Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2007 - ΣτρασβούργοΟριστική έκδοση
NUTS - τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην ΕΕ ***I
  Ψήφισμα
  Ενοποιημένο κείμενο
 Αρχεία ανάλυσης της Ευρωπόλ *
 Φυσικές καταστροφές
 Βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση
 Βελτίωση της νομοθεσίας 2005: εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας - 13η ετήσια έκθεση
 Στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος
 Θεσμικές και νομικές επιπτώσεις της χρήσης μη δεσμευτικών νομικών πράξεων
 Επανεξέταση της ενιαίας αγοράς: εξάλειψη των εμποδίων και της αναποτελεσματικότητας με τη βελτίωση της υλοποίησης και της εφαρμογής

NUTS - τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην ΕΕ ***I
DOC 30k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποίησης του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1059/2003 για τη θέσπιση κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2007)0095 – C6-0091/2007 – 2007/0038(COD) )
P6_TA(2007)0360 A6-0285/2007

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0095 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 285, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0091/2007 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A6-0285/2007 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 4 Σεπτεμβρίου 2007 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποίησης του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1059/2003 για τη θέσπιση μιας κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

P6_TC1-COD(2007)0038


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 176/2008)


Αρχεία ανάλυσης της Ευρωπόλ *
DOC 45k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με την πρωτοβουλία της Δημοκρατίας της Φινλανδίας ενόψει της έγκρισης απόφασης του Συμβουλίου για την τροποποίηση της πράξης του Συμβουλίου που αφορά την έγκριση των κανόνων των εφαρμοστέων στα αρχεία ανάλυσης της Ευρωπόλ (16336/2006 – C6-0048/2007 – 2007/0802(CNS) )
P6_TA(2007)0361 A6-0288/2007

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρωτοβουλία της Δημοκρατίας της Φινλανδίας (16336/2006)(1) ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 10, παράγραφος 1, της Σύμβασης για την ίδρυση Ευρωπαϊκού γραφείου αστυνομίας δίωξης του εγκλήματος (Ευρωπόλ) που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 26 Ιουλίου 1995(2) ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 30, παράγραφος 1, στοιχείο β), και παράγραφος 2, και το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο γ) της Συνθήκης ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6-0048/2007 ),

–   έχοντας υπόψη την από 3 Νοεμβρίου 1998 πράξη του Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση των κανόνων των εφαρμοστέων στα αρχεία ανάλυσης της Ευρωπόλ(3) ,

–   έχοντας υπόψη την από 27 Νοεμβρίου 2003 πράξη του Συμβουλίου που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 1, της Σύμβασης Ευρωπόλ(4) ,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 93 και 51 του Kανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (Α6-0288/2007),

1.   εγκρίνει την πρωτοβουλία της Δημοκρατίας της Φινλανδίας όπως τροποποιήθηκε·

2.   καλεί το Συμβούλιο να τροποποιήσει αναλόγως το κείμενο·

3.   καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρωτοβουλία της Δημοκρατίας της Φινλανδίας·

5.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Φινλανδίας.

Κείμενο που προτείνει η Δημοκρατία της Φινλανδίας /το Συμβούλιο   Τροπολογίες του Κοινοβουλίου
Τροπολογία 1
ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 4, ΣΤΟΙΧΕΙΟ (Β)
Άρθρο 12, παράγραφος 3 (Πράξη του Συμβουλίου)
"3. Οι δραστηριότητες ανάλυσης και η διάδοση των αποτελεσμάτων ανάλυσης μπορούν να ξεκινήσουν αμέσως μετά τη δημιουργία του αρχείου προς ανάλυση, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της σύμβασης Ευρωπόλ. Σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο δώσει εντολή στον Διευθυντή της Ευρωπόλ να τροποποιήσει την εντολή για τη δημιουργία αρχείου δεδομένων ή να κλείσει το αρχείο αυτό, τα δεδομένα που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο αρχείο, ή σε περίπτωση κλεισίματος του αρχείου, όλα τα δεδομένα που περιέχονται στο εν λόγω αρχείο διαγράφονται αμέσως".
"3. Οι δραστηριότητες ανάλυσης μπορούν να ξεκινήσουν αμέσως μετά τη δημιουργία του αρχείου προς ανάλυση, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της σύμβασης Ευρωπόλ. To διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει την διαβίβαση των αποτελεσμάτων ανάλυσης μόνον εφόσον η κοινή εποπτική αρχή έχει κοινοποιήσει τις παρατηρήσεις της όσον αφορά το άνοιγμα σχετικού αρχείου. Σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο δώσει εντολή στον Διευθυντή της Ευρωπόλ να τροποποιήσει την εντολή για τη δημιουργία αρχείου δεδομένων ή να κλείσει το αρχείο αυτό, τα δεδομένα που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο αρχείο, ή σε περίπτωση κλεισίματος του αρχείου, όλα τα δεδομένα που περιέχονται στο εν λόγω αρχείο διαγράφονται αμέσως".
Τροπολογία 2
ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 6
Άρθρο 15, παράγραφοι 4 και 5 (Πράξη του Συμβουλίου)
6)    Το άρθρο 15, παράγραφοι 4 και 5 των κανόνων διαγράφεται.
Διαγράφεται

(1) ΕΕ C 41, 24.2.2007, σ. 5.
(2) ΕΕ C 316, 27.11.1995, σ. 2.
(3) ΕΕ C 26, 30.1.1999, σ. 1.
(4) ΕΕ C 2, 6.1.2004, σ. 1.


Φυσικές καταστροφές
DOC 101k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με τις φυσικές καταστροφές
P6_TA(2007)0362 B6-0323 , 0324 , 0325 και 0327/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 6 και 174 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με τις πυρκαγιές στα δάση και τις πλημμύρες στην Ευρώπη(1) , το ψήφισμά του, της 5ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τις πλημμύρες στην Ευρώπη(2) , το ψήφισμά του, της 14ης Απριλίου 2005, σχετικά με την ξηρασία στην Πορτογαλία(3) , το ψήφισμά του, της 12ης Μαΐου 2005, σχετικά με την ξηρασία στην Ισπανία(4) , το ψήφισμά του, της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τις φυσικές καταστροφές (πυρκαγιές και πλημμύρες) στην Ευρώπη(5) , καθώς και τα ψηφίσματά του, της 18ης Μαΐου 2006, σχετικά με τις φυσικές καταστροφές (δασικές πυρκαγιές, ξηρασία και πλημμύρες) - γεωργικές πτυχές(6) , πτυχές περιφερειακής ανάπτυξης(7) και περιβαλλοντικές πτυχές(8) ,

–   έχοντας υπόψη τις δύο κοινές δημόσιες ακροάσεις που διοργανώθηκαν από την Επιτροπή Περιφερειακής Ανάπτυξης, την Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και την Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με θέμα μια "Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τις Φυσικές Καταστροφές" (20 Μαρτίου 2006) και σχετικά με την "Ευρωπαϊκή δύναμη πολιτικής προστασίας: Europe aid" (5 Οκτωβρίου 2006),

–   έχοντας υπόψη την απόφαση 2001/792/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, περί κοινοτικού μηχανισμού για την διευκόλυνση της ενισχυμένης συνεργασίας στις επεμβάσεις βοήθειας της πολιτικής προστασίας(9) , την αναμενόμενη έγκριση της αναδιατυπωμένης απόφασης του Συμβουλίου για την συγκρότηση κοινοτικού μηχανισμού πολιτικής προστασίας και τη θέση του Κοινοβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 2006(10) επ" αυτής,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ίδρυση Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COM(2005)0108 ), και την θέση του Κοινοβουλίου της 18ης Μαΐου 2006(11) επ" αυτής,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση του Michel Barnier της 9ης Μαΐου 2006 με τίτλο "Για μια ευρωπαϊκή δύναμη πολιτικής προστασίας: Europe Aid",

–   έχοντας υπόψη τη θέση του, της 25ης Απριλίου 2007, σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της έγκρισης οδηγίας που αφορά την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας(12) ,

–   έχοντας υπόψη την απόφαση 2007/162/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2007, για τη θέσπιση Χρηματοδοτικού Μέσου Πολιτικής Προστασίας(13) ,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων στις 12 και 13 Ιουνίου 2007 σχετικά με την ενίσχυση των δυνατοτήτων συντονισμού του Κέντρου Παρακολούθησης και Πληροφόρησης (MIC) στο πλαίσιο του κοινοτικού μηχανισμού πολιτικής προστασίας,

–   έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο του Κυότο που προσαρτάται στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC) της 11ης Δεκεμβρίου 1997 και την κύρωση του Πρωτοκόλλου του Κυότο εκ μέρους της Κοινότητας στις 4 Μαρτίου 2002,

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2152/2003(14) της 17ης Νοεμβρίου 2003 (κανονισμός "Έμφαση στα Δάση"),

–   έχοντας υπόψη την παράγραφο 12 των Συμπερασμάτων της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 15ης και 16ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την ικανότητα ανταπόκρισης της Ένωσης στις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, στις κρίσεις και στις καταστροφές,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αντιμετώπιση του προβλήματος της λειψυδρίας και της ξηρασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2007)0414 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 103, παράγραφος 4, του Κανονισμού του,

Α.   λαμβάνοντας υπόψη τις καταστροφικές πυρκαγιές και τις βίαιες πλημμύρες που προκάλεσαν θανάτους και καταστροφές σε ολόκληρη την Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, το καλοκαίρι του 2007, από τις οποίες επλήγησαν κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και εξόχως απόκεντρες περιφέρειες, ιδίως η Μαρτινίκα και η Γουαδελούπη οι οποίες επλήγησαν από τον τυφώνα Dean, υποψήφιες χώρες, καθώς και οι άμεσοι γείτονες της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο τον Ιούλιο κάηκαν τόσες εκτάσεις όσες είχαν καεί ολόκληρο τον περυσινό χρόνο· λαμβάνοντας υπόψη ότι τον Αύγουστο η Ελλάδα υπέστη μεγάλη εθνική τραγωδία, ύστερα από καταστροφικές πυρκαγιές που ήταν οι πιο φονικές που έχουν σημειωθεί παγκοσμίως από το 1871,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνολική έκταση βλάστησης και δασών, συμπεριλαμβανομένων Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (SCI) που αποτελούν τμήμα του δικτύου Natura 2000 και άλλων περιοχών μείζονος οικολογικής αξίας με οικολογική συνδεσιμότητα μεταξύ ολόκληρης της περιοχής, η οποία επλήγη από τις πυρκαγιές στην Ευρώπη το φετινό καλοκαίρι υπερβαίνει τα 700.000 εκτάρια, ενώ οι χώρες που επλήγησαν σοβαρότερα είναι η Ελλάδα, η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Κύπρος, η Κροατία, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Ισπανία (και ιδίως τα Κανάρια Νησιά και η επαρχία του Castillón), η Ουκρανία, η Τουρκία και η Αλβανία,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες καταστροφικές δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα είχαν ως αποτέλεσμα να χαθούν περισσότερες από 60 ανθρώπινες ζωές, να τραυματισθούν πολλοί άνθρωποι, να καούν περισσότερα από 250.000 εκτάρια γης, μεταξύ των οποίων χιλιάδες εκτάρια δάσους και θαμνωδών εκτάσεων, να χαθούν ζώα, να καταστραφούν πολλά σπίτια και κτήματα και να αφανισθούν χωριά,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, την ίδια περίοδο, άλλα τμήματα της Ευρώπης, ιδίως το Ηνωμένο Βασίλειο, δοκιμάζονταν από σοβαρές πλημμύρες, που προκάλεσαν την απώλεια τουλάχιστον 10 ανθρωπίνων ζωών, καθώς και ζημιές σε οικίες, σχολεία, υποδομές και γεωργία που εκτιμώνται σε 5 δισεκατομμύρια ευρώ και κατέστησαν αδύνατη την πρόσβαση σε καθαρό νερό για 420.000 ανθρώπους, με αποτέλεσμα μεγάλοι αριθμοί ανθρώπων να υποχρεωθούν σε εκτοπισμό και να σημειωθούν σημαντικές απώλειες για τις επιχειρήσεις, τη γεωργία και την τουριστική βιομηχανία· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ιταλία αντιμετώπισε την κρίσιμη κατάσταση να πλήττεται από πλημμύρες στο κέντρο και στο Βορρά και από ξηρασία και πυρκαγιές στο Νότο· λαμβάνοντας υπόψη ότι σοβαρότατη ξηρασία σημειώθηκε στην Ανατολική Ευρώπη και ιδίως στη Ρουμανία,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κοινοτικός Μηχανισμός Πολιτικής Προστασίας ενεργοποιήθηκε δώδεκα φορές για το ίδιο είδος έκτακτης ανάγκης μέσα σε περίοδο δύο μηνών και ότι επτά από τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης συνέβησαν ταυτόχρονα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η βοήθεια των κρατών μελών δεν ήταν επαρκής για να δοθεί ταχεία και κατάλληλη αντίδραση πολιτικής προστασίας σε όλες τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, καθώς τα καλοκαίρια στη Νότια Ευρώπη είναι όλο και περισσότερο θερμά και ξηρά, οι πυρκαγιές στα δάση και στην ύπαιθρο αποτελούν επαναλαμβανόμενο φαινόμενο, το οποίο όμως εξακολουθεί να παρουσιάζει τεράστιες διαφορές από χρόνο σε χρόνο όσον αφορά την ένταση και τη γεωγραφική του θέση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η τάση αυτών των καταστροφικών γεγονότων επηρεάζεται επίσης από τη μεταβολή του κλίματος και συνδέεται με την αυξανόμενη συχνότητα κυμάτων καύσωνα και ξηρασίας, όπως επισημαίνεται στην προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής για τις ξηρασίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η επένδυση στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής είναι μια επένδυση στην πρόληψη των καταστροφών της ξηρασίας και των δασικών πυρκαγιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε περιόδους ξηρασίας, οι οποίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη διάρκεια, θα είναι πάντοτε δυσκολότερο να αποκατασταθούν τα δάση ύστερα από πυρκαγιά, με τον συνακόλουθο κίνδυνο ερημοποίησης,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη τις επιβλαβείς οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες των φυσικών καταστροφών για τις περιφερειακές οικονομίες, την παραγωγική δραστηριότητα και τον τουρισμό,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο μεγάλος αριθμός πυρκαγιών που σημειώθηκαν στη Νότια Ευρώπη το 2007, καθώς και το μέγεθός τους, είναι το αποτέλεσμα ενός αριθμού παραγόντων, στους οποίους συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η αλλαγή του κλίματος, ο ανεπαρκής ορισμός και η ανεπαρκής φροντίδα των δασών και ο συνδυασμός φυσικών αιτίων και ανθρώπινης αμέλειας, αλλά και οι εγκληματικές δραστηριότητες, παράλληλα με την ανεπαρκή εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την παράνομη οικοδόμηση σε καμένες εκτάσεις,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναγνωρίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φυσικών καταστροφών που πλήττουν τη Μεσόγειο με τη μορφή ξηρασίας και πυρκαγιών και να προσαρμόσει αναλόγως τα μέσα που διαθέτει στους τομείς της πρόληψης, της έρευνας, της διαχείρισης κινδύνων, της πολιτικής προστασίας και της αλληλεγγύης,

1.   εκφράζει τα συλλυπητήρια και την αμέριστη αλληλεγγύη του προς τους συγγενείς όσων έχασαν τη ζωή τους και προς τους κατοίκους των περιοχών που επλήγησαν·

2.   αποτίνει φόρο τιμής στους πυροσβέστες, τους επαγγελματίες και τους εθελοντές οι οποίοι εργάστηκαν ακούραστα με κίνδυνο της ζωής τους για την κατάσβεση των πυρκαγιών, τη διάσωση ανθρώπων και τον περιορισμό των ζημιών από τις φυσικές καταστροφές του φετινού καλοκαιριού, καθώς και στους πολυάριθμους πολίτες που έδωσαν μάχη για να σώσουν τις περιουσίες τους και το περιβάλλον στο οποίο ζουν·

3.   ζητεί από την Επιτροπή να κινητοποιήσει το τρέχον Ταμείο Αλληλεγγύης της ΕΕ (ΤΑΕΕ) κατά τον πιο ευέλικτο δυνατό τρόπο και χωρίς καθυστέρηση και να αποφύγει χρονοβόρες διαδικασίες και διοικητικά εμπόδια· θεωρεί από την άποψη αυτή ότι πρέπει να διατεθούν αμέσως οι απαραίτητοι πόροι για την ανακούφιση των δεινών και την κάλυψη των αναγκών των θυμάτων φυσικών καταστροφών και των άμεσων οικογενειών τους μέσω του ΤΑΕΕ και άλλων κοινοτικών μηχανισμών (π.χ. διαρθρωτικά ταμεία ή EARDF), ή οιουδήποτε άλλου διαθέσιμου χρηματοδοτικού μέσου, βάσει των όρων εφαρμογής των κοινοτικών ταμείων, όπως είναι η αρχή της εταιρικής σχέσης και η βιώσιμη ανάπτυξη·

4.   ζητεί από την Επιτροπή να εισαγάγει έκτακτες κοινοτικές ρυθμίσεις βοήθειας, ιδίως χρηματοδοτικής φύσεως, προκειμένου να στηριχθεί η αποκατάσταση των περιοχών που υπέστησαν μεγάλες ζημιές, να αποκατασταθεί το παραγωγικό δυναμικό στις πληγείσες περιοχές, να επιδιωχθεί η εκ νέου δημιουργία θέσεων απασχόλησης και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα ούτως ώστε να αντισταθμιστεί το κοινωνικό κόστος που συνεπάγεται η απώλεια θέσεων εργασίας καθώς και άλλων πηγών εσόδων·

5.   υπογραμμίζει ότι είναι ανάγκη να επιταχυνθεί η διαδικασία πρόσβασης σε χρηματοδοτικούς πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποκατάσταση της καλλιεργήσιμης γης μετά τις πλημμύρες και τις πυρκαγιές και για τη διάθεση περισσότερης χρηματοδοτικής βοήθειας για την κατασκευή αντιπλημμυρικών έργων· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προβούν στην επανεξέταση και ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών υπό το φως των πρόσφατων ερευνών σχετικά με τους αυξημένους κινδύνους πλημμυρών και δασικών πυρκαγιών, οι οποίοι προκαλούνται από τον τρόπο διαχείρισης της γης, των οικοτόπων και της αποστράγγισης των υδάτων· παροτρύνει με έμφαση τα κράτη μέλη να προωθήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τη φυσική αποστράγγιση και συγκράτηση των υδάτων στο περιβάλλον, αυξάνοντας ταυτόχρονα την ικανότητα των υποδομών προστασίας από τις πλημμύρες και αποστράγγισης των υδάτων, προκειμένου να περιορισθούν οι ζημίες που μπορούν να προκληθούν από τις ισχυρές βροχοπτώσεις·

6.   αναγνωρίζει την αλληλεγγύη που επέδειξαν η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη μέλη της και άλλες χώρες παρέχοντας βοήθεια προς τις περιοχές που επλήγησαν από δασικές πυρκαγιές, με προσφορά αεροσκαφών, πυροσβεστικού εξοπλισμού και εμπειρογνωμοσύνης, καθώς και με την αξιέπαινη βοήθεια που προσέφεραν στις αρμόδιες αρχές και τις ομάδες διάσωσης· θεωρεί ότι οι διαστάσεις των φαινομένων αυτών και οι συνέπειές τους υπερβαίνουν συχνά την περιφερειακή και εθνική κλίμακα και τις αντίστοιχες δυνατότητες και απαιτούν επειγόντως αποτελεσματική ευρωπαϊκή δέσμευση·

7.   αναγνωρίζει τη συμβολή του Κέντρου Παρακολούθησης και Πληροφόρησης (MIC) στην υποστήριξη και διευκόλυνση της κινητοποίησης και του συντονισμού της βοήθειας πολιτικής προστασίας σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης· επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι πόροι των κρατών μελών για την καταπολέμηση δασικών πυρκαγιών, ιδίως με εναέρια μέσα, είναι περιορισμένοι και δεν είναι πάντοτε δυνατό τα κράτη μέλη να προσφέρουν στήριξη όταν έχουν ανάγκη τους πόρους στην εθνική τους επικράτεια· επισημαίνει ότι ως αποτέλεσμα ορισμένα κράτη μέλη δέχτηκαν μικρότερη βοήθεια απ' ό,τι άλλα και αναγκάστηκαν να στηριχτούν για βοήθεια σε συμφωνίες με τρίτες χώρες· ως εκ τούτου, εκφράζει τη λύπη του διότι σε ορισμένες περιπτώσεις η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά δεν επέδειξε επαρκή αλληλεγγύη·

8.   ζητεί επιμόνως από το Συμβούλιο να καταλήξει χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση σε απόφαση σχετικά με τον νέο κανονισμό για το Ταμείο Αλληλεγγύης της ΕΕ, έχοντας κατά νου ότι το Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του το Μάιο του 2006· θεωρεί απαράδεκτη την καθυστέρηση του Συμβουλίου στο θέμα αυτό· πιστεύει ότι ο νέος κανονισμός, ο οποίος - μεταξύ άλλων μέτρων - χαμηλώνει τα όρια για την κινητοποίηση του Ταμείου Αλληλεγγύης της ΕΕ, θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις ζημίες με πιο αποτελεσματικό, ευέλικτο και έγκαιρο τρόπο· καλεί την Πορτογαλική Προεδρία, καθώς και τους Υπουργούς Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Γεωργίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης της ΕΕ να αναλάβουν αμέσως ταχεία και αποφασιστική δράση· προτείνει προς τούτο να συγκληθεί έκτακτη κοινή συνεδρίαση του Συμβουλίου των αρμόδιων Υπουργών της ΕΕ, στην οποία θα παραστούν ως παρατηρητές το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή·

9.   ζητεί να δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή δύναμη η οποία θα μπορούσε να αντιδρά αμέσως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως προτείνεται στην έκθεση του Επιτρόπου Barnier, και εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη ανταπόκρισης και συνέχειας στο ζήτημα αυτό· υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη να συνεχιστεί η ανάπτυξη δυνατοτήτων ταχείας αντίδρασης με βάση τους μηχανισμούς πολιτικής προστασίας των κρατών μελών, όπως ζήτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών στις 16 και 17 Ιουνίου 2006· ζητεί από την Επιτροπή να εκπονήσει πρόταση προς τούτο· υπογραμμίζει το ρόλο των κρατών μελών και των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης για την αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπιση των πυρκαγιών·

10.   παροτρύνει με έμφαση την Επιτροπή να ζητήσει από τα κράτη μέλη να παρουσιάσουν τα επιχειρησιακά τους προγράμματα για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και την εμπειρία τους στην εφαρμογή των εν λόγω προγραμμάτων και να εξετάσουν κατά πόσον τα εφαρμοζόμενα μέτρα πρόληψης, ετοιμότητας και αντίδρασης είναι κατάλληλα, με στόχο την ανταλλαγή εμπειριών και την άντληση συμπερασμάτων σχετικά με άμεσα μέτρα, το συντονισμό των διοικητικών και επιχειρησιακών φορέων και τη διαθεσιμότητα των απαραίτητων ανθρώπινων και υλικών πόρων· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τις δυνατότητες συνεργασίας με τις γειτονικές χώρες της ΕΕ και με άλλες τρίτες χώρες για την καταπολέμηση των καταστροφικών πυρκαγιών, την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και την από κοινού χρήση δυνατοτήτων κατά τους επικίνδυνους θερινούς μήνες, ούτως ώστε να υπάρξει καλύτερη προετοιμασία για το καλοκαίρι του 2008·

11.   θεωρεί ότι οι εμπειρίες των τελευταίων ετών και οι άλλες πρόσφατες εμπειρίες αναδεικνύουν την ανάγκη να ενισχυθεί η πρόληψη και η ετοιμότητα του μηχανισμού πολιτικής προστασίας της Κοινότητας και η ικανότητα αντίδρασης σε σχέση με τις δασικές πυρκαγιές και άλλες πυρκαγιές στην ύπαιθρο και ζητεί επιμόνως από την Επιτροπή να αναλάβει δράση σε αυτή την κατεύθυνση·

12.   καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα προσυμφωνημένης πρόσβασης σε συμπληρωματικές δυνατότητες, με στόχο την εξασφάλιση έγκαιρης αντίδρασης σε μείζονες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οι οποίες μπορεί να είναι διαθέσιμες από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της εμπορικής αγοράς· προτείνει το κόστος της εφεδρικής δύναμης να καλύπτεται με τη χρήση του Χρηματοδοτικού Μέσου Πολιτικής Προστασίας·

13.   χαιρετίζει την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου 2007/162/ΕΚ, Ευρατόμ της 5ης Μαρτίου 2007 για τη δημιουργία Χρηματοδοτικού Μέσου Πολιτικής Προστασίας, και υποστηρίζει ότι οι δράσεις που δέχονται οικονομική ενίσχυση από αυτό το μέσο πρέπει να εξασφαλίζουν την ορατή εκδήλωση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και να προσφέρουν περαιτέρω ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία στην αποτελεσματική διαχείριση φυσικών καταστροφών· ανησυχεί, ωστόσο, ότι το ποσό που έχει διατεθεί στο νέο αυτό μέσο δεν θα είναι επαρκές για την αποτελεσματική υλοποίηση των φιλόδοξων στόχων του·

14.   υπογραμμίζει την ανάγκη για τη λήψη δραστικότερων μέτρων με στόχο την πρόληψη φυσικών καταστροφών· στο πλαίσιο αυτό, αναμένει με αδημονία τη δημοσίευση δύο μελετών της Επιτροπής, το 2008, που έχουν ως στόχο τη δημιουργία ολοκληρωμένης στρατηγικής για την πρόληψη των φυσικών καταστροφών· προτείνει επιπλέον να εξετάσει η Επιτροπή ενδεχόμενες χρήσεις του ανοικτού συντονισμού για την πρόληψη φυσικών καταστροφών, μέσω μιας συνολικής φροντίδας του εδάφους, προκειμένου να αυξηθεί η ικανότητα συγκράτησης υδάτινων όγκων, και μέσω μιας συνολικής φροντίδας των δασών, προκειμένου να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο ο κίνδυνος της πυρκαγιάς, καθώς και η έκταση και η ταχύτητα εξάπλωσής της· επισημαίνει ότι η βιομάζα που ανακτάται μπορεί να συμβάλει στην οικονομική δυνατότητα υλοποίησης των δράσεων·

15.   καλεί την Επιτροπή να πραγματοποιήσει περισσότερη έρευνα εστιασμένη στη βελτίωση της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών και των μεθόδων και του εξοπλισμού δασοπυρόσβεσης και να επανεξετάσει τις πολιτικές της για τη χωροταξία και τη χρήση της γης· καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν αυστηρά μέτρα με στόχο τη βελτίωση και εφαρμογή του νομοθετικού τους πλαισίου στον τομέα της προστασίας των δασών και να απέχουν από δραστηριότητες εμπορευματοποίησης, αναχαρακτηρισμού και ιδιωτικοποίησης, ούτως ώστε να περιορίσουν την καταπάτηση και την κερδοσκοπία· ζητεί να χρησιμοποιηθεί προς τούτο η διαθέσιμη τεχνογνωσία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων δορυφορικών συστημάτων·

16.   εκφράζει τη λύπη του διότι πολλές από αυτές τις πυρκαγιές σε δάση φαίνεται ότι ξεκίνησαν από εμπρησμούς και ανησυχεί ιδιαίτερα διότι όλο και περισσότερο οι εγκληματικοί εμπρησμοί είναι οι αιτίες των δασικών πυρκαγιών στην Ευρώπη· για το λόγο αυτό, καλεί τα κράτη μέλη να προβλέψουν αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις για τις εγκληματικές πράξεις που προκαλούν βλάβη στο περιβάλλον και ειδικότερα για εκείνες τις πράξεις που προκαλούν δασικές πυρκαγιές και είναι της άποψης ότι οι γρήγορες και αποτελεσματικές έρευνες για τον προσδιορισμό των ευθυνών, ακολουθούμενες από τις ανάλογες ποινές, θα αποθαρρύνουν την αμέλεια αλλά και τις εσκεμμένες ενέργειες·

17.   εκφράζει την ανησυχία του για τον αυξανόμενο αριθμό καταστροφών οφειλόμενων σε ακραία καιρικά φαινόμενα, τα οποία, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, μπορούν σε μεγάλο βαθμό να αποδοθούν στην κλιματική αλλαγή που αποτελεί συνέπεια της υπερθέρμανσης του πλανήτη· καλεί, κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθούν με τους στόχους του Κυότο και καλεί την Επιτροπή να αναλάβει δράση για να εξασφαλίσει την τήρηση των δεσμεύσεων του Κυότο και τη συνέχειά τους· καλεί την Επιτροπή και όλες τις αρμόδιες δημόσιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη την αλλαγή του κλίματος και την αυξημένη πιθανότητα καταστροφών, όπως πλημμύρες και δασικές πυρκαγιές, όταν καταρτίζουν προϋπολογισμούς και αποθεματικά για απρόβλεπτα για τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης·

18.   καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τη συνεργασία με τις εθνικές αρχές με στόχο την ανάπτυξη πολιτικών που θα ελαχιστοποιήσουν τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο των πυρκαγιών· ζητεί να αναπτυχθεί πολιτική αναδάσωσης που θα βασίζεται στο σεβασμό των βιοκλιματικών και περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών· υπογραμμίζει την ανάγκη συλλογής και καταγραφής δεδομένων για τους φυσικούς πόρους κάθε κράτους μέλους, μέσω της δημιουργίας "Πράσινων Εθνικών Λογαριασμών" υπό τη μορφή βάσης δεδομένων ανοικτής σε όλους τους πολίτες·

19.   υπογραμμίζει την ανάγκη, σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις ειδικές ανάγκες ατόμων με αναπηρίες σε όλες τις δράσεις που αναλαμβάνουν οι μηχανισμοί πολιτικής προστασίας·

20.   θεωρεί ότι πρέπει να προωθηθεί και να υποστηριχθεί χωρίς καθυστέρηση Εθελοντική Δράση Πολιτικής Προστασίας, με βασικές δραστηριότητες κατάρτισης και εξοπλισμό που θα μπορούσε να εκμεταλλεύεται προηγμένες τεχνολογίες, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν από τους βασικούς πόρους που έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη όταν αντιμετωπίζουν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που προκύπτουν από φυσικές καταστροφές· καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της να ευαισθητοποιήσουν την κοινωνία σχετικά με την αξία των δασών μας και των πόρων τους, καθώς και για τα πλεονεκτήματα της διατήρησής τους, προωθώντας τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών μέσω οργανωμένης εθελοντικής βοήθειας ή με άλλες μεθόδους·

21.   εκτιμά ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την μακροπρόθεσμη προστασία και τη φροντίδα των δασών αποτελεί ο βιώσιμος προγραμματισμός και η βιώσιμη εφαρμογή σχεδίων περιφερειακής ανάπτυξης και ανάπτυξης της υπαίθρου που έχουν ως στόχο να αναχαιτίσουν τη μείωση του πληθυσμού της υπαίθρου, να δημιουργήσουν νέες διαφοροποιημένες πηγές εισοδήματος για τον αγροτικό πληθυσμό, ιδιαίτερα για τις νεότερες γενιές, και να αναπτύξουν τις απαραίτητες εκσυγχρονισμένες υποδομές, ούτως ώστε να ελκύσουν βιώσιμο τουρισμό και βιώσιμες υπηρεσίες στις αγροτικές περιοχές·

22.   υπογραμμίζει ότι φέτος οι φυσικές καταστροφές και ιδιαίτερα οι δασικές πυρκαγιές έθεσαν σε σημαντικό κίνδυνο μνημεία και αρχαιολογικούς τόπους μείζονος σημασίας για την ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά· στο πλαίσιο αυτό, εφιστά την προσοχή στην απειλή που αντιμετώπισε η Αρχαία Ολυμπία, κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, και ιδιαίτερα το μουσείο της, Τόπος Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς· ζητεί να διατεθούν αμέσως πόροι για σκοπούς αποκατάστασης, σε περίπτωση που τόποι συγκαταλεγόμενοι στην ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά υποστούν ζημιές από τις συνεχιζόμενες δασικές πυρκαγιές·

23.   προτρέπει τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι όλες οι καμένες δασικές περιοχές θα συνεχίσουν να είναι δάση και θα καλυφθούν από προγράμματα αναδάσωσης, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεωτικών όρων, και ότι δεν θα επιτραπεί καμία αλλαγή όσον αφορά τη χρήση της γης, να εφαρμόσουν δέουσα νομοθεσία για τη διατήρηση και κατάλληλη χρήση της γης, περιλαμβανομένων αειφόρων πρακτικών γεωργίας και δασοκομίας, της διαχείρισης των υδάτων, καθώς και της αποτελεσματικής διαχείρισης των κινδύνων και να προγραμματίσουν χωρίς καθυστέρηση πολιτικές εκτενούς ανοικοδόμησης για τον τουρισμό και τις πληγείσες τοπικές οικονομίες·

24.   καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί την κατάλληλη, αποτελεσματική και αποδοτική χρήση όλων των άμεσων ενισχύσεων που διατίθενται στα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση των συνεπειών φυσικών καταστροφών και ζητεί να επιστραφούν πόροι της κοινοτικής ενίσχυσης που δεν χρησιμοποιήθηκαν νομοτύπως, π.χ. στην περίπτωση μη εκτέλεσης σχεδίων αναδάσωσης, και ενημέρωση του κτηματολογίου·

25.   καταδικάζει την πρακτική νομιμοποίησης παράνομων κατασκευών σε προστατευόμενες περιοχές και σε περιοχές που δεν επιτρέπεται γενικά η δόμηση και ζητεί να σταματήσει άμεσα κάθε προσπάθεια μείωσης της προστασίας των δασών μέσω τροποποιήσεων του Ελληνικού Συντάγματος (άρθρο 24)·

26.   προτείνει να σταλεί κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο από τις πρόσφατες φυσικές καταστροφές, προκειμένου να εκφράσει την αλληλεγγύη του Κοινοβουλίου προς τον πληθυσμό, να διαπιστώσει το μέγεθος της καταστροφής όσον αφορά τις ζωές, τις περιουσίες, τα κοινωνικά δίκτυα, το περιβάλλον και την οικονομία και να εξαγάγει χρήσιμα συμπεράσματα για τη βελτίωση της πρόληψης και της αντίδρασης σε παρόμοιες ακραίες καταστάσεις στην ΕΕ στο μέλλον·

27.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στα κοινοβούλια και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 305 Ε, 14.12.2006, σ. 240.
(2) ΕΕ C 272 E, 13.11.2003, σ. 471.
(3) ΕΕ C 33 E, 9.2.2006, σ. 599.
(4) ΕΕ C 92 E, 20.4.2006, σ. 414.
(5) ΕΕ C 193 E, 17.8.2006, σ. 322.
(6) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 363.
(7) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 369.
(8) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 375.
(9) ΕΕ L 297, 15.11.2001, σ. 7.
(10) ΕΕ C 313 E, 20.12.2006, σ. 100.
(11) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 331.
(12) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0143 .
(13) ΕΕ L 71, 10.3.2007, σ. 9.
(14) ΕΕ L 324, 11.12.2003, σ. 1.


Βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση
DOC 115k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με τη βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2007/2095(INI) )
P6_TA(2007)0363 A6-0273/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 26ης Οκτωβρίου 2000 σχετικά με τις εκθέσεις της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 1998 - Συνυπευθυνότητα (1998)" και "Βελτίωση της νομοθεσίας 1999"(1) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 29ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση(2) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 8ης Απριλίου 2003 σχετικά με τις εκθέσεις της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 2000" και "Βελτίωση της νομοθεσίας 2001"(3) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 26ης Φεβρουαρίου 2004 σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 2002"(4) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 9ης Μαρτίου 2004 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για την απλούστευση και βελτίωση της κοινοτικής νομοθεσίας(5) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 20ης Απριλίου 2004 σχετικά με την αξιολόγηση των επιπτώσεων της κοινοτικής νομοθεσίας και των διαδικασιών διαβούλευσης(6) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 16ης Μαΐου 2006 σχετικά με μια στρατηγική απλούστευσης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος(7) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 16ης Μαΐου 2006 σχετικά με τη βελτίωση της νομοθεσίας 2004: εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας: 12η ετήσια έκθεση(8) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 16ης Μαΐου 2006 σχετικά με το αποτέλεσμα της αναλυτικής εξέτασης νομοθετικών προτάσεων που εκκρεμούν ενώπιον του νομοθετικού οργάνου(9) ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, της 14ης Νοεμβρίου 2006 με τίτλο "Στρατηγική επισκόπηση του προγράμματος για τη βελτίωση της νομοθεσίας στην ΕΕ" (COM(2006)0689 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A6-0273/2007 ),

A.   εκτιμώντας ότι η επίτευξη του στόχου της "βελτίωσης της νομοθεσίας" αποτελεί μία από τις κύριες προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον η μεγιστοποίηση του οφέλους από την σύγχρονη, ορθολογική και αποτελεσματική νομοθεσία παράλληλα με την ελαχιστοποίηση του κόστους της θα εξασφάλιζαν το ύψιστο επίπεδο παραγωγικότητας, ανάπτυξης, αποδοχής και, τέλος, απασχόλησης σε όλη την Ευρώπη,

B.   εκτιμώντας ότι η Επιτροπή, στην παραπάνω αναφερόμενη ανακοίνωσή της της 14ης Νοεμβρίου 2006, αναλύει την πρόοδο που επιτεύχθηκε στον τομέα της βελτίωσης της νομοθεσίας και χαρτογραφεί τις κύριες μελλοντικές προκλήσεις, επισημαίνοντας την πρόοδο που πρέπει να πραγματοποιηθεί τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατών μελών και αναπτύσσοντας επομένως μια γενική προσέγγιση που να αποσκοπεί στο να καταστούν η κοινοτική και η εθνική νομοθεσία ευκολότερες στην εφαρμογή και κατά συνέπεια λιγότερο δαπανηρές,

Γ.   εκτιμώντας ότι η προσέγγιση αυτή, που αποτελεί για την Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χρήσιμο εργαλείο για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισαβόνας, απαιτεί στενές εταιρικές σχέσεις στον εν λόγω τομέα, πρώτον μεταξύ των ευρωπαϊκών οργάνων και δεύτερον μεταξύ αυτών και των εθνικών αρχών,

Δ.   εκτιμώντας ότι, στην παραπάνω αναφερόμενη ανακοίνωση, η Επιτροπή προτείνει να ενισχύσει την ενδελεχή εξέταση των εκτιμήσεων αντικτύπου με τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου οργάνου εκτίμησης του αντικτύπου υπό τον πρόεδρο της Επιτροπής, και αναλαμβάνει την υποχρέωση να αναλάβει περαιτέρω προληπτική δράση, καθώς και παρακολούθηση από κοινού με τα κράτη μέλη σε πρώιμο στάδιο, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ορθή μεταφορά των βασικών οδηγιών,

E.   εκτιμώντας ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να παράσχουν συστηματικότερες εκτιμήσεις αντικτύπου των κύριων τροπολογιών στις προτάσεις της και να δώσουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στις εκκρεμείς προτάσεις απλούστευσης, στην κωδικοποίηση και στην κατάργηση της παρωχημένης νομοθεσίας,

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι η Επιτροπή προτείνει ότι τα κράτη μέλη με τη σειρά τους πρέπει να αναπτύξουν και να ενισχύσουν τους μηχανισμούς διαβούλευσης και τα προγράμματα απλούστευσης, εφόσον αυτά δεν υπάρχουν, και να προωθήσουν μια συστηματικότερη εκτίμηση του οικονομικού, του κοινωνικού και του περιβαλλοντικού αντικτύπου, παράλληλα με την βελτιωμένη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η βελτίωση της νομοθεσίας αποσκοπεί στη βελτίωση της διοικητικής απόδοσης και στην περιστολή της γραφειοκρατίας, αλλά περιλαμβάνει επίσης τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων φορέων, κυβερνητικών και μη, , σε όλα τα επίπεδα και την εδραίωση στενής σύμπραξης μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών, προκειμένου να υπάρξει νομοθεσία υψηλής ποιότητας,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε επίπεδο διακυβέρνησης πρέπει να δεσμεύεται για τη μείωση του διοικητικού φόρτου μέσω βελτίωσης της νομοθεσίας,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι συχνά οι τοπικές και περιφερειακές αρχές είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή και την επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ,

Ι.   εκτιμώντας ότι, τέλος, η Επιτροπή προτείνει ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και τα κράτη μέλη πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή μια φιλόδοξη στρατηγική για τη μείωση του διοικητικού φόρτου που προέρχεται από την ευρωπαϊκή και την εθνική νομοθεσία και ότι ο κοινός στόχος της μείωσης από αυτή την άποψη πρέπει να επιτευχθεί έως το 2012,

1.   υποστηρίζει με σθένος τη διαδικασία ενός καλύτερου ρυθμιστικού πλαισίου με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας, της συνοχής, της εγκυρότητας και της διαφάνειας της νομοθεσίας της ΕΕ· τονίζει, ωστόσο, ότι μια τέτοια διαδικασία θα πρέπει να βασισθεί σε ορισμένες προϋποθέσεις:

   i) πλήρης και κοινή συμμετοχή του Συμβουλίου, της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·
   ii) ευρεία και διαφανής διαβούλευση με όλους τους οικείους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων μη κυβερνητικών οργανώσεων·
   iii) ενίσχυση της υποχρέωσης λογοδοσίας των κοινοτικών οργάνων για τη διαδικασία βελτίωσης του ρυθμιστικού πλαισίου και της γενικής διαφάνειας αυτής της διαδικασίας, ιδιαίτερα καθιστώντας τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου ανοικτές για το κοινό όταν το Συμβούλιο συνέρχεται υπό την νομοθετική του ιδιότητα·
   iv) οποιαδήποτε εκτίμηση με στόχο την απλοποίηση πρέπει να εξετάζει εξίσου οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και υγειονομικές πτυχές και δεν θα πρέπει να περιορίζεται σε βραχυπρόθεσμους προβληματισμούς·
   v) η διαδικασία απλοποίησης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συνεπάγεται μείωση των προτύπων που περιέχονται στην παρούσα νομοθεσία·

2.   υποστηρίζει το στόχο της Επιτροπής να βελτιώσει την ποιότητα της νομοθεσίας και να μειώσει το διοικητικό φόρτο εργασίας· πιστεύει ότι τα μέτρα που σκιαγραφούνται στην ανακοίνωση της Επιτροπής καταδεικνύουν μια ξεκάθαρη και συνεχιζόμενη αφοσίωση στο στόχο αυτό, αλλά θεωρεί ότι απαιτείται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια σε διάφορους τομείς, ώστε να διασφαλιστεί πως θα υπάρξει το μέγιστο οικονομικό όφελος από τη νομοθεσία για την εσωτερική αγορά·

3.   παροτρύνει την Επιτροπή να καταβάλει όλες τις απαραίτητες προσπάθειες για την τελειοποίηση και τον εκσυγχρονισμό του αποθέματος της υφισταμένης κοινοτικής νομοθεσίας μέσω μιας κατάλληλης στρατηγικής για την απλούστευση η οποία να εμπλέκει κατάλληλα τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερομένους· εντούτοις, επανεπιβεβαιώνει ότι παρόλο που ο στόχος της βελτίωσης της νομοθεσίας πρέπει να επιδιώκεται από όλα τα κοινοτικά όργανα από κοινού, η Επιτροπή διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων υψηλής ποιότητας, οι οποίες αποτελούν το σημαντικότερο σημείο έναρξης της όλης διαδικασίας απλούστευσης·

4.   προτρέπει την Επιτροπή να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην εφαρμογή, την επιβολή και την αξιολόγηση της κοινοτικής νομοθεσίας, ως θεμελιώδες τμήμα της διαδικασίας για ένα καλύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο·

5.   συμφωνεί με την Επιτροπή ότι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί βελτίωση της νομοθεσίας χωρίς να διατίθεται μια συνολική εικόνα της οικονομικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής, υγειονομικής και διεθνούς επίπτωσης κάθε νομοθετικής πρότασης· επομένως υποστηρίζει πλήρως τη σύσταση στα πλαίσια της Επιτροπής, μιας επιτροπής εκτίμησης του αντικτύπου υπό τον πρόεδρο της Επιτροπής προκειμένου να επιβλέπει την εφαρμογή των αρχών αυτών κατά την σύνταξη των εκτιμήσεων του αντικτύπου από το αρμόδιο προσωπικό της Επιτροπής·

6.   τονίζει, εντούτοις, ότι για να εξασφαλισθεί ένα ελάχιστο επίπεδο ανεξάρτητης έρευνας κατά την σύνταξη των εκτιμήσεων αντικτύπου, θα πρέπει να συγκροτηθεί ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων η οποία θα επιβλέπει, επαληθεύοντας με σφυγμομετρήσεις, την ποιότητα των γνωμοδοτήσεων της επιτροπής εκτίμησης του αντικτύπου και πρέπει επίσης να επιτραπεί στους εκπροσώπους των ενδιαφερομένων να συνεργάζονται για την υλοποίησή τους·

7.   κρίνει απαραίτητο η επιτροπή εκτίμησης του αντικτύπου να εξασφαλίζει την εφαρμογή μιας κοινής μεθοδολογίας για όλες τις εκτιμήσεις του αντικτύπου, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι αντιφατικές προσεγγίσεις και να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα·

8.   επιμένει ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ενημερώνεται περιοδικά για τις αποφάσεις που υιοθετήθηκαν από την Επιτροπή Εκτίμησης του Αντικτύπου υπό την καθοδήγηση του Προέδρου της Επιτροπής, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια στον διάλογο μεταξύ των δύο οργάνων·

9.   ζητεί από την Επιτροπή να προβεί σε εκτιμήσεις του αντικτύπου που να παρουσιάζουν επαρκή αριθμό σεναρίων και πολιτικών επιλογών (συμπεριλαμβανομένων έστω και επιλογών "αδράνειας") εφόσον είναι απαραίτητο, ως βάση για οικονομικά αποδοτικές, βιώσιμες και κοινωνικά αποδεκτές λύσεις·

10.   εκτιμά ότι, κατά γενικό κανόνα, μία ανάλυση αντικτύπου πρέπει δεόντως να λαμβάνει υπόψη όλες τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας πρότασης δράσης στην κοινωνία, το περιβάλλον και την οικονομία και ότι ακόμη, όταν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν και συνάδει με το σχετικό νομοθετικό πεδίο, κάθε εκτίμηση του αντικτύπου πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις πιθανές σημαντικές επιδράσεις στις ευάλωτες ή μειονοτικές ομάδες, καθώς και σε θέματα ένταξης της ισότητας των φύλων και σε άλλες ευαίσθητες ομάδες στόχου, για παράδειγμα σε εθνικές μειονότητες, γονείς που ανατρέφουν παιδιά, ηλικιωμένους και μόνιμα ασθενείς και αναπήρους ("κοινωνική οροθέτηση")·

11.   ζητεί από την Επιτροπή να διαβουλεύεται με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, και ιδιαίτερα με εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές κατά την προπαρασκευή μελετών αξιολόγησης επιπτώσεων, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τοπικοί ή περιφερειακοί παράμετροι και να ενημερώνει εγκαίρως για τα αποτελέσματα των μελετών αξιολόγησης επιπτώσεων το Κοινοβούλιο, την Επιτροπή των Περιφερειών και όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης·

12.   κρίνει ότι, προς το σκοπό αυτό, πρέπει να γίνεται διαβούλευση σε όλες τις φάσεις με όλα τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, πιθανώς με μεγαλύτερη προσφυγή στο δικτυακό τόπο της Επιτροπής όσον αφορά τις δημόσιες ακροάσεις, των οποίων το αποτέλεσμα μπορεί διαφορετικά να είναι τυχαίο, και μέσω νέων και καλύτερα διαρθρωμένων τρόπων διαβούλευσης, όπως μελετάται στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο προς "ενίσχυση της διαβούλευσης και του διαλόγου – γενικές αρχές και ελάχιστες προδιαγραφές για τη διαβούλευση των ενδιαφερομένων μερών από την Επιτροπή" (COM(2002)0704 )· φρονεί σχετικώς ότι η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίζει την μέγιστη διαφάνεια δημοσιεύοντας τις αντιδράσεις των ενδιαφερόμενων μερών·

13.   υπογραμμίζει ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να συντάσσουν συστηματικότερα εκτιμήσεις αντικτύπου των σημαντικότερων τροπολογιών στις προτάσεις της Επιτροπής·

14.   παρακινεί την Επιτροπή να προσδιορίζει το στάδιο στο οποίο έχουν φθάσει οι εκτιμήσεις του αντικτύπου που δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί, καθιστώντας σαφές κατά πόσον αυτές οι εκτιμήσεις εξακολουθούν να είναι εκκρεμείς ή έχουν αποσυρθεί, αναβληθεί ή έχουν ξαναρχίσει να γίνονται σε διαφορετικές βάσεις, κ.τ.λ. και να προβεί σε διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους όσον αφορά αυτές που είναι εν εξελίξει·

15.   επιμένει να προβαίνουν τα κράτη μέλη σε εκτίμηση του αντικτύπου για τις πρωτοβουλίες τους στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας για τις ποινικές υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ· κρίνει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να δεσμευθούν να αναγνωρίσουν πραγματική υποχρέωση ως προς αυτό·

16.   υποστηρίζει την άσκηση εκ μέρους της Επιτροπής περιοδικών ελέγχων εντοπισμού και ανάκλησης των προτάσεων που εκκρεμούν· ισχυρίζεται, εντούτοις, ότι η άσκηση αυτού του ελέγχου πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των αρμοδιοτήτων των διαφόρων κοινοτικών οργάνων στη νομοθετική διαδικασία, όπως ορίζεται στις συνθήκες και σύμφωνα με την αρχή της θεμιτής συνεργασίας μεταξύ των οργάνων·

17.   τάσσεται υπέρ της προώθησης της νομοθεσίας που βασίζεται στις αρχές, και της εστίασης στην ποιότητα παρά στην ποσότητα· θεωρεί τη συζήτηση περί καλύτερης νομοθεσίας ως μια ευκαιρία να αναλογιστούμε τη νομοθεσία ως μια διαδικασία που σχεδιάστηκε για την επίτευξη ξεκάθαρα καθορισμένων πολιτικών στόχων, δεσμεύοντας όλους τους παράγοντες σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας από την προετοιμασία μέχρι την εφαρμογή, και εμπλέκοντάς τους σε αυτήν·

18.   θεωρεί την εμπειρία από τη διαδικασία Lamfalussy για τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών και, ιδίως, τον διάλογο ρυθμιστικών αρχών-συμμετεχόντων στην αγορά ως πολύτιμο προηγούμενο για μια δυναμική νομοθετική διαδικασία·

19.   θεωρεί ότι η διαδικασία Lamfalussy είναι ένας χρήσιμος μηχανισμός· θεωρεί τη σύγκλιση εποπτικών πρακτικών ιδιαίτερα σημαντική· επικροτεί το έργο των επιτροπών επιπέδου 3 στο πλαίσιο αυτό και στηρίζει την έκκλησή τους για μια επαρκή δέσμη εργαλείων· θεωρεί ότι δίδοντας περιθώρια στις εποπτικές αρχές για ελιγμούς μπορεί να εξαλείψει πολλά από τα βάρη των τεχνικών λεπτομερειών στη νομοθεσία και να οδηγήσει σε επαρκείς κανόνες για μια δυναμική αγορά· ωστόσο, τονίζει ότι αυτό δεν αφαιρεί σε καμία περίπτωση την πολιτική ευθύνη για τους τελικούς στόχους· επιμένει ότι οι νομοθέτες πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά τη διαδικασία και επαναλαμβάνει ότι τα νομοθετικά δικαιώματα του Κοινοβουλίου πρέπει να είναι απόλυτα σεβαστά·

20.   πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει τη συνάφεια της εκκρεμούς νομοθεσίας σε συνεχιζόμενη βάση και όχι μόνο όταν αναλαμβάνει καθήκοντα, και ότι θα πρέπει να αποσύρει προτάσεις που δεν είναι πια σημαντικές, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή σε αυτές που εκκρεμούν εδώ και αρκετό καιρό·

21.   υπογραμμίζει ότι απαιτείται επίσης απλούστευση στην αλληλεπίδραση της Επιτροπής με τους πολίτες, π.χ. στους τομείς των προμηθειών, των οικονομικών υπηρεσιών, των ερευνητικών προγραμμάτων, των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις και των αιτήσεων για την παροχή επιχορηγήσεων·

22.   υποστηρίζει, κατ' αρχήν, την ταχύτερη έγκριση εκκρεμουσών προτάσεων απλοποίησης αλλά θεωρεί ότι η εκτίμηση πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, αν δηλαδή η πρόταση έχει ευρύτερες εφαρμογές, τότε θα απαιτείται περισσότερος χρόνος·

23.   γνωρίζει το γεγονός ότι το νομοθετικό έργο εντός της Ένωσης θα μπορούσε να αναληφθεί με περισσότερο συστημικό τρόπο· κατά συνέπεια, καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει τις μεθόδους εργασίας της και τον τρόπο οργάνωσής της, έτσι ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει διάφορα θέματα με έναν περισσότερο οριζόντιο τρόπο, εφόσον ο κύριος σκοπός είναι να διασφαλισθεί μεγαλύτερη συνοχή, να βασισθεί σε πιθανές συνέργιες και να αποφευχθούν ανακολουθίες·

24.   εκτιμά ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις απόψεις του Κοινοβουλίου κατά την απόσυρση εκκρεμουσών προτάσεων, εις τρόπον ώστε να διαφυλάσσεται το κύριο στοιχείο εμπιστοσύνης μεταξύ της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου·

25.   χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής, με την οποία αποσύρει 68 προτάσεις, οι οποίες θεωρεί ότι δε συνάδουν με τους στόχους της Στρατηγικής της Λισαβόνας και τις αρχές καλύτερης ρύθμισης, ωστόσο εκφράζει τη λύπη του που η Επιτροπή απέσυρε την πρόταση για μια οδηγία αναφορικά με το καταστατικό του ευρωπαϊκού ταμείου αλληλοβοήθειας, παρόλο που είναι ένα από τα στοιχεία-κλειδιά της Στρατηγικής της Λισαβόνας και, συνεπώς, καλεί την Επιτροπή να πάρει μια πρωτοβουλία πριν το τέλος του 2007, ούτως ώστε να μπορέσει να συνταχθεί ένα καταστατικό για το ευρωπαϊκό ταμείο αλληλοβοήθειας και για το ευρωπαϊκό σωματείο·

26.   αποδέχεται ότι το Συμβούλιο, καθώς και το Κοινοβούλιο, θα πρέπει να εξετάσουν τον αντίκτυπο των τροποποιήσεών τους στην αποτίμηση του αντίκτυπου από την Επιτροπή· υπογραμμίζει την ανάγκη για αναλύσεις κόστους-οφέλους που θα αντικατοπτρίζουν καλύτερα τις περίπλοκες δομές του ρυθμιστικού κόστους, όταν οι οδηγίες εφαρμόζονται μέσω της εθνικής νομοθεσίας και μεταβάλλουν το ρυθμιστικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο λειτουργούν οι εταιρείες και οι ιδιώτες· τάσσεται απόλυτα υπέρ της διαφάνειας και του ανεξάρτητου ελέγχου της εκτέλεσης των αποτιμήσεων του αντίκτυπου υπό την πλήρη ευθύνη των νομοθετών στα πλαίσια των πολιτικών προτεραιοτήτων τους·

27.   υποστηρίζει πλήρως κάθε προσπάθεια εκ μέρους της Επιτροπής που αποσκοπεί στη γενική ενίσχυση της επιβολής της κοινοτικής νομοθεσίας μέσω περισσότερης προληπτικής δράσης, παράλληλα με μια διαδικασία παρακολούθησης των θεμάτων από κοινού με τα κράτη μέλη σε πρώιμο στάδιο, έτσι ώστε να διευκολύνεται η ορθή μεταφορά των βασικών οδηγιών, και συνιστά να ζητείται δεόντως η συμμετοχή του Κοινοβουλίου σε τέτοιες πρωτοβουλίες·

28.   κρίνει ότι, κατά την εποπτεία της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή θα έπρεπε να υποχρεώνει και όχι απλώς να καλεί τα κράτη μέλη να συντάσσουν πίνακες συσχετισμού και υπομνήματα περί ενσωμάτωσης της νομοθεσίας, ειδικά με σκοπό τον έλεγχο κάθε εθνικής διαδικασίας μεταφοράς των οδηγιών· προς το σκοπό αυτό, είναι της γνώμης ότι η Επιτροπή πρέπει να ζητήσει από τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν κοινή μεθοδολογία αναφοράς·

29.   εκτιμά ότι η υπογράμμιση της ιδιαίτερης σημασίας των εκτιμήσεων αντικτύπου δεν πρέπει να οδηγεί σε μια κατάσταση, στο πλαίσιο της Επιτροπής, βάσει της οποίας οι πόροι που προορίζονται για τον έλεγχο της ορθής μεταφοράς του κοινοτικού δικαίου και την διαχείριση των περιπτώσεων παράβασης, αναδιατίθενται στις εκτιμήσεις αντικτύπου. Υπογραμμίζει ότι είναι ανάγκη να αυξηθούν οι πόροι που προορίζονται στον ουσιαστικό έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου·

30.   αποδοκιμάζει την πρακτική του "gold plating" από τα κράτη μέλη και καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει ποια επιπλέον μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν για την αποτροπή του, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής ενός δικαιώματος άμεσης δράσης για τους πολίτες· ζητεί "συνοδευτικές αποτιμήσεις του αντίκτυπου" που να αναλύουν το πώς εφαρμόζονται στην πράξη οι αποφάσεις στα κράτη μέλη και σε τοπικό επίπεδο· υποστηρίζει την αυξημένη χρήση των κανονισμών, όπου αυτό χρειάζεται·

31.   υπενθυμίζει τη σημασία της συνετής χρήσης των "ρητρών λήξης ισχύος", ώστε να διασφαλιστεί ότι η νομοθεσία θα παραμείνει συναφής·

32.   επιμένει ότι, κατά την παρουσίαση μιας νομοθετικής πρότασης, η Επιτροπή πρέπει να αποφεύγει τις ασαφείς και περιττές εκφράσεις και κατά προτίμηση να χρησιμοποιεί συγκεκριμένη και κατανοητή γλώσσα, τηρώντας παράλληλα την ορολογική ακρίβεια και τη νομική βεβαιότητα· θεωρεί, ιδιαίτερα ότι η πρακτική της χρήσης ακατανόητων ακρωνύμων και η πληθώρα άχρηστων αιτιολογικών σκέψεων πρέπει να εγκαταλειφθούν· ενθαρρύνει τους αρμόδιους σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, να χρησιμοποιούν, όποτε αυτό είναι δυνατό, γλώσσα που να είναι κατανοητή στους πολίτες·

33.   καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει, για τη βελτίωση της νομοθεσίας, τόσο οι νέοι κανονισμοί όσο και η επιβολή τους να είναι συνεπείς, δικαιολογήσιμοι, διαφανείς και περιεκτικοί για τους ενδιαφερομένους και για τους δικαιούχους·

34.   καλεί την Επιτροπή, να εκδίδει, εγκαίρως κατευθυντήριες γραμμές για τη μεταφορά των κανονισμών στις εθνικές νομοθεσίες, προς χρήση από τα κράτη μέλη, τις τοπικές και περιφερειακές αρχές και τους εξειδικευμένους οργανισμούς·

35.   επανεπιβεβαιώνει έντονα ότι η βελτίωση της νομοθεσίας πρέπει πάντοτε να προϋποθέτει την πλήρη συμμετοχή του Κοινοβουλίου τόσο ως μέρους κατά τον διοργανικό διάλογο, όσο και ως από κοινού νομοθέτη κατά την έκδοση της νομοθεσίας που υπόκειται σε τέτοια διαδικασία· τονίζει επίσης ότι είναι πάντοτε δυνατόν για το Κοινοβούλιο να κρίνει την καταλληλότητα της επιλογής μιας νομικής πράξης προς έκδοση (κανονισμό, οδηγία ή απόφαση) και/ή να εξετάσει εάν είναι προτιμότερο να καταφύγει σε εναλλακτικές νομοθετικές μεθόδους·

36.   ενθαρρύνει την Επιτροπή να διερευνήσει εναλλακτικές λύσεις στη νομοθεσία, με στόχο να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της αυτορρύθμισης και της αμοιβαίας αναγνώρισης των εθνικών κανόνων, τονίζοντας παράλληλα ότι αυτό δε θα πρέπει να αποτελέσει τροχοπέδη για το δημοκρατικό έλεγχο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κοινοβούλια των κρατών μελών· υπογραμμίζει ότι τη νομοθεσία της Κοινότητας θα πρέπει να τη δούμε στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού και των παγκόσμιων αγορών·

37.   κρίνει ότι οι νέοι κανόνες επιτροπολογίας, οι οποίοι ενισχύουν την ενδελεχή εξέταση εκ μέρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου των εκτελεστικών εξουσιών που έχουν αναγνωριστεί στην Επιτροπή, συνιστούν έναν περαιτέρω τρόπο απλούστευσης της κοινοτικής νομοθεσίας καθόσον αυτοί επιτρέπουν την μεταβίβαση στην Επιτροπή ρυθμιστικών εξουσιών ευρείας εμβέλειας όσον αφορά τις μη ουσιώδεις και τεχνικές λεπτομέρειες και επιτρέπουν επομένως στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο να συγκεντρώνουν τη νομοθετική τους δραστηριότητα σε περισσότερο ουσιώδεις διατάξεις·

38.   εκφράζει την ικανοποίησή του για τα πορίσματα του Εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 2007 για την καλύτερη ρύθμιση και, ειδικότερα, την απόφασή του για μείωση του διοικητικού φόρτου που προκύπτει από την κοινοτική νομοθεσία κατά 25% για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέχρι το 2012· θεωρεί ότι αυτός ο στόχος πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα μια περισσότερο ευέλικτη, αποτελεσματική και προσανατολισμένη προς το χρήστη νομοθεσία, μειώνοντας περιττά βάρη για τις ΜΜΕ χωρίς μείωση των προτύπων που περιέχονται στην ισχύουσα νομοθεσία· συγκεκριμένα, υποστηρίζει την απόφαση του Συμβουλίου να προσκαλέσει τα κράτη μέλη να θέσουν εθνικούς στόχους μέχρι το 2008 και ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καθιερώσουν ομοιογενείς μηχανισμούς ελέγχου, έτσι ώστε να ακολουθηθεί αποτελεσματικά μια τέτοια διαδικασία στα κράτη μέλη σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο·

39.   καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει ετησίως τα επιτεύγματά της και τα σχέδιά της για την επίτευξη των στόχων που υποσχέθηκε για τη μείωση του διοικητικού φόρτου ετησίως·

40.   καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει, σε συνεργασία με το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσμική μεταρρύθμιση εντός της Κοινότητας που θα βοηθήσει να εξασφαλισθούν μεγαλύτερες οικονομικές αποταμιεύσεις και που θα διευκολύνει τη συνεργασία σε ό,τι αφορά τη διασφάλιση καλύτερης ή περισσότερο ευφυούς νομοθεσίας·

41.   καλεί την Επιτροπή, στην περαιτέρω εξέταση του θέματος των καλύτερων νομοθετικών ρυθμίσεων, να λάβει υπόψη τα αποτελέσματα της μελέτης με τίτλο "Απλοποίηση της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ"(10) , η οποία ζητήθηκε από την Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων του Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαδικασία απλοποίησης·

42.   ανησυχεί για τα πορίσματα διαφόρων ανεξαρτήτων μελετών(11) ότι οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τις αξιολογήσεις επιπτώσεων δεν τηρούνται πλήρως από τις ΓΔ της Επιτροπής, ότι η αξιολόγηση και ο ποσοτικός προσδιορισμός οικονομικών επιπτώσεων έχει υπερτονισθεί εις βάρος των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και διεθνών επιπτώσεων, ότι το κόστος της νομοθεσίας αξιολογείται πολύ περισσότερο από τις ωφέλειες, και ότι οι βραχυπρόθεσμοι επισκιάζουν τους μακροπρόθεσμους προβληματισμούς· χαιρετίζει τα σχέδια της Επιτροπής να συστήσει ένα Συμβούλιο Αξιολόγησης Επιπτώσεων και να καθιερώσει αξιολόγηση του συστήματος Αξιολόγησης Επιπτώσεων της Επιτροπής από εξωτερικούς φορείς, προθέσεις που αμφότερες θα πρέπει να συμβάλουν στο να ξεπεραστούν τελικά οι επίμονες ανεπάρκειες που απαριθμήθηκαν ανωτέρω·

43.   υποστηρίζει το συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη με τίτλο "Απλοποίηση της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ" ότι οι Αξιολογήσεις Επιπτώσεων μπορούν να διαδραματίσουν βασικό ρόλο για την εξασφάλιση καλύτερων νομοθετικών ρυθμίσεων και ότι η ποιότητα ορισμένων αξιολογήσεων πρέπει να βελτιωθεί· προτρέπει την Επιτροπή να διασφαλίσει:

   - ότι για τις εν λόγω αξιολογήσεις διατίθενται επαρκής χρόνος και χρηματοδοτικοί πόροι·
   - ότι οι αξιολογήσεις επιπτώσεων εξετάζουν τις οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και υγειονομικές πτυχές με τη ίδια βαρύτητα, τόσο βραχυπροθέσμως όσο και μακροπροθέσμως·
   - ότι οι αξιολογήσεις επιπτώσεων δεν εξετάζουν μόνο το κόστος των μέτρων αλλά και το κόστος της μη αντιμετώπισης θεμάτων που συνδέονται με το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και τα είδη διατροφής·
   - διαφάνεια και πρόσβαση όλων των εμπλεκόμενων ενδιαφερομένων·
   - ότι οι αξιολογήσεις επιπτώσεων έχουν ευρεία ακτίνα δράσης και συνεκτιμούν τις διαφορετικές εθνικές συνθήκες στα κράτη μέλη·
αναγνωρίζει ότι οι Αξιολογήσεις Επιπτώσεων θα μπορούσαν να διαδραματίσουν επίσης βασικό ρόλο στην περίπτωση τροπολογιών που προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο, με εν δυνάμει σημαντικές επιπτώσεις·

44.   καλεί την Επιτροπή να προωθήσει περαιτέρω την ανταλλαγή πληροφοριών για τις καλύτερες πρακτικές σε ό,τι αφορά την απλοποίηση της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ στα κράτη μέλη, όπως:

   - η χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών για τη μείωση των διοικητικών βαρών·
   - η απλοποίηση και η ολοκλήρωση συστημάτων χορήγησης αδειών, διασφαλίζοντας συγχρόνως σταθερότητα στους τομείς της υγείας και του περιβάλλοντος·
   - η απλοποίηση και η ολοκλήρωση υποχρεώσεων παρακολούθησης και ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης της προσέγγισης που βασίζεται σε αξιολόγηση του κινδύνου, διασφαλίζοντας συγχρόνως τη διαφάνεια και την αποτελεσματική εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας·

45.   ζητεί από τα κράτη μέλη, να αναπτύξουν και να επιβάλουν τους μηχανισμούς διαβούλευσης με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές, να λαμβάνουν υπόψη τους προβληματισμούς τους στις διαπραγματεύσεις σε επίπεδο υπουργών και να ενισχύουν τον ρόλο τους κατά τη μεταφορά και κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ·

46.   ζητεί από την Επιτροπή να συνεργάζεται στενά με όλες τις αρχές των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ, και συγχρόνως προτείνει στην Επιτροπή να οργανώνει σεμινάρια σε τοπικό επίπεδο σχετικά με το θέμα της μεταφοράς της νομοθεσίας της ΕΕ στην εθνική νομοθεσία, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι, με απλά περιεκτικά μέσα, οι σχετικές πληροφορίες φθάνουν άμεσα στους ενδιαφερομένους·

47.   καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να επιβάλουν αναγκαίες, αποδοτικές και σαφείς διαδικασίες για καλύτερη συνεργασία μεταξύ των περιφερειακών και κεντρικών κυβερνήσεων προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία μεταφοράς της νομοθεσίας και να αναγνωρισθεί ο αυξανόμενος ρόλος των περιφερειών στον τομέα της νομοθετικής εξουσίας·

48.   ενθαρρύνει τις αρχές στα κράτη μέλη να εκπονήσουν επίσημες στρατηγικές μεταφοράς, προκειμένου να προσδιορισθούν με σαφήνεια οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες των περιφερειακών και εθνικών κυβερνήσεων για μια καλύτερη και ταχύτερη μεταφορά της νομοθεσίας·

49.   ενθαρρύνει την Επιτροπή να δημοσιεύσει, όπου αυτό είναι δυνατόν, τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την μεταφορά οδηγιών ταυτοχρόνως με τις ίδιες τις οδηγίες, προκειμένου να μπορέσουν οι εθνικές και περιφερειακές κυβερνήσεις να τις λάβουν υπόψη πριν αρχίσουν τη διαδικασία μεταφοράς και να εξασφαλισθεί η ορθή και έγκαιρη μεταφορά στα κράτη μέλη·

50.   ζητεί από την Επιτροπή να επιταχύνει την ολοκλήρωση μιας πλήρους και με ελεύθερη πρόσβαση δημόσιας τράπεζας δεδομένων της εθνικής εκτελεστικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων τοπικών αποκλίσεων·

51.   είναι της γνώμης ότι η βελτίωση της νομοθεσίας δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε μείωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και ποιοτικών προτύπων·

52.   καλεί τα κράτη μέλη, κατά τη μεταφορά της κοινοτικής νομοθεσίας, να διασφαλίσουν ότι δεν επιβάλλουν σε φυσικά και νομικά πρόσωπα υποχρεώσεις οι οποίες επεκτείνονται πέραν εκείνου που απαιτείται στο πλαίσιο της μεταφερόμενης νομοθεσίας και οι οποίες θέτουν περιττά διοικητικά βάση, κυρίως σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν την κινητήρια δύναμη της βιώσιμης ανάπτυξης των περιφερειών της Ευρώπης·

53.   ζητεί από την Επιτροπή να βελτιώσει τη διάταξη σχετικά με την ενημέρωση για την μεταφορά της νομοθεσίας και τη διαδικασία επί παραβάσει, και να καταστήσει αυτή την ενημέρωση δημόσια και ευκόλως προσπελάσιμη στην ιστοσελίδα της Επιτροπής·

54.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 197, 12.7.2001, σ. 433.
(2) ΕΕ C 153 E, 27.6.2002, σ. 314.
(3) ΕΕ C 64 E, 12.3.2004, σ. 135.
(4) ΕΕ C 98 E, 23.4.2004, σ. 155.
(5) ΕΕ C 102 E, 28.4.2004, σ. 512.
(6) ΕΕ C 104 E, 30.4.2004, σ. 146.
(7) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 136.
(8) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 128.
(9) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 140.
(10) 1P/A/ENVI/ST/2006-45.
(11) Ινστιτούτο Ευρωπαϊκού Περιβάλλοντος Πολιτικής (2004): Sustainable Development in the European Commission's Integrated Impact Assessments for 2003. Institute for European Environment Policy (2005): For better of for worse - The EU's 'Better Regulation' Agenda and the environment. European Environment and Sustainable Development Advisory Council (2006): Impact Assessments of European Commission Polices: Achievements and Prospects


Βελτίωση της νομοθεσίας 2005: εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας - 13η ετήσια έκθεση
DOC 76k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 για τη βελτίωση της νομοθεσίας 2005: εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας - 13η ετήσια έκθεση (2006/2279(INI) )
P6_TA(2007)0364 A6-0280/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 26ης Οκτωβρίου 2000 σχετικά με τις εκθέσεις της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 1998: Συνυπευθυνότητα (1998)" και "Βελτίωση της νομοθεσίας 1999"(1) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 29ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση(2) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 8ης Απριλίου 2003 σχετικά με τις εκθέσεις της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 2000" και "Βελτίωση της νομοθεσίας 2001"(3) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 26ης Φεβρουαρίου 2004 σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 2002"(4) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 9ης Μαρτίου 2004 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για την απλούστευση και βελτίωση της κοινοτικής νομοθεσίας(5) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 20ής Απριλίου 2004 σχετικά με την αξιολόγηση των επιπτώσεων της κοινοτικής νομοθεσίας και των διαδικασιών διαβούλευσης(6) ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο "Βελτίωση της νομοθεσίας για την ανάπτυξη και την απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση " (COM(2005)0097 ),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 16ης Μαΐου 2006 σχετικά με στρατηγική απλούστευσης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος(7) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 16ης Μαΐου 2006 σχετικά με τη βελτίωση της νομοθεσίας 2004: εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας - 12η ετήσια έκθεση(8) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 16ης Μαΐου 2006 σχετικά με το αποτέλεσμα της αναλυτικής εξέτασης νομοθετικών προτάσεων που εκκρεμούν ενώπιον του νομοθετικού οργάνου (9) ,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής "Βελτίωση της νομοθεσίας 2005" σύμφωνα με το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας (13η έκθεση) (COM(2006)0289 ),

–   έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής - Μέτρηση των διοικητικών δαπανών και μείωση του διοικητικού φόρτου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2006)0691 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Πρόγραμμα δράσης για τη μείωση του διοικητικού φόρτου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2007)0023 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Στρατηγική επισκόπηση του προγράμματος για τη βελτίωση της νομοθεσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2006)0689 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A6-0280/2007 ),

A.   εκτιμώντας ότι η επίτευξη του στόχου της βελτίωσης της νομοθεσίας αποτελεί μια από τις κύριες προτεραιότητες για την ΕΕ, επειδή αυξάνει στο μέγιστο τα οφέλη από τη σύγχρονη, ορθολογική και αποτελεσματική νομοθεσία ενώ μειώνει στο ελάχιστο το κόστος της και, συνεπώς, εξασφαλίζει το υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας, ανάπτυξης και, τέλος, απασχόλησης σε όλη την Ευρώπη,

B.   εκτιμώντας ότι η αρχή της επικουρικότητας διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην εδραίωση του κύρους της κοινοτικής νομοθεσίας και κατά τις αποφάσεις για έκδοση νομοθεσίας σε επίπεδο ΕΕ, αποδεικνύοντας, επομένως, ότι αποτελεί σημαντικό στοιχείο κατά την παρακολούθηση του διαχωρισμού των εξουσιών μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών και χρήσιμο εργαλείο που δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να αναλάβουν νομοθετική αρμοδιότητα,

Γ.   εκτιμώντας ότι η πλήρης τήρηση της αρχής της αναλογικότητας είναι απολύτως αναγκαία τόσο για την ευρωπαϊκή όσο και για την εθνική νομοθεσία προκειμένου να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου,

Δ.   εκτιμώντας ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της εφαρμογής των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας,

E.   εκτιμώντας ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία, η οποία είναι συχνά αποτέλεσμα δύσκολων πολιτικών συμβιβασμών, μπορεί να στερείται σαφήνειας και τα κράτη μέλη μπορεί να μην είναι σε θέση ή να είναι απρόθυμα να την εφαρμόσουν ορθά,

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι η φήμη και η αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας πλήττονται λόγω του περιττού και δυσανάλογου διοικητικού φόρτου που επιβάλλεται συχνά στους πολίτες και στις επιχειρήσεις από τη νομοθεσία της ΕΕ,

Ζ.   εκτιμώντας ότι η μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά 25% μπορεί να τονώσει σημαντικά το ευρωπαϊκό ΑΕγχΠ και συνεπώς να συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη των στόχων της Λισαβόνας,

Η.   εκτιμώντας ότι ο περιττός διοικητικός φόρτος λόγω της ευρωπαϊκής νομοθεσίας μειώνει την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής νομοθεσίας,

Θ.   εκτιμώντας ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία πρέπει να διευκολύνει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις ώστε να επωφελούνται τα μέγιστα από την εσωτερική αγορά και να μην επιβαρύνονται με υψηλές δαπάνες οι οποίες είναι δυνατόν να αποφευχθούν,

Ι.   εκτιμώντας ότι η απλούστευση του κοινοτικού κεκτημένου με απλοποίηση και μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου δεν πρέπει να γίνει εις βάρος της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας που προσφέρει η ευρωπαϊκή νομοθεσία,

1.   συμφωνεί ότι το ρυθμιστικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ανταγωνιστικότητά τους, την βιώσιμη ανάπτυξή τους και τις επιδόσεις τους στο τομέα της απασχόλησης, και ότι η διασφάλιση της σημερινής και μελλοντικής διαφάνειας, σαφήνειας, αποτελεσματικότητας και γενικότερης υψηλής ποιότητας του ρυθμιστικού περιβάλλοντος πρέπει να αποτελεί σημαντικό στόχο της πολιτικής της ΕΕ·

2.   θεωρεί ότι η κακή ποιότητα της νομοθεσίας στα κράτη μέλη και σε επίπεδο Κοινότητας μειώνει την ισχύ του κράτους δικαίου και αποξενώνει τους πολίτες από τους θεσμούς τους·

3.   υποστηρίζει πλήρως όλες τις προσπάθειες της Επιτροπής για την προώθηση της συνολικής ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας και εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας μέσω κάθε κατάλληλης πρωτοβουλίας·

4.   χαιρετίζει την επιτυχία της δικτυακής πύλης "Η φωνή σας στην Ευρώπη" και καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει περαιτέρω αποτελεσματικούς τρόπους διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με όλες τις πτυχές μιας νομοθετικής πρότασης, περιλαμβανομένης και της εκτίμησης του αντίκτυπού της διαβούλευσης, πριν υποβάλει την πρόταση·

5.   τονίζει τη σημασία των καταλλήλων και ανεξαρτήτων εκτιμήσεων του αντίκτυπου, βασισμένων σε ευρεία διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων, και καλεί την Επιτροπή να δίνει επαρκή αριθμό σεναρίων και επιλογών πολιτικής (συμπεριλαμβανομένης, εφόσον απαιτείται, της επιλογής "ουδεμία ενέργεια") ως βάση για την εξεύρεση οικονομικών και βιώσιμων λύσεων·

6.   επικροτεί τη δέσμευση της Επιτροπής να ενισχύσει τη διαφάνεια και την απόδοση ευθυνών όσον αφορά τις ομάδες των εμπειρογνωμόνων της και να καταρτίσει κατάλογο των υφιστάμενων περιπτώσεων αυτορρύθμισης και από κοινού ρύθμισης·

7.   υπογραμμίζει τη σημασία των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών, διά των περιφερειακών και τοπικών αρχών καθώς και σε κεντρικό υπουργικό επίπεδο, όσον αφορά τη συνεχή παρακολούθηση της εφαρμογής των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·

8.   χαιρετίζει το πρόγραμμα δράσης της Επιτροπής σχετικά με τη μέτρηση των διοικητικών δαπανών για τις επιχειρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη μείωση κατά 25% του περιττού και δυσανάλογου διοικητικού φόρτου·

9.   επισημαίνει ότι η στρατηγική για τη μείωση κατά 25% εφαρμόζεται στον περιττό διοικητικό φόρτο για τις επιχειρήσεις και επομένως δεν μπορεί κατά κανένα λόγο ούτε να θεωρηθεί κατάργηση ρυθμίσεων ούτε να επιφέρει μεταβολή των πολιτικών στόχων και του επιπέδου φιλοδοξίας που περιέχει η κοινοτική νομοθεσία· ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου λόγω της νομοθεσίας δεν θα είναι εις βάρος των αρχικών στόχων της νομοθεσίας·

10.   υποστηρίζει το συμπέρασμα ότι τούτο πρέπει να αποτελεί κοινό στόχο, ο οποίος μπορεί να επιτευχθεί μόνο βάσει κοινής προσπάθειας των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων·

11.   υπογραμμίζει ,ειδικότερα, ότι πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεσματική στρατηγική για τη μείωση του περιττού ευρωπαϊκού διοικητικού φόρτου τόσο από την Επιτροπή – όσον αφορά τον περιττό διοικητικό φόρτο που προκαλούν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί και οδηγίες – όσο και από τα κράτη μέλη – όσον αφορά τον φόρτο που προκαλεί η εθνική νομοθεσία· ζητεί από την Επιτροπή να αναλάβει πρωτοβουλία και να μην εξαρτήσει τις δραστηριότητές της για τη μείωση του περιττού διοικητικού φόρτο σε επίπεδο ΕΕ από τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν τα κράτη μέλη σε εθνικό επίπεδο για τη μείωση του διοικητικού φόρτου που οφείλεται στην εθνική νομοθεσία·

12.   επιδοκιμάζει τον προσδιορισμό από την Επιτροπή 13 τομέων προτεραιότητας στους οποίους πρέπει να μετρηθούν οι διοικητικές δαπάνες και να μειωθεί ο περιττός διοικητικός φόρτος βάσει ρεαλιστικής και αποτελεσματικής προσέγγισης· ωστόσο, ζητεί από την Επιτροπή να μετρήσει μακροπρόθεσμα τις διοικητικές δαπάνες εκτός των τομέων προτεραιότητας που έχουν προσδιοριστεί και να μειώσει τον περιττό διοικητικό φόρτο· θεωρεί ότι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί, μεταξύ άλλων, κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης που προβλέπει η σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία·

13.   εκφράζει έντονο προβληματισμό για το γεγονός ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής (COM(2007)0023 ) προτείνει (στο Παράρτημα Ι) τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του προγράμματος δράσης στις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων· θεωρεί, αντιθέτως, ότι η στρατηγική για την ανάπτυξη και την απασχόληση απαιτεί από το πρόγραμμα δράσης την κάλυψη όλων των διοικητικών φραγμών·

14.   υπογραμμίζει τη σημασία της συμμετοχής των εμπλεκόμενων φορέων στον εντοπισμό των νομοθετικών προτάσεων οι οποίες προκαλούν περιττό διοικητικό φόρτο και στον καθορισμό των μέτρων για τη μείωση του φόρτου αυτού· ζητεί από την Επιτροπή να ξεκινήσει διάλογο με τους ευρωπαϊκούς εμπλεκόμενους φορείς σε κάθε Γενική Διεύθυνση της Επιτροπής, τόσο σχετικά με τους 13 "τομείς προτεραιότητας" όσο και με τον προσδιορισμό νέων τομέων προτεραιότητας·

15.   τονίζει ότι η μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου κατά 25% πρέπει να αντανακλά ρεαλιστικά την πραγματική μείωση του φόρτου· υπογραμμίζει ότι για το σκοπό αυτό είναι σημαντικό να πραγματοποιηθεί αρχική βασική μέτρηση και να καθοριστεί ο στόχος της καθαρής μείωσης κατά 25%, ούτως ώστε να ληφθεί υπόψη η αύξηση του περιττού διοικητικού φόρτου λόγω κάθε νέας ευρωπαϊκής νομοθεσίας κατά την τελική αξιολόγηση, που θα πραγματοποιηθεί το 2012 για να διαπιστωθεί εάν μειώθηκε ο περιττός διοικητικός φόρτος στην ΕΕ κατά το ένα τέταρτο·

16.   στηρίζει την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με την θέσπιση κατωτάτων επιπέδων όσον αφορά τις απαιτήσεις πληροφόρησης, περιορίζοντας τις εν λόγω απαιτήσεις για τις ΜΜΕ, όπου είναι δυνατόν·

17.   τονίζει ότι κάθε Γενική Διεύθυνση της Επιτροπής πρέπει να συμμετάσχει στη μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου· υπογραμμίζει ότι κάθε Γενική Διεύθυνση πρέπει να αντιληφθεί, με τη βοήθεια αρχικής βασικής μέτρησης, το μέγεθος του περιττού διοικητικού φόρτου που η ίδια δημιουργεί και, βάσει της μέτρησης αυτής, να καθορίσει τους στόχους της για τη μείωση του φόρτου·

18.   ζητεί από την Επιτροπή να δημοσιεύει κάθε χρόνο τα μέτρα που λαμβάνονται και τα μέτρα που προβλέπονται για τη μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου στην ΕΕ, την αύξηση του διοικητικού φόρτου στην ΕΕ λόγω της νέας νομοθεσίας και το καθαρό ποσοστό με το οποίο τα προαναφερθέντα μέτρα προβλέπεται να συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου της μείωσης κατά 25% έως το 2012·

19.   επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να συμβάλει σημαντικά σε σύντομο χρονικό διάστημα στη μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου, έως ότου ολοκληρωθεί η αξιολόγησή του το 2008, αρχίζοντας από τις προφανέστερες περιπτώσεις περιττού διοικητικού φόρτου, με τις λεγόμενες επισπευσμένες δράσεις ("fast track actions")· ζητεί από την Επιτροπή να προσδιορίσει, με βάση την πείρα των κρατών μελών τα οποία έχουν πραγματοποιήσει ήδη βασικές μετρήσεις, περαιτέρω τομείς στους οποίους μπορούν να επιτευχθούν απλές μειώσεις του περιττού διοικητικού φόρτου και να προτείνει μειώσεις·

20.   υποστηρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να καταγραφεί ο περιττός διοικητικός φόρτος που προκαλεί η νέα κοινοτική νομοθεσία με ενσωμάτωση της μεθόδου προτύπου κόστους (ΜΠΚ) στη διαδικασία εκτίμησης αντικτύπου· θεωρεί αναγκαία τη συμβολή των ενδιαφερομένων μερών στη συλλογή των πληροφοριών που απαιτούνται για τη χρήση της ΜΠΚ· τονίζει το γεγονός ότι η ποιότητα της εκτίμησης του αντικτύπου πρέπει να ελέγχεται από την Επιτροπή Εκτίμησης του Αντικτύπου (ΕΕΑ) βάσει γνωμοδοτήσεων στις οποίες θα έχει πρόσβαση το κοινό·

21.   υπογραμμίζει ότι το Κοινοβούλιο δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής οι οποίες δεν συνοδεύονται από υποβληθείσα σε ανεξάρτητο έλεγχο εκτίμηση του αντικτύπου, η οποία περιλαμβάνει αξιολόγηση της ύπαρξης κάθε περιττού διοικητικού φόρτου βάσει της ΜΠΚ·

22.   θεωρεί ότι η προστιθέμενη αξία των διαδικασιών εκτίμησης του αντικτύπου της ΕΕΑ πρέπει να αξιολογηθεί πριν από το τέλος του 2008· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει για το σκοπό αυτό δείκτες, βασιζόμενη στην εμπειρία των διεθνών οργανισμών και των κρατών μελών·

23.   προτείνει να χρησιμοποιηθούν τα κονδύλια του προϋπολογισμού της ΕΕ που αποδεσμεύθηκαν πρόσφατα για "δοκιμαστικό πρόγραμμα για τη μείωση του διοικητικού φόρτου" για τη δημιουργία ανεξάρτητης ομάδας εμπειρογνωμόνων, η οποία θα ελέγχει δειγματοληπτικά τις γνωμοδοτήσεις της ΕΕΑ ως προς την ποιότητά τους, κυρίως όσον αφορά τον εντοπισμό περιττού διοικητικού φόρτου, και θα παρακολουθεί την εφαρμογή του ευρωπαϊκού προγράμματος δράσης για τη μείωση του διοικητικού φόρτου·

24.   τονίζει την σπουδαιότητα της σαφούς διάκρισης μεταξύ περιπτώσεων απηρχαιωμένων, περιττών ή υπερβολικά περιοριστικών υποχρεώσεων πληροφόρησης και περιπτώσεων, στις οποίες, για λόγους που αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας, της υγείας, της ασφάλειας, της ποιότητας της εργασίας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, του περιβάλλοντος ή των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, οι υποχρεώσεις πληροφόρησης παραμένουν αναγκαίες·

25.   διαπιστώνει ότι είναι αναγκαίο να εγκρίνονται ταχύτερα οι απλουστευμένες προτάσεις από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, και υπογραμμίζει συνεπώς τα συμπεράσματα της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας της 16ης Δεκεμβρίου 2003(10) για την τροποποίηση των μεθόδων εργασίας του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, για παράδειγμα με πρόβλεψη ad hoc δομών στις οποίες ανατίθεται ειδικά η απλούστευση της νομοθεσίας·

26.   προτείνει να αναθέσει η Επιτροπή τη διεξαγωγή έρευνας παράλληλα με το πρόγραμμα δράσης για τη μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου, ούτως ώστε:

   α) να αναπτυχθεί μεθοδολογία για να είναι δυνατή η ποσοτική καταγραφή και αξιολόγηση, εκτός του διοικητικού φόρτου, και όλων των υπολοίπων επιβαρύνσεων που σχετίζονται με τη συμμόρφωση (δαπάνες λόγω των ουσιαστικών υποχρεώσεων που επιβάλλει η νομοθεσία), οι οποίες απορρέουν από νέα νομοθεσία και νέες ρυθμίσεις καθώς και από τροποποιήσεις της υφισταμένης νομοθεσίας των υφιστάμενων ρυθμίσεων,
   β) να ξεκινήσει στη συνέχεια δοκιμαστικό πρόγραμμα, στο οποίο θα συμμετέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό την εφαρμογή μεθόδου μέτρησης παρεμφερούς με εκείνη που χρησιμοποιείται για επιβαρύνσεις που προκύπτουν λόγω της συμμόρφωσης στην υποχρεωτική εκτίμηση του αντικτύπου,
   γ) να δοκιμαστεί και να αξιολογηθεί η μέθοδος αυτή από την ΕΕΑ, και
   δ) να εφαρμόζεται κατόπιν κανονικά και να αποτελεί μέρος όλων των εκτιμήσεων αντικτύπου·

27.   ενθαρρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάσουν περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται συχνά από διαφορετικά μέρη η παροχή των ίδιων πληροφοριών και να εξαλείψουν τις επικαλύψεις παροχής πληροφοριών·

28.   καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειες μείωσης του φόρτου που απορρέει από την αμιγώς εθνική νομοθεσία·

29.   καλεί, επίσης, τα κράτη μέλη να αντικαταστήσουν την παροχή έντυπων πληροφοριών με την ηλεκτρονική και διά του Διαδικτύου πληροφόρηση, χρησιμοποιώντας έξυπνες διαδικτυακές πύλες στις περιπτώσεις που αυτό είναι εφικτό·

30.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 197, 12.7.2001, σ. 433.
(2) ΕΕ C 153 E, 27.6.2002, σ. 314.
(3) ΕΕ C 64 E, 12.3.2004, σ. 135.
(4) ΕΕ C 98 E, 23.4.2004, σ. 155.
(5) ΕΕ C 102 E, 28.4.2004, σ. 512.
(6) ΕΕ C 104 E, 30.4.2004, σ. 146.
(7) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 136.
(8) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 128.
(9) ΕΕ C 297 E, 7.12.2006, σ. 140.
(10) EE C 321, 31.12.2003, σ. 1.


Στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος
DOC 60k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με τη στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος (2007/2096(INI) )
P6_TA(2007)0365 A6-0271/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας" που υπεγράφη στις 16 Δεκεμβρίου 2003(1) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 26ης Οκτωβρίου 2000 σχετικά με τις εκθέσεις της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 1998: μια κοινή ευθύνη" και "Βελτίωση της νομοθεσίας 1999"(2) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 29ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής με τίτλο "Η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση"(3) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Απριλίου 2003 σχετικά με τις εκθέσεις της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 2000" και "Βελτίωση της νομοθεσίας 2001"(4) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 26ης Φεβρουαρίου 2004 σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 2002"(5) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 9ης Μαρτίου 2004 σχετικά με τις ανακοινώσεις της Επιτροπής όσον αφορά την απλούστευση και τη βελτίωση των κοινοτικών κανονισμών(6) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Απριλίου 2004 σχετικά με την αξιολόγηση των επιπτώσεων των κοινοτικών κανονισμών και των διαδικασιών διαβούλευσης(7) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Μαΐου 2006 σχετικά με μια στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος(8) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Μαΐου 2006 με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας 2004 - εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας (δωδέκατη ετήσια έκθεση)"(9) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Μαΐου 2006 σχετικά με την έκβαση του ελέγχου των νομοθετικών προτάσεων που εκκρεμούν ενώπιον του νομοθέτη(10) ,

–   έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής της 14ης Νοεμβρίου 2006 με τίτλο "Πρώτη έκθεση προόδου όσον αφορά τη στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος" (COM(2006)0690 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A6-0271/2007 ),

A.   λαμβάνοντας υπόψη τη συστηματική πλέον δέσμευση της Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον καθορισμό και τη βελτίωση της εφαρμογής των μέσων νομοθετικής απλούστευσης,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η απλούστευση του νομοθετικού πλαισίου, προκειμένου να διασφαλίζεται η σαφήνεια, η αποτελεσματικότητα και η ποιότητα της νομοθεσίας, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου της "βελτίωσης της νομοθεσίας", η οποία με τη σειρά της αποτελεί ενέργεια προτεραιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο την εξασφάλιση υψηλών επιπέδων ανάπτυξης και απασχόλησης,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα από τα κύρια αποτελέσματα της απλούστευσης παρουσιάζεται ως η σταδιακή της επέκταση σε όλους τους τομείς στους οποίους παρεμβαίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση με ρυθμιστικές πράξεις,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις και τους στόχους που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία με τίτλο "Βελτίωση της νομοθεσίας", ιδίως σχετικά με την απλούστευση και τη μείωση του όγκου της κοινοτικής νομοθεσίας, καθώς και των επιπτώσεων της τελευταίας στα κράτη μέλη,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το προαναφερθέν έγγραφο εργασίας της Επιτροπής αποτελεί συνέχεια και εφαρμογή της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 25ης Οκτωβρίου 2005 με τίτλο "εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισαβόνας: μια στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος" (CΟΜ(2005)0535),

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το προαναφερθέν έγγραφο εργασίας περιλαμβάνει ένα νέο διαμορφωμένο πρόγραμμα απλούστευσης για τη χρονική περίοδο 2006-2009 στο πλαίσιο του οποίου εξαγγέλλονται μέτρα απλούστευσης της μορφής που διαρθρώνονται σε 43 ανασυνθέσεις, 12 κωδικοποιήσεις και 8 καταργήσεις, καθώς και άλλα μέτρα απλούστευσης της ουσίας, που γενικά προσδιορίζονται ως περιπτώσεις "αναθεώρησης",

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στα προηγούμενα μέτρα απλούστευσης προστίθενται οι 500 περίπου νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες (εκ των οποίων 200 μόνο για το 2007) που περιλαμβάνονται σε ένα ξεχωριστό διαμορφωμένο πρόγραμμα που αφιερώνεται ειδικά στις κωδικοποιήσεις,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή διευκρινίζει πως το πρόγραμμα κωδικοποίησης παραμένει ενδεικτικό, καθόσον εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα σε όλες τις γλώσσες των πράξεων που πρέπει να κωδικοποιηθούν και ότι, πάντοτε κατά τα λεγόμενά της, η κωδικοποίηση πρέπει να προτείνεται όταν προβλέπονται νέες τροποποιήσεις των πράξεων με συνέπεια, για την Επιτροπή, η σειρά υποβολής των κωδικοποιήσεων που αναφέρονται στο διαμορφωμένο πρόγραμμα να μπορεί να αλλάζει υπό το πρίσμα των δύο αυτών παραγόντων,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στο προαναφερθέν έγγραφο εργασίας η Επιτροπή προτείνει να ενισχυθεί η πρακτική ένταξης στις προτάσεις που διατυπώνει, μιας αρχικής σύνθεσης με σκοπό να επεξηγούνται καλύτερα οι επιδιωκόμενοι στόχοι απλούστευσης,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παράγοντες επιτυχίας των πρωτοβουλιών απλούστευσης αντιπροσωπεύονται από μια στέρεα μεθοδολογική πλατφόρμα, βελτιωμένη χάρη στη διαβούλευση όλων των ενδιαφερομένων και την ανάπτυξη τομεακών αναλύσεων, από τη στενή συνεργασία μεταξύ Επιτροπής, Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, καθώς και από την πιο εκτεταμένη χρήση της αυτορρύθμισης και της από κοινού ρύθμισης,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η προωθούμενη σε ευρωπαϊκό επίπεδο απλούστευση πρέπει να συνοδεύεται από τη δέουσα σε εθνικό επίπεδο απλούστευση που θα διασφαλίζει ότι τα πλεονεκτήματα της κοινοτικής απλούστευσης δεν θα αμφισβητούνται από εθνικούς κανόνες ή από εμπόδια τεχνικού χαρακτήρα,

1.   προτρέπει την Επιτροπή να τονίζει περισσότερο την εφαρμογή, την επιβολή και την αξιολόγηση της κοινοτικής νομοθεσίας, ως θεμελιώδες τμήμα της διαδικασίας για ένα καλύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο·

2.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, για πρώτη φορά, οι πρωτοβουλίες για την απλούστευση έχουν ενταχθεί στο νομοθετικό πρόγραμμα και το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2007 αποδεικνύοντας την πολιτική προτεραιότητα που πρέπει να επιφυλαχθεί στη στρατηγική απλούστευσης·

3.   καλεί την Επιτροπή να εντάξει από τούδε και κατά συστηματικό τρόπο τις πρωτοβουλίες απλούστευσης σε ένα ειδικό τμήμα του νομοθετικού προγράμματος και προγράμματος εργασίας, να υποδεικνύει εξάλλου στο ίδιο πλαίσιο ποιες είναι οι προτεραιότητες που προτίθεται να αποδώσει στις μεμονωμένες πρωτοβουλίες απλούστευσης και, για το σκοπό αυτό, να διευκρινίσει ήδη στο πλαίσιο της ετήσιας στρατηγικής πολιτικής τις προτάσεις απλούστευσης στις αρχές της ετήσιας διαδικασίας νομοθετικού προγραμματισμού και να αποφύγει τέλος τη διασπορά εγγράφων που περιέχουν καταλόγους πρωτοβουλιών απλούστευσης, εις τρόπον ώστε να υπάρχει ένα όσο το δυνατόν ακριβέστερο πλαίσιο αναφοράς·

4.   ζητεί να συναφθεί διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου σχετικά με μια ταχύτερη μέθοδο εργασίας για όλα τα μέτρα απλούστευσης, όπως έγινε για την κωδικοποίηση του κοινοτικού κεκτημένου(11) ·

5.   δέχεται ευνοϊκά τις προσπάθειες της Επιτροπής με στόχο να ενταθεί η δραστηριότητα κωδικοποίησης του κοινοτικού κεκτημένου ως πρωταρχική και βασική μορφή απλούστευσης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος·

6.   καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει το συντομότερο δυνατόν τις δυσκολίες που συνδέονται με τη μετάφραση και να αποφύγει το να έχει η υποβολή νέων νομοθετικών προτάσεων αρνητικές επιπτώσεις στις πρωτοβουλίες κωδικοποίησης, παρακωλύοντας την όλη διαδικασία απλούστευσης· επιμένει να είναι η Επιτροπή συνεπής με τον εαυτόν της και να μην υποδεικνύει στο νομοθετικό πρόγραμμα και πρόγραμμα εργασίας προγράμματα κωδικοποίησης επί των ιδίων θεμάτων, επί των οποίων προτίθεται να προωθήσει σχετικές νομοθετικές προτάσεις·

7.   προτείνει στην Επιτροπή να υιοθετήσει άπαξ δια παντός την αναδιατύπωση ως τρέχουσα νομοθετική τεχνική, προκειμένου να μπορεί να διατίθεται, για κάθε πρωτοβουλία, το κείμενο στο σύνολό του, ακόμη και όταν υπάρχουν συγκεκριμένες τροποποιήσεις, με σαφή ένδειξη των νέων τμημάτων και εκείνων που παρέμειναν αμετάβλητα, επιτρέποντας έτσι μια μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα και μια μεγαλύτερη διαφάνεια της κοινοτικής νομοθεσίας·

8.   καλεί εξάλλου την Επιτροπή να λάβει υπόψη ότι, στις περιπτώσεις όπου η αναδιατύπωση δεν είναι δυνατή, η κωδικοποίηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου θα μπορούσε να αποτελεί την τρέχουσα νομοθετική τεχνική εντός προθεσμίας έξι μηνών· θεωρεί ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διοργανική συμφωνία, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν ειδικές δομές ad hoc μαζί με το Συμβούλιο και την Επιτροπή, προβλεπομένης της επαρκούς συμμετοχής των ενδιαφερομένων, ακριβώς για να προωθηθεί η απλούστευση·

9.   χαιρετίζει τη δέσμευση της Επιτροπής να εκπονήσει στέρεες μεθοδολογικές βάσεις για το έργο της απλούστευσης· καλεί για το σκοπό αυτό την Επιτροπή να επιμείνει στη διαβούλευση των ενδιαφερομένων μερών, επεκτείνοντας π.χ. σε άλλους τομείς τις πρωτοβουλίες που είχαν ήδη εξαγγελθεί τον Οκτώβριο του 2005 σχετικά με τη γεωργία και την αλιεία και ενισχύοντας τα μέτρα που προτίθεται να υιοθετήσει στο πλαίσιο αυτό στον τομέα του εταιρικού δικαίου και του δικαίου για τα δικαιώματα του δημιουργού· ενθαρρύνει την Επιτροπή να ενισχύσει τις τομεακές αναλύσεις και τον υπολογισμό των διοικητικών επιβαρύνσεων που δημιουργούνται από την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία·

10.   υπογραμμίζει τη βασική σημασία που έχει η συνεργασία μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ως απαράβατου όρου για την επιτυχία κάθε στρατηγικής απλούστευσης· καταδεικνύει για το σκοπό αυτό την ισχυρή ένδειξη καλής θέλησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου χάρη στις τροποποιήσεις του κανονισμού του, με στόχο αντίστοιχα να διευκολυνθεί η διαδικασία έγκρισης των κωδικοποιήσεων και να καθιερωθεί μια νομοθετική διαδικασία ad hoc για τις αναδιατυπώσεις·

11.   επαναλαμβάνει ότι τα παραδοσιακά νομοθετικά μέσα πρέπει να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται κανονικά προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι που έχει θέσει η Συνθήκη· θεωρεί ότι η από κοινού ρύθμιση και η αυτορρύθμιση μπορούν με χρήσιμο τρόπο να ενσωματώσουν ή να αντικαταστήσουν τα νομοθετικά μέτρα, στο βαθμό που οι μέθοδοι αυτές παρέχουν ισοδύναμες ή και ανώτερες βελτιώσεις σε σχέση με εκείνα των οποίων η νομοθεσία προβλέπει την υλοποίηση· υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε χρησιμοποίηση τρόπων εναλλακτικής ρύθμισης πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία "βελτίωση της νομοθεσίας'· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να προσδιορίσει τους όρους και τα όρια που τα μέρη πρέπει να τηρούν κατά την άσκηση των πρακτικών αυτών και ότι εν πάση περιπτώσει στο πλαίσιο των πρακτικών αυτών είναι δυνατή η προσφυγή υπό τον έλεγχο της Επιτροπής και υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αντιταχθεί στη χρήση τους·

12.   καλεί την Επιτροπή να δεσμευθεί με κάθε δυνατό τρόπο προκειμένου η διαδικασία της απλούστευσης, και γενικά της ποιοτικής βελτίωσης της ρύθμισης, που προωθείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο να μη θίγεται σε εθνικό επίπεδο από εσωτερικούς κανόνες ή από εμπόδια τεχνικού χαρακτήρα· ζητεί από την Επιτροπή να προσανατολίζει και να ελέγχει τη διαδικασία αυτή ακόμη και σε εθνικό επίπεδο, αναλαμβάνοντας π.χ. το ρόλο του κέντρου συλλογής και διάδοσης των καλυτέρων πρακτικών που έχουν αναπτυχθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών, πράγμα που θα μπορεί να γίνεται και κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων·

13.   τονίζει ότι οι τακτικές και αναλυτικές εκτιμήσεις επιπτώσεων παίζουν βασικό ρόλο στη διαδικασία απλούστευσης και ότι τέτοιες εκτιμήσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, όταν υποβάλλονται τροπολογίες σε πρόταση στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας·

14.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 321, 31.12.2003, σ. 1.
(2) ΕΕ C 197, 12.7.2001, σ. 433.
(3) ΕΕ C 153 Ε, 27.6.2002, σ. 314.
(4) ΕΕ C 64 Ε, 12.3.2004, σ. 135.
(5) ΕΕ C 98 Ε, 23.4.2004, σ. 155.
(6) ΕΕ C 102 Ε, 28.4.2004, σ. 512.
(7) ΕΕ C 104 Ε, 30.4.2004, σ. 146.
(8) ΕΕ C 297 Ε, 7.12.2006, σ. 136.
(9) ΕΕ C 297 Ε, 7.12.2006, σ. 128.
(10) ΕΕ C 297 Ε, 7.12.2006, σ. 140.
(11) Διοργανική συμφωνία της 20ής Δεκεμβρίου 1994 που αφορά την ταχεία μέθοδο εργασίας για την επίσημη κωδικοποίηση νομοθετικών κειμένων, ΕΕ C 102, 4.4.1996, σ. 2.


Θεσμικές και νομικές επιπτώσεις της χρήσης μη δεσμευτικών νομικών πράξεων
DOC 83k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με τις θεσμικές και νομικές επιπτώσεις της χρήσης μη δεσμευτικών νομικών πράξεων (2007/2028(INI) )
P6_TA(2007)0366 A6-0259/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη ΕΚ, και συγκεκριμένα τα άρθρα 211, 230 κα 249 αυτής,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας (A6-0259/2007 ),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η έννοια του ηπίου δικαίου, κατά την συνήθη πρακτική, είναι ασαφής και επιζήμια και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε κανένα έγγραφο των κοινοτικών θεσμικών οργάνων,

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάκριση μεταξύ dura lex/mollis lex, καθώς είναι εννοιολογικά παράδοξη, δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να αναγνωριστεί,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ονομαζόμενες πράξεις ηπίου δικαίου, όπως οι συστάσεις, οι Πράσινες και Λευκές Βίβλοι ή τα συμπεράσματα του Συμβουλίου, δεν έχουν καμία νομική αξία ή δεσμευτική ισχύ,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μη δεσμευτικοί κανόνες δικαίου δεν εξασφαλίζουν πλήρη νομική προστασία,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπερβολική χρήση πράξεων ηπίου δικαίου θα σήμαινε τη μεταστροφή του ενιαίου ευρωπαϊκού κοινοτικού προτύπου σε πρότυπο παραδοσιακού διεθνούς οργανισμού,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει σήμερα διένεξη για τον τρόπο με τον οποίο θα καταστεί αποδοτικότερη η λειτουργία του ρυθμιστικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τόσο τους μη δεσμευτικούς όσο και τους αναγκαστικούς κανόνες δικαίου,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στην υπόθεση Van Gend en Loos το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι η Συνθήκη δεν συνιστά απλή συμφωνία από την οποία απορρέουν μόνον αμοιβαίες υποχρεώσεις για τα συμβαλλόμενα κράτη, ότι η Κοινότητα συνιστά νέα έννομη τάξη διεθνούς δικαίου υπέρ της οποίας τα κράτη περιόρισαν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, σε περιορισμένους έστω τομείς, ότι υποκείμενα της έννομης αυτής τάξης δεν είναι μόνο τα κράτη αλλά και τα άτομα, ότι, επομένως, το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει μόνον υποχρεώσεις στα άτομα, αλλά τους εκχωρεί και δικαιώματα που εμπλουτίζουν έτσι τη νομική τους σφαίρα, ότι αυτά τα δικαιώματα γεννώνται όχι μόνο οσάκις μνημονεύονται ρητά στη Συνθήκη, αλλά και σε συνάρτηση προς τις υποχρεώσεις που αυτή επιβάλλει σαφώς στους ιδιώτες, στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα(1) ,

H.   λαμβάνοντας, κατά συνέπεια, υπόψη ότι το κοινοτικό δίκαιο ξεχωρίζει από το δημόσιο διεθνές δίκαιο ως προς τον δεσμευτικό χαρακτήρα του, όχι μόνο για τα κράτη αλλά και για τα άτομα, για τα οποία απορρέουν από αυτό έννομα δικαιώματα, και ότι αφορά ορισμένα θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο εκλέγεται άμεσα από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης· λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη ότι η ευρωπαϊκή έννομη τάξη βασίζεται στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, όπως διασαφηνίζεται με το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ και με το προοίμιο της Συνθήκης ΕΕ,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό σημαίνει ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μπορούν να ενεργούν μόνο σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας, δηλαδή όταν υφίσταται νομική βάση που τους παρέχει συναφή αρμοδιότητα και εντός του πλαισίου των εξουσιών τους, και ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι επιφορτισμένο να ελέγχει ότι όντως ενεργούν ως ανωτέρω,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, στους τομείς στους οποίους έχει νομοθετική αρμοδιότητα η Κοινότητα, η σωστή διαδικασία περιλαμβάνει την έγκριση νομοθεσίας από τα δημοκρατικά θεσμικά όργανα της Ένωσης, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, εφόσον τούτο φαίνεται επιβεβλημένο, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομική ασφάλεια, το κράτος δικαίου, η ικανότητα παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων και η εκτελεστότητα μπορούν να διασφαλιστούν μόνο με την έγκριση νομοθεσίας σύμφωνα με τις θεσμικές διαδικασίες που προβλέπει η Συνθήκη και λαμβάνοντας υπόψη ότι τούτο συνεπάγεται επιπλέον τον σεβασμό της θεσμικής ισορροπίας που προβλέπει η Συνθήκη και επιτρέπει τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων,

ΙΑ.   λαμβάνοντας, γενικώς, υπόψη ότι στους τομείς στους οποίους έχει νομοθετική αρμοδιότητα η Κοινότητα, αποκλείεται η χρήση ηπίου δικαίου ή κανόνων συμπεριφοράς που προβλέπονται με πράξεις οι οποίες δεν διαθέτουν αυτές καθεαυτές νομικώς δεσμευτική ισχύ, έχουν ενδεχομένως όμως ορισμένες –έμμεσες– έννομες συνέπειες, και οι οποίες αποσκοπούν και δύνανται να παράγουν πρακτικές συνέπειες(2) · οι πράξεις αυτές χρησιμοποιούνταν κατά παράδοση για την αντιστάθμιση της έλλειψης επίσημης νομοθέτησης και/ή μέσων επιβολής και ως εκ τούτου είναι χαρακτηριστικές του δημοσίου διεθνούς δικαίου,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μη δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις δικαιολογούνται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Συνθήκη το προβλέπει ρητώς, εφόσον δεν χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα νομοθεσίας στους τομείς στους οποίους η Κοινότητα έχει νομοθετική εξουσία και στους οποίους η κοινοτική ρύθμιση φαίνεται επιβεβλημένη και με την επιφύλαξη των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, καθώς τούτο θα συνιστούσε επίσης παραβίαση της αρχής της απονομής συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων, λαμβάνοντας δε υπόψη ότι τούτο ισχύει κατά κύριο λόγο για τις ανακοινώσεις της Επιτροπής οι οποίες αποσκοπούν στην ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προπαρασκευαστικές πράξεις, όπως οι Πράσινες και οι Λευκές Βίβλοι, συνιστούν επίσης θεμιτή χρήση μη δεσμευτικής νομοθεσίας, από κοινού με τα ενημερωτικά σημειώματα και τις κατευθυντήριες γραμμές που δημοσιεύει η Επιτροπή προκειμένου να αποσαφηνίζει τον τρόπο εφαρμογής της πολιτικής περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέσα αυτά, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ερμηνευτικά ή προπαρασκευαστικά εργαλεία για δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις, δεν πρέπει ούτε να θεωρούνται νομοθεσία ούτε να τους δίδεται οιαδήποτε κανονιστική ισχύς,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάσταση αυτή θα δημιουργούσε σύγχυση και ανασφάλεια σε έναν τομέα στον οποίο θα πρέπει να επικρατούν σαφήνεια και ασφάλεια, δικαίου προς το συμφέρον των κρατών μελών και των πολιτών,

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο, παράλληλα με το σεβασμό του δικαιώματος της ανάληψης πρωτοβουλιών εκ μέρους της Επιτροπής, διατηρεί και το δικό του δικαίωμα να καλεί την Επιτροπή να υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις (άρθρο 192 ΣΕΚ),

P.   ΙΣΤ. εκτιμώντας ότι η ανοιχτή μέθοδος συντονισμού μπορεί να συμβάλει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, αν και είναι λυπηρό το γεγονός ότι η συμμετοχή του Κοινοβουλίου και του Δικαστηρίου στον συγκεκριμένο τομέα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη· εκτιμώντας ότι, λόγω του δημοκρατικού αυτού ελλείμματος στη λεγόμενη ανοιχτή μέθοδο συντονισμού, η τελευταία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αθέμιτα για να υποκαθίσταται η ελλιπής νομοθετική αρμοδιότητα της Κοινότητας και να προκύπτουν έτσι εκ των πραγμάτων υποχρεώσεις των κρατών μελών που ισοδυναμούν με νομοθετικές, αλλά δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο των νομοθετικών διαδικασιών που προβλέπει η Συνθήκη,

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 211 της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι "για τη διασφάλιση της λειτουργίας και αναπτύξεως της κοινής αγοράς, η Επιτροπή διατυπώνει συστάσεις ... επί θεμάτων που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας συνθήκης, εφόσον προβλέπεται ρητώς από αυτήν ή θεωρείται αναγκαίο από την Επιτροπή", αλλά ότι, σύμφωνα με το άρθρο 249, πέμπτο εδάφιο, οι συστάσεις δεν έχουν δεσμευτική ισχύ και ότι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, είναι "πράξεις οι οποίες, ακόμα και έναντι των αποδεκτών τους, δεν έχουν ως στόχο να παραγάγουν δεσμευτικά αποτελέσματα"(3) και δεν δημιουργούν δικαιώματα τα οποία να μπορούν οι ιδιώτες να επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων(4) , λαμβάνοντας δε υπόψη ότι το άρθρο 230 της Συνθήκης ΕΚ δεν προβλέπει ακύρωση των συστάσεων, καθώς δεν είναι δεσμευτικές,

ΙΗ.   λαμβάνοντας, πάντως, υπόψη ότι το Δικαστήριο απεφάνθη ότι οι εν λόγω πράξεις "δεν μπορούν ... να θεωρηθούν ... στερούμενες οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος. Πράγματι, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, κατά την επίλυση των διαφορών, να λαμβάνουν υπόψη τους τις συστάσεις, ιδίως όταν αυτές φωτίζουν την ερμηνεία εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί με σκοπό την εφαρμογή των εν λόγω συστάσεων, ή ακόμα όταν οι συστάσεις έχουν ως αντικείμενο τη συμπλήρωση κοινοτικών διατάξεων δεσμευτικού χαρακτήρα"(5) ,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συστάσεις, αν χρησιμοποιηθούν απερίσκεπτα, είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής για ορισμένες δράσεις,

Κ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο I-33 της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης περιέχει διάταξη παρόμοια με τη διάταξη του άρθρου 211 της Συνθήκης ΕΚ, με την προσθήκη ότι "Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, όταν επιλαμβάνονται σχεδίων νομοθετικών πράξεων, δεν εκδίδουν πράξεις που δεν προβλέπονται από την νομοθετική διαδικασία για τον οικείο τομέα",

ΚΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή ενέκρινε το 2005 σύσταση σχετικά με τη συλλογική διασυνοριακή διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων για τις νόμιμες επιγραμμικές (online) μουσικές υπηρεσίες, δυνάμει του άρθρου 211 ΣΕΚ, η οποία περιγράφεται ως πράξη ηπίου δικαίου σχεδιασμένη για να δώσει στην αγορά την ευκαιρία να κινηθεί προς τη σωστή κατεύθυνση και, κατά τα φαινόμενα, σχεδιασμένη με σκοπό να προβάλει τις ισχύουσες οδηγίες για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην κοινωνία της πληροφορίας(6) και για το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία(7) , λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η Επιτροπή θέτει σε εφαρμογή συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές μέσω ηπίου δικαίου, καθώς ο κύριος στόχος της είναι να ενθαρρύνει τη χορήγηση αδειών πολλαπλής εδαφικής ισχύος και να προτείνει συγκεκριμένο τρόπο ρύθμισής της,

ΚΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει σκεφθεί ή φαίνεται να εξετάζει το ενδεχόμενο να ενεργεί διά συστάσεων και σε άλλους τομείς στους οποίους η Κοινότητα έχει νομοθετική αρμοδιότητα, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού περί εισφορών για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και περί ορίων ευθύνης των ελεγκτών,

ΚΓ.   λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη ότι το σχέδιο Ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων εξακολουθεί να εμπίπτει στην κατηγορία της μη δεσμευτικής νομοθεσίας,

ΚΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, στους τομείς στους οποίους η Επιτροπή έχει νομοθετική αρμοδιότητα αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει πολιτική βούληση για τη θέσπιση νομοθεσίας, η χρήση μη δεσμευτικής νομοθεσίας εγκυμονεί τον κίνδυνο να παρακάμπτονται τα κατ" ουσίαν αρμόδια νομοθετικά όργανα, να παραγκωνίζονται οι αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ, καθώς και οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ, και μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή σε υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της,

ΚΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέσπιση μη δεσμευτικών κανόνων δικαίου τείνει επίσης να δημιουργήσει στους πολίτες την αντίληψη ότι υπάρχει μια "υπεργραφειοκρατία" χωρίς δημοκρατική νομιμότητα, όχι μόνο απομακρυσμένη αλλά και εχθρική προς τους πολίτες της, η οποία είναι διατεθειμένη να συμβιβάζεται με εκπροσώπους ισχυρών συμφερόντων μέσω διαπραγματεύσεων που δεν είναι ούτε διαφανείς ούτε αντιληπτές από τους πολίτες, καθώς και ότι ενδέχεται να δημιουργούνται έτσι νόμιμες προσδοκίες σε τρίτους των οποίων θίγονται τα συμφέροντα (π.χ. καταναλωτές) και οι οποίοι δεν έχουν εν προκειμένω κανέναν τρόπο να προστατευτούν νομικώς από πράξεις που έχουν δυσμενείς νομικές συνέπειες για αυτούς,

Z.   ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόγραμμα για τη βελτίωση της νομοθεσίας δεν πρέπει να υπονομευθεί με σκοπό να επιτραπεί στην εκτελεστική εξουσία της Κοινότητας να νομοθετεί με μη δεσμευτικές πράξεις, υπονομεύοντας έτσι ενδεχομένως την κοινοτική έννομη τάξη, παρεμποδίζοντας τη συμμετοχή του δημοκρατικά εκλεγμένου Κοινοβουλίου και τον νομικό έλεγχο του Δικαστηρίου και στερώντας από τους πολίτες τη δυνατότητα χρήσης ενδίκων μέσων,

ΚΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν προβλέπεται καμιά διαδικασία για τη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο όσον αφορά την προτεινόμενη χρήση μη δεσμευτικών πράξεων, όπως οι συστάσεις και οι ερμηνευτικές ανακοινώσεις,

1.   εκτιμά ότι, στους κόλπους της Κοινότητας, οι μη δεσμευτικοί κανόνες δικαίου συνιστούν συχνότατα αμφιλεγόμενο και αναποτελεσματικό μηχανισμό, ο οποίος είναι ενδεχομένως επιζήμιος για την κοινοτική νομοθεσία και τη θεσμική ισορροπία και πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, ακόμη και στις περιπτώσεις που προβλέπει η Συνθήκη·

2.   υπενθυμίζει ότι το λεγόμενο ήπιο δίκαιο δεν μπορεί να αποτελέσει υποκατάστατο νομικών πράξεων που καταρτίζονται για την εξασφάλιση της συνέχειας της νομικής διαδικασίας, ειδικά στον τομέα του πολιτισμού και της παιδείας·

3.   τονίζει ότι κάθε θεσμικό όργανο της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, πρέπει να εξετάζει τόσο νομοθετικές όσο και μη νομοθετικές επιλογές όταν αποφασίζει, κατά περίπτωση, σε ποια ενέργεια, ενδεχομένως, θα προβεί·

4.   θεωρεί τη μέθοδο του ανοιχτού συντονισμού αμφισβητήσιμη από νομική σκοπιά, διότι λειτουργεί χωρίς επαρκή συμμετοχή του Κοινοβουλίου και δικαστικό έλεγχο· πιστεύει, συνεπώς, ότι πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι πρέπει επίσης να εξεταστεί με ποιο τρόπο θα μπορούσε το Κοινοβούλιο να συμμετέχει στη διαδικασία αυτή·

5.   αποδοκιμάζει τη χρήση, εκ μέρους της Επιτροπής, της μη δεσμευτικής νομοθεσίας ως υποκαταστάτου για την επιβεβλημένη κοινοτική νομοθεσία, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, ή την παρέκταση της νομολογίας του Δικαστηρίου προκειμένου να εφαρμοστεί σε ανεξερεύνητους μέχρι σήμερα τομείς·

6.   προτρέπει τα θεσμικά όργανα να ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο I-33 της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης και να μην εγκρίνουν μη δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις όταν εξετάζουν σχέδια νομοθετικών πράξεων· κρίνει ότι, με βάση το ισχύον δίκαιο, η υποχρέωση αυτή προκύπτει ήδη από την αρχή του κράτους δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ·

7.   προτρέπει την Επιτροπή να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια για να εξασφαλίσει διαφάνεια, προβολή και δημόσια λογοδοσία στη διαδικασία έγκρισης μη δεσμευτικών κοινοτικών πράξεων, καθώς και την αύξηση της χρήσης της αξιολόγησης επιπτώσεων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων·

8.   καλεί την Επιτροπή να εξετάσει προσεκτικά τις επιπτώσεις των μη δεσμευτικών κανόνων στους καταναλωτές και τα πιθανά ένδικα μέσα που διαθέτουν προτού προτείνει οποιαδήποτε μέτρα που σχετίζονται με μη δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις·

9.   θεωρεί ότι, όσον αφορά τις ανακοινώσεις της Επιτροπής, από τις Πράσινες και Λευκές Βίβλους δεν προκύπτουν άμεσες νομικές υποχρεώσεις· πιστεύει, ωστόσο, ότι δεν πρέπει να απορρέει από την έγκριση εγγράφων διαβούλευσης και πολιτικών δηλώσεων προθέσεων καμία νομική υποχρέωση θέσπισης των αντιστοίχων ρυθμίσεων·

10.   είναι της άποψης ότι οι ερμηνευτικές ανακοινώσεις της Επιτροπής έχουν τον νόμιμο σκοπό να δημιουργήσουν ασφάλεια δικαίου, αλλά ο ρόλος τους πρέπει να περιορίζεται εκεί· πιστεύει ότι όταν χρησιμοποιούνται για την επιβολή νέων υποχρεώσεων, οι ερμηνευτικές ανακοινώσεις συνιστούν απαράδεκτη επέκταση της νομοθεσίας διά μη δεσμευτικών κανόνων· επιμένει ότι όταν μια ανακοίνωση καθορίζει λεπτομερείς ρυθμίσεις που δεν προκύπτουν άμεσα από τις θεμελιώδεις ελευθερίες κατά τη Συνθήκη, αποκλίνει του βασικού της σκοπού και είναι ως εκ τούτου άκυρη(8) ·

11.   θεωρεί ότι οι ανακοινώσεις που πληρούν τα κριτήρια αυτά πρέπει να περιορίζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, άλλως η νομοθετική εξουσία, ζητούν από την Επιτροπή να συντάξει τις αναγκαίες ερμηνευτικές ανακοινώσεις· θεωρεί ότι η συγκεκριμενοποίηση της Συνθήκης είναι αρμοδιότητα του νομοθέτη και η ερμηνεία της είναι αρμοδιότητα του Δικαστηρίου·

12.   φρονεί ότι η τυποποίηση και οι κώδικες δεοντολογίας συνιστούν σημαντικά στοιχεία αυτορρύθμισης· πιστεύει, ωστόσο, ότι η τυποποίηση δεν πρέπει να οδηγεί σε υπερβολικές ρυθμίσεις και να συνιστά συνεπώς επιπλέον επιβάρυνση, ιδίως για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις· πιστεύει, ως εκ τούτου, ότι οι σχετικές νομικές βάσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν διασφαλίσεις κατά των υπερβολικών ρυθμίσεων·

13.   επισημαίνει ότι, ενώ η Επιτροπή νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί προνομοθετικά μέσα, δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση της προνομοθετικής διαδικασίας, ούτε πρέπει η τελευταία να παρατείνεται υπερβολικά· θεωρεί ότι, σε τομείς όπως το σχέδιο για το δίκαιο των συμβάσεων, η Επιτροπή πρέπει να αποφασίζει κάποια δεδομένη στιγμή εάν θα χρησιμοποιήσει ή όχι το δικαίωμα πρωτοβουλίας που διαθέτει και επί ποίας νομικής βάσεως·

14.   τονίζει ότι το Κοινοβούλιο, ως το μόνο δημοκρατικά εκλεγμένο κοινοτικό θεσμικό όργανο, δεν καλείται σήμερα να εκφέρει γνώμη σχετικά με τη χρήση πράξεων του λεγόμενου ηπίου δικαίου, όπως συστάσεις της Επιτροπής, βάσει του άρθρου 211 της Συνθήκης ΕΚ, και ερμηνευτικές ανακοινώσεις και άλλα έγγραφα παρόμοιου τύπου·

15.   θεωρεί ότι οι διοργανικές συμφωνίες μπορούν να έχουν νομικές επιπτώσεις μόνον όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και ότι, κατά συνέπεια, δεν συνιστούν μη δεσμευτικούς κανόνες υπό την έννοια της νομικής ισχύος τους έναντι τρίτων·

16.   καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει, σε συνεργασία με το Κοινοβούλιο, τρόπο λειτουργίας που θα διασφαλίζει τη συμμετοχή των δημοκρατικώς εκλεγμένων φορέων, ενδεχομένως, με διοργανική συμφωνία, και, κατά συνέπεια, αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της ανάγκης για τη θέσπιση μη δεσμευτικών πράξεων·

17.   καλεί την Επιτροπή να προβεί σε διαβουλεύσεις με το Κοινοβούλιο προκειμένου να εξευρεθεί τρόπος να διατυπώνει τη γνώμη του το Κοινοβούλιο προτού η Επιτροπή εγκρίνει μη δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις, με απώτερο σκοπό να καταστεί δυνατός ο ενδελεχής έλεγχος των μέτρων μη δεσμευτικού χαρακτήρα και να αποτρέπεται η ενδεχόμενη κατάχρηση ισχύος εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας· προτείνει επομένως να ξεκινήσουν διαβουλεύσεις για τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας επ" αυτού· θεωρεί ότι στη συμφωνία αυτή πρέπει να καταβληθούν ιδιαίτερες προσπάθειες για τη διευθέτηση της αντίθεσης των ρυθμίσεων του άρθρου 211, του άρθρου 249, πέμπτο εδάφιο, και του άρθρου 230 της Συνθήκης ΕΚ με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο απαιτεί από τα δικαστήρια των κρατών μελών να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους, σε εκκρεμούσες υποθέσεις, συστάσεις που δεν είναι αυτές καθεαυτές δεσμευτικές, σύμφωνα με τη Συνθήκη·

18.   επαναλαμβάνει τη σπουδαιότητα της συμμετοχής του Κοινοβουλίου, ως του κύριου εκπροσώπου των συμφερόντων των πολιτών της ΕΕ, σε όλες τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων ώστε να συμβάλει στη μείωση της σημερινής δυσπιστίας των πολιτών στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και στις ευρωπαϊκές αξίες·

19.   τονίζει ότι η διατύπωση κανόνων μη δεσμευτικού δικαίου, καθώς και η χρήση του όρου ήπιο δίκαιο, πρέπει να αποφεύγεται πάντοτε σε κάθε επίσημο έγγραφο των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων·

20.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) Υπόθεση 26/62 Van Gend & Loos, Συλλογή 1963, 1.
(2) Linda Senden, Soft Law, Self-Regulation and Co-Regulation in European Law: Where do they meet?, EJCL, τ. 9, 1.1.2005.
(3) Υπόθεση C-322/88 Grimaldi [1989] Συλλογή 4407, παράγραφος 16.
(4) Grimaldi, παράγραφος 16.
(5) Grimaldi, παράγραφος 18.
(6) Οδηγία 2001/29/ΕΚ (ΕΕ L 167, 22.6.2001, σ. 10).
(7) Οδηγία 2006/115/EK (ΕΕ L 376, 27.12.2006, σ. 28).
(8) Πβ.: ΔΕΚ, υπόθεση C-57/95, Γαλλία / Επιτροπή 1997, ECR I-1627, παράγραφοι 23 έως 26.


Επανεξέταση της ενιαίας αγοράς: εξάλειψη των εμποδίων και της αναποτελεσματικότητας με τη βελτίωση της υλοποίησης και της εφαρμογής
DOC 107k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με την επανεξέταση της ενιαίας αγοράς: εξάλειψη των εμποδίων και της αναποτελεσματικότητας με τη βελτίωση της υλοποίησης και της εφαρμογής (2007/2024(INI) )
P6_TA(2007)0367 A6-0295/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο: "Ενιαία αγορά για τους πολίτες - Ενδιάμεση έκθεση προς το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο" (COM(2007)0060 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο με τίτλο: "Ένα πρόγραμμα δράσης με βάση τα αιτήματα των πολιτών - παράγοντας αποτελέσματα για την Ευρώπη" (COM(2006)0211 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο: "Εφαρμόζοντας την ανανεωμένη στρατηγική της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση - Ένα έτος υλοποίησης της στρατηγικής" (COM(2006)0816 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "Ετήσια στρατηγική πολιτικής για το 2008" (COM(2007)0065 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με τίτλο: "Η εσωτερική αγορά αγαθών: ακρογωνιαίος λίθος της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης" (COM(2007)0035 ),

–   έχοντας υπόψη το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με την επανεξέταση του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών που παρουσίασε η Επιτροπή (COM(2006)0744 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο: "Στρατηγική επισκόπηση του προγράμματος για τη βελτίωση της νομοθεσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση" (COM(2006)0689 ),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών που πραγματοποιήθηκε στις 8 και 9 Μαρτίου 2007,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Μαρτίου 2007 σχετικά με τις κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση(1) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 23ης Μαΐου 2007 σχετικά με την επίπτωση και τις συνέπειες του αποκλεισμού των υπηρεσιών υγείας από την οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά(2) ,

–   έχοντας υπόψη την τελική δήλωση της 4ης Ευρωπαϊκής Διάσκεψης για τη βιοτεχνία και τις μικρές επιχειρήσεις που διεξήχθη στις 16 και 17 Απριλίου 2007 στη Στουτγάρδη,

–   έχοντας υπόψη τη δήλωση του Βερολίνου της 25ης Μαρτίου 2007,

–   έχοντας υπόψη το οικονομικό έγγραφο της Επιτροπής αριθ. 271 με τίτλο "Βήματα προς την κατεύθυνση της πληρέστερης οικονομικής ολοκλήρωσης: η Εσωτερική Αγορά τον 21ο αιώνα - Συμβολή στην επανεξέταση της ενιαίας αγοράς",

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (Α6-0295/2007),

Α.   εκτιμώντας ότι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς αποτελεί μείζον γεγονός χωρίς προηγούμενο στην ευρωπαϊκή ιστορία, προσφέροντας στους καταναλωτές ευρύτερη επιλογή και χαμηλότερες τιμές, δημιουργώντας ανταγωνιστικό και δυναμικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις και επιτρέποντας στα ευρωπαϊκά έθνη να ανταλλάξουν ιδέες και εμπειρίες,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η στρατηγική της Λισαβόνας έχει αναδείξει τον στόχο της κοινωνικής συνοχής και έχει προσδώσει μεγαλύτερο ρόλο στην κοινωνική διάσταση στις επί μέρους τομεακές πολιτικές της Ένωσης,

Γ.   εκτιμώντας ότι η ενιαία αγορά και οι τέσσερις ελευθερίες της, η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών, των υπηρεσιών, των προσώπων και των κεφαλαίων απετέλεσε αποφασιστικό βήμα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η καθιέρωση της ενιαίας αγοράς το 1992 βασίσθηκε στις εξής τρεις αρχές:

   - ανταγωνισμός: συμβολή στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς με βάση τους κανόνες της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, σε συνδυασμό με ένα δικαίωμα ωφέλειας από τον ανταγωνισμό, πράγμα που αποτελεί ουσιώδες δημοκρατικό δικαίωμα, σκοπός του οποίου είναι η αντιμετώπιση της κατάχρησης της οικονομικής εξουσίας και όχι απλώς να περιορισθούν οι εξουσίες των δημόσιων αρχών,
   - συνεργασία: συμβολή στην υλοποίηση των διασυνοριακών και πανκοινοτικών φιλοδοξιών που ορίζονται στις συνθήκες και στα κοινοτικά προγράμματα, και
   - αλληλεγγύη: ενοποίηση των διαφόρων μερών και επιδίωξη των στόχων της κοινωνικής, οικονομικής και εδαφικής συνοχής,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η στρατηγική της Λισαβόνας θα οδηγήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στα κράτη μέλη και σε άνοιγμα των αγορών, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργήσει περισσότερες ανάγκες για κανονιστικές ρυθμίσεις ώστε να διασφαλιστεί θεμιτός ανταγωνισμός,

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι η έγκριση της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά(3) επέτρεψε να σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην ολοκλήρωση της αγοράς των υπηρεσιών,

Ζ.   εκτιμώντας ότι το ευρώ έφερε διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και ευκολία στην πρόσβαση στην ενιαία αγορά,

Η.   εκτιμώντας ότι σε διοικήσεις κρατών μελών συνεχίζουν να υφίστανται προφανείς και συγκαλυμμένες προστατευτικές συμπεριφορές,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι υφίστανται ακόμη πολυάριθμα εμπόδια στην εφαρμογή των τεσσάρων θεμελιωδών ελευθεριών· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι αναγκαία η βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς και η επικέντρωση στην επίτευξη μιας ενιαίας αγοράς χωρίς φραγμούς,

Ι.   εκτιμώντας ότι πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για την υλοποίηση μιας δυναμικής, σφαιρικής και ευέλικτης προσέγγισης της ενιαίας αγοράς προκειμένου να υπάρξει υποστήριξη εκ μέρους των συμπολιτών μας,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται η ολοκλήρωση του ανοίγματος της αγοράς των βιομηχανιών δικτύων, όπως οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες και η μεταφορά ενέργειας, που προορίζονται, εξ ορισμού, να συνδέσουν τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες και οι οποίες είναι κατά συνέπεια, στην ανάπτυξη και στο άνοιγμά τους, τα μέσα για την καλύτερη υλοποίηση της ενιαίας αγοράς με τη διευκόλυνση βεβαίως κανονιστικών μηχανισμών στην πράξη,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε τα τελευταία χρόνια διάφορα νομοθετικά μέτρα που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ενιαίας αγοράς στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, όπως οι τραπεζικές υπηρεσίες, η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, η ασφάλιση, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και η λογιστική, που έχουν αποφέρει οφέλη τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους καταναλωτές και έχουν καταστήσει την ΕΕ παγκόσμιο ηγέτη, δημιουργό τάσεων και προτύπων στη βιομηχανία των οικονομικών υπηρεσιών,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, καίτοι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος προς την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες μεγάλης κλίμακας, δεν φαίνεται ότι αυτή έχει σημαντικές επιπτώσεις σε επίπεδο λιανικής πώλησης, συχνά λόγω των πολιτιστικών και παραδοσιακών προτιμήσεων των πολιτών αλλά και λόγω νομικών και φορολογικών φραγμών,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει σημαντική ευθύνη για την επιβολή της συμμόρφωσης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού, ώστε να εξασφαλισθούν δίκαιοι και ίσοι όροι ανταγωνισμού για τις κοινοτικές επιχειρήσεις και να επωφεληθούν πλήρως οι καταναλωτές της ΕΕ από την ενιαία αγορά,

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, ενώ τα κράτη μέλη θα διατηρήσουν τα προνόμια που έχουν όσον αφορά τα θέματα φορολογίας, η Επιτροπή μπορεί ακόμη να διαδραματίσει χρήσιμο ρόλο σε ορισμένες πτυχές της φορολογικής πολιτικής, πράγμα που θα ενισχύσει περαιτέρω την επίτευξη πραγματικής ενιαίας αγοράς,

P.   ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται η μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τις επιχειρήσεις και ιδίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ),

ΙΖ.   εκτιμώντας ότι η ΕΕ παρουσιάζει έλλειμμα στην καινοτομία σε σχέση με τους κύριους ανταγωνιστές της,

ΙΗ.   εκτιμώντας ότι η ενιαία αγορά είναι το πλέον αποτελεσματικό μέσο για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης επιτρέποντας στην ευρωπαϊκή οικονομία να είναι ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη,

Κ.   εκτιμώντας ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει πλήρως υπόψη τη διεύρυνση της ΕΕ στο πλαίσιο της υλοποίησης των πολιτικών της, ιδίως δε της πολιτικής για την ενιαία αγορά, και τον αντίκτυπο των τελευταίων στα νέα κράτη μέλη, καθώς και τα νέα δεδομένα που είναι οι κοινωνικές αλλαγές και οι τεχνολογικές εξελίξεις,

ΚΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διεύρυνση, η οποία αύξησε τις ευκαιρίες που μπορούν να προκύψουν από την ενιαία αγορά, βρέθηκε επίσης αντιμέτωπη με την πρόκληση της ομαλής λειτουργίας της λόγω της αύξησης της ετερογένειας μεταξύ των μελών της· λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι η ετερογένεια στον τομέα της φορολόγησης εταιρειών αποτελεί πιθανή πηγή εντάσεων μεταξύ των κρατών μελών,

1.   χαιρετίζει τον ενεργό ρόλο της Επιτροπής και τη φιλόδοξη ενατένιση της ενιαίας αγοράς, καθώς επίσης το έργο της σχετικά με την επανεξέταση της ενιαίας αγοράς, υπογραμμίζει δε ότι είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων παραγόντων στην εν λόγω διαδικασία·

2.   επιθυμεί όπως η επανεξέταση της ενιαίας αγοράς αποτελέσει την ευκαιρία να διαπιστώσουν οι πολίτες της Ευρώπης όλα τα οφέλη που μπορούν να αποκομίσουν από την επίτευξη της ενιαίας αγοράς· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μειώσουν τη διαφορά μεταξύ των εν δυνάμει προοπτικών και της πραγματικότητας της ενιαίας αγοράς·

3.   υπογραμμίζει τη σημασία του να διασφαλιστεί ότι όλοι οι πολίτες επωφελούνται από την ενιαία αγορά· θεωρεί ότι ορισμένες ευάλωτες ομάδες δεν έχουν πλήρως πρόσβαση σ' αυτήν και υπενθυμίζει ότι στη Δήλωση αριθ. 22 που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπεται ότι τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία κατά την εκπόνηση των μέτρων που ορίζονται στο άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ·

4.   προσβλέπει στη σύσφιξη των εργασιακών σχέσεων με τα εθνικά κοινοβούλια, προκειμένου οι εκπρόσωποι των πολιτών των κρατών μελών να έχουν σαφέστερη εικόνα των διακυβευομένων και των πλεονεκτημάτων της ενιαίας αγοράς· επισημαίνει στο πλαίσιο αυτό τον εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέσω ετησίων συναντήσεων για την Ατζέντα της Λισαβόνας ως ένα καλό παράδειγμα συνεργασίας η οποία θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω στο μέλλον·

5.   υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη να υλοποιηθεί το περιεχόμενο της τελικής δήλωσης της τέταρτης ευρωπαϊκής Διάσκεψης για τη βιοτεχνία και τις μικρές επιχειρήσεις, λαμβανομένου υπόψη του ουσιαστικού ρόλου αυτών των επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή οικονομία· ζητεί, κατά συνέπεια, να ληφθούν υπόψη αυτά τα συμπεράσματα στην εκπόνηση και εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της επανεξέτασης της ενιαίας αγοράς και της αναθεώρησης της πολιτικής για τις ΜΜΕ·

6.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι κράτη μέλη δεν θεωρούν αρκετά οικεία την ενιαία αγορά σε πρακτικό επίπεδο·

7.   αναγνωρίζει ότι μια ενιαία αγορά που παρέχει ποιότητα ζωής πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις παραμέτρους του περιβάλλοντος και της προστασίας των καταναλωτών·

Ενίσχυση της εμπιστοσύνης των ενδιαφερόμενων παραγόντων στην ενιαία αγορά

8.   εκφράζει την άποψη ότι η ανάληψη νέων πολιτικών πρωτοβουλιών πρέπει να βασίζεται περισσότερο στην ανάλυση των επιπτώσεων στις διάφορες αγορές, στους διάφορους οικονομικούς τομείς, στο περιβάλλον και στον κοινωνικό τομέα·

9.   υπενθυμίζει εκ νέου, δεδομένου ότι η κοινωνική και εδαφική συνοχή είναι μία από τις βασικές συνιστώσες της ενιαίας αγοράς, τη σημασία που έχει η τόνωση της εμπιστοσύνης των πολιτών μέσω της προαγωγής κοινών κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων στα κράτη μέλη, όπως η ποιοτική απασχόληση, οι ίσες ευκαιρίες, η προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος, με γνώμονα πάντοτε τον σεβασμό της ευρωπαϊκής πολιτιστικής πολυμορφίας· ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η ΕΕ λειτουργεί προστατευτικά όσον αφορά τους συγκεκριμένους τομείς και να αποφύγει τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών σε ό,τι αφορά τις ρυθμίσεις στους τομείς αυτούς·

10.   τονίζει ότι η κοινωνική συνοχή, σε συνδυασμό με μια συνεπή προστασία των καταναλωτών, μπορεί να οδηγήσει τους πολίτες να αντιληφθούν καλύτερα τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς·

11.   υπογραμμίζει τη σημασία της ενθάρρυνσης της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της ενιαίας αγοράς· επισημαίνει ότι η κινητικότητα των εργαζομένων εντός των συνόρων της Ένωσης είναι μείζον στοιχείο που ευνοεί την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και τονώνει την καινοτομία μέσω της ανταλλαγής εμπειρογνωμοσύνης και ενός γενικότερου ανταγωνισμού·

12.   τονίζει ότι μια καλή πολιτική για την ενιαία αγορά είναι θεμελιώδους σημασίας για την τόνωση της καινοτομίας μέσω της αύξησης του ανταγωνισμού και για τη δημιουργία φιλικού προς τις επιχειρήσεις περιβάλλοντος, το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις ΜΜΕ· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη ειδικότερα, να θεσπίσουν συγκεκριμένα μέτρα που αποβλέπουν στην υποστήριξη του νεωτεριστικού δυναμικού των μικρών επιχειρήσεων και των βιοτεχνικών επιχειρήσεων, ιδίως δε μέσα χρηματοδότησης της καινοτομίας προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες αυτών των επιχειρήσεων·

13.   προτρέπει την Επιτροπή να υιοθετήσει συνολική στρατηγική για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και να ενισχύσει περαιτέρω την προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων με στόχο την υποστήριξη της καινοτομίας, την προαγωγή της βιομηχανικής ικανότητας της Ευρώπης και την προώθηση της μεγέθυνσης· τονίζει τη σημασία που έχει η θέσπιση κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, καθώς και ένα ποιοτικό δικαιοδοτικό σύστημα, αποτελεσματικό από οικονομική άποψη και ευνοϊκό προς τις καινοτομίες, για τις ευρωπαϊκές ευρεσιτεχνίες που θα σέβεται την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων· σημειώνει την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την ενίσχυση του συστήματος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Ευρώπη (COM(2007)0165

14.   θεωρεί ότι μια αποτελεσματική πολιτική ανταγωνισμού θα βοηθήσει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης των καταναλωτών, εξασφαλίζοντας περισσότερα πλεονεκτήματα στους πολίτες ως αποτέλεσμα της ευρύτερης επιλογής, των χαμηλότερων τιμών και της υψηλότερης ποιότητας· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει με ποιο τρόπο μπορεί να ενσωματώσει καλύτερα μέτρα πολιτικής ανταγωνισμού στην ευρύτερη πολιτική της ενιαίας αγοράς·

15.   τονίζει τη σημασία που έχει η καταπολέμηση της απάτης και της πειρατείας στην εσωτερική αγορά·

16.   εκφράζει την άποψη ότι η αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος και η βιώσιμη ανάπτυξη είναι πρωταρχικής σημασίας και μπορούν να επιτευχθούν μόνο με ένα ισόρροπο ενεργειακό μίγμα, καθώς και ότι η ύπαρξη πολιτικής για την ενιαία αγορά η οποία προάγει βιώσιμες και ανταγωνιστικές μορφές ενέργειας είναι ιδιαίτερα σημαντική για την επίτευξη των σκοπών αυτών· χαιρετίζει τα ανωτέρω συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν τονίστηκε επαρκώς η συμβολή της πυρηνικής ενέργειας·

17.   σύμφωνα με το Τμήμα III, παράγραφος 19, στοιχείο (θ) της εντολής(4) για τη Διακυβερνητική Διάσκεψη 2007, το οποίο αφορά Πρωτόκολλο σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος που θα προσαρτηθεί στις Συνθήκες, καλεί την Επιτροπή να αναλάβει πρωτοβουλίες για να αντιμετωπισθεί η έλλειψη ασφάλειας δικαίου στο θέμα του καθεστώτος των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, κυρίως όσον αφορά τους κανόνες για παροχή κρατικών ενισχύσεων και τις δημόσιες προμήθειες· χαιρετίζει τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής οι οποίες αποσκοπούν στη διευκρίνιση των ασαφειών στους τομείς των υπηρεσιών υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας στην ενιαία αγορά· θεωρεί ότι ισχυρές και σύγχρονες υπηρεσίες γενικού συμφέροντος είναι αναγκαίες προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι δημοσίου συμφέροντος, όπως η κοινωνική και εδαφική συνοχή, η προστασία του περιβάλλοντος και η πολιτισμική πολυμορφία·

18.   τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του δικαίου καταναλωτών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς· χαιρετίζει, συνεπώς, το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση του κεκτημένου για τους καταναλωτές· διαπιστώνει ότι οι υφιστάμενες ρήτρες στοιχειώδους εναρμόνισης που περιλαμβάνονται στις οκτώ οδηγίες στις οποίες αναφέρεται η αναθεώρηση αποτελούν πηγή νομικής αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές· εκφράζει, ως εκ τούτου, τη γνώμη, χωρίς να προδικάζει σε καμία περίπτωση το αποτέλεσμα της διαβούλευσης, ότι η επιλογή της μεικτής προσέγγισης με οριζόντιο μηχανισμό φαίνεται είναι η πλέον κατάλληλη προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών·

19.   υπενθυμίζει ότι μόνο το 6% των καταναλωτών έχουν πρόσβαση στις διασυνοριακές ηλεκτρονικές συναλλαγές αγαθών· υπογραμμίζει κατά συνέπεια τη σημασία της διεύρυνσης της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στις διασυνοριακές αγορές θέτοντας τέρμα στον κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς στο ψηφιακό περιβάλλον· ενθαρρύνει για τον σκοπό αυτό την Επιτροπή να υποστηρίξει ένα κατάλληλο πλαίσιο για την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, να δημιουργήσει ευνοϊκότερο οικονομικό περιβάλλον και, κατά συνέπεια, να βελτιώσει την ποιότητα της νομοθεσίας και να ενισχύσει τα δικαιώματα των καταναλωτών και την θέση των μικρών επιχειρηματιών στις αγορές·

20.   τονίζει ότι ούτε οι καταναλωτές ούτε οι πάροχοι υπηρεσιών είναι πάντοτε σε θέση να καθορίσουν ποιο νομικό καθεστώς εφαρμόζεται σε κάθε πτυχή των δραστηριοτήτων τους· καλεί για το λόγο αυτό την Επιτροπή να προτείνει μια διευκρίνιση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των μέσων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και των μέσων της ενιαίας αγοράς προκειμένου να μην αφήσει αμφιβολίες ως προς το πότε εφαρμόζεται η ημεδαπή ή αλλοδαπή νομοθεσία ή ρύθμιση και να μην αφήσει κενά στο καθεστώς ευθύνης που εφαρμόζεται σε παρόχους υπηρεσιών·

21.   ζητεί την συνεχή ανάπτυξη προτύπων σχεδίων με στόχο τη βελτίωση της προσπελασιμότητας για άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους και παιδιά· τονίζει τη σημασία που είχε αυτή η διαδικασία σε τομείς όπως τα αστικά λεωφορεία, ανελκυστήρες, ηλεκτρικές συσκευές και στις τεχνολογίες της πληροφορίας και των επικοινωνιών για την επέκταση των ωφελειών της ενιαίας αγοράς σε ευάλωτους πολίτες, καθώς και στη δημιουργία μεγαλύτερης ασφάλειας και την αποτροπή φραγμών για τη βιομηχανία στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

22.   τονίζει ότι οι δημόσιες συμβάσεις πρέπει να ανατίθενται με δίκαιο και διαφανή τρόπο, τηρώντας τους σχετικούς κανόνες, και ότι μπορούν επίσης να συμβάλουν στην προαγωγή της καινοτομίας και της τεχνολογικής ανάπτυξης και να ανταποκριθούν στις περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανησυχίες, συμπεριλαμβανομένης της προσπελασιμότητας στα άτομα με αναπηρία· ζητεί από την Επιτροπή να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να βελτιώσουν την πρόσβαση των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις και να συνάπτουν συμβάσεις πριν την εμπορευματοποίηση, ώστε να βελτιωθεί η ικανότητα της ενιαίας αγοράς για καινοτομίες·

23.   εκτιμά ότι η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών έχει θεμελιώδη σημασία για την αποτελεσματικότητα της ενιαίας αγοράς· υπενθυμίζει ότι το 25% των αγαθών που παράγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμη δεν καλύπτονται από μέτρα εναρμόνισης· χαιρετίζει, ως εκ τούτου, την πρωτοβουλία της Επιτροπής για τη βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς στον. συγκεκριμένο τομέα· καλεί τα κράτη μέλη να κάνουν πλήρη χρήση της αμοιβαίας αναγνώρισης προκειμένου να διασφαλίσουν την άσκηση αυτής της θεμελιώδους ελευθερίας προς το συμφέρον των καταναλωτών και των επιχειρήσεων·

24.   τονίζει πόσο σημαντικό είναι να αρθούν τα εμπόδια στη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου πληρωμών και να απελευθερωθούν περαιτέρω οι ταχυδρομικές αγορές, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη χρηματοδότηση επαρκούς παροχής καθολικής υπηρεσίας·

25.   είναι της άποψης ότι απαιτείται περαιτέρω ολοκλήρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου αυτή να συμβάλει στην αειφόρο ανάπτυξη, ιδίως μέσω της μείωσης του κόστους συναλλαγών, περισσότερων ευκαιριών για τον καταμερισμό των κινδύνων και, κατά συνέπεια, της αποτελεσματικότερης διάθεσης των πόρων·

26.   πιστεύει ότι ο σημερινός ΦΠΑ και τα συστήματα ειδικών φόρων κατανάλωσης παρακωλύουν την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και συγκεκριμένα σε ό, τι αφορά τις διασυνοριακές εμπορικές συναλλαγές· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τα φορολογικά προβλήματα που έχουν σχέση με την προσωπική πώληση δι' αλληλογραφίας και τις αγορές στο διαδίκτυο, καθώς επίσης να υποβάλει προτάσεις ώστε οι πολίτες της ΕΕ να αποκομίσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια από την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών·

27.   ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις ανησυχίες των ΜΜΕ για την ενιαία αγορά, και συγκεκριμένα να βελτιωθεί το κόστος και η ταχύτητα των διαδικασιών σύστασης μιας επιχείρησης, η διαθεσιμότητα του επιχειρηματικού κεφαλαίου/κεφαλαίου επιχειρηματικού κινδύνου, το κόστος και η ταχύτητα των υπηρεσιών πληρωμών και η κινητικότητα των προσώπων, αγαθών και υπηρεσιών· καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι το επιχειρηματικό κεφάλαιο εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων φθάνει σωστά στις ΜΜΕ και τις καινοτόμες επιχειρήσεις·

28.   εκφράζει την άποψη ότι τα άτυπα δίκτυα, όπως το Solvit και το δίκτυο ευρωπαϊκών κέντρων καταναλωτών (ECC-Net), συμπληρώνουν κατά τον καλύτερο τρόπο τα επίσημα και νομικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι πολίτες και οι επιχειρήσεις· χαιρετίζει την πρωτοβουλία για τη δημιουργία του δικτύου πληροφοριών της εσωτερικής αγοράς· καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει τη στρατηγική της πληροφόρησης προκειμένου οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να γνωρίζουν ότι υφίστανται αυτά τα δίκτυα·

29.   πιστεύει ότι χρειάζεται να αναζητηθούν περισσότεροι τρόποι διαβούλευσης και χρήσης κατάλληλων μηχανισμών για την ταχύτερη επίλυση διαφορών· ζητεί ως εκ τούτου να καθιερωθεί σε κοινοτικό επίπεδο ένας μηχανισμός ένδικων μέσων αποτελεσματικής και ταχείας διαιτησίας μέσω του οποίου να επιτυγχάνεται άμεση επίλυση των διαφορών που αφορούν τους κανόνες της ενιαίας αγοράς·

Μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης

30.   χαιρετίζει τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής για τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων και ζητεί να καταβληθούν πρόσθετες προσπάθειες προκειμένου να βελτιωθεί η πρόσβαση στην ενιαία αγορά χωρίς να μειωθεί η αναγκαία προστασία για τους πολίτες, καταναλωτές και υπαλλήλους·

31.   τονίζει ότι η αμοιβαία αναγνώριση συνιστά σημαντικό στοιχείο της εσωτερικής αγοράς το οποίο δεν προλαμβάνει την προσέγγιση της νομοθεσίας όπου χρειάζεται·

32.   τονίζει πάντως ότι η ενιαία αγορά του 21ου αιώνα πρέπει να λειτουργεί στο πλαίσιο αναγκαίων και αναλογικών κανόνων· πιστεύει ότι μπορεί να χρειάζεται μεγαλύτερη εναρμόνιση σε ορισμένους τομείς, ιδίως όσον αφορά τις λιανικές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (συμπεριλαμβανομένων των μέσων πληρωμής) και τη λειτουργία του συστήματος φορολογίας· χαιρετίζει την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για τις λιανικές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στην ενιαία αγορά (COM(2007)0226 ) και, ενώ αναγνωρίζει την τοπική φύση των λιανικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, καλεί την Επιτροπή να προωθήσει τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί και εξακολουθούν να λαμβάνονται, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια ενιαία αγορά στην οποία οι καταναλωτές και οι πάροχοι μπορούν να επιλέξουν να συμμετάσχουν· πιστεύει ότι, για το σκοπό αυτό, θα πρέπει πάντοτε οι καταναλωτές να δοκιμάζουν σε όσο το δυνατόν ευρύτερη βάση τις ενδεχόμενες πρωτοβουλίες· ενθαρρύνει την Επιτροπή να προχωρήσει στις προτάσεις της για την ενιαία κοινή φορολογική βάση για τον φόρο των εταιριών·

33.   τονίζει ότι "βελτίωση" των κανονιστικών ρυθμίσεων δεν σημαίνει αναγκαστικά "μείωση" των κανονιστικών ρυθμίσεων· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει νέες πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της λειτουργίας και της ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς και την παγίωση και απλούστευση της νομοθεσίας·

34.   εκτιμά ότι οι διαδικασίες διαβούλευσης της Επιτροπής πρέπει να είναι πιο διαφανείς και πιο στοχοθετημένες, ώστε να ενθαρρύνονται όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και ιδίως οι ΜΜΕ, να συμμετέχουν σε αυτές·

35.   πιστεύει ότι η τόνωση του ανταγωνισμού μέσω κανονιστικής μεταρρύθμισης αποτελεί το ερέθισμα που χρειάζεται η Ευρώπη για να βελτιώσει την παραγωγικότητα· επαναλαμβάνει ότι πρέπει να τηρηθούν πλήρως τα δικαιώματα του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της κανονιστικής μεταρρύθμισης·

36.   εκφράζει την άποψη ότι οι μελέτες επιπτώσεων της Επιτροπής πρέπει να είναι περισσότερο συνεκτικές και να λαμβάνουν υπόψη τους τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών· χαιρετίζει, επομένως, την ίδρυση της επιτροπής αξιολόγησης των μελετών επιπτώσεων της Επιτροπής και την καλεί να τις δημοσιοποιεί· ζητεί την εκπόνηση περισσότερων μελετών επιπτώσεων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της στήριξης των διαφόρων προτάσεων·

37.   καλεί την Επιτροπή να ενσωματώσει μια "δοκιμασία εσωτερικής αγοράς" στους μηχανισμούς βελτιωμένων ρυθμίσεων, όπως υποστηρίχθηκε από το Κοινοβούλιο, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι ρυθμιστές λαμβάνουν πάντοτε υπόψη τους τις επιπτώσεις των δράσεών τους στο πλαίσιο των τεσσάρων ελευθεριών εντός της ενιαίας αγοράς, παράλληλα με τις άλλες πτυχές που απαιτούνται, ώστε να λαμβάνονται κυρίως υπόψη η βιωσιμότητα και η απασχόληση·

38.   υπενθυμίζει ότι πρέπει να πραγματοποιείται επίσης εκ των υστέρων αξιολόγηση της νομοθεσίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι κανόνες λειτουργούν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα και να εντοπίζονται τυχόν απρόβλεπτες αρνητικές επιπτώσεις·

39.   συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι η συρρύθμιση και η αυτορρύθμιση μπορούν να αποτελέσουν μέσα τα οποία μπορούν κάλλιστα να συμπληρώνουν τις νομοθετικές πρωτοβουλίες σε ορισμένους τομείς, με σεβασμό των προνομίων του νομοθέτη· υπογραμμίζει επίσης την αποτελεσματικότητα των ενισχυμένων συνεργασιών σε ορισμένους τομείς προκειμένου να υπάρξει εξέλιξη προς μια εναρμόνιση σε εθελοντική βάση·

40.   πιστεύει ότι η ανεπαρκής μεταφορά νομοθεσίας αποτελεί ένα από τα μείζονα εμπόδια για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και ότι τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τη βελτίωση της μεταφοράς στις εθνικές νομοθεσίες και της εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ· εκφράζει την ικανοποίησή του για τη βελτίωση που έχει σημειωθεί όσον αφορά τη μεταφορά της κοινοτικής νομοθεσίας στις εθνικές νομοθεσίες και για το νέο στόχο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών περί σταδιακής μείωσης του ελλείμματος "στόχου" σε ό,τι αφορά τη μεταφορά της κοινοτικής νομοθεσίας στα εθνικά δίκαια στο 1%· καλεί τα κράτη μέλη να αποφύγουν το σκόπελο της υπερρύθμισης κατά τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία ("gold plating")·

41.   τονίζει τη σημασία της ενίσχυσης και της βελτίωσης της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των αρχών των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την ενιαία αγορά·

Η διεθνής διάσταση

42.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για την προστασία της εθνικής τους αγοράς· τονίζει τη σημασία που έχει η διαμόρφωση ίσων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ενιαία αγορά· υπογραμμίζει ότι μια εύρυθμη ενιαία αγορά συνιστά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την Ευρώπη στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης·

43.   καλεί την Επιτροπή, κατά τη διαμόρφωση των εσωτερικών της πολιτικών, να αξιολογεί συστηματικά και να λαμβάνει υπόψη τις συγκρίσιμες πολιτικές που ακολουθούν οι μεγάλοι εταίροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Ιαπωνία κ.ά., με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ και την άρση των εμποδίων στο παγκόσμιο εμπόριο·

44.   επισημαίνει ότι οι πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση ελαστικότερων ευρωπαϊκών προτύπων· υπενθυμίζει τη σημασία που έχει η ανάπτυξη εποικοδομητικού και ισορροπημένου διαλόγου με τους εξωτερικούς εταίρους όσον αφορά την επίδραση στην ανάπτυξη διεθνών προτύπων·

45.   λαμβάνει υπό σημείωση την πρωτοβουλία της Επιτροπής να διενεργήσει μια συνεκτική αναθεώρηση των μέσων εμπορικής άμυνας της Ένωσης· τονίζει ότι τα αποτελεσματικά εμπορικά μέσα άμυνας είναι ζωτικά για την ανταγωνιστικότητα, την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη παγκόσμια οικονομία· υπενθυμίζει ότι η ΕΕ πρέπει να διατηρήσει την ηγετική θέση που κατείχε στο παρελθόν στο πλαίσιο της βελτίωσης και ενίσχυσης της πειθαρχίας σε επίπεδο ΠΟΕ·

46.   είναι της άποψης ότι η ΕΕ θα είναι ικανή να προοδεύσει σε μια παγκόσμια οικονομία μόνο εάν προσαρμόσει, και δη βελτιώσει, την ικανότητα καινοτομίας των εμπορικών της εταίρων· εμμένει στο γεγονός ότι η ΕΕ χρειάζεται ειδικά μέτρα προκειμένου να καταστήσει την ενιαία αγορά περισσότερο καινοτόμο· καλεί, επιπλέον, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να τοποθετήσουν την Ένωση ως οντότητα σε σχέση με τις μελλοντικές τάσεις στην παγκόσμια οικονομία, κατά τρόπο που να διασφαλίζει τόσο την αποτελεσματικότητα της εμπορικής άμυνας της Ένωσης όσο και την βιώσιμη ανταγωνιστικότητά της· πιστεύει ότι η διατλαντική εσωτερική αγορά μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο μέσο για τον σκοπό αυτό·

o
o   o

47.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0070 .
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0201 .
(3) ΕΕ L 376, 27.12.2006, σ. 36.
(4) Παράρτημα Ι των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Βρυξέλλες 21-22 Ιουνίου 2007.

Τελευταία ενημέρωση: 15 Απριλίου 2008Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου