Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
8η κοινοβουλευτική περίοδος - Σεπτέμβριος 2015
   PDF PDF
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

ΤΙΤΛΟΣ VIII : ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 : ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ - ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ

Άρθρο 198 : Εξεταστικές επιτροπές

1.   Το Κοινοβούλιο, μετά από αίτηση του ενός τετάρτου των βουλευτών, μπορεί να συστήσει εξεταστική επιτροπή για να εξετάζει τις καταγγελίες παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης ή περιστατικά κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, τα οποία καταλογίζονται σε όργανο ή υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ή σε δημόσια διοίκηση ενός κράτους μέλους, ή σε πρόσωπα στα οποία το δίκαιο της Ένωσης αναθέτει την εντολή της εφαρμογής του.

Η απόφαση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής δημοσιεύεται εντός ενός μηνός στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Κοινοβούλιο λαμβάνει εξάλλου κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου η απόφαση αυτή να καταστεί όσο το δυνατό περισσότερο γνωστή.

2.   Η λειτουργία εξεταστικής επιτροπής διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού οι οποίες εφαρμόζονται στις επιτροπές, πλην των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από το παρόν άρθρο και από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1995, σχετικά με τους τρόπους άσκησης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων, που επισυνάπτεται στον παρόντα Κανονισμό(1) .

3.   Η αίτηση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής θα πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο της έρευνας και να περιλαμβάνει λεπτομερή αιτιολογική έκθεση που να την υποστηρίζει. Το Κοινοβούλιο, μετά από πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων, αποφασίζει σχετικά με τη σύσταση της επιτροπής και, αν αποφασίσει τη σύστασή της, σχετικά με τη σύνθεσή της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 199.

4.   Η εξεταστική επιτροπή περατώνει τις εργασίες της με την υποβολή έκθεσης εντός δώδεκα μηνών κατ’ ανώτατο όριο. Το Κοινοβούλιο μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει δύο φορές την προθεσμία αυτή για άλλους τρεις μήνες.

Εντός της εξεταστικής επιτροπής έχουν δικαίωμα ψήφου μόνο τα τακτικά μέλη ή, κατά την απουσία τους, οι μόνιμοι αναπληρωτές τους.

5.   Η εξεταστική επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρό της και δύο αντιπροέδρους και ορίζει έναν ή περισσότερους εισηγητές. Εξάλλου, η επιτροπή μπορεί επίσης να αναθέσει αποστολές, ειδικά καθήκοντα ή αρμοδιότητες στα μέλη της, τα οποία στη συνέχεια της υποβάλλουν λεπτομερή έκθεση.

Στη διάρκεια που μεσολαβεί μεταξύ δύο συνεδριάσεων, το προεδρείο ασκεί, σε περιπτώσεις κατεπείγοντος ή ανάγκης, τις εξουσίες της επιτροπής, με την προϋπόθεση ότι οι ενέργειές του θα επικυρωθούν στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση.

6.   Εφόσον εξεταστική επιτροπή θεωρεί ότι κάποιο δικαίωμά της δεν έχει γίνει σεβαστό, προτείνει στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να λάβει τα απαραίτητα μέτρα.

7.   Η εξεταστική επιτροπή μπορεί να αποταθεί στα όργανα ή στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 3 της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, με σκοπό τη διεξαγωγή ακροάσεων ή την παραλαβή εγγράφων.

Τα έξοδα ταξιδίου και παραμονής των μελών και των υπαλλήλων των θεσμικών και άλλων οργάνων της Ένωσης επιβαρύνουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες. Τα έξοδα ταξιδίου και παραμονής των άλλων προσώπων που καταθέτουν ενώπιον εξεταστικής επιτροπής θα επιστρέφονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τους όρους που εφαρμόζονται για τις ακροάσεις των εμπειρογνωμόνων.

Κάθε άτομο που καλείται να καταθέσει ενώπιον εξεταστικής επιτροπής έχει το δικαίωμα να επικαλεσθεί τα δικαιώματα που θα είχε ως μάρτυρας ενώπιον δικαστικής αρχής της χώρας προέλευσής του και θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τα δικαιώματα αυτά πριν από την κατάθεσή του.

Όσον αφορά τη χρήση των γλωσσών, η εξεταστική επιτροπή εφαρμόζει το άρθρο 158. Ωστόσο, το προεδρείο της επιτροπής:

-   μπορεί να περιορίσει τη διερμηνεία στις επίσημες γλώσσες όσων πρέπει να συμμετάσχουν στις εργασίες, εάν το κρίνει απαραίτητο για λόγους εμπιστευτικότητας, και

-   αποφασίζει σχετικά με τη μετάφραση των εγγράφων που παραλαμβάνει κατά τρόπο ώστε η επιτροπή να μπορεί να διεξάγει τις εργασίες της με αποτελεσματικότητα και ταχύτητα, με σεβασμό του απαιτούμενου απορρήτου και της εμπιστευτικότητας.

8.   Ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής μεριμνά μαζί με τα μέλη του προεδρείου για την τήρηση του απορρήτου ή του εμπιστευτικού χαρακτήρα των εργασιών, προειδοποιώντας εγκαίρως τα μέλη επ’ αυτού.

Επίσης, υπενθυμίζει ρητώς τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 2 της προαναφερθείσας απόφασης. Εφαρμόζεται το Παράρτημα VII μέρος Α του Κανονισμού.

9.   Η εξέταση των εγγράφων που διαβιβάζονται με τη διαδικασία του απορρήτου ή εμπιστευτικώς διεξάγεται με τη βοήθεια τεχνικών μέσων που εξασφαλίζουν την αποκλειστικότητα της πρόσβασης στα έγγραφα αυτά μόνον των ειδικώς επιφορτισμένων για το σκοπό αυτό βουλευτών. Οι εν λόγω βουλευτές πρέπει να αναλάβουν την επίσημη δέσμευση να μην επιτρέψουν σε κανέναν άλλον την πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι απόρρητες ή εμπιστευτικές σύμφωνα με το παρόν άρθρο και να τις χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά για τη σύνταξη της έκθεσής τους προς την εξεταστική επιτροπή. Οι συνεδριάσεις θα διεξάγονται σε αίθουσες με ειδική εγκατάσταση κατά τρόπο που να μην επιτρέπεται η ακρόαση εκ μέρους μη εξουσιοδοτημένων προσώπων.

10.   Όταν λήξουν οι εργασίες της, η εξεταστική επιτροπή υποβάλλει στο Κοινοβούλιο έκθεση με τα πορίσματα των εργασιών της, συνοδευόμενη ενδεχομένως από γνώμες της μειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 56. Η έκθεση αυτή δημοσιεύεται.

Μετά από αίτηση της εξεταστικής επιτροπής, το Κοινοβούλιο διεξάγει συζήτηση επί της τελικής αυτής έκθεσης κατά την αμέσως επόμενη από την υποβολή της έκθεσης περίοδο συνόδου.

Η επιτροπή αυτή μπορεί να υποβάλει στο Κοινοβούλιο σχέδιο σύστασης προοριζόμενο για θεσμικά ή άλλα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των κρατών μελών.

11.   Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου αναθέτει στην αρμόδια επιτροπή, σύμφωνα με το Παράρτημα VI του Κανονισμού, να εξακριβώσει τη συνέχεια που δόθηκε στα πορίσματα της εξεταστικής επιτροπής και, ενδεχομένως, τη σύνταξη σχετικής έκθεσης. Λαμβάνει κάθε άλλο μέτρο που θεωρείται σκόπιμο προκειμένου να προωθηθεί η ουσιαστική εφαρμογή των πορισμάτων των ερευνών.

Μόνο στην πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων σχετικά με τη σύνθεση εξεταστικής επιτροπής (παράγραφος 3) είναι δυνατό να υποβληθούν τροπολογίες, σύμφωνα με το άρθρο 199 παράγραφος 2.

Το αντικείμενο της έρευνας, όπως προσδιορίζεται από το ένα τέταρτο των βουλευτών του Κοινοβουλίου (παράγραφος 3), καθώς και το χρονικό διάστημα που καθορίζεται με την παράγραφο 4, δεν επιδέχονται τροπολογίες.

(1)Βλ. παράρτημα VIII.
Τελευταία ενημέρωση: 28 Σεπτεμβρίου 2015Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου