– έχοντας υπόψη την αίτηση του Claudio Fava για την υπεράσπιση της ασυλίας του σε συνάρτηση με αγωγή που έχει ασκηθεί εις βάρος του ενώπιον του Πολιτικού Δικαστηρίου Marsala, στις 29 Μαΐου 2007, και η οποία ανακοινώθηκε σε συνεδρίαση της ολομέλειας στις 6 Ιουνίου 2007,
– αφού άκουσε τον Claudio Fava, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη τα άρθρα 9 και 10 του Πρωτοκόλλου περί Προνομίων και Ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965, και το άρθρο 6, παρ. 2 της Πράξης της 20ης Σεπτεμβρίου 1976, σχετικά με την εκλογή των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία,
– έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 12 Μαΐου 1964 και στις 10 Ιουλίου 1986(1),
– έχοντας υπόψη το άρθρο 6, παράγραφος 3, και το άρθρο 7 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0007/2008),
1. αποφασίζει να υπερασπίσει την ασυλία και τα προνόμια του Claudio Fava·
2. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει αμέσως την παρούσα απόφαση και την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του στις αρμόδιες αρχές της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Υπόθεση 101/63, Wagner/Fohrmannκαι Krier, Συλλογή 1964, σελ. 195, και υπόθεση 149/85 Wybot/Faure και άλλων, Συλλογή 1986, σελ. 2391.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
I. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 2007, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε ότι έχει λάβει, με επιστολή της 29ης Μαΐου 2007, αίτηση για την υπεράσπιση της κοινοβουλευτικής ασυλίας του Claudio Fava, την οποία διαβίβασε στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3 του Κανονισμού.
Η αίτηση αφορά αγωγή που έχει ασκήσει ο κ. David Salvatore Costa εις βάρος του κ. Fava και άλλων εναγομένων, η οποία εκκρεμεί σήμερα ενώπιον του Πολιτικού Δικαστηρίου Marsala.
Με κοινοποίηση του δικογράφου της αγωγής στις 22 Φεβρουαρίου 2007, ο κ. Costa κάλεσε τον Claudio Fava και άλλους εναγόμενους να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να απαντήσουν σε μια αγωγή με την οποία καλούνται να καταβάλλουν, από κοινού και εις ολόκληρον ή ατομικά το ποσό που θα επιδικάσει το δικαστήριο ως αποζημίωση για τις δηλώσεις στις οποίες προέβησαν στις 16 Νοεμβρίου 2006 κατά τη διάρκεια της μετάδοσης του τηλεοπτικού προγράμματος "Annozero" που μεταδόθηκε από το κανάλι της κρατικής τηλεόρασης RAI 2, το οποίο το απόγευμα εκείνο ήταν αφιερωμένο στη Σικελία. Μεταξύ των προσκεκλημένων στο πρόγραμμα συμπεριλαμβανόταν ο Πρόεδρος της περιφέρειας κ. Salvatore Cuffaro και ο κ. Fava.
Σύμφωνα με το δικόγραφο της αγωγής του κ. Costa, στο τελευταίο μέρος του προγράμματος, ο κ. Fava, στο πλαίσιο μιας βίαιης υβριστικής επίθεσης εις βάρος του κ. Cuffaro, σε θεατρικό τόνο, εκτόξευσε δυσφημιστικές και συκοφαντικές κατηγορίες εις βάρος του κ. Costa, ο οποίος, επιπλέον, δεν παρευρίσκετο στη συζήτηση.
Συγκεκριμένα, ο κ. Fava ισχυρίστηκε τα εξής: "Λίγο πριν έγινε λόγος για κάποιους συμβούλους που συνελήφθησαν. Εννοώ ένα σύμβουλο που συνελήφθη διότι έκανε προεκλογική εκστρατεία έχοντας δίπλα του στη λιμουζίνα έναν καταζητούμενο μαφιόζο τον οποίο έφερνε στις συγκεντρώσεις για να ζητήσει ψήφους. Πιστεύετε ότι είχε αμφιβολίες για το πρόσωπο· ότι δεν είχε καταλάβει ποιός καθόταν δίπλα του· Αυτή είναι η πολιτική της κυβέρνησης στη Σικελία. Και ήταν (στρεφόμενος ευθέως στον κ. Cuffaro, με το δείκτη του χεριού του υψωμένο), ένας σύμβουλός σου. Περίμενα αυτά τα πράγματα να τα ακούσω από τον πρόεδρο της περιφέρειας διότι εσύ έπρεπε να δηλώσεις ότι είναι αδιανόητο ένας σύμβουλος να έχει μαζί του στην προεκλογική εκστρατεία έναν καταζητούμενο...."
Ο κ. Cuffaro παρατήρησε στη συνέχεια ότι δεν γνώριζε για ποιόν μιλούσε ο κ. Fava και ότι, εξ όσων εγνώριζε, δεν συμμετείχαν σύμβουλοι στην υπό συζήτηση προεκλογική εκστρατεία. Ο κ. Fava ανταπάντησε άμεσα: "Ο σύμβουλος Costa. DavidCosta" .
II. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΥΛΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΊΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
1. Τα άρθρα 9 και 10 του Πρωτοκόλλου περί Προνομίων και Ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965, ορίζουν τα εξής:
Άρθρο 9:
Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 10:
Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη του απολαύουν:
α) εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους.
β) εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.
Η ασυλία τους καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.
Επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος και ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του.
2. Η διαδικασία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διέπεται από τα άρθρα 6 και 7 του Κανονισμού. Οι σχετικές διατάξεις ορίζουν τα εξής:
Άρθρο 6 - Άρση της βουλευτικής ασυλίας:
1. Το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες, επιδιώκει πρωτίστως να διατηρεί την ακεραιότητά του ως δημοκρατικής νομοθετικής συνέλευσης και να διασφαλίζει την ανεξαρτησία των βουλευτών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
(...)
3. Κάθε αίτηση η οποία απευθύνεται στον Πρόεδρο από βουλευτή ή πρώην βουλευτή με σκοπό την υπεράσπιση της ασυλίας και των προνομίων ανακοινώνεται στην Ολομέλεια και παραπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή.
(...)
Άρθρο 7 -Διαδικασίες σχετικά με την ασυλία:
1. Η αρμόδια επιτροπή εξετάζει χωρίς καθυστέρηση και με τη σειρά υποβολής τους τις αιτήσεις για άρση της ασυλίας ή για υπεράσπιση της ασυλίας και των προνομίων.
2. Η επιτροπή καταρτίζει πρόταση απόφασης που περιορίζεται σε σύσταση για την έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης άρσης της ασυλίας ή υπεράσπισης της ασυλίας και των προνομίων.
3. Η επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την ενδιαφερόμενη αρχή να της παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση θεωρεί αναγκαία προκειμένου να σχηματίσει γνώμη για το εάν η ασυλία πρέπει να αρθεί ή να υποστηριχθεί. Πρέπει να δίδεται στον ενδιαφερόμενο βουλευτή η ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του• μπορεί να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα γραπτά στοιχεία θεωρεί χρήσιμα. Μπορεί να εκπροσωπηθεί από άλλο βουλευτή.
4. Όταν η αίτηση ζητεί την άρση της ασυλίας για διαφόρους λόγους, ο κάθε ένας από αυτούς μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής απόφασης. Η έκθεση της επιτροπής μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να προτείνει την άρση της ασυλίας μόνο για τις ποινικές διώξεις ενώ, μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ο βουλευτής έχει ασυλία από κάθε μορφή κράτησης ή προφυλάκισης ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο τον παρεμποδίζει στην άσκηση των καθηκόντων που προβλέπει η εντολή του.
(...)
6. Σε περιπτώσεις σχετικά με την υπεράσπιση προνομίου ή ασυλίας, η επιτροπή αποφασίζει εάν οι περιστάσεις συνιστούν διοικητικό ή άλλο περιορισμό επιβαλλόμενο στην ελεύθερη διακίνηση των βουλευτών που ταξιδεύουν προς και από τον τόπο συνεδρίασης του Κοινοβουλίου ή στην έκφραση γνώμης ή ψήφου κατά την άσκηση της εντολής τους ή αν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του άρθρου 10 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών που δεν αποτελούν θέμα εθνικής νομοθεσίας, και υποβάλλει πρόταση με την οποία καλεί την ενδιαφερόμενη αρχή να καταλήξει στα αναγκαία συμπεράσματα.
7. Η επιτροπή μπορεί να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την αρμοδιότητα της εν λόγω αρχής και σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης, αλλά δεν αποφαίνεται σε καμία περίπτωση για την ενοχή ή μη του βουλευτή ούτε για το σκόπιμο ή μη της ποινικής δίωξης για την έκφραση γνώμης ή τις πράξεις που του καταλογίζονται, ακόμη και σε περίπτωση που η εξέταση της αίτησης παρέχει στην επιτροπή εμπεριστατωμένες πληροφορίες για την υπόθεση.
(...)"
ΙΙΙ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Ιστορικό
Η έκφραση "δίωξη" που χρησιμοποιείται στα άρθρα 9 και 10 του Πρωτοκόλλου περί Προνομίων και Ασυλιών ανέκαθεν ερμηνευόταν κατά τρόπο που να καλύπτει μόνο ποινικές διαδικασίες.
Πράγματι, δεδομένου ότι κανένα από τα έξι ιδρυτικά κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που επεξεργάστηκαν τη διατύπωση των άρθρων αυτών δεν χορηγεί ασυλία στους εθνικούς του βουλευτές σε συνάρτηση με διώξεις, είναι δύσκολο να γίνει δεκτή η άποψη ότι οι εκπρόσωποι των έξι αυτών κρατών μελών επιθυμούσαν να χορηγήσουν στα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προνόμια ευρύτερα εκείνων που είχαν χορηγηθεί στους δικούς τους εθνικούς βουλευτές.
Έως τον Σεπτέμβριο του 2003, υπήρχαν συνεπώς στο Κοινοβούλιο υποστηρικτές μιας συσταλτικής ερμηνείας που περιόριζε το πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων σε ποινικές διαδικασίες.
Το Μάρτιο του 1987, το Κοινοβούλιο έφθασε μάλιστα μέχρι του σημείου να προτείνει μια τροπολογία στο σχέδιο πρότασης της Επιτροπής για την αναθεώρηση του Πρωτοκόλλου περί Προνομίων και Ασυλιών με στόχο να διευκρινισθεί η σχετική διάταξη, περιορίζοντας ρητώς την ασυλία των ΒΕΚ σε υποθέσεις ποινικών διαδικασιών και μέτρων που είχαν ως αποτέλεσμα την άρση ή τον περιορισμό της ατομικής ελευθερίας.(1)
Εξάλλου, οι παράγραφοι 4 και 7 του άρθρου 7 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου με την ισχύουσα διατύπωσή τους φαίνεται να ευθυγραμμίζονται με την ερμηνεία αυτή πραγματοποιώντας ρητή αναφορά σε "ποινικές διώξεις" και στην "δίωξη" του υπόψη βουλευτή.
Ωστόσο, στις 23 Σεπτεμβρίου 2003, το Κοινοβούλιο αποφάσισε για πρώτη φορά να υποστηρίξει την ασυλία ενός βουλευτή στο πλαίσιο μιας αστικής διαδικασίας (2). Στη συνέχεια ελήφθησαν πολλές άλλες παρόμοιες αποφάσεις σε υποθέσεις που αφορούσαν αστικές διαδικασίες (3).
Συνεπώς, η αναφορά σε "δίωξη" στο πλαίσιο των ανωτέρω διατάξεων του Πρωτοκόλλου πρέπει σήμερα να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να καλύπτει κάθε προσπάθεια επιβολής τιμωρητικής αποζημίωσης στο πλαίσιο μιας αστικής διαδικασίας.
Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου περί Προνομίων και Ασυλιών ορίζει ότι τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν απόλυτης ασυλίας έναντι διώξεων "για γνώμη... δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους".
Είναι γεγονός ότι ο κ. Fava, στις δηλώσεις του που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής που κατέθεσε ο ενάγων, σχολίασε απλώς γεγονότα του δημόσιου βίου.
Περιγράφοντας και επικρίνοντας αυτά που κατά την άποψή του συνιστούσαν εκτροπές στην προεκλογική εκστρατεία στη Σικελία, ο κ. Fava επιτελούσε τα καθήκοντά του ως μέλος του Κοινοβουλίου, εκφράζοντας τις απόψεις του επί ενός ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος για τους εκλογείς του.
Εν κατακλείδι, ο κ. Fava απλώς έκανε τη δουλειά του ως μέλος του Κοινοβουλίου. Η απόπειρα φίμωση των μελών του Κοινοβουλίου προκειμένου να μη διατυπώσουν τις απόψεις τους επί θεμάτων εύλογου δημόσιου ενδιαφέροντος και προβληματισμού μέσω δικαστικών διαδικασιών είναι απαράδεκτη σε μια δημοκρατική κοινωνία και παραβιάζει καταφανώς το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου, το οποίο αποσκοπεί να προστατεύσει την ελευθερία έκφρασης των μελών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους χάριν του Κοινοβουλίου ως θεσμικού οργάνου.
IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, έχοντας εξετάσει τους λόγους υπέρ και κατά της υπεράσπισης της ασυλίας, συνιστά την υπεράσπιση της ασυλίας του κ. Claudio Fava.
Titus Corlăţean, Bert Doorn, Giuseppe Gargani, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Klaus-Heiner Lehne, Manuel Medina Ortega, Aloyzas Sakalas, Francesco Enrico Speroni, Diana Wallis, Jaroslav Zvěřina, Tadeusz Zwiefka
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία
Jean-Paul Gauzès, Kurt Lechner
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία