οράματος για τις επιχειρήσεις στην κοινωνία, από μια προθυμία να αναλάβουν κινδύνους δημιουργώντας νέες σχέσεις που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά όρια, από μια πραγματική δέσμευση να επιφέρουν αλλαγές σε ένα πολύπλοκο και δύσκολο περιβάλλον. Μεταξύ θιασωτών και επικριτών, εξακολουθούν να υπάρχουν εκείνοι που αντιμετωπίζουν την ΕΚΕ ουσιαστικά ως μέσο δημοσίων σχέσεων για την αποφυγή ή την παρεμπόδιση της ανάληψης από πλευράς των εταιρειών των ευθυνών τους για κοινωνικά ή περιβαλλοντικά προβλήματα. Επιπλέον, στους κόλπους της επιχειρηματικής κοινότητας υπάρχουν πολλοί που εφαρμόζουν την ΕΚΕ χωρίς να υιοθετούν τη φρασεολογία και τους μηχανισμούς που συνδέονται με κάτι που έχει εξελιχθεί πλέον σε μια ολόκληρη ξεχωριστή βιομηχανία. Παρόλα αυτά, η ΕΚΕ έχει αποδείξει ότι δεν είναι ούτε ένα απλό καπρίτσιο ούτε περαστική μόδα, καθώς ηγέτες τόσο του επιχειρηματικού όσο και του πολιτικού κόσμου αναγνωρίζουν την ευθύνη μας να την προωθήσουμε.

Η απάντηση της ΕΕ στον διάλογο για την ΕΚΕ εκπορεύτηκε από την έκκληση που απηύθυνε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η Επιτροπή προς τις επιχειρήσεις να συμβάλουν στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 1999 στο οποίο ζητούσε έναν δεσμευτικό κώδικα συμπεριφοράς ο οποίος να διέπει τη συμμόρφωση των εταιρειών της ΕΕ με τα περιβαλλοντικά και τα εργατικά πρότυπα και με τα δικαιώματα του ανθρώπου παγκοσμίως, καθώς επίσης και από την έκκληση που απηύθυναν το 2000 οι αρχηγοί κρατών προς τις επιχειρήσεις να στηρίξουν την ΕΚΕ στο πλαίσιο της δέσμης στόχων της Λισαβόνας.

Το πράσινο και το λευκό βιβλίο της Επιτροπής σχετικά με την ΕΚΕ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχαν ως αποτέλεσμα τη συμπερίληψη της ΕΚΕ στις προτεραιότητες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, και η συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού πολυμερούς φόρουμ κατέστησε δυνατή την πραγματοποίηση ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων, αν και αυτός συχνά αυτός εμποδιζόταν από τις παραδοσιακές προκαταλήψεις και τις μεθόδους εργασίας των κοινωνικών εταίρων σε επίπεδο ΕΕ. Οι διεργασίες αυτές πέτυχαν να ενθαρρύνουν έναν πανευρωπαϊκό διάλογο για την ΕΚΕ αλλά απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό να απαντήσουν στο ερώτημα τι μπορεί να κάνει η ίδια η ΕΕ για να «προσθέσει αξία» στον διάλογο ή για να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για την προαγωγή της υπεύθυνης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ακολούθησαν αλλεπάλληλες καθυστερήσεις στη δημοσίευση της απάντησης της Επιτροπής, που διήρκεσαν δύο χρόνια, οι οποίες οφείλονταν στην απροθυμία αντιμετώπισης της θεμελιώδους πόλωσης μεταξύ εκείνων από τους ενδιαφερόμενους από την πλευρά των επιχειρήσεων και τις άλλες πλευρές που επιθυμούν η ΕΚΕ να υπόκειται σε απαιτήσεις διαφάνειας που θεσπίζονται μέσω εξωτερικού ελέγχου ή/και νομοθεσίας, με καθορισμένο ρόλο για τους ενδιαφερόμενους, και εκείνων που επιθυμούν η ΕΚΕ να είναι μια δραστηριότητα που θα καθοδηγείται και θα εφαρμόζεται αποκλειστικά από τις επιχειρήσεις, με τη συμμετοχή των δημόσιων φορέων να περιορίζεται σε ομιλίες, συνεντεύξεις Τύπου και τελετές απονομής βραβείων.

Η Επιτροπή αποφάσισε τελικά να μην συμμετάσχει στον διάλογο, εκπονώντας μια ανακοίνωση που υποστήριζε σθεναρά την προσέγγιση της αποφυγής της ρύθμισης. Οι Επίτροποι πραγματοποίησαν σειρά ιδιωτικών συναντήσεων με επιλεγμένους εκπροσώπους εταιρειών για τη διαπραγμάτευση του κειμένου της ανακοίνωσης, που στη συνέχεια παρουσιάστηκε ως κείμενο που εγκρίθηκε από τις επιχειρήσεις, και συναντήθηκαν προσωπικά με τις ενδιαφερόμενους ΜΚΟ για να συζητήσουν το περιεχόμενό του μόνο μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης. Ο βασικότερος αξιωματούχος της Επιτροπής που ήταν αρμόδιος για την ΕΚΕ φαίνεται ότι απομακρύνθηκε από τη θέση του, πιθανώς για να καταστεί δυνατή αυτή η νέα «συναίνεση». Σε υπόμνημα της ευρωπαϊκής οργάνωσης εργοδοτών UNICE που διέρρευσε, η ανακοίνωση περιγραφόταν ως «πραγματική επιτυχία» επειδή οι «παραχωρήσεις προς άλλους ενδιαφερόμενους … δεν θα έχουν κανέναν αντίκτυπο στην πραγματικότητα». Το γεγονός αυτό προκάλεσε αμφιβολίες όσον αφορά την ειλικρίνεια της προσθήκης της τελευταίας στιγμής για επανασύγκληση του πολυμερούς φόρουμ για την ΕΚΕ, και υποδηλώνει ότι η Επιτροπή μπορεί να επέτρεψε να δεχθεί υπερβολικές πιέσεις από τις ομάδες συμφερόντων των εταιρειών σε αντίθεση με όσα προβλέπονται στην ίδια της την πρωτοβουλία για τη διαφάνεια του Νοεμβρίου του 2005.

Για τους λόγους αυτούς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να κάνει ορισμένες στρατηγικές επιλογές στο πλαίσιο της απάντησής του στην ανακοίνωση.

Αν και θα ήταν εύκολο να καταδικάσουμε την όλη διαδικασία, αυτό θα οδηγούσε πιθανώς στην υπαναχώρηση της ΕΕ συνολικά από τον διάλογο για την ΕΚΕ, οπότε τι μπορεί να γίνει;

Πρώτον, η «Συμμαχία για τις Επιχειρήσεις» πρέπει να επιτύχει η ίδια τα ελάχιστα επίπεδα οργάνωσης και διαφάνειας που οι συμμετέχουσες εταιρείες θα προσδοκούσαν σε οποιαδήποτε δική τους επιχειρηματική δραστηριότητα. Πρέπει επίσης να αντληθούν διδάγματα από τις διαδικαστικές δυσκολίες του πολυμερούς φόρουμ και θα πρέπει να δοθεί σε αυτό η δυνατότητα να διερευνήσει και να συζητήσει ρυθμιστικές απαντήσεις με στόχο την «αποπόλωση» του διαλόγου όσον αφορά το δίλημμα μεταξύ της εθελοντικής και της υποχρεωτικής προσέγγισης.

Η Επιτροπή πρέπει να συμμετάσχει πλήρως σε αμφότερες τις συζητήσεις, και όλοι οι παράγοντες πρέπει να εστιάσουν εκ νέου σε συστάσεις για συγκεκριμένες δράσεις στο πλαίσιο των πολιτικών και των προγραμμάτων της ΕΕ για την εφαρμογή των διαφόρων πτυχών της ΕΚΕ.

Πρέπει να αξιοποιηθεί η ευκαιρία για την υποστήριξη υποχρεωτικών απαιτήσεων συμμετοχής των ομάδων πίεσης τόσο των εταιρειών όσο και των άλλων πλευρών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ, προκειμένου να καταδειχθεί η δέσμευση του Κοινοβουλίου για ανοικτό, ισορροπημένο και διαφανή διάλογο.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν πρέπει να απορρίψει την έμφαση που δίνει η Επιτροπή στη σύνδεση μεταξύ της ανταγωνιστικότητας και της ΕΚΕ, εν μέρει επειδή πράγματι προσφέρει νέα πολιτική προβολή και εν μέρει επειδή, προωθώντας μια προσέγγιση αποφυγής της ρύθμισης, η Επιτροπή τουλάχιστον υποβάθμισε την προσέγγιση της «δημιουργίας αξίας» της ΕΚΕ που σχετίζεται με τις επιχειρηματικές ευκαιρίες για την ανάπτυξη νέων, καινοτόμων από κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη προϊόντων και διαδικασιών από εταιρείες της ΕΕ.

Ωστόσο, το Κοινοβούλιο πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι εταιρείες που αντιμετωπίζουν ανταγωνιστές οι οποίοι επιδιώκουν να υιοθετήσουν λιγότερο αυστηρά πρότυπα ΕΚΕ, οι μικρές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν πολλαπλές και αντιφατικές απαιτήσεις από τις εταιρείες που προμηθεύουν, οι επενδυτές και οι καταναλωτές που θεωρούν τις πληροφορίες βάσει των οποίων καλούνται να λάβουν ηθικές αποφάσεις συγκεχυμένες και ασαφείς – όλα αυτά σημαίνουν ότι πρέπει να απορρίψουμε την προσέγγιση «ανοικτοί σε όλα» όσον αφορά την ΕΚΕ που υιοθέτησε η Επιτροπή και να επιστρέψουμε στην έννοια της σύγκλισης, την οποία υποστήριζαν στο παρελθόν. Υποστηρίζοντας μια κατ’ ουσίαν εθελοντική προσέγγιση, «επιλέγοντας νικητές» μεταξύ των πρωτοβουλιών ΕΚΕ (όχι όμως μεμονωμένες εταιρείες) και απορρίπτοντας την ιδέα ότι όλα ταιριάζουν σε όλους, μπορούμε να υιοθετήσουμε μια προσέγγιση που να ανταποκρίνεται περισσότερο στον σημερινό διάλογο, αλλά η οποία θα τυγχάνει ευρείας υποστήριξης από την ίδια την επιχειρηματική κοινότητα.

Για την «αποπόλωση» του διαλόγου μας για το δίλημμα μεταξύ υποχρεωτικών και εθελοντικών προσεγγίσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να περιοριστεί στην επανάληψη των θέσεων που διατυπώσαμε το 2002 και το 2003 για μία μόνο νέα νομοθετική πράξη σχετικά με την υποβολή ολοκληρωμένων εκθέσεων κοινωνικού, περιβαλλοντικού και οικονομικού περιεχομένου από τις εταιρείες – τουλάχιστον για τις μεγαλύτερου μεγέθους εταιρείες. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Πρόκειται για την απολύτως «κατάλληλη ρύθμιση» που απαιτεί απλώς διαφάνεια, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα για εθελοντικές, βασισμένες στην αγορά δράσεις από πιθανά στελέχη εταιρειών, επενδυτές και καταναλωτές.

Αντί να τάσσεται υπέρ μιας πρόσθετης νέας νομοθεσίας πέραν αυτής, το Κοινοβούλιο μπορεί να προωθήσει την προαγωγή της ΕΚΕ από την ΕΕ αξιοποιώντας την ισχύουσα νομοθεσία, τις πολιτικές και τα προγράμματα της ΕΕ. Η Επιτροπή συμμερίζεται τους στόχους αυτούς, αλλά το Κοινοβούλιο μπορεί να συνεισφέρει στη διατύπωση ορισμένων λεπτομερειών που η Επιτροπή επιλέγει να αποφύγει.

Οι εταιρείες καλούνται πράγματι να εξετάσουν τον κοινωνικό και τον περιβαλλοντικό αντίκτυπό τους στις επιχειρηματικές εκθέσεις τους στο πλαίσιο τριών διαφορετικών κανονισμών για την εταιρική διακυβέρνηση της ΕΕ. Πρέπει να ζητήσουμε να καταβληθούν σημαντικές προσπάθειες για την ενίσχυση της ενημέρωσης για τις διατάξεις αυτές, για την υποστήριξη της σωστής μεταφοράς τους σε ολόκληρη την ΕΕ και για την πραγματοποίηση διαβουλεύσεων σχετικά με ζητήματα «ουσιαστικότητας» και άλλους τρόπους ενίσχυσης των διατάξεων αυτών στο μέλλον. Δεν πρέπει να υπάρχει τεχνητός διαχωρισμός μεταξύ της ΕΚΕ και των ζητημάτων της υποχρέωσης λογοδοσίας των εταιρειών και της εταιρικής διακυβέρνησης.

Βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές και πραγματικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ για την προαγωγή της ΕΚΕ, με πλήρη σεβασμό των διεθνώς συμπεφωνημένων προτύπων και της πολυμερούς προσέγγισης και αυτές πρέπει να υποστηριχθούν. Το σχέδιο ψηφίσματος που προτείνεται στο Κοινοβούλιο εκπονήθηκε κατόπιν αναλυτικών συζητήσεων με την CSR Europe, το ευρωπαϊκό φόρουμ κοινωνικών επενδύσεων, την ευρωπαϊκή ακαδημία επιχειρήσεων στην κοινωνία καθώς και πολλούς άλλους.

Η ίδια η Επιτροπή καλείται αφενός να ενισχύσει την ενημέρωση και αφετέρου να εφαρμόσει άμεσα τις ισχύουσες πολιτικές για την παραπλανητική διαφήμιση, την άμεση ευθύνη στο εξωτερικό και τις δημόσιες συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης της ίδρυσης ενός εργαστηρίου της συμμαχίας, προκειμένου να αποστείλει ένα ηχηρό μήνυμα υπέρ των υπεύθυνων επιχειρήσεων. Αυτό είναι απολύτως συμβατό με τη σύσταση 7 του πολυμερούς φόρουμ, που υποστηρίζεται πλήρως από τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων, υπέρ ενός νομοθετικού πλαισίου που θα επιτρέπει στις εταιρείες που επιθυμούν να προχωρήσουν περαιτέρω μέσω της ΕΚΕ να επωφελούνται από αυτό στην αγορά τόσο στο εσωτερικό της ΕΕ όσο και παγκοσμίως.

Σε θεσμικό επίπεδο, διατυπώνονται επιχειρήματα υπέρ της δημιουργίας μιας θέσης διαμεσολαβητή της ΕΕ για την ΕΚΕ και της εκπόνησης ετήσιας έκθεσης για την κατάσταση της ΕΚΕ, αλλά το Κοινοβούλιο τάσσεται κατά της «εύκολης λύσης» της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού θεσμού που θα μπορούσε να παρουσιάσει προβλήματα αξιοπιστίας, και υπέρ της ενίσχυσης της συνεργασίας και της συνέπειας μεταξύ των υπαρχόντων θεσμών – άλλο ένα παράδειγμα σύγκλισης.

Τέλος, θα ήθελα να προτείνω έναν τρόπο μετατροπής του διαλόγου για την ΕΚΕ στην ΕΕ, που τόσο συχνά χαρακτηρίζεται από διαφωνίες, καθυστερήσεις και καχυποψία, σε έναν διάλογο που θα χαρακτηρίζεται από τον ενθουσιασμό και τη δέσμευση που περιέγραψα στην αρχή της έκθεσης.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να επιδιώξει να αλλάξει τα χαρακτηριστικά του διαλόγου πολύ περισσότερο στο πλαίσιο των παγκόσμιων στρατηγικών ΕΚΕ. Οι εταιρείες προτιμούν αυτήν την προσέγγιση, καθώς κατευνάζονται οι φόβοι τους ότι οι ενέργειες της ΕΕ θα μπορούσαν να τις θέσουν σε μειονεκτική θέση έναντι των διεθνών ανταγωνιστών τους. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις ολοένα και συχνότερα διαπραγματεύονται σε παγκόσμιο επίπεδο διεθνείς συμφωνίες πλαισίου αναγνωρίζοντας τις παγκόσμιες αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται οι εταιρείες της ΕΕ. Οι ακτιβιστές αναγνωρίζουν ότι οι χαρακτηριστικότερες παραβιάσεις των περιβαλλοντικών και εργατικών προτύπων και των δικαιωμάτων του ανθρώπου λαμβάνουν χώρα στα κατάντη των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού «Βόρειων» εταιρειών σε αγορές «Νότιων» αναπτυσσόμενων χωρών, και ότι ο απώτερος στόχος πρέπει να είναι μια δεσμευτική διεθνής σύμβαση για την υποχρέωση λογοδοσίας των εταιρειών – όπως υποστηρίχθηκε στην παγκόσμια διάσκεψη κορυφής για την αειφόρο ανάπτυξη στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Η Επιτροπή πρέπει να αναγνωρίσει ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί να σημαίνει επιλογή μη συμμετοχής στις δράσεις σε επίπεδο ΕΕ και ότι δημιουργεί πράγματι μεγαλύτερη πρόκληση όσον αφορά τη συστράτευση της κοινής γνώμης στα κράτη μέλη υπέρ της ανάληψης αποφασιστικής δράσης σε διεθνές επίπεδο. Η Γερμανία, η Πορτογαλία και η Γαλλία που θα αναλάβουν την Προεδρία της ΕΕ εντός της επόμενης διετίας είναι όλες περισσότερο από πρόθυμες να δραστηριοποιηθούν στον τομέα αυτόν, και το Κοινοβούλιο πρέπει να προτείνει να ηγηθεί η Ευρώπη του διεθνούς διαλόγου, συγκαλώντας μια διεθνή διάσκεψη για την επανεξέταση και την προώθηση της δέσμευσης του Γιοχάνεσμπουργκ για διακυβερνητικές πρωτοβουλίες για την υποχρέωση λογοδοσίας των εταιρειών, με την ευκαιρία της πέμπτης επετείου από τη διατύπωσή της. Προτείνω επίσης διμερή διάλογο ΕΕ-Ιαπωνίας στον τομέα αυτόν.

Αυτή η προσέγγιση σημαίνει επίσης συντονισμένες προσπάθειες για την ενσωμάτωση της ΕΚΕ στις αναπτυξιακές και εμπορικές πολιτικές της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις – μια υπόσχεση που ποτέ δεν υλοποιήθηκε.

Όταν ο ειδικός εκπρόσωπος του ΟΗΕ για τις επιχειρήσεις και τα δικαιώματα του ανθρώπου εξετάζει ανοικτά το ενδεχόμενο ρυθμιστικών απαντήσεων στον διάλογο για την ΕΚΕ, η περίφημη πρωτοβουλία για την υποβολή εκθέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο που απορρέει από τα περιβαλλοντικά προγράμματα των Ηνωμένων Εθνών ζητεί ανοικτά σύγκλιση των εργαλείων της ΕΚΕ με τις επιχειρήσεις, όταν το Παγκόσμιο Σύμφωνο του ΟΗΕ απέκλεισε 200 επιχειρήσεις από την πρωτοβουλία του λόγω μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του, και η Επιτροπή θα διαπιστώσει επίσης ότι η προσέγγιση «ανοικτοί σε όλα» της ανακοίνωσής της είναι ξεπερασμένη και παλιομοδίτικη.

Εάν ωστόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιτύχει να συντάξει ένα ψήφισμα το οποίο να συμβάλλει στη δημιουργία αποτελεσματικών και διαφανών μηχανισμών για τον διάλογο σχετικά με την ΕΚΕ στο εσωτερικό της ΕΕ, να ενθαρρύνει την Επιτροπή να υλοποιήσει τις υποσχέσεις της με συγκεκριμένες ενέργειες οι οποίες να καθιστούν σαφή την «προστιθέμενη αξία» της προσέγγισης της ΕΕ στο πλαίσιο των υφιστάμενων πολιτικών και προγραμμάτων της ΕΕ, και ταυτόχρονα να εμποδίζει την Ευρώπη να συνεχίσει να μένει πίσω στον διεθνή διάλογο για την ΕΚΕ, και να ενσταλάζει λίγο από το όραμα και το πνεύμα του παγκόσμιου κινήματος της ΕΚΕ στις συζητήσεις μας – τότε ο διάλογος για την ΕΚΕ στην Ευρώπη μπορεί και πάλι να δρομολογηθεί.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, ΈΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (29.11.2006)

προς την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων

σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: μία νέα εταιρική σχέση

(2006/2133(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Gunnar Hökmark

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας καλεί την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  τονίζει τον ρόλο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης όσον αφορά τη συνεισφορά της στην αειφόρο ανάπτυξη και τη στρατηγική της Λισαβόνας σε σχέση με θέματα όπως η ορθολογικότερη χρήση των φυσικών πόρων, η επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων από την καινοτομία, η μείωση της φτώχειας και ο μεγαλύτερος σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

2.  υποστηρίζει την πρωτοβουλία που ανέλαβε η Επιτροπή για τη δημιουργία ενός βήματος διαλόγου με τα ενδιαφερόμενα μέρη μεταξύ και εντός των κρατών μελών το οποίο θα διευκολύνει την ανταλλαγή άριστων πρακτικών και θα αυξήσει την κατανόηση σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη σε ευρωπαϊκό επίπεδο· τονίζει ωστόσο ότι η Επιτροπή δεν πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη θέσπιση ενός ακόμη περιττού ρυθμιστικού πλαισίου το οποίο εισάγει κανόνες οι οποίοι δεν υφίστανται στα σχετικά κράτη μέλη·

3.  τονίζει ότι η συμμετοχή εταιριών στις δραστηριότητες εταιρικής κοινωνικής ευθύνης θα πρέπει πάντοτε να είναι εθελοντικού χαρακτήρα και να λαμβάνει υπόψη την τρέχουσα κατάσταση ανάπτυξης της αγοράς σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και το επιχειρηματικό πνεύμα τους, τη συμμόρφωση με την αρχή της κοινωνικής εταιρικής σχέσης και τις πολιτικές πτυχές· τονίζει επίσης ότι οι δραστηριότητες εταιρικής κοινωνικής ευθύνης δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις δραστηριότητες του δημόσιου τομέα όπου τέτοιου είδους μέτρα ορθώς απαιτούνται και πρέπει να είναι ανεξάρτητα από ρυθμιστικά πλαίσια τα οποία ισχύουν για φορείς του δημόσιου τομέα·

4.  επισημαίνει ότι η εταιρική κοινωνική ευθύνη θα πρέπει να ασχοληθεί με νέους τομείς όπως η δια βίου μάθηση, η οργάνωση της εργασίας, οι ίσες ευκαιρίες, η κοινωνική ένταξη, η αειφόρος ανάπτυξη ή η δεοντολογία, προκειμένου να αποτελέσει πρόσθετο μέσο για τη διαχείριση της βιομηχανικής αλλαγής και αναδιάρθρωσης·

5.  ενθαρρύνει τις εταιρίες να αποφασίσουν μεμονωμένα σχετικά με τους δείκτες αναφοράς για λύσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης· πιστεύει ότι οι δραστηριότητες εταιρικής κοινωνικής ευθύνης οι οποίες δεν προέρχονται από το εσωτερικό των εταιριών αλλά επιβάλλονται έξωθεν θα μπορούσαν να έχουν αντίθετα αποτελέσματα στην προθυμία των εταιριών να επενδύσουν σε άλλες χώρες και να αναπτύξουν εμπορικές συναλλαγές με αυτές, ιδίως τις αναπτυσσόμενες χώρες, και ως εκ τούτου θα μπορούσαν να μειώσουν τις ευκαιρίες οικονομικής ανάπτυξης και τις προσπάθειες για την εξάλειψη της φτώχειας·

6.  υπογραμμίζει τη σημασία της οικοδόμησης εμπιστοσύνης και συναίνεσης, καθώς και της στήριξης για διεθνώς αποδεκτές αρχές όπως οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι δεν υπάρχει καθολικά αποδεκτό σύστημα μέτρησης για τις δραστηριότητες εταιρικής κοινωνικής ευθύνης·

7.  επικροτεί το διάλογο ο οποίος ενθαρρύνει τις εταιρίες να δημιουργήσουν μια λογική ισορροπία μεταξύ δεοντολογικών ζητημάτων, αποκόμισης κέρδους και ανταγωνιστικότητας· απορρίπτει την έννοια ότι προσπάθειες για την αύξηση των κερδών είναι ασυμβίβαστες με τη δεοντολογική συμπεριφορά και αναγνωρίζει τα οφέλη στην ευημερία και στη βιωσιμότητα που προκύπτουν από ανοικτές και ανταγωνιστικές αγορές· τονίζει τη δεοντολογική και εμπορική ευθύνη για την επ' ουδενί παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή ελευθεριών την οποία θα πρέπει να φέρουν όλες οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στις δραστηριότητές τους σε τρίτες χώρες· υπενθυμίζει επίσης τα θετικά αποτελέσματα που μπορούν να έχουν οι ευρωπαϊκές εταιρίες στις τοπικές συνθήκες εργασίας και στο περιβάλλον, καθώς και τη σημασία της μεταφοράς τεχνογνωσίας και τεχνολογίας που ακολουθεί τις ξένες επενδύσεις και τις επιχειρηματικές συναλλαγές στις χώρες υποδοχής· τονίζει επίσης την ευθύνη των εταιριών που εμπλέκονται ως εργοδότες ή ενδιαφερόμενα μέρη στις τρίτες χώρες ότι επ' ουδενί δεν πρέπει να επωφελούνται της υφιστάμενης καταπίεσης των πολιτών· συμμερίζεται την άποψη ότι οι καταναλωτές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομία·

8.  πιστεύει ότι η διεθνής διάσταση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης θα πρέπει να αποτελέσει κίνητρο για την εκπόνηση κατευθυντήριων γραμμών που θα προωθούν την ανάπτυξη πολιτικών αυτού του είδους σε ολόκληρο τον κόσμο.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Εταιρική κοινωνική ευθύνη: μία νέα εταιρική σχέση

Αριθμός διαδικασίας

2006/2133(INI)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

EMPL

Γνωμοδότηση της
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ITRE
15.6.2006

Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

 

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης
  Ημερομηνία ορισμού

Gunnar Hökmark
20.6.2006

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν

 

Εξέταση στην επιτροπή

10.10.2006

28.11.2006

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

28.11.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

27

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jan Březina, Jerzy Buzek, Pilar del Castillo Vera, Giles Chichester, Den Dover, Adam Gierek, Norbert Glante, Umberto Guidoni, Fiona Hall, Rebecca Harms, Erna Hennicot-Schoepges, Romana Jordan Cizelj, Werner Langen, Eugenijus Maldeikis, Reino Paasilinna, Miloslav Ransdorf, Vladimír Remek, Teresa Riera Madurell, Mechtild Rothe, Paul Rübig, Andres Tarand, Catherine Trautmann, Νικόλαος Βακάλης, Alejo Vidal-Quadras, Dominique Vlasto

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Pilar Ayuso, Gunnar Hökmark, Lambert van Nistelrooij

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

 

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

 


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ (27.11.2006)

προς την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων

σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: μια νέα εταιρική σχέση

(2006/2133(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων καλεί την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.   καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να υποστηρίξουν και να προαγάγουν το σεβασμό των θεμελιωδών κανόνων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) ως συνιστώσας της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (ΕΚΕ), όπου και αν δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις·

2.   υπενθυμίζει την ανάγκη προώθησης του επιχειρηματικού πνεύματος προκειμένου να επιτευχθούν οι αναπτυξιακοί στόχοι της Χιλιετίας· παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν το γυναικείο δυναμικό στον τομέα αυτό· θεωρεί, ωστόσο, ότι μία επιχείρηση είναι κοινωνικά υπεύθυνη μόνον εάν σέβεται όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων της·

3.   υπενθυμίζει το θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζουν οι επιχειρήσεις όσον αφορά το σεβασμό των αξιών της Ένωσης· ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να υιοθετήσουν υπεύθυνες πρακτικές πρόσληψης που δεν εισάγουν διακρίσεις, προκειμένου να ενισχύσουν την απασχόληση των γυναικών (να αυξήσουν το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών τουλάχιστον στο 60% σύμφωνα με τους στόχους της Λισαβόνας) και των μειονεκτούντων ατόμων συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρία· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να επιβραβεύουν τις καλές πρακτικές των επιχειρήσεων στον εν λόγω τομέα, ιδίως μέσω της απονομής βραβείων ή άλλων τιμητικών διακρίσεων·

4.   ζητεί μια υπεύθυνη πολιτική προσλήψεων όσον αφορά ομάδες που υφίστανται διακρίσεις ή κοινωνικά μειονεκτούσες ομάδες καθώς και άτομα με περιορισμένες ικανότητες εργασίας λόγω αναπηρίας·

5.   ζητεί από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να δεσμευθούν για την προώθηση της ΕΚΕ σε όλες τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκτός αυτής· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει, στο πλαίσιο των εργασιών της νέας Συμμαχίας για την ΕΚΕ , την εκπόνηση χάρτη ορθής πρακτικής τον οποίο θα μπορούσαν να υπογράφουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις·

6.   υπογραμμίζει ότι οι επιχειρήσεις που επιδεικνύουν κοινωνική ευθύνη συμβάλλουν σημαντικά στην εξάλειψη των ανισοτήτων που πλήττουν κυρίως τις γυναίκες και τα άτομα με αναπηρία στην αγορά εργασίας, ιδίως ως προς την πρόσβαση στην απασχόληση, τις κοινωνικές παροχές, την κατάρτιση, την επαγγελματική εξέλιξη και μια δίκαιη μισθολογική πολιτική· υπογραμμίζει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να ευθυγραμμίσουν την πολιτική τους στον τομέα των προσλήψεων με την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας(1)·

7.   υπενθυμίζει ότι η κοινωνικά υπεύθυνη συμπεριφορά περιλαμβάνει το σεβασμό της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την ισότητα των φύλων και τη μη εφαρμογή διακρίσεων σε όλες τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων, περιλαμβανομένης και της μετεγκατάστασης·

8.   εμμένει στην άποψη ότι ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων έχει σημασία για την προώθηση της γυναικείας απασχόλησης και την καταπολέμηση των διακρίσεων· τους ενθαρρύνει να αναλάβουν πρωτοβουλίες, στο πλαίσιο της ΕΚΕ, υπέρ της αυξημένης συμμετοχής των γυναικών στα διοικητικά συμβούλια, τις επιτροπές επιχειρήσεων και στους φορείς κοινωνικού διαλόγου·

9.   τονίζει ότι η ΕΚΕ θα πρέπει να περιλαμβάνει την έγκριση πολιτικών που έχουν ως στόχο να προωθήσουν ένα ποιοτικό εργασιακό περιβάλλον, σύμφωνα με την εθνική και την ευρωπαϊκή νομοθεσία, και να επιτρέψουν τον καλύτερο συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής·

10. θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της ΕΚΕ, θα μπορούσαν να χρηματοδοτούν πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες οι οποίες θα προσέφεραν προστιθέμενη αξία στις ευρωπαϊκές πολιτικές στον τομέα του πολιτισμού και της διά βίου εκπαίδευσης·

11. καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει, στο πλαίσιο της παρακολούθησης της προόδου της ΕΚΕ, την αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στο πολυμερές φόρουμ, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών και ορθών πρακτικών στον τομέα της ισότητας των φύλων·

12. ζητεί μια ολιστική προσέγγιση της έννοιας της ΕΚΕ, δεδομένου ότι η κοινωνική ευθύνη μιας επιχείρησης δεν περιορίζεται στις άμεσες εργασιακές σχέσεις, αλλά περιλαμβάνει και άλλους τομείς της ζωής.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Εταιρική κοινωνική ευθύνη: μια νέα εταιρική σχέση

Αριθμός διαδικασίας

2006/2133(INI)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

EMPL

Γνωμοδότηση της
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

FEMM
15.6.2006

Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

 

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης
  Ημερομηνία ορισμού

Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου
11.7.2006

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν

 

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

5.10.2006

23.11.2006

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

23.11.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

-:

0:

15

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Edit Bauer, Hiltrud Breyer, Ilda Figueiredo, Věra Flasarová, Zita Gurmai, Esther Herranz García, Lívia Járóka, Pia Elda Locatelli, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, Christa Prets, Eva-Britt Svensson, Britta Thomsen

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Anna Hedh, Sophia in 't Veld, Heide Rühle

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

 

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

...

(1)

ΕΕ L, 14.2.1976, σελ. 40. Οδηγία που τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/73/ΕΚ (ΕΕ L 269, 5.10.2002, σελ. 15).


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Εταιρική κοινωνική ευθύνη: μια νέα εταιρική σχέση

Αριθ. διαδικασίας

2006/2133(INI)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια της έγκρισης εκπόνησης

EMPL
15.6.2006

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)
Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

DEVE
15.6.2006

ECON
15.6.2006

ITRE
15.6.2006

IMCO
15.6.2006

JURI
15.6.2006

 

FEMM
15.6.2006

 

 

 

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει
  Ημερομηνία της απόφασης

DEVE
11.7.2006

ECON
5.9.2006

IMCO
4.9.2006

JURI
11.9.2006

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Εισηγητής(ές)
  Ημερομηνία ορισμού

Richard Howitt
19.4.2006

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

13.9.2006

4.10.2006

22.11.2006

18.12.2006

 

Ημερομηνία έγκρισης

19.12.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+

-

0

25

15

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jan Andersson, Roselyne Bachelot-Narquin, Emine Bozkurt, Philip Bushill-Matthews, Alejandro Cercas, Ole Christensen, Derek Roland Clark, Luigi Cocilovo, Proinsias De Rossa, Harald Ettl, Carlo Fatuzzo, Ilda Figueiredo, Joel Hasse Ferreira, Roger Helmer, Stephen Hughes, Karin Jöns, Ona Juknevičienė, Sepp Kusstatscher, Jean Lambert, Raymond Langendries, Thomas Mann, Mario Mantovani, Csaba Őry, Siiri Oviir, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, Jacek Protasiewicz, José Albino Silva Peneda, Kathy Sinnott, Jean Spautz, Struan Stevenson, Anne Van Lancker, Gabriele Zimmer

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Udo Bullmann, Françoise Castex, Richard Howitt, Jamila Madeira, Claude Moraes, Roberto Musacchio, Elisabeth Schroedter, Patrizia Toia

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Jean-Pierre Audy

Ημερομηνία κατάθεσης

20.12.2006

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

 

Τελευταία ενημέρωση: 8 Ιανουάριος 2007Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου