13. Διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών οι οποίες αφορούν τομεακά θέματα και καλύπτουν το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου σε συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές - Διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών σχετικά με τις αποφάσεις σε θέματα γάμου, γονικής ευθύνης και υποχρεώσεων διατροφής - Aνάπτυξη ευρωπαϊκού χώρου ποινικής δικαιοσύνης (συζήτηση)
Πρόεδρος. − Η ημερήσια διάταξη προβλέπει την κοινή συζήτηση για
– την έκθεση του Tadeusz Zwiefka, εξ ονόματος της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων, σχετικά με τις διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών οι οποίες αφορούν τομεακά θέματα και καλύπτουν το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου σε συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη θέσπιση διαδικασίας για τη διαπραγμάτευση και σύναψη διμερών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών οι οποίες αφορούν τομεακά θέματα και καλύπτουν το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου σε συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές (COM(2008)0893 – C6-0001/2009 - 2008/0259(COD)) (A6-0270/2009)
– την έκθεση του Gérard Deprez, εξ ονόματος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, σχετικά με διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών σχετικά με τις αποφάσεις σε θέματα γάμου, γονικής ευθύνης και υποχρεώσεων διατροφής, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση διαδικασίας για τη διαπραγμάτευση και σύναψη διμερών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών οι οποίες αφορούν τομεακά θέματα και καλύπτουν τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και άλλων αποφάσεων σε υποθέσεις γαμικών διαφορών, γονικής μέριμνας και υποχρεώσεων διατροφής, καθώς και το εφαρμοστέο δίκαιο σε υποθέσεις υποχρεώσεων διατροφής (COM(2008)0894 – C6-0035/2009 – 2008/0266(CNS)) (A6-0265/2009), και
– την έκθεση της Maria Grazia Pagano, εξ ονόματος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, σχετικά με την ανάπτυξη ευρωπαϊκού χώρου ποινικής δικαιοσύνης, που περιέχει πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με την ανάπτυξη ευρωπαϊκού χώρου ποινικής δικαιοσύνης (2009/2012(INI)) (A6-0262/2009).
Tadeusz Zwiefka, εισηγητής. – (PL) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, καταρχάς θα ήθελα να δώσω τις πολύ θερμές μου ευχαριστίες για την επιτυχημένη μας συνεργασία στον εισηγητή της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, τον κ. Deprez, σε όλους τους σκιώδεις εισηγητές και στους εκπροσώπους της τσεχικής Προεδρίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Παρά τις αρκετά απομακρυσμένες αρχικές θέσεις διαπραγμάτευσής μας, καταφέραμε να καταλήξουμε σε συμβιβασμό, ο οποίος, ελπίζω, θα μας επιτρέψει να καταλήξουμε σε μια συμφωνία με το Συμβούλιο σε πρώτη ανάγνωση.
Η πρόταση κανονισμού θεσπίζει ένα μηχανισμό, βάσει του οποίου τα κράτη μέλη θα μπορούν να επαναδιαπραγματεύονται, να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες με τρίτες χώρες στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ένας ανάλογος μηχανισμός προβλέπεται σε σχέση με τις διμερείς συμφωνίες στον τομέα της δικαιοδοσίας, της αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών και άλλων αποφάσεων σε υποθέσεις γαμικών διαφορών, γονικής μέριμνας και υποχρεώσεων διατροφής. Είναι απάντηση στο πρακτικό πρόβλημα που προέκυψε ως συνέπεια της γνωμοδότησης 1/03 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σχετικά με τη νέα Σύμβαση του Λουγκάνο, σύμφωνα με τα οποία η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα για τη σύναψη εξωτερικών συμφωνιών στον ίδιο βαθμό που χρησιμοποίησε την εντολή να αποδέχεται νομικά μέσα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 61 (γ) της συνθήκης ΕΚ.
Το προτεινόμενο νομοθετικό μέσο θεσπίζει μια ειδική διαδικασία. Γι’ αυτό το λόγο, τα νομικά πλαίσια του προτεινόμενου μηχανισμού πρέπει να είναι αυστηρά περιορισμένα όσον αφορά τόσο το πεδίο εφαρμογής όσο και το χρόνο. Η πρώτη προϋπόθεση πληρούται με τον περιορισμό του προτεινόμενου κανονισμού στις διμερείς συμφωνίες στον τομέα της δικαιοδοσίας, της αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών και άλλων αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται με τη «ρήτρα λήξης ισχύος», σύμφωνα με την οποία μια συμφωνία που συνήφθη στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας χάνει αυτομάτως την ισχύ της κατά τη στιγμή της σύναψης συμφωνίας από την Κοινότητα με τρίτη χώρα.
Βεβαίως βλέπω την ανάγκη να συμπεριληφθεί στα νομικά πλαίσια το θέμα της απόδοσης εξωτερικών αρμοδιοτήτων στον τομέα που περιλαμβάνει το συγκεκριμένο δίκαιο των συμβατικών και εξωσυμβατικών ενοχών, καθώς επίσης των θεμάτων γάμου. Εντούτοις φαίνεται ότι είναι αναγκαίο να καταστεί σαφές ότι ο προτεινόμενος μηχανισμός θα είναι εφαρμοστέος όχι μόνο σε τομεακές συμφωνίες που καθορίζονται από το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής αυτής της πρότασης, αλλά και σε άλλες συμφωνίες, όπως διμερείς συμφωνίες και περιφερειακές συμφωνίες μεταξύ ενός περιορισμένου αριθμού κρατών μελών και γειτονικών τρίτων χωρών – φυσικά μόνο σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις, σχετικά με συγκεκριμένα θέματα, και με την πρόθεση να επιλυθούν τοπικά προβλήματα.
Ήμουν επιφυλακτικός ως προς την ανάγκη να ρυθμιστεί η «ρήτρα λήξης ισχύος» στις 31 Δεκεμβρίου 2014, αν, σύμφωνα με τον προτεινόμενο κανονισμό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έκθεση για την εφαρμογή του ψηφίσματος μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2014. Επιπλέον, η διαδικασία διαπραγμάτευσης συμφωνιών με τρίτες χώρες είναι συχνά περίπλοκη και χρονοβόρα και δεν αφήνει στα κράτη μέλη πολύ χρόνο για να κάνουν χρήση της νέας διαδικασίας. Γι’ αυτό η συμβιβαστική πρόταση να λήξει ο κανονισμός στις 31 Δεκεμβρίου 2019 επιτρέπει μια πιο πλήρη και αποτελεσματική χρήση της διαδικασίας από τα κράτη μέλη.
Παρά τη διαφορετική άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είμαι της γνώμης ότι στην έκθεσή της σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού, η Επιτροπή πρέπει να παρουσιάσει τον κανονισμό στο πλαίσιο άλλων νομοθετικών μέσων, όπως το «Βρυξέλλες Ι». Ο προτεινόμενος μηχανισμός, που περιλαμβάνει μια λειτουργία ελέγχου σε δύο στάδια εκ μέρους της Επιτροπής, αναμφίβολα θα χρησιμεύσει για να εξασφαλίσει τη συνοχή με το κεκτημένο. Εντούτοις έχω προσπαθήσει να επιτύχω τη μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία στην προτεινόμενη διαδικασία και τη συντόμευση των χρόνων που έχουν οριστεί για να αντιδράσει η Επιτροπή, καθώς και τη μείωση του γραφειοκρατικού φορτίου. Η δημοκρατική εξουσιοδότηση και ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν αμφισβητούνται και γι’ αυτό το λόγο επιμένω επίσης να παρέχονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα κράτη μέλη πληροφορίες σε κάθε στάδιο, από την πρόθεση ενός κράτους μέλους να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τρίτη χώρα μέχρι τη σύναψη συμφωνίας.
Θα ήθελα να τονίσω ότι η διαδικασία για τη σύναψη διμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες μας δίνει μια μοναδική ευκαιρία να αποδείξουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ικανή να επιλύει τα προβλήματα των πολιτών της προς το συμφέρον τους, πράγμα που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και του αυξανόμενου ευρωσκεπτικισμού σε πολλά κράτη μέλη. Συμπερασματικά, κύριε Πρόεδρε, παρά ορισμένες διαφορές προσέγγισης με την αυστηρά νομική έννοια του όρου, πρέπει να δείξουμε το ρεαλισμό μας εδώ, με σεβασμό φυσικά του κοινοτικού κεκτημένου.
ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ: κ. VIDAL-QUADRAS Αντιπροέδρου
Gérard Deprez, εισηγητής. – (FR) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, όπως μόλις είπε ο κ. Zwiefka, συζητάμε ταυτόχρονα δύο εκθέσεις που έχουν διαφορετικά πεδία εφαρμογής, αποτελούν όμως μέρος της ίδιας λογικής και υπόκεινται σε ταυτόσημες διαδικασίες.
Η πρώτη, εισηγητής της οποίας είναι ο κ. Zwiefka – και θέλω να τον ευχαριστήσω για την ευγένεια που μου έδειξε και για την υπομονή του όταν ήρθε αντιμέτωπος με ορισμένες από τις απαιτήσεις μου – σχετίζεται με μια πρόταση κανονισμού με τη διαδικασία της συναπόφασης. Η δεύτερη, εισηγητής της οποίας είμαι εγώ, περιλαμβάνει μια πρόταση κανονισμού που προβλέπει απλώς τη διαβούλευση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Στην ουσία, κύριε Πρόεδρε – και συμφωνώ σε αυτό – τα προβλήματα που προσπαθούμε να επιλύσουμε με αυτά τα δύο μέσα είναι σοβαρά και πολύ συχνά πραγματικά τραγικά. Καθένας από εμάς έχει ακούσει ή γνωρίζει περιπτώσεις όπου ένας γάμος με πρόσωπο από τρίτη χώρα έχει αποτύχει και ο πατέρας ή, πιο συχνά, η μητέρα δεν έχει πλέον το δικαίωμα να βλέπει τα παιδιά, που έχουν μεταφερθεί από το ή τη σύζυγο στη χώρα καταγωγής του ή της ή αλλού, και μερικές φορές δεν μπορεί να ανακαλύψει πού βρίσκονται. Το ίδιο ισχύει για τη δυνατότητα είσπραξης της διατροφής.
Σαφώς, αυτά τα ζητήματα είναι πραγματικά, σοβαρά και τραγικά. Υπάρχει επείγουσα και νόμιμη ανάγκη να προσπαθήσουμε να βρούμε μια λύση σε αυτό, ιδίως μέσω διαπραγμάτευσης συμφωνιών με τρίτες χώρες.
Ποια είναι όμως η προέλευση του ζητήματος που μας απασχολεί σήμερα; Πώς γίνεται τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να πρέπει να ασχοληθούν με αυτό το πρόβλημα; Η απάντηση είναι απλή. Για όλα αυτά τα θέματα, η διαπραγμάτευση και η σύναψη συμφωνιών με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Ο αποκλειστικά κοινοτικός χαρακτήρας αυτών των θεμάτων επιβεβαιώνεται ρητώς από αποφάσεις του Δικαστηρίου και από τις γνωμοδοτήσεις των νομικών υπηρεσιών. Αυτό σημαίνει ότι αυτό που φαινόταν να είναι πολύ απλό, στην πραγματικότητα είναι λίγο πιο περίπλοκο και πιο ευαίσθητο. Το ερώτημα λοιπόν είναι το εξής: είναι νομικά δυνατό, δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης των Συνθηκών και της νομολογίας του Δικαστηρίου, να επιτραπεί στα κράτη μέλη να ασκήσουν μία από τις αποκλειστικές αρμοδιότητες της Κοινότητας και, αν ναι, κάτω από ποιες προϋποθέσεις;
Προσωπικά, κύριε Πρόεδρε, δεν είμαι σπουδαίος νομικός. Δεν είμαι καν νομικός, αλλά δεν έχω βρει μια νομική βάση στις τρέχουσες Συνθήκες που να εξουσιοδοτεί ρητώς την Κοινότητα, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, για την παράδοση της αποκλειστικής αρμοδιότητάς της προς όφελος των κρατών μελών. Αυτό σημαίνει ότι εγώ, από την πλευρά μου, εξακολουθώ να είμαι πολύ προβληματισμένος και πολύ επιφυλακτικός ως προς την ίδια την αρχή του μηχανισμού που μας προτείνεται.
Κατόπιν τούτου, πρέπει να παραδεχτώ ότι οι απόψεις των νομικών υπηρεσιών των θεσμικών οργάνων μας έχουν ανοίξει κάποιες πόρτες. Αυτό είναι πολύ σαφές. Για παράδειγμα, κύριε Επίτροπε, η γνώμη της νομικής υπηρεσίας του θεσμικού οργάνου σας, την οποία παραθέτω: «συμφωνεί ότι η άσκηση της εξωτερικής αρμοδιότητας της Κοινότητας από τα κράτη μέλη είναι νομικώς δυνατή σε εξαιρετικές περιπτώσεις και υπό ειδικούς όρους, τόσο στη μορφή όσο και στην ουσία». Η νομική υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι πολύ λιγότερο ρητή, παρόλο που προσέφερε κάποιες δυνατότητες.
Αυτές οι πολύ ακριβείς και περιοριστικές νομικές αρχές είναι εκείνες που αποτέλεσαν τη βάση των τροπολογιών που κατέθεσα, καθώς και των διαπραγματεύσεων στις οποίες έλαβα μέρος, οι οποίες διεξήχθησαν σε τριμερή διάλογο με το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Γνωρίζω, το επαναλαμβάνω, πολύ καλά τις τραγωδίες που υπέστησαν μερικοί από τους συμπολίτες μας και είμαι αποφασισμένος να καταβάλω μεγάλες προσπάθειες για να τους βοηθήσω. Γι’ αυτό το λόγο, στο τέλος, συμφώνησα με το συμβιβασμό που διαπραγματευτήκαμε με το Συμβούλιο και την Επιτροπή, αλλά θα ήθελα να καταστήσω απολύτως σαφές, κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας πρέπει να παραμείνει ως έχει. Τα κράτη μέλη δεν πρέπει, χορηγώντας αμέτρητες παρεκκλίσεις και διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής, να καταλήξουν να οικειοποιηθούν πάλι αυτό που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Αυτή είναι η γραμμή που ακολουθώ και αυτή θα είναι η γραμμή που θα υπερασπιστώ στο μέλλον.
Maria Grazia Pagano, εισηγήτρια. – (IT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, θα ήθελα να ξεκινήσω ευχαριστώντας θερμά όλους, όλους τους συναδέλφους μου και τους δημόσιους λειτουργούς που έχουν συμβάλει στη βελτίωση του κειμένου που θα ψηφίσουμε αύριο. Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον κ. Δημητρίου, του οποίου η προηγούμενη εξαιρετική σύσταση έδωσε την αφετηρία για την έκθεση μου.
Στην εργασία μου είχα πάντα μεγάλη επίγνωση της ανάγκης να παρέχω χρήσιμες κατευθυντήριες γραμμές για την οικοδόμηση ενός αυθεντικού ευρωπαϊκού χώρου νομικής συνεργασίας, και ελπίζω, μάλλον είμαι πεπεισμένη, ότι η εργασία μου μπορεί και πάλι να φανεί χρήσιμη στην επερχόμενη σουηδική προεδρία, η οποία θα έρθει αντιμέτωπη με το δύσκολο καθήκον της εκπόνησης του προγράμματος της Στοκχόλμης.
Ξεκίνησα με δύο σκέψεις κατά την κατάρτιση του κειμένου: η πρώτη ήταν ότι οι ποινικές διαδικασίες έχουν πολλές και σημαντικές συνέπειες για τις θεμελιώδεις ελευθερίες, τόσο για τα θύματα του εγκλήματος όσο και για τους υπόπτους και τους κατηγορουμένους. Άρα η προτεραιότητα την οποία αυτό το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να παραλείψει να τονίσει και η κύρια ουσία της έκθεσής μου είναι η εστίαση στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Πολύς χώρος αφιερώθηκε στη σύσταση ακριβώς στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται στην προστασία των θυμάτων, στις συνθήκες κράτησης, στα δικαιώματα των κρατουμένων και στις διαδικαστικές εγγυήσεις, όπου περιλαμβάνονται το δικαίωμα στη γνώση των δικαιωμάτων και στη βοήθεια ενός επίσημα διορισμένου δικηγόρου, το δικαίωμα στα αποδεικτικά στοιχεία, το δικαίωμα στην ενημέρωση για τη φύση και τις αιτίες των κατηγοριών και στην πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα σε κατανοητή γλώσσα, άρα το δικαίωμα σε διερμηνέα.
Η δεύτερη σκέψη στην οποία βάσισα την έκθεσή μου είναι ότι, όπως προκύπτει από την έκθεση για την εφαρμογή του Προγράμματος της Χάγης για το 2007, το επίπεδο εφαρμογής όσον αφορά τη νομική συνεργασία στον ποινικό τομέα ήταν μάλλον χαμηλό, παρόλο που καταγράφηκαν ικανοποιητικές εξελίξεις σε άλλους τομείς, όπως η πολιτική συνεργασία, η διαχείριση των συνόρων, η μετανάστευση και οι πολιτικές ασύλου.
Άρα είναι σαφές ότι πρέπει να γίνουν περισσότερα. Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, ο ακρογωνιαίος λίθος της αμοιβαίας συνεργασίας, είναι πολύ μακριά από το να αναγνωριστεί ικανοποιητικά. Πρέπει να φτάσουμε στη ρίζα του προβλήματος, αναγνωρίζοντας τις αιτίες αυτής της απογοητευτικά μικρής αύξησης, για να μπορέσουμε να προετοιμάσουμε τις αποτελεσματικότερες λύσεις.
Πιστεύω ότι οι κύριες αιτίες έγκεινται στην έλλειψη αμοιβαίας συνειδητοποίησης και εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και γι’ αυτό στην έκθεση δίνω έμφαση στην κατάρτιση, την αξιολόγηση, την ανταλλαγή πληροφοριών και τις ορθές πρακτικές.
Όσον αφορά την κατάρτιση, πρέπει ασφαλώς να μην παραβλέπουμε τα πολλά βήματα προόδου, ιδίως χάρη στη συμβολή του ευρωπαϊκού δικτύου κατάρτισης δικαστικών στην κατάρτιση. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει εντούτοις να προχωρήσουμε πέρα από το σημερινό μοντέλο κατάρτισης που βασίζεται κυρίως σε εθνικές μεταπτυχιακές σχολές για να οικοδομήσουμε μια ισχυρότερη κοινή δικαστική παιδεία, η οποία εξακολουθεί να λείπει. Γι’ αυτό το λόγο, τόνισα την ανάγκη να προχωρήσουμε προς ένα καλά οργανωμένο ευρωπαϊκό ινστιτούτο κατάρτισης για δικαστές και δικηγόρους, με επαρκείς πόρους, ενώ αναφέρθηκα στην ανάγκη να αποφευχθούν οι άσκοπες αλληλεπικαλύψεις μεταξύ των υφιστάμενων εγκαταστάσεων και τόνισα το σημαντικό ρόλο των εθνικών σχολών.
Δεύτερον: χρειαζόμαστε ένα πιο αποτελεσματικό γενικό μηχανισμό αξιολόγησης της δικαιοσύνης, των δικαστικών αρχών και της εφαρμογής των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έκθεση προτείνει λοιπόν τη σύσταση μιας ομάδας εμπειρογνωμόνων για να παρακολουθεί μόνιμα την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου καθώς και την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης, κατά το υπόδειγμα του συστήματος αμοιβαίας αξιολόγησης Σένγκεν. Σκοπός της είναι επίσης να αναγνωρίζει τυχόν αδυναμίες του συστήματος και νομοθετικές ελλείψεις στο θέμα της ποινικής δικαστικής συνεργασίας, για να παρέχει στον Ευρωπαίο νομοθέτη όλους τους πόρους πληροφοριών που απαιτούνται για μια σωστή πολιτική και κανονιστική αξιολόγηση.
Τέλος, η χρήση νέων τεχνολογιών, οι οποίες είναι πολύ σημαντικές για τη συλλογή στοιχείων, ενισχύει τα υπάρχοντα συστήματα βάσεων δεδομένων και την κυκλοφορία των πληροφοριών. Ελπίζω ότι με την αυριανή ψηφοφορία θα επαναληφθεί το εξαιρετικό αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων.
Jacques Barrot, Αντιπρόεδρος της Επιτροπής. – (FR) Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα, βεβαίως, να ευχαριστήσω τους τρεις εισηγητές, και θα απευθυνθώ πρώτα στον κ. Zwiefka και τον κ. Deprez. Προφανώς η Επιτροπή είναι ευτυχής διότι έχουν επιτευχθεί συμβιβασμοί. Τούτου λεχθέντος, είναι αλήθεια ότι έχουν γίνει έντονες διαπραγματεύσεις από το Φεβρουάριο και ότι έχουμε φτάσει έτσι σε συμφωνία σε πρώτη ανάγνωση για τις δύο προτάσεις που υπέβαλε η Επιτροπή στα τέλη του 2008.
Αυτή είναι ένας πολύ ευαίσθητος τομέας για όλα τα εμπλεκόμενα θεσμικά όργανα – Επιτροπή, Συμβούλιο, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – όπως υπογράμμισε τόσο καλά ο κ. Deprez. Ευχαριστώ όλα τα μέρη διότι έχουν καταλήξει σε ένα κείμενο που μας φαίνεται ότι σέβεται τα θεσμικά προνόμια της Επιτροπής ενώ, ταυτόχρονα, φαίνεται ότι είναι μια απάντηση στις θεμιτές προσδοκίες των κρατών μελών και του Κοινοβουλίου.
Όμως θα ήθελα να επισημάνω ότι αυτή είναι έκτακτη διαδικασία, με περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και χρόνο, και ότι σε κάθε περίπτωση εξακολουθεί να είναι σεβαστή η αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας στα εξεταζόμενα θέματα. Είμαι πολύ σταθερός σε αυτό και συμφωνώ με όσα είπε ο κ. Deprez, όταν επεσήμανε ότι τα κράτη μέλη δεν πρέπει να εκμεταλλευτούν με αυτό τον τρόπο την κατάσταση για να διεκδικήσουν ορισμένες αρμοδιότητες και να ενθαρρύνουν την Επιτροπή να εγκαταλείψει κατά κάποιο τρόπο την ιδέα της υποβολής προτάσεων.
Πιστεύω ότι συμφωνούμε πλήρως σε αυτό το θέμα. Τούτου λεχθέντος, είναι επίσης αλήθεια ότι αυτή η ευελιξία θα επιτρέψει στα κράτη μέλη να απολαύσουν, εκεί όπου η Κοινότητα δεν ασκεί την αρμοδιότητά της, ένα θεσμικό πλαίσιο για να βοηθούν τους πολίτες να αποκτούν πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε τρίτες χώρες, ιδίως στον τομέα των οικογενειακών δικαιωμάτων. Είναι επίσης αλήθεια – ο κ. Zwiefka και ο κ. Deprez αναφέρθηκαν σε αυτό – ότι πρέπει να σκεφτούμε τους κανόνες που αφορούν το διαζύγιο, την επιμέλεια των παιδιών, τα δικαιώματα πρόσβασης και τις υποχρεώσεις διατροφής, καθώς και τις οδυνηρές καταστάσεις που μπορούν να προκύψουν λόγω έλλειψης νομοθεσίας που να είναι γενικής εφαρμογής σε αυτούς τους τομείς, σε διεθνές επίπεδο.
Η πρόταση για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές θα μπορούσε επίσης να έχει θετικό αποτέλεσμα στην επίλυση πολύ συγκεκριμένων, πολύ ειδικών προβλημάτων, όπως αυτά που σχετίζονται, για παράδειγμα, με την οδική και ποτάμια κυκλοφορία, ή με τη διαχείριση των αεροδρομίων που βρίσκονται στα σύνορα πολλών κρατών μελών, όπως το αεροδρόμιο Βασιλείας-Μυλούζης-Freiburg. Τούτου λεχθέντος, αυτή είναι άλλη μια εφαρμογή αυτού του θεσμικού πλαισίου, η οποία πρέπει, για μία ακόμη φορά, να παραμείνει εξαίρεση.
Θα ήθελα, σε κάθε περίπτωση, να ευχαριστήσω τους εισηγητές από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων για την εργασία που έχουν επιτύχει, καθώς επίσης να τους ευχαριστήσω για την κατανόησή τους, που επέτρεψε να επιτευχθεί αυτή η συμφωνία πριν από το τέλος της θητείας αυτού του Κοινοβουλίου.
Τώρα θα αναφέρω την έκθεση της κ. Pagano, με την προσέγγιση και το περιεχόμενο της οποίας συμφωνώ. Χαιρετίζω την αυξανόμενη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης, όχι μόνο όσον αφορά τη νομοθετική δράση, αλλά και όσον αφορά το σχεδιασμό του μέλλοντος του ευρωπαϊκού χώρου ποινικής δικαιοσύνης.
Σας ευχαριστώ, κυρία Pagano, που μας έχετε δώσει την υποστήριξή σας στην εργασία που κάνουμε αυτή τη στιγμή, αφού προετοιμάζουμε το πρόγραμμα της Στοκχόλμης και θα δημοσιεύσουμε μια ανακοίνωση που περιέχει συστάσεις για την περίοδο 2010 έως 2014. Χαίρομαι που η έκθεσή σας υποστηρίζει πλήρως την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Χάρη στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης η Ένωση έχει σημειώσει σημαντικές επιτυχίες, συμπεριλαμβανομένου του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, και όλα αυτά είναι ένα προσχέδιο για ένα πραγματικό χώρο ποινικής δικαιοσύνης.
Η έκθεση ασχολείται επίσης με τα ζητήματα που ανακύπτουν στην εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, και είναι αλήθεια ότι πρέπει να παρακολουθείται η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και η πλήρης και συνεπής εφαρμογή των πολλών υφιστάμενων μέσων που βασίζονται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Όμως είναι επίσης αλήθεια ότι δεν μπορεί να υπάρξει αμοιβαία αναγνώριση, εκτός αν αυξηθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαστικών αρχών των κρατών μελών. Αυτό είναι πραγματικά το κύριο συστατικό της αμοιβαίας αναγνώρισης. Γι’ αυτό είμαι ευγνώμων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που υποστηρίζει τη δημιουργία μιας πραγματικά κοινής δικαστικής παιδείας, όπως μόλις είπατε, κυρία Pagano.
Έχετε ορθώς επιμείνει στην ανάπτυξη της κατάρτισης για τα νομικά επαγγέλματα, της κατάρτισης στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, των σχέσεων με το Δικαστήριο, της χρήσης των μέσων αμοιβαίας αναγνώρισης, της νομικής συνεργασίας και του συγκριτικού δικαίου. Σε αυτό το σημείο, συμφωνώ πλήρως με την έκθεσή σας, καθώς πιστεύω ότι, στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης, η κατάρτιση των δικαστών και η ανταλλαγή δικαστών μεταξύ των κρατών μελών θα είναι το κλειδί για το μέλλον αυτού του ευρωπαϊκού χώρου νομοθεσίας, τον οποίο τόσο επιθυμούμε.
Προφανώς, το Φόρουμ Δικαιοσύνης, το οποίο είναι ένας τόπος συνάντησης για τα διάφορα δίκτυα επαγγελματιών νομικών, θα χρησιμοποιηθεί επίσης για να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο στην αύξηση της συνειδητοποίησης από τους επαγγελματίες της ευρωπαϊκής διάστασης των δραστηριοτήτων τους και, με τη βοήθεια της Ένωσης, οι επαγγελματίες θα πρέπει να συνεργάζονται για να εξασφαλίσουν μια πραγματική ανταλλαγή χρηστών πρακτικών.
Η Επιτροπή συμφωνεί επίσης με την πρόταση της έκθεσης – πραγματικά, σας ευχαριστώ – για ένα μηχανισμό αξιολόγησης που δεν θα περιορίζεται απλώς στη μεταφορά των μέσων της Ένωσης στο εθνικό δίκαιο, αλλά θα καλύπτει επίσης γενικότερα την κατάσταση της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη.
Θα αξιολογήσει την αποτελεσματικότητά του, την ταχύτητά του και το σεβασμό των εγγυήσεων υπεράσπισης. Σχετικά με αυτό το ζήτημα, έχει ήδη αρχίσει εργασία με την ιδέα που προώθησε ο υπουργός δικαιοσύνης των Κάτω Χωρών, να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός αξιολόγησης για τη μέτρηση του πώς λειτουργεί το δικαστικό σώμα, από την άποψη του σεβασμού των αρχών του κράτους δικαίου, χρησιμοποιώντας, φυσικά, τον υπάρχοντα μηχανισμό και φέρνοντας προστιθέμενη αξία από την άποψη της πολιτικής παρακολούθησης. Αυτές οι αξιολογήσεις θα επιτρέψουν να γίνουν συστάσεις.
Επιπλέον, η Επιτροπή είναι υπέρ της αυξημένης συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στους μηχανισμούς εκτίμησής της. Κύριε Deprez, αυτό θα ήταν μια ευκαιρία για να συμπεριληφθεί το Κοινοβούλιο στις εργασίες των ομάδων εμπειρογνωμόνων τις οποίες θα συστήσουμε εφέτος και κατά τα επόμενα χρόνια.
Στη συνέχεια, αναφέρατε τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της νέας απόφασης για την Eurojust. Και εδώ συμφωνούμε με την προσέγγιση που προτείνεται στην έκθεση, σχετικά με τη χρησιμότητα ενός σχεδίου εφαρμογής και των συναντήσεων εμπειρογνωμόνων με τα κράτη μέλη. Χάρη σε αυτά τα πράγματα θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε γρήγορα τη νέα απόφαση για την Eurojust .
Τέλος, η έκθεση επιμένει στην ορθολογική χρήση των νέων τεχνολογιών. Η ευρωπαϊκή στρατηγική ηλεκτρονικής δικαιοσύνης δρομολογήθηκε για να αξιοποιηθεί το δυναμικό των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών στον τομέα της δικαιοσύνης.
Αυτό ήταν, δεν μπορώ παρά να ευχαριστήσω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την εργασία του και για τους συλλογισμούς του που μοιράστηκε μαζί μας σε αυτό τον τομέα. Είμαι επίσης πεπεισμένος ότι μαζί θα επιτύχουμε να δημιουργήσουμε αυτό το χώρο ποινικής δικαιοσύνης, αυτό το χώρο δικαίου που πρέπει να χαρακτηρίζει μια κοινότητα πολιτών που πολύ σωστά έχει το δικαίωμα να απολαμβάνει ποιοτική δικαιοσύνη, σε όποιο κράτος μέλος και αν βρίσκονται.
Jan Kohout, Προεδρεύων του Συμβουλίου. − Κύριε Πρόεδρε, χαιρετίζω αυτή την ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτές τις τρεις σημαντικές νομοθετικές προτάσεις και είμαι ευγνώμων προς τους εισηγητές για την εκτενή εργασία που απαιτήθηκε για τις εκθέσεις τους. Πρώτα θα ήθελα να σχολιάσω τις δύο πρώτες προτάσεις και μετά να στραφώ στην τρίτη πρόταση για το ζήτημα της περαιτέρω ανάπτυξης της ποινικής δικαιοσύνης στο εσωτερικό της ΕΕ.
Ο στόχος των δύο προτάσεων που καλύφθηκαν από τις εκθέσεις του κ. Zwiefka και του κ. Deprez είναι να θεσπίσει μια διαδικασία η οποία θα επιτρέψει στα κράτη μέλη να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συμφωνίες με τρίτες χώρες σχετικά με πτυχές της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.
Η πρώτη πρόταση, που υπόκειται στη διαδικασία της συναπόφασης, καλύπτει το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές. Η δεύτερη, που υπόκειται στη διαδικασία διαβούλευσης, καλύπτει ορισμένα θέματα στον τομέα του οικογενειακού δικαίου.
Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η διαδικασία που θεσπίζεται από τους δύο μελλοντικούς κανονισμούς σχεδιάζεται με τρόπο που να εξασφαλίζει την ακεραιότητα του κοινοτικού δικαίου. Πριν εγκρίνει τη διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας, η Επιτροπή θα ελέγχει ότι η σχεδιαζόμενη συμφωνία δεν καθιστά ατελέσφορη την κοινοτική νομοθεσία ούτε υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος που θεσπίστηκε με τις διατάξεις της. Η Επιτροπή θα ελέγχει επίσης ότι η προβλεπόμενη συμφωνία δεν θα υπονομεύσει την πολιτική εξωτερικών σχέσεων, όπως αποφασίστηκε από την Κοινότητα.
Θα μπορούσε πράγματι να υποστηριχθεί ότι, με την παροχή της δυνατότητας στα κράτη μέλη να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν με τρίτες χώρες συμφωνίες που είναι συμβατές με την κοινοτική νομοθεσία, η περιοχή εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου επεκτείνεται σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διαδικασία που θεσπίζεται από τις δύο προτάσεις θα ισχύει κυρίως για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διμερών συμφωνιών μεταξύ ενός κράτους μέλους και τρίτων χωρών. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις ισχύει επίσης για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη περιφερειακών συμφωνιών μεταξύ περισσότερων του ενός κράτους μέλους και/ ή περισσότερων της μίας τρίτης χώρας. Όσον αφορά τις περιφερειακές συμφωνίες, η διαδικασία που θεσπίζεται από την πρόταση στον τομέα του οικογενειακού δικαίου θα ισχύει για την τροποποίηση ή την επαναδιαπραγμάτευση δύο ήδη υφιστάμενων συμβάσεων μεταξύ των σκανδιναβικών κρατών. Στην πρόταση στον τομέα του εφαρμοστέου δικαίου, λίγες μόνο περιφερειακές ρυθμίσεις στην πραγματικότητα θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Αυτές θα μπορούσαν να καλύπτουν, για παράδειγμα, τη λειτουργία ενός αεροδρομίου που βρίσκεται σε παραμεθόρια περιοχή, πλωτές οδούς κοινές σε δύο ή περισσότερες χώρες, ή διασυνοριακές γέφυρες και σήραγγες.
Η διαδικασία που θεσπίζεται στις δύο προτάσεις βασίζεται σε υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Παρέχεται ένας μηχανισμός για την αντιμετώπιση εκείνων των καταστάσεων κατά τις οποίες η Επιτροπή, βάσει της αξιολόγησής της, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να επιτραπεί η διαπραγμάτευση ή σύναψη συμφωνίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και η Επιτροπή θα αρχίσουν συζητήσεις με σκοπό να βρεθεί μια λύση από κοινού.
Η προεδρία, εξ ονόματος του Συμβουλίου, ελπίζει και αναμένει ότι θα μπορέσει να επιτευχθεί συμφωνία σε πρώτη ανάγνωση για την πρόταση στον τομέα του εφαρμοστέου δικαίου. Διεξήχθησαν εποικοδομητικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου, κατά τη διάρκεια των οποίων τα τρία θεσμικά όργανα κατόρθωσαν να λύσουν μαζί μια σειρά από δύσκολα ζητήματα.
Επειδή η πρόταση στον τομέα του εφαρμοστέου δικαίου είναι σε μεγάλο βαθμό ταυτόσημη με την πρόταση στον τομέα του οικογενειακού δικαίου, εξυπακούεται ότι οι τροπολογίες που έγιναν στην πρώτη πρόταση έχουν μεταφερθεί στη δεύτερη πρόταση, παρόλο που η εν λόγω πρόταση δεν υπόκειται στη διαδικασία της συναπόφασης. Είναι ιδιαίτερα επιθυμητό, προς το συμφέρον της καλής νομοθεσίας, να διατηρηθεί ο παραλληλισμός μεταξύ των δύο κειμένων.
Θα ήθελα να ολοκληρώσω με ορισμένες παρατηρήσεις για τη σύσταση του Κοινοβουλίου σχετικά με την ανάπτυξη ευρωπαϊκής ποινικής δικαιοσύνης, που αποτελεί το αντικείμενο της έκθεσης της κ. Pagano.
Το Συμβούλιο συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με τη σημασία της αμοιβαίας αναγνώρισης ως ακρογωνιαίου λίθου της δικαστικής συνεργασίας εντός της ΕΕ. Θεωρούμε ότι πρέπει τόσο να διευρυνθεί – με την έγκριση άλλων νομικών μέσω στο μέλλον – όσο και να εμβαθυνθεί, μέσω μιας πιο αποτελεσματικής εφαρμογής των μέσων αμοιβαίας αναγνώρισης που έχουν εγκριθεί μέχρι τώρα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Συμβούλιο θα ήθελε να επιστήσει την προσοχή του Κοινοβουλίου στο γεγονός ότι είναι στη διαδικασία ολοκλήρωσης του τέταρτου γύρου αμοιβαίων αξιολογήσεων σχετικά με την πρακτική εφαρμογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και των διαδικασιών παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών.
Στο πλαίσιο αυτής της σειράς αμοιβαίων αξιολογήσεων, οι εμπειρογνώμονες μελετούν επίσης τα ζητήματα που σχετίζονται με την αλληλεπίδραση μεταξύ, αφενός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, και γενικότερα της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, και αφετέρου της αρχής της αναλογικότητας. Εντούτοις, η αρχή της αναλογικότητας πρέπει επίσης να εξισορροπηθεί με μια άλλη αρχή, η οποία είναι εξίσου αγαπητή στο Κοινοβούλιο – συγκεκριμένα εκείνη της επικουρικότητας. Η πραγματικότητα είναι ότι οι δικαστικές αρχές σε διάφορα κράτη μέλη έχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με το τι αποτελεί σοβαρό αδίκημα.
Το Συμβούλιο προσβλέπει στη συνέχιση των εργασιών με το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την καθιέρωση ενός συστήματος οριζόντιας και συνεχούς αξιολόγησης και εφαρμογής των πολιτικών και νομικών μέσων της ΕΕ.
Σχετικά με το θέμα της κατάρτισης των δικαστικών, το Συμβούλιο συμμερίζεται τη γνώμη του Κοινοβουλίου ότι υπάρχει ανάγκη να προωθηθεί μια πραγματική δικαστική παιδεία της ΕΕ, μεταξύ άλλων, με την προώθηση των άμεσων ανταλλαγών μεταξύ των δικαστών, των εισαγγελέων και των μελών του δικαστικού προσωπικού των διαφόρων κρατών μελών, καθώς και να αναπτυχθεί ενεργά το ευρωπαϊκό δίκτυο κατάρτισης δικαστικών.
Το Συμβούλιο συμμερίζεται επίσης την άποψη του Κοινοβουλίου σχετικά με την ανάγκη για γρήγορη και αποτελεσματική εφαρμογή των νέων αποφάσεων για την Eurojust και την Europol.
Συνοψίζοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω το Κοινοβούλιο για την εκτενή και λεπτομερή εργασία που απαιτήθηκε για τις τρεις εκθέσεις που έχουμε μπροστά μας σήμερα το απόγευμα.
Gιrard Deprez, Πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων. – (FR) Κύριε Πρόεδρε, σίγουρα δεν είναι εξ ονόματος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, αλλά περισσότερο εξ ονόματος της ομάδας μου που θα ήθελα να εκμεταλλευτώ αυτή τη στιγμή για να εκφράσω την εξαιρετικά θετική αντίδρασή μου στην έκθεση της κ. Pagano. Συγχαρητήρια για την έκθεσή σας, κυρία Pagano. Πιστεύω ότι, γράφοντας αυτή την έκθεση, έχετε καταρτίσει έναν εξαιρετικά λεπτομερή κατάλογο στοιχείων που θα έπρεπε να εμφανίζονται σε ευδιάκριτη θέση, κύριε Επίτροπε, στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης, το οποίο γνωρίζω ότι η Επιτροπή προετοιμάζει ενεργά.
Επιτρέψτε μου, πέρα από όσα έχουν ήδη ειπωθεί για τη σημασία της αξιολόγησης της κατάρτισης των δικαστών, να τονίσω δύο ζητήματα που είναι θεμελιώδη όσον αφορά την αμοιβαία εμπιστοσύνη και βρίσκονται στη βάση αυτού που θα μπορούσε να γίνει στο μέλλον η αμοιβαία αναγνώριση. Πρώτον, η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Αυτή τη στιγμή, ορισμένα από τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν έχουν δικαστικό σώμα που να είναι ανεξάρτητο από την πολιτική εξουσία ή άλλες εξουσίες. Αυτό είναι σκάνδαλο και αυτό το σκάνδαλο πρέπει να σταματήσει.
Δεύτερον, οι διαδικαστικές εγγυήσεις. Όσο δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι, σε ορισμένες χώρες, οι άνθρωποι που είναι ύποπτοι ή κατηγορούνται ότι έχουν διαπράξει ορισμένους τύπους αδικημάτων απολαμβάνουν διαδικαστικές εγγυήσεις παρόμοιες με εκείνες που υπάρχουν σε άλλες χώρες, θα είναι δύσκολο να κερδίσει ευρεία αποδοχή η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Αυτό είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα που θα ήθελα να εισαγάγω σε αυτή τη συζήτηση. Συγχαρητήρια, κυρία Pagano.
Csaba Sógor, εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE. – (HU) Τα εθνικά σύνορα που χαράχτηκαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διαίρεσαν κοινότητες και οικογένειες. Θα ήθελα να σας δώσω ένα σχετικό παράδειγμα κοντά σ’ εμάς εδώ στην Ευρώπη. Το Szelmenc κάποτε ανήκε στην Ουγγαρία. Εντούτοις, ένα μέρος του, το Nagyszelmenc, αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Σλοβακίας, ενώ το άλλο μέρος, το Kisszelmenc, είναι στην Ουκρανία.
Πριν από την 23η Δεκεμβρίου 2005 δεν υπήρχε ούτε καν συνοριακή διάβαση μεταξύ των δύο χωριών. Για 60 χρόνια γονείς, παιδιά και συγγενείς ζούσαν εντελώς χωρισμένοι μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να συναντηθούν για δεκαετίες. Η ΕΕ τους έδωσε την πολυαναμενόμενη ευκαιρία να τερματίσουν αυτή την κατάσταση ανοίγοντας μια συνοριακή διάβαση. Το παράδειγμα που μόλις αναφέρθηκε είναι ένα μόνο από τις πολλές εκατοντάδες ή χιλιάδες και παρέχει ταυτόχρονα ένα ισχυρό επιχείρημα για το λόγο για τον οποίο συζητάμε τώρα αυτή την έκθεση.
Το σχέδιο κανονισμού προβλέπει μια διαδικασία σχετικά με τη δικαιοδοσία που πρέπει να εφαρμόζεται μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων χωρών σε σχέση με θέματα γάμου, τη γονική ευθύνη και τις υποχρεώσεις διατροφής. Ο κανονισμός δεν θα αντικαταστήσει την κοινοτική νομοθεσία, αλλά πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν το οικείο κράτος μέλος αποδείξει ότι υπάρχει ένα ειδικό συμφέρον που βασίζεται σε οικονομικές, γεωγραφικές, πολιτιστικές ή ιστορικές σχέσεις, ιδίως μεταξύ του κράτους μέλους και της υπό συζήτηση τρίτης χώρας, υπογράφοντας μια διμερή τομεακή συμφωνία με την τρίτη χώρα. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή δηλώνει ότι η προτεινόμενη συμφωνία έχει περιορισμένη μόνο επίδραση στην ομοιόμορφη και συνεπή εφαρμογή των υφιστάμενων κοινοτικών κανονισμών και στη λειτουργία του συστήματος που έχει υλοποιηθεί βάσει των προαναφερόμενων κανονισμών.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον εισηγητή, κ. Deprez, για την ενασχόλησή του με αυτό το σημαντικό θέμα που επηρεάζει τις ζωές πολιτών που ζουν εντός και εκτός της ΕΕ, ιδίως διότι αυτό το έγγραφο επιτυγχάνει μια ισορροπία μεταξύ της νομικής δικαιοδοσίας των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και των εθνικών κρατών.
Manuel Medina Ortega, εξ ονόματος της Ομάδας PSE. – (ES) Κύριε Πρόεδρε, πιστεύω ότι οι προτάσεις για τους κανονισμούς οι οποίες μας έχουν υποβληθεί από την Επιτροπή είναι σημαντικές και απαραίτητες και, από την άλλη πλευρά, ήταν επίσης σημαντικό και αναγκαίο να επιμείνουμε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην αρχή στην οποία έχουν επιμείνει οι δύο εισηγητές, ο κ. Zwiefka και ο κ. Deprez, η οποία είναι η αρχή της κοινοτικής αρμοδιότητας.
Αυτό είναι ζήτημα κοινοτικής αρμοδιότητας στις οποίες, για πρακτικούς λόγους, είναι σκόπιμο να διατηρηθούν ορισμένες αρμοδιότητες που θα ασκούνται από τα κράτη μέλη, αλλά, όπως είπε ο κ. Barrot, αυτές πρέπει να υπόκειται σε περιορισμό, τόσο ως προς το πεδίο εφαρμογής όσο και ως προς το χρόνο. Δεν υπάρχει δυνατότητα να αρνηθούμε την άσκηση της αρμοδιότητας της Κοινότητας, και ούτε το Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή, ούτε το Κοινοβούλιο δεν έχουν την εξουσία να αποποιηθούν αυτές τις κοινοτικές αρμοδιότητες.
Έχοντας διαπιστώσει αυτό – αυτή είναι έκτακτη διαδικασία – πιστεύω ότι οι τροπολογίες που έχουμε συζητήσει και καταθέσει, και οι οποίες πιστεύω ότι θα εγκριθούν αύριο από το Κοινοβούλιο, θα επιτρέψουν την έγκριση αυτής της δέσμης μέτρων σε πρώτη ανάγνωση. Όμως ελπίζω επίσης ότι από την πλευρά της Επιτροπής, στο επόμενο στάδιο και στη συνέχεια, θα μπορέσουμε να σημειώσουμε πρόοδο στην ανάπτυξη ενός πραγματικού ευρωπαϊκού συστήματος ιδιωτικού δικαίου. Αυτό γίνεται όλο και πιο απαραίτητο, όπως επεσήμανε, για παράδειγμα, ο κ. Sógor στην προηγούμενη παρέμβαση. Μιλάμε για προβλήματα που επηρεάζουν τους ανθρώπους πιο άμεσα και, στο βαθμό που είμαστε σε θέση να επιλύσουμε τα προβλήματά τους, οι άνθρωποι θα συνειδητοποιήσουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μια λειτουργία.
Τέλος, κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να συγχαρώ τους συναδέλφους μου, τον κ. Deprez και τον κ. Zwiefka, και να ευχαριστήσω την Επιτροπή και το Συμβούλιο για την προθυμία τους να συνεργαστούν μαζί μας σε αυτό το ζήτημα.
Sarah Ludford, εξ ονόματος της Ομάδας ALDE. – Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Pagano για την εξαιρετική της έκθεση και για τη συνεργασία της στη σύνταξη συμβιβαστικών τροπολογιών που συμπεριέλαβαν, για παράδειγμα, μερικές από τις προτάσεις μου.
Νομίζω ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δίνει έντονο στίγμα όσον αφορά τις φιλοδοξίες του για έναν ευρωπαϊκό χώρο ποινικής δικαιοσύνης στο μέλλον, με τη διττή φιλοδοξία να προσάγει τους εγκληματίες ενώπιον της δικαιοσύνης και να προασπίζει τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και των θυμάτων. Η έκθεση ορθώς επισημαίνει βασικά θέματα, όπως η ανάγκη για την παρακολούθηση της εφαρμογής της νομοθεσίας, η ενίσχυση της κατάρτισης των δικαστών, των εισαγγελέων και των συνηγόρων υπεράσπισης και η νέα νομοθεσία που διασφαλίζει τις δικονομικές εγγυήσεις, όπως έχει τονίσει ο κ. Gιrard Deprez.
Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για να προσάγονται οι εγκληματίες ενώπιον της δικαιοσύνης και λυπάμαι πολύ που οι Βρετανοί Συντηρητικοί αντιτάχθησαν σε αυτό. Όμως πρέπει να διασφαλίσουμε – και οι κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίσουν – ότι τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης δεν θα χρησιμοποιούνται καταχρηστικά για ασήμαντα ζητήματα, όπως η δίωξη ανθρώπων που έκλεψαν ένα γουρούνι ή δεν πλήρωσαν το λογαριασμό του ξενοδοχείου. Ούτε πρέπει να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά για την αποστολές ψαρέματος για ανάκριση, αντί για τη σωστή εστίαση στην επιστροφή για απαγγελία κατηγοριών και άσκηση δίωξης.
Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – όπως είπαν κι άλλοι – και ολόκληρη η ποινική δικαιοσύνη βασίζονται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Έτσι, τα κράτη μέλη πρέπει να δείξουν ότι είναι άξια εμπιστοσύνης έχοντας νομικά συστήματα υψηλής ποιότητας και σεβόμενα, για παράδειγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τις δικαστικές αποφάσεις του Στρασβούργου. Δεν μπορούμε να έχουμε ανθρώπους να επιστρέφονται, μέσω ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, σε μια χώρα της ΕΕ και στη συνέχεια να στέλνονται πίσω σε τρίτη χώρα για βασανιστήρια. Αν περιφρονηθεί το Στρασβούργο, τότε πρέπει να γίνει επίκληση των εγγυήσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων που παρέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Νομίζω ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν αποφύγει την πρόκληση της αντιμετώπισης ουσιαστικών ανισοτήτων στα νομικά συστήματα και τον ελλιπή σεβασμό στη δίκαιη δίκη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Πρέπει επίσης να προσπαθήσουμε να διασφαλίσουμε ότι η ποιότητα της νομοθεσίας της ποινικής δικαιοσύνης θα είναι καλύτερη στο μέλλον. Ας ελπίσουμε ότι, μετά τη Λισαβόνα – χαίρομαι που η Τσεχική Γερουσία επικύρωσε τη Συνθήκη της Λισαβόνας – θα έχουμε λιγότερες επίσημες παρουσιάσεις προτάσεων κρατών μελών που δεν οδηγούν πουθενά και μετά, ακόμη και αν εγκριθούν, δεν εφαρμόζονται ποτέ σωστά. Η δικαιοσύνη σε ολόκληρη την ΕΕ και τα υψηλά νομικά πρότυπα είναι ζωτικής σημασίας για τους πολίτες μας όταν ταξιδεύουν, εργάζονται και ιδρύουν επιχειρήσεις σε άλλες χώρες και όταν οι άνθρωποι πρέπει να προσπαθήσουν να απολογηθούν σε ξένη γλώσσα. Είναι καιρός να εξασφαλίσουμε ότι οποιοσδήποτε έχει μπλεχτεί στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης κάποιου άλλου κράτους μέλους έχει λάβει γνώση των δικαιωμάτων του και έχει λάβει κατάλληλη νομική συνδρομή, διερμηνεία και μετάφραση.
Τέλος, είμαι πολύ απογοητευμένη που η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν μία από εκείνες που παρεμπόδισαν ένα μέτρο δικονομικών δικαιωμάτων. Ελπίζω να αλλάξουν γνώμη στο μέλλον.
Luca Romagnoli (NI). – (IT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, συμφωνώ εν μέρει με τις τρεις εκθέσεις που συζητούμε.
Η έκθεση του κ. Zwiefka είναι πιο εύπεπτη, διότι ομογενοποιεί και, τελικά, κάνει πιο διαφανή τη διαδικασία για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διμερών συμφωνιών σε τομεακές πτυχές μεταξύ των κρατών μελών και χώρες μη μέλη της ΕΕ.
Όσο για την έκθεση του κ. Deprez, ουσιαστικά συμφωνώ με το δεύτερο μέρος, όταν αναφέρεται στην απαραίτητη συνοχή που απαιτείται από την Επιτροπή αν προτιθέμεθα να αναπτύξουμε μια κοινοτική πολιτική σχετικά με τις εξωτερικές σχέσεις στο πλαίσιο του τομέα της δικαστικής συνεργασίας. Εντούτοις, όσον αφορά τη δυνατότητα των κρατών μελών να συνάπτουν τα ίδια τις συμφωνίες, ως εθνικιστής είμαι φυσικά ευχαριστημένος με αυτό και ελπίζω ότι δεν είναι μια διαδικασία με περιορισμένο αναγκαστικά πεδίο εφαρμογής και χρόνο.
Τέλος, πρέπει ειλικρινά να πω ότι έχω κάποιες αμφιβολίες για τη σύσταση της κ. Pagano στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Την ευχαριστώ που επισήμανε και υποστήριξε τη χρήση της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, πολύ περισσότερο διότι ήμουν υπεύθυνος για την κατάρτιση της έκθεσης, και εξακολουθώ να χρωστώ ευγνωμοσύνη σε εκείνους που συνεργάστηκαν για να εξασφαλίσουν την επιτυχία της. Όμως η ευαισθητοποίησή μου για τα θέματα που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες των θυμάτων, αλλά και των υπόπτων και των κατηγορουμένων, καθώς και η ανάγκη για την εφαρμογή της δικαστικής κατάρτισης των δικαστών και των υπαλλήλων, με κάνουν να παρατηρήσω ότι έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας σε αυτό τον τομέα – τουλάχιστον σίγουρα στην Ιταλία. Επιπλέον, όταν πρόκειται για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ειλικρινά οι αμφιβολίες μου μετατρέπονται σε πλήρη αντίθεση. Παρόλα αυτά ευχαριστώ τους εισηγητές που έχουν εργαστεί σε αυτά τα θέματα με επιδεξιότητα και ακρίβεια.
Παναγιώτης Δημητρίου (PPE-DE). – (EL) Κύριε Πρόεδρε, θέλω και εγώ με τη σειρά μου να συγχαρώ τους τρεις εισηγητές, τον κ. Zwiefka, τον κ. Deprez και την κα. Pagano. Ιδιαίτερα θέλω να συγχαρώ την κα. Pagano για την έκθεσή της ως σκιώδης εισηγητής που είναι και να την ευχαριστήσω για τα καλά της λόγια και ταυτόχρονα να την ευχαριστήσω για την πολύ στενή συνεργασία που είχε μαζί μου στην κατάρτιση της έκθεσης. Θέλω επίσης να εκφράσω την ευαρέσκειά μου για το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον κ. Επίτροπο, σχεδόν όλα τα σημεία που εμπεριέχονται στην έκθεση αυτή γίνονται αποδεκτά από την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, υιοθετώ πλήρως την έκθεση της κ. Pagano και βέβαια όσα έχει πει στην αίθουσα σήμερα.
Κύριε Επίτροπε πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διακηρύξει στο Τάμπερε, ότι έχει καθορίσει έναν στρατηγικό στόχο δημιουργίας χώρου ελευθερίας, δικαιοσύνης και ασφάλειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δέκα χρόνια από τότε που έγινε η διακήρυξη ότι ο ακρογωνιαίος λίθος της δικαστικής συνεργασίας είναι η αμοιβαία αναγνώριση και σεβασμός των αποφάσεων των ανωτάτων δικαστηρίων. Πρέπει να πω ότι ελάχιστα έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση.
Έτσι ενώ στην περίπτωση του αστικού δικαίου έχουν προωθηθεί αρκετά θέματα στην περίπτωση του ποινικού δικαίου τα πράγματα παραμένουν σχεδόν στάσιμα. Ελπίζουμε ότι με την υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισαβόνας θα υπάρξει μεγαλύτερη πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση.
Κύριε Επίτροπε, ακόμη και αυτή η πρόταση για τα ελάχιστα διαδικαστικά δικαιώματα δεν έχει προωθηθεί και η παράκληση είναι να την προωθήσετε και απευθύνομαι και στο Συμβούλιο και καταλήγω, κύριε Πρόεδρε, λέγοντας ότι υπάρχουν διαφορές βεβαίως μεταξύ των δικαστικών συστημάτων, αλλά υπάρχουν και περιθώρια για σύγκληση. Για τον λόγο αυτό η εισήγηση για τη δημιουργία μιας επιτροπής σοφών η οποία θα μελετήσει όλες τις διαφορές και ομοιότητες του δικαίου είναι αναγκαίο να υλοποιηθεί ώστε να έχουμε συγκεκριμένες επιστημονικές εισηγήσεις για σύγκλιση του δικαίου μας και αμοιβαίο σεβασμό των δικαστικών συστημάτων.
Lidia Joanna Geringer de Oedenberg (PSE). – (PL) Κύριε Πρόεδρε, στον τομέα της αστικής δικαιοσύνης, πέρα από το κοινοτικό κεκτημένο, υπάρχει μια σειρά από διμερείς συμφωνίες, οι οποίες είχαν συναφθεί από τα κράτη μέλη με τρίτες χώρες. Σύμφωνα με το άρθρο 307 της συνθήκης ΕΚ, τα κράτη μέλη πρέπει να εξαλείψουν όλες τις διατάξεις που ενδέχεται να υπάρχουν σε συμφωνίες αυτού του είδους και είναι ασυμβίβαστες με το κεκτημένο.
Στη γνωμοδότηση 1/03 του Φεβρουαρίου 2006 το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Κοινότητα έχει αποκτήσει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών με τρίτες χώρες σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία καθώς και την αναγνώριση και την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα μήπως όλες οι υφιστάμενες ή προτεινόμενες διμερείς συμφωνίες με αυτές τις χώρες και σχετικά με αυτά τα θέματα θα έπρεπε να αντικατασταθούν από κοινοτικές συμφωνίες. Ή θα έπρεπε τα κράτη μέλη να παραμείνουν εξουσιοδοτημένα για να συνάπτουν αυτές τις συμφωνίες, όταν δεν εμπλέκεται κοινοτικό συμφέρον;
Όμως αυτή η διαδικασία, που αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα, πρέπει να υπόκειται σε πολύ συγκεκριμένα δηλωμένους όρους σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του μηχανισμού και το χρόνο όπου είναι σε ισχύ. Κατά συνέπεια είναι σημαντικό η Επιτροπή να θεσπίσει μια στρατηγική και να θέσει προτεραιότητες, έχοντας υπόψη την ανάπτυξη της κοινοτικής πολιτικής σχετικά με τις εξωτερικές σχέσεις στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
Jacques Barrot, Αντιπρόεδρος της Επιτροπής. – (FR) Κύριε Πρόεδρε, θα είμαι σύντομος, διότι δεν μπορώ παρά να εκφράσω την ικανοποίηση που νιώθω για τον τρόπο με τον οποίο το Κοινοβούλιο έχει βοηθήσει να πέσει φως σε αυτό το χώρο δικαίου, δικαιοσύνης, ασφάλειας και ελευθερίας που επιθυμούμε να οικοδομήσουμε στην Ένωση. Χαιρετίζω όλα όσα ειπώθηκαν, ειδικά την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία παραπέμπει στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαστών.
Είναι αλήθεια, όπως έχει ήδη εξηγηθεί πολύ καλά, ότι υπάρχουν περιθώρια σύγκλισης των δικαστικών συστημάτων, τα οποία, ιδιαίτερα, θα έπρεπε να επισημοποιηθούν μέσω ελάχιστων διαδικασιών στην περίπτωση της ποινικής διαδικασίας. Πραγματικά πιστεύω ότι όλα αυτά ανοίγουν το δρόμο για ένα καλό πρόγραμμα της Στοκχόλμης και θα ήθελα να ευχαριστήσω το Κοινοβούλιο γι’ αυτό.
Κατά τα λοιπά, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι θα είναι πράγματι δυνατόν να βρεθεί ένα θεσμικό πλαίσιο για τις διμερείς συμφωνίες, αλλά η Κοινότητα και η Επιτροπή πρέπει να έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα. Αυτά είναι όσα μπορώ να πω. Δεν θέλω να παρατείνω τη συζήτηση. Υπάρχουν ακόμη πολλά πράγματα να ειπωθούν.
Πάνω απ’ όλα, είμαι ευγνώμων στο Κοινοβούλιο και πρέπει να πω – αφού δεν θα ξαναπάρω το λόγο – ότι θα έχω εμπλουτιστεί σε μεγάλο βαθμό από την εμπειρία μου ως επιτρόπου, αφού πραγματικά αισθάνομαι ότι μια καλή συμμαχία μεταξύ της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί συχνά – ζητώ συγνώμη από την Προεδρία που το επισημαίνω, αλλά είναι η αλήθεια – να τονίζει και να προάγει το γενικό ευρωπαϊκό συμφέρον.
Ωστόσο είμαι φυσικά ευγνώμων στην Προεδρία που έχει δώσει την υποστήριξή της. Πρέπει να υπάρχει συνέργεια μεταξύ των τριών θεσμικών οργάνων. Όμως ευχαριστώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το οποίο, πάλι απόψε, μας έδωσε μια πολύ καλή έκθεση. Σας ευχαριστώ, κυρία Pagano.
Jan Kohout, Προεδρεύων του Συμβουλίου. − Κύριε Πρόεδρε, αυτή η συζήτηση ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και φαίνεται ότι είμαστε πολύ κοντά στην επίτευξη συμφωνίας σε πρώτη ανάγνωση σχετικά με την πρόταση στον τομέα του εφαρμοστέου δικαίου. Επιτρέψτε μου να πω ότι δεν υπάρχει απλά συμφωνία, αλλά μια δίκαιη και ισορροπημένη συμφωνία. Αυτό νομίζω ότι είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα της καλής συνεργασίας μεταξύ του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου.
Είμαι πεπεισμένος ότι τα κράτη μέλη θα κάνουν καλή χρήση της διαδικασίας που θεσπίζεται από τους δύο μελλοντικούς κανονισμούς και θα τους επιτρέψει να εξασφαλίσουν κατάλληλο νομικό πλαίσιο για τις σχέσεις τους με ορισμένες τρίτες χώρες με τις οποίες έχουν ειδικούς δεσμούς.
Όπως τόνισα προηγουμένως, η συμφωνία σε πρώτη ανάγνωση σχετικά με την πρόταση στον τομέα του εφαρμοστέου δικαίου έχει αντίκτυπο στην άλλη πρόταση στον τομέα του οικογενειακού δικαίου, αφού τα δύο κείμενα είναι σε μεγάλο βαθμό ταυτόσημα. Άρα μέσω της συμφωνίας σε πρώτη ανάγνωση έχουμε επίσης ανοίξει το δρόμο για την έγκαιρη έγκριση της άλλης πρότασης. Πρόκειται πράγματι για μια επιθυμητή εξέλιξη.
Πολλά κράτη μέλη έχουν τεράστιο συμφέρον στο να μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες με τρίτες χώρες για ζητήματα οικογενειακού δικαίου, όπως η επιμέλεια των παιδιών, τα δικαιώματα πρόσβασης και οι υποχρεώσεις διατροφής που οφείλονται, για παράδειγμα, σε συγκεκριμένους ιστορικούς ή κοινωνικούς δεσμούς με εκείνες τις χώρες.
Τέλος, εξ ονόματος του Συμβουλίου, θα ήθελα να ευχαριστήσω το Κοινοβούλιο για τις εμπνευσμένες συστάσεις του σχετικά με την εξέλιξη της ποινικής δικαιοσύνης της ΕΕ, που αποτελούν το αντικείμενο της έκθεσης της κ. Maria Grazia Pagano. Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Κοινοβούλιο γι’ αυτή την εποικοδομητική συζήτηση και για το εξαιρετικό αποτέλεσμα.
Tadeusz Zwiefka, εισηγητής. – (PL) Κύριε Πρόεδρε, όταν ξεκινήσαμε αυτή τη εργασία γνωρίζαμε ότι βαδίζαμε πάνω σε λεπτό πάγο. Από τη μία πλευρά υπήρχε η εξαιρετική φύση και η ασυνήθιστη σημασία των νομικών μέσων πάνω στα οποία εργαζόμασταν. Από την άλλη πλευρά υπήρχε η συνειδητοποίηση του περάσματος του χρόνου και η αναπόφευκτη προσέγγιση του τέλους αυτής της θητείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και, τρίτο και τελευταίο, υπήρχε η προσδοκία, τόσο από τα κράτη μέλη όσο και από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι τουλάχιστον σε κάποια επακριβώς καθορισμένη στιγμή θα υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια για να επιλύουν τα θέματα που είναι γι’ αυτούς πολύ δύσκολα και ταυτόχρονα τόσο σημαντικά.
Μόνο χάρη στη βούλησή μας να επιτύχουμε καλό αποτέλεσμα, διατηρώντας φυσικά τον πλήρη σεβασμό του κοινοτικού δικαίου, καθώς και στη βούλησή μας να αναπτύξουμε ένα μέσο που θα εντασσόταν στο νομικό σύστημα της ΕΕ, και χάρη στην επιθυμία μας να συνεργαζόμαστε καλά, μπορέσαμε να φθάσουμε στο στάδιο όπου σήμερα κλείνουμε τη συζήτηση, το οποίο θα μας οδηγήσει πιθανότατα σε επιτυχία σε πρώτη ανάγνωση.
Γι’ αυτό θα ήθελα για μία ακόμη φορά να εκφράσω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες προς τον κ. Deprez για τις επίπονες προσπάθειές του να μας εμποδίσει να ξεπεράσουμε ορισμένα όρια. Θα ήθελα επίσης να εκφράσω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες προς τον κ. Kohout για την ασυνήθιστα δυναμική εργασία των εκπροσώπων της τσεχικής Προεδρίας και στον Επίτροπο Barrot για την πραγματικά άψογη συνεργασία των εκπροσώπων της Επιτροπής. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τους συναδέλφους μου, που μίλησαν εδώ σήμερα και σε όλη την περίοδο της εργασίας μας συνέβαλαν στην τελική επιτυχία της, καθώς επίσης τους συνεργάτες μας, ιδίως όλο το προσωπικό της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων, οι οποίοι έβαλαν πραγματικά όλη τους την καρδιά και σκληρή δουλειά στην τελική επιτυχία.
Gιrard Deprez, εισηγητής. – (FR) Κύριε Πρόεδρε, δεν θα χρειαστώ τα δύο λεπτά. Πιστεύω – για να απαντήσω σε αυτό που κατά την αντίληψή μου ήταν μια έκκληση από το Συμβούλιο και μια ευχή του κ. Zwiefka – ότι, αφού έχουμε συνεργαστεί καλά, στο βαθμό που εξαρτάται από εμένα, θα έχουμε μια συμφωνία σε πρώτη ανάγνωση αύριο. Άρα, στις οδηγίες ψηφοφορίας που θα δώσω στους πολιτικούς μου φίλους, θα τους συμβουλεύσω να υπερψηφίσουν το κείμενο της συμφωνίας που έχουμε διαπραγματευθεί με το Συμβούλιο και την Επιτροπή, ανεξάρτητα, θα μπορούσα να προσθέσω, από τα προσωπικά μου αισθήματα και από τις βελτιώσεις που θα ήθελα να είχαν γίνει σε αυτό το κείμενο.
Κατόπιν τούτου, κύριε Πρόεδρε, επειδή μου απέμεινε λίγος χρόνος, θα ήθελα να τον χρησιμοποιήσω, όχι για να μιλήσω περισσότερο σχετικά με τις εκθέσεις μας, αλλά για να πω στον υπουργό πόσο ευτυχής είμαι που σήμερα η Τσεχική Γερουσία έδωσε τη συμφωνία της στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Νομίζω ότι, πέρα από την εργασία που έχουμε κάνει, αυτή είναι η καλή είδηση, η κυριότερη καλή είδηση, της ημέρας.
(Χειροκροτήματα)
Ευχαριστώ όλους εκείνους που εργάστηκαν σκληρά γι’ αυτό, διότι όλοι γνωρίζουμε ότι οι συνθήκες δεν ήταν εύκολες. Υπήρξε ισχυρό ρεύμα αντίθεσης στη χώρα σας. Τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα δεν διευκόλυναν απαραιτήτως τα πράγματα, και γι’ αυτό θα ήθελα να μεταφέρετε την ευγνωμοσύνη μας, τόσο στις αρχές όσο και στο λαό της χώρας σας. Σήμερα υπηρετήσατε καλά την Ευρωπαϊκή υπόθεση!
Maria Grazia Pagano, εισηγήτρια. − (IT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, θα ήθελα να ευχαριστήσω το Συμβούλιο για την υποστήριξη των αρχών και, πάνω απ’ όλα, αν μου το επιτρέψει, τον Επίτροπο Barrot, με τον οποίο είχα πολύ επικερδείς ανταλλαγές που ήταν εξαιρετικά χρήσιμες στην εργασία που φέραμε στη συνέχεια στην Αίθουσα. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω θερμά τους συναδέλφους που εργάστηκαν γι’ αυτή την έκθεση, δίνοντάς μου ιδέες και, φυσικά, προσφέροντας όλη την πείρα τους, πρώτα απ’ όλα τον κ. Δημητρίου, την κ. Ludford και τον εξαίρετο κ. Deprez.
Ήθελα να πω ότι ο κ. Δημητρίου, η κ. Ludford και ο κ. Deprez έπεσαν διάνα. Αναγνώρισαν την πρόκληση την οποία αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι η επίτευξη μιας συλλογικής ευρωπαϊκής δικαστικής παιδείας – η οποία, φυσικά σημαίνει σοβαρή καταπολέμηση των παραγόντων που ανέφερε ο κ. Deprez – καθιερώνοντας την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, παρέχοντας εγγυήσεις και εξομαλύνοντας τις ανισότητες μεταξύ των διαφόρων δικαστικών συστημάτων είναι οι προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας. Πιστεύω όμως ότι η εργασία που έχουμε κάνει μας επιτρέπει να είμαστε αισιόδοξοι.
Θα ήθελα να πω στον κ. Romagnoli – το λέω αυτό από τη δική μου άποψη, η οποία θα έπρεπε να είναι και δική του – ότι, ουσιαστικά, λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται η κατάσταση, υπάρχει σίγουρα απαισιοδοξία στην Ιταλία, αλλά πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να δείξουμε αισιοδοξία, και η εργασία που κι εσείς, κ. Romagnoli, έχετε κάνει και η συμβολή που έχετε δώσει στην έκθεση σημαίνουν ότι όλοι μαζί μπορούμε να οικοδομήσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια πραγματικότητα και για μας τους Ιταλούς.
Πρόεδρος. − Η συζήτηση έληξε.
Η ψηφοφορία θα διεξαχθεί αύριο, Πέμπτη, στις 12 το μεσημέρι.