Διαδικασία : 2008/2154(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0123/2009

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0123/2009

Συζήτηση :

PV 25/03/2009 - 14
CRE 25/03/2009 - 14

Ψηφοφορία :

PV 26/03/2009 - 4.1
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2009)0187

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 231kDOC 180k
9 Μαρτίου 2009
PE 412.315v02-00 A6-0123/2009

σχετικά με τη Λευκή Βίβλο σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ

(2008/2154(INI))

Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

Εισηγητής: Klaus-Heiner Lehne

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη Λευκή Βίβλο σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ

(2008/2154(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής της 2ας Απριλίου 2008 σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ (COM(2008)0165) (Λευκή Βίβλος),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Απριλίου 2007 σχετικά με την Πράσινη Βίβλο σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παράβαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ(1),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 13ης Μαρτίου 2007 σχετικά με τη Στρατηγική της ΕΕ για την πολιτική καταναλωτών 2007-2013 – Ενδυνάμωση των καταναλωτών, προώθηση της ευημερίας τους και αποτελεσματική προστασία τους (COM(2007)0099),

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης(2), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 773/2004 της Επιτροπής της 7ης Απριλίου 2004 σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ(3) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων («κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων»)(4),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ)(5), καθώς και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 622/2008 της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 2008 για τροποποίηση του κανονισμού ΕΚ αριθ. 773/2004 της Επιτροπής σχετικά με τη διεξαγωγή των διαδικασιών διευθέτησης διαφορών σε υποθέσεις συμπράξεων(6),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0123/2009),

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική ανταγωνισμού αυξάνει τις οικονομικές επιδόσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμβάλλει καθοριστικά στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισαβόνας,

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάνθηκε ότι, για να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του άρθρου 81 της Συνθήκης, τα άτομα και οι επιχειρήσεις μπορούν να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης για ζημία που έχουν υποστεί λόγω παραβίασης των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αγωγές αποζημίωσης αποτελούν ένα μόνο στοιχείο ενός αποτελεσματικού συστήματος ιδιωτικής επιβολής και ότι οι εναλλακτικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών αντιπροσωπεύουν, υπό τις κατάλληλες περιστάσεις, μια αποτελεσματική εναλλακτική λύση αντί της συλλογικής προσφυγής, προσφέρουν δίκαιη και ταχεία εξωδικαστική διευθέτηση και πρέπει να ενθαρρυνθούν,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θέματα με τα οποία ασχολείται η Λευκή Βίβλος αφορούν όλες τις κατηγορίες θυμάτων, όλα τα είδη παραβιάσεων των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ και όλους τους τομείς της οικονομίας,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε πρόταση σχετικά με την καθιέρωση μηχανισμών συλλογικής προσφυγής για παραβίαση των κοινοτικών αντιμονοπωλιακών κανόνων θα έπρεπε να συνοδεύει και όχι να υποκαθιστά εναλλακτικές μορφές προστασίας που ήδη υφίστανται σε ορισμένα κράτη μέλη (βλ. π.χ. τις αγωγές μέσω εκπροσώπου και τις αποκαλούμενες test cases -υποθέσεις που δημιουργούν προηγούμενο),

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η άσκηση αγωγών αποζημίωσης πρέπει να αποσκοπεί στην πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί το θύμα και ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της εξωσυμβατικής αστικής ευθύνης που απαγορεύουν τον αθέμιτο πλουτισμό και την πολλαπλή αποζημίωση και αποτρέπουν την αποζημίωση με χαρακτήρα κύρωσης,

Ζ.  εκτιμώντας ότι, παρ’ όλο που η επιβολή της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού υπάγεται στο δημόσιο δίκαιο και ασκούνται σχετικά λίγες αγωγές ιδιωτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη λάβει ή σκοπεύουν να λάβουν μέτρα για να διευκολυνθεί η άσκηση αγωγών αποζημίωσης από ιδιώτες σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΚ,

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι η άσκηση αγωγών από ιδιώτες πρέπει να συμπληρώνει και να στηρίζει, αλλά όχι να αντικαθιστά, την επιβολή της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας από τις αρμόδιες αρχές και ότι πρέπει να αυξηθούν οι ικανότητες των αρχών ανταγωνισμού σε ό,τι αφορά ανθρώπινους και χρηματοδοτικούς πόρους, ώστε να είναι σε θέση να διώκουν πιο αποτελεσματικά παραβιάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας,

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο επίλυσης μιας διαφοράς, πρέπει απαραιτήτως να καθιερωθούν διαδικασίες και εχέγγυα για να εξασφαλιστεί ότι όλα τα μέρη θα τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης, καθώς και ότι δεν θα γίνεται κατάχρηση του συστήματος αυτού, όπως έχει συμβεί σε άλλες έννομες τάξεις, και ιδίως στις ΗΠΑ,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή οφείλει, σε οποιαδήποτε πρόταση που δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, να τηρεί τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας,

1.  επιδοκιμάζει τη Λευκή Βίβλο και υπογραμμίζει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού της ΕΚ, και ειδικότερα η αποτελεσματική επιβολή τους, απαιτούν να έχουν τα θύματα παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ το δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας που υπέστησαν·

2.  διαπιστώνει ότι, μέχρι σήμερα, η Επιτροπή δεν έχει καθορίσει τη νομική βάση των προτεινόμενων μέτρα και ότι χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω ο προσδιορισμός νομικής βάσης όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις στις εθνικές διαδικασίες εξωσυμβατικής αποζημίωσης και στο εθνικό δικονομικό δίκαιο·

3.  θεωρεί ότι κατά την άσκηση αγωγών αποζημίωσης, όχι μόνο στο πλαίσιο της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ αλλά και σε άλλους τομείς, όπως π.χ. στην περίπτωση της «ευθύνης προϊόντος» καθώς και σε άλλα θέματα σχετικά με τους καταναλωτές, προκύπτουν ορισμένα εμπόδια στην αποτελεσματική αποζημίωση των θυμάτων παραβιάσεων της κοινοτικής αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, όπως οι μαζικές και διάσπαρτες ζημίες, η ασυμμετρία πληροφόρησης και διάφορα άλλα προβλήματα·

4.  υπενθυμίζει ότι οι μεμονωμένοι καταναλωτές, αλλά και οι μικρές επιχειρήσεις, ιδίως όσες έχουν υποστεί σποραδικές και σχετικά χαμηλής αξίας ζημίες, συχνά αποθαρρύνονται να ασκήσουν μεμονωμένη αγωγή για αποζημίωση λόγω του κόστους, των καθυστερήσεων, της αβεβαιότητας, των κινδύνων και των επιβαρύνσεων που συνεπάγεται αυτή η διαδικασία· υπογραμμίζει σε αυτό το πλαίσιο ότι η συλλογική προσφυγή, που επιτρέπει την ομαδοποίηση των μεμονωμένων αγωγών που υποβάλλονται από θύματα παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ και βελτιώνει τη δυνατότητά τους για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, αποτελεί σημαντικό μέσο αποτροπής· επιδοκιμάζει από την άποψη αυτή τις προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με τη θέσπιση μηχανισμών για τη βελτίωση των συλλογικών προσφυγών με ταυτόχρονη αποφυγή την καθ’ υπερβολήν προσφυγής σε ένδικα μέσα·

5.  υπενθυμίζει ότι, στα τέλη του 2008, η Γενική Διεύθυνση Υγείας και Καταναλωτών της Επιτροπής δημοσίευσε τα αποτελέσματα δύο μελετών σχετικά με τους μηχανισμούς συλλογικής επανόρθωσης στα κράτη μέλη και τα ενδεχόμενα εμπόδια που συνεπάγονται για την εσωτερική αγορά, τα οποία προκύπτουν λόγω των διαφορετικών νομοθετικών διατάξεων των κρατών μελών· επιπλέον, επισημαίνει ότι η Επιτροπή εξέδωσε Πράσινη Βίβλο σχετικά με τις εναλλακτικές επιλογές δράσης της Κοινότητας στον τομέα του δικαίου της προστασίας των καταναλωτών και ότι έχει εξαγγείλει την δημοσίευση μιας άλλης μελέτης πολιτικής το 2009· τονίζει ότι η λήψη μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο δεν πρέπει να επιφέρει αυθαίρετο και περιττό κατακερματισμό του εθνικού δικονομικού δικαίου και ότι, για το λόγο αυτό, πρέπει να εξετασθεί προσεκτικά το αν και κατά πόσον θα πρέπει να επιλεγεί μια οριζόντια ή ολοκληρωμένη προσέγγιση προκειμένου να διευκολυνθούν οι μηχανισμοί εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών και η άσκηση των αγωγών αποζημίωσης· ως εκ τούτου, καλεί την Επιτροπή να προβεί στην εξέταση των ενδεχόμενων νομικών βάσεων και της σειράς ενεργειών για μια οριζόντια ή ολοκληρωμένη προσέγγιση, που δεν θα βασίζεται όμως κατ’ ανάγκη σε μία μόνο οριζόντια νομοθετική πράξη, και εν τω μεταξύ να απόσχει από την υποβολή οποιασδήποτε πρότασης σχετικά με μηχανισμό συλλογικών προσφυγών για τα θύματα παραβιάσεων του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΚ αν δεν επιτραπεί στο Κοινοβούλιο να συμμετάσχει στην έγκριση αυτή στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης·

6.  σημειώνει ότι οι αξιώσεις αποζημίωσης για παραβιάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΚ πρέπει να αντιμετωπισθούν στο μέτρο του δυνατού με συνεκτικό τρόπο σε σχέση με τις άλλες εξωσυμβατικές αξιώσεις, πιστεύει ότι μια οριζόντια ή ολοκληρωμένη προσέγγιση θα μπορούσε να καλύψει δικονομικούς κανόνες που είναι κοινοί στους μηχανισμούς συλλογικής προσφυγής σε διάφορες περιοχές του δικαίου, και τονίζει ότι η προσέγγιση αυτή δεν πρέπει να καθυστερήσει ή να αποτρέψει την επεξεργασία προτάσεων ή μέτρων που θεωρούνται απαραίτητα για την πλήρη επιβολή του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΚ· σημειώνει περαιτέρω την μεγαλύτερης διεξοδικότητας ανάλυση της αγωγής αποζημίωσης στο δίκαιο ανταγωνισμού και του προχωρημένου πλαισίου για τις αρχές ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, και ότι, τουλάχιστον ως προς ορισμένα ζητήματα, αυτό δικαιολογεί να προχωρήσουμε γρήγορα, λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα από τα σχεδιαζόμενα μέτρα θα μπορούσαν να επεκταθούν σε τομείς πέραν του ανταγωνισμού· πιστεύει ότι θα μπορούσαν ήδη να προταθούν τέτοιοι τομεακοί κανόνες, συνεκτιμωμένων των ιδιαίτερων περιπλοκών και δυσκολιών που συναντούν τα θύματα παραβιάσεων του δικαίου ανταγωνισμού·

7.  επισημαίνει ότι είναι επιθυμητή η επίτευξη ενός «άπαξ διά παντός» συμβιβασμού για τους εναγομένους, προκειμένου να περιοριστεί η αβεβαιότητα και οι ενδεχόμενες υπερβολικές οικονομικές επιπτώσεις για τους εργαζομένους, τους προμηθευτές, τους υπεργολάβους και άλλα αθώα μέρη· ζητεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης μιας διαδικασίας επίλυσης διαφορών για τις συλλογικές αγωγές, η οποία να μπορεί είτε να ενεργοποιείται από τους αντιδίκους πριν από την άσκηση νόμιμης προσφυγής είτε να διατάσσεται από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται η προσφυγή, με στόχο την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς μέσω της επιζήτησης της δικαστικής επικύρωσης μιας συμβιβαστικής συμφωνίας η οποία θα μπορεί να κηρύσσεται δεσμευτική για όλα τα θύματα που έχουν συμμετάσχει στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς· τονίζει ότι η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να επιφέρει υπερβολική επιμήκυνση της δικαστικής διαδικασίας ούτε να προωθεί μια άδικη διευθέτηση των αξιώσεων· καλεί την Επιτροπή να αναζητήσει τρόπους για την επίτευξη μεγαλύτερης βεβαιότητας, μεταξύ άλλων αξιολογώντας κατά πόσον θα πρέπει κανονικά να αναμένεται ότι οποιοιδήποτε μεταγενέστεροι ενάγοντες θα μπορούν να κάνουν χρήση του αποτελέσματος της συλλογικής διευθέτησης και μόνον αυτού·

8.  εκτιμά ότι, στις περιπτώσεις αυτοτελών ή παρεπόμενων αγωγών, πρέπει να υπάρχει στη διάθεση των άμεσων και έμμεσων αγοραστών μεμονωμένη ή συλλογική αγωγή ή αγωγή μέσω εκπροσώπων, η οποία θα μπορεί να εισαχθεί και ωε υπόθεση που δημιουργεί προηγούμενο ('test' case), αλλά, για να αποφευχθούν πολλαπλές αγωγές του ίδιου μέρους για την ίδια αιτία, η επιλογή μιας θεμελίωσης της αγωγής από ένα μέρος πρέπει να αποκλείει να χρησιμοποιήσει το μέρος αυτό άλλη θεμελίωση είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά· πιστεύει ότι, σε περίπτωση που διάφορα μέρη ασκούν χωριστές αγωγές, πρέπει να γίνεται προσπάθεια συνεξέτασης ή διαδοχικής εξέτασης·

9.  θεωρεί ότι, προς αποφυγή καταχρηστικών αντιδικιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναγνωρίσουν σε δημόσια όργανα, όπως ο διαμεσολαβητής, ή σε νομιμοποιούμενους φορείς, όπως οι ενώσεις καταναλωτών, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 98/27/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1998 περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών(7), το έννομο συμφέρον για την άσκηση αγωγής και ότι η ad hoc εξουσιοδότηση για την άσκηση τέτοιων αγωγών θα πρέπει κυρίως να αφορά τους εμπορικούς συλλόγους που κινούν διαδικασίες αγωγών αποζημίωσης για λογαριασμό επιχειρήσεων·

10. θεωρεί ότι στην περίπτωση συλλογικής αγωγής είναι απαραίτητος ο σαφής προσδιορισμός των μελών της ομάδας προσώπων που μπορεί να συμμετέχει· και ότι ο προσδιορισμός των μελών μιας τέτοιας ομάδας στην περίπτωση συλλογικής κατ’ επιλογήν αγωγής και στην περίπτωση αγωγής μέσω εκπροσώπων οι οποίες ασκούνται από νομιμοποιούμενους φορείς που είτε έχουν προσδιοριστεί επίσημα εκ των προτέρων είτε καθορίζονται ad hoc, πρέπει να πραγματοποιείται εντός σαφώς καθορισμένης χρονικής περιόδου χωρίς περιττή αναβολή, με την επιφύλαξη υπάρχουσας νομοθεσίας που προβλέπει μεταγενέστερη ημερομηνία· υπογραμμίζει ότι πρέπει να αποζημιώνεται μόνον η πραγματικά προκληθείσα ζημία· επισημαίνει ότι, σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής, το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται πρέπει να καταβάλλεται στην προσδιορισμένη ομάδα προσώπων ή τον εκπρόσωπό της, και, σε κάθε περίπτωση, ο νομιμοποιούμενος φορέας να μπορεί να αποζημιωθεί για τα έξοδά του μόνο κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και να μη μπορεί ούτε άμεσα ούτε έμμεσα να εισπράττει αποζημίωση·

11. τονίζει ότι, σε περίπτωση επιτυχίας μιας μεμονωμένης αγωγής, δεν αποκλείεται η μεταγενέστερη δίωξη της παραβίασης της κοινοτικής αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας από δημόσιους φορείς· επαναλαμβάνει επίσης ότι, προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι επιχειρήσεις να αποζημιώνουν τα θύματα των παράνομων ενεργειών τους όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και αποτελεσματικά, οι αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την καταβληθείσα ή καταβλητέα αποζημίωση κατά τον καθορισμό των προστίμων που επιβάλλονται στην επιχείρηση· σημειώνει ωστόσο ότι αυτό ασφαλώς δεν θα πρέπει να συγκρούεται ούτε με το δικαίωμα του θύματος για πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ούτε με την ανάγκη διατήρησης του αποτρεπτικού σκοπού των προστίμων, και ότι δεν πρέπει να οδηγεί σε μακρά αβεβαιότητα όσον αφορά το αμετάκλητο της επίλυσης της διαφοράς για τις εταιρίες· καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να ενσωματώσουν ρητώς στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 αυτές τις αρχές επιβολής προστίμων και να τις βελτιώσουν και συγκεκριμενοποιήσουν περισσότερο, ώστε να συμμορφώνονται προς τις γενικές αρχές της νομοθεσίας·

12. παρατηρεί ότι μια εκ πρώτης όψεως εκτίμηση της βασιμότητας της συλλογικής αγωγής θα πρέπει να αποτελεί ένα προκαταρκτικό στάδιο, και υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να παρέχεται ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη μεταχείριση σε όσους υποβάλλουν συλλογική αγωγή από ό,τι σε μεμονωμένους προσφεύγοντες· ζητεί, στο πλαίσιο των μηχανισμών συλλογικών προσφυγών, να ισχύσει η αρχή σύμφωνα με την οποία ο ενάγων οφείλει να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του, εφόσον η αντίστοιχη εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει διευκολύνσεις ως προς το βάρος της απόδειξης ή διευκόλυνση της πρόσβασης σε πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία που τηρούνται από τον εναγόμενο·

13. ζητεί να υποχρεούται η Επιτροπή να επιτρέπει στα θύματα των παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας πρόσβαση στις πληροφορίες που απαιτούνται για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, και τονίζει ότι το άρθρο 255 της Συνθήκης ΕΚ και ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1049/2001 θεσπίζει το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων, τα οποία μπορούν να αρνηθούν αυτήν την πρόσβαση μόνο υπό τους όρους που περιλαμβάνει ο εν λόγω κανονισμός και συγκεκριμένα το άρθρο 4 του κανονισμού· θεωρεί επομένως ότι η Επιτροπή οφείλει να ερμηνεύσει αναλόγως τον κανονισμό (ΕΚ αριθ. 1049/2001, ή να προτείνει την τροποποίησή του· υπογραμμίζει ότι, όταν οι αρχές επιτρέπουν την πρόσβαση σε φακέλους, πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην προστασία του επιχειρηματικού και επαγγελματικού απορρήτου του εναγομένου ή τρίτων και ότι απαιτούνται κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση των αιτήσεων επιεικούς μεταχείρισης·

14. θεωρεί ότι το εθνικό δικαστήριο δεν πρέπει να δεσμεύεται από την απόφαση μιας εθνικής αρχής ανταγωνισμού άλλου κράτους μέλους, με την επιφύλαξη των κανόνων που προβλέπουν δεσμευτική ισχύ των αποφάσεων που εκδόθηκαν από ένα μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού για την ίδια παράβαση κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης· παρατηρεί ότι τα προγράμματα κατάρτισης και ανταλλαγής πρέπει να οδηγούν σε σύγκλιση των αποφάσεων, προκειμένου η αποδοχή των αποφάσεων των εθνικών αρχών ανταγωνισμού να καταστεί κανόνας·

15. υπογραμμίζει ότι, κατά κανόνα, προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης πρέπει να είναι η ύπαρξη πταίσματος και, συνεπώς, η απόδειξη ότι η παραβίαση της κοινοτικής αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας διαπράχθηκε τουλάχιστον εξ αμελείας, εκτός εάν υπάρχει αμάχητο ή μαχητό τεκμήριο υπαιτιότητας στο εθνικό δίκαιο σε περίπτωση παραβίασης του δικαίου ανταγωνισμού της ΕΚ, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεπής και συνεκτική επιβολή του δικαίου ανταγωνισμού·

16. επικροτεί το γεγονός ότι η αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση των ζημιών, συμπεριλαμβανομένων των επιπλέον επιβαρύνσεων, καθώς και στην αποζημίωση για το διαφυγόν κέρδος συμπεριλαμβανομένων των τόκων, και ζητεί τη θέσπιση αυτής της έννοιας της αποζημίωσης για τους μηχανισμούς συλλογικής προσφυγής σε κοινοτικό επίπεδο·

17. επιδοκιμάζει τις εργασίες της Επιτροπής για την κατάρτιση ενός πλαισίου με μη δεσμευτικές κατευθύνσεις για τον υπολογισμό των ζημιών, που θα ήταν χρήσιμο να περιλαμβάνει κατευθύνσεις σχετικά με τις απαιτούμενες πληροφορίες για τους υπολογισμούς και την εφαρμογή τους σε μηχανισμούς χρησιμοποίησης εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών, όταν αυτό είναι δυνατόν·

18. υπογραμμίζει ότι είναι εύλογο να αναπτυχθεί μια κοινή προσέγγιση ως προς τη μετακύλιση σε επίπεδο ΕΚ και επικροτεί το παραδεκτό της μετακύλισης της επιπλέον επιβάρυνσης ως αμυντικού ισχυρισμού, υπογραμμίζει ότι, κατά βάση, ο υπερασπιστικός ισχυρισμός πρέπει να αποδειχθεί από εκείνον που το επικαλείται, μολονότι τα δικαστήρια μπορούν να καταφύγουν σε εδραιωμένους εθνικούς κανόνες όσον αφορά τη σχέση αιτιώδους συνάφειας και υπαιτιότητας για την απόδοση δικαιοσύνης σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση· εισηγείται να προταθούν κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τον βαθμό στον οποίο ο έμμεσος αγοραστής, και ειδικότερα ο τελευταίος έμμεσος αγοραστής, μπορεί να επικαλείται το μαχητό τεκμήριο ότι η παράνομη επιβάρυνση μετακυλίσθηκε εξ ολοκλήρου στη δική του βαθμίδα·

19. επιδοκιμάζει το γεγονός ότι, σε περίπτωση συνεχιζόμενης ή επαναλαμβανόμενης παραβίασης, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει την ημέρα κατά την οποία παύει η παραβίαση ή κατά την οποία μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι έγινε αντιληπτή η παραβίαση από το θύμα, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι υστερότερη· τονίζει ότι οι διατάξεις όσον αφορά την παραγραφή αυξάνουν την ασφάλεια δικαίου και, συνεπώς, σε περίπτωση που δεν κινείται δημόσια διαδικασία ούτε ασκείται ιδιωτική αγωγή, πρέπει να ισχύει μια προθεσμία παραγραφής πέντε ετών· περαιτέρω, επικροτεί το γεγονός ότι η διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής για αυτοτελείς αγωγές καθορίζεται σε συνάρτηση με τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, και ζητεί αυτή η διάταξη να εφαρμοστεί και για τις παρεπόμενες αγωγές· σημειώνει ότι η νομοθεσία των κρατών μελών περί αναστολής ή διακοπής της προθεσμίας παραγραφής δεν επηρεάζεται ·

20. επιδοκιμάζει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη πρόκειται να καθορίσουν δικούς τους κανόνες για τον καταμερισμό των εξόδων· θεωρεί ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να αξιολογήσουν κατά πόσον διασφαλίζεται ότι η ασυμμετρία πόρων μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου σε δικαστικές διαδικασίες δεν θα λειτουργεί αποτρεπτικά για την άσκηση καλά τεκμηριωμένων αγωγών αποζημίωσης, και επισημαίνει ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη πρέπει να εξισορροπείται με τη βοήθεια ισχυρών μέτρων για την πρόληψη της κατάχρησης, π.χ. με επιπόλαιες, καταπιεστικές ή εκβιαστικές αγωγές·

21. επισημαίνει ότι το πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης συμβάλλει σημαντικά στην αποκάλυψη παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, καθιστώντας μάλιστα έτσι δυνατή την άσκηση αγωγών από ιδιώτες, και ζητεί την εξέταση τρόπων για να διατηρηθεί η ελκυστικότητα του προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης· υπογραμμίζει ότι, παρά τη σπουδαιότητα της εφαρμογής του προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, η πλήρης εξαίρεση των συνεργαζόμενων μαρτύρων από την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη είναι αντίθετη προς το σύστημα και, για τον λόγο αυτόν, απορρίπτει κατηγορηματικά την εξαίρεση αυτή ως επιζήμια για πολλά θύματα ζημιών·

22. καλεί την Επιτροπή, προκειμένου να μην αποδυναμώνεται αλλά αντίθετα να στηρίζεται το δικαίωμα των θυμάτων να ασκούν αγωγή αποζημίωσης, να αποφεύγει την εγκατάλειψη των διαδικασιών κατά συμπράξεων και παραβιάσεων των κανόνων ανταγωνισμού και να ολοκληρώνει κανονικά όλες αυτές τις διαδικασίες με τη λήψη σαφούς απόφασης·

23. επιμένει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να συμμετέχει, στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης, σε όλες τις νομοθετικές προτάσεις που εκπονούνται στον τομέα των μηχανισμών συλλογικής προσφυγής·

24. ζητεί να προηγείται της οποιασδήποτε νομοθετικής πρότασης μια ανεξάρτητη ανάλυση της σχέσης κόστους-οφέλους·

21. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών και στους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο.

(1)

ΕΕ C 74 Ε, 20.3.2008, σ. 653.

(2)

ΕΕ L 1, 4.1.2003, σ. 1.

(3)

ΕΕ L 123, 27.4.2004, σ. 18.

(4)

ΕΕ L 24, 29.1.2004, σ. 1.

(5)

ΕΕ C 298, 8.12.2006, σ. 17.

(6)

ΕΕ L 171, 1.7.2008, σ. 3.

(7)

ΕΕ L 166, 11.6.1998, σ. 51.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ο εισηγητής επιδοκιμάζει το γεγονός ότι στην παρούσα Λευκή Βίβλο η Επιτροπή έχει αποστασιοποιηθεί από πλήθος προτάσεων που περιέχονται στο Πράσινο Βιβλίο του 2005, οι οποίες θα οδηγούσαν σε «αμερικανοποίηση» της επιβολής της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς στην Ευρώπη. Κατά την κατάρτιση της παρούσας έκθεσης, ο εισηγητής στηρίζεται στο εξής αξίωμα: κάθε θύμα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αποζημιώνεται για τη ζημία που υπέστη· ωστόσο, κατά κανόνα, οι συλλογικές αγωγές δεν πρέπει να ευνοούνται έναντι των ατομικών αγωγών.

Ο εισηγητής αμφιβάλλει για την ανεπαρκή ανάπτυξη των μηχανισμών επιβολής της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς στα κράτη μέλη, δεδομένου ότι μετά τη σχετική νομολογία του ΔΕΚ πολλά κράτη μέλη έχουν ενισχύσει την επιβολή της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς (private enforcement). Ωστόσο, πρέπει να εξακολουθήσει να δίνεται προτεραιότητα στη δημόσια επιβολή της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ, δεδομένου ότι οι αρχές ανταγωνισμού έχουν στη διάθεσή τους διερευνητικά μέσα δημοσίου δικαίου που δεν μπορούν να μεταβιβαστούν σε ιδιωτικούς φορείς· συνεπώς, η επιβολή της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς λειτουργεί συμπληρωματικά.

Επιπλέον, ο εισηγητής αμφισβητεί την αρμοδιότητα της Επιτροπής όσον αφορά τις διατυπωθείσες προτάσεις. Ασφαλώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίξει τα μέτρα που προτείνει στον τομέα του εθνικού δικαίου αποζημιώσεων και του δικονομικού δικαίου στο άρθρο 83 της Συνθήκης. Πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς αν και κατά πόσον μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα άρθρα 95 και 65 της Συνθήκης.

Το ζήτημα της αρμοδιότητας τίθεται και σε ό,τι αφορά τη θέσπιση ενός οριζόντιου μέσου. Ο εισηγητής προτείνει να αναμένουμε την ανακοίνωση της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας και Καταναλωτών με θέμα τους συλλογικούς μηχανισμούς επιβολής της νομοθεσίας προτού ξεκινήσει η συζήτηση σχετικά με τη θέσπιση οριζόντιου μέσου για τους συλλογικούς μηχανισμούς επιβολής της νομοθεσίας. Η εν λόγω ανακοίνωση θα στηριχθεί σε δύο μελέτες, στις οποίες παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τους υφιστάμενους μηχανισμούς συλλογικής επιβολής της νομοθεσίας στα κράτη μέλη και τα ενδεχόμενα εμπόδια που προκύπτουν για την εσωτερική αγορά λόγω των διαφορετικών εθνικών νομοθεσιών. Τα προβλήματα που περιγράφει η Επιτροπή στον τομέα της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας απαντώνται και σε άλλους τομείς· ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να μην υιοθετηθούν τομεακές κανονιστικές ρυθμίσεις. Θα πρέπει μάλλον να αξιολογηθεί προσεκτικά αν και κατά πόσον είναι σκόπιμη μια οριζόντια προσέγγιση για να βελτιωθούν οι δυνατότητες επιβολής της νομοθεσίας στην Ευρώπη. Όλα τα μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να στοχεύουν στην αποφυγή του κατακερματισμού του δικονομικού δικαίου.

Ο εισηγητής συμπεραίνει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι οι έμμεσοι αγοραστές πρέπει επίσης να έχουν το δικαίωμα άσκησης αγωγής. Για την παρακολούθηση της πορείας της αξίωσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι αγωγές μέσω εκπροσώπων ή/και οι συλλογικές αγωγές με τη μορφή της αυτοτελούς αγωγής (stand-alone) ή της παρεπόμενης αγωγής (follow-on).

Οι αγωγές μέσω εκπροσώπων μπορούν να ανατίθενται σε νομιμοποιούμενους φορείς. Ο εισηγητής εκτιμά ότι ο νομιμοποιούμενος φορέας πρέπει προσδιοριστεί κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 98/27/ΕΚ σχετικά με τις αγωγές παραλείψεως. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να αποτραπούν οι καταχρηστικές δικαστικές προσφυγές. Οι ad hoc εξουσιοδοτήσεις πρέπει να εξεταστούν κατά κύριο λόγο για τους εκπροσώπους που ασκούν αγωγές αποζημίωσης για λογαριασμό επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν πέσει θύματα παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Ειδικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πλήττονται από παραβιάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΕ στον ίδιο βαθμό όπως οι καταναλωτές.

Ο εισηγητής ζητεί όμως στις αγωγές μέσω εκπροσώπων να συμμετέχει μόνο μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα προσώπων· η αναγνωρισιμότητα δεν επαρκεί. Πρέπει επιπλέον να αποσαφηνιστεί, ότι, όταν ασκείται η προσφυγή, πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η εξακρίβωση της ταυτότητας. Στη Λευκή Βίβλο υπονοείται ότι οι αγωγές μέσω εκπροσώπων πρέπει να διαμορφωθούν κατά το πρότυπο των κατ’ επιλογή συλλογικών αγωγών, το οποίο, για συνταγματικούς λόγους, θα ήταν ανεπίτρεπτο σε πολλά κράτη μέλη. Η εξακρίβωση της ταυτότητας είναι απολύτως απαραίτητη για τον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσας αποζημίωσης και την κατανομή αυτής.

Η αποκατάσταση πρέπει να αφορά τις πραγματικά προκληθείσες ζημίες. Το δόγμα cy-pres που απορρέει από το κοινοτικό δίκαιο (κατανομή όσο το δυνατόν εγγύτερα) αντιβαίνει σε αυτή την αρχή, δεδομένου ότι δεν καταβάλλεται αποζημίωση για την πραγματικά προκληθείσα ζημία. Μέρη της ζητηθείσας αποζημίωσης δεν πρέπει να καταλήγουν στους εκπροσώπους, καθότι έτσι ενισχύονται τα κίνητρα των εκπροσώπων για ενδεχόμενες αδικαιολόγητες αγωγές, γεγονός που αντιτίθεται στην έννοια της αποκατάστασης. Τα έξοδα για τη δικαστική αντιπαράθεση μπορούν να επιστρέφονται.

Ο εισηγητής τάσσεται υπέρ του παραδεκτού των κατ’ επιλογή συλλογικών αγωγών. Η Επιτροπή πρέπει να καθορίσει ακριβή κριτήρια· λόγου χάρη, το ότι μέχρι το χρονικό σημείο άσκησης της αγωγής πρέπει να έχει δηλωθεί η επιλογή συμμετοχής (opt-in). Επιπλέον, η επιλογή του μέσου προσφυγής πρέπει να αποκλείει την πρόσβαση στα υπόλοιπα μέσα, έτσι ώστε ο ενάγων να μην λαμβάνει αποζημίωση περισσότερες από μία φορά για την ίδια ζημία.

Με την παρούσα πρόταση, η Επιτροπή επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί από την αρχή που θεσπίζεται και στο άρθρο 2 του κανονισμού αριθ. 1/2003, σύμφωνα με την οποία η απόδειξη της παράβασης βαρύνει το μέρος που ισχυρίζεται την παράβαση. Ωστόσο, ο εναγόμενος δεν μπορεί να υποχρεώνεται να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για τον ενάγοντα. Αφενός δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι υπάρχει ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου· ιδίως σε δικονομικές καταστάσεις αυτό είναι σύνηθες. Ειδικά όσον αφορά το θέμα της πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία είναι πολύ σημαντικό να μην παρέχεται ευνοϊκότερη μεταχείριση σε όσους ασκούν συλλογικές αγωγές έναντι των ατομικών αγωγών. Αντί να καθιερωθούν νέες υποχρεώσεις γνωστοποίησης, θα ήταν σκόπιμο τα κράτη μέλη να αποφασίζουν σχετικά με την πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία βάσει των διατάξεων της εθνικής τους νομοθεσίας. Αυτή η προσέγγιση δεν συνεπάγεται τον κίνδυνο αναζήτησης της ευνοϊκότερης δωσιδικίας («forum shopping»), δεδομένου ότι οι εκτεταμένες υποχρεώσεις γνωστοποίησης αυξάνουν υπερβολικά το κόστος της δίκης και αποτελούν αντικίνητρο για την άσκηση αγωγών. Στην περίπτωση των παρεπόμενων αγωγών πρέπει να εξασφαλιστεί στα θύματα το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα της Επιτροπής, εκτός και αν αυτό θέτει σε κίνδυνο συμφέροντα άξια να προστατευτούν. Ο εισηγητής θεωρεί ότι αυτό το δικαίωμα απορρέει από το άρθρο 255 της Συνθήκης ΕΚ και από τον κανονισμό περί διαφάνειας 1049/2001 και δεν περιορίζεται από την πρόταση τροποποίησης COM (2008) 229.

Ο εισηγητής εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το δεσμευτικό αποτέλεσμα αποφάσεων μιας εθνικής αρχής ανταγωνισμού (ΕΑΑ) αφορά μόνο τη διαπίστωση της παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ. Η ύπαρξη αιτιότητας κ.λπ. πρέπει να αναγνωριστεί από το δικαστήριο που επιλήφθηκε της διαφοράς. Το δεσμευτικό αποτέλεσμα αποφάσεων της Επιτροπής ορίζεται στο άρθρο 16 του κανονισμού 1/2003. Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης στο σχέδιο κανονισμού 1/2003 (COM 2000 (582)) ότι «οι αποφάσεις που μια εθνική αρχή ανταγωνισμού εκδίδει […] δεν παράγουν νομικές συνέπειες εκτός του εδάφους του αντίστοιχου κράτους μέλους». Δεν υπάρχουν προφανείς λόγοι για την παρέκκλιση από την αρχή, σύμφωνα με την οποία η διοικητική απόφαση ενός κράτους μπορεί να έχει ισχύ μόνο στην επικράτειά του. Συνεπώς, οι αποφάσεις των ΕΑΑ μπορούν να έχουν δεσμευτικό αποτέλεσμα μόνον εντός του κράτους. Τα κράτη μέλη όμως έχουν το δικαίωμα να αναγνωρίζουν το δεσμευτικό αποτέλεσμα ΕΑΑ άλλων χωρών.

Ο εισηγητής ζητεί να καθοριστεί τουλάχιστον η εξ αμελείας παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Δεν συντρέχει κανένας λόγος για αποστασιοποίηση από την προϋπόθεση υπαιτιότητας, η οποία εξάλλου αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή της χρηματικής ποινής σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003.

Ο εισηγητής συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής ότι πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωση για τις προκληθείσες ζημίες καθώς και για τα διαφυγόντα κέρδη συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Ωστόσο, δεν πρέπει να υπάρχει υπεραντιστάθμιση, και αυτό δεν πρέπει να αποτελέσει απλώς ένα ελάχιστο πρότυπο, αλλά είναι απαραίτητο να καθοριστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να αποτραπεί η αναζήτηση της ευνοϊκότερης δωσιδικίας («forum shopping»). Μολονότι στην υπόθεση Manfredi το Δικαστήριο αναγνώρισε το παραδεκτό των εθνικών κανόνων για την επιδίκαση αποζημιώσεως με χαρακτήρα κυρώσεως. Αυτή όμως η αναγνώριση ισχύει μόνον «ελλείψει σχετικών κοινοτικών διατάξεων». Ως εκ τούτου, ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να αποκλείσει την επιδίκαση αποζημιώσεων με χαρακτήρα κυρώσεως για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΕ.

Για την ποσοτικοποίηση των ζημίων κρίνεται σκόπιμο να καταρτιστεί ένα πλαίσιο με μη δεσμευτικές κατευθύνσεις. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη, η ποσοτικοποίηση συνεπάγεται σημαντικά προβλήματα, διότι για τον σκοπό αυτόν πρέπει να χρησιμοποιηθούν σύνθετα οικονομικά πρότυπα.

Το ζήτημα όσον αφορά το παραδεκτό της μετακύλισης της επιπλέον επιβάρυνσης δεν θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο γενικής αποτίμησης, δεδομένου ότι, λόγω ανεπαρκών πληροφοριών σχετικά με την αλυσίδα διανομής, οι διάδικοι αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες να αποδείξουν τη μετακύλιση της επιπλέον επιβάρυνσης. Από τη μια πλευρά, ο εισηγητής υποστηρίζει το παραδεκτό του αμυντικού επιχειρήματος, απορρίπτει, ωστόσο, τον κανόνα που προτείνει η Επιτροπή σχετικά με το μαχητό τεκμήριο, βάσει του οποίου η παράνομη επιπλέον επιβάρυνση θα πρέπει εξ ολοκλήρου να μετακυλισθεί στους έμμεσους αγοραστές. Οι ελαφρύνσεις όσον αφορά το βάρος της απόδειξης θα πρέπει να προβλεφθούν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τις προϋποθέσεις των οποίων δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει η Επιτροπή. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχουν επιστημονικές αποδείξεις που να τεκμηριώνουν ότι, κατά κανόνα, η επιπλέον επιβάρυνση μετακυλίεται στους έμμεσους αγοραστές. Πέρα από αυτό, σε περίπτωση αδυναμίας απόδειξης της μετακύλισης εγκυμονεί ο κίνδυνος πολλαπλής επιβάρυνσης του εναγομένου, δεδομένου ότι λόγω του κανόνα του μαχητού τεκμηρίου αναγκάζεται να καταβάλει αποζημίωση στους έμμεσους αγοραστές και, εξαιτίας της αδυναμίας απόδειξης της μετακύλισης, στους άμεσους αγοραστές. Εντούτοις, η τουλάχιστον διπλάσια αποζημίωση ισοδυναμεί με κύρωση, την οποία δύνανται να επιβάλουν μόνο οι δημόσιες αρχές. Ως εκ τούτου, πρέπει να διατηρηθεί η βασική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο αιτών οφείλει να παρουσιάσει τις γενεσιουργές προϋποθέσεις. Με αυτήν τη λύση συνυπολογίζεται η νομολογία του ΔΕΚ, η οποία προβλέπει ότι ο καθένας πρέπει να δικαιούται αποζημίωσης για ζημία που έχει υποστεί. Με τη διατύπωση «καταρχήν» εξασφαλίζονται επαρκή περιθώρια δράσης στα εθνικά δικαστήρια ώστε να εξετάζουν μεμονωμένες περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται πραγματική μετακύλιση (λόγου χάρη για τις λεγόμενες συμβάσεις cost-plus [κόστος κτήσης συν το κέρδος]. Επιπλέον, όπως αναφέρει η Επιτροπή στο έγγραφο εργασίας υπό το σύνθημα «απόσταση» (αριθμός περιθωρίου 205), τα δικαστήρια πρέπει να διατηρούν την ευχέρεια να προσαρμόζουν δεόντως την κατανομή των επιμέρους στοιχείων της αποζημίωσης.

Ο εισηγητής συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής ότι, σε περίπτωση συνεχιζόμενης ή επαναλαμβανόμενης παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, η προθεσμία παραγραφής ξεκινά την ημέρα κατά την οποία παύει η παραβίαση και όταν ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή έγινε αντιληπτή. Πρέπει άλλωστε να ληφθεί υπόψη ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει παραγραφή μιας αξίωσης χωρίς να έχει γίνει αντιληπτή η παραβίαση. Αυτό δεν μπορεί να είναι ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, διότι η παραγραφή θα πρέπει να εξασφαλίζει ασφάλεια δικαίου. Ως εκ τούτου, πρέπει να καθοριστεί μια απόλυτη προθεσμία παραγραφής δέκα ετών. Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι ο καθορισμός της προθεσμίας παραγραφής για τις αυτοτελείς αγωγές πρέπει να βασίζεται στην εθνική νομοθεσία. Για τις παρεπόμενες αγωγές δεν υπάρχουν προφανείς λόγοι που επιβάλλουν τον καθορισμό προθεσμίας παραγραφής, τουλάχιστον δύο ετών· συνεπώς, και στην προκειμένη περίπτωση, η προθεσμία παραγραφής πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο της εθνικής νομοθεσίας. Τέλος, κρίνεται επαρκής η αναστολή της παραγραφής κατά τη διάρκεια της δημόσιας διαδικασίας για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, δεν είναι απαραίτητη η έναρξη νέας προθεσμίας. Η αναστολή της παραγραφής δεν συνεπάγεται για τα θύματα κίνδυνο απώλειας δικαιώματος, αντιθέτως, ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και εξασφαλίζει τη δικαιική ειρήνη.

Όπως και η Επιτροπή, ούτε ο εισηγητής επιθυμεί την τροποποίηση των εθνικών διατάξεων για τον καταμερισμό του κόστους, δεδομένου ότι η δοκιμασμένη αρχή που επικρατεί στα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οποία «ο ηττώμενος πληρώνει», διαδραματίζει αποτρεπτικό ρόλο σε υποθέσεις χωρίς ισχυρό έρεισμα. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να προσαρμόζουν τις διατάξεις σχετικά με το κόστος μέσω κανόνων ενδοτικού δικαίου. Επίσης, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να θεσπίσει πρότυπα σχετικά με τη χρηματοδότηση των αγωγών αποζημίωσης, καθότι αυτό θα προωθούσε μια ανεπιθύμητη βιομηχανία αγωγών.

Ο εισηγητής αναγνωρίζει ότι το πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης συμβάλλει καθοριστικά στην αποκάλυψη παραβιάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, καθιστώντας έτσι δυνατή την επιβολή της νομοθεσίας από ιδιωτικούς φορείς. Για τον λόγο αυτόν πρέπει να καταρτιστούν κριτήρια σχετικά με το πώς μπορεί να διασφαλιστεί η ελκυστικότητα των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αποκατάστασης. Λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα αυτού του θέματος, δεν μπορούν να αναζητηθούν βιαστικές λύσεις. Επίσης, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της συμβατότητας των προτάσεων της Λευκής Βίβλου με την πρόταση σχετικά με τη νέα διαδικασία διευθέτησης διαφορών.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (3.12.2008)

προς την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

σχετικά με τη Λευκή Βίβλο για τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ

(2008/2154(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Gabriela Creţu

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  καλεί την Επιτροπή, για να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου και για την καλύτερη προστασία των καταναλωτών, να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής του κατάλληλου συνδυασμού νομοθετικών και μη νομοθετικών προτάσεων που θα επιτρέπουν την πρόσβαση σε πλήρη αποζημίωση σε οποιονδήποτε υφίσταται ζημία εξαιτίας παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας·

2.  χαιρετίζει τον συνδυασμό προτάσεων της Επιτροπής όσον αφορά τις αγωγές μέσω εκπροσώπων που ασκούνται από νομιμοποιούμενους φορείς όπως είναι οι ενώσεις καταναλωτών, κυβερνητικά όργανα ή επαγγελματικά σωματεία από κοινού με τη δυνατότητα άσκησης συλλογικών αγωγών με ρήτρα προαιρετικής συμμετοχής (opt-in), κάτι που θα βοηθήσει στην εξασφάλιση της αποζημίωσης για το μεγαλύτερο μέρος των θυμάτων· θεωρεί, ωστόσο, ότι θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στην άσκηση συλλογικών αγωγών, οι οποίες έχουν το πλεονέκτημα ότι προσφέρουν στους ενάγοντες έναν οριστικό διακανονισμό και μειώνουν έτσι την αβεβαιότητα

3.  υποστηρίζει την άποψη ότι οι αντιπροσωπευτικές αγωγές και οι συλλογικές αγωγές με ρήτρα προαιρετικής συμμετοχής (opt-in) πρέπει να αλληλοσυμπληρώνονται, ούτως ώστε να επιτυγχάνεται μια σαφής ισορροπία ανάμεσα στην προστασία των συμφερόντων των επιμέρους καταναλωτών και στην προστασία των συμφερόντων των ομάδων καταναλωτών·

4.  στηρίζει την προσφυγή σε συλλογικές αγωγές με ρήτρα προαιρετικής συμμετοχής (opt-in), υπογραμμίζει όμως την ανάγκη να διασφαλισθεί ότι ο καταναλωτής θα είναι ελεύθερος να συμμετέχει ή όχι, χωρίς να ασκείται ανεπιθύμητη εξωτερική παρέμβαση στη λήψη της απόφασης αυτής·

5.  καλεί την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω κατευθύνσεις σε κοινοτικό επίπεδο για την ποσοτικοποίηση των ζημιών· ζητεί όπως οι κατευθύνσεις αυτές αποκλείουν ρητώς τις λεγόμενες τιμωρητικές ζημίες εφόσον οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δυσανάλογες σε σχέση με την πραγματικά προκληθείσα βλάβη·

6.  θεωρεί ότι, όσον αφορά τις συλλογικές αγωγές, θα πρέπει να πληρούνται δύο σαφείς προϋποθέσεις πριν από την άσκηση παρόμοιων αγωγών:

     (α) θα πρέπει να υφίσταται κάποια μορφή αξιολόγησης ή διερεύνησης του βάσιμου της αγωγής από ένα αρμόδιο εθνικό ρυθμιστικό όργανο, που θα μπορούσε να είναι εθνικός δικαστής, διαμεσολαβητής ή άλλο σχετικό πρόσωπο·

     (β) θα πρέπει να υφίσταται κάποια προκαταρκτική προσπάθεια ή σύσταση προς τα μέρη με στόχο την εξεύρεση διακανονισμού μέσω του συστήματος εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών·

     είναι της γνώμης ότι καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα πρέπει να καθυστερεί αδικαιολόγητα τη διαδικασία ούτε να ζημιώνει τα μέρη·

7.  υποστηρίζει την άποψη ότι το κόστος των νομικών διαδικασιών δεν θα πρέπει να αποτρέπει τους καταγγέλλοντες από την άσκηση βάσιμων αγωγών αποζημίωσης και, καλεί ως εκ τούτου όλα τα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα όπως το να επιτρέπουν εξαιρέσεις ή να περιορίζουν τα δικαστικά έξοδα, ώστε να μειωθεί το κόστος των αγωγών αποζημίωσης για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας· πιστεύει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει περαιτέρω πώς ακριβώς οι συγκεκριμένες αγωγές θα μπορούσαν να χρηματοδοτούνται από τους ενάγοντες και να μελετήσει διάφορα μοντέλα χρηματοδότησης, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η πρόσβαση στη δικαιοσύνη·

8.  θεωρεί ότι θα πρέπει να ενισχυθούν οι κανόνες πρόσβασης των εναγόντων στα αποδεικτικά στοιχεία, ούτως ώστε να μπορούν να έχουν την απαραίτητη πρόσβαση στους φακέλους που κατέχουν οι αρχές ανταγωνισμού και να μπορούν να εκτιμήσουν τις ζημίες κατά το δυνατόν ακριβέστερα, χωρίς εντούτοις η πρόσβαση αυτή να παρεμποδίζει τις έρευνες των αρχών·

9.  θεωρεί ότι η Επιτροπή πρέπει να προωθήσει μηχανισμούς εξωδικαστικών συμβιβασμών προκειμένου να επιταχυνθεί η επίλυση των διαφορών και να μειωθούν τα έξοδα·

10. υποστηρίζει την προτεινόμενη αντιστροφή του βάρους της απόδειξης υπέρ των έμμεσων αγοραστών, με βάση το τεκμήριο ότι αυτοί υφίστανται όλες τις επιβαρύνσεις που προκαλούνται από τις σχετικές παράνομες πρακτικές·

11. θεωρεί ότι, εφόσον διαπιστωθεί παραβίαση του άρθρου 81 ή 82 της Συνθήκης ΕΚ, η προϋπόθεση της υπαιτιότητας προκαλεί δυσχέρειες για τα θύματα και δεν τους επιτρέπει να λάβουν θεμιτή αποζημίωση για τη ζημία που έχουν υποστεί· στηρίζει, συνεπώς, την πρόταση να δοθεί υποχρεωτική ισχύς στις τελικές αποφάσεις που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ·

12. καλεί την Επιτροπή να υιοθετήσει μία συνεκτική προσέγγιση που θα περιλαμβάνει τόσο τους κανόνες συλλογικής προσφυγής στο πλαίσιο της νομοθεσίας ανταγωνισμού όσο και τους κανόνες τους προβλεπόμενους στο γενικό πλαίσιο της προστασίας των καταναλωτών.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

2.12.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

19

1

14

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Gabriela Creţu, Mia De Vits, Janelly Fourtou, Evelyne Gebhardt, Martí Grau i Segú, Małgorzata Handzlik, Malcolm Harbour, Christopher Heaton-Harris, Anna Hedh, Edit Herczog, Eija-Riitta Korhola, Alexander Graf Lambsdorff, Lasse Lehtinen, Toine Manders, Catiuscia Marini, Arlene McCarthy, Catherine Neris, Bill Newton Dunn, Zita Pleštinská, Zuzana Roithová, Heide Rühle, Leopold Józef Rutowicz, Salvador Domingo Sanz Palacio, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Eva-Britt Svensson, Marianne Thyssen, Jacques Toubon, Barbara Weiler

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Wolfgang Bulfon, Brigitte Fouré, Joel Hasse Ferreira, Anja Weisgerber, Εμμανουήλ Αγγελάκας

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Maddalena Calia


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (22.1.2009)

προς την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

σχετικά με τη Λευκή Βίβλο που αφορά τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση των κοινοτικών αντιμονοπωλιακών κανόνων

(2008/2154(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Francesco Enrico Speroni

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1. εκφράζει την ικανοποίησή του για τη Λευκή Βίβλο που παρέχει σε κοινοτικό επίπεδο μια λύση στο πρόβλημα της εξασφάλισης πρόσβασης στη δικαιοσύνη για τους διαδίκους, επιτυγχάνοντας έτσι στόχους γενικής πολιτικής (στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξασφάλιση μιας ευρύτερης πρόσβασης στη δικαιοσύνη εφαρμόζοντας την πολιτική του ανταγωνισμού και αποθαρρύνοντας καταχρηστικές πρακτικές εκ μέρους των επιχειρήσεων), εμποδίζοντας ταυτόχρονα προσχηματικές και αλόγιστες αντιδικίες·

2. θεωρεί ότι κάθε πρόταση σχετικά με την καθιέρωση μηχανισμών συλλογικής αποζημίωσης για παράβαση των κοινοτικών αντιμονοπωλιακών κανόνων θα έπρεπε:

α)   να μπορούν τα θύματα των παραβιάσεων των κανόνων αυτών να λαμβάνουν αποζημίωση για τις βλάβες που υπέστησαν ·

β)   να συνοδεύει και όχι να υποκαθιστά εναλλακτικές μορφές προστασίας που ήδη υφίστανται στα κράτη μέλη (βλ. π.χ. τις συλλογικές αγωγές και τις αποκαλούμενες test cases -υποθέσεις που δημιουργούν προηγούμενο)·

γ)   να βασίζεται σε ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να εφαρμοσθεί και σε άλλους τύπους διαφορών, εις τρόπον ώστε να παρέχεται δικαστική προστασία στους καταναλωτές σε ανάλογες περιπτώσεις· θεωρεί σχετικά ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να εξετάσει το ενδεχόμενο επιλογής μιας οριζόντιας προσέγγισης προκειμένου να διευκολύνονται οι αγωγές για αξίωση αποζημίωσης·

δ)   να περιέχει κανόνες με στόχο την αποφυγή των αρνητικών εκείνων συνεπειών που προέκυψαν σε άλλα νομικά πλαίσια, ιδίως στις ΗΠΑ·

3. Θεωρεί ότι κάθε μηχανισμός ομαδικής αγωγής αποζημίωσης πρέπει:

α)   να αποκλείει τη δυνατότητα επιβολής αποζημίωσης με χαρακτήρα τιμωρίας ή αποζημίωσης δυσανάλογης σε σχέση με τη ζημία αυτή καθεαυτή·

β)    ιδίως στην περίπτωση συλλογικών αγωγών του τύπου που προτείνει η Επιτροπή, και χωρίς άσκοπη καθυστέρηση των διαδικασιών, να απαιτεί οι αγωγές να υπόκεινται σε διερεύνηση του βασίμου τους από αρμόδιο φορέα (όπως δικαστή, διαμεσολαβητή ή παρόμοιο φορέα) πριν από την έναρξή τους·

γ)   ιδίως στην περίπτωση των συλλογικών αγωγών του τύπου που προτείνει η Επιτροπή, και χωρίς άσκοπη καθυστέρηση των διαδικασιών ή προκατάληψη των εμπλεκόμενων μερών, να απαιτεί ή να συνιστά τα εμπλεκόμενα μέρη να προσπαθήσουν να επιτύχουν συμβιβασμό μέσω της διαδικασίας εναλλακτικής επίλυσης διαφορών πριν από την έναρξη κάποιας αγωγής·

δ)   να τηρεί την αρχή σύμφωνα με την οποία η πλευρά που καταγγέλλει την παραβίαση πρέπει να παρέχει στοιχεία για την υποστήριξη της καταγγελίας αυτής, προκειμένου να αποφύγει τη διεξαγωγή ερευνών για την αναζήτηση αποδεικτικών στοιχείων που δεν έχουν προσδιορισθεί προηγουμένως (αποκαλούμενες fishing expeditions) εκτός και αν τα κράτη μέλη προβλέπουν μείωση του βάρους των αποδείξεων·

ε)   να διατηρεί την βασική αρχή σύμφωνα με την οποία τα έξοδα επωμίζεται ο ηττηθείς διάδικος, εκτός και αν το κράτος μέλος έχει θεσπίσει διαφορετικούς κανόνες αναφορικά με την κατανομή των εξόδων·

στ) να απαιτεί από εκείνους που εκπροσωπούν τα εμπλεκόμενα μέρη βάσει συμφωνίας η οποία προβλέπει αμοιβή ανάλογα με την επιδικασθείσα αποζημίωση να ενημερώνουν σαφώς τους πελάτες τους ότι εκείνοι θα επωμισθούν το κόστος της αγωγής σε περίπτωση ήττας αν το κράτος μέλος στο οποίο κατετέθη η αγωγή προβλέπει τη δυνατότητα για διευθέτηση της αμοιβής ανάλογα με την επιδικασθείσα αποζημίωση·

ζ) να επιτρέπει τη αγωγών opt-in και συλλογικών αγωγών μέσω εξουσιοδοτημένων οντοτήτων·

4.  θεωρεί ότι η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να διαθέτει ευρείες εξουσίες in limine litis (κατά την έναρξη της διαδικασίας) ώστε να μπορεί να αποφαίνεται εκ των προτέρων σχετικά με το παραδεκτό ή μη της υπόθεσης και, γενικότερα, η ίδια δικαστική αρχή πρέπει να διαθέτει ευρείες εξουσίες προκειμένου να διαχειρίζεται τη διαδικασία κατά τρόπο ελαστικό και δυναμικό δυνάμενη έτσι να προσαρμόζεται στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης·

5.  θεωρεί σκόπιμο να επιτρέπεται στις ενώσεις καταναλωτών ή στους αντιπροσώπους οργανώσεων προστασίας των ιδίων να συμμετέχουν στις αντιμονοπωλιακές διαδικασίες που προωθούν οι αρμόδιες αρχές·

6.  θεωρεί ότι η έκπτωση στο πρόστιμο που πρέπει να καταβάλει μια επιχείρηση για διάπραξη παράβασης, στην περίπτωση που η επιχείρηση αυτή προσφέρει ένα δίκαιο διακανονισμό στους ζημιωθέντες πολίτες, θα μπορούσε να μεταφράζεται σε δικονομικό και ουσιαστικό όφελος των τελευταίων, στο πλαίσιο του οποίου ο υποχρεωτικός συμβιβασμός δεν θα πρέπει να αποτελεί μέσο ώστε να αποφύγουν τα εμπλεκόμενα μέρη τη νομική διαδικασία·

7.  αναμένει να προηγείται της οποιασδήποτε νομοθετικής πρότασης ανεξάρτητη ανάλυση της σχέσης κόστους-οφέλους.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

20.1.2009

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

21

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Carlo Casini, Bert Doorn, Monica Frassoni, Giuseppe Gargani, Neena Gill, Klaus-Heiner Lehne, Katalin Lévai, Antonio López-Istúriz White, Manuel Medina Ortega, Hartmut Nassauer, Aloyzas Sakalas, Eva-Riitta Siitonen, Francesco Enrico Speroni, Diana Wallis, Rainer Wieland, Jaroslav Zvěřina, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Brian Crowley, Eva Lichtenberger, József Szájer, Jacques Toubon


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

2.3.2009

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

27

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Мариела Величкова Баева, Paolo Bartolozzi, Zsolt László Becsey, Pervenche Berès, Sharon Bowles, Manuel António dos Santos, Elisa Ferreira, José Manuel García-Margallo y Marfil, Jean-Paul Gauzès, Donata Gottardi, Gunnar Hökmark, Karsten Friedrich Hoppenstedt, Sophia in ‘t Veld, Gay Mitchell, Sirpa Pietikäinen, John Purvis, Eoin Ryan, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Margarita Starkevičiūtė

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Mia De Vits, Harald Ettl, Werner Langen, Klaus-Heiner Lehne, Gianni Pittella

Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Françoise Castex, Hans-Peter Mayer

Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαρτίου 2009Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου