Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Choisissez la langue de votre document :

Διαδικασία : 2004/0069(CNS)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0160/2005

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0160/2005

Συζήτηση :

PV 07/06/2005 - 5

Ψηφοφορία :

PV 07/06/2005 - 6.7

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2005)0217

ΕΚΘΕΣΗ     *
PDF 342kDOC 249k
26 Μαΐου 2005
PE 355.581v02-00 A6-0160/2005

σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά εγκλήματα

(15599/2004 – C6-0007/2004 – 2004/0069(CNS))

Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

Εισηγητής: Antoine Duquesne

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά εγκλήματα

(15599/2004 – C6-0007/2004 – 2004/0069(CNS))

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη το κείμενο του Συμβουλίου (15599/2004),

-    έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2004)0221)(1),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 34, παράγραφος 2, σημείο γ) της Συνθήκης ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6-0007/2004),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 93 και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0160/2005),

1.  εγκρίνει το κείμενο του Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε·

2.  καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ·

3.  καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.  ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο κείμενο που υποβλήθηκε για διαβούλευση·

5.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Κείμενο που προτείνει το Συμβούλιο  Τροποποιήσεις του Κοινοβουλίου

Τροπολογία 1

Αιτιολογική σκέψη 3 α (νέα)

 

3α) Πρέπει να δημιουργηθεί υψηλός βαθμός εμπιστοσύνης μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών και με την Europol και την Eurojust, διότι η μέχρι σήμερα απουσία αυτής της εμπιστοσύνης παρεμπόδισε την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών και μυστικών πληροφοριών. Τα σχετικά μέτρα θα πρέπει:

 

- να ορίζουν κοινές προδιαγραφές για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο του 3ου πυλώνα υπό την ευθύνη ενός ανεξάρτητου κοινού εποπτεύοντος φορέα

 

- να παράσχουν στις αστυνομικές υπηρεσίες ένα εγχειρίδιο καλών πρακτικών που να παρουσιάζει με απλό και πρακτικό τρόπο τις ευθύνες και τα καθήκοντά τους στο θέμα της προστασίας των δεδομένων,

 

- να ορίζουν ελάχιστες προδιαγραφές για το ποινικό και το δικονομικό δίκαιο,

 

- να παρέχουν γενική δικαιοδοσία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο πλαίσιο του 3ου πυλώνα,

 

- να προβλέπουν πλήρη κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Τροπολογία 2

Αιτιολογική σκέψη 5

(5) Οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν ικανοποιητικά με αυτόνομη δράση των κρατών μελών και δύνανται συνεπώς, λόγω της απαιτούμενης αμοιβαιότητας, να επιτευχθούν καλύτερα από την Ένωση, η οποία μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει τα απαραίτητα όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(5) Οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν ικανοποιητικά με αυτόνομη δράση των κρατών μελών και δύνανται συνεπώς, λόγω της απαιτούμενης αμοιβαιότητας, να επιτευχθούν καλύτερα με τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, και από την Ένωση, η οποία μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει τα απαραίτητα όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Αιτιολόγηση

Το 70% της ανταλλαγής πληροφοριών μέσω της Europol πραγματοποιείται σε διμερή βάση και η εν λόγω τροπολογία αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα.

Τροπολογία 3

Αιτιολογική σκέψη 5 α (νέα)

 

(5a) Η παρούσα Απόφαση επιβάλλει, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο επίπεδο προστασίας δεδομένων με εκείνο που επιβάλλει στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα η Οδηγία 95/46/EΚ και θεσπίζει, στο επίπεδο του τρίτου πυλώνα, μια κοινή ελεγκτική αρχή επιφορτισμένη με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά της με πλήρη ανεξαρτησία και που, λόγω της ιδιαιτερότητας αυτής, οφείλει να συμβουλεύει τα ευρωπαϊκά όργανα και να συμβάλλει ειδικότερα στην ομοιόμορφη εφαρμογή των εκδιδόμενων κατ΄ εφαρμογή της παρούσας Απόφασης εθνικών κανόνων.

Τροπολογία 4

Αιτιολογική αναφορά 5 β (νέα)

 

Τα κράτη μέλη είναι αποφασισμένα να λάβουν περαιτέρω μέτρα για την ταχεία κύρωση όλων των διεθνών συμβάσεων και πρωτοκόλλων που αφορούν τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, περιλαμβανομένων των πρωτοκόλλων για την τροποποίηση της Σύμβασης Europol, και δεσμεύονται να προωθήσουν περαιτέρω τη διαδικασία κύρωσης, από τις τρίτες χώρες σε όλο τον κόσμο, των διεθνών νομικών μέσων που αφορούν τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, καθώς και να χορηγήσουν στις χώρες αυτές βοήθεια και ετχνική υποστήριξη για την εφαρμογή των ανωτέρω νομικών μέσων·

Αιτιολόγηση

Η κύρωση των πρωτοκόλλων που τροποποιούν τη Σύμβαση Europol είναι αναγκαία για τη διασφάλιση μιας ευρύτερης εντολής για τη Europol, καθώς και για να υπάρχει η δυνατότητα συνεργασίας με τρίτες χώρες στο πεδίο της ανταλλαγής πληροφοριών όπως, για παράδειγμα, με τις ΗΠΑ. Η ΕΕ πρέπει να προωθήσει την κύρωση σχετικών διεθνών συμφωνιών μεταξύ των υποψήφιων κρατών μελών και τρίτων χωρών σε όλο τον κόσμο, οι οποίες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην καταπολέμηση των τρομοκρατικών δραστηριοτήτων, και να προσφέρει βοήθεια και τεχνική υποστήριξη για την εφαρμογή των συμφωνιών αυτών.

Τροπολογία 5

Άρθρο 1 α, τίτλος (νέο)

 

Άρθρο 1 α

 

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αστυνομικών υπηρεσιών ή άλλων υπηρεσιών επιβολής του νόμου σχετικά με τα τρομοκρατικά εγκλήματα

Τροπολογία 6

Άρθρο 1 α, παράγραφος 1 (νέα)

 

1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε κάθε χρήσιμη πληροφορία την οποία κατέχουν οι δικές του αστυνομικές ή λοιπές υπηρεσίες επιβολής του νόμου στο πλαίσιο τρομοκρατικών εγκλημάτων ή στις οποίες μπορούν να έχουν πρόσβαση χωρίς χρήση καταναγκαστικών μέτρων να μπορεί να διαβιβασθεί στις αρμόδιες αστυνομικές ή λοιπές υπηρεσίες επιβολής του νόμου των άλλων κρατών μελών σύμφωνα με την παρούσα απόφαση.

Τροπολογία 7

Άρθρο 1 α, παράγραφος 2 (νέα)

 

2. κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι προϋποθέσεις που διέπουν τη διαβίβαση πληροφοριών στις αρμόδιες αστυνομικές ή λοιπές υπηρεσίες επιβολής του νόμου των άλλων κρατών μελών να μην είναι αυστηρότερες από τις ισχύουσες σε εθνικό επίπεδο για τη διαβίβαση ή την αίτηση παροχής πληροφοριών.

Τροπολογία 8

Άρθρο 1 α, παράγραφος 3 (νέα)

 

3. Οι πληροφορίες διαβιβάζονται μετά από αίτηση κάποιας αρμόδιας αστυνομικής ή λοιπής υπηρεσίας επιβολής του νόμου, που ενεργεί βάσει του εθνικού δικαίου, στο πλαίσιο μιας έρευνας για τρομοκρατικά εγκλήματα.

Τροπολογία 9

Άρθρο 2, τίτλος

Ανταλλαγές πληροφοριών σχετικά με τα τρομοκρατικά εγκλήματα

Διαβίβαση πληροφοριών στην Europol και την Eurojust σχετικά με τα τρομοκρατικά εγκλήματα

Τροπολογία 10

Άρθρο 2, παράγραφος 2

2. Κάθε κράτος μέλος διορίζει είτε έναν εθνικό ανταποκριτή Eurojust για τα ζητήματα τρομοκρατίας είτε δικαστική ή άλλη αρμόδια κατάλληλη αρχή η οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θα έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που αφορούν τις ποινικές διαδικασίες και καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα, θα μπορεί να συγκεντρώνει αυτές τις πληροφορίες και θα τις διαβιβάζει στην Eurojust σύμφωνα με την παράγραφο 4α. Όταν το νομικό τους σύστημα το προβλέπει, τα κράτη μέλη μπορούν να διορίζουν περισσότερους του ενός εθνικούς ανταποκριτές Eurojust ή περισσότερες της μιας δικαστικές ή άλλες αρμόδιες κατάλληλες αρχές.

2. Κάθε κράτος μέλος διορίζει είτε έναν εθνικό ανταποκριτή Eurojust για τα ζητήματα τρομοκρατίας είτε δικαστική ή άλλη αρμόδια κατάλληλη αρχή η οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θα έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που αφορούν τις ποινικές διαδικασίες και καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα, θα μπορεί να συγκεντρώνει αυτές τις πληροφορίες και θα τις διαβιβάζει στην Eurojust σύμφωνα με την παράγραφο 5. Όταν το νομικό τους σύστημα το προβλέπει, τα κράτη μέλη μπορούν να διορίζουν περισσότερους του ενός εθνικούς ανταποκριτές Eurojust ή περισσότερες της μιας δικαστικές ή άλλες αρμόδιες κατάλληλες αρχές.

Τροπολογία 11

Άρθρο 2, παράγραφος 3

3. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου τουλάχιστον οι πληροφορίες, οι οποίες μνημονεύονται από την παράγραφο 4 σχετικά με τις ποινικές έρευνες, και οι πληροφορίες, οι οποίες μνημονεύονται από την παράγραφο 4α σχετικά με διώξεις ή καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα, τα οποία θίγουν ή μπορούν να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, και οι οποίες συγκεντρώνονται από την αρμόδια αρχή, να διαβιβάζονται:

3. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου τουλάχιστον οι πληροφορίες, οι οποίες μνημονεύονται από την παράγραφο 4 σχετικά με τις ποινικές έρευνες, και οι πληροφορίες, οι οποίες μνημονεύονται από την παράγραφο 5 σχετικά με διώξεις ή καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα, τα οποία θίγουν ή μπορούν να θίξουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, και οι οποίες συγκεντρώνονται από την αρμόδια αρχή, να διαβιβάζονται:

Τροπολογία 12

Άρθρο 2, παράγραφος 4, σημείο δ α) (νέο)

 

δ α) πληροφορίες σχετικά με τις καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα και σχετικά με τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες διεπράχθησαν αυτά τα εγκλήματα· εάν μια πρωτοβάθμια καταδίκη ακυρωθεί δευτεροβαθμίως, το οικείο κράτος μέλος κοινοποιεί αμέσως τα νέα δεδομένα στο κράτος μέλος που είχε κάνει την αίτηση παροχής πληροφοριών,

Αιτιολόγηση

Μια καταδίκη καθίσταται τελεσίδικη μόνον όταν εκπνεύσουν οι προθεσμίες άσκησης έφεσης που ορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Η προθεσμία αυτή, που ποικίλλει αναλόγως του εθνικού νομικού συστήματος και της συμφόρησης ή του ρόλου των δικαιοδοτικών οργάνων, μπορεί ενίοτε να είναι αρκετά μεγάλη. Η αποτελεσματικότητα που πρέπει να υπερισχύει στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας απαιτεί να μπορούν οι πληροφορίες σχετικά με τυχόν καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα να διαβιβάζονται μόλις εκδοθεί η αρχική δικαστική απόφαση, χωρίς να αναμένεται η εξάντληση όλων των εφέσιμων μέσων, μια και οποιαδήποτε υπερβολικά μεγάλη προθεσμία θα καθιστούσε άχρηστες αυτές τις πληροφορίες. Εξ άλλου, οι πληροφορίες αυτές δεν είναι απόρρητες, μια και οι καταδικαστικές αποφάσεις σε ποινικά θέματα είναι κατ΄ αρχάς δημόσιες (άρθρο 6, 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών).

Τροπολογία 13

Άρθρο 2, παράγραφος 4, σημείο δ β) (νέο)

 

δ β) οι επιβληθείσες ποινές καθώς και πληροφορίες ως προς την εκτέλεσή τους,

Τροπολογία 14

Άρθρο 2, παράγραφος 4, σημείο δ γ) (νέο)

 

δ γ) οι εκπτώσεις από δικαιώματα λόγω της καταδίκης

Τροπολογία 15

Άρθρο 2, παράγραφος 4, σημείο δ δ) (νέο)

 

δ δ) το ποινικό ιστορικό

Αιτιολόγηση

Τόσο η Europol όσο και η Eurojust, πρέπει να έχουν επίσης πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τις ποινές, εκτελέσεις, εκπτώσεις δικαιωμάτων και ποινικά ιστορικά των προσώπων ή ομάδων που αποτελούν αντικείμενο ποινικής έρευνας. Η κοινοποίηση αυτών των στοιχείων, της οποίας απώτατη υλοποίηση το συντομότερο δυνατόν πρέπει να θυμίσουμε επιτακτικά ότι οφείλει να είναι η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού μητρώου ποινικών καταδικών και εκπτώσεων δικαιωμάτων, αποκτά όντως θεμελιώδη σημασία τόσο για τον αντιτρομοκρατικό αγώνα όσο και για τον αγώνα εναντίον όλων των μορφών μεγάλης εγκληματικότητας και θεωρείται ως αυστηρώς απαραίτητη για την καλή λειτουργία των εθνικών υπηρεσιών καταστολής, της Europol και της Eurojust. Γι΄ αυτό πρέπει, εν αναμονή της θέσπισης του ευρωπαϊκού ποινικού μητρώου, να κατατάσσουμε ρητώς αυτές τις πληροφορίες στις πληροφορίες που μπορούν να κοινοποιηθούν στην Europol και στην Eurojust.

Τροπολογία 16

Άρθρο 2, παράγραφος 4α, σημείο γ

γ) πληροφορίες σχετικά με τελικές καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα και τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες διεπράχθησαν αυτά τα εγκλήματα,

γ) πληροφορίες σχετικά με τις καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα και τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες διεπράχθησαν αυτά τα εγκλήματα· εάν μια πρωτοβάθμια καταδίκη ακυρωθεί δευτεροβαθμίως, το οικείο κράτος μέλος κοινοποιεί αμέσως τα νέα δεδομένα στο κράτος μέλος που είχε κάνει την αίτηση παροχής πληροφοριών,

Τροπολογία 17

Άρθρο 2, παράγραφος 4α, σημείο γ α) (νέο)

 

γ α) οι επιβληθείσες ποινές καθώς και πληροφορίες ως προς την εκτέλεσή τους

Τροπολογία 18

Άρθρο 2, παράγραφος 4α, σημείο γ β) (νέο)

 

γ β) οι εκπτώσεις από δικαιώματα λόγω της καταδίκης

Τροπολογία 19

Άρθρο 2, παράγραφος 4α, σημείο γ γ) (νέο)

 

γ γ) το ποινικό ιστορικό

Αιτιολόγηση

Τόσο η Europol όσο και η Eurojust, πρέπει να έχουν επίσης πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τις ποινές, εκτελέσεις, εκπτώσεις δικαιωμάτων και ποινικά ιστορικά των προσώπων ή ομάδων που αποτελούν αντικείμενο ποινικής έρευνας. Η κοινοποίηση αυτών των στοιχείων, της οποίας απώτατη υλοποίηση το συντομότερο δυνατόν πρέπει να θυμίσουμε επιτακτικά ότι οφείλει να είναι η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού μητρώου ποινικών καταδικών και εκπτώσεων δικαιωμάτων, αποκτά όντως θεμελιώδη σημασία τόσο για τον αντιτρομοκρατικό αγώνα όσο και για τον αγώνα εναντίον όλων των μορφών μεγάλης εγκληματικότητας και θεωρείται ως αυστηρώς απαραίτητη για την καλή λειτουργία των εθνικών υπηρεσιών καταστολής, της Europol και της Eurojust. Γι΄ αυτό πρέπει, εν αναμονή της θέσπισης του ευρωπαϊκού ποινικού μητρώου, να κατατάσσουμε ρητώς αυτές τις πληροφορίες στις πληροφορίες που μπορούν να κοινοποιηθούν στην Europol και στην Eurojust.

Τροπολογία 20

Άρθρο 2 α (νέο)

 

Άρθρο 2a

 

Έλεγχος και διαγραφή των πληροφοριών που αφορούν τρομοκρατικά εγκλήματα

 

1) Η Europol και η Eurojust προβαίνουν ανά τριετία σε έλεγχο των κοινοποιηθέντων βάσει του άρθρου 2 δεδομένων προκειμένου να βεβαιωθούν ότι αυτά είναι ενημερωμένα.

 

2) Η Europol και η Eurojust διαγράφουν μετά την πάροδο τριετίας τα κοινοποιηθέντα βάσει του άρθρου 2 δεδομένα, εφόσον αυτά δεν έχουν σχέση με τρέχουσες έρευνες.

 

3) Η προθεσμία της παραγράφου 2 μπορεί να παραταθεί κατ΄ εξαίρεση. Η Europol και η Eurojust μεριμνούν ώστε vα διαθέτουν την κατάλληλη διαδικασία για την εξέταση αυτών των εξαιρέσεων.

Αιτιολόγηση

Πρέπει να επιβληθεί στην Εuropol και την Eurojust η υποχρέωση να ελέγχουν τακτικά τις βάσεις διαθέσιμων δεδομένων και να διαγράφουν εκείνα που δεν έχουν πλέον σχέση με τρέχουσες έρευνες. Το εφαρμόζει ήδη η Europol.

Τροπολογία 21

Άρθρο 3 α (νέο)

 

Άρθρο 3 α

 

Αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

 

Κάθε κράτος μέλος αποδέχεται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις ως προς την εγκυρότητα και την ερμηνεία της παρούσας Απόφασης δυνάμει του άρθρου 35(2) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τροπολογία 22

Άρθρο 4

Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής και αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων σε σχέση με τρομοκρατικά εγκλήματα, οι οποίες υποβάλλονται από άλλο κράτος μέλος, να εξετάζονται ως επείγοντα θέματα και να έχουν προτεραιότητα.

Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε κάθε σχετική πληροφορία περιεχόμενη σε έγγραφο, φάκελο, πληροφοριακό στοιχείο, αντικείμενο ή άλλο αποδεικτικό μέσον, κατασχεθέν στο πλαίσιο ερευνών ή ποινικών διαδικασιών σχετιζόμενων με τρομοκρατικά εγκλήματα, να μπορεί να είναι άμεσα διαθέσιμη στις αρχές άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών ή να τους διαβιβάζεται αμέσως σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τα σχετικά διεθνή νομικά κείμενα, εάν τα στοιχεία αυτά θεωρηθούν απαραίτητα για την έναρξη έρευνας σε αυτά τα κράτη μέλη ή όταν ήδη διενεργείται σχετική έρευνα, ή όταν έχουν ξεκινήσει διώξεις για τρομοκρατικά εγκλήματα.

Τροπολογία 23

Άρθρο 4, παράγραφος 1 α (νέα)

 

Εάν μια πληροφορία δεν μπορεί να διαβιβασθεί αμέσως, η αρμόδια αρχή αναφέρει αμέσως την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να τη διαβιβάσει, προθεσμία που δεν πρέπει να υπερβαίνει τις δώδεκα ώρες ή, σε περίπτωση πληροφορίας που απαιτεί διατυπώσεις ή προηγούμενη επικοινωνία με άλλες αρχές, τις σαρανταοκτώ ώρες σε επείγουσες περιπτώσεις και τις δέκα εργάσιμες ημέρες στις άλλες περιπτώσεις.

Τροπολογία 24

Άρθρο 4, παράγραφος 1 β (νέα)

 

Οι προθεσμίες που ορίζει η παράγραφος 1α αρχίζουν να τρέχουν από την παραλαβή της αίτησης παροχής πληροφοριών από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους.

Αιτιολόγηση

Η αποτελεσματικότητα της υπό εξέταση πρότασης εξαρτάται κατά πολύ από τις προθεσμίες εντός των οποίων ανταλλάσσονται οι αιτούμενες πληροφορίες. Στον αγώνα κατά της υψηλής εγκληματικότητας και ακόμη περισσότερο στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, η ταχύτητα παίζει θεμελιώδη ρόλο: μια πληροφορία διαβιβασθείσα πολύ αργά καθίσταται συχνά άχρηστη. Πρέπει λοιπόν να ορισθούν σύντομες αλλά ρεαλιστικές προθεσμίες για τη διαβίβαση των πληροφοριών για τα εγκλήματα. Επ΄ αυτού, σκόπιμο είναι να γίνεται διάκριση μεταξύ των πληροφοριών που είναι άμεσα διαθέσιμες στις αστυνομικές και λοιπές αρμόδιες υπηρεσίες και για τη διαβίβαση των οποίων μια μέγιστη προθεσμία δώδεκα ωρών θεωρείται επαρκής, και των πληροφοριών εκείνων των οποίων η κοινοποίηση απαιτεί είτε διοικητικές ή άλλες διατυπώσεις είτε προηγούμενη επικοινωνία με άλλες υπηρεσίες ή αρχές (π.χ. για πληροφορίες που πρέπει να εξαχθούν από το ποινικό μητρώο) και για τη διαβίβαση των οποίων μια προθεσμία σαρανταοκτώ ωρών , σε επείγουσες περιπτώσεις, και δέκα εργάσιμων ημερών, στις άλλες περιπτώσεις, θεωρείται ενδεδειγμένη.

Τροπολογία 25

Άρθρο 4α (νέο)

 

Άρθρο 4 α

 

Αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών

 

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων 2 και 3, οι αστυνομικές ή λοιπές υπηρεσίες επιβολής του νόμου, χωρίς να τους έχει υποβληθεί αίτηση, κοινοποιούν στις αρμόδιες αστυνομικές ή λοιπές υπηρεσίες επιβολής του νόμου των άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών πληροφορίες, εάν εκ των πραγμάτων θεωρηθεί ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στον εντοπισμό και την πρόληψη αδικημάτων ή αξιόποινων δραστηριοτήτων που συνιστούν τρομοκρατικό έγκλημα ή να βοηθήσει σε σχετική έρευνα.

 

Η κοινοποίηση πληροφοριών στο πλαίσιο του πρώτου εδαφίου περιορίζεται στα στοιχεία εκείνα που κρίνονται ως σχετικά ή αναγκαία για τον επιτυχή εντοπισμό και πρόληψη του συγκεκριμένου αδικήματος ή της συγκεκριμένης αξιόποινης δραστηριότητας ή για τη διενέργεια της σχετικής έρευνας.

 

Οι σοβαροί πραγματικοί λόγοι για μια αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών βάσει του πρώτου εδαφίου αναφέρονται και αιτιολογούνται σαφώς από τις ενδιαφερόμενες αστυνομικές ή λοιπές αρμόδιες υπηρεσίες επιβολής του νόμου.

Τροπολογία 26

Άρθρο 4β (νέο)

 

Άρθρο 4 β

 

Άρνηση διαβίβασης πληροφοριών

 

Οι αρμόδιες υπηρεσίες μπορούν να αρνηθούν να κοινοποιήσουν πληροφορίες μόνον εφόσον αιτιολογήσουν ότι έχουν σοβαρούς λόγους να υποθέτουν ότι :

 

α) η κοινοποίηση αυτών των πληροφοριών θα θίξει τα ζωτικά συμφέροντα του κράτους μέλους που τις κατέχει στον τομέα της ασφάλειας,

 

β) η κοινοποίηση αυτών των πληροφοριών μπορεί να παραβλάψει την καλή πορεία μιας υπό εξέλιξη έρευνας,

 

γ) οι αιτούμενες πληροφορίες είναι σαφώς δυσανάλογες ή άσχετες προς το σκοπό για τον οποίο ζητούνται.

Τροπολογία 27

Άρθρο 4γ (νέο)

 

Άρθρο 4 γ

 

Βασικές αρχές που διέπουν τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων

 

1. Οι πληροφορίες και οι μυστικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που ανταλλάσσονται ή κοινοποιούνται δυνάμει της παρούσας Απόφασης, πρέπει:

 

a) να είναι ακριβείς, πρόσφορες και νομικώς σημαίνουσες σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται και για τους οποίους ακολούθως υφίστανται επεξεργασία,

 

β) να συλλέγονται και να υφίστανται επεξεργασία με σκοπό αποκλειστικά να επιτρέψουν την τέλεση νομίμων ενεργειών.

 

Τα δεδομένα που σχετίζονται με την προσωπική ζωή, καθώς και τα δεδομένα που αφορούν μη ύποπτους ιδιώτες δεν μπορούν να συλλέγονται παρά μόνο στις περιπτώσεις απόλυτης ανάγκης και με σεβασμό αυστηρών προϋποθέσεων.

 

2. Η ακεραιότητα και η εμπιστευτικότητα των κοινοποιουμένων δυνάμει της παρούσας απόφασης δεδομένων είναι εγγυημένες σε όλες τις φάσεις της ανταλλαγής και επεξεργασίας των δεδομένων.

 

Οι πηγές των πληροφοριών χαίρουν προστασίας.

Τροπολογία 28

Άρθρο 4 δ (νέο)

 

Άρθρο 4 δ

 

Δικαίωμα πρόσβασης του ενδιαφερομένου στα δεδομένα

 

Τα πρόσωπα τα οποία αφορούν τα συλλεχθέντα δεδομένα πρέπει :

 

a) να ενημερώνονται για την ύπαρξη δεδομένων που τα αφορούν, πλην περιπτώσεων σοβαρού κωλύματος,

 

β) να έχουν δωρεάν δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που τα αφορούν και δικαίωμα διόρθωσης των ανακριβών δεδομένων, εξαιρέσει των περιπτώσεων όπου η πρόσβαση είναι ικανή να βλάψει την δημόσια ασφάλεια ή τάξη ή τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τρίτων ή να παρεμποδίσει τρέχουσες έρευνες,

 

γ) να έχουν, σε περίπτωση καταχρηστικής χρήσης των δεδομένων σε σχέση με το παρόν άρθρο, δωρεάν δικαίωμα ένστασης που να τους επιτρέπει να αποκαταστήσουν τη νομιμότητα και, όπου δει, να επιτύχουν επανόρθωση για μη τήρηση των βασικών αρχών που ορίζει το παρόν άρθρο.

Τροπολογία 29

Άρθρο 4ε (νέο)

 

Άρθρο 4 ε

 

Κοινή ελεγκτική αρχή επιφορτισμένη με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

 

 

1. Δημιουργείται κοινή ελεγκτική αρχή επιφορτισμένη με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εφεξής καλούμενη "Αρχή".

 

Η Αρχή έχει συμβουλευτικό ρόλο και είναι ανεξάρτητη.

 

2. Η Αρχή αποτελείται από έναν εκπρόσωπο της ή των εντεταλμένων από κάθε κράτος μέλος ελεγκτικών αρχών, από έναν εκπρόσωπο της ή των ελεγκτικών αρχών που έχουν δημιουργηθεί για τα θεσμικά όργανα, τον Ευρωπαίο Ελεγκτή Προστασίας Δεδομένων και τους κοινοτικούς οργανισμούς, και από έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής.

 

Κάθε μέλος της Αρχής διορίζεται από το όργανο, την αρχή ή τις αρχές που εκπροσωπεί. Εάν ένα κράτος μέλος έχει ορίσει περισσότερες της μιας ελεγκτικές αρχές, αυτές διορίζουν έναν κοινό εκπρόσωπο. Το ίδιο ισχύει για τις αρχές που έχουν δημιουργηθεί για τα κοινοτικά όργανα και τους κοινοτικούς οργανισμούς.

 

3. Η Αρχή λαμβάνει τις αποφάσεις της με απλή πλειοψηφία των εκπροσώπων των ελεγκτικών αρχών.

 

4. Η Αρχή εκλέγει τον πρόεδρό της. Η θητεία του προέδρου είναι διετής. Η εντολή είναι ανανεώσιμη.

 

5. Την Αρχή επικουρεί η συγκροτηθείσα δυνάμει της από 17 Οκτωβρίου 2000 Απόφασης του Συμβουλίου Γραμματεία των κοινών ελεγκτικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με την προστασία των δεδομένων.

 

Η Γραμματεία θα μεταφερθεί στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν.

Τροπολογία 30

Άρθρο 4στ (νέο)

 

Άρθρο 4 στ

 

Αποστολή της κοινής ελεγκτικής αρχής που είναι επιφορτισμένη με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

 

1. Η Αρχή έχει ως αποστολή:

 

a) να εξετάζει κάθε ζήτημα που αφορά την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που λαμβάνονται κατ΄ εφαρμογή της παρούσας Απόφασης,

 

β) να γνωμοδοτεί προς την Επιτροπή σχετικά με το επίπεδο προστασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

 

γ) να συμβουλεύει για κάθε σχέδιο τροποποίησης της παρούσας απόφασης, για κάθε σχέδιο πρόσθετων ή ειδικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων απέναντι στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για κάθε άλλο σχέδιο ευρωπαϊκής νομοθεσίας που επηρεάζει αυτά τα δικαιώματα και ελευθερίες,

 

δ) να γνωμοδοτεί για τους κώδικες δεοντολογίας που συντάσσονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

2. Εάν η Αρχή διαπιστώσει ότι μεταξύ των νομοθεσιών και πρακτικών των κρατών μελών παρουσιάζονται αποκλίσεις ικανές να επηρεάσουν αρνητικά την ισοδυναμία των επιπέδων προστασίας των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημερώνει την Επιτροπή.

 

3. Η Αρχή μπορεί να εκδώσει με ιδία πρωτοβουλία συστάσεις για κάθε ζήτημα που αφορά την προστασία των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα.

 

4. Οι γνωμοδοτήσεις και συστάσεις της Αρχής διαβιβάζονται στην Επιτροπή.

 

5. Στο πλαίσιο της εκτέλεσης της αποστολής της, η Αρχή διαθέτει εξεταστική αρμοδιότητα και δικαίωμα παρέμβασης που της επιτρέπουν ειδικότερα, εφόσον χρειασθεί, να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διόρθωση, για την προσωρινή ή οριστική απαγόρευση επεξεργασίας ή για την διαγραφή κάθε συλλεχθέντος δεδομένου, εάν η συλλογή του διενεργήθη κατά παράβαση των άρθρων 9α και 9β.

 

6. Ο καθένας μπορεί να υποβάλει στην Αρχή αίτηση για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών του έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

 

Ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτησή του.

 

7. Η Επιτροπή ενημερώνει την Αρχή για τη συνέχεια που έδωσε στις γνωμοδοτήσεις και συστάσεις της. Συντάσσει προς το σκοπό αυτό έκθεση που διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Η εν λόγω έκθεση δημοσιεύεται.

 

8. Η Αρχή συντάσσει ετήσια έκθεση για την κατάσταση στο θέμα της προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα και την διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Η εν λόγω έκθεση δημοσιεύεται.

Τροπολογία 31

Άρθρο 5α (νέο)

 

Άρθρο 5α

Εκθέσεις της Europol και της Eurojust

 

Η Europol και η Eurojust εκπονούν και υποβάλλουν τις ετήσιες εκθέσεις τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αιτιολόγηση

Λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των εγκλημάτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας δεσμός μεταξύ της Europol, της Eurojust και των δομών της ΕΕ που έχουν την αρμοδιότητα για τη διαμόρφωση της πολιτικής. Η αναφορά προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ένας τρόπος για την εξασφάλιση μιας αποτελεσματικόιτερης αντιτρομοκρατικής πολιτικής της ΕΕ, καθώς και του δημοκρατικού ελέγχου των σωμάτων αυτών.

(1)

Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην ΕΕ.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Εισαγωγή

Την επομένη των τραγικών γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ, ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας έγινε μια από τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά οι επιθέσεις που έπληξαν σκληρά το Βασίλειο της Ισπανίας στις 11 Μαρτίου 2004 απέδειξαν ότι ο κίνδυνος τρομοκρατικών ενεργειών σε ευρωπαϊκό έδαφος ή εναντίον ευρωπαϊκών συμφερόντων είναι πάντα υπαρκτός.

Το ισπανικό δράμα απέδειξε δυστυχώς ότι οι μέθοδοι εργασίας που εφήρμοζε η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2001 και που στηρίζονταν σε μια εμπειρική λογική, έφθασαν σήμερα στα όριά τους. Τούτο σημαίνει ότι επείγει να αλλάξει η όλη θεώρηση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει εφεξής να προτρέχει και όχι απλώς να αντιδρά. Οφείλει επίσης να υιοθετήσει μια πιο συστηματική θεώρηση και να μεριμνά διαρκώς για τη συνοχή των νομοθετικών κειμένων που επεξεργάζεται. Τούτο συνεπάγεται κυρίως ότι θα ενεργούμε στο πλαίσιο μιας πραγματικής πολιτικής γραμμής, θεμελιωμένης σε σαφείς έννοιες.

Με αυτή την προοπτική, μπορούμε να προωθήσουμε τρεις κατευθυντήριες γραμμές που θα πρέπει να διέπουν τη σκέψη και τη δράση του Συμβουλίου και της Επιτροπής.

Πρώτον, πρέπει να αποκτήσουμε τα μέσα και την ικανότητα να εντοπίζουμε με ακρίβεια καθένα από τους στόχους που θέλουμε να πολεμήσουμε. Όντως, η τρομοκρατία δεν είναι κάτι το μονολιθικό. Υπάρχουν διάφοροι τύποι τρομοκρατίας. Εάν θέλουμε να μπορέσουμε να τους αντιμετωπίσουμε με το σωστό τρόπο, πρέπει λοιπόν να τους ξεχωρίζουμε και να τους γνωρίζουμε.

Δεύτερον, η αποτελεσματικότητα της απάντησής μας σημαίνει σύγχρονη και ρεαλιστική αντίληψη του φαινομένου της τρομοκρατίας, δηλαδή αντίληψη που να συνυπολογίζει τους πολύ στενούς δεσμούς που υπάρχουν πολύ συχνά μεταξύ των διαφόρων τρομοκρατικών οργανώσεων, αλλά και μεταξύ της τρομοκρατίας και της οργανωμένης μεγάλης εγκληματικότητας.

Τρίτον, η συνοχή απαιτεί να αποφευχθούν τα πολλαπλά νομικά κείμενα κατά της τρομοκρατίας και αντιθέτως να καταβληθεί προσπάθεια για την ενοποίηση και απλοποίηση των υπαρχόντων κανόνων.

Όντως, η αφθονία κειμένων στο συγκεκριμένο τομέα είναι πηγή σύγχυσης και αναποτελεσματικότητας. Γνωρίζουμε π.χ. ότι η διασύνδεση και το πλήθος των διαθέσιμων σε ευρωπαϊκό επίπεδο κειμένων καθιστούν τα πράγματα πολύ περίπλοκα για τους αστυνομικούς οι οποίοι εμπράκτως ασχολούνται με την ανταλλαγή πληροφοριών.

Με αυτή την προοπτική, μια συστηματική αξιολόγηση των ακολουθούμενων πολιτικών και των επιτυγχανόμενων αποτελεσμάτων θα επέτρεπε να φωτισθούν οι ανεπάρκειες και οι δυσλειτουργίες, αλλά και να εντοπισθούν τα μέτρα εκείνα που αποδείχθηκαν αποτελεσματικά.

Η ανάλυση της δουλειάς που κάνουν η Europol και η Eurojust από τότε που δημιουργήθηκαν αποτελεί ασφαλώς επ΄ αυτού μια καλή αφετηρία. Γνωρίζουμε όντως ότι η σημερινή λειτουργία τους δεν είναι τελείως ικανοποιητική. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 4 και 5 Νοεμβρίου 2004 υπογράμμισε εξ άλλου ευκρινώς την ανάγκη αυτής της ανάλυσης και θέλησε να τονίσει την επιθυμία του να αυξηθεί η χρήση της Eurojust και της Europol, όταν ανέθεσε στον συντονιστή του αντιτρομοκρατικού αγώνα της Ένωσης –για τον οποίο πρέπει να επισημάνουμε εξ άλλου ότι ο ρόλος του και οι ακριβείς εξουσίες του θα πρέπει να διευκρινισθούν- να ενθαρρύνει κάθε πρόοδο στο θέμα αυτό και κάλεσαν τα κράτη μέλη να φροντίσουν να συνεργάζονται πλήρως με την Europol και την Eurojust.

Τέλος, μια καλύτερη συμμετοχή -των άμεσα εμπλεκομένων σε αυτά τα θέματα- στη χάραξη της στρατηγικής δράσης θα επιτρέψει ασφαλώς να ζυγίζονται καλύτερα τα μέτρα που θα λαμβάνονται στο μέλλον. Έτσι, η καλή κατανόηση των αναγκών και η συνεκτίμηση των προσδοκιών των αστυνομικών υπηρεσιών είναι απαραίτητες για την καλή συνεργασία μεταξύ τους, ειδικά στο πλαίσιο της Europol. Όντως, η πείρα αποδεικνύει ότι πολύ συχνά οι εθνικές αστυνομίες δεν τροφοδοτούν την Europol καθώς θα όφειλαν επειδή δεν αντιλαμβάνονται το κέρδος που θα μπορούσαν να έχουν έτσι κατά τη διεκπεραίωση του δικού τους έργου.

Πρέπει λοιπόν, απέναντι σε αυτή την αίσθηση, να προσφέρουμε συγκεκριμένες και πειστικές απαντήσεις. Με αυτή την προοπτική, θα ήταν ασφαλώς χρήσιμο να εξετάσουμε τη δυνατότητα να εκδώσουμε, βάσει των βασικών αρχών που διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών (σκοπός, αναλογικότητα και, λίαν προσεχώς, διαθεσιμότητα) αλλά και σε συνάρτηση με τις επί τόπου ανάγκες των αστυνομικών υπηρεσιών, έναν κώδικα ή ένα εγχειρίδιο καλών μεθόδων προς χρήση από τους αστυνομικούς, που θα τους εξηγεί με απλό και πολύ χειροπιαστό τρόπο το πλαίσιο εντός του οποίου οφείλουν να ενεργούν, ειδικά από άποψη προστασίας δεδομένων.

2. Η πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου και το σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Βασιλείου της Σουηδίας

α) Υπενθύμιση του νοήματος των υπό εξέταση κειμένων

Η πρωτοβουλία της Επιτροπής εκκινά από την ιδέα ότι η συνεχιζόμενη τρομοκρατική απειλή επιβάλλει την επιδίωξη μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας. Ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας απαιτεί λοιπόν αφενός να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη συστηματικά στην Europol και/ή στην Eurojust πληροφορίες για όλα τα πρόσωπα που συνδέονται με τρομοκρατικές δραστηριότητες οποιασδήποτε μορφής και αφετέρου να ανταλλάσσουν τα κράτη μέλη μεταξύ τους πληροφορίες σε αυτό τον τομέα « σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο ή σύμφωνα με τα σχετικά νομικά κείμενα ».

Από την άλλη, το σχέδιο του Βασιλείου της Σουηδίας εκκινά από τη διαπίστωση ότι ο αγώνας κατά της εγκληματικότητας γίνεται συχνά αντιληπτός με κάθετο τρόπο, μια και τα μέτρα λαμβάνονται αποκλειστικά σε συνάρτηση με τον τύπο εγκλήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η σχέση ή μη με το οργανωμένο έγκλημα. Η αντίληψη αυτή μπορεί να καταλήξει σε καταστάσεις όπου τα διαφορετικά πεδία αρμοδιοτήτων, οι διαφορετικές εντολές στο πλαίσιο της συνεργασίας, οι διαφορετικές εθνικές νομοθεσίες ή δικονομίες μετατρέπονται σε πραγματικά εμπόδια για τη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών σε επίπεδο Ένωσης.

Το Βασίλειο της Σουηδίας θέλει λοιπόν να προωθήσει μια οριζόντια αντίληψη και να δώσει έμφαση στον αγώνα κατά της εγκληματικότητας αυτής καθεαυτής, αποδίδοντας λιγότερη σημασία στις ειδικές αρμοδιότητες των εθνικών υπηρεσιών που αγωνίζονται κατά της εγκληματικότητας. Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα κοινό και απλοποιημένο νομικό πλαίσιο για την ανταλλαγή πληροφοριών, που θα ισχύει για όλες τις εθνικές υπηρεσίες που έχουν καθήκοντα καταστολής. Σε αυτό το σύστημα, οι αρμοδιότητες που απονέμονται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας σε μια υπηρεσία για τον εντοπισμό και την πρόληψη της εγκληματικότητας και για τη διενέργεια ερευνών πρέπει να είναι αναγνωρισμένες από τα άλλα κράτη μέλη, η δε υπηρεσία αυτή πρέπει να μπορεί να ζητεί και να λαμβάνει πληροφορίες και μυστικές πληροφορίες από τα άλλα κράτη μέλη χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ικανοποιήσει άλλες τυπικές απαιτήσεις πλην των οριζομένων από την απόφαση-πλαίσιο. Το κοινό αυτό νομικό πλαίσιο οφείλουμε να το τονίσουμε, αφορά μόνο την ανταλλαγή πληροφοριών επί αστυνομικών θεμάτων: δεν αφορά επομένως επ΄ ουδενί τη δικαστική συνεργασία.

β) Συμπληρωματικότητα των προτάσεων της Επιτροπής και των προτάσεων της Σουηδικής Κυβέρνησης

Από τεχνική άποψη, το κείμενο της Επιτροπής προωθεί το συγκεντρωτισμό των πληροφοριών σε επίπεδο Europol και Eurojust, ενώ η πρόταση του Βασιλείου της Σουηδίας σιωπά για το συγκεντρωτισμό αλλά επιδιώκει να αυξήσει σημαντικά την ταχύτητα των ανταλλαγών πληροφοριών.

Το κείμενο της Επιτροπής παρουσιάζει βεβαιότατα το πλεονέκτημα ότι διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των ανταλλαγών πληροφοριών σε όλα τα κατά την έννοια της απόφασης-πλαισίου 2002/475/JAI τρομοκρατικά εγκλήματα, χωρίς αυτά να περιορίζονται στον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων του παραρτήματος της κοινής θέσης 2001/931/PESC. Είναι θεμιτό όμως να αναρωτηθούμε ποιό είναι το κέρδος από αυτό το κείμενο. Όντως, ο μηχανισμός που η Επιτροπή θέλει να καθιερώσει αναπαράγει σε γενικές γραμμές υποχρεώσεις που ήδη υπάρχουν σε άλλα κείμενα, και ειδικότερα στο πλαίσιο της Σύμβασης Europol και της Απόφασης του Συμβουλίου περί ίδρυσης της Eurojust.

Το άρθρο 4 της Σύμβασης Europol επιβάλλει ήδη στα κράτη μέλη να ορίζουν στο πλαίσιο των αστυνομικών τους υπηρεσιών μια εθνική μονάδα που θα χρησιμεύει ως σύνδεσμος με την Europol. Η εθνική αυτή μονάδα θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλα τα « σχετικά εθνικά δεδομένα », και θα πρέπει να τα τηρεί ενημερωμένα με σκοπό ειδικότερα τη διαβίβασή τους στην Europol. Τα κατά το άρθρο 4 « σχετικά εθνικά δεδομένα » καλύπτουν όντως τα κατά την πρόταση της Επιτροπής τρομοκρατικά εγκλήματα, αφού η Europol αναλαμβάνει ρητά δυνάμει του άρθρου 2 της Σύμβασης « τα εγκλήματα που διαπράττονται ή μπορεί να διαπραχθούν στο πλαίσιο τρομοκρατικών δραστηριοτήτων που θίγουν τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία των προσώπων και τα αγαθά ».

Με το ίδιο πνεύμα, η Απόφαση του Συμβουλίου για την ίδρυση της Eurojust προβλέπει ήδη στο άρθρο 12 ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να θεσπίζει ή να ορίζει έναν ή περισσότερους εθνικούς ανταποκριτές Eurojust, διευκρινίζοντας ότι « η θέσπιση ή ο ορισμός αυτός είναι υψίστης προτεραιότητας σε ζητήματα τρομοκρατίας ». Ακριβώς όπως η πρόταση της Επιτροπής, έτσι και τα άρθρα 9 και 12 του καταστατικού της Eurojust παραπέμπουν στο εθνικό δίκαιο σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό της φύσης και της έκτασης των δικαστικών εξουσιών που απονέμονται στους εθνικούς της ανταποκριτές επί του εθνικού εδάφους.

Εκ πρώτης όψεως, η πρόταση του Βασιλείου της Σουηδίας παρουσιάζει ασφαλώς ενδιαφέρον σε σχέση με τα συστήματα που αναπτύσσουν η Σύμβαση Europol, το καταστατικό της Eurojust και η πρωτοβουλία της Επιτροπής, δεδομένου ότι, προβλέποντας την άμεση επικοινωνία μεταξύ ειδικευμένων υπηρεσιών χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις σε σχέση με εκείνες που υπάρχουν σε εσωτερικό επίπεδο για την επικοινωνία μεταξύ αρχών καταστολής, επιτρέπει την υπερπήδηση ορισμένων δυσχερειών σχετιζόμενων με την ιδιαίτερη δικαστική οργάνωση του κάθε κράτους μέλους. Οι πληροφορίες μπορούν λοιπόν να κυκλοφορούν ταχύτερα, πράγμα βεβαίως κεφαλαιώδους σημασίας στον αγώνα εναντίον οποιασδήποτε μορφής εγκληματικότητας.

Θα μπορούσαμε αναμφίβολα να αναρωτηθούμε ως προς το κέρδος που αντιπροσωπεύει το σουηδικό κείμενο, δεδομένου ότι η Σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν προβλέπει ήδη ένα μηχανισμό αστυνομικής συνεργασίας θεμελιωμένο σε γενικές γραμμές στις ίδιες ιδέες.

Όντως, το άρθρο 39 της Σύμβασης επιβάλλει στους συμβαλλομένους να μεριμνήσουν « ώστε οι αστυνομικές τους υπηρεσίες να παρέχουν αμοιβαίως, με σεβασμό της εθνικής νομοθεσίας και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους, συνδρομή για την πρόληψη και διερεύνηση αξιοποίνων πράξεων ». Το άρθρο 46 από την άλλη επιτρέπει σε κάθε συμβαλλόμενο, σε ειδικές περιπτώσεις και με σεβασμό της εθνικής του νομοθεσίας, να κοινοποιεί σε άλλο ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο, χωρίς προηγούμενη πρόσκληση, « πληροφορίες που μπορεί να είναι σημαντικές για αυτόν με σκοπό την παροχή αρωγής για την καταστολή μελλοντικών εγκλημάτων, για την πρόληψη εγκλημάτων ή για την πρόληψη απειλών κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας ».

Όμως, αν εξετάσουμε τα κείμενα βλέπουμε διαφορές γεμάτες σημασία. Έτσι, το άρθρο 39 περιορίζει τη συνεργασία μεταξύ αστυνομικών υπηρεσιών μόνο στις περιπτώσεις όπου «το εθνικό δίκαιο δεν θεωρεί αποκλειστικό δικαίωμα των δικαστικών αρχών την αίτηση πληροφοριών», ένας περιορισμός που δεν υπάρχει στο σουηδικό κείμενο, που απλώς ορίζει, στο άρθρο 4, ότι  «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες και οι μυστικές πληροφορίες που οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου κατέχουν ή στις οποίες μπορούν να έχουν πρόσβαση χωρίς τη χρήση καταναγκαστικών μέτρων, να μπορούν να διαβιβασθούν στις αρμόδιες υπηρεσίες επιβολής του νόμου των άλλων κρατών μελών».

Το δε άρθρο 46, εδάφιο 2 επιβάλλει, σε περίπτωση κοινοποίησης πρωτοβουλίας σε ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο, να γίνεται η ανταλλαγή πληροφοριών «μέσω κεντρικής αρχής που θα ορισθεί προς τούτο». Η απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών, δηλαδή απευθείας μεταξύ δυο υπηρεσιών, που ισχύει εξ ορισμού στο σύστημα που προτείνει το Βασίλειο της Σουηδίας, επιτρέπεται εδώ μόνο τελείως κατ΄ εξαίρεση, « σε ιδιαιτέρως επείγουσες περιπτώσεις » και υπό τον όρο ότι θα ειδοποιηθεί η κεντρική αρχή το συντομότερο

Το καθεστώς των άρθρων 39 και 46 της Σύμβασης του Σένγκεν δεν επιτρέπει λοιπόν την ίδια ευελιξία με το σουηδικό κείμενο σε ό,τι αφορά την κοινοποίηση των δεδομένων και ιδίως αφήνει να υπάρχει ο κίνδυνος εμποδίων σχετιζόμενων με το εσωτερικό νομικό σύστημα των συμβαλλομένων μερών: έτσι, ακόμη και σε επείγουσα περίπτωση, η απευθείας κοινοποίηση δεν είναι δυνατή εάν υπάρχουν « αντίθετες εθνικές διατάξεις ».

Η πρόταση του Βασιλείου της Σουηδίας δείχνει επομένως να προσφέρει όντως κάτι επί πλέον σε σχέση με το υπάρχον δίκαιο. Να τονίσουμε επίσης ένα άλλο πλεονέκτημα του προτεινόμενου συστήματος, που είναι ότι ορίζει μια κατ΄ αρχήν προθεσμία (δώδεκα ώρες στη συγκεκριμένη περίπτωση) για τη διαβίβαση της αιτηθείσας πληροφορίας. Η υπερβολική βραδύτητα της διαδικασίας αποτελεί όντως ένα από τα εμπόδια που παρουσιάζονται στην πράξη, ιδίως στο πλαίσιο της Europol.

Τέλος, κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι η συμβολή του σουηδικού κειμένου δεν κρίνεται αρκετά σημαντική σε σχέση με το σύστημα των άρθρων 39 και 46 της Σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, θα τονίσουμε ότι παρουσιάζει τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι επεκτείνει την αρχή της συνεργασίας μεταξύ υπηρεσιών καταστολής και στα 25 κράτη μέλη, που δεν είναι όλα συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία του Σένγκεν.

Βάσει των ανωτέρω και λόγω της σπουδαιότητας των όσων διακυβεύονται, θεωρούμε χρήσιμο να εισέλθουμε στην οδό της άθροισης των πλεονεκτημάτων που προσφέρει καθένα από τα δυο συστήματα που έχουν υποβάλει η Επιτροπή και το Βασίλειο της Σουηδίας αντιστοίχως. Όντως, μια αποτελεσματική πολιτική κοινοποίησης πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών απαιτεί ταυτόχρονα τη δυνατότητα μιας ταχείας διμερούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ ειδικευμένων υπηρεσιών, χωρίς η ανταλλαγή αυτή να κινδυνεύσει να παραλύσει από προβλήματα σχετιζόμενα με τις ιδιαιτερότητες της εσωτερικής νομικής οργάνωσης των κρατών μελών, και τη δυνατότητα διασφάλισης της συστηματικής διαβίβασης των σημαντικότερων πληροφοριών στην Europol και/ή την Eurojust.

Να σημειώσουμε αφετέρου ότι η αθροιστική αντίληψη που προτείνουμε εδώ εγγράφεται στο πλαίσιο των προοπτικών που χάραξε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 4 και 5 Νοεμβρίου 2004, που διατύπωσε ρητά την επιθυμία του να διέπεται από 1ης Ιανουαρίου 2008 η ανταλλαγή πληροφοριών που γίνεται στο πλαίσιο του αγώνα κατά της τρομοκρατίας από την αρχή της διαθεσιμότητας βάσει της οποίας, εντός της Ένωσης, κάθε μέλος των υπηρεσιών καταστολής ενός κράτους μέλους που χρειάζεται κάποιες πληροφορίες κατά την άσκηση των καθηκόντων του, μπορεί να τις λαμβάνει από ένα άλλο κράτος μέλος, του οποίου άλλου κράτους μέλους οι υπηρεσίες καταστολής που κατέχουν αυτές τις πληροφορίες οφείλουν να τις θέσουν στη διάθεσή του για τους αναφερόμενους σκοπούς και λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων των υπό εξέλιξη ερευνών σε αυτό το άλλο κράτος μέλος.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε εξ άλλου την Επιτροπή να υποβάλει το αργότερο τέλος του 2005 προτάσεις για την εφαρμογή της αρχής της διαθεσιμότητας. Αυτή είναι η ευκαιρία για να ξεκινήσει το απαραίτητο έργο της ενοποίησης των υπαρχόντων κανόνων.

γ) Υποχρέωση διαβίβασης πληροφοριών

Το κείμενο της σουηδικής πρότασης προβλέπει ρητώς τους λόγους για τους οποίους μια υπηρεσία καταστολής επιτρέπεται να αρνηθεί να κοινοποιήσει πληροφορίες. Αντίθετα, το κείμενο της Επιτροπής δεν προβλέπει τίποτε επ΄ αυτού.

Αντί να προβλέπεται στα κείμενα η υποχρέωση της διαβίβασης των πληροφοριών στην Europol, θα ήταν ασφαλώς ενδεδειγμένο, εάν θέλουμε να έχει επαρκή αποτελεσματικότητα το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που θα δημιουργηθεί, να προβλεφθεί, όπως και στην πρόταση του Βασιλείου της Σουηδίας, μια διάταξη που θα δίνει έμφαση στην υποχρέωση των κρατών μελών να αιτιολογούν κάθε άρνηση κοινοποίησης πληροφοριών.

δ) Διάκριση μεταξύ πληροφοριών (information) και μυστικών πληροφοριών (intelligence-renseignement)

Tα κείμενα που προτείνουν τόσο η Επιτροπή όσο και το Βασίλειο της Σουηδίας, έτσι όπως είναι διατυπωμένα και και με τα επιχειρήματα που περιέχουν, περιορίζονται ρητώς στη διαβίβαση αστυνομικών και δικαστικών πληροφοριών, δηλαδή υπαρχουσών πληροφοριών. Σε αυτό το θέμα όμως, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τις σκέψεις ως προς το ζήτημα της αναζήτησης πληροφοριών, δηλαδή ως προς τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών (« intelligence »). Όντως, η συλλογή και ανταλλαγή μυστικών πληροφοριών έχει βασικότατη σημασία στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας: τα στοιχεία που προκύπτουν από δικαστικές διαδικασίες ή από αστυνομικές έρευνες πολύ συχνά φθάνουν πολύ αργά.

Πέρα από την ανταλλαγή αστυνομικών πληροφοριών, πρέπει λοιπόν να τονίσουμε την επιτακτική ανάγκη έκδοσης επίσης κειμένων που θα επιτρέπουν να διευκολύνεται η διαβίβαση μυστικών πληροφοριών (« intelligence »), ιδίως στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός συστήματος έγκαιρης ειδοποίησης (« early warning system »).

ε) Προστασία των προσωπικών δεδομένων

Υπάρχει, στην τρέχουσα κατάσταση του δικαίου μας, ένα πλήθος διατάξεων που μπορούν να εφαρμοσθούν σε θέματα προστασίας των δεδομένων, και ειδικότερα η από 28 Ιανουαρίου 1981 Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των προσώπων έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το ελάχιστο βασικό καθεστώς. Να σημειώσουμε επίσης ένα σύνολο διατάξεων σχετικών με το θέμα στη Σύμβαση Europol ή, για τα κράτη μέλη της Συμφωνίας του Σένγκεν, τις διατάξεις τις σχετικές με την προστασία των δεδομένων στη Σύμβαση του Σένγκεν.

Το κείμενο της πρότασης απόφασης του Συμβουλίου δεν προβλέπει κανένα ειδικό μέτρο για το θέμα. Το κείμενο πάλι που παρουσίασε η Σουηδική Κυβέρνηση, καλεί κυρίως τα κράτη μέλη « να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι κανόνες και οι προδιαγραφές που έχουν καθορισθεί στο θέμα της προστασίας των δεδομένων ... να εφαρμόζονται στη διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών ».

Ο γενικός στόχος της συνοχής επιβάλλει να δώσει η Επιτροπή όλως ιδιαιτέρως προσοχή στην ανάγκη ανάληψης μιας πρωτοβουλίας για την εναρμόνιση των κανόνων που υπάρχουν στο θέμα της προστασίας των ατομικών δεδομένων.

3. Το Ευρωπαϊκό Μητρώο ποινικών καταδικών

Tόσο στην ανακοίνωσή της όσο και στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης απόφασης του Συμβουλίου, η Επιτροπή αναφέρεται στη χρησιμότητα της δημιουργίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενός μητρώου ποινικών καταδικών και εκπτώσεων δικαιωμάτων (δηλαδή ενός ευρωπαϊκού ποινικού μητρώου). Όμως, εξαγγέλλει απλώς επ΄ αυτού ότι « θα συνεχίσει τις αναλύσεις της και θα αναζητήσει τις καταλληλότερες λύσεις προτού παρουσιάσει πρόταση για τη δημιουργία ενός τέτοιου μητρώου » και ότι θα οργανώσει προς το σκοπό αυτό μια συζήτηση με τα κράτη μέλη ήδη από το 2004. Στις τέσσερις ανακοινώσεις της για τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας που δημοσίευσε στις 20 Οκτωβρίου 2004 δεν συμπεριέλαβε αυτό το θέμα, ενώ και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 4 και 5 Νοεμβρίου 2004 επίσης δεν το έθιξε.

Όλοι γνωρίζουμε, και η επικαιρότητα δεν παραλείπει ποτέ να μας το θυμίσει, πόση σημασία έχει ένα ευρωπαϊκό ποινικό μητρώο, τόσο για τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας όσο και για τον αγώνα εναντίον όλων των μορφών υψηλής εγκληματικότητας. Οφείλουμε δυστυχώς να διαπιστώσουμε ότι είναι εξαιρετικά μικρή οποιαδήποτε χειροπιαστή πρόοδος σε αυτό το θέμα έστω κι αν υπάρχει κάθε λόγος να επικροτούμε την πολιτική συμφωνία που μόλις επετεύχθη στο Coreper για ένα σχέδιο κειμένου που προορίζεται να διευκολύνει τις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ ποινικών μητρώων, ένα σχέδιο κειμένου για το οποίο η Λουξεμβουργιανή Προεδρία, επ΄ ευκαιρία του Συμβουλίου Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της 25ης Φεβρουαρίου 2005 προέτρεψε τα κράτη μέλη να άρουν τις κοινοβουλευτικές επιφυλάξεις τους ώστε να μπορέσει σύντομα να εγκριθεί.

Είναι απαραίτητο, όπως και να έχει, να δώσει η Επιτροπή στην υλοποίηση αυτού του στόχου έναν πραγματικό βαθμό προτεραιότητας και να το πλαισιώσει με ένα συγκεκριμένο και γρήγορο χρονοδιάγραμμα. Πέρα από την προφανή στρατηγική σημασία του, θα σημειώσουμε επίσης ότι και οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσδοκούν νομίμως αυτό το μέτρο.

4. Διαφάνεια στους τραπεζικούς λογαριασμούς και στα νομικά πρόσωπα

Η ανακοίνωση της Επιτροπής διευκρινίζει ότι η επεξεργασία νομικών κειμένων που θα επιτρέπουν την καταχώρηση σε επίπεδο κρατών μελών των τραπεζικών λογαριασμών προκειμένου να εντοπίζεται η ταυτότητα των δικαιούχων, παράλληλα με την ανάπτυξη μέτρων για περισσότερη διαφάνεια ως προς τα νομικά πρόσωπα, είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της διείσδυσης των εγκληματικών ομάδων και των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η Επιτροπή επανέλαβε την ανάγκη αυτή στην από 20 Οκτωβρίου 2004 ανακοίνωσή της για τον αγώνα κατά της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η Επιτροπή προτείνει στο πλαίσιο αυτό να δοθεί στις υπηρεσίες οικονομικών πληροφοριών ελεύθερη πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων των τραπεζών. Οι πληροφορίες θα παραμένουν κρυπτογραφημένες, εκτός κι αν αφορούν κάποιο άτομο ή κάποια ομάδα ατόμων για τα οποία υπάρχουν υποψίες ότι έχουν σχέσεις με τρομοκρατικές κινήσεις.

Πέρα από τα σημαντικά ζητήματα που οι προτάσεις αυτές θίγουν από άποψη προστασίας προσωπικών δεδομένων, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, όπως και σε ό,τι αφορά το θέμα του ευρωπαϊκού ποινικού μητρώου, δεν έχουν ακόμη καθοριστεί ούτε συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ούτε χρονοδιάγραμμα ενεργειών. Πρέπει και εδώ να δώσει η Επιτροπή πραγματική προτεραιότητα στο θέμα και να ορίσει συγκεκριμένες προθεσμίες.

1.4.2005


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά εγκλήματα

(COM(2004)0221 - 15599/2004 – C6-0007/2004 – 2004/0069(CNS))

Συντάκτης γνωμοδότησης: István Szent-Iványi

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, έχουν συμβεί, τόσο στην Ευρώπη όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, ανησυχητικές και ευρείες αλλαγές όσον αφορά τη διάσταση της ασφάλειας, αλλά και τα διεθνή πρότυπα και κανόνες που αφορούν τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παρότι ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας αποτέλεσε το πλαίσιο για την πραγματοποίηση αυτών των αλλαγών, πολλά από τα μέτρα που ελήφθησαν είχαν περιορισμένη επιτυχία όσον αφορά την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας (π.χ. τρομοκρατικές επιθέσεις στη Μαδρίτη) και αφορούσαν κυρίως τον επαναπροσδιορισμό δικαιωμάτων και κανόνων και την επέκταση των ελέγχων και των περιορισμών.

Ο συντάκτης χαιρετίζει το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου, ως ένα πρώτο βήμα για τον καλύτερο συντονισμό των προσπαθειών, στο πλαίσιο του αγώνα κατά της τρομοκρατίας, μεταξύ των αρχών της ΕΕ, της Europol, της Eurojust και των αρμόδιων εθνικών αρχών των κρατών μελών. Ωστόσο, ο συντάκτης σημειώνει ότι αυτό το σχέδιο απόφασης αποτελεί μόνο ένα από μια σειρά νομοθετικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν ώστε να γίνει δυνατή μια ευρεία και αποτελεσματική συνεργασία στο επίπεδο αυτό. Θεωρεί επίσης σημαντικό να υπογραμμίσει την ανάγκη εξεύρεσης μιας ισορροπίας μεταξύ του αγώνα κατά της τρομοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πιστεύει ότι, κατά συνέπεια, η παρούσα νομοθετική πρόταση πρέπει να περιλαμβάνει μια ρήτρα σχετικά με την προστασία των δεδομένων κατά την ανταλλαγή και τη χρήση των πληροφοριών.

Για τους ανωτέρω λόγους, ο συντάκτης υποβάλλει τροπολογίες που υπερασπίζονται τη θέση του Κοινοβουλίου ότι η ανταλλαγή πληροφοριών που σχετίζονται με αδικήματα τρομοκρατίας στα κράτη μέλη της ΕΕ δεν πρέπει να τοποθετηθούν εκτός του πεδίου της συνεχούς και αποτελεσματικής συνεργασίας στους κόλπους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών, των υποψήφιων και των μελλοντικών κρατών μελών της, καθώς και μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ, με παράλληλο σεβασμό των διεθνών προδιαγραφών όσον αφορά την προστασία των δεδομένων.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή(1)  Τροπολογίες του Κοινοβουλίου

Τροπολογία 1

Αιτιολογική σκέψη 5

(5) Οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν ικανοποιητικά με αυτόνομη δράση των κρατών μελών και δύνανται συνεπώς, λόγω της απαιτούμενης αμοιβαιότητας, να επιτευχθούν καλύτερα από την Ένωση, η οποία μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει τα απαραίτητα όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(5) Οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν ικανοποιητικά με αυτόνομη δράση των κρατών μελών και δύνανται συνεπώς, λόγω της απαιτούμενης αμοιβαιότητας, να επιτευχθούν καλύτερα με τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, και από την Ένωση, η οποία μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η παρούσα απόφαση δεν υπερβαίνει τα απαραίτητα όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Αιτιολόγηση

Το 70% της ανταλλαγής πληροφοριών μέσω της Europol πραγματοποιείται σε διμερή βάση και η εν λόγω τροπολογία αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα.

Τροπολογία 2

Αιτιολογική σκέψη 5β (νέα)

 

(5β) τα κράτη μέλη είναι αποφασισμένα να λάβουν περαιτέρω μέτρα για την ταχεία κύρωση όλων των διεθνών συμβάσεων και πρωτοκόλλων που αφορούν τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, περιλαμβανομένων των πρωτοκόλλων για την τροποποίηση της Σύμβασης Europol, και δεσμεύονται να προωθήσουν περαιτέρω τη διαδικασία κύρωσης, από τις τρίτες χώρες σε όλο τον κόσμο, των διεθνών νομικών μέσων που αφορούν τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, καθώς και να χορηγήσουν στις χώρες αυτές βοήθεια και τεχνική υποστήριξη για την εφαρμογή των ανωτέρω νομικών μέσων·

Αιτιολόγηση

Η κύρωση των πρωτοκόλλων που τροποποιούν τη Σύμβαση Europol είναι αναγκαία για τη διασφάλιση μιας ευρύτερης εντολής για τη Europol, καθώς και για να υπάρχει η δυνατότητα συνεργασίας με τρίτες χώρες στο πεδίο της ανταλλαγής πληροφοριών όπως, για παράδειγμα, με τις ΗΠΑ. Η ΕΕ πρέπει να προωθήσει την κύρωση σχετικών διεθνών συμφωνιών μεταξύ των υποψήφιων κρατών μελών και τρίτων χωρών σε όλο τον κόσμο, οι οποίες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην καταπολέμηση των τρομοκρατικών δραστηριοτήτων, και να προσφέρει βοήθεια και τεχνική υποστήριξη για την εφαρμογή των συμφωνιών αυτών.

Τροπολογία 3

Άρθρο 2, παράγραφος 6

6. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε κάθε πληροφορία που περιλαμβάνεται σε έγγραφο, φάκελο, πληροφοριακό στοιχείο, αντικείμενο ή άλλο αποδεικτικό μέσο, το οποίο έχει κατασχεθεί κατά τη διάρκεια ποινικών ερευνών ή διαδικασιών σε σχέση με τρομοκρατικά εγκλήματα να μπορεί να τίθεται το συντομότερο δυνατό, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν πρέπει να παρακωλύονται τρέχουσες έρευνες, στη διάθεση των αρχών άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις οικείες διεθνείς νομικές πράξεις, όταν διεξάγονται ή ενδέχεται να διεξαχθούν έρευνες ή έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις σε σχέση με τρομοκρατικά εγκλήματα.

6. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε κάθε πληροφορία που περιλαμβάνεται σε έγγραφο, φάκελο, πληροφοριακό στοιχείο, αντικείμενο ή άλλο αποδεικτικό μέσο, το οποίο έχει κατασχεθεί κατά τη διάρκεια ποινικών ερευνών ή διαδικασιών σε σχέση με τρομοκρατικά εγκλήματα να μπορεί να τίθεται το συντομότερο δυνατό, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν πρέπει να παρακωλύονται τρέχουσες έρευνες, στη διάθεση των αρχών άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις οικείες διεθνείς νομικές πράξεις, όταν διεξάγονται ή ενδέχεται να διεξαχθούν έρευνες ή έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις σε σχέση με τρομοκρατικά εγκλήματα.

 

Τα κράτη μέλη που λαμβάνουν τις πληροφορίες αυτές αναλαμβάνουν να τις προστατεύσουν τηρώντας τις ίδιες προδιαγραφές περί εμπιστευτικού χαρακτήρα που ισχύουν στο κράτος προέλευσης των πληροφοριών και γνωστοποιούν αμέσως στο κράτος αυτό τις σχετικές πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους.

Αιτιολόγηση

Πρέπει να εξασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες θα τυγχάνουν σωστής μεταχείρισης από πλευράς ασφαλείας και ότι η ροή πληροφοριών θα είναι αμφίδρομη.

Τροπολογία 4

Άρθρο 4α (νέο)

 

Άρθρο 4α

Δικαιώματα του ανθρώπου και θεμελιώδεις ελευθερίες

 

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η υποβολή και ανταλλαγή πληροφοριών που επιβάλλεται με την παρούσα απόφαση, καθώς και η χρήση τους, είναι σύμφωνη με τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, καθώς και με τις ισχύουσες προδιαγραφές και κανόνες όσον αφορά την προστασία των δεδομένων και την προστασία των προσώπων από την καταχρηστική χρήση των δεδομένων.

Τροπολογία 5

Άρθρο 5α (νέο)

 

Άρθρο 5α

Εκθέσεις της Europol και της Eurojust

 

Η Europol και η Eurojust εκπονούν και υποβάλλουν τις ετήσιες εκθέσεις τους στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Αιτιολόγηση

Λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των εγκλημάτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας δεσμός μεταξύ της Europol, της Eurojust και των δομών της ΕΕ που έχουν την αρμοδιότητα για τη διαμόρφωση της πολιτικής. Η αναφορά προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ένας τρόπος για την εξασφάλιση μιας αποτελεσματικότερης αντιτρομοκρατικής πολιτικής της ΕΕ, καθώς και του δημοκρατικού ελέγχου των σωμάτων αυτών.

Τροπολογία 6

Άρθρο 5β (νέο)

 

Άρθρο 5β

Μελέτη σκοπιμότητας

 

Η Επιτροπή εκπονεί μελέτη εφικτότητας, σχετικά με την ετοιμότητα και την ικανότητα των υποψηφίων προς ένταξη χωρών και των γειτονικών ευρωπαϊκών χωρών να συμμετάσχουν στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών για εγκλήματα σχετικά με την τρομοκρατία, και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να γίνει δυνατή η συμμετοχή αυτή.

Αιτιολόγηση

Πρέπει να εξετασθεί η εφικτότητα και οι ενδεχόμενοι τρόποι συμμετοχής της Βουλγαρίας, της Κροατίας, της Ρουμανίας και της Τουρκίας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών για εγκλήματα σχετικά με την τρομοκρατία, ώστε να διευρυνθεί το πεδίο της συνεργασίας και να προετοιμασθούν οι υποψήφιες χώρες για τα καθήκοντά τους ως πλήρη μέλη. Η μελέτη πρέπει επίσης να επεκτείνει τους γεωγραφικούς της στόχους προκειμένου να συμπεριλάβει την ετοιμότητα και τις ικανότητες των ευρωπαϊκών γειτονικών χωρών να συνεργασθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής ανταλλαγής πληροφοριών.


(1)

Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην ΕΕ.


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά εγκλήματα

Έγγραφα αναφοράς

COM(2004)0221 – 15599/2004 – C6-0007/2004 – 2004/0069(CNS)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

LIBE

Γνωμοδοτική επιτροπή
Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

AFET

15.9.2004

Ενισχυμένη συνεργασία

Όχι

Συντάκτης γνωμοδότησης

István Szent-Iványi

               Ημερομηνία ορισμού

13.9.2004

Εξέταση στην επιτροπή

15.3.2005

29.3.2005

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης των τροπολογιών

30.3.2005

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

υπέρ:

49

 

κατά:

4

 

αποχές:

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Vittorio Emanuele Agnoletto, Angelika Beer, André Brie, Philip Claeys, Simon Coveney, Marek Aleksander Czarnecki, Véronique De Keyser, Γιώργος Δημητρακόπουλος, Camiel Eurlings, Alfred Gomolka, Klaus Hänsch, Richard Howitt, Toomas Hendrik Ilves, Bogdan Klich, Helmut Kuhne, Joost Lagendijk, Vytautas Landsbergis, Francisco José Millán Mon, Pierre Moscovici, Baroness Nicholson of Winterbourne, Raimon Obiols i Germà, Alojz Peterle, Tobias Pflüger, Bernd Posselt, Michel Rocard, Raül Romeva i Rueda, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra, Jacek Emil Saryusz-Wolski, Gitte Seeberg, Marek Maciej Siwiec, Konrad Szymański, Charles Tannock, Inese Vaidere, Geoffrey Van Orden, Ari Vatanen, Luis Yañez-Barnuevo García, Josef Zieleniec

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Laima Liucija Andrikienė, Carlos Carnero González, Alexandra Dobolyi, Árpád Duka-Zólyomi, Hélène Flautre, Kinga Gál, Jaromír Kohlíček, Pasqualina Napoletano, Doris Pack, Αθανάσιος Παφίλης, Rihards Pīks, Aloyzas Sakalas, Anders Samuelsen, Inger Segelström, Csaba Sándor Tabajdi

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Christofer Fjellner, Bronisław Geremek


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ (9.3.2005 )

προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά εγκλήματα

(COM(2004)0221 – C6-0007/2004 – 2004/0069(CNS))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Antonio López-Istúriz White

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας πρέπει να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαθέτοντας τους απαραίτητους μηχανισμούς, καταβάλλοντας όλες τις απαραίτητες προσπάθειες, που θα επιτρέπουν την προστασία των σημαντικότερων αγαθών μας: της ζωής και της ελευθερίας των πολιτών μας.

Οι τρομερές τρομοκρατικές ενέργειες της 11ης Σεπτεμβρίου κατέστησαν πρόδηλη την ανάγκη να καταστεί η καταπολέμηση της τρομοκρατίας ο σημαντικότερος στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δυστυχώς, στις 11 Μαρτίου 2004, η Ισπανία έζησε ένα ματωμένο ξημέρωμα. Η τρομοκρατία χτύπησε και πάλι αδιακρίτως και τώρα επί ευρωπαϊκού εδάφους, σε μία χώρα η οποία υφίσταται επί δεκαετίες τη δράση άθλιων και ανηλεών εγκληματιών.

Στις 11 Μαρτίου άλλαξε η ιστορία της Ευρώπης και μαζί με αυτήν και η ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τρομοκρατία χτύπησε τον κοινό μας σχέδιο, το σύστημα της ειρηνικής συνύπαρξης, της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας· χτύπησε ουσιαστικά την ίδια τη ζωή των Ευρωπαίων.

Είναι πλέον απαραίτητο να εξετάσουμε βαθύτερα με ποια μέσα μπορούμε να καταπολεμήσουμε την τρομοκρατία από μία νέα προοπτική: η τρομοκρατία δεν πρέπει να θεωρείται ως μία μονολιθική πραγματικότητα. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, ενώ όλες οι μορφές τρομοκρατίας είναι εξίσου περιφρονητέες, υπάρχουν διάφορα είδη τρομοκρατίας αναλόγως των μέσων, των διαφορετικών στρατηγικών που χρησιμοποιούνται, των αυτουργών ή των ομάδων αυτουργών και των διάφορων τρομερών συνεπειών των επιθέσεών της. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να είμαστε εις θέσιν να αναγνωρίσουμε με ακρίβεια τον καθένα από τους επί μέρους στόχους που επιθυμούμε να προσβάλουμε και να καθιερώσουμε κατάλληλους μηχανισμούς για την καταπολέμηση ενός εκάστου εξ αυτών, εναντίον κάθε είδους τρομοκρατίας.

Ο αγώνας αυτός δεν πρέπει, ως εκ τούτου, να βασίζεται αποκλειστικά σε μηχανισμούς αντίδρασης· είναι προφανές ότι η καλύτερη μορφή καταπολέμησης των διαφόρων ειδών τρομοκρατίας είναι η πρόληψή τους.

Η διμερής και ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ειδικευμένων υπηρεσιών των κρατών μελών και η δυνατότητα εξασφάλισης με συστηματικό τρόπο της μετάδοσης των πλέον σημαντικών πληροφοριών στην Europol ή/και την Eurojust, συνιστούν αποφασιστικά μέτρα για την πρόληψη των τρομοκρατικών επιθέσεων. Παρά ταύτα, προκειμένου να είναι αποτελεσματική η ανταλλαγή των πληροφοριών είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των αστυνομικών υπηρεσιών των διαφόρων κρατών μελών και ο καθορισμός κοινών κριτηρίων αλληλοδιείσδυσης ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα στοιχεία θα ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο από την Europol και από τα κράτη μέλη.

Όσον αφορά τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ποινικού Μητρώου, είναι άξιο απορίας ότι το Συμβούλιο δεν κάνει καμία αναφορά σε αυτό. Πιστεύουμε ότι πρέπει να είμαστε περισσότερο φιλόδοξοι από την Επιτροπή και να μην περιοριζόμαστε σε συμβουλές για τη δημιουργία ενός μητρώου καταδικών και ανικανοτήτων της ελευθερίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εάν πράγματι επιθυμούμε να λάβουμε προληπτικά μέτρα για την τρομοκρατία δεν πρέπει να μας αρκεί η σκοπιμότητα της δημιουργίας του εν λόγω μητρώου, πρέπει να ζητήσουμε από την Επιτροπή και από το Συμβούλιο να εστιάσουν τις προσπάθειές τους στην ουσιαστική και άμεση δημιουργία του μητρώου αυτού, κυρίως διότι η σκοπιμότητα που θα εξυπηρετούσε θα διευκόλυνε την επίτευξη του στόχου μας: να ηττηθεί η τρομοκρατία, να διαφυλαχθεί ο κοινός χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, να προστατευθεί η Ελευθερία, η Δημοκρατία και, κυρίως, η ζωή των συμπολιτών μας.

Καμιά δυσκολία δεν πρέπει να εμποδίσει την αποτελεσματική προστασία της ελευθερίας και του δικαιώματος στη ζωή· κανένα εμπόδιο, όσες προσπάθειες κι αν απαιτήσει από τα 25 κράτη μέλη για την υπερπήδησή του, δεν πρέπει να καθυστερήσει την επίτευξη του κοινού μας στόχου.

Για όλους αυτούς του λόγους, εκτιμούμε ότι είναι σωστή η πρόταση Απόφασης του Συμβουλίου, δεδομένου ότι θα συμβάλει θετικά στην επίτευξη του στόχου προτεραιότητας που αποτελεί η πρόληψη, η καταπολέμηση και η ήττα της τρομοκρατίας. Παρά ταύτα, συνιστούμε να παρουσιάσει το Συμβούλιο τις πρωτοβουλίες που είναι απαραίτητες με σκοπό τη διευκόλυνση της δημιουργίας του Ευρωπαϊκού Ποινικού Μητρώου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων ζητεί από την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να εγκρίνει την πρόταση Απόφασης.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά εγκλήματα

Έγγραφα αναφοράς

COM(2004)0221 – C6-0007/2004 – 2004/0069(CNS)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

LIBE

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ές)
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI
15.9.2004

Ενισχυμένη συνεργασία

 

Συντάκτης γνωμοδότησης
  Ημερομηνία ορισμού

Antonio López-Istúriz White

24.11.2004

Εξέταση σε επιτροπή

19.1.2005

2.2.2005

7.3.2005

 

 

Ημερομηνία έγκρισης των τροπολογιών

7.3.2005

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

υπέρ:

κατά:

αποχές:

23

1

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Maria Berger, Bert Doorn, Monica Frassoni, Giuseppe Gargani, Klaus-Heiner Lehne, Marcin Libicki, Alain Lipietz, Antonio López-Istúriz White, Antonio Masip Hidalgo, Viktória Mohácsi, Aloyzas Sakalas, Francesco Enrico Speroni, Daniel Stroz, Theresa Villiers, Diana Wallis, Nicola Zingaretti, Jaroslav Zvěřina

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Alexander Nuno Alvaro, Jean-Paul Gauzès, Luis de Grandes Pascual, Adeline Hazan, Barbara Kudrycka, Kurt Lechner, Evelin Lichtenberger, Arlene McCarthy, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, József Szájer

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηψοφορία

Harald Ettl


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά εγκλήματα

Έγγραφα αναφοράς

COM(2004)0221 - (15599/2004 – C6-0007/2004 – 2004/0069(CNS)

Νομική βάση

άρθρο 39, παρ. 1 ΕΕ

Διαδικαστική βάση

άρθρο 93 και άρθρο 51

Ημερομηνία κλήσης του ΕΚ προς γνωμοδότηση

22.4.2004

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

LIBE
15.9.2004

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

AFET
15.9.2004

JURI
15.9.2004


 

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει
  Ημερομηνία της απόφασης

 

 

 

 

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Εισηγητής(ές)
  Ημερομηνία ορισμού

Antoine Duquesne
27.7.2004

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

 

 

Απλοποιημένη διαδικασία
  Ημερομηνία απόφασης

 

Αμφισβήτηση της νομικής βάσης
  Ημερομ. γνωμοδότησης ΝΟΜΙ

 

 

 

Τροποποίηση του χρηματοδοτικού κονδυλίου
  Ημερομ. γνωμοδότησης ΠΡΟΫ

 

 

 

Διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή
  Ημερομ. απόφασης στην ολομέλεια



Διαβούλευση με την Επιτροπή των Περιφερειών
  Ημερομ. απόφασης στην ολομέλεια


Εξέταση στην επιτροπή

27.4.2004

5.10.2004

31.3.2005

24.5.2005

 

Ημερομηνία έγκρισης

24.5.2005

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

υπέρ:

κατά:

αποχές:

40

0

4

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Alexander Nuno Alvaro, Edit Bauer, Mario Borghezio, Mihael Brejc, Maria Carlshamre, Giusto Catania, Charlotte Cederschiöld, Carlos Coelho, Fausto Correia, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Rosa Díez González, Antoine Duquesne, Elly de Groen-Kouwenhoven, Lívia Járóka, Timothy Kirkhope, Ewa Klamt, Magda Kósáné Kovács, Wolfgang Kreissl-Dörfler, Barbara Kudrycka, Σταύρος Λαμπρινίδης, Henrik Lax, Sarah Ludford, Edith Mastenbroek, Jaime Mayor Oreja, Claude Moraes, Martine Roure, Amalia Sartori, Inger Segelström, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Stefano Zappalà, Tatjana Ždanoka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Frederika Brepoels, Ignasi Guardans Cambó, Luis Francisco Herrero-Tejedor, Sophia in 't Veld, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Mary Lou McDonald, Antonio Masip Hidalgo, Javier Moreno Sánchez, Bill Newton Dunn, Herbert Reul, Marie-Line Reynaud, Agnes Schierhuber

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Antonio López-Istúriz White

Ημερομηνία κατάθεσης – A6

26.5.2005

A6-0160/2005

Παρατηρήσεις

.

Τελευταία ενημέρωση: 8 Αυγούστου 2006Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου