Πρόεδρος. – Η ημερήσια διάταξη προβλέπει την προφορική ερώτηση προς την Επιτροπή σχετικά με την 50ή επέτειο από την εξέγερση του Θιβέτ και το διάλογο μεταξύ του Δαλάι Λάμα και της κινεζικής κυβέρνησης, του Marco Cappato, του Marco Pannella και του Janusz Onyszkiewicz, εξ ονόματος της Ομάδας της Συμμαχίας Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη, και της Monica Frassoni και της Eva Lichtenberger, εξ ονόματος της Ομάδας των Πρασίνων/ Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία (O-0012/2009 – B6-0012/2009).
Θα ήθελα να κάνω μια σύντομη προσωπική παρατήρηση: Πιστεύω πραγματικά ότι η συζήτησή μας μπορεί να συμβάλει στην ελευθερία όλων των θιβετιανών πολιτών και όχι στην κυριαρχία είτε ενός κράτους είτε μιας θρησκείας.
Marco Cappato, συντάκτης. – (IT) Κυρία Πρόεδρε, συμμερίζομαι την ελπίδα σας. Δυστυχώς δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι ο Προεδρεύων του Συμβουλίου θα επωφεληθεί από αυτή τη συζήτηση και αυτή η συζήτηση θα βοηθήσει να προωθηθούν οι θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην πραγματικότητα η τσεχική Προεδρία θεωρεί προφανώς ότι μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική αποτελεί εμπόδιο για τις μεγάλες εθνικές εξωτερικές πολιτικές των εθνικών κρατών μας. Η Κίνα είναι ευγνώμων γι’ αυτό, η Ρωσία είναι ευγνώμων, δηλαδή οι καταπιεστικές και αντιδημοκρατικές χώρες σε όλο τον κόσμο ευχαριστούν γι’ αυτή την απουσία της Ευρώπης που απεικονίζεται τόσο καλά από την απουσία της Προεδρίας σε αυτό το Σώμα.
Θα ήθελα να επισημάνω στην κ. FerreroWaldner, καθώς αντιμετωπίζουμε μαζί αυτό το σημείο, ποιο είναι κατά τη γνώμη μου το σημαντικότερο ζήτημα: δεν είναι μόνο ζήτημα νόμου και τάξης – με άλλα λόγια να δούμε πόσοι μοναχοί έχουν συλληφθεί και πόσοι Θιβετιανοί έχουν σκοτωθεί πρόσφατα λόγω της βάναυσης κινεζικής καταστολής, ελπίζοντας ότι ο απολογισμός θα είναι χαμηλότερος απ’ ό,τι ήταν πριν από ένα χρόνο. Αυτό που θα ήθελα να πω στο Συμβούλιο και τώρα θα πω στην Επιτροπή είναι ότι πρέπει να δώσει γνώμη σχετικά με τη θεμελιώδη πολιτική ιδέα, δηλαδή σχετικά με τις συνομιλίες μεταξύ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και των απεσταλμένων του Δαλάι Λάμα, το σκοπό αυτών των συνομιλιών και το λόγο για τον οποίο είχαν ανασταλεί – θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι έχουν αποτύχει – εκτός αν μπορέσουμε να τις αναβιώσουμε.
Υπάρχουν δύο αντιτιθέμενες θέσεις: από τη μία πλευρά, η θέση του κινεζικού καθεστώτος, που λέει ο Δαλάι Λάμα είναι ένας βίαιος άνθρωπος που είναι επικεφαλής βίαιων ανθρώπων και ότι ο Δαλάι Λάμα και η εξόριστη θιβετιανή κυβέρνηση θέλουν ανεξαρτησία για ένα εθνικό θιβετιανό κράτος, που έρχεται σε αντίθεση με την κινεζική εδαφική ενότητα. Αυτή είναι η γραμμή που ακολουθεί το Πεκίνο. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο Δαλάι Λάμα, η εξόριστη θιβετιανή κυβέρνηση και οι απεσταλμένοι του Δαλάι Λάμα, που υποστηρίζουν ότι επιδιώκουν κάτι άλλο, ότι τα μέσα πάλης τους είναι μέσω της μη βίας και ότι απλά θέλουν πραγματική αυτονομία, δηλαδή αυτονομία για να διατηρήσουν τον πολιτισμό, την παράδοση, τη γλώσσα και τη θρησκεία, ή τους πολιτισμούς και τις θρησκείες τους. Αυτό είναι το μήνυμα του μνημονίου το οποίο παρουσίασαν στο κινεζικό καθεστώς οι θιβετιανοί απεσταλμένοι του Δαλάι Λάμα. Αυτό το υπόμνημα έχει δημοσιευθεί και περιέχει τα αιτήματά τους.
Σε αυτό το σημείο η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να επιλέξει, να πάρει θέση. Υπάρχουν δύο αντικρουόμενες θέσεις: ένα από τα μέρη ψεύδεται. Η ΕΕ μπορεί να είναι καθοριστική στην αναζήτηση της αλήθειας. Ως Ριζοσπαστικό Κόμμα προτείνουμε τη satyagraha, την αναζήτηση της αλήθειας, ως παγκόσμια συλλογική πολιτική πρωτοβουλία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να χρησιμοποιήσει τα διπλωματικά της εργαλεία – κ. FerreroWaldner, παρακαλούμε πείτε το στον Πρόεδρο Barroso – πρέπει να συναντηθούμε με το Δαλάι Λάμα και να του δώσουμε το προνόμιο να μιλήσει, για να βρεθεί η αλήθεια. Έχει δίκιο το Πεκίνο που λέει ότι οι Θιβετιανοί είναι βίαιοι τρομοκράτες που επιδιώκουν ανεξαρτησία, ή έχει δίκιο ο Δαλάι Λάμα που λέει ότι θέλουν ένα ευπρεπές και αξιοπρεπές αυτόνομο κράτος; Η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει αδρανής και σιωπηλή ενώπιον αυτής της διένεξης.
Eva Lichtenberger, συντάκτρια. – (DE) Κυρία Πρόεδρε, πριν από 50 χρόνια ο κινεζικός στρατός έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στη θιβετιανή αντίσταση. Έκτοτε οι Θιβετιανοί διαφεύγουν σε άλλα κράτη, με εξαιρετικά μεγάλη προσπάθεια, μέσω των Ιμαλαΐων και διασχίζοντας τα σύνορα. Μέχρι τώρα, αρκετές χιλιάδες άνθρωποι το χρόνο – όλοι είναι πρόσφυγες – έχουν καταβάλει αυτή την υπέρτατη προσπάθεια για να διασχίσουν περάσματα ύψους 5000 m. Αν, όπως η Κίνα πάντοτε υποστηρίζει, η κατάσταση των Θιβετιανών ήταν τόσο θαυμάσια, δεν θα υπήρχε λόγος φυγής ούτε δικαιολογία για το γεγονός ότι δημοσιογράφοι, άνθρωποι από τη Δύση και παρατηρητές δεν επιτρέπεται εδώ και μήνες να επισκεφτούν αυτή τη χώρα, ή επιτρέπεται μόνο με στενή συνοδεία. Γυναίκες δημοσιογράφοι ακολουθούνται ακόμη και στην τουαλέτα από γυναίκες παρατηρητές των μυστικών υπηρεσιών για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα γίνει τίποτα απαγορευμένο.
Γι’ αυτό αναρωτιέμαι: ποιο είναι το καθήκον μας ως Ευρωπαϊκή Ένωση; Χρειαζόμαστε κάπως να επιτύχουμε την επανέναρξη του σινοθιβετιανού διαλόγου. Όμως πρέπει να γίνει σε διαφορετική βάση. Μέχρι τώρα το μόνο που συνέβη είναι ότι η Κίνα έχει επαναλάβει τις ίδιες κατηγορίες και απαιτήσεις, χωρίς να προσπαθήσει καθόλου να κατανοήσει την εξήγηση των εκπροσώπων του Θιβέτ ότι δεν είναι ζήτημα αποχώρησης από την Κίνα και δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους. Είναι ζήτημα επίτευξης αυτονομίας.
Κύριε Επίτροπε, πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι η παρακολούθηση του Διαδικτύου στο Θιβέτ είναι αυστηρότερη από οπουδήποτε αλλού στην Κίνα και ότι ευρωπαϊκές εταιρείες ήταν εκείνες που παρείχαν τα εργαλεία για να γίνει αυτή η παρακολούθηση τόσο αποτελεσματική; Πρέπει να δράσουμε. Καλούμαστε να κάνουμε διάλογο στην πατρίδα μας.
Benita Ferrero-Waldner, Μέλος της Επιτροπής. − Κυρία Πρόεδρε, χαίρομαι πολύ που σήμερα γίνεται αυτή η συζήτηση για ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει πολλούς από εμάς εδώ και πολύ καιρό και ιδίως μετά τα θλιβερά γεγονότα πριν από ένα χρόνο στο Θιβέτ. Άρα νομίζω ότι είναι πολύ καλό που κάνουμε αυτή την ανοιχτή συζήτηση για να δούμε πάλι τι μπορεί να γίνει.
Πριν περάσω στα πολλά ζητήματα που θίξατε στο κοινό ψήφισμα που κατατέθηκε, θα ήθελα επίσης να αναφερθώ σύντομα στις διμερείς μας σχέσεις με την Κίνα. Η πολιτική της ΕΕ έναντι της Κίνας είναι πολιτική δέσμευσης. Η στρατηγική μας εταιρική σχέση είναι ισχυρή και αυτό μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε όλα τα ζητήματα, περιλαμβανομένων των πιο ευαίσθητων. Έχουμε δημιουργήσει ένα εντυπωσιακό πλαίσιο αλληλεπίδρασης υψηλού επιπέδου όπου ασχολούμαστε τακτικά με όλες τις παγκόσμιες αλλαγές τις οποίες αντιμετωπίζουν οι πολίτες μας, χωρίς να παραμελούμε τα ζητήματα στα οποία ενδέχεται να διαφωνούμε. Το Θιβέτ είναι ένα από αυτά. Επιτρέψτε μου να είμαι πολύ σαφής – δεν συμφωνούμε απόλυτα με την Κίνα σχετικά με το Θιβέτ και έχουμε ακόμη μια πολύ πραγματική και θεμιτή ανησυχία για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Θιβέτ, όπως έχετε και οι δύο μόλις σκιαγραφήσει, για το γεγονός ότι το Θιβέτ έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό κλειστό για τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, τους διπλωμάτες και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις για σχεδόν ένα χρόνο τώρα και για το αδιέξοδο στις συνομιλίες μεταξύ των εκπροσώπων του Δαλάι Λάμα και των κινεζικών αρχών, παρά τους τρεις γύρους συνομιλιών πέρυσι.
Αυτά τα ζητήματα ήταν επίσης στην κορυφή της ατζέντας για αρκετούς ηγέτες της ΕΕ στις διμερείς συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν με την κινεζική ηγεσία πέρυσι. Έχουμε καταβάλει προσπάθειες να βρούμε σημεία συνεννόησης με την Κίνα σε αυτό το ευαίσθητο θέμα και ήμασταν πολύ σαφείς προς αυτήν κάθε φορά που ασχολούμασταν με την κατάσταση στο Θιβέτ.
Επιτρέψτε μου να αναφέρω και πάλι τη θέση της ΕΕ, η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Πρώτον, υποστηρίζουμε την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κίνας, περιλαμβανομένου του Θιβέτ. Δεύτερον, πάντα να υποστηρίζαμε μια ειρηνική συμφιλίωση μέσω του διαλόγου μεταξύ των κινεζικών αρχών και των εκπροσώπων του Δαλάι Λάμα. Θυμάμαι, όταν πήγα εκεί με την Επιτροπή, τον Πρόεδρο Barroso και οι άλλους συναδέλφους, έκανα ειδικό διάλογο με πολλούς από τους συνομιλητές μου γι’ αυτό το ζήτημα. Πάντα υποστηρίζαμε ότι πρέπει να υπάρξει διάλογος συμφιλίωσης και ότι ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί.
Αυτός ο διάλογος πρέπει να είναι εποικοδομητικός και ουσιαστικός και φυσικά εμείς κατά συνέπεια λυπούμαστε που μέχρι τώρα αυτός ο διάλογος δεν έχει φέρει πραγματικά ουσιαστικά αποτελέσματα. Πάντα λέγαμε ότι ο διάλογος πρέπει να ασχολείται με τα βασικά ζητήματα, όπως η διατήρηση του μοναδικού πολιτισμού, της θρησκείας και των παραδόσεων του Θιβέτ, καθώς και η ανάγκη να επιτευχθεί ένα σύστημα ουσιαστικής αυτονομίας για το Θιβέτ εντός του κινεζικού συντάγματος. Πάντα λέγαμε ότι αυτός ο διάλογος θα έπρεπε να ασχοληθεί με τη συμμετοχή όλων των Θιβετιανών στη λήψη αποφάσεων. Γι’ αυτό θα ήταν καλοδεχούμενο αν αυτά τα ζητήματα αντιμετωπίζονταν στο μελλοντικό εθνικό σχέδιο δράσης της Κίνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Για μας το Θιβέτ είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κατά συνέπεια πάντα προσεγγιζόταν ως τέτοιο. Επίσης περάσαμε με συνέπεια αυτό το μήνυμα στους Κινέζους ομολόγους μας και ακούσαμε πολύ προσεκτικά τις απόψεις τους. Έχουμε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να κατανοήσουμε τη θέση τους σε πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού, αλλά τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι καθολικά και κατά συνέπεια η κατάσταση στο Θιβέτ προκαλεί – δικαίως – εύλογη ανησυχία διεθνώς στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας, ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό το γεγονός φυσικά τονίζεται από την ύπαρξη εργαλείων του διεθνούς δικαίου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για πάνω από μισό αιώνα.
Στο ψήφισμά σας βάζετε ως όρο το μέλλον του σινοθιβετιανού διαλόγου. Όπως όλοι γνωρίζετε, κατά τον τελευταίο γύρο συνομιλιών, μετά από αίτημα της κινεζικής κυβέρνησης, η θιβετιανή πλευρά υπέβαλε υπόμνημα για μια γνήσια αυτονομία για το μέλλον του Θιβέτ. Κατά τη γνώμη μου το έγγραφο περιέχει ορισμένα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μελλοντικές συνομιλίες. Έχω στο νου μου μια παράγραφο για τον πολιτισμό, την εκπαίδευση και τη θρησκεία.
Με ενθαρρύνει επίσης το γεγονός ότι, για πρώτη φορά σε έγγραφο, η θιβετιανή πλευρά έχει εκφράσει τη σταθερή δέσμευσή της να μην επιδιώξει απόσπαση ή ανεξαρτησία. Νομίζω ότι αυτό είναι σημαντικό για να προχωρήσει αυτός ο διάλογος. Χαίρομαι επίσης που ο Δαλάι επιβεβαίωσε ενώπιον αυτού του Σώματος τον περασμένο Δεκέμβριο την αφοσίωσή του στην προσέγγιση μέσης οδού και στο διάλογο ως το μόνο μέσο για να επιτευχθεί μια αμοιβαία αποδεκτή και βιώσιμη λύση.
Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω αποκαλύπτοντάς σας μια προσωπική μου πεποίθηση. Σε όλη την πολιτική και προσωπική μου καριέρα, πάντα πίστευα σθεναρά ότι, μέσω της συμμετοχής και του διαλόγου, ακόμα και τα πιο δύσκολα ζητήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν και απ’ ότι ελπίζω, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, επίσης να λυθούν. Γι’ αυτό θα ήθελα να απευθύνω έκκληση προς την Κίνα και στον εκπρόσωπο του Δαλάι Λάμα για να επαναλάβουν αυτό το διάλογο το συντομότερο δυνατό με ανοιχτό πνεύμα και απώτερο σκοπό να επιτευχθεί διαρκής λύση στο Θιβέτ. Μπορώ να σας εγγυηθώ, από την πλευρά μας, την πλήρη υποστήριξή μας για μια τέτοια διαδικασία. Αυτή είναι η θέση μας και αυτή είναι η θέση που μεταφέρουμε στην κινεζική πλευρά.
Charles Tannock, εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE. – Κυρία Πρόεδρε, το έμβλημα της ΕΕ είναι «ενότητα στην πολυμορφία». Είναι μια αρχή που μας εξυπηρέτησε καλά.
Δυστυχώς, αυτή η ιδέα δεν ακούγεται καθόλου καλά στην απολυταρχική κομμουνιστική δικτατορία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η διαφορετικότητα καταπιέζεται, αντί να ενθαρρύνεται. Οι μειονότητες που επιθυμούν να εκφραστούν με οποιοδήποτε τρόπο εκτός από το δεσπόζοντα, εγκεκριμένο από το κόμμα τρόπο συνήθως περιθωριοποιούνται και διώκονται. Αυτή η τάση φαίνεται στην αντιμετώπιση πολλών θρησκευτικών μειονοτήτων, περιλαμβανομένων των Χριστιανών, των Μουσουλμάνων και των οπαδών του Falun Gong, και κυρίως στη στάση της ΛΔΚ στο Θιβέτ.
Το 1950 οι κομμουνιστικές δυνάμεις εισέβαλαν στο Θιβέτ, με αποτέλεσμα την εξορία του Δαλάι Λάμα πριν από 50 χρόνια. Από τότε το Θιβέτ βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Πεκίνου. Ο παραδοσιακός θιβετιανός πολιτισμός, που ήταν απομονωμένος για εκατοντάδες χρόνια, τώρα έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό αραιωθεί από τις ενέργειες της κυβέρνησης, η οποία πασχίζει για την πρόληψη της επανεμφάνισης κάθε αίσθησης θιβετιανού εθνικισμού. Στην πραγματικότητα, η συστηματική και μερικές φορές βίαιη καταστολή του θιβετιανού πολιτισμού έχει ανάψει την πυρκαγιά της θιβετιανής ταυτότητας και αφυπνίσει τη συνειδητοποίηση του κόσμου για τα δεινά του λαού του Θιβέτ.
Η εμπνευσμένη ηγεσία του Δαλάι Λάμα έχει εξασφαλίσει ότι το μέλλον του Θιβέτ θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό στην πρώτη γραμμή της δημόσιας συζήτησης, παρά τις τεράστιες προσπάθειες που καταβάλλονται από τη ΛΔΚ να επιπλήττει εκείνους, όπως ο πρώην Προεδρεύων του Συμβουλίου, ο Nicolas Sarkozy, που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την άποψη του Πεκίνου.
Εμείς σε αυτό το Κοινοβούλιο έχουμε πάντα ακολουθήσει ισχυρή γραμμή για την προστασία των δικαιωμάτων αυτονομίας του λαού του Θιβέτ, πράγμα που δεν σημαίνει αυτομάτως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση ή την ανεξαρτησία. Κάνοντας αυτό δεν επιδιώκουμε να προκαλέσουμε ή να αντιτεθούμε στην Κίνα. Εντούτοις αναγνωρίζουμε ότι η δέσμευσή μας σε ορισμένες αξίες – ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία, κράτος δικαίου και ελευθερία της συνείδησης – δεν μπορεί να εξεταστεί χωριστά από την αναμφίβολα σημαντική στρατηγική οικονομική εταιρική σχέση που αναπτύσσει η ΕΕ με την Κίνα.
Οι φωνές υπέρ της Κίνας στην άλλη πλευρά του Σώματος θα έχουν λόγο σε αυτή τη συζήτηση, αλλά για πολύ καιρό ο λαός του Θιβέτ έχει στερηθεί τη φωνή του και πρέπει να μιλάμε εμείς γι’ αυτόν.
Glyn Ford, εξ ονόματος της Ομάδας PSE. – Κυρία Πρόεδρε, η Σοσιαλιστική Ομάδα ανησυχεί για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα. Ενώ αναγνωρίζουμε ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά κατά τα 10 τελευταία χρόνια, υπάρχουν ακόμα πολλοί τομείς στους οποίους τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να μην προστατεύονται σωστά ή κατάλληλα. Μπορεί να υπάρχει ελευθερία σκέψης σε κάποιο βαθμό, αλλά δεν υπάρχει ελευθερία δράσης. Ασφαλώς θα τονίζαμε την αδυναμία να επιτραπεί η λειτουργία ελεύθερων συνδικαλιστικών οργανώσεων στο εσωτερικό της Κίνας. Ανησυχούμε για τα δεινά των 100 εκατομμυρίων εργαζόμενων μεταναστών που έχουν μετακινηθεί από την επαρχία σε πόλεις και οι οποίοι έχουν την πιο περιορισμένη πρόσβαση στην υγεία και την παιδεία. Μας ανησυχούν τα δεινά των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων σε ολόκληρη την Κίνα.
Παρόλα αυτά η Σοσιαλιστική Ομάδα ήταν αντίθετη σε αυτή τη συζήτηση και το ψήφισμα. Ο λόγος ήταν η αναλογικότητα. Είναι σωστό να επικρίνουμε την Κίνα για τις επιδόσεις της στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως επικρίνουμε τις ΗΠΑ για την εφαρμογή της θανατικής ποινής, το Γκουαντάναμο και την εξώδικη απαγωγή και ανάκριση υπόπτων, αλλά δεν χρειάζεται να το κάνουμε κάθε περίοδο συνόδου. Ειλικρινά, γίνεται αντιπαραγωγικό. Κάποτε οι κινεζικές αρχές λάμβαναν σοβαρά υπόψη τα ψηφίσματά μας, αλλά όχι πλέον. Επειδή ορισμένα άτομα και ομάδες στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους να τραβήξουν την προσοχή συνεχίζουν να αυξάνουν το ποντάρισμα προβάλλοντας σήμερα την απαίτηση, νομίζω για πρώτη φορά, να καταργήσουν τα κράτη μέλη την πολιτική της μίας Κίνας και να αναγνωρίσουν την εξόριστη θιβετιανή κυβέρνηση.
Ο Δαλάι Λάμα ήταν εδώ τον περασμένο Δεκέμβριο, μιλώντας για λογαριασμό του Θιβέτ στην ολομέλεια. Γιατί είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί το ζήτημα; Δεν υπάρχει τίποτα νέο στο ψήφισμα.
Εγώ, μαζί με τον Elmar Brok, το Philippe Morillon και άλλους βουλευτές του Κοινοβουλίου, είχα την ευκαιρία το περασμένο καλοκαίρι να επισκεφθώ τη Λάσα. Ήμασταν η πρώτη διεθνής ομάδα που ταξίδεψε εκεί μετά τις ταραχές του Μαρτίου και μίλησε τόσο με τις αρχές όσο και με εκείνους που ήταν φιλικά προσκείμενοι προς τους θιβετιανούς διαμαρτυρόμενους. Όπως έγραψα αργότερα, η πραγματικότητα ήταν ότι ειρηνικές διαμαρτυρίες – και υποστηρίζουμε την ειρηνική διαμαρτυρία – μετατράπηκαν σε ρατσιστικές ταραχές, όταν καταστήματα, σπίτια και Κινέζοι Han δέχθηκαν επίθεση και κάηκαν, με δεκάδες νεκρούς. Σχολεία υπέστησαν εμπρηστικές επιθέσεις και νοσοκομεία και τζαμιά της μουσουλμανικής μειονότητας υπέστησαν επιθέσεις. Ο ίδιος ο Δαλάι Λάμα αναγνώρισε την πραγματικότητα της κατάστασης, όταν απείλησε τότε να παραιτηθεί από ζωντανός θεός.
Η Κίνα έχει κάνει πάρα πολλά για το Θιβέτ από την άποψη της παροχής υποδομών, όπως η νέα σιδηροδρομική γραμμή Qinghai-Λάσα και τα υψηλότερα επίπεδα κοινωνικών παροχών σε σχέση με άλλες περιοχές της υπαίθρου της Κίνας. Το πρόβλημα είναι ότι αρχίζει να προκαλεί δυσφορία αλλού στο εσωτερικό της Κίνας.
(Διαμαρτυρίες)
Αλλά το πρόβλημα είναι, για να αναφέρω τη φράση των Beatles: «Με χρήματα δεν μπορείς να αγοράσεις αγάπη». Οι Θιβετιανοί εξακολουθούν να θέλουν ένα βαθμό πολιτιστικής και πολιτικής αυτονομίας πολύ πέρα από εκείνον που είναι διατεθειμένη να χορηγήσει η Κίνα. Όπως είπα τότε, η Κίνα χρειάζεται διάλογο με εκπροσώπους του Θιβέτ για να βρεθεί μια λύση που να παρέχει αυτή την αυτονομία, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα μειονοτικά δικαιώματα των εθνικών και θρησκευτικών ομάδων στην επαρχία.
Η εναλλακτική επιλογή είναι ανυπόμονοι, νέοι Θιβετιανοί να στραφούν στη βία και την τρομοκρατία. Ως αποτέλεσμα του άρθρου που έγραψα τότε, μου ζητήθηκε να συζητήσω το θέμα με τον εκπρόσωπο του Δαλάι Λάμα στο Λονδίνο, πράγμα που έκανα σε κάποιο βαθμό. Συμφωνώ με την Επίτροπο: μέσω του διαλόγου και της δέσμευσης θα βρούμε έναν τρόπο για να προχωρήσουμε, όχι μέσω διαπεραστικών, ατέλειωτα επαναλαμβανόμενων, αναδιατυπωμένων ψηφισμάτων, όπως αυτό που έχουμε σήμερα εδώ.
Hanna Foltyn-Kubicka, εξ ονόματος της Ομάδας UEN. – (PL) Κυρία Πρόεδρε, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, οι δημοκρατικές χώρες έχουν ζητήσει επανειλημμένα να γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα σε μη δημοκρατικές χώρες. Οι προσπάθειες αυτές έφεραν αποτέλεσμα μόνο όταν οι χώρες και οι διεθνείς οργανισμοί ήταν συνεπείς στις ενέργειες και τις απαιτήσεις τους. Δυστυχώς, η περίπτωση του Θιβέτ, ή, γενικότερα, το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, συνήθως σπρώχνεται στο περιθώριο, παραχωρώντας προτεραιότητα στις εμπορικές σχέσεις. Αν δεν υπήρχαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Πεκίνο, και η αποφασιστική στάση που έλαβαν πολλές κοινωνικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις, ο κόσμος θα εξακολουθούσε να γνωρίζει πολύ λίγα για την κατάσταση στο Θιβέτ.
Ο ρόλος μας, ως Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι να εξασφαλίζουμε ότι οι δημοκρατικές χώρες θα αντιδρούν έντονα και αποφασιστικά στις ενέργειες των κινεζικών αρχών, όπως η εκστρατεία «Χτύπα γερά», η οποία τέθηκε σε εφαρμογή πριν από λίγο καιρό. Εντούτοις αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν καταδικάζουμε με συνέπεια και αποφασιστικότητα όλες τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από τις κομμουνιστικές αρχές στην Κίνα.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι, στο ψήφισμά του της 6ης Ιουλίου 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλούσε τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν την εξόριστη θιβετιανή κυβέρνηση αν, μέσα σε διάστημα τριών ετών, δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των κινεζικών αρχών και της διοίκησης του Δαλάι Λάμα. Όπως γνωρίζουμε, το Πεκίνο εξακολουθεί να αρνείται να συμμετάσχει σε συνομιλίες με τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη του θιβετιανού λαού. Ας μην ξεχνάμε επίσης τον Ενδέκατο Πάντσεν Λάμα, το νεότερο πολιτικό κρατούμενο, που κρατείται από τους Κινέζους εδώ και 14 χρόνια. Εφέτος θα κλείσει τα 20.
Θα ήθελα λοιπόν ακόμα μία φορά να καλέσω το Κοινοβούλιο να είναι συνεπές στις δράσεις του και να αντιμετωπίζει σοβαρά τις δηλώσεις του. Αν δεν δείξουμε ότι εννοούμε αυτά που λέμε, θα είναι δύσκολο να περιμένουμε από τους άλλους να τηρούν τις υποσχέσεις τους και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους.
Raül Romeva i Rueda, εξ ονόματος της Ομάδας Verts/ALE. – (ES) Κυρία Πρόεδρε, παρακολουθώ την υπόθεση του Θιβέτ εδώ και χρόνια. Έχω επισκεφθεί την περιοχή και έχω μιλήσει με πολλούς ανθρώπους εντός και εκτός της χώρας. Θεωρώ ότι τα αιτήματα του θιβετιανού λαού είναι νόμιμα και, μέχρι ένα ορισμένο σημείο, λογικά. Βρίσκω ειδικά τους τωρινούς τους φόβους απολύτως δικαιολογημένους, ενόψει της πολιτικής βαριάς καταστολής της κινεζικής κυβέρνησης απέναντί τους, που διαρκεί ήδη πάνω από 50 χρόνια, εκτός από μια σύντομη και, θα έλεγα, ψευδή εκεχειρία κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων.
Έχω γνωρίσει λίγους λαούς με σαφέστερη επιθυμία για διάλογο και επίτευξη συμφωνίας από το λαό του Θιβέτ. Γι’ αυτό το λόγο αδυνατώ να καταλάβω αυτή την εμμονή της κινεζικής κυβέρνησης αφενός να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και αφετέρου να επιμένει να μπλοκάρει διαρκώς το γύρο των συνομιλιών.
Μια χώρα δεν γίνεται μεγάλη από τη στρατιωτική ισχύ ή το μέγεθος ή τον οικονομικό πλούτο της. Αυτό που την κάνει μεγάλη είναι η μεγαλοψυχία των πράξεών της και η γενναιοδωρία της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί και πρέπει να συμβάλει στην επίλυση αυτής της κατάστασης, σεβόμενη φυσικά τις εθνικές κυριαρχίες, αλλά πρέπει να το πράξει αποφασιστικά. Ο τρόπος για να γίνει αυτό είναι η υποστήριξη της αίτησης του Θιβέτ για επανέναρξη των σινοθιβετιανών συνομιλιών και η αναγνώριση ότι, αν κάποιος έχει περάσει χρόνια υποχωρώντας και δεχόμενος πίεση από τις κινεζικές αρχές, τότε στην περίπτωση αυτή είναι ο θιβετιανός λαός.
Δεν πρόκειται για διένεξη μεταξύ ίσων ούτε σε όρους δυναμικότητας ούτε σε όρους κινήτρων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να έχει σεβασμό προς τις δύο πλευρές, αλλά δεν μπορεί να παραμένει ουδέτερη μπροστά στην καταπίεση, τις αδιάκριτες συλλήψεις, τα βασανιστήρια, τις δολοφονίες ή τη θρησκευτική, γλωσσική και πολιτισμική γενοκτονία.
Το μνημόνιο για την ουσιαστική αυτονομία του θιβετιανού λαού, που τώρα απορρίπτεται από την Κίνα ως έγγραφο εργασίας, δείχνει ότι ο θιβετιανός λαός έχει ήδη καταβάλει πραγματική προσπάθεια και έχει παραιτηθεί από ένα τεράστιο μέρος των θεμιτών, το τονίζω, φιλοδοξιών του.
Η Κίνα έχει τώρα την ευκαιρία να δείξει στον κόσμο τη γενναιοδωρία της και την επιθυμία της για ειρήνη και αρμονία και, πάνω απ’ όλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει την ευκαιρία να τη βοηθήσει να ενεργήσει σύμφωνα με το μεγαλείο της.
Thomas Mann (PPE-DE). – (DE) Κυρία Πρόεδρε, στις 10 Μαρτίου 1959, ο θιβετιανός λαός υπεβλήθη σε απερίγραπτο πόνο στα χέρια των Κινέζων. Εξήντα χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και εκατοντάδες χιλιάδες συνελήφθησαν, απήχθησαν και βασανίστηκαν κατά τους μήνες που ακολούθησαν. Πριν από ένα χρόνο η βία κλιμακώθηκε και πάλι. Περισσότεροι από 200 Θιβετιανοί πέθαναν, μερικοί λόγω σκόπιμων θανατηφόρων πυροβολισμών, και τώρα – λίγο μετά την 50η επέτειο – μοναστήρια αποκλείστηκαν από τον έξω κόσμο, οδοί πρόσβασης ελέγχονται και στρατιώτες και άνδρες της ασφάλειας είναι σε ετοιμότητα για να καταστείλουν διαδηλώσεις εν τη γενέσει. Ακόμα δεν έχουμε νέα για πιθανή εξέγερση. Ποια είναι η απάντηση σε αυτήν την επίδειξη δύναμης; Σιωπή στα μέσα ενημέρωσης. Ο Δαλάι Λάμα κάλεσε το λαό του να ακολουθήσει την οδό της μη βίας. Η έκκλησή του για διάλογο δεν βρήκε θετική ανταπόκριση στο Πεκίνο. Όταν ένας απεσταλμένος του Δαλάι Λάμα παρουσίασε σε υπόμνημα συγκεκριμένα μέτρα για την αυτονομία, απερρίφθησαν από τον Πρόεδρο Hu Jintao. Είπε: «πρέπει να χτίσουμε ένα Σινικό Τείχος κατά των αυτονομιστικών κινημάτων». Αυτή η ιδέα, η οποία είναι καθαρή πρόκληση, συμπληρώθηκε από την προγραμματισμένη αναγκαστική καθιέρωση αργίας για τους Θιβετιανούς: Η 28η Μαρτίου πρόκειται να γίνει η «Ημέρα Χειραφέτησης των Δουλοπάροικων». Αυτή είναι η πικρή πραγματικότητα.
Πριν από δύο ημέρες το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφάνισε σημαίες. Στην ολομέλεια, ένας εντυπωσιακός αριθμός από εμάς τοποθετήσαμε τη σημαία του Θιβέτ στα τραπέζια μας και δείξαμε την αλληλεγγύη μας στους Θιβετιανούς που υποφέρουν. Έγιναν ειρηνικές διαμαρτυρίες σε όλα τα μέρη της ΕΕ. Οι συνάδελφοί μας – ο κ. Cappato, η κ. Lichtenberger, ο κ. Tannock και ο κ. Romeva i Rueda – έχουν απόλυτο δίκιο: το σημερινό ψήφισμα μιλά δυνατά και καθαρά. Το υπόμνημα πρέπει να αποτελέσει τη βάση για περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Είναι ένα έγγραφο για την πραγματική αυτονομία μέσα στο πλαίσιο του κινεζικού συντάγματος. Η απομόνωση του Θιβέτ πρέπει να σταματήσει – για τους κατοίκους, για τους τουρίστες, για τους δημοσιογράφους. Πρέπει να έχουμε μια απάντηση για 600 φυλακισμένους Θιβετιανούς.
Roberta Angelilli (UEN). – (IT) Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να επιτρέψει να μην ακουστεί η τελευταία κραυγή αγωνίας από τον Δαλάι Λάμα. Πριν από λίγους μόνο μήνες τον ακούσαμε να μιλάει στις Βρυξέλλες. Όλοι τον γνωρίζουμε ως ευγενικό άνθρωπο, ειρηνιστή, εκπρόσωπο του θιβετιανού πολιτισμού, δηλαδή του πολιτισμού της αρμονίας και της αδελφοσύνης κατ’ εξοχήν. Στο όνομα αυτών των αξιών, μιλώντας για «Κινέζους αδελφούς», ο Δαλάι Λάμα έχει ζητήσει – όμως με δύναμη – τη νόμιμη και απτή αυτονομία για το Θιβέτ, υπενθυμίζοντας τα βασανιστήρια και φοβερά δεινά του λαού του και της γης του. Αυτό είναι ένα αίτημα το οποίο το Κοινοβούλιο πρέπει να υποστηρίξει περήφανα. Είναι δικό μας πολιτικό και θεσμικό καθήκον, στο όνομα της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αξιών της ελευθερίας. Οι Θιβετιανοί βλέπουν την Ευρώπη, ίσως, ως μόνη τους ελπίδα. Πραγματικά δεν πρέπει να τους απογοητεύσουμε.
Georg Jarzembowski (PPE-DE). – (DE) Κυρία Πρόεδρε, κυρία Επίτροπε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χωρίς αμφιβολία εμείς οι Χριστιανοδημοκράτες αναγνωρίζουμε την κυριαρχία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας πάνω στην επικράτειά της, περιλαμβανομένου του Θιβέτ.
Όμως ταυτόχρονα απορρίπτουμε την άποψη της Κίνας ότι οποιαδήποτε δήλωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα αποτελεί ανεπίτρεπτη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας. Σύμφωνα με μια σύγχρονη αντίληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου – την οποία ελπίζουμε ότι σύντομα θα συμμεριστεί και η Κίνα – η διεθνής κοινότητα καλείται να εκφράζει την ανησυχία της για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε όλα τα μέρη του κόσμου, ιδιαίτερα σε πολύ κραυγαλέες περιπτώσεις.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε ένα Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο να λάβει μέτρα κατά των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και εκδώσει απόφαση αν δεν είχε το δικαίωμα να παρέμβει προς όφελος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;
Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και η κυβέρνησή της πρέπει επομένως να αναγνωρίσουν ότι η συζήτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία του συνέρχεσθαι, η ελευθερία του ανεξάρτητου τύπου, η θρησκευτική ελευθερία και τα δικαιώματα των πολιτισμικών μειονοτήτων στο Θιβέτ και σε άλλα μέρη της Κίνας δεν αποτελούν ανεπίτρεπτη παρέμβαση. Πρέπει να αποδεχτεί αυτή τη συζήτηση.
Εντούτοις το κύριο μέλημά μας σήμερα είναι απλώς η απαίτηση – και γι’ αυτό δεν μπορώ να καταλάβω τον κ. Ford από αυτή την άποψη, αν και πάντα έκλινε περισσότερο προς την πλευρά της κινεζικής κυβέρνησης – η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και η κυβέρνησή της να επαναλάβουν τις συνομιλίες με το Δαλάι Λάμα ως ηγέτη ενός μεγάλου μέρους του λαού του Θιβέτ.
Για να είμαι ειλικρινής – όπως έχει ήδη πει ο συνάδελφός μου – η κυβέρνηση διεξήγαγε αυτές τις συνομιλίες πέρυσι, αλλά τις διέκοψε μετά από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δημιουργείται λοιπόν η υποψία ότι αυτές οι συνομιλίες διεξήχθησαν μόνο κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων να αποσπάσουν την προσοχή μας. Όμως, κ. Ford, δεν θα επιτρέψουμε να αποσπαστεί η προσοχή μας. Θα βάζουμε διαρκώς αυτό το θέμα στην ημερήσια διάταξη και καλούμε την κινεζική κυβέρνηση να προβεί σε πραγματικές και σοβαρές συνομιλίες με το Δαλάι Λάμα, αφού τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να παραβιάζονται στο Θιβέτ και πρέπει να διασφαλίσουμε ότι αυτή η κατάσταση θα αλλάξει.
Marcin Libicki (UEN). – (PL) Κυρία Πρόεδρε, όταν συζητούμε για την τύχη των διωκόμενων Θιβετιανών σήμερα, τότε πρέπει να γνωρίζουμε ότι θα βελτιώσουν τις προοπτικές τους μόνο αν το σύνολο της διεθνούς κοινότητας ασκήσει πολιτική πίεση στην Κίνα. Γι’ αυτό πρέπει επίσης να τονίσω ότι, σε σχέση με αυτό, όλες οι προσπάθειες που κατέβαλαν η κ. Ferrero-Waldner και εκείνοι που είναι σε θέση να επηρεάσουν την παγκόσμια πολιτική, μπορούν να φέρουν καλά αποτελέσματα.
Πρέπει επίσης να τονίσω ότι άκουσα με τη μεγαλύτερη λύπη την ομιλία που έκανε ο εκπρόσωπος της Σοσιαλιστικής Ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τα εγκλήματα της Κίνας δικαιολογούνται από την κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής στο Θιβέτ. Αυτό μου θυμίζει μια εποχή όπου στην Ευρώπη η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογηθεί η κατασκευή στρατοπέδων συγκέντρωσης. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να κατασκευαστούν σιδηροδρομικές γραμμές και αυτοκινητόδρομοι πάνω στον πόνο και τη δυστυχία διωκόμενων ανθρώπων.
Cornelis Visser (PPE-DE). – (NL) Κυρία Πρόεδρε, βρισκόμουν εδώ πριν από ένα χρόνο, όταν συζητούσαμε τις ταραχές στο Θιβέτ. Παρακαλέσαμε την Κίνα να δώσει στα μέσα ενημέρωσης και σε διεθνείς οργανισμούς πρόσβαση στην περιοχή και χαίρομαι που λέω ότι εμείς, ως Κοινοβούλιο, κάναμε έκκληση σε αυτό το σημείο για ένα σοβαρό διάλογο μεταξύ της Κίνας και του Δαλάι Λάμα.
Πέρυσι η Κίνα έδειξε σε όλο τον κόσμο, μέσα από την οργάνωση και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, ότι είναι μια χώρα ικανή να μεταμορφώνεται και να εκπλήσσει τον κόσμο. Στις παραμονές των Αγώνων η Κίνα έδωσε σε ξένους δημοσιογράφους κάποιο περιθώριο. Εκτιμώ ότι αυτή η προσωρινή παραχώρηση κάποιας ελευθερίας του τύπου ήταν για τους ξένους δημοσιογράφους. Δυστυχώς, ήταν βραχύβια. Την περασμένη Τρίτη οι δημοσιογράφοι δεν μπόρεσαν να εισέλθουν στο Θιβέτ για να κάνουν ρεπορτάζ για την κατάσταση που επικρατεί εκεί.
Λυπάμαι βαθιά για το γεγονός ότι η κινεζική κυβέρνηση δεν εγγυάται πλέον την ελευθερία του τύπου. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει απολύτως καμία ελευθερία του τύπου για τους δημοσιογράφους στην Κίνα. Οι Κινέζοι δημοσιογράφοι εφαρμόζουν ένα σύστημα αυτολογοκρισίας που τους επιβάλλει να υιοθετούν τη θέση της κυβέρνησης. Και σε αυτή την περίπτωση υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο νόμο – που είναι σωστός και εγγυάται την ελευθερία του τύπου – και την πραγματικότητα επί τόπου, όπου οι δημοσιογράφοι πρέπει να επιβάλλουν περιορισμούς στον εαυτό τους. Όλα τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να υποτάσσονται στις εντολές λογοκρισίας των κομμάτων.
Επιπλέον η κυβέρνηση μπλοκάρει επίσης ιστοτόπους. Οι χρήστες του Διαδικτύου ενημερώνονται μεταξύ τους γρήγορα για τις πολιτικές εξελίξεις καθώς συμβαίνουν. Για το διάλογο μεταξύ των Θιβετιανών και των Κινέζων – του πληθυσμού, των ανθρώπων – είναι κρίσιμο να έχουν ακριβείς πληροφορίες. Διαπραγματεύσεις μπορούν να διεξάγονται μόνο με βάση γεγονότα και η ελευθερία του τύπου στην Κίνα αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για να συμβεί αυτό. Πρέπει να υπάρχει ελευθερία γραφής για να μπορούν οι δημοσιογράφοι να ενημερώνουν τον υπόλοιπο κινεζικό λαό για το τι συμβαίνει στο Θιβέτ.
Ας χτυπήσουμε, η Ευρώπη, τη γροθιά μας στο τραπέζι και ας υπερασπιστούμε τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα. Αυτό είναι απαραίτητο βήμα για να αναζωογονήσουμε ξανά το διάλογο ανάμεσα στην Κίνα και το Θιβέτ. Ας κάνει η Κίνα αυτό το ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και ας στρώσει το δρόμο για το διάλογο, ή, με τα λόγια του Κινέζου φιλοσόφου Lao Tzu, «ένα ταξίδι χιλίων μιλίων αρχίζει με ένα μόνο βήμα».
Zita Pleštinská (PPE-DE). – (SK) Ήμουν στην Κίνα την εποχή των θλιβερών γεγονότων του Μαρτίου του 2008 στο Θιβέτ και μπόρεσα να παρακολουθήσω τα γεγονότα μόνο στο Διαδίκτυο, διότι δεν μας επέτρεψαν να εισέλθουμε στο Θιβέτ. Τότε είδα πόσο χρειάζονται βοήθεια οι κάτοικοι του Θιβέτ.
Πιστεύω ακράδαντα ότι, μέσω αυτού του ψηφίσματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να μεταφέρει στην κινεζική κυβέρνηση τα λόγια της Αυτού Αγιότητας του Δαλάι Λάμα, ότι το Θιβέτ δεν έχει αποσχιστικές τάσεις και αγωνίζεται μόνο για την αναγνώριση της θιβετιανής πολιτισμικής αυτονομίας στο πλαίσιο της Κίνας .
Κατανοώ ότι η ΕΕ προσπαθεί να δημιουργήσει καλές οικονομικές σχέσεις με την Κίνα και το κοινοποιήσαμε στις συζητήσεις μας με την κινεζική κυβέρνηση και βουλευτές στο Πεκίνο στο πλαίσιο της επίσκεψης της αντιπροσωπείας IMCO το Μάρτιο του 2008. Όμως δεν μπορούμε να παραμένουμε αδιάφοροι στην κατάσταση στο Θιβέτ ή τις συνεχείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα αντίποινα, τη δυστυχία και τη βία.
Με την ευκαιρία της 50ής επετείου από την αναχώρηση του Δαλάι Λάμα σε εξορία στην Ινδία, αναμένω από τις κινεζικές αρχές να επιτρέψουν σε ανεξάρτητους παρατηρητές και ξένα μέσα ενημέρωσης απεριόριστη πρόσβαση στο Θιβέτ, για να αξιολογήσουν την κατάσταση επί τόπου.
Victor Boştinaru (PSE). – (RO) Κυρία Επίτροπε, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την ισόρροπη θέση που παρουσιάσατε σήμερα για μία ακόμη φορά στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου.
Οι σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Κίνα έχουν στρατηγική σημασία για όλους τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και έχουν και θα έχουν σημαντικές παγκόσμιες επιπτώσεις. Θα περίμενα να συζητήσουμε τη συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Κίνα για τη μεταρρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη την ισορροπημένη και εποικοδομητική θέση της Κίνας, ιδίως τώρα, πριν από τη σύνοδο κορυφής του G20 στο Λονδίνο. Θα μπορούσε να ήταν η κατάλληλη στιγμή να βάλουμε την Αφρική σε μια κοινή ημερήσια διάταξη, λαμβάνοντας υπόψη το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η Κίνα εκεί, και θα μπορούσα να συνεχίσω.
Παρά αυτά τα προφανή ζητήματα, παρά την ημερήσια διάταξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την Κίνα και σε αντίθεση με την πολύ πιο συνεκτική και ισόρροπη ημερήσια διάταξη των 27 κρατών μελών με την Κίνα, διαπιστώνω με λύπη ότι εμείς, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετατρέπουμε αυτή τη στρατηγική σχέση σε ζήτημα και αιχμάλωτο της εκλογικής εκστρατείας των πολιτικών ομάδων.
Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι και πρέπει να είναι η κύρια προτεραιότητα, αλλά δεν μπορούν να είναι η μόνη.
Janusz Onyszkiewicz (ALDE). – (PL) Κυρία Πρόεδρε, στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η κινεζική κυβέρνηση ανάγκασε τους αντιπροσώπους του Θιβέτ να υπογράψουν μια συμφωνία με την οποία εγγυόταν στο Θιβέτ εκτεταμένη αυτονομία. Αυτές οι εγγυήσεις δεν κατέληξαν πουθενά. Ως αποτέλεσμα της δημόσιας πίεσης και του φόβου ενός μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων, η κινεζική κυβέρνηση άρχισε συνομιλίες με τους εκπροσώπους του Δαλάι Λάμα. Όμως αυτές οι συνομιλίες διεξήχθησαν σε ενοχλητικά χαμηλό επίπεδο και, επιπλέον, ο διάλογος ήταν παρόμοιος με την επικοινωνία μεταξύ δύο τηλεοράσεων, συντονισμένων σε διαφορετικά κανάλια.
Δεν θέλουμε διάλογο, θέλουμε διαπραγματεύσεις. Θέλουμε οι Κινέζοι να διαπραγματευτούν με τους εκπροσώπους του Δαλάι Λάμα, βάσει του προτεινόμενου μνημονίου. Εάν η κινεζική κυβέρνηση θεωρεί ότι το αυτό υπόμνημα δεν είναι καλή βάση, ας δικαιολογήσει τη γνώμη της, αντί να κρύβεται πίσω από τη γενική δήλωση ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα υπόμνημα που προτείνει την ανεξαρτησία του Θιβέτ, πράγμα που είναι απολύτως αναληθές.
Laima Liucija Andrikienė (PPE-DE). – Κυρία Πρόεδρε, υποστηρίζω πλήρως όσα ειπώθηκαν από την Επίτροπο, ότι ο διάλογος και η συμμετοχή είναι καθοριστικής σημασίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι μια σαφής έλλειψη πολιτικής βούλησης από την κινεζική πλευρά να κάνει σοβαρό και προσανατολισμένο στο αποτέλεσμα διάλογο με τους εκπροσώπους του Δαλάι Λάμα.
Για πολλούς από εμάς η υπόθεση του Θιβέτ – η αυτονομία του – είναι η λυδία λίθος για τις κινεζικές αρχές. Το Θιβέτ είναι μια αντανάκλαση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, καθώς και της κατάστασης υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως ο Hu Jia, που βραβεύτηκε με βραβείο Ζαχάρωφ το 2008. Δεν βλέπω τον κ. Ford τώρα στην Αίθουσα, αλλά θα ήθελα να τον διαβεβαιώσω ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν και θα είναι πάντα στην κορυφή της πολιτικής μας ατζέντας.
Tunne Kelam (PPE-DE). – Κυρία Πρόεδρε, η κινεζική κυβέρνηση έχει ονομάσει την επέτειο της κατοχής του Θιβέτ «απελευθέρωση των δουλοπάροικων». Δυστυχώς, αυτή είναι Οργουελλική Καινογλώσσα που εφαρμόζεται ακόμη: η δουλεία είναι ελευθερία, τα ψέματα είναι αλήθεια. Αλλά δείχνει ότι οι Κινέζοι κομμουνιστές ηγέτες έχουν γίνει μακροπρόθεσμα αιχμάλωτοι της δικής τους κακής συνείδησης.
Η επίτευξη πραγματικής αυτονομίας για το Θιβέτ είναι στενά συνδεδεμένη με την υλοποίηση του μηνύματος μιας άλλης ημερομηνίας: σύντομα, 20 χρόνια φοιτητικής δημοκρατίας στην πλατεία Τιενανμέν.
Η επίτευξη πραγματικής δημοκρατίας στην Κίνα είναι το κλειδί για μια λύση στο Θιβέτ, αλλά ο χρόνος τελειώνει και πολλά θα εξαρτηθούν από τη δική μας ηθική αποφασιστικότητα.
Καλώ επίσης την Προεδρία του Συμβουλίου να κάνει παρόμοια δήλωση στο ψήφισμά μας με αυτή την ευκαιρία καθώς επίσης τον Ιούνιο με την ευκαιρία της σφαγής στην πλατεία Τιενανμέν.
Benita Ferrero-Waldner, Μέλος της Επιτροπής. − Κυρία Πρόεδρε, αυτή η συζήτηση έχει δείξει σύντομα αλλά σαφώς για μία ακόμη φορά τη μεγάλη μας ανησυχία για την κατάσταση στο Θιβέτ. Οι παρεμβάσεις έχουν υπογραμμίσει ότι αυτή η ανησυχία παραμένει πραγματική και νόμιμη 50 χρόνια μετά την εξέγερση του Θιβέτ της 10ης Μαρτίου 1959. Επιπλέον, νομίζω ότι η συζήτησή μας έχει επίσης υπογραμμίσει την ανάγκη οι δύο πλευρές να επαναλάβουν το διάλογο αμέσως. Λέω «διάλογο» διότι ο διάλογος είναι πάντα το πρώτο σημαντικό βήμα πριν από το πέρασμα στις διαπραγματεύσεις. Είναι επίσης ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθεί η απογοήτευση και η βία μεταξύ των νέων Θιβετιανών. Νομίζω ότι είναι ένα πολύ ηχηρός λόγος. Γι’ αυτό το λόγο ένας πιο ουσιαστικός διάλογος είναι προς το συμφέρον και των δύο πλευρών.
Ο Δαλάι Λάμα είναι ένας σεβαστός θρησκευτικός ηγέτης και, μεταξύ άλλων, βραβευμένος με Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Ενώ επιμέρους Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν συναντηθεί μαζί του σε διάφορα, αλλά συνήθως θρησκευτικά, πλαίσια, συναντήσεις σε πολιτικό πλαίσιο δεν είναι η πολιτική μας. Κατόπιν τούτου, έχουμε συχνές ανταλλαγές με τους απεσταλμένους του, ιδίως για την πρόοδο της διαδικασίας του διαλόγου, και με αυτό τον τρόπο θα συνεχίσουμε.
Πρόεδρος. – Η συζήτηση έληξε.
Κι εγώ ελπίζω ότι ο λαός του Θιβέτ θα μπορέσει να έχει την ελευθερία του, αλλά και ότι δεν θα πρέπει να ζει υπό τον έλεγχο είτε ενός κράτους ή μιας θρησκείας.
Έχω λάβει πέντε προτάσεις ψηφισμάτων(1) σύμφωνα με το άρθρο 108 (5) του Κανονισμού.
Η ψηφοφορία θα διεξαχθεί σήμερα στις 12 το μεσημέρι.
Γραπτές δηλώσεις (άρθρο 142 του Κανονισμού)
Filip Kaczmarek (PPE-DE), γραπτώς. – (PL) Για 50 χρόνια, οι θιβετιανοί πρόσφυγες κάνουν έκκληση για να τηρούνται τα θεμελιώδη δικαιώματά τους. Είμαι πεπεισμένος ότι ο σεβασμός αυτών των δικαιωμάτων και η επανέναρξη της διαδικασίας του διαλόγου με το λαό του Θιβέτ είναι σαφώς προς το συμφέρον της Κίνας. Στο σημερινό κόσμο, η εικόνα μιας χώρας είναι σημαντικό μέρος του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί μέσα στην παγκόσμια οικονομία και σε επίπεδο διεθνούς συνεργασίας. Η άρνηση της Κίνας να συμμετέχει σε διάλογο με τους εκπροσώπους του Δαλάι Λάμα και η απόρριψη από αυτήν των εξαιρετικά μετριοπαθών αιτημάτων των Θιβετιανών είναι επιβλαβείς για την εικόνα της. Η συμμετοχή σε συνομιλίες για δικαιώματα που είναι σύμφωνα με τις αρχές του κινεζικού συντάγματος δεν θα προκαλέσει σημαντικό κίνδυνο για την Κίνα. Στην πραγματικότητα, ακριβώς το αντίθετο. Οι μεγάλες χώρες και τα μεγάλα έθνη πρέπει να είναι μεγαλόψυχα. Μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να αποδείξει το μεγαλείο τους.
Η συμμετοχή σε διάλογο με το Θιβέτ παρέχει στην Κίνα μια ευκαιρία να δείξει την καλή, θετική, πλευρά της. Η επίδειξη αλληλεγγύης στο Θιβέτ και στο θιβετιανό λαό δεν είναι κατά της Κίνας. Είναι μια έκφραση της ανησυχίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη θρησκευτική και γλωσσική ελευθερία, την πολιτισμική πολυμορφία και το δικαίωμα διατήρησης της εθνικής ταυτότητας και της αυτονομίας. Άρα δεν επεμβαίνουμε σε εσωτερικά θέματα της Κίνας, αλλά απλώς προσπαθούμε να υπερασπιστούμε τα πρότυπα και τις αξίες που είναι σημαντικές για μας παντού — στην Ευρώπη, στην Ασία και σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Κίνα δεν αντιμετωπίζεται επιλεκτικά με κανένα τρόπο. Υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των μικρών λαών, ακόμη και όταν αυτό αποδεικνύεται ενοχλητικό ή άβολο. Αυτό συμβαίνει διότι πιστεύουμε ότι είναι η σωστή προσέγγιση.
(Η συνεδρίαση διακόπτεται στις 11.55 και συνεχίζεται στις 12.05.)