Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008 - ΣτρασβούργοΟριστική έκδοση
Σύναψη εταιρικών σχέσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας σταθεροποίησης και σύνδεσης *
 Έλεγχος των οδικών μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων (εκτελεστικές εξουσίες της Επιτροπής) ***I
 Κατάργηση των διακρίσεων στον τομέα των τιμών και όρων μεταφοράς ***I
 Αερολιμενικά τέλη ***I
  Ψήφισμα
  Ενοποιημένο κείμενο
 Εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων ***I
  Ψήφισμα
  Ενοποιημένο κείμενο
  Παράρτημα
 Eφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ***I
  Ψήφισμα
  Ενοποιημένο κείμενο
 CARS 21: ανταγωνιστικό κανονιστικό πλαίσιο για την αυτοκινητοβιομηχανία
 Η φορολογική μεταχείριση των ζημιών σε περιπτώσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα
 Κοινοτική στρατηγική 2007-2012 για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία

Σύναψη εταιρικών σχέσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας σταθεροποίησης και σύνδεσης *
PDF 58k   DOC 31k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 533/2004 του Συμβουλίου για τη σύναψη εταιρικών σχέσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας σταθεροποίησης και σύνδεσης (COM(2007)0662 – C6-0471/2007 – 2007/0239(CNS) )
P6_TA(2008)0001 A6-0517/2007

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2007)0662 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο181α, παράγραφος 2, πρώτη πρόταση της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6-0471/2007 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 και το άρθρο 43, παράγραφος 1 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων (A6-0517/2007 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής·

2.   καλεί το Συμβούλιο, στην περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

3.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

4.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


Έλεγχος των οδικών μεταφορών επικίνδυνων εμπορευμάτων (εκτελεστικές εξουσίες της Επιτροπής) ***I
PDF 58k   DOC 32k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση της οδηγίας 95/50/ΕΚ όσον αφορά τις εκτελεστικές εξουσίες που ανατίθενται στην Επιτροπή (COM(2007)0509 – C6-0278/2007 – 2007/0184(COD) )
P6_TA(2008)0002 A6-0506/2007

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0509 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 71 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0278/2007 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A6-0506/2007 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


Κατάργηση των διακρίσεων στον τομέα των τιμών και όρων μεταφοράς ***I
PDF 91k   DOC 57k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 11 περί καταργήσεως των διακρίσεων στον τομέα των τιμών και όρων μεταφοράς κατ' εφαρμογή του άρθρου 79 παράγραφος 3 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την υγιεινή των τροφίμων – Πτυχές που αφορούν τις μεταφορές (COM(2007)0090 – C6-0086/2007 – 2007/0037A(COD) )
P6_TA(2008)0003 A6-0513/2007

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0090 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και τα άρθρα 75, παράγραφος 3, 95 και 152, παράγραφος 4β της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0086/2007 ),

–   έχοντας υπόψη την απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της 5ης Ιουλίου 2007 σύμφωνα με την οποία εξουσιοδοτούνται η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και η Επιτροπή Μεταφορών και Τουρισμού να συντάξουν από μια νομοθετική έκθεση η κάθε μια σχετικά με τη βάση της προαναφερθείσας πρότασης της Επιτροπής,

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προταθείσας νομικής βάσης,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 51 και 35 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A6-0513/2007 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροποποιήσεις του Κοινοβουλίου
Τροπολογία 1
ΤΙΤΛΟΣ
Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 11 περί καταργήσεως των διακρίσεων στον τομέα των τιμών και όρων μεταφοράς κατ' εφαρμογή του άρθρου 79 παράγραφος 3 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την υγιεινή των τροφίμων.
Κανονισμός του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 11 περί καταργήσεως των διακρίσεων στον τομέα των τιμών και όρων μεταφοράς κατ' εφαρμογή του άρθρου 79 παράγραφος 3 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος.
Τροπολογία 2
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ 1
Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 75 παράγραφος 3, το άρθρο 95 και το άρθρο 152 παράγραφος 4 στοιχείο β) ,
Έχοντας υπόψη: τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 75 παράγραφος 3,
Τροπολογία 3
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ 5
Ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης,
Διαγράφεται
Τροπολογία 4
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 3
(3)    Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 όλες οι επιχειρήσεις τροφίμων σχεδιάζουν, εφαρμόζουν και διατηρούν πάγια διαδικασία ή διαδικασίες βάσει των αρχών της ανάλυσης κινδύνων και κρίσιμων σημείων ελέγχου (HACCP).
Διαγράφεται
Τροπολογία 5
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 4
(4)    Η πείρα έχει δείξει ότι σε ορισμένες επιχειρήσεις τροφίμων, η υγιεινή των τροφίμων μπορεί να εξασφαλιστεί με την ορθή εφαρμογή των απαιτήσεων περί υγιεινής των τροφίμων που θεσπίζονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 852/2004 χωρίς να καταφύγουν στο σύστημα HACCP. Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είναι κυρίως μικρές επιχειρήσεις που πωλούν τα προϊόντα τους απευθείας στον τελικό καταναλωτή, όπως αρτοποιεία, κρεοπωλεία, παντοπωλεία, πάγκοι σε λαϊκές αγορές, εστιατόρια και μπαρ, που είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις με την έννοια της σύστασης 2003/361/EΚ της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων.
Διαγράφεται
Τροπολογία 6
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 5
(5)    Συνεπώς, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η εξαίρεση των εν λόγω επιχειρήσεων από την απαίτηση του άρθρου 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004, δεδομένου ότι αυτές πρέπει να συμμορφώνονται με όλες τις άλλες απαιτήσεις προαναφερόμενου κανονισμού.
Διαγράφεται
Τροπολογία 7
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 6
(6)    Δεδομένου ότι η τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και η τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 11 έχουν κοινό σκοπό τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις, χωρίς να μεταβάλουν τον επιδιωκόμενο σκοπό των εν λόγω κανονισμών, ενδείκνυται να συμπεριληφθούν οι τροποποιήσεις αυτές σε έναν κανονισμό.
Διαγράφεται
Τροπολογία 8
ΑΡΘΡΟ 2
Άρθρο 5, παράγραφος 3 (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 852/2004)
Άρθρο 2
Διαγράφεται
Στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:
"Υπό την επιφύλαξη των άλλων απαιτήσεων του κανονισμού, η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις με την έννοια της σύστασης της Επιτροπής 2003/361/EΚ της 6ης Μαΐου 2003 και στις δραστηριότητες που συνίστανται κυρίως στην απευθείας πώληση τροφίμων στον τελικό καταναλωτή."

Αερολιμενικά τέλη ***I
PDF 153k   DOC 107k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα αερολιμενικά τέλη (COM(2006)0820 – C6-0056/2007 – 2007/0013(COD) )
P6_TA(2008)0004 A6-0497/2007

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2006)0820 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 80 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0056/2007 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A6-0497/2007 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Kοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 15 Ιανουαρίου 2008 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2008/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα αερολιμενικά τέλη

P6_TC1-COD(2007)0013


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής║,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1) ,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(2) ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 251 της Συνθήκης(3) ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)   Κύρια αποστολή και εμπορική δραστηριότητα των αερολιμένων είναι να εξασφαλίζουν τον χειρισμό αεροσκαφών, από την προσγείωση έως την απογείωσή τους, και επιβατών και φορτίου, έτσι ώστε να επιτρέπουν στους αερομεταφορείς να παρέχουν υπηρεσίες μεταφοράς. Προς το σκοπό αυτό, οι αερολιμένες προσφέρουν ορισμένες διευκολύνσεις και υπηρεσίες σχετιζόμενες με την εκμετάλλευση αεροσκαφών και τη διακίνηση επιβατών και φορτίου, το κόστος των οποίων ανακτούν εν γένει μέσω των αερολιμενικών τελών. Οι διευκολύνσεις και οι υπηρεσίες για τις οποίες επιβάλλονται τέλη θα πρέπει να παρέχονται σε αποδοτική από απόψεως κόστους βάση.

(2)   Είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο, το οποίο να διέπει τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά των αερολιμενικών τελών και τον τρόπο καθορισμού τους, διότι, χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, ενδέχεται να μην τηρούνται βασικές απαιτήσεις στις σχέσεις μεταξύ φορέων διαχείρισης και χρηστών των αερολιμένων.

(3)   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους αερολιμένες, οι οποίοι βρίσκονται στο έδαφος της Κοινότητας και υπερβαίνουν ένα ελάχιστο μέγεθος, καθόσον η διαχείριση και η χρηματοδότηση των μικρών αερολιμένων απαιτούν την εφαρμογή κοινοτικού πλαισίου.

(4)   Η είσπραξη των τελών για την παροχή αεροναυτιλιακών υπηρεσιών και την επίγεια εξυπηρέτηση έχει ήδη αποτελέσει το αντικείμενο του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1794/2006 της Επιτροπής (4) ║και της οδηγίας 96/67/EΚ του Συμβουλίου(5) ║, αντίστοιχα.

(5)   Τα αερολιμενικά τέλη δεν πρέπει να εισάγουν διακρίσεις. Πρέπει να καθιερωθεί υποχρεωτική διαδικασία τακτικής διαβούλευσης μεταξύ φορέων διαχείρισης των αερολιμένων και των χρηστών τους, η οποία θα δίνει και στις δύο πλευρές τη δυνατότητα να προσφεύγουν σε ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή όποτε τίθεται σε αμφισβήτηση από τους χρήστες του αερολιμένα μια απόφαση σχετικά με τα αερολιμενικά τέλη ή την τροποποίηση του συστήματος χρέωσης.

(6)   Σε κάθε κράτος μέλος πρέπει να οριστεί ή να συσταθεί ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή, ώστε να εξασφαλισθεί η αμεροληψία των αποφάσεών της και η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας. Η εν λόγω αρχή πρέπει να διαθέτει όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να φέρει σε πέρας τα καθήκοντά της, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αερολιμένες παρέχουν τις υπηρεσίες και τις διευκολύνσεις τους σε αποδοτική από απόψεως κόστους βάση.

(7)   Είναι ζωτικής σημασίας για τους χρήστες των αερολιμένων να ενημερώνονται από τον φορέα διαχείρισης των αερολιμένων, σε τακτική βάση, για τον τρόπο και τη βάση υπολογισμού των αερολιμενικών τελών. Η διαφάνεια θα παρέχει στους αερομεταφορείς εικόνα για το κόστος στο οποίο υποβάλλεται ο αερολιμένας και για την παραγωγικότητα των επενδύσεων του αερολιμένα. Για να μπορεί ο φορέας διαχείρισης ενός αερολιμένα να εκτιμά ορθά το ύψος των μελλοντικών του επενδύσεων, απαιτείται από τους χρήστες των αερολιμένων να διαβιβάζουν έγκαιρα στον φορέα διαχείρισης όλες τις επιχειρησιακές τους προβλέψεις, τα αναπτυξιακά τους έργα και τα ιδιαίτερα αιτήματα και επιθυμίες τους.

(8)   Οι αερολιμένες οφείλουν να πληροφορούν τους χρήστες των αερολιμένων για τα κύρια έργα υποδομών, διότι τα έργα αυτά έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο ύψος των αερολιμενικών τελών. Η πληροφόρηση αυτή πραγματοποιείται κατά τρόπο που επιτρέπει την παρακολούθηση του κόστους της υποδομής, την παροχή κατάλληλων και αποτελεσματικών διευκολύνσεων στον αντίστοιχο αερολιμένα.

(9)   Δεδομένης της εμφάνισης αερομεταφορέων που εκτελούν αερομεταφορές με χαμηλό κόστος, οι εξυπηρετούμενοι αερολιμένες πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν τέλη αντίστοιχα της υποδομής ή/και του επιπέδου εξυπηρέτησης, διότι οι αερομεταφορείς έχουν νόμιμο συμφέρον να απαιτούν από έναν αερολιμένα υπηρεσίες ανάλογες της σχέσης τιμής/ποιότητας. Ωστόσο, η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση σε αυτό το διαφορετικό επίπεδο υποδομής ή υπηρεσιών πρέπει να επιτρέπεται σε όλους τους αερομεταφορείς που επιθυμούν να τις χρησιμοποιούν. Σε περίπτωση που η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά, η πρόσβαση πρέπει να καθορίζεται με βάση αντικειμενικά και ισότιμα κριτήρια που θα ορίσει ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα. Κάθε διαφοροποίηση ή/και αύξηση των τελών πρέπει να είναι διαφανής, αντικειμενική και να βασίζεται σε σαφή κριτήρια. Η διαφοροποίηση θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως κίνητρο για τη δημιουργία νέων γραμμών, προάγοντας με αυτόν τον τρόπο την περιφερειακή ανάπτυξη, σε περιφέρειες που παρουσιάζουν γεωγραφικά μειονεκτήματα και μειονεκτήματα που οφείλονται σε φυσικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένων των άκρως απομακρυσμένων περιφερειών.

(10)   Επειδή οι μέθοδοι καθορισμού και είσπραξης των επιβαρύνσεων για την κάλυψη του κόστους ασφαλείας διαφέρουν στην Κοινότητα, χρειάζεται εναρμόνιση της βάσης χρέωσης του κόστους ασφαλείας στους κοινοτικούς αερολιμένες, η οποία να εξασφαλίζει ότι το κόστος ασφαλείας ενσωματώνεται στα αερολιμενικά τέλη. Στους αερολιμένες αυτούς, τα τέλη πρέπει να συνδέονται με το πραγματικό κόστος ασφαλείας, με ορθή διαχείριση τυχόν δημόσιας χρηματοδότησης και κρατικής ενίσχυσης για το κόστος ασφαλείας, η δε υπηρεσία θα πρέπει να παρέχεται σε τιμή κόστους και να μην αποκομίζεται κέρδος. Τα έσοδα που προέρχονται από αερολιμενικά τέλη που έχουν επιβληθεί για την κάλυψη του κόστους ασφαλείας, πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εφαρμογή μέτρων ασφαλείας.

(11)   Οι χρήστες των αερολιμένων δικαιούνται καθορισμένο επίπεδο εξυπηρέτησης για τα τέλη που καταβάλλουν. Για να εξασφαλισθεί αυτό, το επίπεδο εξυπηρέτησης πρέπει να συμφωνείται, σε τακτική βάση, μεταξύ του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και της(των) ένωσης(εων) εκπροσώπησης των χρηστών του αερολιμένα.

(12)   Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, και ιδίως των άρθρων 81 έως 89.

(13)   Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, διότι δεν είναι δυνατόν να καθιερωθούν στο επίπεδό τους συστήματα αερολιμενικών τελών με ενιαίο τρόπο σε όλη την Κοινότητα, και, επομένως, μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικότερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Η παρούσα οδηγία θέτει κοινές αρχές για την είσπραξη των αερολιμενικών τελών στους κοινοτικούς αερολιμένες. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της ελευθερίας που διαθέτουν οι υπηρεσίες διαχείρισης του αερολιμένα να επιλέγουν σύστημα ενιαίου ή διπλού ταμείου ή μικτό σύστημα.

2.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε κάθε αερολιμένα ο οποίος βρίσκεται σε έδαφος υποκείμενο στις διατάξεις της Συνθήκης και είναι ανοικτός στην εμπορική κίνηση, εφόσον έχει ετήσια κίνηση που υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια διακινουμένων επιβατών, ή που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 15 % της επιβατικής κίνησης στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία και σε άλλους αερολιμένες εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, αφού προηγηθεί ενδελεχής διερεύνηση από πλευράς της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό εθνικής αρχής.

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επίσης στα αερολιμενικά δίκτυα και σε όλους τους αερολιμένες που είναι οργανωμένοι σε δίκτυα και ευρίσκονται σε έδαφος υποκείμενο στις διατάξεις της Συνθήκης.

Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν κατάλογο των αερολιμένων που ευρίσκονται στο έδαφός τους και υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Ο κατάλογος αυτός βασίζεται σε δεδομένα της EUROSTAT και ενημερώνεται ετησίως.

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για τα τέλη που εισπράττονται επ'αμοιβή των αεροναυτιλιακών υπηρεσιών κατά τη διαδρομή και των τερματικών αεροναυτιλιακών υπηρεσιών σύμφωνα με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1794/2006 ║, ή για τα τέλη που εισπράττονται επ'αμοιβή της επίγειας εξυπηρέτησης, όπως αναφέρεται στο παράρτημα της οδηγίας 96/67/EΚ ║, ή για τα τέλη που επιβάλλονται για τη χρηματοδότηση της παροχής βοήθειας σε επιβάτες με ειδικές ανάγκες και επιβάτες με περιορισμένη κινητικότητα, που αναφέρονται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1107/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006 , σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία και των ατόμων με μειωμένη κινητικότητα όταν ταξιδεύουν αεροπορικώς (6) .

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να εφαρμόζουν πρόσθετα κανονιστικά μέτρα, τα οποία είναι συμβιβάσιμα με την παρούσα οδηγία, ή άλλες σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σε ό,τι αφορά φορείς διαχείρισης αερολιμένων εγκατεστημένων στο έδαφός τους. Τα μέτρα είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν την έγκριση συστημάτων χρέωσης ή/και του ύψους των τελών με βάση το δίκαιο περί ανταγωνισμού.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Στην παρούσα οδηγία νοείται ως:

   α) "αερολιμένας", κάθε χώρος διαρρυθμισμένος ειδικά για την προσγείωση, την απογείωση και τους ελιγμούς αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων των τυχών βοηθητικών εγκαταστάσεων για τις ανάγκες της κίνησης και της εξυπηρέτησης των αεροσκαφών, καθώς και των εγκαταστάσεων που υποβοηθούν τις εμπορικές αεροπορικές υπηρεσίες·
   β) "φορέας διαχείρισης του αερολιμένα", ο φορέας ο οποίος, σε συνδυασμό ή όχι με άλλες δραστηριότητες, αναλόγως της περίπτωσης, έχει ως αποστολή βάσει εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων τη διοίκηση και τη διαχείριση των αερολιμενικών υποδομών ή των υποδομών αερολιμενικών δικτύων και το συντονισμό και τον έλεγχο των δραστηριοτήτων των διαφόρων αερομεταφορέων που εξυπηρετούν τους συγκεκριμένους αερολιμένες ή αερολιμενικά δίκτυα·
   γ) "χρήστης αερολιμένα", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μεταφέρει αεροπορικώς επιβάτες, ταχυδρομείο ή/και φορτίο, από ή προς το συγκεκριμένο αερολιμένα·
   δ) "αερολιμενικά τέλη", η εισφορά που εισπράττεται από τον φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και καταβάλλεται από τους χρήστες του αερολιμένα ή/και τους επιβάτες τους για την χρήση των διευκολύνσεων και των υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται αποκλειστικά από τον φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και αφορούν την προσγείωση, την απογείωση, το φωτισμό και τη στάθμευση αεροσκαφών και τη διακίνηση επιβατών και φορτίου·
   ε) "τέλη ασφαλείας", η εισφορά που έχει υπολογισθεί ειδικά για την κάλυψη όλου ή μέρους του κόστους των ελάχιστων μέτρων ασφαλείας που αποβλέπουν στην προστασία της πολιτικής αεροπορίας από έκνομες ενέργειες, οι οποίες ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2320/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στο πεδίο της ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας (7) ·
   στ) "δίκτυο αερολιμένων", ο αριθμός αερολιμένων εντός κράτους μέλους, των οποίων η διαχείριση γίνεται από φορέα διαχείρισης αερολιμένα που έχει οριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή.

Άρθρο 3

Απαγόρευση διακρίσεων

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα αερολιμενικά τέλη δεν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ χρηστών των αερολιμένων ή επιβατών.

Η παρούσα διάταξη δεν παρεμποδίζει τη θέσπιση προσαρμογών των τελών για αντικειμενικούς και διαφανείς λόγους γενικού συμφέροντος.

Άρθρο 4

Αερολιμένες σε δίκτυο

Προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι υπάρχει πρόσβαση στους αερολιμένες ενός δικτύου αερολιμένων σε κόστος ανάλογο προς τον αριθμό των επιβατών, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους φορείς διαχείρισης των δικτύων αερολιμένων την εισαγωγή ενιαίου και διαφανούς συστήματος αερολιμενικών τελών σε όλους τους αερολιμένες που ανήκουν στο δίκτυο. Η άδεια δίδεται μόνον υπό τον όρο ότι δεν θα παραμορφωθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των αερολιμένων των διαφόρων κρατών μελών, για παράδειγμα από απόψεως τουρισμού. Σε περίπτωση αντιδικίας, ο ενάγων δύναται να απευθύνεται στην Επιτροπή δυνάμει των σχετικών κανόνων περί ανταγωνισμού.

Άρθρο 5

Διαβουλεύσεις και επανόρθωση

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι σε κάθε αερολιμένα για τον οποίο ισχύει η παρούσα οδηγία καθιερώνεται υποχρεωτική διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και των χρηστών του αερολιμένα ή των εκπροσώπων τους για τη λειτουργία της δομής των αερολιμενικών τελών και το ύψος τους, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της ποιότητας των υπηρεσιών που θα προσφέρει ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα σε αντάλλαγμα για τα αερολιμενικά τέλη. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαβούλευση αυτή πραγματοποιείται πριν φορείς διαχείρισης ή χρήστες αερολιμένων υποβάλουν ή επιφέρουν σημαντική αλλαγή της δομής ή του ύψους των αερολιμενικών τελών. Όπου υπάρχει πολυετής συμφωνία μεταξύ του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και των χρηστών του ή των εκπροσώπων τους, η διαβούλευση διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας αυτής.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όποτε είναι δυνατόν, οι αλλαγές του συστήματος αερολιμενικών τελών ή του ύψους τους πραγματοποιούνται σε συμφωνία του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα με τους χρήστες του αερολιμένα. Προς το σκοπό αυτό, ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα υποβάλλει τυχόν πρόταση τροποποίησης του συστήματος αερολιμενικών τελών ή του ύψους τους στους χρήστες του αερολιμένα το αργότερο εντός έξι μηνών πριν την έναρξη ισχύος των τελών, καθώς και την αιτιολόγηση των προτεινόμενων αλλαγών. Κατ'αίτηση ενός χρήστη του αερολιμένα, ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα πραγματοποιεί με τους χρήστες του αερολιμένα διαβουλεύσεις για τις αλλαγές που προτείνει και λαμβάνει υπόψη του τις απόψεις τους πριν λάβει τελική απόφαση. Ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα δημοσιεύει την τελική του απόφαση εντός ευλόγου προθεσμίας πριν την έναρξη ισχύος της. Ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα αιτιολογεί την απόφασή του σε σχέση με τις απόψεις των χρηστών του αερολιμένα σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για τις προτεινόμενες αλλαγές μεταξύ του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και των χρηστών του αερολιμένα.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση οριστικής διαφωνίας επί απόφασης σχετικά με αερολιμενικά τέλη, ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα ή οι χρήστες του, εφόσον εκπροσωπούν τουλάχιστον δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους αεροπορικές εταιρίες ή τουλάχιστον το 10% των ετήσιων κινήσεων αεροσκαφών ή του ετήσιου αριθμού επιβατών στο σχετικό αερολιμένα, μπορούν να ζητήσουν την παρέμβαση ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής, η οποία θα εξετάσει το αιτιολογικό της τροποποίησης του συστήματος αερολιμενικών τελών ή του ύψους αυτών.

Η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή που ορίζεται ή συγκροτείται δυνάμει του άρθρου 12 :

   α) θεσπίζει διαδικασία επίλυσης των διαφωνιών μεταξύ του φορέα διαχείρισης και των χρηστών του αερολιμένα ή των εκπροσώπων τους όσον αφορά τις αλλαγές του ύψους ή της δομής των αερολιμενικών τελών, συμπεριλαμβανομένων τελών που αφορούν την ποιότητα των υπηρεσιών·
   β) προσδιορίζει τους όρους υπό τους οποίους μπορεί μια διαφωνία να προσαχθεί ενώπιόν της προς επίλυση·
   γ) προσδιορίζει τα κριτήρια, βάσει των οποίων θα αξιολογούνται οι διαφορές.

Αυτοί οι όροι και τα κριτήρια δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι διαφανείς και σύμφωνα με τις κοινοτικές αρχές περί ανταγωνισμού και της παρούσας οδηγίας.

Η εξέταση μιας αλλαγής του συστήματος αερολιμενικών τελών ή του ύψους αυτών δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

4.    Ο χρήστης του αερολιμένα πρέπει να υποβάλλει εκ πρώτης όψεως αποδείξεις ότι ο εν λόγω αερολιμένας έλαβε μέτρα κατά παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

5.    Τούτο δεν θίγει καμία υπάρχουσα διαδικασία επίλυσης διαφορών ή νόμιμης προσφυγής.

Άρθρο 6

Διαφάνεια

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα πληροφορεί κάθε χρήστη αερολιμένα, ή τους εκπροσώπους ή τις ενώσεις χρηστών του αερολιμένα, μια φορά ανά έτος για τις συνιστώσες που χρησιμεύουν ως βάση για τον καθορισμό του ύψους όλων των εισπραττόμενων τελών στον αερολιμένα. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει τουλάχιστον:

   α) κατάλογο των διαφόρων υπηρεσιών και υποδομών που παρέχονται έναντι του εισπραττόμενου τέλους·
   β) τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τελών με αναφορά εάν εφαρμόστηκε ενιαίο ή διπλό ταμείο ή μικτό σύστημα·
   γ) τη γενική διάρθρωση του κόστους του αερολιμένα, σε σχέση με τις καλυπτόμενες εγκαταστάσεις και υπηρεσίες, στο βαθμό που αυτό είναι σημαντικό για τον υπολογισμό των αερολιμενικών τελών και πρέπει να παρουσιάζεται στις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων·
   δ) τα έσοδα και το κόστος κάθε κατηγορίας τελών αεροδρομίου που εισπράττονται στον αερολιμένα·
   ε) τα έσοδα του αερολιμένα από κρατικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις και άλλου είδους νομισματική στήριξη σε σχέση με τα έσοδα από τα τέλη·
   στ) τις κρατικές και περιφερειακές επιδοτήσεις που χορηγούνται στον αερολιμένα και το ποσό των πόρων που προέρχονται από δημόσια χρηματοδότηση σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών·
   ζ) το συνολικό αριθμό απασχολουμένων στις υπηρεσίες για τις οποίες εισπράττονται τα τέλη·
   η) τις προβλέψεις σχετικά με την κατάσταση του αεροδρομίου όσον αφορά ▌την αύξηση της κίνησης και τις τυχόν προτεινόμενες σημαντικές επενδύσεις·
   θ) την τρέχουσα χρήση της υποδομής και του εξοπλισμού του αερολιμένα για μια συγκεκριμένη περίοδο·
   ι) την προβλεπόμενη απόδοση οιωνδήποτε προτεινόμενων μείζονων επενδύσεων ως προς τα αποτελέσματά τους στην χωρητικότητα του αερολιμένα και τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι χρήστες του αερολιμένα πληροφορούν ▌τον φορέα διαχείρισης, πριν από οποιεσδήποτε αναμενόμενες τροποποιήσεις του επιπέδου των αερολιμενικών τελών ή του συστήματος αερολιμενικών τελών ή πριν από τη θέσπιση νέων τελών, ιδίως σχετικά με:

   α) τις προβλέψεις κίνησής τους·
   β) τις προβλέψεις τους όσον αφορά τη σύνθεση και την επικείμενη χρήση του στόλου τους·
   γ) τα αναπτυξιακά τους σχέδια στον συγκεκριμένο αερολιμένα·
   δ) τις απαιτήσεις τους στον συγκεκριμένο αερολιμένα.

3.   Οι πληροφορίες που παρέχονται στον φορέα διαχείρισης του αερολιμένα βάσει των παραγράφων 1 και 2 θεωρούνται εμπιστευτικές και τυγχάνουν ανάλογης μεταχείρισης. Διέπονται από την εθνική νομοθεσία για τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των δεδομένων. Στην περίπτωση αερολιμένων εισηγμένων στο χρηματιστήριο πρέπει να τηρούνται ιδιαίτερα οι διατάξεις του χρηματιστηριακού δικαίου.

4.    Εντός ενός πλαισίου κατάλληλων διατάξεων σχετικά με την εμπιστευτικότητα, η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που απαιτεί σε σχέση με τις δραστηριότητές της.

Άρθρο 7

Νέες υποδομές

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα συμβουλεύεται τους χρήστες του αερολιμένα πριν οριστικοποιηθούν τα σχέδια νέων έργων υποδομών. Το αργότερο εντός πέντε ετών πριν η επένδυση τεθεί σε λειτουργία, ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα μπορεί να προβάλει τα συμφέροντά του μέσω προχρηματοδότησης όταν θεσπίζονται αερολιμενικά τέλη.

Ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα μπορεί να προχρηματοδοτήσει νέα σχέδια υποδομών με αντίστοιχη αύξηση των αερολιμενικών τελών, υπό την προϋπόθεση ότι:

   α) παρέχονται στους χρήστες του αερολιμένα διαφανείς πληροφορίες σχετικά με την έκταση και τη διάρκεια των αυξήσεων των αεροπορικών τελών·
   β) όλα τα πρόσθετα έσοδα θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την κατασκευή της προτεινόμενης υποδομής·
   γ) διατίθενται όλες οι υπηρεσιακές άδειες.

Άρθρο 8

Πρότυπα ποιότητας

1.   Για να εξασφαλισθεί ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία ενός αερολιμένα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα και η ένωση ή οι ενώσεις εκπροσώπησης των χρηστών του αερολιμένα έρχονται σε διαπραγματεύσεις με σκοπό τη σύναψη συμφωνιών για τα εκάστοτε επίπεδα των υπηρεσιών σύμφωνα με τις διατάξεις για διαφοροποίηση των τελών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 9 ως προς την ποιότητα εξυπηρέτησης στον τερματικό ή στους τερματικούς σταθμούς του αερολιμένα, καθώς και για την ακριβή και έγκαιρη πληροφόρηση από πλευράς των χρηστών του αερολιμένα για τις σχεδιαζόμενες δραστηριότητές τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 , έτσι ώστε να είναι σε θέση ο αερολιμένας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η εν λόγω συμφωνία συνάπτεται τουλάχιστον μια φορά ανά διετία και κοινοποιείται στην ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή κάθε κράτους μέλους.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για τα επίπεδα εξυπηρέτησης, οιαδήποτε πλευρά μπορεί να ζητήσει την παρέμβαση της ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής.

Άρθρο 9

Διαφορές στα τέλη

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτρέψουν στον φορέα διαχείρισης του αερολιμένα να διαφοροποιεί την ποιότητα και το πεδίο συγκεκριμένων αερολιμενικών υπηρεσιών, τερματικών ή μέρους των τερματικών σταθμών, προκειμένου να παρέχει εξατομικευμένες υπηρεσίες ή εξειδικευμένο τερματικό σταθμό ή μέρος αυτού. Το ύψος των αερολιμενικών τελών είναι δυνατόν να διαφοροποιείται ανάλογα με την ποιότητα και το πεδίο εξυπηρέτησης, αλλά και ανάλογα με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις, την ηχορρύπανση ή άλλα δημόσια συμφέροντα, υπό την προϋπόθεση ότι καθορίζεται με βάση συναφή, αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι αερολιμένες επιβάλλουν το ίδιο τέλος για την ίδια υπηρεσία. Ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα μπορεί να παρέχει στους χρήστες του αερολιμένα διευκολύνσεις όσον αφορά τα τέλη, με βάση την ποιότητα μιας παρεχόμενης υπηρεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω υπηρεσία διατίθεται σε όλους τους χρήστες του αερολιμένα με δημοσιοποιημένους, διαφανείς και αντικειμενικούς όρους. Μπορεί να παρέχει διευκόλυνση σε χρήστες που προσφέρουν νέες διαδρομές, υπό την προϋπόθεση ότι η διευκόλυνση παρέχεται επίσης με δημόσιο και αμερόληπτο τρόπο και διατίθεται σε όλους τους χρήστες του αερολιμένα με τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τη κοινοτική νομοθεσία για τον ανταγωνισμό.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οιοσδήποτε χρήστης αερολιμένα επιθυμεί να χρησιμοποιεί τις εξατομικευμένες υπηρεσίες ή εξειδικευμένο τερματικό σταθμό ή μέρος αυτού έχει την αντίστοιχη πρόσβαση.

Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η πρόσβαση σε εξατομικευμένες υπηρεσίες ή εξειδικευμένο τερματικό σταθμό ή μέρος αυτού από περισσότερους χρήστες που το επιθυμούν εξαιτίας της περιορισμένης χωρητικότητας, η πρόσβαση καθορίζεται με βάση συναφή, αντικειμενικά, διαφανή κριτήρια που δεν εισάγουν διακρίσεις.

Άρθρο 10

Τέλη ασφαλείας

Τα τέλη ασφαλείας χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την κάλυψη του κόστους ασφαλείας και δεν υπερβαίνουν το κόστος αυτό. Δεν επιτρέπεται η άντληση κέρδους από τα τέλη ασφαλείας. Το κόστος καθορίζεται σύμφωνα με τις αρχές της οικονομικής και λειτουργικής αποτελεσματικότητας καθώς και με τις λογιστικές αρχές και την αξιολόγηση που εν γένει αναγνωρίζεται σε κάθε κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το κόστος κατανέμεται δίκαια μεταξύ των διαφόρων ομάδων χρηστών σε κάθε αερολιμένα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται ιδίως υπόψη:

   το κόστος χρηματοδότησης των διευκολύνσεων και των εγκαταστάσεων που αφορούν την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της θεμιτής απόσβεσης της αξίας αυτών των διευκολύνσεων και εγκαταστάσεων·
   οι δαπάνες του προσωπικού και των δραστηριοτήτων ασφαλείας με εξαίρεση το κόστος βραχυπρόθεσμων μέτρων αυξημένης ασφαλείας που επιβάλλονται στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας βάσει ειδικής αξιολόγησης του κινδύνου και συνεπάγονται πρόσθετες δαπάνες δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας·
   οι επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις που χορηγούνται από τις αρμόδιες αρχές για την ασφάλεια.

Τα έσοδα από τα τέλη ασφαλείας που εισπράττονται σε συγκεκριμένο αερολιμένα επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για την κάλυψη των δαπανών ασφαλείας του αερολιμένα, οι οποίες ανέκυψαν στον τόπο στον οποίο εισπράχθηκαν τα τέλη. Στην περίπτωση δικτύων αερολιμένων, τα έσοδα από τα τέλη ασφαλείας επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για την κάλυψη των δαπανών ασφαλείας που προκύπτουν σε αερολιμένες που ανήκουν στο δίκτυο.

Άρθρο 11

Αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας

Το κόστος της εφαρμογής μέτρων ασφαλείας αυστηρότερων από τα ελάχιστα μέτρα ασφαλείας που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2320/2002 καλύπτεται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 12

Ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν ή συστήνουν ανεξάρτητη εθνική ρυθμιστική αρχή η οποία εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των μέτρων συμμόρφωσης προς την παρούσα οδηγία και μεριμνά για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων που αναλαμβάνει βάσει των άρθρων 5 και 8 . Αυτός ο φορέας μπορεί να είναι εκείνος, στον οποίο το κράτος μέλος έχει αναθέσει την εφαρμογή των πρόσθετων κανονιστικών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, καθώς και την έγκριση του συστήματος χρέωσης ή/και του ύψους των τελών, με την προϋπόθεση ότι πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου .

2.    Η ανεξάρτητη εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί, υπό την εποπτεία της, να εκχωρήσει τη διεκπεραίωση των διατάξεων ή μέρους των διατάξεων, της παρούσας οδηγίας σε περιφερειακές ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι η διεκπεραίωση πραγματοποιείται σύμφωνα με τα ίδια πρότυπα. Στην ανεξάρτητη εθνική ρυθμιστική αρχή απόκειται περαιτέρω η ευθύνη για τη διασφάλιση της σύννομης εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται και σε περιφερειακές ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές.

3 .   Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία της εν λόγω αρχής μεριμνώντας για τον νομικό διαχωρισμό και την ανεξάρτητη λειτουργία της από οιοδήποτε φορέα διαχείρισης αερολιμένα ή αερομεταφορέα. Στα κράτη μέλη που διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο των αερολιμένων, οι φορείς διαχείρισης των αερολιμένων ή οι αερομεταφορείς εξασφαλίζουν πραγματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της ρυθμιστικής λειτουργίας από δραστηριότητες συνδεόμενες με την κυριότητα ή τον έλεγχο. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή ασκεί τις αρμοδιότητές της με αμεροληψία και διαφάνεια.

4 .   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα και τις διευθύνσεις των ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών τους, τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες που έχουν αναλάβει, καθώς και τα μέτρα που έχουν λάβει για να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση προς την παράγραφο 3 .

5 .   Όταν διερευνά τα αίτια της τροποποίησης της διάρθρωσης ή του επιπέδου των αερολιμενικών τελών, όπως ορίζονται στο άρθρο 5, η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή είναι σε θέση να ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες από τις εμπλεκόμενες πλευρές και είναι υποχρεωμένη να συμβουλεύεται τις εμπλεκόμενες πλευρές και οποιαδήποτε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να λάβει την απόφασή της. Λαμβάνει την απόφασή της το συντομότερο δυνατό εντός τριών μηνών από την παραλαβή της καταγγελίας και είναι υποχρεωμένη να δημοσιεύσει την απόφαση και να την αιτιολογήσει. Η απόφαση είναι δεσμευτική .

6 .   Η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή δημοσιεύει ετήσια έκθεση των δραστηριοτήτων της.

Άρθρο 13

Έκθεση και αναθεώρηση

1.   Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, στην οποία αξιολογείται η πρόοδος που έχει σημειωθεί όσον αφορά την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας, το αργότερο έως ...(8) , καθώς και τυχόν ενδεδειγμένη πρόταση, εφόσον χρειάζεται.

2.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζονται στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδίως σε ό, τι αφορά τη συλλογή των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τη σύνταξη της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 14

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν στην παρούσα οδηγία το αργότερο έως ...(9) *. Ενημερώνουν δε αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διατάξεις που θεσπίζουν σχετικά να περιέχουν ή να συνοδεύονται κατά την επίσημη δημοσίευσή τους από παραπομπή στην παρούσα οδηγία.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 15

Έναρξη ισχύος και αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Έγινε στ ...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 10 , ║15.1.2008, σ. 35 .
(2) ΕΕ C 305 , ║15.12.2007, σ. 11 .
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008.
(4) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1794/2006 της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 2006, για τον καθορισμό κοινού συστήματος χρέωσης των αεροναυτιλιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 341, 7.12.2006, σ. 3).
(5) Οδηγία 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας (ΕΕ L 272, 25.10.1996, σ. 36). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284, 31.10.2003, σ. 1) .
(6) ΕΕ L 204, 26.7.2006, σ 1.
(7) ΕΕ L 355, 30.12.2002, σ. 1. Kανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕK) αριθ. 849/2004 (ΕΕ L 158, 30.4.2004, σ. 1. Διορθωμένη έκδοση στην ΕΕ L 229, 29.6.2004, σ. 3).
(8)* 4 έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(9)** 18 μήνες από τη δημοσίευση της παρούσας οδηγίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων ***I
PDF 69k   DOC 73k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Παράρτημα
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τις εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων (COM(2006)0745 – C6-0439/2006 – 2006/0246(COD) )
P6_TA(2008)0005 A6-0406/2007

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2006)0745 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 175, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0439/2006 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας (A6-0406/2007 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   λαμβάνει υπόψη την επισυναπτόμενη δήλωση της Επιτροπής·

3.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

4.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 15 Ιανουαρίου 2008 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων

P6_TC1-COD(2006)0246


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 689/2008.)

Παράρτημα

Δήλωση της Επιτροπής για την κατάσταση όσον αφορά τον υδράργυρο και το αρσενικό στο πλαίσιο του κανονισμού ΣΜΕ

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 304/2003, σε περίπτωση κατά την οποία το μεταλλικό αρσενικό αποτελέσει το αντικείμενο απαγόρευσης ή σοβαρών περιορισμών στην Κοινότητα, προτείνεται η προσαρμογή του σχετικού παραρτήματος. Υπενθυμίζει επίσης ότι το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επεξεργάζονται πρόταση για απαγόρευση εξαγωγής υδραργύρου εκτός Κοινότητας, υπερκεράζοντας έτσι την απαίτηση συναίνεσης μετά από ενημέρωση, η οποία προβλέπεται από τη σύμβαση του Ρότερνταμ και τον κοινοτικό κανονισμό εφαρμογής του.


Eφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ***I
PDF 65k   DOC 33k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (COM(2007)0159 – C6-0104/2007 – 2007/0054(COD) )
P6_TA(2008)0006 A6-0515/2007

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0159 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και τα άρθρα 42 και 308 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0104/2007 ),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A6-0515/2007 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 15 Ιανουαρίου 2008 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας

P6_TC1-COD(2007)0054


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 592/2008.)


CARS 21: ανταγωνιστικό κανονιστικό πλαίσιο για την αυτοκινητοβιομηχανία
PDF 147k   DOC 146k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την ομάδα CARS 21: ανταγωνιστικό κανονιστικό πλαίσιο για την αυτοκινητοβιομηχανία (2007/2120(INI) )
P6_TA(2008)0007 A6-0494/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Ανταγωνιστικό κανονιστικό πλαίσιο για την αυτοκινητοβιομηχανία για τον 21ο αιώνα: Θέση της Επιτροπής σχετικά με την τελική έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου CARS 21 - Συνεισφορά στη στρατηγική της ΕΕ για την ανάπτυξη και την απασχόληση" (COM(2007)0022 ),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Συμβουλίου "Ανταγωνιστικότητα" της 21ης και 22ας Μαΐου 2007,

–   έχοντας υπόψη την τελική έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου με τίτλο "CARS 21 - Ανταγωνιστικό κανονιστικό σύστημα στην αυτοκινητοβιομηχανία για τον 21ο αιώνα",

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0494/2007 ),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στην έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου CARS 21, ομάδα η οποία συγκέντρωσε όλους τους ενδιαφερόμενους προκειμένου να εξετάσουν τους βασικούς τομείς πολιτικής που επηρεάζουν την αυτοκινητοβιομηχανία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να προβούν σε συστάσεις για το μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο,

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αυτοκινητοβιομηχανία στην ΕΕ είναι ένας από τους πιο σημαντικούς οικονομικούς της τομείς, καθώς παράγει 19 εκατομμύρια οχήματα ετησίως και προσφέρει 2,3 εκατομμύρια θέσεις άμεσης απασχόλησης και επιπλέον 10 εκατομμύρια θέσεις σε συναφείς τομείς,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγορά ανταλλακτικών αυτοκινήτων, συντήρησης και επισκευών που εξυπηρετεί πολλές εταιρείες διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην παροχή προσιτής κινητικότητας, στη βελτίωση των επιλογών του καταναλωτή για τα 270 εκατομμύρια οδηγούς της ΕΕ όσον αφορά τη φροντίδα των οχημάτων τους μετά την πώληση, στη διατήρηση ασφαλών και καθαρών οχημάτων στους δρόμους της Ευρώπης και, απασχολώντας 3,5 εκατομμύρια άτομα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), στη διατήρηση ενός υγιούς τοπίου ΜΜΕ στην Ευρώπη,

Δ.   έχοντας υπόψη ότι η Επιτροπή προωθεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική με στόχο να διασφαλίσει ότι οι εταιρείες στην ΕΕ θα συνεχίσουν να είναι ανταγωνιστικές σε ένα ολοένα περισσότερο παγκόσμιο περιβάλλον, και έχοντας υπόψη ότι η εν λόγω στρατηγική ορίζεται με την ανακοίνωσή της με τίτλο "Η Ευρώπη στον κόσμο: η συμμετοχή της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό - Συμβολή στη στρατηγική της ΕΕ για την ανάπτυξη και την απασχόληση" (COM(2006)0567 ), με το κείμενο εργασίας της με τίτλο "Η Ευρώπη στον κόσμο: ισχυρότερη εταιρική σχέση για την πρόσβαση στην αγορά για ευρωπαίους εξαγωγείς - εκτίμηση κινδύνου" (SEC(2007)0452 ) και με την ανακοίνωσή της με τίτλο "Η Ευρώπη στον κόσμο: τα μέσα εμπορικής άμυνας της Ευρώπης σε μια μεταβαλλόμενη παγκόσμια οικονομία - Πράσινη βίβλος για δημόσια διαβούλευση" (COM(2006)0763 ),

Ε.   έχοντας υπόψη ότι η στρατηγική που ορίζεται σε αυτά τα κείμενα εφαρμόζεται επί του παρόντος σε διαπραγματεύσεις σχετικά με αρκετές διμερείς και περιφερειακές συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών,

ΣΤ.   έχοντας υπόψη ότι η αυτοκινητοβιομηχανία διαφέρει σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο από την άποψη των στρατηγικών, των δομών και της παγκόσμιας εμβέλειας, και έχοντας υπόψη ότι αυτές οι διαφορές πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη κατά την ανάπτυξη μιας νέας εμπορικής στρατηγικής με περισσότερο παγκόσμιο προσανατολισμό,

Ζ.   έχοντας υπόψη ότι το 2006 η αυτοκινητοβιομηχανία στην ΕΕ εξήγαγε περίπου το 20% της παραγωγής της, ότι το 2004 οι εξαγωγές οχημάτων με κινητήρα και τμημάτων και εξαρτημάτων οχημάτων με κινητήρα ανήλθε στο 8,7% και το 2,8% αντιστοίχως των βιομηχανικών εξαγωγών της ΕΕ, γεγονός που υποδηλώνει την ιδιαίτερη ευαισθησία της αυτοκινητοβιομηχανίας στις συνθήκες εξαγωγής και ότι, επιπλέον, το 2004, το επί πλέον εμπορικό πλεόνασμα εκτός της ΕΕ σε σχέση με τον εξοπλισμό μεταφοράς εκτιμήθηκε σε 60,2 δισεκατομμύρια EUR· έχοντας υπόψη ότι η παγκόσμια υπεροχή της EE σε αυτόν τον τομέα οφείλεται ιδίως στο γεγονός ότι είναι ο μεγαλύτερος κατασκευαστής αυτοκινήτων παγκοσμίως και ο δεύτερος μεγαλύτερος κατασκευαστής φορτηγών οχημάτων, καθώς επίσης οφείλεται και στο μέγεθος και τον βαθμό ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς, στην αυξανόμενη διεθνοποίηση του τομέα κατασκευής κινητήρων, στην φήμη των ευρωπαϊκών οχημάτων και στην ποιότητα των παρεχόμενων στην Ευρώπη υπηρεσιών, καθώς και στην ισχυρή εξαγωγική θέση που έχουν επιτύχει οι ευρωπαίοι κατασκευαστές καθώς και την ουσιαστική παρουσία τους σε αγορές με υψηλούς αναπτυξιακές δυνατότητες,

1.   επιδοκιμάζει την τελική έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου CARS 21 και την ανακοίνωση της Επιτροπής, που παρουσιάζει την κατεύθυνση της μελλοντικής πολιτικής για την αυτοκινητοβιομηχανία·

2.   ελπίζει ότι τα κοινοβούλια των κρατών μελών (και των περιφερειών τους) θα θελήσουν να συμμετάσχουν στην έκβαση της διαδικασίας του CARS 21· υποστηρίζει ότι ένα διακοινοβουλευτικό δίκτυο που θα μελετά θέματα αυτοκινητοβιομηχανίας, συντονιζόμενο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα επέφερε πραγματικές ωφέλειες στην οδική ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος, την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα·

Ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς αυτοκινήτων

3.   καλεί τις αρχές των κρατών μελών να συνεργαστούν στενά με την Επιτροπή κατά την υλοποίηση των συστάσεων του CARS 21· επισημαίνει ιδίως ότι οι νέες ρυθμίσεις που επηρεάζουν τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας θα πρέπει να εισάγονται κατά τρόπο συντονισμένο, αποφεύγοντας στρεβλώσεις της εσωτερικής αγοράς·

4.   επισημαίνει με έμφαση την ανάγκη τελειοποίησης ενός κοινοτικού συστήματος έγκρισης τύπου που θα καλύπτει όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα·

5.   επιβεβαιώνει την υποστήριξη του προς μια αποτελεσματική διαδικασία έγκρισης τύπου, όπως επισημαίνεται στη θέση του που εγκρίθηκε σε δεύτερη ανάγνωση στις 10 Μαΐου 2007, ενόψει της πρότασης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά(1) ·

6.   καλεί την Επιτροπή να αναφέρει ετησίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τις εξελίξεις όσον αφορά τη λειτουργία των διαδικασιών έγκρισης τύπου και την από πλευράς της παρακολούθηση της διαδικασίας επιτροπολογίας·

7.   καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη δέουσα εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1400/2002, της 31ης Ιουλίου 2002(2) (κανονισμός περί απαλλαγής κατά κατηγορία) σε σχέση με τη διανομή των οχημάτων με κινητήρα σε ολόκληρη την ΕΕ· πιστεύει επίσης ότι κατά την αναθεώρηση του κανονισμού αυτού θα πρέπει η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής να θεωρήσει τον εαυτό της μέρος της ολοκληρωμένης προσέγγισης της νομοθεσίας του τομέα·

8.   προτείνει, με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της αυτοκινητοβιομηχανίας στην Ευρωπαϊκής Ένωση, ότι η αναθεώρηση του Κανονισμού περί απαλλαγής κατά κατηγορία πρέπει να συνδεθεί με την μεσοπρόθεσμη αναθεώρηση του προγράμματος CARS 21, ούτως ώστε να διευκολυνθεί η συνεργασία μεταξύ των φορέων του τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας και για να αποτραπεί η κατάχρηση κρατικών ενισχύσεων και να προωθηθεί η πολιτική του ανταγωνισμού σε διεθνή κλίμακα·

9.   καλεί την Επιτροπή να προτείνει μέτρα που θα εγγυώνται τη θέσπιση διαδικασίας ταξινόμησης, η οποία θα διευκολύνει τις διασυνοριακές πωλήσεις κυρίως των μεταχειρισμένων οχημάτων· επικροτεί τις προτάσεις της Επιτροπής που αφορούν τις διαδικασίες ταξινόμησης των μηχανοκίνητων οχημάτων(3) και τα προβλήματα που προκαλούν μερικοί εθνικοί κανόνες στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· επισημαίνει την επίπτωση αυτών των εθνικών κανόνων επί οικονομικών τομέων όπως η ενοικίαση και η χρηματοδοτική μίσθωση οχημάτων· καλεί τα κράτη μέλη να επιφέρουν τις απαραίτητες αλλαγές στους κανόνες τους το συντομότερο δυνατόν·

Μια ανταγωνιστική αυτοκινητοβιομηχανία μετά την πώληση

10.   εφιστά την προσοχή στις προσφάτως θεσπισθείσες νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τα ανταλλακτικά μετά τη θέση σε κυκλοφορία που έχουν επίπτωση επί της απόδοσης όσον αφορά την ασφάλεια και το περιβάλλον, και επισημαίνει ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα καθιερώσουν για τα εξαρτήματα αυτά ενιαία αγορά·

11.   χαιρετίζει τη συμπερίληψη διατάξεων στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 2007 που αφορά την έγκριση τύπου μηχανοκινήτων οχημάτων όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (Euro 5 και Euro 6) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων(4) και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1400/2002, που απαιτεί την άνευ περιορισμών πρόσβαση στις κατάλληλες πληροφορίες τεχνικής επισκευής και συντήρησης, και καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειές της για την επιβολή σε ολόκληρη την Ένωση των διατάξεων του δικαίου περί ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στον τομέα των οχημάτων με κινητήρα·

12.   καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να προωθεί τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην αγορά αυτοκινήτων μετά την πώληση συμπεριλαμβάνοντας την επιλογή του καταναλωτή και την αποτελεσματική πρόσβαση ανεξάρτητων φορέων της αγοράς σε τεχνική ενημέρωση, κατάρτιση, ανταλλακτικά, διαγνωστικά εργαλεία και εξοπλισμό δοκιμών που εξυπηρετεί πολλές εταιρείες, στη μελλοντική της πολιτική στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας και σε οποιαδήποτε διάδοχη νομοθεσία του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1400/2002, ο οποίος θα λήξει στις 31 Μαΐου 2010·

13.   επισημαίνει πόσο σημαντικές είναι για τους καταναλωτές οι πληροφορίες για την εν κυκλοφορία αξιοπιστία και αντοχή που βασίζονται σε συνεκτικές έρευνες των καταναλωτών· τονίζει ότι οι δημόσιες αρχές θα μπορούσαν να διευκολύνουν τις έρευνες αυτές επιτρέποντας στις αρχές ταξινόμησης να κοινοποιούν τα στοιχεία των κατόχων οχημάτων που συμφωνούν να συμμετάσχουν σε αυτές·

14.   προτρέπει την Επιτροπή να αντιμετωπίσει δεόντως το θέμα της "ανοικτής επισκευασιμότητας" των οχημάτων σε όλες τις νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες, εμπλέκοντας όλες τις σχετικές Γενικές Διευθύνσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η επιλογή των καταναλωτών και ο ανταγωνισμός στη μετά την πώληση αγορά· πιστεύει ότι αυτό θα πρέπει να εφαρμοστεί και στα επικείμενα μέτρα που σχετίζονται με την προώθηση των νέων πληροφοριών για τα οχήματα, των τεχνολογιών επικοινωνίας και των ευφυών συστημάτων μεταφορών·

15.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για τη δημιουργία εσωτερικής κοινής αγοράς εξαρτημάτων βελτίωσης οχημάτων και ανταλλακτικών, όπως ειδικών ελαστικών, τροχών και άλλων εξαρτημάτων βελτίωσης και ανταλλακτικών, καθώς η υφιστάμενη ποικιλομορφία εθνικών κανονισμών παρεμποδίζει την περαιτέρω ανάπτυξη του εν λόγω τομέα, ο οποίος, ως εκ τούτου, θα επωφελείτο από την εναρμόνιση της κοινοτικής νομοθεσίας και την κατάλληλη προστασία της πνευματικής της ιδιοκτησίας·

16.   καλεί την Επιτροπή να εντείνει την καταπολέμηση της εισαγωγής παραποιημένων εξαρτημάτων αυτοκινήτων·

Βελτίωση της νομοθεσίας και διεθνοποίηση του κανονιστικού περιβάλλοντος

17.   τονίζει τη σημασία που έχει η κατάργηση της περιττής γραφειοκρατίας, συμπεριλαμβανομένης της αλληλεπικάλυψης νομικών μέσων λόγω της ύπαρξης διεθνών συμβάσεων·

18.   υπογραμμίζει τον ζωτικό ρόλο που έχουν διαδραματίσει οι αρχές για τη βελτίωση της νομοθεσίας (δηλ. κατάλληλη εκτίμηση επιπτώσεων, αρχή κόστους-ωφέλειας, κατάλληλα χρονικά διαστήματα, κλπ.) στη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού κανονιστικού πλαισίου για την αυτοκινητοβιομηχανία, όπως υποστηρίχθηκε στη διαδικασία CARS 21· υπενθυμίζει ότι ο κανονιστικός οδικός χάρτης αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της τελικής έκθεσης για το CARS 21 και θα πρέπει να τηρείται·

19.   αναγνωρίζει ότι καλύτερα σχεδιασμένοι διαφανείς κανόνες που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες και θα εφαρμόζονται χωρίς εξαιρέσεις και θα ενσωματωθούν μέσα στο κανονιστικό πλαίσιο για τη διεθνή αυτοκινητοβιομηχανία, μπορούν να συμβάλουν στη αύξηση της ανταγωνιστικότητας και σε δίκαιους όρους ανταγωνισμού στον εν λόγω κλάδο·

20.   πιστεύει ότι η στρατηγική τυποποίηση συνιστά μείζονα κινητήρια δύναμη ανταγωνιστικότητας· ζητεί, επομένως, από την Επιτροπή να εργαστεί προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης των ευρωπαϊκών προτύπων παγκοσμίως·

21.   χαιρετίζει τα σχέδια της Επιτροπής περί αντικατάστασης 38 κοινοτικών οδηγιών από ισχύοντες κανονισμούς της ΟΕΕ/ΟΗΕ (Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη), καθώς και περί θέσπισης της δυνατότητας αυτοδοκιμών και εικονικών δοκιμών, και καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τη διαδικασία νομοθετικής απλούστευσης· επιμένει ότι υποστηρίζει τις προτάσεις αυτές υπό τον όρο ότι έχει καταστεί απολύτως σαφές ότι το Κοινοβούλιο διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει τη θέσπιση νομοθεσίας ανεξάρτητα από το σύστημα της ΟΕΕ/ΟΗΕ, εφόσον εκτιμά ότι τούτο απαιτείται προκειμένου η ΕΕ να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της·

22.   χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής να εκδίδει ετήσιο έγγραφο προς το Κοινοβούλιο σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται στην ΟΕΕ/ΟΗΕ και στη διαδικασία της επιτροπολογίας·

23.   χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής να καθιερώσει μηχανισμό αναθεώρησης και επανεξέτασης, δεδομένης της τεχνολογική φύσης και της έντονης τεχνολογικής ανάπτυξης της αυτοκινητοβιομηχανίας· θεωρεί ωστόσο επίσης ότι πρέπει να γίνει μεγαλύτερη χρήση των ρητρών "λήξης ισχύος" στη νομοθεσία, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι η νομοθεσία δεν θα εμποδίζει ή δεν θα υπονομεύει τις τεχνολογικές προόδους τις οποίες προσφέρουν συνεχώς η έρευνα και ανάπτυξη και οι δυνάμεις της αγοράς·

24.   καλεί την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία για την απλούστευση των οδηγιών 74/297/ΕΟΚ(5) , 76/115/ΕΟΚ(6) και 78/932/ΕΟΚ(7) καθώς και του κανονισμού αριθ. 122 της ΟΕΕ/ΟΗΕ·

Υιοθέτηση περιβαλλοντικών προτύπων για τον 21ο αιώνα

25.   επισημαίνει ότι η κοινοτική νομοθεσία ρυθμίζει μία αγορά στην οποία πωλούνται κάθε χρόνο 17 έως 18 εκατομμύρια οχήματα, που ισοδυναμεί με την αγορά επιβατικών αυτοκινήτων των Ηνωμένων Πολιτειών· ευελπιστεί ότι μία φιλόδοξη πολιτική μείωσης των εκπομπών θα έχει θετική επιρροή παγκοσμίως όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών του τομέα των μεταφορών·

26.   πιστεύει ότι η κινητικότητα των ατόμων και η αυτοκινητοβιομηχανία πρέπει να θεωρηθούν στο ευρύτερο πλαίσιο της αειφόρου κινητικότητας· πιστεύει ότι η κινητικότητα και η προστασία του περιβάλλοντος δεν αποκλείουν αναγκαστικά η μία την άλλη και ότι η μελλοντική τεχνολογία για τα αυτοκίνητα θα πρέπει να συνεισφέρει ώστε να συνδυάζονται αρμονικά αμφότερες οι ανωτέρω παράμετροι· πιστεύει μάλιστα ότι η πρόκληση κυρίως της αλλαγής του κλίματος παρουσιάζει ευκαιρίες για τεχνολογική πρόοδο και καινοτομία·

27.   έχει επίγνωση της σημασίας των οχημάτων για την κινητικότητα των ηλικιωμένων ατόμων, ιδίως στην ύπαιθρο, και των ατόμων με αναπηρία·

28.   καλεί την Επιτροπή να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που θα διασφαλίζει ότι οι οδικές μεταφορές είναι περιβαλλοντικά βιώσιμες και θα ευνοούν την ευελιξία των συστημάτων παραγωγής και αυξάνουν το επίπεδο δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό της ΕΕ·

29.   πιστεύει ότι οι προδιαγραφές για τις εκπομπές ρύπων σημείωσαν πραγματική επιτυχία και έχουν οδηγήσει ήδη στην παραγωγή καθαρότερων επιβατηγών οχημάτων· επισημαίνει ότι είναι σημαντικό να σημειωθεί παρεμφερής επιτυχία και με τα βαρέα εμπορικά οχήματα· πιστεύει ότι τα οφέλη της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας θα μπορούσαν να επεκταθούν κατά πολύ πέραν της ευρωπαϊκής αγοράς·

30.   χαιρετίζει την ταχεία θέσπιση των προδιαγραφών Euro-5 και Euro-6 για τον περιορισμό των εκπομπών ρυπογόνων ουσιών από τα επιβατηγά οχήματα και ζητεί με έμφαση από την Επιτροπή να εκπονήσει χωρίς καθυστέρηση μια φιλόδοξη πρόταση για προδιαγραφές EURO VI όσον αφορά τα βαρέα εμπορικά οχήματα·

31.   θεωρεί ότι η βελτίωση της ποιότητας του αέρα μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ταχύτερη ανανέωση του στόλου των αυτοκινήτων, πέραν της εισαγωγής λιγότερο ρυπογόνων οχημάτων· θεωρεί ότι πρέπει να δοθούν οικονομικά κίνητρα στους καταναλωτές προκειμένου να αντικαταστήσουν τα παλαιά τους αυτοκίνητα με λιγότερο ρυπογόνα οχήματα·

32.   χαιρετίζει την πρόταση αναθεώρησης της οδηγίας 98/70/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ (οδηγία για την ποιότητα των καυσίμων)(8) προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο κύκλος ζωής των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου των καυσίμων στον τομέα των οδικών μεταφορών·

33.   στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας, καλεί την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία επανεκτίμησης και αναθεώρησης των διαδικασιών για τον έλεγχο των εκπομπών, ούτως ώστε να απηχούν καλύτερα τις πραγματικές συνθήκες χρήσης, χωρίς να θίγεται η τρέχουσα συζήτηση για τον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τα αυτοκίνητα·

34.   ανησυχεί σοβαρά για τη μη εναρμονισμένη εφαρμογή της οδηγίας 2000/53/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους(9) · δεν θεωρεί αρκετά μεγαλόπνοη την οδηγία·

Σημαντική μείωση των εκπομπών CO 2

35.   επιδοκιμάζει τα σχέδια της Επιτροπής για μείωση των εκπομπών CO2 των επιβατηγών αυτοκινήτων· πιστεύει ότι ο καταλληλότερος τρόπος είναι η υιοθέτηση ολοκληρωμένης προσέγγισης, που θα λαμβάνει υπόψη της όλες τις δυνατότητες μείωσης των εκπομπών CO2, όπως οι υποδομές, η συμπεριφορά των οδηγών, ένα σύστημα κινήτρων για όσους χρησιμοποιούν καθαρότερα αυτοκίνητα, τα βιοκαύσιμα και η τεχνολογία των οχημάτων· παροτρύνει την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο ανάπτυξης ενός κοινού πλαισίου για τη συντονισμένη εφαρμογή πιθανώς εναρμονισμένων φορολογικών κινήτρων σχετικά με το CO2 βάσει της αρχής της τεχνολογικής ουδετερότητας, τα οποία θα έχουν σημαντικές δυνατότητες μείωσης των εκπομπών CO2 ενώ θα αποτρέπουν τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού· καλεί μετ" επιτάσεως το Συμβούλιο να καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής να συνδέσει τους φόρους για τα επιβατηγά αυτοκίνητα με τις ρυπογόνες εκπομπές τους, όπως το CO2 , προκειμένου να αποφευχθεί ο περαιτέρω κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς λόγω της διαφοροποιημένης εφαρμογής από τα κράτη μέλη·

36.   καλεί μετ" επιτάσεως την Επιτροπή να θέσει φιλόδοξους αλλά ρεαλιστικούς στόχους, λαμβάνοντας υπόψη ότι η πραγματική κατάσταση στην ευρωπαϊκή αγορά όπου ο δείκτης ανανέωσης του στόλου είναι επί του παρόντος κάτω του 10% ετησίως, και υπογραμμίζει, ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η προσιτότητα των νέων αυτοκινήτων διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην επίτευξη του κοινοτικού στόχου· τονίζει ότι όσο περισσότερο φιλόδοξοι είναι οι υποχρεωτικοί στόχοι για τις εκπομπές CO2, τόσο περισσότερος χρόνος πρέπει να δοθεί στην αυτοκινητοβιομηχανία προκειμένου να μπορέσει να προσαρμοστεί·

37.   υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι για την ανάπτυξη νέων τύπων επιβατηγών αυτοκινήτων απαιτούνται περίπου 5 έως 7 χρόνια· πιστεύει, επομένως, ότι ο καθορισμός υποχρεωτικών στόχων για το 2012 πρέπει να παρέχει επαρκή χρόνο στην αυτοκινητοβιομηχανία για να ανταποκριθεί στις αλλαγές· κατά συνέπεια, ζητεί από την Επιτροπή να μη θέσει τελικούς υποχρεωτικούς στόχους για τις εκπομπές CO2 πριν από το 2015·

38.   πιστεύει ότι είναι δυνατή η επίτευξη του μέσου στόχου των 125 g CO2/km για τα νέα επιβατηγά οχήματα μέχρι το 2015· επισημαίνει ότι η Επιτροπή πρέπει να εργαστεί θέτοντας πιο φιλόδοξους μακροπρόθεσμους στόχους όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών CO2 στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας· θεωρεί ζωτικής σημασίας εν προκειμένω ότι οι τιμές στόχοι θα πρέπει να διαβαθμίζονται σύμφωνα με το βάρος του οχήματος·

39.   επισημαίνει το σχέδιο της Επιτροπής περί θέσπισης δεσμευτικού στόχου όσον αφορά τα αγροκαύσιμα και καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει υποχρεωτικό, ολοκληρωμένο σύστημα πιστοποίησης, που θα εφαρμόζεται στα αγροκαύσιμα που διακινούνται στην αγορά της ΕΕ· πιστεύει ότι τα κριτήρια πιστοποίησης πρέπει να σχεδιαστούν έτσι ώστε να διασφαλίσουν τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 50% κατά τη διάρκεια του συνολικού κύκλου ζωής σε σύγκριση με τα συμβατικά καύσιμα, πέραν των περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων·

40.   επισημαίνει ότι, για να επιτευχθεί ο στόχος της μεγαλύτερης χρήσης βιοκαυσίμων και υδρογόνου που μεγιστοποιούν την περιβαλλοντική απόδοση, είναι ζωτικής σημασίας η προώθηση των αναγκαίων τοπικών δικτύων ώστε να διευκολύνεται ο εφοδιασμός των πολιτών·

41.   είναι της γνώμης ότι τα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών CO2 θα πρέπει να δίνουν περισσότερη έμφαση στην αύξηση της ευαισθητοποίησης του οδηγού για τις οικονομικές τεχνικές οδήγησης και για τον καλύτερο δυνατό τρόπο αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών·

42.   πιστεύει ότι η αύξηση της ευαισθητοποίησης των καταναλωτών μέσω της καλύτερης σήμανσης της απόδοσης των καυσίμων και των δεδομένων για τις ρυπογόνες εκπομπές θα συνεισφέρει στην επίτευξη μειώσεων των εκπομπών CO2· ζητεί, συνεπώς, την αναθεώρηση της οδηγίας 1999/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1999, για τις πληροφορίες που πρέπει να τίθενται στη διάθεση των καταναλωτών σχετικά με την οικονομία καυσίμου και τις εκπομπές CO2 όσον αφορά την εμπορία νέων επιβατηγών αυτοκινήτων(10) , λαμβάνοντας υπόψη τις έως τώρα επιτευχθείσες βέλτιστες πρακτικές·

43.   υπενθυμίζει ότι η μείωση των εκπομπών CO2 από τα αυτοκίνητα μπορεί να επιτευχθεί με τον απλούστερο τρόπο εάν αναδιαρθρωθεί το σύστημα δημοσίων μεταφορών·

44.   αναγνωρίζει τον ηγετικό ρόλο που διαδραματίζει η Διεθνής Ομοσπονδία Αυτοκινήτων (Fédération Internationale de l'Automobile - FIA) όσον αφορά την εφαρμογή καινοτόμων περιβαλλοντικών τεχνολογιών σε όλα τα νέα αυτοκίνητα, οι οποίες προσφέρουν δυνάμει μείωση των εκπομπών CO2 και επακόλουθη εξοικονόμηση ενέργειας λόγω βελτιωμένης απόδοσης·

45.   προτρέπει τη FIA να εντατικοποιήσει ακόμη περισσότερο τις προσπάθειές της για την προώθηση της έρευνας που σχετίζεται με τον σχεδιασμό καινοτόμων οδών με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των αυτοκινήτων·

46.   αναγνωρίζει τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα μηχανοκίνητα αθλήματα στην αλλαγή της στάσης και συμπεριφοράς των πελατών προς μια φιλική προς το περιβάλλον τεχνολογία· ζητεί, συνεπώς, από τη Διεθνή Ομοσπονδία Αυτοκινήτων (FIA) και άλλους παράγοντες που εμπλέκονται στη Formula 1 να τροποποιήσουν αντιστοίχως τους κανόνες τους, ούτως ώστε να μπορούν να εφαρμόζονται ευκολότερα φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες όπως τα βιοκαύσιμα, οι τετρακύλινδροι ή υβριδικοί κινητήρες·

47.   ζητεί να εκπονηθεί μελέτη που θα αποσκοπεί στην καταγραφή των πρόσθετων μη τεχνικών μέτρων που έχουν εφαρμοστεί προκειμένου να μειωθεί το CO2 στην ΕΕ·

Ασφαλέστερες οδικές μεταφορές

48.   χαιρετίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής για μείωση των τροχαίων ατυχημάτων, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης σημαντικών νέων τεχνολογιών· προτρέπει την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε προδιαγραφή για τον εξοπλισμό ασφαλείας των οχημάτων θα εισάγεται σύμφωνα με τις αρχές περί βελτίωσης της νομοθεσίας που συμφωνήθηκαν από την ομάδα υψηλού επιπέδου CARS 21· τονίζει την ανάγκη ολοκληρωμένης προσέγγισης η οποία θα περιλαμβάνει βελτιώσεις της τεχνολογίας των οχημάτων, μέτρα υποδομών καθώς και εκπαίδευση, ενημέρωση και επιβολή για την επίτευξη των στόχων οδικής ασφάλειας με οικονομικά αποδοτικό τρόπο·

49.   αναγνωρίζει τον καταλυτικό ρόλο της αγοράς οχημάτων ανώτερης ποιότητας όσον αφορά την παρθενική χρησιμοποίηση των νέων αυτών τεχνολογιών· επισημαίνει πάντως ότι τα πρόσθετα συστήματα ασφαλείας θα αυξήσουν ενδεχομένως ακόμη περισσότερο το βάρος των επιβατικών αυτοκινήτων, προκαλώντας έτσι αύξηση των εκπομπών CO2·

50.   εκφράζει την ανησυχία του για τον αρνητικό αντίκτυπο που έχει στην οδική ασφάλεια η αύξηση της ταχύτητας των αυτοκινήτων· σε σχέση με αυτό, συνιστά την εφαρμογή των συστάσεων που περιέχονται στη μελέτη των μελλοντικών επιλογών για την επιβολή του τεχνικού ελέγχου στην Ευρωπαϊκή Ένωση που δημοσίευσε η Διεθνής Επιτροπή Επιθεώρησης Οχημάτων με Κινητήρα (CITA) το 2007· συνιστά τη στήριξη της εκστρατείας για τον "ασφαλή συντονισμό" και τις κινήσεις για την καθιέρωση των συστημάτων ηλεκτρονικού ελέγχου της σταθερότητας (ESC) ως τυποποιημένου εξοπλισμού το ταχύτερο δυνατόν·

51.   καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει το σύστημα οδικής ασφάλειας ζητώντας από τα κράτη μέλη να καταστήσουν αυστηρότερες τις απαιτήσεις εκπαίδευσης των μαθητευόμενων οδηγών, να επεκτείνουν την υποχρεωτική κατάρτιση και να θεσπίσουν κανόνες που θα παρέχουν περιοδική εκπαίδευση στους επαγγελματίες οδηγούς·

52.   καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει την αναγγελθείσα για την περίοδο 2007-2009 εκτίμηση σχετικά με το περιβάλλον που απαιτείται για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του αριθμού των θυμάτων των τροχαίων ατυχημάτων·

53.   ζητεί από την Επιτροπή να αναπτύξει ένα σύστημα που θα επιτρέπει στους κατασκευαστές αυτοκινήτων να παράγουν χωρίς ποινή οχήματα που εκπέμπουν πρόσθετο CO2 εάν οι επί πλέον αυτές εκπομπές οφείλονται στα νομικώς δεσμευτικά μέτρα ασφαλείας που λαμβάνονται σε κοινοτικό επίπεδο·

54.   δεν πιστεύει ότι θα πρέπει να καταστούν υποχρεωτικά τα φώτα πορείας κατά τη διάρκεια της ημέρας·

55.   καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει κατά προτεραιότητα το σύστημα διασυνοριακού ελέγχου των αυτοκινήτων και διασυνοριακής είσπραξης των προστίμων που επιβάλλονται για την παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας σε άλλο κράτος μέλος, αποδίδοντας στα θέματα αυτά προτεραιότητα·

Ισότιμοι όροι στις εμπορικές σχέσεις της αυτοκινητοβιομηχανίας

56.   δηλώνει ότι η αυτοκινητοβιομηχανία της ΕΕ είναι μία από τις πλέον ανταγωνιστικές βιομηχανίες σε ολόκληρο τον κόσμο· πιστεύει, πάντως, ότι ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας συνιστούν απειλή για τη θέση που κατέχει η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία·

57.   τονίζει τη σημασία που έχει ο ΠΟΕ για την αυτοκινητοβιομηχανία σε ένα ολοένα περισσότερο παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον· κρίνει ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις στον αναπτυξιακό γύρο της Ντόχα να καταστήσουν τις αγορές των τρίτων χωρών όσο το δυνατόν πιο προσβάσιμες για τις αυτοκινητοβιομηχανίες, ιδίως στις εν δυνάμει μεγάλες αναδυόμενες αγορές τρίτων χωρών·

58.   τονίζει τη σημασία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ για την επίλυση προβλημάτων σχετικά με τις εξαγωγές σε τρίτες χώρες· υπενθυμίζει τη θετική έκβαση των διαφορών που παραπέμφθηκαν στον ΠΟΕ στις περιπτώσεις του Καναδά, της Ινδίας και της Ινδονησίας·

59.   επισύρει την προσοχή σε ό,τι αφορά την προσπάθεια της Επιτροπής για την αναθεώρηση κατ' αρχάς, των μέσων εμπορικής άμυνας· υπενθυμίζει ότι η αυτοκινητοβιομηχανία ενδέχεται να υφίσταται πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους τρίτων χωρών και προτρέπει την Επιτροπή να διαφυλάξει τη βασική φιλοσοφία των μέσων εμπορικής άμυνας προασπίζοντας τη βιομηχανία της ΕΕ από αθέμιτες πρακτικές·

60.   υπενθυμίζει ότι η επιτυχής ολοκλήρωση των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων θα πρέπει να παραμείνει προτεραιότητα της ΕΕ· υποστηρίζει, ωστόσο, την πρόθεση της Επιτροπής να διαπραγματευτεί νέες διμερείς εμπορικές συμφωνίες πρωτίστως στην Ασία, προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες πρόσβασης στην αγορά· τονίζει ότι οι συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών (ΣΕΣ) θα πρέπει πάντα να αποσκοπούν σε υψηλού επιπέδου πρόσβαση στην αγορά της χώρας εταίρου· επιμένει ότι η πολιτική της ΕΕ πρέπει να διασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα των κατασκευαστών αυτοκινήτων της ΕΕ που δραστηριοποιούνται σε χώρες εντός και εκτός της ΕΕ· είναι πεπεισμένο για τη σημασία της σύναψης διμερών συμφωνιών μεταξύ της ΕΕ και της Ένωσης Χωρών της Νοτιανατολικής Ασίας (ASEAN), της Ινδίας και της Mercosur για την αυτοκινητοβιομηχανία·

61.   καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο των υφιστάμενων διαπραγματεύσεων μεταξύ ΕΕ και Κορέας για τη σύναψη ΣΕΣ, να διασφαλίσει ότι η Κορέα θα άρει όλους τους υφιστάμενους δασμολογικούς και μη δασμολογικούς φραγμούς και δεν θα θεσπίσει νέους, και ότι θα εφαρμόσει περισσότερους κανονισμούς ΟΕΕ/ΟΗΕ· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο κατάρτισης μιας στρατηγικής για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγικών δασμών της ΕΕ με διασφαλίσεις και να προτείνει, ως εκ τούτου, η εν λόγω σταδιακή κατάργηση να συνδεθεί με την άρση των μη δασμολογικών φραγμών από την πλευρά της Κορέας·

62.   επαναλαμβάνει ότι η Κορέα έχει υπογράψει και επικυρώσει τη συμφωνία 1958 της UN/ECE και ότι με την υπογραφή της δεσμεύτηκε να εφαρμόσει τους κανονισμούς της UN/ECE· ενθαρρύνει την Επιτροπή να τονίσει το στοιχείο αυτό στη διάρκεια των μελλοντικών διαπραγματεύσεων και να επιμείνει για την χωρίς χρονοτριβή εφαρμογή τους· σημειώνει ότι με συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών πρέπει οπωσδήποτε να καθορίζεται με σαφήνεια ότι η Κορέα οφείλει να επιτρέπει την διάθεση στην κορεατική αγορά των αυτοκινήτων που κατασκευάζονται στην ΕΕ και πληρούν τα πρότυπα της UNΕCE·

63.   καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ομάδας εργασίας για τα αυτοκίνητα και της θέσπισης διαδικασίας για την ταχεία επίλυση των διαφορών σχετικά με τα μέτρα που αφορούν τα αυτοκίνητα, όπως ορίζονται στη συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ ΗΠΑ και Κορέας·

64.   υπογραμμίζει τη σημασία ύπαρξης στενής εταιρικής σχέσης με την Κίνα όσον αφορά την ανάπτυξη κανονιστικού πλαισίου που θα παρέχει ίσους όρους ανταγωνισμού· δηλώνει ότι η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη μιας τέτοιας εταιρικής σχέσης·

65.   χαιρετίζει το αίτημα της Επιτροπής για τη συγκρότηση μιας επιτροπής στο πλαίσιο του ΠΟΕ για την επίλυση εκκρεμών θεμάτων σε σχέση με τη μεταχείριση εισαγόμενων τμημάτων οχημάτων από την Κίνα, που η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν συνάδει με αρκετά άρθρα διαφόρων συμφωνιών του ΠΟΕ·

66.   υποστηρίζει την Επιτροπή στις προσπάθειές της όσον αφορά θέματα που αφορούν κινεζικό κανονιστικό πλαίσιο, οι οποίες στοχεύουν να διασφαλίσουν σε επιχειρήσεις της ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην εν λόγω αγορά, δίκαιους όρους και ασφάλεια δικαίου·

67.   επισημαίνει ότι η βιομηχανία ελαστικών της ΕΕ αποτελεί σημαντική συνιστώσα μιας επιτυχημένης ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας· ζητεί, ως εκ τούτου, από την Επιτροπή να εξετάσει προσεκτικά το θέμα των αδικαιολόγητων τεχνικών εμπορικών φραγμών, όπως οι τοπικοί τεχνικοί κανονισμοί, που αντιμετωπίζει η βιομηχανία ελαστικών σε καίριες αναδυόμενες ασιατικές αγορές·

Έρευνα και ανάπτυξη στην αυτοκινητοβιομηχανία

68.   εκφράζει την ικανοποίησή του για τα μέχρι στιγμής επιτεύγματα που σημειώθηκαν και με τη συνδρομή της κοινοτικής χρηματοδότησης και συνεργασίας στον τομέα της Ε&Α, στο πλαίσιο προγραμμάτων όπως το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο πρόγραμμα-πλαίσιο για τη έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, το πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και καινοτομίας και το πρόγραμμα i2010· ενθαρρύνει την Επιτροπή να επικεντρώνει περισσότερο τα προγράμματα εργασίας στις ανάγκες της αυτοκινητοβιομηχανίας οι οποίες θα προκύψουν από τη μελλοντική νομοθεσία ή τους υποχρεωτικούς στόχους·

69.   καλεί την Επιτροπή να εγκρίνει πριν από το 2012 μια στρατηγική για τη σημαντική και επαρκή αύξηση της χρηματοδότησης της έρευνας και ανάπτυξης στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις βιομηχανίες εξαρτημάτων·

70.   καλεί τα κράτη μέλη να συνδέσουν κάθε αύξηση στη μελλοντική χρηματοδότηση για Ε&Α στην αυτοκινητοβιομηχανία με τον δεσμευτικό χαρακτήρα των συναφών με τις εκπομπές CO2 στόχων·

71.   τονίζει τη σημασία μιας αλλαγής στη χρήση οχημάτων στις πόλεις και θεωρεί ότι, παράλληλα με τη χρήση αυτοκινήτων με αποδοτικότερη κατανάλωση καυσίμων, είναι σημαντική και η εισαγωγή ηλεκτρικών οχημάτων πόλης· για τον λόγο αυτό ζητεί ενίσχυση για την έρευνα και την ανάπτυξη σχετικά με τις αναγκαίες τεχνολογίες·

72.   καλεί όλα τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να παράσχουν όλη την αναγκαία υποστήριξη στην έρευνα και την ανάπτυξη σχετικά με ρηξικέλευθες τεχνολογίες, όπως είναι οι κινητήρες με υδρογόνο, οι κυψέλες καυσίμου ή τα υβρίδια·

73.   τονίζει τις δυνατότητες που παρέχουν οι τεχνολογίες πληροφόρησης και επικοινωνίας για την αποφυγή βλαβερών επιπτώσεων στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, ατυχημάτων και ενεργειακής σπατάλης, όταν χρησιμοποιούνται σε επίπεδο ΕΕ σε έξυπνα συστήματα ελέγχου και διαχείρισης της κυκλοφορίας που είναι σχεδιασμένα προκειμένου να διασφαλίζουν την ομαλή κυκλοφοριακή ροή· πιστεύει ότι οι συσκευές επικοινωνίας θα πρέπει να συμμορφώνονται προς ενιαίο πρότυπο ΕΕ ούτως ώστε να επιτευχθεί, σε όλα τα κράτη μέλη, η απρόσκοπτη επικοινωνία μεταξύ των οχημάτων και της σχετικής υποδομής·

74.   εκτιμά ότι η εφαρμογή της πρωτοβουλίας για τα ευφυή οχήματα(11) , του Galileo ή άλλων λύσεων που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ευφυούς συστήματος μεταφορών είναι ζωτικής σημασίας· ζητεί, συνεπώς, από την Επιτροπή να υποστηρίξει ενεργά αυτές τις εξελίξεις·

75.   υποστηρίζει ένθερμα τη συνέχιση της έρευνας και της ανάπτυξης για τις τεχνολογίες πληροφόρησης και επικοινωνίας με βάση την καινοτομία· θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για τα ευφυή οχήματα, μπορούν να εισαχθούν νέες τεχνολογικές εξελίξεις με σκοπό τον εξορθολογισμό της κυκλοφοριακής ροής, ούτως ώστε, διευκολύνοντας τους οδηγούς να λαμβάνουν τη σωστή απόφαση και να επιλέγουν το συντομότερο δρόμο για τον προορισμό τους να καθίσταται η κυκλοφορία πιο φιλική προς το περιβάλλον· καλεί όλους τους ενδιαφερομένους, ιδίως τα κράτη μέλη, να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την υλοποίησή της πρωτοβουλίας eCall·

76.   θεωρεί το έργο για την επίτευξη ενός "ευφυούς συστήματος μεταφοράς" είναι επιδίωξη κλειδί για την ευημερία της βιομηχανίας οχημάτων και για τη μείωση του αντίκτυπου της βιομηχανίας αυτής στο περιβάλλον· θεωρεί ότι το σύστημα Galileo πρέπει να μνημονευθεί ως παράδειγμα και, για τον λόγο αυτό, ζητεί να αναζητηθεί κατά προτεραιότητα λύση για τη χρηματοδότησή του στο πλαίσιο μιας κοινοπραξίας μέσα στην οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη θα αναλαμβάνουν τις αντίστοιχες δεσμεύσεις για την ανάπτυξη του σχεδίου·

77.   πιστεύει ότι μία από τις πρώτες κοινότητες γνώσης και τεχνολογίας του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Καινοτομίας και Τεχνολογίας πρέπει να αφορά αποκλειστικά τη μείωση εκπομπών CO2 στην τεχνολογία των οχημάτων·

Αναδιάρθρωση των πολιτικών και ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να προχωρήσουμε

78.   θεωρεί απαραίτητη τη θέσπιση γενικών όρων, προκειμένου η αυτοκινητοβιομηχανία στην ΕΕ να καταστεί βιώσιμη και να της δοθεί η δυνατότητα να παραμείνει στο προσκήνιο της τεχνολογικής, οικολογικής και κοινωνικής καινοτομίας με τη στήριξη εργατικού δυναμικού υψηλής εξειδίκευσης·

79.   αναγνωρίζει ότι τόσο οι κατασκευαστές όσο και οι προμηθευτές στην αυτοκινητοβιομηχανία της ΕΕ διαθέτουν εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης, το οποίο έχει σε μεγάλο βαθμό συντελέσει στο υψηλό επίπεδο επιδόσεων της αυτοκινητοβιομηχανίας της ΕΕ·

80.   τονίζει τη σημασία που έχει η αυτοκινητοβιομηχανία για την απασχόληση, την ανάπτυξη, την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα· πιστεύει ότι, παρότι πρέπει να πραγματοποιηθούν μείζονες αλλαγές στην αυτοκινητοβιομηχανία, πρέπει επίσης να γίνουν προσαρμογές σε επίπεδο πολιτικής προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κοινοτικές ρυθμίσεις δεν θα οδηγήσουν σε απώλεια θέσεων εργασίας·

81.   υποστηρίζει ότι η κοινοτική νομοθεσία όσον αφορά το περιβάλλον, την οδική ασφάλεια και την ενεργειακή απόδοση συνεπάγεται την ανάγκη για κατάλληλη εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση των εργαζομένων, προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να προσαρμοστούν ευκολότερα στις αλλαγές, τόσο τεχνικού όσο και κανονιστικού χαρακτήρα, και να απολαμβάνουν τις ίδιες ή καλύτερες προοπτικές εργασίας·

82.   καλεί την Επιτροπή να συντονίσει την αποτελεσματική χρήση των διαρθρωτικών ταμείων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση όσον αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία·

83.   ζητεί να παρακρατηθούν οι κοινοτικές ενισχύσεις από τις επιχειρήσεις οι οποίες, αφού έλαβαν τέτοια ενίσχυση σε ένα κράτος μέλος, μετέφεραν τις παραγωγικές δραστηριότητές τους σε άλλη χώρα, χωρίς να τηρούν πλήρως τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί με το συγκεκριμένο κράτος μέλος·

84.   υπογραμμίζει ότι, όσον αφορά τις διαδικασίες για περαιτέρω αναδιαρθρώσεις, η ΕΕ και τα κράτη μέλη χρειάζεται να εστιάσουν την προσοχή τους στους τρόπους στήριξης της αναδιάρθρωσης και στους τρόπους μετριασμού των συνεπειών της, καθώς και στην παροχή νέων δυνατοτήτων στους εργαζόμενους·

85.   πιστεύει ότι οι δίαυλοι πληροφόρησης και διαβούλευσης καθώς και η μηχανική υποδομή που διατίθενται στους εργαζομένους πρέπει να ενισχυθούν μέσω της αναγκαίας αναθεώρησης της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους(12) ·

86.   πιστεύει ότι η διαβούλευση με τους εργαζομένους και το δικαίωμά τους στην πληροφόρηση πρέπει να ενισχυθούν σε πανευρωπαϊκή βάση, ώστε να τους επιτραπεί η συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων σε προηγούμενο στάδιο και επομένως να μετριαστούν οι αρνητικές επιπτώσεις μιας αναδιάρθρωσης· επισημαίνει τη σημασία της πρότασης για φόρουμ αναδιάρθρωσης, η οποία αναφέρεται στην παραπάνω ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την έκθεση CARS 21·

87.   καλεί τους κοινωνικούς εταίρους να εφαρμόσουν κατάλληλες πολιτικές για όσους απειλούνται από την αναδιάρθρωση του κλάδου·

88.   ζητεί καλύτερη ενημέρωση των εργαζομένων και τη συμμετοχή τους στις διαβουλεύσεις κατά τη διαδικασία προσαρμογής της βιομηχανίας στις νέες προκλήσεις που προκύπτουν από τον σχεδιασμό και την παραγωγή φιλικότερων προς το περιβάλλον οχημάτων·

89.   επισημαίνει την ανάγκη αναθεώρησης της παρούσας σχέσης μεταξύ κατασκευαστών και εμπόρων, οι επιπτώσεις της οποίας στην ανταγωνιστικότητα της αυτοκινητοβιομηχανίας στην ΕΕ πλήττουν σοβαρά πολλές ΜΜΕ του κλάδου· πιστεύει ότι η συνεργασία στους τομείς της Ε&Α και των βιομηχανικών στρατηγικών πρέπει να ενθαρρυνθεί σε πιο στέρεα βάση· προτρέπει, προς τούτο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν τις απαραίτητες πολιτικές ή να θεσπίσουν το πλαίσιο που απαιτείται για τη σταθεροποίηση της ανωτέρω σχέσης και να υπερπηδήσουν τις εγγενείς δυσκολίες·

90.   υπογραμμίζει τη σημασία της συστηματικότερης χρήσης των πόρων της ΕΤΕπ με στόχο τη στήριξη των ΜΜΕ στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας και την παροχή βοήθειας για την απόκτηση πρόσβασης σε επιχειρηματικά κεφάλαια·

o
o   o

91.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0176 .
(2) ΕΕ L 203, 1.8.2002, σ. 30.
(3) Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις διαδικασίες ταξινόμησης μηχανοκίνητων οχημάτων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος (ΕΕ C 68, 24.3.2007, σ. 15).
(4) ΕΕ L 171, 29.6.2007, σ. 1.
(5) Οδηγία 74/297/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην εσωτερική διαρρύθμιση των οχημάτων με κινητήρα (συμπεριφορά του συστήματος οδηγήσεως σε περίπτωση προσκρούσεως) (ΕΕ L 165, 20.6.1974, σ. 16).
(6) Οδηγία 76/115/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις αγκυρώσεις των ζωνών ασφαλείας των οχημάτων με κινητήρα (ΕΕ L 24, 30.1.1976, σ. 6).
(7) Οδηγία 78/932/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Οκτωβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των προσκεφάλων (υποστηριγμάτων κεφαλής) των καθισμάτων των οχημάτων με κινητήρα (ΕΕ L 325, 20.11.1978, σ. 1).
(8) ΕΕ L 350, 28.12.1998, σ. 58.
(9) ΕΕ L 269, 21.10.2000, σ. 34.
(10) ΕΕ L 12, 18.1.2000, σ. 16.
(11) COM(2006)0059 .
(12) ΕΕ L 254, 30.9.1994, σ. 64.


Η φορολογική μεταχείριση των ζημιών σε περιπτώσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα
PDF 96k   DOC 76k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με τη φορολογική μεταχείριση των ζημιών σε περιπτώσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα (2007/2144(INI) )
P6_TA(2008)0008 A6-0481/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη φορολογική μεταχείριση των ζημιών σε περιπτώσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα (COM(2006)0824 ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συμβολή των φορολογικών και τελωνειακών πολιτικών στη στρατηγική της Λισσαβώνας (COM(2005)0532 ),

–   έχοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ιδίως τις υποθέσεις C-250/95, Futura Participations SA και Singer κατά Administration des contributions (1) , C-141/99, AMID κατά Βελγικού Κράτους (2) , Κοινές υποθέσεις C-397/98 και C-410/98, Metallgesellschaft Ltd κ.ά. κατά Commissioners of Inland Revenue και HM Attorney General (3) , C-446/03, Marks & Spencer plc κατά David Halsey (HM Inspector of Taxes) (4) , και C-231/05, Oy AA (5) ,

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους(6) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις εταιρείες(7) ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος βελτίωσης της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων της ΕΕ: περαιτέρω επιτευχθείσα πρόοδος κατά το 2006 και τα επόμενα βήματα για την υποβολή πρότασης για την κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας των επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ) (COM(2007)0223 ),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με την ανασκόπηση της εσωτερικής αγοράς: αντιμετώπιση των εμποδίων και των αναποτελεσματικοτήτων με μέσω βελτίωσης της εφαρμογής και του ελέγχου(8) ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0481/2007 ),

A.   εκτιμώντας ότι τα επιβάλλεται ολοένα και περισσότερο τα εθνικά φορολογικά συστήματα των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και να αντεπεξέρχονται στους κανόνες και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι της στρατηγικής της Λισαβόνας όσον αφορά την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα,

Β.   εκτιμώντας ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έχει αυξήσει τον φορολογικό ανταγωνισμό με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των μέσων συντελεστών του φόρου εταιρειών στις εκβιομηχανισμένες χώρες κατά την τελευταία 30ετία,

Γ.   εκτιμώντας ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών έχει ενταθεί μετά την τελευταία διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι υπάρχει στα κράτη μέλη σαφής τάση να θεσπίζουν ειδικά φορολογικά καθεστώτα για την προσέλκυση των ιδιαίτερα κινητικών εταιρειών,

Δ.   εκτιμώντας ότι η ύπαρξη 27 διαφορετικών φορολογικών συστημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, προκαλεί σημαντικό πρόσθετο κόστος στο διασυνοριακό εμπόριο και στη διασυνοριακή επιχειρηματική δραστηριότητα από πλευράς διοίκησης και συμμόρφωσης, εμποδίζει την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων και οδηγεί σε περιπτώσεις διπλής φορολόγησης,

Ε.   εκτιμώντας ότι η μείωση του κόστους συμμόρφωσης όσον αφορά τις ανόμοιες εθνικές νομοθεσίες περί φόρου εταιρειών, η διαφάνεια των κανόνων, η άρση των φορολογικών φραγμών που εμποδίζουν τις διασυνοριακές δραστηριότητες και η δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις της ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομικά οφέλη στην κλίμακα όλης της ΕΕ μέσω ενός δυναμικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος,

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι μια πρόσφορη φορολογική εναρμόνιση σε επίπεδο ΕΕ, που δεν θα επιχειρεί να εναρμονίσει τους φορολογικούς συντελεστές, μπορεί να συμβάλει στην αποτροπή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και να αποφέρει οφέλη τα οποία μπορούν να μοιραστούν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των επιχειρήσεων, του προσωπικού τους, των καταναλωτών, των κρατών μελών και των πολιτών,

Ζ.   εκτιμώντας ότι η επίτευξη των στόχων της Λισαβόνας απαιτεί την ενίσχυση του συντονισμού της φορολογικής πολιτικής των κρατών μελών,

Η.   εκτιμώντας ότι τα κράτη μέλη έχουν κατά κανόνα προσπαθήσει να συντονίσουν τα φορολογικά καθεστώτα τους μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου διμερών φορολογικών συμφωνιών, οι οποίες δεν καλύπτουν πλήρως ζητήματα όπως η διασυνοριακή φορολογική ελάφρυνση λόγω ζημιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διμερής προσέγγιση είναι λιγότερο αποτελεσματική και οδηγεί σε μικρότερη συνοχή συγκριτικά με μια πολυμερή και συντονισμένη προσέγγιση· λαμβάνοντας υπόψη ότι μια κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση για μια ενοποιημένη βάση φόρου εταιρειών –όπως η πρόταση ΚΕΒΦΕ– αποτελεί την καταλληλότερη λύση για τη διασυνοριακή αντιστάθμιση των ζημιών και κερδών στην εσωτερική αγορά και θα οδηγήσει σε ενίσχυση της διαφάνειας, των επενδύσεων και της ανταγωνιστικότητας,

Θ.   εκτιμώντας ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διαφορετικούς κανόνες χορήγησης φορολογικών ελαφρύνσεων λόγω ζημιών τις οποίες υφίστανται τα υποκαταστήματα, οι θυγατρικές και τα μέλη εταιρικών ομίλων, με αποτέλεσμα να στρεβλώνονται οι επιχειρηματικές αποφάσεις και οι επενδυτικές πολιτικές στην εσωτερική αγορά, κάτι που έχει επιπτώσεις σε επίπεδο κατάλληλης μακροπρόθεσμης βιομηχανικής στρατηγικής και σε επίπεδο φορολογικών εσόδων,

Ι.   εκτιμώντας ότι σχεδόν όλα τα φορολογικά συστήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση φορολογούν τα κέρδη και τις ζημίες με ασύμμετρο τρόπο, δηλαδή ενώ τα κέρδη φορολογούνται για τη φορολογική χρήση κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, η φορολογική αξία μιας ζημίας δεν επιστρέφεται αυτομάτως στην εταιρεία όταν επέρχεται η ζημία· σημειώνει ότι η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν αναλύει ικανοποιητικά αυτό τον χρονικό παράγοντα και τη σπουδαιότητά του όσον αφορά τις αυξανόμενες διασυνοριακές επενδύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

ΙΑ.   εκτιμώντας ότι η εφαρμογή διασυνοριακού καθεστώτος φορολογικής ελάφρυνσης λόγω ζημιών θα ισοδυναμούσε με παραίτηση από έσοδα φόρου εταιρειών σε ορισμένα κράτη μέλη χωρίς ορισμένες έννομες διασφαλίσεις,

ΙΒ.   εκτιμώντας ότι οι ζημίες των εγχώριων υποκαταστημάτων λαμβάνονται αυτομάτως υπόψη στο καθαρό αποτέλεσμα της μητρικής εταιρείας, αλλά ότι η κατάσταση είναι λιγότερο σαφής όσον αφορά τις ζημίες που υφίστανται υποκαταστήματα της αλλοδαπής ή τα εγχώρια και ξένα μέλη ενός ομίλου,

ΙΓ.   εκτιμώντας ότι η απουσία διασυνοριακής φορολογικής ελάφρυνσης λόγω ζημιών αποτελεί εμπόδιο για την είσοδο σε ορισμένες αγορές, ευνοώντας την εγκατάσταση σε μεγάλα κράτη μέλη όπου το μέγεθος της εγχώριας αγοράς είναι αρκετό για να βοηθήσει την απορρόφηση ενδεχόμενων ζημιών,

ΙΔ.   εκτιμώντας ότι λόγω της κατάστασης αυτής οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) περιέρχονται σε μειονεκτική θέση, επειδή έχουν μικρότερη ευχέρεια να πραγματοποιούν διασυνοριακές επενδύσεις σε πλαίσιο αβεβαιότητας ως προς τη φορολογική ελάφρυνση λόγω ζημιών και συχνά υφίστανται ζημίες στο στάδιο της εκκίνησης των δραστηριοτήτων τους,

1.   εκφράζει την έντονη ανησυχία του για τον αρνητικό αντίκτυπο που έχει στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς η διαφορετική μεταχείριση των διασυνοριακών ζημιών από τα κράτη μέλη·

2.   σημειώνει ότι κάθε μέτρο που εμποδίζει την ελευθερία εγκατάστασης αντίκειται στο άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ και συνεπώς πρέπει να επιδιώκεται η κατάργησή του με στοχοθετημένη δράση· υπενθυμίζει ότι οι διαφορές των καθεστώτων του φόρου εταιρειών παρεμποδίζουν την είσοδο σε άλλες εθνικές αγορές και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, εμποδίζουν τη διατήρηση ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις σε επίπεδο ΕΕ και συνεπώς απαιτείται σχετική προσοχή·

3.   θεωρεί ότι στοχοθετημένες παρεμβάσεις σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά τις φορολογικές ελαφρύνσεις σε περιπτώσεις ζημιών διασυνοριακού χαρακτήρα θα βελτίωναν περαιτέρω τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·

4.   εκφράζει την υποστήριξή του στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τη φορολογική μεταχείριση των ζημιών σε περιπτώσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα ως σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος και ζητεί επαρκή συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το σχετικό χρονοδιάγραμμα και τις λύσεις·

5.   τονίζει ότι οποιοδήποτε στοχοθετημένο μέτρο για την καθιέρωση διασυνοριακής φορολογικής ελάφρυνσης λόγω ζημιών θα πρέπει να οριστεί και να εφαρμοστεί στη βάση μιας πολυμερούς, κοινής προσέγγισης και συντονισμένης δράσης των κρατών μελών, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτική ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς· υπενθυμίζει ότι τα στοχοθετημένα μέτρα τέτοιου είδους αντιπροσωπεύουν μια ενδιάμεση λύση εν αναμονή της καθιέρωσης της ΚΕΒΦΕ· θεωρεί ότι η ΚΕΒΦΕ αποτελεί μια ολοκληρωμένη μακροπρόθεσμη λύση για τα φορολογικά εμπόδια που συνδέονται με τη διασυνοριακή αντιστάθμιση των ζημιών και κερδών, όπως επίσης για τη μεταβιβαστική τιμολόγηση και για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις, εξαγορές και αναδιαρθρώσεις, και ότι θα συμπληρώσει τα επιτεύγματα μιας εσωτερικής αγοράς με θεμιτό ανταγωνισμό·

6.   επισημαίνει ότι ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζουν διάφορες μεθόδους για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας, είτε με πίστωση των φόρων που πληρώθηκαν στην αλλοδαπή (μέθοδος φορολογικής πίστωσης) είτε με την εξαίρεση του εισοδήματος αλλοδαπής από τη φορολογική βάση (μέθοδος φοροαπαλλαγής)· σημειώνει ότι μόνον ορισμένα κράτη μέλη που εφαρμόζουν τη μέθοδο της φοροαπαλλαγής δεν παρέχουν φορολογική ελάφρυνση λόγω ζημιών των υποκαταστημάτων της αλλοδαπής·

7.   εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι, όταν οι ζημίες τις οποίες υφίστανται μόνιμες εγκαταστάσεις δεν μπορούν να συμψηφιστούν με τα κέρδη μιας εταιρικής έδρας, υπάρχει διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με μια καθαρά εγχώρια κατάσταση και ότι αυτό αποτελεί φραγμό στην ελευθερία εγκατάστασης·

8.   θεωρεί ότι πρέπει να έχει προτεραιότητα η παρέμβαση υπέρ των ομίλων εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, δεδομένου ότι ακριβώς οι όμιλοι αυτοί πλήττονται από την άνιση μεταχείριση όσον αφορά τις ζημίες διασυνοριακού χαρακτήρα σε σχέση με τους ομίλους που δραστηριοποιούνται σε ένα μόνο κράτος μέλος·

9.   θεωρεί ότι οι στρεβλώσεις που απορρέουν από τις διαφορές μεταξύ εθνικών συστημάτων αποβαίνουν σε βάρος των ΜΜΕ, ιδίως έναντι των δυνητικών ανταγωνιστών τους, και ζητεί ως εκ τούτου από την Επιτροπή να λάβει ειδικά μέτρα στον τομέα αυτό·

10.   υπενθυμίζει ότι υπάρχουν ελάχιστες μόνο συνολικές διευθετήσεις για τη φορολογική ελάφρυνση λόγω ζημιών μεταξύ θυγατρικών και μητρικών εταιρειών (ομίλων) σε διασυνοριακό επίπεδο και ότι συνεπώς, στο εσωτερικό ενός ομίλου εταιρειών, οι ζημίες δεν συνυπολογίζονται αυτομάτως με τον τρόπο που ισχύει στο εσωτερικό μιας εταιρείας·

11.   επισημαίνει ότι τα περισσότερα κράτη μέλη προβλέπουν μια εγχώρια φορολογική ελάφρυνση λόγω ζημιών για τους ομίλους, μεταχειριζόμενα ουσιαστικά τους ομίλους σαν ενιαία οντότητα, αλλά ελάχιστα διαθέτουν ανάλογη πρόβλεψη για διασυνοριακές περιπτώσεις· υπενθυμίζει ότι η έλλειψη διασυνοριακής φορολογικής ελάφρυνσης λόγω ζημιών για τους ομίλους μπορεί να στρεβλώσει τις επενδυτικές αποφάσεις σε σχέση τόσο με τη γεωγραφική θέση όσο και τη νομική μορφή (υποκατάστημα ή θυγατρική)·

12.   αναγνωρίζει ότι η απλή επέκταση των εγχώριων καθεστώτων στις διασυνοριακές περιπτώσεις είναι δύσκολη επειδή οι φορολογικές βάσεις διαφέρουν·

13.   τονίζει ότι η σπουδαιότητα της διασυνοριακής φορολογικής ελάφρυνσης λόγω ζημιών πρέπει να αναγνωριστεί, αν και θα χρειαζόταν να επισημανθεί ότι απαιτείται περαιτέρω ενδελεχής επεξεργασία όσον αφορά το σύστημα διασυνοριακής φορολογικής ελάφρυνσης λόγω ζημιών· υποδεικνύει ότι θα έπρεπε να αποφασιστεί αν η διασυνοριακή φορολογική ελάφρυνση λόγω ζημιών θα περιορίζεται στις θυγατρικές έναντι της μητρικής εταιρείας ή αντιστρόφως και ότι, κατά συνέπεια, χρειάζεται εμπεριστατωμένη εκτίμηση του δημοσιονομικού αντικτύπου του συστήματος σύμφωνα με το οποίο τα κέρδη των θυγατρικών επιτρέπεται να αντισταθμίζουν τις ζημίες της μητρικής εταιρείας·

14.   θεωρεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Marks & Spencer αποδέχεται το δικαίωμα των κρατών μελών να διατηρήσουν τα φορολογικά τους συστήματα, ιδίως όσον αφορά το πρόβλημα της φοροδιαφυγής·

15.   σημειώνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Oy AA δείχνει πως τα διάφορα εθνικά φορολογικά συστήματα επιφυλάσσουν διαφορετική μεταχείριση στις ζημίες και ότι, κατά συνέπεια, δεν είναι σαφές αν οι ζημίες μπορούν να ενοποιηθούν σε όλες τις διασυνοριακές περιπτώσεις στο εσωτερικό ενός ομίλου, ακόμα και όταν είναι οριστικές και επομένως προκαλούν ανισορροπίες, όπως φαίνεται στην περίπτωση Marks & Spencer ·

16.   πιστεύει ότι οι όμιλοι εταιρειών με παρουσία σε διάφορα κράτη μέλη πρέπει κατά το δυνατόν να αντιμετωπίζονται όπως οι όμιλοι με παρουσία σε ένα μόνο κράτος μέλος· τονίζει ότι στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζονται διασυνοριακές ζημίες από θυγατρικές της αλλοδαπής πρέπει να αποφεύγεται η διπλή φορολόγηση της μητρικής εταιρείας, να υπάρχει εύλογος καταμερισμός των φορολογικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών, να μην επιτρέπεται διπλή αντιστάθμιση των ζημιών και να αποτρέπεται η φοροδιαφυγή·

17.   θεωρεί χρήσιμο να δρομολογηθεί μια συζήτηση σχετικά με τον ορισμό και τα χαρακτηριστικά των εταιρικών ομίλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με συνεκτίμηση της ύπαρξης κοινών ευρωπαϊκών θεσμών όπως η "ευρωπαϊκή εταιρεία" και ο "ευρωπαϊκός συνεταιρισμός", αλλά χωρίς την πρόθεση να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής των μέτρων διασυνοριακής φορολογικής ελάφρυνσης λόγω ζημιών αποκλειστικά και μόνο σε τέτοιες νομικές μορφές·

18.   επαναλαμβάνει πόσο σημαντικό είναι να οριστεί η έννοια του "εταιρικού ομίλου", ώστε να μη μπορούν οι επιχειρήσεις να κατανέμουν περιστασιακά τα κέρδη και τις ζημίες τους μεταξύ των κρατών μελών· θεωρεί ότι, για τους σκοπούς του ορισμού του εταιρικού ομίλου, θα ήταν ενδεχομένως χρήσιμο να προσδιοριστούν κάποια ειδικότερα κρίσιμα χαρακτηριστικά της επιχείρησης, όπως προβλέπεται στην οδηγία 94/45/ΕΚ για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους·

19.   χαιρετίζει τις τρεις εναλλακτικές δυνατότητες που προτείνει η ανακοίνωση της Επιτροπής για τη φορολογική μεταχείριση των ζημιών σε περιπτώσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα· υποστηρίζει τα στοχοθετημένα μέτρα που θα επέτρεπαν την αποτελεσματική και άμεση έκπτωση των ζημιών των θυγατρικών της αλλοδαπής (των ετήσιων ζημιών και όχι μόνο των οριστικών ζημιών όπως στην περίπτωση Marks and Spencer ), με πρόβλεψη ανάκτησης κατά την επάνοδο της θυγατρικής στην κερδοφορία μέσω ενός αντίστοιχου πρόσθετου φόρου στη μητρική εταιρεία·

20.   συνιστά, προκειμένου οι προτάσεις αυτές να μπορούν να εφαρμοστούν με τρόπο που αποτρέπει τη φοροδιαφυγή, να εξεταστεί κατά πόσον θα ενδεικνυόταν να δημιουργηθεί ένα αυτοματοποιημένο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, παρόμοιο με το VIES σε ό,τι αφορά τον ΦΠΑ, ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν να επαληθεύουν τις αρνητικές φορολογικές βάσεις που δηλώνονται από θυγατρικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη·

21.   προτρέπει εντούτοις την Επιτροπή να διερευνήσει περαιτέρω τη δυνατότητα να παρέχεται στις εταιρείες μια ενοποιημένη βάση επιβολής του φόρου εταιρειών για τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν σε κλίμακα ΕΕ·

22.   επισημαίνει ότι χρειάζεται οπωσδήποτε μια περαιτέρω ενδελεχής ανάλυση όσον αφορά την εκτίμηση του βαθμού στον οποίο το προτεινόμενο σύστημα διασυνοριακής φορολογικής ελάφρυνσης λόγω ζημιών θα μπορούσε να προωθήσει τις διασυνοριακές δραστηριότητες των ΜΜΕ·

23.   επισημαίνει ότι κανένα στοχοθετημένο μέτρο των επιμέρους κρατών μελών για τη φορολογική μεταχείριση των ζημιών σε διασυνοριακές περιπτώσεις δεν θα λύσει, από μόνο του, το πρόβλημα της στρέβλωσης του ανταγωνισμού και του υψηλού κόστους της συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις της ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, πρόβλημα που οφείλεται στη διατήρηση 27 διαφορετικών φορολογικών συστημάτων·

24.   τονίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να προχωρήσουν συντονισμένα όσον αφορά τη λήψη στοχοθετημένων μέτρων για τη φορολογική ελάφρυνση διασυνοριακών ζημιών στο πλαίσιο μιας εταιρείας ή ομίλου· υπενθυμίζει ότι χρειάζεται μεγαλύτερος συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών στα φορολογικά θέματα και καλεί την Επιτροπή να αναλάβει ενεργό ρόλο·

25.   υποστηρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής για τη δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής και ομοιόμορφης ΚΕΒΦΕ· σημειώνει ότι η ΚΕΒΦΕ θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να λειτουργούν με τους ίδιους κανόνες στην αλλοδαπή όπως και στη χώρα τους, δημιουργώντας ίσους όρους ανταγωνισμού και βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων της ΕΕ, αυξάνοντας σε διασυνοριακό επίπεδο το εμπόριο και τις επενδύσεις και δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για να αντληθούν όλα τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τις επενδύσεις και την ανάπτυξη, καθώς επίσης μειώνοντας σημαντικά τα διοικητικά βάρη και τα έξοδα συμμόρφωσης όπως και τις δυνατότητες φοροδιαφυγής και απάτης·

26.   υπενθυμίζει ότι η ΚΕΒΦΕ συνεπάγεται κοινούς κανόνες ως προς τη φορολογική βάση και δεν επηρεάζει καθόλου την ευχέρεια των κρατών μελών να εξακολουθήσουν να καθορίζουν δικούς τους φορολογικούς συντελεστές·

27.   χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής να δρομολογήσει την ΚΕΒΦΕ ακόμα και σε πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας· επισημαίνει ωστόσο ότι αυτό αποτελεί τη δεύτερη καλύτερη λύση καθώς, εάν δεν υπάρχει ένα διεξοδικό σύστημα σε επίπεδο ΕΕ, ενδέχεται να αμβλυνθούν ώς ένα βαθμό τα οφέλη της διαφάνειας και των μειωμένων διοικητικών εξόδων·

28.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) [1997] Συλλ. I-2471.
(2) [2000] Συλλ. I-11619.
(3) [2001] Συλλ. I-1727.
(4) [2005] Συλλ. I-10837.
(5) Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007.
(6) ΕΕ L 254, 30.9.1994, σ. 64.
(7) ΕΕ C 286E, 23.11.2006, σ.229.
(8) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0367 .


Κοινοτική στρατηγική 2007-2012 για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία
PDF 123k   DOC 132k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την κοινοτική στρατηγική 2007-2012 για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία (2007/2146(INI) )
P6_TA(2008)0009 A6-0518/2007

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Βελτίωση της ποιότητας και της παραγωγικότητας στην εργασία: κοινοτική στρατηγική 2007-2012 για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία" (COM(2007)0062 ) και τα συνοδευτικά έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SEC(2007)0214 ), (SEC(2007)0215 ) και (SEC(2007)0216 ),

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη ΕΚ, και ειδικότερα τα άρθρα 2, 136, 137, 138, 139, 140, 143 και 152,

–   έχοντας υπόψη τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(1) , και ειδικότερα τα άρθρα 27, 31 και 32,

–   έχοντας υπόψη τις συμβάσεις και τις συστάσεις της ΔΟΕ στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία,

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (οδηγία πλαίσιο)(2) και τις ειδικές οδηγίες που την συνοδεύουν,

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2000/54/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2000 για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία(3) ,

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2007/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2007, σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των ειδικών οδηγιών της καθώς και των οδηγιών του Συμβουλίου 83/477/ΕΟΚ, 91/383/ΕΟΚ, 92/29/ΕΟΚ και 94/33/ΕΚ, με σκοπό την απλούστευση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων εφαρμογής(4) ,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας μετά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 8 και 9 Μαρτίου 2007,

–   έχοντας υπόψη το από 23ης Οκτωβρίου 2002 ψήφισμά του σχετικά με την κοινοτική στρατηγική υγείας και ασφάλειας στην εργασία 2002-2006(5) ,

–   έχοντας υπόψη το από 24ης Φεβρουαρίου 2005 ψήφισμά του σχετικά με την προώθηση της υγείας και της ασφάλειας στους χώρους εργασίας(6) ,

–   έχοντας υπόψη το από 6ης Ιουλίου 2006 ψήφισμά του με συστάσεις στην Επιτροπή σχετικά με την προστασία του νοσηλευτικού προσωπικού στην Ευρώπη από λοιμώξεις που μεταδίδονται με το αίμα και προκαλούνται από τραυματισμούς από βελόνες(7) ,

–   έχοντας υπόψη το από 23ης Μαΐου 2007 ψήφισμά του σχετικά με την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους(8) ,

–   έχοντας υπόψη το από 13ης Νοεμβρίου 2007 ψήφισμά του σχετικά με κοινοτικές στατιστικές στους τομείς της δημόσιας υγείας και της υγείας και ασφάλειας στην εργασία(9) ,

–   έχοντας υπόψη την δήλωσή του της 29ης Μαρτίου 2007 για την ηπατίτιδα C(10) ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A6-0518/2007 ),

Α.   λαμβάνοντας υπόψη ότι υφίσταται θετική συσχέτιση μεταξύ της ποιότητας των προτύπων υγείας και ασφάλειας στον χώρο εργασίας και των οικονομικών επιδόσεων όσον αφορά τη συνολική απόδοση, τις απουσίες από την εργασία, τον ρυθμό ανανέωσης του προσωπικού, τη δημιουργία κινήτρων στους εργαζόμενους, τη βελτίωση της εταιρικής εικόνας και την παραγωγικότητα,

B.   σημειώνοντας ότι οι ανταγωνιστικότερες οικονομίες έχουν τις καλύτερες επιδόσεις στο πεδίο της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία (ΥΑΕ), καθώς και ότι τα υψηλά επίπεδα προστασίας της υγείας και της ασφάλειας έχουν θετικό αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά από την άποψη της οικονομικής ευρωστίας των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης και της αυξημένης παραγωγικότητας, και έχοντας υπόψη ότι η υγεία και η ασφάλεια στην εργασία όχι μόνο συμβάλλουν στην παραγωγικότητα, στην απόδοση και στην ευεξία των εργαζομένων, αλλά επιπλέον αποφέρουν εξοικονόμηση κόστους σε επίπεδο κοινωνίας και οικονομίας,

Γ.   εκτιμώντας ότι είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθούν περισσότερες έρευνες επί των μακροπρόθεσμων συνεπειών ορισμένων εργασιακών δραστηριοτήτων για την υγεία προκειμένου να προστατεύονται καλύτερα οι εργαζόμενοι, καθότι ορισμένες ασθένειες εκδηλώνονται πολλά χρόνια μετά την πραγματοποίηση της εργασίας που τις προκάλεσε,

Δ.   θεωρώντας ανησυχητικό το γεγονός ότι η μείωση του αριθμού των περιπτώσεων εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών δεν έχει κατανεμηθεί ομοιόμορφα, δεδομένου ότι ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων (π.χ. μετανάστες, εργαζόμενοι με επισφαλείς συμβάσεις, γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι εργαζόμενοι), ορισμένες επιχειρήσεις (κυρίως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και οι επιχειρήσεις πολύ μικρού μεγέθους), ορισμένοι τομείς δραστηριότητας (ιδίως ο κατασκευαστικός τομέας, η αλιεία, η γεωργία και οι μεταφορές) και ορισμένα κράτη μέλη παρουσιάζουν πολύ υψηλότερα ποσοστά εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ,

Ε.   εκτιμώντας ότι τα μέτρα για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του επιχειρηματικού πνεύματος και ότι το πνεύμα αυτό πρέπει να είναι αλληλένδετο με την διά βίου κατάρτιση και επιμόρφωση εργαζομένων και διευθυντικών στελεχών,

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι ένα πνεύμα υγείας και ασφάλειας στην εργασία που θα εφαρμόζεται με συνέπεια στις επιχειρήσεις μπορεί να συμβάλει στην μη γραφειοκρατική εφαρμογή των διαδικασιών ΥΑΕ, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ασφάλειας,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περίοδοι ανάπαυσης είναι υψίστης σημασίας για την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΔΟΕ εκτιμά ότι περίπου 167.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην ΕΕ από εργατικά ατυχήματα ή ασθένειες που σχετίζονται με την εργασία το 2006, και ότι η Επιτροπή στην προαναφερθείσα ανακοίνωση της για τη βελτίωση της ποιότητας και της παραγωγικότητας στην εργασία εκτιμά ότι κάθε χρόνο 300.000 εργαζόμενοι αποκτούν μόνιμη αναπηρία διαφόρων βαθμών,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μια γνήσια στρατηγική για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία πρέπει να βασίζεται στον σωστό συνδυασμό των εξής μέσων: επαρκής ενημέρωση όλων, επικεντρωμένη εκπαίδευση και κατάρτιση, κατάλληλες υπηρεσίες και εκστρατείες πρόληψης, κοινωνικός διάλογος και συμμετοχή των εργαζομένων, κατάλληλη νομοθεσία και εφαρμογή, ιδιαίτερη προσοχή σε ειδικές ομάδες, τομείς δραστηριότητας και είδη επιχειρήσεων, αποτελεσματικές επιθεωρήσεις και αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές ποινές,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ηλικιωμένοι εργαζόμενοι θα πρέπει να διατηρούν την υγεία και την ικανότητα εργασίας και απασχόλησης για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και ότι θα πρέπει να λαμβάνονται ανάλογα μέτρα γι αυτόν τον σκοπό,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επιθεωρήσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιβολή της υφιστάμενης νομοθεσίας και, επομένως, στην πρόληψη της εκμετάλλευσης στον χώρο εργασίας, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην προαγωγή της ιδέας της αξιοπρεπούς εργασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επιθεωρητές πρέπει να έχουν τη στήριξη μιας ενισχυμένης συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των επιθεωρητών των διαφόρων κρατών μελών,

ΙΒ.   εκτιμώντας ότι η αξιολόγηση του κινδύνου σε επίπεδο επιχείρησης δεν μπορεί να θεωρείται εφάπαξ δραστηριότητα, αλλά πρέπει να διενεργείται σε περιοδική βάση και να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και/ή κινδύνους· εκτιμώντας ότι η απουσία της ή η ακατάλληλη διενέργειά της αντιβαίνουν στη νομοθεσία και συγκαταλέγονται στα κύρια αίτια των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών,

ΙΓ.   εκτιμώντας ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες στατιστικές όσον αφορά τις αρνητικές επιπτώσεις των πυρκαγιών στην υγεία και την ασφάλεια στην εργασία,

ΙΔ.   εκτιμώντας ότι οι εργαζόμενοι στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης διατρέχουν κίνδυνο μόλυνσης από περισσότερους από 20 επικίνδυνους για τη ζωή ιούς, συμπεριλαμβανομένων των ιών της ηπατίτιδας Β, της ηπατίτιδας C, και του HIV/Aids,

ΙΕ.   εκτιμώντας ότι ένας από τους στόχους της Στρατηγικής της Λισαβόνας είναι ένα συνολικό ποσοστό απασχόλησης της τάξης του 70% καθώς και ποσοστό απασχόλησης 60% για τις γυναίκες και 50% για τους ηλικιωμένους εργαζόμενους έως το 2010· ότι οι εργαζόμενοι με χρόνιες ασθένειες ή με ασθένειες μακράς διαρκείας συχνά δεν επιστρέφουν στην εργασία τους, παρά το γεγονός ότι κρίνονται ικανοί να επιστρέψουν, και ότι όσοι επιστρέφουν αντιμετωπίζουν συχνά πολλαπλές διακρίσεις, όπως για παράδειγμα μείωση του μισθού τους· ότι τούτο ισχύει ιδιαίτερα για τους καρκινοπαθείς, δεδομένου ότι οι περισσότερες πρόσφατες μελέτες καταδεικνύουν ότι ένα πέμπτο των γυναικών που νόσησαν στο παρελθόν από καρκίνο του μαστού δεν επιστρέφουν στην εργασία τους, παρόλο που θα ήταν σε θέση να το κάνουν,

P.   ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό των γυναικών που απασχολούνται στη "μαύρη" ανασφάλιστη αγορά εργασίας είναι μεγαλύτερο σε σχέση με αυτό των ανδρών, γεγονός με αναπόφευκτα σημαντικές συνέπειες ως προς τις συνθήκες ασφάλειας και υγείας της απασχόλησής τους,

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες και οι άνδρες δεν συνιστούν ομοιογενή ομάδα και επομένως οι στρατηγικές και τα μέτρα για τη βελτίωση της ΥΑΕ πρέπει να προσαρμόζονται στους συγκεκριμένους χώρους εργασίας, λαμβανομένου υπόψη ότι μερικοί παράγοντες μπορεί να επιδρούν διαφορετικά στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες,

1.   χαιρετίζει τον φιλόδοξο στόχο της Επιτροπής για μείωση κατά 25% κατά μέσο όρο των ατυχημάτων στον χώρο εργασίας σε ολόκληρη την ΕΕ· αναγνωρίζει ότι ο αριθμός αυτός ενδέχεται να διαφέρει από χώρα σε χώρα λόγω διαφορετικών αφετηριών, φρονεί όμως ότι εξακολουθεί να είναι σημαντική η ύπαρξη σαφών και στοχευμένων μέτρων σε συνδυασμό με οικονομικές δεσμεύσεις και χρονοδιαγράμματα, τα οποία να μπορούν στη συνέχεια να μετρηθούν και να αξιολογηθούν· ελλείψει τέτοιων μέτρων, χρονοδιαγραμμάτων και δεσμεύσεων, καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σχετικά με την πρόοδό της, στα μέσα της περιόδου εφαρμογής της στρατηγικής·

2.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τους και να δεσμευθούν υπέρ της μείωσης, όχι μόνο των διαφορών μεταξύ διαφόρων κρατών μελών, αλλά και των διαφορών στο εσωτερικό των ίδιων των κρατών μελών·

3.   σημειώνει τις προτάσεις της Επιτροπής για χρήση μη δεσμευτικών μέσων όταν οι δεσμευτικοί νόμοι είναι ανέφικτοι ή απρόσφοροι, ώστε να παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια να βρίσκουν λύσεις που να διασφαλίζουν τα καλύτερα αποτελέσματα όσον αφορά την υγεία και την ασφάλεια με γνώμονα τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε αυτά·

4.   επιδοκιμάζει την αυξημένη έμφαση που αποδίδει η Επιτροπή στην απλούστευση των κανονιστικών ρυθμίσεων και στην ελάττωση του διοικητικού φόρτου, και επισημαίνει ότι, ενώ η απλούστευση παρέχει αυξημένα οφέλη στους πολίτες, βοηθά τόσο τους εργοδότες όσο και τους εργαζόμενους να επικεντρώσουν την προσοχή τους περισσότερο στην πρακτική διαχείριση της υγείας και της ασφάλειας, ώστε να διασφαλιστούν καλύτερα αποτελέσματα σε αυτούς τους τομείς· θεωρεί ότι έχει πρωταρχική σημασία να μην υπονομεύσει κατά κανένα τρόπο η απλούστευση αυτή το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων·

5.   καλεί την Επιτροπή, να αποδώσει, στο πλαίσιο της στρατηγικής της, προτεραιότητα στις δραστηριότητες και στους τομείς που εγκυμονούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, όπως μεταλλουργία, κατασκευές, ηλεκτρισμό ή δασοκομία·

6.   καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει μεγαλύτερη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία στην εν λόγω διαδικασία και συγκεκριμένα να του ζητήσει να υποβάλει αξιολόγηση, με την οποία θα εξακριβωθεί σε ποιους τομείς υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών και με ποιον τρόπο μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά ο κίνδυνος αυτός·

7.   εξαίρει την ιδιαίτερη εστίαση της Επιτροπής στην παροχή συνδρομής στις ΜΜΕ προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους στο πεδίο της υγείας και της ασφάλειας, και στηρίζει πλήρως αυτή την προσέγγιση·

8.   εκφράζει τη λύπη του διότι στην ανακοίνωση της Επιτροπής δεν γίνεται αναφορά σε στόχους για τη μείωση των επαγγελματικών ασθενειών, αλλά αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που συνεπάγεται η προσπάθεια ποσοτικής εκτίμησης της εμφάνισης επαγγελματικών ασθενειών· παροτρύνει, συνεπώς, την Επιτροπή να επανεξετάσει τη χρησιμοποίηση και εφαρμογή των υπαρχουσών στατιστικών διαδικασιών ώστε να υπάρχει ορθός εντοπισμός και ποσοτική εκτίμηση των επαγγελματικών ασθενειών, και ιδιαίτερα των επαγγελματικών καρκίνων, ενόψει του καθορισμού στόχων για τη μείωσή τους· υποδεικνύει στην Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο να αντικαταστήσει τη σύσταση της Επιτροπής 2003/670/ΕΚ σχετικά με τον ευρωπαϊκό κατάλογο των επαγγελματικών ασθενειών(11) με οδηγία·

9.   δίνει έμφαση στην ανάγκη να εφαρμόζεται η ισότητα των φύλων όταν αντιμετωπίζονται ζητήματα σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, και χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να ζητήσει την επεξεργασία ιδιαίτερων μεθόδων εκτίμησης επιπτώσεων επί της υγείας και ασφάλειας κατά την εργασία, που θα συνεξετάζουν την ιδιαιτερότητα του φύλου· επικρίνει ωστόσο την Επιτροπή, επειδή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την ισότητα των φύλων στην ανακοίνωσή της ή στους "Στόχους της Κοινοτικής Στρατηγικής 2007-2012" ή στις "Αξιολογήσεις Επιπτώσεων'·

10.   καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει κατά πόσο υπάρχουν διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα σε κοινοτικό επίπεδο ξεχωριστά για το κάθε φύλο σχετικά με θανατηφόρες και μη θανατηφόρες ασθένειες που συνδέονται με την εργασία·

11.   προτρέπει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τις ισχύουσες οδηγίες για την ΥΑΕ με μεγαλύτερη ευαισθησία ως προς τον παράγοντα "φύλο" και να διενεργήσουν μια εκτίμηση επιπτώσεων ως προς το φύλο για τις οδηγίες αυτές·

12.   υπογραμμίζει ότι η αποκατάσταση και η επανένταξη των εργαζομένων έπειτα από προβλήματα υγείας ή εργατικό ατύχημα είναι ζωτικής σημασίας και επικροτεί την ιδιαίτερη έμφαση στην αποκατάσταση και την επανένταξη που ζητείται στις εθνικές στρατηγικές· οι κυβερνήσεις είναι σημαντικό να διασφαλίσουν, στο πλαίσιο των στρατηγικών τους για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, την υποχρέωση της διατήρησης της απασχόλησης (μέσω κατάρτισης, ανακατανομής καθηκόντων κλπ.) για τους ανθρώπους που προσβλήθηκαν από σωματική ή ψυχική ασθένεια κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής τους·

13.   καλεί την Επιτροπή να συλλέξει περισσότερα αριθμητικά στοιχεία και δεδομένα για τους εργαζόμενους με χρόνιες ασθένειες, να αναλύσει τις συνθήκες εργασίας τους και να καταρτίσει χάρτη για την προστασία των δικαιωμάτων των καρκινοπαθών και των ανθρώπων που πάσχουν από άλλες χρόνιες επαγγελματικές ασθένειες, με στόχο να απαιτηθεί από τις επιχειρήσεις να παρέχουν στους ασθενείς τη δυνατότητα να διατηρούν την θέση απασχόλησής τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να επιστρέφουν στην αγορά εργασίας μετά την λήξη της·

14.   εκφράζει τη βαθιά ανησυχία του για το υπερβολικά υψηλό ποσοστό ατυχημάτων μεταξύ των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας καθώς και μεταξύ των εργαζομένων χαμηλής ειδίκευσης, το οποίο σε ορισμένα κράτη μέλη είναι τουλάχιστον διπλάσιο από αυτό των άλλων εργαζομένων, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την σχέση μεταξύ αυτών των κατηγοριών απασχολουμένων και της απασχόλησής τους σε βιομηχανικούς τομείς υψηλού κινδύνου, όπως οι κατασκευές· επισημαίνει δε ότι η οδηγία 91/383/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1991 για τη συμπλήρωση των μέτρων που αποσκοπούν να προαγάγουν τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας(12) ορίζει ως γενικό κανόνα ότι οι εργαζόμενοι με σχέση πρόσκαιρης εργασίας έχουν τα ίδια δικαιώματα υγείας στην εργασία με εκείνους που έχουν μόνιμη σύμβαση εργασίας, όμως δεν καθορίζει συγκεκριμένους μηχανισμούς που θα καταστήσουν την αρχή αυτή εφαρμόσιμη στην πράξη· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να αντιμετωπίσει επειγόντως τις ελλείψεις αυτές·

15.   επισημαίνει επίσης τον αυξανόμενο αριθμό ιδιότυπων συμβάσεων εργασίας, και τονίζει ότι οι περιλαμβανόμενοι σε αυτές όροι δεν πρέπει να ενέχουν κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των μισθωτών και των συμβασιούχων·

16.   ζητεί μέτρα για την παρακολούθηση της ασφάλειας και υγείας των γυναικών σε μορφές αδήλωτης εργασίας όπως των γυναικών που φροντίζουν αρρώστους κατ" οίκον·

17.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν πλήρως υπόψη τις επιπτώσεις της δημογραφικής αλλαγής στην υγεία και την ασφάλεια στην εργασία· ειδικότερα, καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τα προληπτικά μέτρα και να θεσπίσουν μέτρα που να αποσκοπούν στην αντιστάθμιση της σωματικής εξασθένησης, κυρίως μέσω της εργονομίας και της διαρρύθμισης του χώρου εργασίας καθώς και μέσω μέτρων και κινήτρων που να αποσκοπούν στη διατήρηση του ζήλου, των ικανοτήτων και της υγείας των εργαζομένων πιο προχωρημένης ηλικίας·

18.   επισημαίνει την επιστημονικά αποδεδειγμένη αλληλεξάρτηση μεταξύ του αυξανόμενου άγχους στον χώρο εργασίας και των ασθενειών που οφείλονται σε αυτό, ιδίως στους τομείς των χρόνιων ασθενειών, των καρδιαγγειακών νοσημάτων και των ασθενειών του μυοσκελετικού συστήματος·

19.   θεωρεί ότι είναι άκρως σημαντικό να εξασφαλιστεί καλύτερη εφαρμογή των υφιστάμενων νομοθετικών μέσων για την ΥΑΕ και, συνεπώς, καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν κάθε δυνατό μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου· τα προς εξέταση μέτρα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνουν:

   α) ελάχιστες απαιτήσεις για την ποιότητα των υπηρεσιών πρόληψης και επιθεώρησης της εργασίας,
   β) αυστηρότερες κυρώσεις,
   γ) καλύτερες αξιολογήσεις όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας,
   δ) ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών,
   ε) ενίσχυση της νοοτροπίας της πρόληψης και των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της ευρύτερης πρόσβασης της κοινωνίας στην πληροφόρηση σχετικά με τις συνθήκες απασχόλησης και ασφάλειας στον χώρο εργασίας,
   στ) αυξημένη συμμετοχή των εργαζομένων στους χώρους εργασίας,
   ζ) παροχή κινήτρων στους εργοδότες ώστε να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλειας και της υγείας στην εργασία,
   η) ενίσχυση της χρήσης των συμφωνιών κοινωνικού διαλόγου·

20.   φρονεί ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει καθόλου επαρκείς πόρους ώστε να ελέγχει δεόντως την αποτελεσματική μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή των οδηγιών για την ασφάλεια στην εργασία· φρονεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένης μιας ευρύτερης χρήσης των διαδικασιών επί παραβάσει·

21.   επισημαίνει ότι η προστασία της ΥΑΕ πρέπει να ισχύει στον ίδιο βαθμό για όλους τους εργαζόμενους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι η προστασία αυτή βασίζεται σε τελική ανάλυση στο θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και ότι οιεσδήποτε αυτοεξαιρέσεις από τη νομοθεσία περί προστασίας της ΥΑΕ θέτουν σε κίνδυνο την υγεία των εργαζομένων και την ισότητα των ευκαιριών και μπορούν να καταλήξουν σε μια εξίσωση προς τα κάτω·

22.   ζητεί από την Επιτροπή να δώσει την ίδια έμφαση στις εκτιμήσεις επιπτώσεων στην υγεία και την ασφάλεια στην εργασία όπως και στις εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων·

23.   θεωρεί ότι οι επιθεωρήσεις εργασίας αποτελούν ζωτική συνιστώσα της προσπάθειας εφαρμογής της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια·

  α) καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή:
   i) να προσφέρει στην Επιτροπή Ανωτέρων Επιθεωρητών Εργασίας τους αναγκαίους πόρους που θα διασφαλίσουν την αποτελεσματική λειτουργία της, ύστερα από μια εξέταση των τρόπων με τους οποίους θα μπορούσε να γίνει αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη·
   ii) να αναπτύξει περαιτέρω τα συστήματα ανταλλαγής γνώσεων ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική ανταπόκριση σε αιτήματα για παροχή πληροφοριών και συνεργασία,
   iii) να ξεκινήσει έρευνα αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας και του αντικτύπου των επιθεωρήσεων, όπως προτείνει η Επιτροπή Ανωτέρων Επιθεωρητών Εργασίας, προκειμένου να θεσπιστούν κοινοί ποσοτικοί και ποιοτικοί στόχοι επιθεώρησης, ενθαρρύνοντας με αυτόν τον τρόπο την χρήση των φορέων επιθεώρησης ως παραγόντων διευκόλυνσης της δημιουργίας αποτελεσματικού και πραγματικού πνεύματος υγείας και ασφάλειας σε ολόκληρο το εργατικό δυναμικό,
   iv) να θεσπίσει μεθόδους και μέσα αξιολόγησης των εθνικών συστημάτων επιθεωρήσεων, ειδικότερα μέσω της δημιουργίας πινάκων αποτελεσμάτων,
  β) καλεί δε τα κράτη μέλη:
   i) να διαθέσουν επαρκείς ανθρώπινους και χρηματοδοτικούς πόρους στις εθνικές τους υπηρεσίες επιθεωρήσεων,
   ii) να αυξήσουν τον αριθμό των επιθεωρητών εργασίας, ώστε να διασφαλίζεται αναλογία τουλάχιστον 1 προς 10.000 εργαζόμενους, σύμφωνα με τις συστάσεις της ΔΟΕ,
   iii) να βελτιώσουν την ποιότητα των επιθεωρητών εργασίας, προσφέροντάς τους περισσότερο διεπιστημονική κατάρτιση σε πεδία όπως η ψυχολογία, η εργονομία, η υγιεινή, οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι και η τοξικολογία,
   iv) να εστιάσουν τις επιθεωρήσεις σε περιοχές, τομείς και επιχειρήσεις προτεραιότητας, με υψηλό κίνδυνο ατυχημάτων και με υψηλά ποσοστά ευάλωτων ομάδων, όπως οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι, οι εργαζόμενοι εταιρειών προσωρινής απασχόλησης, οι εργαζόμενοι χαμηλής ειδίκευσης, οι νέοι και ηλικιωμένοι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενοι με αναπηρίες·

24.   αναγνωρίζει την κεντρική σημασία της πρόληψης και καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο της στρατηγικής της:

   α) να διασφαλίσει ότι οι εργοδότες αναγνωρίζουν και ανταποκρίνονται στις ευθύνες τους για παροχή πρόσφορων υπηρεσιών πρόληψης σε όλους τους χώρους εργασίας, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τη σπουδαιότητα μιας υπεύθυνης στάσης των εργαζομένων απέναντι στη δική τους υγεία και ασφάλεια,
   β) να ενθαρρύνει τις υπηρεσίες πρόληψης να καταστούν πλήρως διεπιστημονικές και να αντικατοπτρίζουν την ιεράρχηση των μέτρων που προβλέπεται στην οδηγία πλαίσιο 89/391/ΕΟΚ,
   γ) να υπογραμμίσει ότι η εκτίμηση κινδύνων πρέπει να είναι διαδικασία διαρκής και εξελισσόμενη –να μην αντιμετωπίζεται δηλαδή ως εφάπαξ υποχρέωση– με πλήρη συμμετοχή των εργαζομένων,
   δ) να διασφαλίσει ότι οι δραστηριότητες πρόληψης διεκπεραιώνονται, στον βαθμό του δυνατού, στο εσωτερικό της επιχείρησης,
   ε) να διασφαλίσει ότι η παρακολούθηση της υγείας συμβαδίζει με την πρόληψη,
   στ) να προσαρμόζει τη νομοθεσία για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία σε τακτική βάση, ώστε να αντανακλά την τεχνολογική πρόοδο·

25.   υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η πρόσβαση στα τεχνικά έγγραφα και στους κανόνες που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας σε εθνικό επίπεδο θα είναι δωρεάν·

26.   συγχαίρει την Επιτροπή για τις προτάσεις της στον τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης οι οποίες περιέχονται στην ανακοίνωσή της και θεωρεί ότι η εν λόγω πτυχή αποτελεί καίριο παράγοντα για την ανάπτυξη νοοτροπίας πρόληψης, καθώς και ότι πρέπει να είναι μια διαδικασία συνεχής και εξελισσόμενη, προσαρμοσμένη στα νέα τεχνολογικά δεδομένα στον χώρο εργασίας, που θα εφαρμόζεται επίσης και στους εργαζόμενους που επιστρέφουν στο εργατικό δυναμικό μετά από ασθένεια ή διακοπές της σταδιοδρομίας λόγω ευθυνών οικογενειακής φροντίδας·

27.   φρονεί ότι πρέπει να παρέχεται ειδικά προσαρμοσμένη επαγγελματική κατάρτιση και επανειδίκευση στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία στους εργαζομένους και στους εκπροσώπους του τομέα, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να δίδεται ειδική προσοχή στις υπεργολαβίες, στην προσωρινή εργασία, στην μερική απασχόληση, στις γυναίκες και στους διακινούμενους εργαζόμενους· φρονεί ότι για τον σκοπό αυτό πρέπει να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται εθνικά και κοινοτικά κονδύλια·

28.   θεωρεί ότι οι εργοδότες πρέπει να υποχρεούνται να διευκολύνουν τις ιατρικές επισκέψεις για τους ημερήσιους εργαζόμενους και το προσωπικό το οποίο έχει συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης·

29.   καλεί την Επιτροπή να εξαντλήσει τα υπάρχοντα κοινοτικά κονδύλια (κυρίως του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου) για ζητήματα που σχετίζονται με την υγεία και την ασφάλεια (πρόληψη και ανάπτυξη πνεύματος πρόληψης, ευαισθητοποίηση, επαγγελματική κατάρτιση, δια βίου μάθηση, αποκατάσταση και επανένταξη των εργαζομένων που υπέστησαν εργατικό ατύχημα ή εκδήλωσαν επαγγελματική ασθένεια) και αφορούν ιδιαίτερα τις ΜΜΕ· καλεί την Επιτροπή να διαθέσει τα λοιπά κοινοτικά κονδύλια (για παράδειγμα, αυτά που προέρχονται από το 7ο πρόγραμμα- πλαίσιο για την έρευνα) και τα εθνικά κονδύλια για την έρευνα στον τομέα των επαγγελματικών ασθενειών·

30.   λαμβάνοντας υπόψη τον αυξανόμενο κίνδυνο στον οποίο εκτίθενται οι εργαζόμενοι στους τομείς των ορυχείων, της μεταλλουργίας, της σιδηρουργίας και της ναυπηγικής βιομηχανίας, θεωρεί σημαντικό να διαθέσουν τα κράτη μέλη και η Επιτροπή τις απαραίτητες πιστώσεις στις επενδύσεις που θα επιτρέψουν να εξασφαλισθεί η υγεία και η ασφάλεια στον τόπο εργασίας·

31.   ζητεί από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να διασφαλίσουν μια συστηματική προσέγγιση που θα λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα "φύλο", όταν αναπτύσσουν εθνικές και κοινοτικές στρατηγικές ΥΑΕ και όταν συγκεντρώνουν στατιστικά στοιχεία, εκπονούν μελέτες και διεξάγουν έρευνες ως προς την ΥΑΕ· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να εκμεταλλευθούν τις δυνατότητες χρηματοδότησης που προσφέρει το πρόγραμμα PROGRESS επί του θέματος, και ειδικότερα στο μέρος του που αφορά την ισότητα ανδρών και γυναικών·

32.   καλεί τα κράτη μέλη να αξιολογήσουν τη θέσπιση οικονομικών κινήτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας στον χώρο εργασίας, όπως φορολογικές εκπτώσεις ή προτίμηση, κατά τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών, σε ασφαλείς επιχειρήσεις και επιχειρήσεις οι οποίες έχουν πιστοποίηση υγείας και ασφάλειας, θέσπιση συστήματος "bonus-malus" στα ασφαλιστήρια συμβόλαια και στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και οικονομικά κίνητρα για την αντικατάσταση παρωχημένου ή μη ασφαλούς εξοπλισμού·

33.   προτείνει επιπλέον να εξετασθεί από τα κράτη μέλη η δυνατότητα ενσωμάτωσης ορισμένων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας στις αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων·

34.   εκτιμώντας τις συνεχιζόμενες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές, που επηρεάζουν και μεταβάλλουν και την αγορά εργασίας, καλεί την Επιτροπή να προωθήσει σωστές πολιτικές στον τομέα της απασχόλησης και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, και να ενθαρρύνει τους εργοδότες στην προώθηση υγειών τρόπων ζωής στον τόπο εργασίας, με εκστρατείες προώθησης της υγείας στην εργασία, την εφαρμογή της απαγόρευσης του καπνίσματος στον τόπο εργασίας, καθώς και προγράμματα στήριξης των εργαζομένων που επιθυμούν να σταματήσουν το κάπνισμα, να εξασφαλίσει δε συνοχή πολιτικής με άλλους τομείς, ειδικότερα της δημόσιας υγείας·

35.   ζητεί από την Επιτροπή να αναλάβει πρωτοβουλία αναθεώρησης της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων(13) ·

36.   φρονεί ότι τα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την έκθεση στον αμίαντο είναι ευρέως γνωστά και ότι οι ευρωπαϊκές ρυθμίσεις σχετικά με τον αμίαντο είναι επαρκείς· υπογραμμίζει ότι το ποσοστό των ασθενειών που οφείλονται στον αμίαντο στην Ευρώπη θα είναι, σύμφωνα με τις προγνώσεις, πολύ υψηλό για πολλά ακόμα χρόνια· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να οργανώσει ακρόαση σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των τεράστιων προβλημάτων υγείας και ασφάλειας στην εργασία που σχετίζονται με την ύπαρξη αμιάντου σε κτίρια και άλλες κατασκευές, όπως πλοία, τρένα και μηχανές· καλεί επίσης τα κράτη μέλη να καταρτίσουν εθνικά προγράμματα δράσης για την κατάργηση του αμιάντου, συμπεριλαμβανομένων υποχρεώσεων χαρτογράφησης του αμιάντου σε κτίρια, και να μεριμνήσουν για την ασφαλή αφαίρεση του αμιάντου·

37.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, παρά τα επανειλημμένα και ειδικά αιτήματα του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή δεν έχει ακόμα καταθέσει πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 2000/54/EΚ για την αντιμετώπιση των σοβαρών κινδύνων που απορρέουν από την εργασία με βελόνες και ιατρικά αιχμηρά εργαλεία· καλεί την Επιτροπή να επισπεύσει την ολοκλήρωση της εκτίμησης επιπτώσεων μέσω του διαγωνισμού 2007/S 139-171103 και αναμένει να εγκριθεί κατάλληλη τροποποίηση της οδηγίας πολύ πριν από τη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου στα μέσα του 2009, σύμφωνα με το προαναφερθέν ψήφισμά του· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει κατάλληλα μέτρα πρόληψης και ελέγχου για την μείωση του κινδύνου μετάδοσης ασθενειών που μεταδίδονται μέσω του αίματος, όπως η ηπατίτιδα C·

38.   καλεί την Επιτροπή να πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη και έγκριση ενός κώδικα πρακτικής της ΕΕ για την πρόληψη των λοιμώξεων που συνδέονται με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη·

39.   καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει την υγεία και την ασφάλεια στα ιδρύματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένων των ιδρυμάτων κοινωνικής πρόνοιας, μέσω της δρομολόγησης μέτρων ενθάρρυνσης της υποβολής του προσωπικού σε ιατρικούς ελέγχους ρουτίνας, ώστε να επιτραπεί η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία και να μειωθούν με αυτόν τον τρόπο οι λοιμώξεις που έχουν μεταδοθεί ή μπορούν να μεταδοθούν στο πλαίσιο της εργασίας, όπως το μικρόβιο MRSA (Χρυσίζων σταφυλόκοκκος ανθεκτικός στη µεθικιλλίνη)·

40.   χαιρετίζει την υποχρέωση των κρατών μελών να καταρτίσουν εθνικές στρατηγικές· τονίζει ότι οι εν λόγω στρατηγικές πρέπει να καλύπτουν την ίδια χρονική περίοδο και να ξεκινήσουν κατά το ίδιο έτος, ώστε να διευκολυνθεί η σύγκριση των εθνικών στρατηγικών και των αποτελεσμάτων τους, αλλά και ότι πρέπει να θέτουν σαφείς και μετρήσιμους στόχους, με ιδιαίτερη εστίαση στις ΜΜΕ και σε ευάλωτες ομάδες όπως οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι, οι νέοι ή οι ηλικιωμένοι εργαζόμενοι, οι γυναίκες, οι εργαζόμενοι εταιρειών προσωρινής απασχόλησης και οι εργαζόμενοι με αναπηρίες·

41.   υπογραμμίζει ότι είναι ουσιώδες ο χώρος εργασίας να καταστεί προσβάσιμος και ασφαλής για τους εργαζόμενους με αναπηρία, μέσω της διασφάλισης εύλογων προσαρμογών, ειδικού εξοπλισμού προσαρμοσμένου στις ατομικές ανάγκες και μέσω της διασφάλισης των υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που χρειάζονται τα άτομα με αναπηρία, ειδικά λόγω της αναπηρίας τους, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών που αποσκοπούν στην ελαχιστοποίηση και την πρόληψη περαιτέρω αναπηριών·

42.   καλεί τόσο την Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν και να επιβάλουν την οδηγία πλαίσιο και τις υφιστάμενες διατάξεις στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας πλήρως, και ασχέτως του νομικού καθεστώτος τους, για όλους τους εργαζόμενους και να τροποποιήσουν την ισχύουσα νομοθεσία για ορισμένα επαγγέλματα υψηλού κινδύνου αν έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική, συμπεριλαμβανομένων ομάδων οι οποίες συχνά αγνοούνται, όπως οι εργαζόμενοι σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, οι εργαζόμενοι στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, οι επαγγελματίες οδηγοί οχημάτων, το οικιακό προσωπικό, οι κατ" οίκον εργαζόμενοι και οι στρατιωτικοί, εφόσον είναι ενδεδειγμένο, και να διασφαλίσουν την πλήρη εφαρμογή και επιβολή στην πράξη της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000 για τον καθορισμό γενικών διατάξεων που διέπουν την ίση μεταχείριση όσον αφορά απασχόληση και επάγγελμα(14) · καλεί επίσης την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάσουν όλες τις διαθέσιμες επιλογές προκειμένου οι κοινοτικές διατάξεις για την υγεία και την ασφάλεια να καλύπτουν επίσης τους αυτοαπασχολούμενους και τις προστατευόμενες υπηρεσίες απασχόλησης που παρέχονται στους ανθρώπους με αναπηρία·

43.   καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν σοβαρά υπόψη τους διαφορετικούς κινδύνους σχετικά με την ασφάλεια και υγεία στην απασχόληση μεταξύ γυναικών και ανδρών εργαζομένων και να εξασφαλίσουν διαφορετική κοινωνική και υλική υποδομή για την αντιμετώπισή τους·

44.   τονίζει ότι η ανάγκη να αναλύονται οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν γυναίκες και άνδρες και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα δεν σημαίνει την επαναφορά προστατευτικών πολιτικών αποκλεισμού ούτε την ανάπτυξη διαφορετικών επαγγελμάτων για γυναίκες και άνδρες·

45.   θεωρεί ότι, ενώ οι υποχρεώσεις των εργοδοτών στον τομέα της ασφάλειας περιορίζονται αυστηρά και μόνο στους δικούς τους εργαζόμενους, θα πρέπει, προκειμένου η πολιτική για την υγεία και την ασφάλεια να ενσωματωθεί στην πολιτική για την εταιρική κοινωνική ευθύνη, να ενθαρρυνθούν οι εργοδότες να εξετάζουν, όποτε είναι δυνατόν, την πολιτική υγείας και ασφάλειας των υπεργολάβων τους και της υπεργολαβικής αλυσίδας·

46.   αναμένει το αποτέλεσμα της δεύτερης φάσης της διαβούλευσης των κοινωνικών εταίρων σχετικά με τις μυοσκελετικές διαταραχές (ΜΣΔ) και ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει την υποβολή πρότασης οδηγίας, δεδομένης της αυξανόμενης εμφάνισης μυοσκελετικών διαταραχών και του γεγονότος ότι η τρέχουσα νομοθεσία φαίνεται ανεπαρκής, καθότι δεν καλύπτει όλες τις επαγγελματικές συνθήκες ή όλους τους κινδύνους όσον αφορά τις μυοσκελετικές διαταραχές οι οποίες συνδέονται με την εργασία· ζητεί να λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι επιστημονικές αρχές·

47.   αναμένει το αποτέλεσμα της δεύτερης φάσης της διαβούλευσης των κοινωνικών εταίρων σχετικά με την αναθεώρηση της οδηγίας του 2004 για τις καρκινογόνες ουσίες και θεωρεί ότι η προτιμότερη επιλογή θα ήταν ίσως να τροποποιηθεί η εν λόγω οδηγία, έτσι ώστε να συμπεριληφθούν οι τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες, καθώς επίσης να προταθεί η αναθεώρηση των δεσμευτικών οριακών τιμών επαγγελματικής έκθεσης για τις καρκινογόνες και μεταλλαξιογόνες ουσίες που απαριθμούνται στην οδηγία και να οριστούν νέες οριακές τιμές επαγγελματικής έκθεσης για ορισμένες καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες οι οποίες δεν περιλαμβάνονται ακόμη στην οδηγία·

48.   υπενθυμίζει ότι κίνδυνοι για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία δεν υπάρχουν μόνο στις χειρωνακτικές εργασίες· ζητεί να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις αιτίες που βρίσκονται πίσω από την εκδήλωση ψυχικών παθήσεων, καθώς και στην ψυχική υγεία, την εξάρτηση από τους κινδύνους ψυχολογικής φύσης στον τόπο εργασίας, όπως το στρες, η παρενόχληση, η ηθική παρενόχληση και η άσκηση βίας·ζητεί δε επιπλέον να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις πολιτικές των εργοδοτών για την προώθηση καλής φυσικής και πνευματικής υγείας·

49.   κρίνει ουσιώδους σημασίας την ενίσχυση του συντονισμού με το νέο Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA) του Ελσίνκι, και την διευκρίνιση ορισμένων προβλημάτων που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH)(15) , και άλλων οδηγιών που αφορούν την υγεία στον τόπο εργασίας·

50.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τους την σύγχρονη εφαρμογή της κοινοτικής στρατηγικής και του κανονισμού REACH και το γεγονός ότι η στρατηγική πρέπει να επικεντρώνεται στη συμπλήρωση του REACH στον τομέα της προστασίας από τους χημικούς κινδύνους και να επωφεληθεί της ευκαιρίας για βελτίωση της πρόληψης έναντι των κινδύνων από χημικές ουσίες στον τόπο εργασίας, στο πλαίσιο της εφαρμογής του REACH·

51.   χαιρετίζει την πρόσφατη σύναψη της συμφωνίας-πλαισίου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σχετικά με τη βία και την παρενόχληση στον χώρο εργασίας· εκφράζει, εντούτοις, τη λύπη του για το γεγονός ότι στην εν λόγω συμφωνία δεν καλύπτεται ρητώς το ζήτημα της άσκησης βίας από τρίτους· καλεί, συνεπώς, τους κοινωνικούς εταίρους να διαβουλευθούν επί του θέματος αυτού·

52.   επισημαίνει τις δυσχερείς συνθήκες εργασίας για πολλούς οδηγούς φορτηγών οχημάτων που διέρχονται την Ευρώπη, λόγω ανεπαρκούς πρόσβασης σε κατάλληλες εγκαταστάσεις ανάπαυσης: στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006, για τον χρόνο οδήγησης και ανάπαυσης(16) , αναγνωρίζεται ρητά η σπουδαιότητα της ύπαρξης επαρκούς αριθμού ασφαλών και προστατευμένων εγκαταστάσεων ανάπαυσης για τους επαγγελματίες οδηγούς σε ολόκληρο το δίκτυο αυτοκινητοδρόμων της ΕΕ·παροτρύνει, ως εκ τούτου την Επιτροπή να δώσει συνέχεια στο πιλοτικό σχέδιο για τους προστατευμένους χώρους στάθμευσης που ξεκίνησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα που συνιστώνται στην γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τους ασφαλείς και προστατευμένους χώρους στάθμευσης(17) ·

53.   καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει έρευνα με αντικείμενο την σκοπιμότητα και τα οφέλη, τόσο για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία όσο και για την κοινωνία στο σύνολό της, της απαίτησης να τοποθετηθούν σε όλα τα νέα κτίρια που προορίζονται να χρησιμεύσουν ως χώροι εργασίας πυροσβεστικά συστήματα καταιονισμού, εφόσον η τοποθέτηση αυτή είναι ασφαλής·

54.   υπογραμμίζει τη σημασία του συνεχούς διαλόγου μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων πλευρών, περιλαμβανομένων των δημοσίων αρχών, των εργοδοτών, των εργαζομένων, των εκπροσώπων τους και της κοινωνίας των πολιτών ως μέσου καίριας σημασίας για την αποτελεσματική ανάπτυξη υψηλών προτύπων υγείας και ασφάλειας· ο διάλογος αυτός θα οδηγήσει σε βαθύτερη κατανόηση των πραγματικών κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων καθώς και των ειδικών αναγκών και απαιτήσεων ορισμένων ομάδων εργαζομένων σε επίπεδο επιχειρήσεων και κλάδων και στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών·

55.   καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν τη δέουσα εκπροσώπηση των γυναικών στη λήψη αποφάσεων σε σχέση με την ΥΑΕ σε όλα τα επίπεδα·

56.   θεωρεί την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη αποτελεσματικό εργαλείο για την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, την διασφάλιση καλύτερης υγείας και ασφάλειας στην εργασία και τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος, και ενθαρρύνει εν προκειμένω την ανταλλαγή ορθών πρακτικών σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ των κρατών μελών και παγκοσμίως σε πολυεθνικό επίπεδο, καθώς και την περαιτέρω εφαρμογή της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης σε εθελοντική βάση, αλλά ως αναπόσπαστου τμήματος των επιχειρηματικών στρατηγικών ανάπτυξης·

57.   θεωρεί ότι η εκπροσώπηση των εργαζομένων έχει μείζονα σημασία για κάθε πολιτική που αφορά την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας· εκτιμά ότι ο θετικός συσχετισμός μεταξύ της ύπαρξης εκπροσώπων για την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας και της βελτίωσης των επιδόσεων δεν πρέπει να υποτιμηθεί, και καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν τη συμμετοχική προσέγγιση και να διασφαλίσουν ότι κατά το δυνατόν όλοι οι εργαζόμενοι θα έχουν πρόσβαση σε εκπροσώπους για θέματα υγείας και ασφάλειας·

58.   θεωρεί ότι οι υπερβολικές ώρες εργασίας / ανεπαρκείς περίοδοι ανάπαυσης είναι αποφασιστικός παράγοντας αύξησης της συχνότητας των ατυχημάτων και των ασθενειών στην εργασία και ζητεί την επίτευξη κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής·

59.   συγχαίρει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία και το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Όρων Διαβίωσης και Εργασίας για το έργο που έχουν επιτελέσει μέχρι σήμερα και φρονεί ότι η πραγματογνωσία και οι αρμοδιότητες αυτών των φορέων πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως· φρονεί ότι οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται ως μέσα ευαισθητοποίησης, συλλογής, ανάλυσης και ανταλλαγής πληροφοριών, ανταλλαγής ορθών πρακτικών και έρευνας για την πρόβλεψη νέων και αναδυόμενων κινδύνων, είτε αυτοί προκαλούνται λόγω κοινωνικών μεταβολών είτε σχετίζονται με την τεχνολογική καινοτομία·

60.   θεωρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας ο έγκαιρος εντοπισμός και παρακολούθηση των νέων και αναδυόμενων κινδύνων – π.χ. ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι· συγχαίρει, ως εκ τούτου, το παρατηρητήριο κινδύνων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το έργο του και καλεί την Επιτροπή να αναλαμβάνει δράση με βάση τα ευρήματά του και να καταθέτει τις αναγκαίες προτάσεις όταν εντοπίζονται νέοι κίνδυνοι·

61.   συνιστά στα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή τα απαραίτητα μέτρα ώστε η εργασία που πραγματοποιείται σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα να συνδυάζεται με αντίστοιχα δικαιώματα κοινωνικής προστασίας, τα οποία οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι θα μπορούν να απαιτούν τόσο κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής τους όσο και μετά τη συνταξιοδότησή τους·

62.   συνιστά στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία να διενεργήσει συγκεκριμένες έρευνες σχετικά με τα ειδικά προβλήματα και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι προσωρινά απασχολούμενοι και οι εργαζόμενοι σε εταιρείες προσωρινής απασχόλησης, καθώς και οι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις υπεργολαβίας, προκειμένου να διευκολυνθούν οι προσπάθειες της Επιτροπής και των κρατών μελών για την καταπολέμηση των κινδύνων και την ορθή εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας που αφορά τις εν λόγω ομάδες· αναγνωρίζει ότι οι τομείς εργασίας στους οποίους απασχολούνται αυτές οι ομάδες, όπως ο κατασκευαστικός τομέας, ενέχουν σε ορισμένα κράτη μέλη εκ φύσεως μεγαλύτερο κίνδυνο ατυχημάτων·

63.   εκφράζει την άποψη ότι, σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον, είναι αναγκαία η συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΠΟΕ, η ΠΟΥ και η ΔΟΕ και η διασφάλιση της έγκρισης και εφαρμογής των διεθνών συμβάσεων και συμφωνιών από όλες τις πλευρές στο πεδίο της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία· φρονεί δε ότι αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ και την αποφυγή της μετεγκατάστασης κοινοτικών επιχειρήσεων, σε αναζήτηση λιγότερο αυστηρού νομοθετικού περιβάλλοντος για θέματα υγείας και ασφάλειας· θεωρεί, άλλωστε, ότι το εν λόγω θέμα άπτεται της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πρέπει, ως εκ τούτου, να θίγεται στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τρίτες χώρες·

64.   καλεί, συνεπώς, τα κράτη μέλη να σέβονται τις διεθνείς διατάξεις στο πεδίο της υγείας και της ασφάλειας και, ειδικότερα, να κυρώσουν τη Σύμβαση C-187 της ΔΟΕ και να εφαρμόσουν τη σύσταση R-197·

65.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 303, 14.12.2007, σ. 1.
(2) ΕΕ L 183, 29.6.1989, σ. 1.
(3) ΕΕ L 262, 17.10.2000, σ. 21.
(4) OJ L 165, 27.6.2007, σ. 21.
(5) ΕΕ C 300 Ε, 11.12.2003, σ. 290.
(6) ΕΕ C 304 Ε, 1.12.2005, σ. 400.
(7) ΕΕ C 303 E, 13.12.2006, σ. 754.
(8) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0206 .
(9) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0501 .
(10) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0102 .
(11) ΕΕ L 238, 25.9.2003, σ. 28.
(12) ΕΕ L 206, 29.7.1991, σ. 19.
(13) EE L 348, 28.11.1992, σ. 1.
(14) ΕΕ L 303, 2.12.2000, σ. 16.
(15) ΕΕ L 396, 30.12.2006, σ. 1.
(16) ΕΕ L 102, 11.4.2006, σ. 1.
(17) ΕΕ C 175, 27.7.2007, σ. 88.

Τελευταία ενημέρωση: 15 Σεπτεμβρίου 2008Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου