Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2008/2248(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0082/2009

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0082/2009

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 26/03/2009 - 4.6
CRE 26/03/2009 - 4.6
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2009)0192

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 177kWORD 123k
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
O αντίκτυπος της εκτεταμένης αστικοποίησης στην Ισπανία στα ατομικά δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών, το περιβάλλον και την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, βάσει των αναφορών που ελήφθησαν
P6_TA(2009)0192A6-0082/2009

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Μαρτίου 2009 σχετικά με τον αντίκτυπο της εκτεταμένης αστικοποίησης στην Ισπανία στα ατομικά δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών, το περιβάλλον και την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, βάσει των αναφορών που ελήφθησαν (2008/2248(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη τις αναφορές που ελήφθησαν επί του θέματος του παρόντος ψηφίσματος, και συγκεκριμένα την αναφορά 0609/03,

–   έχοντας υπόψη το δικαίωμα αναφοράς, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 194 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 192, παράγραφος 1, του Κανονισμού,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0082/2009),

Α.   εκτιμώντας ότι η διαδικασία αναφορών παρέχει στους πολίτες και τους κατοίκους της ΕΕ ένα εξωδικαστικό μέσο επανόρθωσης για τα παράπονά τους, εφόσον αφορούν θέματα που προκύπτουν στους τομείς δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Β.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ότι "η Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη",

Γ.   εκτιμώντας ότι στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΕ, η Ένωση δεσμεύεται να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ),

Δ.   εκτιμώντας ότι κάθε πολίτης ή κάτοικος συμβαλλόμενου κράτους της ΕΣΔΑ ο οποίος θεωρεί ότι έχουν παραβιασθεί τα ανθρώπινα δικαιώματά του, πρέπει να προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο έχοντας υπόψη ότι, πριν από την υποβολή οιασδήποτε προσφυγής ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, οφείλει να εξαντλήσει τα εγχώρια ένδικα μέσα, όπως ορίζει το άρθρο 35 της ΕΣΔΑ,

Ε.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΕ προβλέπει διαδικασίες με τις οποίες η Ένωση δύναται να ανταποκριθεί σε παραβιάσεις των αρχών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6, παράγραφος 1 και να αναζητήσει λύσεις,

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 7 παρέχει επίσης στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα υποβολής αιτιολογημένης πρότασης προς το Συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υφίσταται σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης, από κράτος μέλος, των αξιών στις οποίες ερείδεται η Ένωση,

Ζ.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγγυάται την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, συμπεριλαμβανομένης της ιδιωτικής κατοικίας των πολιτών, και εκτιμώντας ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ παρέχει τα ίδια δικαιώματα και διευκρινίζει ότι "δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μιαν δημοκρατικήν κοινωνίαν είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων'· εκτιμώντας ότι το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν δεσμευτεί να σέβονται το Χάρτη σε όλες τις δραστηριότητές τους,

Η.   εκτιμώντας ότι το δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα των ευρωπαίων πολιτών στο άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο ορίζει ότι "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί", ότι "κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της" και ότι "η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον",

Θ.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 18 της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι "κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της",

Ι.   εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με το άρθρο 295, η Συνθήκη ΕΚ "δεν προδικάζει με κανέναν τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη'· εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η συγκεκριμένη διάταξη αναγνωρίζει απλώς την εξουσία των κρατών μελών να καθορίζουν τους κανόνες που διέπουν το σύστημα ιδιοκτησίας· εκτιμώντας ότι η νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι η αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα αυτόν πρέπει πάντοτε να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων (βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 1976 στην υπόθεση C-119/75, Terrapin κατά Terranova , Συλλογή 1976, σ. 1039),

ΙΑ.   εκτιμώντας, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί παγίως ότι, μολονότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, δεν είναι απόλυτο δικαίωμα και πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με τη λειτουργία του εντός της κοινωνίας, και εκτιμώντας, ως εκ τούτου, ότι μπορούν να επιβάλλονται περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος στους οποίους αποβλέπει η Κοινότητα και δεν συνιστούν δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη παρέμβαση που να θίγει την ίδια την υπόσταση των αναγνωριζόμενων συναφώς δικαιωμάτων (βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002 στην υπόθεση C-491/01, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco , Συλλογή 2002, σ. I-11453),

ΙΒ.   εκτιμώντας, ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί παγίως ότι, όταν οι εθνικές διατάξεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, δεν υπάρχει κοινοτική αρμοδιότητα για την εκτίμηση του συμβιβαστού των εν λόγω διατάξεων με τα θεμελιώδη δικαιώματα των οποίων την τήρηση εξασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., για παράδειγμα, τη διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση C-328/04, Vajnai , Συλλογή 2005, σ. I-8577, παράγραφοι 12 και 13),

ΙΓ.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του" και ότι "ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους'· εκτιμώντας ότι το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου ορίζει ότι "αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", και, εκτιμώντας ότι, κατά τον χρόνο κύρωσης του εν λόγω πρωτοκόλλου, η Ισπανία διατύπωσε επιφύλαξη σε σχέση με το άρθρο 1 υπό το πρίσμα του άρθρου 33 του ισπανικού Συντάγματος, το οποίο έχει ως εξής: "1. Αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στην κληρονομία. 2. Η κοινωνική λειτουργία των εν λόγω δικαιωμάτων καθορίζει το περιεχόμενό τους, σύμφωνα με τους νόμους. 3. Ουδείς στερείται της ιδιοκτησίας του ή των δικαιωμάτων του, παρά μόνον για αιτία που αναγνωρίζεται ως δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος μέσω αντίστοιχης αποζημίωσης και σύμφωνα με τα οριζόμενα στους νόμους.",

ΙΔ.   εκτιμώντας ότι το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η υποχρέωση παραχώρησης νομίμως αποκτηθείσας ιδιοκτησίας χωρίς τη δέουσα διαδικασία και κατάλληλη αποζημίωση, καθώς και η υποχρέωση καταβολής αυθαίρετων δαπανών για την ανάπτυξη μη αιτηθεισών και συχνά περιττών υποδομών συνιστά παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου βάσει της ΕΣΔΑ και υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. π.χ. Aka κατά Τουρκίας) (1) ,

ΙΕ.   εκτιμώντας ότι οι ισπανικές αρχές εξέδωσαν το 2008 οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή του νόμου του 1988 για τις παράκτιες περιοχές ο οποίος αγνοήθηκε για πολλά χρόνια, διάστημα κατά το οποίο προκλήθηκαν εκτενείς περιβαλλοντικές ζημίες σε παράκτιες περιοχές της Ισπανίας· εκτιμώντας ότι ακόμη και οι τρέχουσες οδηγίες δεν περιέχουν σαφή μέτρα εκτέλεσης τα οποία πρέπει να εφαρμοσθούν από τις ενδιαφερόμενες τοπικές και περιφερειακές αρχές και ότι πολλές νέες αναφορές επιβεβαιώνουν το αναδρομικό περιεχόμενο των οδηγιών και την αυθαίρετη καταστροφή και κατεδάφιση ιδιωτικών ιδιοκτησιών που αποκτήθηκαν νόμιμα, καθώς και την απώλεια των δικαιωμάτων επί των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών και της δυνατότητας μεταβίβασης των δικαιωμάτων στο πλαίσιο της κληρονομικής διαδοχής,

ΙΣΤ.   εκτιμώντας υπόψη ότι, ενόψει της σημερινής θέσης της διαχωριστικής γραμμής, οι ενδιαφερόμενοι έχουν σχηματίσει την πεποίθηση ότι καθορίστηκε αυθαίρετα εις βάρος αλλοδαπών ιδιοκτητών, για παράδειγμα στη νήσο Formentera,

ΙΖ.   εκτιμώντας ότι ο συγκεκριμένος νόμος για τις παράκτιες περιοχές έχει δυσανάλογες επιπτώσεις για τους μεμονωμένους ιδιοκτήτες, των οποίων τα δικαιώματα πρέπει να γίνουν πλήρως σεβαστά, και ταυτόχρονα ανεπαρκείς επιπτώσεις στους πραγματικούς δράστες της καταστροφής των ακτών, οι οποίοι είναι σε πολλές περιπτώσεις υπεύθυνοι για υπερβολική αστική ανάπτυξη κατά μήκος των ακτών, συμπεριλαμβανομένων τουριστικών θερέτρων, και οι οποίοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι παραβίαζαν συστηματικά τις διατάξεις του εν λόγω νόμου,

ΙΗ.   εκτιμώντας ότι, κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου, η Επιτροπή Αναφορών, ανταποκρινόμενη στον πολύ μεγάλο αριθμό αναφορών που έλαβε, διενήργησε λεπτομερείς έρευνες, συνέταξε τρεις φορές έκθεση σχετικά με το βαθμό παραβίασης των νομίμων δικαιωμάτων των πολιτών της ΕΕ όσον αφορά τη νομίμως αποκτηθείσα ιδιοκτησία τους στην Ισπανία και επίσης διατύπωσε αναλυτικά τους προβληματισμούς της σχετικά με την υπονόμευση της βιώσιμης ανάπτυξης, την περιβαλλοντική προστασία, την παροχή και την ποιότητα των υδάτων, τις διαδικασίες που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις όσον αφορά τις συμβάσεις αστικοποίησης και τον ανεπαρκή έλεγχο των διαδικασιών αστικοποίησης από πολλές τοπικές και περιφερειακές αρχές στην Ισπανία(2) , θέματα που αποτελούν επί του παρόντος αντικείμενο δικών τόσο στην Ισπανία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου,

ΙΘ.   εκτιμώντας ότι είναι πολλά τα παραδείγματα περιπτώσεων κατά τις οποίες οι διοικητικές αρχές σε όλα τα επίπεδα (από την κεντρική έως τις αυτόνομες και τις τοπικές) είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή μη βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο είχε εξαιρετικά σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες, καθώς και οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο,

Κ.   εκτιμώντας ότι το Κοινοβούλιο έχει λάβει πολλές αναφορές από ιδιώτες και διάφορες οργανώσεις που εκπροσωπούν πολίτες της ΕΕ, στις οποίες διατυπώνονται αιτήματα σχετικά με διάφορες πτυχές της οικιστικής δραστηριότητας, και διαπιστώνοντας ότι σε πολλά από τα θέματα που εγείρονται στις υποβληθείσες αναφορές που αφορούν την οικιστική επέκταση δεν παρατηρείται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις προς τα κράτη μέλη, και ότι τα εν λόγω προβλήματα θα πρέπει να επιλυθούν με την εξάντληση των νομικών μέσων που υφίστανται στο οικείο κράτος μέλος,

ΚΑ.   εκτιμώντας ότι καθίσταται όλο και περισσότερο εμφανές ότι οι δικαστικές αρχές στην Ισπανία έχουν αρχίσει να ανταποκρίνονται στην πρόκληση που προκύπτει από την υπερβολική αστικοποίηση πολλών παράκτιων περιοχών, ιδίως με τη διεξαγωγή ερευνών και απαγγελία κατηγοριών κατά διεφθαρμένων τοπικών υπαλλήλων, οι οποίοι, με τις ενέργειές τους, διευκόλυναν πρωτοφανείς και άναρχες αστικοποιήσεις εις βάρος των δικαιωμάτων πολιτών της ΕΕ, ζημιώνοντας ως εκ τούτου ανεπανόρθωτα τη βιοποικιλότητα και την περιβαλλοντική ακεραιότητα πολλών περιοχών της Ισπανίας· εκτιμώντας, ωστόσο, ότι το Κοινοβούλιο επεσήμανε σε σχέση με τις εν λόγω καταγγελίες ότι οι διαδικασίες εξακολουθούν να είναι απαράδεκτα αργές και ότι οι ποινές που επιβάλλονται σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις είναι αδύνατον να εκτελεστούν κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται ικανοποίηση για τα θύματα τέτοιων παραβιάσεων, και εκτιμώντας, ότι το γεγονός αυτό ενίσχυσε την εντύπωση που έχουν πολλοί ενδιαφερόμενοι, μη ισπανοί πολίτες της ΕΕ ότι η ισπανική δικαιοσύνη παραμένει άπραγη και/ή μεροληπτεί· εκτιμώντας ότι θα πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η κατάλληλη οδός προσφυγής είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού εξαντληθούν όλα τα εγχώρια ένδικα μέσα,

ΚΒ.   εκτιμώντας ότι αυτή η ευρέως διαδεδομένη δραστηριότητα, την οποία στηρίζουν ανεύθυνες τοπικές και περιφερειακές αρχές μέσω ακατάλληλης και, ενίοτε, αβάσιμης νομοθεσίας η οποία, σε πολλές περιπτώσεις, αντιτίθεται στους στόχους πολλών ευρωπαϊκών νομοθετημάτων, ζημιώνει σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της Ισπανίας, καθώς και τα ευρύτερα οικονομικά και πολιτικά της συμφέροντα στην Ευρώπη, όπως και η ελαστική εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας στον τομέα της πολεοδομίας και του περιβάλλοντος στις αυτόνομες κοινότητες της Ισπανίας σε ορισμένες δραστηριότητες αστικής ανάπτυξης, καθώς και η εμφάνιση σοβαρών κρουσμάτων διαφθοράς, οφειλόμενων σε αυτές,

ΚΓ.   εκτιμώντας ότι οι περιφερειακοί διαμεσολαβητές έχουν συχνά αναλάβει δράση σε πολύ δύσκολες περιστάσεις, προκειμένου να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των πολιτών της ΕΕ σε περιπτώσεις παραβιάσεων στον τομέα της αστικοποίησης, παρόλον ότι ενίοτε, σε ορισμένες αυτόνομες κοινότητες, οι περιφερειακές κυβερνήσεις μπορεί να μην έλαβαν σοβαρά υπόψη τις προσπάθειές τους,

ΚΔ.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 33 του ισπανικού Συντάγματος κάνει μνεία στα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ατόμων και εκτιμώντας ότι υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες του εν λόγω άρθρου, ιδίως όσον αφορά την παραχώρηση ιδιοκτησίας για κοινωνική χρήση σε αντίθεση με τα δικαιώματα των ατόμων στις νομίμως αποκτηθείσες κατοικίες και οικήματα· εκτιμώντας ότι δεν έχει υπάρξει απόφαση για την εφαρμογή των νόμων για τη χρήση γης στην περιφέρεια της Βαλένθια,

ΚΕ.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 47 του ισπανικού Συντάγματος ορίζει ότι όλοι οι Ισπανοί δικαιούνται να απολαύουν αξιοπρεπούς και κατάλληλης κατοικίας και ζητεί από τις δημόσιες αρχές να προωθήσουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις και να θεσπίσουν τους συναφείς κανόνες για την υλοποίηση του εν λόγω δικαιώματος, ρυθμίζοντας τη χρήση της γης με γνώμονα το γενικό συμφέρον ώστε να προληφθεί η κερδοσκοπία,

ΚΣΤ.   εκτιμώντας ότι η εθνική κυβέρνηση της Ισπανίας οφείλει να εφαρμόζει τη Συνθήκη ΕΚ, καθώς και να διαφυλάσσει και να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου στην επικράτειά της, ανεξάρτητα από την εσωτερική οργάνωση των πολιτικών αρχών, όπως ορίζει το Σύνταγμα του Βασιλείου της Ισπανίας,

ΚΖ.   εκτιμώντας ότι η Επιτροπή, ενεργώντας βάσει των εξουσιών που της εκχωρεί το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΚ, κίνησε διαδικασία κατά της Ισπανίας ενώπιον του Δικαστηρίου σε υπόθεση που αφορούσε περιπτώσεις υπερβολικής αστικοποίησης που διαπιστώθηκαν στην Ισπανία και η οποία συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή της οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις από τις αρχές της Βαλένθια(3) ,

KH.   εκτιμώντας ότι η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής Αναφορών, ξεκίνησε έρευνες σε περισσότερα από 250 έργα αστικοποίησης, τα οποία έλαβαν αρνητική γνώμη από τις αρμόδιες αρχές ύδρευσης και τις αρχές των λεκανών απορροής ποταμών, με αποτέλεσμα να ενδέχεται να αντιβαίνουν τα έργα αυτή στην οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα(4) , ιδίως στην Ανδαλουσία, την Castilla-la Mncha, τη Μούρθια και στη Βαλένθια,

KΘ.   εκτιμώντας ότι πολλά από τα έργα αστικοποίησης είναι αποκομμένα από ενοποιημένες αστικές περιοχές, και απαιτούν σημαντικές δαπάνες σε βασικές υπηρεσίες, όπως η ηλεκτροδότηση και η ύδρευση και οι οδικές υποδομές· εκτιμώντας ότι οι επενδύσεις στα έργα αυτά περιλαμβάνουν συχνά χρηματοδότηση από την ΕΕ,

Λ.   εκτιμώντας, ότι σε πολλές τεκμηριωμένες περιπτώσεις προβλημάτων στον τομέα της αστικοποίησης στην Ισπανία, η Επιτροπή δεν ενήργησε αρκετά δυναμικά, όχι μόνον όσον αφορά την επιβολή της αρχής της προφύλαξης που διέπει την περιβαλλοντική νομοθεσία, αλλά και λόγω της ελαστικής ερμηνείας που έδωσε σε νομοθετικές πράξεις των τοπικών ή περιφερειακών αρχών που έχουν νομικά δεσμευτική ισχύ, όπως η "προσωρινή έγκριση" ολοκληρωμένου σχεδίου αστικής ανάπτυξης από την τοπική αρχή,

ΛΑ.   εκτιμώντας ότι στόχος της οδηγίας σχετικά με τη στρατηγική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων(5) , της οποίας το άρθρο 3 διέπει ρητώς τους τομείς του τουρισμού και της χωροταξίας, είναι η υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος και η ενσωμάτωση περιβαλλοντικών ζητημάτων στην προετοιμασία και θέσπιση σχεδίων και προγραμμάτων με σκοπό την προώθηση βιώσιμης ανάπτυξης· εκτιμώντας ότι στην οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα ζητείται από τα κράτη μέλη να προλαμβάνουν την υποβάθμιση των υδάτων τους και να προωθούν τη βιώσιμη χρήση των υδάτινων πόρων γλυκού νερού,

ΛΒ.   εκτιμώντας ότι διαδοχικές διερευνητικές αποστολές της Επιτροπής Αναφορών κατέδειξαν ότι οι εν λόγω στόχοι φαίνεται ότι συχνά παρανοούνται από ορισμένες τοπικές και περιφερειακές αρχές (όχι μόνο στις παράκτιες περιοχές), όταν υποβάλλονται προτάσεις ή συνάπτονται συμφωνίες για εκτεταμένα προγράμματα αστικοποίησης· εκτιμώντας ότι τα περισσότερα σχέδια πολεοδομίας τα οποία καταγγέλλονται μέσω αναφορών αφορούν τον αποχαρακτηρισμό γεωργικών εκτάσεων σε ζώνες που προορίζονται για αστικοποίηση – προς όφελος των φορέων σχεδιασμού και ανάπτυξης των πολεοδομικών έργων· εκτιμώντας ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις προστατευόμενων ζωνών ή περιοχών που χρήζουν προστασίας λόγω της ευαίσθητης βιοποικιλότητάς τους, οι οποίες διαγράφονται από τον κατάλογο προστατευόμενων ζωνών ή αποχαρακτηρίζονται ή δεν περιέχονται καν στους σχετικούς καταλόγους, ακριβώς για να καταστεί δυνατή η αστικοποίηση της αντίστοιχης περιοχής,

ΛΓ.   εκτιμώντας ότι τέτοιου είδους πρακτικές συνθέτουν την κατάχρηση που βιώνουν χιλιάδες πολίτες της ΕΕ, οι οποίοι, ως αποτέλεσμα των σχεδίων των φορέων αστικοποίησης, όχι μόνο έχουν απολέσει τη νομίμως αποκτηθείσα ιδιοκτησία τους αλλά εξαναγκάστηκαν να καταβάλουν αυθαίρετες δαπάνες για ανεπιθύμητα, συχνά περιττά και αδικαιολόγητα έργα υποδομής που έχουν άμεση επίδραση στα δικαιώματα ιδιοκτησίας τους, με τελικό αποτέλεσμα την οικονομική και συναισθηματική καταστροφή πολλών οικογενειών,

ΛΔ.   εκτιμώντας ότι πολλές χιλιάδες ευρωπαίων πολιτών έχουν, σε διαφορετικές περιστάσεις, αγοράσει καλόπιστα ιδιοκτησία στην Ισπανία, συνεργαζόμενοι με τοπικούς δικηγόρους, τοπικούς φορείς αστικής ανάπτυξης και αρχιτέκτονες, για να διαπιστώσουν αργότερα ότι έπεσαν θύματα παραβίασης των κανόνων αστικοποίησης από αδίστακτες τοπικές αρχές και ότι, ως αποτέλεσμα, η ιδιοκτησία τους αντιμετωπίζει τον κίνδυνο κατεδάφισης, επειδή οι κατοικίες τους κρίθηκαν παράνομες και, ως εκ τούτου, είναι άνευ αξίας και δεν μπορούν να πωληθούν,

ΛΕ.   εκτιμώντας ότι μεσίτες ακινήτων στα κράτη μέλη, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο, και άλλοι πάροχοι υπηρεσιών που σχετίζονται με την κτηματική αγορά στην Ισπανία συνεχίζουν να διαθέτουν ακίνητα σε νέους οικισμούς, ακόμη και όταν γνωρίζουν οπωσδήποτε ότι υπάρχει σαφής πιθανότητα το συγκεκριμένο σχέδιο να μην ολοκληρωθεί ή να μην κατασκευασθεί,

ΛΣΤ.   εκτιμώντας ότι οι φυσικές μεσογειακές νησιωτικές και παράκτιες περιοχές της Ισπανίας υπέστησαν εκτεταμένες καταστροφές την τελευταία δεκαετία, δεδομένου ότι οι εν λόγω περιοχές έχουν κορεστεί από την ύπαρξη τσιμέντου και σκυροδέματος κατά τρόπο που έχει επηρεάσει όχι μόνο το ευαίσθητο παράκτιο περιβάλλον –μεγάλο μέρος του οποίου επισήμως προστατεύεται από τις οδηγίες για τους οικοτόπους(6) /Natura 2000 και για τα πτηνά(7) , όπως οικισμοί στο Cabo de Gata (Αλμερία) και στη Μούρθια,– αλλά και τις κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες πολλών περιοχών, γεγονός το οποίο συνιστά τραγική και ανεπανόρθωτη ζημία για την πολιτισμική ταυτότητα και κληρονομιά, καθώς και για την περιβαλλοντική ακεραιότητα· όλα αυτά οφείλονται πρωτίστως στην απουσία σχεδιασμού σε επίπεδο ανώτερο του δήμου ή κατευθυντήριων γραμμών στον τομέα της χωροταξίας, οι οποίες να θεσπίζουν εύλογα όρια στην οικιστική επέκταση και ανάπτυξη, καθορισμένα βάσει ρητών κριτηρίων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, και στην άπληστη και καιροσκοπική συμπεριφορά ορισμένων τοπικών αρχών και μελών της κατασκευαστικής βιομηχανίας, οι οποίοι έχουν κατορθώσει να αποκομίσουν τεράστια κέρδη από τις δραστηριότητές τους στον τομέα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων εξάγεται(8) ,

ΛΖ.   εκτιμώντας ότι το συγκεκριμένο πρότυπο ανάπτυξης έχει επίσης αρνητικές συνέπειες στον τουρισμό, καθώς αποτελεί πρότυπο καταστροφικό για τον ποιοτικό τουρισμό, δεδομένου ότι καταστρέφει τοπικές αξίες και προάγει την άκρατη αστικοποίηση,

ΛΗ.   εκτιμώντας ότι πρόκειται για πρότυπο λεηλασίας των πολιτιστικών αγαθών που καταστρέφει αξίες και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ταυτότητας που έχουν θεμελιώδη σημασία για την πολιτισμική ποικιλότητα της Ισπανίας, ρημάζοντας αρχαιολογικούς χώρους, κτίρια και τόπους πολιτιστικού ενδιαφέροντος, καθώς και το φυσικό περιβάλλον και τοπίο,

ΛΘ.   εκτιμώντας ότι η κατασκευαστική βιομηχανία, η οποία είχε σημαντικά κέρδη κατά την περίοδο της ταχείας οικονομικής επέκτασης, αποτελεί το πρώτο θύμα της τρέχουσας κατάρρευσης των χρηματοπιστωτικών αγορών, κατάρρευση η οποία προκλήθηκε εν μέρει από αθέμιτες ενέργειες κερδοσκοπικού χαρακτήρα στο στεγαστικό τομέα· εκτιμώντας ότι αυτή η κρίση δεν πλήττει μόνο τις ίδιες τις επιχειρήσεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν πλέον τον κίνδυνο πτώχευσης, αλλά και τις δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων στον κατασκευαστικό κλάδο που βρίσκονται τώρα αντιμέτωποι με την ανεργία εξαιτίας των μη βιώσιμων πολιτικών αστικοποίησης που ακολουθήθηκαν και των οποίων είναι οι ίδιοι πλέον τα θύματα,

1.   καλεί την κυβέρνηση της Ισπανίας και τις τοπικές κυβερνήσεις των ενδιαφερόμενων περιοχών να εξετάσουν ενδελεχώς και να αναθεωρήσουν το σύνολο της νομοθεσίας που επηρεάζει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών ως αποτέλεσμα της μαζικής αστικοποίησης, προκειμένου να θέσουν τέρμα στην παραβίαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη ΕΚ, στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στην ΕΣΔΑ και στις σχετικές οδηγίες της ΕΕ, καθώς και σε άλλες συμβάσεις στις οποίες συμμετέχει η ΕΕ ως εταίρος·

2.   ζητεί από τις ισπανικές αρχές να καταργήσουν όλες τις νομικές μορφές που ευνοούν την κερδοσκοπία, όπως αυτήν του φορέα σχεδιασμού πολεοδομικών έργων·

3.   εκτιμά ότι οι αρμόδιες περιφερειακές αρχές θα πρέπει να αναστείλουν και να επανεξετάσουν όλα τα νέα σχέδια αστικοποίησης που δεν τηρούν τα αυστηρά κριτήρια της περιβαλλοντικής αειφορίας και κοινωνικής ευθύνης και δεν διασφαλίζουν το σεβασμό του θεμιτού δικαιώματος στη νομίμως αποκτηθείσα ιδιοκτησία και να διακόψουν και να ακυρώσουν όλα τα υφιστάμενα έργα όπου δεν τηρήθηκαν ή δεν εφαρμόστηκαν τα κριτήρια που θεσπίζει η κοινοτική νομοθεσία, κυρίως σε ό,τι αφορά την ανάθεση συμβάσεων αστικοποίησης και τη συμμόρφωση με τις διατάξεις για τα ύδατα και το περιβάλλον·

4.   ζητεί από τις ισπανικές αρχές να διασφαλίσουν ότι καμία διοικητική πράξη η οποία θα υποχρεώνει έναν πολίτη να παραχωρήσει ιδιωτική ιδιοκτησία που αποκτήθηκε νόμιμα δεν θα έχει νομικό έρεισμα σε νόμο ο οποίος εγκρίθηκε μετά την ημερομηνία κατασκευής της ιδιοκτησίας, διότι τούτο θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας των διοικητικών πράξεων, η οποία αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1985, στην υπόθεση 234/83, Gesamthochschule Duisburg , Συλλογή 1985, σ. 327) και θα υπονόμευε τις εγγυήσεις που παρέχουν στους πολίτες ασφάλεια δικαίου, εμπιστοσύνη και θεμιτές προσδοκίες προστασίας βάσει του κοινοτικού δικαίου·

5.   καλεί τις ισπανικές αρχές να αναπτύξουν φιλοσοφία διαφάνειας με στόχο την ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τη διαχείριση της γης και την προώθηση αποτελεσματικών μηχανισμών ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού·

6.   καλεί την κυβέρνηση της Ισπανίας να διεξαγάγει δημόσιο διάλογο, με τη συμμετοχή όλων των διοικητικών φορέων, ο οποίος θα περιλαμβάνει διεξοδική μελέτη μέσω της σύστασης ομάδας εργασίας για την αστική ανάπτυξη στην Ισπανία και θα οδηγήσει στη λήψη νομοθετικών μέτρων κατά της κερδοσκοπίας και της μη βιώσιμης ανάπτυξης·

7.   προτρέπει τις αρμόδιες εθνικές και περιφερειακές αρχές να θεσπίσουν αποτελεσματικούς δικαστικούς και διοικητικούς μηχανισμούς, με τη συμμετοχή των περιφερειακών διαμεσολαβητών, στους οποίους θα δοθεί η εξουσία να εξασφαλίσουν μέσα επίσπευσης της προσφυγής και της αποζημίωσης των θυμάτων παραβιάσεων στον τομέα της αστικοποίησης, τα οποία έχουν υποστεί ζημίες λόγω της εφαρμογής των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας·

8.   ζητεί από τους αρμόδιους χρηματοπιστωτικούς και εμπορικούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των κατασκευών και της πολεοδομίας να συνεργαστούν με τις πολιτικές αρχές στην αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα που έχουν ανακύψει λόγω της εκτεταμένης αστικοποίησης, η οποία έχει πλήξει μεγάλο αριθμό πολιτών της ΕΕ που επέλεξαν να αξιοποιήσουν τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ και να κάνουν χρήση του προβλεπόμενου από το άρθρο 44 δικαιώματος εγκατάστασης σε κράτος μέλος της ΕΕ το οποίο δεν είναι η χώρα καταγωγής τους·

9.   παροτρύνει τις αρμόδιες εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές να εγγυηθούν δίκαιο διακανονισμό για τις πολλές εν εξελίξει υποθέσεις πολιτών της ΕΕ που θίγονται από τη μη ολοκλήρωση των κατοικιών τους, ως αποτέλεσμα του κακού σχεδιασμού και συντονισμού μεταξύ φορέων και κατασκευαστικών εταιρειών·

10.   επισημαίνει ότι, εάν τα αιτήματά τους δεν ικανοποιηθούν από τα ισπανικά δικαστήρια, οι ζημιωθέντες θα πρέπει να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεδομένου ότι οι εικαζόμενες παραβιάσεις του θεμελιώδους δικαιώματος στην ιδιοκτησία δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

11.   καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να παράσχουν συμβουλές και υποστήριξη, εφόσον αυτό ζητηθεί από τις ισπανικές αρχές, προκειμένου να τους εξασφαλίσουν τα μέσα για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον καταστροφικό αντίκτυπο της μαζικής αστικοποίησης στη ζωή των πολιτών εντός συντόμου αλλά ευλόγου χρονικού πλαισίου·

12.   καλεί, παράλληλα, την Επιτροπή να διασφαλίσει την αυστηρή τήρηση της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και των στόχων που καθορίζονται στις οδηγίες περί των οποίων το παρόν ψήφισμα, ώστε να διασφαλισθεί η συμμόρφωση προς το κοινοτικό δίκαιο·

13.   εκφράζει τη βαθιά ανησυχία του για το γεγονός ότι οι νομικές και δικαστικές αρχές της Ισπανίας δυσκολεύθηκαν στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της μαζικής αστικοποίησης στη ζωή των πολιτών, όπως καταδεικνύουν τα χιλιάδες διαβήματα που λαμβάνει το Κοινοβούλιο και η αρμόδια επιτροπή του σχετικά με αυτό το θέμα·

14.   θεωρεί ιδιαίτερα ανησυχητικό το γεγονός ότι οι αναφέροντες φαίνεται να διακατέχονται σε μεγάλο βαθμό από έλλειψη εμπιστοσύνης προς στο ισπανικό δικαστικό σύστημα ως αποτελεσματικό μέσο προσφυγής και απονομής δικαιοσύνης·

15.   εκφράζει τον προβληματισμό του σχετικά με τη μη ορθή μεταφορά των οδηγιών για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα(9) , η οποία αποτελεί επί του παρόντος αντικείμενο διαδικασίας επί παραβάσει βάσει της Συνθήκης και η οποία περιόρισε τη διαφάνεια και τη νόμιμη δίωξη της παράνομης κυκλοφορίας χρηματοδοτικού κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων σε ορισμένα σχέδια αστικοποίησης μεγάλης κλίμακας·

16.   φρονεί ότι τα πρόσωπα που αγόρασαν καλόπιστα ιδιοκτησίες στην Ισπανία για να ανακαλύψουν στη συνέχεια ότι η συναλλαγή τους κρίθηκε παράνομη, πρέπει να δικαιούνται κατάλληλη αποζημίωση μέσω των ισπανικών δικαστηρίων·

17.   θεωρεί ότι εάν οι ιδιώτες, οι οποίοι αγόρασαν ιδιοκτησία στην Ισπανία ενώ γνώριζαν τον ενδεχόμενο παράνομο χαρακτήρα της εν λόγω συναλλαγής, μπορούν να υποχρεωθούν να αναλάβουν το κόστος της ανάληψης του συγκεκριμένου κινδύνου, αυτό πρέπει να ισχύσει αναλογικά ακόμη περισσότερο στους επαγγελματίες του κλάδου· εκτιμά, επομένως, ότι οι φορείς ανάπτυξης πολεοδομικών έργων που συνήψαν συμβάσεις τον παράνομο χαρακτήρα των οποίων όφειλαν να γνωρίζουν, δεν πρέπει να δικαιούνται αποζημίωση για τα σχέδια που διακόπτονται λόγω μη συμμόρφωσης προς το εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο και δεν πρέπει να έχουν αυτόματο δικαίωμα ανάκτησης των ήδη καταβληθέντων σε δήμους, εάν οι καταβολές πραγματοποιήθηκαν εν γνώσει του ενδεχομένου παρανόμου χαρακτήρα των συμβάσεων που συνήψαν·

18.   πιστεύει, εντούτοις, ότι η απουσία σαφήνειας, ακρίβειας και βεβαιότητας όσον αφορά τα ατομικά δικαιώματα ιδιοκτησίας που περιέχονται στην υφιστάμενη νομοθεσία και η πλημμελής και ασυνεπής εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας είναι η γενεσιουργός αιτία πολλών προβλημάτων που σχετίζονται με την αστικοποίηση, και ότι αυτό, σε συνδυασμό με κάποια ολιγωρία στη δικαστική διαδικασία, όχι μόνον επιδείνωσαν το πρόβλημα, αλλά δημιούργησαν και ενδημική μορφή διαφθοράς με πρωταρχικό θύμα, για άλλη μία φορά, τον πολίτη της ΕΕ, η οποία έχει προκαλέσει επίσης σοβαρές ζημίες στο ισπανικό κράτος·

19.   συντάσσεται με τα συμπεράσματα της περιφερειακής διαμεσολαβήτριας (Síndica de Greuges) της Κοινότητας της Βαλένθια, θεσμού με αναγνωρισμένο κύρος στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα των ιδιοκτητών ενδέχεται να εθίγησαν είτε επειδή υποτιμήθηκαν από τον φορέα σχεδιασμού των πολεοδομικών έργων είτε επειδή οι εν λόγω ιδιοκτήτες κλήθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις να αναλάβουν υπέρογκα βάρη αστικοποίησης που επιβλήθηκαν μονομερώς από τον εν λόγω φορέα σχεδιασμού·

20.   φρονεί ότι η πρόσβαση στις πληροφορίες και η συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία αστικοποίησης πρέπει να διασφαλίζεται από την αρχή της διαδικασίας και ότι θα πρέπει να παρέχονται περιβαλλοντικές πληροφορίες στους πολίτες, με τρόπο σαφή, απλό και κατανοητό·

21.   εκτιμά ότι ούτε η ισχύουσα νομοθεσία για την οικιστική ανάπτυξη ούτε οι αρμόδιες αρχές παρέχουν τον ορισμό του "γενικού συμφέροντος" και ότι ο όρος χρησιμοποιείται για την έγκριση σχεδίων μη βιώσιμων από περιβαλλοντική άποψη και, ενίοτε, για να παρακαμφθούν οι αρνητικές εκτιμήσεις των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και οι αρνητικές εκθέσεις της αντίστοιχης Υδρογραφικής Συνομοσπονδίας·

22.   αναγνωρίζει και υποστηρίζει τις προσπάθειες των ισπανικών αρχών να προστατεύσουν το παράκτιο περιβάλλον και, όπου είναι δυνατόν, να το αποκαταστήσουν κατά τρόπο που να επιτρέπει τη βιοποικιλότητα και την αναγέννηση των αυτόχθονων ειδών χλωρίδας και πανίδας· στο συγκεκριμένο αυτό πλαίσιο, απευθύνει έκκληση στις εν λόγω αρχές να επανεξετάσουν, και εν ανάγκη να αναθεωρήσουν, το νόμο για τις παράκτιες περιοχές με τη διαδικασία κατεπείγοντος, με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών κατοικιών και των ιδιοκτητών μικρών εκτάσεων γης σε παράκτιες περιοχές, που δεν έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο παράκτιο περιβάλλον· τονίζει ότι η προστασία αυτή δεν πρέπει να παρασχεθεί στα έργα ανάπτυξης που έχουν σχεδιασθεί ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και τα οποία δεν τηρούν τις ισχύουσες περιβαλλοντικές οδηγίες της ΕΕ· δεσμεύεται να εξετάσει τις αναφορές που ελήφθησαν σχετικά με το θέμα αυτό υπό το πρίσμα των απαντήσεων των αρμόδιων ισπανικών αρχών·

23.   εκφράζει τον προβληματισμό του σχετικά με την κατάσταση της πολεοδομίας του δήμου της Marbella στην Ανδαλουσία, όπου δεκάδες χιλιάδες κατοικίες που κατασκευάσθηκαν παράνομα, πιθανότατα κατά παράβαση της νομοθεσίας της ΕΕ σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος και τη συμμετοχή του κοινού, την πολιτική των υδάτων και τις δημόσιες συμβάσεις, πρόκειται να νομιμοποιηθούν στο πλαίσιο νέου γενικού πολεοδομικού σχεδίου, γεγονός που θα καταλήξει στην έλλειψη ασφάλειας δικαίου και δικλείδων προστασίας για τους αγοραστές κατοικιών, τους ιδιοκτήτες ακινήτων και τους πολίτες γενικότερα·

24.   χαιρετίζει και στηρίζει πλήρως τις δραστηριότητες των περιφερειακών διαμεσολαβητών ("síndics de greuges") και του προσωπικού τους, καθώς και των πιο επίμονων εισαγγελέων ("fiscalεs"), οι οποίοι έχουν καταβάλει τεράστιες προσπάθειες για να αποκαταστήσουν την εφαρμογή, από τους θεσμούς που έχουν πληγεί, ορθών διαδικασιών σχετικά με τις υποθέσεις αυτές·

25.   εξαίρει επίσης τη δραστηριότητα των αναφερόντων, των ενώσεών τους και των ενώσεων των τοπικών κοινοτήτων, στις οποίες συμμετέχουν δεκάδες χιλιάδες ισπανοί και μη πολίτες, οι οποίοι επέστησαν την προσοχή του Κοινοβουλίου στα εν λόγω θέματα και διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στη διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων των γειτόνων τους και όλων όσων θίγονται από το σύνθετο αυτό πρόβλημα·

26.   υπενθυμίζει ότι η οδηγία για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων(10) και η οδηγία για τη στρατηγική εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων(11) απαιτούν την πραγματοποίηση διαβούλευσης με το ενδιαφερόμενο κοινό στο στάδιο καθορισμού και κατάρτισης των σχεδίων και όχι –όπως συχνά συνέβη σε υποθέσεις που υποβλήθηκαν προς την Επιτροπή Αναφορών του Κοινοβουλίου– αφότου έχει συναφθεί de facto συμφωνία από την τοπική αρχή· υπενθυμίζει, στο ίδιο πλαίσιο, ότι σε οιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση των υφιστάμενων σχεδίων πρέπει να τηρείται επίσης αυτή η διαδικασία και ότι τα σχέδια πρέπει να είναι επίκαιρα και όχι στατιστικώς ανακριβή ή παρωχημένα·

27.   υπενθυμίζει επίσης ότι η Επιτροπή δύναται, βάσει του άρθρου 91 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006(12) , να διακόψει την πληρωμή της διαρθρωτικής χρηματοδότησης και, βάσει του άρθρου 92, να αναστείλει αυτή τη χρηματοδότηση προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή περιφέρεια, και να καθορίσει διορθώσεις σε σχέση με σχέδια που λαμβάνουν χρηματοδότηση και για τα οποία διαπιστώνεται στη συνέχεια ότι δεν συμμορφώνονται πλήρως με τους κανόνες που διέπουν την εφαρμογή των συναφών νομοθετικών πράξεων της ΕΕ·

28.   υπενθυμίζει επίσης ότι το Κοινοβούλιο, ως αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, δύναται να αποφασίσει να εγγράψει στο αποθεματικό πιστώσεις για πολιτικές συνοχής, εφόσον το θεωρεί αναγκαίο προκειμένου να πείσει ένα κράτος μέλος να θέσει τέρμα σε σοβαρές παραβιάσεις των κανόνων και αρχών που υποχρεούται να τηρεί είτε δυνάμει της Συνθήκης είτε ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας, έως ότου λυθεί το πρόβλημα·

29.   επαναλαμβάνει τα συμπεράσματα που περιέχονται στα προηγούμενα ψηφίσματα αμφισβητώντας τις μεθόδους ορισμού των φορέων πολεοδομίας και τις συχνά υπερβολικές εξουσίες που αναγνωρίζουν ορισμένες τοπικές αρχές στους πολεοδόμους και στους κατασκευαστές εις βάρος των κοινοτήτων και των πολιτών που έχουν την κατοικία τους στην περιοχή·

30.   καλεί για άλλη μία φορά τις τοπικές αρχές να διαβουλευτούν με τους πολίτες τους και να προωθήσουν τη συμμετοχή τους σε έργα αστικής ανάπτυξης, προκειμένου να ενθαρρύνουν τη δίκαιη, διαφανή και αειφόρο αστική ανάπτυξη, όπου είναι αναγκαίο, προς το συμφέρον των τοπικών κοινοτήτων και όχι με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον των εργολάβων-κατασκευαστών, των μεσιτών ακινήτων και άλλων εμπλεκομένων συμφερόντων·

31.   ζητεί από τις αρμόδιες αρχές σε θέματα αστικής ανάπτυξης να διευρύνουν τις διαδικασίες διαβούλευσης σε θέματα αστικής ανάπτυξης ώστε να περιλάβουν τους ιδιοκτήτες, με αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής πρόσκλησης, κάθε φορά που γίνονται αλλαγές στο χαρακτηρισμό των ιδιοκτησιών τους, κα να προτείνουν στους δήμους την άμεση και προσωπική κλήτευση στις διαδικασίες προσφυγής κατά των σχεδίων χωροταξίας ή αλλαγής του χαρακτηρισμού·

32.   καταδικάζει έντονα την παράνομη πρακτική με την οποία ορισμένοι εργολάβοι-κατασκευαστές αμφισβητούν με τεχνάσματα τη νόμιμη ιδιοκτησία των πολιτών της ΕΕ παρεμβαίνοντας στην καταγραφή των γαιών και καλεί τις τοπικές αρχές να θεσπίσουν σαφείς νομικές ρήτρες για την πάταξη της εν λόγω πρακτικής·

33.   επιβεβαιώνει ότι, εφόσον απαιτείται αποζημίωση για την απώλεια ιδιοκτησίας, πρέπει να επιδικάζεται στο ενδεδειγμένο επίπεδο και σύμφωνα με το νόμο και τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·

34.   υπενθυμίζει ότι η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές(13) υποχρεώνει όλα τα κράτη μέλη να παρέχουν κατάλληλα μέσα νομικής προσφυγής και αποκατάστασης στους καταναλωτές που υπήρξαν θύματα τέτοιας πρακτικής και να διασφαλίζουν την ύπαρξη κατάλληλων κυρώσεων για την αντιμετώπιση των εν λόγω πρακτικών·

35.   καλεί για άλλη μία φορά την Επιτροπή να ξεκινήσει ενημερωτική εκστρατεία απευθυνόμενη στους πολίτες της ΕΕ που αγοράζουν ακίνητα σε κράτος μέλος πλην του δικού τους·

36.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στην κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο του Βασιλείου της Ισπανίας και στις κυβερνήσεις και στις αυτόνομες περιφερειακές συνελεύσεις, όπως επίσης και στους εθνικούς και περιφερειακούς διαμεσολαβητές και στους αναφέροντες.

(1) Απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1998· βλ. επίσης το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Ιουνίου 2007 σχετικά με την κοινή πρόταση ψηφίσματος για τα αποτελέσματα της διερευνητικής αποστολής στις περιφέρειες της Ανδαλουσίας, Βαλένθια και Μαδρίτης, εξ ονόματος της Επιτροπής Αναφορών (ΕΕ C 146 E, 12.6.2008, σ. 340).
(2) Βλ. το προαναφερόμενο ψήφισμα της 21ης Ιουνίου 2007 και το ψήφισμα της 13ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με τους ισχυρισμούς για καταχρηστική εφαρμογή του νόμου περί εγγείου ιδιοκτησίας της Βαλένθια ή Ley Reguladora de la Actividad Urbanística (LRAU – Νόμος περί εκτέλεσης των πολεοδομικών σχεδίων) και τις επιπτώσεις του στους ευρωπαίους πολίτες (Αναφορές 609/2003, 732/2003, 985/2002, 1112/2002. 107/2004 και λοιπές) (ΕΕ C 286 E, 23.11.2006, σ. 225).
(3) Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, 30.4.2004, σ. 114).
(4) Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327, 22.12.2000, σ. 1).
(5) Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197, 21.7.2001, σ. 30.
(6) Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21 Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, 22.7.1992, σ. 7).
(7) Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 103, 25.4.1979, σ. 1).
(8) Σημειώνονται οι πρόσφατες εκθέσεις που δημοσίευσαν η Τράπεζα της Ισπανίας, η Greenpeace και η οργάνωση Transparency International.
(9) Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005 , σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 309, 25.11.2005, σ. 15)· οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον ορισμό του πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου και τα τεχνικά κριτήρια για την εφαρμογή της απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και την εφαρμογή της εξαίρεσης σε περιπτώσεις άσκησης χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας σε περιστασιακή ή πολύ περιορισμένη βάση (ΕΕ L 214, 4.8.2006, σ. 29).
(10) Οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, 5.7.1985, σ. 40).
(11) Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΕΕ L 197, 21.7.2001, σ. 30)
(12) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής (ΕΕ L 210, 31.7.2006, σ. 25).
(13) Οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L 149, 11.6.2005, σ. 22)

Τελευταία ενημέρωση: 9 Δεκεμβρίου 2009Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου