Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2014/2249(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0386/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0386/2016

Συζήτηση :

PV 14/02/2017 - 3

Ψηφοφορία :

PV 16/02/2017 - 6.7

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0049

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 694kWORD 92k
Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τις δυνατότητες της Συνθήκης της Λισαβόνας
P8_TA(2017)0049A8-0386/2016

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τη βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τις δυνατότητες της Συνθήκης της Λισαβόνας (2014/2249(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Λισαβόνας για την τροποποίηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου 2007,

–  έχοντας υπόψη τη διακήρυξη της 9ης Μαΐου 1950, στην οποία αναφέρεται ότι η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα ήταν «το πρώτο βήμα για συγκρότηση Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας»,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Φεβρουαρίου 2008 σχετικά με τη Συνθήκη της Λισαβόνας(1) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 7ης Μαΐου 2009 σχετικά με τον αντίκτυπο της Συνθήκης της Λισαβόνας στην ανάπτυξη της θεσμικής ισορροπίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης(2) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Μαρτίου 2014 σχετικά με την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(3) ,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 2015(4) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα της Επιτροπής των Περιφερειών της 8ης Ιουλίου 2015(5) ,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από την Ομάδα Μελέτης για το μέλλον της ΕΕ με ορίζοντα το 2030,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση των πέντε Προέδρων (Επιτροπή, Συμβούλιο, Ευρωομάδα, Κοινοβούλιο και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)) σχετικά με την ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Απριλίου 2016 σχετικά με τις ετήσιες εκθέσεις 2012-2013 για την επικουρικότητα και την αναλογικότητα(6) , και την γνωμοδότηση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 19ης Ιανουαρίου 2017, σχετικά με έναν ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων(7) ,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών και της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A8-0386/2016),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της βιώνουν σημαντικές προκλήσεις που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από το κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά·

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω μεταξύ άλλων της οικονομικής, χρηματοπιστωτικής και κοινωνικής κρίσης, η ΕΕ αντιμετωπίζει επίσης την απογοήτευση των πολιτών από το ευρωπαϊκό σχέδιο, όπως φαίνεται και από τη συνεχή χαμηλή προσέλευση στις ευρωπαϊκές εκλογές και την άνοδο των ευρωσκεπτικιστικών ή ανοιχτά αντιευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες προτάσεις που έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση των προκλήσεων έναντι των οποίων βρίσκεται η Ένωση και την ενίσχυση της ολοκλήρωσής της, προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία της προς όφελος των πολιτών της, μπορούν να υλοποιηθούν πλήρως μόνο με τροποποίηση των Συνθηκών· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να προβλεφθεί μια προσέγγιση δύο σταδίων για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ (στο πλαίσιο των Συνθηκών και πέραν αυτών)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας και των πρωτοκόλλων της δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμα στο έπακρο και ότι το παρόν ψήφισμα στοχεύει μόνο στην παροχή μιας αξιολόγησης των νομικών δυνατοτήτων που προβλέπονται στις Συνθήκες για τη βελτίωση της λειτουργίας της ΕΕ·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κυρίαρχος ρόλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ισοδυναμεί με μια συνεχιζόμενη απόρριψη της κοινοτικής μεθόδου και της έννοιας της διττής νομιμοποίησης·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοτική μέθοδος πρέπει να διατηρηθεί και δεν πρέπει να αποδυναμωθεί από διακυβερνητικές αποφάσεις, ακόμα και στους τομείς στους οποίους δεν πληρούν όλα τα κράτη μέλη τις προϋποθέσεις συμμετοχής· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος της Επιτροπής για να μπορεί να ασκήσει πλήρως και με αποτελεσματικό τρόπο τα καθήκοντά της ως κινητήρια δύναμης της κοινοτικής μεθόδου·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εσωτερική αγορά, η οποία διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ΕΕ·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο εκλέγεται δημοκρατικά με άμεση και καθολική ψηφοφορία, και συνεπώς συνιστά τον πυρήνα της δημοκρατίας σε επίπεδο Ένωσης, είναι το κοινοβούλιο όλης της Ένωσης και διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο στη διασφάλιση της νομιμότητας και της λογοδοσίας των αποφάσεων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της δημοκρατικής λογοδοσίας των δράσεων και των αποφάσεων που αφορούν συγκεκριμένα τη ζώνη του ευρώ·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκπροσωπεί τους πολίτες της Ένωσης, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, και το Συμβούλιο εκπροσωπεί τους υπηκόους των κρατών μελών μέσω των εθνικών κυβερνήσεών τους·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πολιτικός διάλογος μεταξύ εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να ενισχυθεί και ότι οι πρακτικές δυνατότητες χρήσης της «κίτρινης κάρτας» και της «πορτοκαλί κάρτας» θα πρέπει να βελτιωθούν·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μέθοδοι εργασίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα πρέπει να καταστούν περισσότερο διαφανείς έναντι του Κοινοβουλίου και ότι τα καθήκοντά του θα πρέπει να εκτελούνται εντός των ορίων των διατάξεων της Συνθήκης·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι για τη δημιουργία ενός αυθεντικού νομοθετικού συστήματος δύο σωμάτων, το οποίο να είναι δημοκρατικό και διαφανές στη λήψη των αποφάσεών του, οι αποφάσεις του Συμβουλίου θα πρέπει να λαμβάνονται από ένα ενιαίο νομοθετικό Συμβούλιο, ενώ οι υπάρχουσες εξειδικευμένες νομοθετικές συνθέσεις του Συμβουλίου θα πρέπει να μετατραπούν σε προπαρασκευαστικά όργανα, παρεμφερή προς τις επιτροπές του Κοινοβουλίου·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνύπαρξη ευθύνης και ελέγχου αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σταθερότητα κάθε θεσμικού πλαισίου, ιδίως όσον αφορά οικονομικά, δημοσιονομικά και νομισματικά θέματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η οικονομική πολιτική της ΕΕ βασίζεται στην ισχυρή αποδοχή της σε εθνικό επίπεδο από τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της μη «σωστικής παρέμβασης» του άρθρου 125 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αύξηση των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στο ευρωπαϊκό επίπεδο ισοδυναμεί με συμφωνία για τη μείωση της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ πρέπει να προωθήσει το υψηλότερο επίπεδο προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, και να εξασφαλιστεί ότι η ΕΕ, τα θεσμικά της όργανα και τα κράτη μέλη σέβονται και προάγουν τα εν λόγω δικαιώματα και ελευθερίες·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος της Επιτροπής ως εκτελεστικής εξουσίας στον τομέα της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 14 για την Ευρωομάδα δεν ορίζει ότι ο Πρόεδρος της Ευρωομάδας πρέπει να εκλέγεται από τα μέλη της·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, για την ενίσχυση της πολιτικής νομιμότητας της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή κανόνων οικονομικής διακυβέρνησης και δημοσιονομικής πολιτικής, είναι σημαντικό ο Πρόεδρος της Επιτροπής να επιλέγεται μέσω σαφούς και κατανοητής διαδικασίας στις ευρωπαϊκές εκλογές·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας επιβεβαίωσε το νομικό πλαίσιο που επιτρέπει στο Ελεγκτικό Συνέδριο να προωθεί τη δημόσια λογοδοσία και να επικουρεί το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην εποπτεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της ΕΕ, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων των πολιτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 318 ΣΛΕΕ προβλέπει την ενίσχυση του διαλόγου μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής και αναμένεται να συμβάλει στην καλλιέργεια μιας νοοτροπίας επιδόσεων κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί, και συγκεκριμένα η Επιτροπή των Περιφερειών (ΕτΠ), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) και ιδίως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει, στο πλαίσιο των καθημερινών καθηκόντων τους, να παρακολουθούν την τήρηση της αρχής της οριζόντιας και κάθετης επικουρικότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα πρέπει να συνεκτιμούν τον ρόλο που διαδραματίζουν η ΕτΠ και η ΕΟΚΕ στο νομοθετικό πλαίσιο και ότι είναι σημαντικό να μελετούν τις γνωμοδοτήσεις τους·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 137 ΣΛΕΕ και το πρωτόκολλο αριθ. 14 η Ευρωομάδα συγκροτήθηκε ως άτυπο όργανο·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι νέες αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Ευρωομάδα δυνάμει των κανονισμών του «εξάπτυχου» και του «δίπτυχου» όσον αφορά την ταυτότητα των προσώπων που απαρτίζουν την Ευρωομάδα και των προσώπων που απαρτίζουν το Διοικητικό Συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), καθώς και την ταυτότητα του Προέδρου της Ευρωομάδας και του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΜΣ, αναθέτουν εκ των πραγμάτων στην Ευρωομάδα κρίσιμο ρόλο στην οικονομική διακυβέρνηση της ζώνης του ευρώ·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών δεν χρησιμοποιείται επαρκώς επί του παρόντος· λαμβάνοντας υπόψη ότι, εάν αξιοποιηθεί στο έπακρο, θα μπορούσε να συμβάλει στη διόρθωση των οικονομικών ανισορροπιών σε πρώιμο στάδιο, να παράσχει μια ακριβή επισκόπηση της κατάστασης σε κάθε κράτος μέλος και στην Ένωση συνολικά, να αποτρέψει τις κρίσεις και να συνεισφέρει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας· λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για μεγαλύτερη διαρθρωτική σύγκλιση μεταξύ των μελών, διότι αυτό θα συνεισέφερε στην επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής· λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως εκ τούτου, απαιτείται επειγόντως η ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), καθώς και προσπάθειες για την αύξηση της νομιμοποίησης και της δημοκρατικής λογοδοσίας της θεσμικής διάρθρωσής της·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η θεσμική διάρθρωση της ΟΝΕ θα πρέπει να καταστεί περισσότερο αποτελεσματική και δημοκρατική, με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ενεργούν ως ισότιμοι συννομοθέτες, την Επιτροπή να ασκεί την εκτελεστική εξουσία, τα εθνικά κοινοβούλια να ελέγχουν πιο αποτελεσματικά τις δράσεις των εθνικών κυβερνήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ασκεί έλεγχο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε επίπεδο ΕΕ και το Δικαστήριο της ΕΕ να αναλαμβάνει ισχυρότερο ρόλο·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στην Ένωση απαιτείται ορθή εφαρμογή και επιβολή του υφιστάμενου πλαισίου οικονομικής πολιτικής, καθώς και νέες νομοθετικές διατάξεις για την οικονομική πολιτική και κρίσιμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στους τομείς της ανταγωνιστικότητας, της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία του ευρωπαϊκού εξαμήνου θα πρέπει να απλοποιηθεί και να καταστεί πιο εστιασμένη και δημοκρατική, ενισχύοντας τον ελεγκτικό ρόλο του Κοινοβουλίου και αναθέτοντάς του ουσιαστικότερο ρόλο στους διάφορους κύκλους διαπραγματεύσεων·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΣΛΕΕ έθεσε το Κοινοβούλιο σε ισότιμη βάση με το Συμβούλιο όσον αφορά την ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας έχει τεθεί εν μέρει μόνο σε εφαρμογή στον δημοσιονομικό τομέα, ιδίως λόγω της έλλειψης γνήσιων ιδίων πόρων·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο προϋπολογισμός της Ένωσης θα πρέπει να εξορθολογιστεί, τα έσοδά του θα πρέπει να προέρχονται από γνήσιους ιδίους πόρους και όχι κατά κύριο λόγο από εισφορές του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ) και ότι το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) θα πρέπει να εγκρίνεται βάσει των συνθηκών με ειδική πλειοψηφία και όχι με ομοφωνία·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ο δημοσιονομικός κανονισμός), η αρχή της καθολικότητας του προϋπολογισμού δεν εμποδίζει μια ομάδα κρατών μελών να εγγράψουν χρηματοδοτική εισφορά στον προϋπολογισμό της ΕΕ ή συγκεκριμένα έσοδα για μια συγκεκριμένη δαπάνη, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει ήδη στην περίπτωση του αντιδραστήρα υψηλής ροής, σύμφωνα με την απόφαση 2012/709/Ευρατόμ·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, τα έσοδα για ειδικό προορισμό υπό την έννοια του άρθρου 21 του δημοσιονομικού κανονισμού δεν αποτελούν μέρος του ΠΔΠ και ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το σύστημα των ιδίων πόρων δεν απαγορεύει τη χρηματοδότηση των ιδίων πόρων μόνο από ένα μια ομάδα κρατών μελών·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επενδυτική ικανότητα της Ένωσης θα πρέπει να ενισχυθεί μέσω της διασφάλισης της βέλτιστης χρήσης των υφιστάμενων διαρθρωτικών ταμείων και της χρήσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, καθώς και μέσω της αύξησης των ικανοτήτων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων (ΕΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ)·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημιουργία δημοσιονομικής ικανότητας εντός της ζώνης του ευρώ, καθώς και τα όρια, η χρηματοδότηση, οι τρόποι παρέμβασης και οι όροι ενσωμάτωσής της στον προϋπολογισμό της Ένωσης αποτελούν αντικείμενο εξέτασης·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το αναπτυξιακό δυναμικό της εσωτερικής αγοράς θα πρέπει να αξιοποιηθεί περαιτέρω στους τομείς των υπηρεσιών, της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, της ενεργειακής ένωσης, της τραπεζικής ένωσης και της ένωσης κεφαλαιαγορών·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις Συνθήκες, η Ένωση καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις και προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία, την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών και την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενίσχυση της ενιαίας αγοράς πρέπει να πραγματοποιηθεί σε συνδυασμό με έναν μεγαλύτερο συντονισμό της φορολογικής πολιτικής·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και τα δικαιώματα των εργαζομένων θα πρέπει να διασφαλιστούν και να διατηρηθούν μέσω της πλήρους αξιοποίησης των δυνατοτήτων της Συνθήκης της Λισαβόνας·

ΛΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενωσιακός νομοθέτης δύναται να θεσπίζει μέτρα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης τα οποία είναι απαραίτητα για τους εργαζόμενους που ασκούν τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας τους δυνάμει του άρθρου 48 ΣΛΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι δύναται να θεσπίζει μέτρα για την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων ανεξαρτήτως της χρήσης των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας δυνάμει του άρθρου 153 ΣΛΕΕ·

ΛΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, βάσει του άρθρου 153 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως θ) ΣΛΕΕ, ο ενωσιακός νομοθέτης δύναται να θεσπίζει μέτρα ελάχιστης εναρμόνισης στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν δύναται να θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να ορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισής τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν δύναται να επηρεάζει σημαντικά τη δημοσιονομική ισορροπία των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εν λόγω όρια εναρμόνισης της κοινωνικής πολιτικής αφήνουν εντούτοις περιθώρια ελιγμού στον ενωσιακό νομοθέτη για τη θέσπιση μέτρων στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, τα οποία δεν έχουν αξιοποιηθεί·

ΛΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για ίση εργασία ή για εργασία ίσης αξίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 157 ΣΛΕΕ, δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί·

ΛΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι παρατηρούνται ελλείψεις στη λειτουργία και εφαρμογή του μέσου της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών και ως εκ τούτου πρέπει να βελτιωθεί προκειμένου να λειτουργεί αποτελεσματικά και να αποτελεί πραγματικό εργαλείο συμμετοχικής δημοκρατίας και ενεργού συμμετοχής στα κοινά·

Μ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελεύθερη κυκλοφορία, των εργαζομένων ιδίως, είναι ένα δικαίωμα που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες (άρθρο 45 ΣΛΕΕ) και αποτελεί θεμελιώδη κινητήριο μοχλό για την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς·

ΜΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση πρέπει να αυξήσει την αποτελεσματικότητα, τη συνοχή και τη λογοδοσία της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της χρήσης των υφιστάμενων διατάξεων της Συνθήκης για τη μετάβαση από την ομοφωνία στην ειδική πλειοψηφία σε ολοένα και περισσότερους τομείς εξωτερικής πολιτικής, καθώς και μέσω της εφαρμογής των διατάξεων για την ευελιξία και την ενισχυμένη συνεργασία στις περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο·

ΜΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες προκλήσεις στον τομέα της ασφάλειας, ορισμένες εκ των οποίων έχουν εκδηλωθεί σε άμεση γειτνίαση με τα σύνορα της ΕΕ, έχουν αναδείξει την ανάγκη σταδιακής θέσπισης κοινής αμυντικής πολιτικής και, τελικά, κοινής άμυνας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη περιέχει ήδη σαφείς διατάξεις σχετικά με το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό, συγκεκριμένα στα άρθρα 41, 42, 44 και 46 ΣΕΕ·

ΜΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει, προς το συμφέρον της Ένωσης, να διασφαλιστεί μια εξωτερική εκπροσώπηση σε τομείς που εμπίπτουν στις αποκλειστικές αρμοδιότητες της Ένωσης και στις συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης που ασκούνται ήδη από αυτήν· λαμβάνοντας υπόψη ότι στους τομείς όπου η Ένωση δεν έχει ασκήσει ακόμα τη συντρέχουσα αρμοδιότητά της, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να συνεργάζονται καλόπιστα με την Ένωση και να μη λαμβάνουν μέτρα που ενδέχεται να υπονομεύσουν τα συμφέροντά της·

ΜΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση και τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν μια συντονισμένη και δομημένη στάση στους διεθνείς οργανισμούς και τα διεθνή φόρα με στόχο την ενίσχυση της επιρροής της Ένωσης και των κρατών μελών της στους εν λόγω οργανισμούς και τα φόρα·

ΜΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάληψη διεθνών υποχρεώσεων από την Ένωση ή τα κράτη μέλη δεν πρέπει να υποβιβάζει τα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ρόλο απλού αποδέκτη·

ΜΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσφυγική κρίση έχει αναδείξει την ανάγκη για μια κοινή πολιτική ασύλου και μετανάστευσης, η οποία θα πρέπει επίσης να προβλέπει τη δίκαιη κατανομή των αιτούντων άσυλο στις χώρες της Ένωσης·

ΜΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διακρίσεις κάθε είδους, όπως, για παράδειγμα, λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων –πολιτικών ή άλλων– ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας, ταυτότητας φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού, εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα σε όλα τα κράτη μέλη·

ΜΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες κρίσεις έχουν αποδείξει ότι η προσέγγιση των νομοθετικών διατάξεων δεν επαρκεί για τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ή του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης λόγω των διαφορών στην εφαρμογή των εναρμονισμένων νομοθετικών διατάξεων·

ΜΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενωσιακός νομοθέτης δεν δύναται να αναθέτει διακριτικές εξουσίες που προϋποθέτουν πολιτικές επιλογές σε οργανισμούς της Ένωσης·

Ν.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενωσιακός νομοθέτης υποχρεούται να διασφαλίσει την άσκηση επαρκούς πολιτικού ελέγχου επί των αποφάσεων και των δραστηριοτήτων των οργανισμών της Ένωσης·

ΝΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη συμμόρφωσης των κρατών μελών προς τις συμφωνίες που εγκρίνονται σε ευρωπαϊκές συνόδους κορυφής και στο πλαίσιο Ευρωπαϊκών Συμβουλίων θίγει σοβαρά την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και ότι πρέπει, συνεπώς, να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη εφαρμογή των εν λόγω συμφωνιών·

1.  επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της αντιμετωπίζουν πρωτοφανείς προκλήσεις, όπως η προσφυγική κρίση, οι προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής σε χώρες που βρίσκονται σε άμεση γειτονία με την ΕΕ και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, καθώς και η παγκοσμιοποίηση, η κλιματική αλλαγή, οι δημογραφικές εξελίξεις, η ανεργία, τα αίτια και οι συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης χρέους, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας και οι κοινωνικές συνέπειές της σε πολλά κράτη μέλη, καθώς και η ανάγκη ενίσχυσης της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ, οι οποίες πρέπει στο σύνολό τους να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα·

2.  υπογραμμίζει ότι οι εν λόγω προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς από κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά, αλλά απαιτούν συλλογική αντίδραση από την Ένωση, με βάση τον σεβασμό της αρχής της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης·

3.  υπενθυμίζει ότι η εσωτερική αγορά, η οποία διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ΕΕ· υπενθυμίζει επίσης ότι οι εξαιρέσεις στην εσωτερική αγορά δημιουργούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην Ένωση και καταστρατηγούν τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού·

4.  τονίζει ότι η Ένωση πρέπει να αποκαταστήσει τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών της ενισχύοντας τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης των αποφάσεών της και της λογοδοσίας των θεσμικών οργάνων, των οργανισμών και των άτυπων φορέων της (όπως της Ευρωομάδας), ενδυναμώνοντας τη συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και βελτιώνοντας την ικανότητά της για δράση·

5.  υπογραμμίζει ότι δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμα στο έπακρο όλες οι διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας μολονότι περιλαμβάνουν ορισμένα απαραίτητα εργαλεία που θα μπορούσαν να έχουν εφαρμοστεί για την πρόληψη κάποιων από τις κρίσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση ή θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση των τρεχουσών προκλήσεων χωρίς να είναι αναγκαία η αναθεώρηση της Συνθήκης σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο·

6.  τονίζει ότι η κοινοτική μέθοδος προσιδιάζει καλύτερα στη λειτουργία της Ένωσης και έχει διάφορα πλεονεκτήματα έναντι της διακυβερνητικής μεθόδου, καθώς είναι η μοναδική μέθοδος που εξασφαλίζει περισσότερη διαφάνεια, αποτελεσματικότητα, ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο και ισότιμη συμμετοχή στη νομοθετική διαδικασία για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ενώ παράλληλα αποτρέπει τον κατακερματισμό των θεσμικών ευθυνών και την ανάπτυξη ανταγωνιστικών μεταξύ τους θεσμικών οργάνων·

7.  είναι της άποψης ότι οι διακυβερνητικές λύσεις θα πρέπει να αποτελούν μόνον ένα μέσον έσχατης ανάγκης, υποκείμενο σε αυστηρούς όρους, όπως ιδίως ο σεβασμός του δικαίου της Ένωσης, ο στόχος της εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και η ανοικτότητα ως προς τη δυνατότητα προσχώρησης μη συμμετεχόντων κρατών μελών, και πιστεύει ότι αυτές θα πρέπει να αντικατασταθούν το συντομότερο δυνατόν από ενωσιακές διαδικασίες, ακόμα και στους τομείς στους οποίους δεν πληρούν όλα τα κράτη μέλη τους όρους συμμετοχής, έτσι ώστε η Ένωση να είναι σε θέση να εκπληρώνει τα καθήκοντά της εντός ενός ενιαίου θεσμικού πλαισίου· αντιτίθεται, στο πλαίσιο αυτό, στη δημιουργία νέων θεσμικών οργάνων εκτός του πλαισίου της Ένωσης και εξακολουθεί να εργάζεται προκειμένου να ενσωματωθούν στο δίκαιο της Ένωσης ο ΕΜΣ, υπό τον όρο ότι θα υφίσταται δημοκρατική λογοδοσία και οι σχετικές διατάξεις του Δημοσιονομικού Συμφώνου, όπως προβλέπεται στην ίδια τη Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση (ΣΣΣΔ), με βάση μια αξιολόγηση της εμπειρίας από την εφαρμογή της· υπογραμμίζει την άποψη ότι δεν πρέπει να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ πραγματικής λήψης αποφάσεων αφενός και φορολογικών υποχρεώσεων αφετέρου·

8.  υπογραμμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως άμεσα εκλεγόμενο όργανο, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της νομιμότητας της Ένωσης και καθιστά το σύστημα λήψης αποφάσεων της Ένωσης υπόλογο έναντι των πολιτών, μέσω της διασφάλισης κατάλληλου κοινοβουλευτικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας σε επίπεδο Ένωσης και μέσω της νομοθετικής διαδικασίας συναπόφασης, το πεδίο εφαρμογής της οποίας πρέπει να επεκταθεί·

9.  υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το κοινοβούλιο ολόκληρης της Ένωσης και θεωρεί ότι πρέπει να διασφαλιστεί κατάλληλη δημοκρατική λογοδοσία ακόμα και στους τομείς στους οποίους δεν συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη, όπως τα μέτρα και οι αποφάσεις που αφορούν συγκεκριμένα τη ζώνη του ευρώ·

10.  θεωρεί ότι ο πολιτικός διάλογος μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να εντατικοποιηθεί και να καταστεί πιο ουσιαστικός, χωρίς να υπερβαίνει τα όρια των αντίστοιχων θεσμικών αρμοδιοτήτων κάθε οργάνου· τονίζει, εν προκειμένω, ότι τα εθνικά κοινοβούλια είναι τα πλέον κατάλληλα όργανα για να δίνουν εντολές και να ελέγχουν σε εθνικό επίπεδο τη δράση των αντίστοιχων κυβερνήσεων σε ευρωπαϊκά θέματα, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να διασφαλίζει τη δημοκρατική λογοδοσία και τη νομιμότητα της ευρωπαϊκής εκτελεστικής εξουσίας·

11.  θεωρεί ότι έχει ζωτική σημασία να ισχυροποιηθούν η θεσμική διαφάνεια και ανοικτότητα στην ΕΕ καθώς και ο τρόπος κοινοποίησης των πολιτικών αποφάσεων της ΕΕ· ζητεί να ενισχυθούν οι προσπάθειες για την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, και της οδηγίας 93/109/ΕΚ, για τις λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τους πολίτες της Ένωσης που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι·

12.  υπενθυμίζει ότι είναι δυνατόν να ενισχυθούν το δικαίωμα έρευνας του Κοινοβουλίου και η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών (ΕΠΠ) μέσω του δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης, και επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να προτείνει αναθεώρηση του κανονισμού για την ΕΠΠ·

13.  θεωρεί απαραίτητο να μετασχηματίσει η Επιτροπή την ΕΠΠ σε λειτουργικό εργαλείο συμμετοχής σε δημοκρατικές διαδικασίες, λαμβάνοντας υπόψη το ψήφισμά του της 28ης Οκτωβρίου 2015(8) , και καλεί την Επιτροπή, μεταξύ άλλων, να αυξήσει την ενημέρωση του κοινού και την προβολή της ΕΠΠ· να φροντίσει ώστε το λογισμικό της ΕΠΠ για τη διαδικτυακή συλλογή υπογραφών να γίνει πιο φιλικό προς τον χρήστη, καθιστώντας το προσβάσιμο στα άτομα με αναπηρίες· να παρέχει κατάλληλη και ολοκληρωμένη νομική και πρακτική καθοδήγηση· να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας ειδικού γραφείου για την ΕΠΠ στις αντιπροσωπείες της σε κάθε κράτος μέλος· να εξηγεί λεπτομερώς τους λόγους απόρριψης μιας ΕΠΠ και να διερευνήσει τρόπους για την παραπομπή προτάσεων, που υποβάλλονται στο πλαίσιο πρωτοβουλιών που ενδέχεται να μην εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, στις πιο αρμόδιες αρχές·

14.  θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή εθελοντική υπηρεσία είναι αναπόσπαστο μέρος της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και, συνεπώς, συνιστά στην Επιτροπή να εξετάσει με ποιον τρόπο μπορεί να διευκολυνθεί η συμμετοχή των νέων στην εν λόγω υπηρεσία.

Θεσμική δομή, δημοκρατία και λογοδοσία

Κοινοβούλια

15.  επιμένει ότι οι νομοθετικές εξουσίες και τα δικαιώματα ελέγχου του Κοινοβουλίου πρέπει να διασφαλιστούν, να εδραιωθούν και να ενισχυθούν, μεταξύ άλλων, μέσω διοργανικών συμφωνιών και μέσω της χρήσης της αντίστοιχης νομικής βάσης από την Επιτροπή·

16.  κρίνει απαραίτητη τη μεταρρύθμιση των μεθόδων εργασίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με γνώμονα την αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων, ενισχύοντας την άσκηση των καθηκόντων του που αφορούν τον πολιτικό έλεγχο της Επιτροπής, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εφαρμογή και την επιβολή του κεκτημένου στα κράτη μέλη, περιορίζοντας τις συμφωνίες σε πρώτη ανάγνωση σε εξαιρετικές περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης και όταν έχει ληφθεί αιτιολογημένη και ρητή απόφαση, και, σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να βελτιωθεί η διαφάνεια της διαδικασίας που οδηγεί στην έγκριση τέτοιων συμφωνιών· υπενθυμίζει στο πλαίσιο αυτό και τις προτάσεις του Κοινοβουλίου για την περαιτέρω εναρμόνιση της εκλογικής του διαδικασίας, οι οποίες περιλαμβάνονται στο ψήφισμά του της 11ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τη μεταρρύθμιση της εκλογικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης(9) ·

17.  εκφράζει την πρόθεσή του να αξιοποιήσει περαιτέρω τις εκθέσεις νομοθετικής πρωτοβουλίας δυνάμει του άρθρου 225 ΣΛΕΕ·

18.  θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να δημιουργήσει στην κύρια έδρα του, καθώς και σε όλες τις αντιπροσωπείες του στα κράτη μέλη, ένα μητρώο εισόδου για την ιδιόχειρη παράδοση εγγράφων από τους πολίτες, σε συνδυασμό με ένα σύστημα επικύρωσης του περιεχομένου·

19.  θεωρεί ότι πρέπει να δημιουργηθεί μια Επίσημη Εφημερίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε ηλεκτρονική μορφή, για την πιστοποίηση της αυθεντικότητας όλων των ψηφισμάτων και των εκθέσεων που εγκρίνονται από το εν λόγω θεσμικό όργανο·

20.  ενθαρρύνει τη διεξαγωγή πολιτικού διαλόγου με τα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με το περιεχόμενο των νομοθετικών προτάσεων, όταν αυτό είναι απαραίτητο· επιμένει, εντούτοις, ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται στο πλαίσιο των συνταγματικών αρμοδιοτήτων καθώς και ότι πρέπει να υπάρχει σαφής προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων λήψης αποφάσεων των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αντίστοιχα, ούτως ώστε τα εθνικά κοινοβούλια να ασκούν τα ευρωπαϊκά τους καθήκοντα βάσει των εθνικών συνταγμάτων τους, και ιδίως ασκώντας έλεγχο στις εθνικές κυβερνήσεις τους που αποτελούν μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς σε αυτό το επίπεδο έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν άμεσα το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής νομοθετικής διαδικασίας και να ασκήσουν έλεγχο επ’ αυτής· τάσσεται συνεπώς κατά της δημιουργίας νέων κοινοβουλευτικών οργάνων με αποφασιστικές αρμοδιότητες·

21.  τονίζει τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο κοινών οργάνων όπως η Διάσκεψη των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Κοινοτικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των Κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COSAC) και η Διακοινοβουλευτική Διάσκεψη για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφαλείας (CFSP-IPC), καθώς και στο πλαίσιο του άρθρου 13 ΣΣΣΔ στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση βάσει των αρχών της συναίνεσης, της ανταλλαγής πληροφοριών και της διαβούλευσης, με στόχο την άσκηση ελέγχου επί των αντίστοιχων διοικήσεών τους· ζητεί από την Επιτροπή και το Συμβούλιο να συμμετάσχουν σε υψηλό πολιτικό επίπεδο στις διακοινοβουλευτικές συνεδριάσεις· υπογραμμίζει την ανάγκη στενότερης συνεργασίας μεταξύ των επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των αντίστοιχων επιτροπών σε εθνικό επίπεδο στο πλαίσιο των εν λόγω κοινών οργάνων, με την ενίσχυση της συνοχής, της διαφάνειας και της αμοιβαίας ανταλλαγής πληροφοριών·

22.  ενθαρρύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών κοινοβουλευτικού ελέγχου μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων, όπως η διεξαγωγή τακτικών συζητήσεων μεταξύ των αντίστοιχων υπουργών και των ειδικευμένων επιτροπών στα εθνικά κοινοβούλια πριν και μετά τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου, καθώς και με Επιτρόπους εντός κατάλληλου χρονοδιαγράμματος και συνεδριάσεις με εθνικά κοινοβούλια για ανταλλαγές απόψεων με βουλευτές του ΕΚ· ενθαρρύνει τις ανταλλαγές υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων και των πολιτικών ομάδων μεταξύ των διοικήσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων·

23.  θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να ληφθεί μέριμνα ώστε να αποφευχθεί «νομοθετικός υπερθεματισμός» από τα κράτη μέλη σε συνάρτηση με τη νομοθεσία της ΕΕ και ότι τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να διαδραματίσουν εν προκειμένω κομβικό ρόλο·

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

24.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο, μην αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, έχει συχνά παραπέμψει νομοθετικά ζητήματα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο· φρονεί ότι η πρακτική του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου «να αναθέτει καθήκοντα στο Συμβούλιο» υπερβαίνει τον ρόλο του που συνίσταται, βάσει των Συνθηκών, στη χάραξη στρατηγικών κατευθυντηρίων γραμμών και συνεπώς παραβιάζει το γράμμα και το πνεύμα των Συνθηκών, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 ΣΕΕ, σύμφωνα με το οποίο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθορίζει τις γενικές πολιτικές κατευθύνσεις και προτεραιότητες της Ένωσης αλλά δεν ασκεί νομοθετικά καθήκοντα· θεωρεί ότι πρέπει να βελτιωθούν οι σχέσεις εργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και Κοινοβουλίου·

25.  επισημαίνει ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής θα εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά από πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, λαμβανομένων υπόψη των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μετά τη διεξαγωγή κατάλληλων διαβουλεύσεων, και ότι συνεπώς, όπως συνέβη το 2014, τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα θα πρέπει να προτείνουν κορυφαίους υποψήφιους προκειμένου να δοθεί στους πολίτες η δυνατότητα να επιλέξουν ποιον θα εκλέξουν ως Πρόεδρο της Επιτροπής· χαιρετίζει την πρόταση του Προέδρου της Επιτροπής για την τροποποίηση της συμφωνίας-πλαίσιο για τη σχέση μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τη συμμετοχή των Επιτρόπων ως υποψηφίων για τις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

26.  επισημαίνει επιπλέον, αν και δεν είναι προς το συμφέρον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι υπάρχει δυνατότητα συγχώνευσης του ρόλου του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του ρόλου του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

27.  ζητεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να κάνει χρήση της «ρήτρας γέφυρας» (άρθρο 48 παράγραφος 7 ΣΕΕ), εξουσιοδοτώντας το Συμβούλιο να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία αντί με ομοφωνία σε περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται σήμερα ομοφωνία από τις Συνθήκες·

28.  ζητεί από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ενημερώνει εκ των προτέρων τη Διάσκεψη των Προέδρων σχετικά με τις απόψεις που προτίθεται να υποστηρίξει στο πλαίσιο της ομιλίας του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο·

Συμβούλιο

29.  προτείνει τη μετατροπή του Συμβουλίου σε πραγματικό νομοθετικό σώμα μέσω του περιορισμού των συνθέσεών του με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δημιουργώντας έτσι ένα πραγματικό νομοθετικό σύστημα με δύο σώματα, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, ενώ η Επιτροπή θα ασκεί την εκτελεστική εξουσία· προτείνει τη μετατροπή των υφιστάμενων ειδικευμένων νομοθετικών συνθέσεων του Συμβουλίου σε προπαρασκευαστικά όργανα για μια δημόσια ενιαία συνεδρίαση του νομοθετικού Συμβουλίου, όπως συμβαίνει με τη λειτουργία των επιτροπών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

30.  επιμένει ότι είναι σημαντικό να διασφαλιστεί γενικώς η διαφάνεια της διαδικασίας λήψης νομοθετικών αποφάσεων του Συμβουλίου, να βελτιωθεί η ανταλλαγή εγγράφων και πληροφοριών μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και να καταστεί δυνατή η πρόσβαση εκπροσώπων του Κοινοβουλίου ως παρατηρητών στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου και των οργάνων του σε περίπτωση που λαμβάνονται νομοθετικές αποφάσεις·

31.  πιστεύει ότι είναι εφικτό να συγχωνευθεί η θέση του Προέδρου της Ευρωομάδας και του Επιτρόπου Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων και θα πρότεινε στην περίπτωση αυτή ο Πρόεδρος της Επιτροπής να διορίζει τον Επίτροπο αυτό ως Αντιπρόεδρο της Επιτροπής· φρονεί ότι στον εν λόγω Επίτροπο θα μπορούσαν, αφ’ ης στιγμής θεσπιστεί δημοσιονομική ικανότητα και Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, να παρασχεθούν όλα τα απαραίτητα μέσα και οι δυνατότητες για να εφαρμόζει και να επιβάλλει το ισχύον πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, καθώς και για να βελτιστοποιήσει την ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ σε συνεργασία με τους υπουργούς Οικονομικών των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, όπως αναφέρεται διεξοδικά στο ψήφισμα του της 16ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τη δημοσιονομική ικανότητα για την ευρωζώνη(10) ·

32.  ζητεί ο Πρόεδρος και τα μέλη της Ευρωομάδας να υπόκεινται, στο πλαίσιο της Συνθήκης, σε κατάλληλες διαδικασίες δημοκρατικού ελέγχου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και ιδίως ο Πρόεδρός του να απαντά σε κοινοβουλευτικές ερωτήσεις· ζητεί εξάλλου την έγκριση εσωτερικού κανονισμού και δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων·

33.  ζητεί από το Συμβούλιο να υιοθετήσει πλήρως την ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία στον βαθμό του δυνατού δυνάμει των Συνθηκών και να εγκαταλείψει την πρακτική της μεταβίβασης των επίμαχων νομοθετικών ζητημάτων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δεδομένου ότι αυτό αντιβαίνει στο γράμμα και το πνεύμα της Συνθήκης, η οποία ορίζει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί να λαμβάνει αποκλειστικά ομόφωνες αποφάσεις που αφορούν μόνο γενικούς πολιτικούς στόχους και όχι νομοθέτηση·

34.  είναι αποφασισμένο να εφαρμόσει πλήρως τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ενισχυμένη συνεργασία, δεσμευόμενο να μην εγκρίνει καμία νέα πρόταση ενισχυμένης συνεργασίας εάν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη δεν δεσμευτούν να ενεργοποιήσουν την ειδική «ρήτρα γέφυρας» που προβλέπεται στο άρθρο 333 ΣΛΕΕ για τη μετάβαση από την ομοφωνία στην ειδική πλειοψηφία και από την ειδική στη συνήθη νομοθετική διαδικασία·

35.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να αξιοποιηθεί στο έπακρο η διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 20 ΣΕΕ, ιδίως μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, έτσι ώστε τα κράτη μέλη που επιθυμούν να αναπτύξουν μεταξύ τους ενισχυμένη συνεργασία στο πλαίσιο των μη αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης να είναι σε θέση, μέσω του εν λόγω μηχανισμού, να υποστηρίξουν την επίτευξη των στόχων της Ένωσης και να ενισχύσουν τη διαδικασία ολοκλήρωσής τους, εντός των ορίων και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 326 έως 334 ΣΛΕΕ·

Επιτροπή

36.  είναι αποφασισμένο να ενισχύσει τον ρόλο του Κοινοβουλίου στην εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής μέσω της ενδυνάμωσης των επίσημων διαβουλεύσεων των πολιτικών ομάδων του με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως προβλέπεται στη δήλωση 11 που προσαρτάται στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διάσκεψης που ενέκρινε τη Συνθήκη της Λισαβόνας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λαμβάνει πλήρως υπόψη τα αποτελέσματα των εκλογών όταν παρουσιάζει υποψήφιο προς εκλογή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως συνέβη στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2014·

37.  επαναλαμβάνει ότι είναι απαραίτητο όλες οι προτάσεις της Επιτροπής να αιτιολογούνται πλήρως και να συνοδεύονται από λεπτομερή εκτίμηση επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένης μιας αξιολόγησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

38.  θεωρεί ότι η ανεξαρτησία του Προέδρου της Επιτροπής θα μπορούσε να ενισχυθεί εάν κάθε κράτος μέλος όριζε τουλάχιστον τρεις υποψηφίους και των δύο φύλων, οι οποίοι θα λαμβάνονταν υπόψη από τον εκλεγμένο Πρόεδρο της Επιτροπής για την κάλυψη των θέσεων της Επιτροπής του·

39.  τονίζει ότι πρέπει να διασφαλιστεί καλύτερος συντονισμός και, εφόσον είναι δυνατόν, εκπροσώπηση της ΕΕ/της ζώνης του ευρώ εντός διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και υπογραμμίζει ότι το άρθρο 138 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ προβλέπει μια νομική βάση για τη θέσπιση μέτρων που διασφαλίζουν ενιαία εκπροσώπηση της ΕΕ/της ζώνης του ευρώ εντός των διεθνών ιδρυμάτων και διασκέψεων·

40.  ζητεί την καθιέρωση θεσμοθετημένου και τακτικού «διαλόγου» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για θέματα που αφορούν την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης·

41.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή, τα κράτη μέλη, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους, να συμβάλουν στο να διασφαλιστεί μια πολύ αποτελεσματικότερη εφαρμογή και επιβολή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

Ελεγκτικό Συνέδριο

42.  αναγνωρίζει τον καθοριστικής σημασίας ρόλο του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη διασφάλιση καλύτερης και ευφυέστερης διάθεσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων· υπενθυμίζει ότι πέρα από το σημαντικό του καθήκον να παρέχει στοιχεία σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων συναλλαγών, το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέχει προέχουσα θέση προκειμένου να παρέχει στο Κοινοβούλιο τα αναγκαία στοιχεία ώστε αυτό να εκτελεί το καθήκον και την εντολή δημοκρατικού ελέγχου του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού καθώς και στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα και την έκβαση των δραστηριοτήτων και πολιτικών που χρηματοδοτεί η Ένωση, με σκοπό να βελτιωθεί η οικονομική διαχείριση, η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητά τους· συνιστά, ως εκ τούτου, την ενίσχυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου· αναμένει ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο θα παραμείνει προσηλωμένο στην ανεξαρτησία, την ακεραιότητα, την αμεροληψία και τον επαγγελματισμό, αναπτύσσοντας παράλληλα στενές σχέσεις συνεργασίας με τους ενδιαφερόμενους φορείς·

43.  θεωρεί ότι, λόγω της παρατεταμένης έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους του Συμβουλίου, το Κοινοβούλιο αδυνατεί να λάβει μια τεκμηριωμένη απόφαση όσον αφορά τη χορήγηση απαλλαγής, πράγμα το οποίο εν κατακλείδι επηρεάζει αρνητικά και διαρκώς τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την αξιοπιστία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και τη διαφάνεια κατά τη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ· φρονεί ότι αυτή η έλλειψη συνεργασίας έχει επίσης δυσμενή αντίκτυπο στη λειτουργία των θεσμικών οργάνων και απαξιώνει τη διαδικασία πολιτικού ελέγχου της διαχείρισης του προϋπολογισμού που καθορίζεται στις Συνθήκες·

44.  τονίζει ότι η σύνθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η διαδικασία διορισμού των μελών του ορίζονται στα άρθρα 285 και 286 ΣΛΕΕ· θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να βρίσκονται σε ισότιμη βάση κατά τον διορισμό των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκειμένου να διασφαλίζεται η δημοκρατική νομιμότητα, η διαφάνεια και η πλήρης ανεξαρτησία των εν λόγω μελών· καλεί το Συμβούλιο να σέβεται τις αποφάσεις που λαμβάνει το Κοινοβούλιο μετά τις ακροάσεις των υποψηφίων μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου·

Επιτροπή των Περιφερειών και Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

45.  ζητεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή να βελτιώσουν τους όρους συνεργασίας με την ΕτΠ και την ΕΟΚΕ, μεταξύ άλλων στο προνομοθετικό στάδιο κατά τη διεξαγωγή εκτιμήσεων αντικτύπου, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εκτιμήσεις και οι αξιολογήσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας·

Οργανισμοί

46.  τονίζει ότι σε περίπτωση ανάθεσης εκτελεστικών αρμοδιοτήτων σε οργανισμούς της Ένωσης απαιτείται η άσκηση κατάλληλου βαθμού ελέγχου των αποφάσεων και των δράσεων των οργανισμών της Ένωσης από τον ενωσιακό νομοθέτη· υπενθυμίζει ότι η αποτελεσματική εποπτεία αφορά μεταξύ άλλων τον διορισμό και την παύση των διοικητικών στελεχών του οργανισμού της Ένωσης, τη συμμετοχή στο εποπτικό συμβούλιο του οργανισμού της Ένωσης, δικαιώματα αρνησικυρίας κατά ορισμένων αποφάσεων του οργανισμού της Ένωσης, υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών και κανόνες διαφάνειας και δημοσιονομικά δικαιώματα όσον αφορά τον προϋπολογισμό του οργανισμού της Ένωσης·

47.  φρονεί ότι πρέπει να θεσπιστεί ένας κανονισμός-πλαίσιο για τους οργανισμούς της Ένωσης που δύνανται να ασκούν εκτελεστικές αρμοδιότητες, ο οποίος να καλύπτει τις απαιτούμενες διαδικασίες άσκησης πολιτικού ελέγχου από τον ενωσιακό νομοθέτη και να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να διορίζει και να παύει τα διοικητικά στελέχη του οργανισμού της Ένωσης, να συμμετέχει στο εποπτικό συμβούλιο του οργανισμού της Ένωσης, δικαιώματα αρνησικυρίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά ορισμένων αποφάσεων του οργανισμού της Ένωσης, υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών και κανόνες διαφάνειας και δημοσιονομικά δικαιώματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε συνάρτηση με τον προϋπολογισμό του οργανισμού της Ένωσης·

Τήρηση των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας

48.  τονίζει τη σημασία της αρχής της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ, η οποία είναι δεσμευτική για όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, καθώς και των μέσων που περιλαμβάνονται στο πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας· υπενθυμίζει στην συνάρτηση αυτή τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στα επιμέρους εθνικά κοινοβούλια και στην ΕτΠ· ζητά να υπάρχει ευλυγισία όσον αφορά την προθεσμία διαβίβασης των σχεδίων νομοθετικών πράξεων που ορίζεται στο Πρωτόκολλο και ζητεί από την Επιτροπή να βελτιώσει την ποιότητα των απαντήσεών της στις αιτιολογημένες γνώμες·

49.  επισημαίνει τον καθοριστικό ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων όσον αφορά τον έλεγχο της εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας· τονίζει ότι οι τυπικές δυνατότητες διασφάλισης των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας από τα εθνικά κοινοβούλια παρέχουν μεγάλα περιθώρια στο ζήτημα αυτό, ωστόσο θα πρέπει να ενισχυθεί η πρακτική συνεργασία μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων, προκειμένου αυτά να μπορούν, μεταξύ άλλων, σε στενή συνεργασία μεταξύ τους, να συγκεντρώσουν την απαραίτητη πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας σε περίπτωση εικαζόμενης παραβίασης·

50.  τονίζει τη σημασία του άρθρου 9 ΣΛΕΕ με το οποίο διασφαλίζεται η συνεκτίμηση των κοινωνικών επιπτώσεων των νομικών και πολιτικών μέτρων της ΕΕ·

Διεύρυνση και εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης

51.  υπενθυμίζει ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της ΟΝΕ πρέπει να βασίζεται και να οικοδομείται στην ισχύουσα νομοθεσία και την εφαρμογή της και πρέπει επίσης να συνδέεται με την ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης·

52.  ζητεί την υλοποίηση περαιτέρω θεσμικών μεταρρυθμίσεων για να καταστεί η ΟΝΕ πιο αποτελεσματική και δημοκρατική και να αποκτήσει βελτιωμένες ικανότητες για να ενταχθεί στο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης, στο οποίο η Επιτροπή θα ασκεί την εκτελεστική εξουσία και το Κοινοβούλιο, από κοινού με το Συμβούλιο, τη νομοθετική·

Νέα νομοθετική πράξη για την οικονομική πολιτική

53.  υπενθυμίζει το ψήφισμά του της 12ης Δεκεμβρίου 2013 με θέμα «Προβλήματα συνταγματικής φύσης από μια πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση»(11) , στο οποίο διατυπώθηκε η ιδέα της έγκρισης ενός κώδικα σύγκλισης με βάση τη συνήθη νομοθετική διαδικασία με στόχο να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικότερο πλαίσιο για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής (βάσει σειράς καθοριστέων κριτήριων σύγκλισης), το οποίο θα είναι ανοιχτό σε όλα τα κράτη μέλη και θα υποστηρίζεται από έναν μηχανισμό βασισμένο σε κίνητρα·

54.  πιστεύει ότι θα πρέπει να οριστεί ένας περιορισμένος αριθμός κρίσιμων τομέων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, του δυναμικού ανάπτυξης, της πραγματικής οικονομικής σύγκλισης και της κοινωνικής συνοχής για περίοδο πέντε ετών με γνώμονα την ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, όπως περιγράφεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 ΣΕΕ·

55.  υπογραμμίζει τη σημασία μιας σαφούς οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών, με στόχο τη μεγαλύτερη ανάληψη ευθύνης εκ μέρους των κρατών μελών και την ενίσχυση του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο των προγραμμάτων εφαρμογής·

56.  ζητεί μια καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων μέσων σε συνδυασμό με το άρθρο 136 ΣΛΕΕ προκειμένου να διευκολύνεται η έγκριση και η εφαρμογή νέων μέτρων στη ζώνη του ευρώ·

Μια απλοποιημένη, περισσότερο εστιασμένη και δημοκρατική διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου

57.  τονίζει την ανάγκη κατάρτισης λιγότερων και πιο στοχευμένων ειδικών συστάσεων ανά χώρα, βάσει του πλαισίου πολιτικής που θα οριστεί στον κώδικα σύγκλισης και στην ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης (ΕΕΑ), καθώς και των συγκεκριμένων προτάσεων που παρουσιάζει κάθε κράτος μέλος ανάλογα με τους κύριους μεταρρυθμιστικούς στόχους του, από ένα ευρύ φάσμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα, την πραγματική οικονομική σύγκλιση και την κοινωνική συνοχή·

58.  τονίζει τη σημασία των δημογραφικών τάσεων για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και ζητεί να ληφθεί περισσότερο υπόψη ο εν λόγω δείκτης·

59.  υπενθυμίζει ότι υπάρχουν ήδη μηχανισμοί οικονομικού διαλόγου, ιδίως μέσω της δημιουργίας του «οικονομικού διαλόγου» στο πλαίσιο του νομοθετικού «εξαπτύχου» και «διπτύχου»· θεωρεί ότι αυτό είναι αποτελεσματικό εργαλείο που θα επιτρέψει στο Κοινοβούλιο να αναλάβει ουσιαστικότερο ρόλο στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, με στόχο να ενισχυθεί ο διάλογος μεταξύ Κοινοβουλίου, Συμβουλίου, Επιτροπής και Ευρωομάδας και προτείνει να θεσμοθετηθεί ο ελεγκτικός ρόλος του Κοινοβουλίου στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο μέσω μιας διοργανικής συμφωνίας, πράγμα το οποίο έχει ζητήσει επανειλημμένα το Κοινοβούλιο· επιπλέον, επιδοκιμάζει και ενθαρρύνει την εμπλοκή των εθνικών κοινοβουλίων σε εθνικό επίπεδο και τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και γενικότερα της οικονομικής διακυβέρνησης, π.χ. μέσω της «Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας» και της «Διάσκεψης του άρθρου 13»· φρονεί επιπλέον ότι μπορεί να βελτιωθεί η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο·

60.  ζητεί την ενσωμάτωση των συναφών ρυθμίσεων του δημοσιονομικού συμφώνου στο νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ βάσει ενδελεχούς αποτίμησης της εφαρμογής του και στον βαθμό που δεν καλύπτεται ήδη από ισχύουσα δευτερογενή νομοθεσία·

Ο ρόλος του προϋπολογισμού της ΕΕ στην ΟΝΕ

61.  τονίζει τη δυνατότητα μετάβασης από την ομοφωνία στην ειδική πλειοψηφία για την έγκριση του κανονισμού για το ΠΔΠ βάσει της διάταξης του άρθρου 312 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ κατά την έγκριση του επικείμενου κανονισμού για το ΠΔΠ· υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να συνδεθεί η διάρκεια της νομοθετικής θητείας του Κοινοβουλίου, η εντολή της Επιτροπής και η διάρκεια του ΠΔΠ, που μπορεί να μειωθεί σε πέντε έτη δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 312 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ· ζητεί τα μελλοντικά ΠΔΠ να ευθυγραμμίζονται με την επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο· καλεί το Συμβούλιο να αποδεχθεί τη δημοκρατική αυτή απαίτηση·

62.  χαιρετίζει την έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου για τους ιδίους πόρους· επιθυμεί να υπάρξει επιστροφή στο γράμμα και το πνεύμα των Συνθηκών και μια μετατροπή του ισχύοντος συστήματος εισφορών βάσει του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (ΑΕΕ) σε ένα σύστημα που βασίζεται σε πραγματικούς ίδιους πόρους για την ΕΕ και, τελικά, σε έναν προϋπολογισμό της ζώνης του ευρώ, για τον οποίον υφίσταται ένα ολόκληρο φάσμα ιδεών·

63.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (EE, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2014-2020, όλες οι δαπάνες και τα έσοδα της Ένωσης και της Ευρατόμ πρέπει να εγγράφονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 7 του δημοσιονομικού κανονισμού·

Μεγαλύτερη επενδυτική ικανότητα της ΕΕ

64.  ζητεί τη βελτίωση της χρήσης των υφιστάμενων Διαρθρωτικών Ταμείων με γνώμονα την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της συνοχής της ΕΕ και την αύξηση της επενδυτικής ικανότητας της ΕΕ μέσω της αξιοποίησης καινοτόμων προσεγγίσεων, όπως το ΕΤΣΕ, που περιλαμβάνει ειδικούς μηχανισμούς για τη χρηματοδότηση και την εγγύηση των έργων υποδομών προς το συμφέρον της Ένωσης·

65.  επιμένει στην ανάγκη πλήρους εφαρμογής του υφιστάμενου πλαισίου του «εξάπτυχου» και του «δίπτυχου» και του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και ειδικότερα στην ανάγκη αντιμετώπισης των μακροοικονομικών ανισορροπιών και διασφάλισης του μακροπρόθεσμου ελέγχου του ελλείμματος και των έτι εξαιρετικά υψηλών επιπέδων χρέους, μέσω μιας φιλικής προς την ανάπτυξη δημοσιονομικής εξυγίανσης, της βελτίωσης της αποδοτικότητας των δημοσίων δαπανών, της ιεράρχησης των παραγωγικών επενδύσεων ως προτεραιοτήτων, της παροχής κινήτρων για δίκαιες και βιώσιμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και λαμβανομένου υπόψη του κύκλου οικονομικής δραστηριότητας·

Θέσπιση δημοσιονομικής ικανότητας εντός της ζώνης του ευρώ μέσω τμήματος του προϋπολογισμού της ΕΕ

66.  επισημαίνει ότι το ευρώ είναι το νόμισμα της Ένωσης και ότι στόχος του προϋπολογισμού της ΕΕ είναι να εκπληρώσει τους στόχους της Ένωσης που εκτίθενται στο άρθρο 3 ΣΕΕ και να χρηματοδοτήσει κοινές πολιτικές, να στηρίξει αδύναμες περιφέρειες με βάση την αρχή της αλληλεγγύης, να ολοκληρώσει την εσωτερική αγορά, να προωθήσει ευρωπαϊκές συνέργειες, να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες και μελλοντικές προκλήσεις που απαιτούν μια πανευρωπαϊκή προσέγγιση, συμβάλλοντας συνεπώς στην υποστήριξη των λιγότερο ανεπτυγμένων κρατών μελών ώστε να μπορέσουν να ενταχθούν στη ζώνη του ευρώ·

67.  σημειώνει τις διάφορες προτάσεις για τη θέσπιση δημοσιονομικής ικανότητας εντός της ζώνης του ευρώ· τονίζει ότι με τις προτάσεις αυτές ανατίθενται διάφορα καθήκοντα στο πλαίσιο της δυνατότητας αυτής, τα οποία μπορεί να έχουν διάφορες μορφές· επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο επιμένει ότι η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να αναπτυχθεί εντός του πλαισίου της ΕΕ·

68.  τονίζει ότι, ενώ θα εξαρτηθεί από τον σχεδιασμό, τη λειτουργία και το μέγεθος της νέας δημοσιονομικής δυνατότητας το εάν η δυνατότητα αυτή μπορεί να δημιουργηθεί στο ισχύον πλαίσιο της Συνθήκης, είναι δυνατό, στο πλαίσιο των Συνθηκών, να αυξηθούν τα ανώτατα όρια των ιδίων πόρων, να καθιερωθούν νέες κατηγορίες ίδιων πόρων (ακόμη και αν προέρχονται μόνο από περιορισμένο αριθμό κρατών μελών) και να διατεθούν ορισμένα έσοδα για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων δαπανών· υπογραμμίζει επιπλέον ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ παρέχει ήδη εγγυήσεις για συγκεκριμένες δανειοδοτικές πράξεις και ότι υφίστανται πολλά μέσα ευελιξίας για τα οποία υπάρχει δυνατότητα να κινητοποιηθούν πόροι πάνω από τα ανώτατα όρια δαπανών του ΠΔΠ·

69.  επαναλαμβάνει ότι τάσσεται υπέρ της ενσωμάτωσης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας στο νομοθετικό πλαίσιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται ουσιαστική δημοκρατική λογοδοσία·

70.  πιστεύει ότι η θέσπιση ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ικανότητας και του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου ενδέχεται να συνιστούν στάδια της διαδικασίας δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού Υπουργείου Οικονομικών, που θα πρέπει να είναι υπόλογο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

71.  ζητεί να δοθεί η δέουσα προσοχή στα κύρια πορίσματα της ομάδας εμπειρογνωμόνων που δημιουργήθηκε από την Επιτροπή, με στόχο τη σύσταση ενός ταμείου απόσβεσης·

Ενιαία αγορά και χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση

72.  πιστεύει ότι η ενιαία αγορά είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της ΕΕ και ότι αποτελεί το θεμέλιο για την ευημερία, την ανάπτυξη και την απασχόληση στην Ένωση· επισημαίνει ότι στην ενιαία αγορά, η οποία προσφέρει απτά οφέλη τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους καταναλωτές, ενυπάρχει δυναμικό ανάπτυξης που δεν έχει αξιοποιηθεί ακόμα στο έπακρο, ιδίως όσον αφορά την ψηφιακή ενιαία αγορά, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, την ενέργεια, την τραπεζική ένωση και την ένωση κεφαλαιαγορών· ζητεί, ως εκ τούτου, τον στενότερο έλεγχο της ορθής εφαρμογής και επιβολής του υφιστάμενου κεκτημένου σε αυτούς τους τομείς·

73.  ζητεί την ταχεία αλλά σταδιακή ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης βάσει ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ), ενιαίου μηχανισμού εξυγίανσης (ΕΜΕ) και ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων (ΕΣΑΚ), η οποία να υποστηρίζεται από επαρκές και δημοσιονομικά ουδέτερο προστατευτικό δίχτυ· επιδοκιμάζει, για τον σκοπό αυτόν, τη σύναψη συμφωνίας για έναν μεταβατικό χρηματοδοτικό μηχανισμό έως ότου αρχίσει να λειτουργεί το ενιαίο ταμείο εξυγίανσης και ζητεί να δημιουργηθεί το ευρωπαϊκό σύστημα αφερεγγυότητας·

74.  υπενθυμίζει ότι οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν με στόχο τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, εξασφαλίζοντας ιδίως ένα υψηλής ποιότητας, αποτελεσματικό και συνεκτικό επίπεδο ρύθμισης και εποπτείας, λαμβάνοντας υπόψη τα ποικίλα συμφέροντα όλων των κρατών μελών και τη διαφορετική φύση των συμμετεχόντων στη χρηματοπιστωτική αγορά· κρίνει ότι τα ζητήματα που επηρεάζουν όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να τίθενται, να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και να αποφασίζονται από όλα τα κράτη μέλη, και ότι για να ενισχυθούν οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς είναι απαραίτητο ένα ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων, το οποίο θα ισχύει για όλους τους συμμετέχοντες στη χρηματοπιστωτική αγορά της ΕΕ, προκειμένου να αποτρέπεται ο κατακερματισμός της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και ο αθέμιτος ανταγωνισμός λόγω έλλειψης ισότιμων όρων ανταγωνισμού·

75.  ζητεί τη θέσπιση μιας πραγματικής ένωσης κεφαλαιαγορών·

76.  υποστηρίζει τη δημιουργία ενός συστήματος αρχών ανταγωνιστικότητας που θα είναι επιφορτισμένες με το καθήκον της συγκέντρωσης των εθνικών φορέων που είναι αρμόδιοι για την παρακολούθηση της προόδου στον τομέα της ανταγωνιστικότητας σε κάθε κράτος μέλος και προτείνει η παρακολούθηση της προόδου του εν λόγω συστήματος να τελεί υπό την εποπτεία της Επιτροπής·

77.  κρίνει απαραίτητη τη βελτίωση της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εθνικών φορολογικών αρχών για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, των πρακτικών φοροαποφυγής της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μεταφοράς κερδών, καθώς και για την προώθηση συντονισμένων δράσεων για την καταπολέμηση των φορολογικών παραδείσων· ζητεί την έγκριση οδηγίας για μια κοινή ενοποιημένη βάση για τη φορολογία των εταιρειών που να ορίζει ελάχιστο συντελεστή και κοινούς στόχους για μια σταδιακή σύγκλιση· θεωρεί απαραίτητο να δρομολογηθεί μια διεξοδική αναθεώρηση της υφιστάμενης νομοθεσίας για τον ΦΠΑ, η οποία να εξετάσει μεταξύ άλλων το ζήτημα της εισαγωγής της αρχής της χώρας προέλευσης·

Ένα πιο δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο για την ΟΝΕ

78.  υπενθυμίζει την ανάγκη διασφάλισης της κατάλληλης δημοκρατικής νομιμότητας και λογοδοσίας στα επίπεδα λήψης αποφάσεων μέσω του ελέγχου των εθνικών κυβερνήσεων από τα εθνικά κοινοβούλια και της ανάληψης ενισχυμένου ελεγκτικού ρόλου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε επίπεδο ΕΕ, καθώς και κεντρικού ρόλου, από κοινού με το Συμβούλιο, στην έγκριση του κώδικα σύγκλισης, με βάση την συνήθη νομοθετική διαδικασία·

79.  τάσσεται υπέρ της γενικής χρήσης της «ρήτρας γέφυρας» του άρθρου 48 παράγραφος 7 ΣΕΕ· επισημαίνει ότι η Επιτροπή, στο σχέδιο στρατηγικής της για μια βαθειά και ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ένωση(12) πρότεινε, βάσει του άρθρου 136 ΣΛΕΕ ή του άρθρου 352 ΣΛΕΕ τη θέσπιση ενός μέσου σύγκλισης και ανταγωνισμού, ενδεχομένως στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας· τονίζει ότι σε περίπτωση ενισχυμένης συνεργασίας η χρήση του άρθρου 333 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ που προβλέπει την εφαρμογή της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας θα ενισχύσει τη δημοκρατική νομιμότητα και αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης της ΕΕ και τον ρόλο του Κοινοβουλίου σε αυτή·

80.  επαναλαμβάνει ότι η διακοινοβουλευτική συνεργασία δεν πρέπει να οδηγήσει στη θέσπιση νέου κοινοβουλευτικού οργάνου ή νέου θεσμικού οργάνου, γιατί το ευρώ είναι το νόμισμα της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το κοινοβούλιό της· υπενθυμίζει ότι η ΟΝΕ θεσπίζεται από την Ένωση, οι πολίτες της οποίας εκπροσωπούνται άμεσα σε ενωσιακό επίπεδο από το Κοινοβούλιο, το οποίο πρέπει να βρίσκει και να εφαρμόζει τρόπους για να διασφαλίζει την κοινοβουλευτική δημοκρατική λογοδοσία των αποφάσεων που αφορούν συγκεκριμένα τη ζώνη του ευρώ·

81.  επιμένει ότι πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή αρμοδιότητες για την υλοποίηση και επιβολή τυχόν μελλοντικών ή υφιστάμενων μέσων που εγκρίνονται στον τομέα της ΟΝΕ·

82.  κρίνει απαραίτητη την αντιμετώπιση των αδυναμιών στην υφιστάμενη θεσμική διάρθρωση της ΟΝΕ και ιδίως του δημοκρατικού τους ελλείματος, λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι ορισμένα μέρη της Συνθήκης τελούν υπό την επίβλεψη του Δικαστηρίου ενώ άλλα δεν υπόκεινται σε τέτοιου είδους έλεγχο· κρίνει απαραίτητη την ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου για την λεπτομερή εφαρμογή του άρθρου 121 παράγραφοι 3 και 4 ΣΛΕΕ, σχετικά με τον στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών·

83.  είναι της γνώμης ότι η διαφοροποιημένη ολοκλήρωση θα πρέπει να παραμένει ανοικτή για όλα τα κράτη μέλη·

84.  υπενθυμίζει ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη συνήθη νομοθετική διαδικασία και στις διαδικασίες του προϋπολογισμού σε επίπεδο ΕΕ μέσω της χρήσης, όποτε είναι αναγκαίο, παρεκκλίσεων και της δημιουργίας ειδικών γραμμών του προϋπολογισμού· υπενθυμίζει ότι κάθε άλλη διάταξη, όπως οι διατάξεις για τη ζώνη του ευρώ ή για την ενισχυμένη συνεργασία, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον όταν οι προαναφερθείσες διαδικασίες είναι νομικά ή πολιτικά ανέφικτες·

Ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ως κύριος συντελεστής ανάπτυξης

85.  είναι πεπεισμένο ότι η εμβάθυνση της ΟΝΕ θα πρέπει να συνοδευτεί από την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς μέσω της κατάργησης όλων των εναπομεινάντων εσωτερικών φραγμών, ιδίως όσον αφορά την ενεργειακή ένωση, την κοινή ψηφιακή αγορά και την αγορά υπηρεσιών·

86.  ζητεί την πλήρη εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας για την εσωτερική αγορά ενέργειας, σύμφωνα με το άρθρο 194 ΣΛΕΕ, με στόχο τη δημιουργία της ενεργειακής ένωσης·

87.  υποστηρίζει την ενίσχυση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) προς την κατεύθυνση, τελικά, της δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 54 της Συνθήκης Ευρατόμ, καθώς και την ολοκλήρωση των ενεργειακών αγορών, τη θέσπιση ευρωπαϊκού στρατηγικού αποθέματος βάσει συνδυασμού των εθνικών αποθεμάτων καθώς και κοινού διαπραγματευτικού κέντρου με τους προμηθευτές, με στόχο την ολοκλήρωση της θεσμικής διάρθρωσης της ενεργειακής ένωσης·

88.  ενθαρρύνει τη χρήση «ομολόγων έργων», σε στενή συνεργασία με την ΕΤρΕ, για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και ενεργειακών έργων·

89.  καλεί την Επιτροπή να κάνει χρήση του άρθρου 116 ΣΛΕΕ, το οποίο παρέχει την αναγκαία νομική βάση ώστε το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ενεργούν σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία προκειμένου να εξαλείφουν πρακτικές που οδηγούν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, μέσω επιζήμιων φορολογικών πολιτικών·

Η κοινωνική διάσταση

90.  τονίζει ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων, ιδίως όταν αυτοί ασκούν το δικαίωμά τους στην κινητικότητα καθώς και τα κοινωνικά δικαιώματά τους πρέπει να διασφαλίζονται, αξιοποιώντας πλήρως τα σχετικά νομικά μέσα που προβλέπονται στους τίτλους IV, IX και X του τρίτου μέρους της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια σταθερή κοινωνική βάση για την Ένωση· υπογραμμίζει ειδικότερα στη συνάρτηση αυτή τα δικαιώματα που απορρέουν από την οδηγία 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογενείας τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών και από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 492/2011 σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης·

91.  υπενθυμίζει τη σημασία της διαμόρφωσης μιας κοινωνικής Ευρώπης, έτσι ώστε το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης να συνεχίσει να υποστηρίζεται από τους εργαζόμενους·

92.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να προαχθεί η ιδέα του ορισμού κατώτατου μισθού από κάθε κράτος μέλος, παρατηρεί ότι η εξέταση των δυνατοτήτων ενός συστήματος ελάχιστου επιδόματος ανεργίας θα απαιτούσε την ύπαρξη κοινών κανόνων και προϋποθέσεων για μια αγοράς εργασίας της ΕΕ, και προτείνει την έγκριση, δυνάμει των τρεχουσών διατάξεων της Συνθήκης, νομοθετικής πρότασης με γνώμονα τη μείωση των φραγμών που εξακολουθούν να υφίστανται για τους εργαζόμενους·

93.  επισημαίνει τις δυνατότητες που παρέχει η Ένωση και την ανάγκη να συμπεριληφθούν ενεργά νέοι εργαζόμενοι στην αγορά εργασίας και να ενθαρρυνθεί περαιτέρω η ανταλλαγή νέων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 47 ΣΛΕΕ·

94.  καλεί την Επιτροπή να ενσωματώσει κριτήρια απασχόλησης για τη μακροοικονομική αξιολόγηση των επιδόσεων των κρατών μελών και να συστήσει και να υποστηρίξει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η καλύτερη αξιοποίηση των περιφερειακών και κοινωνικών ταμείων·

95.  ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει δεόντως την ανάγκη λήψης μέτρων από την ΕΕ καθώς και τις ενδεχόμενες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εναλλακτικών επιλογών πολιτικής προτού προτείνει μια νέα πρωτοβουλία (π.χ. νομοθετικές προτάσεις, μη νομοθετικές πρωτοβουλίες, εκτελεστικές και κατʼ εξουσιοδότηση πράξεις), σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου·

96.  ζητεί τη θέσπιση ενός νέου κοινωνικού συμφώνου (υπό μορφήν ενδεχομένως ενός κοινωνικού πρωτοκόλλου) με στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και τη μείωση των ανισοτήτων, που να διασφαλίζει την τήρηση όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, μεταξύ άλλων το δικαίωμα σε συλλογικές διαπραγματεύσεις και την ελεύθερη κυκλοφορία· επισημαίνει ότι το εν λόγω σύμφωνο θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση του συντονισμού των κοινωνικών πολιτικών των κρατών μελών·

97.  καλεί την Επιτροπή να αναθερμάνει τον κοινωνικό διάλογο στην ΕΕ μέσω δεσμευτικών συμφωνιών μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, σύμφωνα με τα άρθρα 151 έως 161 ΣΛΕΕ·

Εξωτερική δράση

Αύξηση της αποτελεσματικότητας, της συνοχής και της λογοδοσίας της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ)

98.  φρονεί ότι η συνολική προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις εξωτερικές συγκρούσεις και κρίσεις θα πρέπει να ενισχυθεί με τη στενότερη συνεργασία των διαφόρων δρώντων και μέσων σε όλες τις φάσεις του κύκλου μιας σύγκρουσης·

99.  επιμένει στην ανάγκη χρήσης των διατάξεων του άρθρου 22 ΣΕΕ για τη θέσπιση συνολικού στρατηγικού πλαισίου και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα στρατηγικά συμφέροντα και τους στρατηγικούς στόχους που ορίζονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ που να μπορούν να επεκταθούν πέρα από την ΚΕΠΠΑ σε άλλους τομείς εξωτερικής δράσης και που απαιτεί συνοχή με άλλες πολιτικές, όπως το εμπόριο, η γεωργία και η αναπτυξιακή βοήθεια· υπενθυμίζει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει αυτής της στρατηγικής θα μπορούσαν να τεθούν σε εφαρμογή μέσω ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία· τονίζει ότι η δημοκρατική νομιμότητα των αποφάσεων αυτών μπορεί να ενισχυθεί εάν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εγκρίνουν κοινά στρατηγικά έγγραφα με βάση τις προτάσεις της Ύπατης Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας / Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΑΕ/ΥΕ)·

100.  ζητεί να ενισχυθεί η κοινοβουλευτική εποπτεία της εξωτερικής δράσης της ΕΕ, μεταξύ άλλων με τη συνέχιση των τακτικών διαβουλεύσεων με την ΑΕ/ΥΕ, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) και την Επιτροπή, και να οριστικοποιηθούν οι διαπραγματεύσεις για την αντικατάσταση της διοργανικής συμφωνίας του 2002 σχετικά με την πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες του Συμβουλίου στον τομέα της ΚΕΠΠΑ·

101.  θεωρεί απαραίτητη την ένταξη των ειδικών απεσταλμένων της ΕΕ στην ΕΥΕΔ και την μεταφορά των κονδυλίων του προϋπολογισμού τους από τις γραμμές της ΚΕΠΠΑ στις γραμμές της ΕΥΕΔ, καθώς έτσι θα ενισχυθεί η συνοχή των προσπαθειών της ΕΕ·

102.  ζητεί να γίνει χρήση του άρθρου 31 παράγραφος 2 ΣΕΕ, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στο Συμβούλιο να λαμβάνει ορισμένες αποφάσεις σε θέματα που αφορούν την ΚΕΠΠΑ με ειδική πλειοψηφία καθώς και της «ρήτρας γέφυρας» που προβλέπεται στο άρθρο 31 παράγραφος 3 ΣΕΕ για την προοδευτική μετάβαση στη λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία σε τομείς της ΚΕΠΠΑ που δεν έχουν στρατιωτικές ή αμυντικές επιπτώσεις· υπενθυμίζει ότι το άρθρο 20 παράγραφος 2 ΣΕΕ, που ορίζει τις διατάξεις για την ενισχυμένη συνεργασία, παρέχει στα κράτη μέλη πρόσθετες δυνατότητες προώθησης της ΚΕΠΠΑ και θα πρέπει, συνεπώς, να χρησιμοποιηθεί·

103.  πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να αυξηθεί η ευελιξία των δημοσιονομικών κανόνων για την ανάληψη εξωτερικής δράσης προκειμένου να αποφευχθούν καθυστερήσεις στην επιχειρησιακή εκταμίευση των πιστώσεων της ΕΕ και, κατά συνέπεια, να αυξηθεί η ικανότητα της ΕΕ να αντιμετωπίζει τις κρίσεις γρήγορα και αποτελεσματικά· κρίνει εν προκειμένω απαραίτητη τη δημιουργία μιας ταχείας διαδικασίας για την ανθρωπιστική βοήθεια που να διασφαλίζει τη χορήγηση της βοήθειας με τον πλέον αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο·

104.  παροτρύνει το Συμβούλιο, την ΕΥΕΔ και την Επιτροπή να τηρήσουν τις αντίστοιχες δεσμεύσεις τους όσον αφορά την άμεση και πλήρη ενημέρωση του Κοινοβουλίου σε όλα τα στάδια των διαδικασιών διαπραγμάτευσης και σύναψης διεθνών συμφωνιών, όπως ορίζεται στο άρθρο 218 παράγραφος 10 ΣΛΕΕ και όπως περιγράφεται λεπτομερώς σε διοργανικές συμφωνίες με την Επιτροπή και το Συμβούλιο·

105.  τονίζει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει επιβεβαιώσει ότι το Κοινοβούλιο, δικαιούται, βάσει του άρθρου 218 παράγραφος 10 ΣΛΕΕ, να τηρείται πλήρως και άμεσα ενήμερο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας για τη διαπραγμάτευση και σύναψη διεθνών συμφωνιών – και σε θέματα ΚΕΠΠΑ – προκειμένου αυτό να μπορεί να ασκεί τις εξουσίες του έχοντας πλήρη γνώση του συνόλου των δράσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· αναμένει συνεπώς ότι οι διοργανικές διαπραγματεύσεις που πρόκειται να διεξαχθούν βάσει βελτιωμένων πρακτικών συμφωνιών συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης και σύναψης διεθνών συμφωνιών θα λάβουν δεόντως υπόψη τους τη νομολογία ΔΕΕ·

Προς μια κοινή αμυντική πολιτική

106.  ζητεί να ληφθούν σταδιακά μέτρα για μία κοινή αμυντική πολιτική (άρθρο 42 παράγραφος 2 ΣΕΕ) και, τελικά, για μια κοινή άμυνα, που μπορεί να αποφασιστεί ομόφωνα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και ταυτόχρονα να ενισχυθούν οι μη στρατιωτικές – και με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών – προσεγγίσεις πρόληψης και επίλυσης συγκρούσεων που βασίζονται στη μη χρήση βίας, κυρίως μέσω μιας αύξησης των οικονομικών, διοικητικών και ανθρωπίνων πόρων που σχετίζονται με τη διαμεσολάβηση, τον διάλογο, τη συμφιλίωση και την άμεση απόκριση σε κρίσεις με τη συμμετοχή οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών·

107.  προτείνει ως πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46 ΣΕΕ σχετικά με τη δημιουργία της μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας (PESCO) μέσω ειδικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο, δεδομένου ότι αυτό το μέσο θα δώσει τη δυνατότητα στα πιο φιλόδοξα κράτη μέλη να συνεργάζονται στενότερα με συντονισμένο τρόπο στον τομέα της άμυνας υπό την αιγίδα της ΕΕ και θα τους επιτρέψει να χρησιμοποιήσουν τα θεσμικά όργανα, τα μέσα και τον προϋπολογισμό της ΕΕ·

108.  προτείνει τη σύσταση ενός μονίμου Συμβουλίου Υπουργών Άμυνας, υπό την προεδρία της ΑΕ/ΥΕ, με στόχο αφενός τον συντονισμό των πολιτικών άμυνας των κρατών μελών, ιδίως στον τομέα της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο και στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, και αφετέρου την από κοινού ανάπτυξη της στρατηγικής και των προτεραιοτήτων της πολιτικής άμυνας της ΕΕ·

109.  επιμένει να καταρτιστεί μια λευκή βίβλος της ΕΕ για την ασφάλεια και την άμυνα βάσει της παγκόσμιας στρατηγικής της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας υπό την προεδρία της ΑΕ/ΥΕ, καθώς σε αυτό το έγγραφο θα οριστούν περαιτέρω οι στρατηγικοί στόχοι της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας και θα προσδιοριστούν οι υφιστάμενες και απαιτούμενες ικανότητες· καλεί την Επιτροπή να βασίσει τις τρέχουσες προπαρασκευαστικές εργασίες της για ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για την άμυνα στα αποτελέσματα της μελλοντικής Λευκής Βίβλου της ΕΕ για την ασφάλεια και την άμυνα, οι οποίες θα πρέπει επίσης να εξετάσουν το ζήτημα του τρόπου και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η χρήση στρατιωτικής βίας κρίνεται σκόπιμη και νόμιμη·

110.  υπογραμμίζει την ανάγκη ορισμού κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής δυνατοτήτων και εξοπλισμών (άρθρο 42 παράγραφος 3 ΣΕΕ), η οποία θα καλύπτει τον κοινό σχεδιασμό, την ανάπτυξη και την προμήθεια στρατιωτικών δυνατοτήτων και θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει προτάσεις για την αντίδραση σε απειλές στον κυβερνοχώρο, σε υβριδικές και ασύμμετρες απειλές· ενθαρρύνει την Επιτροπή να επεξεργαστεί ένα φιλόδοξο σχέδιο δράσης για την ευρωπαϊκή άμυνα, όπως ανακοινώθηκε στο πρόγραμμα εργασίας για το 2016·

111.  υπογραμμίζει το μεγάλο δυναμικό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (ΕΟΑ) όσον αφορά την ανάπτυξη μιας ενιαίας αμυντικής αγοράς που θα είναι ανταγωνιστική, αποτελεσματική και ισχυρή στους τομείς έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας καθώς και να εστιάζει στη δημιουργία εξειδικευμένων θέσεων εργασίας και προς αυτόν τον σκοπό, συνιστά να διερευνηθούν οι δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα· επαναλαμβάνει την επείγουσα ανάγκη για ενίσχυση του ΕΟΑ παρέχοντάς του τους απαραίτητους πόρους και την πολιτική στήριξη που θα του δώσουν τη δυνατότητα να διαδραματίσει ηγετικό και συντονιστικό ρόλο στην ανάπτυξη ικανοτήτων, την έρευνα και τις προμήθειες· επαναλαμβάνει την άποψή του ότι αυτό θα επιτευχθεί καλύτερα με τη χρηματοδότηση των δαπανών προσωπικού και διαχείρισης του οργανισμού από τον προϋπολογισμό της Ένωσης·

112.  υπενθυμίζει το άρθρο 44 ΣΕΕ, που προβλέπει συμπληρωματικές διατάξεις ευελιξίας και ορίζει τη δυνατότητα ανάθεσης της εκτέλεσης αποστολών διαχείρισης κρίσεων σε μια ομάδα κρατών μελών, τα οποία αναλαμβάνουν τις εν λόγω αποστολές εκ μέρους της ΕΕ και υπόκεινται στον πολιτικό έλεγχο και τη στρατηγική καθοδήγηση της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφαλείας και της ΕΥΕΔ·

113.  προτείνει να γίνει χρήση του άρθρου 41 παράγραφος 3 ΣΕΕ για τη δημιουργία ταμείου εκκίνησης από εισφορές των κρατών μελών για τη χρηματοδότηση προπαρασκευαστικών ενεργειών που αφορούν δραστηριότητες Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) και δεν χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης·

114.  τονίζει τη σημασία της επέκτασης της κοινής χρηματοδότησης στον τομέα της στρατιωτικής ΚΠΑΑ, μεταξύ άλλων μέσω του μηχανισμού ΑΘΗΝΑ, καθώς με αυτόν τον τρόπο θα μειωθούν τα οικονομικά αντικίνητρα για τη συνεισφορά των κρατών μελών σε στρατιωτικές αποστολές και επιχειρήσεις ΚΠΑΑ και, κατά συνέπεια, θα βελτιωθεί η ικανότητα αντιμετώπισης κρίσεων από την ΕΕ·

115.  ζητεί τη δημιουργία μόνιμου στρατιωτικού και μη στρατιωτικού στρατηγείου, με δυνατότητα στρατηγικού σχεδιασμού και διεξαγωγής επιχειρήσεων (MPCC) καθώς και Μη Στρατιωτική Δύναμη Σχεδιασμού και Διεξαγωγής Επιχειρήσεων (CPCC)· ζητεί τη θεσμοθέτηση των διαφόρων ευρωπαϊκών στρατιωτικών δομών (μεταξύ άλλων των διαφόρων «μάχιμων ομάδων», των Ευρωδυνάμεων, της αμυντικής συνεργασίας Γαλλίας-Ηνωμένου Βασιλείου, της συνεργασίας αεράμυνας Μπενελούξ) στο πλαίσιο της ΕΕ και την αύξηση της δυνατότητας χρήσης των μάχιμων ομάδων της ΕΕ, επεκτείνοντας, μεταξύ άλλων, την κοινή χρηματοδότηση και θεωρώντας κατ’ αρχήν την ανάπτυξή τους ως δυνάμεων άμεσης παρέμβασης σε μελλοντικά σενάρια διαχείρισης κρίσεων·

116.  επισημαίνει ότι το εν λόγω μόνιμο στρατηγείο θα μπορούσε να αναλάβει τον σχεδιασμό αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων σε μόνιμη βάση και να διαδραματίσει μείζονα συντονιστικό ρόλο στις μελλοντικές εφαρμογές του άρθρου 42 παράγραφος 7 ΣΕΕ· είναι της άποψης ότι η «ρήτρα αμοιβαίας άμυνας» που ορίζεται στο εν λόγω άρθρο και την οποία επικαλέστηκε η Γαλλία στη διάρκεια του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της 17ης Νοεμβρίου 2015, μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για τη μελλοντική ανάπτυξη της πολιτικής ασφαλείας και άμυνας της ΕΕ και να οδηγήσει στην ανάληψη ισχυρότερων δεσμεύσεων από όλα τα κράτη μέλη·

117.  φρονεί ότι η συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ πρέπει να ενισχυθεί σε όλα τα επίπεδα σε τομείς όπως η ανάπτυξη δυνατοτήτων και ο σχεδιασμός αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων για υβριδικές απειλές και ότι πρέπει να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες άρσης των εναπομεινάντων πολιτικών εμποδίων· ζητεί μετ’ επιτάσεως μια ευρεία πολιτική και στρατιωτική συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ·

118.  ζητεί τη λήψη αποφασιστικών μέτρων για τη διασφάλιση της συνοχής των πολιτικών για την ανάπτυξη (ΣΠΑ) βάσει του άρθρου 208 ΣΛΕΕ και επιμένει ότι πρέπει να βελτιωθεί το σύστημα αξιολόγησης του αντικτύπου της ΣΠΑ και να θεσπιστεί ένας μηχανισμός διαιτησίας σε περίπτωση αποκλίσεων μεταξύ των διαφόρων πολιτικών της Ένωσης, μέσω του οποίου θα ανατίθεται στον Πρόεδρο της Επιτροπής η πολιτική ευθύνη επί των κύριων κατευθυντήριων γραμμών και η δυνατότητα διευθέτησης των θεμάτων βάσει των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Ένωση στον τομέα της ΣΠΑ·

Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ)

119.  υπογραμμίζει ότι, με την επιφύλαξη της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και της ανάγκης να ασκείται δημοκρατικός και δικαστικός έλεγχος στις πολιτικές για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, και υπό το φως των πρόσφατων επιθέσεων και της αύξησης της απειλής της τρομοκρατίας, η συστηματική, υποχρεωτική και δομημένη ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων μεταξύ των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου και των υπηρεσιών πληροφοριών καθώς και με την Ευρωπόλ, τον Frontex και την Eurojust, κρίνεται απολύτως απαραίτητη και πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή το συντομότερο δυνατόν·

120.  επισημαίνει ότι, όπως και σε προηγούμενες επιθέσεις, οι δράστες των επιθέσεων στο Παρίσι ήταν ήδη γνωστοί στις αρχές ασφαλείας και είχαν αποτελέσει αντικείμενο ερευνών και μέτρων επιτήρησης· εκφράζει τη ανησυχία του για το γεγονός ότι τα υπάρχοντα δεδομένα σχετικά με αυτά τα άτομα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ανταλλαγής μεταξύ των κρατών μελών, παρά τις απαιτήσεις του άρθρου 88 ΣΛΕΕ· καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει, βάσει του άρθρου 352 ΣΛΕΕ, την υποχρεωτική ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των κρατών μελών· θεωρεί ότι, σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατόν να επιτευχθεί ομοφωνία, θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες της ενισχυμένης συνεργασίας·

121.  καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να προβούν σε ολοκληρωμένη αξιολόγηση των αντιτρομοκρατικών και άλλων συναφών μέτρων της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή τους στα κράτη μέλη σε νομοθετικό και πρακτικό επίπεδο, και τον βαθμό συνεργασίας των κρατών μελών σε αυτόν τον τομέα με τους οργανισμούς της ΕΕ, κυρίως με την Ευρωπόλ και τη Eurojust καθώς και μια αξιολόγηση των κενών που εξακολουθούν να υφίστανται καθώς και την τήρηση εκ μέρους τους των υποχρεώσεων της Ένωσης στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάνοντας χρήση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 70 ΣΛΕΕ·

122.  υπενθυμίζει εν προκειμένω ότι το άρθρο 222 ΣΛΕΕ προβλέπει μια ρήτρα αλληλεγγύης που μπορεί και θα πρέπει να ενεργοποιείται, όταν ένα κράτος μέλος δέχεται τρομοκρατική επίθεση ή πλήττεται από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή·

123.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η οδηγία για την προσωρινή προστασία δεν έχει ενεργοποιηθεί υπό το φως της προσφυγικής κρίσης, παρά το γεγονός ότι θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση της μαζικής εισροής υπηκόων τρίτων χωρών·

124.  υπογραμμίζει την ανάγκη θέσπισης μιας δίκαιης και αποτελεσματικής κοινής πολιτικής ασύλου και μετανάστευσης στην ΕΕ βάσει των αρχών της αλληλεγγύης, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της μη επαναπροώθησης και της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ όλων των κρατών μελών που θα πρέπει επίσης να προβλέπει τη δίκαιη κατανομή των αιτούντων άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση· είναι της άποψης ότι η εν λόγω πολιτική θα πρέπει να δεσμεύει όλα τα κράτη μέλη· επισημαίνει στα κράτη μέλη τις αναληφθείσες στη συνάρτηση αυτή δεσμεύσεις τους και τονίζει ότι ένα νέο πλαίσιο για το άσυλο και τη μετανάστευση πρέπει να βασίζεται στα θεμελιώδη δικαιώματα των μεταναστών·

125.  επισημαίνει ότι απαιτούνται περαιτέρω μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου θα αποτελέσει ένα πραγματικά ενιαίο σύστημα· ζητεί από τα κράτη μέλη να εναρμονίσουν τη νομοθεσία και τις πρακτικές τους όσον αφορά τα κριτήρια για το ποιος χαρακτηρίζεται δικαιούχος διεθνούς προστασίας και τις εγγυήσεις σχετικά με τις διαδικασίες διεθνούς προστασίας και τις συνθήκες υποδοχής, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ και τις πάγιες βέλτιστες πρακτικές στα άλλα κράτη μέλη·

126.  επιδοκιμάζει την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1624 σχετικά με την διεύρυνση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του Frontex και την μετονομασία του σε Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής· φρονεί ότι ο οργανισμός μπορεί να ενισχυθεί, όποτε κρίνεται αναγκαίο, με στρατιωτικά μέσα, όπως η Ευρωπαϊκή Ναυτική Δύναμη (Euromarfor) και ένα αναβαθμισμένο Ευρωπαϊκό Σώμα (Eurocorps), καθώς και από πόρους που θα συγκεντρώνονται μέσω της μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας· υπογραμμίζει ότι σύμφωνα με τον κανονισμό τα κράτη μέλη πρέπει, για το δικό τους συμφέρον καθώς και για το συμφέρον των υπολοίπων κρατών μελών να παρέχουν στοιχεία στις ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων· προτείνει ότι θα πρέπει επίσης να προβλέπεται η διαλειτουργικότητα των βάσεων δεδομένων των συνοριακών οργανισμών, όπως η Eurodac και η διαλειτουργικότητα με τις βάσεις δεδομένων της Europol·

127.  ζητεί επειγόντως την αναθεώρηση του κανονισμού του Δουβλίνου, με τη θέσπιση ενός μόνιμου και νομικά δεσμευτικού μηχανισμού για όλη την ΕΕ όσον αφορά την κατανομή των αιτούντων άσυλο μεταξύ των κρατών μελών, στη βάση μιας δίκαιης υποχρεωτικής κατανομής·

128.  επισημαίνει ότι, εξαιτίας των πρωτοφανών ροών μεταναστών που έφτασαν και συνεχίζουν να φτάνουν στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης και της συνεχούς αύξησης του αριθμού των ανθρώπων που ζητούν διεθνή προστασία, η Ένωση χρειάζεται μια δεσμευτική νομοθετική προσέγγιση στο ζήτημα της επανεγκατάστασης, όπως ορίζεται στο πρόγραμμα δράσης της Επιτροπής για τη μετανάστευση·

129.  ζητεί την υπογραφή συμφωνιών με ασφαλείς τρίτες χώρες με στόχο τον έλεγχο και τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών πριν από την άφιξη των μεταναστών στα σύνορα της ΕΕ· επιμένει ταυτόχρονα στην ανάγκη θέσπισης αυστηρών διαδικασιών για την επιστροφή αιτούντων με αβάσιμες αιτήσεις·

130.  ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αυξήσουν τις δαπάνες για την κατάρτιση των ειδικών σε θέματα ασύλου και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών υποβολής αίτησης ασύλου·

131.  θεωρεί ότι η εξωτερική διάσταση πρέπει να επικεντρωθεί στη συνεργασία με τις τρίτες χώρες για την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών των παράτυπων μεταναστευτικών ροών στην Ευρώπη και την καταπολέμηση αυτού του φαινομένου· εκτιμά ότι οι εταιρικές σχέσεις και η συνεργασία με τις βασικές χώρες προέλευσης, διέλευσης και προορισμού πρέπει να συνεχίσουν να βρίσκονται στο επίκεντρο των προσπαθειών· συνιστά η συνεργασία με τρίτες χώρες να περιλαμβάνει την αξιολόγηση των συστημάτων ασύλου των εν λόγω χωρών, της υποστήριξης που παρέχουν στους πρόσφυγες και της ικανότητας και της προθυμίας τους να καταπολεμήσουν την παράνομη διακίνηση και την εμπορία ανθρώπων προς τις εν λόγω χώρες και διαμέσου αυτών· αναγνωρίζει ότι επιβάλλεται η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού συστήματος επιστροφής, ωστόσο πιστεύει ότι η επιστροφή των μεταναστών πρέπει να πραγματοποιείται μόνο υπό συνθήκες ασφάλειας και με πλήρη σεβασμό προς τα θεμελιώδη και διαδικαστικά τους δικαιώματα·

132.  επιδοκιμάζει το γεγονός ότι στον νέο κανονισμό (ΕΕ) 2016/1624 ο Οργανισμός Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής ορίζει ότι σε περίπτωση που ο έλεγχος των εξωτερικών συνόρων καθίσταται αναποτελεσματικός σε τέτοιο βαθμό ώστε ενδέχεται να θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία του χώρου Σένγκεν, είτε διότι ένα κράτος μέλος δεν λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα είτε διότι δεν έχει ζητήσει επαρκή υποστήριξη από τον Frontex είτε διότι δεν εφαρμόζει την υποστήριξη αυτή, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση που προσδιορίζει τα μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν από τον Οργανισμό και καλεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να συνεργαστεί με τον Οργανισμό για την εφαρμογή των μέτρων αυτών· τονίζει εξάλλου ότι ο κανονισμός περιλαμβάνει επίσης διατάξεις σχετικά με την αστική και ποινική ευθύνη των μελών της ομάδας και μηχανισμό υποβολής καταγγελιών προκειμένου να ελέγχεται και να διασφαλίζεται η τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε όλες τις δραστηριότητες του Οργανισμού·

133.  πιστεύει ότι η αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού και των οικονομικών πόρων της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) είναι απαραίτητη σε περίπτωση που αυτή κληθεί να συντονίσει όλες τις αιτήσεις ασύλου στην ΕΕ και να χρησιμοποιηθεί για τη στήριξη των κρατών μελών που βρίσκονται υπό ιδιαίτερη μεταναστευτική πίεση κατά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων ασύλου, καθώς και στο πλαίσιο της εντολής της για την ανάπτυξη κοινών επιχειρήσεων, πιλοτικών σχεδίων και δράσεων ταχείας επέμβασης παρόμοιων με εκείνες που προστέθηκαν από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1168/2011 στην εντολή του Frontex·

134.  υπογραμμίζει τη σημασία της βελτίωσης του συντονισμού μεταξύ της EASO, του Frontex και του Γραφείου του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η πιο απρόσκοπτη έγκριση εκθέσεων έγκαιρης προειδοποίησης σε περίπτωση ιδιαίτερης μεταναστευτικής πίεσης που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο· θεωρεί ότι Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιεί τις εν λόγω εκθέσεις έγκαιρης προειδοποίησης ως βάση για την ενεργοποίηση των μέτρων έκτακτης ανάγκης που προβλέπονται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ·

135.  θεωρεί επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου του Κοινοβουλίου ως συννομοθέτη επί ίσοις όροις με το Συμβούλιο μέσω της χρήσης του άρθρου 81 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ, το οποίο καθιστά δυνατή, σε περιπτώσεις λήψης αποφάσεων στον τομέα του οικογενειακού δικαίου με διασυνοριακές επιπτώσεις, την εφαρμογή της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, εάν το Συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση με ομοφωνία, έπειτα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· ζητεί να οριστεί ως διαδικασία λήψης αποφάσεων για όλες τις άλλες πολιτικές στον τομέα της ΔΕΥ η συνήθης νομοθετική διαδικασία μέσω της «ρήτρας γέφυρας» που προβλέπεται στο άρθρο 48 παράγραφος 7 ΣΕΕ·

136.  καλεί την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 83 ΣΛΕΕ, να προτείνει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τους ορισμούς και τις κυρώσεις που αφορούν την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της εμπορίας ανθρώπων και της γενετήσιας εκμετάλλευσης γυναικών και παιδιών, της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών, της παράνομης εμπορίας όπλων, του ξεπλύματος χρήματος, της διαφθοράς, της παραχάραξης μέσων πληρωμής, της εγκληματικότητας στο χώρο της πληροφορικής και του οργανωμένου εγκλήματος·

137.  επιμένει στην εφαρμογή στην πράξη των αρχών που κατοχυρώνονται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ήτοι η αλληλεγγύη και ο επιμερισμός ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης στο πλαίσιο της εφαρμογής των πολιτικών στον τομέα της ΔΕΥ (άρθρο 70 ΣΛΕΕ) και οι διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ·

138.  θεωρεί ότι η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και τη συνεχή τήρηση των «κριτηρίων της Κοπεγχάγης», καθώς και να διασφαλίσει ότι όλα τα κράτη μέλη σέβονται τις κοινές αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ·

139.  εμμένει στη σημασία της ολοκλήρωσης της λεγόμενης «δέσμης περί διαδικαστικών εγγυήσεων», ιδίως με στόχο τη θέσπιση νομοθεσίας όσον αφορά τη διοικητική κράτηση και την κράτηση ανηλίκων, τομείς στους οποίους η νομοθεσία πολλών κρατών μελών δεν είναι πλήρως συμβατή με τα ανθρώπινα δικαιώματα και άλλα διεθνή πρότυπα·

140.  τονίζει ότι πρέπει να επιτευχθεί περαιτέρω πρόοδος όσον αφορά την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου, ιδίως στον τομέα της αμοιβαίας αναγνώρισης και της εκτέλεσης των ποινικών αποφάσεων·

141.  επισημαίνει τη σημασία που έχει η ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής δικαστικής παιδείας ως βασικής προϋπόθεσης ώστε να καταστεί ο χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης μια πραγματικότητα για τους πολίτες και να εξασφαλιστεί η καλύτερη εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

142.  υποστηρίζει ότι, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της απάτης και της διαφθοράς, καθώς και για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και την άρση του κατακερματισμού του ευρωπαϊκού χώρου ποινικού δικαίου, είναι αναγκαία η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελικής Αρχής·

143.  τονίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 86 ΣΛΕΕ, μια Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την καταπολέμηση των αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ μπορεί να συσταθεί μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· παραπέμπει, ως εκ τούτου, εκ νέου στις συστάσεις που διατυπώθηκαν στα ψηφίσματά του της 12ης Μαρτίου 2014(13) και της 29ης Απριλίου 2015(14) για μια ακριβή οργανωτική συγκρότησή της και επισημαίνει ότι ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να θεσπιστεί σύντομα, ώστε να της παράσχει αρμοδιότητα διενέργειας ερευνών και απαγγελίας κατηγοριών για αδικήματα που συνδέονται με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ·

144.  υπενθυμίζει την υποχρέωση προσχώρησης της Ένωσης στη Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 ΣΕΕ, και ζητεί την άμεση επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο της Ευρώπης για αυτόν τον σκοπό, λαμβανομένης υπόψη της γνωμοδότησης του ΔΕΕ της 18ης Δεκεμβρίου 2014· υπενθυμίζει στην Επιτροπή, στο πλαίσιο του ρόλου της ως βασικού διαπραγματευτή, ότι με την προσχώρηση αυτή θα βελτιωθεί η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων όλων των ευρωπαίων πολιτών·

145.  επαναλαμβάνει ότι το παρόν ψήφισμα αποσκοπεί στην παροχή μιας αξιολόγησης των νομικών δυνατοτήτων που προβλέπονται στις Συνθήκες και πρέπει να αποτελέσει τη βάση για τη βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης βραχυπρόθεσμα· υπενθυμίζει ότι, για περαιτέρω θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις στο μέλλον, είναι απαραίτητη η αναθεώρηση των Συνθηκών·

o
o   o

146.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στην ΕΚΤ, στην Επιτροπή των Περιφερειών, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στα κοινοβούλια και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 184 E της 6.8.2009, σ. 25.
(2) ΕΕ C 212 E της 5.8.2010, σ. 82.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0249.
(4) ΕΕ C 13 της 15.1.2016, σ. 183.
(5) ΕΕ C 313 της 22.9.2015, σ. 9.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0103.
(7) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0010.
(8) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0382.
(9) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0395.
(10) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0050.
(11) ΕΕ C 468 της 15.12.2016, σ. 176.
(12) COM(2012)0777, 28 Νοεμβρίου 2012.
(13) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0234.
(14) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0173.

Τελευταία ενημέρωση: 21 Σεπτεμβρίου 2017Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου