Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Choisissez la langue de votre document :

Διαδικασία : 2005/2216(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0118/2006

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0118/2006

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 06/04/2006 - 6.6

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2006)0135

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 218kDOC 142k
28 Μαρτίου 2006
PE 365.007v02-00 A6-0118/2006

σχετικά με την ειδική έκθεση που συνέταξε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έπειτα από καταγγελία κατά των Ευρωπαϊκών Σχολείων (αριθ.1391/2002/JMA)

(2005/2216(INI))

Επιτροπή Αναφορών

Εισηγητής: Proinsias De Rossa

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την ειδική έκθεση που συνέταξε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έπειτα από καταγγελία κατά των Ευρωπαϊκών Σχολείων (αριθ. 1391/2002/JMA)

(2005/2216 – 2005/2216(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση που συνέταξε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έπειτα από καταγγελία κατά των Ευρωπαϊκών Σχολείων (αριθ. 1391/2002/JMA) (2005/2216),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 13, 21 και 195 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 1 και 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

- έχοντας υπόψη την απόφασή του της 9ης Μαρτίου 1994 σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του(1),

- έχοντας υπόψη το άρθρο 3, παράγραφος 7, του Καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή,

- έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του της 16ης Ιουλίου 1998(2), της 17ης Νοεμβρίου 2000(3), της 6ης Σεπτεμβρίου 2001(4) και της 11ης Δεκεμβρίου 2001(5) σχετικά με τις ειδικές εκθέσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή,

- έχοντας υπόψη τη σύμβαση της 17ης Ιουνίου 1994 σχετικά με το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων,

- έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου και των Υπουργών Παιδείας, που συνήλθαν στα πλαίσια του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 1990, σχετικά με την ένταξη των μειονεκτούντων παιδιών και νέων στα κανονικά εκπαιδευτικά συστήματα(6) και ιδίως το άρθρο 4 αυτού,

- έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών – Για μια Ευρώπη χωρίς φραγμούς για τα άτομα με αναπηρίες (COM(2000)0284),

- έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(7) και ιδίως το άρθρο 21, παράγραφος 1 αυτού,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 45 και 195, παράγραφος 2, πρώτη πρόταση, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών (A6-0118/2006),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, ο Διαμεσολαβητής διεξάγει τις έρευνες που κρίνει δικαιολογημένες, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει των καταγγελιών που του έχουν υποβληθεί, για υποθέσεις κακής διοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών, με εξαίρεση το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 7 του Καταστατικού του, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δύναται να υποβάλει εν συνεχεία έκθεση, συνοδευόμενη από κατάλληλες συστάσεις, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο ή οργανισμό,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην ειδική έκθεσή του για την καταγγελία αριθ. 1391/2002/JMA σχετικά με τη μη κάλυψη των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών της θυγατέρας της καταγγέλλουσας από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, ο Διαμεσολαβητής θέλησε να προτείνει τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να εξασφαλιστεί ότι η Επιτροπή θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι γονείς των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες τα οποία αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους, δεν θα υποχρεούνται να συνεισφέρουν στις δαπάνες για την εκπαίδευση των τέκνων τους,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Διαμεσολαβητής ερεύνησε έναν σημαντικό αριθμό πρόσθετων καταγγελιών κατά των Ευρωπαϊκών Σχολείων, οι οποίες αφορούσαν παρόμοια γεγονότα και περιελάμβαναν ίδιους ισχυρισμούς,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ειδική έκθεση του Διαμεσολαβητή αποτελεί άριστη ευκαιρία για εις βάθος εξέταση των συστάσεων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή,

1.   χαιρετίζει την ειδική έκθεση του Διαμεσολαβητή και θεωρεί ότι βασίζεται σε ενδελεχείς έρευνες επί της εν λόγω καταγγελίας και σε λεπτομερή ανάλυση των διαθέσιμων στοιχείων·

2.  επισημαίνει ότι η έρευνα του Διαμεσολαβητή αποτελεί περίπτωση ορθής άσκησης της εντολής του σύμφωνα με το άρθρο 195 της Συνθήκης·

3.  υπογραμμίζει ότι, δυνάμει των άρθρων 14 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Συνθήκης ΕΚ, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, η αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης και η απαγόρευση κάθε μορφής διάκρισης λόγω, μεταξύ άλλων, αναπηρίας αποτελούν τις αρχές και τα θεμέλια της έννομης τάξης της ΕΕ·

4.   επισημαίνει ότι, ενώ η Επιτροπή έχει επανειλημμένως αναφερθεί στην ύπαρξη οικονομικών και δημοσιονομικών περιορισμών που την εμποδίζουν να καλύπτει εξ ολοκλήρου τις εκπαιδευτικές δαπάνες των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες τα οποία αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, δεν έχει καταβάλει καμιά προσπάθεια να παρουσιάσει μια εκτίμηση των οικονομικών πόρων που απαιτούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η Συνθήκη ΕΚ·

5.   επισημαίνει ότι, στην περίπτωση της οικογένειας της καταγγέλλουσας, ενώ παρεχόταν στο Ευρωπαϊκό Σχολείο δωρεάν εκπαίδευση (όπως επιβάλλεται) σε 3 από τα τέκνα της, η μεγαλύτερη θυγατέρα της, η οποία έχει ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, απεκλείσθη από το σχολείο αυτό, υποχρεώνοντάς την έτσι να εγγραφεί σε ένα ιδιωτικό «Διεθνές Σχολείο Βρυξελλων», με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί με σημαντικά έξοδα η οικογένειά της·

6.   επισημαίνει τα μέτρα που περιέγραψε η Επιτροπή ενώπιον της Επιτροπής Αναφορών κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 2006 ισχυριζόμενη ότι επήλθαν σημαντικές αυξήσεις στην "συμπληρωματική βοήθεια υπέρ των ατόμων με αναπηρίες" για το 2006, με αποτέλεσμα να μειωθούν αισθητά οι προσωπικές συνεισφορές των δικαιούχων·

7.   επισημαίνει ότι η Επιτροπή παρέχει διπλάσιο επίδομα τέκνου ως ενίσχυση των υπαλλήλων για την κάλυψη μη συνδεόμενων με την εκπαίδευση δαπανών που προκύπτουν από τη φροντίδα τέκνου με αναπηρία και καταδικάζει τη μονομερή παρακράτηση από την Επιτροπή του πρόσθετου επιδόματος της καταγγέλλουσας με σκοπό να περιοριστεί το κόστος που συνεπάγεται για την Επιτροπή η εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς το τέκνο της καταγγέλλουσας·

8.  καλεί την Επιτροπή να πληροφορεί εκ των προτέρων τους γονείς των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να αποσαφηνίσει κατά πόσον αναλαμβάνει την ευθύνη της διασφάλισης της δωρεάν πρόσβασης των τέκνων των υπαλλήλων σε κατάλληλη υποχρεωτική εκπαίδευση·

9. υποστηρίζει τα συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή και καλεί την Επιτροπή να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να επιστρέφεται στους γονείς παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους, το πλήρες ποσό των δαπανών που προκύπτουν από την παροχή ειδικής εκπαίδευσης στα τέκνα τους στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πολιτικής για κοινωνική προστασία·

10. θεωρεί ότι η σύσταση του Διαμεσολαβητή πρέπει να ισχύσει επίσης και για άλλες καταγγελίες τις οποίες έλαβε κατά τη διάρκεια της έρευνάς του και οι οποίες αφορούν παρόμοια γεγονότα και περιλαμβάνουν ανάλογους ισχυρισμούς·

11. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, στη Γενική Γραμματεία και το Διοικητικό Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Σχολείων, καθώς και στα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

(1)

EE L 113 της 4.5.1994, σελ. 15. Απόφαση, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 2002/262/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ (EE L 92 της 9.4.2002, σελ. 13).

(2)

EE C 292 της 21.9.1998, σελ. 103.

(3)

EE C 223 της 8.8.2001, σελ. 368.

(4)

EE C 72 E της 21.3.2002, σελ. 331.

(5)

EE C 177 E της 25.7.2002, σελ. 61.

(6)

EE C162 της 3.7.1990, σελ. 2.

(7)

EE C 364 της 18.12.2000, σελ. 1.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Εισαγωγή

Η παρούσα έκθεση βασίζεται στην ειδική έκθεση που διαβιβάστηκε από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 27 Μαΐου 2005 εν συνεχεία του σχεδίου σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την καταγγελία 1391/2002/JMA. Αντικείμενο της καταγγελίας είναι το γεγονός ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν κάλυψαν τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες της θυγατέρας της καταγγέλλουσας και η Επιτροπή δεν κάλυψε εξ ολοκλήρου τις δαπάνες της παροχής ειδικής εκπαίδευσης στη θυγατέρα της στο επιλεγέν εναλλακτικό εκπαιδευτικό σύστημα όπου μπορούσε να ενταχθεί, ήτοι το «Διεθνές Σχολείο» των Βρυξελλών.

Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η ενσωμάτωση των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στο κανονικό εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει γενικός στόχος πολιτικής, χωρίς όμως υποχρεωτικό χαρακτήρα. Απουσία δεσμευτικών νομικών διατάξεων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν αποτελούσε τεκμήριο κακής διοίκησης το γεγονός ότι η θυγατέρα της καταγγέλλουσας δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τα μαθήματά της στο Ευρωπαϊκό Σχολείο. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε, ωστόσο, ότι οι οικονομικές πτυχές της υπόθεσης συνιστούσαν αδικαιολόγητη διάκριση και, για τον λόγο αυτόν, υπέβαλε σύσταση στην Επιτροπή να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι γονείς παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους δεν θα υποχρεούνται να συνεισφέρουν στις δαπάνες για την εκπαίδευση των τέκνων τους.

2. Σύνοψη της καταγγελίας και της έρευνας του Διαμεσολαβητή

Στις 25 Ιουλίου 2002, μια υπάλληλος της Επιτροπής, η θυγατέρα της οποίας έχει ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, υπέβαλε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι η θυγατέρα της είχε εγγραφεί στο Ευρωπαϊκό Σχολείο των Βρυξελλών ΙΙ τον Σεπτέμβριο του 1997, όπου της είχε παρασχεθεί ενισχυτική διδασκαλία κατά τα σχολικά έτη 1998-1999 και 1999-2000, στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος του σχολείου για παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Τον Ιούνιο του 2000, το Διοικητικό Συμβούλιο του σχολείου αποφάσισε ότι οι εκπαιδευτικές ανάγκες δεν θα καλυφθούν στο σχολείο· το παιδί έγινε δεκτό τον Σεπτέμβριο του 2000 στη μονάδα ειδικής εκπαίδευσης του «Διεθνούς Σχολείου» των Βρυξελλών. Η καταγγέλλουσα υποχρεώθηκε, βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτοπής, να καλύψει ένα μέρος των δαπανών για την εκπαίδευση της θυγατέρας της στο εν λόγω σχολείο, το οποίο χρεώνει δίδακτρα.

Η καταγγέλλουσα σημείωσε ότι το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, το οποίο προβλέπει ότι ο ρόλος τους είναι η προώθηση της εκπαίδευσης του προσωπικού της Κοινότητας, δεν αναφέρει το ενδεχόμενο αποκλεισμού ορισμένων παιδιών με αναπηρία εξαιτίας ακριβώς της αναπηρίας τους. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η Επιτροπή είναι εν μέρει υπεύθυνη για την κατάσταση, διότι καταλαμβάνει μια έδρα στο Διοικητικό Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Σχολείων και εμπλέκεται σε ζητήματα που άπτονται της εκτέλεσης του προϋπολογισμού τους.

Στη γνώμη που υπέβαλε την 6η Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή απάντησε στους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων, σε αντίθεση με τα περισσότερα εθνικά συστήματα που διαθέτουν ειδικά κέντρα για τα παιδιά με αναπηρία, περιλαμβάνουν μόνο κανονικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Παρά τον περιορισμό αυτόν, τα Ευρωπαϊκά Σχολεία συμπαραστέκονται στα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Από το 1987, προσφέρεται ενισχυτική διδασκαλία και λειτουργούν συμβουλευτικά κέντρα, και από το 1989 κάθε Σχολείο έχει «συμβουλευτικές ομάδες» που αξιολογούν τις ειδικές ανάγκες κάθε παιδιού. Έπειτα από παρέμβαση της Επιτροπής, το μέρος του προϋπολογισμού των Σχολείων που διατίθεται για τα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες διπλασιάστηκε από το 1996 έως το 2002. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση της θυγατέρας της καταγγέλλουσας, το Ευρωπαϊκό Σχολείο των Βρυξελλών ΙΙ αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της και η Επιτροπή έκρινε ότι η πολιτική του σχολείου, εφόσον είχε πράξει ό,τι εδύνατο σύμφωνα με τις υφιστάμενες διαδικασίες, δεν συνιστούσε διάκριση. Σε ό,τι αφορά την οικονομική συνεισφορά στην οποία πρέπει να προβαίνουν οι γονείς ορισμένων παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, εάν ένας υπάλληλος υποβάλει αίτηση για ενίσχυση στο πλαίσιο της γραμμής του προϋπολογισμού A-4103 («συμπληρωματική ενίσχυση στα άτομα με ειδικές ανάγκες»), το άρθρο 5 σημείο α των προσωρινών κατευθυντήριων γραμμών ορίζει ότι ο υπάλληλος πρέπει να συνεισφέρει ανάλογα με το φορολογητέο οικογενειακό εισόδημά του. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η οικονομική συνεισφορά της καταγγέλλουσας ανερχόταν στο 5% των προκυπτουσών δαπανών. Όσον αφορά την ανάγκη παροχής πληροφόρησης στους γονείς παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, η Επιτροπή ανέφερε ότι θα διασφαλίσει στο εξής την ενσωμάτωση των σχετικών λεπτομερειών στις πληροφορίες που δίδονται στους νέους υπαλλήλους, τόσο πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους στα θεσμικά όργανα όσο και όταν αρχίσουν να εργάζονται σε αυτά.

Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε επί της γνώμης της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι, εάν τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν είναι σε θέση να καλύπτουν τις ανάγκες ορισμένων παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, η εκπαίδευση των παιδιών αυτών σε εναλλακτικά ιδρύματα θα έπρεπε να χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Η καταγγέλλουσα πρότεινε τα Ευρωπαϊκά Σχολεία να καλύπτουν το σύνολο των εκπαιδευτικών δαπανών των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που πρέπει να μεταφέρονται σε εναλλακτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Υπογράμμισε ότι η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, πρέπει να διασφαλίζει την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση όλων των μορφών διακρίσεων λόγω αναπηρίας και ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία παραβιάζουν το άρθρο 14 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(1).

Κατόπιν αξιολόγησης της γνώμης και των παρατηρήσεων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε απαντήσει ικανοποιητικά στην καταγγελία. Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ζητώντας τη συνεισφορά της καταγγέλλουσας στις δαπάνες για την εκπαίδευση του τέκνου της που είχε αποκλειστεί από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας του, η Επιτροπή δεν είχε διασφαλίσει την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Ο Διαμεσολαβητής, ως εκ τούτου, συνέστησε στην Επιτροπή να διασφαλίσει ότι η καταγγέλλουσα δεν θα εκαλείτο να συνεισφέρει στις δαπάνες για την εκπαίδευση του τέκνου της.

Στην απάντησή της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξήγησε ότι, υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκρινόταν, ένα νέο πρόγραμμα επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ την 1η Μαΐου 2004 (είναι ορθή η ημερομηνία αυτή;), το οποίο θα περιλάμβανε ορισμένες τροποποιήσεις των τρεχουσών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την πρόσθετη ενίσχυση για τα άτομα με αναπηρία. Η Επιτροπή υποστήριξε, επίσης, ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το σημερινό καθεστώς προκαλεί διακρίσεις, διότι και οι γονείς άλλων παιδιών που, για παιδαγωγικούς λόγους, δεν φοιτούν σε Ευρωπαϊκό Σχολείο πρέπει να αναζητούν εναλλακτικά σχολεία, τα οποία χρεώνουν και αυτά δίδακτρα που δεν επιστρέφονται στο ακέραιο. Καθώς η απαίτηση συνεισφοράς των γονέων στις εκπαιδευτικές δαπάνες δεν σχετίζεται υποχρεωτικά με την αναπηρία, η Επιτροπή θεώρησε ότι η πρόσθετη οικονομική συνεισφορά δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συνιστά διακριτική μεταχείριση και επεσήμανε ότι τα παιδιά με αναπηρία εξαιρούνται όχι λόγω της αναπηρίας, τους αλλά επειδή ο βαθμός αναπηρίας τους υπερβαίνει την ικανότητα του σχολείου να καλύψει τις ανάγκες τους. Καθώς το κόστος των εναλλακτικών ιδρυμάτων είναι υψηλό, και λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών περιορισμών, απαιτείται μια μικρή συνεισφορά από τους γονείς βάσει της οικονομικής τους κατάστασης. Ωστόσο, η Επιτροπή εξέφρασε την πρόθεσή της να μειώσει την οικονομική επιβάρυνση της καταγγέλλουσας.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του Καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή(2), στο μέτρο του δυνατού, ο Διαμεσολαβητής αναζητεί, από κοινού με το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο ή οργανισμό, λύση ικανή να εξαλείψει τις περιπτώσεις κακής διοίκησης και να ικανοποιήσει τον καταγγέλλοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στην καταγγέλλουσα την απάντηση της Επιτροπής στην πρόταση φιλικού διακανονισμού. Η καταγγέλλουσα επανέλαβε τα γεγονότα της υπόθεσης και τόνισε ότι η υποχρέωση να συνεισφέρει στην εκπαίδευση της θυγατέρας της σχετιζόταν με το γεγονός ότι το τέκνο της έχει αναπηρία. Υποστήριξε ότι οι αναφορές της Επιτροπής σε μελλοντικές πρωτοβουλίες ουδεμία σχέση έχουν με την υπόθεση, όπως δεν σχετίζεται με αυτήν ούτε το γεγονός ότι και άλλα παιδιά εγκαταλείπουν τα Ευρωπαϊκά Σχολεία για διαφορετικούς, παιδαγωγικής φύσεως, λόγους. Η περίπτωσή της αφορά ένα παιδί στο οποίο επιβλήθηκε στέρηση εκπαίδευσης λόγω της αναπηρίας του και στη συνέχεια κλήθηκε η ίδια να πληρώσει ένα μέρος των δαπανών για την εκπαίδευσή του. Επιπλέον, τόνισε ότι, αντίθετα με τα στοιχεία που ανέφερε η Επιτροπή, η συνεισφορά της ανέρχεται στο 15% των δαπανών. Η διάκριση διαπράττεται αποκλειστικά και μόνο λόγω της αναπηρίας της θυγατέρας της και η καταγγέλλουσα καταλόγισε στην Επιτροπή πλήρη αθέτηση των υποχρεώσεών της προς τους υπαλλήλους της και τα εξαρτώμενα από αυτούς άτομα.

3. Το σχέδιο σύστασης

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καταστατικού του Διαμεσολαβητή, ο Διαμεσολαβητής απέστειλε σχέδιο σύστασης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 27 Φεβρουαρίου 2004.

Εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι τα τέκνα των υπαλλήλων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που μπορούν να καλυφθούν από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, έχουν δικαίωμα εγγραφής σε αυτά. Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι της ΕΕ δεν συνεισφέρουν καθόλου στις δαπάνες για την εκπαίδευση των τέκνων τους. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν καλύπτει εξ ολοκλήρου τις δαπάνες για την εκπαίδευση των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους.

Ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η αρχή της μη διάκρισης και της ίσης μεταχείρισης αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Όπως ορίζεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(3) και στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ(4), απαγορεύεται κάθε μορφή διάκρισης λόγω αναπηρίας. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε, ως εκ τούτου, ότι η διαφορετική οικονομική αντιμετώπιση από την Επιτροπή των υπαλλήλων που έχουν παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία βασίζεται αποκλειστικά στην αναπηρία και συνεπώς συνιστά διάκριση. Σε ό,τι αφορά τον αποκλεισμό ορισμένων παιδιών από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία για παιδαγωγικούς λόγους, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι πραγματικές και νομικές περιστάσεις που αφορούν τα παιδιά αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με εκείνες των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, τα οποία αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους. Συμπεραίνοντας ότι η διαφορετική οικονομική αντιμετώπιση από την Επιτροπή των υπαλλήλων με παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους συνιστά διάκριση και, συνεπώς, αποτελεί περίπτωση κακής διοίκησης, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:

«Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι γονείς παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους δεν θα υποχρεούνται να συνεισφέρουν στις δαπάνες για την εκπαίδευση των τέκνων τους».

Απουσία σχετικών νομικών διατάξεων, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξασφάλιζε την παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων για όλα τα παιδιά των υπαλλήλων της ΕΕ με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες δεν μπορούσε να θεωρηθεί αθέτηση υποχρέωσης. Ο Διαμεσολαβητής, ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν τεκμηριωνόταν κακή διοίκηση όσον αφορά αυτήν την πτυχή της καταγγελίας. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας ότι η Επιτροπή δεν διευκρινίζει στις πληροφορίες που παρέχει σχετικά με τα Ευρωπαϊκά Σχολεία ότι ορισμένα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο αποκλεισμού, ο Διαμεσολαβητής έκρινε, λαμβάνοντας υπόψη τη διαβεβαίωση της Επιτροπής ότι θα λαμβάνονταν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την παροχή των κατάλληλων πληροφοριών στους υπαλλήλους, πως δεν συνέτρεχε λόγος περαιτέρω έρευνας όσον αφορά αυτήν την πτυχή της καταγγελίας.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε έναν σημαντικό αριθμό πρόσθετων καταγγελιών που αφορούσαν παρόμοια γεγονότα και περιελάμβαναν ίδιους ισχυρισμούς. Η Επιτροπή ενημερώθηκε και κλήθηκε να υποβάλει σχετικώς τη γνώμη της. Η Επιτροπή επέλεξε να απαντήσει από κοινού σε όλες τις καταγγελίες αυτές μέσω της εμπεριστατωμένης γνώμης που κατέθεσε για την παρούσα υπόθεση.

4. Η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής και πρόσθετες πληροφορίες

Μετά από αρκετές καθυστερήσεις, η Επιτροπή υπέβαλε τελικά την εμπεριστατωμένη γνώμη της στις 18 Αυγούστου 2004, αναφέροντας ότι με τη συγκεκριμένη εμπεριστατωμένη γνώμη απαντούσε τόσο στο σχέδιο συστάσεων του Διαμεσολαβητή όσο και στις μεμονωμένες καταγγελίες για το ίδιο πρόβλημα. Όσον αφορά την οικονομική συνεισφορά των υπαλλήλων της ΕΕ που έχουν παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, η Επιτροπή έκανε μνεία του νέου άρθρου 1 δ) παράγραφος 4(5) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2004, και επεσήμανε ότι η αρχή της αναλογικότητας που διέπει τις σχέσεις μεταξύ της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και του υποψήφιου υπαλλήλου θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη, τηρουμένων των αναλογιών, όσον αφορά τις υποχρεώσεις της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής έναντι των ανάπηρων τέκνων των υπαλλήλων. Αναφερόμενη σε διάφορα άλλα νέα στοιχεία, μεταξύ άλλων στην υποχρέωση εξασφάλισης της πρόσβασης των υπαλλήλων σε μέτρα κοινωνικής φύσεως, και ισχυριζόμενη ότι ο αποκλεισμός παιδιών με αναπηρία από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία οφείλεται στο γεγονός ότι η ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον υπερβαίνει τους διαθέσιμους υλικούς πόρους, η Επιτροπή επεσήμανε ότι θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα για την ενίσχυση των μέτρων υπέρ των παιδιών υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια θέση με την καταγγέλλουσα. Η Επιτροπή έκρινε, ωστόσο, ότι τα μέτρα του ισχύοντος καθεστώτος επιδομάτων είναι πρόσφορα και επαρκή για την αντιστάθμιση των δαπανών που προκύπτουν για τους γονείς από την εκπαίδευση των ανάπηρων τέκνων τους και επεσήμανε ότι το 99% των δαπανών που προέκυπταν για την καταγγέλλουσα από την εκπαίδευση της θυγατέρας της καλυπτόταν από το εν λόγω καθεστώς. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι δημοσιονομικοί πόροι είναι περιορισμένοι και ότι δεν έχει τη δυνατότητα να καλύπτει όλες τις δαπάνες, παρότι ο προϋπολογισμός αυξήθηκε σημαντικά κατά 40% το 2004. Καθώς η κοινωνική πολιτική υπέρ των ατόμων με αναπηρία αποτελεί προτεραιότητα, η Επιτροπή εξέφρασε την προθυμία της να προτείνει ένα «πολυετές πρόγραμμα» στην αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή για τη μέγιστη δυνατή δημοσιονομική ασφάλεια των μέτρων αυτού του είδους. Η Επιτροπή δήλωσε τη πρόθεσή της να αναφέρει τη θέση του Διαμεσολαβητή επί του ζητήματος αυτού, όταν υποβάλει τις προτάσεις της στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, αλλά επεσήμανε ότι θα βοηθούσε ενδεχομένως εάν ο Διαμεσολαβητής επικοινωνούσε με την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή άμεσα. Τέλος, η Επιτροπή δήλωσε την πρόθεσή της να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να έχει ουσιαστική στήριξη από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, προκειμένου τα παιδιά που είναι σαφές ότι πρέπει να ενταχθούν σε ειδικό ίδρυμα να λαμβάνουν τη μέγιστη δυνατή οικονομική στήριξη.

Στις παρατηρήσεις της επί της εμπεριστατωμένης γνώμης της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα επανέλαβε τους προηγούμενους ισχυρισμούς της, αναφέροντας ότι, κατά την άποψή της, οι προτάσεις και οι ενέργειες της Επιτροπής στερούν από τη θυγατέρα της την πρόσβαση σε δωρεάν υποχρεωτική εκπαίδευση. Αμφισβήτησε, επίσης, τα στοιχεία που παρουσίασε η Επιτροπή, ισχυριζόμενη ότι η επένδυση ανά παιδί με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες μειώθηκε το διάστημα 2003/2004. Οι προσωπικές της δαπάνες από το 2000 ανέρχονταν σε 19.205 ευρώ.

Τον Δεκέμβριο του 2004 ο Γενικός Διευθυντής Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής απέστειλε επιστολή στον Διαμεσολαβητή, επαναλαμβάνοντας τις ιδέες που είχε παρουσιάσει στην εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής και εξαγγέλλοντας ότι το πολυετές πρόγραμμα κοινωνικής πολιτικής της Επιτροπής θα περιελάμβανε και μια ενότητα για τη στήριξη των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Το πρόγραμμα θα υποβαλλόταν στην Επιτροπή στα μέσα του 2005, αλλά ο Γενικός Διευθυντής δεν μπορούσε να διασφαλίσει την επιστροφή του συνολικού ποσού των δαπανών στους γονείς παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

5. Η αξιολόγηση και η σύσταση του Διαμεσολαβητή

Στόχος του σχεδίου σύστασης του Διαμεσολαβητή ήταν να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή δεν θα προέβαινε σε διακρίσεις από οικονομική άποψη εις βάρος των υπαλλήλων που έχουν παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες τα οποία αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους. Βάσει της εμπεριστατωμένης γνώμης της Επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο στόχος αυτός δεν είχε επιτευχθεί. Όσον αφορά την ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή στον νέο κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού, σύμφωνα με την οποία η δυνατότητα της Επιτροπής να περιορίζει τη θέσπιση νέων μέτρων λόγω του οικονομικού τους αντίκτυπου θα έπρεπε να ισχύει και για κάθε άλλο μέτρο που αφορά άτομα με αναπηρία, όπως τα μέτρα που αφορούν την εκπαίδευση των παιδιών κοινοτικών υπαλλήλων τα οποία έχουν ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές περιορίζονται αποκλειστικά στην πρόσληψη υπαλλήλων και δεν ισχύουν για άλλες περιπτώσεις που αφορούν τη μεταχείριση των υπαλλήλων σε σχέση με την αναπηρία. Ο Διαμεσολαβητής χαρακτήρισε, επίσης, αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι, αν και η Επιτροπή έκανε επανειλημμένως μνεία των οικονομικών περιορισμών που την εμποδίζουν να καλύπτει εξ ολοκλήρου το κόστος της εκπαίδευσης των αποκλεισμένων παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, δεν παρουσίασε καμιά εκτίμηση που θα μπορούσε να δείξει την έκταση των περιορισμών αυτών, όπως, παραδείγματος χάρη, τον αριθμό των υπαλλήλων που αφορούν οι περιπτώσεις αυτές ή το πιθανό κόστος μιας αλλαγής της πολιτικής. Ο Διαμεσολαβητής, παρότι εκτίμησε τα θετικά σχόλια του Γενικού Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης της Επιτροπής, έκρινε ότι αυτά δεν φαίνεται πως εξαλείφουν κατά τρόπο οριστικό τις διακρίσεις κατά των υπαλλήλων που έχουν παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες τα οποία αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους. Όσον αφορά την πρόσκληση της Επιτροπής προς τον Διαμεσολαβητή να προσεγγίσει ο ίδιος την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, ο Διαμεσολαβητής πιστεύει ότι δεν περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητές του η πραγματοποίηση τέτοιων άμεσων παρεμβάσεων σε αυτού του είδους τη δημοσιονομική διαδικασία. Αντιθέτως, έκρινε πως θα ήταν προσφορότερο να υποβάλει στο Κοινοβούλιο μια ειδική έκθεση επί του ζητήματος αυτού, προκειμένου να επιστήσει την προσοχή του στο εν λόγω θέμα, όχι μόνο στο πλαίσιο του ρόλου του ως θεσμικού οργάνου αρμόδιου για τον έλεγχο της Επιτροπής αλλά και ως σκέλους της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής. Βάσει της αξιολόγησής του αυτής, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε εκ νέου το σχέδιο σύστασής του ως σύσταση προς την Επιτροπή και έκρινε ότι η σύστασή του αυτή θα έπρεπε επίσης να ισχύσει και για τις πρόσθετες καταγγελίες που είχε λάβει κατά τη διάρκεια της έρευνάς του.

6. Συμπεράσματα

Ο εισηγητής επισημαίνει ότι ο Διαμεσολαβητής διενέργησε ενδελεχή και πλήρη ανάλυση της καταγγελίας 1391/2002/JMA. Στο πλαίσιο της έρευνάς του, εξέτασε λεπτομερώς τόσο τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας όσο και τις δηλώσεις που υποβλήθηκαν από την Επιτροπή.

Η καταγγέλλουσα έχει καταθέσει περαιτέρω στοιχεία στον εισηγητή σχετικά με τον αντίκτυπο των ενεργειών της Επιτροπής στην οικογένειά της. Ως υπάλληλος της Επιτροπής, η καταγγέλλουσα δεν μπορεί να ασκήσει ορισμένα από τα δικαιώματά της, όπως η πρόσβαση σε εκπαιδευτικές υπηρεσίες στη χώρα υποδοχής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή και τα ευρωπαϊκά όργανα αναλαμβάνουν τον ρόλο «ανάδοχου κράτους», το οποίο είναι υπεύθυνο για την παροχή ορισμένων υπηρεσιών – όπως η εκπαίδευση. Επί τη βάσει αυτή, τρία από τα παιδιά της καταγγέλλουσας απολαμβάνουν δωρεάν υποχρεωτική εκπαίδευση στο Ευρωπαϊκό Σχολείο. Ωστόσο, ένα παιδί, το οποίο έχει ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, έχει αποκλειστεί από το σχολείο αυτό και έχει υποχρεωθεί να εγγραφεί σε ιδιωτικό σχολείο, όπου οι γονείς καλούνται να καταβάλλουν σημαντικά ποσά για δίδακτρα. Είναι σίγουρα απαράδεκτη η σημαντική οικονομική επιβάρυνση που επιβάλλεται στους γονείς αυτούς, που καλούνται να καταβάλλουν δίδακτρα για ένα από τα παιδιά τους, ενώ τα αδέλφια του, και οι συνομήλικοί του, δικαιούνται δωρεάν παιδεία.

Η εν λόγω οικογένεια έχει καταβάλει συνολικά 19.205 ευρώ για τα 4 σχολικά έτη από το 2000 έως το 2004, και είναι αντιμέτωπη με την προοπτική καταβολής αντίστοιχων υψηλών ποσών για άλλα 7 χρόνια, ωσότου το παιδί της φτάσει στην ηλικία των 18 ετών.

Ο εισηγητής θεωρεί ότι η Επιτροπή επέδειξε σοβαρή έλλειψη ευαισθησίας ισχυριζόμενη ότι το 99% των δαπανών της οικογένειας καλύπτεται από το καθεστώς βάσει του οποίου οι υπάλληλοι με ανάπηρα παιδιά λαμβάνουν διπλό επίδομα εξαρτώμενων τέκνων. Η Επιτροπή, με μονομερή απόφαση, παρακρατεί τα ποσά που δικαιούται η συγκεκριμένη οικογένεια βάσει του καθεστώτος αυτού, για να καλύψει ορισμένες από τις εκπαιδευτικές δαπάνες που συνεπάγεται ο αποκλεισμός του παιδιού από το Ευρωπαϊκό Σχολείο. Η Επιτροπή στερεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο, από τη συγκεκριμένη οικογένεια τους οικονομικούς πόρους που διατίθενται σε άλλες οικογένειες που δικαιούνται διπλό επίδομα τέκνων και έχουν ανάπηρα παιδιά που επωφελούνται της δωρεάν εκπαίδευσης, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να διαθέσουν το πρόσθετο επίδομα σε μη σχετιζόμενες με την εκπαίδευση δαπάνες.

Η Επιτροπή επεσήμανε ότι, εάν ένας υπάλληλος υποβάλει αίτηση ενίσχυσης από τη γραμμή του προϋπολογισμού A-4103 («συμπληρωματική ενίσχυση στα άτομα με ειδικές ανάγκες»), το άρθρο 5 σημείο α των προσωρινών κατευθυντήριων γραμμών ορίζει ότι ο υπάλληλος θα πρέπει να συνεισφέρει ανάλογα με το φορολογητέο οικογενειακό του εισόδημα. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έχει απαντήσει στην επισήμανση ότι η γραμμή A-4103 του προϋπολογισμού δεν αφορά εκπαιδευτικές ανάγκες – οι οποίες θα έπρεπε να καλύπτονται δωρεάν για τα παιδιά με αναπηρίες, όπως συμβαίνει και για τα παιδιά χωρίς αναπηρίες.

Για τους λόγους αυτούς, ο εισηγητής θεωρεί ότι τα συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή, ότι, δηλαδή, οι οικονομικές πτυχές της υπόθεσης συνιστούν αδικαιολόγητη διάκριση, βασίζονται σε ισορροπημένη εκτίμηση και συμφωνεί πλήρως με τη σύσταση του Διαμεσολαβητή, δηλαδή ότι:

«Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι γονείς παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που αποκλείονται από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία λόγω του βαθμού αναπηρίας τους δεν θα υποχρεούνται να συνεισφέρουν στις δαπάνες για την εκπαίδευση των τέκνων τους».

(1)

«Άρθρο14

Δικαίωμα εκπαίδευσης

1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση και στην πρόσβαση στην επαγγελματική και συνεχή κατάρτιση.

2. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ευχέρεια δωρεάν παρακολούθησης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

3. Η ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών, καθώς και το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους, γίνονται σεβαστά σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή τους».

(2)

Απόφαση 94/262 της 9ης Μαρτίου 1994 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του, EE L113 της 04.05.1994, σ. 15.

(3)

«Άρθρο 21 παράγραφος 1

Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού».

(4)

«Άρθρο 13 παράγραφος 1

Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων της παρούσας συνθήκης και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που παρέχει αυτή στην Κοινότητα, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί να αναλάβει κατάλληλη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού».

(5)

Άρθρο 1 δ) παράγραφος 4

«Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο θεωρείται ανάπηρο εφόσον παρουσιάζει σωματική ή πνευματική μειονεξία η οποία είναι ή πιθανολογείται ότι είναι μόνιμη. Η μειονεξία αυτή πιστοποιείται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 33 διαδικασία.

Ένα πρόσωπο με αναπηρία πληροί τους όρους του άρθρου 28, στοιχείο ε), εάν δύναται να εκτελεί τα ουσιώδη καθήκοντα θέσης εργασίας, αφού γίνουν λογικές διαρρυθμίσεις.

Ως «λογικές διαρρυθμίσεις» σε σχέση με τα ουσιώδη καθήκοντα της θέσης εργασίας, νοούνται τα κατάλληλα μέτρα, όπου απαιτείται, που παρέχουν τη δυνατότητα στο πρόσωπο με αναπηρία να έχει πρόσβαση, να συμμετέχει ή να προωθείται στην απασχόληση ή να εκπαιδεύεται, εκτός εάν τα μέτρα αυτά αποτελούν υπερβολική επιβάρυνση για τον εργοδότη».


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Έκθεση που συνέταξε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έπειτα από καταγγελία κατά των Ευρωπαϊκών Σχολείων

Έγγραφα αναφοράς

2005/2216(INI)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

PETI
17.11.2005

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

CULT

17.11.2005

 

 

 

 

Αποφάσισε/αν να μη γνωμοδοτήσει/ουν
  Ημερομηνία της απόφασης

CULT

23.11.2005

 

 

 

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Εισηγητής(ές)
  Ημερομηνία ορισμού

Proinsias De Rossa
13.9.2005

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

11.10.2005

22.2.2006

21.3.2006

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

21.3.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

13 υπέρ, 0 κατά, 0 αποχές

 

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Robert Atkins, Carlos José Iturgaiz Angulo, Mairead McGuinness, Μανώλης Μαυρομμάτης, Andreas Schwab, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, Proinsias De Rossa, Inés Ayala Sender, Alexandra Dobolyi, David Hammerstein Mintz, Marcin Libicki,

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Marie-Hélène Descamps

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

María del Pilar Ayuso González

Ημερομηνία κατάθεσης

28.3.2006

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

 

Τελευταία ενημέρωση: 1 Αυγούστου 2006Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου