Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Choisissez la langue de votre document :

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 484kDOC 188k
23 Ιανουαρίου 2002
PE 304.302 A5-0023/2002
σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης
(2001/2023(INI))
Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων
Εισηγητής: Giorgio Napolitano
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
 ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΚΟΙΝΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Kατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 2001, η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων εξουσιοδοτήθηκε να εκπονήσει έκθεση πρωτοβουλίας, σύμφωνα με το άρθρο 163 του Κανονισμού, σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης.

Κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαΐου 2001, η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε ότι παρέπεμψε επίσης την πρόταση, για γνωμοδότηση, στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς.

Κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαΐου 2001, η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε ότι παρέπεμψε επίσης την εν λόγω πρόταση, για γνωμοδότηση, στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής.

Κατά τη συνεδρίασή της στις 24 Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων όρισε εισηγητή τον κ. Giorgio Napolitano.

Κατά τις συνεδριάσεις της στις 21 Ιουνίου 2001, 19 Νοεμβρίου 2001, 18 Δεκεμβρίου 2001 και 22 Ιανουαρίου 2002, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο έκθεσης.

Κατά την τελευταία ως άνω συνεδρίαση, η επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος με 25 ψήφους υπέρ και 2 ψήφους κατά.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές: Jo Leinen, ασκών χρέη προέδρου· Ursula Schleicher, αντιπρόεδρος· Giorgio Napolitano, εισηγητής· Teresa Almeida Garrett, Pervenche Berès (αναπλ. Enrique Barón Crespo), Georges Berthu, Guido Bodrato (αναπλ. Luigi Ciriaco De Mita), Jens-Peter Bonde, Jean-Louis Bourlanges (αναπλ. François Bayrou), Carlos Carnero González, Richard Corbett, Γεώργιος Δημητρακόπουλος, Olivier Duhamel, Lone Dybkjær, José María Gil-Robles Gil-Delgado, Λόρδος Inglewood, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Alain Lamassoure (αναπλ. Daniel J. Hannan), Hanja Maij-Weggen, Cecilia Malmström (αναπλ. Andrew Nicholas Duff), Luís Marinho, Iñigo Méndez de Vigo, Camilo Nogueira Román (αναπλ. Johannes Voggenhuber), Gérard Onesta, Jacques F. Poos (αναπλ. Δημήτρη Τσάτσου), Antonio Tajani, Margrietus J. van den Berg (αναπλ. Hans-Peter Martin).

Επ' ευκαιρία της ψηφοφορίας επί του συνόλου του κειμένου, ο κ. Berthu εξέφρασε την πρόθεσή του να επισυνάψει στην αιτιολογική έκθεση άποψη της μειοψηφίας σύμφωνα με το άρθρο 161, παράγραφος 3, του Κανονισμού.

Οι γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς επισυνάπτονται στην παρούσα έκθεση.

Η έκθεση κατατέθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2002.

Η προθεσμία κατάθεσης τροπολογιών θα αναγράφεται στο σχέδιο ημερήσιας διάταξης της περιόδου συνόδου κατά την οποία θα εξετασθεί η έκθεση.


ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης (2001/2023(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τις συναντήσεις που οργάνωσε η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων με τις επιτροπές ευρωπαϊκών υποθέσεων των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών και των υποψηφίων χωρών στις 20 και 21 Μαρτίου 2001 και στις 10 και 11 Ιουλίου 2001,

–   έχοντας υπόψη την ομιλία του κ. Tony Blair, Πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, στις 9 Οκτωβρίου 2000 στη Βαρσοβία,

–   έχοντας υπόψη τη συμβολή της XXIVης COSAC στις 22 Μαΐου 2001 στη Στοκχόλμη,

–   έχοντας υπόψη την παρέμβαση του κ. Lionel Jospin, Πρωθυπουργού της Γαλλίας, στις 28 Μαΐου 2001 στο Παρίσι σχετικά με το μέλλον της διευρυμένης Ευρώπης,

–   έχοντας υπόψη την ενημερωτική έκθεση της γαλλικής Γερουσίας με ημερομηνία 13 Ιουνίου 2001 σχετικά με μια δεύτερη ευρωπαϊκή βουλή,

–   έχοντας υπόψη τη δήλωση του γερμανού Καγκελάριου Gerhard Schröder στις 16 Ιουνίου 2001,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της Επιτροπής Περιφερειών που εγκρίθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2001 σχετικά με την προπαρασκευή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λάκεν και τη συνέχιση της ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της προσεχούς Διακυβερνητικής Διάσκεψης,

–   έχοντας υπόψη τη συμβολή της XXVης COSAC στις 5 Οκτωβρίου 2001 στις Βρυξέλλες,

–   έχοντας υπόψη το κείμενο που εγκρίθηκε από τη Διάσκεψη συνέχειας σχετικά με την κοινοβουλευτική διάσταση της ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, στις 7 Νοεμβρίου 2001 στις Βρυξέλλες,

–   έχοντας υπόψη τη Διάσκεψη των Προέδρων των κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υποψηφίων χωρών στις 16 και 17 Νοεμβρίου 2001 στη Στοκχόλμη,

–   έχοντας υπόψη τη Δήλωση του Λάκεν για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 163 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής, και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς (Α5-0023/2002),

Α.   εκτιμώντας ότι η δήλωση σχετικά με το μέλλον της Ένωσης που επισυνάφθηκε στη Συνθήκη της Νίκαιας αναφέρεται στον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων ως ένα από τα τέσσερα σαφώς διατυπωμένα θέματα τονίζοντας με τον τρόπο αυτό τον καίριο και επίκαιρο χαρακτήρα αυτού του ζητήματος,

Β.   εκτιμώντας ότι υπάρχει κίνδυνος να επιδεινωθεί το "δημοκρατικό έλλειμμα" στην Ένωση λόγω της ανεπαρκούς προόδου, σε ό,τι αφορά τον δημοκρατικό έλεγχο, στο πλαίσιο της διαδικασίας ολοκλήρωσης και των πρόσφατων εξελίξεων σε πολλούς τομείς,

Γ.   ανησυχώντας για τη σοβαρή ανισότητα που προέκυψε μεταξύ των εξουσιών που ανετέθησαν στα εκτελεστικά θεσμικά όργανα και στις τεχνικές αρχές και των δυνατοτήτων που αναγνωρίσθηκαν στα κοινοβούλια στο σύνολό τους σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή και τον έλεγχο στη λήψη νομοθετικών αποφάσεων και στις πολιτικές επιλογές της Ένωσης,

Δ.   εκτιμώντας ότι για να καλυφθεί το δημοκρατικό έλλειμμα και να διασφαλισθεί περαιτέρω η δημοκρατία στην Ένωση, πρέπει να ενισχυθεί η κοινοβουλευτική συνιστώσα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού θεσμικού συστήματος,

Ε.   εκτιμώντας ότι η εξουσία κύρωσης των κρατών μελών (που ασκείται είτε μέσω των εθνικών τους κοινοβουλίων είτε μέσω δημοψηφίσματος) δεν θίγεται στο πλαίσιο της Συνέλευσης που θεσπίσθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάκεν,

1.   εκφράζει την πεποίθηση ότι ο προβληματισμός των εθνικών κοινοβουλίων περί Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιστά αναγκαίο τον καλύτερο και ενιαίο προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων τους έναντι των εθνικών κυβερνήσεων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά:

- την ουσιαστική άσκηση της εξουσίας τους έναντι της αντίστοιχης κυβέρνησής τους,
- την συμβουλευτική πλαισίωση των εθνικών υπουργών και κυβερνήσεων σχετικά με τις δραστηριότητές τους στους κόλπους του Συμβουλίου·
- τον εκ μέρους των εθνικών κοινοβουλίων έλεγχο των θέσεων που υποστηρίζουν στο Συμβούλιο οι εθνικοί υπουργοί και κυβερνήσεις·
- τον προσανατολισμό της εφαρμογής της ευρωπαϊκής πολιτικής στα κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τα Ευρωπαϊκά Ταμεία·
- τον εκ μέρους των εθνικών κοινοβουλίων έλεγχο της εφαρμογής της ευρωπαϊκής πολιτικής στα κράτη μέλη, συγκεκριμένα όσον αφορά τις επιπτώσεις της πολιτικής αυτής και τη δημοσιονομική διαχείριση των πόρων που διαθέτει η ΕΕ·
- τον προσανατολισμό και έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ευρωπαϊκών οδηγιών και κανονισμών·
- την άσκηση των ιδίων καθηκόντων των εθνικών κοινοβουλίων όσον αφορά τη διακυβερνητική πολιτική και τις συνταγματικές υποθέσεις·
- τη συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων·

2.   συμπεραίνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν θεωρεί εαυτό ως αποκλειστικό αντιπρόσωπο των πολιτών και εγγυητή της δημοκρατίας σε σχέση με τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης ούτε επιδιώκει αποκλειστικά και μόνον την απόκτηση μεγαλύτερων εξουσιών αγνοώντας την αναγνώριση του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων·

3.   τονίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια αντιπροσωπεύουν πλήρως, καθένα στον τομέα του, τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης· συνεπώς, η αναγκαία κοινοβουλευτικοποίηση της Ένωσης πρέπει να βασισθεί στην επέκταση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για όλες τις αποφάσεις της Ένωσης και στην ενίσχυση των εξουσιών των εθνικών κοινοβουλίων έναντι των κυβερνήσεών τους,

4.   υπενθυμίζει ότι η Συνθήκη του Μάαστριχτ και η Συνθήκη του Άμστερνταμ έθεσαν τους πρώτους και σημαντικούς θεμέλιους λίθους για αυτήν την κοινοβουλευτικοποίηση·

5.   επισημαίνει με έμφαση για μία ακόμη φορά ότι, για να επιτευχθούν ο αναγκαίος εκδημοκρατισμός και κοινοβουλευτικοποίηση, είναι απολύτως απαραίτητο να καθιερωθεί η συναπόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε όλους τους τομείς νομοθετικού περιεχομένου·

6.   καλεί τα εθνικά κοινοβούλια να ασκήσουν πλήρως τις ελεγκτικές τους εξουσίες σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν ισχύει η συναπόφαση·

7.   επισημαίνει με ανησυχία ότι τα κοινοβούλια που εκλέγονται από το λαό σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να μεριμνούν από κοινού ώστε οι κυβερνήσεις να μη δημιουργούν νέα διακυβερνητικά δικαιώματα και μέσα, τα οποία θα αποκλείουν τη συμμετοχή των κοινοβουλίων, όπως ο «ανοικτός συντονισμός» ή η αποκαλούμενη από κοινού ρύθμιση·

8.   ζητεί να αποκλεισθεί η δυνατότητα να έχει κάποιος ταυτόχρονα την ιδιότητα του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενώ ασκεί συγχρόνως ανάλογα καθήκοντα σε εθνικό ή περιφερειακό κοινοβούλιο·

Ενίσχυση των εξουσιών των εθνικών κοινοβουλίων έναντι της κυβέρνησής τους

9.   επιθυμεί, το πρωτόκολλο που επισυνάφθηκε στη Συνθήκη του Άμστερνταμ σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων σε ό,τι αφορά την άναντα ενημέρωση των εθνικών κοινοβουλίων και τη δυνατότητά τους να παρεμβαίνουν κατά την φάση της προετοιμασίας των ευρωπαϊκών νομοθετικών κειμένων μέσω των εθνικών τους κυβερνήσεων στο Συμβούλιο, θα πρέπει να τροποποιηθεί σύμφωνα με το αίτημα που εξέφρασε ήδη η COSAC στις Βερσαλλίες·

10.   προτείνει, οι "καλύτερες πρακτικές" που χρησιμοποιούν τα εθνικά κοινοβούλια να αποτελέσουν αντικείμενο επαρκούς πληροφόρησης και διάδοσης αυτών των πληροφοριών και να δημιουργηθούν ιδανικές συνθήκες για την ανταλλαγή πληροφοριών, την αμοιβαία κατανόηση των εκατέρωθεν αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων και τη χρήση νέων τεχνολογιών ·

11.   επιβεβαιώνει ότι είναι έτοιμο να συμβάλει σε μια εις βάθος διαβούλευση με τα εθνικά κοινοβούλια στο πλαίσιο της συζήτησης και έγκρισης του προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και προκειμένου να εξασφαλισθεί ο σεβασμός της αρχής της επικουρικότητας στην κοινοτική νομοθετική διαδικασία·

12.   παρατηρεί ότι η COSAC αντιπροσωπεύει ένα αξιόλογο μέσο όρο ανταλλαγών και συγκλίσεων μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι δυνατότητες της οποίας δεν έχουν ακόμη πλήρως αξιοποιηθεί· είναι, ωστόσο, πεπεισμένο ότι χρειάζεται να διασφαλισθεί, στο πλαίσιο της αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην COSAC, μια εκπροσώπηση που θα σέβεται περισσότερο την πολιτική πολυφωνία·

13.   προτείνει να αναπτυχθεί και να συστηματικοποιηθεί η συνεργασία μεταξύ των κοινοβουλευτικών επιτροπών των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο σύνολο των τομέων που αφορούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, μεταξύ άλλων στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της κοινής ασφάλειας, της οικονομικής και νομισματικής Ένωσης, του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και των συνταγματικών υποθέσεων·

14.   τονίζει ότι θα ήταν σκόπιμο να ενταθεί και να βελτιωθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων όσον αφορά τα θέματα που σχετίζονται με την ΚΕΠΠΑ καθώς και την ΕΠΑΑ ώστε να διευκολυνθεί ο εκτεταμένος διάλογος μεταξύ των δύο οργάνων·

15.   προτείνει να συναφθεί "διακοινοβουλευτική συμφωνία" μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προκειμένου να οργανωθεί με συστηματικό τρόπο αυτή η συνεργασία, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει:

- τις αμοιβαίες ενδεικτικές δεσμεύσεις στο θέμα των προγραμμάτων πολυμερών ή διμερών συναντήσεων για ευρωπαϊκά ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, γενικής ή ειδικότερης, αναλόγως του τομέα, φύσης
- την ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων·

16.   διαπιστώνει ότι, στο πλαίσιο των συνεδριάσεων των πολιτικών ομάδων και των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, εγκαθιδρύονται συχνότερες και τακτικότερες επαφές στο εσωτερικό κάθε ευρωπαϊκής πολιτικής οικογένειας και επικροτεί το γεγονός ότι αυτές οι συναντήσεις συστηματικοποιούνται και μπορούν έτσι να ενισχύσουν και να εμπλουτίσουν το δημοκρατικό βίο τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο· τονίζει τη σημασία ενός νομικού καθεστώτος για τα ευρωπαϊκά κόμματα, τα οποία διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξη της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

Η διαδικασία λήψης αποφάσεων δεν πρέπει να γίνει πιο δύσκαμπτη

17.   διαπιστώνει εξάλλου ότι η ίδρυση Σώματος το οποίο θα αποτελείται από εκπροσώπους των εθνικών κοινοβουλίων δεν θα αποτελούσε λύση για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ορισμένα κοινοβούλια προκειμένου να ελέγξουν ιδίως την ευρωπαϊκή πολιτική της κυβέρνησής τους και θα χρησίμευε μόνο στον κατακερματισμό της κοινοτικής νομοθετικής διαδικασίας, εις βάρος της δημοκρατίας και της διαφάνειας·

18.   παρατηρεί, επιπλέον, ότι η διπλή νομιμότητα – Ένωση κρατών και λαών – ασκείται ήδη σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο νομοθετικό τομέα με τη συμμετοχή του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· ότι δεν είναι επιθυμητό να περιπλακεί και να καταστεί περισσότερο δύσκαμπτη η διαδικασία λήψης αποφάσεων· ότι είναι ανάγκη να αποφευχθεί μια νεφελώδης επαλληλία των ρόλων των ευρωπαϊκών και εθνικών θεσμικών οργάνων αντιστοίχως·

19.   υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η συμπεφωνημένη συμμετοχή εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στη μελλοντική Συνέλευση με σκοπό τη σύνταξη Συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης· ευελπιστεί ότι δυναμική συζήτηση θα οδηγήσει σε συμφωνία για κοινή προσέγγιση στα πλαίσια αυτής της Σύμβασης, κατά τρόπον ώστε να ομιλούν, στο μέτρο του δυνατού, με μια φωνή μεταφέροντας τις απόψεις των λαών της Ευρώπης για το πολιτικό μας μέλλον·

Προετοιμασία του μέλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Συνέλευση

20.   χαιρετίζει τη θεσμοποιημένη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και των αντιπροσώπων των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων στη Συνέλευση, γεγονός που επιτρέπει αισιοδοξία για μια αποτελεσματική προετοιμασία της μεταρρύθμισης των συνθηκών·

21.   τάσσεται υπέρ της ανάδυσης – έχει ήδη θεσπισθεί μέσω της Συνέλευσης που συνεστήθη από το Συμβούλιο του Λάκεν – μιας συνταγματικής εξουσίας η οποία θα ασκείται από κοινού από τα εθνικά κοινοβούλια, την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, πράγμα που θα επέτρεπε όχι μόνον την αποτελεσματική προετοιμασία της μεταρρύθμισης των συνθηκών, αλλά επίσης θα έδινε αυξημένη νομιμότητα στις προσπάθειες για ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και θα άνοιγε με τον τρόπο αυτό ένα νέο κεφάλαιο σε ό, τι αφορά το ρόλο των κοινοβουλίων στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση, θεσπίζοντας μια μείζονα θεσμική καινοτομία·

22.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή καθώς και στους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων και στα κοινοβούλια των κρατών μελών και των υποψηφίων χωρών.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

I.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.   Το ζήτημα του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων- και επομένως και των σχέσεων μεταξύ ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων – επανέρχεται στο προσκήνιο για πολλούς λόγους. Το Συμβούλιο της Νίκαιας, στη Δήλωση σχετικά με το μέλλον της Ένωσης που προσαρτάται στη Συνθήκη, υπέδειξε το ζήτημα ως ένα από τα τέσσερα θέματα που πρέπει να τεθούν στο επίκεντρο μίας ευρύτατης συζήτησης, που θα οδηγήσει σε μία νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη. Η υπόδειξη αυτή επιδέχεται διάφορες ερμηνείες: μπορεί να αντανακλά απόψεις, που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, αλλά και που δεν συγκλίνουν, σχετικά με τη θεσμική διάρθρωση και με τη συνολική ανάπτυξη της διευρυμένης Ένωσης που τελεί εν τω γενέσθαι. Για τον λόγο αυτό, είναι επιβεβλημένη μία σοβαρή προσπάθεια διασάφησης των πραγμάτων.

2.   Στην ουσία, αυτό που επανέρχεται σε πρώτο επίπεδο είναι το γενικότερο θέμα της δημοκρατικότητας της διαδικασίας ενοποίησης. Μειώνεται ή υπάρχει κίνδυνος αύξησης του «δημοκρατικού ελλείμματος της Ένωσης; Γίνεται αντιληπτή, στην προκειμένη περίπτωση, μία αυξανόμενη δυσπραγία των εθνικών κοινοβουλίων, λόγω της ανεπαρκούς προόδου που έχει επιτευχθεί σε επίπεδο δημοκρατικού ελέγχου της διαδικασίας ολοκλήρωσης και των πλέον προσφάτων εξελίξεών της σε διάφορους τομείς. Και δίκαια υπάρχει ο φόβος ότι με την μεγάλη διεύρυνση, που πλέον βρίσκεται προ των πυλών, το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκο και έντονο. Ανάλογη δυσαρέσκεια και ανησυχία εκφράζει επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Πρέπει να προστεθεί ότι θα ήταν μεγάλο λάθος να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα δεν γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες.

3.   Πράγματι, η απώλεια συναίνεσης στην κοινή γνώμη, η εξάπλωση φαινομένων αδιαφορίας, απογοήτευσης και δυσπιστίας έναντι της ανάπτυξης της Ένωσης, δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνον με όλα εκείνα που αποδεικνύονται ανεπαρκή ή μη πειστικά στη δράση της Ένωσης, στις συγκεκριμένες πολιτικές της, στις απαντήσεις της σε ερωτήματα και προσδοκίες που είναι σημαντικά για τη ζωή και το μέλλον των πολιτών, των οικογενειών και των πληθυσμών. Η διάδοση αυτών των φαινομένων οφείλεται επίσης σε ένα αίσθημα αποξένωσης, σε μία μεγάλη δυσκολία κατανόησης και συμμετοχής, στον φόβο αδυναμίας έναντι αποφάσεων που έρχονται από ψηλά, που δεν επηρεάζονται και δεν ελέγχονται.

4.   Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι για να ξανακερδίσουμε τη συναίνεση και την υποστήριξη των πολιτών των κρατών μας, είναι βασικό να δώσουμε στη φάση αυτή έμφαση σε «εκείνο που θέλουμε να κάνουμε μαζί», στα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και στις λύσεις που πρέπει να δοθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στα σχέδια που πρέπει να υλοποιηθούν σταδιακά μέσω μίας διευρυμένης Ένωσης και στις διάφορες πιθανές διαρθρώσεις της. Ωστόσο, από αυτό το ζήτημα «των περιεχομένων» δεν μπορεί να διαχωριστεί το ζήτημα «των μορφών» της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, το «πώς» μπορούμε να διαχειριστούμε τις εξελίξεις της, τα θεσμικά όργανα και τη λειτουργία τους. Τα ερωτήματα για την Ένωση που θέλουμε – σε μία Ευρώπη επιτέλους ενωμένη- αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο, απαιτούν ένα σχεδιασμό, ο οποίος θα εκφράζει τους πολίτες, καθώς θα διασφαλίζει περισσότερη δημοκρατία.

II.   «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ» ΚΑΙ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΩΝ

5.   Οι ανεπάρκειες της δημοκρατικής νομιμοποίησης της διαδικασίας ενοποίησης συνοψίστηκαν εδώ και καιρό στην έκφραση «δημοκρατικό έλλειμμα». Είτε θέλουμε να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε την έκφραση αυτή είτε όχι, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή δεν παρέμεινε ένας αφηρημένος ή καθαρά αμφισβητούμενος όρος: ακόμα και στην έκθεση του κ. Neyts-Uyttebroek, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο 1997, αναλύονται οι συγκεκριμένες παράμετροι του ελλείμματος αυτού. Η ανάλυση εκείνη εξακολουθεί να ισχύει σε μεγάλο βαθμό, και επομένως δεν θα επαναληφθεί στην παρούσα νέα έκθεση, σκοπός της οποίας είναι να περιοριστεί σε μία επανεξέταση και σε μία εκ νέου παρουσίαση του ζητήματος του ρόλου των κοινοβουλίων στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση, στην ζωή της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες εξελίξεις – από την Συνθήκη του Άμστερνταμ έως την Συνθήκη της Νίκαιας – καθώς και τις νέες προοπτικές.

6.   Θα ήταν σκόπιμο φυσικά να αναφέρουμε εκ νέου ότι το πρόβλημα της αύξησης της δημοκρατίας στην Ένωση είναι πιο ευρύ από εκείνο της αναγνώρισης και της αξιοποίησης του ρόλου των κοινοβουλίων. Άλλες βασικές πτυχές είναι η ανάπτυξη ισχυρότερων πολιτικών και κοινωνικών φορέων σε ευρωπαϊκή κλίμακα – κόμματα, σωματεία, οργανώσεις (ΜΚΟ) και κινήματα – ο πολλαπλασιασμός των μέσων συμμετοχής των πολιτών στη συζήτηση για την κατάσταση της Ένωσης, η δημιουργία ενός δημόσιου χώρου επικοινωνίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

7.   Όπως ειπώθηκε πολύ ορθά σε μία μελέτη που εκπονήθηκε για την XXIV COSAC (Διάσκεψη επί των Κοινοτικών Υποθέσεων Οργάνων των Κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) "αντιλαμβανόμεθα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την «κοινοβουλευτικοποίηση» του συστήματος λήψεως αποφάσεων της Ένωσης μέσω των κοινοβουλίων –το ευρωπαϊκό και τα εθνικά από κοινού- ως ένα αλλά ουσιαστικό μέσον για την οικοδόμηση μίας ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων πλήρως νομιμοποιημένης. Πρόκειται ωστόσο για ένα μέσο ουσιαστικό και απαραίτητο(1). Τα θεσμικά όργανα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας εξακολουθούν να αποτελούν, πράγματι, αναντικατάστατο πυλώνα της δημοκρατίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο: διέρχονται όμως από μία φάση σοβαρών δυσκολιών, τους λόγους των οποίων δεν μπορούμε να ερευνήσουμε στην παρούσα έκθεση, που ανάγονται όχι μόνο στις ιδιαιτερότητες της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά και στις βαθύτατες αλλαγές που σημειώθηκαν στις κοινωνίες μας, στις τεχνολογίες επικοινωνίας και στον πολιτικό ανταγωνισμό, στις ευαισθησίες και στις συμπεριφορές των ατόμων και των ομάδων. Καταβάλλεται, ωστόσο, κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να προσαρμόσουμε στις αλλαγές αυτές τον τρόπο ύπαρξης και λειτουργίας των θεσμικών οργάνων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και ιδίως των κοινοβουλίων, επαναπροσδιορίζοντας τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες τους.

8.   Η Ένωση βασίζεται σε μία διττή νομιμοποίηση καθόσον Ένωση Κρατών και Ένωση Λαών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια, καθώς εκλέγονται άμεσα από τους πολίτες, εκπροσωπούν εξίσου τους λαούς εντός της ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα συστήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε καθένα από τα κράτη μέλη της Ένωσης έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες και βασίζονται σε έναν πολύπλοκο ιστό πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων. Η σταθερότητα των εθνικών δημοκρατικών πλαισίων και η προσιτότητά τους για τους πολίτες αποτελούν μία κληρονομιά, την οποία δεν μπορούμε να απαρνηθούμε. Δεν είναι δυνατό, σε καμία περίπτωση, να μην επιδιωχθεί η «κοινοβουλευτικοποίηση» της Ένωσης, η οποία θα πρέπει να διασχίσει έναν ομαλό δρόμο, στηριζόμενη στους δύο πυλώνες της, ήτοι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση του γεγονότος αυτού, προσέχοντας να μην καλλιεργεί ένα υπεραπλουστευτικό σχήμα που θα του επιτρέπει, ολοένα και περισσότερο, να ασκεί κατ’ αποκλειστικότητα το ρόλο του εκπροσώπου των πολιτών και του εγγυητή της δημοκρατίας στις σχέσεις του με τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν πρέπει να προσπαθεί μόνο να διεκδικεί περισσότερες εξουσίες για τον εαυτό του, παραγνωρίζοντας το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων.

9.   Εξάλλου, θα ήταν εντελώς εσφαλμένο να πιστεύουμε ότι η δημοκρατία μπορεί να διασφαλισθεί και να επιβιώσει μόνο σε εθνική βάση, ότι δεν νοείται μία ανάπτυξη της δημοκρατίας, από θεσμική και πολιτική άποψη, και σε ευρωπαϊκή κλίμακα, ότι είναι αδύνατον να καλυφθεί το δημοκρατικό έλλειμμα της Ένωσης και με την ενίσχυση του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ότι επομένως, όχι μόνο θα πρέπει μόνο να αποθαρρύνουμε μία τέτοια ενίσχυση, αλλά θα πρέπει να βρούμε ένα δρόμο που θα οδηγήσει στην αποκατάσταση των παλαιών εξουσιών των εθνικών κοινοβουλίων.

10.   Πρέπει να έχουμε πλήρη επίγνωση ενός θεμελιώδους στοιχείου: τα κοινοβούλια, στο σύνολό τους – όχι τα μεν ή τα δε, όχι μόνο τα εθνικά κοινοβούλια σε σχέση με το Ευρωπαϊκό – δοκιμάζονται από μία έλλειψη ισορροπίας, που είναι ακόμη σοβαρή, μεταξύ των εξουσιών που χορηγούνται στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή και στη δυνατότητά τους συμμετοχής και ελέγχου στη διαδικασία διαμόρφωσης των νομοθετικών αποφάσεων και των πολιτικών κατευθύνσεων της Ένωσης. Είναι απαραίτητη επομένως η συνεργασία, ένα κοινό όραμα, μία κοινή δέσμευση, με τη διατήρηση των αντίστοιχων, διακριτών εξουσιών. Επαναλαμβάνουμε, με ακόμα πιο μεγάλη πεποίθηση, αυτά που αναφέρθηκαν στην έκθεση Neyts-Uyttebroek: «Η ποιότητα των σχέσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων είναι πρωταρχικής σημασίας για το συνολικό δημοκρατικό χαρακτήρα όλης της Ένωσης. Εάν γίνονταν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, είναι σίγουρο ότι θα δοκιμαζόταν η δημοκρατία. Εάν, αντίθετα, αναγνωρίσουν ότι έχουν μία κοινή αποστολή, η δημοκρατία στο τέλος θα νικήσει».

III.   ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ «ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ»

11.   Οι σημαντικότερες εξελίξεις στη διαδικασία της κοινοβουλευτικοποίησης, στο χρονικό διάστημα που έπεται της ήδη αναφερθείσας έκθεσης του 1997, αρχής γενομένης από την Συνθήκη του Άμστερνταμ, ήταν οι εξής:

- η διεύρυνση της εξουσίας νομοθετικής συναπόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και η ενίσχυση της συμμετοχής του στην ανάδειξη του Προέδρου της Επιτροπής
- η επισημοποίηση, με το Πρωτόκολλο αριθ. 9, του δικαιώματος των εθνικών κοινοβουλίων στην έγκαιρη ενημέρωση επί των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής, όπως προσδιορίζονται από το Συμβούλιο, καθώς και επί των εγγράφων αναφοράς, που συντάσσονται από την Επιτροπή
- η αναγνώριση, με το ίδιο Πρωτόκολλο, του ρόλου της COSAC.

Χωρίς να υποτιμούμε αυτά τα αποτελέσματα, πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε:

- όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εξακολουθούν να αποκλείονται από την εξουσία συναπόφασης του ίδιου ζητήματα, για τα οποία εγκρίθηκε η μετάβαση στη λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία: η Συνθήκη της Νίκαιας δεν θεράπευσε την ασυμμετρία αυτή, αλλά την επανέλαβε. Επίσης παρέμεινε άλυτο το πρόβλημα του προσδιορισμού των νομοθετικών πράξεων, δηλαδή της ιεράρχησης των κοινοτικών κανόνων.
- όσον αφορά τα εθνικά κοινοβούλια, η αποδοχή, εκ μέρους του Συμβουλίου του Άμστερνταμ, των αιτημάτων σχετικά με τον καθορισμό ελάχιστων χρονικών ορίων για την εξέταση, ιδίως, των κειμένων νομοθετικού χαρακτήρα, υπήρξε μερική και δεν ανταποκρινόταν, από πολλές απόψεις, στα αιτήματα που διατυπώθηκαν από την COSAC και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

12.   Προκαλεί, επίσης, έντονη δυσαρέσκεια και ανησυχία το γεγονός ότι διαφεύγουν από μία λειτουργία διεύθυνσης και ελέγχου – τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από τα εθνικά κοινοβούλια- τομείς που ήδη αναφέρθηκαν στην έκθεση και στο ψήφισμα του Ιουνίου του 1997: εκτός από τη γεωργική πολιτική, παραδοσιακό τομέα επέμβαση, άλλοι τομείς πιο πρόσφατης ανάπτυξης, δηλαδή η εξωτερική πολιτική και η πολιτική κοινής ασφάλειας, οι εσωτερικές υποθέσεις και η δικαιοσύνη, η οικονομική και νομισματική πολιτική στα πλαίσια της ΟΝΕ. Η Συνθήκη της Νίκαιας δεν επέτυχε στο ζήτημα αυτό καμία πρόοδο, ενώ επικύρωσε ιδιαίτερα πρωτοποριακές αποφάσεις, σε καθαρά διακυβερνητικό επίπεδο, όπως εκείνες που σχετίζονται με τη δημιουργία μίας κοινής πολιτικο-στρατιωτικής αμυντικής δομής.

13.   Γενικότερα, ως προς τις θεσμικές ισορροπίες, κατέστη προφανής και επίμονη μία τάση εξασθένησης της κοινοτικής μεθόδου και ενίσχυσης της διακυβερνητικής διάστασης της Ένωσης, όπως εκφράστηκε σαφέστερα με την υπογράμμιση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Οι σοβαροί περιορισμοί που, από την άποψη της διαφάνειας και της δυνατότητας ελέγχου, παρουσιάζει η δραστηριότητα του Συμβουλίου, επειδή είναι νομοθετικό όργανο, αντιμετωπίστηκαν μόνον επιφανειακά από μερικές διατάξεις της Συνθήκης του Άμστερνταμ. Το Συμβούλιο εξακολουθεί να αποφασίζει επί νομοθετικών θεμάτων κεκλεισμένων των θυρών.

14.   Αξιολογούνται θετικά: υπό την έννοια ενός μεγαλύτερου δημοκρατικού ανοίγματος, η διατύπωση και επομένως η ρύθμιση του άρθρου 255 της Συνθήκης ΕΚ για την πρόσβαση στα έγγραφα· υπό την έννοια της ενίσχυσης των εγγυήσεων για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η νέα διατύπωση – με τη Συνθήκη της Νίκαιας- των διατάξεων περί ενισχυμένης συνεργασίας.

IV.   ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ

15.   Αποτελεί κοινό συμφέρον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων να είναι τα τελευταία σε θέση να ασκούν με τον πλέον πρόσφορο τρόπο αρμοδιότητες κατεύθυνσης και ελέγχου έναντι των αντίστοιχων κυβερνήσεων, όντας μέλη του Συμβουλίου της Ένωσης. Αυτό αποτελεί την κύρια οδό για την επίτευξη της συμμετοχής των εθνικών κοινοβουλίων στη νομοθετική δραστηριότητα της Ένωσης, καθώς και στην ανάπτυξη των κοινών πολιτικών.

16.   Είναι βασικό να μπορούν τα εθνικά κοινοβούλια να παρεμβαίνουν στη φάση διαμόρφωσης των ευρωπαϊκών νομοθετικών κειμένων, εκφράζοντας απόψεις και παρατηρήσεις, τις οποίες θα πρέπει να δεσμεύονται να λαμβάνουν υπόψη οι αντίστοιχες κυβερνήσεις, μολονότι δεν είναι δυνατόν να αποτελούν δεσμευτικές εντολές. Από την άποψη αυτή, το Πρωτόκολλο του Άμστερνταμ επέτρεψε κάποια πρόοδο, αλλά όχι σε ικανοποιητικό βαθμό, όπως αποδείχθηκε από τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο που διανεμήθηκε για την προετοιμασία της XXIII COSAC.

Η COSAC που συνήλθε, επομένως, στις Βερσαλλίες διατύπωσε αιτήματα τροποποίησης του Πρωτοκόλλου, με ιδιαίτερη έμφαση στη διαβίβαση, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σε κάθε εθνικό Κοινοβούλιο, εγγράφων και προτάσεων νομοθετικού χαρακτήρα, αλλά ακόμα και προτάσεων για μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν σύμφωνα με τους τίτλους V και VI της Συνθήκης ΕΕ (εξωτερική πολιτική και πολιτική κοινής ασφάλειας, αστυνομική και δικαστική συνεργασία). Οι προθεσμίες που ήδη ορίστηκαν θα μπορούσαν να ισχύσουν επίσης για τις προτάσεις που αφορούν την ΚΕΠΠΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας). Τα αιτήματα δεν ελήφθησαν υπόψη στη ΔΚΔ (Διακυβερνητική Διάσκεψη) που συνήλθε στην Νίκαια: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να δεσμευθεί να υποστηρίξει τα εν λόγω αιτήματα εν όψει της προσεχούς ΔΚΔ και να ζητήσει να προχωρήσουμε ήδη από σήμερα και ουσιαστικά προς την κατεύθυνση αυτή.

17.   Το έγγραφο συζήτησης «Τα εθνικά κοινοβούλια και η Ευρωπαϊκή Ένωση» που εκπονήθηκε από τη σουηδική Προεδρία για την ειδική ομάδα εργασίας της COSAC (Μάιος 2001) παρέσχε μία ενημερωμένη εικόνα σχετικά με τους τρόπους και τις πρωτοβουλίες, με τις οποίες οι Επιτροπές για τα ευρωπαϊκά ζητήματα που λειτουργούν στο πλαίσιο των εθνικών κοινοβουλίων, και αυτά τα τελευταία στο σύνολό τους, επηρεάζουν την κοινοτική νομοθεσία και τις πολιτικές της Ένωσης, έχοντας ως συνομιλητές τις αντίστοιχες κυβερνήσεις. Η εξέταση των κειμένων, η διατύπωση γνωμοδοτήσεων και προτάσεων, η αντιπαραβολή με τις θέσεις των κυβερνήσεων και ο έλεγχος των συμπεριφορών τους εμφανίζουν εντελώς διαφορετικό βαθμό αποτελεσματικότητας από χώρα σε χώρα: υπάρχουν ακόμα ευρύτατα περιθώρια για την ανάπτυξη αυτών των λειτουργιών – ακόμα και με τη διάδοση των βέλτιστων πρακτικών – το δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σκοπεύει να συμβάλλει στη δημιουργία ακόμα πιο ευνοϊκών συνθηκών, προκειμένου να μπορούν να εκπληρωθούν πλήρως οι λειτουργίες αυτές. Η μελέτη, και επομένως η διάδοση των ορθοτέρων πρακτικών μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη, έστω και αν πρέπει φυσικά να λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος διαδικασίας που χαρακτηρίζει το κάθε εθνικό κοινοβούλιο.

18.   Αρκετές διαφορές εμφανίζει η κατάσταση όσον αφορά τους τρόπους συζήτησης και λήψεως αποφάσεων στα επιμέρους εθνικά κοινοβούλια, ως προς την μεταφορά των κοινοτικών οδηγιών. Σημαντική και στο επίπεδο αυτό είναι η κοινοποίηση και η διάδοση των καλύτερων εμπειριών.

19.   Πρέπει τέλος να εξεταστεί προσεκτικά το ζήτημα της μετάδοσης επαρκών πληροφοριών στα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με τις δραστηριότητες των Επιτροπών συνδιαλλαγής και με τις διαδικασίες «επιτροπολογίας».

V.   ΝΕΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΩΝ

20.   Τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη και ενίσχυση: ανταλλαγές επισκέψεων και αντιπροσωπειών, διμερείς συναντήσεις μεταξύ ομολόγων Επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των επιμέρους εθνικών κοινοβουλίων, πολυμερείς συναντήσεις μεταξύ ομολόγων Επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και όλων των εθνικών κοινοβουλίων, περιοδικές συναντήσεις μεταξύ της Επιτροπής Θεσμικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αντιπροσωπειών των εθνικών κοινοβουλίων κατά την διάρκειας της ΔΚΔ 2000 και στη μετέπειτα φάση (με την πρόσκληση εκπροσώπων των εθνικών κοινοβουλίων σε όλες τις συνόδους εκείνης της Επιτροπής), κ.λπ. Πρέπει να προχωρήσουμε προς την κατεύθυνση αυτή, χωρίς να παραγνωρίζουμε πτυχές όπως εκείνες της ανταλλαγής εγγράφων, της αμοιβαίας ενημέρωσης, της συνεργασίας με σκοπό την απόκτηση γνώσεων για την εμβάθυνση θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος και πρέπει ιδιαίτερα να ενισχυθούν οι συναντήσεις μεταξύ επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων που είναι αρμόδιες για τις εξωτερικές υποθέσεις στην ασφάλεια και την άμυνα μεταξύ των αντιστοίχων επιτροπών που είναι αρμόδιες για τις πολιτικές της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

21.   Θα έπρεπε να εξετασθεί και η δυνατότητα σύναψης μίας αληθινής διακοινοβουλευτικής συμφωνίας που θα καθιστά συστηματικές και προγραμματικές πολλές μορφές διαβούλευσης και συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων. Δεν πρόκειται για μία συμφωνία επισήμως δεσμευτική, όπως είναι οι συμφωνίες-πλαίσιο μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, θα μπορούσε όμως επίσης να προσδιορίσει δεσμεύσεις και κριτήρια συμπεριφοράς αποδεκτές από τα συμβαλλόμενα μέρη και να συμβάλει στη δημιουργία ενός κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης πέραν μιας πιο τακτικής και πλήρους περιεχομένου ανάπτυξης της συνεργασίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων. Πρόκειται για μία συνεργασία διαπνεόμενη από την αρχή της συμπληρωματικότητας που δεν παραβλέπει το διαφορετικό χαρακτήρα των αντιστοίχων αποστολών και απόψεων και σεβόμενη την αυτονομία του κάθε οργάνου. Το βήμα στο οποίο θα εκπονηθεί και θα προσυπογραφεί μία παρόμοια συμφωνία θα μπορούσε να είναι η Διάσκεψη Προέδρων των Κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

22.   Ένα σημαντικό βήμα διαβούλευσης και συζήτησης, όχι μόνο μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων, αλλά και μεταξύ αυτών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είναι η COSAC. Το Πρωτόκολλο του Άμστερνταμ χορήγησε σε αυτή σημαντικές εξουσίες παρουσίασης των παρατηρήσεών της στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, με ιδιαίτερη αναφορά στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης και στην εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας. Το πολιτικό κύρος και η σταθερότητα κατά τη διάρκεια κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου, των εθνικών αντιπροσωπειών θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη σημασία και τη λειτουργικότητα αυτού του θεσμικού οργάνου.

23.   Εξακολουθεί να μην υπάρχει επαρκής συναίνεση στο ζήτημα της σύγκλησης Διασκέψεων των κοινοβουλίων (εθνικά και Ευρωπαϊκό), που είχε αναφερθεί στην δήλωση αρ. 14 που προσαρτάται στη Συνθήκη του Μάαστριχ.

24.   Σημαντικά καθήκοντα εκτελούνται και ακόμα περισσότερο θα μπορούν να εκτελεστούν από τη Διάσκεψη των Προέδρων των εθνικών κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό αυτό το πνεύμα προτάθηκε – στην παράγραφο 21 – να ανατεθεί στη Διάσκεψη ένας σημαντικός ρόλος στην υπόθεση μιας "διακοινοβουλευτικής συμφωνίας".

25.   Ένα νέο τομέα πρωτοβουλίας αποτελούν οι συναντήσεις μεταξύ των υπευθύνων των διαφόρων πολιτικών οικογενειών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια. Μέσω της οδού αυτής μπορεί να υλοποιηθεί εκείνο που μέχρι τώρα έλειπε σε σημαντικό βαθμό: μία προσπάθεια αμοιβαίας ενημέρωσης και κατανόησης μεταξύ εκπροσώπων συναφών πολιτικών δυνάμεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια, προκειμένου να επιτευχθεί προσέγγιση των ευαισθησιών και των ιδεών τους. Στην κατεύθυνση αυτή ωθεί και η δέσμευση, που πηγάζει από το Συμβούλιο της Νίκαιας, να ενισχυθεί ο ρόλος των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων.

VI.   ΑΛΛΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΥΠΟ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

26.   Επαναλαμβάνεται για άλλη μία φορά από ορισμένα εθνικά κοινοβούλια, αλλά χωρίς να εισπράττει τη σύμφωνη γνώμη πολλών άλλων, η υπόθεση ενός δεύτερου κοινοβουλευτικού σώματος που θα συγκροτείται από μέλη των εθνικών κοινοβουλίων. Η πρόταση πηγάζει από την πεποίθηση ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμότητα της Ένωσης και να δοθεί απάντηση στην ανησυχία για το γεγονός ότι τα εθνικά κοινοβούλια βλέπουν να μειώνεται ολοένα και περισσότερο η επιρροή τους στην διαδικασία λήψης αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στις εξελίξεις της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Πιστεύουμε ότι οι απαντήσεις στην ανησυχία αυτή μπορούν να διαφέρουν – όπως προκύπτει από το παρόν έγγραφο – από εκείνη της δημιουργίας ενός δευτέρου Σώματος.

Το τελευταίο αυτό θα αντιπροσώπευε ένα νέο θεσμικό όργανο μη εκλεγόμενο άμεσα από τους πολίτες και θα μεταφραζόταν σε μία περαιτέρω επιβάρυνση της ήδη πολύπλοκης θεσμικής δομής της Ένωσης. Οι δυσχέρειες λειτουργίας ενός Σώματος τα μέλη του οποίου είναι και μέλη των εθνικών κοινοβουλίων είναι ήδη αποδεδειγμένες και εμφανίζονται τέτοιες ώστε να οδηγούν ορισμένους εκ των προτεινόντων ένα δεύτερο Σώμα να προβλέψουν μία μείωση στο ελάχιστο των ημερίδων συνόδου κατά τη διάρκεια του έτους και ουσιαστικά των καθηκόντων που πρέπει να εκπληρωθούν. Ξεκινώντας όμως και από προτάσεις επιφανειακά περιορισμένες όσον αφορά τα καθήκοντα και τις εξουσίες ενός δευτέρου Σώματος – εξέταση που προηγείται κάθε κειμένου από πλευράς εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας, εξουσίες ελέγχου ή συμβουλευτικές εξουσίες επί θεμάτων του σημερινού δεύτερου και τρίτου πυλώνα – θα προσδιοριζόταν μία συγκεχυμένη επικάλυψη μεταξύ του ρόλου του υποτιθέμενου δευτέρου Σώματος και των ρόλων των άλλων θεσμικών οργάνων όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα ίδια τα εθνικά κοινοβούλια.

Χρειάζεται αντίθετα να ενισχυθούν οι εξουσίες των τελευταίων έναντι των αντιστοίχων κυβερνήσεων, να εδραιωθεί και να αναπτυχθεί ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τόσο στο επίπεδο της νομοθετικής συναπόφασης, όσο και σε επίπεδο λειτουργιών πολιτικής κατεύθυνσης και ελέγχου, να οικοδομηθεί μία στενότερη και αποτελεσματικότερη συνεργασία μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων εμπεριέχουσα μεταξύ άλλων και μία νέα κοινή εξουσία όπως θα αναφερθεί στο κεφάλαιο VII: αυτή είναι η κύρια οδός την οποία πρέπει να ακολουθήσουμε.

27.   Η υπόθεση, που παρουσιάστηκε από τον γάλλο πρωθυπουργό Jospin, για μία «Μόνιμη Διάσκεψη των κοινοβουλίων ή Συνέδριο», φαίνεται και στην περίπτωση αυτή ότι παραβλέπει τον σημερινό και δυνάμει ρόλο ενός ήδη υφισταμένου οργάνου όπως η COSAC. Όσον αφορά τις μελλοντικές διαδικασίες κύρωσης των Συνθηκών είναι ακόμη πρόωρη η υπόθεση εν μέρει λύσεων του προβλήματος.

28.   Η υπόθεση της συμμετοχής ενός ή περισσότερων εκπροσώπων κάθε εθνικού κοινοβουλίου μαζί με τον αντίστοιχο Υπουργό στις συνόδους των Συμβουλίων Υπουργών κατά το νομοθετικό έργο παρουσιάζει τον κίνδυνο που επισημάνθηκε στην προαναφερθείσα έκθεση της σουηδικής Προεδρίας για την XXIV COSAC, κίνδυνο που είναι δύσκολο να υπερκερασθεί και συγκεκριμένα "να υπάρξει σύγχυση μεταξύ των διαφορετικών ρόλων της εθνικής κυβέρνησης και του εθνικού κοινοβουλίου" με συνέπεια σοβαρές στρεβλώσεις στις σχέσεις μεταξύ κυβερνήσεων και κοινοβουλίων στις χώρες της Ένωσης".

VII.   ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΩΝ

29.   Η συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων, μέσω 30 αντιπροσώπων, και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μέσω 16 εκπροσώπων, στον οργανισμό που είναι επιφορτισμένος με την κατάρτιση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης αποτέλεσε μία πρωτότυπη εμπειρία σημαντικής αξίας, η οποία ανοίγει το δρόμο σε μία καινοτομία πρωταρχικής σημασίας για το ρόλο των κοινοβουλίων στην οικοδόμηση της διευρυμένης Ένωσης. Η Διάσκεψη χαρακτηρίζεται από την αναγνώριση, σε ίση βάση, της συνεισφοράς τεσσάρων θεσμικών φορέων- μαζί με τα κοινοβούλια, τις εθνικές κυβερνήσεις και την Επιτροπή- στον καθορισμό ενός κειμένου ιδιαιτέρως δεσμευτικού, το οποίο προορίζεται να ενσωματωθεί στις Συνθήκες. Πρόκειται για την αναγνώριση in nuce μίας κοινής ευθύνης στην άσκηση της «συντακτικής εξουσίας» που μέχρι τώρα ανήκε μόνο στις κυβερνήσεις.

30.   Με τη Δήλωση για το μέλλον της Ένωσης που προσαρτάται στη Συνθήκη της Νίκαιας, οι αρχηγοί των κρατών και των κυβερνήσεων οριοθέτησαν μία διαδικασία που θα πρέπει να ολοκληρωθεί με μία νέα διακυβερνητική Διάσκεψη μέχρι το 2004, χωρίς να επαναληφθεί ο πεπερασμένος πλέον τρόπος παρουσίασης της ΔΚΔ 2000. Αποτελεί πεποίθηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- που εκφράστηκε και στο ψήφισμα της 31ης Μαΐου – ότι μία παρόμοια διαδικασία θα πρέπει να περιστρέφεται γύρω από έναν οργανισμό όπως η ήδη δοκιμασμένη Διάσκεψη, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη το διαφορετικό χαρακτήρα της εντολής που θα πρέπει να εκπληρωθεί σε σχέση με εκείνη της κατάρτισης του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και της δέσμευσης που απορρέει από το άρθρο 48 της Συνθήκης για τον οριστικό καθορισμό των κειμένων που θα συνεπάγονται αναθεωρήσεις των Συνθηκών, η οποία ανατίθεται στην Διάσκεψη των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών.

31.   Η νέα Διάσκεψη – η σύνθεση της οποίας θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τα τέσσερα θεσμικά όργανα που ήδη ασχολήθηκαν με την κατάρτιση του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων – θα κληθεί να αναλάβει καθήκοντα που θα περιλαμβάνουν την εκπόνηση ενός πραγματικού κειμένου ευρωπαϊκού Συντάγματος. Παρόλο που αυτό το τελευταίο θα πρέπει να υποβληθεί προς αξιολόγηση στην ΔΚΔ, η οποία θα πρέπει να λάβει την τελική απόφαση, εμφανίζεται μία υπέρβαση του παραδοσιακού σχήματος των διεθνών Συνθηκών που υπογράφονται από τις κυβερνήσεις και κυρώνονται από τα κοινοβούλια.

32.   Αυτό θα οδηγούσε στη χορήγηση στα εθνικά κοινοβούλια – που μέχρι τώρα καλούνται απλώς να αποφασίσουν με ένα «ναι» ή «όχι» την κύρωση – και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο- που επί του παρόντος δεν δικαιούται ούτε να εκφράσει τη σύμφωνη γνώμη του για τις αναθεωρήσεις των Συνθηκών – μίας συντακτικής συν-εξουσίας, ή μίας συντακτικής εξουσίας την οποία θα ασκεί από κοινού με τις εθνικές κυβερνήσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα άρχιζε ένα νέο κεφάλαιο στο ρόλο των κοινοβουλίων στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση.

(1)Andreas Maurer - Paper for Working Group Meeting, XXIV COSAC, Απρίλιος 8-9, 2001


ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

του κ. Georges BERTHU (NI),

μέλους της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων

Η έκθεση σχετικά με τις σχέσεις Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου/εθνικών κοινοβουλίων δεν μπορεί να συμβάλει στην επίλυση της κρίσης περί δημοκρατικής νομιμότητας που πλήττει την Ευρωπαϊκή Ένωση διότι παραμένει στο πλαίσιο ιδεών που έχουν ήδη συμβάλει σε αυτή την κρίση.

Περιορίζει πράγματι τα Ευρωπαϊκά Κοινοβούλια σε ένα ρόλο ελεγκτή έναντι των αντιστοίχων κυβερνήσεών τους, ένα ρόλο που έχει ακρωτηριασθεί μετά την επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο, με αποτέλεσμα να διαρραγεί η σχέση μεταξύ ευρωπαϊκών αποφάσεων και κάθε λαού ξεχωριστά. Επιθυμεί επίσης να διευρύνει τις εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου χωρίς να δίνει σημασία στο γεγονός ότι η νομιμότητα παρέχεται κατά βάση από τους πολίτες στο εθνικό κοινοβουλευτικό επίπεδο.

Προκειμένου να αναζωογονηθεί η δημοκρατία στην Ευρώπη, πρέπει να δοθεί σε κάθε λαό μια εξουσία λήψης αποφάσεων ορατή σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρέπει ως εκ τούτου να θεωρούμε στο εξής ότι η θέση των εθνικών κοινοβουλίων έγκειται, όχι στην περιφέρεια, αλλά στο κέντρο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Το Συμβούλιο της Νίκαιας φαίνεται να είχε αυτή την ενόραση όταν ενέγραψε στην ημερήσια διάταξη της προσεχούς ΔΚΔ το θέμα του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης (και όχι στο περιθώριο αυτής της οικοδόμησης).

Για να εμβαθύνουμε σε αυτή την ιδέα, στην έκθεση που υποβάλαμε στην διακομματική ομάδα SOS Δημοκρατία, προτείνεται ιδίως η "κοινοβουλευτικοποίηση" του συμβιβασμού του Λουξεμβούργου, η ανάθεση του ελέγχου της επικουρικότητας στα εθνικά κοινοβούλια, η δημιουργία τομεακών συνελεύσεων στο πλαίσιο των εθνικών κοινοβουλίων και η ανάπτυξη νέων μεθόδων εργασίας σε δίκτυο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα σε καμπή. Πρέπει να αποδειχθεί ικανή για αυτή τη μεγάλη προσπάθεια για φαντασία και ανανέωση του δημοκρατικού βίου. Άλλως, θα βουλιάξει στο εγχείρημα ενός τεχνοκρατικού οικοδομήματος αποκομμένου από τους λαούς.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΚΟΙΝΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

6 Δεκεμβρίου 2001

προς την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης

(2001/2023(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Luís Queiró

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Κατά τη συνεδρίασή της στις 20 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής όρισε συντάκτη γνωμοδότησης τον Luís Queiró.

Κατά τις συνεδριάσεις της στις 9 Οκτωβρίου, 3 και 4 Δεκεμβρίου 2001, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο γνωμοδότησης.

Κατά την τελευταία από τις συνεδριάσεις αυτές, ενέκρινε τα ακόλουθα συμπεράσματα ομόφωνα με 2 αποχές.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές: Βαρώνη Nicholson of Winterbourne, ασκούσα την προεδρία· William Francis Newton Dunn, αντιπρόεδρος· Luis Queiró, εισηγητής· Αλέξανδρος Αλαβάνος (αναπλ. Pedro Marset Campos), Andre Brie, Carlos Carnero González (αναπλ. Αλέξανδρου Μπάλτα), Véronique De Keyser, Pere Esteve, Monica Frassoni (αναπλ. Daniel Marc Cohn-Bendit), Ingo Friedrich, PerGahrton, Gerardo Galeote Quecedo, Cristina Garcia-Orcoyen Tormo (αναπλ. Λόρδου Bethell), Jas Gawronski, Vitalino Gemelli (αναπλ. Gunilla Carlsson), Vasco Graça Moura (αναπλ. John Walls Cushnahan), Ευστράτιος Κόρακας, Jan Joost Lagendijk, Armin laschet (αναπλ. Michael Gahler), Rolf Linkohr (αναπλ. Magdalene Hoff, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Hanja Maij-Weggen (αναπλ. Alfred Gomolka), Erika Mann (αναπλ. Mario Soares σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Hugues Martin, Miguel Angel Martínez Martínez (αναπλ. Jan Marinus Wiersma, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Linda McAvan, Emilio Menéndez del Valle, Sami Naïr, Raimon Obiols i Germa, José Pacheco Pereira, Jacques F. Poos, Mechtild Rothe (αναπλ. Klaus Hänsch), Jannis Sakellariou, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra, Jacques Santer, Giacomo Santini (αναπλ. Amalia Sartori, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Konrad K. Schwaiger (αναπλ. Alain Lamassoure σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Maria Sornosa Martinez (αναπλ. Hannes Swoboda σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Ιωάννης Σουλαδάκης, Gary Titley, Paavo Väyrynen, Matti Wuori και Χρήστος Ζαχαράκις.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

A.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κύριος σκοπός της παρούσας γνωμοδότησης είναι να εξετάσει τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ/ΚΕΠΑΑ και το πώς θα καλυφθούν με τον καλύτερο τρόπο τα υπάρχοντα κενά της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την κοινοβουλευτική διάσταση των δύο αυτών πολιτικών σε ό,τι αφορά τη μετά τη Συνθήκη της Νίκαιας περίοδο.

Η Συνθήκη του Άμστερνταμ κατοχυρώνει στο κεφάλαιο 19 το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων εισάγοντας ένα πρωτόκολλο για το   ν ρόλο τους στους κόλπους της ΕΕ, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη της ΕΕ, όπως και στις Συνθήκες για την ίδρυση της ΕΟΚ, της ΕΚΑΧ και της ΕΚΑΕ. Ωστόσο, καμία από τις διατάξεις αυτές δεν αφορά τον Τίτλο V της Συνθήκης της Ένωσης, με αποτέλεσμα οι διατάξεις σχετικά με την ΚΕΠΠΑ να μην περιλαμβάνονται στην ενημέρωση αυτή. Έτσι, στον τομέα της ΚΕΠΠΑ/ΚΕΠΑΑ, τα εθνικά κοινοβούλια συνεχίζουν να διατηρούν και να ασκούν τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, ιδιαίτερα όσον αφορά τις στρατιωτικές δαπάνες και τις επιχειρησιακές υποθέσεις που αφορούν τον ίδιο το στρατό τους. Θεωρούμε λοιπόν προφανές ότι η ορθή άσκηση των καθηκόντων τους προϋποθέτει την ενίσχυση του δικαιώματός τους να ενημερώνονται για το σύνολο των θεμάτων που αφορούν την εξωτερική πολιτική και την κοινή ασφάλεια της ΕΕ, και ειδικότερα για το σύνολο των μέσων που διαθέτει η ΚΕΠΠΑ και τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 12 της Συνθήκης της Ένωσης (τις αρχές και τις γενικές κατευθύνσεις της ΚΕΠΠΑ, τις κοινές στρατηγικές, τις κοινές δράσεις, τη συστηματική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών).

Αν και επί του παρόντος ο υφιστάμενος βαθμός αμοιβαίας ικανοποίησης απέχει πολύ από το ιδανικό, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος της ΚΕΠΑΑ ασκείται σε δύο επίπεδα: σε ευρωπαϊκό (για την πρόληψη και την πολιτική διαχείριση των κρίσεων, κάτι που εξασφαλίζει το ΕΚ) και σε εθνικό (για τη στρατιωτική διαχείριση των κρίσεων, ένας έλεγχος που εξασφαλίζεται κυρίως από τα εθνικά κοινοβούλια). Στην πράξη τούτο συνεπάγεται την αλληλεπίδραση - στις διάφορες φάσεις προγραμματισμού, λήψης και εκτέλεσης αποφάσεων - πολυάριθμων εργαλείων και μέσων που ενίοτε έχουν υπερεθνικό και ευρωπαϊκό χαρακτήρα, ενίοτε δε διακυβερνητικό και εθνικό. Συνεπώς, δεν πρόκειται για συλλογική ευθύνη ελέγχου σχετικά με τη διαχείριση των κρίσεων στην Ένωση, αλλά για δύο διαφορετικά επίπεδα ελέγχου που βρίσκονται υπό την ευθύνη είτε του ΕΚ είτε των εθνικών κοινοβουλίων. Θεωρούμε λοιπόν ότι εάν τα δύο αυτά επίπεδα, το ευρωπαϊκό και το εθνικό, ασκούνται με τρόπο συντονισμένο, θα μπορέσουν να εγγυηθούν τον κατάλληλο έλεγχο και την αρμόζουσα κοινοβουλευτική παρακολούθηση τόσο οριζοντίως (στο σύνολο των θεμάτων και των φάσεων της ΚΕΠΑΑ), όσο και καθέτως (σε σχέση με τις δράσεις μεταξύ των πυλώνων και τα απαραίτητα ευρωπαϊκά και εθνικά μέσα και μέτρα για την εφαρμογή της πολιτικής αυτής).

Τέλος, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται και συζητεί την ΚΕΠΑΑ, της οποίας ψηφίζει τον διοικητικό προϋπολογισμό, ενώ τα εθνικά κοινοβούλια ψηφίζουν τα μέσα που τίθενται στη διάθεσή της, χωρίς πραγματικά να συμμετέχουν στην επεξεργασία της. Προφανώς, η κατάσταση αυτή πρέπει να διορθωθεί.

B.   ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΜΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΝ ΚΕΠΑΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ Ε.Κ. ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΧΩΡΩΝ

Κατά την άποψη του συντάκτη γνωμοδότησης, και λαμβάνοντας υπόψη το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ο καλύτερος τρόπος να εφαρμοστούν οι προτάσεις που εξέφρασε το ΕΚ στα ψηφίσματα της 15ης Ιουνίου και 30ής Νοεμβρίου 2000, δηλαδή η οργάνωση τακτικής ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των διαφόρων κοινοβουλίων, και ο καλύτερος τρόπος να διασφαλιστεί η κατάλληλη κοινοβουλευτική εποπτεία της ΚΕΠΑΑ μεταξύ του ΕΚ και των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών και των υποψήφιων χωρών, θα ήταν η διεύρυνση των συναντήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί έως σήμερα μεταξύ των προέδρων των επιτροπών εξωτερικών υποθέσεων και άμυνας των κοινοβουλίων των κρατών μελών και του Ε.Κ. και η τακτική σύγκληση μιας κοινοβουλευτικής διάσκεψης με αντικείμενο την ΚΕΠΑΑ. Στη διάσκεψη αυτή θα συμμετέχουν αυτεπάγγελτα οι πρόεδροι των επιτροπών εξωτερικών υποθέσεων και άμυνας των εθνικών κοινοβουλίων και του ΕΚ, καθώς και άλλα μέλη των ενδιαφερομένων επιτροπών, με μέγιστο αριθμό μελών 6 ανά χώρα και ίσο αριθμό εκπροσώπων του Ε.Κ. Επιπλέον, στη διάσκεψη αυτή θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των κοινοβουλίων των υποψήφιων χωρών και των κρατών μελών του ΝΑΤΟ που δεν είναι μέλη της ΕΕ, οι οποίοι θα μπορούν να συμμετέχουν υπό συγκεκριμένους όρους. Η λύση αυτή, της οποίας η δημοκρατική και κοινοβουλευτική νομιμότητα δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, έχει το πλεονέκτημα να παρέχει ένα ευέλικτο πλαίσιο για τις συναντήσεις όλων των κοινοβουλευτικών οργάνων που πραγματοποιούνται για την εφαρμογή της ΚΕΠΑΑ. Η τακτική τέλεση των συνεδριάσεων της κοινοβουλευτικής διάσκεψης για την ΚΕΠΠΑ θα αποτελεί τη σωστή μέθοδο ώστε να μπορούν όλα αυτά τα κοινοβουλευτικά όργανα να πραγματοποιήσουν τις εργασίες τους ανάλογα με τις αρμοδιότητές τους. Πρέπει ωστόσο να τονισθεί ότι η λύση αυτή δεν επιτρέπει αυτό που ονομάζεται υπολειμματικά καθήκοντα της ΔΕΕ (κυρίως τη συνεργασία σχετικά με τους εξοπλισμούς και τη ρήτρα αμοιβαίας αρωγής που προβλέπει το άρθρο V της τροποποιημένης Συνθήκης των Βρυξελλών), οι οποίες δεν έχουν μεταφερθεί στην αρμοδιότητα της ΕΕ. Επιπλέον, θα πρέπει να συνεχίσει να διασφαλίζεται το γεγονός ότι τα συνδεδεμένα κράτη μέλη, οι παρατηρητές και οι συνδεδεμένοι εταίροι στο πλαίσιο της ΔΕΕ θα παραμείνουν άρρηκτα προσηλωμένοι στον προσδιορισμό της ΚΕΠΠΑ.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής καλεί την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων, ως αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην πρόταση ψηφίσματος που θα εγκρίνει τα ακόλουθα συμπεράσματα:

1.   επισύρει την προσοχή στο γεγονός ότι οι αρμοδιότητες για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας πρέπει να κατανέμονται μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων σύμφωνα με τα αντίστοιχα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους όπως απορρέουν από τις σχετικές συνθήκες και συντάγματα·

2.   επισημαίνει ότι τα εθνικά κοινοβούλια των δεκαπέντε κρατών μελών της ΕΕ ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο στην πολιτική ασφάλειας και άμυνας των κυβερνήσεών τους, εφ' όσον παραμένει η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας μια καθαρά διακρατική μορφή της συνεργασίας, και ότι εξακολουθούν να έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά τις στρατιωτικές δαπάνες καθώς και τη χρησιμοποίηση των εθνικών ενόπλων δυνάμεων· υπογραμμίζει ότι τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να εκμεταλλεύονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα δύο αυτά σημαντικά μέσα ελέγχου έναντι των κυβερνήσεών τους·

3.   τονίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως μοναδικό άμεσα εκλεγμένο από τους πολίτες της Ευρώπης όργανο της ΕΕ, είναι, βάσει των συνθηκών, από κοινού αρμόδιο με τα εθνικά κοινοβούλια για τον έλεγχο της ΚΕΠΠΑ και, κατά συνέπεια, και της ΕΠΑΑ· υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκεί σήμερα τον εποπτικό του ρόλο μέσω του δικαιώματος πληροφόρησης και διαβούλευσης που του εκχωρεί το άρθρο 21 της Συνθήκης ΕΕ καθώς και μέσω των δημοσιονομικών εξουσιών όσον αφορά τον προϋπολογισμό της ΚΕΠΠΑ που διαθέτει ως το ένα σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής δυνάμει του άρθρου 28 της Συνθήκης ΕΕ και της διοργανικής συμφωνίας της 6ης Μαΐου 1999·

4.   τονίζει ότι θα ήταν σκόπιμο να ενταθεί και να βελτιωθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων όσον αφορά τα θέματα που σχετίζονται με την ΚΕΠΠΑ καθώς και την ΕΠΑΑ ώστε να διευκολυνθεί ο εκτεταμένος διάλογος μεταξύ των δύο οργάνων·

5.   υπογραμμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και συγκεκριμένα η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής, πρέπει να συνεχίσει να ενημερώνεται τακτικά από το μέλος της Επιτροπής που είναι αρμόδιο για τις εξωτερικές σχέσεις καθώς και από τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου – Ύπατο Εκπρόσωπο της ΕΕ για την ΚΕΠΠΑ σχετικά με τις τρέχουσες εξελίξεις της ΚΕΠΠΑ/ΕΠΑΑ και σχετικά με τις συνόδους του Συμβουλίου·

6.   προτείνει να συνεδριάζει τακτικά μια κοινοβουλευτική διάσκεψη με αντικείμενο την ΕΠΑΑ που θα συγκαλούν από κοινού το κοινοβούλιο του κράτους μέλος που ασκεί την Προεδρία και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέσω της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής· εκτιμά ότι οι πρόεδροι των επιτροπών εξωτερικών σχέσεων, των επιτροπών άμυνας και των επιτροπών για τις υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόσο των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών και των υποψηφίων χωρών όσο και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να συμμετέχουν στη διάσκεψη αυτή· εκτιμά επίσης ότι θα πρέπει να διευρυνθεί η διάσκεψη με τη συμμετοχή πρόσθετων μελών από διάφορες επιτροπές ούτως ώστε να εξασφαλίζεται μια ευρύτερη πολιτική εκπροσώπηση σε ισότιμη βάση με τους εκπροσώπους του Ε.Κ.· στόχος της διάσκεψης πρέπει να είναι η επανεξέταση, σε συνεργασία με την Προεδρία του Συμβουλίου, τον Ύπατο Εκπρόσωπο για την ΚΕΠΠΑ και τον αρμόδιο για τις εξωτερικές σχέσεις Επίτροπο, της ανάπτυξης της κοινής πολιτικής της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας ώστε να διασφαλίζεται ο κοινοβουλευτικός έλεγχος επί της εν λόγω πολιτικής·

7.   εκτιμά ότι θα ήταν επίσης επιθυμητή η υπό όρους συμμετοχή στις εργασίες της κοινοβουλευτικής διάσκεψης για την ΕΠΑΑ, των κοινοβουλίων των κρατών μελών του ΝΑΤΟ που δεν είναι μέλη της ΕΕ, ως παρατηρητών, όπως επίσης και της κοινοβουλευτικής συνέλευσης του ΝΑΤΟ.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

8 Ιανουαρίου 2002

προς την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

σχετικά με τις σχέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τα εθνικά κοινοβούλια στο πλαίσιο της οικοδόμησης της Ευρώπης

(2001/2023(ΙΝΙ))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Neil MacCormick

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Κατά τη συνεδρίασή της στις 21 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς όρισε τον Neil MacCormick συντάκτη γνωμοδότησης .

Κατά τη συνεδρίασή της στις 10 Ιουλίου, 27 Νοεμβρίου 2001 και 7 Ιανουαρίου 2002, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο γνωμοδότησης.

Κατά την τελευταία ως άνω συνεδρίαση, η επιτροπή ενέκρινε τα ακόλουθα συμπεράσματα ομόφωνα.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία: Ward Beysen, προεδρεύων· Rainer Wieland, αντιπρόεδρος· Neil MacCormick, συντάκτης γνωμοδότησης· Paolo Bartolozzi, Janelly Fourtou, Evelyne Gebhardt, Gerhard Hager, Malcolm Harbour, Heidi Anneli Hautala, The Lord Inglewood, Kurt Lechner, Neil MacCormick, Toine Manders, Manuel Medina Ortega, Feleknas Uca, Diana Wallis και Stefano Zappalà.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

1.   Αφορμή των εκκλήσεων για τη βελτίωση των διακοινοβουλευτικών σχέσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ο προβληματισμός σχετικά με την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας και τους ελλιπείς δημοκρατικούς ελέγχους. Αφενός, η συμμετοχή στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι χαμηλή σε όλα τα κράτη μέλη σε σύγκριση με τη συμμετοχή στις εθνικές και περιφερειακές βουλευτικές εκλογές, παρουσιάζει δε σταθερά πτωτική τάση μετά την καθιέρωση της άμεσης εκλογής των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αφετέρου, ο αυξανόμενος όγκος των νομοθετημάτων και των κανονιστικών ρυθμίσεων στο επίπεδο της Ένωσης έχει περιορίσει το ουσιαστικό πεδίο παραγωγής δικαίου από τα, έστω και θεωρητικά, κυρίαρχα νομοθετικά σώματα των κρατών μελών.

2.   Τα κοινοβούλια των κρατών μελών καλούνται ενίοτε να μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία μεγάλο αριθμό νομοθετημάτων, για τα οποία τα μέλη τους δεν έλαβαν γνώση κατά την ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία και τα οποία ενδεχομένως δεν εγκρίνουν, ενώ η νομοθετική τους εξουσία σε άλλους τομείς περιορίζεται από την υποχρέωση τήρησης του κοινοτικού κεκτημένου.

3.   Αυτός ο σχετικός περιορισμός της εξουσίας των κοινοβουλίων των κρατών μελών είναι ιδιαίτερα ανησυχητικός στους τομείς στους οποίους οι αποφάσεις λαμβάνονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, όχι όμως όταν λαμβάνονται βάσει της διαδικασίας της συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η δημοκρατική αυτοδιοίκηση προϋποθέτει ότι οι αποφάσεις που αφορούν τη θέσπιση νομοθεσίας λαμβάνονται δημόσια κατόπιν δημόσιων διαβουλεύσεων των αιρετών νομοθετών. Αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας είναι η κατάρτιση νομοθετικών προγραμμάτων και η υποβολή τους στο νομοθετικό σώμα προς εξέταση, απόρριψη ή έγκριση από αυτό, με ή χωρίς τροποποίηση.

4.   Ο δημοκρατικός χαρακτήρας της νομοθετικής διαδικασίας διακυβεύεται σε σημαντικό βαθμό στους τομείς στους οποίους οι αποφάσεις λαμβάνονται πλέον με τη διακυβερνητική μέθοδο στο δεύτερο και στον τρίτο πυλώνα (ακόμη και σε ζητήματα κρίσιμης σημασίας, συμπεριλαμβανομένης της γεωργίας και της αλιείας στον πρώτο πυλώνα). Τα μέλη της εκτελεστικής εξουσίας αρκετών κρατών που συμμετέχουν σε μυστικές διαβουλεύσεις αναδεικνύονται σε ουσιαστική νομοθετική εξουσία της Ένωσης, χωρίς να ελέγχονται επαρκώς ούτε από τα κοινοβούλια των κρατών μελών ούτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

5.   Ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες οι αποφάσεις λαμβάνονται με τη διαδικασία της συναπόφασης, οι διαβουλεύσεις στο Συμβούλιο διεξάγονται μυστικά, με αποτέλεσμα η εκτελεστική εξουσία κάθε κράτους μέλους να συνεισφέρει στην κοινοτική νομοθετική διαδικασία κατά τρόπον που αποκλείει την ουσιαστική ευθύνη έναντι του εθνικού νομοθέτη. Η δυνατότητα (η οποία στην πράξη είναι συχνά θεωρητική) αποπομπής μιας κυβέρνησης κατόπιν εορτής δεν υποκαθιστά την εξουσία άσκησης ελέγχου ή τουλάχιστον επηρεασμού της νομοπαραγωγικής διαδικασίας σε όλες τις λεπτομέρειες και όλα τα στάδιά της.

6.   Σε αρκετά κράτη μέλη ισχύουν ομοσπονδιακές και ημι-ομοσπονδιακές μορφές διακυβέρνησης, οι οποίες εκχωρούν σε περιφέρειες ή εθνότητες εντός του κράτους νομοθετικές και εκτελεστικές εξουσίες σε σημαντικούς τομείς, όπως οι εσωτερικές υποθέσεις και η δικαιοσύνη, η παιδεία και η έρευνα, οι πολιτιστικές υποθέσεις, η βιομηχανική ανάπτυξη και οι εσωτερικές μεταφορές. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να διασφαλισθεί ότι υπάρχουν σαφείς αμφίδρομοι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των νομοθετικών σωμάτων στο επίπεδο αυτό και της νομοθετικής διαδικασίας της Ένωσης, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται δυνατή η εκ των προτέρων αναλυτική εξέταση και υποβολή σχολίων σχετικά με τις νομοθετικές προτάσεις σε επαρκώς πρώιμο στάδιο της διαδικασίας. Είναι επίσης γνωστό ότι τα εν λόγω νομοθετικά σώματα δεσμεύονται από το κεκτημένο, καθώς και ότι σε πολλούς τομείς οι νομοθετικές τους δραστηριότητες επηρεάζονται από την υποχρέωση μεταφοράς σχετικών οδηγιών κατά τον τοπικά δέοντα τρόπο.

7.   Ένα μοντέλο για τη μελλοντική ευρωπαϊκή διακυβέρνηση προβλέπει τη μεταβίβαση της ανώτατης εκτελεστικής εξουσίας στο Συμβούλιο, καθιστώντας την Επιτροπή ανώτατο διοικητικό όργανο. Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να μετατραπεί σε νομοθετικό σώμα δύο τμημάτων, με την παρούσα βουλή να διατηρείται σε μεγάλο βαθμό ως έχει και με μια άνω βουλή, αποτελούμενη από βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων, η οποία θα ασκούσε την εξουσία αναθεώρησης και αναπομπής που παραδοσιακά ανήκει στη γερουσία. Με τον τρόπο αυτό, θα διασφαλιζόταν ότι οι δεσμευτικοί για τα εθνικά κοινοβούλια νόμοι θα θεσπίζονταν μόνο με τη συναίνεση των εκπροσώπων των εν λόγω κοινοβουλίων. Μια τέτοια ρύθμιση είναι δημοκρατικότερη τόσο σε κοινοτικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των κρατών μελών.

8.   Ωστόσο, το Συμβούλιο θα ήταν ένα εκτελεστικό σώμα, ουσιαστικά μη υπόλογο σε οποιαδήποτε δημοκρατική αρχή, καθώς η θητεία των μελών του εξαρτάται από τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στα οικεία κοινοβούλια, και δεν είναι δυνατό να υπάρχει συλλογική ευθύνη του Συμβουλίου ούτε έναντι των κοινοβουλίων των κρατών μελών ούτε έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είτε στην άνω είτε στην κάτω βουλή. Η εκτελεστική εξουσία θα μεταβιβασθεί ουσιαστικά σε μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους της Επιτροπής Μόνιμων Αντιπροσώπων (COREPER) και στους υπουργούς που ενεργούν βάσει των συμβουλών τους.

9.   Πέραν αυτού, σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, οι αποσπασθέντες από τα κοινοβούλια των κρατών μελών βουλευτές θα έπρεπε να επωμισθούν υπερβολικά νομοθετικά βάρη, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να διατηρήσουν την επαφή με τα οικεία κοινοβούλια, ενώ τα μη αποσπασθέντα μέλη θα παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή τις νομοθετικές εξελίξεις σε κοινοτικό επίπεδο. Συνεπώς, ο βαθμός στον οποίο οι εν λόγω βουλευτές πρέπει να δέχονται εκ των προτέρων εντολές από τα κοινοβούλια των κρατών μελών, θα εξακολουθούσε να αποτελεί πρόβλημα. Αυτό είναι ουσιαστικά το πρόβλημα που υφίσταται και σήμερα, σχετικά με την εκ των προτέρων αναλυτική εξέταση εκ μέρους των εθνικών κοινοβουλίων των αποφάσεων που λαμβάνουν οι υπουργοί στο Συμβούλιο.

10.   Η Διάσκεψη των Επιτροπών Κοινοτικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των Κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (COSAC) αποτελεί τη μορφή συνεργασίας, η οποία θεωρείται ως η πλέον συναφής κατά τα τελευταία έτη, κυρίως λόγω του συνημμένου στη Συνθήκη του Άμστερνταμ Πρωτοκόλλου σχετικά με το ρόλο των εθνικών Κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η COSAC συστάθηκε τον Μάιο του 1989, μετά τη συμφωνία των προέδρων των κοινοβουλίων των κρατών μελών στη Μαδρίτη για ενίσχυση του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων στην κοινοτική διαδικασία μέσω της επαφής μεταξύ των επιτροπών των κρατών μελών που ειδικεύονται στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Με την πάροδο των ετών συντελέσθηκαν ορισμένες σημαντικές εξελίξεις όσον αφορά στη δομή της. Ο εσωτερικός κανονισμός εγκρίθηκε το 1991.

11.   Ένα από τα κύρια προβλήματα που καθιστούν δυσχερή τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του έργου της COSAC συνίσταται στο γεγονός ότι οι αποφάσεις της πρέπει να λαμβάνονται ομόφωνα. Η επίτευξη των στόχων του Πρωτοκόλλου του Άμστερνταμ δεν πρέπει να θεωρείται αναμενόμενη, εφόσον δεν υπάρξουν αλλαγές όσον αφορά στην ικανότητα της COSAC να λαμβάνει αποφάσεις.

12.   Εκτός αυτού, μπορεί να τεθεί το ερώτημα σε ποια δημοκρατική βάση θα γίνεται η επιλογή μεταξύ των βουλευτών των εθνικών κοινοβουλίων, τα μέλη των οποίων λαμβάνουν κυρίως την εντολή να εκπροσωπούν τους δικούς τους εκλογείς στο εθνικό κοινοβούλιο, να ελέγχουν την εθνική κυβέρνηση και να συμμετέχουν στη νομοπαραγωγική διαδικασία σε εθνικό επίπεδο. Η ανάληψη ρόλου πλην του συμβουλευτικού από μια 'δεύτερη βουλή' θα ήταν δύσκολο να αιτιολογηθεί ως τρόπος περιορισμού του 'δημοκρατικού ελλείμματος', επειδή οποιοδήποτε σύστημα διορισμού ή εκλογής μιας υποομάδας βουλευτών θα έθετε περισσότερα ζητήματα δημοκρατικής νομιμότητας από όσα θα επέλυε, και επειδή κάθε κοινοβούλιο θα διατηρούσε κατά πάσα πιθανότητα το δικαίωμα κατάρτισης του δικού του συστήματος επιλογής ή εκλογής.

13.   Επιπλέον, τα συμφέροντα και ο θεμιτός προβληματισμός των περιφερειακών κοινοβουλίων θα εξακολουθούσαν να απέχουν πολύ από μια ικανοποιητική αντιμετώπιση, εάν η μοναδική λύση θα συνίστατο στη σύσταση μιας επιπλέον βουλής αποτελούμενης από άτομα που θα εκλέγονταν ή θα διορίζονταν από τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

14.   Συνεπώς, φαίνεται ότι το μοντέλο αυτό θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από όσα θα μπορούσε ενδεχομένως να επιλύσει όσον αφορά στα δημοκρατικά ελλείμματα.

15.   Βάσει ενός άλλου μοντέλου που προτάθηκε από το περιοδικό Economist, θα μπορούσε να συσταθεί ένα αντιπροσωπευτικό σώμα από βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων, το οποίο θα λειτουργούσε όχι ως τακτικό νομοθετικό σώμα αλλά ως ένα είδος συνταγματικού συμβουλίου. Αποστολή του εν λόγω σώματος θα ήταν ο έλεγχος του νομοθετικού έργου του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου σύμφωνα με τα κριτήρια της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Καθώς τα κριτήρια αυτά υπόκεινται τόσο σε πολιτική όσο και σε αυστηρά νομική αξιολόγηση, προβάλλεται το επιχείρημα ότι ένα συνταγματικό συμβούλιο αυτού του τύπου, το οποίο θα συγκροτείτο με πολιτικά κριτήρια, θα αποτελούσε καλύτερο θεματοφύλακα του γενικού συνταγματικού πλαισίου, από ό,τι ένα δικαστήριο, όπως το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ωστόσο, θα υπήρχε σημαντικός κίνδυνος σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ ενός τέτοιου σώματος και του Δικαστηρίου, ενώ δεν είναι σαφές κατά πόσον ένα κομματικό-πολιτικό όργανο αυτού του τύπου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κάτι διαφορετικό από ένα τρίτο τμήμα ενός νομοθετικού σώματος αποτελούμενου από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, η δε Επιτροπή θα εξακολουθούσε να λειτουργεί ως εκτελεστική εξουσία της κοινοτικής διακυβέρνησης.

16.   Εντούτοις, είναι αλήθεια ότι μπορεί να υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ του Συντάγματος ενός κράτους, όπως αυτό ερμηνεύεται από το ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο του κράτους, και των απαιτήσεων του 'συνταγματικού χάρτη' της Ένωσης, όπως αυτός ερμηνεύεται από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Δεδομένης της υφιστάμενης συνταγματικής πολυφωνίας που χαρακτηρίζει την Ένωση (στοιχείο που αποτελεί ένα από τα ιδιαιτέρως επιθυμητά χαρακτηριστικά της), είναι αναγκαία η σύσταση κάποιας μορφής ειδικού συνταγματικού δικαστηρίου ή δικαστηρίου επίλυσης διαφορών, προκειμένου να αντιμετωπίζονται τα προβλήματα του είδους αυτού και να διασφαλίζεται ότι οι διαφορές που αφορούν στη δέουσα ερμηνεία των αρμοδιοτήτων σε όλα τα νομοθετικά επίπεδα της Ένωσης θα επιλύονται με ικανοποιητικό τρόπο. Ένα ειδικό δικαστήριο, αποτελούμενο από δικαστές, επιλεγμένους από μια ομάδα δικαστών που εκπροσωπούν τόσο το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσο και τα ανώτατα συνταγματικά δικαστήρια των κρατών μελών, θα ήταν καταλληλότερο να αναλάβει την αποστολή αυτή από ένα συμβούλιο, αποτελούμενο από βουλευτές με τους κομματικούς δεσμούς που χαρακτηρίζουν τους αιρετούς αντιπροσώπους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς καλεί την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τα ακόλουθα στοιχεία:

Παράγραφος 1

φρονεί ότι η συνεργασία μεταξύ των κοινοβουλίων της Ένωσης, όσον αφορά στη θέσπιση του παρόντος τύπου οργάνων, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της δημιουργίας ιδανικών συνθηκών για την ανταλλαγή πληροφοριών και την αμοιβαία κατανόηση των εκατέρωθεν αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων. Η χρήση νέων τεχνολογιών και η ανάπτυξη στενότερων και πιο συστηματικών σχέσεων συνεργασίας μεταξύ των κοινοβουλευτικών επιτροπών και των πολιτικών ομάδων θα είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερο βαθμό σύμπραξης·

Παράγραφος 2

υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η συμπεφωνημένη συμμετοχή εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στη μελλοντική Σύμβαση για Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· ευελπιστεί ότι δυναμική συζήτηση θα οδηγήσει σε συμφωνία για κοινή προσέγγιση στα πλαίσια αυτής της Σύμβασης, κατά τρόπον ώστε να ομιλούν, στο μέτρο του δυνατού, με μια φωνή μεταφέροντας τις απόψεις των λαών της Ευρώπης για το πολιτικό μας μέλλον·

Παράγραφος 3

θεωρεί ότι τα περιφερειακά κοινοβούλια που διαθέτουν νομοθετική εξουσία πρέπει να ενσωματωθούν σε ένα μελλοντικό τύπο συνεργασίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στο βαθμό που ευρίσκονται πλησιέστερα στο εκλογικό σώμα και μπορούν, ως εκ τούτου, να αντανακλούν με ακρίβεια τις πιο άμεσες ανησυχίες των πολιτών και, παράλληλα, να εξασφαλίσουν ότι θα λαμβάνονται υπόψη οι προβληματισμοί της περιφερειακής ανάπτυξης κατά την κατάρτιση των κοινοτικών πολιτικών·

Παράγραφος 4

θεωρεί ότι, με την επιφύλαξη των αποτελεσμάτων της Διακυβερνητικής Διάσκεψης σχετικά με το ρόλο που θα διαδραματίσουν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι της νέας συνταγματικής δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η COSAC (Διάσκεψη των επί των Κοινοτικών Υποθέσεων Οργάνων των Κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) επιτελεί αξιόλογο έργο συντονισμού των δραστηριοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία οικοδόμησης της Ευρώπης.

Τελευταία ενημέρωση: 25 Μαρτίου 2002Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου