Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2014/2248(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0390/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0390/2016

Συζήτηση :

PV 14/02/2017 - 3

Ψηφοφορία :

PV 16/02/2017 - 6.6

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0048

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 646kWORD 83k
Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Πιθανές εξελίξεις και αναπροσαρμογές στην τρέχουσα θεσμική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης
P8_TA(2017)0048A8-0390/2016

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με πιθανές εξελίξεις και αναπροσαρμογές στην τρέχουσα θεσμική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2014/2248(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη ιδίως τα άρθρα 1, 2, 3, 10, 14, 15, 16, 17, 48 και 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), καθώς και τα άρθρα 119, 120-126, 127-133, 136-138, 139-144, 194 και 352 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και τα πρωτόκολλά τους,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2015, σε στενή συνεργασία με τους Προέδρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωομάδας, με τίτλο «Ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης» («Έκθεση των πέντε Προέδρων»)(1) ,

–  έχοντας υπόψη το νομοθετικό ψήφισμά του, της 19ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου που αφορά τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2014-2020(2) , καθώς και την απόφασή του, της 19ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με τη διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση(3) ,

–  έχοντας υπόψη το ΠΔΠ(4) και τη διοργανική συμφωνία(5) , όπως εγκρίθηκαν στις 2 Δεκεμβρίου 2013,

–  έχοντας υπόψη την τελική έκθεση και τις συστάσεις της ομάδας υψηλού επιπέδου σχετικά με τους ιδίους πόρους του Δεκεμβρίου 2016(6) ,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 18ης-19ης Φεβρουαρίου 2016, σχετικά με μια νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία κατέστη άκυρη λόγω της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ένωση,

–  έχοντας υπόψη το υπέρ της αποχώρησης αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στο ΗΒ σχετικά με τη συμμετοχή στην ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη το Τακτικό Ευρωβαρόμετρο 84, το φθινόπωρο του 2015, με τίτλο «Κοινή γνώμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση», καθώς και το Ειδικό Ευρωβαρόμετρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τον Ιούνιο του 2016, με τίτλο «Οι Ευρωπαίοι το 2016: Αντιλήψεις και προσδοκίες, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και της ριζοσπαστικοποίησης»,

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση 2/13 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της ΕΕ στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου» – ΕΣΔΑ)(7) ,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2013, για τον καθορισμό της σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(8) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τα προβλήματα συνταγματικής φύσης από μια πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση(9) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 15ης Απριλίου 2014, με θέμα «ΠΔΠ 2014-2020: διδάγματα που πρέπει να αντληθούν και μελλοντικές προοπτικές»(10) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 22ας Νοεμβρίου 2012, σχετικά με τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2014(11) , καθώς και το ψήφισμά του, της 4ης Ιουλίου 2013, σχετικά με τη βελτίωση της οργάνωσης των εκλογών για την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2014(12) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό της έδρας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων(13) ,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 28ης Οκτωβρίου 2015, σχετικά με την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών(14) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 11ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με την αναθεώρηση της εκλογικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης(15) , καθώς και την πρότασή του για την τροποποίηση της Πράξης περί της εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση καθολική ψηφοφορία,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 28ης Ιουνίου 2016, σχετικά με την απόφαση για αποχώρηση από την ΕΕ ως αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του Ηνωμένου Βασιλείου(16) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 16ης Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με τη βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τις δυνατότητες της Συνθήκης της Λισαβόνας(17) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 16ης Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με τη δημοσιονομική ικανότητα της ευρωζώνης(18) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 25ης Οκτωβρίου 2016, με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την καθιέρωση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα(19) ,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, σχετικά με την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή(20) ,

–  έχοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2015(21) και της Επιτροπής των Περιφερειών, της 8ης Ιουλίου 2015(22) ,

–  έχοντας υπόψη τη διακήρυξη με τίτλο «Greater European Integration: The Way Forward» (Ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: τα επόμενα βήματα) των προέδρων της ιταλικής Βουλής των Αντιπροσώπων (Camera dei deputati), της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης (Assemblée nationale), της γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag), της λουξεμβουργιανής Βουλής των Αντιπροσώπων (Chambre des Députés) και της προεδρίας της Διάσκεψης των Προέδρων των Κοινοβουλίων της ΕΕ, που υπεγράφη στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 και έχει επί του παρόντος εγκριθεί από αρκετά εθνικά κοινοβουλευτικά σώματα στην ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών, της 31ης Ιανουαρίου 2013, με τίτλο «Ενίσχυση της ιθαγένειας της ΕΕ: προώθηση των εκλογικών δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης»(23) ,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών και της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A8-0390/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το παρόν ψήφισμα έχει σκοπό να εξεύρει λύσεις που δεν μπορούν να επιτευχθούν με τη χρήση των εργαλείων τα οποία προβλέπονται σήμερα στις Συνθήκες και επομένως θα είναι εφικτά μόνο με μελλοντική αλλαγή της Συνθήκης όταν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανικανότητα των θεσμικών οργάνων της ΕΕ να αντιμετωπίσουν τις βαθιές και πολλαπλές κρίσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ένωση, τη λεγόμενη «πολυκρίση» στην οποία περιλαμβάνονται οι χρηματοπιστωτικές, οικονομικές και κοινωνικές της συνέπειες, καθώς και οι συνέπειές της όσον αφορά το μεταναστευτικό ζήτημα, καθώς και η άνοδος των λαϊκιστικών κομμάτων και εθνικιστικών κινημάτων έχουν από κοινού προκαλέσει όλο και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια σε αυξανόμενη μερίδα του πληθυσμού σε σχέση με τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό την τρέχουσα μορφή της·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι σημαντικές αυτές ευρωπαϊκές προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τα κράτη μέλη μεμονωμένα αλλά απαιτούν κοινή αντίδραση από την Ευρωπαϊκή Ένωση·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πορεία προς μια Ένωση που μπορεί πράγματι να φέρει αποτελέσματα και να εκπληρώσει τους στόχους της παρεμποδίζεται από μια διαρκή και συστηματική αναζήτηση ομοφωνίας στο Συμβούλιο (η οποία συνεχίζει να βασίζεται στον επονομαζόμενο Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου), καθώς και ότι δεν υπάρχει μια αξιόπιστη, ενιαία εκτελεστική αρχή με πλήρη δημοκρατική νομιμοποίηση και αρμοδιότητα να προβαίνει σε ουσιαστική δράση σε ευρύ φάσμα πολιτικών· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρόσφατα παραδείγματα, όπως η ανεπαρκής διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, η αργή εξυγίανση των τραπεζών μας μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και η απουσία άμεσης, κοινής αντίδρασης στην εσωτερική και εξωτερική απειλή της τρομοκρατίας αποτελούν απτές ενδείξεις της ανικανότητας της Ένωσης να αντιδρά αποτελεσματικά και γρήγορα·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ δεν μπορεί να εκπληρώσει τις προσδοκίες των ευρωπαίων πολιτών, διότι οι παρούσες Συνθήκες δεν αξιοποιούνται πλήρως και δεν παρέχουν όλα τα μέσα, τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που απαιτούνται ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι κοινές προκλήσεις·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόβλημα αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία κοινού οράματος από πλευράς των κρατών μελών όσον αφορά το μέλλον της ηπείρου μας, έχει οδηγήσει σε άνευ προηγουμένου αύξηση των επιπέδων του «ευρωσκεπτικισμού», που οδηγούν σε επιστροφή στον εθνικισμό και σε κινδύνους που υπονομεύουν την Ένωση, ενδεχομένως δε και στη διάλυσή της·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύστημα σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη καταφεύγουν σε λύσεις «à la carte» και το οποίο ενισχύθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, αντί να προωθήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, την κατέστησε πιο περίπλοκη και ενέτεινε τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της· λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά την ευελιξία που προσφέρουν οι Συνθήκες, έχουν εγκριθεί πολυάριθμες ρήτρες μη συμμετοχής (opt-outs) πρωτογενούς δικαίου σε διάφορα κράτη μέλη, πράγμα που έχει δημιουργήσει ένα αδιαφανές σύστημα διατεμνόμενων κύκλων συνεργασίας και εμποδίζει τον δημοκρατικό έλεγχο και τη δημοκρατική λογοδοσία·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Συνθήκες παρέχουν μορφές ευέλικτης και διαφοροποιημένης ενσωμάτωσης σε επίπεδο δευτερογενούς δικαίου μέσω της ενισχυμένης και διαρθρωμένης συνεργασίας, πράγμα που θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε περιορισμένο αριθμό πολιτικών, παράλληλα δε να είναι συμμετοχικό ώστε να διασφαλίζεται η συμμετοχή όλων των κρατών μελών της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι είκοσι έτη μετά τη θέσπισή της ο αντίκτυπος της ενισχυμένης συνεργασίας παραμένει περιορισμένος· λαμβάνοντας υπόψη ότι ενισχυμένη συνεργασία έχει παρασχεθεί σε τρεις περιπτώσεις, και πιο συγκεκριμένα στο πλαίσιο των κοινών κανόνων σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο για τα διαζύγια διεθνών ζευγαριών, στο ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με ενιαία αποτελέσματα και στο πλαίσιο της θέσπισης του φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (ΦΧΣ)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενισχυμένη συνεργασία πρέπει να χρησιμοποιείται ως πρώτο βήμα προς την περαιτέρω ολοκλήρωση πολιτικών όπως της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) και όχι ως μέσο διευκόλυνσης των λύσεων «à la carte»·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοτική μέθοδος πρέπει να διατηρηθεί και δεν πρέπει να υπονομευθεί από διακυβερνητικές λύσεις, ακόμα και στους τομείς στους οποίους δεν πληρούν όλα τα κράτη μέλη τις προϋποθέσεις συμμετοχής·

Ι.  λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη ότι το ευρώ είναι η νομισματική μονάδα της Ένωσης (άρθρο 3 παράγραφος 4 της ΣΕΕ), για το Ηνωμένο Βασίλειο ισχύει παρέκκλιση από την ένταξη (πρωτόκολλο αριθ. 15), για τη Δανία ισχύει συνταγματική εξαίρεση (πρωτόκολλο αριθ. 16), η Σουηδία έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια τήρησης των κριτηρίων σύγκλισης με το ευρώ, ενώ η πιθανότητα η Ελλάδα να αποχωρήσει από το κοινό νόμισμα έχει συζητηθεί ανοικτά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να ενταχθούν στο κοινό νόμισμα αφ’ ής στιγμής πληρούν όλα τα απαιτούμενα κριτήρια, ενώ δεν έχει οριστεί χρονοδιάγραμμα για τα κράτη μέλη που προσχωρούν στην ΕΕ μετά τη δημιουργία του ευρώ·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν παραχωρηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία ρήτρες εξαίρεσης («opt-outs») όσον αφορά το χώρο Σένγκεν, την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και τη συνακόλουθη κατάργηση των εσωτερικών συνοριακών ελέγχων, που εδράζονται στις Συνθήκες· λαμβάνοντας υπόψη ότι άλλα τέσσερα κράτη μέλη δεν συμμετέχουν, παρά το γεγονός ότι έχουν υποχρέωση να συμμετάσχουν, ενώ ισχύουν ρήτρες προαιρετικής συμμετοχής («opt-ins») για τρεις χώρες που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κατακερματισμός αυτός όχι μόνο αποτρέπει την πλήρη κατάργηση κάποιων εναπομενόντων εσωτερικών συνόρων, αλλά ταυτόχρονα δυσχεραίνει τη δημιουργία μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς και ενός πλήρως ολοκληρωμένου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης· υπενθυμίζει ότι η ένταξη στον χώρο Σένγκεν πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί στόχο όλων των κρατών μελών της ΕΕ·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ρήτρες εξαίρεσης για επιμέρους κράτη μέλη θέτουν σε κίνδυνο την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, περιπλέκουν υπερβολικά τη διακυβέρνηση, θέτουν σε κίνδυνο τη συνοχή της Ένωσης και υπονομεύουν την αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών της·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, και ακόμη ταχύτερα μετά τη χρηματοπιστωτική, οικονομική, μεταναστευτική κρίση καθώς και την κρίση ασφάλειας, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διεύρυνε το ρόλο του, ώστε να περιλάβει τη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων, μέσω της θέσπισης διακυβερνητικών μηχανισμών εκτός του πλαισίου της ΕΕ, παρά το γεγονός ότι ο ρόλος του δεν είναι να ασκεί νομοθετικές λειτουργίες αλλά να παρέχει στην Ένωση την απαραίτητη ώθηση για την ανάπτυξή της και να καθορίζει γενικές κατευθύνσεις και προτεραιότητες πολιτικής (άρθρο 15 παράγραφος 1 ΣΕΕ)·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξάρτηση από την ομοφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η αδυναμία του για επίτευξη συναίνεσης έχουν οδηγήσει στη θέσπιση διακυβερνητικών μηχανισμών εκτός του νομικού πλαισίου της ΕΕ, όπως είναι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ), η Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΣΣΣΔ ή «Δημοσιονομικό Σύμφωνο»)· λαμβάνοντας υπόψη ότι το ίδιο ισχύει για τη συμφωνία με την Τουρκία σε σχέση με την προσφυγική κρίση της Συρίας·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ΣΣΣΔ, πρέπει εντός πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του (πριν την 1η Ιανουαρίου 2018) να έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα για την ενσωμάτωση του Δημοσιονομικού Συμφώνου στο νομικό πλαίσιο της ΕΕ και ενώ παρόμοιες διατάξεις περιλαμβάνονται στη διακυβερνητική συμφωνία για τη μεταφορά και την αμοιβαιοποίηση των εισφορών στο ενιαίο ταμείο εξυγίανσης, είναι προφανές ότι η ανθεκτικότητα της ζώνης του ευρώ, περιλαμβανομένης της ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς επιπλέον βήματα δημοσιονομικής εμβάθυνσης, από κοινού με τη θέσπιση μιας πιο αξιόπιστης, αποτελεσματικής και δημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω νέο σύστημα διακυβέρνησης προϋποθέτει τη μετατροπή της Επιτροπής σε ένα πραγματικό εκτελεστικό όργανο, που λογοδοτεί στο Κοινοβούλιο και έχει τη δυνατότητα να διαμορφώνει και να υλοποιεί την κοινή δημοσιονομική και μακροοικονομική πολιτική που η ζώνη του ευρώ απεγνωσμένα και ότι πρέπει να τεθεί στη διάθεσή του κατάλληλος προϋπολογισμός και χρηματοδότηση, σε αναλογία με την κλίμακα των επίμαχων εγχειρημάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τούτο απαιτεί, πέρα από μέτρα που εμπίπτουν στο υφιστάμενο πρωτογενές δίκαιο, μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισαβόνας·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ίδιο ισχύει και για την απαραίτητη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό των δημοσιονομικών πόρων ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία για το τρέχον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) επιτεύχθηκε μόνο μετά από μακροσκελείς και επίπονες διαπραγματεύσεις και συνοδευόταν από την απόφαση να συσταθεί ομάδα υψηλού επιπέδου, η οποία πρέπει να υποβάλει έκθεση το 2016 και είναι επιφορτισμένη με την επανεξέταση του συστήματος εσόδων της Ένωσης βάσει «ιδίων πόρων»· λαμβάνοντας υπόψη ότι το τρέχον ΠΔΠ περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την οικονομική και πολιτική αυτονομία της Ένωσης, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων προέρχεται από τις εθνικές συνεισφορές των κρατών μελών, ενώ μεγάλο μέρος των δαπανών είναι προκαθορισμένο να διατεθεί σε επιστροφές προς τα ίδια κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εθνικές εισφορές βάσει του ΑΕΠ/ΑΕΕ έχουν καταστεί μακράν η μεγαλύτερη πηγή εσόδων·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ισχύον ΠΔΠ είναι κατώτερο σε ονομαστικούς όρους από ό,τι το προηγούμενο ενώ οι περιστάσεις απαιτούν σημαντικές δημοσιονομικές προσπάθειες για την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες, την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης, της κοινωνικής συνοχής και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαίτηση για ομοφωνία όσον αφορά τη φορολογική πολιτική αποτρέπει την αντιμετώπιση της ύπαρξης φορολογικών παραδείσων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιζήμιων φορολογικών πολιτικών από τα κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές από αυτές τις πρακτικές στρεβλώνουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, θέτουν σε κίνδυνο τα φορολογικά έσοδα των κρατών μελών και, εντέλει, μετατοπίζουν το βάρος στους πολίτες και τις ΜΜΕ·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένα συνταγματικό σύστημα και βασίζεται στο κράτος δικαίου· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Συνθήκες πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να αποκτήσει δικαιοδοσία επί όλων των πτυχών του δικαίου της ΕΕ, σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ είναι θεμελιωμένη στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα υφιστάμενα μέσα της ΕΕ για την εκτίμηση και την επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις παραβιάσεων των αρχών αυτών από τα κράτη μέλη έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαδικασίες επί παραβάσει που κινούνται κατά συγκεκριμένων νομικών πράξεων ή ενεργειών ενός κράτους μέλους οι οποίες παραβιάζουν τη νομοθεσία της ΕΕ είναι ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση των συστημικών παραβιάσεων των θεμελιωδών αξιών της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ, το Συμβούλιο απαιτείται να αποφασίζει με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών του, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης των θεμελιωδών αξιών, και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 ΣΕΕ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απαιτείται να ενεργεί με ομοφωνία, όταν διαπιστώνει την ύπαρξη σοβαρής και διαρκούς παραβίασης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά συνέπεια, δεν έχει γίνει επίκληση ούτε του προληπτικού μέτρου δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ ούτε των μηχανισμών επιβολής κυρώσεων δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφοι 2 και 3 ΣΕΕ·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ φαίνεται να έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάζει τις πολιτικές όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα, το κράτος δικαίου και τη διαφθορά, όταν οι χώρες είναι ακόμη υποψήφιες προς ένταξη στην Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο μηχανισμός του κράτους δικαίου πρέπει να εφαρμόζεται ισοδύναμα σε όλα τα κράτη μέλη·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επανεξέταση είναι απαραίτητη και για να αποκατασταθεί η ισορροπία της λειτουργίας της Ένωσης και να ανανεωθεί η λειτουργία της, με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας και την πιο αποτελεσματική χάραξη πολιτικής, πλησιέστερα στις ανάγκες των πολιτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση πρέπει να διαθέτει τις απαραίτητες αρμοδιότητες, προκειμένου να σημειώσει πρόοδο προς κάποιους από τους δεδηλωμένους στόχους της, όπως είναι ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής ένωσης, η κοινωνική συνοχή και η στόχευση στην πλήρη απασχόληση, η δίκαιη και κοινή διαχείριση της μετανάστευσης και του ασύλου, καθώς και μία εσωτερική και εξωτερική πολιτική ασφάλειας·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οικοδόμηση συστηματικού διαλόγου με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και η ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου, σε όλα τα επίπεδα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 ΣΛΕΕ, έχουν καίρια σημασία προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο ευρωσκεπτικισμός και να επιβεβαιωθεί η σημασία της διάστασης αλληλεγγύης της Ευρώπης, της κοινωνικής συνοχής και της δημιουργίας μιας συμμετοχικής δημοκρατίας χωρίς αποκλεισμούς, συμπληρωματικά προς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την τελευταία δεκαετία η κατάσταση ασφαλείας στην Ευρώπη επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό, ιδίως στις παρακείμενες περιοχές: κανένα μεμονωμένο κράτος μέλος δεν μπορεί πλέον να διασφαλίσει την εσωτερική και εξωτερική του ασφάλεια από μόνο του·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο περιορισμός της αμυντικής ικανότητας της Ευρώπης έχει περιορίσει τη δυνατότητά της να προωθεί τη σταθερότητα πέρα από τα άμεσα σύνορά μας· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό σχετίζεται στενά με το δισταγμό από πλευράς των αμερικανών συμμάχων μας να παρέμβουν, αν η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να ενισχυθεί η πολιτική άμυνας στην ΕΕ και να θεσπιστεί μία ολοκληρωμένη εταιρική σχέση ΕΕ-ΝΑΤΟ, παρέχοντας παράλληλα στην Ένωση τη δυνατότητα να δρα αυτόνομα σε αποστολές στο εξωτερικό, με κύριο στόχο τη σταθεροποίηση των παρακείμενών της περιοχών· λαμβάνοντας υπόψη ότι τούτο σημαίνει πιο έντονη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και η ενσωμάτωση μέρους της αμυντικής τους ικανότητας σε μια ευρωπαϊκή κοινότητα άμυνας, πάντα στο πλαίσιο μιας νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ασφάλεια·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν εφαρμόστηκε καμία από τις ρήτρες «γέφυρας» που προέβλεπε η Συνθήκη της Λισαβόνας με στόχο να εξορθολογιστεί η διακυβέρνηση της Ένωσης, ενώ φαίνεται πια απίθανο να εφαρμοστούν υπό τις παρούσες συνθήκες· λαμβάνοντας υπόψη ότι, αντιθέτως, λόγω της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 18ης-19ης Ιουνίου 2009 σχετικά με τη μείωση του αριθμού των Επιτρόπων, όπως προβλεπόταν στη συνθήκη της Λισαβόνας, η ρήτρα αποκλεισμού εφαρμόστηκε άμεσα·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκλογές του 2014 για την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οδήγησαν για πρώτη φορά άμεσα στην επιλογή του υποψηφίου Προέδρου της Επιτροπής· λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο ότι οι πολίτες δεν είχαν δυστυχώς τη δυνατότητα να ψηφίσουν άμεσα τους υποψηφίους· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο υπερεθνικός χαρακτήρας των ευρωπαϊκών εκλογών πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω με την καθιέρωση σαφούς νομικής βάσης, για να διασφαλιστεί ότι το εν λόγω νέο σύστημα θα διατηρηθεί και θα αναπτυχθεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πολίτες δεν μπορούν να κατανοήσουν εύκολα τις σχέσεις των Προέδρων της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιτακτική ανάγκη για μεταρρύθμιση της Ένωσης έγινε δραματικά εντονότερη μετά το δημοψήφισμα του Ηνωμένου Βασιλείου υπέρ της αποχώρησής του από την Ευρωπαϊκή Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τη ρύθμιση της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να ληφθεί υπόψη το πλαίσιο των μελλοντικών του σχέσεων με την Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία αυτή πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ και να συναφθεί εξ ονόματος της Ένωσης από το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, μετά τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει επομένως να συμμετέχει πλήρως σε όλη τη διάρκεια της διαπραγματευτικής διαδικασίας·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα δημιουργήσει μια ευκαιρία να μειωθεί η περιπλοκότητα της Ένωσης και να καταστεί σαφές τι πραγματικά σημαίνει η ιδιότητα του μέλους της Ένωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται σαφές πλαίσιο για τη μελλοντική σχέση της ΕΕ με γειτονικά κράτη που δεν αποτελούν μέλη της ΕΕ (Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Ελβετία, Τουρκία, Ουκρανία κ.λπ.)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι θεμελιωτές πατέρες της Ένωσης είχαν ήδη οραματιστεί ένα είδος «καθεστώτος συνδεδεμένης χώρας»·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο πλαίσιο του σημαντικού αυτού έργου οι Συνθήκες παρέχουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έξι συγκεκριμένα προνόμια, δηλαδή: το δικαίωμα να προτείνει τροποποίηση των Συνθηκών (άρθρο 48 παράγραφος 2 ΣΕΕ), το δικαίωμα να ζητείται η γνώμη του από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναφορικά με την τροποποίηση των Συνθηκών (άρθρο 48 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο ΣΕΕ), το δικαίωμα να επιμένει σχετικά με τη σύγκληση Συνέλευσης παρά τη θέληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (άρθρο 48 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ), το δικαίωμα να συμμετέχει σε διαβουλεύσεις σχετικά με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τροποποίηση, εν όλω ή εν μέρει, των διατάξεων του τρίτου μέρους της ΣΛΕΕ (άρθρο 48 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο ΣΕΕ), το δικαίωμα να προβεί σε ανακατανομή των εδρών στο Κοινοβούλιο πριν από τις επόμενες εκλογές (άρθρο 14 παράγραφος 2 ΣΕΕ), καθώς και το δικαίωμα να προτείνει ενιαία εκλογική διαδικασία (άρθρο 223 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ)·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να διαφυλαχθεί ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ) και της Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ) ως θεσμικών εκπροσώπων των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των περιφερειακών και τοπικών παραγόντων, δεδομένου ότι οι γνωμοδοτήσεις τους συμβάλλουν στην ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμότητας των διαδικασιών που αφορούν τη διαμόρφωση πολιτικής και τη νομοθεσία·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σαφής πλειοψηφία των περιφερειακών και τοπικών κυβερνήσεων έχουν εκφράσει επανειλημμένα την άποψή τους, μέσω της Επιτροπής των Περιφερειών, υπέρ μιας περισσότερο ολοκληρωμένης ΕΕ με αποτελεσματική διακυβέρνηση·

1.  θεωρεί ότι έχει περάσει πλέον η εποχή, κατά την οποία η διαχείριση της κρίσης γινόταν με ad hoc αποφάσεις και βάσει σταδιακής προσέγγισης, καθώς τούτο οδηγεί συχνά σε ανεπαρκή και καθυστερημένη δράση· είναι πεπεισμένο ότι ήρθε πλέον η στιγμή ενός προβληματισμού εις βάθος σχετικά με το πώς θα αντιμετωπιστεί η ανεπάρκεια της διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω ολοκληρωμένης και εις βάθος μεταρρύθμισης της Συνθήκης της Λισαβόνας· θεωρεί ότι εν τω μεταξύ μπορεί να εφαρμοστούν βραχείας και μεσαίας διάρκειας λύσεις με πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων των υφιστάμενων Συνθηκών·

2.  θεωρεί ότι η μεταρρύθμιση της Ένωσης πρέπει να οδηγεί στον εκσυγχρονισμό της δημιουργώντας νέους μηχανισμούς, νέες, ουσιαστικές ευρωπαϊκές ικανότητες και καθιστώντας τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων πιο δημοκρατικές, αντί να οδεύει προς την επανεθνικοποίηση μέσω ενίσχυσης της διακυβερνητικής προσέγγισης·

3.  υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις του Ευρωβαρόμετρου και σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, οι πολίτες της ΕΕ εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται πλήρως τη σημασία των γνήσιων ευρωπαϊκών λύσεων και να τις υποστηρίζουν(24) , μεταξύ άλλων στους τομείς της ασφάλειας και της μετανάστευσης·

4.  παρατηρεί με έντονη ανησυχία ότι όλο και περισσότερες υποομάδες κρατών μελών υπονομεύουν την ενότητα της Ένωσης προκαλώντας έλλειψη διαφάνειας, καθώς και κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των ανθρώπων· φρονεί ότι η ενδεδειγμένη σύνθεση για τη διεξαγωγή της συζήτησης σχετικά με το μέλλον της Ένωσης είναι η ΕΕ των 27· υπογραμμίζει ότι ο κατακερματισμός της συζήτησης σε διάφορες επιμέρους συνθέσεις ή ομάδες κρατών μελών θα ήταν αντιπαραγωγικός·

5.  τονίζει ότι μια ολοκληρωμένη, δημοκρατική εξέταση της μεταρρύθμισης των Συνθηκών πρέπει να επιτευχθεί κατόπιν προβληματισμού σχετικά με το μέλλον της ΕΕ και συμφωνίας σχετικά με ένα όραμα για τις παρούσες και τις μελλοντικές γενιές ευρωπαίων πολιτών, που θα οδηγήσουν σε μία Συνέλευση η οποία θα διασφαλίζει τη γενική συμμετοχή, με τη σύνθεσή της από εκπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων, των κυβερνήσεων όλων των κρατών μελών, της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των συμβουλευτικών οργάνων της ΕΕ, όπως η Επιτροπή Περιφερειών και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική επιτροπή, και θα αποτελέσει την κατάλληλη πλατφόρμα για έναν τέτοιο προβληματισμό και διάλογο με τους ευρωπαίους πολίτες και την κοινωνία των πολιτών·

Το τέλος της Ευρώπης «à la carte»

6.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, κάθε φορά που το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει να εφαρμόσει διακυβερνητικές μεθόδους και να παρακάμψει την «κοινοτική ή ενωσιακή μέθοδο», όπως ορίζεται από τις Συνθήκες, το αποτέλεσμα είναι λιγότερο αποτελεσματική χάραξη πολιτικής αλλά και περισσότερη έλλειψη διαφάνειας, δημοκρατικής λογοδοσίας και ελέγχου· θεωρεί ότι μία πορεία με διαφοροποιήσεις είναι νοητή μόνο ως προσωρινή φάση εξέλιξης προς μία αποτελεσματικότερη και ολοκληρωμένη πολιτική της ΕΕ·

7.  θεωρεί ότι η «ενωσιακή μέθοδος» είναι η μόνη δημοκρατική μέθοδος νομοθέτησης που διασφαλίζει ότι όλα τα συμφέροντα, και κυρίως το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον, λαμβάνονται υπόψη· αντιλαμβάνεται ως «ενωσιακή μέθοδο» τη νομοθετική διαδικασία κατά την οποία η Επιτροπή στο πλαίσιο των εκτελεστικών της αρμοδιοτήτων ασκεί τη νομοθετική πρωτοβουλία, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκπροσωπώντας αντιστοίχως τους πολίτες και τα κράτη λαμβάνουν αποφάσεις κατά πλειοψηφία, ενώ οι υποχρεώσεις ομοφωνίας στο Συμβούλιο καθίστανται απόλυτη εξαίρεση, και το Δικαστήριο επιβλέπει και προβαίνει στον τελικό δικαστικό έλεγχο· επιμένει ότι ακόμη και σε επείγουσες περιπτώσεις πρέπει να τηρείται η «ενωσιακή μέθοδος»·

8.  θεωρεί ότι υπό αυτές τις συνθήκες είναι θεμελιώδους σημασίας η εκ νέου επιβεβαίωση της αποστολής «μιας διαρκώς στενότερης ένωσης μεταξύ των λαών της Ευρώπης» (άρθρο 1 ΣΕΕ), προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν τυχόν τάσεις διάλυσης και να διασαφηνιστεί άλλη μια φορά ο ηθικός, πολιτικός και ιστορικός σκοπός της ΕΕ, καθώς και ο συνταγματικός χαρακτήρας της·

9.  προτείνει να καταστούν λιγότερο περιοριστικές οι απαιτήσεις για την εδραίωση ενισχυμένης και διαρθρωμένης συνεργασίας, μεταξύ άλλων με τη μείωση του ελάχιστου αριθμού των συμμετεχόντων κρατών μελών·

10.  προτείνει να εξορθολογιστούν κατά την επόμενη αναθεώρηση των Συνθηκών οι τρέχουσες προβληματικές διαφοροποιήσεις μέσω της κατάργησης, ή έστω της ριζικής μείωσης, των πρακτικών, όπως είναι οι ρήτρες μη συμμετοχής (opt-outs), οι ρήτρες προαιρετικής συμμετοχής (opt-ins) και οι εξαιρέσεις για επιμέρους κράτη μέλη σε επίπεδο ενωσιακού πρωτογενούς δικαίου·

11.  συνιστά να προσδιοριστεί και να διαμορφωθεί μία εταιρική σχέση, με σκοπό να δημιουργηθεί ένας κύκλος εταίρων γύρω από την ΕΕ για τα κράτη που δεν μπορούν ή δεν πρόκειται να ενταχθούν στην Ένωση αλλά επιθυμούν παρ’ όλα αυτά μία στενή σχέση με την ΕΕ· θεωρεί ότι αυτή η σχέση πρέπει να συνοδεύεται από υποχρεώσεις που θα αντιστοιχούν στα σχετικά δικαιώματα, όπως μία οικονομική εισφορά και το σημαντικότερο: ο σεβασμός στις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης και το κράτος δικαίου·

12.  πιστεύει ότι πρέπει να διαφυλάσσεται το ενιαίο θεσμικό πλαίσιο με σκοπό την επίτευξη των κοινών στόχων της Ένωσης και τη διασφάλιση της αρχής της ισότητας όλων των πολιτών και των κρατών μελών·

Η αποχώρηση του ΗΒ από την Ευρωπαϊκή Ένωση

13.  σημειώνει ότι αυτή η νέα μορφή εταιρικής σχέσης θα μπορούσε να αποτελεί μια από τις πιθανές λύσεις, ώστε να γίνει σεβαστή η επιθυμία της πλειοψηφίας των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει η χώρα από την ΕΕ· τονίζει ότι ότι η αποχώρηση του ΗΒ, που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κράτη μέλη καθώς και το μεγαλύτερο μέλος που δεν ανήκει στη ζώνη του ευρώ, επηρεάζει την ισχύ και τη θεσμική ισορροπία της Ένωσης·

14.  επιβεβαιώνει εκ νέου ότι τα θεσμικά στοιχεία της Ένωσης, και συγκεκριμένα η ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς και το γεγονός ότι αυτή δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες της Ένωσης (ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, των προσώπων, των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών), αποτελούν βασικούς, αδιαίρετους πυλώνες της Ένωσης, όπως και η ύπαρξη κράτους δικαίου, που διασφαλίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο· επιβεβαιώνει εκ νέου ότι η εν λόγω θεσμική ενότητα δεν μπορεί να αρθεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση·

15.  ζητεί οι έδρες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, αμφότερες σήμερα στο Λονδίνο, να μεταφερθούν σε άλλο κράτος μέλος, δεδομένης της επιλογής των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει η χώρα τους από την ΕΕ·

Νέα οικονομική διακυβέρνηση για οικονομική μεγέθυνση, κοινωνική συνοχή και οικονομική σταθερότητα

16.  εκφράζει έντονη ανησυχία για τις αυξανόμενες οικονομικές και κοινωνικές αποκλίσεις και την απουσία οικονομικής μεταρρύθμισης και σταθερότητας στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), καθώς και για την απώλεια ανταγωνιστικότητας των οικονομιών πολλών κρατών μελών της· πράγματα που οφείλονται, συγκεκριμένα, στην έλλειψη κατάλληλης δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής· θεωρεί επομένως ότι η κοινή δημοσιονομική και οικονομική πολιτική πρέπει να μετατραπεί σε συντρέχουσα αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών·

17.  θεωρεί ότι, στην παρούσα μορφή τους, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και η ρήτρα της «μη συνυπευθυνότητας» (άρθρο 125 ΣΛΕΕ) δεν επιτυγχάνουν δυστυχώς τους επιδιωκόμενους στόχους· πιστεύει ότι η ΕΕ πρέπει να απορρίψει τις απόπειρες επιστροφής σε προστατευτικές εθνικές πολιτικές, και θα πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί ανοικτή οικονομία στο μέλλον· προειδοποιεί ότι ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί με τη διάλυση του κοινωνικού μοντέλου·

18.  επισημαίνει επιπλέον ότι το ισχύον σύστημα δεν διασφαλίζει επαρκώς την ανάληψη της ευθύνης των κρατών μελών να ενστερνιστούν τις συστάσεις ανά χώρα· εκφράζει, εν προκειμένω, το ενδιαφέρον του για τις δυνατότητες που προσφέρει το συμβουλευτικό Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο και η μελλοντική αποστολή του όσον αφορά την παροχή συμβουλών στην Επιτροπή από δημοσιονομική σκοπιά που θα μπορούσαν να είναι κατάλληλες για τη ζώνη του ευρώ συνολικά·

19.  αντιλαμβάνεται την ανάγκη να επανεξεταστεί η αποτελεσματικότητα των πολλών πρόσφατων μέτρων διαχείρισης της κρίσης που έχει λάβει η ΕΕ και να κωδικοποιηθούν ορισμένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε πρωτογενές δίκαιο, καθώς και την ανάγκη να ενισχυθούν οι νομικές βάσεις του νέου ρυθμιστικού πλαισίου για τον χρηματοπιστωτικό τομέα· συμφωνεί με την έκθεση των πέντε Προέδρων όσον αφορά το γεγονός ότι η «ανοικτή μέθοδος συντονισμού», ως βάση για την οικονομική στρατηγική της Ευρώπης, δεν λειτουργεί·

20.  προτείνει ως εκ τούτου, πέρα από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, να εγκριθεί «κώδικας σύγκλισης», ως νομική πράξη στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, ο οποίος θα ορίζει στόχους σύγκλισης (φορολόγηση, αγορά εργασίας, επενδύσεις, παραγωγικότητα, κοινωνική συνοχή, διοικητικές ικανότητες και ικανότητες χρηστής διακυβέρνησης)· εμμένει στην άποψη ότι, στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης, η συμμόρφωση με τον κώδικα σύγκλισης θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για την πλήρη συμμετοχή στη δημοσιονομική ικανότητα της ευρωζώνης και απαιτεί από κάθε κράτος μέλος να υποβάλει προτάσεις σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να επιτευχθούν τα κριτήρια του κώδικα σύγκλισης· τονίζει ότι τα πρότυπα και τα φορολογικά κίνητρα προσδιορίζονται στο ψήφισμά του σχετικά με τη δημοσιονομική ικανότητα της ευρωζώνης·

21.  θεωρεί απαραίτητο να υπάρχει ισχυρή κοινωνική διάσταση για μια ολοκληρωμένη ΟΝΕ και ότι το άρθρο 9 ΣΛΕΕ, με την παρούσα μορφή του, δεν επαρκεί για να εξασφαλίσει κατάλληλη ισορροπία μεταξύ κοινωνικών δικαιωμάτων και οικονομικών ελευθεριών· ζητεί, ως εκ τούτου, αυτά τα δικαιώματα να έχουν ίση ισχύ και να διαφυλαχθεί ο διάλογος μεταξύ κοινωνικών εταίρων·

22.  ζητεί την ένταξη της συνθήκη για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (δημοσιονομικό σύμφωνο) στο νομικό πλαίσιο της ΕΕ καθώς και την ενσωμάτωση του ΕΜΣ και του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης στη νομοθεσία της ΕΕ, με βάση μία ολοκληρωμένη αξιολόγηση της εφαρμογής τους και με τον ανάλογο δημοκρατικό έλεγχο από το Κοινοβούλιο, που θα διασφαλίζει παράλληλα ότι ο έλεγχος και η λογοδοσία αποτελούν αρμοδιότητα των συνεισφερόντων στα εν λόγω μέσα· ζητεί επίσης να αναπτυχθεί περαιτέρω η διακοινοβουλευτική διάσκεψη που προβλέπει το άρθρο 13 του δημοσιονομικού συμφώνου, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή ουσιαστικών και έγκαιρων συζητήσεων μεταξύ του ΕΚ και των εθνικών κοινοβουλίων όπου κρίνεται αναγκαίο·

23.  είναι της γνώμης ότι, προκειμένου να αυξηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, να μετριαστούν οι διασυνοριακοί ασύμμετροι και συμμετρικοί κλυδωνισμοί, να μειωθεί ο αντίκτυπος της κρίσης και να διασφαλιστεί κατάλληλο επίπεδο επενδύσεων, η ζώνη του ευρώ έχει ανάγκη δημοσιονομικής ικανότητας, βασισμένης σε πραγματικούς ιδίους πόρους, καθώς και ενός ευρωπαϊκού δημόσιου ταμείου με δανειοληπτική ικανότητα· επισημαίνει ότι το εν λόγω ταμείο θα πρέπει να έχει τη βάση του στην Επιτροπή και να υπάγεται σε δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία μέσω του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

24.  επισημαίνει ότι, επειδή η συμμόρφωση είναι θεμελιώδους σημασίας για τη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, απαιτούνται ισχυρότερα εκτελεστικά καθήκοντα λειτουργίες σε σχέση με αυτά που ασκούν επί του παρόντος η Επιτροπή ή/και η Ευρωομάδα, καθώς και πλήρεις δημοκρατικοί έλεγχοι και ισορροπίες μέσω της συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε όλες τις πτυχές της ΟΝΕ· φρονεί ότι για να βελτιωθεί ο ενστερνισμός των υποχρεώσεων, πρέπει να διασφαλιστεί λογοδοσία στο επίπεδο στο οποίο λαμβάνονται ή εφαρμόζονται αποφάσεις, με την υποβολή των εθνικών κυβερνήσεων στον έλεγχο των εθνικών κοινοβουλίων και την υποβολή των ευρωπαϊκών εκτελεστικών οργάνων στον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

25.  ζητεί, συνεπώς, η εκτελεστική εξουσία να συγκεντρωθεί στην Επιτροπή υπό τη μορφή ενός Υπουργού Οικονομικών της ΕΕ, μέσω της ανάθεσης στην Επιτροπή της δυνατότητας να διαμορφώνει και να εφαρμόζει μια κοινή οικονομική πολιτική της ΕΕ, συνδυάζοντας μακροοικονομικά, δημοσιονομικά και νομισματικά μέσα και έχοντας τη στήριξη ενός προϋπολογισμού της ευρωζώνης· ο Υπουργός Οικονομικών πρέπει να είναι αρμόδιος για τη λειτουργία του ΕΜΣ και άλλων μηχανισμών αμοιβαίου χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής ικανότητας, και να είναι ο μόνος εξωτερικός εκπρόσωπος της ζώνης του ευρώ σε διεθνείς οργανισμούς, ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα·

26.  θεωρεί απαραίτητο να ανατεθούν στον Υπουργό Οικονομικών αναλογικές εξουσίες παρέμβασης, ώστε να εποπτεύει τον κώδικα σύγκλισης και η εξουσία να χρησιμοποιεί τα φορολογικά κίνητρα που περιγράφηκαν παραπάνω·

27.  θεωρεί απαραίτητο, με την επιφύλαξη των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, να δοθεί στο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας η δυνατότητα να λειτουργεί ως πρώτος δανειστής έσχατης ανάγκης για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται απευθείας στην εποπτεία και επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας· θεωρεί επίσης απαραίτητο να διαθέτει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πλήρεις εξουσίες μιας ομοσπονδιακής τράπεζας αποθεμάτων, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία της·

28.  ζητεί, τέλος, να ολοκληρωθούν η τραπεζική ένωση και η ένωση κεφαλαιαγορών σταδιακά αλλά το συντομότερο δυνατόν βάσει χρονοδιαγράμματος εσπευσμένων διαδικασιών (fast-track)·

29.  θεωρεί απαραίτητο να αρθεί η απαίτηση ομοφωνίας για ορισμένες φορολογικές πρακτικές, ώστε να επιτραπεί στην ΕΕ να διαφυλάσσει τη δίκαιη και ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αποφεύγει επιζήμιες φορολογικές πολιτικές εκ μέρους των κρατών μελών· ζητεί να γίνει θεμελιώδης στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η καταπολέμηση της φορολογικής απάτης, της φοροαποφυγής και των φορολογικών παραδείσων·

Νέες προκλήσεις

30.  αναγνωρίζει τη γεωπολιτική, οικονομική και περιβαλλοντική ανάγκη να δημιουργηθεί μια πραγματική ευρωπαϊκή ενεργειακή ένωση· υπογραμμίζει ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια από τις βασικές παγκόσμιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ· τονίζει επιπλέον την ανάγκη να κυρωθεί και να εφαρμοστεί πλήρως η συμφωνία του Παρισιού και να προσαρμοστούν οι δεσμευτικοί στόχοι και δράσεις της ΕΕ για το κλίμα, καθώς και ότι ο περιορισμός, σύμφωνα με τον οποίο η πολιτική της ΕΕ δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα του κάθε κράτους να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών του πόρων, να επιλέγει μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και να καθορίζει τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού (άρθρο 194 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ) πρέπει να τροποποιηθεί, για να διασφαλιστεί η επιτυχής εφαρμογή κοινών πολιτικών καθαρής και ανανεώσιμης ενέργειας·

31.  επισημαίνει ότι στις Συνθήκες πρέπει να τεθεί ως στόχος προτεραιότητας η ανάπτυξη νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως βασικός στόχος τόσο της Ένωσης όσο και των κρατών μελών·

32.  σημειώνει ότι οι Συνθήκες παρέχουν αρκετά μέσα για τη δημιουργία ενός ανθρώπινου συστήματος διαχείρισης της μετανάστευσης και ασύλου, που να λειτουργεί ορθά, συμπεριλαμβανομένης μιας Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, και επικροτεί την πρόοδο σε αυτόν τον τομέα· πιστεύει, ωστόσο, ότι οι Συνθήκες, ιδίως το άρθρο 79 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ, λειτουργούν υπερβολικά περιοριστικά όσον αφορά άλλες πτυχές της μετανάστευσης, κυρίως όσον αφορά τη δημιουργία ενός πραγματικού συστήματος νόμιμης μετανάστευσης· υπογραμμίζει ότι το μελλοντικό σύστημα μετανάστευσης της ΕΕ πρέπει να λειτουργεί σε συνεργία με την εξωτερική βοήθεια και την εξωτερική πολιτική της, και να ενοποιηθούν τα εθνικά κριτήρια χορήγησης ασύλου, καθώς και η πρόσβαση στην αγορά εργασίας· τονίζει ότι ο δημοκρατικός έλεγχος από πλευράς του Κοινοβουλίου είναι απαραίτητος για την εφαρμογή των πολιτικών συνοριακών ελέγχων, των συμφωνιών με τρίτες χώρες που περιλαμβάνουν συνεργασία για επανεισδοχή και επιστροφή, των πολιτικών ασύλου και μετανάστευσης, καθώς και ότι η διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να παρακάμπτεται η ευρωπαϊκή δράση·

33.  θεωρεί απαραίτητο, δεδομένου του μεγέθους της απειλής της τρομοκρατίας, να αναβαθμιστούν οι ικανότητες της ΕΕ όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος· τονίζει ότι, πέρα από την ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων αρχών και οργανισμών στα κράτη μέλη, πρέπει να αποδοθούν στη Europol και τη Eurojust πραγματικές αρμοδιότητες και δυνατότητες διερεύνησης και δίωξης, με ενδεχόμενη μετατροπή τους σε ένα πραγματικό ευρωπαϊκό γραφείο έρευνας και αντιτρομοκρατίας υπό τον δέοντα κοινοβουλευτικό έλεγχο·

34.  συμπεραίνει ότι οι διάφορες τρομοκρατικές επιθέσεις στο ευρωπαϊκό έδαφος έχουν καταδείξει ότι η ασφάλεια θα κατοχυρωνόταν καλύτερα αν δεν αποτελούσε αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών· προτείνει επομένως να υπαχθεί σε κοινή αρμοδιότητα, για να διευκολυνθεί η συγκρότηση ευρωπαϊκού δυναμικού διερεύνησης και πληροφοριών εντός της Europol και υπό τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας· επισημαίνει ότι, στο μεταξύ, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΣΛΕΕ, τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη από το να αναπτύξουν τον εν λόγω τύπο συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών τους·

Ενίσχυση της εξωτερικής πολιτικής μας

35.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, όπως δήλωσε και στο ψήφισμά του, της 16ης Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με τη βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τις δυνατότητες της Συνθήκης της Λισαβόνας, για το γεγονός ότι η ΕΕ δεν έχει σημειώσει μεγαλύτερη πρόοδο όσον αφορά την εξέλιξη της ικανότητάς της να συνάπτει συμφωνίες και να υλοποιεί μια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ)· σημειώνει ότι οι προσπάθειες να θεσπιστεί μια κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας δεν υπήρξαν ιδιαίτερα επιτυχείς, ειδικά όσον αφορά τον καταμερισμό των δαπανών και των ευθυνών·

36.  επισημαίνει ότι μόνο ενισχύοντας την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας μπορεί η ΕΕ να απαντήσει αξιόπιστα στις νέες απειλές και προκλήσεις για την ασφάλεια, καταπολεμώντας την τρομοκρατία, φέρνοντας την ειρήνη, τη σταθερότητα και την τάξη στη γύρω περιοχή·

37.  επαναλαμβάνει ότι μπορεί και πρέπει να σημειωθεί μεγαλύτερη πρόοδος στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη χρήση των διατάξεων σχετικά με τη δράση με ειδική πλειοψηφία, και είναι της γνώμης ότι η Αντιπρόεδρος/ Ύπατη Εκπρόσωπος πρέπει να μετονομαστεί σε Υπουργό Εξωτερικών και να λαμβάνει στήριξη στις προσπάθειές της να γίνει η κύρια εξωτερική εκπρόσωπος της ΕΕ σε διεθνή φόρουμ, ιδίως στο πλαίσιο του ΟΗΕ· θεωρεί ότι η Υπουργός Εξωτερικών θα πρέπει να μπορεί να διορίζει πολιτικούς εκπροσώπους· προτείνει την επανεξέταση της λειτουργικότητας της υφιστάμενης Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για τη δέουσα χρηματοδότηση·

38.  τονίζει την ανάγκη να συγκροτηθεί γρήγορα η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση, για να ενισχύσει την άμυνα της επικράτειας της ΕΕ, η οποία, σε στρατηγική εταιρική σχέση με το ΝΑΤΟ, θα επιτρέψει στην Ένωση να ενεργεί αυτόνομα σε επιχειρήσεις στο εξωτερικό, κυρίως με σκοπό τη σταθεροποίηση των παρακείμενών της περιοχών και επομένως τη βελτίωση του ρόλου της ΕΕ ως εγγυητή της άμυνάς της και παρόχου ασφάλειας, σύμφωνα με τις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ· επισημαίνει τη γαλλογερμανική πρωτοβουλία του Σεπτεμβρίου του 2016 καθώς και την ιταλική πρωτοβουλία του Αυγούστου του 2016, που αποτελούν χρήσιμες συμβολές σε αυτό το ζήτημα· τονίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να συμμετέχει πλήρως σε όλα τα στάδια δημιουργίας της ΕΑΕ και να έχει το δικαίωμα έγκρισης σε περίπτωση επιχειρήσεων στο εξωτερικό· δεδομένης της σημασίας της, οι Συνθήκες πρέπει να προβλέπουν συγκεκριμένα τη δυνατότητα συγκρότησης της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης· εκτός αυτού, πρέπει, πέρα από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, να συγκροτηθεί Γενική Διεύθυνση για την Άμυνα (ΓΔ Άμυνας), με αρμοδιότητα τις εσωτερικές παραμέτρους της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας·

39.  υπογραμμίζει την ανάγκη να αυξηθούν οι πόροι που προορίζονται για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η δίκαιη κατανομή των δαπανών για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας ή της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης·

40.  προτείνει τη συγκρότηση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Πληροφοριών για να υποστηριχθεί η ΚΕΠΠΑ·

Σεβασμός των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

41.  επαναλαμβάνει ότι η Επιτροπή είναι θεματοφύλακας των Συνθηκών και των αξιών της Ένωσης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ· συμπεραίνει, με βάση την εμπειρία από διάφορες πιθανές παραβιάσεις των αξιών της Ένωσης σε διάφορα κράτη μέλη, ότι η τρέχουσα διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ είναι ανεπαρκής και περίπλοκη·

42.  υπογραμμίζει ότι ο σεβασμός και η διασφάλιση των θεμελιωδών αξιών της ΕΕ αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κοινότητας βασισμένης σε αξίες και ότι συνδέουν τα κράτη μέλη μεταξύ τους·

43.  προτείνει να τροποποιηθεί το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, ώστε να επιτραπεί ρητώς στην Επιτροπή να ασκεί «προσφυγή για συστημική παράβαση» κατά των κρατών μελών που παραβιάζουν θεμελιώδεις αξίες· αντιλαμβάνεται την «προσφυγή για συστημική παράβαση» ως ομαδοποίηση μιας σειράς συναφών επιμέρους προσφυγών για παραβάσεις που υποδηλώνουν σοβαρή και διαρκή παραβίαση του άρθρου 2 ΣΕΕ από ένα κράτος μέλος·

44.  προτείνει να επεκταθεί σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που θίγονται άμεσα και ατομικά από μια πράξη το δικαίωμα να ασκούν προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για εικαζόμενες παραβιάσεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων είτε από θεσμικά όργανα της ΕΕ είτε από κάποιο κράτος μέλος, μέσω της τροποποίησης των άρθρων 258 και 259 ΣΛΕΕ·

45.  συνιστά την κατάργηση του άρθρου 51 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τη μετατροπή του Χάρτη σε Διακήρυξη Δικαιωμάτων της Ένωσης·

46.  πιστεύει, επιπλέον, ότι θα πρέπει να τεθούν στη διάθεση των πολιτών περισσότερα μέσα συμμετοχικής δημοκρατίας σε επίπεδο Ένωσης· προτείνει, συνεπώς, να εξεταστεί η εισαγωγή μιας διάταξης στις Συνθήκες σχετικά με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος σε επίπεδο ΕΕ για θέματα που αφορούν τις δράσεις και τις πολιτικές της ΕΕ·

Περισσότερη δημοκρατία, διαφάνεια και λογοδοσία

47.  προτείνει να μετατραπεί η Επιτροπή στη βασική εκτελεστική εξουσία της Ένωσης, έτσι ώστε να ενισχυθεί η «ενωσιακή μέθοδος», να αυξηθεί η διαφάνεια και να βελτιωθεί η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα της δράσης που αναλαμβάνεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης·

48.  επαναλαμβάνει το αίτημά του να μειωθεί δραστικά το μέγεθος της νέας Επιτροπής και οι αντιπρόεδροί της να μειωθούν σε δύο: τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Εξωτερικών· προτείνει η μείωση αυτή να εφαρμοστεί και στο Ελεγκτικό Συνέδριο·

49.  επικροτεί την επιτυχή νέα διαδικασία, κατά την οποία τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα προωθούν τους κορυφαίους υποψηφίους τους για τη θέση του Προέδρου του ευρωπαϊκού εκτελεστικού οργάνου, με εκλογή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατόπιν προτάσεως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αλλά πιστεύει ότι αυτοί πρέπει κατά τις επόμενες εκλογές να έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν ως επίσημοι υποψήφιοι σε όλα τα κράτη μέλη·

50.  τονίζει ότι η συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική διαδικασία της χώρας διαμονής τους βοηθά να οικοδομηθεί η ευρωπαϊκή δημοκρατία και ζητεί να επεκταθούν τα εκλογικά δικαιώματα των πολιτών που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος αλλά δεν είναι υπήκοοί του, όπως ορίζεται στο άρθρο 22 ΣΛΕΕ, ώστε να περιλαμβάνουν όλες τις υπόλοιπες εκλογές:

51.  υποστηρίζει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 2013 για τη δημιουργία ενός συστήματος που θα καταστήσει δυνατή την ανακατανομή των εδρών μεταξύ των κρατών μελών πριν από κάθε εκλογή για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με αντικειμενικό, δίκαιο, βιώσιμο και διαφανή τρόπο, με σεβασμό προς την αρχή της φθίνουσας αναλογικότητας, λαμβανομένης, ταυτόχρονα, υπόψη, τυχόν αλλαγής στον αριθμό των κρατών μελών, καθώς και των δημογραφικών τάσεων·

52.  υπενθυμίζει τις πολυάριθμες δηλώσεις υπέρ της μίας ενιαίας έδρας για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λόγω της συμβολικής αξίας μιας τέτοιας κίνησης και της έμπρακτης εξοικονόμησης χρημάτων που θα επιτευχθεί με αυτήν·

53.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του υπέρ της μίας ενιαίας έδρας για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τη δέσμευσή του να ξεκινήσει μια συνήθη διαδικασία αναθεώρησης της Συνθήκης δυνάμει του άρθρου 48 ΣΕΕ, για να προτείνει τις αναγκαίες τροποποιήσεις στο άρθρο 341 ΣΛΕΕ και στο πρωτόκολλο αριθ. 6, ώστε να μπορεί το Κοινοβούλιο να αποφασίσει για την έδρα του και για την εσωτερική του οργάνωση·

54.  προτείνει να μετατραπούν όλες οι συνθέσεις του Συμβουλίου και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε ένα Συμβούλιο Κρατών, όπου κύρια αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα είναι να δίνει καθοδήγηση και συνοχή στις λοιπές συνθέσεις του Συμβουλίου·

55.  θεωρεί ότι το Συμβούλιο με τις ειδικές συνθέσεις του πρέπει, ως το δεύτερο νομοθετικό σώμα της ΕΕ, για λόγους εξειδίκευσης, επαγγελματισμού και συνέχειας, να αντικαταστήσει την εκ περιτροπής εξάμηνη προεδρία, με ένα σύστημα μόνιμων προέδρων που θα επιλέγονται μεταξύ των μελών του· συνιστά οι αποφάσεις του Συμβουλίου να λαμβάνονται από ένα ενιαίο νομοθετικό Συμβούλιο, ενώ οι υπάρχουσες εξειδικευμένες νομοθετικές συνθέσεις του Συμβουλίου θα πρέπει να μετατραπούν σε προπαρασκευαστικά όργανα, παρεμφερή προς τις επιτροπές του Κοινοβουλίου·

56.  προτείνει τα κράτη μέλη να μπορούν να καθορίσουν τη σύνθεση της ομάδας των εθνικών τους αντιπροσώπων στις ειδικές συνθέσεις του Συμβουλίου, είτε αυτοί προέρχονται από τα αντίστοιχα εθνικά κοινοβούλια, είτε από τις κυβερνήσεις, είτε από συνδυασμό των δύο οργάνων·

57.  τονίζει ότι, μετά τη θέσπιση του ρόλου του Υπουργού Οικονομικών, η Ευρωομάδα πρέπει να νοείται ως επίσημη ειδική σύνθεση του Συμβουλίου με νομοθετικά και ελεγκτικά καθήκοντα·

58.  ζητεί περαιτέρω μείωση των διαδικασιών ψηφοφορίας στο Συμβούλιο από την ομοφωνία, όπου εξακολουθεί να εφαρμόζεται, για παράδειγμα σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, φορολογικές υποθέσεις και κοινωνική πολιτική, στην ειδική πλειοψηφία, να μετατραπούν οι υφιστάμενες ειδικές νομοθετικές διαδικασίες συνήθεις νομοθετικές διαδικασίες και να αντικατασταθεί πλήρως η διαδικασία διαβούλευσης με συναπόφαση μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου·

59.  πιστεύει ότι, κατά την ενίσχυση της διακυβέρνησης της ευρωζώνης, πρέπει να αποδοθεί ο δέων σεβασμός στα συμφέροντα των κρατών μελών εκείνων που δεν συμμετέχουν ακόμη στο ευρώ (τα επονομαζόμενα «pre-ins»)·

60.  αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν τα εθνικά κοινοβούλια στην τρέχουσα θεσμική τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το ρόλο τους στη μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο, καθώς και τον ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίζουν τόσο στον εκ των προτέρων όσο και στον εκ των υστέρων έλεγχο των νομοθετικών αποφάσεων και πολιτικών επιλογών των μελών στο Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών συνθέσεων του· προτείνει, επομένως, να συμπληρωθούν και να ενισχυθούν οι εξουσίες των εθνικών κοινοβουλίων με τη θέσπιση διαδικασίας «πράσινης κάρτας», στο πλαίσιο της οποίας τα εθνικά κοινοβούλια θα μπορούσαν να υποβάλλουν στο Συμβούλιο νομοθετικές προτάσεις προς εξέταση·

61.  σεβόμενο τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων και την αρχή της επικουρικότητας, αναγνωρίζει τις αποκλειστικές αρμοδιότητες της ΕΕ στην Κοινή Εμπορική Πολιτική· ζητεί επ’ αυτού σαφή οριοθέτηση αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών· επισημαίνει ότι αυτή η οριοθέτηση θα είχε θετικές επιπτώσεις στην απασχόληση και την ανάπτυξη στην ΕΕ και στους εμπορικούς της εταίρους·

62.  προτείνει, επιπλέον, σύμφωνα με την κοινή πρακτική σε διάφορα κράτη μέλη, να έχουν και τα δύο νομοθετικά σώματα της ΕΕ, και το Συμβούλιο και, ιδίως, το Κοινοβούλιο, ως το μόνο θεσμικό όργανο που εκλέγεται απευθείας από τους πολίτες, δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας, χωρίς να θίγεται το βασικό νομοθετικό προνόμιο της Επιτροπής·

63.  είναι της άποψης ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 245 και 247 ΣΛΕΕ, όχι μόνο το Συμβούλιο και η Επιτροπή αλλά και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να έχει το δικαίωμα να ασκεί προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε περίπτωση που ένα μέλος ή πρώην μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παραβιάζει τις υποχρεώσεις του με βάση τις Συνθήκες, είναι ένοχο σοβαρού παραπτώματος ή δεν πληροί πλέον τους όρους που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του·

64.  τονίζει ότι το δικαίωμα εξέτασης των πραγμάτων από το Κοινοβούλιο πρέπει να ενισχυθεί και ότι πρέπει να του αποδοθούν συγκεκριμένες, πραγματικές και σαφώς οριοθετημένες εξουσίες που να συνάδουν περισσότερο με το πολιτικό του κύρος και τις αρμοδιότητές του, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων κλήτευσης μαρτύρων, πλήρους πρόσβασης σε έγγραφα, διεξαγωγής επιτόπιων ερευνών και επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης·

65.  είναι πεπεισμένο ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ πρέπει να εφοδιαστεί με ένα σύστημα γνήσιων ιδίων πόρων, με την απλότητα, τη δικαιοσύνη και τη διαφάνεια ως κατευθυντήριες αρχές· στηρίζει τις συστάσεις της ομάδας υψηλού επιπέδου για τους ιδίους πόρους όσον αφορά τη διαφοροποίηση των εσόδων του προϋπολογισμού της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των νέων ιδίων πόρων, προκειμένου να μειωθεί το μερίδιο των συνεισφορών βάσει του ΑΕΕ στον προϋπολογισμό της Ένωσης, με σκοπό να εγκαταλειφθεί η προσέγγιση «juste retour» των κρατών μελών· εμμένει στην άποψη, στο πλαίσιο αυτό, να εξαλειφθούν σταδιακά όλες οι μορφές επιστροφών·

66.  προτείνει, στο ίδιο πλαίσιο, οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τόσο για τους ιδίους πόρους όσο και για το ΠΔΠ, να μην πραγματοποιούνται πλέον με ομοφωνία αλλά με ειδική πλειοψηφία, ώστε να υφίσταται όντως συναπόφαση μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου για όλα τα θέματα που αφορούν τον προϋπολογισμό· επαναλαμβάνει, πέραν τούτου, το αίτημά του να συμπίπτει χρονικά το ΠΔΠ με τις περιόδους εντολής του Κοινοβουλίου και του ευρωπαϊκού εκτελεστικού οργάνου, τονίζει δε ότι οι προϋπολογισμοί όλων των οργανισμών της Ένωσης πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του προϋπολογισμού της ΕΕ·

67.  τονίζει την ανάγκη εφαρμογής της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας για την έγκριση του κανονισμού για το ΠΔΠ, ώστε να ευθυγραμμιστεί με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για όλα ουσιαστικά τα πολυετή προγράμματα της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων χρηματοδοτικών κονδυλίων τους, καθώς και με τον προϋπολογισμό της ΕΕ· πιστεύει ότι η διαδικασία έγκρισης στερεί από το Κοινοβούλιο την εξουσία λήψης αποφάσεων την οποία ασκεί κατά την έγκριση των ετήσιων προϋπολογισμών, ενώ ο κανόνας της ομοφωνίας στο Συμβούλιο σημαίνει ότι η συμφωνία αντιπροσωπεύει τον μικρότερο κοινό παρονομαστή, με βάση την ανάγκη αποφυγής της αρνησικυρίας ενός μόνο κράτους μέλους·

68.  σημειώνει το γεγονός ότι ο κατάλογος των οργανισμών που ορίζονται στο άρθρο 13 ΣΕΕ είναι διαφορετικός από εκείνον που αναφέρεται στο άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού· θεωρεί ότι ο δημοσιονομικός κανονισμός ήδη αντανακλά την τρέχουσα πρακτική·

69.  διαπιστώνει ότι υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες το γράμμα της ΣΛΕΕ παρεκκλίνει από την πρακτική και το πνεύμα της Συνθήκης· είναι της γνώμης ότι αυτές οι ελλείψεις συνοχής πρέπει να διορθωθούν με γνώμονα τις αρχές της δημοκρατίας και της διαφάνειας·

70.  υπενθυμίζει ότι έκαστο των θεσμικών οργάνων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού, έχει την αυτονομία να εκτελεί το δικό του τμήμα του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 55 του δημοσιονομικού κανονισμού· τονίζει ότι η εν λόγω αυτονομία συνεπάγεται και σοβαρή ευθύνη σε σχέση με τη χρήση των παρεχόμενων πιστώσεων·

71.  επισημαίνει ότι η αποτελεσματική εποπτεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης από τα θεσμικά όργανα και οργανισμούς προϋποθέτει καλόπιστη και πιο αποτελεσματική συνεργασία με το Κοινοβούλιο, πλήρη διαφάνεια όσον αφορά τη χρήση των κεφαλαίων, καθώς και την εκπόνηση ενός ετήσιου εγγράφου παρακολούθησης από όλα τα θεσμικά όργανα για τις συστάσεις περί απαλλαγής τις οποίες συνέταξε το Κοινοβούλιο· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν ακολούθησε αυτή τη διαδικασία και θεωρεί ότι αυτή η χρόνια κατάσταση είναι αδικαιολόγητη και υπονομεύει το κύρος ολόκληρης της Ένωσης·

72.  σημειώνει ότι η διαδικασία σύμφωνα με την οποία χορηγείται απαλλαγή χωριστά σε έκαστο των οργάνων και οργανισμών της Ένωσης αποτελεί μακρόχρονη πρακτική η οποία αναπτύχθηκε για να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η δημοκρατική λογοδοσία έναντι των φορολογουμένων της Ένωσης και είναι ένα μέσο για να εξακριβώνεται πόσο ενδεδειγμένη και διαφανής ήταν η χρήση ενωσιακής χρηματοδότησης· υπογραμμίζει ότι, με τον τρόπο αυτόν, κατοχυρώνεται στην πράξη το δικαίωμα και το καθήκον του Κοινοβουλίου να ελέγχει τον συνολικό προϋπολογισμό της Ένωσης· υπενθυμίζει την άποψη που εξέφρασε η Επιτροπή τον Ιανουάριο 2014, σύμφωνα με την οποία όλα τα θεσμικά όργανα ανεξαιρέτως συμμετέχουν πλήρως στη διαδικασία συνέχειας που δίδεται στις παρατηρήσεις του Κοινοβουλίου κατά τη διαδικασία απαλλαγής και θα πρέπει να συνεργάζονται στενά για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας απαλλαγής·

73.  για να είναι σε θέση το Κοινοβούλιο να λαμβάνει τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγής, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να του διαβιβάζουν άμεσα τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων τους και να του παρέχουν πλήρεις πληροφορίες όταν απαντούν στις ερωτήσεις που τους θέτει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απαλλαγής·

74.  είναι της γνώμης ότι η ΣΛΕΕ πρέπει να κατοχυρώνει το δικαίωμα ελέγχου του Κοινοβουλίου στο σύνολο του προϋπολογισμού της ΕΕ και όχι μόνο στο τμήμα το οποίο διαχειρίζεται η Επιτροπή· ζητεί ως εκ τούτου να επικαιροποιηθεί αναλόγως το κεφάλαιο 4 του τίτλου ΙΙ — Δημοσιονομικές διατάξεις — της ΣΛΕΕ, ώστε να συμπεριλάβει όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα στο πλαίσιο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προβλέπονται στο εν λόγω κεφάλαιο, και να εξασφαλίσει τη συνοχή με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού·

75.  τονίζει ότι όλα τα κράτη μέλη πρέπει να υποχρεούνται να εκδίδουν ετήσια δήλωση με την οποία θα λογοδοτούν για τη χρήση των ενωσιακών πιστώσεων·

76.  αναγνωρίζει τον καίριο ρόλο που διαδραματίζει το Ελεγκτικό Συνέδριο εξασφαλίζοντας ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ αξιοποιείται με καλύτερο και εξυπνότερο τρόπο, εντοπίζοντας περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς και μη σύννομης χρήσης πιστώσεων της ΕΕ και δίνοντας επαγγελματική εμπειρογνωμοσύνη για την καλύτερη δυνατή διαχείριση της χρηματοδότησης της ΕΕ· υπενθυμίζει τη σημασία του ρόλου που διαδραματίζει το Ελεγκτικό Συνέδριο ως ευρωπαϊκή δημόσια ελεγκτική αρχή·

77.  θεωρεί ότι, δεδομένου του σημαντικού ρόλου του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς τον έλεγχο της είσπραξης και χρήσης ενωσιακών κεφαλαίων, είναι απολύτως αναγκαίο να λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα πλήρως υπόψη τις συστάσεις του·

78.  τονίζει ότι η σύνθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η διαδικασία διορισμού των μελών του ορίζονται στα άρθρα 285 και 286 ΣΛΕΕ· θεωρεί ότι, κατά τον διορισμό των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να βρίσκονται σε ισότιμη βάση, για τη διασφάλιση της δημοκρατικής νομιμότητας, της διαφάνειας και της πλήρους ανεξαρτησίας των διοριζόμενων μελών· καλεί το Συμβούλιο να τηρεί στο ακέραιο τις αποφάσεις που λαμβάνει το Κοινοβούλιο μετά τις ακροάσεις των υποψηφίων για τις θέσεις των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου·

79.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ορισμένες διαδικασίες διορισμού μελών του Συνεδρίου κατέληξαν σε διενέξεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους υποψηφίους· τονίζει ότι, όπως κατοχυρώνεται στη Συνθήκη, η αξιολόγηση των υποψηφίων αποτελεί καθήκον του Κοινοβουλίου· υπογραμμίζει ότι οι εν λόγω συγκρούσεις ενδέχεται να βλάψουν τις καλές σχέσεις συνεργασίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τα ανωτέρω θεσμικά όργανα και θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την αξιοπιστία και, κατ’ επέκταση, την αποτελεσματικότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου· είναι της γνώμης ότι το Συμβούλιο θα πρέπει, στο πλαίσιο του πνεύματος καλής συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, να δέχεται τις αποφάσεις που λαμβάνει το Κοινοβούλιο μετά τη διεξαγωγή ακρόασης·

80.  ζητεί τη θέσπιση νομικής βάσης για τη δημιουργία υπηρεσιών της Ένωσης οι οποίες θα επιτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες εκτέλεσης και εφαρμογής που θα τους ανατίθενται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία·

81.  επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τις Συνθήκες, το Κοινοβούλιο χορηγεί απαλλαγή στην Επιτροπή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού· υποστηρίζει την άποψη ότι, αφού όλα τα θεσμικά όργανα και οι υπηρεσίες τη ΕΕ διαχειρίζονται τους προϋπολογισμούς τους κατά τρόπο ανεξάρτητο, το Κοινοβούλιο πρέπει να είναι επιφορτισμένο με τη ρητή αρμοδιότητα να χορηγεί απαλλαγή σε όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ, ενώ τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί πρέπει να υποχρεούνται να συνεργάζονται πλήρως με το Κοινοβούλιο·

82.  πιστεύει, τέλος, ότι η υφιστάμενη διαδικασία κύρωσης των Συνθηκών είναι υπερβολικά δύσκαμπτη για μια υπερεθνική πολιτική δομή, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση· προτείνει να τίθενται σε ισχύ οι τροποποιήσεις των Συνθηκών, αν όχι μετά από δημοψήφισμα σε επίπεδο ΕΕ, αφού κυρωθούν από τα τέσσερα πέμπτα των κρατών μελών με ειδική πλειοψηφία, μετά την έγκριση του Κοινοβουλίου·

83.  ζητεί να αποκτήσει το ΔΕΕ πλήρη δικαιοδοσία σε όλες τις πολιτικές της ΕΕ όσον αφορά ζητήματα νομικού χαρακτήρα, όπως αρμόζει σε ένα δημοκρατικό σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης βασισμένο στο κράτος δικαίου·

Συντακτική διαδικασία

84.  δεσμεύεται να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στις σημαντικές συνταγματικές εξελίξεις και είναι αποφασισμένο να υποβάλει εγκαίρως τις δικές του προτάσεις για τροποποίηση της Συνθήκης·

85.  είναι της γνώμης ότι η εξηκοστή επέτειος από τη Συνθήκη της Ρώμης αποτελεί την κατάλληλη χρονική στιγμή για να ξεκινήσει ένας προβληματισμός σχετικά με το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να υπάρξει συμφωνία σε ένα όραμα για τις τωρινές και μέλλουσες γενιές των ευρωπαίων πολιτών που θα οδηγήσει στη σύγκληση Συνέλευσης, με στόχο να προετοιμαστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση για τις επόμενες δεκαετίες·

o
o   o

86.  αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Επιτροπή των Περιφερειών, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή καθώς και τα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

(1) https://ec.europa.eu/commission/sites/beta-political/files/5-presidents-report_el.pdf
(2) ΕΕ C 436 της 24.11.2016, σ. 49.
(3) ΕΕ C 436 της 24.11.2016, σ. 47.
(4) ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 884.
(5) ΕΕ C 373 της 20.12.2013, σ. 1.
(6) http://ec.europa.eu/budget/mff/hlgor/library/reports-communication/hlgor-report_20170104.pdf
(7) ΔΕΕ, γνωμοδότηση 2/13 της 18ης Δεκεμβρίου 2014.
(8) ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 57.
(9) ΕΕ C 468 της 15.12.2016, σ. 176.
(10) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0378.
(11) ΕΕ C 419 της 16.12.2015, σ. 185.
(12) ΕΕ C 75 της 26.2.2016, σ. 109.
(13) ΕΕ C 436 της 24.11.2016, σ. 2.
(14) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0382.
(15) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0395.
(16) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0294.
(17) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0049.
(18) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0050.
(19) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0409.
(20) ΕΕ L 251 της 16.9.2016, σ. 1.
(21) ΕΕ C 13 της 15.1.2016, σ. 183.
(22) ΕΕ C 313 της 22.9.2015, σ. 9.
(23) ΕΕ C 62 της 2.3.2013, σ. 26.
(24) Τακτικό Ευρωβαρόμετρο 84 - Φθινόπωρο 2015 και Ειδικό Ευρωβαρόμετρο ΕΚ - Ιούνιος 2016.

Τελευταία ενημέρωση: 21 Σεπτεμβρίου 2017Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου