Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2013/0016(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0015/2014

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0015/2014

Συζήτηση :

PV 25/02/2014 - 8
PV 25/02/2014 - 10
CRE 25/02/2014 - 8
CRE 25/02/2014 - 10

Ψηφοφορία :

PV 26/02/2014 - 9.3

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2014)0150

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 774kWORD 413k
Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Ασφάλεια των σιδηροδρόμων ***I
P7_TA(2014)0150A7-0015/2014
Ψήφισμα
 Ενοποιημένο κείμενο

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων (αναδιατύπωση) (COM(2013)0031 – C7-0028/2013 – 2013/0016(COD)) (Συνήθης νομοθετική διαδικασία – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2013)0031),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 91 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7‑0028/2013),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν, στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, από το Λιθουανικό Κοινοβούλιο, τη Ρουμανική Γερουσία και το Σουηδικό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τις οποίες το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2013(1) ,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών της 8ης Οκτωβρίου 2013(2) ,

–  έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία, της 28ης Νοεμβρίου 2001, για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(3) ,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προς την Επιτροπή Μεταφορών και Τουρισμού σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 του Κανονισμού,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 87 και 55 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A7-0015/2014),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη συμβουλευτική ομάδα εργασίας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην εκείνων που προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων μαζί με τις τροποποιήσεις αυτές, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους·

1.  εγκρίνει τη θέση κατά την πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας εργασίας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) EE C 327 της 12.11.2013, σ. 122.
(2) EE C 356 της 5.12.2013, σ. 92.
(3) EE C 77 της 28.3.2002, σ. 1.


Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 26 Φεβρουαρίου 2014 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2014/…/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων (αναδιατύπωση)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
P7_TC1-COD(2013)0016

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 91 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1) ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(2) ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3) ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Οδηγία 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(4) , έχουν τροποποιηθεί σημαντικά. Επειδή πρόκειται να εισαχθούν και άλλες τροποποιήσεις, πρέπει να αναδιατυπωθεί ώστε να καταστεί σαφέστερη.

(1α)  Οι σιδηρόδρομοι αποτελούν ήδη το ασφαλέστερο μέσο μεταφοράς στην Ένωση και τις τελευταίες δεκαετίες έχουν βελτιώσει ακόμη περισσότερο τις επιδόσεις τους στον τομέα της ασφάλειας. Ενώ οι επιδόσεις τους στον τομέα της μεταφοράς αυξήθηκαν από περίπου 200 δισεκατομμύρια επιβατοχιλιόμετρα το 1970 σε περισσότερα από 300 δισεκατομμύρια σήμερα, ο μέσος ετήσιος αριθμός θανάτων επιβατών σε σιδηροδρομικά ατυχήματα έχει μειωθεί από 400, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σε λιγότερους από 100 σήμερα. [Τροπολογία 1]

(1β)  Θα πρέπει να κατοχυρώνεται η ασφάλεια όχι μόνον για τους επιβάτες και τους εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού των εργοληπτών, αλλά και για τους χρήστες ισόπεδων διαβάσεων και τα άτομα που κατοικούν κοντά σε σιδηροδρομικές γραμμές. [Τροπολογία 2]

(1γ)  Με βάση την τεχνική και την επιστημονική πρόοδο, η ασφάλεια των σιδηροδρόμων πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω σε συνδυασμό με την αναμενόμενη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των σιδηροδρομικών μεταφορών. [Τροπολογία 3]

(1δ)  Το σιδηροδρομικό τοπίο στην Ένωση έχει υποστεί βαθιές αλλαγές, οι οποίες οφείλονται, μεταξύ άλλων, στις τρεις δέσμες για τους σιδηροδρόμους που έχουν εγκριθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η σταδιακή δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου χαρακτηρίζεται από πληθώρα παραγόντων, αυξημένη προσφυγή στην υπεργολαβία και συχνότερες εισόδους στην αγορά. Σε αυτό το πιο σύνθετο περιβάλλον, η ασφάλεια των σιδηροδρόμων εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη συνεργασία όλων των παραγόντων, και ειδικότερα των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, των διαχειριστών υποδομής, του κλάδου των σιδηροδρόμων και των αρχών ασφαλείας. Η νομοθεσία για την ασφάλεια θα πρέπει να λάβει υπόψη τις εξελίξεις αυτές και να θέσει σε εφαρμογή κατάλληλες διαδικασίες και μέσα κοινοποίησης πληροφοριών, διαχείρισης και έκτακτης ανάγκης. [Τροπολογία 4]

(2)  Με την οδηγία 2004/49 2004/49/ΕΚ θεσπίσθηκε κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, με την εναρμόνιση του περιεχομένου των κανόνων ασφάλειας, την πιστοποίηση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, των καθηκόντων και του ρόλου των εθνικών αρχών ασφάλειας, και της διερεύνησης ατυχημάτων. Ωστόσο, για να συνεχισθούν οι προσπάθειες για τη δημιουργία Η εν εξελίξει εδραίωση ενιαίας αγοράς υπηρεσιών σιδηροδρομικών μεταφορών οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των διαφόρων παραγόντων και διασυνδέσεων επικοινωνίας. Προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών σε αυτό το περιβάλλον , η εν λόγω οδηγία χρειάζεται διεξοδική αναθεώρηση. [Τροπολογία 5]

(2α)  Λόγω των διαφορών που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ των απαιτήσεων ασφάλειας και οι οποίες επηρεάζουν τη βέλτιστη λειτουργία των σιδηροδρομικών μεταφορών στην Ένωση, έχει ιδιαίτερη σημασία να συνεχιστεί η διαδικασία εναρμόνισης των κανόνων που αφορούν τόσο τη λειτουργία και την ασφάλεια όσο και τη διερεύνηση των ατυχημάτων. [Τροπολογία 6]

(2β)  Η εναρμόνιση δεν θα πρέπει, ωστόσο, να θέτει σε κίνδυνο το σημερινό επίπεδο ασφάλειας κάθε κράτους μέλους. [Τροπολογία 7]

(2γ)  Η ορθή εφαρμογή και η περαιτέρω βελτίωση της οδηγίας 96/49/ΕΚ του Συμβουλίου (5) και της οδηγίας 2008/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) έχει ύψιστη σημασία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων και την προστασία της ανθρώπινης ζωής, της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος. [Τροπολογία 8]

(3)  Σε πολλά κράτη μέλη τα μετρό, τα τραμ, τα τραμ-τρένα και άλλα ελαφρά σιδηροδρομικά συστήματα υπόκεινται σε τοπικούς ή περιφερειακούς κανόνες ασφάλειας, συχνά εποπτεύονται από τοπικές ή περιφερειακές αρχές και δεν καλύπτονται από τις απαιτήσεις για τη διαλειτουργικότητα ή την αδειοδότηση που ισχύουν στην Ένωση. Επιπλέον, τα τραμ συχνά υπόκεινται στη νομοθεσία περί οδικής ασφάλειας και συνεπώς, δεν θα ήταν δυνατόν να καλυφθούν πλήρως από τους κανόνες σιδηροδρομικής ασφάλειας. Για τους λόγους αυτούς, αυτά τα τοπικά σιδηροδρομικά συστήματα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν εθελοντικά τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στα τοπικά σιδηροδρομικά συστήματα, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο. [Τροπολογία 9]

(4)  Τα επίπεδα ασφάλειας του σιδηροδρομικού συστήματος της Ένωσης είναι κατά κανόνα υψηλά, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τις οδικές μεταφορές. Με βάση την τεχνική και την επιστημονική πρόοδο, πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω και η ασφάλεια, εφόσον στον βαθμό που είναι εύλογα εφικτό και με βάση την ανταγωνιστικότητα των σιδηροδρομικών μεταφορών. [Τροπολογία 10]

(4α)  Η ασφάλεια εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την αλληλεπίδραση μεταξύ των σιδηροδρομικών υποδομών, των μεταφορών, των κατασκευαστών και των αρχών ασφαλείας. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν και να αναπτυχθούν κατάλληλα μέσα προκειμένου να κατοχυρωθεί και να αυξηθεί η ασφάλεια. [Τροπολογία 11]

(5)  Όλοι οι κύριοι παράγοντες του σιδηροδρομικού συστήματος, διαχειριστές υποδομής και σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, πρέπει να φέρουν εξ ολοκλήρου την ευθύνη για την ασφάλεια του συστήματος, ο καθένας στο τμήμα που του αναλογεί. Όπου αρμόζει, πρέπει να συνεργάζονται στην υλοποίηση μέτρων ελέγχου των κινδύνων. Τα κράτη μέλη πρέπει να διαχωρίσουν σαφώς την άμεση αυτή ευθύνη για την ασφάλεια από το καθήκον των αρμόδιων εθνικών αρχών ασφάλειας να παρέχουν ένα εθνικό ρυθμιστικό πλαίσιο και να εποπτεύουν τις επιδόσεις όλων των φορέων εκμετάλλευσης. [Τροπολογία 12]

(6)  Tο γεγονός ότι οι διαχειριστές υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις έχουν την ευθύνη λειτουργίας του σιδηροδρομικού συστήματος δεν συνεπάγεται ότι άλλοι παράγοντες, όπως κατασκευαστές, μεταφορείς, αποστολείς, υπεύθυνοι πλήρωσης, φορτωτές, εκφορτωτές, παραλήπτες, εταιρείες επιφορτισμένες με τη συντήρηση, εταιρείες συντήρησης, ιδιοκτήτες οχημάτων, κάτοχοι οχημάτων, πάροχοι υπηρεσιών και προμηθευτές απαλλάσσονται των ευθυνών τους για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους και για την εισαγωγή μέτρων ελέγχου κινδύνων . Για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μη ορθής ανάληψης των ευθυνών, κάθε σχετικός παράγοντας πρέπει να καθίσταται υπεύθυνος για την ιδιαίτερη δραστηριότητά του μέσω συμβατικών συμφωνιών . Κάθε παράγοντας στο σιδηροδρομικό σύστημα πρέπει να είναι υπεύθυνος έναντι των υπολοίπων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, για την πλήρη και αληθή κοινοποίηση όλων των σχετικών πληροφοριών, ώστε να ελέγχεται εάν τα οχήματα είναι σε κατάσταση λειτουργίας. Πρόκειται που είναι απαραίτητες για να διασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία ενός οχήματος, ιδίως για πληροφορίες που αφορούν την κατάσταση και το ιστορικό του οχήματος, τα αρχεία συντήρησης, την ιχνηλασιμότητα των εργασιών φόρτωσης και τα έγγραφα μεταφοράς. [Τροπολογία 13]

(6α)  Το γεγονός ότι συμβαίνουν σοβαρά ατυχήματα με εμπορευματικές φορτάμαξες καταδεικνύει ότι απαιτούνται υποχρεωτικοί κανόνες, εναρμονισμένοι σε επίπεδο Ένωσης, σχετικά με την συχνότητα και την τακτικότητα της συντήρησης των εμπορευματικών φορταμαξών, του επιβατικού τροχαίου υλικού και των μηχανών. [Τροπολογία 14]

(7)  Κάθε σιδηροδρομική επιχείρηση, διαχειριστής υποδομής και αρμόδιος για τη συντήρηση φορέας πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι εργολάβοι του και άλλα μέρη εφαρμόζουν μέτρα ελέγχου των κινδύνων. Προς το σκοπό αυτό, πρέπει να εφαρμόζονται οι μέθοδοι διεξαγωγής της παρακολούθησης που καθορίζονται στις κοινές μεθόδους ασφαλείας (ΚΜΑ). Οι εργολάβοι πρέπει να εφαρμόζουν την εν λόγω διαδικασία μέσω συμβατικών ρυθμίσεων. Επειδή οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν ουσιαστικό μέρος του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και των διαχειριστών υποδομής, οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διαχειριστές υποδομής πρέπει να δημοσιοποιούν τις συμβατικές ρυθμίσεις τους, εφόσον το ζητήσουν ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Οργανισμός») ή η εθνική αρχή ασφαλείας στο πλαίσιο εποπτικών δραστηριοτήτων.

(7α)  Ο βαθμός συνεργασίας μεταξύ των κατασκευαστών, των επιφορτισμένων με τη συντήρηση εταιρειών και των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων μειώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτόν καθίσταται αναγκαία η εναρμόνιση των ελάχιστων διαστημάτων συντήρησης και των απαιτήσεων ασφαλείας με στόχο την ασφάλεια σε ολόκληρο το σιδηροδρομικό σύστημα. [Τροπολογία 15]

(8)  Έχουν καθιερωθεί προοδευτικά κοινοί στόχοι ασφάλειας (ΚΣΑ) και ΚΜΑ, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι το επίπεδο ασφάλειας διατηρείται υψηλό και ότι, όποτε και όπου είναι αναγκαίο και είναι εύλογα εφικτό, βελτιώνεται. Οι κοινοί στόχοι και μέθοδοι πρέπει να παρέχουν μέσα αξιολόγησης του επιπέδου ασφάλειας και των επιδόσεων των φορέων εκμετάλλευσης στην Ένωση και στα κράτη μέλη. Έχουν καθιερωθεί κοινοί δείκτες ασφάλειας (ΚΔΑ) για να αξιολογείται εάν τα συστήματα ανταποκρίνονται στους ΚΣΑ και για να διευκολυνθεί η παρακολούθηση των επιδόσεων της ασφάλειας των σιδηροδρόμων. [Τροπολογία 16]

(9)  Εθνικοί κανόνες, οι οποίοι συχνά βασίζονται σε εθνικά τεχνικά πρότυπα, αντικαταστάθηκαν αντικαθίστανται προοδευτικά από κανόνες βασισμένους σε κοινά πρότυπα, τα οποία καθορίσθηκαν με ΚΣΑ, ΚΜΑ και τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας (ΤΠΔ). Για να αρθούν τα εμπόδια στη διαλειτουργικότητα, πρέπει να μειωθεί ο όγκος των εθνικών κανόνων συνεπεία της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής των ΤΠΔ σε ολόκληρο το σιδηροδρομικό σύστημα της Ένωσης και της συμπλήρωσης των ανοικτών σημείων των ΤΠΔ. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν επικαιροποιημένο το οικείο σύστημα εθνικών κανόνων, να καταργούν παρωχημένους κανόνες και να ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή και τον Οργανισμό χωρίς καθυστέρηση . [Τροπολογία 17]

(10)  Λαμβανόμενων υπόψη της σταδιακής προσέγγισης όσον αφορά την στην εξάλειψη των εμποδίων στη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος, με παράλληλη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, και τον χρόνο του χρόνου που απαιτείται για την έκδοση όλων των ΤΠΔ, είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να μη θεσπίζουν νέους εθνικούς κανόνες, ούτε να αρχίζουν έργα ξεκινούν σχέδια που επιτείνουν την ποικιλομορφία του υφιστάμενου συστήματος. Το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας είναι το ένα αναγνωρισμένο μέσο πρόληψης των ατυχημάτων. Τα κράτη μέλη, ο Οργανισμός και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις είναι υπεύθυνες έχουν την ευθύνη να λαμβάνουν άμεσα διορθωτικά μέτρα για να προλαμβάνουν την επανάληψη των ατυχημάτων. Τα κράτη μέλη δεν πρέπει να υποβαθμίζουν την ευθύνη των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων με τη θέσπιση νέων εθνικών κανόνων μετά από ατύχημα. [Τροπολογία 18]

(10α)  Τα συστήματα ελέγχου και σηματοδότησης διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην κατοχύρωση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων. Η εναρμονισμένη ανάπτυξη και εφαρμογή του «Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαχείρισης Κυκλοφορίας Σιδηροδρόμων» (ERTMS) στο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ένωσης αποτελεί σημαντική συνεισφορά στη βελτίωση των επιπέδων ασφαλείας. [Τροπολογία 19]

(11)  Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων τους, οι διαχειριστές υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις πρέπει να εφαρμόζουν σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας το οποίο να πληροί τις απαιτήσεις της Ένωσης και να περιέχει κοινά στοιχεία. Οι πληροφορίες για την ασφάλεια και την εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας πρέπει να υποβάλλονται στον Οργανισμό και στην εθνική αρχή ασφαλείας του ενδιαφερομένου κράτους μέλους.

(11α)  Οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διαχειριστές υποδομής θα πρέπει, στο πλαίσιο της φιλοσοφίας ασφαλείας που εφαρμόζουν, να εντάξουν ένα «πνεύμα δικαιοσύνης» προκειμένου να ενθαρρύνουν ενεργά το προσωπικό να αναφέρει ατυχήματα, συμβάντα και αποσοβηθέντα ατυχήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια, χωρίς να κινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις ή διακρίσεις. Ένα πνεύμα δικαιοσύνης επιτρέπει στη σιδηροδρομική βιομηχανία να αποκομίζει διδάγματα από τα ατυχήματα, τα συμβάντα και τα αποσοβηθέντα ατυχήματα και, με αυτόν τον τρόπο, να βελτιώνει την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών για τους εργαζομένους και τους επιβάτες. [Τροπολογία 20]

(12)  Προκειμένου να διασφαλισθεί διασφαλισθούν υψηλό επίπεδο σιδηροδρομικής ασφάλειας και ισότιμοι όροι για όλες τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, οι εν λόγω επιχειρήσεις πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις ασφαλείας. Αδειοδοτημένη σιδηροδρομική επιχείρηση πρέπει να είναι κάτοχος πιστοποιητικού ασφαλείας για να έχει πρόσβαση στη σιδηροδρομική υποδομή. Το πιστοποιητικό ασφάλειας πρέπει να αποδεικνύει ότι η σιδηροδρομική επιχείρηση διαθέτει σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας και ότι είναι σε θέση να συμμορφώνεται προς τα σχετικά πρότυπα και κανόνες ασφάλειας σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται η επιχείρηση . Για τις διεθνείς μεταφορές, πρέπει να αρκεί η άπαξ και μόνον έγκριση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας σε επίπεδο Ένωσης ή για την επικράτεια στην οποία η σιδηροδρομική επιχείρηση θα χρησιμοποιήσει τη σιδηροδρομική υποδομή . [Τροπολογία 21]

(13)  Καθιερώθηκαν ελάχιστες εναρμονισμένες μέθοδοι με βάση την οδηγία 2004/49/EΚ, οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και τις εθνικές αρχές ασφαλείας όσον αφορά την παρακολούθηση, την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, την εποπτεία και την αξιολόγηση και την εκτίμηση των κινδύνων. Αυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο είναι αρκετά ώριμο για τη βαθμιαία μετάβαση σε «ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας» που θα ισχύει σε όλη την Ένωση εντός των προσδιορισμένων τομέων παροχής υπηρεσιών . Η μετάβαση σε ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας αναμένεται ότι θα καταστήσει το σιδηροδρομικό σύστημα αποτελεσματικότερο και αποδοτικότερο με τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, καθιστώντας, με τον τρόπο αυτό, τις σιδηροδρομικές μεταφορές πιο ανταγωνιστικές στον διατροπικό ανταγωνισμό . [Τροπολογία 22]

(14)  Το ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας πρέπει να εκδίδεται βάσει αποδεικτικών στοιχείων ότι η σιδηροδρομική επιχείρηση έχει καθιερώσει δικό της σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας. Για τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία ενδέχεται να απαιτούνται όχι μόνον επιτόπιες επιθεωρήσεις στη σιδηροδρομική επιχείρηση, αλλά και εποπτεία για να αξιολογείται εάν η σιδηροδρομική επιχείρηση εφαρμόζει δεόντως το οικείο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας μετά την απόκτηση του ενιαίου πιστοποιητικού ασφαλείας.

(15)  Ο διαχειριστής υποδομής πρέπει να έχει την κύρια ευθύνη για τον ασφαλή σχεδιασμό, συντήρηση και λειτουργία του οικείου σιδηροδρομικού δικτύου. Ο διαχειριστής υποδομής πρέπει να υπόκειται στην έγκριση ασφάλειας από την εθνική αρχή ασφαλείας όσον αφορά το οικείο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας και άλλες διατάξεις, ώστε να πληροί τις απαιτήσεις ασφαλείας.

(16)  Η κατάρτιση του προσωπικού αμαξοστοιχιών και η απόκτηση προσόντων συνιστούν καίριο παράγοντα για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών. Οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις θα πρέπει να μεριμνούν για την επάρκεια των προσόντων, την πιστοποίηση και την κατάρτιση του προσωπικού τους, μεταξύ άλλων όταν δραστηριοποιούνται σε δίκτυο άλλου κράτους μέλους. Οι εθνικές αρχές ασφαλείας θα πρέπει να παρακολουθούν και να επιβάλλουν τις εν λόγω απαιτήσεις. Η πιστοποίηση του προσωπικού αμαξοστοιχιών θέτει συχνά ανυπέρβλητο εμπόδιο στις νεοεισερχόμενες σιδηροδρομικές επιχειρήσεις. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες διευκολύνσεις για την εκπαίδευση και την πιστοποίηση του προσωπικού αμαξοστοιχιών για να πληρούν τις απαιτήσεις βάσει των εθνικών κανόνων, εφόσον πρόκειται να δραστηριοποιούνται στο αντίστοιχο δίκτυο. [Τροπολογία 23]

(17)  Ο υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας πρέπει να πιστοποιείται για τις εμπορευματικές φορτάμαξες. Εφόσον ο αρμόδιος για τη συντήρηση φορέας είναι διαχειριστής υποδομής, η πιστοποίηση πρέπει να περιλαμβάνεται στη διαδικασία έγκρισης της ασφάλειας. Το πιστοποιητικό που εκδίδεται για τον εν λόγω φορέα πρέπει να εγγυάται ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τη συντήρηση κάθε φορτάμαξας για την οποία είναι υπεύθυνος. Το εν λόγω πιστοποιητικό πρέπει να ισχύει σε όλη την Ένωση και να εκδίδεται από οργανισμό ο οποίος μπορεί να ελέγχει το σύστημα συντήρησης που έχει διαμορφώσει ο φορέας. Επειδή οι εμπορευματικές φορτάμαξες χρησιμοποιούνται συχνά σε διεθνείς μεταφορές και ο υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας επιθυμεί ενδεχομένως να χρησιμοποιεί συνεργεία εγκατεστημένα σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, ο οργανισμός πιστοποίησης πρέπει να μπορεί να ασκεί τους ελέγχους του σε όλη την Ένωση.

(17α)  Ο Οργανισμός αναπτύσσει από κοινού με τους εμπειρογνώμονες του κλάδου μια κοινή μέθοδο ασφάλειας για τον εντοπισμό των κρίσιμων για την ασφάλεια στοιχείων, με βάση την εμπειρία του κλάδου των αεροπορικών μεταφορών. [Τροπολογία 24]

(18)  Οι εθνικές αρχές ασφαλείας πρέπει να είναι τελείως ανεξάρτητες ως προς την οργάνωσή τους, τη νομική δομή τους και τη λήψη αποφάσεων από οιαδήποτε σιδηροδρομική επιχείρηση, διαχειριστή υποδομής, αιτούντα και ή αναθέτοντα φορέα. Πρέπει να εκτελούν τα καθήκοντά τους με ανοικτό τρόπο και χωρίς διακρίσεις και να συνεργάζονται με τον Οργανισμό για τη δημιουργία ενιαίου σιδηροδρομικού χώρου με υψηλού επιπέδου ασφάλεια των σιδηροδρόμων και να συντονίζουν τα κριτήριά τους για τη λήψη αποφάσεων. Προκειμένου να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους, οι εθνικές αρχές ασφαλείας πρέπει να διαθέτουν επαρκείς δημοσιονομικούς πόρους και άρτια καταρτισμένο προσωπικό σε επαρκή αριθμό. Για να αυξηθεί η απόδοση, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να συγχωνεύσουν το προσωπικό και τους πόρους των οικείων εθνικών αρχών ασφαλείας. [Τροπολογία 25]

(18α)  Για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου και τη βελτίωση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, ουσιώδη σημασία έχει η καθιέρωση ενιαίου πιστοποιητικού ασφαλείας. Τούτο απαιτεί σαφή κατανομή καθηκόντων και ευθυνών μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας. Ο Οργανισμός θα πρέπει να μετατραπεί σε ενιαία υπηρεσία μίας στάσης για την έκδοση πιστοποιητικών ασφαλείας στην Ένωση, αξιοποιώντας την πολύτιμη εμπειρογνωμοσύνη, τις τοπικές γνώσεις και την εμπειρία των εθνικών αρχών ασφαλείας. Θα πρέπει να αναθέτει ειδικά καθήκοντα και ευθύνες στις εθνικές αρχές ασφαλείας βάσει συμβατικών συμφωνιών όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. …/... [κανονισμός για τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων], αλλά θα πρέπει να διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα για την έκδοση, ανανέωση, τροποποίηση ή ανάκληση των πιστοποιητικών ασφαλείας, τόσο για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις όσο και για τους διαχειριστές υποδομής. [Τροπολογία 26]

(19)  Όταν ζητείται από εθνική αρχή ασφαλείας να εποπτεύει σιδηροδρομική επιχείρηση εγκατεστημένη σε διάφορα κράτη μέλη, οι άλλες εθνικές αρχές ασφαλείας πρέπει να ενημερώνουν τον Οργανισμό, ο οποίος πρέπει να εξασφαλίζει τον αναγκαίο συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων.

(19α)  Προσήλωση στους κανόνες περί χρόνων εργασίας, οδήγησης και ανάπαυσης για τους οδηγούς αμαξοστοιχιών και το προσωπικό αμαξοστοιχιών που εκτελεί κρίσιμα για την ασφάλεια καθήκοντα είναι καίριας σημασίας για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών και τον θεμιτό ανταγωνισμό. Οι εθνικές αρχές ασφαλείας πρέπει να είναι υπεύθυνες για την επιβολή και τον έλεγχο της εφαρμογής αυτών των κανόνων, καθώς και για τις διασυνοριακές υπηρεσίες. Ο Οργανισμός θα πρέπει να αναπτύξει συσκευή επί του οχήματος για την καταγραφή των χρόνων οδήγησης και ανάπαυσης των οδηγών αμαξοστοιχιών. Οι εθνικές αρχές ασφαλείας πρέπει επίσης να είναι αρμόδιες να παρακολουθούν τους χρόνους οδήγησης και ανάπαυσης διασυνοριακά. [Τροπολογία 27]

(20)  Τα σοβαρά σιδηροδρομικά ατυχήματα είναι σπάνια. Μπορούν, εντούτοις, να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες και να προκαλέσουν ανησυχία στην κοινή γνώμη για τις επιδόσεις ασφαλείας του σιδηροδρομικού συστήματος. Κατά συνέπεια, όλα αυτά τα ατυχήματα πρέπει να διερευνώνται ως προς την ασφάλεια, ώστε να αποφεύγεται η επανάληψή τους, και τα αποτελέσματα των ερευνών να δημοσιοποιούνται και να συμπεριλαμβάνονται σε περιοδικές εκθέσεις . Άλλα ατυχήματα και συμβάντα πρέπει επίσης να υπόκεινται σε διερεύνηση ασφαλείας όταν ενδέχεται να αποτελούν σημαντικούς προδρόμους για σοβαρά ατυχήματα. Προκειμένου να εντοπίζονται αυτοί οι πρόδρομοι, οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διαχειριστές υποδομών θεσπίζουν ένα «πνεύμα δικαιοσύνης» όπως ορίζεται στο άρθρο 3. [Τροπολογία 28]

(20α)  Το σύστημα ασφαλείας των σιδηροδρόμων βασίζεται στα δεδομένα και τα διδάγματα που συνάγονται από ατυχήματα και συμβάντα, τα οποία απαιτούν αυστηρή εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας προκειμένου να εξασφαλισθούν στο μέλλον πολύτιμες πηγές πληροφοριών. Στο πλαίσιο αυτό, οι ευαίσθητες πληροφορίες ασφαλείας πρέπει να προστατεύονται κατάλληλα. [Τροπολογία 29]

(20β)  Στα ατυχήματα υπεισέρχεται σειρά από ζητήματα διαφορετικών δημόσιων συμφερόντων, όπως η ανάγκη πρόληψης μελλοντικών ατυχημάτων και η ορθή απόδοση δικαιοσύνης. Τα εν λόγω συμφέροντα υπερβαίνουν τα μεμονωμένα συμφέροντα των εμπλεκόμενων πλευρών και το συγκεκριμένο περιστατικό. Η σωστή ισορροπία μεταξύ όλων των συμφερόντων είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του γενικού δημόσιου συμφέροντος. [Τροπολογία 30]

(21)  Η διερεύνηση ασφαλείας πρέπει να διαχωρίζεται από τη δικαστική έρευνα για το ίδιο συμβάν και πρέπει να εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε στοιχεία και μαρτυρίες. Πρέπει να πραγματοποιείται από μόνιμο φορέα, ανεξάρτητο από τους διάφορους παράγοντες στο χώρο των σιδηροδρόμων. Ο εν λόγω φορέας πρέπει να λειτουργεί κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων και οποιαδήποτε δυνατή εμπλοκή με τα αίτια των περιστατικών που διερευνώνται· συγκεκριμένα, η ανεξαρτησία στη λειτουργία του δεν πρέπει να θίγεται εάν συνδέεται στενά με την εθνική αρχή ασφαλείας ή τη ρυθμιστική αρχή, όσον αφορά την οργάνωση και τις νομικές δομές. Οι έρευνες πρέπει να διεξάγονται με τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια. Για κάθε περιστατικό, ο φορέας διερεύνησης πρέπει να συστήνει σχετική ομάδα έρευνας, η οποία διαθέτει την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη για την εξεύρεση των άμεσων και των βαθύτερων αιτίων του συμβάντος.

(21α)  Ο σιδηροδρομικός τομέας θα πρέπει να προωθεί εξίσου ένα μη κατασταλτικό περιβάλλον που να διευκολύνει την αυθόρμητη αναφορά συμβάντων και να συμβάλλει έτσι στην προώθηση της αρχής του «πνεύματος δικαιοσύνης». [Τροπολογία 31]

(21β)  Για την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων είναι σημαντικό να ανακοινώνονται, το ταχύτερο δυνατόν, οι σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των εκθέσεων και των συστάσεων ασφαλείας που προκύπτουν από τις έρευνες ασφάλειας. [Τροπολογία 32]

(21γ)  Στον σιδηροδρομικό τομέα, η ταυτοποίηση των θυμάτων και ο εντοπισμός των ατόμων του φιλικού ή/και οικογενειακού περιβάλλοντός τους αποτελεί δύσκολο εγχείρημα δεδομένου ότι, κατά κανόνα, ο φορέας εκμετάλλευσης δεν γνωρίζει την ταυτότητα των θυμάτων. Ωστόσο, σε ορισμένες σιδηροδρομικές υπηρεσίες της Ένωσης στο πλαίσιο των οποίων είναι υποχρεωτική η κράτηση θέσης ή διενεργείται έλεγχος των επιβατών πριν από την επιβίβασή τους στην αμαξοστοιχία, κρίνεται σκόπιμο να διαθέτει ο φορέας εκμετάλλευσης κατάλογο των επιβατών και του προσωπικού της αμαξοστοιχίας με αποκλειστικό σκοπό τη δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας με άτομα του φιλικού και/ή οικογενειακού περιβάλλοντος των θυμάτων. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ανατεθεί στον Οργανισμό η ανάπτυξη συστημάτων με στόχο την ενσωμάτωση των πληροφοριών αυτών στα συστήματα κράτησης θέσεων. Επιπλέον, οι εθνικοί οργανισμοί πρέπει να καταρτίσουν σχέδια έκτακτης ανάγκης στα οποία θα περιλαμβάνονται υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, σχέδια πρόσβασης, υπηρεσίες διάσωσης στο σημείο του ατυχήματος, καθώς και ένα σχέδιο για την παροχή βοήθειας στα θύματα. Ο Οργανισμός θα μπορεί να συμβάλει στην κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων με βάση τις βέλτιστες πρακτικές. Ο φορέας εκμετάλλευσης πρέπει να διαθέτει επίσης σχέδιο για την παροχή βοήθειας στα θύματα. [Τροπολογία 33]

(22)  Για να βελτιωθεί η απόδοση των δραστηριοτήτων φορέα διερεύνησης και να βοηθηθεί στην άσκηση των καθηκόντων του, ο φορέας διερεύνησης, όπως επίσης και ο Οργανισμός αν το ζητήσει, πρέπει να έχει έγκαιρη πρόσβαση στον τόπο του ατυχήματος και, εφόσον χρειάζεται, σε αρμονική συνεργασία με τις δικαστικές αρχές. Όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού, θα πρέπει να παρέχουν κάθε συναφή πληροφορία που απαιτείται προκειμένου ο φορέας διερεύνησης να είναι σε θέση να εκτελεί τις δραστηριότητές του. Οι εκθέσεις για τις διερευνήσεις και οποιαδήποτε πορίσματα και συστάσεις παρέχουν ζωτικής σημασίας πληροφορίες για την περαιτέρω βελτίωση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων και πρέπει να δημοσιοποιούνται σε όλη την Ένωση. Οι αποδέκτες των συστάσεων ασφάλειας πρέπει να προβαίνουν στις δέουσες ενέργειες και ο φορέας διερεύνησης να λαμβάνει γνώση αυτών των ενεργειών. [Τροπολογία 34]

(23)  Τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και να εξασφαλίσουν την επιβολή τους. Οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(24)  Επειδή οι στόχοι των προτεινόμενων μέτρων στην παρούσα οδηγία, και συγκεκριμένα ο συντονισμός των δραστηριοτήτων στα κράτη μέλη για τη ρύθμιση και την εποπτεία της ασφάλειας, τη διερεύνηση ατυχημάτων και ο καθορισμός κοινών στόχων ασφάλειας, κοινών μεθόδων ασφάλειας, κοινών δεικτών ασφάλειας και κοινών απαιτήσεων για τα ενιαία πιστοποιητικά ασφάλειας, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό από τα κράτη μέλη και ως εκ τούτου είναι δυνατόν να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να εγκρίνει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που καθορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

(25)  Για να συμπληρωθούν και να τροποποιηθούν ορισμένα μη ουσιώδους σημασίας στοιχεία της οδηγίας, η αρμοδιότητα έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή όσον αφορά τις κοινές μεθόδους ασφαλείας και την αναθεώρησή τους, και την αναθεώρηση κοινών δεικτών ασφαλείας και κοινών στόχων ασφαλείας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξαγάγει Έχει ιδιαίτερη σημασία να προβαίνει η Επιτροπή σε κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της , μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, με τους κοινωνικούς εταίρους και ειδικότερα με τις εθνικές αρχές ασφάλειας . Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη πράξεων κατ’εξουσιοδότηση, πρέπει να εξασφαλίσει ταυτόχρονη, έγκαιρη και ομαλή διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. [Τροπολογία 35]

(26)  Για να εξασφαλισθούν ομοιόμορφοι όροι εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή οι εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τις απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας και των στοιχείων του, την επανεξέταση του συστήματος πιστοποίησης των φορέων που είναι αρμόδιοι για τη συντήρηση εμπορευματικών φορταμαξών και την επέκταση σε άλλο τροχαίο υλικό και το βασικό περιεχόμενο της έκθεσης διερεύνησης ατυχημάτων και συμβάντων. Οι εν λόγω εξουσίες ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (EΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7) .

(27)  Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο πρέπει να περιορισθεί στις διατάξεις που αντιπροσωπεύουν ουσιαστική αλλαγή σε σύγκριση με την προγενέστερη οδηγία. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που παραμένουν αμετάβλητες απορρέει από την προγενέστερη οδηγία.

(28)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την υποχρέωση των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που ορίζονται στο παράρτημα IV μέρος B,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστες διατάξεις, πέραν των οποίων τα κράτη μέλη δύνανται να νομοθετούν μόνον δυνάμει του άρθρου 8, για την ανάπτυξη και την περαιτέρω βελτίωση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων της Ένωσης, καθώς και της πρόσβασης στην αγορά όσων παρέχουν σιδηροδρομικές υπηρεσίες με: [Τροπολογία 36]

α)  την εναρμόνιση της δομής του ρυθμιστικού συστήματος στα κράτη μέλη·

β)  τον προσδιορισμό των ευθυνών μεταξύ των παραγόντων του σιδηροδρομικού συστήματος·

γ)  την ανάπτυξη κοινών στόχων ασφάλειας και κοινών μεθόδων ασφάλειας προκειμένου να να εξαλειφθεί βαθμιαία η ανάγκη για εθνικούς κανόνες εναρμονιστούν περαιτέρω οι εθνικοί κανόνες σε υψηλό επίπεδο ασφάλειας · [Τροπολογία 37]

δ)  απαιτώντας τη συγκρότηση, για κάθε κράτος μέλος, αρχής ασφάλειας και φορέα διερεύνησης ατυχημάτων και συμβάντων·

ε)  τον καθορισμό κοινών αρχών διαχείρισης, ρύθμισης και εποπτείας της ασφάλειας των σιδηροδρόμων·

εα)  την καθιέρωση ενιαίου πιστοποιητικού ασφάλειας που είναι έγκυρο και αναγνωρίζεται σε όλα τα κράτη μέλη εντός των προσδιορισμένων τομέων παροχής υπηρεσιών· [Τροπολογία 38]

εβ)  την απαίτηση δημοσίευσης κατευθυντήριων γραμμών του Οργανισμού οι οποίες θα αφορούν την ασφάλεια των σιδηροδρόμων και την πιστοποίηση ασφάλειας και θα περιλαμβάνουν καταλόγους με παραδείγματα ορθών πρακτικών, ιδίως για τις διασυνοριακές μεταφορές. [Τροπολογία 39]

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στο σιδηροδρομικό σύστημα των κρατών μελών, το οποίο ενδέχεται να υποδιαιρείται σε υποσυστήματα σχετικά με τομείς διαρθρωτικής και λειτουργικής φύσεως. Καλύπτει τις απαιτήσεις ασφάλειας ολόκληρου του συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της ασφαλούς διαχείρισης της υποδομής, της διεξαγωγής της κυκλοφορίας και της αλληλεπίδρασης σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, διαχειριστών υποδομής και άλλων παραγόντων του σιδηροδρομικού συστήματος.

2.  Τα κράτη μέλη εξαιρούν από το πεδίο τα μέτρα που λαμβάνουν στο πλαίσιο της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας εξαιρούνται τα κάτωθι συστήματα : [Τροπολογία 103]

α)  μετρό, τραμ, τραμ-τρένα και ελαφρά σιδηροδρομικά συστήματα· [Τροπολογία 40]

β)  δίκτυα λειτουργικώς αποκομμένα από το υπόλοιπο σιδηροδρομικό συστήματα σύστημα και τα οποία προορίζονται μόνο για τη λειτουργία τοπικών, αστικών ή προαστιακών επιβατικών μεταφορών, καθώς και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται μόνο στα δίκτυα αυτά·

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από τα μέτρα που λαμβάνουν στο πλαίσιο της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας:

α)  την ιδιωτική σιδηροδρομική υποδομή και τα οχήματα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε αυτήν εφόσον, υπάρχουν για να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τον κύριο της υποδομής για τις δικές του μεταφορές φορτίου·

β)  τις υποδομές και τα οχήματα που προορίζονται αποκλειστικά και μόνον για τοπική, ιστορική ή τουριστική χρήση·

βα)  τις ελαφριές σιδηροδρομικές υποδομές που χρησιμοποιούνται περιστασιακά από βαρέα σιδηροδρομικά οχήματα υπό τους όρους λειτουργίας των ελαφρών σιδηροδρομικών συστημάτων, εφόσον η συγκεκριμένη χρήση από τα συγκεκριμένα οχήματα είναι απαραίτητη για σκοπούς συγκοινωνιακής σύνδεσης και μόνο· [Τροπολογία 41]

ββ)  τροχαίο υλικό το οποίο έχει απολέσει την έγκρισή του και έχει μεταφερθεί σε τερματικό σταθμό ή άλλο χώρο ώστε να δοθεί η δυνατότητα να λάβει εκ νέου έγκριση. [Τροπολογία 42]

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για το σκοπό της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)  «σιδηροδρομικό σύστημα της Ένωσης »: το σιδηροδρομικό σύστημα συμβατικού και υψηλής ταχύτητας σιδηροδρόμου της Ένωσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου]· [Τροπολογία 43]

β)  «διαχειριστής υποδομής»: ο διαχειριστής υποδομής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 άρθρο 3 της οδηγίας 2001/14/EΚ 2012/34/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) · [Τροπολογία 44]

γ)  «σιδηροδρομική επιχείρηση»: σιδηροδρομική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 άρθρο 3 της οδηγίας 2001/14/ΕΚ 2012/34/ΕΕ , και κάθε άλλη δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση η δραστηριότητα της οποίας είναι η παροχή υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων ή/και επιβατών, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση αυτή εξασφαλίζει υποχρεωτικά και την έλξη, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που παρέχουν μόνον έλξη· [Τροπολογία 45]

γα)  «τομέας παροχής της υπηρεσίας»: δίκτυο ή δίκτυα εντός ενός κράτους μέλους ή ομάδας κρατών μελών στα οποία μια σιδηροδρομική επιχείρηση προτίθεται να δραστηριοποιείται·

γβ)  «απομονωμένο σιδηροδρομικό δίκτυο»: σιδηροδρομικό δίκτυο κράτους μέλους, ή τμήμα αυτού, με εύρος τροχιάς 1520 mm, το οποίο είναι γεωγραφικά ή τεχνικά αποκομμένο από το ευρωπαϊκό δίκτυο με το τυποποιημένο ονομαστικό εύρος τροχιάς (1435 mm – εφεξής «τυποποιημένο εύρος τροχιάς») και επαρκώς ενσωματωμένο στο σιδηροδρομικό δίκτυο με εύρος τροχιάς 1520 mm μαζί με τρίτες χώρες, αλλά απομονωμένο από το τυποποιημένο δίκτυο· [Τροπολογία 46]

δ)  «τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας (ΤΠΔ)»: προδιαγραφή που ισχύει για κάθε υποσύστημα ή τμήμα υποσυστήματος προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις και να εξασφαλίζει τη διαλειτουργικότητα των σιδηροδρομικού συστήματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου]·

ε)  «κοινοί στόχοι ασφάλειας (ΚΣΑ)»: τα επίπεδα ασφάλειας που πρέπει κατ’ελάχιστον να επιτυγχάνονται στα διάφορα τμήματα του σιδηροδρομικού συστήματος (όπως φέρ’ ειπείν το συμβατικό σιδηροδρομικό σύστημα, το σιδηροδρομικό σύστημα μεγάλης ταχύτητας, τις μακρές σιδηροδρομικές σήραγγες ή τις γραμμές που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τις μεταφορές εμπορευμάτων), καθώς και σε ολόκληρο το σύστημα, τα οποία εκφράζονται με κριτήρια αποδοχής κινδύνων·

στ)  «κοινές μέθοδοι ασφάλειας (ΚΜΑ)»: οι μέθοδοι με τις οποίες περιγράφεται η αξιολόγηση των επιπέδων ασφαλείας, η επίτευξη των στόχων ασφάλειας και η συμμόρφωση με άλλες απαιτήσεις ασφάλειας·

στα)  «κοινοί δείκτες ασφάλειας (ΚΔΑ)»: κοινό σύνολο δεδομένων για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, τα οποία συγκεντρώνονται για να διευκολύνεται η παρακολούθηση των επιδόσεων στον τομέα της σιδηροδρομικής ασφάλειας και η επίτευξη των κοινών στόχων ασφάλειας (ΚΣΑ)· [Τροπολογία 48]

ζ)  «εθνική αρχή ασφαλείας»: ο εθνικός φορέας ο οποίος αναλαμβάνει τα καθήκοντα που αφορούν την ασφάλεια των σιδηροδρόμων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή κάθε οργανισμός στον οποίο πολλά κράτη μέλη έχουν αναθέσει τα καθήκοντα αυτά ώστε να εξασφαλίζεται ενιαίο καθεστώς ασφαλείας·

η)  «εθνικοί κανόνες»: το σύνολο των δεσμευτικών κανόνων που έχουν κοινοποιηθεί από ένα κράτος μέλος και περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις σιδηροδρομικής ασφάλειας, λειτουργίας ή απαιτήσεις τεχνικής φύσεως οι οποίες επιβάλλονται σε επίπεδο κράτους μέλους και ισχύουν για σιδηροδρομικές επιχειρήσεις σιδηροδρομικούς φορείς , ανεξαρτήτως του φορέα από τον οποίο εκδίδονται· [Τροπολογία 49]

θ)  «σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας»: η οργάνωση και οι ρυθμίσεις διαδικασίες που θεσπίζονται από διαχειριστή υποδομής ή σιδηροδρομική επιχείρηση με στόχο την εξασφάλιση της ασφαλούς διαχείρισης των μεταφορών που εκτελεί· [Τροπολογία 50]

ι)  «υπεύθυνος έρευνας»: πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την οργάνωση, τη διεξαγωγή και τον έλεγχο έρευνας·

ια)  «ατύχημα»: κάθε ακούσιο ή ανεπιθύμητο και απρομελέτητο αιφνίδιο περιστατικό ή μία ειδική αλληλουχία τέτοιων περιστατικών με επιζήμιες βλαβερές συνέπειες· τα ατυχήματα διακρίνονται στις εξής κατηγορίες: συγκρούσεις, εκτροχιασμοί, ατυχήματα σε ισόπεδες διαβάσεις, ατυχήματα που προκαλούνται σε άτομα, περιλαμβανομένων των ατόμων που δεν εμπίπτουν στον ορισμό των επιβατών, από κινούμενο τροχαίο υλικό, μεταξύ άλλων σε χώρους ελιγμών και κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης, πυρκαγιές και άλλα· [Τροπολογία 51]

ιβ)  «σοβαρό ατύχημα»: κάθε σύγκρουση ή εκτροχιασμός αμαξοστοιχιών, με τουλάχιστον έναν νεκρό ή πέντε ή περισσότερους σοβαρά τραυματισμένους, ή εκτεταμένες ζημίες στο τροχαίο υλικό, την υποδομή ή το περιβάλλον, καθώς και κάθε άλλο παρόμοιο ατύχημα με προφανείς επιπτώσεις στη ρύθμιση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων και τη διαχείριση της ασφάλειας· οι προαναφερόμενες ως «εκτεταμένες ζημίες» νοούνται οι ζημίες οι οποίες μπορούν να εκτιμηθούν αμέσως από τον φορέα διερεύνησης ότι κοστίζουν συνολικά τουλάχιστον 2 εκατ. EUR·

ιγ)  «συμβάν»: κάθε περιστατικό, πλην ατυχήματος ή σοβαρού ατυχήματος, που συνδέεται με τη λειτουργία των αμαξοστοιχιών και επηρεάζει την ασφαλή λειτουργία τους·

ιδ)  «έρευνα/διερεύνηση»: διαδικασία που διεξάγεται με σκοπό την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων και περιλαμβάνει τη συγκέντρωση και την ανάλυση πληροφοριών, την εξαγωγή συμπερασμάτων, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού των αιτίων, και, οσάκις κρίνεται ενδεδειγμένο, τη διατύπωση συστάσεων ασφάλειας·

ιδα)  «εύλογα εφικτό»: σε σχέση με οιαδήποτε δραστηριότητα, όταν, κατόπιν ανάλυσης κόστους-οφέλους, η εν λόγω δραστηριότητα δεν συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος και/ή χρόνο εφαρμογής, σε σύγκριση με τον επιδιωκόμενο στόχο ασφάλειας· [Τροπολογία 52]

ιδβ)  «άλλα μέρη»: οιοδήποτε μέρος εκτελεί εξωτερικές δραστηριότητες στις διασυνδέσεις με το σιδηροδρομικό σύστημα οι οποίες ενδέχεται να συνεπάγονται κινδύνους που έχουν άμεσο αντίκτυπο στις μεταφορές και πρέπει να ελέγχονται από τους διαχειριστές υποδομών και τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις· [Τροπολογία 53]

ιε)  «αίτια»: ενέργειες, παραλείψεις, γεγονότα ή συνθήκες, ή συνδυασμός αυτών, που οδηγούν σε ατύχημα ή συμβάν·

ιστ)  «ελαφρός σιδηρόδρομος»: αστικό ή/και προαστιακό σιδηροδρομικό σύστημα το οποίο διαθέτει εν γένει χαμηλότερη μεταφορική ικανότητα και κινείται με ταχύτητα χαμηλότερη από τα κανονικά σιδηροδρομικά συστήματα και το μετρό, αλλά διαθέτει υψηλότερη μεταφορική ικανότητα και κινείται με ταχύτητα υψηλότερη από το τραμ. Τα ελαφρά σιδηροδρομικά συστήματα είναι δυνατόν να έχουν δικό τους αποκλειστικό διάδρομο ή κοινό διάδρομο με την οδική κυκλοφορία και κατά κανόνα τα οχήματά τους δεν εναλλάσσονται με οχήματα της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας επιβατών ή εμπορευμάτων μεγάλων αποστάσεων·

ιστα)  «διασυνοριακά σιδηροδρομικά συστήματα»: σιδηροδρομικά συστήματα που παρέχουν υπηρεσίες μεταφορών μεταξύ των πλησιέστερων αστικών κόμβων εκατέρωθεν των συνόρων· [Τροπολογία 54]

ιζ)  «κοινοποιημένοι οργανισμοί»: οι οργανισμοί που είναι επιφορτισμένοι με την αξιολόγηση της πιστότητας ή της καταλληλότητας χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας ή τη διεξαγωγή της διαδικασίας ελέγχου «EΚ» των υποσυστημάτων·

ιη)  «στοιχεία διαλειτουργικότητας»: κάθε βασικό στοιχείο, ομάδα στοιχείων, υποσύνολο ή πλήρες σύνολο υλικών ενσωματωμένων ή προοριζόμενων να ενσωματωθούν σε υποσύστημα, από το οποίο εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου].

ιθ)  «κάτοχος κύριος »: το πρόσωπο ή ο φορέας ο οποίος, ως ιδιοκτήτης ή νομέας οχήματος, το εκμεταλλεύεται ως μέσο μεταφοράς καταχωρισμένο στο εθνικό μητρώο στα μητρώα οχημάτων που προβλέπεται στο άρθρο 43 προβλέπονται στα άρθρα 43 και 43α της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου]· [Τροπολογία 55]

κ)  «υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας»: ο υπεύθυνος για τη συντήρηση του οχήματος φορέας που έχει καταχωρισθεί με την ιδιότητα αυτή στο εθνικό μητρώο οχημάτων·

κα)  «όχημα»: σιδηροδρομικό όχημα σταθερής ή μεταβλητής σύνθεσης δυνάμενο να κινηθεί με δικούς του τροχούς επί σιδηροδρομικών γραμμών, με ή χωρίς έλξη. Το όχημα αποτελείται από ένα ή περισσότερα δομικά και λειτουργικά υποσυστήματα. [Τροπολογία 56]

κβ)  «κατασκευαστής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει στοιχείο διαλειτουργικότητας, δομικό στοιχείο ή υποσύστημα ή το έχει σχεδιάσει ή κατασκευάσει, και το εμπορεύεται επ’ονόματί του ή με το εμπορικό σήμα του· [Τροπολογία 57]

κγ)  «αποστολέας»: η επιχείρηση που αποστέλλει εμπορεύματα είτε επ’ονόματί της είτε για λογαριασμό τρίτων·

κδ)  «φορτωτής»: κάθε επιχείρηση η οποία φορτώνει συσκευασμένα εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένων των επικίνδυνων εμπορευμάτων, μικρά εμπορευματοκιβώτια ή φορητές δεξαμενές σε όχημα ή σε εμπορευματοκιβώτιο ή φορτώνει εμπορευματοκιβώτιο, εμπορευματοκιβώτιο φορτίου χύδην, εμπορευματοκιβώτιο αερίων πολλαπλών στοιχείων, εμπορευματοκιβώτιο-βυτιοδέκτη ή φορητή δεξαμενή σε όχημα·

κδα)  «εκφορτωτής»: η επιχείρηση που απομακρύνει εμπορευματοκιβώτιο από όχημα ή εκφορτώνει συσκευασμένα προϊόντα από όχημα ή εμπορευματοκιβώτιο ή εκφορτώνει προϊόντα από δεξαμενή, όχημα ή εμπορευματοκιβώτιο· [Τροπολογία 58]

κε)  «υπεύθυνος πλήρωσης»: κάθε επιχείρηση που φορτώνει εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένων των επικίνδυνων εμπορευμάτων, σε δεξαμενή (βυτιοφόρο όχημα, όχημα με αποσυναρμολογούμενη δεξαμενή, φορητή δεξαμενή ή εμπορευματοκιβώτιο-βυτιοδέκτη) σε όχημα, μεγάλο εμπορευματοκιβώτιο ή μικρό εμπορευματοκιβώτιο για τη μεταφορά φορτίων χύδην, σε όχημα συστοιχίας ή σε εμπορευματοκιβώτιο αερίων πολλαπλών στοιχείων·

κεα)  «πνεύμα δικαιοσύνης»: διαδικασία που πρέπει να καθιερωθεί προκειμένου να ενθαρρύνεται ενεργά το προσωπικό να αναφέρει τα ατυχήματα, τα συμβάντα και τα αποσοβηθέντα ατυχήματα που αφορούν την ασφάλεια, παραμένοντας υπόλογο σε περίπτωση εκ προθέσεως παράβασης και βαριάς αμέλειας. Τα άτομα αυτά δεν πρέπει να υφίστανται κυρώσεις ή διακρίσεις για ακούσια σφάλματα ή για την αποκάλυψη πληροφοριών αυτού του είδους. Το πνεύμα δικαιοσύνης επιτρέπει στη σιδηροδρομική βιομηχανία να αποκομίζει διδάγματα από τα ατυχήματα, τα συμβάντα και τα αποσοβηθέντα ατυχήματα και, με αυτόν τον τρόπο, να βελτιώνει την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών για τους εργαζομένους και τους επιβάτες· [Τροπολογία 59]

κεβ)  «παραλήπτης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χαρακτηρίζεται ως τέτοιο στο δελτίο αποστολής και παραλαμβάνει τα προϊόντα και το δελτίο αποστολής· [Τροπολογία 60]

κεγ)  «μεταφορέας»: κάθε επιχείρηση με την οποία ο αποστολέας έχει συνάψει τη σύμβαση μεταφοράς ή διαδοχικός μεταφορέας που είναι νομικά υπεύθυνος βάσει της εν λόγω σύμβασης. [Τροπολογία 61]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Άρθρο 4

Ρόλος των παραγόντων του σιδηροδρομικού συστήματος στην ανάπτυξη και τη βελτίωση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων

1.  Tα κράτη μέλη και ο Οργανισμός εξασφαλίζουν, εντός των αντίστοιχων πεδίων αρμοδιοτήτων τους, τη συνολική διατήρηση της σιδηροδρομικής ασφάλειας και, εφόσον είναι ευλόγως εφικτό, τη συνεχή βελτίωσή της, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο ανθρώπινων παραγόντων, την εξέλιξη της νομοθεσίας της Ένωσης και της διεθνούς νομοθεσίας , καθώς και την τεχνική και επιστημονική πρόοδο, και δίδοντας προτεραιότητα στην πρόληψη των σοβαρών ατυχημάτων.

Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα ανάπτυξης και βελτίωσης της σιδηροδρομικής ασφάλειας λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη τήρησης μιας συστηματικής προσέγγισης.

2.  Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός εξασφαλίζουν ότι την ευθύνη για την ασφαλή λειτουργία του σιδηροδρομικού συστήματος και τον έλεγχο των σχετικών κινδύνων αναλαμβάνουν οι διαχειριστές υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις με την υποχρέωση:

α)  να εφαρμόζουν τα αναγκαία μέτρα για τον έλεγχο των κινδύνων, κατά περίπτωση, σε συνεργασία μεταξύ τους·

β)  να εφαρμόζουν τους ενωσιακούς και τους εθνικούς κανόνες·

γ)  να καταρτίζουν συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Με επιφύλαξη της αστικής ευθύνης σύμφωνα με τις απαιτήσεις του δικαίου των κρατών μελών, κάθε διαχειριστής υποδομής και σιδηροδρομική επιχείρηση αναλαμβάνει την ευθύνη για το τμήμα του συστήματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του και για την ασφαλή λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας υλικού και της ανάθεσης υπηρεσιών, έναντι των χρηστών, των πελατών, των εμπλεκομένων εργαζομένων και των τρίτων. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις δραστηριότητες τρίτων στα συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας των διαχειριστών υποδομής και των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων.

3.  Κάθε κατασκευαστής, συντηρητής, πάροχος υπηρεσιών, 1 κάτοχος οχήματος και προμηθευτής παραδίδει τροχαίο υλικό, μέσα, εγκαταστάσεις, εξαρτήματα, άλλο υλικό και υπηρεσίες σύμφωνα με τις ισχύουσες προϋποθέσεις και όρους χρήσης, προκειμένου να είναι δυνατή η ασφαλής χρήση τους από τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις ή/και τους διαχειριστές υποδομής.

4.  Όλοι οι παράγοντες που εμπλέκονται στις δραστηριότητες ασφαλείας εφαρμόζουν, έκαστος στα αντίστοιχα πεδία αρμοδιότητάς του, τα αναγκαία μέτρα για τον έλεγχο των κινδύνων, εφόσον χρειάζεται σε συνεργασία με τους υπολοίπους, και φέρουν την ευθύνη για την εκτέλεση των καθηκόντων τους . Πέραν των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και των διαχειριστών υποδομής, στους παράγοντες αυτούς συγκαταλέγονται:

α)  οι κάτοχοι και ο υπεύθυνος ή οι υπεύθυνοι για τη συντήρηση οχημάτων φορείς·

β)  οι αποστολείς, οι φορτωτές, οι εκφορτωτές και οι υπεύθυνοι πλήρωσης, οι οποίοι εμπλέκονται στις δραστηριότητες ασφαλούς φόρτωσης·

γ)  οι κατασκευαστές, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό και την κατασκευή ασφαλών σιδηροδρομικών οχημάτων, μερών, στοιχείων ή υποσυνόλων οχήματος οχημάτων , σιδηροδρομικής υποδομής, της ενέργειας και του ενεργειακού εξοπλισμού και εξοπλισμού παρατρόχιου ελέγχου-χειρισμού, καθώς και για την έκδοση της προκαταρκτικής τεκμηρίωσης της συντήρησης του οχήματος.

5.  Κάθε σιδηροδρομική επιχείρηση, διαχειριστής υποδομής και αρμόδιος για τη συντήρηση φορέας εξασφαλίζει ότι οι εργολάβοι και άλλα μέρη εφαρμόζουν μέτρα ελέγχου των κινδύνων. Προς το σκοπό αυτό, κάθε σιδηροδρομική επιχείρηση, διαχειριστής υποδομής και αρμόδιος για τη συντήρηση φορέας εφαρμόζει τις κοινές μεθόδους διεξαγωγής των διαδικασιών παρακολούθησης που καθορίζονται στον κανονισμό (EΕ) αριθ. 1078/2012 της Επιτροπής(9) . Οι εργολάβοι τους εφαρμόζουν την εν λόγω διαδικασία μέσω συμβατικών ρυθμίσεων συμφωνιών . Οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, οι διαχειριστές υποδομής και οι αρμόδιοι για τη συντήρηση φορείς δημοσιοποιούν τις συμβατικές ρυθμίσεις συμφωνίες τους, εφόσον το ζητήσει ο Οργανισμός ή η εθνική αρχή ασφαλείας.

6.  Κάθε παράγοντας που εντοπίζει συστημικό κίνδυνο ασφαλείας οφειλόμενο σε ελάττωμα και κατασκευαστικές παρατυπίες ή δυσλειτουργίες τεχνικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των δομικών υποσυστημάτων, αναφέρει τους κινδύνους αυτούς, βάσει ευθυγραμμισμένης σε επίπεδο Ένωσης διαδικασίας, στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη και στον Οργανισμό , ώστε να είναι σε θέση να λάβουν τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να εξασφαλισθεί απρόσκοπτη επίτευξη των επιδόσεων ασφαλείας του σιδηροδρομικού συστήματος.

6α.  Τα κράτη μέλη, ο Οργανισμός και όλοι οι παράγοντες του σιδηροδρομικού συστήματος καλλιεργούν ένα «πνεύμα δικαιοσύνης» με το οποίο διασφαλίζεται η συνεπής αναφορά ατυχημάτων, συμβάντων και πιθανών κινδύνων ασφάλειας. Προκειμένου να υποστηριχθεί η εν λόγω αναφορά, τα κράτη μέλη θεσπίζουν μηχανισμό ο οποίος εξασφαλίζει συνθήκες εχεμύθειας.

7.  Σε περίπτωση ανταλλαγής οχημάτων μεταξύ σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, όλοι οι παράγοντες ανταλλάσσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες ασφαλούς λειτουργίας, χρησιμοποιώντας τα μητρώα οχημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 43 και 43α της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου] . Σε αυτές περιλαμβάνονται πληροφορίες για την κατάσταση και το ιστορικό του οχήματος, στοιχεία των αρχείων συντήρησης, την ιχνηλασιμότητα των εργασιών φόρτωσης και κρίσιμα για την ασφάλεια στοιχεία, καθώς και τα δελτία αποστολής. Οι πληροφορίες είναι αρκετά λεπτομερείς ώστε η σιδηροδρομική επιχείρηση να είναι σε θέση να αξιολογήσει την επικινδυνότητα της λειτουργίας του οχήματος. [Τροπολογία 62]

Άρθρο 5

Κοινοί δείκτες ασφάλειας

1.  Προκειμένου να διευκολυνθεί η αξιολόγηση της επίτευξης των ΚΣΑ και να εξασφαλισθεί η παρακολούθηση της γενικής εξέλιξης της σιδηροδρομικής ασφάλειας, τα κράτη μέλη συγκεντρώνουν πληροφορίες για τους κοινούς δείκτες ασφάλειας (ΚΔΑ) μέσω των ετήσιων εκθέσεων των εθνικών αρχών ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 18.

Οι ΚΔΑ καθορίζονται σύμφωνα με το παράρτημα I.

1α.  Τα κράτη μέλη υποστηρίζουν τον Οργανισμό και το έργο του παρακολουθώντας την ανάπτυξη της ασφάλειας των σιδηροδρόμων σε επίπεδο Ένωσης. [Τροπολογία 63]

2.  Η Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να εκδίδει πράξεις κατ’εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 26 για την αναθεώρηση του παραρτήματος I, και ιδίως να επικαιροποιεί τους ΚΔΑ με βάση την τεχνική πρόοδο και να προσαρμόζει τις κοινές μεθόδους υπολογισμού του κόστους ατυχημάτων.

Άρθρο 6

Κοινές μέθοδοι ασφαλείας

1.  Οι ΚΜΑ περιγράφουν τον τρόπο αξιολόγησης των επιπέδων ασφάλειας, της επίτευξης των στόχων ασφάλειας και της συμμόρφωσης προς άλλες απαιτήσεις ασφάλειας, με την εκπόνηση και τον καθορισμό:

α)  μεθόδων αξιολόγησης και εκτίμησης των κινδύνων·

β)  μεθόδων αξιολόγησης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις των πιστοποιητικών ασφάλειας και των εγκρίσεων ασφάλειας που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11·

γ)  μεθόδων εποπτείας που πρέπει να εφαρμόζουν οι εθνικές αρχές ασφαλείας και μεθόδων παρακολούθησης που πρέπει να εφαρμόζουν οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, οι διαχειριστές υποδομής και οι αρμόδιοι για τη συντήρηση φορείς·

γα)  μεθόδων για την παρακολούθηση της ανάπτυξης της ασφάλειας σε εθνικό επίπεδο και ενωσιακό επίπεδο· [Τροπολογία 64]

δ)  κάθε άλλης μεθόδου η οποία αφορά διαδικασία του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας που χρειάζεται να εναρμονισθεί σε επίπεδο Ένωσης.

2.  Η Επιτροπή εκδίδει εντολές προς τον Οργανισμό για την εκπόνηση των νέων ΚΜΑ που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), την επανεξέταση και την επικαιροποίηση όλων των ΚΜΑ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη εξελίξεις της τεχνολογίας ή κοινωνικές απαιτήσεις, και για τη σύνταξη των σχετικών συστάσεων προς την Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν . [Τροπολογία 65]

Κατά τη σύνταξη των συστάσεων, ο Οργανισμός συνεκτιμά τη γνώμη των χρηστών, των εθνικών αρχών ασφάλειας, των κοινωνικών εταίρων και των άλλων ενδιαφερομένων. Στις συστάσεις περιλαμβάνεται έκθεση με τα αποτελέσματα της εν λόγω διαβούλευσης και έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων των νέων προς έγκριση ΚΜΑ. [Τροπολογία 66]

3.  Οι ΚΜΑ αναθεωρούνται τακτικά, με βάση την πείρα που αποκτάται από την εφαρμογή τους και με βάση τη συνολική εξέλιξη της ασφάλειας των σιδηροδρόμων και με σκοπό την εν γένει διατήρηση και, εφόσον στον βαθμό που είναι εύλογα εφικτό, τη συνεχή βελτίωσή της. [Τροπολογία 67]

4.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’εξουσιοδότηση πράξεις για τη θέσπιση ΚΜΑ και αναθεωρημένων ΚΜΑ σύμφωνα με το άρθρο 26.

5.  Τα κράτη μέλη επιφέρουν αμέσως όλες τις αναγκαίες τροποποιήσεις στους εθνικούς τους κανόνες με γνώμονα τη θέσπιση ΚΜΑ και την αναθεώρησή τους. [Τροπολογία 68]

Άρθρο 7

Κοινοί στόχοι ασφαλείας

1.  Οι ΚΣΑ ορίζουν τα ελάχιστα επίπεδα ασφάλειας που να επιτυγχάνονται στα διάφορα τμήματα του σιδηροδρομικού συστήματος και σε ολόκληρο το σύστημα, σε κάθε κράτος μέλος, υπό μορφή κριτηρίων αποδοχής των κινδύνων για:

α)  μεμονωμένους κινδύνους που αφορούν τους επιβάτες, το προσωπικό, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού των εργολάβων, τους χρήστες των ισόπεδων διαβάσεων και άλλους, και, υπό την επιφύλαξη των υφιστάμενων εθνικών και διεθνών κανόνων περί ευθύνης, μεμονωμένους κινδύνους που αφορούν άτομα μη εξουσιοδοτημένα να βρίσκονται στις σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις·

β)  κινδύνους για την κοινωνία.

2.  Η Επιτροπή εκδίδει εντολές προς τον Οργανισμό για την όσο το δυνατόν ταχύτερη εκπόνηση αναθεωρημένων ΚΣΑ και τη σύνταξη των σχετικών συστάσεων προς την Επιτροπή. [Τροπολογία 69]

3.  Οι ΚΣΑ αναθεωρούνται τακτικά, με βάση τη συνολική εξέλιξη της ασφάλειας των σιδηροδρόμων. Οι αναθεωρημένοι ΚΣΑ ανταποκρίνονται σε τομείς προτεραιότητας στους οποίους η ασφάλεια επιβάλλεται να βελτιωθεί.

4.  Η Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να εκδίδει πράξεις κατ’εξουσιοδότηση περί αναθεωρημένων ΚΣΑ σύμφωνα με το άρθρο 26.

5.  Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε κάθε αναγκαία τροποποίηση των κανόνων ασφάλειας ώστε να επιτευχθούν τουλάχιστον οι ΚΣΑ, και τυχόν αναθεωρημένοι ΚΣΑ, σύμφωνα με τα προσαρτημένα σε αυτούς χρονοδιαγράμματα υλοποίησης. Κοινοποιούν αυτούς τους κανόνες στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 8.

Άρθρο 8

Εθνικοί κανόνες

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν καταρτίζουν νέους εθνικούς κανόνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  εφόσον αφορούν υπάρχουσες μεθόδους ασφαλείας που δεν καλύπτονται από ΚΜΑ·

β)  ως επείγον προληπτικό μέτρο, ιδίως λόγω ατυχήματος.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε στους εθνικούς οι εθνικοί κανόνες να μην εισάγουν διακρίσεις και να λαμβάνεται υπόψη η συνολική θεώρηση του συστήματος.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν την επιδίωξη υψηλότερου επιπέδου ασφάλειας από αυτό που ορίζεται στους σχετικούς ΚΣΑ, υπό τον όρο ότι αυτό το υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας συνάδει πλήρως με τους ισχύοντες ΚΣΑ.

2.  Εάν κράτος μέλος προτίθεται να καθιερώσει νέο εθνικό κανόνα, κοινοποιεί αμέσως το σχέδιό του στον Οργανισμό και την Επιτροπή μέσω κατάλληλου συστήματος πληροφορικής σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (EΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων ] και επισυνάπτει έκθεση εκτίμησης του αντικτύπου του νέου κανόνα που πρόκειται να θεσπιστεί. Πλην των περιπτώσεων που περιγράφονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), η κοινοποίηση πραγματοποιείται τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη σχεδιαζόμενη θέσπιση του κανόνα .

Αφού λάβει το σχέδιο εθνικού κανόνα, ο Οργανισμός κινεί διαδικασία συντονισμού με τη συμμετοχή όλων των εθνικών αρχών ασφάλειας, προκειμένου να διασφαλίσει τον υψηλότερο δυνατό βαθμό εναρμόνισης σε ολόκληρη την Ένωση.

Ο νέος εθνικός κανόνας δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει ή να τεθεί σε ισχύ εάν η Επιτροπή, μετά από σύσταση του Οργανισμού, διατυπώσει αντιρρήσεις, αιτιολογώντας τη θέση της σε δήλωσή της.

3.  Εάν ο Οργανισμός λάβει γνώση για κοινοποιημένο ή μη εθνικό κανόνα, εθνικού κανόνα, κοινοποιηθέντος ή μη, ο οποίος έχει καταστεί περιττός ή είναι σε σύγκρουση με τις ΚΜΑ ή άλλο νομοθέτημα της Ένωσης που εκδόθηκε μετά την εφαρμογή του εθνικού κανόνα, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο του άρθρου 22 του κανονισμού (EΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων ].

Όσον αφορά θέματα σχετικά με την κατάρτιση, την υγεία στον χώρο εργασίας και την ασφάλεια των επαγγελματιών στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών που είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα κρίσιμα για την ασφάλεια, ο Οργανισμός μπορεί να εφαρμόζει την παρούσα παράγραφο μόνον εφόσον ο εν λόγω εθνικός κανόνας εισάγει δυσμενείς διακρίσεις και με ΚΜΑ ή με οιαδήποτε άλλη ενωσιακή νομοθεσία διασφαλίζεται υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικοί κανόνες, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που καλύπτουν τις διεπαφές μεταξύ οχημάτων και δικτύου , διατίθενται δωρεάν, σε γλώσσα ευνόητη για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε δύο τουλάχιστον επίσημες γλώσσες της Ένωσης .

5.  Εθνικοί κανόνες κοινοποιούμενοι βάσει του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται στη διαδικασία κοινοποίησης της οδηγίας 98/34/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10) .

5α.  Ο Οργανισμός εκπονεί και δημοσιεύει κοινές κατευθυντήριες γραμμές για τη θέσπιση νέων εθνικών κανόνων ή την τροποποίηση των υφιστάμενων. [Τροπολογία 70]

Άρθρο 9

Συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας

1.  Οι διαχειριστές υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις θεσπίζουν συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας προκειμένου να εξασφαλίζουν ότι το σιδηροδρομικό σύστημα μπορεί να επιτύχει τουλάχιστον τους ΚΣΑ, σύμφωνα με τις απαιτήσεις ασφάλειας που θεσπίζονται στο πλαίσιο των ΤΠΔ, και ότι εφαρμόζονται τα σχετικά μέρη των ΚΜΑ και οι κοινοποιούμενοι βάσει του άρθρου 8 κανόνες.

2.  Το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας πληροί τις απαιτήσεις, με προσαρμογή στη φύση, το μέγεθος και άλλες συνθήκες της επιδιωκόμενης δραστηριότητας. Εξασφαλίζει τον έλεγχο όλων των κινδύνων που προκαλεί η δραστηριότητα του διαχειριστή της υποδομής ή της σιδηροδρομικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων προσόντων του προσωπικού και της κατάρτισής του, καθώς επίσης και της παροχής συντήρησης και της χρησιμοποίησης εργολάβων. Με την επιφύλαξη των υφιστάμενων εθνικών και διεθνών κανόνων περί ευθύνης, το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας λαμβάνει επίσης υπόψη, οσάκις ενδείκνυται και είναι εύλογο, τους κινδύνους που προκύπτουν ως αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων τρίτων. Κατά συνέπεια, οι διαχειριστές υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις διαθέτουν διαδικασίες εντοπισμού των εν λόγω πιθανών κινδύνων που ανακύπτουν λόγω εξωτερικών δραστηριοτήτων στις διασυνδέσεις με το σιδηροδρομικό σύστημα οι οποίες έχουν άμεσο αντίκτυπο στις παρεχόμενες υπηρεσίες. [Τροπολογία 71]

Η Επιτροπή εγκρίνει, με εκτελεστικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, στοιχεία του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης μιας πολιτικής για την ασφάλεια η οποία έχει εγκριθεί σε εσωτερικό επίπεδο και έχει κοινοποιηθεί· ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους ασφάλειας και διαδικασίες για την επίτευξη αυτών των στόχων· διαδικασίες για την τήρηση των τεχνικών και επιχειρησιακών προτύπων· διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου και μέτρα εφαρμογής του ελέγχου κινδύνου· μέτρα επιμόρφωσης του προσωπικού και ενημέρωσης· διαδικασίες για την εξασφάλιση της κοινοποίησης και της τεκμηρίωσης πληροφοριών που αφορούν την ασφάλεια· διαδικασίες για την αναφορά και την ανάλυση συμβάντων και ατυχημάτων και άλλων περιστατικών που άπτονται της ασφάλειας και για τη διαμόρφωση προληπτικών μέτρων· διατάξεις για τα σχέδια έκτακτης ανάγκης που έχουν λάβει την έγκριση των δημόσιων αρχών και διατάξεις για περιοδικούς εσωτερικούς ελέγχους του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας . Οι εκτελεστικές εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 27 παράγραφος 2 του άρθρου 26 . [Τροπολογία 72]

2α.  Όσον αφορά το προσωπικό των σιδηροδρόμων, το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας περιλαμβάνει μέτρα για την παροχή προγραμμάτων κατάρτισης του προσωπικού και συστημάτων τα οποία διασφαλίζουν ότι διατηρείται η επάρκεια προσόντων του προσωπικού και ότι εκτελούνται αναλόγως οι σχετικές αρμοδιότητες. [Τροπολογία 73]

2β.  Το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας περιέχει διατάξεις για ένα «πνεύμα δικαιοσύνης», όπως ορίζεται στο άρθρο 3. [Τροπολογία 74]

3.  Στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας κάθε διαχειριστή υποδομής λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες της εκμετάλλευσης του δικτύου από διάφορες σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και προβλέπονται μέτρα ώστε όλες οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις να ασκούν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τις ΤΠΔ και τους εθνικούς κανόνες, καθώς και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο πιστοποιητικό ασφάλειας που έχουν λάβει. Tα συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας καταρτίζονται με στόχο τον συντονισμό των διαδικασιών έκτακτης ανάγκης του διαχειριστή της υποδομής με όλες τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα στο πλαίσιο της υποδομής του, με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ώστε να εξασφαλίζεται η ταχεία παρέμβαση των σωστικών συνεργείων, καθώς και με οιοδήποτε άλλο μέρος εμπλέκεται σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης . Για τις διασυνοριακές υποδομές, και ιδίως για τις διασυνοριακές σήραγγες, αναπτύσσονται και βελτιώνονται ειδικά συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας προκειμένου να διασφαλίζεται ο απαραίτητος συντονισμός και η ετοιμότητα των αρμόδιων υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης εκατέρωθεν των συνόρων . [Τροπολογία 75]

3α.  Οι διαχειριστές υποδομής αναπτύσσουν επίσης ένα σύστημα συντονισμού με τους διαχειριστές των γειτονικών χωρών με τις οποίες συνδέεται το δίκτυο. Το εν λόγω σύστημα περιλαμβάνει μηχανισμούς για την παροχή ενημέρωσης σε περίπτωση συμβάντων ή ατυχημάτων στο δίκτυο ή σε περίπτωση καθυστερήσεων που θα μπορούσαν να διαταράξουν τη διασυνοριακή κυκλοφορία, καθώς και διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ των υποδομών για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας, ώστε να εξασφαλίζεται ανά πάσα στιγμή η ασφάλεια του δικτύου. Οι διαχειριστές υποδομών αμφότερων των κρατών διαβιβάζουν στους φορείς, στα ενδιαφερόμενα μέρη και στις αρμόδιες εθνικές αρχές κάθε σχετική πληροφορία που θα μπορούσε να επηρεάσει την κυκλοφορία ανάμεσα στα δύο κράτη. [Τροπολογία 76]

4.  Όλοι οι διαχειριστές υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις υποβάλλουν ετησίως στην εθνική αρχή ασφαλείας, πριν από τις 30 Ιουνίου, ετήσια έκθεση ασφάλειας για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει:

α)  πληροφορίες για την επίτευξη των στόχων της επιχείρησης στον τομέα της ασφάλειας και για τα αποτελέσματα των προγραμμάτων ασφάλειας·

β)  την κατάρτιση των εθνικών δεικτών ασφάλειας και των ΚΔΑ που ορίζονται στο παράρτημα I, εφόσον είναι συναφείς με την επιχείρηση που υποβάλλει την έκθεση·

γ)  τα αποτελέσματα του εσωτερικού ελέγχου ασφάλειας·

δ)  παρατηρήσεις για ανεπάρκειες και δυσλειτουργίες των σιδηροδρομικών υπηρεσιών και της διαχείρισης της υποδομής που ενδέχεται να ενδιαφέρουν την εθνική αρχή ασφαλείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΓΚΡΙΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Άρθρο 10

Ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας

1.  Η πρόσβαση στη σιδηροδρομική υποδομή επιτρέπεται μόνον σε σιδηροδρομική επιχείρηση κάτοχο ενιαίου πιστοποιητικού ασφαλείας.

2.  Το ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας χορηγείται από τον Οργανισμό, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, βάσει των στοιχείων που αποδεικνύουν ότι η σιδηροδρομική επιχείρηση εφαρμόζει σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 9 και ότι πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται σε ΤΠΔ και άλλο σχετικό νομοθέτημα και ενδεχόμενους ειδικούς κανόνες λειτουργίας που είναι σημαντικοί για την υπηρεσία που παρέχει η σιδηροδρομική επιχείρηση , ώστε να ελέγχει τους κινδύνους και να παρέχει ασφαλείς μεταφορές στο δίκτυο.

2α.  Τα πιστοποιητικά ασφάλειας για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά σε ένα απομονωμένο δίκτυο μπορούν επίσης να χορηγούνται από εθνική αρχή ασφάλειας των κρατών μελών που διαθέτουν τέτοιο δίκτυο. Στις περιπτώσεις αυτές, ο αιτών μπορεί να επιλέξει μεταξύ του Οργανισμού ή των εθνικών αρχών ασφάλειας του οικείου κράτους μέλους.

Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 30, οι εθνικές αρχές ασφάλειας των κρατών μελών που διαθέτουν απομονωμένο δίκτυο καθιερώνουν κοινές διαδικασίες για την πιστοποίηση της ασφάλειας και διασφαλίζουν την αμοιβαία αναγνώριση των πιστοποιητικών ασφάλειας που εκδίδονται από τους οργανισμούς αυτούς. Σε περίπτωση αντιφατικών αποφάσεων των εθνικών αρχών ασφάλειας ή ελλείψει αμοιβαία αποδεκτής απόφασης, ο Οργανισμός λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων].

Αν, κατά το τέλος της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 30, οι εν λόγω εθνικές αρχές ασφάλειας δεν έχουν θεσπίσει ρυθμίσεις για κοινές διαδικασίες και για την αμοιβαία αναγνώριση των πιστοποιητικών ασφάλειας, οι εγκρίσεις του παρόντος άρθρου χορηγούνται μόνον από τον Οργανισμό.

Αν, κατά το τέλος της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 30, έχουν θεσπισθεί οι ρυθμίσεις για τις κοινές διαδικασίες πιστοποίησης και την αμοιβαία αναγνώριση των πιστοποιητικών ασφάλειας, οι εθνικές αρχές ασφάλειας των κρατών μελών που διαθέτουν απομονωμένα δίκτυα μπορούν να συνεχίσουν να εκδίδουν πιστοποιητικά ασφάλειας και ο αιτών μπορεί να επιλέξει να υποβάλει αίτηση για πιστοποιητικό ασφάλειας στον Οργανισμό ή στις αρμόδιες εθνικές αρχές ασφάλειας μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 30.

Δέκα έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς την καθιέρωση κοινών διαδικασιών και την αμοιβαία αναγνώριση των πιστοποιητικών ασφάλειας στο απομονωμένο σιδηροδρομικό δίκτυο και, εφόσον απαιτείται, υποβάλλει τις κατάλληλες νομοθετικές προτάσεις.

3.  Το ενιαίο πιστοποιητικό ασφάλειας προδιαγράφει τον τύπο, και την έκταση και τον τομέα παροχής υπηρεσιών των σιδηροδρομικών μεταφορών που καλύπτει. Ισχύει και αναγνωρίζεται σε ολόκληρη την Ένωση για ισοδύναμες σιδηροδρομικές μεταφορές ή σε μέρη της Ένωσης σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζει ο Οργανισμός .

4.  Τρεις μήνες Πριν από την έναρξη νέου δρομολογίου που δεν καλύπτεται από το ενιαίο πιστοποιητικό ασφάλειας της , η σιδηροδρομική επιχείρηση κοινοποιεί στη αρμόδια εθνική αρχή αποστέλλει στον Οργανισμό, ή στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, στις εθνικές αρχές ασφαλείας, την απαιτούμενη συμπληρωματική τεκμηρίωση στην οποία βεβαιώνεται προκειμένου να βεβαιώσει ότι:

α)  η σιδηροδρομική επιχείρηση τηρεί τους κανόνες λειτουργίας, καθώς και εθνικούς κανόνες που έχουν κοινοποιηθεί στις εθνικές αρχές ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4, αξιολογεί την ασφάλεια των μεταφορών της, με βάση τις απαιτήσεις του κανονισμού (EΚ) αριθ. 352/2009 της Επιτροπής(11) , και εξασφαλίζει τη διαχείριση όλων των κινδύνων με το οικείο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας και προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την ασφαλή εκτέλεση των μεταφορών της·

β)  η σιδηροδρομική επιχείρηση έχει προβεί σε όλες τις ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για τη συνεργασία με τον(τους) διαχειριστή(ές) υποδομής του(των) δικτύου(ων) στο(στα) οποίο(α) πρόκειται να εκτελεί μεταφορές·

γ)  η σιδηροδρομική επιχείρηση έχει λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για την ασφαλή εκτέλεση των δρομολογίων·

δ)  η σιδηροδρομική επιχείρηση διαθέτει άδεια που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την οδηγία 95/18/ΕΚ του Συμβουλίου(12) ·

ε)  ο τύπος, και η έκταση και ο τομέας παροχής υπηρεσιών της προτεινόμενης μεταφοράς αντιστοιχεί σε εκείνην που περιγράφεται στο οικείο ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας.

Εφόσον ο Οργανισμός, ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, η εθνική αρχή ασφαλείας αμφιβάλλει για την τήρηση ενός ή περισσοτέρων όρων, ζητεί περισσότερες πληροφορίες από τη σιδηροδρομική επιχείρηση σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 . Ωστόσο, η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών δεν επιτρέπεται να επιφέρει αναστολή ή καθυστέρηση στην έναρξη της μεταφοράς. Εφόσον ο Οργανισμός ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, η εθνική αρχή ασφαλείας διαπιστώσει ότι ένας ή περισσότεροι όροι δεν πληρούνται, παραπέμπει το θέμα στον Οργανισμό ο οποίος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, μεταξύ των οποίων είναι και η τροποποίηση, η αναστολή ή η ανάκληση του πιστοποιητικού.

5.  Το ενιαίο πιστοποιητικό ασφάλειας ανανεώνεται κατόπιν αιτήσεως της σιδηροδρομικής επιχείρησης σε διαστήματα τα οποία δεν υπερβαίνουν την πενταετία. Επικαιροποιείται, εν μέρει ή στο σύνολό του, κάθε φορά που ο τύπος ή η έκταση της δραστηριότητας υφίσταται ουσιαστική τροποποίηση πριν από την ουσιαστική τροποποίηση του τύπου, της έκτασης ή τον τομέα παροχής της υπηρεσίας .

Ο κάτοχος του ενιαίου πιστοποιητικού ασφάλειας ενημερώνει τον Οργανισμό ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, την εθνική αρχή ασφάλειας, χωρίς καθυστέρηση για τυχόν σημαντικές τροποποιήσεις των όρων του ενιαίου πιστοποιητικού ασφάλειας. Επιπλέον, ενημερώνει τον Οργανισμό ή , στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, την εθνική αρχή ασφάλειας, όποτε εισάγονται νέες, κρίσιμες για την ασφάλεια κατηγορίες προσωπικού ή νέοι τύποι τροχαίου υλικού. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 ισχύουν και στις περιπτώσεις αυτές.

Ο Οργανισμός μπορεί να απαιτήσει την αναθεώρηση του πιστοποιητικού ασφάλειας λόγω ουσιαστικών μεταβολών του ρυθμιστικού πλαισίου ασφάλειας.

6.  Εάν εθνική ασφαλείας κρίνει ότι κάτοχος ενιαίου πιστοποιητικού ασφάλειας δεν πληροί πλέον τους όρους πιστοποίησης, ζητεί από τον Οργανισμό να ανακαλέσει το πιστοποιητικό. Ο Οργανισμός ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, η εθνική αρχή ασφάλειας δύναται να ανακαλέσει το ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας, αιτιολογώντας την απόφασή του. Ο Οργανισμός, ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, η εθνική αρχή ασφάλειας ενημερώνει αμέσως όλες τις εθνικές αρχές ασφαλείας των δικτύων στα οποία η σιδηροδρομική επιχείρηση εκτελεί μεταφορές.

7.  Ο Οργανισμός, ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2α, η εθνική αρχή ασφάλειας ενημερώνει τις εθνικές αρχές ασφαλείας εντός μηνός για την έκδοση, την ανανέωση, την τροποποίηση ή την ανάκληση ενιαίου πιστοποιητικού ασφάλειας. Γνωστοποιεί το όνομα και τη διεύθυνση της σιδηροδρομικής επιχείρησης, την ημερομηνία έκδοσης, το πεδίο εφαρμογής και την ισχύ του πιστοποιητικού καθώς και, σε περίπτωση ανάκλησης, τους λόγους της απόφασής της.

8.  Ο Οργανισμός παρακολουθεί συνεχώς εάν είναι αποτελεσματικά τα μέτρα ενόψει της έκδοσης ενιαίων πιστοποιητικών ασφαλείας και της εποπτείας από τις εθνικές αρχές ασφαλείας και, κατά περίπτωση, προβαίνει σε συστάσεις βελτίωσης στην Επιτροπή. Μεταξύ αυτών ενδέχεται να περιλαμβάνεται σύσταση για ΚΜΑ για διαδικασία του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, η οποία πρέπει να εναρμονισθεί σε επίπεδο Ένωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

8α.  Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης του Οργανισμού που απευθύνεται στο ίδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 12, 16, 17 και 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων] ή κατά πτώχευσης από τον Οργανισμό για να απαντήσει εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και για τους φορείς που εκπροσωπούν τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων], εφόσον διαθέτουν σχετική εξουσιοδότηση σύμφωνα με το καταστατικό τους. [Τροπολογία 77]

Άρθρο 11

Αιτήσεις για ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας

1.  Οι αιτήσεις για ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας υποβάλλονται στον Οργανισμό. Ο Οργανισμός λαμβάνει απόφαση χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός τεσσάρων τριών μηνών από την υποβολή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών και τυχόν συμπληρωματικών πληροφοριών που έχει ζητήσει ο Οργανισμός παραλαβή της αίτησης . Εάν ζητηθεί από τον αιτούντα να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες, οι εν λόγω πληροφορίες υποβάλλονται εγκαίρως εντός εύλογης προθεσμίας η οποία ορίζεται από τον Οργανισμό και δεν υπερβαίνει τον έναν μήνα, εκτός εάν, σε έκτακτες περιστάσεις, ο Οργανισμός συμφωνήσει και εγκρίνει μια χρονικά περιορισμένη παράταση . Οι αρνητικές αποφάσεις συνοδεύονται από προσήκουσα αιτιολόγηση .

Στην περίπτωση αίτησης για επέκταση της παροχής υπηρεσίας σε επιπλέον κράτος μέλος, ο Οργανισμός ομοίως λαμβάνει την απόφασή του εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης.

2.  Ο Οργανισμός παρέχει λεπτομερείς οδηγίες για τον τρόπο απόκτησης του ενιαίου πιστοποιητικού ασφαλείας. Καταρτίζει κατάλογο με όλες τις απαιτήσεις που έχουν θεσπισθεί βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2 και δημοσιεύει όλα τα σχετικά έγγραφα.

3.  Στους αιτούντες διατίθεται δωρεάν και σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης έγγραφο με τις οδηγίες και τις εξηγήσεις των απαιτήσεων για το ενιαίο πιστοποιητικό ασφαλείας και κατάλογος των απαιτούμενων εγγράφων. Οι εθνικές αρχές ασφαλείας συνεργάζονται με τον Οργανισμό στη διάδοση των εν λόγω πληροφοριών. [Τροπολογία 78]

Άρθρο 12

Έγκριση ασφάλειας των διαχειριστών υποδομής

1.  Για να έχει το δικαίωμα να διαχειρίζεται και να εκμεταλλεύεται μια σιδηροδρομική υποδομή, ο διαχειριστής υποδομής λαμβάνει έγκριση ασφαλείας από την αρχή ασφάλειας του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Στην περίπτωση των διασυνοριακών υποδομών με έναν μόνο διαχειριστή υποδομής, ο Οργανισμός είναι αρμόδιος για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2.  Η έγκριση ασφάλειας περιλαμβάνει έγκριση που επιβεβαιώνει την αποδοχή των μέτρων που έχουν ληφθεί με το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας του διαχειριστή υποδομής όπως περιγράφεται στο άρθρο 9 και το παράρτημα II , τα οποία περιλαμβάνουν τις διαδικασίες και τις διατάξεις προκειμένου να τηρούνται συγκεκριμένες προδιαγραφές απαραίτητες για τον ασφαλή σχεδιασμό, συντήρηση και λειτουργία της σιδηροδρομικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένης, εφόσον παρίσταται ανάγκη, της συντήρησης και λειτουργίας του συστήματος ελέγχου της κυκλοφορίας και της σηματοδότησης, καθώς και τις διαδικασίες ενεργοποίησης σε περίπτωση σοβαρού ατυχήματος ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή βοήθειας και η αποκατάσταση της ασφάλειας της υποδομής .

Η έγκριση ασφάλειας ανανεώνεται κατόπιν αιτήσεως του διαχειριστή υποδομής σε πενταετή διαστήματα. Οσάκις πραγματοποιούνται ουσιώδεις μεταβολές στην υποδομή, τη σηματοδότηση ή την ηλεκτροδότηση, ή στις αρχές της λειτουργίας και συντήρησής της, η εν λόγω έγκριση ενημερώνεται, εν μέρει ή στο σύνολό της. Ο κάτοχος της έγκρισης ασφάλειας ενημερώνει αμελλητί την αμέσως την εθνική αρχή ασφαλείας και τον Οργανισμό για τις μεταβολές αυτές.

Η εθνική αρχή ασφαλείας, ή, για τις διασυνοριακές δομές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ο Οργανισμός μπορεί να απαιτήσει την αναθεώρηση της έγκρισης ασφαλείας μετά από ουσιαστικές μεταβολές του ρυθμιστικού πλαισίου ασφαλείας.

Εάν η εθνική αρχή ασφαλείας ή, για τις διασυνοριακές δομές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ο Οργανισμός διαπιστώσει ότι εγκεκριμένος διαχειριστής υποδομής δεν πληροί πλέον τους όρους της έγκρισης ασφάλειας, ανακαλεί την έγκριση αιτιολογώντας την απόφασή της.

3.  Η εθνική αρχή ασφαλείας λαμβάνει απόφαση σχετικά με αίτηση χορήγησης έγκρισης ασφάλειας αμελλητί και το αργότερο εντός τεσσάρων τριών μηνών από την υποβολή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών και τυχόν συμπληρωματικών πληροφοριών παραλαβή της αίτησης . Εάν ζητηθεί από τον αιτούντα να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες, οι εν λόγω πληροφορίες υποβάλλονται εντός εύλογης προθεσμίας η οποία ορίζεται από την εθνική αρχή ασφάλειας ή τον Οργανισμό και δεν υπερβαίνει τον έναν μήνα, εκτός εάν, σε έκτακτες περιστάσεις, η εθνική αρχή ασφάλειας ή ο Οργανισμός συμφωνήσει και εγκρίνει μια χρονικά περιορισμένη παράταση. Οι αρνητικές αποφάσεις συνοδεύονται από προσήκουσα αιτιολόγηση.

Παρέχεται έγγραφο καθοδήγησης για την υποβολή αίτησης που περιγράφει και επεξηγεί τις απαιτήσεις για τις εγκρίσεις ασφάλειας και απαριθμεί τα απαιτούμενα έγγραφα. [Τροπολογία 79]

4.  Η εθνική αρχή ασφαλείας ενημερώνει τον Οργανισμό εντός ενός μηνός για τις εγκρίσεις ασφάλειας που έχουν εκδοθεί, ανανεωθεί, τροποποιηθεί ή ανακληθεί. Γνωστοποιεί το όνομα και τη διεύθυνση του διαχειριστή υποδομής, την ημερομηνία έκδοσης, το πεδίο και την ισχύ της έγκρισης ασφάλειας και, σε περίπτωση ανάκλησης, τους λόγους της απόφασής της.

Άρθρο 13

Πρόσβαση στις εγκαταστάσεις κατάρτισης

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις δίκαιη και άνευ διακρίσεων πρόσβαση στις εγκαταστάσεις κατάρτισης των οδηγών και του προσωπικού των αμαξοστοιχιών, εφόσον η κατάρτιση αυτή είναι απαραίτητη για την εκτέλεση δρομολογίων στο δίκτυό τους ή για την εκπλήρωση των απαιτήσεων που προβλέπονται για την απόκτηση άδειας ή πιστοποιητικού ασφαλείας και των απαιτήσεων για την απόκτηση αδειών και πιστοποιητικών βάσει της οδηγίας 2007/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(13) .

Οι παρεχόμενες υπηρεσίες περιλαμβάνουν εκπαίδευση για τις απαραίτητες γνώσεις, παροχή βοήθειας στα άτομα με αναπηρία, κανόνες και διαδικασίες λειτουργίας, τη σηματοδότηση και το σύστημα ελέγχου-χειρισμού, καθώς και τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης που ισχύουν για τα εκτελούμενα δρομολόγια. [Τροπολογία 80]

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι διαχειριστές υποδομής και το προσωπικό που επιτελεί βασικά καθήκοντα ασφάλειας έχουν δίκαιη και άνευ διακρίσεων πρόσβαση στις εγκαταστάσεις κατάρτισης.

Σε περίπτωση που οι υπηρεσίες κατάρτισης δεν περιλαμβάνουν εξέταση και χορήγηση πιστοποιητικών, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την πρόσβαση των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων στην πιστοποίηση αυτή.

Η εθνική αρχή ασφαλείας εξασφαλίζει ότι, στο πλαίσιο της παροχής των υπηρεσιών κατάρτισης ή, οσάκις απαιτείται, της χορήγησης πιστοποιητικών, πληρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας 2007/59/ΕΚ, των ΤΠΔ ή των εθνικών κανόνων, που προβλέπονται στο άρθρο 8.

2.  Εάν οι εγκαταστάσεις κατάρτισης διατίθενται μόνο μέσω των υπηρεσιών μίας και μόνον σιδηροδρομικής επιχείρησης ή του διαχειριστή της υποδομής, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τίθενται στη διάθεση και των άλλων σιδηροδρομικών επιχειρήσεων με κόστος λογικό και το οποίο δεν εισάγει διακρίσεις, το οποίο σχετίζεται με το κόστος και μπορεί να περιλαμβάνει ένα περιθώριο κέρδους.

3.  Κατά την πρόσληψη νέων οδηγών αμαξοστοιχιών, προσωπικού επί των τρένων καθώς και προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με βασικά καθήκοντα ασφαλείας, οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να λαμβάνουν υπόψη τυχόν κατάρτιση, προσόντα και εμπειρία που έχουν αποκτηθεί στο παρελθόν από άλλες σιδηροδρομικές επιχειρήσεις. Για τον σκοπό αυτό τα εν λόγω μέλη του προσωπικού δικαιούνται πρόσβασης, λήψης αντιγράφων και γνωστοποίησης αναφορικά με όλα τα έγγραφα που πιστοποιούν την κατάρτιση, τα προσόντα και την εμπειρία τους.

4.  Οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διαχειριστές υποδομής είναι υπεύθυνοι για το επίπεδο της κατάρτισης και των προσόντων του προσωπικού τους που επιτελεί εργασία σχετική με την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού αμαξοστοιχιών . [Τροπολογία 81]

Άρθρο 14

Συντήρηση οχημάτων

1.  Για κάθε όχημα, πριν τεθεί σε λειτουργία ή χρησιμοποιηθεί στο δίκτυο, υπάρχει φορέας υπεύθυνος για τη συντήρησή του, ο οποίος καταχωρίζεται στο εθνικό μητρώο στα μητρώα οχημάτων σύμφωνα με το άρθρο 43 τα άρθρα 43 και 43α της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου].

2.  Ο υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας μπορεί να είναι σιδηροδρομική επιχείρηση, διαχειριστής υποδομής ή κάτοχος οχημάτων.

3.  Με την επιφύλαξη της ευθύνης των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και των διαχειριστών υποδομής για την ασφαλή λειτουργία των αμαξοστοιχιών κατά το άρθρο 4, ο φορέας εξασφαλίζει, μέσω συστήματος συντήρησης, ότι τα οχήματα για τη συντήρηση των οποίων είναι υπεύθυνος βρίσκονται σε ασφαλή κατάσταση κυκλοφορίας. Για το σκοπό αυτό, ο υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας διασφαλίζει ότι τα οχήματα συντηρούνται σύμφωνα με:

α)  το βιβλίο συντήρησης εκάστου οχήματος

β)  τις ισχύουσες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συντήρησης και των διατάξεων των ΤΠΔ.

Ο αρμόδιος για τη συντήρηση φορέας πραγματοποιεί τη συντήρηση μόνος του ή την αναθέτει σε συμβεβλημένα συνεργεία συντήρησης.

4.  Στην περίπτωση εμπορευματικών φορταμαξών, κάθε υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας πιστοποιείται από οργανισμό που έχει διαπιστευθεί ή αναγνωρισθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (EΕ) αριθ. 445/2011 της Επιτροπής(14) , ή από εθνική αρχή ασφάλειας. Η διαδικασία αναγνώρισης βασίζεται επίσης σε κριτήρια ανεξαρτησίας, επάρκειας και αμεροληψίας.

Εφόσον ο αρμόδιος για τη συντήρηση φορέας είναι διαχειριστής υποδομής, η συμμόρφωση με τον κανονισμό (EΕ) αριθ. 445/2011 ελέγχεται από την οικεία εθνική αρχή ασφάλειας στο πλαίσιο των διαδικασιών του άρθρου 12 της παρούσας οδηγίας και επιβεβαιώνεται με τα πιστοποιητικά που προβλέπουν οι διαδικασίες αυτές.

5.  Τα πιστοποιητικά που χορηγούνται σύμφωνα με την παράγραφο 4 ισχύουν και αναγνωρίζονται αυτόματα σε ολόκληρη την Ένωση.

Ο Οργανισμός καταρτίζει και δημοσιοποιεί και στη συνέχεια επικαιροποιεί χωρίς καθυστέρηση μητρώο των αρμόδιων για τη συντήρηση πιστοποιημένων φορέων. Το μητρώο αυτό συνδέεται με τα εθνικά μητρώα οχημάτων ή τα μητρώα οχημάτων σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφοι 1 και 4 και το άρθρο 43α παράγραφοι 1 και 4 της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου].

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν κοινές προδιαγραφές για το εν λόγω μητρώο, όσον αφορά το περιεχόμενο, τη μορφή των δεδομένων, τη λειτουργική και τεχνική διάρθρωση, τον τρόπο λειτουργίας και τους κανόνες για την εισαγωγή δεδομένων και τη διαβούλευση. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 27 παράγραφος 3.

5α.  Κατά την εκπόνηση ή την τροποποίηση των ΤΠΔ, ο Οργανισμός εναρμονίζει τους κανόνες για τις ελάχιστες απαιτήσεις συντήρησης, μεριμνώντας για την ασφάλεια ολόκληρου του σιδηροδρομικού συστήματος. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη διάφορες παράμετροι (χρήση, παλαιότητα, υλικό, διανυθείσα απόσταση, κλιματικές συνθήκες, τύπος τροχιάς, κ.ά.) που συμβάλλουν στη φθορά του υλικού. Οι επιχειρήσεις μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το δικό τους σύστημα συντήρησης, εφόσον ο Οργανισμός θεωρεί ότι το εν λόγω σύστημα παρέχει ισοδύναμο ή υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας.

6.  Έως τις 31 Mαΐου 2014, Το αργότερο δύο έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, ο Οργανισμός αξιολογεί το σύστημα πιστοποίησης του υπεύθυνου φορέα συντήρησης εμπορευματικών φορταμαξών και εξετάζει τη δυνατότητα επέκτασης του συστήματος σε όλα τα οχήματα και υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει σύσταση σχετικά με τη σκοπιμότητα επέκτασης του εν λόγω συστήματος πιστοποίησης σε άλλους τύπους οχημάτων. Εν συνεχεία η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα με βάση την εν λόγω σύσταση.

6α.  Το αργότερο έξι μήνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, ο Οργανισμός εντοπίζει κρίσιμα για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων στοιχεία και αναπτύσσει ένα σύστημα που επιτρέπει την παρακολούθησή τους.

7.  Με βάση τη σύσταση του Οργανισμού, το αργότερο 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή εγκρίνει, έως τις 24 Δεκεμβρίου 2016 με εκτελεστικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 26, κοινούς όρους πιστοποίησης του υπεύθυνου για τη συντήρηση φορέα για όλα τα οχήματα.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 27 παράγραφος 2.

Το σύστημα πιστοποίησης που ισχύει για εμπορευματικές φορτάμαξες και έχει εγκριθεί με τον κανονισμό (EΕ) αριθ. 445/2011 εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι να εκδοθούν οι εκτελεστικές κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που προαναφέρθηκαν. [Τροπολογία 82]

Άρθρο 15

Παρεκκλίσεις από το σύστημα πιστοποίησης των υπεύθυνων για τη συντήρηση φορέων

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις καθορισμού και πιστοποίησης του υπευθύνου για τη συντήρηση φορέα με εναλλακτικά μέτρα ως προς το σύστημα πιστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 14, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  οχημάτων τα οποία είναι καταχωρισμένα σε τρίτη χώρα και συντηρούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας αυτής·

β)  οχημάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε δίκτυα ή γραμμές των οποίων το εύρος σιδηροτροχιών είναι διαφορετικό από το εύρος του κυρίου σιδηροδρομικού δικτύου της Ένωσης και για τα οποία η τήρηση των απαιτήσεων κατά το άρθρο 14 παράγραφος 3 διασφαλίζεται από διεθνείς συμφωνίες με τρίτες χώρες·

γ)  οχημάτων καλυπτόμενων από το άρθρο 2, καθώς και οχημάτων για τη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού και για ειδικές υπηρεσίες μεταφορών για τις οποίες απαιτείται ειδική άδεια της εθνικής αρχής ασφάλειας που χορηγείται πριν από την παροχή της υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή, χορηγούνται παρεκκλίσεις για χρονικά διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη.

2.  Τα εναλλακτικά μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται δια παρεκκλίσεων που χορηγεί η αρμόδια εθνική αρχή ασφαλείας ή ο Οργανισμός:

α)  κατά την καταχώριση οχημάτων σύμφωνα με το άρθρο 43 της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου], όσον αφορά τον καθορισμό του υπεύθυνου για τη συντήρηση φορέα·

β)  κατά τη χορήγηση πιστοποιητικών και εγκρίσεων ασφαλείας σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και διαχειριστές υποδομής σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 της παρούσας οδηγίας, όσον αφορά τον καθορισμό ή την πιστοποίηση του υπεύθυνου για τη συντήρηση φορέα·

3.  Οι παρεκκλίσεις αυτές προσδιορίζονται και αιτιολογούνται στην ετήσια έκθεση ασφαλείας του άρθρου 18. Εάν προκύπτει ότι έχουν αναληφθεί αδικαιολόγητοι κίνδυνοι ασφάλειας στο σιδηροδρομικό σύστημα της Ένωσης, ο Οργανισμός ενημερώνει πάραυτα την Επιτροπή σχετικά. Η Επιτροπή επικοινωνεί με τα ενδιαφερόμενα μέρη και, κατά περίπτωση, ζητεί από το κράτος μέλος να αποσύρει την απόφασή του για χορήγηση παρέκκλισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Άρθρο 16

Καθήκοντα

1.  Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει μία αρχή ασφαλείας. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αποφασίσουν την από κοινού σύσταση αρχής ασφάλειας αρμόδιας για τα εδάφη τους. Η εν λόγω αρχή είναι ανεξάρτητη ως προς την οργάνωση, τη νομική μορφή και τη λήψη αποφάσεων από οποιαδήποτε σιδηροδρομική επιχείρηση, διαχειριστή υποδομής, αιτούντα και ή φορέα προμηθειών. Η αρχή διαθέτει την αναγκαία τεχνογνωσία και τους απαραίτητους ανθρώπινους πόρους ώστε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της. Μπορεί να είναι το υπουργείο που είναι αρμόδιο για θέματα μεταφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο.

2.  Η αρχή ασφαλείας αναλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)  έγκριση θέσης σε λειτουργία των υποσυστημάτων ενέργειας και υποδομής που αποτελούν το σιδηροδρομικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου], εξαιρουμένων των διασυνοριακών υποδομών με ενιαίο διαχειριστή υποδομής, για τις οποίες ο Οργανισμός θα αναλάβει τα καθήκοντα που καθορίζονται στο παρόν εδάφιο ·

β)  εποπτεία διασφάλιση της συμμόρφωσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας με τις βασικές απαιτήσεις όπως απαιτείται που καθορίζονται βάσει του άρθρου [x] της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου]·

γ)  απόδοση ευρωπαϊκού εθνικού αριθμού οχήματος σύμφωνα με το άρθρο 42 τα άρθρα 20α και 43 της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρόμου]·

δ)  υποστήριξη του Οργανισμού, εφόσον τη ζητήσει και βάσει των συμβατικών συμφωνιών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων] , στην έκδοση, ανανέωση, τροποποίηση και ανάκληση ενιαίων πιστοποιητικών ασφαλείας που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 10 και έλεγχο της τήρησης των σχετικών όρων και των απαιτήσεων για τη λειτουργία των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας·

ε)  έκδοση, ανανέωση, τροποποίηση και ανάκληση εγκρίσεων ασφαλείας που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 12 και έλεγχος της τήρησης των σχετικών όρων και των απαιτήσεων και των απαιτήσεων για τη λειτουργία των διαχειριστών υποδομής με βάση τις απαιτήσεις της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας·

στ)  παρακολούθηση, προώθηση και, όπου απαιτείται, επιβολή και επικαιροποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος εθνικών κανόνων·

ζ)  εποπτεία των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων σύμφωνα με το παράρτημα IV του κανονισμού (EΕ) αριθ. 1158/2010 της Επιτροπής(15) και με τον κανονισμό (EΕ) αριθ. 1077/2012 της Επιτροπής(16) ·

η)  επίβλεψη διασφάλιση του ότι τα οχήματα είναι δεόντως καταχωρισμένα στο ευρωπαϊκό και το εθνικό μητρώο οχημάτων και ότι οι σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες που περιέχει περιέχουν τα μητρώα αυτά είναι ακριβείς και επικαιροποιημένες.

ηα)  παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες περί χρόνων εργασίας, οδήγησης και ανάπαυσης για τους μηχανοδηγούς στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και στους συρμούς·

ηβ)  παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους ισχύοντες κανόνες για την ασφαλή συντήρηση και λειτουργία των εμπορευματικών φορταμαξών και του λοιπού τροχαίου υλικού·

ηγ)  κατάρτιση γενικού σχεδίου έκτακτης ανάγκης για το σιδηροδρομικό δίκτυο το οποίο εφαρμόζεται υποχρεωτικά σε όλους τους παράγοντες του σιδηροδρομικού συστήματος και προβλέπει αναλυτικά τα μέτρα που λαμβάνονται σε περίπτωση σοβαρού ατυχήματος ή έκτακτης ανάγκης, και κοινοποίησή του στον Οργανισμό. Το εν λόγω σχέδιο περιλαμβάνει:

i)  μηχανισμούς και διαδικασίες που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων παραγόντων, ιδίως μεταξύ διαχειριστών υποδομής, σιδηροδρομικών φορέων και υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης·

ii)  μηχανισμούς συντονισμού μεταξύ των εθνικών οργανισμών των γειτονικών χωρών·

iii)  δίαυλους επικοινωνίας με τους συγγενείς των θυμάτων μετά από ένα σοβαρό ατύχημα, σε πλαίσιο διάδρασης με το προσωπικό που έχει εκπαιδευθεί για τα διάφορα καθήκοντα·

iv)  σύστημα παροχής βοήθειας στα θύματα μετά από σοβαρό ατύχημα, με σκοπό την καθοδήγησή τους όσον αφορά τις διαδικασίες καταγγελίας δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας, και συγκεκριμένα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1371/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) , με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των σιδηροδρομικών φορέων. Η εν λόγω βοήθεια περιλαμβάνει την παροχή ψυχολογικής υποστήριξης στα θύματα ατυχημάτων καθώς και στις οικογένειές τους.

Η Επιτροπή προβαίνει στην άμεση θέσπιση μέτρων για την εναρμόνιση του περιεχομένου και της μορφής των σχεδίων έκτακτης ανάγκης όπως προβλέπεται από το άρθρο 27. Ο Οργανισμός επικουρεί και εποπτεύει τις εθνικές αρχές ασφάλειας στην κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα σιδηροδρομικά ατυχήματα στα οποία εμπλέκονται δύο ή περισσότερα εθνικά δίκτυα.

3.  Η εθνική αρχή ασφαλείας του κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η σιδηροδρομική επιχείρηση προβαίνει στις αναγκαίες ρυθμίσεις συντονισμού με τον Οργανισμό και άλλες αρχές ασφαλείας προκειμένου να εξασφαλίσει την ανταλλαγή καίριων πληροφοριών σχετικών με τη συγκεκριμένη σιδηροδρομική επιχείρηση, ιδίως σχετικών με γνωστούς κινδύνους και τις επιδόσεις ασφαλείας της σιδηροδρομικής επιχείρησης. Η εθνική αρχή ασφαλείας ανταλλάσσει επίσης πληροφορίες με άλλες εθνικές αρχές ασφαλείας, εφόσον κρίνει ότι η σιδηροδρομική επιχείρηση δεν λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ελέγχου των κινδύνων.

Ενημερώνει αμέσως τον Οργανισμό για τυχόν ανησυχίες της σχετικά με τις επιδόσεις ασφαλείας της σιδηροδρομικής επιχείρησης που επιβλέπει. Ο Οργανισμός λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα που όπως προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφος 6.

4.  Τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεν δύνανται να μεταβιβάζονται ούτε να ανατίθενται βάσει υπεργολαβίας σε διαχειριστή υποδομής ή σιδηροδρομική επιχείρηση ή οντότητα προμηθειών.

4α.  Οι εθνικές αρχές ασφάλειας, με τη βοήθεια του Οργανισμού, θεσπίζουν μηχανισμούς για την ανταλλαγή παραδειγμάτων ορθών και βέλτιστων πρακτικών.

5a.  Οι εθνικές αρχές ασφάλειας μπορούν να ζητήσουν οικειοθελώς από τον Οργανισμό να ελέγχει το έργο τους. Ο Οργανισμός μπορεί επίσης να ελέγχει τις εθνικές αρχές ασφάλειας με δική του πρωτοβουλία. [Τροπολογία 83]

Άρθρο 17

Αρχές για τη λήψη αποφάσεων

1.  Οι εθνικές αρχές ασφαλείας εκτελούν τα καθήκοντά τους με ανοικτό και αμερόληπτο τρόπο και με διαφάνεια. Ειδικότερα, δίνουν τη δυνατότητα σε όλα τα μέρη να εκφράζουν τις απόψεις τους και αιτιολογούν τις αποφάσεις τους.

Απαντούν άμεσα στα αιτήματα και τις υποβαλλόμενες αιτήσεις, τηρώντας τις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 και διαβιβάζουν τα αιτήματά τους για ενημέρωση αμελλητί και εκδίδουν όλες τις αποφάσεις τους εντός τεσσάρων μηνών αφού λάβουν όλες τις πληροφορίες ενδεχόμενες υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στις συμβατικές συμφωνίες που έχουν ζητήσει συνάψει με τον Οργανισμό . Δύνανται ανά πάσα στιγμή να ζητούν την τεχνική συνδρομή των διαχειριστών υποδομής και των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων ή άλλων ειδικευμένων οργάνων όταν εκτελούν τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 16.

Κατά την κατάρτιση του εθνικού κανονιστικού πλαισίου, η εθνική αρχή ασφαλείας διαβουλεύεται με όλα τα εμπλεκόμενα και ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία και λαμβάνει υπόψη , μεταξύ των οποίων διαχειριστές υποδομής, σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, κατασκευαστές και φορείς συντήρησης, εκπροσώπους των χρηστών και του προσωπικού.

2.  Ο Οργανισμός και οι εθνικές αρχές ασφαλείας έχουν το δικαίωμα να διενεργούν όλες τις επιθεωρήσεις, ελέγχους και έρευνες που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και έχουν πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα, καθώς και στους χώρους, τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό των διαχειριστών υποδομής και των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων.

3.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις της εθνικής αρχής ασφαλείας υπόκεινται σε ένδικα μέσα.

4.  Οι εθνικές αρχές ασφαλείας συμμετέχουν ενεργά στην ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών στο πλαίσιο του δικτύου που έχει δημιουργήσει ο Οργανισμός για να εναρμονίζουν τα κριτήρια λήψης των αποφάσεών τους στην Ένωση.

4α.  Οι εθνικές αρχές ασφάλειας επικουρούν τον Οργανισμό στο έργο του στον τομέα της παρακολούθησης της ανάπτυξης της ασφάλειας των σιδηροδρόμων σε επίπεδο Ένωσης.

5.  Η έκταση της συνεργασίας μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας σε όλα τα θέματα που αφορούν τις επιτόπιες επιθεωρήσεις για την έκδοση ενιαίου πιστοποιητικού ασφαλείας και την εποπτεία των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων μετά την έκδοση του ενιαίου πιστοποιητικού ασφαλείας καθορίζεται σε συμβατικές ή άλλες ρυθμίσεις συμφωνίες μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας το αργότερο εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας .

Οι συμφωνίες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν την ανάθεση ορισμένων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του Οργανισμού στις εθνικές αρχές, όπως τον έλεγχο και την προετοιμασία των φακέλων, την επαλήθευση της τεχνικής συμβατότητας, την πραγματοποίηση επισκέψεων και τη σύνταξη τεχνικών μελετών, σύμφωνα με το άρθρο 69 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων].

Οι εν λόγω συμφωνίες προβλέπουν κατανομή των εσόδων ανάλογα με το μερίδιο του φόρτου εργασίας κάθε παράγοντα. [Τροπολογία 84]

Άρθρο 18

Ετήσια έκθεση

Η εθνική αρχή ασφαλείας δημοσιεύει σε ετήσια βάση έκθεση για τις δραστηριότητές της του προηγούμενου έτους και την αποστέλλει στον Οργανισμό ως την 30ή Σεπτεμβρίου το αργότερο. Η έκθεση περιλαμβάνει πληροφορίες για:

α)  την εξέλιξη της σιδηροδρομικής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης συγκεντρωτικής κατάστασης σε επίπεδο κράτους μέλους για τους ΚΔΑ που καθορίζονται στο παράρτημα Ι·

β)  σημαντικές μεταβολές στις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις όσον αφορά την ασφάλεια των σιδηροδρόμων·

γ)  τις εξελίξεις ως προς την πιστοποίηση της ασφάλειας και την έγκριση της ασφάλειας·

δ)  αποτελέσματα και εμπειρίες από την εποπτεία διαχειριστών υποδομής και σιδηροδρομικών επιχειρήσεων·

ε)  τις παρεκκλίσεις που αποφασίσθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 8·

στ)  όλες τις επιθεωρήσεις και ελέγχους σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια των εποπτικών δραστηριοτήτων·

στα)  όλες τις τεχνικές επιθεωρήσεις των εμπορευματικών φορταμαξών μεταφορών στους συρμούς. [Τροπολογία 85]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ

Άρθρο 19

Υποχρέωση διερεύνησης

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διεξαγωγή έρευνας από τον φορέα διερεύνησης που προβλέπει το άρθρο 21 μετά από σοβαρά σιδηροδρομικά ατυχήματα, στόχος της οποίας είναι η πιθανή βελτίωση της σιδηροδρομικής ασφάλειας και η πρόληψη ατυχημάτων.

2.  Πέραν των σοβαρών ατυχημάτων, ο φορέας διερεύνησης που αναφέρεται στο άρθρο 21 μπορεί να διερευνά τα ατυχήματα και τα συμβάντα που, υπό κάπως διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει σε σοβαρά ατυχήματα, μεταξύ των οποίων τεχνικές βλάβες στα διαρθρωτικά υποσυστήματα ή στα στοιχεία διαλειτουργικότητας του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος.

Ο φορέας διερεύνησης έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει κατά πόσον πρέπει να διερευνηθεί ή όχι ένα τέτοιο ατύχημα ή συμβάν. Για την απόφασή του λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)  τη σοβαρότητα του ατυχήματος ή του συμβάντος·

β)  εάν αυτό εντάσσεται σε μια σειρά ατυχημάτων ή συμβάντων σημαντικών σε επίπεδο συστήματος, ως σύνολο·

γ)  τις επιπτώσεις του για τη ασφάλεια των σιδηροδρόμων σε επίπεδο Ένωσης ·

δ)  τα αιτήματα διαχειριστών υποδομής, σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, της εθνικής αρχής ασφαλείας ή των κρατών μελών.

3.  Η έκταση των ερευνών και η διαδικασία που εφαρμόζεται κατά τη διεξαγωγή τους, καθορίζονται από τον φορέα διερεύνησης, με βάση τα άρθρα 20 και 22, καθώς και σε συνάρτηση με τα διδάγματα που αναμένεται να συναχθούν για τη βελτίωση της ασφάλειας από το ατύχημα ή το συμβάν.

4.  Η έρευνα δεν αφορά επ’ ουδενί την απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης.

Άρθρο 20

Καθεστώς έρευνας

1.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν, στο πλαίσιο των αντίστοιχων εσωτερικών τους νομικών συστημάτων, ένα νομικό καθεστώς έρευνας που επιτρέπει στους υπευθύνους διερεύνησης να εκτελούν το έργο τους κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο και το συντομότερο δυνατόν.

2.  Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν πλήρη συντονισμό με τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη δικαστική έρευνα και ότι παρέχονται στους υπεύθυνους διερεύνησης, καθώς επίσης και στον Οργανισμό, εάν το ζητήσει, παρέχονται το συντομότερο δυνατόν: [Τροπολογία 86]

α)  πρόσβαση στον τόπο του ατυχήματος ή του συμβάντος, καθώς και στο σχετικό τροχαίο υλικό και τις εγκαταστάσεις υποδομής και τις εγκαταστάσεις ελέγχου και σηματοδότησης της κυκλοφορίας·

β)  το δικαίωμα άμεσης καταγραφής των αποδεικτικών στοιχείων και ελεγχόμενης απομάκρυνσης των συντριμμιών, των εγκαταστάσεων ή στοιχείων υποδομής για εξέταση ή ανάλυση·

γ)  πρόσβαση και δικαίωμα χρήσης των στοιχείων των συσκευών καταγραφής επί των τρένων, καθώς και του εξοπλισμού εγγραφής φωνητικών μηνυμάτων και δεδομένων για τη λειτουργία του συστήματος σηματοδότησης και ελέγχου της κυκλοφορίας·

δ)  πρόσβαση στα αποτελέσματα της νεκροψίας των θυμάτων·

ε)  πρόσβαση στα αποτελέσματα της εξέτασης του προσωπικού του τρένου και του λοιπού σιδηροδρομικού προσωπικού που εμπλέκεται στο ατύχημα ή συμβάν·

στ)  δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων του εμπλεκόμενου σιδηροδρομικού προσωπικού και λοιπών μαρτύρων·

ζ)  πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες και αρχεία που τηρεί ο διαχειριστής της υποδομής, οι εμπλεκόμενες σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και η εθνική αρχή ασφαλείας.

3.  Η έρευνα πραγματοποιείται ανεξαρτήτως οποιασδήποτε δικαστικής έρευνας.

Άρθρο 21

Φορέας διερεύνησης

1.  Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τα ατυχήματα και τα συμβάντα που αναφέρονται στο άρθρο 19 διερευνώνται από μόνιμο φορέα, ο οποίος περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον άτομο ικανό να επιτελεί τα καθήκοντα του υπεύθυνου διερεύνησης σε περίπτωση ατυχήματος ή συμβάντος. Ο εν λόγω φορέας είναι ανεξάρτητος ως προς την οργάνωση, τη νομική μορφή και τη λήψη αποφάσεων από οποιονδήποτε διαχειριστή υποδομής, σιδηροδρομική επιχείρηση, φορέα χρέωσης, φορέα κατανομής και κοινοποιημένο οργανισμό και από οποιονδήποτε τρίτο με συμφέροντα αντικρουόμενα με τα καθήκοντα που ανατίθενται στον φορέα διερεύνησης. Επιπλέον, είναι λειτουργικά ανεξάρτητος από την εθνική αρχή ασφαλείας και από οποιονδήποτε σιδηροδρομικό ρυθμιστικό φορέα.

2.  Ο φορέας διερεύνησης ασκεί τα εκτελεστικά του καθήκοντα ανεξαρτήτως των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 χωρίς να κάνει διακρίσεις εις βάρος οιουδήποτε μέρους , και, για το σκοπό αυτό, μπορεί να διαθέτει επαρκείς πόρους. Το καθεστώς των προσώπων που εκτελούν τις διερευνήσεις εξασφαλίζει την απαραίτητη ανεξαρτησία τους. [Τροπολογία 87]

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, οι διαχειριστές υποδομής και, οσάκις ενδείκνυται η εθνική αρχή ασφαλείας, υποχρεούνται να αναφέρουν άμεσα στον φορέα διερεύνησης τα ατυχήματα και τα συμβάντα που αναφέρονται στο άρθρο 19. Ο φορέας διερεύνησης πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται σε αυτές τις αναφορές και να προβαίνει στις απαραίτητες ρυθμίσεις για την έναρξη της έρευνας μία το αργότερο εβδομάδα αφού λάβει την έκθεση σχετικά με το εν προκειμένω ατύχημα ή συμβάν.

4.  Ο φορέας διερεύνησης μπορεί να συνδυάζει τα καθήκοντα που αναλαμβάνει βάσει της παρούσας οδηγίας με τα καθήκοντα διερεύνησης άλλων περιστατικών πέραν των σιδηροδρομικών ατυχημάτων και συμβάντων, ενόσω οι έρευνες αυτές δεν θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του.

5.  Εφόσον απαιτείται, ο φορέας διερεύνησης μπορεί να ζητά τη βοήθεια φορέων διερεύνησης άλλων κρατών μελών ή του Οργανισμού για την παροχή εμπειρογνωμοσύνης ή τη διενέργεια τεχνικών επιθεωρήσεων, αναλύσεων ή αξιολογήσεων.

5α.  Οι φορείς διερεύνησης μπορούν να ζητήσουν οικειοθελώς από τον Οργανισμό να ελέγχει το έργο τους. [Τροπολογία 88]

6.  Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν στον φορέα διερεύνησης τη διεξαγωγή ερευνών για άλλα σιδηροδρομικά ατυχήματα και συμβάντα πέραν αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 19.

7.  Οι φορείς διερεύνησης συμμετέχουν ενεργά στην ανταλλαγή απόψεων και εμπειριών με στόχο την κατάρτιση κοινών μεθόδων διερεύνησης και κοινών αρχών παρακολούθησης της συνέχειας που δίδεται στις συστάσεις για την ασφάλεια, καθώς και την προσαρμογή στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο.

Ο Οργανισμός επικουρεί τους φορείς διερεύνησης στα καθήκοντά τους. Επίσης, οι φορείς διερεύνησης υποστηρίζουν τον Οργανισμό και το έργο του στον τομέα της παρακολούθησης της ανάπτυξης της ασφάλειας των σιδηροδρόμων σε επίπεδο Ένωσης. [Τροπολογία 89]

Άρθρο 22

Διαδικασία διερεύνησης

1.  Η διερεύνηση ατυχήματος ή συμβάντος που αναφέρεται στο άρθρο 19 διενεργείται από τον φορέα διερεύνησης του κράτους μέλους στο οποίο συνέβη. Εάν δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί σε ποιο κράτος μέλος συνέβη ή εάν συνέβη σε συνοριακή εγκατάσταση μεταξύ δύο κρατών μελών ή πλησίον αυτής, οι αρμόδιοι φορείς συμφωνούν ποιος από τους δύο αναλαμβάνει τη διεξαγωγή της διερεύνησης ή συμφωνούν να συνεργασθούν για την πραγματοποίησή της. Στην πρώτη περίπτωση ο άλλος φορέας έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στη διερεύνηση και να λαμβάνει πλήρη γνώση των αποτελεσμάτων της.

Οι φορείς διερεύνησης άλλου κράτους μέλους και ο Οργανισμός καλούνται να συμμετάσχουν σε διερευνήσεις οσάκις στο ατύχημα ή το συμβάν ενέχεται σιδηροδρομική επιχείρηση εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος μέλος και εγκεκριμένη από αυτό. [Τροπολογία 90]

Η παρούσα παράγραφος δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να συμφωνούν ότι οι σχετικοί φορείς διεξάγουν διερευνήσεις σε συνεργασία υπό άλλες συνθήκες.

2.  Για κάθε ατύχημα ή συμβάν ο αρμόδιος για την έρευνα φορέας εξασφαλίζει τα ενδεδειγμένα μέσα, μεταξύ των οποίων την απαραίτητη για την εκτέλεση της διερεύνησης πραγματογνωμοσύνη σε λειτουργικά και τεχνικά θέματα, καθώς και επαρκείς πόρους . Η πραγματογνωμοσύνη διενεργείται από τον φορέα διερεύνησης ή από εξωτερικό φορέα ανάλογα με τον χαρακτήρα του προς διερεύνηση ατυχήματος ή συμβάντος. [Τροπολογία 91]

3.  Η διερεύνηση διενεργείται με τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια και εξασφαλίζει ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη εκφράζουν τις απόψεις τους και λαμβάνουν γνώση των αποτελεσμάτων. Ο σχετικός διαχειριστής υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, η εθνική αρχή ασφαλείας, τα θύματα και οι συγγενείς τους, οι ιδιοκτήτες των περιουσιακών στοιχείων που υπέστησαν ζημίες, οι κατασκευαστές, οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και οι εκπρόσωποι του προσωπικού και των χρηστών ενημερώνονται τακτικά για τη διερεύνηση και την πρόοδό της και έχουν, στο μέτρο του δυνατού, την ευκαιρία να υποβάλουν τις γνώμες και απόψεις τους κατά τη διερεύνηση και τη δυνατότητα να σχολιάζουν πληροφορίες που περιέχονται στα σχέδια εκθέσεων.

4.  Ο φορέας διερεύνησης ολοκληρώνει τις εξετάσεις του τόπου του ατυχήματος, το ταχύτερο δυνατό, προκειμένου ο διαχειριστής της υποδομής να είναι σε θέση να αποκαταστήσει την υποδομή και να την ανοίξει για τις σιδηροδρομικές μεταφορές όσο το δυνατόν συντομότερα.

Άρθρο 23

Εκθέσεις

1.  Για τη διερεύνηση ατυχήματος ή συμβάντος που αναφέρεται στο άρθρο 19 συντάσσονται εκθέσεις σε μορφή ανάλογη με το είδος και τη σοβαρότητα του ατυχήματος ή του συμβάντος και τη σημασία των πορισμάτων. Στις εκθέσεις δηλώνονται οι στόχοι των διερευνήσεων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, και περιλαμβάνονται, όπου απαιτείται, συστάσεις για την ασφάλεια.

2.  Ο φορέας διερεύνησης δημοσιεύει την τελική έκθεση, μαζί με τις συστάσεις ασφάλειας, το συντομότερο δυνατόν, και κατά κανόνα το αργότερο εντός 12 έξι μηνών μετά την ημερομηνία κατά την οποία σημειώθηκε το περιστατικό. Η έκθεση, μαζί με τις συστάσεις ασφάλειας, κοινοποιείται στα εμπλεκόμενα μέρη που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 3 καθώς και στους ενδιαφερόμενους φορείς και μέρη άλλων κρατών μελών. [Τροπολογία 92]

Η Επιτροπή εγκρίνει, με εκτελεστικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, το περιεχόμενο των εκθέσεων διερεύνησης ατυχημάτων και συμβάντων, που περιλαμβάνουν τα εξής στοιχεία: μία περίληψη· τα άμεσα δεδομένα του συμβάντος· τον φάκελο των ερευνών και ανακρίσεων· την ανάλυση και τα συμπεράσματα . Οι εν λόγω εκτελεστικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εγκρίνονται εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 27 παράγραφος 2 του άρθρου 26 . [Τροπολογία 93]

3.  Ο φορέας διερεύνησης δημοσιεύει ετησίως έως την 30ή Σεπτεμβρίου το αργότερο ετήσια έκθεση απολογισμού για όλες τις διερευνήσεις που διενεργήθηκαν το προηγούμενο έτος, τις συστάσεις ασφάλειας που εκδόθηκαν και τα μέτρα που ελήφθησαν σύμφωνα με τις προεκδοθείσες συστάσεις.

Άρθρο 24

Πληροφορίες προς διαβίβαση στον Οργανισμό

1.  Εντός μίας εβδομάδας μετά τη λήψη της απόφασης να αρχίσει η διεξαγωγή διερεύνησης, ο φορέας διερεύνησης ενημερώνει σχετικά τον Οργανισμό. Παρέχονται πληροφορίες για την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο του περιστατικού, καθώς και για το είδος και τις συνέπειές του όσον αφορά την απώλεια ζώων, τραυματισμών και υλικών ζημιών.

2.  Ο φορέας διερεύνησης διαβιβάζει στον Οργανισμό αντίγραφο των τελικών εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 καθώς και της ετήσιας έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 3.

2α.  Ο Οργανισμός δημιουργεί και διαχειρίζεται μια κεντρική βάση δεδομένων η οποία περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που υποβάλλονται σε σχέση με τα ατυχήματα και τα συμβάντα. Η δημιουργία της εν λόγω βάσης δεδομένων υλοποιείται το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015. [Τροπολογία 94]

Άρθρο 25

Συστάσεις ασφαλείας

1.  Σύσταση ασφάλειας που εκδίδεται από φορέα διερεύνησης δεν δημιουργεί σε καμία περίπτωση τεκμήριο υπαιτιότητας ή ευθύνης για ατύχημα ή συμβάν.

2.  Οι συστάσεις απευθύνονται στον Οργανισμό, την εθνική αρχή ασφαλείας και, όπου απαιτείται λόγω του χαρακτήρα της σύστασης, σε άλλους φορείς ή αρχές του κράτους μέλους ή άλλων κρατών μελών. Τα κράτη μέλη και οι εθνικές αρχές ασφαλείας τους λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι οι συστάσεις για την ασφάλεια που εκδίδονται από τους φορείς διερεύνησης λαμβάνονται δεόντως υπόψη και, οσάκις ενδείκνυται, ακολουθούνται από τις δέουσες ενέργειες.

3.  Η εθνική αρχή ασφαλείας, καθώς και άλλες αρχές ή φορείς ή, οσάκις ενδείκνυται, άλλα κράτη μέλη αποδέκτες των συστάσεων ενημερώνουν τουλάχιστον ετησίως τον φορέα διερεύνησης για τα μέτρα που λαμβάνονται ή προγραμματίζονται σε συνέχεια της σύστασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 26

Ανάθεση αρμοδιότητας

1.  Η αρμοδιότητα έκδοσης πράξεων κατ’εξουσιοδότηση ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.  Η αρμοδιότητα έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και στο άρθρο 7 παράγραφος 2 ανατίθενται στην Επιτροπή επ’ αόριστον. Η προβλεπόμενη στα άρθρα 5 παράγραφος 2, 7 παράγραφος 2, 9 παράγραφος 2, 14 παράγραφος 7, 23 παράγραφος 2 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] . Η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με την ανάθεση εξουσίας το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου. [Τροπολογία 95]

3.  Η ανάθεση αρμοδιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και στο άρθρο 7 παράγραφος 2 είναι δυνατόν να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την αρμοδιότητα που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Η ανάκληση δεν επηρεάζει το κύρος των κατ’εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4.  Αμέσως μετά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.  Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 και το άρθρο 7 παράγραφος 2 τίθενται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν προβληθεί καμία ένσταση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν ενστάσεις. Το εν λόγω χρονικό διάστημα παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 27

Διαδικασία επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.  Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 28

Έκθεση και περαιτέρω δράση της ΕΕ

Με βάση τις σχετικές πληροφορίες που παρέχει ο Οργανισμός, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πριν ...(18) και στη συνέχεια ανά πενταετία τριετία έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Η έκθεση συνοδεύεται, όπου είναι απαραίτητο, από προτάσεις για περαιτέρω δράση της Ένωσης. [Τροπολογία 96]

Άρθρο 29

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις παραβιάσεων των εθνικών διατάξεων που εγκρίνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εφαρμόζονται. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβιάσεων, αμερόληπτες και αποτρεπτικές.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες αυτούς στην Επιτροπή ως την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 και κοινοποιούν αμελλητί στην Επιτροπή οποιαδήποτε επακόλουθη τροποποίηση η οποία τους επηρεάζει.

Άρθρο 30

Μεταβατικές διατάξεις

Τα παραρτήματα III και V της οδηγίας 2004/49/EΚ εφαρμόζονται έως την ημερομηνία εφαρμογής των κατ’εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 9 παράγραφος 2, στο άρθρο 14 παράγραφος 7 και στο άρθρο 23 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας.

Έως τις ...(19) , οι εθνικές αρχές ασφαλείας συνεχίζουν μπορούν να συνεχίσουν να χορηγούν πιστοποιητικά ασφαλείας σύμφωνα με την οδηγία 2004/49/EΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παράγραφος 2α . Τα εν λόγω πιστοποιητικά ασφαλείας ισχύουν έως την ημερομηνία λήξης τους.

Για συμπληρωματική περίοδο τριών ετών μετά την ετήσια περίοδο μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που προβλέπεται στο άρθρο 32, ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση στον Οργανισμό ή στην εθνική αρχή ασφάλειας. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, οι εθνικές αρχές ασφάλειας μπορούν να συνεχίσουν να εκδίδουν πιστοποιητικά ασφάλειας σύμφωνα με την οδηγία 2004/49/ΕΚ. [Τροπολογία 97]

Άρθρο 31

Συστάσεις και γνωμοδοτήσεις του Οργανισμού

Ο Οργανισμός προβαίνει σε συστάσεις και γνωμοδοτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων ] με σκοπό την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Οι εν λόγω συστάσεις και γνωμοδοτήσεις χρησιμεύουν ως βάση για οιοδήποτε μέτρο της Ένωσης που λαμβάνεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 32

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με τα άρθρα 2, 3, 4, 8, 10, 16, 18, 20 και με το παράρτημα I με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας το αργότερο έως στις ...(20) . Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών. [Τροπολογία 98]

2.  Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτήν κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Περιλαμβάνουν επίσης δήλωση ότι οι παραπομπές στις κείμενες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των οδηγιών που καταργούνται με την παρούσα οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο παραπομπής και τον τρόπο διατύπωσης της δήλωσης.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα τον οποίο καλύπτει η παρούσα οδηγία.

3.  Οι υποχρεώσεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δεν ισχύουν για την Κυπριακή Δημοκρατία και τη Δημοκρατία της Μάλτας ενόσω δεν υπάρχει σιδηροδρομικό δίκτυο στο έδαφός τους.

Μόλις, όμως, δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας υποβάλει επίσημη αίτηση για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής προς εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θεσπίζουν νομοθεσία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας εντός ενός έτους από την παραλαβή της αίτησης.

Άρθρο 33

Κατάργηση

Η οδηγία 2004/49/EΚ, όπως τροποποιείται από τις οδηγίες που περιέχει το παράρτημα ΙΙ μέρος Α, καταργείται από ...(21) , με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που περιέχει το παράρτημα IΙ μέρος Β. [Τροπολογία 99]

Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και νοούνται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙΙ.

Άρθρο 34

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Τα άρθρα 10 και 11 εφαρμόζονται από ...(22) , με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων που ορίζονται στο άρθρο 30 . [Τροπολογία 100]

Άρθρο 35

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΟΙΝΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Οι κοινοί δείκτες ασφάλειας αναφέρονται σε ετήσια βάση από τις εθνικές αρχές ασφαλείας ετησίως.

Εάν προκύψουν νέα γεγονότα ή σφάλματα μετά την υποβολή της έκθεσης, οι δείκτες για ένα συγκεκριμένο έτος πρέπει να τροποποιούνται ή να διορθώνονται από την εθνική αρχή ασφάλειας με την πρώτη ευκαιρία και, το αργότερο, στην επόμενη ετήσια έκθεση.

Για δείκτες σχετικούς με ατυχήματα του σημείου 1, πρέπει να εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 91/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(23) , εφόσον διατίθενται οι σχετικές πληροφορίες.

1.  Δείκτες σχετικοί με ατυχήματα

1.1.  Συνολικό και σχετικό (σε συρμοχιλιόμετρα) πλήθος σοβαρών ατυχημάτων και κατανομή τους ανά είδος ατυχήματος βάσει των κάτωθι κατηγοριών ατυχήματος:

i)  σύγκρουση αμαξοστοιχιών με άλλα σιδηροδρομικά οχήματα,

ii)  σύγκρουση αμαξοστοιχιών, με εμπόδιο εντός του διάκενου του εύρους των σιδηροτροχιών,

iii)  εκτροχιασμός αμαξοστοιχιών,

iv)  ατυχήματα σε ισόπεδες διαβάσεις, καθώς και ατυχήματα με πεζούς σε ισόπεδες διαβάσεις,

v)  ατυχήματα που προκαλούνται σε άτομα με την εμπλοκή κινούμενου τροχαίου υλικού, εξαιρουμένων των αυτοκτονιών,

vi)  πυρκαγιές σε τροχαίο υλικό,

vii)  λοιπά.

Κάθε σοβαρό ατύχημα πρέπει να αναφέρεται με τον τύπο του πρωτογενούς ατυχήματος, ακόμη και όταν οι συνέπειες του δευτερογενούς ατυχήματος είναι σοβαρότερες, παραδείγματος χάρη πυρκαγιά λόγω εκτροχιασμού.

1.2.  Συνολικό και σχετικό (σε συρμοχιλιόμετρα) πλήθος σοβαρά τραυματισμένων και νεκρών ανά είδος ατυχήματος, με κατανομή τους βάσει των κάτωθι κατηγοριών:

i)  επιβάτης (και ως προς το σύνολο επιβατοχιλιομέτρων και επιβατοχιλιομέτρων),

ii)  υπάλληλος, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού των εργοληπτών,

iii)  χρήστες ισόπεδων διαβάσεων,

iv)  καταπατητές,

v)  άλλο.

2.  Δείκτες σχετικοί με επικίνδυνα εμπορεύματα

Συνολικό και σχετικό (σε συρμοχιλιόμετρα) πλήθος ατυχημάτων και συμβάντων που σχετίζονται με τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων με κατανομή τους βάσει των κάτωθι κατηγοριών: [Τροπολογία 101]

i)  ατυχήματα στα οποία ενέχεται τουλάχιστον ένα σιδηροδρομικό όχημα που μεταφέρει επικίνδυνα εμπορεύματα, όπως ορίζεται στο προσάρτημα,

ii)  πλήθος τέτοιων ατυχημάτων, κατά τα οποία ελευθερώνονται επικίνδυνα εμπορεύματα.

3.  Δείκτες σχετικοί με αυτοκτονίες

Συνολικό και σχετικό (σε συρμοχιλιόμετρα) πλήθος αυτοκτονιών.

4.  Δείκτες σχετικοί με πρόδρομους παράγοντες ατυχημάτων

Συνολικό και σχετικό πλήθος (σε συρμοχιλιόμετρα):

i)  σιδηροτροχιών που έχουν υποστεί ρήξη,

ii)  παραμορφωμένων τροχιών και απευθυγράμμιση τροχιών,

iii)  αστοχιών σηματοδότησης λόγω τοποθέτησης σε λάθος πλευρά,

iv)  επικίνδυνων παραβιάσεων σηματοδοτών,

v)  τροχών χρησιμοποιούμενου τροχαίου υλικού που έχουν υποστεί ρήξη,

vi)  αξόνων σε τροχαίο υλικό σε λειτουργία που έχουν υποστεί ρήξη.

Αναφέρονται όλοι οι πρόδρομοι παράγοντες, είτε οδήγησαν σε ατύχημα είτε όχι. Οι πρόδρομοι παράγοντες που οδήγησαν σε ατύχημα πρέπει να αναφέρονται στους ΚΔΑ στη στήλη για τους πρόδρομους παράγοντες· τα ατυχήματα που σημειώθηκαν, εφόσον είναι σοβαρά, πρέπει να αναφέρονται στους ΚΔΑ στη στήλη 1 για τα ατυχήματα.

5.  Δείκτες για τον υπολογισμό των οικονομικών επιπτώσεων των ατυχημάτων

Ο Οργανισμός καθορίζει μοναδιαίο κόστος με βάση τα δεδομένα που συλλέγει έως την έναρξη ισχύος της παρούσα οδηγίας.

6.  Δείκτες σχετικοί με την τεχνική ασφάλεια της υποδομής και την εφαρμογή της

6.1.  Ποσοστό των τροχιών με αυτόματη προστασία αμαξοστοιχίας (ATP) σε λειτουργία, ποσοστό συρμοχιλιομέτρων με συστήματα ΑΤΡ που λειτουργούν.

6.2.  Πλήθος ισόπεδων διαβάσεων (συνολικά, ανά χιλιόμετρο γραμμής και ανά χιλιόμετρο τροχιάς) με βάση τους κάτωθι οκτώ τύπους:

α)  ενεργή ισόπεδη διάβαση με:

i)  αυτόματη ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη·

ii)  αυτόματη προστασία στην πλευρά του χρήστη·

iii)  αυτόματη προστασία και ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη·

iv)  αυτόματη προστασία και ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη, και μανδάλωση της προστασίας της αμαξοστοιχίας,

v)  χειροκίνητη ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη·

vi)  χειροκίνητη προστασία στην πλευρά του χρήστη·

vii)  χειροκίνητη προστασία και ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη·

β)  παθητικές ισόπεδες διαβάσεις.

7.  Δείκτες σχετικοί με τη διαχείριση της ασφάλειας

Εσωτερικοί έλεγχοι που διενεργήθηκαν από διαχειριστές υποδομής και σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, όπως ορίζεται στα έγγραφα τεκμηρίωσης του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας. Συνολικό πλήθος περατωθέντων ελέγχων και πλήθος ως ποσοστό των απαιτούμενων (ή/και προγραμματισμένων) ελέγχων.

8.  Ορισμοί

Οι κοινοί ορισμοί των ΚΔΑ και οι κοινές μέθοδοι υπολογισμού των οικονομικών συνεπειών των ατυχημάτων καθορίζονται στο προσάρτημα.

Προσάρτημα

ΚΟΙΝΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΚΔΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΤΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ

1.  Δείκτες σχετικοί με ατυχήματα

1.1.  «Σοβαρό ατύχημα»: κάθε ατύχημα στο οποίο ενέχεται τουλάχιστον ένα εν κινήσει σιδηροδρομικό όχημα, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα τουλάχιστον ένα νεκρό ή σοβαρά τραυματισμένο άτομο ή σημαντικές ζημίες σε τροχαίο υλικό, στις τροχιές, σε άλλες εγκαταστάσεις ή στο περιβάλλον ή εκτεταμένη διαταραχή της κυκλοφορίας. Τα ατυχήματα σε συνεργεία, αποθήκες και αμαξοστάσια εξαιρούνται.

1.2.  «Σημαντική ζημία σε τροχαίο υλικό, τροχιές, σε άλλες εγκαταστάσεις ή στο περιβάλλον»: ζημία ισοδύναμη με 150 000 EUR ή περισσότερο.

1.3.  «Εκτεταμένη διακοπή της κυκλοφορίας»: αναστολή σιδηροδρομικών δρομολογίων σε κύρια σιδηροδρομική γραμμή επί έξι ώρες ή περισσότερο.

1.4.  «Αμαξοστοιχία»: ένα ή περισσότερα σιδηροδρομικά οχήματα που έλκονται από μία ή περισσότερες μηχανές ή αυτοκινητάμαξες, ή μία αυτοκινητάμαξα που κυκλοφορεί μόνη της, με καθορισμένο αριθμό ή συγκεκριμένη ονομασία από ένα σταθερό σημείο αφετηρίας σε ένα σταθερό σημείο τέρματος. Ελαφρά μηχανή, όπως μηχανή που κυκλοφορεί μόνη της, δεν θεωρείται αμαξοστοιχία.

1.5.  «Σύγκρουση αμαξοστοιχιών»: μετωπική ή σύγκρουση εμπρόσθιου άκρου αμαξοστοιχίας με οπίσθιο άκρο άλλης αμαξοστοιχίας ή πλευρική σύγκρουση μέρους αμαξοστοιχίας και αμαξοστοιχίας ή σιδηροδρομικού οχήματος, ή τροχαίου υλικού σε ελιγμό.

1.6.  «σύγκρουση με εμπόδια εντός του διάκενου του εύρους σιδηροτροχιών»: σύγκρουση μέρους αμαξοστοιχίας με αντικείμενα στερεωμένα ή προσωρινά παρόντα επί ή πλησίον της σιδηροτροχιάς (εξαιρουμένων των ισόπεδων διαβάσεων, εάν έχουν απολεσθεί από διερχόμενο όχημα ή χρήστη). Συμπεριλαμβάνεται η σύγκρουση με εναέριες γραμμές επαφής.

1.7.  «Εκτροχιασμός αμαξοστοιχίας»: κάθε περίπτωση κατά την οποία τουλάχιστον ένας τροχός αμαξοστοιχίας εκτρέπεται από τροχιά.

1.8.  «Ατυχήματα σε ισόπεδες διαβάσεις»: ατυχήματα σε ισόπεδες διαβάσεις στα οποία ενέχονται τουλάχιστον ένα σιδηροδρομικό όχημα και ένα ή περισσότερα διερχόμενα οχήματα, άλλοι διερχόμενοι χρήστες όπως πεζοί ή άλλα αντικείμενα προσωρινά υπάρχοντα επί της τροχιάς ή κοντά σε αυτήν, εφόσον έχουν απολεσθεί από διερχόμενο όχημα/χρήστη.

1.9.  «Ατυχήματα που προκαλούνται σε άτομα στα οποία εμπλέκεται από τροχαίο υλικό εν κινήσει»: ατυχήματα που προκαλούνται σε ένα ή περισσότερα άτομα, τα οποία είτε κτυπήθηκαν από σιδηροδρομικό όχημα είτε από αντικείμενο προσαρτημένο στο όχημα ή που αποσπάσθηκε από αυτό. Συμπεριλαμβάνονται άτομα που πέφτουν από σιδηροδρομικά οχήματα και άτομα επιβιβασμένα σε οχήματα που πέφτουν ή χτυπούν από ανεξέλεγκτα αντικείμενα. [Τροπολογία 102]

1.10.  «Πυρκαγιές σε τροχαίο υλικό»: πυρκαγιές και εκρήξεις που σημειώνονται σε σιδηροδρομικά οχήματα (και στο φορτίο τους) κατά την κυκλοφορία τους μεταξύ του σταθμού αναχώρησής τους και του σταθμού προορισμού τους, καθώς και κατά τη στάση τους στον σταθμό αναχώρησης ή προορισμού ή σε ενδιάμεσες στάσεις, καθώς και κατά τις κινήσεις τους σε σταθμούς διαλογής.

1.11.  «Λοιποί τύποι ατυχήματος»: όλα τα ατυχήματα πλην εκείνων που ήδη αναφέρθηκαν (συγκρούσεις αμαξοστοιχιών, εκτροχιασμός αμαξοστοιχιών, ατυχήματα σε ισόπεδες διαβάσεις, ατυχήματα προσώπων λόγω τροχαίου υλικού εν κινήσει και πυρκαγιές σε τροχαίο υλικό).

1.12.  «Επιβάτης»: κάθε άτομο, εκτός από τα μέλη του πληρώματος, που ταξιδεύει με σιδηροδρομικό όχημα. Στις στατιστικές ατυχημάτων συμπεριλαμβάνονται οι επιβάτες που επιχειρούν να επιβιβαστούν/αποβιβαστούν σε/από τρένο εν κινήσει,

1.13.  «Απασχολούμενος (συμπεριλαμβάνεται το προσωπικό των εργολάβων και οι αυτοαπασχολούμενοι εργολάβοι)» σημαίνει κάθε πρόσωπο του οποίου η απασχόληση συνδέεται με σιδηρόδρομο και είναι σε ώρα εργασίας κατά τη στιγμή που σημειώνεται ατύχημα. Συμπεριλαμβάνονται το πλήρωμα της αμαξοστοιχίας και τα πρόσωπα που χειρίζονται τροχαίο υλικό και εγκαταστάσεις υποδομής.

1.14.  «Χρήστης ισόπεδης διάβασης»: κάθε πρόσωπο που χρησιμοποιεί ισόπεδη διάβαση για να διασχίσει σιδηροδρομική γραμμή με οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς ή πεζή.

1.15.  «καταπατητής»: κάθε πρόσωπο του οποίου η παρουσία απαγορεύεται σε σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις, εξαιρουμένων των χρηστών ισόπεδων διαβάσεων.

1.16.  «Άλλοι (τρίτοι)»: όλα τα πρόσωπα που δεν ορίζονται ως «επιβάτες», «απασχολούμενοι και το προσωπικό των εργοληπτών», «χρήστης ισόπεδης διάβασης» ή «καταπατητές».

1.17.  «Νεκρός»: κάθε άτομο που σκοτώνεται ακαριαία ή πεθαίνει εντός 30 ημερών λόγω ατυχήματος, εξαιρουμένων των αυτοκτονιών.

1.18.  «Τραυματίας (σοβαρά τραυματισμένος)»: κάθε τραυματίας ο οποίος νοσηλεύεται σε νοσοκομείο για διάστημα άνω των 24 ωρών λόγω ατυχήματος, εξαιρουμένων όσων αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν.

2.  Δείκτες σχετικοί με επικίνδυνα εμπορεύματα

2.1.  «Ατύχημα στο οποίο ενέχεται η μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων» σημαίνει ατύχημα ή περιστατικό που πρέπει να αναφερθεί σύμφωνα με το τμήμα 1.8.5 των κανονισμών RID/ADR(24) .

2.2.  «Επικίνδυνα εμπορεύματα»: ουσίες και είδη, των οποίων η μεταφορά απαγορεύεται από τους RID ή επιτρέπεται μόνον υπό τους όρους που ορίζουν οι RID.

3.  Δείκτες σχετικοί με αυτοκτονίες

3.1.  «Αυτοκτονία»: ενέργεια σκόπιμου αυτοτραυματισμού που καταλήγει σε θάνατο, όπως καταχωρίζεται και ταξινομείται από την αρμόδια εθνική αρχή.

4.  Δείκτες σχετικοί με πρόδρομους παράγοντες ατυχημάτων

4.1.  «Σιδηροτροχιές που έχουν υποστεί ρήξη»: κάθε σιδηροτροχιά που έχει διαχωρισθεί σε ένα ή περισσότερα κομμάτια, ή κάθε σιδηροτροχιά από την οποία αποσπάται μεταλλικό κομμάτι, με αποτέλεσμα τη δημιουργία κενού, μήκους άνω των 50 mm και βάθους άνω των 10 mm στην επιφάνεια κύλισης.

4.2.  «Παραμόρφωση και απευθυγράμμιση τροχιάς»: αστοχίες που συνδέονται με τη συνέχεια και τη γεωμετρία τροχιάς, τα οποία απαιτούν αποκλεισμό της τροχιάς ή άμεση μείωση της επιτρεπόμενης ταχύτητας.

4.3.  «Αστοχίες σηματοδότησης λόγω τοποθέτησης σε λάθος πλευρά»: κάθε τεχνική αστοχία του συστήματος σηματοδότησης (είτε στην υποδομή είτε στο τροχαίο υλικό), η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σηματοδότηση πληροφοριών λιγότερο περιοριστικών από τα απαιτούμενα.

4.4.  «Παραβίαση σηματοδότη (SPAD)»: κάθε περίπτωση που οποιοδήποτε μέρος αμαξοστοιχίας υπερβαίνει εγκεκριμένη κίνησή της.

Ως μη εγκεκριμένη κίνηση νοείται:

παραβίαση παρατρόχιου έγχρωμου σήματος ή απαγορευτικού σήματος σημαφόρου, εντολής STOP, σε γραμμές στις οποίες δεν λειτουργεί αυτόματο σύστημα ελέγχου αμαξοστοιχιών (ATCS) ή σύστημα αυτόματης ασφάλειας αμαξοστοιχίας (ATP),

λήξη έγκρισης κίνησης σχετικής με την ασφάλεια από το σύστημα ATCS ή ATP,

παραβίαση σημείου που κοινοποιήθηκε με προφορική ή γραπτή έγκριση, όπως ορίζεται στους κανονισμούς,

παραβίαση πινακίδων στάσης (δεν περιλαμβάνονται οι προστατευτικοί προσκρουστήρες) ή σημάτων διά χειρών και βραχιόνων.

Οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες οχήματα μη συνδεδεμένα με μονάδες έλξης ή αμαξοστοιχίες χωρίς επιτήρηση τίθενται σε κίνηση και παραβιάζουν απαγορευτικό σήμα, δεν περιλαμβάνονται. Οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες, για οποιοδήποτε λόγο, το σήμα δεν μετατράπηκε έγκαιρα σε απαγορευτικό ώστε να είναι σε θέση ο μηχανοδηγός να σταματήσει την αμαξοστοιχία πριν τον σηματοδότη, δεν περιλαμβάνονται.

Οι εθνικές αρχές ασφάλειας μπορούν να υποβάλουν αναφορά για κάθε δείκτη χωριστά και υποβάλουν τουλάχιστον μια συγκεντρωτική αναφορά με τα στοιχεία και για τους τέσσερις δείκτες.

4.5.  «Τροχός που έχει υποστεί ρήξη»: ρήξη σε ουσιαστικό μέρος τροχού, η οποία δημιουργεί κίνδυνο ατυχήματος (εκτροχιασμό ή σύγκρουση).

4.6.  «Άξονας που έχει υποστεί ρήξη»: ρήξη σε ζωτικά μέρη του άξονα, η οποία δημιουργεί κίνδυνο ατυχήματος (εκτροχιασμό ή σύγκρουση).

5.  Κοινές μεθοδολογίες υπολογισμού των οικονομικών επιπτώσεων των ατυχημάτων

Ο Οργανισμός αναπτύσσει μέθοδο υπολογισμού του μοναδιαίου κόστους με βάση καταρχήν τα δεδομένα που έχει συλλέξει πριν την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.

6.  Δείκτες σχετικοί με την τεχνική ασφάλεια της υποδομής και την εφαρμογή της

6.1.  «Αυτόματη προστασία αμαξοστοιχιών (ATP)»: σύστημα που ενισχύει την τήρηση των σημάτων και των περιορισμών ταχύτητας με εποπτεία της ταχύτητας, όπως και με αυτόματη στάση σε σήματα.

6.2.  «Ισόπεδη διάβαση»: κάθε ισόπεδη διασταύρωση σιδηροδρομικής γραμμής με οδό διέλευσης, αναγνωρισμένη από τον διαχειριστή υποδομής και ανοικτή στο κοινό ή σε ιδιώτες χρήστες. Οι οδοί διέλευσης που συνδέουν αποβάθρες σε σιδηροδρομικούς σταθμούς εξαιρούνται, καθώς και οι διαβάσεις άνωθεν τροχιών για την αποκλειστική διέλευση εργαζομένων.

6.3.  «Δίοδος»: κάθε δημόσια ή ιδιωτική οδός ή εθνική οδός, συμπεριλαμβανομένων των πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων, ή άλλων δρόμων διέλευσης ανθρώπων, ζώων, οχημάτων ή μηχανημάτων.

6.4.  «Ενεργή ισόπεδη διάβαση»: ισόπεδη διασταύρωση, στην οποία οι διερχόμενοι χρήστες προστατεύονται από την προσέγγιση αμαξοστοιχίας ή ειδοποιούνται σχετικά με την ενεργοποίηση κατάλληλων μέσων, εφόσον η διέλευση του χρήστη δεν είναι ασφαλής.

Προστασία χρήστη με φυσικά μέσα:

μισά ή πλήρη δρύφακτα,

θύρες.

Προειδοποίηση με τη χρήση σταθερού εξοπλισμού σε ισόπεδες διαβάσεις:

ορατά μέσα: φώτα,

ηχητικά μέσα: κώδωνες, σειρήνες, κλάξον κ.λπ.,

φυσικά μέσα, π.χ. κραδασμός με δονήσεις του εδάφους.

Οι ενεργές ισόπεδες διαβάσεις κατατάσσονται ως εξής:

1.  «Ισόπεδη διάβαση με αυτόματη προστασία ή/και ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη»: ισόπεδη διάβαση στην οποία η προστασία ή/και ειδοποίηση ενεργοποιείται από την αμαξοστοιχία που προσεγγίζει ή στην οποία υπάρχει μανδάλωση προστασίας της αμαξοστοιχίας.

Αυτές οι ενεργές ισόπεδες διαβάσεις κατατάσσονται ως εξής:

i)  αυτόματη ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη·

ii)  αυτόματη προστασία στην πλευρά του χρήστη·

iii)  αυτόματη προστασία και ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη·

iv)  αυτόματη προστασία και ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη, και προστασία στην πλευρά της αμαξοστοιχίας.

«Μανδάλωση της προστασίας στην πλευρά της αμαξοστοιχίας»: σήμα ή άλλο σύστημα προστασίας αμαξοστοιχίας, το οποίο επιτρέπει τη διέλευση αμαξοστοιχίας μόνον εφόσον η ισόπεδη διάβαση είναι προστατευμένη στην πλευρά του χρήστη και εφόσον δεν υπάρχει παρείσφρηση· αυτό διαπιστώνεται με επιτήρηση ή/και ανίχνευση εμποδίου.

2.  «Ισόπεδη διάβαση με χειροκίνητη προστασία ή/και ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη»: ισόπεδη διασταύρωση, στην οποία η προστασία ή/και ειδοποίηση ενεργοποιείται χειροκίνητα από σιδηροδρομικό υπάλληλο και δεν υφίσταται μανδάλωση της προστασίας στην πλευρά της αμαξοστοιχίας.

Αυτές οι ενεργές ισόπεδες διαβάσεις κατατάσσονται ως εξής:

v)  χειροκίνητη ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη·

vi)  χειροκίνητη προστασία στην πλευρά του χρήστη·

vii)  χειροκίνητη προστασία και ειδοποίηση στην πλευρά του χρήστη.

6.5.  «Παθητική ισόπεδη διάβαση»: η ισόπεδη διάβαση χωρίς ενεργοποίηση κάποιου συστήματος προστασίας ή/και ειδοποίησης όταν δεν είναι ασφαλής η διάβαση χρήστη.

7.  Δείκτες σχετικοί με τη διαχείριση της ασφάλειας

7.1.  «Έλεγχος»: συστηματική, ανεξάρτητη και τεκμηριωμένη διαδικασία συγκέντρωσης και αντικειμενικής αξιολόγησης αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να διαπιστωθεί μέχρι ποίου σημείου πληρούνται τα κριτήρια του ελέγχου.

8.  Ορισμοί των μονάδων μέτρησης

8.1.  «Συρμοχιλιόμετρο»: μονάδα μέτρησης που αντιπροσωπεύει τη μετακίνηση μιας αμαξοστοιχίας σε απόσταση ενός χιλιομέτρου. Η απόσταση που χρησιμοποιείται είναι, ει δυνατόν, η πραγματικά διανυθείσα απόσταση, ειδάλλως πρέπει να χρησιμοποιείται η κανονική απόσταση δικτύου μεταξύ των τόπων αναχώρησης και προορισμού. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο η απόσταση που διανύεται στην εθνική επικράτεια του δηλούντος κράτους.

8.2.  «Επιβατοχιλιόμετρο»: μονάδα μέτρησης που αντιπροσωπεύει τη σιδηροδρομική μεταφορά ενός επιβάτη σε απόσταση ενός χιλιομέτρου. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο η απόσταση που διανύεται στην εθνική επικράτεια του δηλούντος κράτους.

8.3.  «Γραμμοχιλιόμετρο»: το μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου στα κράτη μέλη σε χιλιόμετρα, του οποίου η έκταση καθορίζεται στο άρθρο 2. Για σιδηροδρομικές γραμμές πολλαπλής τροχιάς, λαμβάνεται υπόψη μόνον η απόσταση μεταξύ των τόπων αναχώρησης και προορισμού.

8.4.  «Τροχιοχιλιόμετρο»: το μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου στα κράτη μέλη σε χιλιόμετρα, του οποίου η έκταση καθορίζεται στο άρθρο 2. Λαμβάνεται υπόψη κάθε τροχιά των σιδηροδρομικών γραμμών πολλαπλής τροχιάς.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΜΕΡΟΣ A

Καταργούμενη οδηγία με κατάλογο των διαδοχικών τροποποιήσεών της

(κατά το άρθρο 32)

Οδηγία 2004/49/EΚ

(ΕΕ L 164 της 30.4.2004, σ. 44).

Οδηγία 2008/57/EΚ

(ΕΕ L 191 της 18.7.2008, σ. 1).

Οδηγία 2008/110/EΚ

(ΕΕ L 345 της 23.12.2008, σ. 62).

Οδηγία 2009/149/ΕΚ της Επιτροπής

(ΕΕ L 313 της 28.11.2009, σ. 65).

Διορθωτικό 2004/49/ΕΚ

(ΕΕ L 220 της 21.6.2004, σ. 16).

ΜΕΡΟΣ Β

Προθεσμίες για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

(κατά το άρθρο 32)

Οδηγία

Προθεσμία μεταφοράς

2004/49/ΕΚ

30 Απριλίου 2006

2008/57/ΕΚ

19 Ιουλίου 2010

2008/110/ΕΚ

24 Δεκεμβρίου 2010

2009/149/ΕΚ

18 Ιουνίου 2010

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Οδηγία 2004/49/EΚ

Παρούσα Οδηγία

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Άρθρο 4

Άρθρο 4

Άρθρο 5

Άρθρο 5

Άρθρο 6

Άρθρο 6

Άρθρο 7

Άρθρο 7

Άρθρο 8

Άρθρο 8

Άρθρο 9

Άρθρο 9

Άρθρο 10

Άρθρο 10

Άρθρο 11

Άρθρο 12

Άρθρο 12

Άρθρο 11

Άρθρο 13

Άρθρο 13

Άρθρο 14α παράγραφοι 1 έως 7

Άρθρο 14

Άρθρο 14α παράγραφος 8

Άρθρο 15

Άρθρο 15

--

Άρθρο 16

Άρθρο 16

Άρθρο 17

Άρθρο 17

Άρθρο 18

Άρθρο 18

Άρθρο 19

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρο 20

Άρθρο 21

Άρθρο 21

Άρθρο 22

Άρθρο 22

Άρθρο 23

Άρθρο 23

Άρθρο 24

Άρθρο 24

Άρθρο 25

Άρθρο 25

Άρθρο 26

--

--

Άρθρο 26

Άρθρο 27

Άρθρο 27

Άρθρο 28

--

Άρθρο 29

--

Άρθρο 30

--

Άρθρο 31

Άρθρο 28

Άρθρο 32

Άρθρο 29

--

Άρθρο 30

--

Άρθρο 31

Άρθρο 33

Άρθρο 32

--

Άρθρο 33

Άρθρο 34

Άρθρο 34

Άρθρο 35

Άρθρο 35

Παράρτημα I

Παράρτημα I

Παράρτημα II

--

Παράρτημα III

--

Παράρτημα IV

--

Παράρτημα V

--

--

Παράρτημα II

(1) EE C 327 της 12.11.2013, σ. 122.
(2) EE C 356 της 5.12.2013, σ. 92.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014.
(4) Οδηγία 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων, η οποία τροποποιεί την οδηγία 95/18/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και την οδηγία 2001/14/ΕΚ σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής καθώς και με την πιστοποίηση ασφάλειας (ΕΕ L 164 της 30.4.2004, σ. 44).
(5) Οδηγία 96/49/ΕΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1996 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (ΕΕ L 235 της 17.9.1996, σ. 25).
(6) Οδηγία 2008/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις εσωτερικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (ΕΕ L 260 της 30.9.2008, σ. 13).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(8) EE L 75 της 15.3.2001, σ. 29. Οδηγία 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου ( ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 32).
(9) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1078/2012 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2012, σχετικά με κοινή μέθοδο ασφάλειας που πρέπει να εφαρμόζουν σιδηροδρομική επιχείρηση ή διαχειριστής υποδομής για την παρακολούθηση μετά τη χορήγηση πιστοποιητικού ασφαλείας ή έγκρισης ασφαλείας, καθώς και φορείς στους οποίους έχει ανατεθεί η συντήρηση (ΕΕ L 320 της 17.11.2012, σ. 8).
(10) Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37).
(11) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 352/2009 της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 2009, για την έγκριση κοινών μεθόδων ασφαλείας σχετικά με την εκτίμηση και την αξιολόγηση της επικινδυνότητας που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 108 της 29.4.2009, σ. 4).
(12) Οδηγία 95/18/ΕΚ του Συμβουλίου της 19ης Ιουνίου 1995 σχετικά με τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις (ΕΕ L 143 της 27.6.1995, σ. 70).
(13) Οδηγία 2007/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με την πιστοποίηση του προσωπικού οδήγησης μηχανών έλξης και συρμών στο σιδηροδρομικό σύστημα της Κοινότητας (ΕΕ L 315 της 3.12.2007, σ. 51).
(14) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 445/2011 της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 2011, για σύστημα πιστοποίησης φορέων υπεύθυνων για τη συντήρηση εμπορευματικών φορταμαξών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 653/2007 (ΕΕ L 122 της 11.5.2011, σ. 22).
(15) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2010, περί κοινής μεθόδου ασφάλειας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις απόκτησης πιστοποιητικών σιδηροδρομικής ασφάλειας (ΕΕ L 326 της 10.12.2010, σ. 11).
(16) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1077/2012 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2012, σχετικά με κοινή μέθοδο ασφάλειας για την εποπτεία από τις εθνικές αρχές ασφαλείας μετά την έκδοση πιστοποιητικού ασφαλείας ή έγκρισης ασφάλειας (EE L 320 της 17.11.2012, σ. 3).
(17) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1371/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιβατών σιδηροδρομικών γραμμών (ΕΕ L 315 της 3.12.2007, σ. 14).
(18) πέντε Tρία έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(19) δύο Tέσσερα έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(20) δύο έτη έ να έτος από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(21) δύο Tέσσερα έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(22) δύο Tέσσερα έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(23) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 91/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για τις στατιστικές σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές (ΕΕ L 14 της 21.1.2003, σ. 1).
(24) RID, Κανονισμοί για τη διεθνή σιδηροδρομική μεταφορά επικινδύνων εμπορευμάτων, όπως έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την οδηγία 2008/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις εσωτερικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (ΕΕ L 260 της 30.9.2008, σ. 13).

Τελευταία ενημέρωση: 11 Ιουλίου 2017Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου