Διαδικασία : 2007/0143(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0413/2008

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0413/2008

Συζήτηση :

PV 22/04/2009 - 4
CRE 22/04/2009 - 4

Ψηφοφορία :

PV 22/04/2009 - 6.35
CRE 22/04/2009 - 6.35
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2009)0251

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 913kDOC 1383k
16 Οκτωβρίου 2008
PE 400.648v02-00 A6-0413/2008

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (αναδιατύπωση)

(COM(2008)0119 – C6-0231/2007 – 2007/0143(COD))

Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

Εισηγητής: Peter Skinner

(Αναδιατύπωση – άρθρο 80α του Κανονισμού)

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (αναδιατύπωση)

(COM(2008)0119 – C6-0231/2007 – 2007/0143(COD))

(Διαδικασία συναπόφασης – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0361) και την τροποποιημένη πρόταση (COM(2008)0199),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 47, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0231/2007),

–   έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(1),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 80α και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A6-0413/2008),

Α. εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην εκείνων που προσδιορίζονται έτσι στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων μαζί με τις τροποποιήσεις αυτές, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υπαρχόντων κειμένων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους,

1.  εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως έχει προσαρμοστεί με βάση τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (και τις τεχνικές τροποποιήσεις που ενέκρινε η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων) και όπως τροποποιείται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή  Τροπολογίες του Κοινοβουλίου

Τροπολογία  1

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική αναφορά 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47 παράγραφος 2 και το άρθρο 55,

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47 παράγραφος 2 και τα άρθρα 55 και 95,

Αιτιολόγηση

Η αλλαγή αυτή διασφαλίζει ότι η Επιτροπή θα είναι σε θέση να προτείνει είτε εκτελεστική οδηγία επιπέδου 2 ή εκτελεστικό κανονισμό επιπέδου 2 βάσει της παρούσας οδηγίας πλαίσιο.

Τροπολογία  2

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 6 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(6a) Οι αναφορές της παρούσας οδηγίας σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να καλύπτουν τις ενσωματωμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εκτός εάν γίνεται ειδική πρόβλεψη για τις εν λόγω επιχειρήσεις.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο κλάδος των ενσωματωμένων ασφαλιστικών εταιρειών.

Τροπολογία  3

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 10

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(10) Απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία των αντισυμβαλλομένων είναι να υπόκεινται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε αποτελεσματικές απαιτήσεις φερεγγυότητας. Ενόψει των εξελίξεων της αγοράς, το ισχύον καθεστώς δεν είναι πλέον κατάλληλο. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να θεσπιστεί ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο.

(10) Απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία των αντισυμβαλλομένων είναι να υπόκεινται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε αποτελεσματικές απαιτήσεις φερεγγυότητας. Ενόψει των εξελίξεων της αγοράς, το ισχύον καθεστώς δεν είναι πλέον κατάλληλο. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να θεσπιστεί ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο θα βελτιστοποιεί την απόδοση του κεφαλαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση με κατάλληλες διασφαλίσεις για τους αντισυμβαλλομένους.

Τροπολογία  4

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 12

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(12) Το νέο καθεστώς φερεγγυότητας δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθές για τις μικρομεσαίες ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(12) Το νέο καθεστώς φερεγγυότητας δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθές για τις μικρομεσαίες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ένα από τα μέσα επίτευξης αυτού του στόχου είναι η σωστή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο στις απαιτήσεις για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και στην άσκηση των εποπτικών εξουσιών.

Αιτιολόγηση

Η αναλογική άσκηση εξουσιών από την εποπτική αρχή αποτελεί καίριο στοιχείο της αναλογικότητας.

Τροπολογία  5

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 12 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(12a) Συγκεκριμένα, το καθεστώς Φερεγγυότητα II θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα των ενσωματωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Καθώς αυτές οι επιχειρήσεις καλύπτουν μόνο κινδύνους που συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκουν, θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλες προσεγγίσεις, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, οι οποίες θα αντικατοπτρίζουν τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

Αιτιολόγηση

Λόγω του μεγέθους και του τύπου των δραστηριοτήτων τους και του ειδικού χαρακτήρα των κινδύνων που (αντ)ασφαλίζουν, οι ενσωματωμένες (αντ)ασφαλιστικές εταιρείες συχνά στερούνται επαρκών δεδομένων και πληροφοριών κατάλληλης ποιότητας που να τους δίνουν τη δυνατότητα να παράγουν αντιπροσωπευτικά ιστορικά ζημίας και να εφαρμόζουν μια αξιόπιστη αναλογιστική μέθοδο. Υπάρχει προφανής ανάγκη για απλουστεύσεις σε σχέση με τις ενσωματωμένες εταιρείες. Οι προτεινόμενες απλουστεύσεις για «κοινές» ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν ωστόσο να μη λάβουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των δραστηριοτήτων των ενσωματωμένων εταιρειών.

Τροπολογία  6

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 13 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(13α) Το καθεστώς Φερεγγυότητα II αναμένεται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω βελτίωση της προστασίας όλων των ενδιαφερομένων μερών και ότι θα απαιτεί από τα κράτη μέλη να εφοδιάσουν τις αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας με επαρκείς πόρους.

Τροπολογία  7

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 14 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(14a) Η στήριξη της εποπτείας τόσο σε ποιοτικές όσο και σε ποσοτικές αρχές διαχείρισης του κινδύνου καθιστά πιθανώς αναγκαία την αύξηση των εποπτικών πόρων.

Αιτιολόγηση

Οι εποπτικές απαιτήσεις βάσει των πυλώνων 2 και 3, όπως η έγκριση των εσωτερικών υποδειγμάτων, η παρακολούθηση και η τακτική τους αναθεώρηση, και η επακόλουθη στενότερη συνεργασία και συμμετοχή από κοινού με άλλες εποπτικές αρχές και εταιρείες, συνεπάγεται ενδεχομένως ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές θα χρειαστούν περισσότερους πόρους προκειμένου να ασκήσουν δεόντως τις ενισχυμένες αρμοδιότητές τους.

Τροπολογία  8

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 14 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(14β) Η εποπτεία της αντασφαλιστικής δραστηριότητας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αντασφαλιστικού τομέα, κυρίως τον διεθνή χαρακτήρα του και το γεγονός ότι οι αντισυμβαλλόμενοι είναι και οι ίδιοι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Αιτιολόγηση

Με την εισαγωγή της Φερεγγυότητας II ο σκοπός της οδηγίας για την αντασφάλιση (RID) για την παροχή ενός καθεστώτος προσαρμοσμένου στην αντασφάλιση συνεπώς παύει να υπάρχει. Είναι ζωτικής σημασίας να επαναληφθεί ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της αντασφάλισης στην οδηγία Φερεγγυότητα II. Αναφορά θα πρέπει να γίνει στο πρότυπο της IAIS περί εποπτείας αντασφαλιστικής δραστηριότητας. Με αυτή τη νέα αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί προσοχή στον ειδικό χαρακτήρα του τομέα αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων.

Τροπολογία  9

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 23

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(23) Είναι απαραίτητο να προωθηθεί η εποπτική σύγκλιση, όσον αφορά όχι μόνον τα εποπτικά εργαλεία, αλλά και τις εποπτικές πρακτικές. Η επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων, η οποία συστήθηκε με την απόφαση 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής, θα πρέπει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο ζήτημα αυτό και να υποβάλλει τακτικές εκθέσεις όσον αφορά την πρόοδο που σημειώνεται.

(23) Είναι απαραίτητο να προωθηθεί η εποπτική σύγκλιση, όσον αφορά όχι μόνον τα εποπτικά εργαλεία, αλλά και τις εποπτικές πρακτικές. Η επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων (CEIOPS), η οποία συστήθηκε με την απόφαση 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής, θα πρέπει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο ζήτημα αυτό και να υποβάλλει τακτικές εκθέσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή όσον αφορά την πρόοδο που σημειώνεται.

Αιτιολόγηση

Ως συν-νομοθέτης, το Κοινοβούλιο πρέπει οπωσδήποτε να τηρείται πλήρως ενήμερο για τις εξελίξεις που αφορούν την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Τροπολογία  10

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 29 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(29a) Αποτελεί συνήθη πρακτική στην Κοινότητα οι ασφαλιστικές εταιρείες να πωλούν προϊόντα ασφάλισης ζωής σε σχέση με τα οποία οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι συνεισφέρουν στο κεφάλαιο ανάληψης κινδύνων της εταιρείας σε αντάλλαγμα για το σύνολο ή μέρος της απόδοσης των εισφορών. Αυτά τα συσσωρευμένα κέρδη αποτελούν πλεονάζοντα κεφάλαια τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία της νομικής οντότητας στην οποία δημιουργούνται. Στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης ομίλου, τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν μπορούν να μεταφέρονται σε άλλες νομικές οντότητες του ομίλου.

Αιτιολόγηση

Εισαγωγή ορισμού των πλεοναζόντων κεφαλαίων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας που αντικατοπτρίζει ένα συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο ανά προϊόν γνωστό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Επιπροσθέτως, η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στήριξη ομίλου λόγω του νομικού τους χαρακτήρα.

Τροπολογία  11

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 35

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(35) Το καθεστώς εποπτείας θα πρέπει να περιλαμβάνει μια απαίτηση ευαισθησίας κινδύνου, η οποία θα βασίζεται σε μελλοντικό υπολογισμό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ακριβής και έγκαιρη παρέμβαση των αρμόδιων αρχών (απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας) και ένα ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας κάτω από το οποίο δεν θα πρέπει να μειώνονται οι χρηματοπιστωτικοί πόροι (ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση). Και οι δύο αυτές κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να εναρμονιστούν σε όλη την Κοινότητα, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων.

(35) Το καθεστώς εποπτείας θα πρέπει να περιλαμβάνει μια απαίτηση ευαισθησίας κινδύνου, η οποία θα βασίζεται σε μελλοντικό υπολογισμό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ακριβής και έγκαιρη παρέμβαση των αρμόδιων αρχών (απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας) και ένα ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας κάτω από το οποίο δεν θα πρέπει να μειώνονται οι χρηματοπιστωτικοί πόροι (ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση). Η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση θα πρέπει να συνδέεται με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας. Και οι δύο αυτές κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να εναρμονιστούν σε όλη την Κοινότητα, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων. Για την καλή λειτουργία του καθεστώτος Φερεγγυότητα II, θα πρέπει να υπάρχει επαρκής βαθμίδα παρέμβασης μεταξύ της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης και της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας.

Αιτιολόγηση

Ο σκοπός της απαίτησης κεφαλαίου φερεγγυότητας είναι εν τέλει να δράσει ως σήμα έγκαιρης προειδοποίησης τόσο προς τις εποπτικές αρχές όσο και προς τις εταιρείες που σε περίπτωση παραβίασης θα έχει ως αποτέλεσμα ενισχυμένη εποπτική συμμετοχή. Η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση δρα ως τελευταίο επίπεδο παρέμβασης το οποίο θα αποφευχθεί ευελπίστως μέσω του συναγερμού απαίτησης κεφαλαίου φερεγγυότητας. Θα πρέπει να είναι ευαίσθητη ως προς τους κινδύνους ούτως ώστε να αντικατοπτρίζει επαρκώς τον αληθινό κίνδυνο της εταιρείας και συνεπώς την έκθεση κινδύνου στους αντισυμβαλλόμενους και ο καλύτερος υπολογισμός κινδύνων παρέχεται από την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας.

Τροπολογία  12

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 35 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(35a) Προκειμένου να αποφευχθεί η φιλοκυκλικότητα, ιδίως σε αγορές μετοχών σε καιρούς οικονομικής δυσχέρειας, πρέπει να δοθεί στις εποπτικές αρχές μεγαλύτερος βαθμός ευελιξίας κατά την έγκριση και εκτέλεση των εποπτικών τους μέτρων. Αυτή η μεγαλύτερη ευελιξία, ωστόσο, θα πρέπει να είναι έκτακτου χαρακτήρα, με στόχο τη σταθεροποίηση αντί της αύξησης των αρνητικών επιπτώσεων μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Αιτιολόγηση

Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις απαιτούν ενδεχομένως ευέλικτες εποπτικές προσεγγίσεις προσαρμοσμένες σε συγκεκριμένες εξελίξεις, παρεκκλίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο από τη συνολική προσέγγιση της οδηγίας. Παρεμβάσεις θα πρέπει ωστόσο να εφαρμόζονται μόνο σε καιρούς χρηματοπιστωτικών κρίσεων και να θεωρούνται προσωρινές.

Τροπολογία  13

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 43

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(43) Είναι απαραίτητο η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση να υπολογίζεται σύμφωνα με απλό μαθηματικό τύπο, βάσει στοιχείων τα οποία θα μπορούν να ελέγχονται.

(43) Είναι απαραίτητο η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση να υπολογίζεται σύμφωνα με απλό μαθηματικό τύπο, ο οποίος να συμπλέει πλήρως με την προσέγγιση βάσει κινδύνου που χαρακτηρίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και να βασίζεται σε στοιχεία που θα μπορούν να ελέγχονται. Η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση θα πρέπει να διασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο κάτω του οποίου δεν θα πρέπει να πέφτει το ύψος των χρηματοοικονομικών πόρων. Η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση και η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας θα πρέπει να εναρμονιστούν σε ολόκληρη τη Κοινότητα, προκειμένου να επιτευχθεί ενιαίο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων.

Αιτιολόγηση

Χρειάζεται να εξασφαλιστεί η συμβατότητα του υπολογισμού των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων (MCR) με τη συνολική οικονομική προσέγγιση της οδηγίας και με τον τρόπο που οι MCR αντανακλούν το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, καθώς και η συμβατότητα μεταξύ MCR και (μεμονωμένων) κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας (SCR) για όλο το φάσμα των επιχειρήσεων.

Τροπολογία  14

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 65 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(65a) Η ενοποιημένη κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας για έναν όμιλο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συνολική διαφοροποίηση των κινδύνων που υπάρχει στο σύνολο των ασφαλιστικών οντοτήτων του ομίλου, ούτως ώστε να αντικατοπτρίζονται δεόντως οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται ο όμιλος.

Αιτιολόγηση

Σύμφωνα με την Επιτροπή(2), η οδηγία επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις της διαφοροποίησης στο σύνολο του ομίλου, και όχι μόνο εντός της ΕΕ, κατά τον υπολογισμό της απαίτησης κεφαλαίου φερεγγυότητας σε ενοποιημένη βάση. Η παρούσα αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζει ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει αυθαίρετος αποκλεισμός των οφελών διαφοροποίησης από ασφαλιστικές δραστηριότητες εκτός της ΕΕ.

Τροπολογία  15

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 69 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(69a) Οι επικεφαλής εποπτικές αρχές πρέπει να λειτουργούν χωρίς διακρίσεις σε κοινοτικό επίπεδο. Ειδικότερα, όσον αφορά τη διευθέτηση των αξιώσεων και τις καταστάσεις εκκαθάρισης όπου έχουν τεθεί σε εφαρμογή ρυθμίσεις στήριξης του ομίλου, τα στοιχεία του ενεργητικού θα πρέπει να διανέμονται δίκαια σε όλους τους σχετικούς αντισυμβαλλόμενους, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή έδρας/κατοικίας.

Αιτιολόγηση

Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι αντισυμβαλλόμενοι σε όλα τα κράτη μέλη έχουν θεμιτά και ίσα δικαιώματα σε περίπτωση αφερεγγυότητας μιας ασφαλιστικής εταιρείας.

Τροπολογία  16

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 70

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(70) Είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι τα ίδια κεφάλαια στο εσωτερικό του ομίλου είναι ικανοποιητικά κατανεμημένα και διατίθενται για την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, εφόσον απαιτείται. Προς το σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια που να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας, εκτός αν ο στόχος της προστασίας των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλον τρόπο. Συνεπώς, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να μπορούν να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας με στήριξη από πλευράς του ομίλου, την οποία θα δηλώνει η μητρική επιχείρηση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Προκειμένου να εκτιμηθεί η ανάγκη πιθανής μελλοντικής αναθεώρησης του καθεστώτος στήριξης από πλευράς του ομίλου και να προετοιμαστεί η αναθεώρηση αυτή, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση για τους σχετικούς κανόνες των κρατών μελών και πρακτικές των αρχών εποπτείας.

(70) Είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι τα ίδια κεφάλαια στο εσωτερικό του ομίλου είναι ικανοποιητικά κατανεμημένα και διατίθενται για την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, εφόσον απαιτείται. Προς το σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια που να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας, εκτός αν ο στόχος της προστασίας των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλον τρόπο. Συνεπώς, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να μπορούν να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας με στήριξη από πλευράς του ομίλου, την οποία θα δηλώνει η μητρική επιχείρηση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Προκειμένου να εκτιμηθεί η ανάγκη πιθανής μελλοντικής αναθεώρησης του καθεστώτος στήριξης από πλευράς του ομίλου και να προετοιμαστεί η αναθεώρηση αυτή, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τους σχετικούς κανόνες των κρατών μελών και πρακτικές των αρχών εποπτείας.

Αιτιολόγηση

Ως συν-νομοθέτης, το Κοινοβούλιο πρέπει οπωσδήποτε να τηρείται πλήρως ενήμερο για τις εξελίξεις που αφορούν την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Τροπολογία  17

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 70 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(70a) Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν πως, όταν μια εποπτική αρχή ενεργεί ως αρχή εποπτείας ομίλου, θα αναγνωρίζεται ότι οφείλει να ενεργεί χωρίς διακρίσεις. Οι θεμιτές ενέργειες στις οποίες προβαίνει ως αρχή εποπτείας ομίλου, όπως μεταξύ άλλων οι μεταφορές κεφαλαίου, δεν θα πρέπει επομένως να θεωρούνται, βάσει της εθνικής αποστολής της εν λόγω αρχής, ως αντίθετες προς τα συμφέροντα του κράτους μέλους ή των αντισυμβαλλομένων αυτού του κράτους μέλους.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο τομέας των ενσωματωμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Τροπολογία  18

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 70 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(70β) Όλες οι εποπτικές αρχές που συμμετέχουν στην εποπτεία του ομίλου θα πρέπει να είναι σε θέση να κατανοούν τις αποφάσεις που λαμβάνονται, ιδίως τις αποφάσεις που λαμβάνονται από την αρχή εποπτείας ομίλου. Όταν καθίστανται διαθέσιμες σε μία από τις εποπτικές αρχές, όλες οι πληροφορίες πρέπει, ως εκ τούτου, να διαβιβάζονται αμέσως στις άλλες εποπτικές αρχές, ούτως ώστε όλες οι εποπτικές αρχές να είναι σε θέση να σχηματίσουν άποψη βάσει των ίδιων πληροφοριών. Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, θα πρέπει να ζητείται η ειδική γνώμη της CEIOPS για την επίλυση του προβλήματος.

Αιτιολόγηση

Ο μηχανισμός στήριξης ομίλου βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ωστόσο, θα πρέπει να ενισχυθεί η συμμετοχή των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, όχι του επόπτη ομίλου. Όλες οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να κρίνουν μία κατάσταση βάσει της ίδιας ποσότητας σχετικών πληροφοριών. Όπου οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, είναι χρήσιμο να λαμβάνουν ειδική γνώμη ανεξάρτητου τρίτου.

Τροπολογία  19

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 70 γ (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(70γ) Στο πλαίσιο της έγκρισης εσωτερικών υποδειγμάτων και της λειτουργίας του καθεστώτος στήριξης ομίλου, η παρούσα οδηγία προβλέπει συμβουλευτικό ρόλο για τη CEIOPS. Σε αυτό το πλαίσιο, η γνώμη της CEIOPS θα πρέπει να λαμβάνεται πλήρως υπόψη από την εποπτική αρχή που έχει την εξουσία λήψης της τελικής απόφασης, ούτως ώστε να εφαρμόζεται ένας μηχανισμός «συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης».

Αιτιολόγηση

Ένας μηχανισμός «συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης» θα πρέπει να αποτελεί την κυρίαρχη αρχή που διέπει τη λειτουργία του καθεστώτος στήριξης από πλευράς ομίλου.

Τροπολογία  20

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 74

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(74) Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διορίζουν επόπτη ομίλου για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπόκεινται σε εποπτεία σε επίπεδο ομίλου. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του επόπτη ομίλου θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις ενδεδειγμένες εξουσίες συντονισμού και λήψης αποφάσεων. Οι αρμόδιες αρχές εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο θα πρέπει να προβούν σε διευθετήσεις συντονισμού των ενεργειών τους.

(74) Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διορίζουν επόπτη ομίλου για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπόκεινται σε εποπτεία σε επίπεδο ομίλου. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του επόπτη ομίλου θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις ενδεδειγμένες εξουσίες συντονισμού και λήψης αποφάσεων. Οι αρμόδιες αρχές εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να συγκροτούν σώμα εποπτικών αρχών ως μηχανισμό συντονισμού τους.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να ενισχυθεί η συμμετοχή όλων των εποπτικών αρχών στην εποπτεία των διασυνοριακών ασφαλιστικών ομίλων, πρέπει να συγκροτηθούν σώματα εποπτών. Αυτά παρέχουν μια μόνιμη αλλά ευέλικτη διάρθρωση συνεργασίας και συντονισμού. Συνέρχονται τακτικά, με στόχο να διευκολύνουν την ανταλλαγή πληροφοριών, να δώσουν τη δυνατότητα στις εποπτικές αρχές να αναπτύξουν κοινή αντίληψη περί προφίλ κινδύνου των ομίλων και να συντονίσουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται από επιμέρους αρχές.

Τροπολογία  21

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 75

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(75) Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορίες σχετικές με την άσκηση εποπτείας σε επίπεδο ομίλου. Θα πρέπει να προβλεφθεί συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και μεταξύ των αρχών αυτών και των αρχών που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε άλλους χρηματοπιστωτικούς κλάδους.

(75) Οι εποπτικές αρχές όλων των κρατών μελών στα οποία εδρεύουν επιχειρήσεις του ομίλου θα πρέπει να συμμετέχουν στην εποπτεία σε επίπεδο ομίλου ως σώμα εποπτικών αρχών. Θα πρέπει να έχουν όλες πρόσβαση στα έγγραφα με απλές διαδικασίες και να συμμετέχουν ενεργά στη λήψη αποφάσεων. Θα πρέπει να προβλεφθεί συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και μεταξύ των αρχών αυτών και των αρχών που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε άλλους χρηματοπιστωτικούς κλάδους.

Αιτιολόγηση

Συγκρότηση σώματος εποπτικών αρχών.

Τροπολογία  22

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 75 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(75a) Η συμβουλή της CEIOPS προς την αρχή εποπτείας ομίλου δεν πρέπει να είναι δεσμευτική για την αρχή αυτή κατά τη λήψη της απόφασής της. Όταν αποφασίζει, η αρχή εποπτείας ομίλου πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη τη συμβουλή αυτή και να αιτιολογεί οποιαδήποτε σημαντική απόκλιση της απόφασής της, δεδομένου ότι πρόκειται για συμβουλή που δεν πρέπει να αγνοείται.

Αιτιολόγηση

Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις ενδέχεται να απαιτούν ευέλικτες εποπτικές προσεγγίσεις, προσαρμοσμένες στις συγκεκριμένες εξελίξεις, με αποτέλεσμα να σημειώνονται αποκλίσεις από τη συνολική προσέγγιση που προβλέπεται στην οδηγία. Οι παρεμβάσεις θα πρέπει πάντως να εφαρμόζονται μόνο σε καιρούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και να θεωρούνται προσωρινές.

Τροπολογία  23

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 93 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(93α) Το άρθρο 17 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών1 περιέχει αναφορές στις υπάρχουσες νομοθετικές διατάξεις για τα περιθώρια φερεγγυότητας. Οι αναφορές αυτές πρέπει να διατηρηθούν, προκειμένου να διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση. Η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει την οδηγία 2003/41/ΕΚ, βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας, το συντομότερο δυνατόν. Η Επιτροπή θα πρέπει, με την υποστήριξη της CEIOPS, να αναπτύξει ένα κατάλληλο σύστημα κανόνων φερεγγυότητας για τα ιδρύματα συνταξιοδοτικών παροχών, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις βασικές διαφορές μεταξύ ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

 

1 ΕΕ L 235, 23.9.2003, σ. 10.

Αιτιολόγηση

Έχει σημασία να παραμείνει αμετάβλητο το νομικό πλαίσιο των IORP, δεδομένου ότι η Επιτροπή θα προβεί σύντομα σε επανεξέταση της οδηγίας εκείνης.

Τροπολογία  24

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 95 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(95α) Με δεδομένο τον αυξανόμενο διασυνοριακό χαρακτήρα του ασφαλιστικού τομέα, είναι αναγκαίο να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για τα συστήματα εγγύησης ασφαλίσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να μειωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι αποκλίσεις μεταξύ των καθεστώτων των κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη τις εποπτικές διαρθρώσεις. Μολονότι όμως αυτές οι υπό εξέλιξη προσπάθειες θα καταβληθούν εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, χρειάζεται να προχωρήσουν περισσότερο απ’ όσο υποδεικνύεται στις μελέτες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από την Επιτροπή και να προταθεί, το ταχύτερο δυνατόν, ένας μηχανισμός εγγύησης ασφαλίσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στον τομέα της ασφάλισης ζωής. Σκοπός του μηχανισμού αυτού πρέπει να είναι η εξασφάλιση υψηλού επιπέδου εναρμονισμένης προστασίας για όλους τους αντισυμβαλλομένους.

Αιτιολόγηση

Τα συστήματα εγγύησης των ασφαλίσεων έχουν ζωτική σημασία για την προστασία των αντισυμβαλλομένων σε περίπτωση κλεισίματος μιας ασφαλιστικής επιχείρησης. Σήμερα δεν υπάρχει εναρμόνιση στον τομέα αυτό, και θα έπρεπε να γίνουν περισσότερα ώστε να επιτευχθεί ο ίδιος βαθμός προστασίας σε όλα τα κράτη μέλη.

Τροπολογία  25

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Υπό την επιφύλαξη των άρθρων 5 έως 10, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων τα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα δεν υπερβαίνουν τα 5 εκατομμύρια EUR.

1. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3 και των άρθρων 5 έως 10, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για ασφαλιστικές επιχειρήσεις στην περίπτωση κατά την οποία:

 

α) τα ετήσια έσοδα της επιχείρησης από ασφάλιστρα δεν υπερβαίνουν τα 5 εκατομμύρια EUR·

 

β) τα συνολικά τεχνικά αποθεματικά της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75, δεν υπερβαίνουν τα 25 εκατομμύρια EUR·

 

γ) τα συνολικά τεχνικά αποθεματικά του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, δεν υπερβαίνουν τα 25 εκατομμύρια EUR·

 

δ) οι δραστηριότητες της επιχείρησης δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες που να καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης αστικής ευθύνης, πιστώσεων και εγγυήσεων, εκτός εάν συνιστούν παρεπόμενους κινδύνους κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1· και

 

ε) οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της επιχείρησης δεν υπερβαίνουν το 0,5 εκατομμύριο EUR, ή το 10 % των ακαθάριστων εσόδων της από ασφάλιστρα ή 10 % των συνολικών τεχνικών αποθεματικών της.

2. Εάν το ποσό που καθορίζεται στην παράγραφο 1 υπερκαλυφθεί επί τρία συνεχή έτη, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται από το τέταρτο έτος.

2. Εάν τα ποσά που καθορίζονται στην παράγραφο 1 υπερκαλυφθούν επί τρία συνεχή έτη, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται από το τέταρτο έτος.

 

2a. Σε περίπτωση που τα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα της ασφαλιστικής επιχείρησης μειώνονται σταθερά επί τρία διαδοχικά έτη κάτω του ποσού που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), η ασφαλιστική επιχείρηση δεν εμπίπτει πλέον στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

 

2β. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εμποδίζουν την επιχείρηση να υποβάλει αίτηση για άδεια ή να συνεχίσει να έχει άδεια βάσει της παρούσας οδηγίας.

Τροπολογία  26

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – σημείο 1 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1a) «ενσωματωμένη ασφαλιστική επιχείρηση»: ασφαλιστική επιχείρηση η οποία ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, είτε σε όμιλο ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις οποίες εφαρμόζεται ο Τίτλος III της παρούσας οδηγίας, είτε σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, και έχει σκοπό την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει ή των επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου είναι μέλος η ενσωματωμένη ασφαλιστική επιχείρηση·

Αιτιολόγηση

Είναι σημαντικό να περιληφθεί ορισμός για τις ενσωματωμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο οποίος θα προσδιορίζει ότι είναι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπόκεινται στην παρούσα οδηγία.

Τροπολογία  27

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – σημείο 4 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(4a) «αποκλειστική αντασφαλιστική εταιρεία» : η ασφαλιστική εταιρεία:

 

(a) οι ασφαλιστικές δραστηριότητες της οποίας περιορίζονται στην αντασφάλιση αντασφαλιζόμενου (όμιλος ή επιχείρηση που μεταβιβάζει τον κίνδυνο στην αποκλειστική αντασφαλιστική εταιρεία) και των θυγατρικών του αντασφαλιζόμενου υπό όρους που επιτρέπουν στον αντασφαλιζόμενο να ακυρώσει οποιαδήποτε στιγμή τις αντασφαλιστικές ρυθμίσεις και, σε περίπτωση τέτοιας ακύρωσης, να μεταφέρει αμέσως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της αντασφαλιστικής εταιρείας στον αντασφαλιζόμενο· και

 

(β) που άμεσα ή έμμεσα:

 

(i) ανήκει εξ ολοκλήρου στον αντασφαλιζόμενο ή τα μέλη του αντασφαλιζόμενου· ή

 

(ii) κατέχει εξ ολοκλήρου τον αντασφαλιζόμενο.

Τροπολογία  28

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – σημείο 10 – εισαγωγικό τμήμα

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(10) «κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος»: ένα εκ των εξής, κατά την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης ασφάλισης ζημιών:

(10) «κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος»: ένα εκ των εξής:

Αιτιολόγηση

Η τροπολογία αποφεύγει ανεπιθύμητες φορολογικές συνέπειες.

Τροπολογία  29

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – σημείο 11 – εισαγωγικό τμήμα

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(11) «κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης»: το κράτος μέλος, όπου βρίσκεται μια εκ των εξής, κατά την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης ασφάλισης ζωής:

(11) «κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης»: το κράτος μέλος, όπου βρίσκεται μια εκ των εξής:

Αιτιολόγηση

Η τροπολογία αποφεύγει ανεπιθύμητες φορολογικές συνέπειες.

Τροπολογία  30

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – σημείο 15 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(15a) «ως πράξη στο πλαίσιο ομίλου»: οποιαδήποτε πράξη διά της οποίας μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από άλλες επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου ή οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με τις επιχειρήσεις εντός του ομίλου αυτού με στενούς δεσμούς, για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, συμβατικής η μη, και έναντι πληρωμής ή μη. Αυτές οι πράξεις αφορούν ιδιαίτερα:

 

(α) δάνεια,

 

(β) εγγυήσεις και πράξεις εκτός ισολογισμού

 

(γ) στοιχεία επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας,

 

(δ) επενδύσεις,

 

(ε) αντασφαλίσεις, και

 

(στ) συμφωνίες περί επιμερισμού εξόδων·

Αιτιολόγηση

Ο τομέας των συναλλαγών στο πλαίσιο του ομίλου αποτελεί έναν σημαντικό τομέα εποπτείας λόγω του τυπικού ανεστραμμένου κύκλου παραγωγής των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων, που μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση συμφερόντων στο πλαίσιο της σχέσης της εποπτευόμενης οντότητας με τα άλλα μέρη. Καθώς η πρόταση της Επιτροπής δεν είναι πλήρης από αυτήν την άποψη θα πρέπει να εισαγάγουμε έναν ορισμό των συναλλαγών στο πλαίσιο του ομίλου.

Τροπολογία  31

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 14 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Το άρθρο 4 δεν παρεμποδίζει μια επιχείρηση να υποβάλει αίτηση για άδεια ή να συνεχίσει να έχει άδεια στα πλαίσια της παρούσας οδηγίας.

διαγράφεται

Τροπολογία  32

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 27

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Βασικός σκοπός της εποπτείας

Βασικός σκοπός της εποπτείας στα πλαίσια της παρούσας οδηγίας

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να διαθέτουν τα αναγκαία μέσα για την επίτευξη του βασικού σκοπού της εποπτείας, ήτοι την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να διαθέτουν τα αναγκαία μέσα, τη σχετική εμπειρογνωμοσύνη και ικανότητα και την εντολή για την επίτευξη του βασικού σκοπού της εποπτείας, ήτοι την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, σύμφωνα με το κοινοτικό και το εθνικό δίκαιο.

Αιτιολόγηση

Οι απαιτήσεις εποπτείας που ορίζονται βάσει των πυλώνων 2 και 3, όπως η έγκριση εσωτερικών υποδειγμάτων, η παρακολούθηση και η τακτική αναθεώρησή τους, και η επακόλουθη στενότερη συνεργασία και συμμετοχή από κοινού με άλλες εποπτικές αρχές και εταιρείες, θα έχει ενδεχομένως ως αποτέλεσμα οι εθνικές εποπτικές αρχές να χρειάζονται περισσότερους πόρους για τη δέουσα εκτέλεση των ενισχυμένων αρμοδιοτήτων τους.

Τροπολογία  33

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 28 - παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των εγγενών κινδύνων στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των εγγενών κινδύνων στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και προκειμένου να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα εντός της Κοινότητας στο σύνολό της, ιδίως σε περιόδους χρηματοπιστωτικής δυσπραγίας.

Αιτιολόγηση

Όλες οι δραστηριότητες θα πρέπει να υπόκεινται σε ρύθμιση – ανεξαρτήτως του μεγέθους - δεδομένου ότι οι επιπτώσεις μιας αποτυχίας δεν είναι πάντα ανάλογες του μεγέθους, αλλά εξαρτώνται από τον τύπο των ασφαλίσεων που αναλαμβάνει μία εταιρεία και το γεωγραφικό πεδίο των δραστηριοτήτων της.

Τροπολογία  34

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 28 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

3α. Η Επιτροπή εγκρίνει μέτρα εφαρμογής που σχετίζονται με την παράγραφο 3 προσδιορίζοντας την αναλογική εφαρμογή της οδηγίας, ιδίως στις πολύ μικρές ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Τα μέτρα αυτά, με τα οποία επιδιώκεται τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο η οποία αναφέρεται στο άρθρο 304, παράγραφος 3.

Αιτιολόγηση

Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί περαιτέρω αποσαφήνιση μέσω μέτρων εφαρμογής.

Τροπολογία  35

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 29 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η χρηματοοικονομική εποπτεία δυνάμει της παραγράφου 1 περιλαμβάνει την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών αποθεματικών και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος, δυνάμει διατάξεων που έχουν θεσπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο.

Η χρηματοοικονομική εποπτεία δυνάμει της παραγράφου 1 περιλαμβάνει την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών αποθεματικών, των στοιχείων του ενεργητικού της και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος, δυνάμει διατάξεων που έχουν θεσπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο.

Αιτιολόγηση

Supervision of investments is an essential piece of solvency assessment. There is no rationale to omit a reference to the supervision of assets, since they are an essential part of insurance activity. Since this article corresponds to recasting and the reference to assets is in the current directives, such a reference should be maintained due its importance Supervision of assets is fully compatible with the freedom of investments and the prudent person principle stated in he proposal of Solvency 2 directive. Furthermore such supervision becomes more crucial when Solvency 2 come into force, having in mind the maximum degree of freedom provided to insurers regarding this point.

Τροπολογία  36

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 30 – παράγραφος 2 – στοιχείο ε α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

εa) οποιωνδήποτε ποσοτικών μέσων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης.

Αιτιολόγηση

Το άρθρο 34 επιτρέπει στις εποπτικές αρχές να αναπτύσσουν «ποσοτικά μέσα ή εργαλεία» με στόχο την αξιολόγηση της ικανότητας των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εταιρειών να αντιμετωπίσουν πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές των οικονομικών συνθηκών που θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη συνολική οικονομική τους κατάσταση, δεν διευκρινίζει το περιεχόμενο των μέσων αυτών, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να καταλήξει σε έλλειψη εναρμόνισης των εποπτικών πρακτικών, στρεβλώσεις των αναγκαίων κεφαλαιακών απαιτήσεων ή των επιπέδων παρέμβασης.

Τροπολογία  37

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 34 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να διαμορφώνουν, επιπλέον του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και όπου ενδείκνυται, ποσοτικά εργαλεία, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, προκειμένου να αξιολογούν την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική της κατάσταση.

4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε έκτακτες περιπτώσεις, οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να διαμορφώνουν, επιπλέον του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και όπου απαιτείται, ποσοτικά εργαλεία, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, προκειμένου να αξιολογούν την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική της κατάσταση. Οι εποπτικές αρχές απαιτούν να πραγματοποιούνται οι σχετικές δοκιμές από τις επιχειρήσεις.

Αιτιολόγηση

Οι εποπτικές αρχές δεν θα πρέπει, αυτές καθαυτές, να έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν ποσοτικά μέτρα επιπλέον του υπολογισμού της απαίτησης κεφαλαίου φερεγγυότητας στις ασφαλιστικές εταιρείες. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν κριθεί απαραίτητο

Τροπολογία  38

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 34 – παράγραφος 6

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

6. Οι εποπτικές εξουσίες ασκούνται σε εύθετο χρόνο και με ανάλογο τρόπο.

6. Οι εποπτικές εξουσίες ασκούνται σε εύθετο χρόνο και με ανάλογο τρόπο. Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη πράξεις που ενδέχεται να είναι φιλοκυκλικές σε καιρούς δυσχερειών της αγοράς, λαμβάνοντας πάντα πλήρως υπόψη τα συμφέροντα του αντισυμβαλλόμενου.

Τροπολογία  39

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 36 – παράγραφος 6 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

6a. Οι εποπτικές αρχές μπορούν να λάβουν υπόψη τις επιπτώσεις στη διαχείριση κινδύνου και στοιχείων του ενεργητικού των προαιρετικών κωδίκων συμπεριφοράς και διαφάνειας που τηρούν τα σχετικά ιδρύματα που ασχολούνται με μη ρυθμιζόμενα ή εναλλακτικά επενδυτικά μέσα.

Τροπολογία  40

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 38 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο πάροχος υπηρεσιών επιτρέπει στις εποπτικές αρχές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να διενεργούν οι ίδιες, ή μέσω προσώπων τα οποία διορίζουν για τον σκοπό αυτό, επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών, αφού πρώτα ενημερώσει τις δικές του αρμόδιες αρχές. Στην περίπτωση οντότητας που δεν υπόκειται σε εποπτεία, αρμόδια αρχή είναι η εποπτική αρχή.

2. Το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο πάροχος υπηρεσιών επιτρέπει στις εποπτικές αρχές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να διενεργούν οι ίδιες, ή μέσω προσώπων τα οποία διορίζουν για τον σκοπό αυτό, επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών, αφού πρώτα ενημερώσει την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία και τις δικές του αρμόδιες αρχές. Στην περίπτωση οντότητας που δεν υπόκειται σε εποπτεία, αρμόδια αρχή είναι η εποπτική αρχή.

Αιτιολόγηση

Η έννοια η οποία εισήχθη στη δεύτερη παράγραφο αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος πληροφόρησης των εταιρειών σε διαδικασία ελέγχου και τη διασφάλιση εποπτικής διαφάνειας.

Τροπολογία  41

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 38 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2α. Η εξωτερική ανάθεση σε παρόχους υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες επιτρέπεται σύμφωνα με τους όρους της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου.

Αιτιολόγηση

Η νέα αυτή παράγραφος είναι θεμελιώδης και αποβλέπει στη διευκρίνιση ότι εν πάση περιπτώσει, η εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτες χώρες δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό, ακόμη και σε περίπτωση στενής ερμηνείας της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου.

Τροπολογία  42

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 41 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Λειτουργία είναι η εσωτερική ικανότητα ανάληψης πρακτικών καθηκόντων. Ο τρόπος με τον οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τις λειτουργίες διακυβέρνησης που ορίζονται στα άρθρα 43, 45, 46 και 47 επαφίεται στη διακριτική τους ευχέρεια.

Αιτιολόγηση

Δεν υπάρχει διευκρίνιση εντός του κειμένου η οποία να ορίζει ότι οι αναφερθείσες λειτουργίες αποτελούν μόνο τομείς αρμοδιότητας και όχι οργανωτικές μονάδες. Το δεύτερο συνεπάγεται έντονη παρέμβαση σε οργανωτικές δομές συγκεκριμένης εταιρείας και συνεπώς μπορεί να εφαρμοστεί μόνο με τρομακτική προσπάθεια ιδίως από μικρές ασφαλιστικές εταιρείες. Η εισαγωγή ενός ορισμού λειτουργίας είναι απαραίτητη για τις ΜΜΕ. Διαφορετικά το κόστος των νέων τμημάτων θα πρέπει να καλυφθεί με υψηλότερα ασφάλιστρα των αντισυμβαλλομένων.

Τροπολογία  43

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 42 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(α) τα επαγγελματικά τους προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους τούς επιτρέπουν να ασκούν υγιή και συνεπή διαχείριση (ικανότητα)·

(α) τα επαγγελματικά τους προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους τούς επιτρέπουν να ασκούν υγιή και συνεπή διαχείριση (ικανότητα)· για την εκτίμηση του απαιτούμενου επιπέδου επάρκειας, τα επαγγελματικά προσόντα και η εμπειρία των μελών της ανώτερης διοίκησης μπορούν να ληφθούν υπόψη ως πρόσθετοι παράγοντες·

Αιτιολόγηση

Η προσθήκη στοχεύει στην ενίσχυση και διευκρίνιση των επαγγελματικών απαιτήσεων που απαιτούνται για τη διοίκηση μιας ασφαλιστικής επιχείρησης.

Τροπολογία  44

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 43 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για την παρακολούθηση, διαχείριση και αναφορά, σε συνεχή βάση, των κινδύνων, σε ατομικό και σε συνολικό επίπεδο, στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένες, και τις αλληλεξαρτήσεις τους.

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση, διαχείριση και αναφορά, σε συνεχή βάση, των κινδύνων, σε ατομικό και σε συνολικό επίπεδο, στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένες, και τις αλληλεξαρτήσεις τους.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η μέτρηση ενός κινδύνου, απαιτείται ο προσδιορισμός του. Οι πέντε πράξεις «προσδιορισμός», «εκτίμηση», «διαχείριση», «παρακολούθηση» και «αναφορά» συνιστώνται σε αυτόν τον συνδυασμό στη πρώτη φάση γνωμοδότησης της CEIOPS.

Τροπολογία  45

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 43 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Το σύστημα διαχείρισης των κινδύνων ενσωματώνεται κατάλληλα στην οργανωτική δομή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Περιλαμβάνει σχέδια σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Το σύστημα διαχείρισης των κινδύνων είναι αποτελεσματικό και ενσωματώνεται κατάλληλα στην οργανωτική δομή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβανόμενο δεόντως υπόψη σε ανώτερο διοικητικό επίπεδο. Περιλαμβάνει σχέδια σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Αιτιολόγηση

Η διαχείριση κινδύνου πρέπει να είναι συγκροτημένη και αποτελεσματική με τη δέουσα κατανόηση και προσοχή από την ανώτερη διοίκηση.

Τροπολογία  46

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 44 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(β) τη συμμόρφωση, σε συνεχή βάση, με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο VI, τμήματα 4 και 5 και με τις απαιτήσεις σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο VI, τμήμα 2.

(β) τη συμμόρφωση, σε τρέχουσα βάση, με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο VI, τμήματα 4 και 5 και με τις απαιτήσεις σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο VI, τμήμα 2.

Αιτιολόγηση

Συνοδεύει την τροπολογία για το άρθρο 43.

Τροπολογία  47

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 44 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) το βαθμό στον οποίο το προφίλ κινδύνου της σχετικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3, που υπολογίζεται με την τυποποιημένη μέθοδο σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, τμήμα 4, υποτμήμα 2, ή με το μερικό ή το πλήρες εσωτερικό της υπόδειγμα σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, τμήμα 4, υποτμήμα 3.

(γ) σε πόσο σημαντικό βαθμό το προφίλ κινδύνου της σχετικής επιχείρησης αποκλίνει από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3, που υπολογίζεται με την τυποποιημένη μέθοδο σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, τμήμα 4, υποτμήμα 2, ή με το μερικό ή το πλήρες εσωτερικό της υπόδειγμα σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, τμήμα 4, υποτμήμα 3.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των αντισυμβαλλομένων, η ανάλυση πιθανών παρεκκλίσεων από τον κανονικό τύπο αποτελεί σημαντική δραστηριότητα. Η λέξη «βαθμός» στην υποπαράγραφο γ) υπαινίσσεται επιπρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις, οι οποίες δεν συνάδουν με την ποιοτική στόχευση της αξιολόγησης ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας.

Τροπολογία  48

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 44 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Για τους σκοπούς του στοιχείου α) στην παράγραφο 1, η οικεία επιχείρηση διαθέτει διαδικασίες οι οποίες της επιτρέπουν να εντοπίζει και να μετρά καταλλήλως τους κινδύνους που αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και επίσης να εντοπίζει πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική της κατάσταση. Η επιχείρηση παρουσιάζει τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των συνολικών της αναγκών φερεγγυότητας.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Η ποσοτική μέτρηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας υπόκειται στον κανονικό τύπο ή σε εσωτερικό υπόδειγμα. Η ORSA δεν χρησιμεύει ενδεχομένως ως μέσο υπονόμευσης αυτών των αποτελεσμάτων και δημιουργεί πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Στην πραγματικότητα, η προληπτική αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων και η συνειδητή μεταχείριση των ανοχών κινδύνου πρέπει να είναι στο επίκεντρο της προσοχής της ORSA.

Τροπολογία  49

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 44 – παράγραφος 6 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

6α. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, τα μόνα επίπεδα φερεγγυότητας που οφείλουν να τηρήσουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι τα επίπεδα που ορίζονται σύμφωνα με τον κανονικό τύπο ή, κατά περίπτωση, το χρησιμοποιούμενο εσωτερικό υπόδειγμα, με την επιφύλαξη των πλεοναζόντων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Αιτιολόγηση

Como se menciona en la presente Directiva (artículos 74 a 129), el requerimiento de capital de solvencia (SCR) y el requerimiento mínimo de capital (MCR) según fórmula estándar, deben ser considerados como los únicos requerimientos de capital necesarios y/o exigidos por las autoridades de supervisión. En ningún caso, los supervisores pueden acogerse a su poder para exigir una valoración individualizada u ORSA (Own Risk Solvency Assesment), conforme a lo dispuesto en este artículo, que obligue alas empresaes a desarrollar un modelo interno de capital económico que desvirtúe la necesaria separación entre el Pilar I y el Pilar II de esta Directiva.

Τροπολογία  50

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 47 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Το αναλογιστικό έργο εκτελείται από άτομα που διαθέτουν επαρκή γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών και είναι σε θέση να αποδείξουν τη σχετική πείρα και εμπειρογνωμοσύνη τους σε σχέση με τα ισχύοντα επαγγελματικά και άλλου είδους πρότυπα.

2. Το αναλογιστικό έργο εκτελείται από άτομα που διαθέτουν γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών, διαθέτουν ικανότητα ανάλογη της συνθετότητας και της δομής κινδύνου της συγκεκριμένης επιχείρησης, και είναι σε θέση να αποδείξουν τη σχετική πείρα.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να διασφαλιστούν οι πόροι και οι γνώσεις που απαιτούνται.

Τροπολογία  51

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 49 – σημείο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1) των στοιχείων των συστημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 41, 43, 45 και 46, και ιδιαίτερα των τομέων που καλύπτονται από τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού-παθητικού και την επενδυτική πολιτική, όπως αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων·

(1) των στοιχείων των συστημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 41, 43, 44, 45 και 46, και ιδιαίτερα των τομέων που καλύπτονται από τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού-παθητικού και την επενδυτική πολιτική, όπως αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων·

Αιτιολόγηση

La Directiva debe garantizar una armonización máxima en las prácticas y procedimientos de los distintos supervisores europeos, con el fin de evitar tratamientos desiguales, al mismo operador, en los diferentes Estados Miembros. En este sentido se propone que sea en la Comisión Europea mediante medidas de desarrollo (Nivel 2 Lamfalussy) donde se establezcan los principios generales armonizados que deben tener en cuenta los supervisores nacionales. En consecuencia y dado que el ORSA tal y como viene definido por el artículo 44, es un elemento clave en el Pilar II, se hace imprescindible contar con una definición armonizada a escala europea del alcance y la metodología a utilizar.

Τροπολογία  52

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 49 – σημείο 4 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(4a) του πεδίου εφαρμογής και των μεθόδων αξιολόγησης κινδύνων και φερεγγυότητας από τις ίδιες τις επιχειρήσεις όπως ορίζεται στο άρθρο 44.

Αιτιολόγηση

Τα εκτελεστικά μέτρα επιπέδου 2 είναι απαραίτητα σε αυτόν τον τομέα καθώς θα μπορούσε να συμπεριλάβει ένα σημαντικό τμήμα των αλλαγών που πρέπει να αναπτύξουν οι εταιρείες προκειμένου να προετοιμαστούν για τη Φερεγγυότητα II. Ένας εναρμονισμένος ορισμός του πεδίου εφαρμογής και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται για τις αξιολογήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα δημιουργήσει συνοχή και θα αποφευχθεί η χρήση διαφόρων εποπτικών πρακτικών. Τα εκτελεστικά μέτρα θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να διευκρινίσουν ότι η ORSA (αξιολόγηση κινδύνων και φερεγγυότητας από τις ίδιες τις επιχειρήσεις) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την υπονόμευση της αρχής ότι η απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας και η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση, όπως υπολογίζονται δυνάμει του άρθρου 101, είναι τα μόνα συναφή επίπεδα φερεγγυότητας.

Τροπολογία  53

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 51 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων παρέχει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μαζί με έκθεση στην οποία περιγράφεται ο βαθμός εποπτικής σύγκλισης μεταξύ των εποπτικών αρχών στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τη χρήση πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

3. Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μαζί με έκθεση στην οποία περιγράφεται ο βαθμός εποπτικής σύγκλισης μεταξύ των εποπτικών αρχών στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τη χρήση πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Αιτιολόγηση

Είναι απαραίτητο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ως συννομοθέτες, να τηρούνται πλήρως ενήμεροι για τις εξελίξεις που αφορούν την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Τροπολογία  54

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 51 α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 51α

 

Λήψη αποφάσεων από την CEIOPS

 

Όλες οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν από τη CEIOPS για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας εγκρίνονται με ειδική πλειοψηφία.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου η απόφαση να ληφθεί ταχέως και με τον πλέον εποικοδομητικό τρόπο, είναι απαραίτητη η ειδική πλειοψηφία.

Τροπολογία  55

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 52 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(α) εάν με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών οι ανταγωνιστές της επιχείρησης αποκτούν σημαντικό αδικαιολόγητο πλεονέκτημα·

(α) εάν με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών η επιχείρηση υφίσταται αδικαιολόγητη εμπορική ζημία·

Αιτιολόγηση

Η δοκιμή θα ήταν επιζήμια για την επιχείρηση. Αυτό θα συνέβαινε είτε λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού είτε για άλλους λόγους.

Τροπολογία  56

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 53 – παράγραφος 1 – εδάφιο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) του δευτέρου εδαφίου, οι εποπτικές αρχές απαιτούν από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων. Εάν, παρά το σχέδιο ανάκαμψης που είχε αρχικά θεωρηθεί βιώσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις δύο μήνες μετά τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) του δευτέρου εδαφίου, οι εποπτικές αρχές απαιτούν από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων. Εάν, παρά το σχέδιο ανάκαμψης που είχε αρχικά θεωρηθεί βιώσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις τρεις μήνες μετά τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν περαιτέρω διορθωτικών μέτρων.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με το χρονοδιάγραμμα που ορίζεται στο άρθρο 136.

Τροπολογία  57

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 53 – παράγραφος 1 – εδάφιο 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β) του δευτέρου εδαφίου, οι εποπτικές αρχές απαιτούν από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων. Εάν, παρά το σχέδιο ανάκαμψης που είχε αρχικά θεωρηθεί βιώσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας τέσσερις μήνες μετά τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β) του δευτέρου εδαφίου, οι εποπτικές αρχές απαιτούν από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων. Εάν, παρά το σχέδιο ανάκαμψης που είχε αρχικά θεωρηθεί βιώσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας έξι μήνες μετά τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν περαιτέρω διορθωτικών μέτρων.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με το χρονοδιάγραμμα που ορίζεται στο άρθρο 135.

Τροπολογία  58

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 70

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο της απόφασης 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να συμμετέχουν στις δραστηριότητες της CEIOPS, σύμφωνα με το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο της απόφασης 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής, και οι εθνικές εντολές που ανατίθενται στις εποπτικές αρχές να μην παρεμποδίζουν την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μελών της εν λόγω επιτροπής ή δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Αιτιολόγηση

Η συμβουλή της CEIOPS πρέπει να είναι δίκαιη και έντιμη και δεν πρέπει να είναι επηρεάζεται από πολιτικούς παράγοντες. Συνεπώς οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν και να συνεργάζονται πλήρως μεταξύ τους. Συνεπής προς τις συστάσεις της εξεταστικής επιτροπής για την Equitable Life.

Τροπολογία  59

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 70 – εδάφιο 1 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η CEIOPS προβλέπει, όπου είναι απαραίτητο, κοινή ερμηνεία των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των εκτελεστικών της μέτρων προκειμένου να ενισχύσει τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών. Η CEIOPS υποβάλλει τακτικά εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο της εποπτικής σύγκλισης στην Κοινότητα.

Αιτιολόγηση

Η παρούσα τροπολογία στοχεύει στην εκπόνηση ορισμού της εθνικής εντολής των εποπτικών αρχών και του ρόλου που ανατίθεται στη CEIOPS.

Τροπολογία  60

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 75 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Ο υπολογισμός των τεχνικών αποθεματικών βασίζεται στην τρέχουσα αξία ρευστοποίησής τους.

2. Τα τεχνικά αποθεματικά υπολογίζονται με αντικειμενικό και αξιόπιστο τρόπο και με συνέπεια προς την αγορά.

Αιτιολόγηση

Ο όρος «τρέχουσα αξία ρευστοποίησης» ο οποίος δεν ορίζεται στην οδηγία μπορεί να προκαλέσει σύγχυση και προβλήματα στην εφαρμογή του.

Τροπολογία  61

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 75 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών χρησιμοποιούνται στοιχεία, και εξασφαλίζεται η συμφωνία με αυτά, που παρέχουν οι χρηματοοικονομικές αγορές και τα γενικά διαθέσιμα δεδομένα για τους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς τεχνικούς κινδύνους (συνέπεια με την αγορά).

3. Για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών χρησιμοποιούνται στοιχεία, και εξασφαλίζεται η συμφωνία με αυτά, που παρέχουν οι χρηματοοικονομικές αγορές και τα γενικά διαθέσιμα δεδομένα για τους κινδύνους ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων (συνέπεια με την αγορά).

Αιτιολόγηση

Τεχνική διευκρίνιση προκειμένου να καταστεί λιγότερο διφορούμενη.

Τροπολογία  62

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 75 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Τα τεχνικά αποθεματικά υπολογίζονται με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.

διαγράφεται

Τροπολογία  63

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 76 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Η βέλτιστη εκτίμηση ισούται με τον μέσο όρο των μελλοντικών ταμειακών ροών, σταθμισμένων βάσει πιθανοτήτων, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής αξίας του χρήματος (αναμενόμενη παρούσα αξία μελλοντικών ταμειακών ροών) χρησιμοποιώντας την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου).

2. Η βέλτιστη εκτίμηση είναι συνεπής με τον μέσο όρο των μελλοντικών ταμειακών ροών, σταθμισμένων βάσει πιθανοτήτων, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής αξίας του χρήματος (αναμενόμενη παρούσα αξία μελλοντικών ταμειακών ροών), κατά τρόπον ώστε ο τύπος μείωσης να είναι συνεπής με τις αγοραίες τιμές για τις παρατηρήσιμες ταμειακές ροές, των οποίων τα χαρακτηριστικά είναι ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των στοιχείων παθητικού από την άποψη, μεταξύ άλλων, της διάρκειας, του νομίσματος και της ρευστότητας.

Αιτιολόγηση

La expresión propuesta coincide con la recogida en el párrafo 63 del DP Fase II IFRS4 del IASB y por tanto, proporciona la necesaria convergencia con los principios contables internacionales. Además daría una mayor cabida al inciso ii) de la letra b) del apartado 1 del artículo de la Directiva 2002/83/CE, sobre el seguro de vida, que se desarrolló en algunos Estados miembros. En aquellos países en los que se ha hecho uso de la opción prevista en la anteriormente mencionada Directiva, la utilización de un tipo de descuento más acorde con la realidad económica ha permitido dotar al seguro de vida de un alto grado de avance, especialización y competitividad a nivel internacional.

Τροπολογία  64

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 76 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες και σε ρεαλιστικές παραδοχές και πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων αναλογιστικών μεθόδων και στατιστικών τεχνικών.

Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες και σε ρεαλιστικές παραδοχές και πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων, εφαρμόσιμων και συναφών αναλογιστικών μεθόδων και στατιστικών τεχνικών.

Αιτιολόγηση

Η λέξη "κατάλληλων" είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι οι λέξεις "εφαρμοσιμότητα και συνάφεια" εμφανίζονται στο άρθρο 83.

Τροπολογία  65

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 76 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Το περιθώριο κινδύνου είναι τέτοιο που να εξασφαλίζει ότι η αξία των τεχνικών αποθεματικών ισοδυναμεί με το επιπρόσθετο ποσό το οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναμένεται να απαιτήσουν προκειμένου να αναλάβουν και να ικανοποιήσουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.

3. Το περιθώριο κινδύνου είναι τέτοιο που να εξασφαλίζει ότι η αξία των τεχνικών αποθεματικών ισοδυναμεί με το επιπρόσθετο ποσό το οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναμένεται να απαιτήσουν προκειμένου να αναλάβουν και να ικανοποιήσουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις επιπτώσεις διαφοροποίησης.

Αιτιολόγηση

Θα πρέπει να επιτρέπονται οι επιπτώσεις διαφοροποίησης κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου. Οι κίνδυνοι αυτοί ενδέχεται να μεταβιβαστούν σε εταιρείες που είναι ικανοποιητικά διαφοροποιημένες ή που θα αποκομίσουν όφελος διαφοροποίησης από την αποδοχή αυτών των υποχρεώσεων.

Τροπολογία  66

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 76 – παράγραφος 4– εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Ωστόσο, εάν οι μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις μπορούν να αναπαραχθούν με τη χρήση χρηματοοικονομικών μέσων των οποίων η αγοραία αξία είναι άμεσα παρατηρήσιμη, η αξία των τεχνικών αποθεματικών προσδιορίζεται στη βάση της αγοραίας αξίας των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων. Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται χωριστοί υπολογισμοί της βέλτιστης εκτίμησης και του περιθωρίου κινδύνου.

Ωστόσο, εάν οι μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις μπορούν να εκτιμηθούν αξιόπιστα με τη χρήση χρηματοοικονομικών μέσων των οποίων η αγοραία αξία είναι άμεσα παρατηρήσιμη, η αξία των τεχνικών αποθεματικών προσδιορίζεται στη βάση της αγοραίας αξίας των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων ακόμη και όταν η ακριβής αναπαραγωγή είναι αδύνατη. Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται χωριστοί υπολογισμοί της βέλτιστης εκτίμησης και του περιθωρίου κινδύνου. Εύλογες παρεμβολές και παρεκτάσεις από άμεσα παρατηρήσιμες αγοραίες αξίες μπορούν να εφαρμοστούν επίσης για τον σκοπό της εν λόγω αξιολόγησης.

Αιτιολόγηση

Είναι σημαντικό να ληφθεί η καλύτερη αναφορά αγοράς (πλησιέστερη στην οικονομική αγοραία αξία) ως οδηγός.

Τροπολογία  67

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 76 – παράγραφος 5 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του κόστους παροχής του ποσού αυτού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων (επιτόκιο κόστους κεφαλαίου) είναι το ίδιο για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του κόστους παροχής του ποσού αυτού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων (επιτόκιο κόστους κεφαλαίου) είναι το ίδιο για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και αναθεωρείται περιοδικά προκειμένου να αντικατοπτρίζει τις συνθήκες της αγοράς.

Αιτιολόγηση

Το παρόν μέτρο θα πρέπει να καλύπτει το κόστος του κεφαλαίου που αντιστοιχεί σε μη αντισταθμιζόμενους κινδύνους, και όχι το συνολικό κόστος κεφαλαίου της εταιρείας. Η τροπολογία επικεντρώνεται στις υποχρεώσεις τις οποίες αποσκοπεί να καλύψει.

Τροπολογία  68

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 76 – παράγραφος 5 – εδάφιο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που χρησιμοποιείται ισούται με το πρόσθετο επιτόκιο, επιπλέον του σχετικού επιτοκίου άνευ κινδύνου, με το οποίο μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία διαθέτει ποσό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, όπως προβλέπεται στο τμήμα 3, ίσο με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, επιβαρύνεται για τη διατήρηση των κεφαλαίων αυτών

Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που χρησιμοποιείται ισούται με το πρόσθετο επιτόκιο, επιπλέον του σχετικού επιτοκίου άνευ κινδύνου, με το οποίο επιβαρύνεται μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για να διαθέτει ποσό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, όπως προβλέπεται στο τμήμα 3, ίσο με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, που είναι απαραίτητες για τη στήριξη της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής υποχρέωσης κατά της διάρκεια του κύκλου ζωής της εν λόγω υποχρέωσης.

Αιτιολόγηση

Το παρόν μέτρο θα πρέπει να καλύπτει το κόστος του κεφαλαίου που αντιστοιχεί σε μη αντισταθμιζόμενους κινδύνους, και όχι το συνολικό κόστος κεφαλαίου της εταιρείας. Η τροπολογία επικεντρώνεται στις υποχρεώσεις τις οποίες αποσκοπεί να καλύψει.

Τροπολογία  69

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 80 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών μιας εταιρείας αντασφαλισμένης από αποκλειστική αντασφαλιστική εταιρεία, τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού μιας αποκλειστικής αντασφαλιστικής εταιρείας θεωρούνται ως τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της αντασφαλισμένης εταιρείας, και δεν γίνεται προσαρμογή για τη χρονική διαφορά μεταξύ εισπράξεων και άμεσων πληρωμών ή αναμενόμενων ζημιών λόγω αθέτησης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου των συμβατικών υποχρεώσεων της αποκλειστικής αντασφαλιστικής εταιρείας προς την αντασφαλισμένη εταιρεία.

Τροπολογία  70

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 85 – παράγραφος 1 – στοιχείο η

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(η) εφόσον είναι αναγκαίο, απλοποιημένες μέθοδοι και τεχνικές για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι αναλογιστικές μέθοδοι και στατιστικές τεχνικές που αναφέρονται στο στοιχείο α) είναι αναλογικές ως προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αναλαμβάνονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(η) εφόσον είναι αναγκαίο, απλοποιημένες μέθοδοι και τεχνικές για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι αναλογιστικές μέθοδοι και στατιστικές τεχνικές που αναφέρονται στο στοιχείο α) είναι αναλογικές ως προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αναλαμβάνονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενσωματωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Αιτιολόγηση

Υπάρχει ανάγκη να εφαρμοστούν ειδικές απλουστεύσεις στον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών στην περίπτωση των ενσωματωμένων εταιρειών. Αυτό συνάδει με τη γενική προσέγγιση που ακολουθείται για άλλες μικρές και μεσαίες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η τέταρτη σειρά μελετών (QIS 4) θα προσδιορίσει τις επιπτώσεις που θα έχουν αυτές οι απλουστεύσεις. Η προτεινόμενη τροπολογία προβλέπει στην οδηγία μια πλατφόρμα για την παροχή τέτοιων ειδικών απλουστεύσεων όπου ενδείκνυται.

Τροπολογία  71

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 90

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα πλεονάζοντα κεφάλαια θεωρούνται συσσωρευθέντα κέρδη, τα οποία διατίθενται στους αντισυμβαλλομένους και στους δικαιούχους υπό τη μορφή μελλοντικών προαιρετικών έκτακτων παροχών.

Στο βαθμό που επιτρέπεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας, τα πραγματοποιηθέντα κέρδη που εμφανίζονται ως πλεονάζοντα κεφάλαια στους εκ του νόμου προβλεπόμενους ετήσιους λογαριασμούς δεν θεωρούνται ως ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, εφόσον τα πλεονάζοντα αυτά κεφάλαια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη ζημιών οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν και εφόσον δεν έχουν καταστεί διαθέσιμα προς διανομή σε αντισυμβαλλόμενους και δικαιούχους.

2. Στο βαθμό που επιτρέπεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας, και που δεν έχουν αποδοθεί ατομικά στους αντισυμβαλλομένους και στους δικαιούχους ούτε έχουν καταστεί διαθέσιμα προς διανομή στους αντισυμβαλλομένους και στους δικαιούχους, τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν θεωρούνται ως ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, εφόσον πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 94 παράγραφος 1. Τα πλεονάζοντα κεφάλαια υπόκεινται στους περιορισμούς που ορίζονται στο άρθρο 237, παράγραφος 1.

Αιτιολόγηση

Εισαγωγή ενός ορισμού των πλεοναζόντων κεφαλαίων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας καθώς και για τους σκοπούς της χρησιμοποίησής τους προς κάλυψη ενδεχόμενων ζημιών.

Τροπολογία  72

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 96 – σημείο -1 (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

-1) Τουλάχιστον οι μισές μελλοντικές απαιτήσεις που μπορεί να προβάλει μια αλληλασφαλιστική ή αλληλασφαλιστικής μορφής ένωση με μεταβλητές εισφορές έναντι των μελών της μέσω προσκλήσεων για την καταβολή συμπληρωματικών εισφορών, εντός της συγκεκριμένης εταιρικής χρήσης, ταξινομούνται στην κατηγορία 2.

Αιτιολόγηση

Σε ορισμένες χώρες, οι ασφαλιστικοί όμιλοι δομούνται κατά τέτοιον τρόπο ώστε μία νομική οντότητα διευθύνει έναν όμιλο επιχειρήσεων που συνδέονται με μακροχρόνιες χρηματοοικονομικές σχέσεις. Η παρούσα τροπολογία αποσκοπεί στη διευκρίνιση ότι τα μισά από τα ίδια κεφάλαιά τους ταξινομούνται στην κατηγορία 2.

Τροπολογία  73

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 96 – σημείο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1) τα πλεονάζοντα κεφάλαια που εμπίπτουν στο άρθρο 90 ταξινομούνται στην κατηγορία 1·

(1) τα πλεονάζοντα κεφάλαια που εμπίπτουν στο άρθρο 90, παράγραφος 2, ταξινομούνται στην κατηγορία 1·

Αιτιολόγηση

Καθώς τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν προβλέπονται για την πλήρη κάλυψη κάθε ζημίας σε οποιεσδήποτε περιστάσεις, φαίνεται επιβεβλημένο να περιοριστεί η αναγνώρισή τους για εποπτικούς σκοπούς.

Τροπολογία  74

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 96 – σημείο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(3) τυχόν μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες μπορούν να έχουν ενώσεις προστασίας και αποζημίωσης έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές συνεισφορές, εντός του οικονομικού έτους, ταξινομούνται στην κατηγορία 2.

(3) τυχόν μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες μπορούν να έχουν αλληλασφαλιστικές ή αλληλασφαλιστικής μορφής ενώσεις με μεταβλητές εισφορές έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές συνεισφορές, πληρωτέες εντός των επόμενων 12 μηνών, ταξινομούνται στην κατηγορία 2.

Αιτιολόγηση

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αξίωση που μπορεί να έχει μια τέτοια επιχείρηση έναντι των μελών της μπορεί επίσης να είναι πληρωτέα τον επόμενο χρόνο, ιδίως όταν η ημερομηνία της αξιολόγησης είναι κοντά στο τέλος του τρέχοντος οικονομικού έτους.

Τροπολογία  75

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 97 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα όπου προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα όπου προβλέπονται τα ακόλουθα:

α) όπου είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί η συνολική ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων και η διατομεακή συνοχή, η διαίρεση των κατηγοριών σε υποκατηγορίες·

 

β) τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την ταξινόμηση των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων στις υποκατηγορίες που αναφέρονται στο σημείο α) με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 92·

 

γ) κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που θεωρούνται ότι πληρούν τα κριτήρια, που αναφέρονται στο άρθρο 94 και στο στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, ο οποίος περιλαμβάνει για κάθε στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών που καθόρισαν την ταξινόμησή του·

α) κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 96, που θεωρούνται ότι πληρούν τα κριτήρια, που αναφέρονται στο άρθρο 94, ο οποίος περιλαμβάνει για κάθε στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών που καθόρισαν την ταξινόμησή του·

δ) τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τις εποπτικές αρχές όταν εγκρίνουν την αξιολόγηση και ταξινόμηση των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία δεν καλύπτονται από τον κατάλογο που αναφέρεται στο στοιχείο γ).

β) οι μέθοδοι που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τις εποπτικές αρχές όταν εγκρίνουν την αξιολόγηση και ταξινόμηση των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία δεν καλύπτονται από τον κατάλογο που αναφέρεται στο στοιχείο α).

Τα μέτρα που αποβλέπουν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 3.

Τα μέτρα που αποβλέπουν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 3.

2. Η Επιτροπή επανεξετάζει σε τακτά διαστήματα και, κατά περίπτωση, επικαιροποιεί τον κατάλογο που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 1 με βάση τις εξελίξεις της αγοράς.

2. Η Επιτροπή επανεξετάζει σε τακτά διαστήματα και, κατά περίπτωση, επικαιροποιεί τον κατάλογο που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 με βάση τις εξελίξεις της αγοράς.

Τροπολογία  76

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 98

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 υπόκεινται στα ακόλουθα όρια:

διαγράφεται

(a) προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η αναλογία των στοιχείων της κατηγορίας 1 στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερη από το ένα τρίτο των συνολικών επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, το επιλέξιμο ποσό της κατηγορίας 2 μαζί με το επιλέξιμο ποσό της κατηγορίας 3 περιορίζονται στο διπλάσιο του συνολικού ποσού των στοιχείων της κατηγορίας 1·

 

(β) προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η αναλογία των στοιχείων της κατηγορίας 3 στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια είναι μικρότερη από το ένα τρίτο των συνολικών επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, το επιλέξιμο ποσό της κατηγορίας 3 περιορίζεται στο ήμισυ του συνολικού ποσού των στοιχείων της κατηγορίας 1 και του επιλέξιμου ποσού των στοιχείων της κατηγορίας 2.

 

2. Όσον αφορά τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η αναλογία των στοιχείων της κατηγορίας 1 στα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερη από το ήμισυ των συνολικών επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων, το ποσό των στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που ταξινομούνται στην κατηγορία 2 περιορίζεται στο συνολικό ποσό των στοιχείων της κατηγορίας 1.

 

3. Εάν έχουν εισαχθεί υποκατηγορίες, σύμφωνα με το άρθρο 97 παράγραφος 1, εφαρμόζονται ειδικά όρια στο ποσό των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων που έχουν ταξινομηθεί στις εν λόγω υποκατηγορίες.

 

4. Το επιλέξιμο ποσό των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που ορίζονται στο άρθρο 100 ισούται με το άθροισμα του ποσού της κατηγορίας 1, του επιλέξιμου ποσού της κατηγορίας 2 και του επιλέξιμου ποσού της κατηγορίας 3.

 

5. Το επιλέξιμο ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 126 ισούται με το άθροισμα του ποσού της κατηγορίας 1 και του επιλέξιμου ποσού των στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομούνται στην κατηγορία 2.

 

Αιτιολόγηση

Κάποιο είδος κατηγοριοποίησης και περιορισμών είναι επιθυμητό προκειμένου να αποτραπεί η ακατάλληλη κεφαλαιοποίηση των εταιρειών με κεφάλαιο σχετικά χαμηλής ποιότητας. Ωστόσο, τα όρια επιλεξιμότητας, όπως προτείνονται στο άρθρο 98, είναι υπερβολικά, αυθαίρετα, και δεν βασίζονται σε μια οικονομική συλλογιστική. Τα πλεονάζοντα κεφάλαια, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη ζημιών μόνο σε περίπτωση παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της επιχείρησης αλλά όχι σε περίπτωση παραβίασης των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, ασχέτως της ταξινόμησης σε κατηγορίες.

Τροπολογία  77

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 99 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα όπου προβλέπονται τα συγκεκριμένα όρια τα οποία εφαρμόζονται στις υποκατηγορίες, εφόσον έχουν εισαχθεί τέτοιου είδους υποκατηγορίες.

Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα τα οποία θα περιορίζουν τα κεφάλαια της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 σε ποσά που μπορούν να αποδειχθούν απαραίτητα προκειμένου να διασφαλιστεί επαρκές επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων.

Αιτιολόγηση

Όπως διευκρινίζεται διεξοδικότερα στην τροπολογία του άρθρου 98, τυχόν πρόσθετα όρια για τα ίδια κεφάλαια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας μπορούν να εξεταστούν μέσω των εκτελεστικών μέτρων επιπέδου 2. Εάν θεσπιστούν όρια στα κεφάλαια κατηγορίας 2 θα πρέπει να τηρούν τον συνολικό στόχο του άρθρου 98. Δεν υπάρχει ανάγκη υποκατηγοριών.

Τροπολογία  78

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 104 – παράγραφος 4 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Κατά περίπτωση, στον σχεδιασμό κάθε ενότητας κινδύνου λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα διαφοροποίησης.

Κατά περίπτωση, στον σχεδιασμό κάθε ενότητας κινδύνου λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα διαφοροποίησης ή εξειδίκευσης.

Αιτιολόγηση

Θα υπάρχουν αποτελέσματα εξειδίκευσης που αξίζουν προσοχής επιπροσθέτως της διαφοροποίησης.

Τροπολογία  79

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 105 – παράγραφος 6 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

6a. Τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού μιας αποκλειστικής αντασφαλιστικής εταιρείας αντιμετωπίζονται ως τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας την οποία έχει αντασφαλίσει, συνεπώς, κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας της αντασφαλισμένης εταιρείας, δεν γίνεται καμία προσαρμογή για συγκεντρώσεις κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου ή κινδύνου αγοράς σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις της αποκλειστικής αντασφαλιστικής εταιρείας προς την αντασφαλισμένη εταιρεία. Οι κίνδυνοι οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 101 παράγραφος 4 που επηρεάζουν την αποκλειστική αντασφαλιστική εταιρεία λαμβάνονται, ωστόσο, υπόψη κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας της αντασφαλισμένης εταιρείας.

Τροπολογία  80

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 107 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η προσαρμογή που αναφέρεται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 στοιχείο γ) για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών αποθεματικών και των αναβαλλόμενων φόρων αντικατοπτρίζει δυνητική αντιστάθμιση για μη αναμενόμενες ζημίες μέσω ταυτόχρονης μείωσης των τεχνικών αποθεματικών και των αναβαλλόμενων φόρων

Η προσαρμογή που αναφέρεται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 στοιχείο γ) για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών αποθεματικών και των αναβαλλόμενων φόρων αντικατοπτρίζει δυνητική αντιστάθμιση για μη αναμενόμενες ζημίες μέσω μείωσης των τεχνικών αποθεματικών ή των αναβαλλόμενων φόρων ή συνδυασμού και των δύο, εκτός εάν αναγνωρίζονται ως πλεονάζοντα κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2.

Αιτιολόγηση

Ευθυγράμμιση με τις τροποποιήσεις στο άρθρο 90.

Τροπολογία  81

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 108 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένο υπολογισμό για κάποια ειδική υποενότητα ή ενότητα κινδύνου όταν η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των κινδύνων που αντιμετωπίζουν δικαιολογεί τη στάση αυτή και εφόσον θα ήταν δυσανάλογο να απαιτηθεί από όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τον τυποποιημένο υπολογισμό.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένο υπολογισμό για κάποια ειδική υποενότητα ή ενότητα κινδύνου όταν η φύση, η κλίμακα, η πολυπλοκότητα ή η εξειδίκευση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν δικαιολογεί τη στάση αυτή και εφόσον θα ήταν δυσανάλογο να απαιτηθεί από όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τον τυποποιημένο υπολογισμό.

Αιτιολόγηση

Θα υπάρξουν επιπτώσεις εξειδίκευσης που αξίζουν προσοχής.

Τροπολογία  82

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 109 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) τις παραμέτρους συσχέτισης·

(γ) τις παραμέτρους συσχέτισης και διαδικασίες επικαιροποίησης αυτών των παραμέτρων·

Αιτιολόγηση

Όπως έδειξε η πρόσφατη χρηματοοικονομική αναταραχή οι παράμετροι συσχέτισης μπορεί να χρειαστούν άμεση προσαρμογή.

Τροπολογία  83

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 109 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 – στοιχείο ι α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(ι α) τους απλοποιημένους υπολογισμούς που παρέχονται για ειδικές υποενότητες και ενότητες κινδύνου, καθώς και τα κριτήρια που υποχρεούνται να πληρούν οι ενσωματωμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προκειμένου να δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν τις εν λόγω απλοποιήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 108.

Αιτιολόγηση

Υπάρχει επίσης ανάγκη για ειδικές απλουστεύσεις οι οποίες θα εφαρμοστούν στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας στην περίπτωση των εξαρτημένων εταιρειών. Αυτό συνάδει με τη γενική προσέγγιση που ακολουθείται για άλλες μικρομεσαίες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η QIS 4 θα καθορίσει τον αντίκτυπο που θα έχουν αυτές οι απλουστεύσεις. Η προτεινόμενη τροπολογία παρέχει στην οδηγία μια πλατφόρμα για την παροχή των εν λόγω ειδικών απλουστεύσεων όπου ενδείκνυται.

Τροπολογία  84

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 110 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5. Οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν την αίτηση μόνον εφόσον βεβαιωθούν ότι τα συστήματα της σχετικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την παρακολούθηση και τη διαχείριση του κινδύνου είναι επαρκή και ειδικότερα ότι το εσωτερικό υπόδειγμα συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

5. Οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν την αίτηση μόνον εφόσον βεβαιωθούν ότι τα συστήματα της σχετικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για τον εντοπισμό, τον υπολογισμό, την παρακολούθηση, τη διαχείριση και την αναφορά του κινδύνου είναι επαρκή και ειδικότερα ότι το εσωτερικό υπόδειγμα συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να είναι δυνατή η παρακολούθηση, η διαχείριση ή η αναφορά κινδύνων, είναι απαραίτητο να προηγείται της αναφοράς τους ο εντοπισμός και ο υπολογισμός τους.

Τροπολογία  85

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 110 – παράγραφος 7

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

7. Για μια περίοδο δύο ετών αφού ληφθεί έγκριση από τις εποπτικές αρχές για τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις παρέχουν στις εποπτικές αρχές εκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο όπως προβλέπεται στο υποτμήμα 2.

7. Για μια περίοδο έως δύο ετών αφού ληφθεί έγκριση από τις εποπτικές αρχές για τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος, μπορεί να απαιτηθεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να παρέχουν στις εποπτικές αρχές εκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που καθορίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο όπως προβλέπεται στο υποτμήμα 2.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να αποφευχθεί οποιοσδήποτε αόριστος παράλληλος υπολογισμός της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, χρησιμοποιώντας τόσο την τυποποιημένη μέθοδο όσο και το εσωτερικό υπόδειγμα. Οι εποπτικές αρχές έχουν την εξουσία να το απαιτήσουν αυτό, δεν θα πρέπει όμως να εξαναγκαστούν να το χρησιμοποιήσουν. Μια περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση θα ήταν να παρασχεθεί στις εποπτικές αρχές ευελιξία να ζητούν παράλληλη αναφορά.

Τροπολογία  86

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 111 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Κατά την αξιολόγηση αίτησης για τη χρήση μερικού εσωτερικού υποδείγματος το οποίο καλύπτει μόνο ορισμένες υποενότητες μιας συγκεκριμένης ενότητας κινδύνου, ή ορισμένες από τις λειτουργικές μονάδες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε σχέση με μια ειδική ενότητα κινδύνου, ή μέρη και των δύο, οι εποπτικές αρχές δύνανται να ζητήσουν από τις ενδιαφερόμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλουν ένα ρεαλιστικό μεταβατικό σχέδιο για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του υποδείγματος.

διαγράφεται

Το μεταβατικό αυτό σχέδιο καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προγραμματίζουν να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος σε άλλες υποενότητες ή επιχειρηματικές μονάδες, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι το υπόδειγμα καλύπτει σημαντικό μέρος των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων σε σχέση με τη συγκεκριμένη αυτή ενότητα κινδύνου.

 

Αιτιολόγηση

Για πολλές εταιρείες ένα μερικό υπόδειγμα που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την τυποποιημένη προσέγγιση, μπορεί να είναι μια οικονομικά αποδοτικότερη λύση από ό,τι ένα πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα καθώς συγκεντρώνει πόρους στους πιο σημαντικούς κινδύνους. Η επιλογή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ανάλογη μεταχείριση των μικρομεσαίων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Τροπολογία  87

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 117

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Όταν δεν ενδείκνυται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στο υποτμήμα 2, επειδή το προφίλ κινδύνου των σχετικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, οι εποπτικές αρχές δύνανται, με απόφαση στην οποία αναφέρονται οι λόγοι, να ζητήσουν από τις εν λόγω επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν ένα εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό της των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή των συναφών ενοτήτων κινδύνου.

Όταν δεν ενδείκνυται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στο υποτμήμα 2, επειδή το προφίλ κινδύνου των σχετικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, οι εποπτικές αρχές δύνανται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με απόφαση στην οποία αναφέρονται οι λόγοι, να ζητήσουν από τις εν λόγω επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν ένα εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό της των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή των συναφών ενοτήτων κινδύνου.

Αιτιολόγηση

Η εξουσία της εποπτικής αρχής να απαιτεί από τις επιχειρήσεις να αναπτύσσουν εσωτερικό υπόδειγμα, εάν το προφίλ κινδύνου τους «αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας», θα πρέπει να ισχύει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως αναγνωρίζεται στο άρθρο 37.

Τροπολογία  88

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 119 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της πρόβλεψης της κατανομής πιθανότητας βασίζονται σε κατάλληλες αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές και είναι συμβατές με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών.

2. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της πρόβλεψης της κατανομής πιθανότητας βασίζονται σε κατάλληλες, εφαρμόσιμες και συναφείς αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές και είναι συμβατές με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών.

Αιτιολόγηση

Η λέξη "κατάλληλων" είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι οι λέξεις "εφαρμοσιμότητα και συνάφεια" εμφανίζονται στο άρθρο 83.

Τροπολογία  89

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 119 – παράγραφος 3 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για το εσωτερικό υπόδειγμα είναι ακριβή, πλήρη και κατάλληλα.

3. Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για το εσωτερικό υπόδειγμα είναι δεόντως και επαρκώς ακριβή και διεξοδικά, ούτως ώστε να δικαιολογούν την αξιοπιστία που του αποδίδεται.

Αιτιολόγηση

Η απαίτηση τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται να είναι «πλήρη» θα μπορούσε να είχε ως αποτέλεσμα αθέμιτα εμπόδια για τα εσωτερικά υποδείγματα και θα πρέπει αντιθέτως να αποσαφηνιστούν οι απαιτούμενες προδιαγραφές από τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται σε ένα εσωτερικό υπόδειγμα.

Τροπολογία  90

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 127

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται βάσει των ακόλουθων αρχών:

Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται βάσει των ακόλουθων αρχών:

α) χρησιμοποιείται σαφής και απλή μέθοδος, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ελέγχου του υπολογισμού·

α) χρησιμοποιείται σαφής και απλή μέθοδος, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ελέγχου του υπολογισμού·

β) οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις αντιστοιχούν σε ένα ποσό επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων, κάτω από το οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι εκτίθενται σε μη αποδεκτό επίπεδο κινδύνου εάν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επιτρεπόταν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους·

β) αντιστοιχούν σε ένα ποσό επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων, κάτω από το οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι εκτίθενται σε μη αποδεκτό επίπεδο κινδύνου εάν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επιτρεπόταν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους·

 

β) υπολογίζονται ως γραμμική συνάρτηση ενός συνόλου ή υποσυνόλου των ακόλουθων μεταβλητών: τεχνικά αποθεματικά της επιχείρησης, εγγεγραμμένα ασφάλιστρα, κεφάλαιο σε κίνδυνο, αναβαλλόμενος φόρος και διοικητικές δαπάνες. Οι χρησιμοποιούμενες μεταβλητές υπολογίζονται χωρίς την αντασφάλιση·

(γ) το επίπεδο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων διαμορφώνεται στην αξία σε κίνδυνο των βασικών ιδίων κεφαλαίων μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε διάστημα εμπιστοσύνης κυμαινόμενο από 80% έως 90% για περίοδο ενός έτους·

(γ) υπόκεινται σε ένα κατώτατο και ένα ανώτατο όριο που υπολογίζεται ως ποσοστό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας το οποίο διαμορφώνεται στην αξία σε κίνδυνο των βασικών ιδίων κεφαλαίων μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε μέσο διάστημα εμπιστοσύνης κυμαινόμενο από 80% έως 90% για περίοδο ενός έτους·

(δ) το απόλυτο κατώτατο όριο ορίζεται σε 1 000 000 ευρώ για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζημιών και σε 2 000 000 ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής.

(δ) το απόλυτο κατώτατο όριο ορίζεται σε:

 

(i) 2 200 000 ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζημιών, συμπεριλαμβανομένων των ενσωματωμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εκτός της περίπτωσης που καλύπτονται όλοι ή ορισμένοι από τους κινδύνους που περιλαμβάνονται σε μία από τις κατηγορίες 10 έως 15 που απαριθμούνται στο σημείο A του Παραρτήματος 1, οπότε ορίζεται σε 3 200 000 ευρώ τουλάχιστον·

 

(ii) 3 200 000 ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής, συμπεριλαμβανομένων των ενσωματωμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων

 

(iii) 3 000 000 ευρώ για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εκτός της περίπτωσης των ενσωματωμένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, περίπτωση στην οποία οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ορίζονται σε 1 200 000 ευρώ τουλάχιστον·

 

(iv) άθροισμα των ποσών που προβλέπονται στα σημεία (i) και (ii) για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72, παράγραφοι 2 και 5.

 

(δ α) οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις συμπλέουν πλήρως με τη βασισμένη στον κίνδυνο προσέγγιση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, ώστε να καθίσταται δυνατή η βαθμιαία αύξηση της κλίμακας της εποπτικής παρέμβασης.

 

1α. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 στοιχείο δ), οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις δεν μπορούν να είναι κατώτερες του 25 % ούτε ανώτερες του 45 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της επιχείρησης, που υπολογίζονται σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, τμήμα 4, υποτμήματα 2 ή 3, και συμπεριλαμβανομένης κάθε πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 37.

2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υπολογίζουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις σε τριμηνιαία τουλάχιστον βάση και αναφέρουν τα αποτελέσματα του υπολογισμού αυτού στις εποπτικές αρχές.

2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υπολογίζουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις σε τριμηνιαία τουλάχιστον βάση και αναφέρουν τα αποτελέσματα του υπολογισμού αυτού στις εποπτικές αρχές.

 

2α. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην CEIOPS, πέντε έτη μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 310 παράγραφος 1, έκθεση σχετικά με τους κανόνες των κρατών μελών και τις πρακτικές των εποπτικών αρχών που εγκρίνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 1α και 2. Η έκθεση αυτή πραγματεύεται ειδικότερα τη χρήση και το επίπεδο ενός ανώτατου και κατώτατου ορίου στην παράγραφο 1α και οποιαδήποτε προβλήματα ενδεχομένως αντιμετωπίζουν οι εποπτικές αρχές και οι επιχειρήσεις κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Αιτιολόγηση

Η οδηγία για τις αντασφαλίσεις αναγνωρίζει επί του παρόντος τη δομή ειδικού κινδύνου των εξαρτημένων επιχειρήσεων και ορίζει ότι προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να θεσπισθούν διατάξεις οι οποίες να επιτρέπουν στο κράτος μέλος καταγωγής να ορίσει το ελάχιστο κεφάλαιο εγγύησης που απαιτείται για τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ποσό χαμηλότερο του 1 εκατομμυρίου ευρώ. Οι λόγοι οι οποίοι πριν από λίγα χρόνια οδήγησαν τα κράτη μέλη να εγκρίνουν ένα ειδικό καθεστώς για τις εξαρτημένες εταιρείες στο πλαίσιο της οδηγίας για τις αντασφαλίσεις εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα.

Τροπολογία  91

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 130 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Σε σχέση με το σύνολο του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών στοιχείων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν μόνο σε στοιχεία και μέσα των οποίων οι κίνδυνοι είναι δυνατόν να τύχουν κατάλληλης παρακολούθησης, διαχείρισης και ελέγχου εκ μέρους της σχετικής επιχείρησης.

2. Σε σχέση με το σύνολο του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών στοιχείων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν μόνο σε στοιχεία και μέσα των οποίων οι κίνδυνοι είναι δυνατόν να τύχουν κατάλληλου εντοπισμού, υπολογισμού, παρακολούθησης, διαχείρισης, ελέγχου και αναφοράς εκ μέρους της σχετικής επιχείρησης.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η παρακολούθηση, η διαχείριση ή η αναφορά κινδύνων, είναι απαραίτητος ο εντοπισμός και η μέτρησή τους πριν από την αναφορά τους.

Τροπολογία  92

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 130 – παράγραφος 2 – εδάφιο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών επενδύονται επίσης με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και τη διάρκεια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Τα στοιχεία αυτά επενδύονται προς το καλύτερο συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων.

Τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών επενδύονται επίσης με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και τη διάρκεια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Τα στοιχεία αυτά επενδύονται προς γενικό όφελος των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων λαμβάνοντας υπόψη οποιονδήποτε πλήρως γνωστοποιημένο στόχο πολιτικής, όπως οι ηθικές ή οι περιβαλλοντικές επενδύσεις.

Αιτιολόγηση

Οι κίνδυνοι δεν μπορούν να ελεγχθούν. Μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης και οι επιπτώσεις τους να μετριαστούν μέσω της διαχείρισης. Το καλύτερο συμφέρον είναι δύσκολο να καθοριστεί. Το θέμα είναι ότι, το να τους επιτραπεί να πραγματοποιήσουν συγκεκριμένες επενδύσεις, θα έπρεπε να είναι για το γενικό καλό των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων.

Τροπολογία  93

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 131 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Το πρώτο εδάφιο νοείται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που μπορεί να θεσπιστούν από τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών για την υποχρέωση σε σχέση με τους ιδιώτες επενδυτές όσον αφορά στοιχεία του ενεργητικού ή τιμές αναφοράς με τις οποίες μπορούν να συνδέονται οφέλη πολιτικής εάν ο επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τους αντισυμβαλλόμενους.

Αιτιολόγηση

Αυτό είναι ένα σημείο για την προστασία των καταναλωτών. Επί του παρόντος, δυνάμει της ενοποιημένης οδηγίας για την ασφάλιση ζωής, οι εποπτικές αρχές είναι σε θέση να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με το ποια στοιχεία του ενεργητικού που μπορούν να συνδεθούν με ασφαλιστικές συμβάσεις μεταβλητού κεφαλαίου (ήτοι προϊόντα ΟΣΕΚΑ). Είναι σημαντικό αυτός ο δεσμός να διατηρηθεί ούτως ώστε να αποφευχθούν οι διατομεακές επιπτώσεις όπου, επί παραδείγματι, εφαρμόζονται αυστηρότεροι κανόνες σε επενδυτικά σχήματα ΟΣΕΚΑ από ό,τι σε μη ΟΣΕΚΑ ως προς το με τι μπορούν να συνδεθούν αυτά.

Τροπολογία  94

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 132 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Σε σχέση με ασφαλιστικούς κινδύνους που εντοπίζονται στην Κοινότητα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα στοιχεία του ενεργητικού που κατέχονται για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών αναφορικά με τους κινδύνους αυτούς βρίσκονται εντός της Κοινότητας. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να εντοπίζουν τα στοιχεία αυτά σε κάποιο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

1. Σε σχέση με ασφαλιστικούς κινδύνους που εντοπίζονται στην Κοινότητα, τα κράτη μέλη δεν απαιτούν ότι τα στοιχεία του ενεργητικού που κατέχονται για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών αναφορικά με τους κινδύνους αυτούς βρίσκονται εντός της Κοινότητας ή σε κάποιο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

Ωστόσο, σε σχέση με τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις έναντι επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα της οποίας το καθεστώς φερεγγυότητας θεωρείται ισοδύναμο, σύμφωνα με το άρθρο 169, τα κράτη μέλη δεν απαιτούν τον εντοπισμό εντός της Κοινότητας των στοιχείων του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν τα ανακτήσιμα αυτά ποσά.

Σε σχέση με τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις έναντι επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα της οποίας το καθεστώς φερεγγυότητας θεωρείται ισοδύναμο, σύμφωνα με το άρθρο 169, τα κράτη μέλη επίσης δεν απαιτούν τον εντοπισμό εντός της Κοινότητας των στοιχείων του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν τα ανακτήσιμα αυτά ποσά.

Η απαίτηση που αφορά τον εντοπισμό των στοιχείων του ενεργητικού, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, δεν συνεπάγεται ότι τα κινητά στοιχεία να πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο καταθέσεως και τα ακίνητα να αποτελούν αντικείμενο περιορισμών, όπως η εγγραφή υποθήκης. Τα στοιχεία του ενεργητικού που συνίστανται σε απαιτήσεις, θεωρούνται ως ευρισκόμενα στο κράτος μέλος, στο οποίο είναι ρευστοποιήσιμα

 

Αιτιολόγηση

Η απαίτηση εντοπισμού των στοιχείων ενεργητικού στην ΕΕ αντιφάσκει προς την αρχή του συνετού επενδυτή και ενδέχεται μάλιστα, σε καιρούς δυσκολιών, να είναι βλαπτική για τα συμφέροντα των αντισυμβαλλομένων. Στον βαθμό που αυτό θα μπορούσε να αυξήσει την έκθεση σε κίνδυνο, υπάρχει σχετική μέριμνα στις SCR.

Τροπολογία  95

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 136

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν την εποπτική αρχή, μόλις διαπιστώσουν ότι δεν πληρούνται πλέον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή υπάρχει κίνδυνος μη συμμόρφωσης εντός των επομένων τριών μηνών.

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν πάραυτα την εποπτική αρχή, μόλις διαπιστώσουν ότι δεν πληρούνται πλέον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή υπάρχει κίνδυνος μη συμμόρφωσης εντός των επομένων τριών μηνών.

2. Εντός δύο μηνών από την στιγμή που διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει, προς έγκριση από την εποπτική αρχή, ρεαλιστικό σχέδιο ανάκαμψης.

2. Εντός δύο μηνών από την στιγμή που διαπιστώνει σημαντική μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει, προς έγκριση από την εποπτική αρχή, ρεαλιστικό σχέδιο ανάκαμψης.

3. Η εποπτική αρχή απαιτεί από τη συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να επιτύχει, εντός έξι μηνών από την στιγμή που διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, την αποκατάσταση του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή τη μείωση του προφίλ κινδύνου της, ώστε να εξασφαλιστεί συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

3. Η εποπτική αρχή απαιτεί από τη συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να επιτύχει, εντός έξι μηνών από την στιγμή που διαπιστώνει τη σημαντική μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, την αποκατάσταση του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή τη μείωση του προφίλ κινδύνου της, ώστε να εξασφαλιστεί συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Η εποπτική αρχή δύναται, ενδεχομένως, να παρατείνει την περίοδο αυτή κατά τρεις μήνες.

Η εποπτική αρχή δύναται, ενδεχομένως, να παρατείνει την περίοδο αυτή κατά τρεις μήνες.

 

3α. Για την αποφυγή επιδράσεων που ενισχύουν τις οικονομικές διακυμάνσεις και για την αποσόβηση μιας αποσταθεροποίησης των χρηματοπιστωτικών αγορών μέσω της απαίτησης να συμμορφωθούν οι επιχειρήσεις με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας εντός εννέα μηνών από τη διαπίστωση της μη συμμόρφωσης, οι εποπτικές αρχές μπορούν να παρατείνουν τρεις φορές την περίοδο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο κατά ένα πρόσθετο διάστημα τριών μηνών.

4. Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν η εποπτική αρχή είναι της γνώμης ότι θα επιδεινωθεί περαιτέρω η χρηματοοικονομική κατάσταση της συγκεκριμένης επιχείρησης, η αρχή αυτή μπορεί επίσης να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης αυτής. Η εν λόγω εποπτική αρχή ενημερώνει τότε τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής για κάθε ληφθέν μέτρο. Οι αρχές αυτές λαμβάνουν, μετά από αίτημα της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, τα ίδια μέτρα με αυτή. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής προσδιορίζει τα στοιχεία του ενεργητικού που πρέπει να καλύπτονται από τα εν λόγω μέτρα.

4. Η παράταση των περιόδων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 υπόκειται τουλάχιστον στις ακόλουθες απαιτήσεις:

 

α) να υποβάλλεται έκθεση προόδου προς την εποπτική αρχή κάθε τρεις μήνες· και

 

β) να έχει επιτευχθεί, κατά τους τρεις μήνες που προηγούνται της προτεινόμενης παράτασης, σημαντική βελτίωση όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Αιτιολόγηση

Η παρούσα τροπολογία αποβλέπει στην ανάπτυξη εκτελεστικών μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το πεδίο εφαρμογής και τα μέτρα που εγκρίνουν οι εποπτικές αρχές είναι ανάλογα της έκθεσης σε κίνδυνο, με στόχο να προστατεύσει τους αντισυμβαλλόμενους και τους δικαιούχους της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Τροπολογία  96

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 139 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα εν λόγω μέτρα αντικατοπτρίζουν το επίπεδο και τη διάρκεια της επιδείνωσης της κατάστασης φερεγγυότητας της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Τα εν λόγω μέτρα αντικατοπτρίζουν το επίπεδο και τη διάρκεια της επιδείνωσης της κατάστασης φερεγγυότητας της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και πρέπει να είναι ανάλογα του κινδύνου που τίθεται για την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων.

Αιτιολόγηση

Παρέχει στις εποπτικές αρχές την εξουσία «να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων». Αυτή η απεριόριστη εξουσία φαίνεται να είναι πολύ ανοικτή και ευρέος φάσματος. Οι εποπτικές εξουσίες θα πρέπει να βασίζονται σε αρχές, να είναι ανάλογες και να κλιμακώνονται ανάλογα με το επίπεδο της παραβίασης. Θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο η θέση της επιχείρησης όσον αφορά τα κεφάλαια να επιδεινωθεί στο μέλλον, καθώς και τυχόν δράσεις μετριασμού που έχει αναλάβει η εταιρεία ή σκοπεύει να αναλάβει στο εγγύς μέλλον.

Τροπολογία  97

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 141 – εδάφιο -1 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Η Επιτροπή εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα προκειμένου να διευκρινίσει τους όρους παρεμβάσεων υπό τις μορφές που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 136, καθώς και να αποσαφηνίσει την εφαρμογή των αρχών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 139.

Αιτιολόγηση

Κρίνεται απαραίτητο η οδηγία να διασφαλίσει μέγιστη εναρμόνιση των πρακτικών και διαδικασιών των διαφόρων ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, προκειμένου να αποφευχθεί η άνιση μεταχείριση, προς τον ίδιο φορέα, στα διάφορα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατ’ αυτήν την έννοια, προτείνεται, η Επιτροπή, μέσω μέτρων ανάπτυξης (Lamfalussy επιπέδου 2), να καθιερώσει γενικές εναρμονισμένες αρχές που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι εθνικές εποπτικές αρχές.

Τροπολογία  98

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 164 – παράγραφος 4 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

 

4a. Για τους σκοπούς αυτούς, τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις θεωρείται ότι κρατούνται στο κράτος μέλος όπου ασκούνται οι δραστηριότητες στον βαθμό που αποτελούν ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις έναντι των ακολούθων:

 

(α) επιχειρήσεων που διαθέτουν άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία,

 

(β) αποκλειστικών αντασφαλιστικών εταιρειών, ή

 

(γ) επιχειρήσεων με εταιρική έδρα σε τρίτη χώρα της οποίας το καθεστώς φερεγγυότητας θεωρείται ισοδύναμο σύμφωνα με το άρθρο 170.

Τροπολογία  99

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 170 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η Επιτροπή, ακολουθώντας τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 2, εκδίδει αποφάσεις όσον αφορά την ισοδυναμία του καθεστώτος φερεγγυότητας μιας τρίτης χώρας, το οποίο εφαρμόζεται για αντασφαλιστικές δραστηριότητες επιχειρήσεων με εταιρική έδρα στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, με το καθεστώς της παρούσας οδηγίας.

1. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει αποφάσεις όσον αφορά την ισοδυναμία του καθεστώτος φερεγγυότητας μιας τρίτης χώρας, το οποίο εφαρμόζεται για αντασφαλιστικές δραστηριότητες επιχειρήσεων με εταιρική έδρα στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, με το καθεστώς του Τίτλου I, Κεφάλαιο VI.

Οι εν λόγω αποφάσεις επανεξετάζονται τακτικά.

Οι εν λόγω αποφάσεις, με τις οποίες επιδιώκεται η τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, εγκρίνονται σύμφωνα με τη κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 304, παράγραφος 3. Επανεξετάζονται τακτικά, λαμβανομένων υπόψη οιωνδήποτε αλλαγών στο καθεστώς φερεγγυότητας του Τίτλου Ι, Κεφάλαιο VΙ, καθώς και στο καθεστώς φερεγγυότητας της συγκεκριμένης τρίτης χώρας.

Αιτιολόγηση

Μια απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία του καθεστώτος τρίτης χώρας είναι απόφαση πολιτική, στην οποία πρέπει να υπάρχει ίση μεταχείριση των συν-νομοθετών. Κατά συνέπεια, η συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 304, παράγραφος 2, είναι ξεπερασμένη.

Τροπολογία  100

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 170 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1a. Απόφαση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνο εφόσον η ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα αναγνωρίσει το καθεστώς φερεγγυότητας που ορίζεται στην παρούσα οδηγία ως ισοδύναμο με το δικό της (αμοιβαία αναγνώριση).

Αιτιολόγηση

Η ενσωμάτωση της παρούσας παραγράφου είναι σκόπιμη λόγω της αξιολόγησης ισοδυναμίας των άρθρων 263 και 170. Ιδίως στο πλαίσιο της αποδοχής των συστημάτων παρακολούθησης για τις αντασφαλίσεις, διεξάγονται εδώ και χρόνια διαπραγματεύσεις με διαφορετικές δικαιοδοσίες προκειμένου να αναπτυχθούν πρότυπα. Εάν οι χώρες εξετάζουν το ενδεχόμενο εισαγωγής παράπλευρων συστημάτων, η ΕΕ δεν θα πρέπει να τα εκτιμήσει χωρίς πρόσθετες απαιτήσεις.

Τροπολογία  101

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 183 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3a. Επιπροσθέτως, παρέχονται ειδικές πληροφορίες προκειμένου να διαμορφωθεί ιδία αντίληψη των κινδύνων της σύμβασης τους οποίους αναλαμβάνει ο αντισυμβαλλόμενος.

Αιτιολόγηση

Η παρούσα τροπολογία αποσκοπεί στην ενίσχυση των διατάξεων της πρότασης της Επιτροπής όσον αφορά την προστασία και ενημέρωση των αντισυμβαλλομένων σε συνδυασμό με τα άρθρα 180 και 181

Τροπολογία  102

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 183 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 183α

 

Πληροφορίες προς τους αντισυμβαλλομένους: πλεονάζοντα κεφάλαια

 

Πέραν των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 183, η χρησιμοποίηση των πλεοναζόντων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, γνωστοποιείται στον αντισυμβαλλόμενο για τους σκοπούς των απαιτήσεων φερεγγυότητας πριν συναφθεί η σύμβαση ασφάλειας ζωής.

Αιτιολόγηση

Η χρησιμοποίηση συλλογικά αποδιδόμενων πραγματοποιηθέντων κερδών για τη διόρθωση ενδεχόμενης παραβίασης των προβλεπόμενων κεφαλαιακών απαιτήσεων πρέπει να γνωστοποιείται στους αντισυμβαλλομένους στο πλαίσιο των πληροφοριών που τους παρέχονται πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Η σπουδαιότητα αυτής της πρόβλεψης φάνηκε μεταξύ άλλων στην περίπτωση της έρευνας για την Equitable Life.

Τροπολογία  103

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 208 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες συνάπτουν συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου ή ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου είναι σε θέση να παρακολουθούν, να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να αναφέρουν δεόντως τους κινδύνους που απορρέουν από τις εν λόγω συμβάσεις ή δραστηριότητες.

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες συνάπτουν συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου ή ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου είναι σε θέση να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολουθούν, να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να αναφέρουν δεόντως τους κινδύνους που απορρέουν από τις εν λόγω συμβάσεις ή δραστηριότητες.

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να είναι δυνατός ο υπολογισμός ενός κινδύνου, είναι απαραίτητος ο εντοπισμός του. Οι εξής πέντε πράξεις: εντοπισμός, αξιολόγηση, διαχείριση, παρακολούθηση και η αναφορά συνιστώνται με αυτόν τον συνδυασμό στην πρώτη φάση γνωμοδότησης της CEIOPS.

Τροπολογία  104

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 210 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) «όμιλος»: νοείται ένας όμιλος επιχειρήσεων, που αποτελείται από μία συμμετέχουσα επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η συμμετέχουσα επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

(γ) «όμιλος»: νοείται ένας όμιλος επιχειρήσεων:

 

(i) που αποτελείται από μία συμμετέχουσα επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η συμμετέχουσα επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή

 

(ii) που βασίζεται σε συμβατική ή άλλη πρακτική αναγνώριση μακροχρόνιων, ισχυρών και βιώσιμων χρηματοοικονομικών δεσμών μεταξύ όλων αυτών των επιχειρήσεων, και που μπορεί να περιλαμβάνει ενώσεις αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικού τύπου, υπό την προϋπόθεση ότι:

 

ο κεντρικός συντονισμός ασκεί αποτελεσματικά δεσπόζουσα επιρροή στις αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών αποφάσεων, όλων των επιχειρήσεων οι οποίες αποτελούν μέρος του ομίλου· και

 

η σύναψη ή διάλυση τέτοιου είδους οικονομικών σχέσεων για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου υπόκειται σε εκ των προτέρων έγκριση της αρχής εποπτείας ομίλου.

 

Η επιχείρηση που πραγματοποιεί τον συγκεντροποιημένο συντονισμό θεωρείται ως η συμμετέχουσα επιχείρηση ή, κατά περίπτωση, η μητρική επιχείρηση, και όλες οι άλλες επιχειρήσεις θεωρούνται συνδεδεμένες επιχειρήσεις ή, κατά περίπτωση, θυγατρικές·

Αιτιολόγηση

Τα δικαιώματα και τα καθήκοντα εποπτείας ομίλων περιορίζονται στο προτεινόμενο κείμενο της Επιτροπής σε ομίλους μητρικής/θυγατρικής μορφής. Υπάρχουν ωστόσο ασφαλιστικοί όμιλοι και/ή όμιλοι μικτής ασφαλιστικής δραστηριότητας που βασίζονται σε συμβατικές σχέσεις όπου παρουσιάζεται παρεμφερής κατάστασης. Οι όμιλοι αυτοί θα πρέπει επίσης να επωφελούνται από την εποπτεία στο πλαίσιο ομίλων.

Τροπολογία  105

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 210 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

δa) "σώμα εποπτικών αρχών": νοείται μια μόνιμη αλλά ευέλικτη δομή συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των εποπτικών αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών·

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η καθιέρωση σωμάτων εποπτικών αρχών ως νομική απαίτηση για τη διασυνοριακή εποπτεία ασφαλιστικών ομίλων, πρέπει να συμπεριληφθεί σχετικός ορισμός στην οδηγία–πλαίσιο.

Τροπολογία  106

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 212 – παράγραφος 2 – εδάφιο 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Όταν η αρχή εποπτείας του ομίλου δεν περιλαμβάνει μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην εποπτεία του ομίλου δυνάμει μιας των περιπτώσεων που προβλέπονται στα στοιχεία β) και γ) του πρώτου εδαφίου, οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η συγκεκριμένη επιχείρηση μπορούν να ζητήσουν από την επιχείρηση που είναι επικεφαλής του ομίλου οποιαδήποτε πληροφορία η οποία μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία των οικείων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Όταν η αρχή εποπτείας του ομίλου είναι της γνώμης ότι μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν πρέπει να περιληφθεί στην εποπτεία του ομίλου δυνάμει μιας των περιπτώσεων που προβλέπονται στα στοιχεία β) και γ) του πρώτου εδαφίου, ζητεί τη γνώμη των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η συγκεκριμένη επιχείρηση πριν λάβει απόφαση. Οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η συγκεκριμένη επιχείρηση μπορούν να ζητήσουν από την επιχείρηση που είναι επικεφαλής του ομίλου οποιαδήποτε πληροφορία η οποία μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία των οικείων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Αιτιολόγηση

Ο μηχανισμός υποστήριξης ομίλου βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Χρειάζεται όμως να ενισχυθεί η συμμετοχή των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών πέραν του επόπτη ομίλου. Όλες οι εμπλεκόμενες εποπτικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να κρίνουν μια κατάσταση βάσει της ίδιας ποσότητας πληροφοριών. Εάν οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, είναι χρήσιμο να λαμβάνονται κατάλληλες συμβουλές ενός τρίτου φορέα που παρέχει ανεξάρτητη γνώμη. Έτσι εξαλείφεται το πρόβλημα εκπροσώπησης / διακυβέρνησης που είχε προκύψει από την αρχική πρόταση.

Τροπολογία  107

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 220 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό τα ακόλουθα στοιχεία μόνον εφόσον είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της σχετικής συνδεδεμένης επιχείρησης:

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, το εγγεγραμμένο και μη καταβεβλημένο κεφάλαιο συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται το περιθώριο φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου μπορεί να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό μόνον εφόσον είναι επιλέξιμο για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της σχετικής συνδεδεμένης επιχείρησης.

(α) τα αδιανέμητα κέρδη και τα μελλοντικά κέρδη συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του κλάδου ζωής της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου·

 

(β) το εγγεγραμμένο και μη καταβεβλημένο κεφάλαιο συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται το περιθώριο φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου.

 

(γ) η αξία οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας οιασδήποτε άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της εν λόγω συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

 

Αιτιολόγηση

Τα αδιανέμητα κέρδη και τα μελλοντικά κέρδη είναι λογιστικές έννοιες που δεν συμβαδίζουν με τις ρεαλιστικές αρχές αποτίμησης στις οποίες υπόκεινται οι επιχειρήσεις βάσει της παρούσας οδηγίας. Πρέπει επομένως να διαγραφούν.

Τροπολογία  108

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 220 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Εάν οι εποπτικές αρχές θεωρούν ότι ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, πέραν εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, δεν μπορούν ουσιαστικά να διατεθούν για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, τα εν λόγω στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό μόνον εφόσον είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης.

3. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, πέραν εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, δεν μπορούν ουσιαστικά να διατεθούν για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η φερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου, τα εν λόγω στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό μόνον εφόσον είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης.

Τροπολογία  109

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 225 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η τελευταία αντιμετωπίζεται, μόνο για τους σκοπούς του υπολογισμού, ως συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

1. Κατά τον υπολογισμό, σύμφωνα με το άρθρο 231, της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η τελευταία αντιμετωπίζεται, μόνο για τους σκοπούς του υπολογισμού, ως συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

Αιτιολόγηση

According to the Commission1, the Directive allows diversification effects to be taken into account across a whole group, and not just within the EU, when calculating the SCR on a consolidated basis. On the other hand, the deduction and aggregation method of calculating the SCR requires a third country to be equivalent before diversification benefits can be taken into account. This amendment distinguishes between the two calculation methods, clarifying that arbitrary limits cannot be placed on diversification benefits when using the consolidated method.

1 Letter from Jorgen Holmquist, Director-General, DG Markt, to Thomas Steffen, CEIOPS Chairman, dated 23 January 2008

Τροπολογία  110

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 225 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η αρχή που ασκεί την εποπτεία του ομίλου, προτού λάβει απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία, συμβουλεύεται τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή που ασκεί την εποπτεία του ομίλου συμβουλεύεται τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και την CEIOPS.

Αιτιολόγηση

Στην παράγραφο 2 αναφέρεται ότι για την ισοδυναμία αποφασίζει η αρχή εποπτείας του ομίλου, ενώ στην παράγραφο 3 η εξουσία αυτή δίνεται στην Επιτροπή. Για να αποσαφηνιστεί ότι η εξουσία αυτή ανήκει στην Επιτροπή, η παράγραφος 2 πρέπει να τροποποιηθεί.

Τροπολογία  111

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 225 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 304 παράγραφος 2, εκδίδει απόφαση σχετικά με το κατά πόσον το καθεστώς φερεγγυότητας σε τρίτη χώρα είναι ισοδύναμο εκείνου που ορίζεται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI.

3. Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση σχετικά με το κατά πόσον το καθεστώς φερεγγυότητας σε τρίτη χώρα είναι ισοδύναμο εκείνου που ορίζεται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.

Οι αποφάσεις αυτές επανεξετάζονται τακτικά, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τυχόν αλλαγές στο καθεστώς φερεγγυότητας που προβλέπεται στον τίτλο Ι, κεφάλαιο VI και στο καθεστώς φερεγγυότητας στην τρίτη χώρα.

Οι αποφάσεις αυτές, με τις οποίες επιδιώκεται τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο η οποία αναφέρεται στο άρθρο 304, παράγραφος 3. Επανεξετάζονται τακτικά, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τυχόν αλλαγές στο καθεστώς φερεγγυότητας που προβλέπεται στον τίτλο Ι, κεφάλαιο VI και στο καθεστώς φερεγγυότητας στην τρίτη χώρα.

Αιτιολόγηση

Μια απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία του καθεστώτος τρίτης χώρας είναι απόφαση πολιτική, στην οποία πρέπει να υπάρχει ίση μεταχείριση των συν-νομοθετών. Κατά συνέπεια, η συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 304, παράγραφος 2, είναι ξεπερασμένη.

Τροπολογία  112

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 225 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3, το καθεστώς της τρίτης χώρας τεκμαίρεται ότι δεν είναι ισοδύναμο με το καθεστώς που προβλέπει η παρούσα οδηγία και τα εκτελεστικά της μέτρα. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό.

Αιτιολόγηση

Η τροπολογία προτείνει την ύπαρξη μαχητού τεκμηρίου μη ισοδυναμίας του καθεστώτος της τρίτης χώρας.

Τροπολογία  113

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 225 – παράγραφος 4 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Όταν, με απόφαση που εκδίδεται από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 3, διαπιστώνεται η ισοδυναμία του καθεστώτος φερεγγυότητας σε τρίτη χώρα, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Βλέπε την αιτιολόγηση της τροπολογίας του κ. Sánchez Presedo στο άρθρο 225, παράγραφος 2, υποπαράγραφος 2.

Τροπολογία  114

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 228 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2 – στοιχείο β

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

β) το αναλογικό μερίδιο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων των συνδεδεμένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

β) το αναλογικό μερίδιο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων των συνδεδεμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Αιτιολόγηση

Τεχνική προσαρμογή για να φανεί ότι πρέπει να προστίθενται τα αναλογικά μερίδια τόσο στις ασφαλιστικές όσο και στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής, όπως θα μπορούσε να υπονοήσει η λέξη «ή».

Τροπολογία  115

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 229 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4. Εφόσον έχει ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μελετούν δεόντως τη γνώμη της προτού λάβουν την κοινή τους απόφαση.

4. Σε περίπτωση που δεν έχει ληφθεί κοινή απόφαση των αρμόδιων εποπτικών αρχών εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης από την αρχή εποπτείας του ομίλου, η αρχή εποπτείας του ομίλου ζητεί από την CEIOPS, εντός πρόσθετης προθεσμίας δέκα εβδομάδων, να διατυπώσει μια μη δεσμευτική γνώμη, εγκρινόμενη με ειδική πλειοψηφία των μελών της, προς όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει στον αιτούντα την κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, σε έγγραφο που περιλαμβάνει την πλήρη αιτιολογημένη απόφαση και εξήγηση κάθε σημαντικής απόκλισης από τις θέσεις που υιοθετήθηκαν από την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων.

Η κοινή απόφαση αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

Η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει απόφαση εντός τριών εβδομάδων από τη διαβίβαση της εν λόγω γνώμης, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τη γνώμη αυτή. Η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου εκτίθεται σε έγγραφο που περιέχει πλήρη αιτιολόγηση της απόφασης και λαμβάνει υπόψη τις εκτιμήσεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών που έχουν εκφραστεί. Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει την απόφασή της στον αιτούντα και στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές συμμορφώνονται με την απόφαση.

Αιτιολόγηση

Χρειάζεται όμως να ενισχυθεί η συμμετοχή των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών πέραν του επόπτη ομίλου. Όλες οι εμπλεκόμενες εποπτικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να κρίνουν μια κατάσταση βάσει της ίδιας ποσότητας πληροφοριών. Εάν οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, είναι χρήσιμο να λαμβάνονται κατάλληλες συμβουλές ενός τρίτου φορέα που παρέχει ανεξάρτητη γνώμη.

Η γνώμη της CEIOPS πρέπει να παρέχεται στο πλαίσιο διαδικασίας ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία καθ’ ότι τόσο οι οικείες αρχές εποπτείας όσο και οι αρχές εποπτείας υποδοχής είναι μέλη της CEIOPS.

Τροπολογία  116

Πρόταση οδηγίας

Τίτλος ΙΙΙ – Κεφάλαιο ΙΙ – Τμήμα 1 – υποτμήμα 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 6 – ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ

ΤΜΗΜΑ 1α – ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ

Αιτιολόγηση

Η υποστήριξη του ομίλου είναι μια έννοια που μπορεί να εφαρμοστεί ανεξάρτητα από την εφαρμογή μεθόδων για την αποτροπή διπλής μόχλευσης εκ μέρους ενός ομίλου.

Τροπολογία  117

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 234

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 236 ως 241 εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 236 ως 241 εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η θυγατρική, σε σχέση με την οποία η αρχή εποπτείας του ομίλου δεν έχει λάβει κάποια απόφαση δυνάμει του άρθρου 212 παράγραφος 2, περιλαμβάνεται στην εποπτεία του ομίλου που ασκείται από την αρμόδια αρχή στο επίπεδο της θυγατρικής επιχείρησης σύμφωνα με τον τίτλο αυτό·

(α) η θυγατρική δεν έχει αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 212 παράγραφος 2 και περιλαμβάνεται στην εποπτεία του ομίλου που ασκείται από την αρμόδια αρχή στο επίπεδο της θυγατρικής επιχείρησης σύμφωνα με τον τίτλο αυτό·

(β) οι διαδικασίες διαχείρισης του κινδύνου και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της μητρικής επιχείρησης καλύπτουν τη θυγατρική και η μητρική επιχείρηση ικανοποιεί τις αρμόδιες εποπτικές αρχές όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής·

(β) οι διαδικασίες διαχείρισης του κινδύνου και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της μητρικής επιχείρησης καλύπτουν τη θυγατρική και η μητρική επιχείρηση ικανοποιεί τις αρμόδιες εποπτικές αρχές όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής·

(γ) η μητρική επιχείρηση έχει δηλώσει, εγγράφως και σε νομικώς δεσμευτικό έγγραφο αποδεκτό από την αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 237, ότι εγγυάται ότι επιλέξιμα ίδια κεφάλαια δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 5 θα μεταβιβαστούν όπου είναι αναγκαίο και μέχρι του ορίου που απορρέει από την εφαρμογή του άρθρου 237·

(γ) η μητρική επιχείρηση έχει δηλώσει, εγγράφως και σε νομικώς δεσμευτικό έγγραφο αποδεκτό από την αρχή εποπτείας του ομίλου και την άλλη αρμόδια εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 237, ότι εγγυάται ότι κατάλληλα βασικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1 θα μεταβιβαστούν άνευ όρων και χωρίς καθυστέρηση όπου απαιτείται, υπό μορφή κατάλληλων στοιχείων ενεργητικού κατόπιν αιτήματος είτε της αρχής εποπτείας του ομίλου είτε της άλλης αρμόδιας εποπτικής αρχής και μέχρι του ορίου που απορρέει από την εφαρμογή του άρθρου 237·

 

(γα) η μητρική επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις της αρμόδιας αρχής όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της εποπτικής αρχής, ότι εγγυάται για τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η θυγατρική·

 

(γβ) η πρωταρχική πηγή της στήριξης του ομίλου είναι τα ίδια κεφάλαια που μεταφέρονται από την μητρική στην θυγατρική της επιχείρηση και, σε περίπτωση που η στήριξη του ομίλου παρέχεται με διαθέσιμους πόρους μιας θυγατρικής, υπάρχουν νομικά εκτελεστές συμβάσεις που επιτρέπουν την μεταφορά επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων·

(δ) έχει υποβληθεί αίτηση για έγκριση υπαγωγής στα άρθρα 236 ως 241 από τη μητρική επιχείρηση και έχει ληφθεί θετική απόφαση επί της αιτήσεως αυτής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 235.

(δ) έχει υποβληθεί αίτηση για έγκριση υπαγωγής στα άρθρα 236 ως 241 από κοινού από τη μητρική επιχείρηση και την ενδιαφερόμενη θυγατρική και έχει ληφθεί θετική απόφαση επί της αιτήσεως αυτής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 235·

Αιτιολόγηση

Οι όροι που διαγράφονται απλώς προκαλούν σύγχυση, σε σχέση με το στοιχείο δ του παρόντος άρθρου, ως προς το ποιος ζητά τη στήριξη ομίλου.

Τροπολογία  118

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 235 – παράγραφοι 2 και 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι αρμόδιες εποπτικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση αναφορικά με την αίτηση εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης από την αρχή εποπτείας του ομίλου.

2. Οι αρμόδιες εποπτικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση αναφορικά με την αίτηση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης από την αρχή εποπτείας του ομίλου.

Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει την πλήρη αίτηση στις υπόλοιπες αρμόδιες εποπτικές αρχές χωρίς καθυστέρηση.

Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει την πλήρη αίτηση στις υπόλοιπες αρμόδιες εποπτικές αρχές χωρίς καθυστέρηση.

Η κοινή απόφαση παρέχεται σε έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει την πλήρη αιτιολογημένη απόφαση, που διαβιβάζεται στον αιτούντα από την αρχή εποπτείας του ομίλου. Η κοινή απόφαση που αναφέρεται ανωτέρω αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις εποπτικές αρχές στα οικεία κράτη μέλη.

Η κοινή απόφαση παρέχεται σε έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει την πλήρη αιτιολογημένη απόφαση, που διαβιβάζεται στον αιτούντα από την αρχή εποπτείας του ομίλου. Οι εποπτικές αρχές στα οικεία κράτη μέλη συμμορφώνονται με την κοινή απόφαση που αναφέρεται ανωτέρω.

3. Σε περίπτωση απουσίας κοινής απόφασης των αρμόδιων εποπτικών αρχών εντός έξι μηνών, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει η ίδια απόφαση σχετικά με την αίτηση. Η απόφαση παρέχεται σε έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει την πλήρη αιτιολογημένη απόφαση και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και επιφυλάξεις των λοιπών ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών που εκφράστηκαν εντός προθεσμίας έξι μηνών. Η απόφαση διαβιβάζεται στον αιτούντα και στις λοιπές αρμόδιες εποπτικές αρχές από την αρχή εποπτείας του ομίλου. Η απόφαση αυτή αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις οικείες εποπτικές αρχές.

3. Σε περίπτωση απουσίας κοινής απόφασης των αρμόδιων εποπτικών αρχών εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης από την αρχή εποπτείας του ομίλου, η αρχή εποπτείας του ομίλου ζητεί από την CEIOPS να διατυπώσει τη γνώμη της, που εγκρίνεται με ειδική πλειοψηφία των μελών της, προς όλες τις οικείες εποπτικές αρχές εντός πρόσθετης προθεσμίας δύο μηνών.

 

Η αρχή εποπτείας του ομίλου αποφασίζει εντός μίας εβδομάδας από τη διαβίβαση της γνώμης της CEIOPS, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τη γνώμη αυτή καθώς και τις απόψεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών.

 

Η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου εκτίθεται σε έγγραφο που περιέχει πλήρη αιτιολόγηση της απόφασης, συμπεριλαμβανομένης της εξήγησης μιας τυχόν σημαντικής απόκλισης από τις θέσεις των λοιπών ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών ή τη γνώμη της CEIOPS.

 

Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει την απόφασή της στον αιτούντα και στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, οι οποίες, με τη σειρά τους, μπορούν να διαβιβάσουν την πληροφορία αυτή σε άλλες επιχειρήσεις που αποτελούν μέλη του ομίλου και βρίσκονται υπό την εποπτεία τους.

 

Οι οικείες εποπτικές αρχές συμμορφώνονται με την απόφαση.

Αιτιολόγηση

Ο μηχανισμός υποστήριξης ομίλου βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Χρειάζεται όμως να ενισχυθεί η συμμετοχή των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών πέραν του επόπτη ομίλου. Όλες οι εμπλεκόμενες εποπτικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να κρίνουν μια κατάσταση βάσει της ίδιας ποσότητας πληροφοριών. Εάν οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, είναι χρήσιμο να λαμβάνονται κατάλληλες συμβουλές ενός τρίτου φορέα που παρέχει ανεξάρτητη γνώμη. Έτσι εξαλείφεται το πρόβλημα εκπροσώπησης / διακυβέρνησης που είχε προκύψει από την αρχική πρόταση.

Τροπολογία  119

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 236 – παράγραφοι 2 ως 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Εάν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται με βάση εσωτερικό μοντέλο που έχει εγκριθεί σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 229 και η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στην θυγατρική θεωρεί ότι το προφίλ κινδύνου της αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό αυτό υπόδειγμα, και εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν έχει αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί από την εποπτική αρχή, η εν λόγω αρχή δύναται, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37, να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου την επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής αυτής που προκύπτουν από την εφαρμογή του υποδείγματος ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις στις οποίες μια τέτοια πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση κριθεί ακατάλληλη, να απαιτήσει από την επιχείρηση να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας με βάση την τυποποιημένη μέθοδο. Η εποπτική αρχή ανακοινώνει την αιτιολόγηση των προτάσεων αυτών τόσο στη θυγατρική όσο και στην αρχή εποπτείας του ομίλου.

2. Εάν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται με βάση εσωτερικό μοντέλο που έχει εγκριθεί σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 229 και η εποπτική αρχή που χορήγησε άδεια στην θυγατρική θεωρεί ότι το προφίλ κινδύνου της αποκλίνει σημαντικά από το εσωτερικό αυτό υπόδειγμα, και εφόσον η επιχείρηση αυτή δεν έχει αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί από την εποπτική αρχή, η εν λόγω αρχή δύναται, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37, να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου την επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής αυτής που προκύπτουν από την εφαρμογή του υποδείγματος ή, σε εξαιρετικές περιστάσεις στις οποίες μία τέτοια πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση κριθεί ακατάλληλη, μπορεί να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου να απαιτήσει από την επιχείρηση να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας με βάση την τυποποιημένη μέθοδο. Η εποπτική αρχή που χορήγησε άδεια στη θυγατρική ανακοινώνει την αιτιολόγηση των προτάσεων αυτών τόσο στη θυγατρική όσο και στην αρχή εποπτείας του ομίλου. Εφόσον η αρχή εποπτείας του ομίλου συμφωνεί, η εποπτική αρχή που υποβάλλει τις προτάσεις αποφασίζει, από κοινού με την αρχή εποπτείας του ομίλου, είτε να επιβάλει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας της εν λόγω θυγατρικής σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφοι 2 έως 5, είτε, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να απαιτήσει από την λόγω επιχείρηση να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητάς της με βάση την τυποποιημένη μέθοδο.

3. Εφόσον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται με βάση την τυποποιημένη μέθοδο και η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική θεωρεί ότι το προφίλ κινδύνου αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος, και στο βαθμό η επιχείρηση αυτή δεν έχει αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί από την εποπτική αρχή, η αρχή αυτή μπορεί, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37, να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου την επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της εν λόγω θυγατρικής.

3. Εφόσον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής υπολογίζονται με βάση την τυποποιημένη μέθοδο και η εποπτική αρχή που χορήγησε άδεια στη θυγατρική θεωρεί ότι το προφίλ κινδύνου αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος, και στο βαθμό η επιχείρηση αυτή δεν έχει αντιμετωπίσει ικανοποιητικά τις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί από την εποπτική αρχή, η αρχή αυτή μπορεί, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37, να προτείνει στην αρχή εποπτείας του ομίλου την επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της εν λόγω θυγατρικής.

Η εποπτική αρχή κοινοποιεί τους λόγους για την πρόταση αυτή τόσο στη θυγατρική όσο και στην εποπτείας του ομίλου.

Η εποπτική αρχή που χορήγησε άδεια στη θυγατρική κοινοποιεί τους λόγους για την πρόταση αυτή τόσο στη θυγατρική όσο και στην εποπτείας του ομίλου. Εφόσον η αρχή εποπτείας του ομίλου συμφωνεί, η εποπτική αρχή που υποβάλλει τις προτάσεις αποφασίζει, από κοινού με την αρχή εποπτείας του ομίλου, να επιβάλει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας της εν λόγω θυγατρικής σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφοι 2 έως 5.

4. Εφόσον η εποπτική αρχή και η αρχή εποπτείας του ομίλου δεν συμφωνούν, ή σε περίπτωση απουσίας απόφασης από την αρχή εποπτείας του ομίλου εντός ενός μηνός από την πρόταση της εποπτικής αρχής, το θέμα παραπέμπεται για διαβούλευση ενώπιον της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, η οποία γνωμοδοτεί εντός δύο μηνών.

4. Σε περίπτωση απουσίας κοινής απόφασης των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών εντός τριών μηνών, η αρχή εποπτείας του ομίλου ζητεί από την CEIOPS να διατυπώσει τη γνώμη της, που εγκρίνεται με ειδική πλειοψηφία των μελών της, προς όλες τις αρμόδιες εποπτικές αρχές εντός πρόσθετης προθεσμίας δύο μηνών.

Η αρχή εποπτείας του ομίλου συνεκτιμά δεόντως τη γνωμοδότηση αυτή προτού λάβει οριστική απόφαση. Κοινοποιεί την απόφασή αυτή στη θυγατρική και στην εποπτική αρχή.

Η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει την απόφασή της εντός μίας εβδομάδας από τη διαβίβαση της γνώμης της CEOPS, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την γνώμη αυτή καθώς και τις απόψεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών.

Σε περίπτωση απουσίας οριστικής απόφασης από την αρχή εποπτείας του ομίλου εντός ενός μηνός από την ημερομηνία γνωμοδότησης της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, η πρόταση της εποπτικής αρχής θεωρείται δεκτή.

Η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου εκτίθεται σε έγγραφο που περιλαμβάνει πλήρη αιτιολόγηση της απόφασης, συμπεριλαμβανομένης της επεξήγησης κάθε τυχόν σημαντικής απόκλισης από τις θέσεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών ή από τη γνώμη της CEIOPS.

 

Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει την απόφασή της στον αιτούντα και στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, οι οποίες, με τη σειρά τους, μπορούν να διαβιβάσουν την πληροφορία αυτή σε άλλες επιχειρήσεις που αποτελούν μέλη του ομίλου και βρίσκονται υπό την εποπτεία τους.

 

Όλες οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές συμμορφώνονται με την απόφαση.

Αιτιολόγηση

Από νομική άποψη, η αρχή εποπτείας του ομίλου δεν έχει εξουσίες στο κράτος μέλος της θυγατρικής επιχείρησης. Για το λόγο αυτό, για λόγους νομικής ασφάλειας ενδείκνυται να επιβάλλεται πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση για θυγατρική επιχείρηση από τη μεμονωμένη αρχή εποπτείας της ή, αντιστοίχως, η θυγατρική επιχείρηση καλείται από την μεμονωμένη αρχή εποπτείας της να εφαρμόζει την τυποποιημένη μέθοδο. Και στις δύο περιπτώσεις, απαιτείται ως προϋπόθεση η σύμφωνη γνώμη της εποπτικής αρχής του ομίλου.

Τροπολογία  120

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 237

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 98 παράγραφος 4, οιαδήποτε διαφορά μεταξύ των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων της θυγατρικής καλύπτεται είτε από επιλέξιμα ίδια κεφάλια δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4 είτε μέσω της στήριξης του ομίλου, ή με οποιοδήποτε συνδυασμό μεταξύ των δυνατοτήτων αυτών.

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 98 παράγραφος 4, οιαδήποτε διαφορά μεταξύ των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων της θυγατρικής καλύπτεται είτε από επιλέξιμα ίδια κεφάλια δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4 είτε μέσω της στήριξης του ομίλου, ή με οποιοδήποτε συνδυασμό μεταξύ των δυνατοτήτων αυτών.

Η στήριξη του ομίλου, για τους σκοπούς της ταξινόμησης των ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες σύμφωνα με τα άρθρα 93 έως 96, θεωρείται ως επικουρικά ίδια κεφάλαια.

Η στήριξη του ομίλου, για τους σκοπούς της ταξινόμησης των ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες σύμφωνα με τα άρθρα 93 έως 96, θεωρείται ως κεφάλαιο της κατηγορίας 2.

 

Τα πλεονάζοντα κεφάλαια του άρθρου 90 δεν μπορούν να μεταβιβαστούν στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης του ομίλου.

2. Η στήριξη του ομίλου λαμβάνει τη μορφή δήλωσης προς την αρχή εποπτείας του ομίλου, εκφρασμένη σε ένα νομικά δεσμευτικό έγγραφο και αποτελούσα δέσμευση μεταβίβασης επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 5.

2. Η στήριξη του ομίλου λαμβάνει τη μορφή δήλωσης από τη μητρική προς τη θυγατρική επιχείρηση, η οποία έχει γίνει δεκτή από την αρχή εποπτείας του ομίλου και την οικεία εποπτική αρχή, και η οποία εκφράζεται σε ένα νομικά δεσμευτικό έγγραφο που, παρά οιεσδήποτε διατάξεις του σχετικού εταιρικού δικαίου, αποτελεί δέσμευση μεταβίβασης επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 5, μέχρι ενός δηλωθέντος ορίου, προς την ενδιαφερόμενη θυγατρική.

 

2α. Η στήριξη του ομίλου παρέχεται από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που είναι διαθέσιμα στη μητρική επιχείρηση ή σε άλλη θυγατρική, εφόσον τεκμηριώνεται σαφώς ότι δεν θα προκύψουν, ούτε σε καταστάσεις κρίσης, νομικά εμπόδια για τη μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων από την εν λόγω θυγατρική.

3. Προτού γίνει δεκτή η δήλωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η αρχή εποπτείας του ομίλου ελέγχει τα εξής:

3. Προτού γίνει δεκτή η δήλωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η αρχή εποπτείας του ομίλου και η εποπτική αρχή που χορήγησε άδεια στη θυγατρική εργάζονται από κοινού για να ελέγξουν τα εξής:

(α) ότι ο όμιλος διαθέτει επαρκή επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου·

(α) ότι ο όμιλος διαθέτει επαρκή επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου·

 

(αα) ότι ο όμιλος διατηρεί επαρκές σύστημα διαχείρισης ρευστότητας για την κάλυψη ενδεχόμενων αναγκών μεταβίβασης κεφαλαίων·

(β) ότι δεν υπάρχουν τρέχοντα ή προβλέψιμα σοβαρά πρακτικά ή νομικά εμπόδια στην ταχεία μεταβίβαση των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

(β) ότι δεν υπάρχουν τρέχοντα ή προβλέψιμα σοβαρά πρακτικά ή νομικά εμπόδια στην ταχεία μεταβίβαση των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

(γ) ότι το έγγραφο που περιέχει τη δήλωση της στήριξης του ομίλου πληροί όλες τις υφιστάμενες απαιτήσεις βάσει του εθνικού δικαίου της μητρικής επιχείρησης προκειμένου να αναγνωριστεί ως νομική δέσμευση, και οποιαδήποτε προσφυγή ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

(γ) ότι το έγγραφο που περιέχει τη δήλωση της στήριξης του ομίλου και οποιοδήποτε αναγκαίο συνοδευτικό μέσο πληροί όλες τις υφιστάμενες απαιτήσεις βάσει εκτελεστού νόμου στο κράτος μέλος της επιχείρησης που παρέχει την στήριξη του ομίλου, και ότι οποιαδήποτε προσφυγή ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, συμπεριλαμβανομένης και της στοιχειοθέτησης της παροχής στήριξης του ομίλου εντός του ορίου της πιο πρόσφατης δήλωσης, ή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 244, παράγραφος 1 κατά περίπτωση, και σε ισότιμη βάση με τις απαιτήσεις των αντισυμβαλλομένων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων αναδιοργάνωσης, σύστασης, εκχώρησης, εξαγοράς ή οποιασδήποτε άλλης διοικητικής διαδικασίας.

 

3α. Σε περίπτωση απουσίας κοινής αποδοχής από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης από την αρχή εποπτείας του ομίλου, η αρχή εποπτείας του ομίλου ζητεί από την CEIOPS να διατυπώσει τη γνώμη της, που εγκρίνεται με ειδική πλειοψηφία των μελών της, προς όλες τις αρμόδιες εποπτικές αρχές εντός πρόσθετης προθεσμίας δύο μηνών.

 

Η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει την απόφασή της εντός μίας εβδομάδας από την παραλαβή της γνώμης της CEOPS, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την γνώμη αυτή καθώς και τις απόψεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών.

 

Η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου παρέχεται σε έγγραφο που περιλαμβάνει πλήρη αιτιολόγηση της απόφασης, συμπεριλαμβανομένης της επεξήγησης κάθε τυχόν σημαντικής απόκλισης από τις θέσεις των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών και από τη γνώμη της CEIOPS.

 

Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει την απόφασή της στον αιτούντα και στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, οι οποίες, με τη σειρά τους, μπορούν να διαβιβάσουν την πληροφορία αυτή σε άλλες επιχειρήσεις που αποτελούν μέλη του ομίλου και βρίσκονται υπό την εποπτεία τους. Όλες οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές συμμορφώνονται με την απόφαση.

Αιτιολόγηση

Τα επικουρικά ίδια κεφάλαια μπορεί να ανήκουν τόσο στην κατηγορία 1 όσο και στην κατηγορία 2. Η υπάρχουσα διατύπωση είναι λιγότερο σαφής σε σχέση με τον προσδιορισμό τους ως κεφαλαίων της κατηγορίας 2.

Τροπολογία  121

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 238

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 136, η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική δεν είναι υπεύθυνη για την τήρηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τη λήψη μέτρων στο επίπεδο της θυγατρικής.

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 136, παράγραφοι 2 και 3, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4α.

Η εν λόγω αρμόδια αρχή συνεχίζει, ωστόσο, να παρακολουθεί τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής όπως ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3.

 

2. Όταν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητα παύουν να καλύπτονται πλήρως από τον συνδυασμό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4 και του ποσού της στήριξης του ομίλου που έχει δηλωθεί σύμφωνα με το άρθρο 237, αλλά τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια βάσει του άρθρου 98 παράγραφος 5 είναι αρκετά για να καλύψουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η εποπτική αρχή μπορεί να καλέσει τη μητρική επιχείρηση να προβεί σε νέα δήλωση με την οποία η στήριξη του ομίλου ανέρχεται στο ποσό που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί εκ νέου η πλήρης κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

2. Εντός δύο μηνών από τη διαπίστωση ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητα παύουν να καλύπτονται πλήρως από τον συνδυασμό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4 και του ποσού της στήριξης του ομίλου που έχει δηλωθεί σύμφωνα με το άρθρο 237, η θυγατρική υποβάλλει στην εποπτική αρχή, προς έγκριση εντός τριών μηνών από τη διαπίστωση της μη συμμόρφωσης, σχέδιο για την αποκατάσταση της κάλυψης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, είτε με αύξηση του ύψους των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, είτε με την παροχή νέας δήλωσης στήριξης του ομίλου, είτε με μείωση της έκθεσής της σε κίνδυνο (de-risking).

 

Η εποπτική αρχή ενημερώνει αμέσως την αρχή εποπτείας του ομίλου και της διαβιβάζει το σχέδιο.

3. Όταν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας δεν καλύπτονται πλέον από τον συνδυασμό των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 98 παράγραφος 4 και του ποσού της στήριξης του ομίλου που δηλώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 237, και τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 98 παράγραφος 5 δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η εποπτική αρχή μπορεί να καλέσει τη μητρική επιχείρηση να μεταβιβάσει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 98 παράγραφος 5 μέχρι του αναγκαίου ποσού προκειμένου να εξασφαλιστεί η εκ νέου κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, και να προβεί σε νέα δήλωση με την οποία η στήριξη του ομίλου ανέρχεται στο αναγκαίο ποσό για την εξασφάλιση της εκ νέου κάλυψης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

3. Πριν εγκρίνει το σχέδιο, η εποπτική αρχή βεβαιώνεται ότι το ποσόν της στήριξης του ομίλου το οποίο ενδεχομένως αναφέρεται στο σχέδιο δηλώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 237.

4. Προτού αποδεχθεί νέα δήλωση σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3, η αρχή εποπτείας του ομίλου ελέγχει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 237.

Σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση δεν προβεί στην απαιτούμενη νέα δήλωση, ή εάν η νέα δήλωση δεν γίνει δεκτή, παύουν να εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 236 και 237 και στην παράγραφο 1.

4. Σε περίπτωση που το σχέδιο δεν εγκριθεί και το ύψος των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της θυγατρικής δεν αποκατασταθεί εντός των προθεσμιών της παραγράφου 2, παύουν να εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 236 και 237 και στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και η μητρική επιχείρηση μεταβιβάζει εντός ενός μηνός τα ίδια κεφάλαια τα οποία προκύπτουν από την πιο πρόσφατη δήλωση που έγινε δεκτή, υπό τη μορφή των στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 98, παράγραφος 4.

Η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική ανακτά πλήρη ευθύνη για τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της θυγατρικής και για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων που να διασφαλίζουν την επαρκή κάλυψη των απαιτήσεων αυτών από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 98 παράγραφος 4. Η μητρική επιχείρηση δεν απαλλάσσεται, ωστόσο, από τη δέσμευση που απορρέει από την πλέον πρόσφατη αποδεκτή δήλωση.

Η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα που να διασφαλίζουν την επαρκή κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 98, παράγραφος 4. Η μητρική επιχείρηση δεν απαλλάσσεται, ωστόσο, από τη δέσμευση που απορρέει από την πλέον πρόσφατη αποδεκτή δήλωση.

 

4α. Όταν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητα παύουν να καλύπτονται πλήρως από τον συνδυασμό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 98, παράγραφος 4, και του ποσού της στήριξης του ομίλου που έχει δηλωθεί σύμφωνα με το άρθρο 237, και τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια βάσει του άρθρου 98, παράγραφος 5, δεν είναι αρκετά για να καλύψουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η εποπτική αρχή, πέραν των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 137, μπορεί να καλέσει τη μητρική επιχείρηση να μεταβιβάσει βασικά ίδια κεφάλαια, επιλέξιμα σύμφωνα με το άρθρο 98, παράγραφος 5, μέχρι του ποσού που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί εκ νέου η κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και μέχρι του ορίου της στήριξης του ομίλου που απορρέει από την πλέον πρόσφατη αποδεκτή δήλωση.

Αιτιολόγηση

Η παράγραφος αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις αρμοδιότητες που ορίζει το άρθρο 262, παράγραφος 1, όπου προβλέπεται ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου δεν είναι αρμόδια για την επιβολή της συμμόρφωσης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο διαχωρισμός της παρακολούθησης και της επιβολής στον τομέα της εποπτείας δεν συντείνει σε αποτελεσματική εποπτεία. Με τη διαγραφή της παραγράφου αυτής γίνεται επαρκώς σαφές ότι η παρακολούθηση και η επιβολή σε σχέση με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές θυγατρικές είναι καθήκον και ευθύνη της τοπικής εποπτικής αρχής. Αυτό βοηθά επίσης την τοπική εποπτική αρχή να ανταποκριθεί στη λογοδοσία της προς τα εθνικά κοινοβούλια σε περίπτωση χρεωκοπίας.

Τροπολογία  122

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 239

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Όταν η θυγατρική βρίσκεται υπό εκκαθάριση και διαπιστωθεί ότι δεν είναι φερέγγυα, η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτημα οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής για τη διαδικασία εκκαθάρισης κατ’ εφαρμογή του τίτλου IV, καλεί τη μητρική επιχείρηση να μεταβιβάσει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια στη θυγατρική, στο βαθμό που αυτά είναι αναγκαία για να ικανοποιηθούν οι υποχρεώσεις προς τους αντισυμβαλλομένους, μέχρι το όριο της στήριξης του ομίλου που απορρέει από την πιο πρόσφατη αποδεκτή δήλωση.

Όταν ότι η θυγατρική διαπιστωθεί ότι δεν είναι φερέγγυα και ότι βρίσκεται υπό εκκαθάριση, η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική, με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτημα οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής για τη διαδικασία εκκαθάρισης κατ’ εφαρμογή του τίτλου IV, καλεί τη μητρική επιχείρηση να μεταβιβάσει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια στη θυγατρική, στο βαθμό που αυτά είναι αναγκαία για να ικανοποιηθούν όλες οι υποχρεώσεις, μέχρι το όριο της στήριξης του ομίλου που απορρέει από την πιο πρόσφατη αποδεκτή δήλωση.

Αιτιολόγηση

Χωρίς ουσιαστικές αλλαγές: διευκρίνιση.

Τροπολογία  123

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 240 – παράγραφοι 1 και 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 238 και 239, η εποπτική αρχή απευθύνει το αίτημά της στην μητρική επιχείρηση και ενημερώνει άμεσα την αρχή εποπτείας του ομίλου.

1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 238 και 239, η εποπτική αρχή απευθύνει το αίτημά της στην μητρική επιχείρηση και ενημερώνει άμεσα την αρχή εποπτείας του ομίλου.

Εάν η μητρική επιχείρηση δεν μεταβιβάσει άμεσα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια στη θυγατρική, η αρχή εποπτείας του ομίλου χρησιμοποιεί όλες τις εξουσίες που διαθέτει, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας που παρέχεται βάσει του άρθρου 142, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι ο όμιλος προβαίνει στην απαιτούμενη μεταβίβαση το ταχύτερο δυνατό.

Εάν η μητρική επιχείρηση δεν μεταβιβάσει ταχέως, και, εν πάση περιπτώσει, εντός ενός μηνός από τότε που της ζητήθηκε για πρώτη φορά, επιλέξιμα ίδια κεφάλαια στη θυγατρική, η αρχή εποπτείας του ομίλου χρησιμοποιεί όλες τις εξουσίες που διαθέτει, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας που παρέχεται βάσει του άρθρου 142, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η μητρική επιχείρηση προβαίνει στην απαιτούμενη μεταβίβαση το ταχύτερο δυνατό, και εν πάση περιπτώσει εντός δύο μηνών από τότε που της ζητήθηκε για πρώτη φορά.

2. Η στήριξη του ομίλου μπορεί να παρασχεθεί από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που βρίσκονται στη μητρική επιχείρηση ή σε κάποια θυγατρική, εφόσον η εν λόγω θυγατρική, εάν πρόκειται για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, διαθέτει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις ελάχιστες κεφαλαιακές της απαιτήσεις. Η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική αυτή δεν εμποδίζει τη μεταβίβαση των πλεονασματικών αυτών επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων.

2. Η στήριξη του ομίλου παρέχεται πρωτίστως από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που βρίσκονται στη μητρική επιχείρηση. Μπορεί να παρασχεθεί από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που βρίσκονται σε κάποια θυγατρική, στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης του ομίλου, εφόσον η εν λόγω θυγατρική, εάν πρόκειται για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, διαθέτει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις ελάχιστες κεφαλαιακές της απαιτήσεις. Η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική αυτή δεν εμποδίζει τη μεταβίβαση των πλεονασματικών αυτών επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων.

Ωστόσο, όταν η μεταβίβαση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την μη τήρηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της εν λόγω θυγατρικής, επιβάλλεται υποχρέωση δήλωσης από τη μητρική επιχείρηση του αναγκαίου επιπέδου στήριξης του ομίλου και αποδοχή από την αρχή άσκησης εποπτείας του ομίλου.

Ωστόσο, όταν η μεταβίβαση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την μη τήρηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της εν λόγω θυγατρικής, είναι δυνατή η μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων μόνο εφόσον υποβληθεί δήλωση από τη μητρική επιχείρηση του αναγκαίου επιπέδου στήριξης του ομίλου και η δήλωση αυτή γίνει αποδεκτή από την αρχή άσκησης εποπτείας του ομίλου και από την εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στην εν λόγω θυγατρική, σύμφωνα με το άρθρο 237.

Αιτιολόγηση

Η οδηγία πρέπει να περιέχει σαφείς προθεσμίες για τη μεταβίβαση κεφαλαίων της στήριξης του ομίλου. Η εν λόγω ασφάλεια δικαίου είναι επίσης σημαντική για την προστασία των καταναλωτών και για τη δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων.

Τροπολογία  124

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 241

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η ύπαρξη δηλώσεων στήριξης του ομίλου, και κάθε χρήση αυτών, δημοσιοποιείται από τη μητρική επιχείρηση και από την οικεία θυγατρική.

Η ύπαρξη και οι βασικές αρχές των δηλώσεων στήριξης του ομίλου, και κάθε χρήση αυτών, συμπεριλαμβανομένων των ποσών, δημοσιοποιείται από τη μητρική επιχείρηση και από την οικεία θυγατρική.

Αιτιολόγηση

Χρειάζεται απαραιτήτως να εξασφαλιστεί διαφάνεια και να είναι οι διατάξεις της οδηγίας προσιτές στους πελάτες.

Τροπολογία  125

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 242 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Όταν οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 236, 237 και 238 παύουν να εφαρμόζονται, η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική παραμένει πλήρως υπεύθυνη για τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της θυγατρικής και για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων που εξασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις αυτές πληρούνται επαρκώς από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4. Η μητρική επιχείρηση δεν απαλλάσσεται, ωστόσο, από τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τις πλέον πρόσφατες αποδεκτές δηλώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 237, 238 και 240.

2. Όταν οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 236, 237 και 238 παύουν να εφαρμόζονται, η εποπτική αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στη θυγατρική λαμβάνει κατάλληλα μέτρα που εξασφαλίζουν ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της θυγατρικής πληρούνται επαρκώς από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4. Η μητρική επιχείρηση δεν απαλλάσσεται, ωστόσο, από τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τις πλέον πρόσφατες αποδεκτές δηλώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 237, 238 και 240.

Αιτιολόγηση

Συμβαδίζει με τις αποσαφηνίσεις, στο άρθρο 238, όσον αφορά τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της αρχής εποπτείας του ομίλου και της εποπτικής αρχής που έχει χορηγήσει την άδεια στη θυγατρική.

Τροπολογία  126

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 243 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Όταν οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 236, 237 και 238 παύουν να εφαρμόζονται, οι εποπτικές αρχές που έχουν χορηγήσει άδεια σε οποιαδήποτε θυγατρική στην οποία εφαρμόζονται οι κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 236 έως 241 ανακτά την πλήρη ευθύνη για τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας των εν λόγω θυγατρικών και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται επαρκώς από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4. Η μητρική επιχείρηση δεν απαλλάσσεται, ωστόσο, από τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τις πλέον πρόσφατες αποδεκτές δηλώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 237, 238 και 240.

3. Όταν οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 236, 237 και 238 παύουν να εφαρμόζονται, οι εποπτικές αρχές που έχουν χορηγήσει άδεια σε οποιαδήποτε θυγατρική στην οποία εφαρμόζονται οι κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 236 έως 241 λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας των εν λόγω θυγατρικών καλύπτονται επαρκώς από επιλέξιμα ίδια κεφάλαια δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 4. Η μητρική επιχείρηση δεν απαλλάσσεται, ωστόσο, από τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τις πλέον πρόσφατες αποδεκτές δηλώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 237, 238 και 240.

Αιτιολόγηση

Συμβαδίζει με τις αποσαφηνίσεις, στο άρθρο 238, όσον αφορά τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της αρχής εποπτείας του ομίλου και της εποπτικής αρχής που έχει χορηγήσει την άδεια στη θυγατρική.

Τροπολογία  127

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 244

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Όταν περισσότερες αιτήσεις μεταβίβασης επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων διαβιβάζονται στη μητρική επιχείρηση και στην αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 238 ή 239 και ο όμιλος δεν διαθέτει επαρκή επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για να καλύψει τα αιτήματα αυτά συνολικά, τα ποσά που απορρέουν από τις πλέον πρόσφατες δεκτές δηλώσεις μειώνονται, κατά περίπτωση.

1. Όταν περισσότερες αιτήσεις μεταβίβασης επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων διαβιβάζονται στη μητρική επιχείρηση και στην αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 238 ή 239 και ο όμιλος δεν διαθέτει επαρκή επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για να καλύψει τα αιτήματα αυτά συνολικά, εφαρμόζονται οι εξής κανόνες:

 

a) όλες οι θυγατρικές της μητρικής επιχείρησης είναι αλληλεγγύως υπεύθυνες, μαζί με τη μητρική επιχείρηση, μέχρι των ποσών που απορρέουν από τις πλέον πρόσφατες δεκτές δηλώσεις σε σχέση με κάθε θυγατρική που υπόκειται στους κανόνες των άρθρων 236 έως 241·

Η μείωση υπολογίζεται για κάθε θυγατρική με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι κάθε μια από αυτές υπόκειται στην ίδια αναλογία μεταξύ του αθροίσματος των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων και οιασδήποτε μεταβίβασης από τον όμιλο, αφενός, και του αθροίσματος των τεχνικών της προβλέψεων και των ελάχιστων κεφαλαιακών της απαιτήσεων, αφετέρου.

β) τα ποσά του στοιχείου α) μειώνονται κατά περίπτωση, με προτεραιότητα της πρωτασφάλισης έναντι της αντασφάλισης. Η μείωση υπολογίζεται για κάθε θυγατρική με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι κάθε μια από αυτές και η μητρική επιχείρηση υπόκειται στην ίδια αναλογία μεταξύ του αθροίσματος των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων και οιασδήποτε μεταβίβασης από ή προς τον όμιλο, αφενός, και του αθροίσματος των τεχνικών της προβλέψεων και των ελάχιστων κεφαλαιακών της απαιτήσεων, αφετέρου.

 

Η μητρική επιχείρηση δεν απαλλάσσεται, ωστόσο, από τη δέσμευση να μεταβιβάσει στο ακέραιο τα ποσά που απορρέουν από την πλέον πρόσφατη αποδεκτή δήλωση, εκτός εάν πρόκειται για συνεχιζόμενη αφερεγγυότητα σε επίπεδο ομίλου.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τη μητρική επιχείρηση δεν τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από θυγατρική η οποία υπόκειται στους κανόνες των άρθρων 236 έως 241.

2. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 277, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τη μητρική επιχείρηση δεν τυγχάνουν ευνοϊκότερης ή δυσμενέστερης μεταχείρισης από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από θυγατρική η οποία υπόκειται στους κανόνες των άρθρων 236 έως 241. Η Επιτροπή εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα που καθορίζουν τις διαδικασίες για την επίτευξη εύτακτης και δίκαιης διανομής της στήριξης του ομίλου σε μια χρονική διάρκεια, σε περίπτωση αφερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου και λαμβανομένης υπόψη της προτεραιότητας των ασφαλιστικών απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 277, ώστε να εξασφαλιστεί ενιαία εφαρμογή εντός της Κοινότητας,. Τα εν λόγω μέτρα, που προορίζονται να τροποποιήσουν μη ουσιαστικά στοιχεία της παρούσας οδηγίας με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 3.

Αιτιολόγηση

Αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλιστεί δίκαιη μεταχείριση των αντισυμβαλλομένων και να αποτραπεί, σε περίπτωση εκκαθάρισης, ανασταλτικό αποτέλεσμα στη μεταβίβαση κεφαλαίων (άρθρο 277). Τα πλεονάζοντα κεφάλαια είναι κεφάλαιο φερεγγυότητας στη σχετική επιχείρηση και δεν είναι αντικαταστάσιμα, οπότε πρέπει απαραιτήτως να λαμβάνονται υπόψη πριν από οποιαδήποτε διανομή. Τα άλλα εκ του νόμου συστήματα εγγύησης που χρηματοδοτούνται από τον κλάδο ή με φορολογικά έσοδα δεν αντιμετωπίζονται ως κεφάλαιο, και η προσφυγή σε αυτά πρέπει να γίνεται μόνο μετά τη διανομή των χρηματικών πόρων. Σε περίπτωση αφερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, είναι αναγκαίο να υπάρχει κάποιος συντονισμός σχετικά με τη διανομή των στοιχείων ενεργητικού.

Τροπολογία  128

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 245 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) τον καθορισμό των μέσων που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 241·

(γ) τον καθορισμό των αρχών και μέσων που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 241·

Αιτιολόγηση

Η παρέκκλιση όσον αφορά την τελική απόφαση για την προσθήκη κεφαλαίου πρέπει να οριοθετηθεί και να προσδιοριστεί περαιτέρω με εκτελεστικά μέτρα επιπέδου 2.

Τροπολογία  129

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 246

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η Επιτροπή υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, το αργότερο πέντε χρόνια μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 318, έκθεση για τους κανόνες των κρατών μελών και τις πρακτικές των εποπτικών αρχών που θεσπίστηκαν σύμφωνα με το παρόν υποτμήμα.

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, το αργότερο πέντε χρόνια μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 318, έκθεση για τους κανόνες των κρατών μελών και τις πρακτικές των εποπτικών αρχών που θεσπίστηκαν σύμφωνα με το παρόν υποτμήμα.

Η έκθεση αυτή εξετάζει ειδικότερα το κατάλληλο επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων που η θυγατρική απαιτείται να διατηρεί όταν ανήκει σε όμιλο που πληροί τις προϋποθέσεις του παρόντος υποτμήματος, τη μορφή που πρέπει να λαμβάνει η στήριξη του ομίλου, το επιτρεπόμενο ποσό της στήριξης αυτής και το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων στο οποίο παύουν να εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 236, 237 και 238.

Η έκθεση αυτή εξετάζει ειδικότερα την ποιότητα των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που ο όμιλος απαιτείται να διατηρεί προκειμένου να εφαρμοσθούν οι κανόνες των άρθρων 236 έως 241, το κατάλληλο επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων που η θυγατρική απαιτείται να διατηρεί όταν ανήκει σε όμιλο που πληροί τις προϋποθέσεις του παρόντος υποτμήματος, τη μορφή που πρέπει να λαμβάνει η στήριξη του ομίλου, το επιτρεπόμενο ποσό της στήριξης αυτής και το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων στο οποίο παύουν να εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 236, 237 και 238.

Αιτιολόγηση

Ως συν-νομοθέτης, το Κοινοβούλιο πρέπει οπωσδήποτε να τηρείται πλήρως ενήμερο για τις εξελίξεις που αφορούν την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Τροπολογία  130

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 251 – παράγραφοι 3 έως 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, οι σχετικές αρμόδιες εποπτικές αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν από τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 2, εάν η εφαρμογή τους κρίνεται απρόσφορη, λαμβανομένης υπόψη της δομής του ομίλου και της σχετικής βαρύτητας των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις διάφορες χώρες, και ορίζουν διαφορετική εποπτική αρχή ως αρχή εποπτείας του ομίλου.

Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, οι σχετικές αρμόδιες εποπτικές αρχές μπορούν, κατόπιν αιτήσεως οποιασδήποτε αρχής, να λάβουν κοινή απόφαση να παρεκκλίνουν από τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 2, εάν η εφαρμογή τους κρίνεται απρόσφορη, λαμβανομένης υπόψη της δομής του ομίλου και της σχετικής βαρύτητας των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις διάφορες χώρες, και ορίζουν διαφορετική εποπτική αρχή ως αρχή εποπτείας του ομίλου.

Προς το σκοπό αυτό, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορεί να ζητήσει την έναρξη συζητήσεων σχετικά με την καταλληλότητα των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Οι συζητήσεις αυτές δεν λαμβάνουν χώρα περισσότερες της μιας φοράς ετησίως.

 

Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με την επιλογή της αρχής εποπτείας του ομίλου, εντός τριών μηνών από την έκφραση του αιτήματος για συζήτηση. Προτού λάβουν την απόφασή τους, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές παρέχουν στον όμιλο τη δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη του.

Οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με την επιλογή της αρχής εποπτείας του ομίλου, εντός τριών μηνών.

 

3a. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 3, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές μπορεί να προτείνει να ζητηθεί η γνώμη της CEIOPS. Σε περίπτωση που ζητηθεί η γνώμη της CEIOPS, η περίοδος που καθορίζεται στην παράγραφο 3 παρατείνεται για δύο μήνες.

 

3β. Σε περίπτωση που ζητηθεί η γνώμη της CEIOPS, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη γνώμη της CEIOPS πριν λάβουν την κοινή τους απόφαση. Η κοινή απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και επεξηγεί οποιαδήποτε σημαντική παρέκκλιση από τις θέσεις που ενέκρινε η CEIOPS.

4. Σε περίπτωση απουσίας κοινής απόφασης εντός τριών μηνών, τα καθήκοντα της εποπτείας του ομίλου ασκούνται από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ο όμιλος έχει τις σημαντικότερες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές του δραστηριότητες.

4. Σε περίπτωση απουσίας κοινής απόφασης για παρέκκλιση από τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 2, τα καθήκοντα της εποπτείας του ομίλου ασκούνται από την εποπτική αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο.

Ωστόσο, εάν η πλειονότητα των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών αντιταχθεί στο αποτέλεσμα αυτό, ο ορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου παραπέμπεται, εντός ενός μηνός από τον ερήμην ορισμό, για τελική απόφαση στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, η οποία εκδίδει την απόφασή της εντός ενός μηνός από την παραπομπή.

 

5. Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων ενημερώνει την Επιτροπή, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, για οποιεσδήποτε σοβαρές δυσχέρειες σχετικά με την εφαρμογή των παραγράφων 2, 3 και 4.

5. Η CEIOPS ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, για οποιεσδήποτε σοβαρές δυσχέρειες σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.

 

Σε περίπτωση που προκύψουν τέτοιες δυσκολίες μείζονος σημασίας, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα τα οποία θα διευκρινίζουν τα εν λόγω κριτήρια.

 

Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα, που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με τη συμπλήρωσή της, εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 3.

Τροπολογία  131

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 252 – παράγραφος 1 – στοιχεία ε και στ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(ε) προγραμματισμό και συντονισμό, με τακτικές συνεδριάσεις ή άλλα ενδεδειγμένα μέσα, των εποπτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή βάση καθώς και σε έκτακτες καταστάσεις, σε συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές·

(ε) προγραμματισμό και συντονισμό, με συνεδριάσεις τουλάχιστον ετησίως ή άλλα ενδεδειγμένα μέσα, των εποπτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή βάση καθώς και σε έκτακτες καταστάσεις, σε συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές·

(στ) άλλα καθήκοντα, μέτρα και αποφάσεις που ανατίθενται στην αρχή εποπτείας του ομίλου από την παρούσα οδηγία ή που απορρέουν από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδιαίτερα διεξαγωγή της διαδικασίας για την επικύρωση οιουδήποτε εσωτερικού υποδείγματος σε επίπεδο ομίλου όπως αναφέρεται στα άρθρα 229 και 231 και διεξαγωγή της διαδικασίας έγκρισης της στήριξης του ομίλου όπως αναφέρεται στο άρθρο 235.

(στ) άλλα καθήκοντα, μέτρα και αποφάσεις που ανατίθενται στην αρχή εποπτείας του ομίλου από την παρούσα οδηγία ή που απορρέουν από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδιαίτερα διεξαγωγή της διαδικασίας για:

(i) την επικύρωση οιουδήποτε εσωτερικού υποδείγματος σε επίπεδο ομίλου όπως αναφέρεται στα άρθρα 229 και 231,

(ii) την έγκριση της στήριξης του ομίλου όπως αναφέρεται στο άρθρο 235, και

(iii) τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε σχέση με τη δυνατότητα επιβολής πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων όπως προβλέπεται στο άρθρο 236.

Τροπολογία  132

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 252 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Προκειμένου να διευκολυνθεί η εποπτεία του ομίλου, η αρχή εποπτείας του ομίλου και οι άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θέτουν σε εφαρμογή συντονιστικές ρυθμίσεις.

2. Προκειμένου να διευκολυνθεί η εποπτεία του ομίλου, συγκροτείται ενιαίο σώμα εποπτών, προεδρευόμενο από την αρχή εποπτείας του ομίλου, για τον συντονισμό της άσκησης των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 253, 254 και 255.

 

Το σώμα εποπτών μεριμνά για την αποτελεσματική εφαρμογή της συνεργασίας, της ανταλλαγής πληροφοριών και των διαδικασιών διαβούλευσης μεταξύ των εποπτικών αρχών του σώματος, σύμφωνα με τον τίτλο III της παρούσας οδηγίας. Οι συντονιστικές ρυθμίσεις αυτές ορίζουν, με την επιφύλαξη οποιουδήποτε μέτρου που εγκρίνεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τις διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών όπως αναφέρεται στο άρθρο 236, και για τη συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές.

 

Οι αρχές εποπτείας χρησιμοποιούν το σώμα προκειμένου να προωθήσουν τη σύγκλιση των αντίστοιχων αποφάσεών τους και να συνεργαστούν στενά για τη διεξαγωγή των εποπτικών τους δραστηριοτήτων σε ολόκληρο τον όμιλο βάσει εναρμονισμένων κριτηρίων.

 

Η σύνθεση του σώματος περιλαμβάνει τις εποπτικές αρχές όλων των κρατών μελών στα οποία βρίσκεται η έδρα θυγατρικών επιχειρήσεων.

 

Με την επιφύλαξη οποιουδήποτε μέτρου που εγκρίνεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, η συγκρότηση και η λειτουργία των σωμάτων βασίζεται σε συμφωνία συναφθείσα από όλα τα μέλη του σώματος, η οποία αντικατοπτρίζει τις απαραίτητες διαδικασίες για την επίτευξη των στόχων, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών που σχετίζονται με την έγκριση του εσωτερικού υποδείγματος του ομίλου και τη λειτουργία του καθεστώτος στήριξης του ομίλου.

 

Υπό την προϋπόθεση ότι η συνεργασία, η σύγκλιση και η ανταλλαγή πληροφοριών διασφαλίζονται δεόντως, οι διαδικασίες του σώματος παρέχουν ευελιξία προκειμένου να καθίστανται δυνατές οι ρυθμίσεις μεταξύ των εποπτικών αρχών, σε περιπτώσεις όπου αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποδοτικότερη εποπτεία του ομίλου και δεν βλάπτει τις εποπτικές δραστηριότητες των μελών του σώματος σε σχέση με τις ιδιαίτερες αρμοδιότητές τους.

Με τις συντονιστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να ανατίθενται συμπληρωματικά καθήκοντα στην αρχή εποπτείας του ομίλου και να προσδιορίζονται, με την επιφύλαξη τυχόν μέτρων που πρόκειται να θεσπιστούν σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 211 παράγραφος 3, στο άρθρο 212 παράγραφος 2, στο άρθρο 213 παράγραφος 2, στα άρθρα 214, 215, 217, στο άρθρο 218 παράγραφος 2, στο άρθρο 219 παράγραφος 2, στο άρθρο 225 παράγραφος 2, στα άρθρα 236, 248, 249, στο άρθρο 251 παράγραφοι 3 και 4, στα άρθρα 254, 263 και 264, και για τη συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές.

Η γνώμη του σώματος των εποπτών ζητείται πριν από κάθε ρύθμιση μεταξύ των μελών του, και, ιδίως, όταν τέτοιου είδους συντονιστικές ρυθμίσεις αναθέτουν πρόσθετα καθήκοντα στην αρχή εποπτείας του ομίλου ή σε άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, ή όταν αφορούν την έμπρακτη εφαρμογή του άρθρου 211 παράγραφος 3, του άρθρου 212 παράγραφος 2, του άρθρου 213 παράγραφος 2, των άρθρων 214, 215, 217, του άρθρου 218 παράγραφος 2, του άρθρου 219 παράγραφος 2, του άρθρου 225 παράγραφος 2, των άρθρων 236, 248, 249, του άρθρου 251 παράγραφοι 3 και 4, και των άρθρων 254, 263 και 264.

 

Η αρχή εποπτείας ομίλου απευθύνει τουλάχιστον ετησίως έκθεση στην CEIOPS σχετικά με τη λειτουργία του σώματος εποπτών, τις νέες πρακτικές και τις προκύπτουσες δυσκολίες.

Αιτιολόγηση

Όσον αφορά την αρχική πρόταση του άρθρου 252, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεν υπάρχει τεκμηρίωση για την ανάθεση καθηκόντων μόνο στην αρχή εποπτείας του ομίλου. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο εκχωρήσεων καθηκόντων από την αρχή εποπτείας του ομίλου προς επικουρικές εποπτικές αρχές, δεδομένου ότι μπορούν να συνεισφέρουν στο να καταστεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη αποτελεσματικότερη και ενισχυμένη. Έχοντας κατά νου την πρακτική εμπειρία του τραπεζικού τομέα, η εκχώρηση καθηκόντων θα πρέπει να επιτρέπεται αμφίδρομα.

Τροπολογία  133

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 253 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των μεμονωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε ένα όμιλο και η αρχή εποπτείας του ομίλου συνεργάζονται στενά, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες κάποια από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.

1. Οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των μεμονωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε ένα όμιλο και η αρχή εποπτείας του ομίλου συνεργάζονται στενά, ιδίως κατά τις περιπτώσεις στις οποίες κάποια από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.

 

Οι αρχές οι οποίες είναι αρμόδιες για την εποπτεία των επιμέρους ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε έναν όμιλο και η αρχή της εποπτείας του ομίλου συνεδριάζουν τακτικά. Η συχνότητα αυτών των συνεδριάσεων συμφωνείται μεταξύ των εποπτικών αρχών βάσει του χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και της κλίμακας εγγενών κινδύνων στις δραστηριότητες όλων των επιχειρήσεων που αποτελούν τμήμα του ομίλου.

Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές αυτές, είτε είναι εγκατεστημένες είτε όχι στο ίδιο κράτος μέλος, ανταλλάσσουν αμοιβαία οποιαδήποτε πληροφορία είναι χρήσιμη ή ουσιώδης για την άσκηση του εποπτικού έργου των άλλων αρχών δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και η αρχή εποπτείας του ομίλου γνωστοποιούν, κατόπιν σχετικού αιτήματος, όλες τις συναφείς πληροφορίες και διαβιβάζουν με δική τους πρωτοβουλία όλες τις ουσιώδεις πληροφορίες.

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτές οι εποπτικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της αρχής εποπτείας του ομίλου, έχουν στη διάθεσή τους την ίδια ποσότητα πληροφοριών, με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, είτε είναι εγκατεστημένες είτε όχι στο ίδιο κράτος μέλος, οι εποπτικές αρχές ανταλλάσσουν αμοιβαία πληροφορίες για την άσκηση και διευκόλυνση του εποπτικού έργου των άλλων αρχών δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και η αρχή εποπτείας του ομίλου γνωστοποιούν άμεσα μεταξύ όλες τις πληροφορίες μόλις τις αποκτήσουν. Οι πληροφορίες που αναφέρονται σε αυτό το εδάφιο περιλαμβάνουν, αλλά όχι περιοριστικά, πληροφορίες σχετικά με πράξεις του ομίλου και των εποπτικών αρχών και πληροφορίες που παρέχονται από τον όμιλο.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο θεωρούνται ως ουσιώδεις εάν μπορούν να επηρεάσουν σοβαρά την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

 

 

1a. Οι αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των επιμέρους ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ενός ομίλου και η αρχή εποπτείας του ομίλου καλούν αμέσως σε συνεδρίαση όλες τις εποπτικές αρχές που συμμετέχουν στην εποπτεία του ομίλου τουλάχιστον στις ακόλουθες τουλάχιστον περιπτώσεις:

 

α) όταν λαμβάνουν γνώση τυχόν παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας ή των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων μιας επιμέρους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

 

β) όταν λαμβάνουν γνώση τυχόν παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου βάσει ενοποιημένων δεδομένων ή των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, σύμφωνα με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται δυνάμει του Τίτλου III, Κεφαλαίου II, Τμήματος 1, Υποτμήματος 4·

 

γ) σε περίπτωση που προκύψουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις.

Αιτιολόγηση

Ο μηχανισμός στήριξης του ομίλου βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ωστόσο, , θα πρέπει να ενισχυθεί η συμμετοχή των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, που δεν είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου. Όλες οι συμμετέχουσες εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να κρίνουν μια κατάσταση η οποία βασίζεται στην ίδια ποσότητα ουσιωδών ή χρήσιμων πληροφοριών. Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, είναι σκόπιμο να λαμβάνεται ειδική γνωμοδότηση από τρίτο που παρέχει ανεξάρτητη άποψη.

Τροπολογία  134

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 254 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 – εισαγωγικό τμήμα

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Εάν μια απόφαση είναι σημαντική για το εποπτικό έργο άλλων εποπτικών αρχών, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές προβαίνουν σε μεταξύ τους διαβουλεύσεις, προτού ληφθεί η απόφαση αυτή, σχετικά με τα κατωτέρω θέματα:

1. Εάν μια απόφαση είναι σημαντική για το εποπτικό έργο άλλων εποπτικών αρχών, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές προβαίνουν σε μεταξύ τους διαβουλεύσεις στο σώμα των εποπτών, προτού ληφθεί η απόφαση αυτή, σχετικά με τα κατωτέρω θέματα:

Αιτιολόγηση

Προκειμένου να ενισχυθεί η συμμετοχή όλων των εποπτικών αρχών στην εποπτεία διασυνοριακών ασφαλιστικών ομίλων, πρέπει να συγκροτηθούν σώματα εποπτών. Αυτά παρέχουν μια μόνιμη, αλλά ευέλικτη δομή συνεργασίας και συντονισμού. Συνεδριάζουν τακτικά με στόχο να διευκολύνουν την ανταλλαγή πληροφοριών, να δώσουν τη δυνατότητα στις εποπτικές αρχές να αναπτύξουν μια κοινή αντίληψη περί προφίλ κινδύνου των ομίλων, να επιτύχουν συντονισμό και να συντονίσουν αποφάσεις που λαμβάνονται από μεμονωμένες αρχές.

Τροπολογία  135

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 262 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 267a

 

Εκθέσεις της CEIOPS

 

Η CEIOPS υποβάλλει εκθέσεις ετησίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις εμπειρίες των εποπτικών δραστηριοτήτων στο πλαίσιο του τίτλου ΙΙΙ, ιδίως όσον αφορά:

 

(α) τη χρήση της στήριξης του ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας και των ποσών των δηλώσεων, καθώς και της συχνότητας και των ποσών των αιτημάτων για μεταφορά κεφαλαίων·

 

(β) τη συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών, τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, τη διαδικασία του διορισμού του επικεφαλής επόπτη, τον αριθμό των επικεφαλής εποπτών και τη γεωγραφική κάλυψη·

 

(γ) τη συμμετοχή και υποχρέωση των εποπτικών αρχών όταν αυτές δεν είναι ο επικεφαλής επόπτης· και

 

(δ) την κατανομή των στοιχείων του ενεργητικού σε ομίλους που χρησιμοποιούν τη στήριξη του ομίλου.

Αιτιολόγηση

Καθώς η στήριξη του ομίλου αποτελεί μια νέα έννοια, είναι σημαντικό η άμεση εμπειρία να ανταλλάσσεται με τον νομοθέτη.

Τροπολογία  136

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 263 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Η εξακρίβωση πραγματοποιείται από την εποπτική αρχή η οποία θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου εάν εφαρμόζονταν τα κριτήρια του άρθρου 251 παράγραφος 2, κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης ή οποιασδήποτε από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια στην Κοινότητα ή με δική της πρωτοβουλία. Η εποπτική αρχή, προτού λάβει απόφαση, συμβουλεύεται τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων.

Η εξακρίβωση πραγματοποιείται από την εποπτική αρχή η οποία θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου εάν εφαρμόζονταν τα κριτήρια του άρθρου 251 παράγραφος 2, κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης ή οποιασδήποτε από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια στην Κοινότητα ή με δική της πρωτοβουλία. Η εποπτική αρχή, στο πλαίσιο αυτό, συμβουλεύεται τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και την CEIOPS

Αιτιολόγηση

Στην παράγραφο 2 λέγεται ότι η εποπτική αρχή του ομίλου αποφασίζει σχετικά με την ισοδυναμία, ενώ στην παράγραφο 3 αυτή η εξουσία δίνεται στην Επιτροπή. Προκειμένου να αποσαφηνιστεί ότι η εν λόγω εξουσία ανήκει στην Επιτροπή, η παράγραφος 2 πρέπει να τροποποιηθεί.

Τροπολογία  137

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 263 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Η Επιτροπή μπορεί, μετά από διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 304 παράγραφος 2, να λάβει απόφαση σχετικά με το εάν το καθεστώς προληπτικής εποπτείας σε κάποια τρίτη χώρα για την εποπτεία των ομίλων είναι ισοδύναμο με εκείνο που προβλέπεται στον παρόντα τίτλο. Οι αποφάσεις αυτές επανεξετάζονται τακτικά προκειμένου να ληφθούν υπόψη τυχόν αλλαγές στο καθεστώς προληπτικής εποπτείας για την εποπτεία των ομίλων που προβλέπεται στον παρόντα τίτλο και στο καθεστώς προληπτικής εποπτείας στην τρίτη χώρα για την εποπτεία των ομίλων.

2. Η Επιτροπή μπορεί να λάβει αποφάσεις σχετικά με το εάν το καθεστώς προληπτικής εποπτείας σε κάποια τρίτη χώρα για την εποπτεία των ομίλων είναι ισοδύναμο με εκείνο που προβλέπεται στον παρόντα τίτλο. Οι αποφάσεις αυτές, με τις οποίες επιδιώκεται τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο η οποία αναφέρεται στο άρθρο 304, παράγραφος 3. Επανεξετάζονται τακτικά προκειμένου να ληφθούν υπόψη τυχόν αλλαγές στο καθεστώς προληπτικής εποπτείας για την εποπτεία των ομίλων που προβλέπεται στον παρόντα τίτλο και στο καθεστώς προληπτικής εποπτείας στην τρίτη χώρα για την εποπτεία των ομίλων και οποιαδήποτε άλλη κανονιστική αλλαγή που ενδέχεται να επηρεάζει την απόφαση περί ισοδυναμίας.

Αιτιολόγηση

Μια απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία του καθεστώτος τρίτης χώρας είναι απόφαση πολιτική, στην οποία πρέπει να υπάρχει ίση μεταχείριση των συν-νομοθετών. Κατά συνέπεια, η συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 304, παράγραφος 2, είναι ξεπερασμένη.

Τροπολογία  138

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 263 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2α. Οι αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να εγκριθούν μόνο εφόσον η ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα εγγυάται την ελεύθερη μεταφορά κεφαλαίων προς την Κοινότητα υπό οιεσδήποτε συνθήκες.

Αιτιολόγηση

Η εποπτεία ομίλων, και ειδικότερα η στήριξη του ομίλου, μπορούν να λειτουργήσουν στο εσωτερικό της Κοινότητας χάρη σε όλο το νομοθετικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένης της Συνθήκης, που έχει οικοδομηθεί κατά την τελευταία 50ετία και που ορισμένες διατάξεις του μπορεί να μη συνδέονται καθόλου με το καθεστώς προληπτικής εποπτείας. Αλλά ορισμένες διατάξεις έχουν κρίσιμη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία του όλου συστήματος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη δυνατότητα μεταφοράς κεφαλαίων, έναν τομέα όπου η ελευθέρωση προβλέπεται στη Συνθήκη και έγινε εκτελεστή στην πράξη το 1986. Μια τέτοια διάταξη μπορεί να μην αποτελεί μέρος της επαλήθευσης στην οποία προβαίνουν οι αρχές εποπτείας και άρα χρειάζεται ειδική μνεία.

Τροπολογία  139

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 263 – παράγραφος 2 β (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

2β. Οι αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 τίθενται σε ισχύ μόνο αφού πρώτα η ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα έχει αναγνωρίσει το καθεστώς προληπτικής εποπτείας της Κοινότητας ως ισοδύναμο προς το δικό της, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.

Αιτιολόγηση

Είναι απολύτως εύλογο να εξασφαλίζεται αμοιβαία αναγνώριση –βάση και του ενδοκοινοτικού καθεστώτος προληπτικής εποπτείας– η οποία στην πραγματικότητα θα αποτελούσε ορισμό της ισοδυναμίας.

Τροπολογία  140

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 263 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 263α

 

Μητρικές επιχειρήσεις εκτός Κοινότητας: ισοδυναμία

 

1. Σε περίπτωση ισοδύναμης εποπτείας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 263, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα άρθρα 216 έως 262 στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατ’ αναλογία.

 

2. Οι γενικές αρχές και μέθοδοι που εκτίθενται στα άρθρα 216 έως 262 εφαρμόζονται στο επίπεδο της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, της ασφαλιστικής επιχείρησης της τρίτης χώρας ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης της τρίτης χώρας.

 

3. Για τον σκοπό και μόνο του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου, η μητρική επιχείρηση λογίζεται ως ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στους ίδιους όρους με τους περιγραφόμενους στον τίτλο I, κεφάλαιο VI, τμήμα 3, υποτμήματα 1, 2 και 3 όσον αφορά τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, καθώς και σε ένα από τα ακόλουθα δύο:

 

(α) κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 224, αν πρόκειται για ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου· ή

 

(β) κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 225, αν πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

Αιτιολόγηση

Η οδηγία σιωπά για την κατάσταση που διαμορφώνεται όταν έχει εξακριβωθεί η αυτοδυναμία. Το νέο αυτό άρθρο αποσαφηνίζει τα πράγματα, ιδίως όσον αφορά την προσφυγή στη στήριξη του ομίλου, η οποία πρέπει να είναι δυνατή εκτός εάν η πραγματική μεταφορά κεφαλαίων από την τρίτη χώρα προς την Κοινότητα δεν μπορεί να είναι εγγυημένη σε οποιαδήποτε περίπτωση.

Τροπολογία  141

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 284 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τυγχάνουν της αυτής μεταχείρισης και κατάταξης με τις ομοειδείς απαιτήσεις, τις οποίες ενδέχεται να αναγγέλλουν πιστωτές οι οποίοι έχουν συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα στο κράτος μέλος καταγωγής.

2. Οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τυγχάνουν της αυτής μεταχείρισης και κατάταξης με τις ομοειδείς απαιτήσεις, τις οποίες ενδέχεται να αναγγέλλουν πιστωτές οι οποίοι έχουν συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα στο κράτος μέλος καταγωγής. Οι επικεφαλής επόπτες πρέπει, συνεπώς, να λειτουργούν χωρίς διακρίσεις στο κοινοτικό επίπεδο. Ειδικότερα, όσον αφορά τον διακανονισμό των απαιτήσεων και των καταστάσεων εκκαθάρισης όπου έχουν τεθεί σε εφαρμογή ρυθμίσεις στήριξης του ομίλου, τα στοιχεία του ενεργητικού διανέμονται επί δίκαιης βάσης σε όλους τους σχετικούς αντισυμβαλλομένους ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή διαμονής.

Αιτιολόγηση

Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι αντισυμβαλλόμενοι σε όλα τα κράτη μέλη έχουν δίκαια και ίσα δικαιώματα στην περίπτωση που μία ασφαλιστική εταιρεία καθίσταται αφερέγγυα.

Τροπολογία  142

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 303

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Όσον αφορά την ασφάλιση ζωής, ανά διετία από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο αναθεώρηση των ποσών τα οποία στην παρούσα οδηγία εκφράζονται σε ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της οικονομικής και νομισματικής κατάστασης στην Κοινότητα, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από τις αναγκαίες προτάσεις.

Από την 1η Ιανουαρίου 2012, τα εκπεφρασμένα σε ευρώ ποσά της παρούσας οδηγίας αναπροσαρμόζονται ετησίως ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές των γενικών Εναρμονισμένων Δεικτών Τιμών Καταναλωτή όλων των κρατών μελών όπως δημοσιεύονται από την Eurostat. Τα εν λόγω ποσά αναπροσαρμόζονται αυτομάτως, με αύξηση του ποσού βάσης σε ευρώ κατά την ποσοστιαία μεταβολή του δείκτη αυτού από την 1η Ιανουαρίου 2012 έως την ημερομηνία της επανεξέτασης, και στρογγυλεύονται σε πολλαπλάσιο των 100 000 ευρώ. Εάν η ποσοστιαία μεταβολή μετά την προηγούμενη αναπροσαρμογή είναι μικρότερη του 5 %, δεν πραγματοποιείται αναπροσαρμογή. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ετησίως για την αναπροσαρμογή και τα αναπροσαρμοσμένα ποσά.

2. Όσον αφορά την ασφάλιση ζημιών, ανά πενταετία από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο αναθεώρηση των ποσών που εκφράζονται σε ευρώ στην παρούσα οδηγία, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της οικονομικής και νομισματικής κατάστασης στην Κοινότητα συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από τις αναγκαίες προτάσεις.

 

Αιτιολόγηση

Η αυτόματη αναπροσαρμογή των ποσών ήδη υπάρχει στην παρούσα οδηγία και λειτουργεί ικανοποιητικά. Αποτρέπει το ενδεχόμενο να υπόκεινται ξαφνικά οι επιχειρήσεις σε υψηλότερα ελάχιστα ποσά, αφού είναι πασίγνωστο εκ πείρας ότι οι υποχρεώσεις επανεξέτασης εκ μέρους της Επιτροπής δεν τηρούνται πάντα. Ο αυτόματος μηχανισμός αποφεύγει το πρόβλημα αυτό.

Τροπολογία  143

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 304 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Μια απόφαση σχετικά με την ισοδυναμία του καθεστώτος τρίτης χώρας είναι απόφαση πολιτική, στην οποία πρέπει να υπάρχει ίση μεταχείριση των συν-νομοθετών. Κατά συνέπεια, η συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 304, παράγραφος 2, είναι ξεπερασμένη.

Τροπολογία  144

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 311 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1α. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, τα άρθρα 27 και 28 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ παραμένουν σε ισχύ όσον αφορά τα ιδρύματα επαγγελματικών συντάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ.

Αιτιολόγηση

Η νέα παράγραφος αποσαφηνίζει την πρόθεση της Επιτροπής να μην εφαρμόσει την οδηγία πλαίσιο Φερεγγυότητα II στα ΙΕΣΠ σε αυτό το στάδιο.

(1)

ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.

(2)

Επιστολή του Jorgen Holmquist, Γενικού Διευθυντή, ΓΔ Markt, προς τον Thomas Steffen, Πρόεδρο της CEIOPS, της 23ης Ιανουαρίου 2008


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ιστορικό της πρότασης

Με αυτό το νέο πλαίσιο φερεγγυότητας, όπως περιγράφεται στην πρόταση οδηγίας («σχέδιο οδηγίας») σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (COM(2008)0119 τελικό), η οποία αποκαλείται και «Φερεγγυότητα II», η Επιτροπή προτίθεται να εισαγάγει μια ευαίσθητη στους κινδύνους προσέγγιση η οποία θα παρέχει κίνητρα για τη διαχείριση κινδύνων. Αυτή η προσέγγιση θα οδηγήσει σε καλύτερη (βέλτιστη) κατανομή των κεφαλαίων, λαμβάνοντας υπόψη μια συνεπή προς την αγορά αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού. Επίσης, ευθυγραμμίζει τους κανόνες φερεγγυότητας με μια ρεαλιστική αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μιας εταιρείας βάσει της τρέχουσας αγοράς.

Η νομική μορφή είναι αυτή της αναδιατύπωσης και κωδικοποίησης, με το 80 % του παλαιού κειμένου να αναδιατυπώνεται στη «νέα» γλώσσα (υπόκειται στην αναθεώρηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων) και το υπόλοιπο να είναι το νέο κείμενο, που εισάγει τους νέους κανόνες της «Φερεγγυότητας ΙΙ». Το νέο κείμενο είναι μια βασιζόμενη στις αρχές και σύμφωνη με τη διαδικασία Lamfalussy προσέγγιση, παρέχοντας τη βάση για την υιοθέτηση των μέτρων εφαρμογής στο Επίπεδο 2 και οδηγίες για εποπτικές εργασίες στο Επίπεδο 3 της νομοθετικής διαδικασίας Lamfalussy.

Διαρθρώνεται με τη μορφή τριών πυλώνων. Ο βασικός στόχος των απαιτήσεων του πυλώνα Ι είναι να διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες ασφάλισης και αντασφάλισης μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους ως οφείλουν, με πιθανότητα πτώχευσης 0,5 % σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Συνεπώς, το πλαίσιο «Φερεγγυότητα II» είναι διαρθρωμένο σε μια σφαιρική «προσέγγιση συνολικού ισολογισμού», ισοσκελίζοντας όλα τα στοιχεία του παθητικού με όλα τα στοιχεία του ενεργητικού που πρέπει να διαθέτει μια εταιρεία, χωρίς να αποτιμώνται μεμονωμένα τα στοιχεία του ισολογισμού.

Επομένως, οι εταιρείες πρέπει να κατέχουν αρκετά περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να ικανοποιούν τα εξής: κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας (SCR), ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις (MCR) και τεχνικές προβλέψεις (βέλτιστη εκτίμηση των μελλοντικών αξιώσεων καθώς και ένα περιθώριο κινδύνου συν τους κινδύνους που μπορούν να καλυφθούν ή να ασφαλιστούν (αντισταθμιζόμενοι κίνδυνοι)).

Πυλώνας I

Ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις (MCR)

Επί του παρόντος, υπάρχουν τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των MCR: η προσέγγιση κατά ενότητες, η συμπαγής προσέγγιση και η γραμμική προσέγγιση.

· Η προσέγγιση κατά ενότητες υπολογίζει τις MCR προσθέτοντας διαφορετικές ενότητες κινδύνου (κίνδυνος αγοράς και ασφαλιστικός κίνδυνος) για να καταλήξει σε έναν συνολικό αριθμό. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ιδιαίτερα απλοποιημένη έκδοση των SCR, αλλά είναι ένας ανεξάρτητος υπολογισμός των απαιτήσεων.

· Η συμπαγής προσέγγιση υπολογίζει τις MCR ως ποσοστό των SCR. Πρόκειται για μια απλή διαδικασία, αλλά αποτυγχάνει να ικανοποιήσει τα κριτήρια του ανεξάρτητου υπολογισμού των MCR, αν και δεν έχει αποδειχτεί ότι αυτή η ανεξαρτησία είναι απαραίτητη για την πλήρωση όλων των κριτηρίων που ορίζονται στο παρόν σχέδιο οδηγίας.

· Η γραμμική προσέγγιση υπολογίζει τις MCR ως σταθερό ποσοστό των τεχνικών προβλέψεων των ασφαλιστών. Βρίσκεται κάπου μεταξύ των δύο προσεγγίσεων που περιγράφηκαν παραπάνω. Αυτή η προσέγγιση δεν είναι ευαίσθητη στους κινδύνους. Άρα, δεν συνάδει προς τον γενικό στόχο της οδηγίας. Παρ’ όλα αυτά θα ελεγχθεί στο πλαίσιο της τέταρτης μελέτης ποσοτικού αντικτύπου (QIS4) που δρομολόγησε το 2008 η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (CEIOPS).

Κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας

Η φερεγγυότητα ομίλου (οριζόμενη ως η διαφορά μεταξύ επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και SCR (κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας)) μπορεί να υπολογιστεί με 3 τρόπους:

1.  Μέθοδος με βάση τη λογιστική ενοποίηση (μέθοδος 1), όπου τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια και οι ενοποιημένες SCR βασίζονται σε ενοποιημένους λογαριασμούς·

2.  Μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης (μέθοδος 2), όπου οι SCR είναι το άθροισμα των SCR όλων των επιχειρήσεων του ομίλου·

3.  Συνδυασμός των μεθόδων 1 και 2, εφόσον η αποκλειστική εφαρμογή της μεθόδου 1 κρίνεται ακατάλληλη.

Εάν οι εποπτικές αρχές δεν αποφασίσουν διαφορετικά, πρέπει να εφαρμοστεί η μέθοδος 1. Η μέθοδος 2 δεν παρέχει στους ομίλους οφέλη διαφοροποίησης. Οι ίδιες οι μέθοδοι βασίζονται στην υφιστάμενη νομοθεσία (Φερεγγυότητα Ι).

Οι ενοποιημένες SCR (μέθοδος 1) και οι SCR των επιχειρήσεων του ομίλου (μέθοδος 2) μπορούν να υπολογιστούν είτε μέσω του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου είτε μέσω εγκεκριμένου (τμηματικού) εσωτερικού μοντέλου. Πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι δυνατόν να οριστούν όταν το προφίλ κινδύνου του ομίλου δεν αντικατοπτρίζεται κατάλληλα στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο ή στο (τμηματικό) εσωτερικό μοντέλο.

Εάν ο όμιλος επιθυμεί να χρησιμοποιήσει (τμηματικό) εσωτερικό μοντέλο για τον υπολογισμό των ενοποιημένων SCR του ομίλου, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές πρέπει να συνεργαστούν για να αποφασίσουν εάν θα χορηγήσουν ή όχι άδεια. Η κοινή απόφαση πρέπει να ληφθεί εντός 6 μηνών. Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός αυτού του διαστήματος, η αρχή εποπτείας ομίλου λαμβάνει τη δική της απόφαση. Κατόπιν αιτήματος του ομίλου ή οποιασδήποτε από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, μπορεί να ζητηθεί η γνώμη της CEIOPS, οπότε η περίοδος για τη λήψη της απόφασης παρατείνεται κατά 2 μήνες.

Πυλώνας ΙΙ

Ο Πυλώνας ΙΙ ορίζει ένα πλαίσιο εποπτικού ελέγχου που επικεντρώνεται σε εσωτερικές διαδικασίες και πτυχές λειτουργικού κινδύνου, περιλαμβανομένου ενός αποτελεσματικού συστήματος εσωτερικής επαλήθευσης, συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, αναλογιστικής λειτουργίας, εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και κανόνων σχετικά με εξωτερικές αναθέσεις. Η πρόταση ενισχύει τα μέσα για τις εποπτικές δραστηριότητες, περιλαμβανομένου του ορισμού των αρμοδιοτήτων εποπτείας, και τις διατάξεις για τη συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών καθώς και για εποπτική σύγκλιση. Δεδομένου του μεγάλου φόρτου εργασίας που προβλέπεται στο εποπτικό επίπεδο (Επίπεδο 3), η λογοδοσία των εποπτικών αρχών και η διαφάνεια του τρόπου με τον οποίο εργάζονται πρέπει να διασφαλίζεται στο Επίπεδο 1. Είναι σημαντικό να συμφωνούν οι διατάξεις αυτές με τις διατάξεις που αφορούν τους τομείς των κινητών αξιών και της τραπεζικής, προκειμένου να επιτυγχάνεται διατομεακή συνέπεια και σύγκλιση.

Πυλώνας III

Ο κύριος στόχος του πυλώνα ΙΙΙ είναι η δημοσιοποίηση πληροφοριών με σκοπό την ενίσχυση της πειθαρχίας της αγοράς, της εποπτικής αναφοράς και των απαιτήσεων διαφάνειας. Όσον αφορά την εποπτεία, ο πυλώνας ΙΙΙ ενθαρρύνει τη συνεργασία και τη σύγκλιση των εποπτικών αρχών, ενισχύει τον ρόλο της CEIOPS, εισάγει έναν μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης και περιγράφει ένα πλαίσιο για την αποτελεσματικότερη εποπτεία ομίλων. Είναι απαραίτητη η σύγκλιση των κανόνων που αφορούν την εποπτική αναφορά προκειμένου να διασφαλιστεί παρόμοια μορφή και περιεχόμενο των αναφορών αυτών, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση της εποπτείας ομίλων, καθώς και των υποχρεώσεων αναφοράς μέσω εθνικών αρχών στην CEIOPS. Η πρόταση δεν ασχολείται διεξοδικά με το θέμα αυτό και περιμένουμε να δούμε εάν η καθοδήγηση που παρέχεται στο Επίπεδο 3 αποτελεί από μόνη της επαρκές μέσο για τη διασφάλιση αυτής της σύγκλισης και εάν θα οδηγήσει ενδεχομένως στη δημιουργία μιας κοινής βάσης δεδομένων εποπτικής αναφοράς.

Εποπτεία ομίλων και στήριξη ομίλων

Η εποπτεία ομίλων και η στήριξη ομίλων είναι τα σημαντικότερα στοιχεία στο σχέδιο οδηγίας πλαισίου. Η τοπική εποπτική αρχή θα διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην καθημερινή εποπτεία μιας αλλοδαπής εταιρείας ή θυγατρικής. Η αρχή εποπτείας ομίλου θα είναι η «οικεία» ρυθμιστική αρχή για τον όμιλο, ο οποίος θα διασφαλίζει ότι ο όμιλος διαθέτει κεφάλαια και παρέχει στήριξη ομίλου. Έτσι, θα δοθεί η δυνατότητα για πιο αποτελεσματική και οικονομική προσέγγιση στη χρήση του κεφαλαίου. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς παρέχει την ελευθερία να αξιοποιηθεί η διαφοροποίηση των στοιχείων ενεργητικού. Η μητρική επιχείρηση οφείλει να καθιστά διαθέσιμα τυχόν απαιτούμενα κεφάλαια βάσει όσων έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του τοπικού επόπτη και του επόπτη ομίλου, και η βεβαιότητα επ’ αυτού είναι ζωτικής σημασίας. Επιπλέον, η πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα παροχής στήριξης ομίλου σε μια θυγατρική από κεφάλαια που διαθέτει άλλη θυγατρική. Ορισμένες πτυχές του εταιρικού δικαίου ενδεχομένως συνεπάγονται ότι οι μεταβιβάσεις δεν γίνονται ίσως τόσο εύκολα ούτε τόσο έγκαιρα όσο απαιτείται. Οι ασφαλιστικοί επόπτες δεν είναι αρμόδιοι για να προβούν σε αξιολόγηση της νομικής δυνατότητας μεταβίβασης κεφαλαίων μεταξύ εταιρειών, οι οποίες ενδεχομένως δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές δικαιοδοσίες.

Η γνώμη του εισηγητή

Ο εισηγητής επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής ως θετικό βήμα που προσδίδει διαφάνεια και ασφάλεια δικαίου στις σχέσεις μεταξύ των ρυθμιστικών αρχών και του κλάδου. Η πρόταση αυτή θα παράσχει πολύ πιο αποτελεσματική προστασία έναντι της πιθανότητας αποτυχίας μέσω της προσέγγισης που βασίζεται στις αρχές και την οικονομία, και τοποθετεί τη διαχείριση κινδύνων στην κορυφή των βασικών μέσων που πρέπει να χρησιμοποιούν οι εταιρείες κατά τη σύναψη ασφαλίσεων. Συνεπώς, ο εισηγητής εκφράζει την υποστήριξή του για τις προτάσεις της Επιτροπής.

Ωστόσο, ο εισηγητής επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή σε ορισμένα σημεία τα οποία, κατά τη γνώμη του, πρέπει να αποσαφηνιστούν περαιτέρω στην παρούσα πρόταση:

· Η χρηματοπιστωτική νομοθεσία δεν πρέπει να παραβλέπει τους καταναλωτές, απλώς και μόνο λόγω του σύνθετου χαρακτήρα της διαδικασίας. Ωστόσο, ο εισηγητής αναγνωρίζει ότι ούτε η αποσπασματική προστασία των καταναλωτών είναι χρήσιμη. Επομένως, θα ήταν σκόπιμο να υποβάλει η Επιτροπή πρόταση για ενίσχυση των υφιστάμενων δικαιωμάτων των καταναλωτών σε οριζόντιο επίπεδο. Με κατάλληλες διαβουλεύσεις και αναπτύσσοντας καλές πρακτικές, είναι δυνατό να βελτιωθούν σημαντικά οι γνώσεις, η ενημέρωση και η διαδικασία λήψης αποφάσεων των καταναλωτών.

· Μετά τα μη ικανοποιητικά αποτελέσματα της δοκιμής QIS 3 για την κατά ενότητες προσέγγιση του υπολογισμού των MCR, η QIS 4 καλείται να ελέγξει την αποκαλούμενη «γραμμική προσέγγιση» ως εναλλακτική λύση. Σύμφωνα με τον εισηγητή, ο σημαντικότερος στόχος όσον αφορά τις MCR είναι να διασφαλιστεί ότι εισάγουμε αρχές MCR που είναι ευαίσθητες, προβλέπουν κατάλληλο δίχτυ ασφαλείας και συνδέονται κατάλληλα με τις SCR. Συνεπώς, ο εισηγητής θεωρεί ότι η συμπαγής προσέγγιση είναι η πλέον κατάλληλη μέθοδος για την επίτευξη αυτού του στόχου. Άρα, η συμπαγής προσέγγιση συνιστά τη μοναδική έως σήμερα αποδεδειγμένη μέθοδο που είναι πλήρως ευαίσθητη στους κινδύνους. Πληροί επίσης τους στόχους της Επιτροπής σύμφωνα με τους οποίους οι MCR πρέπει να είναι αυστηρές, ελέγξιμες και να μπορούν να υπολογιστούν εύκολα. Η συμπαγής προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιτυχώς σε όλους τους τομείς και μπορεί να προσαρμοστεί σε όλες τις μορφές ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

· Τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια πρέπει να εμφανίζουν συνέπεια για λόγους ανταγωνιστικότητας και απορρόφησης ζημιών. Τα άρθρα που σχετίζονται με αυτό πρέπει να προσαρμοστούν κατάλληλα ώστε να εκφράζουν τη συγκεκριμένη πρακτική, όποτε αυτή απουσιάζει από το κείμενο της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, είναι απαραίτητος ένας γενικά αποδεκτός ορισμός των πλεοναζόντων κεφαλαίων, που επί του παρόντος χρησιμοποιείται μόνο από λίγα κράτη μέλη της ΕΕ.

· Ο υπολογισμός της εύλογης αξίας εξακολουθεί να μην περιλαμβάνεται στον ορισμό της συνεπούς αγοραίας αξίας και ο εισηγητής πιστεύει ότι μια διάταξη η οποία να διασφαλίζει ότι αυτό αρκεί για μια βασιζόμενη στους κινδύνους προσέγγιση πρέπει να αποφασισθεί εγκαίρως.

· Η έννοια του μεμονωμένου επόπτη ενδεχομένως να χρήζει περαιτέρω προσοχής.

· Η πρόταση θα εισαγάγει κανόνες για την ισοδυναμία των καθεστώτων φερεγγυότητας τρίτων χωρών, κάτι που θα έχει επιπτώσεις στους ομίλους με θυγατρικές εντός ή εκτός της ΕΕ. Συμφωνία επί της ισοδυναμίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με κυρίαρχα εθνικά κράτη και όχι με τμήματα τέτοιων χωρών. Στην περίπτωση που το μεμονωμένο καθεστώς φερεγγυότητας μιας τρίτης χώρας είναι τουλάχιστον ισοδύναμο με αυτό της ΕΕ, ο υπολογισμός της φερεγγυότητας του ομίλου πρέπει να λαμβάνει υπόψη, όσον αφορά τις θυγατρικές αντασφάλισης στην εν λόγω τρίτη χώρα, τις SCR και τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται από τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Η αρχή εποπτείας ομίλου πρέπει να διενεργεί την επαλήθευση της ισοδυναμίας και να συμβουλεύεται τις λοιπές αρμόδιες αρχές εποπτείας και την CEIOPS προτού λάβει απόφαση. Η Επιτροπή θα αποφασίζει εάν το καθεστώς φερεγγυότητας της τρίτης χώρας είναι ισοδύναμο. Ωστόσο, αυτό μπορεί να διαπιστωθεί μόνο μέσω κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο στην οποία συμμετέχει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ο εισηγητής, βάσει των προαναφερθέντων προβληματισμών, προτείνει να διασαφηνιστούν αυτά τα θέματα στο τροποποιημένο κείμενο.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (2.7.2008)

προς την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (αναδιατύπωση)

(COM(2008)0119 – C6-0231/2007 – 2007/0143(COD))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Sharon Bowles

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η Φερεγγυότητα II είναι ένα σχέδιο οδηγίας στο οποίο επικαιροποιούνται οι 14 υφιστάμενες οδηγίες (αντ)ασφαλίσεων. Έχει την μορφή αναδιατύπωσης, ούτως ώστε να επιδέχονται τροποποίηση μόνο τα νέα τμήματα.

Κύριος στόχος της οδηγίας είναι να βασιστούν οι κεφαλαιουχικές απαιτήσεις ή οι απαιτήσεις φερεγγυότητας στον κίνδυνο που θα αναλύεται σε συνάρτηση με τις συνολικές δραστηριότητες της επιχείρησης. Τούτο αφορά τόσο το ποιοτικό όσο και το ποσοτικό σκέλος. Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους όχι μόνο όσον αφορά το παθητικό, αλλά και το ενεργητικό που διαθέτουν για την κάλυψη αυτού του παθητικού. Έχει μάλιστα καταδειχθεί ότι τις περισσότερες φορές οι αδυναμίες πληρωμής ασφαλιστικών εταιρειών οφείλονταν σε προβλήματα ενεργητικού και όχι σε προβλήματα παθητικού.

Η ανάλυση κινδύνου πραγματοποιείται βάσει υποδειγμάτων. Μπορούν να χρησιμοποιούνται τυποποιημένα υποδείγματα, όμως οι μεγάλες επιχειρήσεις θα μπορούν, ή μάλλον θα καλούνται, να αναπτύσσουν τα δικά τους εσωτερικά υποδείγματα, τα οποία θα εγκρίνονται από τις εποπτικές αρχές. Οι όμιλοι μπορούν επίσης να ζητούν να εποπτεύονται ως σύνολο, ούτως ώστε να επωφελούνται από την μεγαλύτερη διαφοροποίηση που επιτυγχάνεται με αυτόν τον τρόπο στους υπολογισμούς του κινδύνου, με αποτέλεσμα η κεφαλαιουχική απαίτηση να είναι χαμηλότερη απ' όσο στην περίπτωση των μεμονωμένων επιχειρήσεων.

Το κεφάλαιο διαιρείται στις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις (MCR), οι οποίες είναι το επίπεδο κεφαλαίου που πρέπει να διαθέτει πάντα κάθε επιχείρηση, προκειμένου να της παρέχεται πλήρης άδεια για συνέχιση της λειτουργίας της. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας (SCR) είναι ένα υψηλότερο επίπεδο κεφαλαίου που πρέπει υπό φυσιολογικές συνθήκες να κατέχει μια επιχείρηση και που σε περίπτωση μη τήρησής του λειτουργεί ως έγκαιρη προειδοποίηση για παρέμβαση των εποπτικών αρχών. Τα πρόσθετα στοιχεία ενεργητικού των SCR που υπερβαίνουν κατά πολύ τις MCR μπορεί να βρίσκονται υπό την κατοχή του ομίλου (μητρική ή εταιρεία χαρτοφυλακίου). Εάν μία θυγατρική δεν πληροί πλέον τις MCR (και συνήθως προτού συμβεί αυτό) οι εποπτικές αρχές απαιτούν μεταφορά κεφαλαίου στην θυγατρική.

Θεμελιώδη σημασία για την διενέργεια των διαδικασιών εποπτείας του ομίλου είναι η συνεργασία των εθνικών εποπτικών αρχών στα κράτη υποδοχής με τις θυγατρικές εταιρείες και την χώρα καταγωγής της μητρικής εταιρείας. Η αρχή εποπτείας της χώρας καταγωγής της μητρικής εταιρείας έχει ενισχυμένο ρόλο ως "αρχή εποπτείας του ομίλου". Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (CEIOPS) παίζει επίσης ρόλο στην διευθέτηση διαφορών μεταξύ των εποπτικών αρχών και στην επίτευξη σύγκλισης των ρυθμιστικών πρακτικών.

Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν πολυάριθμοι τομείς, στους οποίους θα ήταν ευκταίο να επιστηθεί ιδιαιτέρως η προσοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:

Αρχή εποπτείας του ομίλου

Είναι αναγκαίο να καταστεί πιο σαφές ότι όλες οι εποπτικές αρχές συμμετέχουν στην εποπτεία του ομίλου, ότι όλες θα έπρεπε να έχουν σε μόνιμη βάση πρόσβαση στην τεκμηρίωση και να συμμετέχουν ενεργά στην διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Μεταφορά κεφαλαίων για στήριξη του ομίλου

Έχει τεράστια σημασία να εξασφαλιστεί ότι τα κεφάλαια είναι δυνατό να μετακινούνται μεταξύ των επιχειρήσεων. Εάν τα επιπλέον κεφάλαια βρίσκονται στην κατοχή της μητρικής εταιρείας ή της εταιρείας χαρτοφυλακίου, τότε είναι πολύ πιο απλό να υπάρχουν νομικές διαρθρώσεις που να επιτρέπουν την μεταφορά και αυτή είναι πιθανόν η καλύτερη επιλογή, τουλάχιστον στην πρώτη περίπτωση. Ωστόσο δεν είναι άγνωστη στους ομίλους η μετακίνηση κεφαλαίων μεταξύ θυγατρικών και επομένως επιδιώκεται επίσης η θέσπιση ενός νομικά εκτελεστού μηχανισμού για τον σκοπό αυτό. Τούτο θα απαιτούσε μάλλον την σύναψη σύμβασης μεταξύ του εκάστοτε ζευγαριού θυγατρικών.

Εθνικοί εποπτικοί πόροι και ευθύνη

Το νέο καθεστώς εποπτείας απαιτεί την σε βάθος κατανόηση των κινδύνων τόσο του ενεργητικού όσο και του παθητικού. Οι αποφάσεις αφορούν τόσο το ποσοτικό όσο και το ποιοτικό σκέλος. Είναι ουσιώδες οι εποπτικές αρχές να διαθέτουν τους πόρους για την ορθή εκτέλεση αυτού του καθήκοντος σε όλες τις επιχειρήσεις και όχι μόνο σε αυτές που κρίνονται ως ζωτικής σημασίας για την σταθερότητα της αγοράς.

Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι όταν οι εθνικές εποπτικές αρχές ενεργούν ως αρχή εποπτείας του ομίλου, η εντολή τους υπερβαίνει τα όρια μιας αμιγώς εθνικής εντολής και πρέπει να προστατεύουν τα συμφέροντα όλων των αντισυμβαλλομένων. Οι ενέργειες που αναλαμβάνουν με τον ενδεδειγμένο τρόπο ως αρχή εποπτείας του ομίλου δεν θα έπρεπε να καταλήξουν σε άσκηση ενδίκου μέσου με την κατηγορία ότι έθεσαν σε κίνδυνο τις εθνικές ευθύνες.

Νομική οντότητα για την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (CEIOPS)

Επί του παρόντος η CEIOPS δεν διαθέτει νομική οντότητα, αλλά είναι συμβουλευτική επιτροπή στην Επιτροπή. Με δεδομένο τον ειδικό χαρακτήρα ορισμένων από αυτές τις συμβουλές, πρόκειται στην ουσία για αποφάσεις, με όποιον τρόπο και αν είναι διατυπωμένες. Εάν η CEIOPS είχε νομική οντότητα, θα ήταν περισσότερο υπόλογη για αυτές τις συμβουλές. Τούτο θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω ενός κανονισμού που θα τεθεί σε ισχύ το αργότερο όταν εκτελεσθεί η παρούσα οδηγία, εκτός εάν έχει επιτευχθεί με άλλους τρόπους, όπως για παράδειγμα ως τμήμα της αναθεώρησης Lamfalussy. Η υπόθεση του ΔΕΚ C-217/04 της 2ας Μαΐου 2006, στην οποία υποδεικνύεται ότι το άρθρο 95 μπορεί να αποτελέσει την βάση για την σύσταση ενός φορέα, θα μπορούσε κατ' επέκταση να εφαρμοστεί επίσης και στο άρθρο 47, στο οποίο επίσης βασίζεται η παρούσα οδηγία.

Επίτευξη συνεκτικής προσέγγισης της ΕΕ όσον αφορά την ευθύνη των εποπτικών αρχών

Σε γενικές γραμμές, στην ΕΕ επικρατεί "φιλική προς τις ρυθμιστικές αρχές" θεώρηση της ευθύνης και οποιαδήποτε αξίωση αποζημίωσης μπορεί να εγερθεί μόνο λόγω βαριάς αμέλειας ή κακής πίστης, παρά το γεγονός ότι οι δοκιμές ποικίλουν από χώρα σε χώρα. Το ΔΕΚ αποφάνθηκε ότι η προσέγγιση αυτή δεν αντιβαίνει στη νομοθεσία της ΕΕ. Ειδικότερα, στην υπόθεση Peter Paul, το ΔΕΚ αποφάσισε ότι ένα κράτος μέλος μπορεί (όπως έπραξε η Γερμανία) να ορίσει με νόμο ότι οι εποπτικές αρχές εκτελούν τα καθήκοντά τους μόνο προς το δημόσιο συμφέρον, εμποδίζοντας έτσι τα μεμονωμένα άτομα να εγείρουν αξιώσεις αποζημίωσης για πλημμελή εποπτεία.

Κατά συνέπεια, το ζήτημα του κατά πόσο υπάρχει επιθυμία αναγνώρισης ορισμένων δικαιωμάτων αποζημίωσης έναντι των εποπτικών αρχών αποτελεί πολιτικό ζήτημα. Αυτή ήταν αναμφίβολα και η πρόθεση του Κοινοβουλίου κατά την ψηφοφορία με αντικείμενο την έρευνα σχετικά με την εταιρεία Equitable Life και ασφαλώς, στο πλαίσιο των διασυνοριακών λειτουργιών εποπτείας του ομίλου, φαίνεται εύλογο να υπάρξει εν προκειμένω μεγαλύτερη εναρμόνιση (με αυτόν τον τρόπο παρέχεται μάλιστα ενδεχομένως η νομική βάση).

Συστήματα εγγύησης

Δεδομένου του ολοένα και μεγαλύτερου διασυνοριακού χαρακτήρα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και της διασυνοριακής εποπτείας, θα ήταν σκόπιμο να υπάρχουν διασυνοριακά συστήματα εγγύησης που να είναι τουλάχιστον ισότιμα και να λαμβάνουν υπόψη τους τις διαρθρώσεις της εποπτείας. Η καταβολή περαιτέρω προσπαθειών για τον σκοπό αυτό είναι αναγκαία, όμως υπερβαίνει τις δυνατότητες εύλογης ενσωμάτωσής της στην παρούσα οδηγία.

Η τεχνική της αναδιατύπωσης

Σύμφωνα με τη Διοργανική Συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με τη συστηματική αναδιατύπωση των νομοθετικών πράξεων και ιδίως το οικείο σημείο 9, η Συμβουλευτική Ομάδα η οποία αποτελείται από τις νομικές υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής πραγματοποίησε στις 13 Μαρτίου 2008 συνεδρίαση αφιερωμένη στην εξέταση της πρότασης που υπέβαλε η Επιτροπή.

Ως αποτέλεσμα της εν λόγω εξέτασης, η Συμβουλευτική Ομάδα Εργασίας όρισε ομόφωνα ότι η πρόταση δεν περιέχει καμία άλλη ουσιαστική τροποποίηση εκτός από τις τροποποιήσεις που εντοπίζονται ως ουσιαστικές. Η Ομάδα Εργασίας συνήγαγε επίσης ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων της προηγούμενης πράξεως σε συνδυασμό με τις ως άνω επί της ουσίας τροποποιήσεις, η πρόταση συνιστά απλή και μόνο κωδικοποίηση του υπάρχοντος κειμένου, χωρίς τροποποίηση της ουσίας του.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία  1

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική αναφορά 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47, παράγραφος 2, και το άρθρο 55,

έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47, παράγραφος 2, το άρθρο 55 και το άρθρο 95,

Αιτιολόγηση

Η παρούσα τροποποίηση διασφαλίζει ότι η Επιτροπή θα είναι σε θέση να προτείνει είτε την εκτελεστική οδηγία του επιπέδου 2 είτε τον εκτελεστικό κανονισμό του επιπέδου 2 με βάση την παρούσα οδηγία πλαίσιο.

Τροπολογία  2

Σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος

Αιτιολογική σκέψη Α (νέα)

Σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος

Τροπολογία

 

A. εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την Συμβουλευτική Ομάδα Εργασίας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση εκτός από αυτές που επισημαίνονται ως τροποποιήσεις και εκτιμώντας ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων μαζί με αυτές τις τροποποιήσεις, η πρόταση περιέχει απλή και μόνο κωδικοποίηση των υπαρχόντων κειμένων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους,

Τροπολογία  3

Σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος

Παράγραφος 1

Σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος

Τροπολογία

1. εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε και όπως ευθυγραμμίζεται προς τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής.

1. εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως προσαρμόστηκε στις συστάσεις της συμβουλευτικής Ομάδας Εργασίας των Νομικών Υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και όπως τροποποιήθηκε κατωτέρω.

Τροπολογία  4

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 13 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(13α) Το νέο σύστημα φερεγγυότητας θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω βελτίωση της προστασίας όλων των ενδιαφερομένων μερών· για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να εφοδιάσουν τις αρχές χρηματοοικονομικής εποπτείας με επαρκείς πόρους.

Τροπολογία  5

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 14 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(14a) Η στήριξη της εποπτείας σε ποιοτικές και ποσοτικές αρχές διαχείρισης του κινδύνου είναι πιθανό να απαιτήσει αύξηση των εποπτικών πόρων.

Αιτιολόγηση

Οι απαιτήσεις εποπτείας που ορίζονται στους πυλώνες 2 και 3, όπως η έγκριση εσωτερικών υποδειγμάτων, η παρακολούθηση και η τακτική αναθεώρησή τους και η συνεπής και στενότερη συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές και επιχειρήσεις είναι πιθανό να σημαίνει ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές θα χρειαστούν περισσότερους πόρους για να αντεπεξέλθουν επαρκώς στις ενισχυμένες ευθύνες τους.

Τροπολογία  6

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 23

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(23) Είναι απαραίτητο να προωθηθεί η εποπτική σύγκλιση, όσον αφορά όχι μόνον τα εποπτικά εργαλεία, αλλά και τις εποπτικές πρακτικές. Η επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων, η οποία συστήθηκε με την απόφαση 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής, θα πρέπει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο ζήτημα αυτό και να υποβάλλει τακτικές εκθέσεις όσον αφορά την πρόοδο που σημειώνεται.

(23) Είναι απαραίτητο να προωθηθεί η εποπτική σύγκλιση, όσον αφορά όχι μόνον τα εποπτικά εργαλεία, αλλά και τις εποπτικές πρακτικές. Η επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων, η οποία συστήθηκε με την απόφαση 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής, θα πρέπει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο ζήτημα αυτό και να υποβάλλει τακτικές εκθέσεις όσον αφορά την πρόοδο που σημειώνεται. Στην επιτροπή αυτή θα πρέπει να παρασχεθούν νομική βάση και προσωπικότητα βάσει ενός νέου κανονισμού που θα τεθεί σε ισχύ ταυτόχρονα με την παρούσα οδηγία.

Αιτιολόγηση

Στην CEIOPS εκχωρούνται εξουσίες λήψης αποφάσεων, για παράδειγμα για την διευθέτηση διαφορών στο πλαίσιο της στήριξης του ομίλου. Σε περίπτωση νομικής αμφισβήτησης οποιασδήποτε τέτοιας απόφασης, θα ήταν ευκταίο και θα ενίσχυε τον δημοκρατικό έλεγχο, εάν η CEIOPS ήταν διάδικος σε οποιαδήποτε δίκη αντί να εκπροσωπείται μόνο εξ ονόματος της Επιτροπής. Το ΔΕΚ αποφάσισε στην υπόθεση C-217/04 της 2ας Μαΐου 2006 ότι το άρθρο 95 μπορεί να αποτελέσει την βάση για την σύσταση ενός φορέα. Κατ' επέκταση, παρόμοιο συμπέρασμα μπορεί να διατυπωθεί και για το άρθρο 47.

Τροπολογία  7

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 35

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(35) Το καθεστώς εποπτείας θα πρέπει να περιλαμβάνει μια απαίτηση ευαισθησίας κινδύνου, η οποία θα βασίζεται σε μελλοντικό υπολογισμό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ακριβής και έγκαιρη παρέμβαση των αρμόδιων αρχών (απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας) και ένα ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας κάτω από το οποίο δεν θα πρέπει να μειώνονται οι χρηματοπιστωτικοί πόροι (ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση). Και οι δύο αυτές κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να εναρμονιστούν σε όλη την Κοινότητα, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων.

(35) Το καθεστώς εποπτείας θα πρέπει να περιλαμβάνει μια απαίτηση ευαισθησίας κινδύνου, η οποία θα βασίζεται σε μελλοντικό υπολογισμό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ακριβής και έγκαιρη παρέμβαση των αρμόδιων αρχών (απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας) και ένα ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας κάτω από το οποίο δεν θα πρέπει να μειώνονται οι χρηματοπιστωτικοί πόροι (ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση). Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να υπολογίζονται με σαφή και απλό τρόπο καθώς και με τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα ελέγχου του υπολογισμού. Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις πρέπει να αντιστοιχούν σε ένα ποσό επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων, κάτω από το οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι θα εκτίθεντο σε μη αποδεκτό επίπεδο κινδύνου σε περίπτωση που επιτρεπόταν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Σε ό,τι αφορά τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, το επίπεδο εμπιστοσύνης θα πρέπει να αντιστοιχεί σε ένα εύρος μεταξύ 80% και 90% για περίοδο ενός έτους. Και οι δύο αυτές κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να εναρμονιστούν σε όλη την Κοινότητα, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων.

Τροπολογία  8

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 70

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(70) Είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι τα ίδια κεφάλαια στο εσωτερικό του ομίλου είναι ικανοποιητικά κατανεμημένα και διατίθενται για την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, εφόσον απαιτείται. Προς το σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια που να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας, εκτός αν ο στόχος της προστασίας των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλον τρόπο. Συνεπώς, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να μπορούν να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας με στήριξη από πλευράς του ομίλου, την οποία θα δηλώνει η μητρική επιχείρηση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Προκειμένου να εκτιμηθεί η ανάγκη πιθανής μελλοντικής αναθεώρησης του καθεστώτος στήριξης από πλευράς του ομίλου και να προετοιμαστεί η αναθεώρηση αυτή, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση για τους σχετικούς κανόνες των κρατών μελών και πρακτικές των αρχών εποπτείας.

(70) Είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι τα ίδια κεφάλαια στο εσωτερικό του ομίλου είναι ικανοποιητικά κατανεμημένα και διατίθενται για την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, εφόσον απαιτείται. Προς το σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια που να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας, εκτός αν ο στόχος της προστασίας των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλον τρόπο. Συνεπώς, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να μπορούν να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας με στήριξη από πλευράς του ομίλου, την οποία θα δηλώνει η μητρική επιχείρηση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για την ισότιμη προστασία όλων των αντισυμβαλλομένων, όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την ελεύθερη κίνηση του ενεργητικού και του παθητικού, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η αναμόρφωση του κεφαλαίου φερεγγυότητας και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων εντός ενός ομίλου για τον σκοπό της στήριξης του ομίλου και χωρίς κίνδυνο ανασταλτικών δράσεων. Για τα κράτη μέλη στα οποία δεν έχει ακόμα εξασφαλιστεί η ελεύθερη αυτή κίνηση, η στήριξη του ομίλου θα πρέπει, κατά τη διάρκεια της ενδιάμεσης περιόδου, να περιλαμβάνει επιπροσθέτως αυτά τα μέσα ή άλλους μηχανισμούς που απαιτούνται για να διασφαλιστεί ότι τα κεφάλαια θα μεταφέρονται σε εύθετο χρόνο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν επίσης ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από τις υποχρεώσεις στήριξης του ομίλου τυγχάνουν ισότιμης μεταχείρισης με τις απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως. Προκειμένου να εκτιμηθεί η ανάγκη πιθανής μελλοντικής αναθεώρησης του καθεστώτος στήριξης από πλευράς του ομίλου και να προετοιμαστεί η αναθεώρηση αυτή, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση για τους σχετικούς κανόνες των κρατών μελών και πρακτικές των αρχών εποπτείας.

Αιτιολόγηση

Η εποπτεία του ομίλου ομάδας και τα συστήματα στήριξης θα πρέπει να λειτουργούν εντός ενός γενικού οικονομικού πλαισίου που να επιτρέπει τις μεταφορές εντός του ομίλου. Η στήριξη του ομίλου με στόχο την αποκατάσταση του ελάχιστου απαιτούμενου κεφαλαίου μπορεί να λάβει μια άλλη μορφή και όχι τη μεταφορά κεφαλαίων, π.χ. μια μείωση του παθητικού, όμως αυτό που χρειάζεται είναι η δυνατότητα αναμόρφωσης του κεφαλαίου φερεγγυότητας λόγω περιστάσεων. Σε ορισμένα κράτη μέλη μπορεί επί του παρόντος να υπάρχουν νομικά εμπόδια ή αβεβαιότητες σε ό,τι αφορά τις μεταφορές, γι' αυτό και θα μπορούσαν στο ενδιάμεσο διάστημα να ισχύσουν συμπληρωματικές εγγυήσεις. Αυτός όμως δεν θα πρέπει να παραμείνει ο τρόπος λειτουργίας σε μακροπρόθεσμη βάση. Σε περίπτωση ρευστοποίησης ή άλλης διοικητικής διαδικασίας, ισότιμα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η στήριξη του ομίλου με τις απαιτήσεις των αντισυμβαλλομένων.

Τροπολογία  9

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 75

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(75) Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορίες σχετική με την άσκηση εποπτείας σε επίπεδο ομίλου. Θα πρέπει να προβλεφθεί συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και μεταξύ των αρχών αυτών και των αρχών που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε άλλους χρηματοπιστωτικούς κλάδους.

(75) Οι εποπτικές αρχές όλων των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένη μια επιχείρηση του ομίλου, θα πρέπει να συμμετέχουν στην εποπτεία σε επίπεδο ομίλου. Θα πρέπει να έχουν σε μόνιμη βάση πρόσβαση στην τεκμηρίωση και να συμμετέχουν ενεργά στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Θα πρέπει να προβλεφθεί συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και μεταξύ των αρχών αυτών και των αρχών που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε άλλους χρηματοπιστωτικούς κλάδους.

Αιτιολόγηση

Οι εποπτικές αρχές θα αποτελούν στην ουσία σώμα.

Τροπολογία  10

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 95 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(95α) Με δεδομένο τον αυξανόμενο διασυνοριακό χαρακτήρα του ασφαλιστικού τομέα, είναι αναγκαίο να καταβληθούν προσπάθειες για την λειτουργία της ασφαλιστικής εγγύησης σε ολόκληρη την Ευρώπη, λαμβάνοντας υπόψη τις εποπτικές διαρθρώσεις. Οι υπό εξέλιξη αυτές προσπάθειες θα καταβληθούν εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, δεδομένου ότι οι νέες απαιτήσεις φερεγγυότητας θα προσφέρουν από μόνες τους υψηλό επίπεδο εναρμονισμένης προστασίας για τους αντισυμβαλλόμενους.

Αιτιολόγηση

Είναι ζήτημα διευκρίνισης. Είναι χρήσιμο σε αυτό το στάδιο να καταβάλλονται προσπάθειες με αντικείμενο τα συστήματα ασφαλιστικής εγγύησης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα συστήματα αυτά είναι συμπληρωματικά προς την οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ, η οποία ήδη διασφαλίζει υψηλή και εναρμονισμένη προστασία για τους αντισυμβαλλόμενους.

Τροπολογία  11

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(1) Υπό την επιφύλαξη των άρθρων 5 έως 10, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων τα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα δεν υπερβαίνουν τα 5 εκατομμύρια EUR.

(1) Κατά την διάρκεια της πρώτης τριετίας μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 310, παράγραφος (1) και υπό την επιφύλαξη των άρθρων 5 έως 10, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων τα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα δεν υπερβαίνουν τα 5 εκατομμύρια EUR.

(2) Εάν το ποσό που καθορίζεται στην παράγραφο 1 υπερκαλυφθεί επί τρία συνεχή έτη, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται από το τέταρτο έτος.

 

Αιτιολόγηση

Επί του παρόντος είναι σκόπιμο να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας οι μικρές επιχειρήσεις. Ωστόσο, οποιεσδήποτε διευκολύνσεις με βάση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει πρώτα και οριστούν και να εφαρμοστούν. Για τον λόγο αυτό, θα ήταν σκόπιμη η διατήρηση του ορίου για την πρώτη τριετία. Στη συνέχεια, θα έχουν θεσπιστεί οι κανόνες περί αναλογικότητας και οι επιχειρήσεις θα έχουν επαρκή χρόνο για να προσαρμοστούν στους νέους κανόνες Μακροπρόθεσμα, οι μικρότερες ασφαλιστικές εταιρείες θα επιθυμούν επίσης να εφαρμόσουν τα πρότυπα ποιότητας της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ.

Τροπολογία  12

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 27

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να διαθέτουν τα αναγκαία μέσα για την επίτευξη του βασικού σκοπού της εποπτείας, ήτοι την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να διαθέτουν τα αναγκαία μέσα και την σχετική πείρα και ικανότητα για την επίτευξη του βασικού σκοπού της εποπτείας, ήτοι την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων.

Αιτιολόγηση

Οι απαιτήσεις εποπτείας που ορίζονται στους πυλώνες 2 και 3, όπως η έγκριση εσωτερικών υποδειγμάτων, η παρακολούθηση και η τακτική αναθεώρησή τους και η συνεπής και στενότερη συνεργασία με άλλες εποπτικές αρχές και επιχειρήσεις είναι πιθανό να σημαίνει ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές θα χρειαστούν περισσότερους πόρους για να αντεπεξέλθουν επαρκώς στις ενισχυμένες ευθύνες τους.

Τροπολογία  13

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 28 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των εγγενών κινδύνων στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των εγγενών κινδύνων στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ακόμη και αν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση δεν έχει ζωτική σημασία για την συνολική χρηματοοικονομική σταθερότητα της αγοράς.

Αιτιολόγηση

Όλες οι επιχειρήσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε ρυθμίσεις - ανεξαρτήτως μεγέθους, δεδομένου ότι ο αντίκτυπος μιας αδυναμίας πληρωμής δεν είναι πάντα ευθέως ανάλογος προς το μέγεθος, αλλά εξαρτάται από τον τύπο ασφάλισης που παρέχει μια εταιρεία και την γεωγραφική εμβέλεια των δραστηριοτήτων της.

Τροπολογία  14

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 47 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Το αναλογιστικό έργο εκτελείται από άτομα που διαθέτουν επαρκή γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών και είναι σε θέση, κατά περίπτωση, να αποδείξουν τη σχετική πείρα και εμπειρογνωμοσύνη τους σε σχέση με τα ισχύοντα επαγγελματικά και άλλου είδους πρότυπα.

2. Το αναλογιστικό έργο εκτελείται από άτομα που διαθέτουν επαρκή γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών, έχουν ικανότητες ανάλογες προς την πολυπλοκότητα και την διάρθρωση του κινδύνου της ενδιαφερόμενης επιχείρησης και είναι σε θέση, κατά περίπτωση, να αποδείξουν τη σχετική πείρα και εμπειρογνωμοσύνη τους σε σχέση με τα ισχύοντα επαγγελματικά και άλλου είδους πρότυπα.

Αιτιολόγηση

Διασφάλιση των κατάλληλων πόρων και γνώσεων.

Τροπολογία  15

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 52 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(α) εάν με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών οι ανταγωνιστές της επιχείρησης αποκτούν σημαντικό αδικαιολόγητο πλεονέκτημα·

(α) εάν με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών η επιχείρηση υφίσταται αδικαιολόγητη εμπορική ζημία·

Αιτιολόγηση

Η δοκιμή θα ήταν επιζήμια για την επιχείρηση. Αυτό θα συνέβαινε είτε λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού είτε για άλλους λόγους.

Τροπολογία  16

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 70

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο της απόφασης 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο της απόφασης 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής και οι εθνικές εντολές που εκχωρούνται στις εποπτικές αρχές να μην παρεμποδίζουν την εκτέλεση εκ μέρους τους των καθηκόντων τους ως μελών της εν λόγω επιτροπής ή βάσει της παρούσας οδηγίας.

Αιτιολόγηση

Οι συμβουλές της CEIOPS πρέπει να χαρακτηρίζονται από ισοτιμία και εντιμότητα και να μην εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες. Για τους λόγους αυτούς, οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνούν και να συνεργάζονται πλήρως μεταξύ τους.

Τροπολογία  17

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 76 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες και σε ρεαλιστικές παραδοχές και πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων αναλογιστικών μεθόδων και στατιστικών τεχνικών.

Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες και σε ρεαλιστικές παραδοχές και πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων, εφαρμόσιμων και συναφών αναλογιστικών μεθόδων και στατιστικών τεχνικών.

Αιτιολόγηση

Η λέξη "κατάλληλων" είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι οι λέξεις "εφαρμοσιμότητα και συνάφεια" εμφανίζονται στο άρθρο 83.

Τροπολογία  18

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 109 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) τις παραμέτρους συσχέτισης·

(γ) τις παραμέτρους συσχέτισης και τις διαδικασίες για την επικαιροποίηση αυτών των παραμέτρων·

Αιτιολόγηση

Όπως κατέδειξε η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση, οι παράμετροι συσχέτισης ενδέχεται να χρειαστούν ταχεία αναπροσαρμογή.

Τροπολογία  19

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 119 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της πρόβλεψης της κατανομής πιθανότητας βασίζονται σε κατάλληλες αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές και είναι συμβατές με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών.

2. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της πρόβλεψης της κατανομής πιθανότητας βασίζονται σε κατάλληλες, εφαρμόσιμες και συναφείς αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές και είναι συμβατές με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεματικών.

Αιτιολόγηση

Η λέξη "κατάλληλων" είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι οι λέξεις "εφαρμοσιμότητα και συνάφεια" εμφανίζονται στο άρθρο 83.

Τροπολογία  20

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 130 – παράγραφος 4 – εδάφιο 5 α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Οι εποπτικές αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους τις επιπτώσεις στη διαχείριση του ενεργητικού των εθελοντικών κωδίκων συμπεριφοράς και της διαφάνειας την οποία τηρούν τα συναφή ιδρύματα που διαχειρίζονται μη υποκείμενα σε ρυθμίσεις ή εναλλακτικά επενδυτικά μέσα.

Αιτιολόγηση

Είναι ζήτημα διευκρίνισης. Οι εποπτικές αρχές δεν θα λαμβάνουν υπόψη τους εάν τα ιδρύματα χρησιμοποιούν ή δεν χρησιμοποιούν κώδικες αλλά θα λαμβάνουν υπόψη τους τους κώδικες που ενδεχομένως χρησιμοποιούνται και τις επιπτώσεις τους στη διαχείριση του ενεργητικού από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Τροπολογία  21

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 142 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ανακαλεί την άδεια που χορηγήθηκε σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στις ακόλουθες περιπτώσεις :

1. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εξακολουθώντας να διενεργεί κάθε αναγκαία εποπτεία, ανακαλεί την άδεια που χορηγήθηκε σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στις ακόλουθες περιπτώσεις :

Αιτιολόγηση

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για ισχυρή παρέμβαση των εποπτικών αρχών σε περίπτωση παραβίασης της MCR, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η πλήρης ανάκληση της άδειας σχετίζεται με τις νεοσύστατες επιχειρήσεις και ότι, όσον αφορά τις λοιπές επιχειρήσεις, οι εποπτικές αρχές είναι σε θέση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις αντασφάλισης, στο πλαίσιο διαδικασιών όπως η εκκαθάριση κ.λπ.

Τροπολογία  22

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 142 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) η επιχείρηση δεν πληροί τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η δε εποπτική αρχή κρίνει ότι το υποβληθέν πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι καταφανώς ανεπαρκές ή η εν λόγω επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με το εγκεκριμένο πρόγραμμα εντός τριών μηνών από τη στιγμή της διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις·

(γ) η επιχείρηση δεν πληροί τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, η δε εποπτική αρχή κρίνει ότι το υποβληθέν πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι καταφανώς ανεπαρκές ή η εν λόγω επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με το εγκεκριμένο πρόγραμμα εντός τριών μηνών από τη στιγμή της διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις· η ανάκληση της άδειας υπό αυτές τις συνθήκες δεν καταλήγει σε οιαδήποτε παύση της εποπτείας όσον αφορά την προστασία των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων και την επιτήρηση ενδεχόμενης εκκαθάρισης, εξαγοράς ή παρόμοιας διαδικασίας.

Αιτιολόγηση

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για ισχυρή παρέμβαση των εποπτικών αρχών σε περίπτωση παραβίασης της MCR, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η πλήρης ανάκληση της άδειας σχετίζεται με τις νεοσύστατες επιχειρήσεις και ότι, όσον αφορά τις λοιπές επιχειρήσεις, οι εποπτικές αρχές είναι σε θέση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις αντασφάλισης, στο πλαίσιο διαδικασιών όπως η εκκαθάριση κ.λπ.

Τροπολογία  23

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 234 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(γα) η πρωταρχική πηγή της στήριξης του ομίλου είναι τα ίδια κεφάλαια που μεταφέρονται από την μητρική στην θυγατρική της επιχείρηση· σε περίπτωση που η στήριξη του ομίλου είναι δυνατό να παρασχεθεί με διαθέσιμους πόρους της θυγατρικής, υπάρχουν νομικά εκτελεστές συμβάσεις ή άλλοι μηχανισμοί που επιτρέπουν την μεταφορά επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων·

Τροπολογία  24

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 237 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2. Η στήριξη του ομίλου λαμβάνει τη μορφή δήλωσης προς την αρχή εποπτείας του ομίλου, εκφρασμένη σε ένα νομικά δεσμευτικό έγγραφο και αποτελούσα δέσμευση μεταβίβασης επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 5.

2. Η στήριξη του ομίλου λαμβάνει τη μορφή δήλωσης προς το σώμα εποπτικών αρχών μέσω της αρχής εποπτείας του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι αναγκαίο, αποδεικτικών στοιχείων για την ύπαρξη νομικά εκτελεστών μέσων, αποτελούσα δέσμευση μεταβίβασης επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 5.

Αιτιολόγηση

Οι κοινοποιήσεις σχετικά με την στήριξη του ομίλου αφορούν ολόκληρο τον όμιλο, επομένως πρέπει να απευθύνονται στο σώμα. Η μείωση του παθητικού είναι ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η στήριξη του ομίλου.

Τροπολογία  25

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 237 – παράγραφος 3 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(γ) ότι το έγγραφο που περιέχει τη δήλωση της στήριξης του ομίλου πληροί όλες τις υφιστάμενες απαιτήσεις βάσει του εθνικού δικαίου της μητρικής επιχείρησης προκειμένου να αναγνωριστεί ως νομική δέσμευση, και οποιαδήποτε προσφυγή ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

(γ) ότι το έγγραφο που περιέχει τη δήλωση της στήριξης του ομίλου και οποιοδήποτε αναγκαίο συνοδευτικό μέσο πληροί όλες τις υφιστάμενες απαιτήσεις βάσει εκτελεστού νόμου στο κράτος μέλος της επιχείρησης που παρέχει την στήριξη του ομίλου, και ότι οποιαδήποτε προσφυγή ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, συμπεριλαμβανομένης και της στοιχειοθέτησης της παροχής στήριξης του ομίλου εντός του ορίου της πιο πρόσφατης δήλωσης, ή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 244, παράγραφος (1) κατά περίπτωση, και σε ισότιμη βάση με τις απαιτήσεις των αντισυμβαλλομένων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων αναδιοργάνωσης, σύστασης, εκχώρησης, εξαγοράς ή οποιασδήποτε άλλης διοικητικής διαδικασίας.

Αιτιολόγηση

Δυνατότητα εκτέλεσης της στήριξης του ομίλου και ταυτόχρονη κάλυψη προσωρινών διατάξεων σε περίπτωση νομικής αβεβαιότητας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 70) και ιεραρχική κατάταξη της στήριξης του ομίλου.

Τροπολογία  26

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 244

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: μείωση της στήριξης του ομίλου

Θυγατρικές ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης: ίση μεταχείριση

1. Όταν περισσότερες αιτήσεις μεταβίβασης επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων διαβιβάζονται στη μητρική επιχείρηση και στην αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 238 ή 239 και ο όμιλος δεν διαθέτει επαρκή επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για να καλύψει τα αιτήματα αυτά συνολικά, τα ποσά που απορρέουν από τις πλέον πρόσφατες δεκτές δηλώσεις αφαιρούνται, κατά περίπτωση.

1. Όταν περισσότερες αιτήσεις μεταβίβασης επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων διαβιβάζονται στη μητρική επιχείρηση και στην αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 238 ή 239 και ο όμιλος δεν διαθέτει επαρκή επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για να καλύψει τα αιτήματα αυτά συνολικά, εφαρμόζονται οι εξής κανόνες:

 

(α) όλες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι θυγατρικές της μητρικής επιχείρησης θεωρούνται από κοινού υπεύθυνες, μαζί με την μητρική επιχείρηση για ποσό ισοδύναμο με τα ποσά που απορρέουν από τις πλέον πρόσφατες δεκτές δηλώσεις όσον αφορά κάθε θυγατρική επιχείρηση που υπόκειται στους κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 236 έως 241·

Η μείωση υπολογίζεται για κάθε θυγατρική με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι κάθε μια από αυτές υπόκειται στην ίδια αναλογία μεταξύ του αθροίσματος των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων και οιασδήποτε μεταβίβασης από τον όμιλο, αφενός, και του αθροίσματος των τεχνικών της προβλέψεων και των ελάχιστων κεφαλαιακών της απαιτήσεων, αφετέρου.

(β) τα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο (α) αφαιρούνται, κατά περίπτωση. Η μείωση υπολογίζεται για κάθε θυγατρική με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι κάθε μια από αυτές υπόκειται στην ίδια αναλογία μεταξύ του αθροίσματος των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων και οιασδήποτε μεταβίβασης από τον όμιλο, αφενός, και του αθροίσματος των τεχνικών της προβλέψεων και των ελάχιστων κεφαλαιακών της απαιτήσεων, αφετέρου.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τη μητρική επιχείρηση δεν τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από θυγατρική η οποία υπόκειται στους κανόνες των άρθρων 236 έως 241.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 277, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τη μητρική επιχείρηση δεν τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από θυγατρική η οποία υπόκειται στους κανόνες των άρθρων 236 έως 241.

Τροπολογία  27

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 251 – παράγραφος 6 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

6α. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν μία εποπτική αρχή ενεργεί ως επόπτης ομίλου, τούτο αναγνωρίζεται με αμερόληπτο τρόπο· κατά συνέπεια, οι νόμιμες ενέργειες που αναλαμβάνει ως αρχή εποπτείας του ομίλου και που συμπεριλαμβάνουν μεταφορές κεφαλαίων, χωρίς όμως να περιορίζονται σε αυτές, δεν θεωρούνται, με βάση την εθνική εντολή αυτής της εποπτικής αρχής, ως αντίθετες προς τα συμφέροντα του κράτους μέλους ή των αντισυμβαλλόμενων στο εν λόγω κράτος μέλος.

Αιτιολόγηση

Ως αρχή εποπτείας του ομίλου, η εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει ως καθήκον να ενεργεί προς το συμφέρον του ομίλου. Οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν θα έπρεπε να ανησυχούν για το γεγονός ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτήν την βάση θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μηνύσεις εναντίον τους εκ μέρους αντισυμβαλλομένων από το κράτος μέλος καταγωγής, που εξέλαβαν τις ενέργειες αυτές ως επιζήμιες γι αυτούς.

Τροπολογία  28

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 262 – παράγραφος 2 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(2a) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης μιας εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μιας μητρικής εταιρείας με τις απαιτήσεις στήριξης του ομίλου, η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορεί να ορίσει ότι η εποπτεία σε επίπεδο ομίλου πρέπει να σταματήσει.

Αιτιολόγηση

Κύρωση που αποσκοπεί στην απώλεια όλων των σχετιζόμενων με το κεφάλαιο πλεονεκτημάτων της συμμετοχής σε όμιλο σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων στήριξης του ομίλου.

Τροπολογία  29

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 304 – παράγραφος 3 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

(3a) Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 και λαμβάνοντας υπόψη την διαδικασία λήψης αποφάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 251, παράγραφος 4 και τα καθήκοντα που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 23, η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων αποκτά νομική προσωπικότητα με κανονισμό που προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ ταυτόχρονα με την παρούσα οδηγία.

Αιτιολόγηση

Στην CEIOPS εκχωρούνται εξουσίες λήψης αποφάσεων, για παράδειγμα για την διευθέτηση διαφορών στο πλαίσιο της στήριξης του ομίλου. Σε περίπτωση νομικής αμφισβήτησης οποιασδήποτε τέτοιας απόφασης, θα ήταν ευκταίο και θα ενίσχυε τον δημοκρατικό έλεγχο, εάν η CEIOPS ήταν διάδικος σε οποιαδήποτε δίκη αντί να εκπροσωπείται μόνο εξ ονόματος της Επιτροπής. Το ΔΕΚ αποφάσισε στην υπόθεση C-217/04 της 2ας Μαΐου 2006 ότι το άρθρο 95 μπορεί να αποτελέσει την βάση για την σύσταση ενός φορέα. Κατ' επέκταση, παρόμοιο συμπέρασμα μπορεί να διατυπωθεί και για το άρθρο 47.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Ασφάλεια ζωής - Φερεγγυότητα II

Έγγραφα αναφοράς

COM(2008)0119 – C6-0231/2007 – COM(2007)03612007/0143(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

ECON

Γνωμοδοτική επιτροπή

 Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

24.9.2007

 

 

 

Συντάκτης γνωμοδότησης

 Ημερομηνία ορισμού

Sharon Bowles

19.11.2007

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

19.12.2007

8.4.2008

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

25.6.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

21

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Carlo Casini, Titus Corlăţean, Marek Aleksander Czarnecki, Bert Doorn, Monica Frassoni, Giuseppe Gargani, Neena Gill, Klaus-Heiner Lehne, Katalin Lévai, Hans-Peter Mayer, Manuel Medina Ortega, Hartmut Nassauer, Aloyzas Sakalas, Francesco Enrico Speroni, Diana Wallis, Jaroslav Zvěřina

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Sharon Bowles, Michel Rocard, Gabriele Stauner, József Szájer, Γεώργιος Παπαστάμκος


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Βρυξέλλες, 10 Απριλίου 2008

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

ΠΡΟΣ       ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ)

COM(2005)0119 τελικό της 26.2.2008 – 2007/0143(COD)

Έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με μια πιο διαρθρωμένη προσφυγή στην τεχνική της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων και, κυρίως, το σημείο 9 της εν λόγω συμφωνίας, η συμβουλευτική ομάδα, η οποία αποτελείται από τις αντίστοιχες νομικές υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, συνεδρίασε στις 13 Μαρτίου 2008, με στόχο να εξετάσει, μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα πρόταση που υποβλήθηκε από την Επιτροπή.

Κατά τη συνεδρίαση αυτή(1), η συμβουλευτική ομάδα προέβη σε εξέταση της πρότασης οδηγίας του Συμβουλίου για την αναδιατύπωση της Πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής, της οδηγίας 78/473/EOK του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1978, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων στον τομέα της κοινοτικής συνασφαλίσεως, της οδηγίας 87/344/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ασφάλιση νομικής προστασίας, της Δεύτερης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), της οδηγίας 98/78/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου, της οδηγίας 2001/17/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, της οδηγίας 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής και της οδηγίας 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ.

Η εξέταση αυτή οδήγησε τη συμβουλευτική ομάδα στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι η πρόταση δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές τροποποιήσεις πλην εκείνων που προσδιορίζονται ως τροποποιήσεις. Η ομάδα εργασίας συνήγαγε επίσης ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων μαζί με τις τροποποιήσεις αυτές, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς καμία τροποποίηση της ουσίας τους.

C. PENNERA                                   J.-C. PIRIS                             M. PETITE

Jurisconsultus                                      Νομικός Σύμβουλος              Γενικός Διευθυντής

(1)

Η συμβουλευτική ομάδα είχε στη διάθεσή της την αγγλική, γαλλική και γερμανική έκδοση των προτάσεων και εργάστηκε με βάση την αγγλική, η οποία αποτελεί εν προκειμένω την πρωτότυπη έκδοση του υπό συζήτηση εγγράφου.


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Ασφάλιση και αντασφάλιση - Φερεγγυότητα II (αναδιατύπωση)

Έγγραφα αναφοράς

COM(2008)0119 – C6-0231/2007 – COM(2007)03612007/0143(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

26.2.2008

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

24.9.2007

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

24.9.2007

 

 

 

Εισηγητής(ές)

       Ημερομηνία ορισμού

Peter Skinner

4.7.2006

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

11.4.2007

2.10.2007

18.12.2007

26.2.2008

 

1.4.2008

15.7.2008

22.9.2008

 

Ημερομηνία έγκρισης

7.10.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

22

7

4

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Мариела Величкова Баева, Paolo Bartolozzi, Pervenche Berès, Sebastian Valentin Bodu, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Manuel António dos Santos, Christian Ehler, Elisa Ferreira, José Manuel García-Margallo y Marfil, Jean-Paul Gauzès, Gunnar Hökmark, Karsten Friedrich Hoppenstedt, Sophia in ‘t Veld, Othmar Karas, Wolf Klinz, Christoph Konrad, Andrea Losco, Astrid Lulling, Gay Mitchell, John Purvis, Alexander Radwan, Bernhard Rapkay, Dariusz Rosati, Eoin Ryan, Antolín Sánchez Presedo, Salvador Domingo Sanz Palacio, Peter Skinner, Margarita Starkevičiūtė, Ivo Strejček, Ieke van den Burg, Cornelis Visser

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Piia-Noora Kauppi, Werner Langen, Thomas Mann, Биляна Илиева Раева, Karl von Wogau

Ημερομηνία κατάθεσης

16.10.2008

Τελευταία ενημέρωση: 10 Νοεμβρίου 2008Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου