Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

 Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2004 - ΣτρασβούργοΟριστική έκδοση
Πρόοδος της Τουρκίας στην πορεία προς την ένταξη
 Αντιμετώπιση της διασυνοριακής εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα *
 Κατάλοιπα φυτοφαρμάκων ***II
  Ψήφισμα
  Ενοποιημένο κείμενο
 Σύνοδος Κορυφής ΕΕ-Ρωσίας
 Διαδικασία χορήγησης ασύλου και προστασία στις περιοχές καταγωγής
 Στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2005-2012)

Πρόοδος της Τουρκίας στην πορεία προς την ένταξη
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την περιοδική έκθεση 2004 και τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορά την πρόοδο της Τουρκίας προς την προσχώρηση (COM(2004)0656 – C6-0148/2004 – 2004/2182(INI))
P6_TA(2004)0096 A6-0063/2004

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την περιοδική έκθεση 2004 και τη σύσταση της Επιτροπής για την πρόοδο της Τουρκίας προς την προσχώρηση, της 6ης Οκτωβρίου 2004 (COM(2004)0656 - C6-0148/2004 )(1) ,

–   έχοντας υπόψη το από 1 Απριλίου 2004 ψήφισμά του σχετικά με την περιοδική έκθεση 2003 της Επιτροπής για την πρόοδο που σημειώθηκε στην πορεία προσχώρησης της Τουρκίας(2) και προηγούμενα ψηφίσματα επί του εν λόγω ζητήματος που ενέκρινε μεταξύ 18ης Ιουνίου 1987 και 1ης Απριλίου 2004,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Κοπεγχάγη, 21-22 Ιουνίου 1993, Ελσίνκι, 10-11 Δεκεμβρίου 1999, Κοπεγχάγη, 12-13 Δεκεμβρίου 2002,Θεσσαλονίκη, 19-20 Ιουνίου 2003 και Βρυξέλλες, 12 και 13 Δεκεμβρίου 2003),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A6-0063/2004 ),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Τουρκία έχει εκπληρώσει επαρκώς τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης και συνιστά να ανοίξουν ενταξιακές διαπραγματεύσεις,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε το 2002 ότι εάν η Τουρκία εκπληρώσει τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θα ανοίξει ενταξιακές διαπραγματεύσεις χωρίς καθυστέρηση,

Γ.   εκτιμώντας ότι στην Τουρκία έχει σημειωθεί αισθητή νομοθετική και θεσμική σύγκλιση προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ιδίως από τις εκλογές του 2002,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει αναφέρει ότι η ένταξη της Τουρκίας θα διαφέρει από τις προηγούμενες διευρύνσεις λόγω του συνδυασμένου αντικτύπου του πληθυσμού, της έκτασης, της γεωγραφικής θέσης, καθώς και του δυναμικού της χώρας από πλευράς οικονομίας, ασφάλειας και στρατιωτικών δυνάμεων,

Ε.   εκτιμώντας ότι η Τουρκία δημοκρατική και οικονομικά σταθερή θα ωφελήσει σημαντικά ολόκληρη την Ευρώπη,

ΣΤ.   υπενθυμίζοντας τα συμπεράσματα των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων του Ελσίνκι και της Κοπεγχάγης, στα οποία αναγνωριζόταν ρητώς η πολιτική βούληση της Τουρκίας να γίνει μέλος της ΕΕ, καθώς και το δικαίωμά της να αποκτήσει καθεστώς υποψήφιας προς πλήρη ένταξη χώρας,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η στρατηγική που προτείνει η Επιτροπή για τη διαδικασία ένταξης αποτελείται από τρεις πυλώνες, οι οποίοι αφορούν αντιστοίχως: τη συνεργασία για την ενίσχυση και την υποστήριξη της διαδικασίας μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία· τους ειδικούς όρους διεξαγωγής των ενταξιακών διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο διακυβερνητικής διάσκεψης όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με ομοφωνία (συγκριτικές αξιολογήσεις για το άνοιγμα και το κλείσιμο των κεφαλαίων, δυνατότητα θέσπισης μακρών μεταβατικών περιόδων όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, τη γεωργία και την υλοποίηση των διαρθρωτικών πολιτικών (ταμείο συνοχής), καθώς και πρόβλεψης ειδικών διευθετήσεων και μόνιμων διασφαλίσεων)· και αισθητά ενισχυμένο πολιτικό και πολιτιστικό διάλογο με συμμετοχή των πολιτών των κρατών μελών και της Τουρκίας,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή δεν έχει προτείνει ημερομηνία για το άνοιγμα των διαπραγματεύσεων και έχει αναφέρει ότι η διαδικασία των διαπραγματεύσεων είναι διαδικασία ανοικτού πέρατος, το αποτέλεσμα της οποίας δεν είναι εγγυημένο εκ των προτέρων,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει δηλώσει ότι ο μη αναστρέψιμος χαρακτήρας των μεταρρυθμιστικών διαδικασιών και ειδικότερα η εφαρμογή τους όσον αφορά τις θεμελιώδεις ελευθερίες θα πρέπει να επιβεβαιωθούν επί μακρά χρονική περίοδο,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει δηλώσει ότι, ανεξάρτητα από την έκβαση των διαπραγματεύσεων ή την συνακόλουθη διαδικασία κύρωσης, οι σχέσεις μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας πρέπει να εξασφαλίσουν ότι η Τουρκία παραμένει πλήρως συνδεδεμένη με τις ευρωπαϊκές δομές,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή θα προτείνει αναθεώρηση της ενταξιακής εταιρικής σχέσης την άνοιξη του 2005 και θα παρουσιάζει ετήσια γενική επισκόπηση, αρχίζοντας από το τέλος του 2005, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εδραιώνονται και διευρύνονται οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης των αρχών της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, καθώς και των αρχών του διεθνούς δικαίου, η Επιτροπή θα συστήσει τη διακοπή των διαπραγματεύσεων στο Συμβούλιο, το οποίο θα αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει αναφέρει ότι η ΕΕ θα χρειασθεί να ορίσει τις δημοσιονομικές προοπτικές της για την περίοδο από το 2014 και μετά πριν καταστεί δυνατή η περάτωση των διαπραγματεύσεων,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου 2003, στην οποία αναφέρεται ότι "η ικανότητα της Ένωσης να ενσωματώσει νέα κράτη μέλη, διατηρώντας παράλληλα την ώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο που ανταποκρίνεται στο γενικό συμφέρον, τόσο της Ένωσης όσο και των υποψηφίων χωρών",

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μελέτη της Επιτροπής για τον αντίκτυπο της ένταξης της Τουρκίας έχει αναφέρει ότι η ένταξή της καθιστά απολύτως απαραίτητη την ουσιαστική μεταρρύθμιση πολλών πολιτικών της ΕΕ,

P.   ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυβέρνηση της Τουρκίας, σε συνεργασία με το Κοινοβούλιο της χώρας, θέσπισε και έθεσε σε εαφρμογή σημαντικές συνταγματικές και νομοθετικές αλλαγές τα τελευταία χρόνια,

ΙΖ.   εκτιμώντας ότι το άνοιγμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων θα πρέπει να συνεπάγεται ότι τα πολιτικά κριτήρια πληρούνται και ότι η ΕΕ θα έχει την δυνατότητα να απορροφήσει την Τουρκία, διατηρώντας παράλληλα την ορμή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η δε ικανοποίηση "του συνόλου των κριτηρίων" της Κοπεγχάγης συνιστά τη βάση της ένταξης στην Ένωση,

ΙΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νέος Ποινικός Κώδικας και ο νόμος για την ίδρυση δευτεροβάθμιων δικαστηρίων εκδόθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2004, και ο νόμος για τις ενώσεις στις 4 Νοεμβρίου 2004 ενώ η απόφαση για τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η νομοθεσία για την ίδρυση της δικαστικής αστυνομίας καθώς και ο νόμος για την εκτέλεση των ποινών και των μέτρων δεν έχουν ακόμη εκδοθεί,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τις εκτεταμένες αλλαγές που εισήχθησαν με δύο σημαντικές δέσμες συνταγματικών μεταρρυθμίσεων το 2001 και το 2004, η Τουρκία έχει διατηρήσει Σύνταγμα που θεσπίστηκε το 1982,

Κ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πλήρης κοινοβουλευτικός έλεγχος για τις στρατιωτικές δαπάνες θα πρέπει να εξασφαλιστεί στην πράξη με βάση τις εγκριθείσες μεταρρυθμίσεις,

ΚΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι εκατοντάδες περιπτώσεις βασανιστηρίων έχουν αναφερθεί σε τουρκικούς κυβερνητικούς φορείς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο κατά το 2003 όσο και κατά το 2004, και ότι περισσότερες από 2000 αιτήσεις ασύλου από τούρκους πολίτες έγιναν δεκτές από κράτη μέλη της ΕΕ κατά το 2003,

ΚΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα νομοθετικά και εκτελεστικά μέτρα πρέπει να εδραιωθούν και διευρυνθούν περαιτέρω, ιδίως στην κατεύθυνση της πολιτικής μηδενικής ανοχής εναντίον των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης, και στην εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν την ελευθερία της έκφρασης, την ελευθερία του τύπου, την ελευθερία της θρησκείας, τα δικαιώματα των γυναικών, τα δικαιώματα των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης της παιδικής εργασίας και τα πρότυπα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας,

ΚΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά την εφαρμογή εκτενούς προγράμματος μεταρρυθμίσεων, τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης εξακολουθούν να παρουσιάζουν ορισμένα κενά, και ότι, συνεπώς, θα πρέπει να βελτιωθεί η εκπαιδευτική προσφορά στις λιγότερο ευνοημένες περιοχές, καθώς και το ποσοστό σχολικής φοίτησης, ιδίως των κοριτσιών,

ΚΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι για την ενίσχυση της θρησκευτικής ελευθερίας η Τουρκία θα πρέπει να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις έτσι ώστε να εγγυηθεί ταχέως ίση μεταχείριση όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων και μειονοτήτων, μεταξύ άλλων στον τομέα των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, του νομικού καθεστώτος, των σχολείων και της εσωτερικής διαχείρισης, των διατάξεων χωροταξίας και της εκπαίδευσης του κλήρου,

ΚΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κουρδικός λαός αποτελεί σημαντική συνιστώσα της τουρκικής κοινωνίας και, επομένως, τα δικαιώματά του πρέπει να αναγνωρίζονται πλήρως,

Z.   ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελληνορθόδοξη Ιερατική Σχολή της Χάλκης δεν έχει ακόμη ανοίξει εκ νέου, παρά τις προηγούμενες εκκλήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς τις τουρκικές αρχές,

ΚΖ.   εκτιμώντας ότι δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ολοκληρωμένη στρατηγική για την ανάπτυξη των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών του τοπικού πληθυσμού στη νοτιοανατολική Τουρκία και ότι η επιστροφή των εσωτερικά εκτοπισμένων στη νοτιοανατολική Τουρκία έχει περιορισθεί και παρεμποδισθεί από το σύστημα των φρουρών των χωριών και από την έλλειψη υλικής υποστήριξης,

ΚΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τουρκία δεν έχει ακόμη εφαρμόσει εκκρεμείς αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας στην υπόθεση Λοϊζίδου και της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση της Κύπρου κατά της Τουρκίας,

ΚΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Λεϊλά Ζάνα και οι συνάδελφοί της αποφυλακίσθηκαν επιτέλους από την άδικη φυλάκιση και τώρα εργάζονται για την καλύτερη ενσωμάτωση των Κούρδων στην παραδοσιακή πολιτική ζωή της Τουρκίας,

Λ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τουρκικές και κουρδικές πολιτικές δυνάμεις, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, θρησκευτικές οργανώσεις και εξέχουσες προσωπικότητες στην Τουρκία υποστηρίζουν ένθερμα την έναρξη διαπραγματεύσεων προσχώρησης στην ΕΕ, με την ελπίδα ότι η έναρξη αυτών των διαπραγματεύσεων θα εμβαθύνει και θα επιταχύνει τη μεταρρυθμιστική διαδικασία στην Τουρκία,

ΛΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας δεν έχουν ακόμη ανοίξει ξανά από τις τουρκικές αρχές, οι οποίες με τον τρόπο αυτό έχουν χάσει μια ευκαιρία να προωθήσουν σχέσεις καλής γειτονίας με την Αρμενία,

ΛΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τουρκικές αρχές εξακολουθούν επίσης να μην ικανοποιούν τα αιτήματα σχετικά με τα λοιπά αρμενικά θέματα, όπως τα εξέφρασε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το ψήφισμά του της 18ης Ιουνίου 1987,

ΛΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το εκ νέου άνοιγμα για τους προσκυνητές των ερειπωμένων αρμενικών εκκλησιών του Ανί, κοντά στο Καρς της Ανατολικής Ανατολίας, το αξιοσημείωτο έργο του τούρκου ιστορικού Halil Berktay για τη γενοκτονία και η αναγέννηση των διακρατικών σχέσεων με την Αρμενική Δημοκρατία αποτελούν ουσιώδη βήματα προόδου, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται η ανάγκη να ολοκληρωθεί αυτό το εγχείρημα, ιδίως με το εκ νέου άνοιγμα των συνόρων μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας,

ΛΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο του ευρύτερου κυπριακού προβλήματος, η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να ανησυχεί για το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει αναγνωρισθεί από την Τουρκία, καθώς και για το γεγονός ότι δύναμη περισσότερων από 30.000 τούρκων στρατιωτών σταθμεύει στη Βόρεια Κύπρο,

ΛΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνέχιση της διαδικασίας εκδημοκρατισμού και του προγράμματος κοινωνικο-οικονομικού εκσυγχρονισμού θα μπορούσε να οδηγήσει την Τουρκία:

   - να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε ορισμένα διεθνικά ζητήματα (ενέργεια, υδάτινοι πόροι, μεταφορές, διαχείριση των συνόρων, καταπολέμηση της τρομοκρατίας)·
   - να ασκήσει θετική επιρροή στην ανάπτυξη κοσμικών δημοκρατικών κρατών στον ισλαμικό κόσμο, ως αντίβαρο του θρησκευτικού φονταμενταλισμού·
   - να έχει θετικό αντίκτυπο στα επιτεύγματα της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ σε ορισμένες δυνητικώς ασταθείς γειτονικές περιοχές, όπως η Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή, ο Καύκασος και η Κεντρική Ασία·

1.   χαιρετίζει τη διαδικασία πολιτικών μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία και τις εγκριθείσες συνταγματικές και νομοθετικές αλλαγές που έχουν τεθεί σε ισχύ, καθώς και την πρόοδο στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων από τότε που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε το ψήφισμα της 5ης Ιουνίου 2003 Κοινοβουλίου σχετικά με την αίτηση της Τουρκίας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση(3) · ωστόσο, είναι της γνώμης ότι οι τουρκικές αρχές εξακολουθούν να πρέπει να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, και να θέσουν τις τρέχουσες μεταρρυθμίσεις σε εφαρμογή, προκειμένου να ικανοποιήσουν πλήρως τα πολιτικά κριτήρια·

2.   χαιρετίζει τις εντυπωσιακές προσπάθειες των τουρκικών αρχών να επιτύχουν αισθητή νομοθετική και θεσμική σύγκλιση της Τουρκίας προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα·

3.   χαιρετίζει τις θετικές εξελίξεις στην τουρκική οικονομία, που εκδηλώνονται ιδίως με τη μείωση των μακροοικονομικών ανισομερειών και την αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης·

4.   χαιρετίζει τον συνεχιζόμενο ισχυρό ζήλο και την πολιτική βούληση της τουρκικής κυβέρνησης και της μεγάλης πλειοψηφίας των εκλεγμένων αντιπροσώπων του τουρκικού λαού να πλησιάσουν περισσότερο την ΕΕ· χαιρετίζει τη σημαντική λαϊκή υποστήριξη που αντικατοπτρίζεται στα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων·

5.   επισημαίνει με ικανοποίηση ότι τα τελευταία χρόνια η Τουρκία έχει εκπληρώσει ορισμένες συστάσεις και απαιτήσεις που περιέχονταν σε ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αφορούσαν ιδίως, μεταξύ άλλων: την ολοκληρωτική κατάργηση της θανατικής ποινής, την επέκταση σημαντικών θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, τη μείωση του ρόλου του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και την άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη νοτιοανατολική περιοχή της χώρας, ανταποκρινόμενη με τον τρόπο αυτόν σε ορισμένες συστάσεις που περιέχονταν σε ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· εκφράζει ωστόσο λύπη για τις επιφυλάξεις που εκφράσθηκαν σχετικά με το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα καθώς και για το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα·

6.   εκφράζει την απεριόριστη στήριξή του προς τις οργανώσεις και τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών που δρουν στην Τουρκία για την προάσπιση και την προαγωγή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών· καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να ενισχύσουν τη συνεργασία τους με τις οργανώσεις αυτές, στο πλαίσιο της παρακολούθησης της τήρησης εκ μέρους της Τουρκίας των πολιτικών κριτηρίων της Κοπεγχάγης·

7.   αναγνωρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις τις οποίες πραγματοποίησαν οι τουρκικές αρχές έχουν αυξήσει το πεδίο δράσης των μη κυβερνητικών οργανώσεων, ιδίως όσον αφορά την προαγωγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και καλεί την κυβέρνηση να εντείνει τις προσπάθειες για την πλήρη εξάλειψη των φαινομένων εκφοβισμού και παρενόχλησης όσων αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα και των οργανώσεων προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

8.   χαιρετίζει ιδίως την μεταρρύθμιση της ποινικής δικονομίας, η οποία ενισχύει τα δικαιώματα της υπεράσπισης· θεωρεί, ωστόσο, ότι το άρθρο 305 του νέου τουρκικού ποινικού κώδικα το οποίο επιβάλλει κυρώσεις για καταγγελλόμενες "απειλές στα θεμελιώδη εθνικά συμφέροντα" και η επεξηγηματική έκθεσή του που βάζει στο στόχαστρο την ελευθερία της έκφρασης, ιδίως όσον αφορά τα ζητήματα της Κύπρου και της Αρμενίας, είναι ασυμβίβαστο με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1950 για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών· ζητεί συνεπώς την κατάργησή του·

9.   χαιρετίζει την αποφυλάκιση της Λεϊλά Ζάνα και των συναδέλφων της από το πρώην Κόμμα της Δημοκρατίας (DEP) και ζητεί δίκαιη και ισότιμη νέα δίκη και άμεση απελευθέρωση όλων όσοι κρατούνται έχοντας καταδικαστεί για μη βίαιη έκφραση γνώμης στην Τουρκία·

10.   χαιρετίζει το γεγονός ότι η τουρκική κυβέρνηση έχει εισαγάγει νομικές αλλαγές οι οποίες επιτρέπουν σε ιδιωτικά κέντρα γλωσσών να προσφέρουν μαθήματα σε μητρικές γλώσσες άλλες πλην της τουρκικής (κουρδική, κιρκασιανή, αρμενική κτλ.), να μεταδίδονται προγράμματα μαζικών μέσων καθώς και να ανοίγουν και να λειτουργούν σταθμοί που μεταδίδουν σε άλλες γλώσσες· καλεί την τουρκική κυβέρνηση να άρει όλους τους περιορισμούς που απομένουν στον τομέα των μεταδόσεων και της εκπαίδευσης σε μειονοτικές γλώσσες·

11.   παροτρύνει ένθερμα την Τουρκία να επεκτείνει στην πράξη τις νομικές αυτές αλλαγές και τις εφαρμογές τους στην εκπαίδευση και στις ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις για μη μουσουλμανικές μειονότητες (Έλληνες, Αρμένιοι, Εβραίοι, Σύριοι)·

12.   καλεί την Τουρκία να βελτιώσει δραστικά την αντίληψή της περί εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, για παράδειγμα τονίζοντας τη συμβολή τους στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας· ζητεί ειδικότερα από τις τουρκικές αρχές να λάβουν υπόψη τους ότι ορισμένες συγκεκριμένες εκφάνσεις της συμβολής αυτής, όπως οι αρχαιολογικοί χώροι Hasankeyf, Ani, Ζεύγμα ή Aghtamar μπορούν να καταχωριστούν στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO·

13.   παροτρύνει, στο πλαίσιο αυτό, την τουρκική κυβέρνηση να εφαρμόσει τα πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ΕΕ στα μεγάλα έργα, όπως η κατασκευή φραγμάτων στην κοιλάδα του Munzur, το φράγμα Ilisu και τα χρυσωρυχεία στην Πέργαμο, όπου η ιστορική κληρονομιά και μοναδικής αξίας τοπία βρίσκονται σε κίνδυνο·

14.   παροτρύνει τις τουρκικές αρχές να εφαρμόσουν πλήρως πολιτική μηδενικής ανοχής σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις πτυχές ώστε να εκριζωθεί πλήρως το φαινόμενο των βασανιστηρίων, δεδομένου ότι περιστατικά εξακολουθούν να αναφέρονται σε τουρκικούς κυβερνητικούς φορείς και σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεδομένου ότι η τακτική της μηδενικής ανοχής εφαρμόζεται ανεπαρκώς·

15.   προτείνει στην τουρκική κυβέρνηση, κατά τη μεταρρύθμιση της ποινικής δικονομίας, να καταργήσει τη δυνατότητα παραγραφής για όλες τις ποινικές υποθέσεις μετά την έναρξη της δίκης · ζητεί από το τουρκικό δικαστικό σύστημα και ιδίως από τους εισαγγελείς, να εστιάσουν την προσοχή τους σε υποθέσεις καταγγελλομένων βασανιστηρίων, δεδομένου ότι επί του παρόντος έχουν κινηθεί μόνον ελάχιστες δικαστικές έρευνες και δικαστικές διαδικασίες κατά υπόπτων δραστών· καλεί την Τουρκία να αυξήσει τα επίπεδα στελέχωσης των εισαγγελικών υπηρεσιών προκειμένου να επιτευχθούν αποτελέσματα·

16.   καλεί, στο πλαίσιο αυτό, τις τουρκικές αρχές να εντείνουν τις προσπάθειες για αποτελεσματικότερη εφαρμογή, ιδίως δε να καταπολεμήσουν πιο αποφασιστικά το φαινόμενο της ατιμωρησίας, και εμμένει στην ανάγκη ενίσχυσης των προγραμμάτων που αποβλέπουν στην καταβολή εκπαιδευτικών προσπαθειών με στόχο την εξέλιξη της νοοτροπίας των αστυνομικών και των δυνάμεων της τάξης, ώστε να διασφαλίζεται η αυστηρή τήρηση του δικαίου·

17.   καλεί το τουρκικό Υπουργείο Εσωτερικών να θεσπίσει και εφαρμόσει την πολιτική της άμεσης έναρξης, ως θέματος αρχής, διοικητικών και πειθαρχικών ερευνών καθ" οιουδήποτε αστυνομικού κατηγορούμενου για βασανιστήρια ή κακομεταχείριση·

18.   καλεί τις τουρκικές αρχές να θέσουν σε ισχύ το νόμο για τις οργανώσεις, το νέο ποινικό κώδικα και το νόμο για τα ενδιάμεσα εφετεία και να εγκρίνουν την απόφαση για τον κώδικα ποινικής δικονομίας, τη νομοθεσία που θεσπίζει την δικαστική αστυνομία και το νόμο για την εκτέλεση των ποινών και των μέτρων·

19.   καλεί τις τουρκικές αρχές να μεταρρυθμίσουν ουσιαστικά το νόμο για τα ιδρύματα, κατόπιν διαβουλεύσεως, όπως θα πρέπει να γίνει με όλους αυτούς τους νόμους, με τους φορείς που θίγει ο νόμος αυτός, όπως οι σχετικές ΜΚΟ και το ευρύ φάσμα των θρησκευτικών κοινοτήτων·

20.   καλεί την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και την Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία και ειδικότερα την επιτόπου εφαρμογή τους, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της μηδενικής ανοχής για βασανιστήρια, τη διαδικασία επιστροφής εκτοπισθέντων ατόμων σε συντονισμό με διεθνείς υπηρεσίες, την ανάληψη της εκστρατείας και την εφαρμογή του νόμου για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, το ζήτημα της προστασίας και της προαγωγής των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, την ελευθερία της θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και την ελευθερία του Τύπου καθώς και την ελευθερία για σύσταση συνδικαλιστικών οργανώσεων·

21.   επαναλαμβάνει ότι ζητεί να επέλθει αναμόρφωση του εκλογικού συστήματος με την οποία να μειωθεί το κατώφλι του δέκα τοις εκατό, ώστε να εξασφαλίζεται ευρύτερη εκπροσώπηση των πολιτικών δυνάμεων στην Μεγάλη Εθνοσυνέλευση, περιλαμβανομένων και των κατά κύριο λόγο κουρδικών κομμάτων·

22.   εκφράζει την ανησυχία του για τη δίκη του κόμματος DEHAP και τον κίνδυνο διάλυσης του κόμματος· καλεί τις τουρκικές αρχές να σεβασθούν το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης καθώς και το δικαίωμα της οργάνωσης δημοκρατικών πολιτικών κομμάτων όπως είναι το DEHAP·

23.   θεωρεί ότι η κατάρτιση νέου Συντάγματος αποτελεί περαιτέρω και πιθανώς αναγκαία αντανάκλαση του εντελώς θεμελιώδους χαρακτήρα των αλλαγών που απαιτούνται για ένταξη στην ΕΕ και επισημαίνει ότι ένα σύγχρονο Σύνταγμα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για εκσυγχρονισμό του τουρκικού κράτους·

24.   επαναλαμβάνει την ανάγκη συνεχιζόμενων προσπαθειών ώστε να εξασφαλισθεί η επάρκεια και η ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και καλεί τις τουρκικές αρχές να μεριμνήσουν ώστε να εφαρμοστούν γρήγορα όλες οι νομοθετικές αλλαγές, ιδίως όσον αφορά την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και να μετουσιωθούν σε αλλαγή συμπεριφοράς σε όλα τα επίπεδα των δικαστικών αρχών·

25.   καλεί την τουρκική κυβέρνηση να μεταρρυθμίσει τις τρέχουσες υπηρεσίες επιθεώρησης, αναθέτοντας τα σχετικά καθήκοντα σε ανεξάρτητες υπηρεσίες επιθεώρησης, στις οποίες θα πρέπει να διατεθούν επαρκείς πόροι ώστε να λειτουργούν αποτελεσματικά σε όλες τις περιφέρειες της Τουρκίας, καθώς και η εξουσία διεξαγωγής έρευνας ανά πάσα στιγμή σε οποιοδήποτε κρατητήριο της αστυνομίας με ταυτόχρονη στενή συνεργασία με ανεξάρτητες τουρκικές ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

26.   εκφράζει την αμέριστη υποστήριξή του στις οργανώσεις και παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία για την προάσπιση και την προώθηση των θεμελιωδών ελευθεριών·

27.   καλεί τις τουρκικές αρχές να συνεχίσουν δραστήρια τον αγώνα εναντίον της διαφθοράς, η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει σοβαρά την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή· χαιρετίζει τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι τουρκικές αρχές κατά της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της κύρωσης της Συμβάσεως του ΟΟΣΑ εναντίον της δωροδοκίας, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς και της συμμετοχής στην ομάδα κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της Διαφθοράς (GRECO)·

28.   χαιρετίζει τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ενισχύσει την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και επισημαίνει ότι ο νέος Ποινικός Κώδικας επιτελεί προόδους όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών, επαναλαμβάνει όμως την ανησυχία του για την εξάπλωση που εξακολουθούν να γνωρίζουν τα περιστατικά οικιακής βίας και άλλων μορφών βίας εναντίον των γυναικών, ιδίως στις λιγότερο ανεπτυγμένες και στις αγροτικές περιοχές της χώρας, και ζητεί επιμόνως από τις τουρκικές αρχές να προσφέρουν πλήρη νομική προστασία και δικαστική και οικονομική βοήθεια στα θύματα, καθώς και καταφύγια και παρόμοιες εγκαταστάσεις και να στηρίξουν τις ΜΚΟ που παρέχουν τα εν λόγω καταφύγια και παρόμοιες εγκαταστάσεις· καλεί την Επιτροπή να στηρίξει αυτές τις προσπάθειες εντός των προγραμμάτων βοηθείας από την ΕΕ· καλεί τις τουρκικές αρχές να θεσπίσουν προγράμματα προς εξάλειψη του αναλφαβητισμού μεταξύ των γυναικών·

29.   καλεί τις τουρκικές αρχές να ξεκινήσουν συνεχή διάλογο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα δικαιώματα των γυναικών στην Τουρκία και να λάβουν υπόψη τους σχετικά με το θέμα αυτό το ψήφισμα για το ρόλο των γυναικών στην Τουρκία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή, που πρόκειται να συζητηθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2005·

30.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι οι τουρκικές αρχές προέβησαν σε τροποποιήσεις του ποινικού κώδικα με στόχο την κατάργηση όλων των νομικών διατάξεων που δείχνουν επιείκεια έναντι των εγκλημάτων για λόγους τιμής· εμμένει, ωστόσο, στην ανάγκη να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέπουν στα άτομα να καταγγέλλουν τις πρακτικές αυτές εντελώς άφοβα και εμπιστευτικά, καθώς και να ληφθεί μέριμνα ώστε αυτά τα εγκλήματα τιμής να αποτελούν αντικείμενο ερευνών και αποτελεσματικών διώξεων·

31.   ζητεί επιμόνως από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να θέσουν αμέσως τέρμα στις εχθροπραξίες στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας· καλεί την τουρκική κυβέρνηση να λάβει πιο δραστήρια μέτρα ώστε να υπάρξει συμφιλίωση με όσες κουρδικές δυνάμεις έχουν επιλέξει να εγκαταλείψουν τη χρήση όπλων·

32.   καλεί τις τουρκικές αρχές να εντείνουν τις προσπάθειές τους ώστε να εξασφαλίσουν τον πλήρη σεβασμό του δικαιώματος στην εκπαίδευση για όλες τις γυναίκες οι οποίες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον τους σε σχέση με την πρόσβασή τους στην πρωτοβάθμια ή τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση·

33.   επισημαίνει ότι η γενική κατάσταση στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας έχει βελτιωθεί από το 1999, τόσο από πλευράς ασφάλειας όσο και από πλευράς σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων· ζητεί από την τουρκική κυβέρνηση να αναπτύξει περαιτέρω σχέδια ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε όσους το επιθυμούν να επιστρέψουν στα χωριά τους και στις πόλεις τους στη νοτιανατολική Τουρκία και να αντιμετωπίσει δεόντως τα προβλήματα που προκαλούνται αυτή τη στιγμή από το σύστημα των φυλάκων των χωριών· παροτρύνει την Τουρκία να αφοπλίσει τους φύλακες των χωριών και να καταργήσει το σύστημα των φυλάκων των χωριών· καλεί την Τουρκία να συνεργασθεί στενά με διεθνείς φορείς, όπως είναι τα Ηνωμένα Έθνη, η ΕΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης για να στηρίξει και επιταχύνει την επιστροφή των εντός της χώρας εκτοπισμένων, σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τον εντός της χώρας εκτοπισμό και ζητεί επιμόνως από τις αρχές να αναπτύξουν ολοκληρωμένο σχέδιο περιφερειακής ανάπτυξης για την οικονομική ανάπτυξη της νοτιοανατολικής Τουρκίας ως περιφέρειας και για την προώθηση του συνολικού εκσυγχρονισμού της κοινωνίας·

34.   καλεί την Τουρκία να άρει την γεωγραφική επιφύλαξη στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 σε σχέση με το καθεστώς των προσφύγων·

35.   καλεί τις τουρκικές αρχές να εφαρμόσουν τα πρότυπα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και να θεσπίσουν περαιτέρω νομοθετικές διατάξεις για την απαγόρευση της εργασίας των παιδιών·

36.   καλεί την τουρκική κυβέρνηση να άρει όλους τους φραγμούς στις εργατικές ενώσεις να οργανωθούν και να προωθήσει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι ανακαλώντας τη ρήτρα που απαιτεί προκαταρκτική εξουσιοδότηση από την κυβέρνηση για την ίδρυση νέων συλλόγων και να προλειάνει το δρόμο προς την ανάπτυξη πραγματικού κοινωνικού διαλόγου, ο οποίος αποτελεί έναν από τους πυλώνες του οικονομικού και κοινωνικού προτύπου·

37.   καλεί την τουρκική κυβέρνηση να περιορίσει τον πολιτικό ρόλο του στρατού μέσω συνεχών μεταρρυθμίσεων·

38.   χαιρετίζει το γεγονός ότι η αρχή της πρωτοκαθεδρίας του διεθνούς δικαίου επί του εθνικού δικαίου καθιερώθηκε με το τουρκικό σύνταγμα όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και καλεί τις τουρκικές αρχές να τηρούν όλες τις διατάξεις της και να εφαρμόσουν χωρίς καθυστέρηση τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ακόμη εκκρεμεί·

39.   καλεί την Τουρκία να προωθήσει τη διαδικασία συμφιλίωσης με τον αρμενικό λαό αναγνωρίζοντας τη γενοκτονία που διεπράχθη εις βάρος του, όπως εκφράζεται με προηγούμενα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το καθεστώς της Τουρκίας ως υποψήφιας για προσχώρηση (από την 18η Ιουνίου 1987 έως την 1η Απριλίου 2004)·

40.   πιστεύει ότι οι κυβερνήσεις της Τουρκίας και της Αρμενίας πρέπει να συνεχίσουν τη διαδικασία συμφιλίωσης, ενδεχομένως με τη βοήθεια διμερούς επιτροπής ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων, ούτως ώστε να ξεπεραστούν ρητά οι τραγικές εμπειρίες του παρελθόντος· ζητεί από την τουρκική κυβέρνηση να ανοίξει εκ νέου τα σύνορα με την Αρμενία το ταχύτερο δυνατό·

41.   καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να απαιτήσουν από τις τουρκικές αρχές την επίσημη αναγνώριση της ιστορικής πραγματικότητας της γενοκτονίας των Αρμενίων το 1915 και το σύντομο άνοιγμα των συνόρων μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας το ταχύτερο δυνατό, σύμφωνα με τα ψηφίσματα που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το 1987 έως το 2004·

42.   στο πλαίσιο της συνεχούς βελτιώσεως της σταθερότητας στην περιοχή και ενθαρρύνσεως καλυτέρων σχέσεων με τους γείτονές της, καλεί την Τουρκία να επιδεικνύει ευαισθησία για τις ανάγκες των κρατών αυτών σε νερό, με ιδιαίτερη μνεία στην ελώδη περιοχή της Κάτω Μεσοποταμίας στο Ιράκ και το Ιράν, όπου η ροή των υδάτων έχει μειωθεί σημαντικά εξαιτίας της κατασκευής του Φράγματος Ατατούρκ· ζητεί να σχηματίσει η Τουρκία ομάδες εργασίας με τους γείτονές της, συμπεριλαμβανομένης της Συρίας, για να εξασφαλίζεται η δίκαιη και επί ίσης βάσεως κατανομή των υδάτων από ποταμούς ο άνω ρους των οποίων βρίσκεται στην Τουρκία·

43.   επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς τις τουρκικές αρχές να τερματίσουν αμέσως όλες τις δραστηριότητες που εισάγουν διακρίσεις και δημιουργούν δυσκολίες για τις θρησκευτικές μειονότητες και κοινότητες, μεταξύ άλλων στους τομείς των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, του νομικού καθεστώτος, των σχολείων και της εσωτερικής διοίκησης, των διατάξεων χωροταξίας και της εκπαίδευσης του κλήρου, και ζητεί ως πρώτο σαφές σήμα εφαρμογής την άμεση επαναλειτουργία της Ελληνορθόδοξης Ιερατικής Σχολής της Χάλκης και τη δημόσια χρήση του εκκλησιαστικού τίτλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου· καλεί την Τουρκία, λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες δυσκολίες, να ενεργήσει σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων· ζητεί την αναγνώριση και προστασία των Αλεβιτών, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης των Οίκων Cem ως θρησκευτικών κέντρων· ζητεί όλη η θρησκευτική εκπαίδευση να είναι εθελοντική και να μην καλύπτει μόνο τη σουνιτική θρησκεία· ζητεί την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όλων των χριστιανικών μειονοτήτων και κοινοτήτων στην Τουρκία (λ.χ. Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου·

44.   αν και σέβεται τη δημοκρατική θέληση της ελληνοκυπριακής κοινότητας, λυπάται διότι δεν κατόρθωσε να καταλήξει σε λύση και καλεί τις τουρκικές αρχές να διατηρήσουν την εποικοδομητική τους στάση για την εξεύρεση διευθέτησης του κυπριακού ζητήματος που θα οδηγήσει σε δίκαιη λύση η οποία θα προκύψει από διαπραγματεύσεις με βάση το σχέδιο Ανάν και τις αρχές επί των οποίων έχει ιδρυθεί η ΕΕ, και να προβούν σε ταχεία απόσυρση των δυνάμεών τους, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, εφαρμόζοντας συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα· πιστεύει ότι αυτή η απόσυρση των τουρκικών δυνάμεων είναι απαραίτητο βήμα στην κατεύθυνση της περαιτέρω εκτόνωσης της κρίσης, της επανάληψης του διαλόγου μεταξύ των μερών και της προετοιμασίας για βιώσιμη λύση· καλεί τις τουρκικές αρχές να αναγνωρίσουν την Κυπριακή Δημοκρατία· επισύρει την προσοχή των τουρκικών αρχών στο γεγονός ότι οι σχετικές διαπραγματεύσεις είναι διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της Τουρκίας, αφενός, και των 25 μελών της ΕΕ, αφετέρου· η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένα από αυτά τα κράτη μέλη· η έναρξη διαπραγματεύσεων υπονοεί σαφώς την αναγνώριση της Κύπρου από την Τουρκία·

45.   καλεί το Συμβούλιο να πραγματοποιήσει τις υποσχέσεις και να τερματίσει την απομόνωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας· αναμένει την ταχεία έκδοση των δύο κανονισμών σχετικά με την οικονομική βοήθεια και τις εμπορικές σχέσεις με το βόρειο τμήμα της νήσου·

46.   υπενθυμίζει στις τουρκικές αρχές την ανάγκη να επιλυθούν οποιεσδήποτε εκκρεμείς αντιδικίες με γειτονικά κράτη σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τις σχετικές συνθήκες· υπενθυμίζει περαιτέρω στις τουρκικές αρχές τον αντίκτυπο που θα έχουν στην ενταξιακή διαδικασία οι σχέσεις καλής γειτονίας και η αποχή από απειλές και από στρατιωτικές δραστηριότητες που δημιουργούν ένταση· όπως ορίζεται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι, σε περίπτωση μη συμφωνίας, τα εκκρεμή ζητήματα οριοθέτησης πρέπει να παραπεμφθούν στο Διεθνές Δικαστήριο με στόχο την οριστική τους διευθέτηση· κα λεί, επίσης, τις τουρκικές αρχές να άρουν όλους τους υφισταμένους π εριορισμούς όσον αφορά τα σκάφη που φέρουν κυπριακή σημαία, τα οπο ία συμμετέχουν στις εμπορικές δραστηριότητες ενός κράτους μέλους της ΕΕ·

47.   καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στην αναθεωρημένη εταιρική σχέση προσχώρησης όλες τις απαραίτητες πολιτικές μεταρρυθμίσεις και τονίζει την ανάγκη για συνεχή και αποτελεσματική κοινοτική ενίσχυση με βάση αναθεωρημένη εταιρική σχέση προσχώρησης, προσαρμοσμένη όσο το δυνατόν περισσότερο στις ανάγκες της Τουρκίας όσον αφορά την τήρηση των κριτηρίων της Κοπεγχάγης·

48.   ζητεί από την Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να τεθεί σε ισχύ το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, έτσι ώστε η ΕΕ να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία της και να ενισχύσει τις δυνατότητές της να απορροφά νέα κράτη μέλη·

49.   χαιρετίζει τη σύσταση της Επιτροπής για παρακολούθηση της εφαρμογής των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων, του σεβασμού των αρχών της ελευθερίας και δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, και τη δέσμευσή της να προτείνει, ευθυγραμμιζόμενη με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Σύνταγμα της Ευρώπης, τη διακοπή των διαπραγματεύσεων σε περίπτωση σοβαρών και κατ" εξακολούθηση παραβιάσεων των εν λόγω αρχών· καλεί μετ" επιτάσεως την Επιτροπή και το Συμβούλιο να διαβουλευτούν για το θέμα αυτό με το Κοινοβούλιο·

50.   υπενθυμίζει τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21-22 Ιουνίου 1993, με τα οποία τίθενται τα κριτήρια της Κοπεγχάγης για την ένταξη στην ΕΕ και καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στην απόφασή του για έναρξη διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, να δηλώσει ότι η ικανότητα της Ένωσης να απορροφήσει την Τουρκία ως μέλος, με παράλληλη διατήρηση της ορμής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αποτελεί σημαντικό ενταξιακό κριτήριο, από την οπτική γωνία τόσο της Ένωσης όσο και των υποψηφίων χωρών·

51.   ενθαρρύνει τις τουρκικές αρχές να συνεχίσουν τις μεταρρυθμίσεις προς ενίσχυση των μηχανισμών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η παροχή στους πολίτες της δυνατότητας να καταθέτουν μήνυση ενώπιον ανεξαρτήτου οργάνου· θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, σημαντική την καθιέρωση, στο εγγύς μέλλον, του θεσμού του Διαμεσολαβητή·

52.   υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη σημασία των προγραμμάτων ανταλλαγής και κατάρτισης των δικαστικών υπαλλήλων και των δικαστών, καθώς και την αρωγή σε συμπόσια επί του κοινοτικού δικαίου, τα οποία η Τουρκία ξεκίνησε σε συνεργασία με την ΕΕ και ορισμένα κράτη μέλη της, καθώς και με το Συμβούλιο της Ευρώπης·

53.   διαπιστώνει με ενδιαφέρον την πρόοδο που έχει σημειωθεί στο πλαίσιο των οικονομικών κριτηρίων και συγκεκριμένα τη συμμόρφωση της Τουρκίας προς το κοινοτικό κεκτημένο στους τομείς της ενέργειας, της βιομηχανικής πολιτικής, της έρευνας και των τηλεπικοινωνιών· θεωρεί, ωστόσο, ότι αυτή υπήρξε άνιση σε διάφορους τομείς, γεγονός που απαιτεί τουλάχιστον τέσσερις μεταρρυθμίσεις: απαιτείται ενισχυμένη διοικητική ικανότητα για την εφαρμογή και ενίσχυση του κεκτημένου, λειτουργικά ανεξάρτητη αρχή για τον έλεγχο της κρατικής βοήθειας, αύξηση των κεφαλαίων για επιστημονικούς και ερευνητικούς σκοπούς διότι η ικανότητα της Τουρκίας παραμένει περιορισμένη λόγω του χαμηλού επιπέδου δαπανών ως ποσοστού του ΑΕγχΠ και αναθεώρηση του νομικού πλαισίου για τον τομέα των τηλεπικοινωνιών, με σκοπό την αλλαγή της διάρθρωσης της αγοράς η οποία κυριαρχείται από μεγάλες και ισχυρές επιχειρήσεις·

54.   καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να δίνουν συνέχεια, ανά έτος, στη μελέτη αντικτύπου και να διεξαγάγουν άλλες σχετικές μελέτες σχετικά με την ενδεχόμενη προσχώρηση της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων των πολιτικών της ΕΕ και να παρουσιάζουν τα συμπεράσματά τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών της ΕΕ·

55.   τονίζει ότι μόνο εάν καταδείξει την προθυμία της να ενστερνιστεί τις αξίες της ΕΕ, μέσω αποφασιστικής εφαρμογής και συνεχών μεταρρυθμίσεων, θα είναι σε θέση η Τουρκία να εξασφαλίσει το αναντίστρεπτο της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας και να συγκεντρώσει την απαραίτητη υποστήριξη της κοινής γνώμης της ΕΕ· αναμένει από την Επιτροπή και το Συμβούλιο να αποδείξουν με στοιχεία την επέλευση των επιτευγμάτων αυτών·

56.   καλεί, στο πλαίσιο αυτό, την Επιτροπή και το Συμβούλιο να υποβάλλουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών έκθεση ανά έτος σχετικά με την πρόοδο της Τουρκίας προς την εκπλήρωση των πολιτικών κριτηρίων, και να συμπεριλάβουν στην έκθεση αυτή όλα τα επαληθευμένα περιστατικά βασανιστηρίων που έχουν αναφερθεί μέσα στο έτος και τον αριθμό των τούρκων αιτούντων άσυλο που έχουν γίνει δεκτοί από κράτη μέλη της ΕΕ εντός του έτους·

57.   προτρέπει την Επιτροπή, από την στιγμή που έχουν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις για τα διάφορα κεφάλαια, να συστήσει, σε περίπτωση σοβαρής και επίμονης παραβίασης των αρχών της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, και ύστερα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την αναστολή των διαπραγματεύσεων κατά τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση·

58.   επισημαίνει ότι οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία μπορούν να περατωθούν μόνο μετά τον καθορισμό των δημοσιονομικών προοπτικών της ΕΕ για την περίοδο από το 2014 και μετά·

59.   θεωρεί ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ μπορούν να εκτιμηθούν πλήρως μόνο όταν οι παράμετροι για τις οικονομικές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία έχουν καθοριστεί στο πλαίσιο των δημοσιονομικών προοπτικών μετά το 2014·

60.   τονίζει ότι η σύσταση της Επιτροπής για διαπραγμάτευση μακρών μεταβατικών περιόδων, ειδικών διευθετήσεων σε τομείς όπως οι διαρθρωτικές πολιτικές και η γεωργία, και μόνιμων διασφαλίσεων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στη συμφωνία προσχώρησης δεν πρέπει να έχει αρνητικό αντίκτυπο στις προσπάθειες της Τουρκίας να ευθυγραμμισθεί με το κεκτημένο·

61.   θεωρεί ότι η δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δεχθεί νέα κράτη μέλη αποτελεί προϋπόθεση, καθόσον συνιστά τμήμα των κριτηρίων της Κοπεγχάγης, και, κατά συνέπεια, πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να διαθέτει μεταρρυθμιστική ικανότητα σε πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο·

62.   υπογραμμίζει τη βαρύτητα της γνώμης των πολιτών της ΕΕ σχετικά με την ενδεχόμενη Συμφωνία Προσχώρησης· ως εκ τούτου, καλεί την τουρκική κυβέρνηση και την Επιτροπή, υπό το πρίσμα του τρίτου πυλώνα, να ξεκινήσουν εκστρατεία για την ενημέρωση των πολιτών τόσο της ΕΕ όσο και της Τουρκίας με προγράμματα ανταλλαγών που θα αναπτύσσουν την επίγνωση για τη διαδικασία ολοκλήρωσης και θα καλλιεργούν την αμοιβαία κατανόηση· αναμένει από την Επιτροπή απτές προτάσεις για δράση ώστε να στηριχθεί αποτελεσματικά αυτή η διαδικασία και να προωθηθεί ο βαθύτερος πολιτικός και πολιτιστικός διάλογος ανάμεσα στην κοινωνία της ΕΕ και την τουρκική κοινωνία· υπογραμμίζει ότι η διαδικασία σύγκλισης της Τουρκίας στα κριτήρια της ΕΕ πρέπει να διεξαχθεί με δικαιοσύνη και διαφάνεια·

63.   υπογραμμίζει ότι το άνοιγμα των διαπραγματεύσεων θα αποτελέσει την αφετηρία μακράς διαδικασίας, η οποία από τη φύση της έχει ανοικτό τέλος και δεν οδηγεί προκαταβολικά και αυτόματα σε ένταξη· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι ο στόχος των διαπραγματεύσεων είναι η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, αλλά ότι η πραγμάτωση αυτής της φιλοδοξίας θα εξαρτηθεί από τις προσπάθειες των δύο πλευρών· επομένως, η ένταξη δεν είναι αυτόματη συνέπεια της έναρξης των διαπραγματεύσεων·

64.   είναι της γνώμης ότι στο πλαίσιο της ενδεχόμενης ένταξης της Τουρκίας απόκειται τώρα στις τουρκικές αρχές να αποδείξουν ότι μπορούν πράγματι να εκπληρώσουν τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης και να επιβεβαιώσουν επί παρατεταμένη χρονική περίοδο ότι η διαδικασία των μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα πρέπει να συνεχισθούν και να εφαρμοστούν, είναι θεμελιώδης και μη αναστρέψιμη·

65.   καλεί τις τουρκικές αρχές να ενθαρρύνουν συχνές επισκέψεις από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθώς και το διάλογο μαζί του, χωρίς περιορισμούς·

66.   θεωρεί ότι ανεξαρτήτως του αν περατωθούν επιτυχώς οι διαπραγματεύσεις, οι σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η Τουρκία παραμένει πλήρως συνδεδεμένη στις ευρωπαϊκές δομές·

67.   θεωρεί ότι πρέπει να γίνει σύσταση για άνοιγμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, εφόσον συμφωνηθεί ότι:

   στην πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων, δίνεται προτεραιότητα στην πλήρη εκπλήρωση των πολιτικών κριτηρίων· κατά συνέπεια, η ημερήσια διάταξη των διαπραγματεύσεων σε υπουργικό επίπεδο θα αρχίσει με εκτίμηση της πλήρωσης των πολιτικών κριτηρίων, ιδίως στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του πλήρους φάσματος των θεμελιωδών ελευθεριών, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, παράλληλα με τη δημιουργία ευκαιριών για να τεθούν άλλα κεφάλαια στην ημερήσια διάταξη των διαπραγματεύσεων·
   σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Επιτροπής, έξι σημαντικά εναπομένοντα νομοθετικά κείμενα πρέπει να εκδοθούν και να τεθούν σε εφαρμογή πριν την έναρξη των διαπραγματεύσεων·
   έχουν πλήρως τεθεί σε λειτουργία όλοι οι μηχανισμοί που μελετά η Επιτροπή ώστε να εξασφαλίζεται στενή παρακολούθηση, έντονος πολιτικός διάλογος και ενδεχόμενη αναστολή, εάν παραστεί αναγκαίο, των διαπραγματεύσεων·

68.   λαμβάνοντας υπόψη τη γενική πρόοδο που σκιαγραφείται στην έκθεση της Επιτροπής και λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω διατάξεις αυτού του ψηφίσματος, καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Τουρκία χωρίς περιττή καθυστέρηση·

69.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και στην κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο της Τουρκίας.

(1) Δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P5_TA(2004)0274.
(3) ΕΕ C 68 Ε, 18.3.2004, σ. 592.


Αντιμετώπιση της διασυνοριακής εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα *
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών για έγκριση απόφασης του Συμβουλίου για την αντιμετώπιση της διασυνοριακής εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα (5450/2004, 5216/2004 – C5-0056/2004 – 2004/0803(CNS))
P6_TA(2004)0097 A6-0052/2004

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών (5450/2004, 5216/2004)(1) ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 34, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C5-0056/2004 ),

–   έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο που ενσωματώνει το κεκτημένο του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 93 και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A6-0052/2004 ),

1.   εγκρίνει την πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών όπως τροποποιήθηκε·

2.   καλεί το Συμβούλιο να τροποποιήσει αναλόγως το κείμενο·

3.   καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρωτοβουλία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών·

5.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή καθώς και στην κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.

Κείμενο που προτείνει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών   Τροπολογίες του Κοινοβουλίου
Τροπολογία 1
Tέταρτη αιτιολογική αναφορά
το ψήφισμα του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 1999 για την καταπολέμηση της διεθνούς εγκληματικότητας η οποία αναπτύσσεται στις οδούς
Διαγράφεται
Τροπολογία 2
Αιτιολογική σκέψη 1
(1)    Στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι κλοπές ιδιωτικών αυτοκινήτων ανέρχονται ετησίως σε 1,2 εκατομμύρια περίπου.
Διαγράφεται
Τροπολογία 3
Αιτιολογική σκέψη 2
(2)   Οι κλοπές αυτές προκαλούν σημαντική ζημία, ύψους τουλάχιστον 15 δισεκατομμυρίων ευρώ .
(2)   Η εγκληματικότητα σχετικά με οχήματα είναι ένα διασυνοριακό φαινόμενο πολύ σοβαρών διαστάσεων που προκαλεί σημαντική οικονομική ζημία.
Τροπολογία 4
Αιτιολογική σκέψη 3
(3)   Το οργανωμένο έγκλημα ευθύνεται για την κλοπή, τη μετατροπή και την εξαγωγή προς άλλες χώρες, εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεγάλου ποσοστού, περίπου 30 - 40%, των εν λόγω οχημάτων.
(3)   Το οργανωμένο έγκλημα ευθύνεται για την κλοπή, τη μετατροπή και την εξαγωγή προς άλλες χώρες, εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεγάλου ποσοστού οχημάτων που κλέβονται στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης .
Τροπολογία 5
Αιτιολογική σκέψη 6
(6)   Επιπλέον, η εγκληματικότητα σχετικά με οχήματα μπορεί να συνδέεται, σε διεθνές επίπεδο, με άλλες μορφές εγκληματικότητας, όπως, για παράδειγμα, με την εμπορία ναρκωτικών, όπλων και ανθρώπων.
(6)   Επιπλέον, η εγκληματικότητα σχετικά με οχήματα μπορεί να συνδέεται, σε διεθνές επίπεδο, με άλλες μορφές εγκληματικότητας, όπως, για παράδειγμα, με την εμπορία ναρκωτικών, όπλων και ανθρώπων, τις ληστείες και τις κλοπές φορτίων οχημάτων.
Τροπολογία 6
Αιτιολογική σκέψη 9
(9)   Η συνεργασία μεταξύ αστυνομικών και τελωνειακών υπηρεσιών και αρχών έκδοσης αδειών κυκλοφορίας οχημάτων, καθώς και η διαβίβαση πληροφοριών προς τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι ιδιαιτέρως σημαντική.
(9)   Η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών καθώς και η διαβίβαση πληροφοριών προς τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι ιδιαιτέρως σημαντική.
Τροπολογία 7
Aιτιολογική σκέψη 9α (νέα)
(9a) Πρέπει να ενθαρρυνθεί ενεργά η στενή συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων εθνικών αρχών και των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων που έχουν ήδη θεσπίσει αποτελεσματικές διαδικασίες για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα.
Τροπολογία 8
Αιτιολογική σκέψη 13α (νέα)
(13α) Η Επιτροπή πρέπει να εκπονήσει ένα σφαιρικό σχέδιο δράσης για να αποτρέψει και να καταπολεμήσει το διεθνές έγκλημα που συνίσταται στην κλοπή αυτοκινήτων και του φορτίου τους. Το σχέδιο αυτό πρέπει να περιλαμβάνει ένα περίγραμμα των διαφόρων νομοθετικών πράξεων που χρειάζονται για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Τροπολογία 9
Άρθρο 2, παράγραφος 2
2.   Αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στη συσχέτιση της κλοπής και της παράνομης εμπορίας οχημάτων με άλλες μορφές εγκληματικότητας, όπως π.χ. με την εμπορία ναρκωτικών, όπλων και ανθρώπων.
2.   Αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στη συσχέτιση της κλοπής και της παράνομης εμπορίας οχημάτων με άλλες μορφές εγκληματικότητας, όπως π.χ. με την εμπορία ναρκωτικών, όπλων και ανθρώπων, τις ληστείες και τις κλοπές φορτίων οχημάτων .
Τροπολογία 10
Άρθρο 3, παράγραφος 1
1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την ενίσχυση της αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρμοδίων αρχών (αστυνομίας, τελωνείων και αρχών έκδοσης αδειών κυκλοφορίας οχημάτων) προκειμένου να προωθηθεί η καταπολέμηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα, μεταξύ άλλων, μέσω συμφωνιών συνεργασίας.
1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την ενίσχυση της αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρμοδίων αρχών προκειμένου να προωθηθεί η καταπολέμηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα, μεταξύ άλλων, μέσω συμφωνιών συνεργασίας.
Τροπολογία 12
Άρθρο 5, παράγραφος 2
2.   Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τα σημεία επαφής να ανταλλάσσουν εμπειρίες, ειδικές γνώσεις και γενικές και τεχνικές πληροφορίες στον τομέα της εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας.
2.   Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τα σημεία επαφής να ανταλλάσσουν εμπειρίες, ειδικές γνώσεις και γενικές και τεχνικές πληροφορίες στον τομέα της εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας.
Η ανταλλαγή πληροφοριών θα επεκταθεί σε μεθόδους και βέλτιστες πρακτικές για την πρόληψη της εγκληματικότητας σχετικά με τα οχήματα αλλά δεν θα περιλαμβάνει ανταλλαγή προσωπικών δεδομένων.
Τροπολογία 13
Άρθρο 5, παράγραφος 3
3.   Πληροφορίες σχετικά με τα ενδεδειγμένα εθνικά σημεία επαφής, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων μεταγενέστερων τροποποιήσεων, διαβιβάζονται στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου προς κοινοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.   Πληροφορίες σχετικά με τα ενδεδειγμένα εθνικά σημεία επαφής, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων μεταγενέστερων τροποποιήσεων, διαβιβάζονται στο Συμβούλιο προς κοινοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τροπολογία 14
Άρθρο 6, παράγραφος 1
1.    Μετά την υποβολή δήλωσης κλοπής, οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη μεριμνούν για την άμεση καταχώρηση κλεμμένων οχημάτων στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) και, όπου αυτό είναι δυνατό, στο Σύστημα Αυτόματης Έρευνας Κλεμμένων Οχημάτων της Ιντερπόλ.
Διαγράφεται
Τροπολογία 15
Άρθρο 6, παράγραφος 2
2.    Η καταχώρηση στο μητρώο ανίχνευσης αποσύρεται αμέσως από το καταχωρούν κράτος μέλος μόλις παύσει να ισχύει ο λόγος καταχώρησης του οχήματος ή μόλις ο ιδιοκτήτης του οχήματος αποσύρει τη δήλωση κλοπής.
Διαγράφεται
Τροπολογία 16
Άρθρο 6, παράγραφος 3
3.    Μετά την υποβολή δήλωσης κλοπής λευκών αδειών κυκλοφορίας οχημάτων, οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη μεριμνούν για την άμεση καταχώρησή τους στο SIS.
Διαγράφεται
Τροπολογία 17
Άρθρο 7
Άρθρο 7
Έκδοση αδειών κυκλοφορίας
Διαγράφεται
1.    Οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου και η αρχή έκδοσης αδειών κυκλοφορίας οχημάτων λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της κατάχρησης και της κλοπής εγγράφων για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων.
2.    Κατά την έκδοση (νέας) άδειας κυκλοφορίας για ένα όχημα, οι εθνικές αρχές έκδοσης αδειών κυκλοφορίας οχημάτων συμβουλεύονται, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου, το μητρώο οχημάτων της χώρας στην οποία εκδόθηκε η αρχική άδεια κυκλοφορίας, καθώς και τα διεθνή μητρώα ανίχνευσης κλεμμένων οχημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 6.
3.    Προς αποφυγήν της έκδοσης (νέων) αδειών κυκλοφορίας για κλεμμένα οχήματα, θα συναφθούν εθνικές συμφωνίες σχετικά με τη διερεύνηση και/ή τη διασύνδεση των συστημάτων έκδοσης αδειών κυκλοφορίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, καθώς και την εξακρίβωση της ταυτότητας του οχήματος.
Τροπολογία 18
Άρθρο 8, παράγραφος 1
1.   Προς αποφυγήν παράνομης χρήσης αδειών κυκλοφορίας οχημάτων, οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου απαιτούν να λάβουν, ει δυνατόν, την άδεια κυκλοφορίας του ιδιοκτήτη ή/και κατόχου ενός οχήματος το οποίο υπέστη σοβαρή ζημία κατόπιν ατυχήματος (ολική απώλεια).
1.   Προς αποφυγήν παράνομης χρήσης αδειών κυκλοφορίας οχημάτων, κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι αρμόδιες αρχές του να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, για να επιστρέφεται η άδεια κυκλοφορίας του ιδιοκτήτη ή/και κατόχου ενός οχήματος το οποίο υπέστη σοβαρή ζημία κατόπιν ατυχήματος (ολική απώλεια).
Τροπολογία 19
Άρθρο 9
Άρθρο 9
Europol
Διαγράφεται
Στο πλαίσιο της εντολής της Europol, οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου κοινοποιούν στην Europol δράστες ή ομάδες δραστών στον τομέα της εγκληματικότητας σχετικά με οχήματα.
Τροπολογία 20
Άρθρο 12
Άρθρο 12
Συμφωνίες με τρίτες χώρες
Διαγράφεται
1.    Οι συμφωνίες συνεργασίας ή εταιρικής σχέσης που πρόκειται να συναφθούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τρίτες χώρες περιλαμβάνουν, ει δυνατόν, διάταξη για την εγκληματικότητα σχετικά με οχήματα, και ειδικότερα για την εξακρίβωση της ταυτότητας των οχημάτων κατά την έκδοση αδειών κυκλοφορίας στην τρίτη χώρα σε περίπτωση που το όχημα προερχόταν αρχικά από κάποιο κράτος μέλος.
2.    Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, κατόπιν αίτησης τρίτης χώρας για εξακρίβωση της ταυτότητας οχημάτων, συμβουλεύεται το εθνικό Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, καθώς και την αρχή έκδοσης αδειών κυκλοφορίας του εν λόγω κράτους μέλους.

(1) ΕΕ C 34 της 7.2.2004, σ. 18.


Κατάλοιπα φυτοφαρμάκων ***II
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της έγκρισης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (9262/1/2004 – C6-0110/2004 – 2003/0052(COD))
P6_TA(2004)0098 A6-0049/2004

(Διαδικασία συναπόφασης: δεύτερη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την κοινή θέση του Συμβουλίου (9262/1/2004 – C6-0110/2004 ),

–   έχοντας υπόψη τη θέση του κατά την πρώτη ανάγνωση(1) σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2003)0117 )(2) ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 62 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη τη σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A6-0049/2004 ),

1.   εγκρίνει την κοινή θέση όπως τροποποιήθηκε·

2.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε δεύτερη ανάγνωση στις 15 Δεκεμβρίου 2004 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου

P6_TC2-COD(2003)0052


ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 37 και το άρθρο 152, παράγραφος 4, στοιχείο β),

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3) ,

αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης(4) ,

Εκτιμώντας τα εξής:

(1)   Η οδηγία 76/895/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί του καθορισμού της μεγίστης περιεκτικότητος για τα κατάλοιπα των φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών(5) , η οδηγία 86/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω στα σιτηρά(6) , η οδηγία 86/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης(7) και η οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών(8) , έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά κατ" επανάληψη. Για λόγους σαφήνειας και απλότητας, οι εν λόγω οδηγίες θα πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν από ενιαία νομοθετική πράξη.

(2)   Ο παρών κανονισμός αφορά άμεσα τη δημόσια υγεία και είναι σημαντικός για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Οι διαφορές μεταξύ των εθνικών ανωτάτων ορίων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μπορούν να παρεμβάλλουν εμπόδια στο εμπόριο προϊόντων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I της Συνθήκης καθώς και παραγώγων προϊόντων τους μεταξύ των κρατών μελών και στο εμπόριο μεταξύ τρίτων χωρών και της Κοινότητας. Συνεπώς, για λόγους ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ισότητος όρων ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και για επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, είναι σκόπιμο να καθοριστούν σε κοινοτικό επίπεδο ανώτατα όρια καταλοίπων (ΑΟΚ) για τα προϊόντα φυτικής και ζωικής προέλευσης, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη την ορθή γεωργική πρακτική .

(3)   Ο κανονισμός με τον οποίο καθορίζονται ΑΟΚ δεν απαιτεί μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Επομένως, αποτελεί το καταλληλότερο νομικό μέσο για τον καθορισμό ΑΟΚ φυτοφαρμάκων στα προϊόντα φυτικής και ζωικής προέλευσης, δεδομένου ότι οι ακριβείς απαιτήσεις του εφαρμόζονται ταυτοχρόνως και ενιαίως σε ολόκληρη την Κοινότητα και, κατά συνέπεια, επιτρέπει αποτελεσματικότερη χρήση των εθνικών πόρων.

(4)   Η παραγωγή και κατανάλωση φυτικών και ζωικών προϊόντων διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο στην Κοινότητα. Η απόδοση της φυτικής παραγωγής επηρεάζεται συνεχώς από επιβλαβείς οργανισμούς. Είναι ουσιώδης η προστασία των φυτών και των φυτικών προϊόντων από τους οργανισμούς αυτούς για να αποφευχθεί μείωση της απόδοσης ή βλάβη αυτών και για να διασφαλιστεί η ποιότητα των συγκομιζόμενων προϊόντων και η υψηλή γεωργική παραγωγικότητα Προς τον σκοπό αυτόν, είναι διαθέσιμες διάφορες μέθοδοι, μεταξύ των οποίων μη χημικές μέθοδοι, πρακτικές όπως η χρησιμοποίηση ανθεκτικών ποικιλιών, η εναλλαγή καλλιεργειών, το μηχανικό βοτάνισμα, ο βιολογικός έλεγχος και χημικές μέθοδοι, όπως η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

(5)   Μία από τις συνηθέστερες μεθόδους προστασίας των φυτών και των φυτικών προϊόντων από τους επιβλαβείς οργανισμούς είναι η χρήση δραστικών ουσιών σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Ωστόσο, πιθανή συνέπεια της χρήσης τους είναι η παρουσία καταλοίπων στα υποβαλλόμενα σε επεξεργασία προϊόντα, στα ζώα που διατρέφονται με τα εν λόγω προϊόντα και στο μέλι που παράγεται από μέλισσες εκτεθειμένες στις ουσίες αυτές. Σύμφωνα με την οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (9) , θα πρέπει να δίδεται προτεραιότητα στη δημόσια υγεία έναντι των συμφερόντων της προστασίας της παραγωγής και, συνεπώς, είναι αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι τα κατάλοιπα αυτά δεν υπάρχουν σε επίπεδα συνιστώντα απαράδεκτο κίνδυνο για τους ανθρώπους, και κατά περίπτωση, τα ζώα. Τα ΑΟΚ θα πρέπει να οριστούν στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο που είναι σύμφωνο με την ορθή αγροτική πρακτική, για κάθε φυτοφάρμακο, με στόχο την προστασία των ευάλωτων ομάδων όπως τα παιδιά και τα έμβρυα.

(6)    Είναι επίσης σημαντικό να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για την ανάπτυξη μεθοδολογίας που θα λαμβάνει υπόψη τις σωρευτικές και συνεργειακές συνέπειες. Έχοντας υπόψη την έκθεση του ανθρώπου σε συνδυασμούς δραστικών ουσιών και τα σωρευτικά και πιθανά αθροιστικά και συνεργειακά αποτελέσματά τους στην ανθρώπινη υγεία, τα σωρευτικά ΑΟΚ θα πρέπει να ορίζονται μετά από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (στο εξής: Αρχή), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (10) .

(7)    Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη, κατά την έκδοση των εγκρίσεων, οφείλουν να ορίζουν ότι τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα πρέπει να χρησιμοποιούνται ορθά. Η ορθή χρήση περιλαμβάνει την εφαρμογή των αρχών της ορθής γεωργικής πρακτικής, καθώς και των αρχών του ολοκληρωμένου ελέγχου. Όταν τα ΑΟΚ που προκύπτουν από εγκεκριμένη χρήση ενός φυτοφαρμάκου δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ παρουσιάζουν κίνδυνο για τον καταναλωτή, η χρήση αυτή θα πρέπει να επανεξετάζεται, για να μειώνονται τα όρια των καταλοίπων φυτοφαρμάκων. Η Κοινότητα θα πρέπει να ενθαρρύνει τη χρήση μεθόδων ή προϊόντων που ευνοούν τη μείωση της επικινδυνότητας και τη χρησιμοποίηση ποσότητας φυτοφαρμάκων σε επίπεδα που συμβιβάζονται με την αποτελεσματική καταπολέμηση των επιβλαβών οργανισμών.

(8)    Ορισμένες δραστικές ουσίες έχουν απαγορευθεί δυνάμει της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί απαγορεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες(11) . Ταυτόχρονα, πολλές άλλες δραστικές ουσίες δεν είναι επί του παρόντος εγκεκριμένες δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ. Τα κατάλοιπα δραστικών ουσιών στα προϊόντα φυτικής και ζωικής προέλευσης, τα οποία προκύπτουν από μη εγκεκριμένη χρήση ή από μόλυνση του περιβάλλοντος ή από χρήση σε τρίτες χώρες θα πρέπει να ελέγχονται και να παρακολουθούνται προσεκτικά.

(9)    Οι βασικοί κανόνες της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές θεσπίζονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

(10)    Επιπλέον αυτών των βασικών κανόνων, χρειάζονται ειδικότεροι κανόνες για να εξασφαλίζεται η ουσιαστική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και του εμπορίου με τις τρίτες χώρες όσον αφορά τα νωπά, τα μεταποιημένα ή/και τα σύνθετα φυτικά και ζωικά προϊόντα, τα οποία προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση ή για ζωοτροφές και στα οποία ενδέχεται να υπάρχουν κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, παρέχοντας ταυτόχρονα τη βάση για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας υγείας των ανθρώπων και των ζώων και των συμφερόντων των καταναλωτών. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον καθορισμό συγκεκριμένων ΑΟΚ για κάθε φυτοφάρμακο στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, και για την ποιότητα των δεδομένων στα οποία βασίζονται τα ΑΟΚ αυτά.

(11)    Παρά το ότι οι αρχές της γενικής νομοθεσίας για τα τρόφιμα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 ισχύουν μόνον για τις ζωοτροφές για ζώα παραγωγής τροφίμων, λόγω της δυσκολίας διαχωρισμού των προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές για ζώα που δεν προορίζονται για παραγωγή τροφίμων, και για να διευκολυνθεί ο έλεγχος και η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι αρχές αυτές ενδείκνυται να ισχύουν και για ζωοτροφές που δεν προορίζονται για ζώα παραγωγής τροφίμων. Εντούτοις, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη διεξαγωγή των δοκιμών που απαιτούνται για την αξιολόγηση της ασφάλειας των φυτοφαρμάκων.

(12)    Η οδηγία 91/414/ΕΟΚ προβλέπει τους βασικούς κανόνες για τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και τη διάθεσή τους στην αγορά. Ειδικότερα, η χρήση των προϊόντων αυτών δεν θα πρέπει να βλάπτει τους ανθρώπους ή τα ζώα. Τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων που προκύπτουν από τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων μπορούν να θίξουν την υγεία των καταναλωτών. Επομένως, είναι σκόπιμο να καθοριστούν κανόνες περί ΑΟΚ για προϊόντα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, οι οποίοι πρέπει να συνδέονται με την έγκριση χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων, όπως ορίζεται στο πλαίσιο της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ. Ομοίως, η ανωτέρω οδηγία χρειάζεται προσαρμογή για να συνεκτιμηθεί η κοινοτική διαδικασία θέσπισης ΑΟΚ βάσει του παρόντος κανονισμού. Σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, ένα κράτος μέλος δύναται να ορίζεται εισηγητής για την αξιολόγηση μιας δραστικής ουσίας. Είναι σκόπιμο, η εμπειρογνωμοσύνη αυτού του κράτους μέλους να αξιοποιείται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(13)    Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες ελέγχου των καταλοίπων φυτοφαρμάκων που να συμπληρώνουν τους γενικούς κοινοτικούς κανόνες ελέγχου των τροφίμων και των ζωοτροφών.

(14)    Κατά την εξέταση των ΑΟΚ φυτοφαρμάκων θα πρέπει επίσης να αναγνωρίζεται ότι λίγοι καταναλωτές γνωρίζουν τους κινδύνους που απορρέουν από τα φυτοφάρμακα. Θα ήταν σημαντική η πλήρης ενημέρωση του κοινού σχετικά με τους κινδύνους αυτούς.

(15)    Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο δημοσίευσης των επωνυμιών των εταιρειών τα προϊόντα των οποίων περιέχουν υψηλότερη αναλογία καταλοίπων φυτοφαρμάκων από τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια.

(16)    Συγκεκριμένοι κανόνες για τις ζωοτροφές, συμπεριλαμβανομένης της εμπορίας, της αποθήκευσης και της χορήγησής τους στα ζώα, προβλέπονται στην οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2002, σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές(12) . Για ορισμένα προϊόντα είναι αδύνατον να καθορισθεί εάν θα μεταποιηθούν σε τρόφιμα ή ζωοτροφές. Επομένως, τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων σε τέτοια προϊόντα θα πρέπει να είναι ασφαλή για κατανάλωση τόσο από τον άνθρωπο όσο και, κατά περίπτωση, από τα ζώα. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να εφαρμόζονται και στα προϊόντα αυτά οι κανόνες του παρόντος κανονισμού, πέραν των συγκεκριμένων κανόνων για τη διατροφή των ζώων.

(17)    Είναι αναγκαίο να ορισθούν σε κοινοτικό επίπεδο ορισμένοι όροι, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό, τον έλεγχο και τη σύνταξη εκθέσεων σχετικά με τους ελέγχους των ΑΟΚ για προϊόντα φυτικής και ζωικής προέλευσης. Είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να επιβάλλουν τις κατάλληλες κυρώσεις, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (13) .

(18)    Η οδηγία 76/895/ΕΟΚ προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιτρέπουν υψηλότερα επίπεδα ΑΟΚ από ό,τι επιτρέπεται σήμερα σε κοινοτικό επίπεδο. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να παύσει, δεδομένου ότι, λόγω της εσωτερικής αγοράς, θα μπορούσε να δημιουργήσει εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.

(19)    Ο καθορισμός ΑΟΚ για τα φυτοφάρμακα απαιτεί μακρά τεχνική εξέταση και περιλαμβάνει εκτίμηση των δυνητικών κινδύνων για τους καταναλωτές. Επομένως, δεν μπορούν να καθοριστούν αμέσως ΑΟΚ για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων που σήμερα ρυθμίζονται από την οδηγία 76/895/ΕΟΚ ή για τα φυτοφάρμακα για τα οποία δεν έχουν ακόμη καθοριστεί ΑΟΚ.

(20)    Είναι σκόπιμο να καθοριστούν σε κοινοτικό επίπεδο οι στοιχειώδεις απαιτήσεις δεδομένων που θα χρησιμοποιούνται όταν μελετάται ο καθορισμός ΑΟΚ για τα φυτοφάρμακα.

(21)    Εξαιρετικώς, και ιδίως για μη εγκεκριμένα φυτοφάρμακα τα οποία ενδέχεται να υπάρχουν στο περιβάλλον, είναι σκόπιμο να επιτρέπεται η χρήση δεδομένων παρακολούθησης κατά τον καθορισμό των ΑΟΚ.

(22)    Τα ΑΟΚ για τα φυτοφάρμακα θα πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς και να τροποποιούνται ανάλογα με τις νέες πληροφορίες και δεδομένα. Τα ΑΟΚ θα πρέπει να καθορίζονται στο κατώτερο επίπεδο αναλυτικού προσδιορισμού όταν οι εγκεκριμένες χρήσεις φυτοπροστατευτικών προϊόντων δεν οδηγούν στην ύπαρξη ανιχνεύσιμων επιπέδων καταλοίπων φυτοφαρμάκων. Όταν οι χρήσεις των φυτοφαρμάκων δεν έχουν εγκριθεί σε κοινοτικό επίπεδο, τα ΑΟΚ θα πρέπει να καθορίζονται σε κατάλληλο χαμηλό επίπεδο, ώστε να προστατεύεται ο καταναλωτής από την πρόσληψη μη εγκεκριμένων ή υπερβολικών επιπέδων καταλοίπων φυτοφαρμάκων. Για να διευκολύνεται ο έλεγχος των καταλοίπων φυτοφαρμάκων, πρέπει να καθοριστεί μια συμβατική τιμή για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων που είναι παρόντα σε προϊόντα ή ομάδες προϊόντων που καλύπτονται από το Παράρτημα Ι για τα οποία δεν έχουν καθοριστεί ΑΟΚ στα Παραρτήματα ΙΙ ή ΙΙΙ, εκτός αν η συγκεκριμένη δραστική ουσία περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV. Η συμβατική τιμή ενδείκνυται να καθοριστεί σε 0,01 mg/kg και να μπορεί να καθορίζεται σε διαφορετικό επίπεδο για δραστικές ουσίες που καλύπτονται από το Παράρτημα V, λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσιμες συνήθεις μεθόδους ανάλυσης ή/και την προστασία των καταναλωτών .

(23)    Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 καθορίζει τις διαδικασίες για τη λήψη επειγόντων μέτρων σε σχέση με τρόφιμα και ζωοτροφές κοινοτικής προέλευσης ή εισαγόμενα από τρίτη χώρα. Οι διαδικασίες αυτές επιτρέπουν στην Επιτροπή να θεσπίζει τα εν λόγω μέτρα όταν τα τρόφιμα ενδέχεται να αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον και αν ο κίνδυνος δεν μπορεί να περιορισθεί ικανοποιητικά με μέτρα που λαμβάνουν το ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Τα μέτρα αυτά και η επίπτωσή τους στους ανθρώπους και, κατά περίπτωση, στα ζώα θα πρέπει να αξιολογούνται από την Αρχή.

(24)    Η ισόβια έκθεση και, όπου είναι σκόπιμο, η οξεία έκθεση των καταναλωτών σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μέσω των προϊόντων διατροφής θα πρέπει να αξιολογείται σύμφωνα με τις κοινοτικές διαδικασίες και πρακτικές, τηρουμένων των κατευθυντήριων γραμμών που δημοσιεύει η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας.

(25)    Μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου θα πρέπει να ζητείται η γνώμη των εμπορικών εταίρων της Κοινότητας σχετικά με τα προτεινόμενα ΑΟΚ, οι δε παρατηρήσεις τους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν εγκριθούν τα ΑΟΚ. Τα ΑΟΚ που καθορίζονται σε διεθνές επίπεδο από την Επιτροπή του Codex Alimentarius θα πρέπει επίσης να συνεκτιμώνται κατά τον καθορισμό των κοινοτικών ΑΟΚ, λαμβανομένης υπόψη της αντίστοιχης ορθής γεωργικής πρακτικής.

(26)    Για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές που παράγονται εκτός Κοινότητας, ενδέχεται, ως προς τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, να ακολουθούνται νόμιμα διαφορετικές γεωργικές πρακτικές οι οποίες οδηγούν σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων διαφορετικά από εκείνα που προκύπτουν από χρήσεις οι οποίες εφαρμόζονται νόμιμα στην Κοινότητα. Επομένως, είναι σκόπιμο να καθοριστούν ΑΟΚ για τα εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία να λαμβάνουν υπόψη τις εν λόγω χρήσεις και τα παραγόμενα κατάλοιπα, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η ασφάλεια των προϊόντων, βάσει των ίδιων κριτηρίων που ισχύουν και για τα εγχώρια προϊόντα.

(27)    Η Αρχή θα πρέπει να αξιολογεί τις αιτήσεις και τις εκθέσεις αξιολόγησης ΑΟΚ που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις τοξικές επιπτώσεις, όπως η ανοσοτοξικότητα, η ενδοκρινική διαταραχή και η αναπτυξιακή τοξικότητα, με σκοπό την εκτίμηση των συνδεόμενων κινδύνων για τους καταναλωτές και, κατά περίπτωση, τα ζώα.

(28)    Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για τις παραβάσεις του παρόντος κανονισμού και να διασφαλίζουν την επιβολή τους. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(29)    Η ανάπτυξη ενός κοινοτικώς εναρμονισμένου συστήματος για τα ΑΟΚ συνεπάγεται την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών, βάσεων δεδομένων, καθώς και άλλες δραστηριότητες που συνεπάγονται ορισμένες δαπάνες. Ενδείκνυται ενίοτε η Κοινότητα να συνεισφέρει για την κάλυψη των δαπανών αυτών.

(30)    Αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική και είναι τεχνικώς επιθυμητό να συντονίζεται ο χρόνος λήψης αποφάσεων για τα ΑΟΚ δραστικών ουσιών με αποφάσεις που λαμβάνονται για τις ουσίες αυτές δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ. Για πολλές ουσίες, για τις οποίες δεν έχουν ακόμη καθοριστεί κοινοτικά ΑΟΚ, δεν αναμένεται να ληφθούν αποφάσεις δυνάμει της εν λόγω οδηγίας πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(31)    Επομένως, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν χωριστοί κανόνες που να προβλέπουν προσωρινά αλλά υποχρεωτικά εναρμονισμένα ΑΟΚ, με στόχο τον προοδευτικό καθορισμό ΑΟΚ παράλληλα με τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις επιμέρους δραστικές ουσίες στο πλαίσιο των αξιολογήσεων δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ. Τα εν λόγω προσωρινά εναρμονισμένα ΑΟΚ θα πρέπει να βασίζονται ιδίως σε υφιστάμενα εθνικά ΑΟΚ που έχουν καθοριστεί από τα κράτη μέλη και πρέπει να τηρούν τις εθνικές ρυθμίσεις δια των οποίων καθορίστηκαν, υπό τον όρο ότι τα ΑΟΚ δεν παρουσιάζουν απαράδεκτο κίνδυνο για τους καταναλωτές.

(32)    Μετά την προσθήκη των υφιστάμενων δραστικών ουσιών στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογούν εκ νέου κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν που περιλαμβάνει τις εν λόγω δραστικές ουσίες εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία προσθήκης. Τα σχετικά ΑΟΚ θα πρέπει να διατηρούνται για περίοδο μέχρι τεσσάρων ετών ώστε να υπάρχει συνέχεια των αδειών και, αφού ολοκληρωθεί η επαναξιολόγηση, θα πρέπει να καθίστανται οριστικά εάν υποστηρίζονται από φακέλους που πληρούν τους όρους του Παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, ή να καθορίζονται σε μια συμβατική τιμή εάν δεν διαθέτουν την εν λόγω υποστήριξη.

(33)    Ο παρών κανονισμός καθορίζει ΑΟΚ για τον έλεγχο των καταλοίπων φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και, κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη ενδείκνυται να συστήσουν εθνικά προγράμματα για τον έλεγχο των καταλοίπων αυτών. Τα αποτελέσματα των εθνικών προγραμμάτων υποβάλλονται στην Επιτροπή, την Αρχή και τα άλλα κράτη μέλη, περιλαμβάνονται δε στην ετήσια έκθεση της Κοινότητας.

(34)    Προκειμένου να εξασφαλιστεί η επαρκής ενημέρωση των καταναλωτών, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004, να δημοσιεύουν ετησίως τα αποτελέσματα των εθνικών ελέγχων επί των καταλοίπων στο Διαδίκτυο, παρέχοντας όλα τα επιμέρους στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του τόπου συλλογής και των ονομάτων ή επωνυμιών εμπόρων χονδρικής και λιανικής πωλήσεως και/ή των παραγωγών.

(35)    Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή(14) .

(36)    Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι αναγκαίο και σκόπιμο για την επίτευξη των βασικών στόχων της διευκόλυνσης του εμπορίου με παράλληλη προστασία των καταναλωτών, να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τα ΑΟΚ για προϊόντα φυτικής και ζωικής προέλευσης. Ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 5 της Συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 και, ιδίως, αυτήν της ανάγκης να εξασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, εναρμονισμένες κοινοτικές διατάξεις για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα προϊόντα φυτικής και ζωικής προέλευσης ή σε μέρη τους τα οποία καλύπτονται από το Παράρτημα Ι και τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νωπά, μεταποιημένα ή/και σύνθετα τρόφιμα ή ζωοτροφές και πάνω ή μέσα στα οποία ενδέχεται να υπάρχουν κατάλοιπα φυτοφαρμάκων.

2.  Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα που καλύπτονται από το Παράρτημα Ι, εφόσον αποδεικνύεται, βάσει κατάλληλων στοιχείων, ότι προορίζονται:

   α) για την παρασκευή άλλων προϊόντων πλην των τροφίμων ή των ζωοτροφών,
   β) για σπορά ή φύτευση, ή
   γ) για δραστηριότητες εγκεκριμένες από εθνική νομοθεσία όσον αφορά δοκιμές δραστικών ουσιών.

3.   Τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων που καθορίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό δεν εφαρμόζονται επί προϊόντων υπαγομένων στο Παράρτημα Ι τα οποία προορίζονται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες και υποβάλλονται σε επεξεργασία προ της εξαγωγής, εφόσον αποδεικνύεται, βάσει κατάλληλων στοιχείων, ότι η τρίτη χώρα προορισμού απαιτεί την εν λόγω ιδιαίτερη επεξεργασία ή συμφωνεί με αυτήν, για να αποτρέψει την εισαγωγή επιβλαβών οργανισμών στο έδαφός της.

4.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των οδηγιών 98/8/ΕΚ(15) , 2002/32/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2377/90(16) .

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 και οι ορισμοί του άρθρου 2 σημεία 1 και 4, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ.

2.  Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

   α) "ορθή γεωργική πρακτική" (ΟΓΠ): η σε εθνικό επίπεδο συνιστώμενη, εγκεκριμένη ή καταχωρισμένη ασφαλής χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων υπό πραγματικές συνθήκες σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της αποθήκευσης, της μεταφοράς, της διανομής και της μεταποίησης τροφίμων και ζωοτροφών. Συνεπάγεται επίσης την εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ των αρχών του ολοκληρωμένου ελέγχου παρασίτων σε συγκεκριμένη κλιματική ζώνη, καθώς και τη χρήση της ελάχιστης ποσότητας φυτοφαρμάκων και τον καθορισμό των ελαχίστων επιπέδων ΑΟΚ/προσωρινών ΑΟΚ που μπορούν να επιτύχουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα,

β)   "κρίσιμη ΟΓΠ": η ΟΓΠ, όποτε υφίστανται περισσότερες από μία ΟΓΠ για ένα συνδυασμό δραστικής ουσίας/προϊόντος, από την οποία προκύπτει το υψηλότερο αποδεκτό επίπεδο καταλοίπου φυτοφαρμάκου σε φυτά τα οποία έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία και η οποία ΟΓΠ είναι η βάση για τη θέσπιση του ΑΟΚ,

   γ) "κατάλοιπα φυτοφαρμάκων": τα κατάλοιπα, συμπεριλαμβανομένων των δραστικών ουσιών, των μεταβολιτών ή/και των προϊόντων αποδόμησης ή αντίδρασης δραστικών ουσιών που χρησιμοποιούνται ή έχουν χρησιμοποιηθεί σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, τα οποία υπάρχουν εντός ή επί των προϊόντων που καλύπτονται από το Παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων ιδίως εκείνων τα οποία ενδέχεται να προκύψουν από τη χρήση τους για φυτοπροστασία, στην κτηνιατρική και ως βιοκτόνων,
   δ) "Ανώτατο Όριο Καταλοίπων" (ΑΟΚ): το ανώτατο νόμιμο όριο συγκέντρωσης καταλοίπου φυτοφαρμάκου εντός ή επί τροφίμων ή ζωοτροφών, το οποίο ορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και βασίζεται στην ΟΓΠ και την χαμηλότερη απαιτούμενη έκθεση του καταναλωτή για την προστασία των ευάλωτων καταναλωτών,

ε)   "CXL": ΑΟΚ που έχει καθορίσει η Επιτροπή του Codex Alimentarius,

   στ) "Όριο προσδιορισμού" (ΟΠ): η επικυρωμένη κατώτατη συγκέντρωση καταλοίπου η οποία μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά και να αναφερθεί με συνήθη παρακολούθηση με επικυρωμένες μεθόδους ελέγχου,
  ζ) "ανοχή κατά την εισαγωγή": ΑΟΚ που καθορίζεται για εισαγόμενα προϊόντα, για την αντιμετώπιση των αναγκών του διεθνούς εμπορίου, όταν:
   - η χρήση της δραστικής ουσίας σε φυτοπροστατευτικό προϊόν για συγκεκριμένο προϊόν δεν είναι εγκεκριμένη στην Κοινότητα, για λόγους άλλους πλην λόγων δημοσίας υγείας για το συγκεκριμένο προϊόν και τη συγκεκριμένη χρήση ή
   - ενδείκνυται διαφορετικό όριο διότι το ισχύον κοινοτικό ΑΟΚ έχει καθοριστεί για λόγους άλλους πλην λόγων δημοσίας υγείας για το συγκεκριμένο προϊόν και τη συγκεκριμένη χρήση ,
   η) "δοκιμασία επάρκειας": συγκριτική δοκιμασία στην οποία διάφορα εργαστήρια εκτελούν αναλύσεις σε πανομοιότυπα δείγματα, καθιστώντας δυνατή την αξιολόγηση της ποιότητας της ανάλυσης που πραγματοποιείται από κάθε εργαστήριο,
   θ) "οξεία δόση αναφοράς": η κατ" εκτίμηση ποσότητα της ουσίας στην τροφή, εκφραζόμενη βάσει του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να προσλαμβάνεται σε βραχύ χρονικό διάστημα, συνήθως κατά τη διάρκεια μιας ημέρας, χωρίς αξιόλογο κίνδυνο για τον καταναλωτή βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από κατάλληλες μελέτες, λαμβανομένων υπόψη των ομάδων του πληθυσμού που είναι ευάλωτες (π.χ. παιδιά και έμβρυα) ,
   ι) "αποδεκτή ημερήσια λήψη": η κατ" εκτίμηση ποσότητα της ουσίας στην τροφή, εκφραζόμενη βάσει του σωματικού βάρους, η οποία μπορεί να προσλαμβάνεται ημερησίως σε όλη τη διάρκεια της ζωής, χωρίς αξιόλογο κίνδυνο για οποιονδήποτε καταναλωτή βάσει όλων των γνωστών κατά τη στιγμή της αξιολόγησης στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των ομάδων του πληθυσμού που είναι ευάλωτες (π.χ. παιδιά και έμβρυα) .

Άρθρο 4

Κατάλογος ομάδων προϊόντων για τα οποία εφαρμόζονται εναρμονισμένα ΑΟΚ

1.   Τα προϊόντα, ομάδες προϊόντων ή/και μέρη προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στα οποία εφαρμόζονται εναρμονισμένα ΑΟΚ ορίζονται και καλύπτονται από το Παράρτημα Ι με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2. Το Παράρτημα Ι περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα για τα οποία καθορίζονται ΑΟΚ, καθώς και τα άλλα προϊόντα για τα οποία είναι σκόπιμο να εφαρμόζονται εναρμονισμένα ΑΟΚ, ιδίως λόγω της σημασίας τους στο διαιτολόγιο των καταναλωτών ή στο εμπόριο. Τα προϊόντα ομαδοποιούνται ώστε, κατά το δυνατόν, να καθορίζονται ΑΟΚ για μια ομάδα παρόμοιων ή σχετικών προϊόντων.

2.   Το Παράρτημα Ι καταρτίζεται για πρώτη φορά εντός 3 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και ενδεχομένως αναθεωρείται, ιδίως αιτήσει κράτους μέλους.

Άρθρο 5

Κατάρτιση καταλόγου δραστικών ουσιών για τις οποίες δεν απαιτούνται ΑΟΚ

1.   Οι δραστικές ουσίες φυτοπροστατευτικών προϊόντων, οι οποίες αξιολογούνται δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ και για τις οποίες δεν απαιτούνται ΑΟΚ, καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού και απαριθμούνται στο Παράρτημα IV αυτού, λαμβανομένων υπόψη των χρήσεων των δραστικών αυτών ουσιών και των θεμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχεία α), γ) και δ) του παρόντος κανονισμού.

2.   Το Παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού καταρτίζεται για πρώτη φορά εντός 12 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΊΑ ΤΩΝ ΑΙΤΉΣΕΩΝ ΓΙΑ ΑΟΚ

ΤΜΗΜΑ 1

Υποβολή αιτήσεων για ΑΟΚ

Άρθρο 6

Αιτήσεις

1.   Εάν κράτος μέλος προβλέπει τη χορήγηση άδειας ή προσωρινής άδειας για τη χρήση φυτοπροστατευτικού προϊόντος σύμφωνα με την οδηγία 91/414/ΕΟΚ, εξετάζει αν, συνεπεία της χρήσης αυτής, ένα υφιστάμενο ΑΟΚ που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα II ή III του παρόντος κανονισμού χρειάζεται να τροποποιηθεί, αν πρέπει να καθοριστεί νέο ΑΟΚ ή αν η δραστική ουσία θα πρέπει να περιληφθεί στο Παράρτημα IV. Εν ανάγκη, καλεί το μέρος που ζητεί την άδεια να υποβάλει αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 7.

2.   Όλα τα μέρη που αποδεικνύουν, με κατάλληλα στοιχεία, έννομο συμφέρον στην υγεία και το περιβάλλον , συμπεριλαμβανομένων των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και ενδιαφερομένων από εμπορική άποψη, όπως των παρασκευαστών, των καλλιεργητών, των εισαγωγέων και των παραγωγών προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Παραρτήματος Ι , μπορούν και αυτά να υποβάλλουν σε κράτος μέλος αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 7.

3.   Εάν κράτος μέλος θεωρεί ότι είναι αναγκαίος ο καθορισμός, η τροποποίηση ή η διαγραφή ενός ΑΟΚ, μπορεί επίσης να συγκεντρώνει και να αξιολογεί μια αίτηση καθορισμού, τροποποίησης ή διαγραφής του ΑΟΚ σύμφωνα με το άρθρο 7.

4.   Οι αιτήσεις για ανοχές κατά την εισαγωγή υποβάλλονται στα κράτη μέλη εισηγητές που ορίζονται δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ή, εάν δεν έχει οριστεί εισηγητής, οι αιτήσεις υποβάλλονται στα κράτη μέλη που ορίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος. Οι αιτήσεις υποβάλλονται κατ" άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 7

Απαιτήσεις σχετικές με τις αιτήσεις για ΑΟΚ

1.  Ο αιτών περιλαμβάνει στην αίτηση για ΑΟΚ τα εξής στοιχεία και έγγραφα:

   α) όνομα και διεύθυνσή του,
  β) παρουσίαση του φακέλου της αίτησης που περιλαμβάνει:
   i) περίληψη της αίτησης,
   ii) τα κυριότερα ουσιαστικά επιχειρήματα,
   iii) ευρετήριο των εγγράφων,
   iv) αντίγραφο της σχετικής ΟΓΠ που εφαρμόζεται για την συγκεκριμένη χρήση της υπόψη δραστικής ουσίας,
   γ) συνοπτική επισκόπηση των σχετικών ανησυχιών που έχουν διατυπωθεί στη διαθέσιμη επιστημονική βιβλιογραφία όσον αφορά τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και/ή τα υπολείμματά τους,
   δ) τα δεδομένα που απαριθμούνται στα Παραρτήματα II και III της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ και αφορούν τις απαιτήσεις υποβολής δεδομένων για τον καθορισμό ΑΟΚ φυτοφαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, τοξικολογικών δεδομένων, δεδομένων για τις συνήθεις μεθόδους ανάλυσης που χρησιμοποιούνται στα εργαστήρια ελέγχου καθώς και δεδομένων για το μεταβολισμό στα φυτά και τα ζώα.

Ωστόσο, όταν τα σχετικά δεδομένα έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί, ιδίως δε όταν μια δραστική ουσία έχει ήδη αξιολογηθεί δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ή όταν υπάρχει ένα CXL και τέτοια δεδομένα έχουν υποβληθεί από τον αιτούντα, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για την αξιολόγηση μιας αίτησης. Στις περιπτώσεις αυτές, η έκθεση αξιολόγησης περιλαμβάνει αιτιολόγηση της χρήσης ή της μη χρήσης των δεδομένων αυτών.

2.   Το κράτος μέλος που διενεργεί την αξιολόγηση μπορεί, εάν χρειάζεται, να ζητά από τον αιτούντα συμπληρωματικές πληροφορίες, επιπλέον των πληροφοριών που απαιτούνται δυνάμει της παραγράφου 1, θέτοντας σχετική προθεσμία, η οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα δύο χρόνια.

Άρθρο 8

Αξιολόγηση των αιτήσεων

1.   Κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται, βάσει του άρθρου 7, αίτηση κατ'άρθρο 6, διαβιβάζει αμέσως αντίγραφό της στην Αρχή και στην Επιτροπή και καταρτίζει έκθεση αξιολόγησης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

2.   Οι αιτήσεις αξιολογούνται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των Ενιαίων Αρχών για την Αξιολόγηση Φυτοπροστατευτικών Προϊόντων που καθορίζονται στο Παράρτημα VΙ της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, ή βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων αξιολόγησης που θα καθοριστούν με κανονισμό της Επιτροπής με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 και κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, η αξιολόγηση της αίτησης μπορεί να διενεργείται από το κράτος μέλος που ορίζεται ως εισηγητής για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ.

4.   Όταν κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσχέρειες στην αξιολόγηση μιας αίτησης, ή για να αποφεύγονται αλληλεπικαλύψεις, η απόφαση για το κράτος που θα αξιολογεί συγκεκριμένες αιτήσεις μπορεί να ληφθεί με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2.

Άρθρο 9

Υποβολή των αιτήσεων που έχουν αξιολογηθεί στην Επιτροπή και την Αρχή

1.   Μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης αξιολόγησης, το κράτος μέλος διαβιβάζει την αίτηση στην Επιτροπή. Η Επιτροπή ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τα κράτη μέλη και διαβιβάζει την αίτηση, την έκθεση αξιολόγησης και τον φάκελο υποστήριξης στην Αρχή.

2.   Η Αρχή αποστέλλει, χωρίς καθυστέρηση, στον αιτούντα, στο κράτος μέλος που διενεργεί την αξιολόγηση και στην Επιτροπή έγγραφη απόδειξη παραλαβής της αίτησης. Η απόδειξη αναφέρει την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων.

ΤΜΗΜΑ 2

Εξέταση αιτήσεων ΑΟΚ εκ μέρους της αρχής

Άρθρο 10

Γνωμοδότηση της Αρχής επί των αιτήσεων που αφορούν ΑΟΚ

1.  Η Αρχή πραγματοποιεί εκτίμηση των αιτήσεων και των εκθέσεων αξιολόγησης και δίνει αιτιολογημένη γνώμη, όσον αφορά ειδικότερα τους κινδύνους για τον καταναλωτή και, κατά περίπτωση, τα ζώα, οι οποίοι απορρέουν από τον καθορισμό, την τροποποίηση ή τη διαγραφή ενός ΑΟΚ. Η γνώμη περιλαμβάνει:

   α) εκτίμηση του κατά πόσον η αναλυτική μέθοδος για τη συνήθη παρακολούθηση η οποία προτείνεται στην αίτηση είναι κατάλληλη για τους σκοπούμενους ελέγχους,
   β) το προβλεπόμενο ΟΠ για το συνδυασμό φυτοφαρμάκου και προϊόντος,
   γ) εκτίμηση του κινδύνου υπέρβασης της αποδεκτής ημερήσιας λήψης ή της οξείας δόσης αναφοράς λόγω της τροποποίησης του ΑΟΚ, καθώς και συμμετοχή στην προσλαμβανόμενη ποσότητα λόγω των καταλοίπων επί του προϊόντος για το οποίο ζητήθηκε το ΑΟΚ,
   δ) κάθε άλλο στοιχείο χρήσιμο για την αξιολόγηση του κινδύνου.

2.   Η Αρχή διαβιβάζει την αιτιολογημένη γνώμη της στον αιτούντα, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Η αιτιολογημένη γνώμη καθορίζει σαφώς τη βάση για καθένα από τα συναγόμενα συμπεράσματα.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, η Αρχή δημοσιοποιεί την αιτιολογημένη γνώμη της.

Άρθρο 11

Προθεσμίες για τη γνωμοδότηση της Αρχής επί των αιτήσεων που αφορούν ΑΟΚ

1.   Η Αρχή δίνει την αιτιολογημένη γνώμη της όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 το συντομότερο δυνατόν, και, πάντως, τρεις μήνες το αργότερο μετά την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες είναι αναγκαία η διενέργεια πιο εμπεριστατωμένων αξιολογήσεων, το χρονικό όριο που ορίζει το πρώτο εδάφιο μπορεί να παραταθεί σε έξι μήνες από την ημερομηνία παραλαβής της έγκυρης αίτησης.

2.   "Οταν η Αρχή ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες, η προθεσμία της παραγράφου 1 αναστέλλεται έως ότου προσκομιστούν οι πληροφορίες αυτές. Οι αναστολές υπόκεινται στο άρθρο 13.

Άρθρο 12

Εκτίμηση των υφιστάμενων ΑΟΚ εκ μέρους της Αρχής

1.  Εντός 12 μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης ή μη μιας δραστικής ουσίας στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η Αρχή υποβάλλει αιτιολογημένη γνώμη, βασιζόμενη ιδίως στη σχετική έκθεση αξιολόγησης που συντάσσεται δυνάμει της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη σχετικά με:

   α) τα υφιστάμενα ΑΟΚ για την εν λόγω δραστική ουσία που καθορίζονται με το Παράρτημα II ή III του παρόντος κανονισμού,
   β) την ανάγκη καθορισμού νέων ΑΟΚ για την εν λόγω δραστική ουσία, ή την εγγραφή της στο Παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού,
   γ) τους ειδικούς συντελεστές μεταποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού, οι οποίοι ενδέχεται να απαιτούνται για την εν λόγω δραστική ουσία,
   δ) τα ΑΟΚ των οποίων την καταχώριση στο Παράρτημα II ή/και στο Παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού μπορεί να εξετάσει η Επιτροπή, καθώς και τα ΑΟΚ τα οποία μπορούν να διαγραφούν και αφορούν την εν λόγω δραστική ουσία.

2.   Για τις ουσίες που καταχωρίστηκαν στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δίνεται εντός 12 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 13

Διοικητική αναθεώρηση

Οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή δυνάμει των αρμοδιοτήτων που της αναθέτει ο παρών κανονισμός, ή η μη άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών, μπορούν να αναθεωρούνται από την Επιτροπή με πρωτοβουλία της ίδιας ή κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους ή κάθε αμέσως και ατομικώς ενδιαφερομένου προσώπου.

Σχετικό αίτημα υποβάλλεται στην Επιτροπή εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος αντελήφθη τη σχετική πράξη ή παράλειψη.

Η Επιτροπή αποφασίζει εντός δύο μηνών και ζητεί κατά περίπτωση από την Αρχή να ανακαλέσει την απόφασή της ή να επανορθώσει την παράλειψή της να ενεργήσει εντός καθορισμένης προθεσμίας.

ΤΜΗΜΑ 3

Καθορισμός, τροποποίηση ή διαγραφή ΑΟΚ

Άρθρο 14

Αποφάσεις επί αιτήσεων που αφορούν ΑΟΚ

1.   Μόλις λάβει τη γνώμη της Αρχής και έχοντας υπόψιν τη γνώμη αυτή, η Επιτροπή εκπονεί χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 3 μηνών, με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, και υποβάλλει προς έκδοση, είτε κανονισμό για τον καθορισμό, την τροποποίηση ή τη διαγραφή ενός ΑΟΚ, είτε απόφαση απόρριψης της αίτησης.

2.  "Οσον αφορά τα νομοθετικά κείμενα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνονται υπόψη:

   α) οι διαθέσιμες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις,
   β) η ενδεχόμενη παρουσία καταλοίπων φυτοφαρμάκων προερχομένων από άλλες πηγές πλην της συνήθους φυτοπροστατευτικής χρήσης των δραστικών ουσιών, και των γνωστών σωρευτικών ή συνεργειακών επιπτώσεών τους, όταν είναι διαθέσιμες οι μέθοδοι για την αξιολόγηση των συνεπειών αυτών,
   γ) τα αποτελέσματα εκτίμησης τυχόν δυνητικών κινδύνων για τους καταναλωτές με υψηλή πρόσληψη και υψηλή ευαισθησία και, κατά περίπτωση, για τα ζώα,
   δ) τα αποτελέσματα τυχόν αξιολογήσεων και αποφάσεων τροποποίησης των χρήσεων φυτοπροστατευτικών προϊόντων,
   ε) ένα CXL ή μια ΟΓΠ που εφαρμόζεται σε τρίτη χώρα για τη νόμιμη χρήση μιας δραστικής ουσίας σε αυτήν τη χώρα,
   στ) άλλοι έννομοι παράγοντες που σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα.

3.   Ανά πάσα στιγμή, η Επιτροπή μπορεί να ζητεί από τον αιτούντα ή από την Αρχή συμπληρωματικές πληροφορίες. Η Επιτροπή θέτει τις συμπληρωματικές πληροφορίες στη διάθεση των κρατών μελών και της Αρχής.

Άρθρο 15

Καταχώριση νέων ή τροποποιημένων ΑΟΚ στα Παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ

1.  Ο κανονισμός που αναφέρεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1:

   α) καθορίζει νέα ή τροποποιημένα ΑΟΚ και τα καταχωρίζει στο Παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού εάν οι δραστικές ουσίες έχουν περιληφθεί στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, ή
   β) εάν οι δραστικές ουσίες δεν έχουν περιληφθεί ούτε στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ούτε στο Παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού, καθορίζει ή τροποποιεί προσωρινά ΑΟΚ προς καταχώριση στο Παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού, ή
   γ) στις περιπτώσεις του άρθρου 16, καθορίζει προσωρινά ΑΟΚ προς καταχώριση στο Παράρτημα III του παρόντος κανονισμού.

2.   Εάν καθοριστεί προσωρινό ΑΟΚ βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο β), το εν λόγω ΑΟΚ διαγράφεται από το Παράρτημα ΙΙΙ διά κανονισμού ένα έτος μετά την ημερομηνία καταχώρισης ή μη της συγκεκριμένης δραστικής ουσίας στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, εάν το ζητήσουν ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, το ΑΟΚ μπορεί να διατηρείται επί ένα ακόμη έτος, μέχρις ότου επιβεβαιωθεί ότι έχει αναληφθεί η διενέργεια επιστημονικών μελετών αναγκαίων για την υποστήριξη αίτησης καθορισμού ενός ΑΟΚ. Αν υπάρξει τέτοια επιβεβαίωση, το ΑΟΚ διατηρείται για δύο ακόμη έτη, εφόσον δεν έχουν διαπιστωθεί απαράδεκτες ανησυχίες για την ασφάλεια του καταναλωτή.

Άρθρο 16

Διαδικασία για τον καθορισμό προσωρινών ΑΟΚ υπό ορισμένες περιστάσεις

1.  Ο κανονισμός που αναφέρεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, μπορεί επίσης να καθορίζει να περιληφθεί προσωρινό ΑΟΚ στο Παράρτημα ΙΙΙ:

   α) εξαιρετικώς, ιδίως όταν ενδέχεται να προκύψουν κατάλοιπα φυτοφαρμάκων συνεπεία περιβαλλοντικής ή άλλης μόλυνσης ή λόγω χρήσεων φυτοπροστατευτικών προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, ή
   β) όταν τα συγκεκριμένα προϊόντα συνιστούν δευτερεύον συστατικό του διαιτολογίου των καταναλωτών, και δεν συνιστούν μεγάλο τμήμα του διαιτολογίου σημαντικών υποομάδων, και, κατά περίπτωση, των ζώων, ή
   γ) για το μέλι, ή
   δ) για τα αφεψήματα· ή
   ε) όταν βασικές χρήσεις φυτοπροστατευτικών προϊόντων έχουν αναφερθεί σε απόφαση που ορίζει τη μη καταχώριση μιας δραστικής ουσίας στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ή τη διαγραφή της από το Παράρτημα αυτό, ή
   στ) όταν νέα προϊόντα, ομάδες προϊόντων και/ή τμημάτων προϊόντων έχουν περιληφθεί στο Παράρτημα Ι, και εφόσον ένα ή περισσότερα κράτη μέλη το ζητήσουν, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα διενέργειας των αναγκαίων επιστημονικών μελετών για την υποστήριξη της θέσπισης και αξιολόγησης ενός ΑΟΚ, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εντοπιστεί μη αποδεκτοί κίνδυνοι για την ασφάλεια των καταναλωτών.

2.   Η καταχώριση των προσωρινών ΑΟΚ που αναφέρονται στην παράγραφο 1 βασίζεται στη γνώμη της Αρχής, στα δεδομένα παρακολούθησης και σε εκτίμηση που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν απαράδεκτοι κίνδυνοι για τους καταναλωτές ή τα ζώα.

Η διατήρηση της εγκυρότητας των προσωρινών ΑΟΚ που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ) επανεκτιμάται τουλάχιστον ανά δεκαετία, και τα εν λόγω ΑΟΚ τροποποιούνται ή διαγράφονται κατά περίπτωση.

Τα ΑΟΚ που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο (ε), επανεκτιμώνται κατά τη λήξη της περιόδου για την οποία επετράπη η βασική χρήση. Τα ΑΟΚ που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο (στ), επαναξιολογούνται όταν ολοκληρωθούν και αξιολογηθούν οι επιστημονικές μελέτες αλλά, το αργότερο, τέσσερα χρόνια από τη συνπερίληψή τους στο Παράρτημα ΙΙΙ.

Άρθρο 17

Τροποποιήσεις των ΑΟΚ ύστερα από ανάκληση αδειών φυτοπροστατευτικών προϊόντων

Οι τροποποιήσεις των Παραρτημάτων ΙΙ ή ΙΙΙ οι οποίες απαιτούνται για να διαγραφεί ένα ΑΟΚ ύστερα από την ανάκληση υφιστάμενης άδειας για φυτοπροστατευτικό προϊόν μπορούν να θεσπίζονται χωρίς να ζητείται η γνώμη της Αρχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΑΟΚ ΓΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΦΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΖΩΙΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ

Άρθρο 18

Συμμόρφωση προς τα ΑΟΚ

1.  Τα προϊόντα που καλύπτονται από το Παράρτημα Ι δεν πρέπει να περιέχουν, όταν διατίθενται στην αγορά ως τρόφιμα ή ζωοτροφές ή χορηγούνται σε ζώα, κανένα κατάλοιπο φυτοφαρμάκων που να υπερβαίνει:

   α) τα σχετικά με τα προϊόντα αυτά ΑΟΚ τα οποία καθορίζονται στα Παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ,
   β) το 0,01mg/kg για τα προϊόντα για τα οποία δεν καθορίζεται ειδικό ΜRL στα Παραρτήματα ΙΙ ή ΙΙΙ, ή για δραστικές ουσίες που δεν απαριθμούνται στο Παράρτημα ΙV, εκτός εάν καθορίζονται διαφορετικές προκαθορισμένες τιμές για μια δραστική ουσία με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, λαμβανομένων υπόψη των συνήθων διαθέσιμων μεθόδων ανάλυσης. Οι προκαθορισμένες αυτές τιμές απαριθμούνται στο Παράρτημα V.

2.  Tα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να απαγορεύουν ή να εμποδίζουν να διατίθενται στην αγορά ή να χορηγούνται σε ζώα παραγωγής τροφίμων, στην επικράτειά τους, τα προϊόντα που καλύπτονται από το Παράρτημα Ι, επικαλούμενα το ότι περιέχουν κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, εφόσον:

   α) τα προϊόντα αυτά είναι σύμφωνα προς την παράγραφο 1 και το άρθρο 20, ή
   β) η δραστική ουσία περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV.

3.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να εγκρίνουν, μετά από μετασυλλεκτική χρήση με ένα υποκαπνιστικό στο έδαφός τους, τα επίπεδα καταλοίπων δραστικής ουσίας τα οποία υπερβαίνουν τα όρια των Παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ για προϊόν που καλύπτεται από το Παράρτημα Ι όταν αυτοί οι συνδυασμοί δραστικής ουσίας/ προϊόντος απαριθμούνται στο Παράρτημα VII εφόσον:

   α) τα προϊόντα αυτά δεν προορίζονται για άμεση κατανάλωση,
   β) υφίστανται κατάλληλοι έλεγχοι που διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα δεν μπορούν να διατίθενται στον τελικό χρήστη ή τον καταναλωτή, όταν ο τελευταίος τα προμηθεύεται απευθείας, μέχρι τα κατάλοιπα να μην υπερβαίνουν πλέον τα ανώτατα επίπεδα που καθορίζονται στο Παράρτημα ΙΙ ή ΙΙΙ,
   γ) τα άλλα κράτη μέλη και η Επιτροπή έχουν ενημερωθεί για τα μέτρα που έχουν ληφθεί.

Οι συνδυασμοί δραστικής ουσίας/προϊόντος που απαριθμούνται στο Παράρτημα VII καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2.

4.   Εξαιρετικώς, και ιδίως ύστερα από τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ή δυνάμει των υποχρεώσεων της οδηγίας 2000/29/ΕΚ(17) , ένα κράτος μέλος δύναται να επιτρέπει την διάθεση στην αγορά ή/και την χορήγηση ως ζωοτροφών εντός του εδάφους του, επεξεργασμένων τροφίμων ή ζωοτροφών που δεν είναι σύμφωνα με την παράγραφο 1, αν τα συγκεκριμένα τρόφιμα ή ζωοτροφές δεν αποτελούν απαράδεκτο κίνδυνο. Οι άδειες κοινοποιούνται αμέσως στα άλλα κράτη μέλη, την Επιτροπή και την Αρχή συνοδευόμενες από κατάλληλη αξιολόγηση του κινδύνου, για να εξεταστούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, με σκοπό τη θέσπιση προσωρινών ΑΟΚ για συγκεκριμένη περίοδο ή για να ληφθεί κάθε άλλο απαραίτητο μέτρο σχετικά με αυτά τα προϊόντα.

Άρθρο 19

Απαγορεύσεις που αφορούν στα μεταποιημένα ή/και σύνθετα προϊόντα

Απαγορεύεται η μεταποίηση, ή/και ανάμιξη με σκοπό την αραίωση με το ίδιο ή άλλα προϊόντα, των προϊόντων που καλύπτονται από το Παράρτημα Ι τα οποία δεν είναι σύμφωνα προς το άρθρο 18, παράγραφος 1, ή το άρθρο 20 με σκοπό τη διάθεσή τους στην αγορά ως τροφίμων ή ζωοτροφών ή για τη χορήγηση σε ζώα.

Άρθρο 20

ΑΟΚ που εφαρμόζονται σε μεταποιημένα ή/και σύνθετα προϊόντα

1.   Όταν στα Παραρτήματα ΙΙ ή ΙΙΙ δεν καθορίζονται ΑΟΚ για μεταποιημένα ή/και σύνθετα τρόφιμα ή ζωοτροφές, εφαρμόζονται τα ΑΟΚ που προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, για το αντίστοιχο προϊόν που καλύπτεται από το Παράρτημα Ι, λαμβανομένων υπόψη των μεταβολών των επιπέδων καταλοίπων φυτοφαρμάκων λόγω της μεταποίησης ή/και ανάμιξης.

2.   Ειδικοί συντελεστές συμπύκνωσης ή αραίωσης για ορισμένες εργασίες μεταποίησης ή/και ανάμιξης ή για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα ή/και σύνθετα προϊόντα μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος VΙ με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΑΟΚ ΣΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ

Άρθρο 21

Πρώτη κατάρτιση ΑΟΚ

1.   Τα ΑΟΚ για προϊόντα που καλύπτονται από το Παράρτημα Ι καταρτίζονται για πρώτη φορά και εγγράφονται στο Παράρτημα ΙΙ με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, όπου εντάσσονται τα ΑΟΚ που προβλέπονται δυνάμει των οδηγιών 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ, βάσει των κριτηρίων του άρθρου 14, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού.

2.   Το Παράρτημα ΙΙ καταρτίζεται εντός 12 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 22

Πρώτη κατάρτιση προσωρινών ΑΟΚ

1.  Τα προσωρινά ΑΟΚ για τις δραστικές ουσίες για τις οποίες δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση για την καταχώρισή τους ή μη στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, καθορίζονται για πρώτη φορά και εγγράφονται στο Παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού εκτός εάν ήδη είναι εγγεγραμμένα στο Παράρτημα ΙΙ αυτού, με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη μέλη, και, κατά περίπτωση, την αιτιολογημένη γνώμη που αναφέρεται στο άρθρο 24, τους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, και τα ακόλουθα ΑΟΚ:

   α) τα εναπομένοντα στο Παράρτημα της οδηγίας 76/895/ΕΟΚ ΑΟΚ, και
   β) τα όχι ακόμη εναρμονισμένα εθνικά ΑΟΚ.

2.   Το Παράρτημα ΙΙΙ καταρτίζεται για πρώτη φορά εντός 12 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τηρουμένων των άρθρων 23, 24 και 25.

Άρθρο 23

Πληροφορίες που υποβάλλουν τα κράτη μέλη για τα εθνικά ΑΟΚ

Όταν μια δραστική ουσία δεν έχει ακόμη καταχωρισθεί στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ και όταν κράτος μέλος έχει καθορίσει, το αργότερο κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού, εθνικό ΑΟΚ για αυτήν τη δραστική ουσία για προϊόν καλυπτόμενο από το Παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού, ή έχει αποφασίσει ότι δεν απαιτείται ΑΟΚ γι" αυτή τη δραστική ουσία, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή, υπό μορφήν και εντός προθεσμίας που θα καθοριστούν με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, το εθνικό ΑΟΚ, ή το γεγονός ότι δεν απαιτείται ΑΟΚ για μια δραστική ουσία και, εφόσον απαιτείται, και αιτήσει της Επιτροπής:

   α) την ΟΓΠ,
   β) εάν η κρίσιμη ΟΓΠ εφαρμόζεται στο κράτος μέλος, και, εφόσον είναι διαθέσιμα, συνοπτικά δεδομένα για τις υπό επίβλεψη δοκιμές ή/και δεδομένα παρακολούθησης,
   γ) την αποδεκτή ημερήσια λήψη και, κατά περίπτωση, την οξεία δόση αναφοράς που χρησιμοποιήθηκαν για την εθνική αξιολόγηση κινδύνου, καθώς και το αποτέλεσμα της αξιολόγησης.

Άρθρο 24

Γνωμοδότηση της Αρχής για τα δεδομένα επί των οποίων βασίζονται τα εθνικά ΑΟΚ

1.   Η Αρχή υποβάλλει αιτιολογημένη γνώμη στην Επιτροπή σχετικά με τους δυνητικούς κινδύνους για την υγεία των καταναλωτών οι οποίοι προκύπτουν από:

α)   τα προσωρινά ΑΟΚ που μπορούν να συμπεριληφθούν στο Παράρτημα III,

   β) τις δραστικές ουσίες που μπορούν να συμπεριληφθούν στο Παράρτημα IV.

2.   Κατά την προπαρασκευή της αιτιολογημένης γνώμης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Αρχή λαμβάνει υπόψη τις διαθέσιμες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, και ιδίως, τις πληροφορίες που υποβάλλει το κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 23.

Άρθρο 25

Καθορισμός προσωρινών ΑΟΚ

Λαμβανομένης υπόψη της γνώμης της Αρχής, εάν η γνωμοδότησή της είναι αναγκαία , προσωρινά ΑΟΚ για δραστικές ουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 23 επιτρέπεται να καθορίζονται και να εγγράφονται στο Παράρτημα ΙΙΙ, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, ή, κατά περίπτωση, η δραστική ουσία επιτρέπεται να καταχωρίζεται στο Παράρτημα IV σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1. Τα προσωρινά ΑΟΚ καθορίζονται στο ελάχιστο επίπεδο που μπορεί να επιτευχθεί σε όλα τα κράτη μέλη βάσει της ΟΓΠ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΠΙΣΗΜΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ, ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Επίσημοι έλεγχοι των ΑΟΚ

Άρθρο 26

Επίσημοι έλεγχοι

1.   Με την επιφύλαξη της οδηγίας 96/23/ΕΚ(18) , τα κράτη μέλη διενεργούν επίσημους ελέγχους για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων με σκοπό την τήρηση του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας περί επισήμων ελέγχων των τροφίμων και των ζωοτροφών.

2.   Οι έλεγχοι αυτοί για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων συνίστανται ιδίως σε δειγματοληψίες και επακόλουθη ανάλυση των δειγμάτων και ταυτοποίηση των φυτοφαρμάκων που είναι παρόντα και των αντίστοιχων επιπέδων καταλοίπων τους. Τέτοιοι έλεγχοι διενεργούνται και στο σημείο παράδοσης προς τον καταναλωτή.

Άρθρο 27

Δειγματοληψίες

1.   Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει επαρκή αριθμό και φάσμα δειγμάτων ώστε τα αποτελέσματα να είναι αντιπροσωπευτικά της αγοράς, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων προηγούμενων προγραμμάτων ελέγχου. Η δειγματοληψία αυτή διενεργείται, όσο είναι ευλόγως δυνατό, πλησίον του σημείου διάθεσης, ώστε να μπορούν να λαμβάνονται τα οποιαδήποτε συνακόλουθα μέτρα.

2.   Οι μέθοδοι δειγματοληψίας που απαιτούνται για τη διενέργεια αυτών των ελέγχων καταλοίπων φυτοφαρμάκων σε προϊόντα, εκτός από εκείνες που προβλέπονται στην οδηγία 2002/63/ΕΚ(19) , καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 28

Μέθοδοι ανάλυσης

1.   Οι μέθοδοι ανάλυσης για κατάλοιπα φυτοφαρμάκων πρέπει να πληρούν τα κριτήρια των σχετικών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας περί επισήμων ελέγχων των τροφίμων και των ζωοτροφών.

2.   Τεχνικές κατευθυντήριες γραμμές για την πλήρωση των συγκεκριμένων κριτηρίων και τις διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου σε σχέση με τις μεθόδους ανάλυσης για τον προσδιορισμό καταλοίπων φυτοφαρμάκων μπορούν να θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2.

3.   Όλα τα εργαστήρια που αναλύουν δείγματα για τους επίσημους ελέγχους των καταλοίπων φυτοφαρμάκων πρέπει να συμμετέχουν στις κοινοτικές δοκιμασίες επάρκειας για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, τις οποίες διοργανώνει η Επιτροπή.

ΤΜΗΜΑ 2

Κοινοτικό πρόγραμμα ελέγχου

Άρθρο 29

Κοινοτικό πρόγραμμα ελέγχου

1.   Η Επιτροπή καταρτίζει συντονισμένο πολυετές κοινοτικό πρόγραμμα ελέγχου, το οποίο προσδιορίζει τα συγκεκριμένα δείγματα που πρέπει να περιλαμβάνονται στα εθνικά προγράμματα ελέγχου και λαμβάνει υπόψη εντοπισθέντα προβλήματα περί τη συμμόρφωση με τα ΑΟΚ που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, με σκοπό την εκτίμηση της έκθεσης των καταναλωτών και την εφαρμογή της τρέχουσας νομοθεσίας.

2.   Το κοινοτικό πρόγραμμα ελέγχου εγκρίνεται και επικαιροποιείται ετησίως με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2. Το σχέδιο του κοινοτικού προγράμματος ελέγχου υποβάλλεται στην επιτροπή του άρθρου 45, παράγραφος 1, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από το τέλος κάθε ημερολογιακού έτους.

ΤΜΗΜΑ 3

Εθνικά προγράμματα ελέγχου

Άρθρο 30

Εθνικά προγράμματα ελέγχου για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων

1.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν πολυετή εθνικά προγράμματα ελέγχου για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, τα οποία και ενημερώνουν ετησίως.

Τα προγράμματα αυτά πρέπει να έχουν ως βάση τους κινδύνους και να αποσκοπούν ιδίως στην εκτίμηση της έκθεσης του καταναλωτή και τη συμμόρφωση με την ισχύουσα νομοθεσία, προσδιορίζουν δε τουλάχιστον τα εξής:

   α) τα προϊόντα από τα οποία πρέπει να λαμβάνονται δείγματα,
   β) τον αριθμό των δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνονται και των αναλύσεων που πρέπει να πραγματοποιούνται,
   γ) τα φυτοφάρμακα που πρέπει να αναλύονται,
  δ) τα κριτήρια για την κατάρτιση των προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων:
   i) των συνδυασμών φυτοφαρμάκου-προϊόντος που πρέπει να επιλέγονται,
   ii) του αριθμού δειγμάτων που λαμβάνονται από εγχώρια και μη εγχώρια προϊόντα, αντιστοίχως,
   iii) της κατανάλωσης των προϊόντων ως μερίδιο του εθνικού διαιτολογίου,
   iv) του κοινοτικού προγράμματος ελέγχου, και
   v) των αποτελεσμάτων προηγούμενων προγραμμάτων ελέγχου.

2.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα ενημερωμένα εθνικά προγράμματα ελέγχου για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1, στην Επιτροπή και στην Αρχή τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από το τέλος κάθε ημερολογιακού έτους.

3.   Τα κράτη μέλη συμμετέχουν στο κοινοτικό πρόγραμμα ελέγχου του άρθρου 29. Δημοσιεύουν ετησίως στο Διαδίκτυο όλα τα αποτελέσματα των εθνικών ελέγχων καταλοίπων. Σε περιπτώσεις υπέρβασης των ΑΟΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να κατονομάζουν τους ενδεχόμενους εμπόρους χονδρικής και λιανικής πώλησης ή τους παραγωγούς.

ΤΜΗΜΑ 4

Πληροφορίεσ υποβαλλόμενεσ από τα κράτη μέλη και ετήσια έκθεση

Άρθρο 31

Πληροφορίες υποβαλλόμενες από τα κράτη μέλη

1.  Έως τις 31 Αυγούστου κάθε έτους, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, την Αρχή και τα λοιπά κράτη μέλη τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με το προηγούμενο ημερολογιακό έτος:

   α) τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 1,
   β) τα ΟΠ τα οποία εφαρμόζονται στο εθνικό πρόγραμμα ελέγχου του άρθρου 30 και στο πλαίσιο του κοινοτικού προγραμμάτος ελέγχου του άρθρου 29,
   γ) τις λεπτομέρειες της συμμετοχής των εργαστηρίων αναλύσεων στις κοινοτικές δοκιμασίες επάρκειας του άρθρου 28, παράγραφος 3, και σε άλλες δοκιμασίες επάρκειας σχετικές με τους συνδυασμούς φυτοφαρμάκου-προϊόντος από τους οποίους λαμβάνονται δείγματα στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος ελέγχου,
   δ) λεπτομέρειες του καθεστώτος διαπίστευσης των εργαστηρίων αναλύσεων τα οποία εμπλέκονται στους ελέγχους του στοιχείου (α),
   ε) όταν το επιτρέπει η εθνική νομοθεσία, λεπτομέρειες των εκτελεστικών μέτρων που έχουν ληφθεί.

2.   Τα εκτελεστικά μέτρα σχετικά με την υποβολή των πληροφοριών από τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, ύστερα από διαβούλευση με την Αρχή.

Άρθρο 32

Η ετήσια έκθεση για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων

1.   Βάσει των πληροφοριών που παρέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 1, η Αρχή συντάσσει ετήσια έκθεση για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων.

2.  Στην ετήσια έκθεση, η Αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες τουλάχιστον για τα εξής:

   α) ανάλυση των αποτελεσμάτων των ελέγχων του άρθρου 26, παράγραφος 2,
   β) δήλωση των πιθανών λόγων υπέρβασης των ΑΟΚ, καθώς και τυχόν ενδεδειγμένες παρατηρήσεις για εναλλακτικές δυνατότητες διαχείρισης κινδύνου,
   γ) ανάλυση σχετικά με τους χρόνιους και οξείς κινδύνους για την υγεία των καταναλωτών οι οποίοι οφείλονται σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων,
   δ) εκτίμηση της έκθεσης των καταναλωτών στα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων με βάση τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το στοιχείο (α) και κάθε άλλη σχετική διαθέσιμη πληροφορία, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων που υποβάλλονται δυνάμει της οδηγίας 96/23/ΕΚ.

3.   Εάν ένα κράτος μέλος δεν έχει υποβάλει πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 31, η Αρχή μπορεί να αγνοήσει τις πληροφορίες τις σχετικές με το εν λόγω κράτος μέλος κατά τη σύνταξη της ετήσιας έκθεσης.

4.   Η μορφή της ετήσιας έκθεσης μπορεί να αποφασίζεται με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2.

5.   Η Αρχή υποβάλλει την ετήσια έκθεση στην Επιτροπή μέχρι την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου κάθε έτους.

6.   Η ετήσια έκθεση μπορεί να περιλαμβάνει γνώμη επί των φυτοφαρμάκων που θα πρέπει να καλύπτονται σε μελλοντικά προγράμματα.

7.   Η Αρχή δημοσιοποιεί την ετήσια έκθεση καθώς και τα τυχόν σχόλια της Επιτροπής ή των κρατών μελών.

Άρθρο 33

Υποβολή της ετήσιας έκθεσης για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων στην επιτροπή

Η Επιτροπή υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση την ετήσια έκθεση στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, προς εξέταση και διατύπωση συστάσεων σχετικά με τα τυχόν αναγκαία μέτρα που πρέπει να ληφθούν ως προς τις αναφερόμενες παραβιάσεις των ΑΟΚ που καθορίζονται στα Παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ.

ΤΜΗΜΑ 5

Κυρώσεις

Άρθρο 34

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για τις παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 35

Επείγοντα μέτρα

Τα άρθρα 53 και 54 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 εφαρμόζονται όταν, συνεπεία νέων πληροφοριών ή επανεκτίμησης υφιστάμενων πληροφοριών, τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων ή τα ΑΟΚ που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου ή των ζώων και απαιτείται άμεση ενέργεια. Οι προθεσμίες εντός των οποίων η Επιτροπή οφείλει να λάβει απόφαση μειώνονται σε επτά ημέρες σε περιπτώσεις νωπών προϊόντων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΜΕΝΑ ΑΟΚ ΦΥΤΟΦΑΡΜΑΚΩΝ

Άρθρο 36

Υποστηρικτικά μέτρα σχετικά με εναρμονισμένα ΑΟΚ φυτοφαρμάκων

1.  Καθιερώνονται, σε κοινοτικό επίπεδο, υποστηρικτικά μέτρα σχετικά με εναρμονισμένα ΑΟΚ φυτοφαρμάκων, τα οποία περιλαμβάνουν:

   α) ενιαία βάση δεδομένων για την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τα ΑΟΚ των καταλοίπων φυτοφαρμάκων και για τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών,
   β) τις κοινοτικές δοκιμασίες επάρκειας του άρθρου 28, παράγραφος 3,
   γ) τις μελέτες και τα άλλα μέτρα που απαιτούνται για την προπαρασκευή και την εξέλιξη της νομοθεσίας και των τεχνικών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, με στόχο, ιδίως, την ανάπτυξη και χρήση μεθόδων αξιολόγησης των αθροιστικών, σωρευτικών και συνεργειακών συνεπειών τους,
   δ) τις μελέτες που απαιτούνται για την εκτίμηση της έκθεσης των καταναλωτών και των ζώων σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων,
   ε) τις μελέτες που απαιτούνται για την υποστήριξη εργαστηρίων ελέγχου όταν οι μέθοδοι ανάλυσης δεν είναι σε θέση να ελέγχουν τα ΑΟΚ που έχουν καθοριστεί.

2.   Τυχόν απαιτούμενες εκτελεστικές διατάξεις για τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2.

Άρθρο 37

Κοινοτική συνεισφορά στα υποστηρικτικά μέτρα για εναρμονισμένα ΑΟΚ φυτοφαρμάκων

1.   Η Κοινότητα μπορεί να συνεισφέρει μέχρι 100% του κόστους των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 36.

2.   Οι πιστώσεις εγκρίνονται κάθε οικονομικό έτος στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΑΟΚ

Άρθρο 38

Ορισμός εθνικών αρχών

Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες εθνικές αρχές για το συντονισμό της συνεργασίας με την Επιτροπή, την Αρχή, τα λοιπά κράτη μέλη, τους παρασκευαστές, τους παραγωγούς και τους καλλιεργητές για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Όταν ένα κράτος μέλος ορίζει περισσότερες από μία εθνικές αρχές, το εν λόγω κράτος μέλος καθορίζει ποια από τις αρχές αυτές θα ενεργεί ως σημείο επαφής.

Οι εθνικές αρχές μπορούν να μεταβιβάζουν καθήκοντα σε άλλους φορείς.

Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή και την Αρχή τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εθνικών αρχών που ορίζει.

Άρθρο 39

Συντονισμός από την Αρχή των πληροφοριών για τα ΑΟΚ

Η Αρχή:

   α) συντονίζεται με το κράτος μέλος-εισηγητή που ορίζεται σύμφωνα με την οδηγία 91/414/ΕΟΚ για μια δραστική ουσία,
   β) συντονίζεται με τα κράτη μέλη και την Επιτροπή όσον αφορά τα ΑΟΚ ιδίως για την πλήρωση των απαιτήσεων του άρθρου 41.

Άρθρο 40

Πληροφορίες τις οποίες υποβάλλουν τα κράτη μέλη

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Αρχή, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, κάθε διαθέσιμη πληροφορία αναγκαία για την αξιολόγηση της ασφάλειας των ΑΟΚ.

Άρθρο 41

Βάση δεδομένων της Αρχής σχετική με τα ΑΟΚ

Με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων διατάξεων της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα, η Αρχή αναπτύσσει και διατηρεί βάση δεδομένων στην οποία έχουν πρόσβαση η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και η οποία περιέχει τις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες και τις ΟΓΠ για τα ΑΟΚ, τις δραστικές ουσίες και τους συντελεστές μεταποίησης που καθορίζονται στα Παραρτήματα ΙΙ, ΙΙΙ, IV και VΙΙ. Ειδικότερα, η βάση δεδομένων περιέχει εκτιμήσεις για την πρόσληψη δια της τροφής, τους συντελεστές μεταποίησης και τις τοξικολογικές παραμέτρους.

Άρθρο 42

Κράτη μέλη και τέλη

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ανακτούν, μέσω τέλους ή επιβάρυνσης, το κόστος των εργασιών για τον καθορισμό, την τροποποίηση ή τη διαγραφή ΑΟΚ, ή για κάθε άλλη εργασία που προκύπτει από υποχρεώσεις κατά τον παρόντα κανονισμό.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το τέλος ή η επιβάρυνση που αναφέρεται στην παράγραφο 1:

   α) καθορίζεται με διαφάνεια, και
   β) αντιστοιχεί στο πραγματικό κόστος των σχετικών εργασιών.

Μπορεί να χρησιμοποιείται κλίμακα πάγιων επιβαρύνσεων βάσει του μέσου κόστους των εργασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Άρθρο 43

Επιστημονική γνώμη της Αρχής

Η Επιτροπή ή τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν την επιστημονική γνώμη της Αρχής για κάθε μέτρο που σχετίζεται με την εκτίμηση των κινδύνων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να δίδεται η σχετική γνώμη.

Άρθρο 44

Διαδικασία για την υιοθέτηση γνωμοδοτήσεων της Αρχής

1.   Όταν, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι γνωμοδοτήσεις της Αρχής απαιτούν απλώς επιστημονικές ή τεχνικές εργασίες συνεπαγόμενες την εφαρμογή έγκυρων επιστημονικών ή τεχνικών αρχών, δυνατόν να εκδίδονται από την Αρχή δίχως να ζητείται η γνώμη της επιστημονικής επιτροπής ή των επιστημονικών ομάδων που μνημονεύονται στο άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, εκτός εάν φέρει αντίρρηση η Επιτροπή, ή ένα κράτος μέλος.

2.   Οι εκτελεστικές διατάξεις δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 6, στοιχείο α), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 ορίζουν τις περιπτώσεις εφαρμογής της ανωτέρω παραγράφου 1.

Άρθρο 45

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη Μόνιμη Επιτροπή για την Τροφική Αλυσίδα και την Υγεία των Ζώων, η οποία έχει συσταθεί με το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 (στο εξής καλούμενη "επιτροπή".)

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη .

3.   Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Άρθρο 46

Εκτελεστικά μέτρα

Με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2, και, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Αρχής, θεσπίζονται ή τροποποιούνται:

   α) τα εκτελεστικά μέτρα για την εξασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού,
   β) οι ημερομηνίες που αναφέρονται στο άρθρο 23, στο άρθρο 29, παράγραφος 2, στο άρθρο 30, παράγραφος 2, στο άρθρο 31, παράγραφος 1, και στο άρθρο 32, παράγραφος 5,
   γ) έγγραφα τεχνικής καθοδήγησης που βοηθούν στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού,
   δ) λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τα επιστημονικά δεδομένα που απαιτούνται για τον καθορισμό των ΑΟΚ.

Άρθρο 47

Έκθεση για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού

Το αργότερο 10 έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του καθώς και τις τυχόν κατάλληλες προτάσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 48

Κατάργηση και προσαρμογή της νομοθεσίας

1.   Οι οδηγίες 76/895/ΕΟΚ, 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ καταργούνται από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 50, δεύτερο εδάφιο.

2.   Το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο στ), της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ αντικαθίσταται από τα εξής:

"
   στ. κατά περίπτωση, τα ΑΟΚ για τα γεωργικά προϊόντα που επηρεάζονται από τη χρήση που σημειώνεται στην έγκριση, έχουν καθοριστεί ή τροποποιηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. ΧΧΧ/2005 *.

––   _________________

* ΕΕ L ......... .

"

Άρθρο 49

Μεταβατικά μέτρα

1.   Οι απαιτήσεις του Κεφαλαίου ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται στα προϊόντα τα οποία έχουν νομίμως παραχθεί ή εισαχθεί στην Κοινότητα πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 50, δεύτερο εδάφιο.

Ωστόσο, για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, είναι δυνατόν να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για τα προϊόντα αυτά με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2.

2.   Όταν είναι αναγκαίο για την κανονική εμπορία, μεταποίηση και κατανάλωση προϊόντων, είναι δυνατόν να θεσπίζονται και άλλα μεταβατικά μέτρα για την εφαρμογή των ΑΟΚ που προβλέπονται στα άρθρα 15, 16, 21, 22 και 25.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία δεν θίγουν την υποχρέωση να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 45, παράγραφος 2.

Άρθρο 50

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα Κεφάλαια ΙΙ, ΙΙΙ και V αρχίζουν να εφαρμόζονται 6 μήνες μετά τη δημοσίευση του τελευταίου κανονισμού με τον οποίον θεσπίζονται τα Παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και IV.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Έγινε στις

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν στις 20.4.2004, P5_TA(2004)0299.
(2) Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη ΕφημερίδαDT(d.m.yyyy)@DATEMSG@ .
(3) ΕΕ C 234 της 30.9.2003, σ. 33.
(4) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 20ης Απριλίου 2004 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή απόφαση του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2004 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2004 .
(5) ΕΕ L 340 της 9.12.1976, σ. 26. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 807/2003 (ΕΕ L 122 της 16.5.2003, σ. 36).
(6) ΕΕ L 221 της 7.8.1986, σ. 37. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2004/61/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 127 της 29.4.2004, σ. 81).
(7) ΕΕ L 221 της 7.8.1986, σ. 43. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2004/61/ΕΚ.
(8) ΕΕ L 350 της 14.12.1990, σ. 71. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2004/95/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 301 της 28.9.2004, σ. 42) .
(9) ΕΕ L 230 της 19.8.1991, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2004/99/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 309 της 6.10.2004, σ. 6 ).
(10) ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1642/2003 (ΕΕ L 245, 29.9.2003, σ. 4).
(11) ΕΕ L 33 της 8.2.1979, σ. 36. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 850/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 7) .
(12) EE L 140 της 30.5.2002, σ. 10. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2003/100/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 285 της 1.11.2003, σ. 33).
(13) ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1.
(14) ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.
(15) Οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 123 της 24.4.1998, σ. 1). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).
(16) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2377/90 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, για τη θέσπιση κοινοτικής διαδικασίας για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1875/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 326 της 29.10.2004 , σ. 19 ).
(17) Οδηγία 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, περί μέτρων κατά της εισαγωγής στην Κοινότητα οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα και κατά της εξάπλωσής τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ L 169 της 10.7.2000, σ. 1). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 .
(18) Οδηγία 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, περί της λήψης μέτρων ελέγχου για ορισμένες ουσίες και τα κατάλοιπά τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους και κατάργησης των οδηγιών 85/358/ΕΟΚ και 86/469/ΕΟΚ και των αποφάσεων 89/187/ΕΟΚ και 91/664/ΕΟΚ (ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 10). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 .
(19) Οδηγία 2002/63/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2002, για την καθιέρωση κοινοτικών μεθόδων δειγματοληψίας για τον επίσημο έλεγχο των υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω σε προϊόντα φυτικής και ζωικής προέλευσης και την κατάργηση της οδηγίας 79/700/ΕΟΚ (ΕΕ L 187 της 16.7.2002, σ. 30).


Σύνοδος Κορυφής ΕΕ-Ρωσίας
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη σύνοδο κορυφής ΕΕ-Ρωσίας που πραγματοποιήθηκε στη Χάγη στις 25 Νοεμβρίου 2004
P6_TA(2004)0099 B6-0197 , 0198 , 0206 , 0207 , 0208 και 0209/2004

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας(1) μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους και της Ρωσίας, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 1997, καθώς και την Κοινή Δήλωση για την διεύρυνση της ΕΕ και για τις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας, που υπογράφτηκε στις 27 Απριλίου 2004 και επιβεβαιώθηκε τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από τη Ρωσική Δούμα τον Οκτώβριο του 2004,

–   έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του για τη Ρωσία και την Τσετσενία και ιδιαίτερα τη σύστασή του, της 26ης Φεβρουαρίου 2004, προς το Συμβούλιο όσον αφορά τις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας(2) ,

–   έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της 14ης Διάσκεψης Κορυφής ΕΕ-Ρωσίας που πραγματοποιήθηκε στη Χάγη στις 25 Νοεμβρίου 2004,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο "Ευρύτερη Ευρώπη-γειτονικές σχέσεις: ένα νέο πλαίσιο σχέσεων με τους γείτονές μας στα ανατολικά και νότια σύνορά μας" (COM(2003)0104 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 103, παράγραφος 4, του Κανονισμού του,

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διεύρυνση της συνεργασίας και οι σχέσεις καλής γειτονίας μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας έχουν κεφαλαιώδη σημασία για τη σταθερότητα, την ασφάλεια και την ευημερία του συνόλου της Ευρώπης,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι και οι δύο πλευρές υπογραμμίζουν τη σημασία της στρατηγικής εταιρικής σχέσης ΕΕ-Ρωσίας και την πρόθεσή τους να εντείνουν περαιτέρω τη συνεργασία τους στην Ευρώπη και περαιτέρω, με βάση κοινά συμφέροντα και κοινές αξίες, ιδίως δε τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ μετά την τελευταία της διεύρυνση έχει δεσμευθεί σε μεγάλο βαθμό στην εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας ως μία από τις κορυφαίες προτεραιότητες στο πλαίσιο των εξωτερικών ενεργειών, με επακόλουθο να εμπλέκεται περισσότερο στην επίλυση των συγκρούσεων στην Υπερδνειστερία και το Νότιο Καύκασο,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τόσο η ΕΕ όσο και η Ρωσία θεωρούν τις χώρες της κοινής γειτονίας τους περιοχές για τις οποίες και οι δύο συμμερίζονται ορισμένο βαθμό ευθύνης για τη δημιουργία και διατήρηση σταθερότητας,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τη σύνοδο κορυφής ΕΕ-Ρωσίας στην Αγία Πετρούπολη το Μάιο του 2003 αποφασίστηκε να καθοριστούν τέσσερις κοινοί χώροι, προσθέτοντας ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, έναν χώρο εξωτερικής ασφάλειας και έναν χώρο έρευνας, παιδείας και πολιτισμού στον Κοινό Οικονομικό Χώρο ο οποίος είχε συμφωνηθεί δύο χρόνια νωρίτερα,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στη 14η Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Ρωσίας οι συμμετέχοντες συμφώνησαν να αναβάλουν τη δημιουργία των τεσσάρων κοινών χώρων για την επόμενη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Ρωσίας, που θα διεξαχθεί στη Μόσχα, το Μάιο του 2005,

Ζ.   υπογραμμίζοντας ότι οποιαδήποτε περαιτέρω εξέλιξη στην οικοδόμηση μιας πραγματικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης πρέπει να συνδέεται με απτή βελτίωση της παρούσας κατάστασης και ότι οι αξίες της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αποτελούν τη βάση της εταιρικής αυτής σχέσης θα πρέπει να είναι πλήρως σεβαστές,

Η.   εκτιμώντας ότι η ΕΕ και η Ρωσία έχουν κοινή ευθύνη να εφαρμόσουν ειρηνικές λύσεις στις περιοχές σύρραξης της άμεσης γειτονίας τους,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη βιώσιμων πολιτικών λύσεων στην Τσετσενία έχει ως αποτέλεσμα να εξαπλώνονται οι τρομοκρατικές ενέργειες στις γειτονικές δημοκρατίες και λαμβάνοντας υπόψη ότι συνεχίζονται οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνδέονται με τις ρωσικές δυνάμεις ασφαλείας,

1.   εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη αισθητής προόδου στη δημιουργία των τεσσάρων κοινών χώρων κατά τη 14η σύνοδο κορυφής ΕΕ-Ρωσίας στη Χάγη, επισημαίνει όμως τη φιλοδοξία να εμβαθυνθεί ο διάλογος σε διάφορα θέματα όπως οι μειονότητες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα θεμελιώδη δικαιώματα και ευελπιστεί ότι ο διάλογος αυτός θα οδηγήσει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα·

2.   εκτιμά ότι οι τέσσερις Χώροι πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ενιαία δέσμη και να μην διαχωρίζονται·

3.   εκφράζει την πρόθεσή του για ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και της Ρωσικής Ομοσπονδίας με στόχο τη δημιουργία των τεσσάρων κοινών χώρων·

4.   καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να αξιοποιήσουν πλήρως τα υφιστάμενα εργαλεία και προγράμματα όπως το TACIS, προς υποστήριξη της ανάπτυξης της κοινωνίας των πολιτών στη Ρωσία και επιμένει ότι και μελλοντικοί μηχανισμοί θα προσπαθήσουν να ενισχύσουν τη δημοκρατία και το σεβασμό του κράτους δικαίου σε αυτήν την περιοχή·

5.   χαιρετίζει την κύρωση, στις 22 Οκτωβρίου 2004, από τη Δούμα, του Πρωτοκόλλου του Κυότο στην Σύμβαση-Πλαίσιο του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή· τονίζει τον θετικό αντίκτυπο που θα έχει η υπογραφή του Πρωτοκόλλου για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας και ελπίζει ότι και άλλες χώρες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια σκηνή θα ενθαρρυνθούν να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Ρωσίας και καλεί όλες τις πλευρές να καταβάλουν περαιτέρω προσπάθειες για να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της ενέργειας και να αναπτύξουν ενέργειες που συνεπάγονται μηδενικές εκπομπές CO2·

6.   χαιρετίζει την επέκταση της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας στα νέα κράτη μέλη της ΕΕ και τη σταθερή δέσμευση των δύο πλευρών να συνεχίσουν ενεργητικά το έργο για εκπλήρωση των δεσμεύσεων που περιέχονται στην προαναφερθείσα Κοινή Δήλωση·

7.   χαιρετίζει την εξαγγελία στην οποία προέβη ο Πρόεδρος Πούτιν στη διάσκεψη κορυφής σύμφωνα με την οποία η Ρωσία θα υπογράψει "στο προσεχές μέλλον" τις συνοριακές συμφωνίες με την Εσθονία και τη Λετονία·

8.   υπογραμμίζει την ανάγκη η ΕΕ και η Ρωσία να εντείνουν τον πολιτικό τους διάλογο, ιδίως συνεργαζόμενες για να επιτύχουν τον κοινό στόχο της ενίσχυσης πολυμερών οργανώσεων όπως ο ΟΗΕ και ο ΠΟΕ·

9.   αναγνωρίζει ότι η Ρωσία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διατηρεί καλές σχέσεις με πολλές από τις γειτονικές χώρες όπως η Λευκορωσία, η Ουκρανία, η Μολδαβία, ή η περιοχή του Νότιου Καυκάσου· τονίζει, ωστόσο, ότι η Ρωσία πρέπει να ακολουθεί την αρχή της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις κυρίαρχων κρατών, ιδίως σε περίπτωση εκλογών·

10.   εκφράζει την ανησυχία του για την πορεία της διαδικασίας εκδημοκρατισμού στη Ρωσία και για την περαιτέρω συσσώρευση εξουσιών στην κεντρική κυβέρνηση της Μόσχας, όπως ο διορισμός των δικαστών του ανώτατου δικαστηρίου και δημάρχων μεγάλων πόλεων από τον Πρόεδρο της Ρωσίας· εκφράζει την ανησυχία του για τον αυστηρότερο έλεγχο των μέσων ενημέρωσης και για τους περιορισμούς της ελευθερίας του τύπου·

11.   καταδικάζει έντονα τις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις στη Ρωσία και χαιρετίζει τα μέτρα για την τόνωση της συνεργασίας μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας με στόχο την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, εφόσον τα μέτρα αυτά συνδυάζονται με πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και δεν οδηγούν σε διάβρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων της κοινωνίας των πολιτών·

12.   εκφράζει τη σοβαρή ανησυχία του για τις επίμονες και επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από ρωσικές δυνάμεις εναντίον του αμάχου πληθυσμού στην Τσετσενία· καλεί τη Ρωσία να επιδιώξει μια αξιόπιστη διαδικασία ειρήνης και συμφιλίωσης και επαναλαμβάνει ότι μπορεί να υπάρξει μόνο πολιτική λύση, κατόπιν διαπραγματεύσεων και χωρίς αποκλεισμούς, και όχι στρατιωτική λύση·

13.   χαιρετίζει την πρόταση του Συμβουλίου για στενότερη συνεργασία όσον αφορά τη διαχείριση των κρίσεων και αναμένει από τη Ρωσία μία πιο ειλικρινή και εποικοδομητική στάση όσον αφορά τις συγκρούσεις στην Υπερδνειστερία και το Νότιο Καύκασο·

14.   υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη της περιοχής του Καλίνινγκραντ αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη συνολική ανάπτυξη της περιοχής της Βαλτικής θάλασσας και παροτρύνει, ως εκ τούτου, τη Ρωσία και τα άλλα εμπλεκόμενα μέρη να μεριμνήσουν για την προαγωγή της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής που θα βασιστεί στο άνοιγμα και την οικονομική της ολοκλήρωση·

15.   εκφράζει τη λύπη του για την αναγγελία του Προέδρου Πούτιν ότι η Ρωσία αναπτύσσει νέα πυρηνικά όπλα·

16.   καλεί την ΕΕ και τη Ρωσία να συντονίσουν τις θέσεις τους στο θέμα της μεταρρύθμισης του συστήματος του ΟΗΕ, και ιδίως σχετικά με τη μελλοντική μεταρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ· εκφράζει την ανησυχία του για πρόσφατα σημεία τριβής στις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας λόγω πρόσφατων γεγονότων, ιδίως στην Ουκρανία·

17.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, στα κράτη μέλη και στον Πρόεδρο και το κοινοβούλιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στον ΟΑΣΕ και στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

(1) ΕΕ L 327 της 28.11.1997, σ. 1.
(2) ΕΕ C 98 Ε της 23.4.2004, σ. 182.


Διαδικασία χορήγησης ασύλου και προστασία στις περιοχές καταγωγής
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την διαδικασία παροχής ασύλου και προστασίας στις περιοχές καταγωγής (2004/2121(INI))
P6_TA(2004)0100 A6-0051/2004

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο περί της οργανωμένης εισόδου στην ΕΕ ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας και ενίσχυσης της δυνατότητας προστασίας των περιοχών καταγωγής - "Βελτίωση της πρόσβασης σε βιώσιμες λύσεις" (COM(2004)0410 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: "ένα αποτελεσματικότερο κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου: Η ενιαία διαδικασία ως επόμενη φάση" (COM(2004)0503 ),

–   έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948 και, συγκεκριμένα, το άρθρο της 14,

–   έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, καθώς και τα συμπληρωματικά της πρωτόκολλα,

–   έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(1) που διακηρύχθηκε επίσημα στις 7 Δεκεμβρίου 2000 και, συγκεκριμένα, τα άρθρα του 1, 18 και 19,

–   έχοντας υπόψη την Συνθήκη με την οποία θεσπίζεται Σύνταγμα για την Ευρώπη, που εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Συνέλευση στις 13 Ιουνίου και στις 10 Ιουλίου 2003, υποβλήθηκε στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Ρώμη στις 18 Ιουλίου 2003 και εγκρίθηκε από τη συνεδρίαση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης και 18ης Ιουνίου 2004 και, συγκεκριμένα, τα άρθρα του II-61, II-78, II-79 και III-266,

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων της 28ης Ιουλίου 1951, όπως συμπληρώθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967,

–   έχοντας υπόψη την ενοποιημένη έκδοση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση(2) και, συγκεκριμένα, το άρθρο της 2, τέταρτη παύλα και το άρθρο 6,

–   έχοντας υπόψη την ενοποιημένη έκδοση της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας(3) και, συγκεκριμένα, το άρθρο της 63,

–   έχοντας υπόψη το Σχέδιο Δράσης του Συμβουλίου και της Επιτροπής για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης του Άμστερνταμ σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης(4) και, συγκεκριμένα, τις παραγράφους του 8, 32, 33, 34, 36 και 37,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999 και, συγκεκριμένα, τα συμπεράσματα των σημείων 13, 14 και 15,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λάκεν της 14ης και 15ης Δεκεμβρίου 2001 και, συγκεκριμένα, τα συμπεράσματα των σημείων 39 και 40,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Σεβίλλης της 21ης και 22ας Ιουνίου 2002 και, συγκεκριμένα, τα συμπεράσματα των σημείων 26, 27, 28, 29, 33 και 34,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης της 19ης και 20ής Ιουνίου 2003 και, συγκεκριμένα, τα συμπεράσματα των σημείων 24, 25, 26 και 27,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας χορήγησης ασύλου και ομοιόμορφου καθεστώτος σε όλη την Ένωση για τα άτομα στα οποία χορηγείται άσυλο (COM(2000)0755 ),

–   έχοντας υπόψη την Ατζέντα ή το Πρόγραμμα δράσης για την Προστασία, που υιοθετήθηκε από την Εκτελεστική Επιτροπή της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) το 2002 έπειτα από παγκόσμιες διαβουλεύσεις σχετικά με τη διεθνή προστασία,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την κοινή πολιτική για το άσυλο και την Ατζέντα για την Προστασία (COM(2003)0152 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο "Για την καθιέρωση πιο προσιτών, πιο δίκαιων και καλύτερα οργανωμένων συστημάτων χορήγησης ασύλου" (COM(2003)0315 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων (A6-0051/2004 ),

A.   επισημαίνοντας το σημείο 26 των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης, το οποίο καλεί την Επιτροπή "να διερευνήσει όλες τις παραμέτρους προκειμένου να εξασφαλίζεται πιο εύτακτη και οργανωμένη είσοδος στην ΕΕ ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας, και να εξετάσει τρόπους και μέσα για την ενίσχυση της δυνατότητας προστασίας των περιοχών καταγωγής, με σκοπό να υποβάλει στο Συμβούλιο, πριν από τον Ιούνιο του 2004, γενική έκθεση με προτάσεις για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, συμπεριλαμβανομένων των νομικών προεκτάσεων",

Β.   εκτιμώντας ότι πρέπει να εξεταστούν από κοινού οι δύο ανακοινώσεις της Επιτροπής που αποτελούν το αντικείμενο του παρόντος ψηφίσματος, καθώς, αν και διαφέρουν ως προς την σκοπιμότητά τους, αποτελούν την απάντηση της Επιτροπής στα σημεία αριθ. 26 και 27, αντιστοίχως, των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης και θέτουν τα θεμέλια και τους βασικούς στόχους μιας πιθανής νέας προσέγγισης καλύτερα οργανωμένων, πιο προσιτών και πιο δίκαιων συστημάτων ασύλου, με τη διερεύνηση νέων τρόπων επίτευξης της σταδιακής προσέγγισης που καθορίστηκε στο Τάμπερε,

Γ.   εκτιμώντας ότι η σύμβαση της Γενεύης και η διεθνής υποχρέωση παροχής φιλοξενίας σε κάθε άτομο που ζητεί άσυλο στα σύνορα πρέπει να παραμείνουν ο κανόνας,

Δ.   εκτιμώντας την ανάγκη για τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ της ΕΕ και τρίτων χωρών προκειμένου να βελτιώνεται η πρόσβαση σε βιώσιμες λύσεις για πρόσφυγες ή άτομα που χρειάζονται προστασία ή πολιτικό άσυλο με βάση την αρχή της κοινής ευθύνης,

E.   εκτιμώντας ότι οι παρατεινόμενες καταστάσεις σε ό,τι αφορά τους πρόσφυγες και μακροσκελείς διαδικασίες για την αίτηση και παροχή ασύλου ενδέχεται να υπονομεύσει την προσωπική ασφάλεια γνήσιων προσφύγων, ειδικά σε καταστάσεις κρίσεων, και να τους εξωθήσει να καταφύγουν σε παράνομα μέσα ταξιδιού,

1.   παροτρύνει την ΕΕ και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι όσοι χρήζουν προστασίας θα μπορούν να εισέρχονται με ασφάλεια στην ΕΕ και οι διεκδικήσεις τους θα τυγχάνουν της δέουσας μεταχείρισης, καθώς και να εξασφαλίσουν ότι θα τηρούνται αυστηρά τα διεθνή πρότυπα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του δικαίου των προσφύγων και ιδίως η αρχή της μη επαναπροώθησης (δηλαδή ότι τα κράτη πρέπει να επιτρέπουν καλόπιστα την είσοδο στους αιτούντες άσυλο)·

2.   εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η υιοθέτηση του νομοθετικού προγράμματος για το πρώτο στάδιο ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, που καθορίστηκε στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε, έχει σημειώσει καθυστέρηση, ότι η εναρμόνιση βασίζεται στον ελάχιστο κοινό παρανομαστή των κρατών μελών και ότι το Συμβούλιο δεν κατάφερε έως την 29η Απριλίου 2004 να καταλήξει σε πολιτική συμφωνία επί της προτάσεως οδηγίας σχετικά με ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν και ανακαλούν την κατάσταση του πρόσφυγα(5) ·

3.   ευχαριστεί την Επιτροπή για την υποβολή του εγγράφου COM(2004)0410 , στο οποίο προτείνει, επιπροσθέτως της ισχύουσας ευρωπαϊκής κοινής πολιτικής ασύλου, μέτρα τόσο για την εξασφάλιση εύρυθμης και καλύτερα οργανωμένης εισόδου στην ΕΕ ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας όσο και μέτρα που ενισχύουν τη δυνατότητα προστασίας στις περιοχές καταγωγής·

4.   ζητεί, εκτιμώντας ότι η σωστή εστίαση των ζητημάτων ασύλου απαιτεί την επακριβή γνώση των χαρακτηριστικών και των διαστάσεών τους στα διάφορα κράτη μέλη, να διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση τις δικές της πηγές πληροφοριών σε θέματα μεταναστευτικών ροών, και γι' αυτό θεωρεί απαραίτητη την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Μετανάστευσης, ως μέσου για να οργανωθούν συγκεντρωτικά οι στατιστικές που αφορούν το άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

5.   πιστεύει ότι μένουν ακόμη πολλά πράγματα να γίνουν προκειμένου να διαφυλαχθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένας ενιαίος χώρος ασύλου και να διασφαλισθεί ότι οι πολίτες μας θα έχουν εμπιστοσύνη σε ένα σύστημα που θα λειτουργεί δίκαια, αποτελεσματικά και χωρίς καθυστερήσεις, και προσφέροντας προστασία σε όσους την χρειάζονται και αντιμετωπίζοντας καταλλήλως όσους δεν χρειάζονται προστασία·

6.   θεωρεί ότι η μόνο μερική ακόμη εφαρμογή του πρώτου σταδίου της ευρωπαϊκής κοινής πολιτικής ασύλου παρουσιάζει σοβαρές διαρθρωτικές ανεπάρκειες, που απειλούν την ανθρωπιστική παράδοση της Ευρώπης, και ότι για να βελτιωθεί η διαχείριση του ασύλου στο πλαίσιο της διευρυμένης Ευρώπης, είναι απαραίτητο να επιτευχθούν, μέσω σταδιακής εφαρμογής, οι εξής στόχοι που περισσότερο θα συμπληρώνουν παρά θα υποκαθιστούν την ευρωπαϊκή κοινή πολιτική ασύλου που καθορίστηκε στο Τάμπερε· οι στόχοι αυτοί είναι οι εξής:

   α) η βελτίωση της ποιότητας της λήψης αποφάσεων που αφορούν τη χορήγηση ασύλου στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
   β) η ανάληψη κεντρικού ρόλου στην οικοδόμηση ικανοτήτων και προκειμένου να βοηθηθούν οι χώρες να προσφέρουν αποτελεσματική προστασία στους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες, στο πλαίσιο των διεθνών προδιαγραφών που ισχύουν για τα ανθρώπινα δικαιώματα,
   γ) η διεκπεραίωση των αιτήσεων παροχής προστασίας όσο το δυνατόν εγγύτερα στις σχετικές ανάγκες και η ρύθμιση της ασφαλούς πρόσβασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της τακτικής και οργανωμένης εισόδου για ορισμένα από τα πρόσωπα που χρήζουν διεθνούς προστασίας,
   δ) η αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής των ευθυνών,
   ε) η ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης με σκοπό την καθιέρωση, στον τομέα του ασύλου και των εκτελεστών διαδικασιών επαναπατρισμού και μιας έγκαιρης και αποτελεσματικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων·

7.   τονίζει την αναγκαιότητα συνεργασίας τρίτων χωρών με την ΕΕ για μία περιεκτική και ισορροπημένη κοινοτική πολιτική στον τομέα της μετανάστευσης και της παροχής ασύλου· θεωρεί ότι η σύμπραξη με τρίτες χώρες μπορεί να επιτελεσθεί μέσω των υφισταμένων μέσων, όπως η Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας και τα εκκρεμή σχέδια δράσης για τις επιμέρους χώρες, που θα έχουν σχεδιασθεί με ευέλικτο και ιδιαίτερο για την περίπτωση τρόπο, καθώς και άλλα κοινοτικά προγράμματα - η βοήθεια σε εκτοπισμένους πληθυσμούς στην Ασία και τη Λατινική Αμερική(6) , καθώς και τα προγράμματα MEDA(7) , CARDS(8) , EDF(9) και Aeneas(10) ·

8.   έχει την πεποίθηση ότι ένα από τα μέσα με τα οποία μπορεί να εξασφαλισθεί τακτικότερη και καλύτερα οργανωμένη είσοδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας θα μπορούσε να συνίσταται σε ένα πανευρωπαϊκό σύστημα επανεγκατάστασης, θεμελιωμένο στο σεβασμό της βούλησης του ατόμου και στην ελεύθερη συμμετοχή των κρατών μελών στο σύστημα, σύμφωνα με το οποίο τα άτομα αυτά θα μεταφέρονται από μία πρώτη χώρα υποδοχής σε ένα κράτος μέλος, όπου θα έχουν εγγυημένη προστασία και προοπτικές ενσωμάτωσης και αυτονομίας, ενώ η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες (UNHCR) θα συμμετέχει στην επιλογή και την προώθηση ειδικών περιπτώσεων· ζητεί προς το σκοπό αυτό από την Ευρωπαϊκή Ένωση να επεξεργαστεί το κατάλληλο νομικό κείμενο που θα διασφαλίζει την ταχεία έναρξη εφαρμογής αυτού του συστήματος·

9.   απορρίπτει την "υπεράκτια εξαγωγή" της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων ασύλου δια της αποστολής των αιτούντων άσυλο σε τρίτες χώρες, αν μη τι άλλο διότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε δυσκολότερη την διαδικασία επανυποβολής και θα αφαιρούσε κάθε δημοκρατικό έλεγχο·

10.   θεωρεί ότι ο μηχανισμός της επανεγκατάστασης προσφέρει δυνατότητα άμεσης προστασίας χωρίς να χρειάζεται να γίνονται οι πρόσφυγες θύματα δικτύων λαθρομετανάστευσης και σωματεμπορίας ή να πρέπει να περιμένουν μερικές φορές για αρκετά χρόνια προτού τους αναγνωρισθεί η ιδιότητα του πρόσφυγα·

11.   θεωρεί ότι το πρόγραμμα επανεγκατάστασης είναι ένας μηχανισμός που αποσκοπεί στην κάλυψη των ειδικών αναγκών προστασίας των προσφύγων εκείνων των οποίων η ζωή, η ελευθερία, η ασφάλεια, η υγεία και τα θεμελιώδη δικαιώματα κινδυνεύουν στη χώρα στην οποία κατέφυγαν·

12.   φρονεί ότι στο πλαίσιο των μηχανισμών μετεγκατάστασης πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε όσους θεωρούνται πλέον ευάλωτοι και έχοντες χρεία ασύλου, όπως π.χ. στα θύματα βιασμού και σεξουαλικής παρενόχλησης, στις εγκύους, στους ανήλικους που δεν συνοδεύονται, στα άτομα με ειδικές ανάγκες στους ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ·ή στους διωκόμενους για πολιτικούς λόγους· για την εξέταση των μεμονωμένων καταστάσεων χρειάζονται ευελιξία και εξατομίκευση και αυτή η προσέγγιση θα αποτελούσε πραγματική προστιθέμενη αξία σε επίπεδο ΕΕ·

13.   θεωρεί ότι η δημιουργία κέντρων συγκράτησης υποψηφίων μεταναστών στην τελική χώρα διέλευσης δεν μπορεί να εξετασθεί ως βιώσιμη λύση στην περιοχή, ούτε ως καταφύγιο για όσους χρειάζονται διεθνή προστασία, διότι πιστεύει όντως ότι, αν και η δημιουργία τέτοιων κέντρων θα μπορούσε να φανεί ως μεσοπρόθεσμη λύση απέναντι σε κάποιες μεταναστευτικές πιέσεις, εντούτοις δημιουργεί πολλά ερωτηματικά ως προς τη δυνατότητα τήρησης των διεθνών υποχρεώσεων επί θεμάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αν μη τι άλλο λόγω των πολύ φτωχών επιδόσεων που τα καθεστώτα πολλών από αυτές τις χώρες διέλευσης έχουν στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

14.   ευελπιστεί ότι τα εν λόγω προγράμματα μετεγκατάστασης, εφόσον τυγχάνουν κατάλληλης διαχείρισης και χρηματοδοτούνται επαρκώς, μπορούν να συμβάλουν στη διασφάλιση της κατανόησης του κοινού για τους πρόσφυγες και τους λόγους που τους ωθούν να αναζητούν προστασία στις χώρες που δέχονται αυτούς τους πρόσφυγες και άλλα άτομα που χρήζουν διεθνούς προστασίας και ότι μπορούν να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον αγώνα κατά της παράνομης διακίνησης προσώπων·

15.   φρονεί ότι η ενεργός καλλιέργεια αυτής της κατανόησης αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταπολέμηση κάθε μορφής διακρίσεων, ρατσισμού και ξενοφοβίας εντός της ΕΕ·

16.   καλεί την ΕΕ να επιδείξει, με τρόπο ορατό και συνεπή, την ετοιμότητά της να βοηθήσει τρίτες χώρες στις περιοχές καταγωγής προκειμένου να αυξηθούν οι δυνατότητές τους για την παροχή προστασίας σύμφωνα με την πρωτοβουλία Convention Plus του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, καθώς και άλλες συστάσεις και να αποκλείσει τη δυνατότητα χρηματοδότησης στρατοπέδων ή οιουδήποτε κέντρου που περιορίζει την προσωπική ελευθερία όσων ζητούν άσυλο·

17.   φρονεί ότι οι πρόσθετοι πόροι που χρειάζονται για τη βελτίωση της υποστήριξης στην περιοχή καταγωγής πρέπει να προέρχονται από πρόσθετες πιστώσεις κατανεμημένες και συντονισμένες μέσω υπαρχόντων κονδυλίων του προϋπολογισμού και όχι από ανακατανομή του σημερινού προϋπολογισμού βοήθειας και ανάπτυξης· πιστεύει ότι τούτο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο των συζητήσεων για τις Δημοσιονομικές Προοπτικές· επίσης θα χρειαστεί πρόσθετη και συντονισμένη χρηματοδότηση της ΥΑΗΕΠ, με δεδομένο τον ρόλο που θα κληθεί ενδεχομένως να διαδραματίσει σε αυτή την διαδικασία·

18.   καλεί την ΕΕ να διασφαλίσει ότι τα αναγκαία δημοσιονομικά μέσα, εκτός από εκείνα που ήδη προβλέπονται για αναπτυξιακή βοήθεια προς τρίτες χώρες, θα είναι διαθέσιμα για να ενισχυθούν οι οικονομικές και θεσμικές δυνατότητες προστασίας προσφύγων σε αναπτυσσόμενες χώρες υπό την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά δεν χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία στρατοπέδων ή οιουδήποτε άλλου κέντρου που περιορίζει την προσωπική ελευθερία όσων ζητούν άσυλο·

19.   κρίνει αναγκαία την ύπαρξη σαφών κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά την ευθύνη και τη λογοδοσία των ενδιαφερόμενων υπηρεσιών·

20.   φρονεί ότι μια κοινή πολιτική εξωτερικών και ασφάλειας που θα παρέχει κίνητρα ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να ασχοληθεί κατά προτεραιότητα με την πρόληψη των συγκρούσεων και την επίλυση εκείνων που ήδη χρονολογούνται από παλιά, είναι θεμελιώδους σημασίας προκειμένου να βοηθηθούν όσοι αναζητούν προστασία· για τον λόγο αυτό, χαιρετίζει τις προτάσεις της Επιτροπής για θέσπιση κοινοτικών Περιφερειακών Προγραμμάτων Προστασίας και ζητεί να κληθεί να συμμετάσχει στην ανάπτυξή τους καθώς και στην αναγκαία αξιολόγηση και στον έλεγχο της υλοποίησής τους·

21.   θεωρεί ότι αυτά τα Προγράμματα Προστασίας πρέπει να περιέχουν διασφαλίσεις για τυχόν πρόωρο επαναπατρισμό προσφύγων, με βάση την αρχή της ασφαλούς τρίτης χώρας·

22.   καλεί την Ένωση, για τον σκοπό της αντιμετώπισης των περιπτώσεων ατόμων που χρήζουν άμεσης και επείγουσας προστασίας, να εξετάσει τα υπάρχοντα προβλήματα των διαδικασιών προστατευόμενης εισόδου, εφόσον έχουν αναφερθεί καταχρήσεις από κράτη μέλη, να διερευνήσει περαιτέρω τη δυνατότητα ενός νομικού μέσου που θα καθορίζει και θα θεσπίζει τα στοιχεία ενός συστήματος ΔΠΕ, το οποίο θα επιτρέπει στους υπηκόους τρίτων χωρών να υποβάλλουν αίτηση χορήγησης ασύλου ή άλλης μορφής διεθνούς προστασίας σε δυνητικό κράτος μέλος υποδοχής, αλλά εκτός της επικράτειάς του, και να λαμβάνουν προσωρινή ή οριστική άδεια εισόδου·

23.   τονίζει ότι η ενίσχυση των δυνατοτήτων προστασίας στις περιοχές καταγωγής και η δημιουργία διαδικασιών προστατευόμενης εισόδου οδηγεί στη διασφάλιση ενός μεθοδικού και προσδοκώμενου τρόπου εισόδου στην ΕΕ, με περαιτέρω διατήρηση του υφισταμένου δικαιώματος υποβολής αίτησης για παροχή ασύλου σε περίπτωση αυθόρμητης άφιξης σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ·

24.   τονίζει τη σημασία του επιμερισμού των ευθυνών για τη διαχείριση των προσφύγων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των τρίτων χωρών και, ειδικότερα, των πρώτων χωρών παροχής ασύλου και την ανάγκη πιο αποτελεσματικής συνεργασίας για την ενίσχυση της δυνατότητας προστασίας των χωρών που υποδέχονται πρόσφυγες, προκειμένου να μπορέσουν να καταστούν σταθερές πάροχοι πραγματικής προστασίας·

25.   πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να είναι καλύτερα προετοιμασμένη για την παροχή επείγουσας βοήθειας στις χώρες που γειτνιάζουν με κράτη που αντιμετωπίζουν κρίση, προκειμένου να τα βοηθήσει να αντιμετωπίσουν ξαφνικά και πολυάριθμα μεταναστευτικά ρεύματα συνεπεία καταστάσεων κρίσεων, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα·

26.   αναγνωρίζει την αξία της υποστήριξης των χωρών που δέχονται την πλειοψηφία όσων αναζητούν άσυλο και θεωρεί σημαντικό οι συνθήκες που παρέχονται σε αυτές τις χώρες να συμπίπτουν τουλάχιστον με αυτές που περιγράφει η Επιτροπή στα σημεία (α) έως (ε) της παραγράφου 45 του (COM(2004)0410 )·

27.   πιστεύει ότι η υποστήριξη αυτή στις περιοχές καταγωγής συμπληρώνει μια κοινή διαδικασία χορήγησης ασύλου εντός της ΕΕ, ότι βασίζεται σε υψηλά πρότυπα παροχής και ότι στο πλαίσιό της αναγνωρίζονται πλήρως οι διεθνείς υποχρεώσεις μας και ως εκ τούτου τονίζει ότι η εν λόγω υποστήριξη δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτήν τη διαδικασία εντός της ΕΕ·

28.   φρονεί ότι η επένδυση σε βιώσιμες λύσεις θα απαιτήσει εκτεταμένο συντονισμό μεταξύ των διαφόρων τμημάτων και υπηρεσιών της Επιτροπής ιδίως στους τομείς της ανάπτυξης, της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, του εμπορίου και των εξωτερικών υποθέσεων· πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να ανακοινώσει τις προτάσεις της σχετικά με αυτήν τη συνεργασία στο Κοινοβούλιο το συντομότερο δυνατό και να υποβάλει τακτικά εκθέσεις στο Κοινοβούλιο σχετικά με την πρόοδο αυτής της συνεργασίας·

29.   εκφράζει την ικανοποίησή του για την υποβολή του εγγράφου (COM(2004)0503 ), στόχος του οποίου είναι η ανάπτυξη της διαδικασίας η οποία θα εξάλειφε το κενό προστασίας και θα οδηγούσε στην αποτελεσματική εφαρμογή του πρώτου σταδίου της κοινής πολιτικής ασύλου·

30.   χαιρετίζει την πρόταση βελτίωσης της διαδικασίας αξιολόγησης, ώστε να συμπεριλάβει όλες τις συναφείς πληροφορίες, τονίζει όμως ότι τούτο πρέπει να περιλαμβάνει αξιοποίηση όλων των πληροφοριών που αφορούν τη χώρα από ποικίλες πηγές, κατάρτιση υψηλής ποιότητας για όσους αποφασίζουν σχετικά με τις αιτήσεις και πλήρη νομική εκπροσώπηση των αιτούντων, παροχή πληροφοριών σε γλώσσα την οποία κατανοεί ο αιτών και το δικαίωμα άσκησης προσφυγής στη χώρα·

31.   προτείνει, για τη μελλοντική βελτίωση της ποιότητας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων σχετικά με την χορήγηση ασύλου, τη θέσπιση συστημάτων παρακολούθησης της έκβασης των περιπτώσεων όσων υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους όταν το αίτημά τους κρίθηκε αβάσιμο, με στόχο να αξιολογηθεί εάν ελήφθησαν οι ορθές αποφάσεις·

32.   τονίζει την ανάγκη επεξεργασίας εναρμονισμένων προσεγγίσεων, γενικών σχεδίων δράσης και ειδικών συμφωνιών ικανών να διατυπώσουν και να διασφαλίσουν αποτελεσματικές απαντήσεις στο θέμα της προστασίας των προσφύγων και/ή ικανών να προσφέρουν βιώσιμες λύσεις στις χώρες καταγωγής, στρατηγικές που να λαμβάνουν υπόψη τους τις καλύτερες δυνατές πρακτικές διαχείρισης των διοικητικών πράξεων και που να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις χώρες καταγωγής και προέλευσης·

33.   υποστηρίζει την πρόταση για ενιαία διαδικασία σχετικά με τη διεθνή προστασία, καθώς έχει την πεποίθηση ότι η διαχείριση της εν λόγω διαδικασίας από μία ενιαία αρμόδια αρχή θα καταστήσει τη διαδικασία ταχύτερη και αποτελεσματικότερη και θα παρέχει καλύτερες εγγυήσεις στα άτομα που ζητούν προστασία, καθώς η ενιαία αρχή θα αξιολογεί τις ανάγκες διεθνούς προστασίας του αιτούντος , προκειμένου είτε να του χορηγήσει το καθεστώς του πρόσφυγα ή επικουρική προστασία είτε, εάν κρίνει σκόπιμο, να απορρίψει την αίτησή του·

34.   ζητεί επίσης να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση μια συντομευμένη διαδικασία χορήγησης ασύλου, διάρκειας μέχρι έξι μηνών, που θα επιτρέπει την επιτάχυνση της διεκπεραίωσης των αιτήσεων που δεν είναι θεμελιωμένες, ώστε έτσι να διεκπεραιώνονται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα και όσες αιτήσεις πράγματι πληρούν τις απαιτήσεις για την χορήγηση ασύλου·

35.   ζητεί, σε περίπτωση άρνησης χορήγησης οποιουδήποτε είδους καθεστώτος διεθνούς προστασίας, λόγω έλλειψης των απαιτούμενων προϋποθέσεων, να αιτιολογείται δεόντως η δυσμενής απόφαση και να κοινοποιείται γραπτώς σε πιστοποιημένο έγγραφο σε γλώσσα την οποία κατανοεί ο αιτών·

36.   παροτρύνει την Επιτροπή και το Συμβούλιο να αναστρέψουν την πολιτική επιστροφής και επανεισδοχής που προλειαίνει το έδαφος για τη δημιουργία ευρωπαϊκών πτήσεων charter με στόχο την αποστολή των μεταναστών στις χώρες καταγωγής τους·

37.   έχει την πεποίθηση ότι η ενιαία διαδικασία δεν θα επηρεάσει αρνητικά το καθεστώς των προσφύγων όπως αυτό προβλέπεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, εάν η αίτηση εξετάζεται από την ίδια αρχή με καθορισμένη σειρά: πρώτον, η αίτηση εξετάζεται με βάση τους λόγους προστασίας που καθορίζονται στη Σύμβαση της Γενεύης και, σε περίπτωση που αυτοί δεν ισχύουν, θα εξετάζεται εάν συντρέχουν οι λόγοι που δικαιολογούν τη χορήγηση επικουρικής προστασίας·

38.   εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για τη σοβαρή κατάσταση που αναπόφευκτα θα προκύψει στο μέλλον, εάν, αφενός, τα κράτη μέλη υποχρεωθούν να εφαρμόσουν την οδηγία του Συμβουλίου 2004/83/ΕΚ(11) της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους, το πεδίο εφαρμογής της οποίας καλύπτει αμφότερους τους τύπους διεθνούς προστασίας (πρόσφυγες και επικουρική προστασία), ενώ, αφετέρου, το πεδίο εφαρμογής της μελλοντικής οδηγίας σχετικά με τα ελάχιστα πρότυπα των διαδικασιών αναγνώρισης ή ανάκλησης της κατάστασης του πρόσφυγα στα κράτη μέλη περιορίζεται στην εξέταση των αιτήσεων για διεθνή προστασία βάσει των λόγων που απαριθμούνται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και στο Πρωτόκολλο του 1967, αφού οι αιτήσεις για επικουρική προστασία δεν εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του·

39.   καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας σχετικά με τα ελάχιστα πρότυπα των διαδικασιών αναγνώρισης ή ανάκλησης της κατάστασης του πρόσφυγα στα κράτη μέλη και στις περιπτώσεις επικουρικής προστασίας, έτσι ώστε να παρέχονται σε όλους οι ίδιες διαδικαστικές εγγυήσεις σε όλα τα κράτη μέλη κατά την εξέταση των αιτήσεών τους για διεθνή προστασία, καθώς και οι ίδιες δυνατότητες να υπερασπίζονται τον εαυτό τους και να ασκούν το δικαίωμά τους για προσφυγή κατά των αποφάσεων που θεωρούν παράνομες· οι προσφυγές αυτές θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα την αναστολή της απόφασης·

40.   έχει την πεποίθηση ότι, εάν η οδηγία σχετικά με τα ελάχιστα πρότυπα των διαδικασιών αναγνώρισης ή ανάκλησης της κατάστασης του πρόσφυγα στα κράτη μέλη δεν επεκταθεί στις περιπτώσεις που δικαιολογούν αιτήσεις επικουρικής προστασίας, θα δημιουργηθεί αδικαιολόγητο νομικό κενό στον τομέα της προστασίας, με συνέπειες που θα καταστούν ακόμη πιο σοβαρές λόγω του γεγονότος πως, όταν τα κράτη μέλη χορηγούν διεθνή προστασία, το πράττουν με βάση τους λόγους της επικουρικής προστασίας και όχι εκείνους που δικαιολογούν την εφαρμογή της Σύμβασης της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων·

41.   ζητεί να δηλώσει το Συμβούλιο επειγόντως πότε θα ζητηθεί εκ νέου η γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου επί της οδηγίας της σχετικής με τα ελάχιστα πρότυπα των διαδικασιών αναγνώρισης ή ανάκλησης της κατάστασης του πρόσφυγα στα κράτη μέλη και οποιονδήποτε ελάχιστο ενιαίο κατάλογο ασφαλών χωρών καταγωγής·

42.   υποστηρίζει ότι, αμέσως μετά το προπαρασκευαστικό στάδιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να υιοθετήσει τα νομοθετικά μέτρα που απαιτούνται για την έγκριση ολόκληρης της νομοθετικής δέσμης μέτρων που προβλέπεται από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε, για τη δημιουργία της πρώτης φάσης μιας ευρωπαϊκής κοινής πολιτικής ασύλου, προκειμένου να διασφαλιστεί η δίκαιη και αποτελεσματική εφαρμογή μιας ενιαίας διαδικασίας διεθνούς προστασίας σε όλα τα κράτη μέλη·

43.   θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος να μεταβιβασθεί η ευθύνη της λήψης αποφάσεων επί των αιτήσεων χορήγησης ασύλου από τα κράτη μέλη προς μια κεντρική Ευρωπαϊκή αρχή ή προς συγκεκριμένα ευρωπαϊκά κέντρα διεκπεραίωσης των αιτήσεων ασύλου, λόγω των σχετικών νομικών, πρακτικών και πολιτικών δυσχερειών·

44.   πιστεύει ότι η ενσωμάτωση αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο οποιουδήποτε αποτελεσματικού συστήματος χορήγησης ασύλου και οποιουδήποτε ευρύτερου Ευρωπαϊκού συστήματος επανεγκατάστασης και ότι αποτελεί αμφίδρομη διεργασία που απαιτεί τη συμμετοχή τόσο του αιτούντος άσυλο και/ή πρόσφυγα όσο και της κοινωνίας που τον φιλοξενεί·

45.   πιστεύει ότι οποιαδήποτε αποτελεσματική Ευρωπαϊκή πολιτική επί θεμάτων ασύλου θα πρέπει να στηρίζεται σε μια κοινή ανάλυση περί των μεταναστευτικών φαινομένων και ότι είναι σημαντική η συγκέντρωση, ανταλλαγή και χρήση ενημερωμένων πληροφοριών και δεδομένων σχετικών με όλες τις αξιόλογες εξελίξεις στο θέμα της μετανάστευσης·

46.   επικροτεί τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων για την περίοδο 2005-2010 και τονίζει την επείγουσα ανάγκη να διατηρήσουν τα κράτη μέλη τα κατάλληλα συστήματα ασύλου και τις κατάλληλες εγκαταστάσεις υποδοχής, μέχρις ότου θεσπισθεί η κοινή διαδικασία χορήγησης ασύλου·

47.   πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να πράξει περισσότερα προκειμένου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα δώσουν τη δυνατότητα στους αιτούντες άσυλο και στους πρόσφυγες να προχωρούν στον εκούσιο επαναπατρισμό τους υπό ασφαλείς, αξιοπρεπείς και βιώσιμες συνθήκες·

48.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 364 της 18.12.2000.
(2) ΕΕ C 325 της 24.12.2002, σ. 5.
(3) ΕΕ C 325 της 24.12.2002, σ. 33.
(4) ΕΕ C 19 της 23.1.1999, σ. 1.
(5)1 EE C 291 E της 26.11.2002, σ. 143.
(6) ΕΕ L 287 της 31.10.2001, σ. 3.
(7) ΕΕ L 189 της 30.7.1996, σ. 1.
(8) ΕΕ L 306 της 7.12.2000, σ. 1.
(9) ΕΕ L 83 της 1.4.2003, σ. 1.
(10) ΕΕ L 80 της 18.3.2004, σ. 1.
(11)1 ΕΕ L 304 της 30.9.2004, σ. 12.


Στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2005-2012)
Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όσον αφορά την ευρωπαϊκή στρατηγική σε θέματα καταπολέμησης των ναρκωτικών (2005 - 2012) (2004/2221(INI))
P6_TA(2004)0101 A6-0067/2004

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο, της Rosa Díez González, εξ ονόματος της Ομάδας PSE, σχετικά με το σχέδιο στρατηγικής κατά των ναρκωτικών της ΕΕ (2005 - 2012) (B6-0070/2004 ),

–   έχοντας υπόψη τον τίτλο V της Συνθήκης ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη τον τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ, ειδικότερα το άρθρο 31, παράγραφος 1, εδάφιο ε) και το άρθρο 34, παράγραφος 2, εδάφιο β),

–   έχοντας υπόψη την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, συγκεκριμένα δε το άρθρο 252,

–   έχοντας υπόψη την Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος για την Ευρώπη, ειδικότερα τα άρθρα Ι-16, Ι-17, Ι-40, ΙΙ-94, ΙΙ-95, ΙΙΙ-271, ΙΙΙ-278, ΙΙΙ-305 και άλλα,

–   έχοντας υπόψη τα διεθνή, ευρωπαϊκά και εθνικά μέσα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και ιδιαίτερα την προστασία του δικαιώματος στη ζωή και στην υγεία,

–   έχοντας υπόψη την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

–   έχοντας υπόψη την σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών της 30ής Μαρτίου 1961, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο της Γενεύης, της 25ης Μαρτίου 1972, σχετικά με τα ναρκωτικά, την σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών της 21ης Φεβρουαρίου 1971 σχετικά με τις ψυχοτρόπους ουσίες, και την σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών της 20ής Δεκεμβρίου 1988 κατά της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 302/93 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1993, για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ)(1) ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με ένα σχέδιο δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (1995-1999) (COM(1994)0234 ),

–   έχοντας υπόψη την πολιτική διακήρυξη σχετικά με τα ναρκωτικά και τα ψηφίσματα που ενεκρίθησαν κατά την ειδική σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (UNGASS) της 8ης και 10ης Ιουνίου 1998,

–   έχοντας υπόψη την απόφαση 102/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, για τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος δράσης για την πρόληψη της τοξικομανίας εντός του πλαισίου της δράσης στον τομέα της δημόσιας υγείας (1996-2000)(2) ,

–   έχοντας υπόψη την κοινή δράση 96/750/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών και των πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της τοξικομανίας και για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών(3) ,

–   έχοντας υπόψη την κοινή δράση 97/396/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1997, για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών για την αξιολόγηση των κινδύνων και τον έλεγχο των νέων συνθετικών ναρκωτικών(4) ,

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2046/97 του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, σχετικά με τη συνεργασία Βορρά - Νότου στην καταπολέμηση των ναρκωτικών και της τοξικομανίας(5) ,

–   έχοντας υπόψη τις ετήσιες εκθέσεις του,

–   έχοντας υπόψη το πρόγραμμα δράσης του Συμβουλίου και της Επιτροπής όσον αφορά την άριστη δυνατή εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης του Άμστερνταμ για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης(6) , που ενεκρίθη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βιέννης το Δεκέμβριο 1998, συγκεκριμένα δε, τα σημεία 13, 14, 44, 47 και 51 αυτού,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, συγκεκριμένα δε τα συμπεράσματα υπ` αριθ. 43, 48, 50, 59, 60, 61 και 62,

–   έχοντας υπόψη το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι της 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 1999, συγκεκριμένα δε το συμπέρασμα υπ` αριθ. 53, στο οποίο γίνεται αναφορά στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2000-2004),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Σάντα Μαρία ντα Φέϊρα της 19ης και 20ής Ιουνίου 2000, συγκεκριμένα δε το συμπέρασμα υπ` αριθ. 51, με το οποίο εγκρίνεται το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ σε θέματα καταπολέμησης των ναρκωτικών (2000-2004),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2001, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(7) ,

–   έχοντας υπόψη τις ανακοινώσεις της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του σχεδίου δράσης για τα ναρκωτικά 2000-2004 της ΕΕ (COM(2001)0301 και COM(2002)0599 ),

–   έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 302/93 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1993, για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (COM(2003)0808 ),

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Φεβρουαρίου 2004, περί των προδρόμων ουσιών των ναρκωτικών(8) ,

–   έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών(9) ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 114, παράγραφος 3 και το άρθρο 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A6-0067/2004 ),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατανάλωση και η εμπορία ναρκωτικών φθάνουν σε πολύ υψηλά επίπεδα σε όλα τα κράτη μέλη και ότι το πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί από το κάθε κράτος μέλος χωριστά, οπότε είναι απαραίτητο η Ευρωπαϊκή Ένωση να εφαρμόσει μια πραγματικά ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα της καταπολέμησης των ναρκωτικών και να την προσεγγίσει με ολοκληρωμένο τρόπο, με όλα τα απαραίτητα μέσα για την πρόληψη των προβλημάτων υγείας και κοινωνικού αποκλεισμού που δημιουργεί στα άτομα, καθώς και την αποκατάσταση των ζημιών που προκαλεί στην κοινωνία το οργανωμένο έγκλημα που συνδέεται με τα ναρκωτικά,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραγωγή και η εμπορία των ναρκωτικών αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή κέρδους των ευρωπαϊκών μαφιών και διευκολύνουν τη διαφθορά και την ατιμωρησία,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι παρά τις μέχρι σήμερα εφαρμοσθείσες σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο πολιτικές, η παραγωγή, η κατανάλωση και η εμπορία των παρανόμων ουσιών όπως περιγράφονται στις τρεις συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών φθάνει σε πολύ υψηλά επίπεδα σε όλα τα κράτη μέλη και ότι, αντιμέτωπη με την αποτυχία αυτή, είναι απαραίτητο η Ευρωπαϊκή Ένωση να επανεξετάσει τη γενική στρατηγική της όσον αφορά τις παραισθησιογόνες ουσίες,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων απεφάσισε, κατά τη συνεδρίασή του της 8ης Ιουνίου 2004, ότι πρέπει να εφαρμοστεί η νέα στρατηγική της ΕΕ επί θεμάτων καταπολέμησης των ναρκωτικών για την περίοδο 2005-2012, να τεθούν οι βάσεις για δύο σχέδια δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, τριετούς διάρκειας το καθένα (2005-2007 και 2009-2011) τα οποία θα ακολουθούνται από ετήσια περίοδο αξιολόγησης (2008 και 2012), και ότι η εν λόγω στρατηγική θα ενεκρίνετο κατά τις εργασίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2004,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ολλανδική Προεδρία του Συμβουλίου, υπέβαλε στις 6 Ιουλίου 2004 στην Οριζόντια Ομάδα Ναρκωτικών σχέδιο ευρωπαϊκής στρατηγικής για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2005-2012) (CORDROGUE 53), το οποίο ελάμβανε υπόψη τα πορίσματα της διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Δουβλίνο στις 10 και 11 Μαΐου 2004 σχετικά με μια "Στρατηγική της ΕΕ κατά των ναρκωτικών", (CORDROGUE 36), και το οποίο εξετάστηκε στη συνέχεια κατά τις συνεδριάσεις της 7ης και 8ης Σεπτεμβρίου και 30ής Σεπτεμβρίου και 1ης Οκτωβρίου 2004,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Συμβούλιο διαπραγματεύθηκε στο πλαίσιο της Οριζόντιας Ομάδας για τα Ναρκωτικά και της Συντονιστικής Επιτροπής (επιτροπή του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΕ) το περιεχόμενο του σχεδίου Στρατηγικής της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2005-2012), χωρίς να γνωρίζει τις πολιτικές και τεχνικές αξιολογήσεις, τόσο σχετικά με τη Στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2000-2004), όσο και σχετικά με την εφαρμογή του Σχεδίου Δράσης της ΕΕ σχετικά με τα ναρκωτικά (2000-2004), που συνέταξαν η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, και των οποίων τα αποτελέσματα υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων στις 25-26 Οκτωβρίου 2004 από την Επιτροπή, και στο Κοινοβούλιο στις 24 Νοεμβρίου 2004 από το Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο επετεύχθησαν οι ένδεκα γενικοί στόχοι και οι έξι κύριοι στόχοι που καθορίστηκαν ως τμήμα της Στρατηγικής της ΕΕ κατά των ναρκωτικών (2000-2004),

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Ναρκωτικών των Ηνωμένων Εθνών προετοιμάζεται να κινήσει την προπαρασκευαστική διαδικασία της συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για τα ναρκωτικά το 2008, δέκα χρόνια μετά την Ειδική Σύνοδο για τα ναρκωτικά του 1998,

Η.   εκτιμώντας ότι χρειάζεται να αναπτυχθούν επακριβείς, ποσοτικοί και λειτουργικοί στόχοι προκείμενου να εξετασθεί εάν και σε ποιο βαθμό έχουν αποδώσει οι στόχοι και τα μέτρα που είχαν διατυπωθεί στην προηγούμενη στρατηγική,

Θ.   εκτιμώντας ότι, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε ανάλυση που θα υπεραπλουστεύει και θα υποτιμά τα πολλαπλά προβλήματα που συνδέονται με το φαινόμενο των ναρκωτικών, οι κίνδυνοι που συνεπάγονται τα ναρκωτικά πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ανάλυσης, τόσο από επιστημονικής και κοινωνιολογικής, όσο και από πολιτιστικής άποψης, η ανάλυση δε αυτή θα εξετάζει επακριβώς αντικειμενικά και συγκρίσιμα στοιχεία αλλά και θα αξιολογεί με προσοχή κάθε άλλη μορφή επιπτώσεων και ζημιών για την ανάπτυξη της κοινωνίας· εκτιμώντας επίσης ότι οι αναλύσεις και οι αξιολογήσεις αυτές πρέπει να δημοσιεύονται,

Ι.   εκτιμώντας ότι η εθνική πολιτική για τα ναρκωτικά πρέπει να εδράζεται στις επιστημονικές γνώσεις που διαθέτουμε για κάθε τύπο ναρκωτικού και όχι σε φορτισμένες συναισθηματικά αντιδράσεις, δεδομένου ότι κάθε πρόβλημα που συνδέεται με τα ναρκωτικά απαιτεί ειδική αντιμετώπιση, ενώ μία γενικευμένη προσέγγιση κλονίζει την αξιοπιστία όλων των επιμέρους πτυχών της πολιτικής,

ΙΑ.   θεωρώντας επίσης θεμελιώδους σημασίας να κινηθεί, επί τη βάσει των εν λόγω αξιολογήσεων και αναλύσεων, η διαδικασία της αναθεώρησης των πολιτικών ως προς τις παραισθησιογόνες ουσίες προκειμένου να καταστούν αυτές αποτελεσματικότερες και επαρκέστερες σε σχέση με τους προς επίτευξη στόχους, με ιδιαίτερη προσοχή στις εναλλακτικές πολιτικές που ήδη σήμερα σε πολλά κράτη μέλη έχουν καλύτερα αποτελέσματα, π.χ. σε σχέση με την μείωση των θανάτων από τις ουσίες αυτές, την προστασία της υγείας και την κοινωνική και οικονομική επανένταξη των τοξικομανών,

1.   απευθύνει προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ειδικά ως προς τη χάραξη της μελλοντικής ευρωπαϊκής Στρατηγικής επί θεμάτων καταπολέμησης των ναρκωτικών (2005-2012) και γενικά ως προς την πολιτική της ΕΕ για τα ναρκωτικά, τις εξής συστάσεις:

   α) να επανακαθορισθεί η πολιτική ως προς την ευρωπαϊκή συνεργασία για τα ναρκωτικά, η οποία θα στοχεύει στην αντιμετώπιση της διασυνοριακής και σε μεγάλη κλίμακα παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και θα αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα, βασιζόμενη στην επιστημονική προσέγγιση, στο σεβασμό των πολιτικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων του πολίτη, στην προστασία της ζωής και της υγείας του ατόμου·
   β) να καθορισθούν σαφείς, ακριβείς και ποσοτικά μετρήσιμοι στόχοι και προτεραιότητες που θα είναι δυνατόν να μεταφράζονται σε λειτουργικούς δείκτες και δράσεις στα μελλοντικά σχέδια δράσης· οι δε αρμοδιότητες και προθεσμίες για την εφαρμογή τους θα πρέπει να καθορίζονται με εξαιρετική σαφήνεια, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της επικουρικότητας.· προκειμένου δε να διευκολυνθεί η αποτελεσματική εφαρμογή τους είναι απαραίτητη μια διεπιστημονική προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο γύρω από αυτούς τους σαφώς οριοθετημένους στόχους (συντονισμός, ενημέρωση, αξιολόγηση και διεθνής συνεργασία)·
   γ) να ληφθεί υπόψη ότι οι αξιολογήσεις που πραγματοποιήθηκαν μέχρι τούδε σχετικά με τους έξι κύριους στόχους που καθορίστηκαν στο πλαίσιο της Στρατηγικής της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2000-2004) δεν εμφανίζουν θετικά αποτελέσματα για κανένα από αυτούς, γεγονός που επιβάλει την εξαγωγή πολιτικών και νομοθετικών συμπερασμάτων ενόψει της εκπόνησης της ευρωπαϊκής στρατηγικής καταπολέμησης των ναρκωτικών (2005-2012) και των σχετικών σχεδίων δράσης·
   δ) να ληφθούν υπόψη οι αξιολογήσεις της υλοποίησης των 6 κύριων στόχων της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των ναρκωτικών·
   ε) η νέα στρατηγική να βασισθεί περισσότερο σε επιστημονική έρευνα και σε εμβριθείς και εμπεριστατωμένες διαβουλεύσεις με τους εμπλεκόμενους φορείς στα κράτη μέλη·
   στ) η νέα Στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών να στηριχτεί σε νομικές, θεσμικές και οικονομικές βάσεις που απορρέουν από την αποτελεσματικότητα των μέχρι τούδε δράσεων και των βέλτιστων πρακτικών·
   ζ) να ενταθεί η κοινωνική και επιστημονική έρευνα σχετικά με τις παράνομες ουσίες για την εξυπηρέτηση σημαντικών ιατρικών και κοινωνικών στόχων·
   η) να βρεθεί μια εναλλακτική λύση για τον σημερινό δημοσιονομικό κατακερματισμό με τη δημιουργία νέας γραμμής του προϋπολογισμού, η οποία να συνδέεται στενά με όλα τα μέτρα που πρέπει να προβλεφθούν για τα μελλοντικά Σχέδια Δράσης, τα οποία θα πρέπει να εγκριθούν από την Επιτροπή δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είναι δυνατόν να επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν καθοριστεί από τη στρατηγική για την καταπολέμηση των ναρκωτικών·
   θ) να προβλεφθεί ειδικό κονδύλιο στον προϋπολογισμό για την διευκόλυνση της εν εξελίξει διαδικασίας διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες σχετικά με την επίδραση των πολιτικών για τα ναρκωτικά στο επίπεδο των πολιτών·
  ι) να πραγματοποιηθεί λεπτομερής αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής της προηγούμενης στρατηγικής, με ιδιαίτερη αναφορά:
   - στην πρόληψη της χρήσης και της εξάρτησης,
   - στη μείωση της προσφοράς και της ζήτησης παράνομων ναρκωτικών ουσιών,
   - στον περιορισμό των κοινωνικών αρνητικών συνεπειών (περιθωριοποίηση),
   - στον περιορισμό της βλάβης της υγείας,
   - στη αντιμετώπιση των μικροαδικημάτων και του οργανωμένου εγκλήματος που οφείλονται σε ναρκωτικά
και, ως εκ τούτου να μην υιοθετηθεί η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2005-2012) χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά αποτελέσματα της προηγούμενης στρατηγικής, όπως προκύπτουν με τις κατάλληλες τεχνικές, επιστημονικές, νομοθετικές και πολιτικές μεθόδους αξιολόγησης·
   ια) να ενημερώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τις αρχές της δημοκρατικής νομιμότητας, της διαφάνειας και της καλής συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, σχετικά με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων στο θέμα της ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2005-2012), στο πλαίσιο του Συμβουλίου·
   ιβ) να καλείται το ΕΚ να γνωμοδοτήσει εν ευθέτω χρόνω προ της εγκρίσεως της ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την καταπολέμηση των ναρκωτικών (2005-2012), ούτως ώστε να ληφθεί η γνώμη του υπόψη·
   ιγ) να προταθούν, δεδομένου ότι οι μέχρι τούδε υποβληθείσες σχετικά προτάσεις απεδείχθησαν ανεπαρκείς, τελείως διαφορετικά μέσα από αυτά που αναφέρονται για την επίτευξη του γενικού στόχου του σχεδίου της Στρατηγικής της Ένωσης για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, αποδίδοντας προτεραιότητα στην προστασία της ζωής και της υγείας των καταναλωτών παρανόμων ουσιών προκειμένου να βελτιωθεί η διαβίωση και η προστασία τους μέσω μιας ισορροπημένης και ομοιογενούς προσέγγισης·
   ιδ) να ενισχυθούν οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί συνεργασίας, δεδομένου ότι τα σύνορα της ΕΕ των 25 ευρίσκονται πολύ εγγύτερα σε χώρες στις οποίες παράγονται τα ναρκωτικά, προκειμένου να περιορισθεί το λαθρεμπόριο ναρκωτικών προς την Ένωση· να συσταθεί και να διευρυνθεί ο νέος μηχανισμός ευρωπαϊκού συντονισμού στο πλαίσιο της πολιτικής για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, λ.χ. μέσω του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τα Ναρκωτικά και την Τοξικομανία, ώστε να επιτευχθεί πλήρης, πολυδιάστατη και ισόρροπη αντιμετώπιση του προβλήματος των ναρκωτικών, πράγμα που είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητο από ποτέ μετά την ένταξη δέκα νέων κρατών μελών·
   ιε) να βελτιωθεί ο συντονισμός και η ανταλλαγή πληροφοριών σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά την πολιτική για τα ναρκωτικά μετά την προσχώρηση των δέκα νέων κρατών μελών, ώστε να επιτευχθεί ολοκληρωμένη, πολυσχιδής και ισορροπημένη προσέγγιση στο πρόβλημα των ναρκωτικών, στο πλαίσιο της οποίας θα λαμβάνονται επίσης υπόψη τα ενθαρρυντικά και πλήρως τεκμηριωμένα αποτελέσματα που είχαν τα διάφορα κράτη μέλη, καθώς και άλλες ευρωπαϊκές χώρες που εφαρμόζουν εναλλακτικές πολιτικές για τα ναρκωτικά·
   p) ιστ) να καθορισθούν ελάχιστες προδιαγραφές για την βελτίωση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων και προδιαγραφές όσον αφορά τα μέτρα αποκατάστασης τα οποία να βασίζονται στις βέλτιστες πρακτικές στα κράτη μέλη με στόχο την μείωση των κοινωνικών επιπτώσεων από τη χρήση των ναρκωτικών·
   ιζ) να συνεκτιμηθεί επαρκώς η νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε με την προσχώρηση 10 νέων κρατών μελών στην Ένωση, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη στενή συνεργασία με τα νέα συνοριακά κράτη·
   ιη) να αυξηθεί η διαθεσιμότητα προγραμμάτων που συντείνουν στη μείωση βλαβών της υγείας (ειδικά εκείνων που αντιμετωπίζουν τη διάδοση του ΗΙV και άλλων ασθενειών που δημιουργούνται από μόλυνση του αίματος) μεταξύ των χρηστών ναρκωτικών·
   ιθ) να καθορισθεί επίπεδο ελάχιστων προδιαγραφών για τη λήψη μέτρων αποκατάστασης με βάση τις καλύτερες πρακτικές στα κράτη μέλη, αντί της υπερβολικής έμφασης που αποδίδεται μέχρι τούδε στη φάση της αποθεραπείας με ουσίες που υποκαθιστούν τα ναρκωτικά. Γι αυτό το σκοπό θα πρέπει να καταβληθούν και ιδιαίτερες προσπάθειες για την εκ νέου ένταξη στην κοινότητα των ατόμων αυτών·
   κ) να αποδοθεί μεγαλύτερη προσοχή στα θέματα που σχετίζονται με τη μείωση των ζημιών, την ενημέρωση, την πρόληψη, την περίθαλψη και την προσοχή που πρέπει να επιδεικνύεται για την προστασία της ζωής και της υγείας των ατόμων που αντιμετωπίζουν προβλήματα συνδεόμενα με την χρήση παράνομων ουσιών· να ληφθούν δε μέτρα ώστε να αποφεύγεται η περιθωριοποίηση των χρηστών αντί να εφαρμόζονται κατασταλτικές πολιτικές οι οποίες πλησιάζουν επικίνδυνα στα όρια της παραβίασης των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και, ορισμένες φορές, πράγματι τα παραβιάζουν·
   κα) να καθιερωθούν για παραβάτες-χρήστες εναλλακτικά της φυλακίσεως θεραπευτικά προγράμματα, η αποτελεσματικότητα των οποίων έχει αξιολογηθεί θετικά σε όσα κράτη έχει εφαρμοστεί·
   κβ) να ενισχυθεί δεόντως η χρηματοδότηση των πρωτοβουλιών ενημέρωσης που απαιτούνται για την πρόληψη της χρήσης των ναρκωτικών, ιδίως στα σχολεία, όπως προβλεπόταν στο σχέδιο δράσης 2000-2004 και προκειμένου να μειωθούν οι αρνητικές συνέπειες από τη χρήση τους και οι συναφείς κίνδυνοι·
   κγ) να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση των μέτρων ενημέρωσης, τα οποία πρέπει να βασίζονται σε επιστημονικές γνώσεις, σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διαφόρων ειδών ναρκωτικών (κυρίως συνθετικών), προκειμένου να υπάρχει για όλους σαφής και αποτελεσματική προειδοποίηση·
   κδ) να προσδιοριστεί και να ενισχυθεί με αποφασιστικό τρόπο η συμμετοχή και η ένταξη τοξικομανών και χρηστών παρανόμων ουσιών, της κοινωνίας των πολιτών, των ΜΚΟ και των εθελοντών καθώς και της κοινής γνώμης στην εξεύρεση λύσεων σχετικά με τα εν λόγω προβλήματα, ειδικότερα με μεγαλύτερη συμμετοχή των φορέων που συνδέονται με τις δραστηριότητες της Οριζόντιας Ομάδας για τα Ναρκωτικά, καθώς και με την οργάνωση ετήσιας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας σχετικά με την πρόληψη, καθιερώνοντας πειραματικά, χώρους χορήγησης μικρών δόσεων για τη μείωση της βλάβης και για την στρατηγική κατά της απαγόρευσης·
   κε) να καθιερωθούν μέτρα αξιολόγησης τα οποία θα επιτρέπουν να ανιχνεύονται και να επανορθώνονται οι αδυναμίες που διαπιστώνονται σε σχέση με τους στόχους που προβλέπονται από την Στρατηγική της ΕΕ κατά των ναρκωτικών καθώς και καταλληλότερα μέτρα και πόροι για την επίτευξη των στόχων αυτών·
   z) κστ) να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποφεύγεται η χρηματοδότηση της διεθνούς τρομοκρατίας από τα κέρδη του οργανωμένου εγκλήματος και να εφαρμοστεί η ισχύουσα νομοθεσία για την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με στήριξη της ιταλικής νομοθεσίας για τη δίωξη της Μαφίας, που προβλέπει τη χρήση για κοινωνικούς λόγους των περιουσιακών στοιχείων (κερδών) που κατάσχονται από τις εγκληματικές οργανώσεις·
   κζ) να περιλαμβάνεται σε όλες τις διεθνείς συμφωνίες και ειδικότερα στις νέες συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες ειδική ρήτρα συνεργασίας "για την καταπολέμηση των ναρκωτικών", στην οποία να αναγνωρίζεται το καθεστώς ρήτρας ουσιώδους σημασίας·
   κη) να αυξηθεί σημαντικά η αναπτυξιακή ενίσχυση των χωρών που παράγουν ναρκωτικά, μέσω προγραμμάτων χρηματοδότησης εναλλακτικών καλλιεργειών και δραστικής μείωσης της φτώχειας· να εξετασθεί επίσης η δυνατότητα να προωθηθεί και να προστατευθεί η παραγωγή για ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς οπιούχων, παραδείγματος χάριν, καθώς και η δυνατότητα εφαρμογής πιλοτικών προγραμμάτων για την βιομηχανική παραγωγή νόμιμων προϊόντων από φυτά που καλύπτονται από την Σύμβαση του 1961, όπως τα φύλλα της κόκας και η ινδική κάνναβις·
   κθ) να προβλεφθεί και να εξασφαλισθεί η δυνατότητα πρόσβασης στα υποκατάστατα προγράμματα, με ιδιαίτερη προσοχή στο περιβάλλον των φυλακών, προωθώντας ταυτόχρονα την εφαρμογή εναλλακτικών της φυλάκισης μέτρων για τους καταναλωτές παρανόμων ουσιών ή για ήσσονος σημασίας και "μη βίαια" αδικήματα που σχετίζονται με τις ουσίες αυτές·
   λ) να αυξηθεί η έρευνα σχετικά με τη χρησιμοποίηση φυτών τα οποία επί του παρόντος είναι παράνομα ή βρίσκονται σε γκρίζα ζώνη, όπως η κάνναβις, το όπιο και φύλλα κόκας, για ιατρικές εφαρμογές, επισιτιστική ασφάλεια, αειφόρο γεωργία, δημιουργία εναλλακτικών πηγών ενέργειας, υποκατάσταση προϊόντων που βασίζονται στο πετρέλαιο και για άλλους ευεργετικούς σκοπούς·
   λα) να επανεξετασθεί η απόφαση πλαίσιο για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου ναρκωτικών λαμβάνοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε πλαίσιο σεβασμού των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που προβλέπονται στις Συνθήκες·
   λβ) να πραγματοποιηθεί επιστημονική μελέτη κόστους-οφέλους των ισχυουσών πολιτικών ελέγχου των ναρκωτικών που θα περιλαμβάνει ιδιαίτερα: ανάλυση της καννάβεως και των διαφόρων νομίμων και παρανόμων παραγώγων της μεταξύ άλλων και προκειμένου να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα, οι θεραπευτικές δυνατότητες, καθώς και τα αποτελέσματα των πολιτικών ποινικοποίησης και οι δυνατές εναλλακτικές λύσεις· ανάλυση αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων διανομής ηρωίνης υπό ιατρικό έλεγχο για θεραπευτικούς σκοπούς ενόψει της μείωσης των θανάτων από ναρκωτικά· ανάλυση κόστους από οικονομικής, νομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής πλευράς των πολιτικών απαγόρευσης από πλευράς ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων που προορίζονται για την εφαρμογή του νόμου· ανάλυση της επίπτωσης στις τρίτες χώρες των ισχυουσών πολιτικών που απορρέουν τόσο από την ευρωπαϊκή στρατηγική, όσο και από το παγκόσμιο σύστημα "ελέγχου των ναρκωτικών'·
   λγ) να ζητηθεί από τις κυβερνήσεις και τα εθνικά Κοινοβούλια να λάβουν αποτελεσματικότερα μέτρα για την παρεμπόδιση της εισόδου των ναρκωτικών στις φυλακές·

2.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα σύσταση στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και, προς ενημέρωσιν, στην Επιτροπή, τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, το Συμβούλιο της Ευρώπης και τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, καθώς και τις ειδικές υπηρεσίες του.

(1) ΕΕ L 36 της 12.2.1993, σ. 1.
(2)1 ΕΕ L 19 της 22.1.1997, σ. 25.
(3)2 ΕΕ L 342 της 31.12.1996, σ. 6.
(4)3 ΕΕ L 167 της 25.6.1997, σ. 1.
(5)4 ΕΕ L 287 της 21.10.1997, σ. 1.
(6)5 ΕΕ C 19 της 23.1.1999, σ. 1.
(7)6 ΕΕ L 344 της 28.12.2001, σ. 76.
(8) ΕΕ L 47 της 18.2.2004, σ. 1.
(9) ΕΕ L 335 της 11.11.2004, σ. 8.

Τελευταία ενημέρωση: 3 Μαΐου 2005Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου