Διαδικασία : 2010/2038(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0147/2010

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0147/2010

Συζήτηση :

PV 19/05/2010 - 10
CRE 19/05/2010 - 10

Ψηφοφορία :

PV 20/05/2010 - 7.5
CRE 20/05/2010 - 7.5
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2010)0190

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 289kDOC 229k
7 Μαΐου 2010
PE 438.509v04-00 A7-0147/2010

σχετικά με τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών για μια οικονομία σε φάση ανάκαμψης

(2010/2038(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Liem Hoang Ngoc

Συντάκτης γνωμοδότησης (*):

Sergio Gaetano Cofferati, Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων

(*) Συνδεδεμένες επιτροπές – Άρθρο 50 του Κανονισμού

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (*)
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Προϋπολογισμών
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών για μια οικονομία σε φάση ανάκαμψης

(2010/2038(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–       έχοντας υπόψη το Έγγραφο Εργασίας των Υπηρεσιών της Επιτροπής της 12ης Αυγούστου 2009 σχετικά με τα Δημόσια Οικονομικά στην ΟΝΕ το 2009 (SEC(2009)1120,

–       έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 14ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με την μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών για μια οικονομία σε βάση ανάκαμψης (COM(2009)0545),

–       έχοντας υπόψη την σύσταση της Επιτροπής της 28ης Ιανουαρίου 2009 για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την επικαιροποίηση το 2009 των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας και με την εφαρμογή των πολιτικών απασχόλησης των κρατών μελών (COM(2009)0034),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Νοεμβρίου 2009 σχετικά με την ΟΝΕ@10: τα πρώτα δέκα έτη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και οι μελλοντικές προκλήσεις(1),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Μαρτίου 2009 σχετικά με ένα ευρωπαϊκό σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας(2),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Ιανουαρίου 2009 σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ 2007-2008(3),

–       έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 9ης Ιουλίου 2008 σχετικά με την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ για το 2007(4),

–       έχοντας υπόψη τις συστάσεις της συνόδου κορυφής στο Πίτσμπουργκ, που ζητούν να συνεχιστεί η προσπάθεια στήριξης της ανάπτυξης για όσο διάστημα δεν θα έχει παγιωθεί η ανάκαμψη·

–       έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–       έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A7-0147/2010),

A.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής εκφράζει ανησυχίες όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών σε πλαίσιο υψηλών επιπέδων ελλείμματος και χρέους, ειδικά υπό το πρίσμα της δημογραφικής γήρανσης, και ότι οι επιπτώσεις της γήρανσης στο κενό διατηρησιμότητας υπολογίζεται στα περισσότερα κράτη μέλη να είναι πενταπλάσιες έως εικοσαπλάσιες από τις επιπτώσεις της τρέχουσας οικονομικής κρίσης,

Β.     λαμβάνοντας υπόψη ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), παρά την αναθεώρησή του το 2005, δεν αρκούσε για να αποφευχθεί η σημερινή κρίση,

Γ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι επιτακτική η ανάγκη να εξετάσουμε σε μεγαλύτερο βάθος το φαινόμενο του φθίνοντος ρυθμού των γεννήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και τα αίτια και τις συνέπειές του, με σκοπό να αντιστρέψουμε αυτήν την ανησυχητική τάση,

Δ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν είναι διατηρήσιμη εάν συνεπάγεται υπερβολική συσσώρευση δημόσιου χρέους με την πάροδο του χρόνου,

Ε.     λαμβάνοντας υπόψη ότι, δεδομένων των προβλέψεων στις οποίες βασίζεται η ανακοίνωση και του γεγονότος ότι η γήρανση του πληθυσμού θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών των ευρωπαϊκών χωρών, ο ορίζοντας πολιτικής έως το 2060 είναι ενδεδειγμένος,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αυξήσεις του χρέους και του ελλείμματος των κρατών μελών στη διάρκεια της κρίσης και οι προβλεπόμενες δημογραφικές εξελίξεις θα καταστήσουν το ζήτημα της διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών ακανθώδη πρόκληση,

Ζ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μακροπρόθεσμες δημογραφικές μεταβολές, ιδιαίτερα η γήρανση του πληθυσμού, σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν επιπτώσεις στη χρηματοδότηση των εθνικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων,

Η.     λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν καταβάλει επαρκείς προσπάθειες να μειώσουν τις διοικητικές δαπάνες τους, να ελέγξουν τις ιατρικές δαπάνες τους και να μεταρρυθμίσουν τα συστήματά τους ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και συνταξιοδότησης, και ότι όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υιοθετήσουν τη βέλτιστη πρακτική σε αυτόν τον τομέα,

Θ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το έτος 2009 τα ελλείμματα και οι δείκτες του χρέους όλων των κρατών μελών αυξήθηκαν λόγω της πτώσης των φορολογικών εσόδων που προκλήθηκε από την κρίση και της εφαρμογής έκτακτων μέτρων ανάκαμψης,

Ι.      λαμβάνοντας υπόψη ότι, αντιδρώντας στα πρώτα σημάδια ανάκαμψης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνέστησε τον Σεπτέμβριο του 2009 ότι οι δημοσιονομικές πολιτικές θα πρέπει να "επαναπροσανατολιστούν προς τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών" και επισήμανε ότι "οι στρατηγικές εξόδου χρειάζεται να σχεδιαστούν με συντονισμένο τρόπο αμέσως μόλις η ανάκαμψη εδραιωθεί, λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη κατάσταση της εκάστοτε χώρας",

ΙΑ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι στα πρόσφατα χρόνια παρατηρήθηκε θετική συσχέτιση ανάμεσα στα υγιή δημόσια οικονομικά και την ανθεκτικότητα της οικονομίας κάθε χώρας,

ΙΒ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αυξανόμενα δημόσια χρέη αποτελούν δυσβάσταχτο φορτίο για τις μελλοντικές γενιές,

ΙΓ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δημόσια χρέη σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν αυξηθεί κατά τρόπο που υπονομεύει τη σταθερότητα και συνεπάγεται υψηλές κρατικές δαπάνες για την πληρωμή τόκων, εις βάρος της ολοένα και περισσότερο σημαντικής δαπάνης για τα συστήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και συνταξιοδότησης,

ΙΔ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αυξημένος δημόσιος δανεισμός προκαλεί στρεβλώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές λόγω των αυξητικών πιέσεων στα επιτόκια, με αρνητικές συνέπειες τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επενδύσεις σε νέες θέσεις εργασίας,

ΙΕ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι η απουσία αποτελεσματικής στατιστικής διαχείρισης ή ανεξάρτητων στατιστικών υπηρεσιών στα κράτη μέλη υπονομεύει την ακεραιότητα και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών,

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι άλλα μέρη του πλανήτη, τα οποία μέχρι προσφάτως ανταγωνίζονταν παράγοντας χαμηλής ποιότητας προϊόντα, εισέρχονται πλέον στα τμήματα της αγοράς που αφορούν προϊόντα υψηλής ποιότητας· ότι αυτοί οι ανταγωνιστές χρησιμοποιούν προηγμένη τεχνολογία, ενώ εξακολουθούν να πληρώνουν μέτρια ωρομίσθια και δεν ταλανίζονται από δυσμενείς δημογραφικές τάσεις, και μάλιστα σε ένα πλαίσιο όπου τα άτομα εργάζονται μεγάλο αριθμό εργατοωρών στη διάρκεια της ζωής τους· ότι στην Ευρώπη η πλήρης απασχόληση επιτεύχθηκε για τελευταία φορά πριν από την πετρελαϊκή κρίση του 1973· ότι ωστόσο η πλήρης απασχόληση εξακολουθεί να αποτελεί στόχο τον οποίο η ΕΕ οφείλει να επιδιώκει, σύμφωνα με το πνεύμα των Συνθηκών, χωρίς να εγκαταλείπει το υψηλό της επίπεδο κοινωνικής προστασίας και ανθρώπινης ανάπτυξης,

ΙΖ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν ποικίλοι τρόποι για τη μείωση του κενού διατηρησιμότητας, όπως η αύξηση της γενικής παραγωγικότητας και προπάντων της παραγωγικότητας των υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας, η αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης, η αύξηση του ποσοστού των γεννήσεων ή η αύξηση του αριθμού των μεταναστών,

ΙΗ.    λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημογραφικές τάσεις διαμορφώνονται από τις μεταβολές του ποσοστού γονιμότητας, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από τα κίνητρα και παροχές μητρότητας και τις μεταναστευτικές ροές,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τρέχοντα επίπεδα του χρέους και του ελλείμματος απειλούν την ίδια την ύπαρξη του κράτους πρόνοιας,

Κ.     λαμβάνοντας υπόψη ότι η μη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και η μη εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών θα έχει αρνητικές συνέπειες στις δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τις συντάξεις και την απασχόληση,

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά κράτη μέλη παραβιάζουν το ΣΣΑ και ότι η ορθή τήρησή του θα είχε αμβλύνει τις αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης,

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι κρίσιμη όχι μόνο για την Ευρώπη εν γένει, αλλά και, ειδικότερα, για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρ’ όλο που ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίζεται επί του παρόντος στο κατά προσέγγιση 1% του συνολικού ευρωπαϊκού ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος, θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται σε αυτόν οι γενικές αρχές και οι βασικές παραδοχές της ‘διατηρησιμότητας’,

1.      εκφράζει βαθιά ανησυχία για τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών μετά τη χρηματοπιστωτική και την οικονομική κρίση· υπενθυμίζει ότι οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του ΣΣΑ πριν από τις κρίσεις ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό στραμμένες προς την αντιμετώπιση της εντεινόμενης δημογραφικής πρόκλησης· αναγνωρίζει ότι μεγάλο μέρος αυτών των προσπαθειών έχουν ακυρωθεί από την ανάγκη να αυξηθούν δραστικά οι κρατικές δαπάνες, για να αποτραπεί η παγκόσμια κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και για να αμβλυνθούν οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της κατάρρευσης·

2.      εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, ότι ακόμα και πριν εκδηλωθούν οι κρίσεις, οι επιδόσεις αρκετών κρατών μελών στην εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών τους δεν ήταν εντυπωσιακές, μολονότι οι οικονομικές συνθήκες ήταν ευνοϊκές· επισημαίνει ότι αυτό αποτελούσε παραβίαση του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ, ειδικά μετά την αναδιατύπωσή του το 2005, και μείωσε σοβαρά τη δυνατότητα αντικυκλικής δράσης των κρατών μελών καθώς εκτυλίσσονταν οι κρίσεις, οδηγώντας σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα, υψηλότερη ανεργία και αυξημένα κοινωνικά προβλήματα·

3.      γνωρίζει ότι τα τρέχοντα επίπεδα των δημόσιων δαπανών δεν μπορούν να διατηρηθούν επ’ αόριστο· επικροτεί την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να αποφύγει να αποφασίσει για μια επακόλουθη δέσμη μέτρων βοήθειας έως ότου τα αποτελέσματα της σημερινής δέσμης αναλυθούν σε βάθος και αποδειχτεί σαφώς η ανάγκη για περαιτέρω ενέργειες·

4.      αναγνωρίζει ότι οι πράξεις που αποσκοπούσαν στην αποσόβηση της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού τομέα ήταν επιτυχείς, αν και η επαγρύπνηση είναι ακόμη απολύτως αναγκαία· αναμένει να μειωθεί η οικονομική επιβάρυνση που σχετίζεται με τη διάσωση του τραπεζικού τομέα· επαινεί τη συντονισμένη προσέγγιση των κεντρικών τραπεζών για την επίτευξη του στόχου αυτού· εκφράζει υπερηφάνεια για τον ηγετικό ρόλο της ΕΚΤ στη διάσωση του τραπεζικού τομέα· υποστηρίζει ανεπιφύλακτα τη μεταρρύθμιση του συστήματος προληπτικής εποπτείας και την αναθεώρηση του πλαισίου της χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής·

5.      υπογραμμίζει ότι το ΣΣΑ πρέπει να έχει στόχο την ισοσκέλιση ή το πλεόνασμα με την πάροδο του χρόνου, απαιτώντας πλεόνασμα σε οικονομικά καλές εποχές καθώς και συνταξιοδοτικά καθεστώτα τα οποία χρηματοδοτούνται με διαφάνεια στο πλαίσιο των κρατικών προϋπολογισμών ή από ιδιωτικά συστήματα κεφαλαιοποίησης·

6.      επισημαίνει ότι η μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών έχει ουσιαστική σημασία για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη και για τη διατήρηση της δημόσιας δαπάνης σε κατάλληλα επίπεδα· υπογραμμίζει ότι τα υψηλά επίπεδα χρέους και ελλείμματος αποτελούν απειλή για τη διατηρησιμότητα και θα έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη δημόσια υγειονομική περίθαλψη, τις συντάξεις και την απασχόληση·

7.      εκφράζει βαθιά ανησυχία για τα υψηλά επίπεδα ελλείμματος και χρέους στα κράτη μέλη· προειδοποιεί να μη χρησιμοποιηθεί η κρίση ως πρόσχημα για να αποφύγουν τα κράτη να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους, να μειώσουν τη δημόσια δαπάνη και να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς όλα αυτά είναι απαραίτητοι παράγοντες για την επιστροφή στην ανάπτυξη και την απασχόληση·

8.      επισημαίνει ότι η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και η μείωση των επιπέδων του ελλείμματος και του χρέους είναι απαραίτητα για τη συντήρηση ενός σύγχρονου κράτους πρόνοιας και ενός συστήματος αναδιανομής το οποίο φροντίζει την κοινωνία στο σύνολό της αλλά στηρίζει ιδιαίτερα τα λιγότερο προνομιούχα τμήματά της·

9.      υπογραμμίζει ότι, εάν το δημόσιο χρέος και τα επιτόκια συνεχίσουν να αυξάνονται, τα κόστη υπό τη μορφή πληρωμών τόκων θα είναι αδύνατον πια να καλυφθούν από την παρούσα και τις επόμενες γενιές χωρίς να τεθούν σε κίνδυνο τα μοντέλα του κράτους πρόνοιας·

10.    εκφράζει βαθιά ανησυχία για το γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη παραβιάζουν το ΣΣΑ· εκφράζει λύπη που τα κράτη μέλη δεν εξυγίαναν τα δημόσια οικονομικά τους στις οικονομικά ευνοϊκές εποχές πριν από την κρίση· συμφωνεί με τη δήλωση της Επιτροπής ότι η βιωσιμότητα του χρέους θα πρέπει να αποκτήσει προεξέχοντα και σαφή ρόλο στις διαδικασίες εποπτείας· παροτρύνει την Επιτροπή να εξασφαλίσει με αυστηρότητα τη συμμόρφωση προς το ΣΣΑ·

11.    προειδοποιεί να μην υπάρξει απότομη διακοπή της στήριξης της πραγματικής οικονομίας, προκειμένου να αποφευχθεί διπλή ύφεση· εφιστά την προσοχή στις ανεπιθύμητες συνέπειες μιας πρόωρης εγκατάλειψης των μέτρων στήριξης είτε της υπερβολικής καθυστέρησης στη λήψη διορθωτικών μέτρων για τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών· σημειώνει ότι αυτά τα μέτρα προορίζονταν απερίφραστα να είναι έγκαιρα, στοχοθετημένα και προσωρινά· χαιρετίζει το έργο της Επιτροπής πάνω στη στρατηγική εξόδου από τα σημερινά μέτρα έκτακτης ανάγκης· υποστηρίζει την από πλευράς της Επιτροπής προσέγγιση, η οποία βασίζεται σε στρατηγικές εξόδου, που διαφοροποιούνται μεταξύ των χωρών ως προς τον χρόνο και την εμβέλεια· κατανοεί ότι οι ανακλήσεις των μέτρων θα ξεκινήσουν το 2011 για την πρώτη ομάδα χωρών· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να προσπαθήσουν τα μέγιστα να εφαρμόσουν τις στρατηγικές εξόδου όσο το δυνατόν συντομότερα και αποφασιστικότερα·

12.    καλεί την Επιτροπή να καταρτίσει μια Πράσινη Βίβλο για το ποσοστό των γεννήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να εντοπιστούν τα αίτια και οι συνέπειες του φθίνοντος ποσοστού των γεννήσεων, καθώς και λύσεις και εναλλακτικές σε σχέση με αυτό το πρόβλημα·

13.    θεωρεί ότι η δημοσιονομική στρατηγική εξόδου θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή πριν από τη νομισματική στρατηγική εξόδου, ούτως ώστε η τελευταία να μπορέσει να εφαρμοστεί σωστά, εξασφαλίζοντας έτσι ότι η ΕΚΤ, η οποία με επιτυχία απέφυγε τον σκόπελο του αποπληθωρισμού, θα μπορέσει εξίσου καλά να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός δεν θα καταστρέψει την ανάκαμψη· σημειώνει ότι η ΕΚΤ έχει υπαινιχθεί ότι, ελλείψει έγκαιρης δημοσιονομικής συγκράτησης, η τροποποίηση προς το αυστηρότερο της νομισματικής της πολιτικής θα έπρεπε δυστυχώς να είναι πιο έντονη από το προβλεπόμενο·

14.    τονίζει ότι μια μείωση της χρηματοπιστωτικής τόνωσης θα πρέπει να συνοδεύεται από προσπάθειες να καταστεί η εσωτερική αγορά πιο δυναμική, ανταγωνιστική και ελκυστική για επενδύσεις·

15.    τονίζει ότι μια σταδιακή και ελεγχόμενη έξοδος από τα ελλείμματα έχει ζωτική σημασία, προκειμένου να διατηρηθούν τα επιτόκια χαμηλά και το βάρος του χρέους περιορισμένο, διασφαλίζοντας έτσι την ικανότητα υποστήριξης της δαπάνης των συστημάτων πρόνοιας και του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών·

16.    επισημαίνει ότι τα χαμηλά επιτόκια είναι ευνοϊκά για τις επενδύσεις και την ανάκαμψη· έχει επίγνωση των επιπτώσεων του εντατικού δανεισμού μιας κυβέρνησης στα επίπεδα των επιτοκίων· εκφράζει βαθιά λύπη που αυτό έχει οδηγήσει σε αυξημένες επιτοκιακές αποκλίσεις (spreads) εντός της ΕΕ· προειδοποιεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις των δημοσιονομικών τους αποφάσεων στα επιτόκια της αγοράς· ενστερνίζεται την άποψη ότι τα υγιή δημόσια οικονομικά αποτελούν προαπαιτούμενο για ασφαλείς θέσεις εργασίας· επισημαίνει ότι οι κυβερνήσεις, προκαλώντας την άνοδο του κόστους δανεισμού, αυξάνουν επίσης το φορτίο που βαρύνει τους δικούς τους προϋπολογισμούς·

17.    επισημαίνει το γεγονός ότι οι αντικυκλικές επενέργειες του ΣΣΑ μπορούν να λειτουργήσουν μόνο εάν τα κράτη μέλη επιτυγχάνουν πραγματικά ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα στις καλές εποχές· ζητά εν προκειμένω καλύτερη εφαρμογή και του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ· προτείνει μια στροφή από τη νοοτροπία "πρώτα ξοδεύω, μετά επιστρέφω" στην αρχή "αποταμιεύω για ενδεχόμενη μελλοντική έκτακτη ανάγκη"· υπενθυμίζει ότι το ΣΣΑ απαιτεί να επιτυγχάνουν τα κράτη μέλη έναν ισοσκελισμένο ή πλεονασματικό προϋπολογισμό μεσοπρόθεσμα, το οποίο σημαίνει ότι το έλλειμμα του 3% δεν αποτελεί στόχο αλλά το ανώτατο επιτρεπτό όριο, ακόμα και στο αναθεωρημένο Σύμφωνο· προειδοποιεί τους φορείς λήψης αποφάσεων όπως και τις επιχειρήσεις να συνηθίσουν στα μη συμβατικά δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα και να αναμένουν ότι αυτά θα καταστούν ο κανόνας·

18.    ζητά να εφαρμοστούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις παράλληλα με την ενεργοποίηση των πακέτων βοήθειας, προκειμένου να αποτραπούν μελλοντικές κρίσεις, να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, να επιτευχθεί περισσότερη ανάπτυξη και να δοθεί ώθηση στην απασχόληση·

19.    τονίζει ότι, στο πλαίσιο της ανάγκης να επιτευχθούν υγιή δημόσια οικονομικά, όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να αρχίσουν, το αργότερο το 2011, να μειώνουν το κενό διατηρησιμότητάς τους κατά 1% του ΑΕγχΠ, ετησίως·

20.    αναγνωρίζει ότι η δημοσιονομική τόνωση και η απρόσκοπτη λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά και προτείνει να ζητήσει η Επιτροπή από τα κράτη μέλη να επιδιώκουν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, με τη διάθεση των πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων στην αποπληρωμή του χρέους, μόλις η οικονομία βρεθεί σε πορεία διατηρήσιμης ανάκαμψης·

21.    επισημαίνει την ιδιαίτερη σημασία των μέτρων για την προώθηση της απασχόλησης και των μακροπρόθεσμων επενδύσεων, τα οποία στοχεύουν στην αύξηση των δυνατοτήτων οικονομικής ανάπτυξης και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας·

22.    υπογραμμίζει ότι, υπό το πρίσμα των τρεχουσών δημογραφικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ΕΕ, τα μέτρα κατά της κρίσης δεν θα πρέπει να έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά, το κόστος των οποίων θα καλούνταν να πληρώσουν η παρούσα και οι επόμενες γενιές·

23.    υποστηρίζει την ιδέα ότι ένας στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απαραίτητος και αποφέρει επιπρόσθετες συνέργειες·

24.    αναγνωρίζει ότι το ΣΣΑ είναι ανεπαρκές εργαλείο για την εναρμόνιση των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών·

25.    υποστηρίζει, κατά συνέπεια, την επανεξέταση των μηχανισμών που απαιτούνται προκειμένου να οδηγηθούν και πάλι οι εθνικές οικονομίες εντός της ΕΕ σε πορεία σύγκλισης·

26.    προτείνει να θεσπίσει η Επιτροπή κατάλληλο μηχανισμό συνεργασίας με το ΔΝΤ σε ειδικές περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη λαμβάνουν από το τελευταίο στήριξη του ισοζυγίου πληρωμών·

27.    επισημαίνει ότι ο πληθωρισμός δεν αποτελεί απάντηση στην ανάγκη για δημοσιονομική προσαρμογή, επειδή θα επέφερε σημαντικό οικονομικό κόστος και θα έθετε σε κίνδυνο μια ανάπτυξη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς·

28.    συμφωνεί με την Επιτροπή ότι "η κατάλληλη δημοσιονομική επέκταση για την αντιμετώπιση της ύφεσης και η πιο μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών δεν είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους", αλλά προειδοποιεί για τους κινδύνους της υπερβολικής και τεχνητής επέκτασης με βάση την αύξηση των δημόσιων δαπανών, που είναι πιθανό να υπονομεύσει την πολιτική αυτή·

29.    εκτιμά ότι η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών βάσει μιας σειράς ειδικών βραχυπρόθεσμων αποφάσεων θα εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών και ότι το ζήτημα της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσα στο πλαίσιο αυτής της σειράς βραχυπρόθεσμων αποφάσεων, μέσω της εξασφάλισης μιας δομής με βραχυπρόθεσμη προοπτική·

30.    εκτιμά ότι η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει, κυρίως μέσω ανακατανομής, να μετατρέπει τη διαθέσιμη αποταμίευση σε επενδύσεις που δίνουν ώθηση στην ανάπτυξη, όπως οι επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, εκσυγχρονισμό της βιομηχανικής βάσης, ανάπτυξη μιας πιο πράσινης, έξυπνης, καινοτόμου και ανταγωνιστικής οικονομίας στην ΕΕ, και για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της εκπαίδευσης·

31.    τονίζει ότι ένα σημαντικό μέρος των δημόσιων και κοινωνικών δαπανών μπορούν να είναι παραγωγικές δαπάνες, εάν προσανατολιστούν σε έργα που έχουν ευεργετική επίδραση στη συσσώρευση φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου και στην προώθηση της καινοτομίας· υπογραμμίζει την ανάγκη να ελεγχθεί η αύξηση του βάρους του χρέους, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το αυξανόμενο επιτοκιακό κόστος δεν θα συμπιέζει κοινωνικές δαπάνες ζωτικής σημασίας· τονίζει ότι οι ολοένα περισσότερο σπανίζοντες πόροι καθιστούν απαραίτητη τη βελτίωση των δημόσιων δαπανών ·

32.    τονίζει ότι ο ρόλος των συστημάτων κοινωνικής προστασίας ως «κοινωνικών διχτυών ασφαλείας» έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικός σε περιόδους κρίσης· υπογραμμίζει ότι τα σταθερά δημόσια οικονομικά αποτελούν προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί ότι θα συμβαίνει το ίδιο και στο μέλλον·

33.    επισημαίνει ότι η μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των νομοθετημένων συστημάτων συνταξιοδότησης εξαρτάται όχι μόνο από τη δημογραφική εξέλιξη, αλλά επίσης από την παραγωγικότητα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (που επηρεάζει τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης), από την πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης και από το μερίδιο του ΑΕγχΠ που διατίθεται για τη χρηματοδότηση αυτών των συστημάτων· τονίζει περαιτέρω ότι η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και η μείωση των επιπέδων χρέους και ελλείμματος αποτελούν σημαντικούς παράγοντες της διατηρησιμότητας·

34.    παρατηρεί ότι οι δημογραφικές αλλαγές, και πρωτίστως η γήρανση του πληθυσμού, σημαίνουν ότι τα κρατικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα σε πολλά κράτη μέλη πρέπει να μεταρρυθμίζονται κατά καιρούς, ιδίως όσον αφορά την εισφοροδοτική βάση, ούτως ώστε να παραμένουν διατηρήσιμα από άποψη χρηματοδότησης·

35.    επισημαίνει ότι το βάρος του χρέους αυξάνεται όταν τα πραγματικά επιτόκια είναι υψηλότερα από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕγχΠ και ότι οι αγορές θεωρούν τους κινδύνους σοβαρότερους όταν το βάρος του χρέους αυξάνεται·

36.    θεωρεί ότι τα επιτόκια του κρατικού δανεισμού αντικατοπτρίζουν το πώς αξιολογούν οι αγορές τη βιωσιμότητα του χρέους ενός κράτους μέλους·

37.    παρατηρεί ότι τα αυξανόμενα ελλείμματα καθιστούν τον δανεισμό πιο ακριβό, εν μέρει λόγω του γεγονότος ότι οι αγορές αξιολογούν τους κινδύνους ως σοβαρότερους όταν το βάρος του χρέους αυξάνεται πιο γρήγορα από την οικονομική ανάπτυξη και την ικανότητα αποπληρωμής των δανείων·

38.    τονίζει ότι η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση έχει δώσει έμφαση με τον πιο σαφή τρόπο στην άμεση σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών· υπογραμμίζει σε αυτό το πλαίσιο την ανάγκη για μια ενισχυμένη και ολοκληρωμένη νομοθεσία εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει ισχυρούς μηχανισμούς προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών·

39.    ζητά από την Επιτροπή να πραγματοποιήσει μελέτες που θα αξιολογούν την ποιότητα του χρέους των κρατών μελών·

40.    διαπιστώνει ότι, προκειμένου να διαθέτουν αξιοπιστία τα δημόσια οικονομικά των κρατών μελών, απαιτείται αποτελεσματική και πραγματικά ανεξάρτητη στατιστική διαχείριση και επαρκής επίβλεψη από την Επιτροπή·

41.    προτείνει ειδικότερα στην Επιτροπή να αξιολογήσει τις συνέπειες των δημοσιονομικών δαπανών που ανέλαβαν τα κράτη μέλη για την ανάκαμψη των οικονομιών τους, από την άποψη των επιπτώσεων στην παραγωγή, στους λογαριασμούς του δημοσίου και στην τόνωση και προστασία της απασχόλησης, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα·

42.    επισημαίνει ότι το ΣΣΑ εξακολουθεί να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της πειθαρχίας που απαιτείται για να επιτευχθεί η μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών και ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν πλεονασματικούς δημόσιους λογαριασμούς στις "εποχές των παχιών αγελάδων" και ελλειμματικούς μόνο στις "εποχές των ισχνών αγελάδων"·

43.    υπογραμμίζει ότι οι πρόσφατες κερδοσκοπικές επιθέσεις εναντίον αρκετών ευρωπαϊκών οικονομιών είχαν ως πρωταρχικό στόχο το ίδιο το ευρώ και την ευρωπαϊκή οικονομική σύγκλιση· υπό αυτήν την έννοια, είναι πεπεισμένο ότι τα ευρωπαϊκά προβλήματα χρειάζονται ευρωπαϊκές λύσεις, οι οποίες θα πρέπει να προσφέρουν εσωτερικούς τρόπους αποφυγής οποιουδήποτε κινδύνου αθέτησης συνδυάζοντας την εθνική δημοσιονομική πειθαρχία με μηχανισμούς οικονομικής στήριξης ως έσχατη καταφυγή·

44.    ζητεί να αποτελεί το διαρθρωτικό έλλειμμα έναν από τους δείκτες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών·

45.    θεωρεί ότι μια ανανεωμένη στρατηγική για την ανάπτυξη και την απασχόληση θα συμβάλει τα μέγιστα στη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση· πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται να εκσυγχρονίσει την οικονομία της και ιδιαίτερα τη βιομηχανική της βάση· ζητεί μια ανακατανομή της χρηματοδότησης, στο πλαίσιο των προϋπολογισμών της ΕΕ και των κρατών μελών, προς μεγαλύτερες επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία· επισημαίνει ότι η νέα στρατηγική Ευρώπη 2020 χρειάζεται νομικά δεσμευτικές πράξεις για να πετύχει·

46.    τονίζει την ανάγκη να παρακολουθείται συνεχώς η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών στα κράτη μέλη της ΕΕ, προκειμένου να αξιολογείται η έκταση των μακροπρόθεσμων προκλήσεων· τονίζει επίσης την ανάγκη να δημοσιοποιούνται τακτικά πληροφορίες για τις υποχρεώσεις του ανοιχτού δημόσιου τομέα και τις υποχρεώσεις των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, όπως π.χ. των συνταξιοδοτικών καθεστώτων·

47.    καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τη μείωση των μακροπρόθεσμων κενών διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών ως ουσιώδες μέρος της στρατηγικής Ευρώπη 2020·

48.    ζητά από τα κράτη μέλη, αφού καλύψουν τα κενά διατηρησιμότητάς τους, να μειώσουν το δημόσιο χρέος τους ως ποσοστό του ΑΕγχΠ στο 60% κατ’ ανώτατο όριο·

49.    επισημαίνει ότι οι επιτοκιακές αποκλίσεις στις κεφαλαιαγορές αποτελούν τους κύριους δείκτες της φερεγγυότητας των επιμέρους κρατών μελών·

50.    ανησυχεί εξαιρετικά για την άνιση ποιότητα των στατιστικών στοιχείων η οποία παρατηρείται εντός της ΕΕ εν γένει και στην ευρωζώνη ειδικότερα·

51.    επισημαίνει ότι η μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών συνδέεται επίσης θεμελιωδώς με τον προϋπολογισμό της ΕΕ και τη χρηματοδότησή του·

52.    υπογραμμίζει τον ιδιαιτέρως θετικό ρόλο που διαδραματίζει ο προϋπολογισμός της ΕΕ, παρά το γεγονός ότι περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ΠΔΠ, όσον αφορά τον μετριασμό των επιπτώσεων της κρίσης, μέσω της χρηματοδότησης του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης και της ανακατανομής κονδυλίων προς τομείς προτεραιότητας στο πλαίσιο αυτό· εκφράζει, ωστόσο, αποδοκιμασία για την έλλειψη επαρκούς συντονισμού μεταξύ των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών στα πεδία της καταπολέμησης της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης και της διασφάλισης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών·

Η κοινωνική διάσταση και η διάσταση της απασχόλησης στη στρατηγική εξόδου από την κρίση

53.    επισημαίνει ότι η αύξηση της ανεργίας και του δημόσιου χρέους, καθώς και η μείωση της ανάπτυξης που προκάλεσε η διεθνής οικονομική κρίση, δημιουργούν προσκόμματα στην υλοποίηση του στόχου της διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών· επισημαίνει ότι είναι ανάγκη τα κράτη μέλη να προβούν σε δημοσιονομική εξυγίανση και να βελτιώσουν τη ρευστότητα των δημόσιων οικονομικών ώστε να μειωθεί το κόστος του χρέους, αλλά τονίζει παράλληλα ότι αυτό πρέπει να γίνει με ισόρροπο τρόπο και σε εύλογο χρονικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των κρατών μελών· υπογραμμίζει ωστόσο ότι οι αδιάκριτες περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις, στην έρευνα, στην εκπαίδευση και στην ανάπτυξη θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις προοπτικές για την οικονομική μεγέθυνση, την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη, και θεωρεί κατά συνέπεια ότι οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις στους τομείς αυτούς πρέπει να εξακολουθήσουν να προωθούνται και, όπου κρίνεται αναγκαίο, να αυξάνονται·

54.    υπογραμμίζει ότι η τρέχουσα ανάκαμψη εξακολουθεί να είναι εύθραυστη και ότι η ανεργία συνεχίζει να αυξάνεται στα περισσότερα κράτη μέλη, με τους νέους να πλήττονται με ιδιαίτερη δριμύτητα· πιστεύει ακράδαντα ότι κανένα τέλος της οικονομικής κρίσης δεν μπορεί να αναγγελθεί έως ότου η ανεργία μειωθεί σημαντικά και με διατηρήσιμο τρόπο, και τονίζει το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά κράτη πρόνοιας έχουν αποδείξει την αξία τους όσον αφορά την παροχή σταθερότητας και τη συμβολή στην ανάκαμψη·

55.    θεωρεί ότι απαιτείται να αξιολογηθούν κατάλληλα οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης και αυτές που συνδέονται με την απασχόληση και να χαραχθεί μια στρατηγική ανάκαμψης σε επίπεδο ΕΕ βασιζόμενη στη στήριξη της απασχόλησης, της κατάρτισης και των επενδύσεων που οδηγούν σε υψηλή οικονομική δραστηριότητα, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων, ιδίως μάλιστα των ΜΜΕ, και στην αναζωογόνηση της βιομηχανίας, ενώ ταυτόχρονα θα εξασφαλίζεται η μετάβαση προς μια ανταγωνιστική βιώσιμη οικονομία· φρονεί ότι οι στόχοι αυτοί πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα της στρατηγικής Ευρώπη 2020·

56.    κρίνει ότι η στρατηγική της οικονομικής ανάκαμψης δεν θα πρέπει επ' ουδενί λόγω να οδηγήσει σε νέες διαρθρωτικές ανισορροπίες και σε μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες, στοιχεία τα οποία εμποδίζουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αλλά θα πρέπει να εισαγάγει τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να αντιμετωπισθούν αυτές οι ανισορροπίες· θεωρεί ότι τα χρηματοπιστωτικά και δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη πρέπει να προστατεύουν τους μισθούς, τις συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών ή την ικανότητα των κρατών μελών να παρέχουν τις απαραίτητες δημόσιες υπηρεσίες στο μέλλον·

57.    θεωρεί ότι η προβλεπόμενη γήρανση του πληθυσμού κατά τις επόμενες δεκαετίες αποτελεί μια πρωτόγνωρη πρόκληση για τις χώρες της ΕΕ· πιστεύει, κατά συνέπεια, ότι τα μέτρα για την καταπολέμηση της κρίσης δεν πρέπει καταρχήν να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στα δημόσια οικονομικά και να επιβαρύνουν υπέρμετρα τις μελλοντικές γενιές με την αποπληρωμή σημερινών χρεών·

58.    υπογραμμίζει τη σημασία που αποκτά η σύνδεση της οικονομικής ανάκαμψης με στοχοθετημένες πολιτικές για την αντιμετώπιση της διαρθρωτικής ανεργίας, ιδίως της ανεργίας μεταξύ των νέων, των ηλικιωμένων, των ατόμων με αναπηρία και των γυναικών, με στόχο την αύξηση της ποιοτικής απασχόλησης και, κατά συνέπεια, την αύξηση της παραγωγικότητας τόσο της εργασίας όσο και των επενδύσεων· θεωρεί εν προκειμένω σημαντικές τις πολιτικές που αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας του ανθρώπινου κεφαλαίου, όπως οι εκπαιδευτικές πολιτικές, και τις πολιτικές υγειονομικής περίθαλψης που αποσκοπούν στην ανάπτυξη ενός εργατικού δυναμικού παραγωγικότερου και με μεγαλύτερη διάρκεια εργάσιμου βίου ή τις πολιτικές που αποσκοπούν στην επιμήκυνση της διάρκειας της επαγγελματικής δραστηριότητας· ζητά από τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενισχύσουν τις πολιτικές και τα μέτρα για την απασχόληση και την αγορά εργασίας, τοποθετώντας τα στο επίκεντρο της στρατηγικής Ευρώπη 2020·

Οι επιπτώσεις των δημογραφικών αλλαγών και η στρατηγική για την απασχόληση

59.    θεωρεί ότι η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα αύξησης των επιπέδων απασχόλησης ώστε να ανταποκρίνονται στις δημογραφικές και δημοσιονομικές προκλήσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών καθεστώτων· πιστεύει ότι το υπάρχον ευρωπαϊκό ανθρώπινο κεφάλαιο μπορεί να υποστηριχθεί μεσοπρόθεσμα μέσω των κατάλληλων μεταναστευτικών πολιτικών που θα οδηγήσουν στην ενσωμάτωση των μεταναστών στην αγορά εργασίας και στην απόκτηση ιθαγένειας·

60.    τονίζει ότι τα αυξημένα επίπεδα απασχόλησης είναι απαραίτητα προκειμένου να αντιμετωπίσει τη ΕΕ τη γήρανση του πληθυσμού και τονίζει ότι η υψηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας συνιστά προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ένταξη και μια βιώσιμη και ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς·

61.    είναι της άποψης ότι η στρατηγική Ευρώπη 2020 πρέπει να λάβει μορφή "συμφώνου για την οικονομική και την κοινωνική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης", το οποίο θα αποσκοπεί στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας και θα εστιάζει στην ενσωμάτωση όλων στην αγορά εργασίας, δηλαδή θα προστατεύει με τον καλύτερο τρόπο τους πολίτες από τον κοινωνικό αποκλεισμό· τονίζει ότι όλες οι πολιτικές πρέπει να αλληλοϋποστηρίζονται ώστε να επιτυγχάνονται θετικές συνέργειες· πιστεύει ότι η στρατηγική πρέπει να βασίζεται σε κατευθυντήριες γραμμές, και όπου είναι δυνατόν σε δείκτες και στόχους μετρήσιμους και συγκρίσιμους τόσο σε εθνικό όσο και σε επίπεδο ΕΕ, και συνδυαζόμενους με μηχανισμούς πριμοδότησης για όσους τηρούν τους στόχους και διορθωτικούς μηχανισμούς για όσους δεν τους τηρούν, με σεβασμό στις αρχές της ευελιξίας με ασφάλεια και στη μέθοδο του κοινωνικού διαλόγου·

Η βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας

62.    θεωρεί ότι μία συντονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο πολιτική δημόσιων οικονομικών, η οποία θέτει ως στόχους τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ποιοτική απασχόληση και τη θέσπιση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, παρέχει μία από τις αναγκαίες λύσεις για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής, χρηματοπιστωτικής και κοινωνικής κρίσης και των προκλήσεων που θέτουν οι δημογραφικές αλλαγές και η παγκοσμιοποίηση·

63.    σημειώνει ότι η μακροπρόθεσμη ισορροπία των νομοθετημένων συνταξιοδοτικών συστημάτων δεν εξαρτάται μόνο από τη δημογραφική εξέλιξη αλλά και από την παραγωγικότητα των εργαζομένων, η οποία επηρεάζει το ποσοστό της εν δυνάμει ανάπτυξης, καθώς και από το ποσοστό του ΑΕγχΠ που διατίθεται για τη χρηματοδότηση των συστημάτων αυτών·

64.    τονίζει τη σπουδαιότητα της επικείμενης Πράσινης Βίβλου για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και θεωρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας και θα πρέπει να ενθαρρυνθεί, τόσο από συμβατική όσο και από δημοσιονομική σκοπιά, η ανάπτυξη βιώσιμων, ασφαλών και επαρκώς διαφοροποιημένων συνταξιοδοτικών συστημάτων με ποικίλες πηγές χρηματοδότησης, οι οποίες θα συνδέονται με τις επιδόσεις της αγοράς εργασίας ή με τις χρηματοπιστωτικές αγορές και θα μπορούσαν να λάβουν τη μορφή εταιρικών προγραμμάτων, και οι οποίες θα περιλαμβάνουν δημόσια, επικουρικά, εργοδοτικά και ατομικά προγράμματα· κατά συνέπεια, αναγνωρίζει πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζουν οι πολίτες της ΕΕ ό,τι έχει σχέση με τη σύνταξή τους·

65.    υπογραμμίζει ότι, μακροπρόθεσμα, οι τεκμαρτές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα μέρη του συνολικού δημόσιου χρέους και ότι τα κράτη μέλη πρέπει να δημοσιεύουν τακτικά πληροφορίες σχετικά με τις τεκμαρτές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με την κοινά αποδεκτή μεθοδολογία·

66.    είναι της άποψης ότι η ανάγκη να υπάρχουν, αφενός, βιώσιμα δημόσια οικονομικά και, αφετέρου, αποτελεσματικά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και κοινωνικής ένταξης απαιτεί αύξηση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας στη διοίκηση και τη δημόσια δαπάνη, και ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρυνθούν να εξετάσουν την έγκριση μέτρων που να εξασφαλίζουν μια δικαιότερη κατανομή του φορολογικού βάρους, μέσω σταδιακής και αποφασιστικής μείωσης του φορολογικού βάρους που πιέζει την απασχόληση και τις ΜΜΕ· θεωρεί ότι αυτό θα μπορούσε να συντελέσει στη μείωση της φτώχειας, στην εξασφάλιση κοινωνικής συνοχής και στην ενίσχυση της οικονομικής μεγέθυνσης και της παραγωγικότητας, που αποτελούν βασικό παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου·

°

° °

67.    αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην ΕΚΤ και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ C 16 Ε της 22.1.2010, σελ. 8.

(2)

Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2009)0123.

(3)

Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2009)0013.

(4)

Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2008)0357.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Συντονισμός συγκυριακών πολιτικών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων

Η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής συνιστά μείζονα πράξη της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών. Το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης περιορίζει τα περιθώριά τους όσον αφορά την εφαρμογή επιλεκτικών πολιτικών. Η αναθεώρηση του συμφώνου, που πραγματοποιήθηκε το 2005, ορίζει τις εξαιρετικές περιστάσεις κατά τις οποίες οι εν λόγω περιορισμοί μπορούν να παραβιάζονται προσωρινά, προκειμένου να επιτρέπεται η λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών. Το ζήτημα είναι πλέον να καθοριστούν οι δείκτες "μιας οικονομίας σε φάση ανάκαμψης", με στόχο τον επακριβή προσδιορισμό της κατάλληλης χρονικής στιγμής για την εφαρμογή των μέτρων εξόδου από την κρίση. Οι απόψεις των οικονομολόγων συγκλίνουν ως προς τη διαπίστωση ότι μια οικονομία πλήρους απασχόλησης είναι μια οικονομία στην οποία η παραγωγική ικανότητα είναι κορεσμένη. Στην πραγματικότητα, αυτή η κατάσταση επέρχεται όταν το ποσοστό χρήσης του εξοπλισμού υπερβαίνει το 85%. Μπορούμε, επομένως, να θεωρήσουμε ότι, κάτω από ένα ορισμένο όριο ανάπτυξης, είναι απαραίτητη η λήψη δημοσιονομικών και νομισματικών μέτρων τόνωσης.

Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το έτος 2009 σηματοδοτήθηκε από μείωση της παραγωγής και από εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας, της τάξεως του 71% κατά μέσο όρο. Η ανάκαμψη καθίσταται ακόμα πιο ευάλωτη όταν ερείδεται στην ανασύσταση αποθεμάτων των επιχειρήσεων και στην ελαφρά άνοδο των εξαγωγών. Στην πλειονότητα των χωρών της ΕΕ, η κατανάλωση βρίσκεται σε στασιμότητα και οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλές εξαιτίας της πτώσης των παραγγελιών. Τούτο συνεπάγεται πτώση του αναπτυξιακού δυναμικού των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Κατά συνέπεια, προκειμένου να προσδιοριστεί επακριβώς ο κατάλληλος χρόνος ενίσχυσης των πολιτικών εξόδου από την κρίση, η Επιτροπή θα μπορούσε να θεσπίσει έναν απλό κανόνα. Τα μη συμβατικά μέτρα πρέπει να διατηρούνται στο μέτρο που το ποσοστό αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας παραμένει χαμηλότερο από το σύνηθες ποσοστό της. Μόλις η οικονομία αγγίξει αυτό το όριο, είναι δυνατή η σύσταση των μέτρων που διασφαλίζουν την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας (όπως η διάθεση των πλεονασμάτων του πρωτογενούς προϋπολογισμού για τη μείωση του χρέους).

2. Προς αναζήτηση ενός κριτηρίου διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών

Η ανακοίνωση της Επιτροπής αναγνωρίζει την προαναφερθείσα αναγκαιότητα διατήρησης των μη συμβατικών μέτρων για όσο διάστημα δεν καταγράφεται ανάκαμψη της οικονομίας και θίγει το πρόβλημα της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών.

Εντούτοις, όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση, "δεν υπάρχει σαφής ορισμός για την έννοια της βιωσιμότητας του χρέους"(1) και "δεν υπάρχει καθορισμένο ανώτατο όριο για τα διατηρήσιμα επίπεδα χρέους. Τα όρια της διατηρησιμότητας διαφέρουν διαχρονικά και από τη μια χώρα στην άλλη"(2). Η Επιτροπή επιχειρεί, ωστόσο, να προτείνει ένα κριτήριο διατηρησιμότητας, ώστε το χρέος να μην εξαντλεί "την ικανότητα της κυβέρνησης να παρέχει τις αναγκαίες δημόσιες υπηρεσίες […] και την ικανότητα να προσαρμόζει τις πολιτικές ανάλογα με τις νέες προκλήσεις". Εκφράζει την ανησυχία της για τις αρνητικές επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης και της ανοδικής τάσης των κοινωνικών δαπανών επί του αναπτυξιακού δυναμικού και των δημοσίων ελλειμμάτων.

Η ανακοίνωση της Επιτροπής αποπειράται να καθορίσει, με ορίζοντα το 2060, την εξέλιξη του τμήματος των δαπανών και των φόρων που θα πρέπει να αποδεχθούμε στις χώρες της ΕΕ, ώστε το δημόσιο χρέος να παραμείνει, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα αυτό, εντός των αποδεκτών ορίων ενός δείκτη χρέους της τάξεως του 60% του ΑΕγχΠ.

Οι προβλέψεις της ανακοίνωσης της Επιτροπής εδράζονται σε υποθέσεις κατ’ ανάγκην εξελικτικές σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Πράγματι, ο μακροπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης επηρεάζεται από τις αποφάσεις σχετικά με τις επενδύσεις των επιχειρήσεων επί έκαστης βραχυπρόθεσμης διαδοχής, ενώ οι εν λόγω αποφάσεις, αυτές καθαυτές, εξαρτώνται από το ευρύτερο πλαίσιο και από τις επιλεκτικές πολιτικές που ακολουθούν οι αρχές. Κατά συνέπεια, οι ορθές μακροοικονομικές πολιτικές μπορούν να αυξήσουν τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης και να μετριάσουν την πίεση χρηματοδότησης των συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Εξάλλου, οι δημογραφικές εξελίξεις είναι συνυφασμένες με την αβέβαιη εξέλιξη του ποσοστού γονιμότητας και των μεταναστευτικών ρευμάτων. Τέλος, αυτή η "πίεση" χρηματοδότησης των κοινωνικών δαπανών εξαρτάται από την κοινωνική ζήτηση δημόσιων αγαθών και από τον βαθμό αποδοχής των υποχρεωτικών εισφορών. Η εν λόγω κοινωνική ζήτηση αποδεικνύεται σημαντική σε ορισμένα κράτη μέλη και δεν έχει επιβαρύνει υποχρεωτικά, κατά το παρελθόν, τον οικονομικό δυναμισμό τους. Επί του παρόντος, αναγνωρίζεται η αποδοτικότητα των μέτρων κοινωνικής προστασίας του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου, τα οποία έχουν αποδειχθεί ιδιαιτέρως χρήσιμα σε περιόδους κρίσης. Κατά τα λοιπά, είναι δυνατόν να αναπτυχθούν και να εκσυγχρονιστούν περαιτέρω, μέσω του επαναπροσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής τους και της χρηματοδοτικής βάσης τους.

Επί τη βάσει αυτής ακριβώς της βραχυπρόθεσμης διαδοχής πρέπει να θιγεί το πρόβλημα του δημόσιου χρέους. Εν προκειμένω, τα ελλείμματα είναι επιθυμητά σε καταστάσεις ανισορροπίας μεταξύ των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων. Η δημόσια πολιτική οφείλει, σε αυτές τις περιπτώσεις, να αντλήσει τις διαθέσιμες αποταμιεύσεις μέσω του δανεισμού, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις επενδυτικές δαπάνες. Μια τέτοια ανισορροπία υπέβοσκε πολύ πριν από την έναρξη της κρίσης ρευστότητας του Οκτωβρίου του 2008· η ανάπτυξη της ΕΕ άρχισε να καταγράφει αρνητικά ποσοστά ήδη από το δεύτερο τρίμηνο του 2008 και ο ρυθμός ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ παρέμεινε κατώτερος του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξής της ήδη από την αρχή της δεκαετίας.

Για την ανάκαμψη των επενδύσεων, η δημοσιονομική πολιτική είναι επιθυμητή στα κράτη μέλη που παρουσιάζουν πλεόνασμα των αποταμιεύσεων. Τα ελλείμματα είναι βιώσιμα στο μέτρο που η χρηματοδότησή τους δεν ασκεί πιέσεις επί των επιτοκίων των κρατικών δανεισμών και δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση δυσβάστακτης επιβάρυνσης στους φορολογούμενους. Πλην όμως, η επιβάρυνση αυτή αυξάνεται όταν τα πραγματικά επιτόκια υπερβαίνουν τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον τα επιτόκια αποτελούν, εφόσον είναι χαμηλά, το πρωτεύον κριτήριο για τον υπολογισμό της βραχυπρόθεσμης βιωσιμότητας του χρέους.

Επιπλέον, η ικανότητα δανεισμού των κρατών μελών εξαρτάται και από τη στάση που διατηρούν οι οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. Η πρόσφατη εμπειρία καταδεικνύει ότι οι εν λόγω οργανισμοί ενδέχεται να υπερεκτιμούν ή να υποτιμούν τους κινδύνους. Χορηγούν τον βαθμό αξιολόγησης ΑΑΑ μόνον εφόσον τα αντίστοιχα κράτη είναι φερέγγυα. Η βαθμολογία της πιστοληπτικής ικανότητας είναι υψηλότερη στο μέτρο που το χρέος χρηματοδοτεί ελλείμματα ικανά να αποφέρουν στο μέλλον ανάπτυξη και φορολογικά έσοδα. Για τον λόγο αυτόν, είναι σημαντικό η Επιτροπή να δρομολογήσει τη διενέργεια μελετών που θα επιτρέψουν την αξιολόγηση της ποιότητας των χρεών και να επιβάλει κυρώσεις στα κράτη μέλη που ενδέχεται να προβούν σε υπερεκτίμηση των προοπτικών ανάπτυξής τους με στόχο να εφαρμόσουν μυστικά μια πρακτική ελλείμματος που οδηγεί σε οικονομική ύφεση.

3. Προσδιορισμός του "καλού" χρέους και του "κακού" χρέους

Κατ’ εφαρμογήν των συστάσεων της Επιτροπής, τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν, ήδη από την έναρξη ισχύος του ευρώ, να μειώσουν τις λειτουργικές δαπάνες τους και να μεταρρυθμίσουν τα συνταξιοδοτικά τους συστήματα. Λόγω της κρίσης, κατά τη διάρκεια του έτους 2009, τα ελλείμματα και οι δείκτες χρέους όλων των κρατών μελών αυξήθηκαν σημαντικά.

Η αύξηση των ελλειμμάτων δεν οφείλεται αποκλειστικά στην εφαρμογή των μέτρων ανάκαμψης. Κατά πρώτον, απορρέει από τη μηχανική επιβράδυνση των φορολογικών εσόδων. Κατόπιν, από την αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών πολιτικών, η οποία μετράται με γνώμονα την επίτευξη των στόχων που τίθενται στο πλαίσιο αυτών των πολιτικών. Ένα σημαντικό έλλειμμα δύναται να χρηματοδοτήσει μια οικονομική ανάπτυξη, ήτοι μία πηγή φορολογικών εσόδων και αποκατάστασης της ισορροπίας. Αυτή είναι η λογική των "μη συμβατικών μέτρων τόνωσης" που συνιστά η Επιτροπή.

Αντιθέτως, τα κακώς σταθμισμένα φορολογικά μέτρα ενδέχεται να έχουν αμελητέο αντίκτυπο στην ανάπτυξη. Αυτές οι φορολογικές δαπάνες αυξάνουν ακόμα περισσότερο το δημόσιο χρέος. Σε αυτήν την περίπτωση, πρόκειται για ελλείμματα που οδηγούν σε οικονομική ύφεση. Το "κακό" χρέος βαρύνει τα νοικοκυριά με μηδενική τάση αποταμίευσης, διότι τα εν λόγω νοικοκυριά καταβάλλουν τις πληρωμές εξόφλησης χωρίς να εισπράττουν τους τόκους του χρέους. Επειδή τα ελλείμματα επιβαρύνουν πρωτίστως τα νοικοκυριά που έχουν πληγεί σοβαρότερα από την κρίση, είναι επιτακτική η ανάγκη να προσδιοριστούν και να εξαλειφθούν τα ελλείμματα που οδηγούν σε οικονομική ύφεση.

4. Τι θα γίνει με το σύμφωνο σταθερότητας;

Κατά τη σύνταξη της Συνθήκης του Μάαστριχτ, καθορίστηκαν τα επιτρεπτά όρια ελλειμμάτων και δεικτών χρέους, μέσω του προσδιορισμού του μέσου όρου των ελλειμμάτων και των δεικτών χρέους των χωρών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος. Η αναθεώρηση του συμφώνου σταθερότητας το 2005 εγκρίνει εντέλει εμμέσως τις αρχές μιας αντικυκλικής μακροοικονομικής πολιτικής. Μια τέτοια αρχή κρίνεται λίαν ενδεδειγμένη για την ένταξή της σε μια προοπτική μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών. Η Επιτροπή θα μπορούσε να καθιερώσει ρητώς αυτόν τον κανόνα αντικυκλικής διαχείρισης. Για τον σκοπό αυτόν, πρέπει επομένως να μεριμνήσει για τη διατύπωση συστάσεων που να είναι συμβατές προς αυτήν την αρχή, αποφεύγοντας να ορίσει πολύ σύντομες προθεσμίες για την αποκατάσταση της ισορροπίας.

Όσον αφορά τα δυνητικά κριτήρια εκτίμησης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών, ο δείκτης διαρθρωτικού ελλείμματος είναι ιδιαιτέρως προσαρμοσμένος σε μια μακροπρόθεσμη αξιολόγηση, διότι εκτιμά την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών ανεξαρτήτως των συγκυριακών επιπτώσεων. Τέλος, εισάγεται ένας διαρθρωτικός δείκτης ποσοστού χρέους, ήτοι ο λόγος "χρέους/περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου" ή "καθαρού χρέους/ΑΕγχΠ", για τον υπολογισμό του βαθμού φερεγγυότητας των κρατών μελών.

(1)

Έγγραφο εργασίας που συνοδεύει την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών για μια οικονομία σε φάση ανάκαμψης, 14 Οκτωβρίου 2009.

(2)

Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών για μια οικονομία σε φάση ανάκαμψης, 14 Οκτωβρίου 2009.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (*) (22.3.2010)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών για μια οικονομία σε φάση ανάκαμψης

(2010/2038(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Sergio Gaetano Cofferati

(*) Συνδεδεμένη επιτροπή – Άρθρο 50 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.   επισημαίνει ότι η αύξηση της ανεργίας και του δημόσιου χρέους καθώς και η μείωση της ανάπτυξης που προκάλεσε η διεθνής οικονομική κρίση δημιουργούν προσκόμματα στην υλοποίηση του στόχου της διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών· επισημαίνει ότι είναι ανάγκη τα κράτη μέλη να προβούν σε δημοσιονομική εξυγίανση και να βελτιώσουν τη ρευστότητα των δημόσιων οικονομικών ώστε να μειωθεί το κόστος του χρέους αλλά τονίζει παράλληλα ότι αυτό πρέπει να γίνει με ισόρροπο τρόπο και σε εύλογο χρονικό πλαίσιο λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των κρατών μελών· υπογραμμίζει ωστόσο ότι οι αδιάκριτες περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις, στην έρευνα, την εκπαίδευση και την ανάπτυξη μπορούν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις προοπτικές για την ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη και θεωρεί κατά συνέπεια ότι οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις στους τομείς αυτούς πρέπει να εξακολουθήσουν να προωθούνται και, όπου κρίνεται αναγκαίο, να επεκτείνονται·

2.   υπογραμμίζει ότι η τρέχουσα ανάκαμψη εξακολουθεί να είναι εύθραυστη και ότι η ανεργία συνεχίζει να αυξάνεται στα περισσότερα κράτη μέλη, με τους νέους να πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό· πιστεύει ακράδαντα ότι κανένα τέλος της οικονομικής κρίσης δεν μπορεί να ανακοινωθεί έως ότου η ανεργία μειωθεί σημαντικά και με βιώσιμο τρόπο και τονίζει το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά κράτη πρόνοιας απέδειξαν την αξία τους παρέχοντας σταθερότητα και συμβάλλοντας στην ανάκαμψη·

Η κοινωνική και η εργασιακή διάσταση της στρατηγικής εξόδου από την κρίση

3.   θεωρεί ότι απαιτείται να αξιολογηθούν κατάλληλα οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσεως και αυτές που συνδέονται με την απασχόληση και να χαραχθεί μία στρατηγική ανάκαμψης σε ευρωπαϊκό επίπεδο βασιζόμενη στη στήριξη της απασχόλησης, της κατάρτισης και των επενδύσεων που θα οδηγήσουν σε υψηλή οικονομική δραστηριότητα, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας του βιομηχανικού κλάδου, στην αναζωπύρωση της βιομηχανίας εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη μετάβαση προς μία ανταγωνιστική βιώσιμη οικονομία· φρονεί ότι οι στόχοι αυτοί πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα της στρατηγικής ΕΕ 2020·

4.   κρίνει ότι η στρατηγική της οικονομικής ανάκαμψης δεν θα πρέπει επ' ουδενί λόγω να οδηγήσει σε νέες διαρθρωτικές ανισορροπίες και σε μεγάλη εισοδηματική διαφορά, στοιχεία τα οποία εμποδίζουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αλλά θα πρέπει να εισαγάγει τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να αντιμετωπισθούν αυτές οι ανισορροπίες· θεωρεί ότι τα χρηματοπιστωτικά και δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη πρέπει να στοχεύουν στην προστασία των μισθών, των συντάξεων, των επιδομάτων ανεργίας και της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τη μακρόπνοη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών ή την ικανότητα των κρατών μελών να παρέχουν τις απαραίτητες δημόσιες υπηρεσίες στο μέλλον·

5.   θεωρεί ότι η προβλεπόμενη γήρανση του πληθυσμού κατά τις επόμενες δεκαετίες αποτελεί μια πρωτόγνωρη πρόκληση για τις χώρες της ΕΕ· κατά συνέπεια, τα μέτρα για την καταπολέμηση της κρίσης δεν πρέπει καταρχήν να προκαλέσουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στα δημόσια οικονομικά και να επιβαρύνουν τις μελλοντικές γενεές με την αποπληρωμή των τρεχόντων χρεών·

6.   υπογραμμίζει τη σημασία που αποκτά η σύνδεση της οικονομικής ανάκαμψης με στοχοθετημένες πολιτικές για την αντιμετώπιση της διαρθρωτικής ανεργίας, ιδίως της ανεργίας μεταξύ των νέων, των ηλικιωμένων, των ατόμων με αναπηρία και των γυναικών, οι οποίες αποσκοπούν στην αύξηση της ποιοτικής απασχόλησης και, κατά συνέπεια, στην αύξηση της παραγωγικότητας τόσο της εργασίας όσο και των επενδύσεων· ζητά από τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενισχύσουν τις πολιτικές και τα μέτρα για την απασχόληση και την αγορά εργασίας ώστε να τεθούν στο επίκεντρο της στρατηγικής της Ευρώπης για το 2020·

Οι επιπτώσεις των δημογραφικών αλλαγών και η στρατηγική για την απασχόληση

7.   θεωρεί ότι η διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών εξαρτάται σε μεγάλο μέρος από την ικανότητα αύξησης του επιπέδου απασχόλησης ώστε να ανταποκρίνονται στις δημογραφικές και δημοσιονομικές προκλήσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών καθεστώτων· το υπάρχον ευρωπαϊκό ανθρώπινο κεφάλαιο μπορεί να υποστηριχθεί μεσοπρόθεσμα μέσω των κατάλληλων μεταναστευτικών πολιτικών που θα οδηγήσουν στην ενσωμάτωση των μεταναστών στην αγορά εργασίας και στην απόκτηση ιθαγένειας·

8.   υπενθυμίζει ότι τα αυξημένα επίπεδα απασχόλησης είναι απαραίτητα για την ΕΕ προκειμένου να αντιμετωπίσει τη γήρανση του πληθυσμού και τονίζει ότι η υψηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας συνιστά προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ένταξη και μια αειφόρο και ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς·

9.   είναι της άποψης ότι η στρατηγική 2020 πρέπει να λάβει μορφή ‘συμφώνου για την οικονομική και την κοινωνική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης’ το οποίο θα αποσκοπεί στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας και θα εστιάζει στην ενσωμάτωση όλων στην αγορά εργασίας, η οποία προστατεύει με τον καλύτερο τρόπο τους πολίτες από τον κοινωνικό αποκλεισμό· τονίζει ότι όλες οι πολιτικές πρέπει να αλληλοϋποστηρίζονται ώστε να επιτυγχάνονται θετικές συνέργειες· η στρατηγική πρέπει να βασίζεται σε προσανατολισμούς, και όπου είναι δυνατό σε δείκτες και στόχους μετρήσιμους και συγκρίσιμους τόσο σε εθνικό όσο και σε επίπεδο ΕΕ και συνδυαζόμενους με μηχανισμούς πριμοδότησης για όσους τηρούν τους στόχους, και διορθωτικούς μηχανισμούς για όσους δεν τους τηρούν, με σεβασμό στις αρχές της φλεξικιούριτι (συνδυασμός ευελιξίας με ασφάλεια) και της μεθόδου του κοινωνικού διαλόγου·

Η βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας

10. θεωρεί ότι μία συντονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο πολιτική δημοσίων οικονομικών, η οποία θέτει ως στόχους τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ποιοτική απασχόληση και τη θέσπιση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, παρέχει μία από τις αναγκαίες λύσεις για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής, χρηματοπιστωτικής και κοινωνικής κρίσης και των προκλήσεων των δημογραφικών αλλαγών και της παγκοσμιοποίησης·

11. επισημαίνει ότι η μακροπρόθεσμη ισορροπία των υποχρεωτικών συνταξιοδοτικών συστημάτων δεν εξαρτάται μόνο από τη δημογραφική εξέλιξη, αλλά και από την παραγωγικότητα των ενεργών εργαζομένων, οι οποίοι επηρεάζουν το ποσοστό της εν δυνάμει ανάπτυξης, καθώς και το ποσοστό του ΑΕγχΠ το οποίο διατίθεται για τη χρηματοδότηση των εν λόγω συστημάτων·

12. τονίζει τη σπουδαιότητα του αναμενόμενου Πράσινου Βιβλίου για τη μεταρρύθμιση των συντάξεων, το οποίο βρίσκεται στο στάδιο της δημοσίευσης, και θεωρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας και θα πρέπει να ενθαρρυνθεί τόσο από συμβατικής όσο και από δημοσιονομικής σκοπιάς η ανάπτυξη βιώσιμων, ασφαλών και επαρκώς διαφοροποιημένων συνταξιοδοτικών συστημάτων που τροφοδοτούνται από διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης οι οποίες συνδέονται με τις επιδόσεις της αγοράς εργασίας ή με τις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι οποίες θα μπορούσαν να λάβουν τη μορφή εταιρικών προγραμμάτων περιλαμβάνοντας δημόσια, επικουρικά, εργοδοτικά και ατομικά προγράμματα· κατά συνέπεια, αναγνωρίζει πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζουν οι πολίτες της ΕΕ ό,τι έχει σχέση με τη σύνταξή τους·

13. υπογραμμίζει ότι, μακροπρόθεσμα, οι τεκμαρτές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις αποτελούν πολύ μεγάλο μέρος του συνολικού δημόσιου χρέους και ότι τα κράτη μέλη πρέπει να δημοσιεύουν τακτικά πληροφορίες σχετικά με τις τεκμαρτές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις τους σύμφωνα με την κοινά αποδεκτή μεθοδολογία·

14. είναι της άποψης ότι η ανάγκη να υπάρχουν αφενός βιώσιμα δημόσια οικονομικά και αφετέρου αποτελεσματικά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και κοινωνικής ένταξης απαιτεί αύξηση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας στη διοίκηση και τη δημόσια δαπάνη και μία δικαιότερη κατανομή του φορολογικού βάρους μέσω σταδιακής και καθοριστικής μείωσης του φορολογικού άχθους που πιέζει στην απασχόληση• αυτό θα μπορούσε να συντελέσει στη μείωση της φτώχειας, την εξασφάλιση κοινωνικής συνοχής, την ενίσχυση της οικονομικής αύξησης και της παραγωγικότητας που αποτελεί βασικό παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

17.3.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

34

5

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Regina Bastos, Edit Bauer, Pervenche Berès, Milan Cabrnoch, David Casa, Alejandro Cercas, Ole Christensen, Derek Roland Clark, Sergio Gaetano Cofferati, Marije Cornelissen, Karima Delli, Proinsias De Rossa, Frank Engel, Sari Essayah, Ilda Figueiredo, Pascale Gruny, Thomas Händel, Marian Harkin, Roger Helmer, Nadja Hirsch, Stephen Hughes, Danuta Jazłowiecka, Martin Kastler, Patrick Le Hyaric, Veronica Lope Fontagné, Olle Ludvigsson, Elizabeth Lynne, Thomas Mann, Elisabeth Morin-Chartier, Siiri Oviir, Rovana Plumb, Joanna Katarzyna Skrzydlewska, Jutta Steinruck, Traian Ungureanu

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jürgen Creutzmann, Julie Girling, Richard Howitt, Dieter-Lebrecht Koch, Ria Oomen-Ruijten, Evelyn Regner, Csaba Sógor, Emilie Turunen


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Προϋπολογισμών (<Date>9.4.2010</Date>)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών για μια οικονομία σε φάση ανάκαμψης

(2010/2038(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Ivailo Kalfin

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Προϋπολογισμών καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), παρά την αναθεώρησή του το 2005, δεν υπήρξε επαρκές για να αποφευχθεί η σημερινή κρίση,

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι κρίσιμη όχι μόνο για την Ευρώπη ως σύνολο, αλλά και, ειδικότερα, για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρόλο που ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίζεται επί του παρόντος στο κατά προσέγγιση 1% του συνόλου των ευρωπαϊκών ακαθάριστων εθνικών εισοδημάτων, θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται σε αυτόν οι γενικές αρχές και οι βασικές παραδοχές διατηρησιμότητας,

1.   υποστηρίζει την ιδέα ότι ο ευρύτερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απαραίτητος και αποφέρει επιπρόσθετες συνέργειες·

2.   παραδέχεται ότι το ΣΣΑ είναι ανεπαρκές εργαλείο για την εναρμόνιση των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών·

3.   υποστηρίζει, κατά συνέπεια, την αξιολόγηση των μηχανισμών προκειμένου να οδηγηθούν και πάλι οι εθνικές οικονομίες εντός της ΕΕ σε πορεία σύγκλισης·

4.   θεωρεί ότι η αξιολόγηση των στόχων και των μηχανισμών για τη σύγκλιση των εθνικών οικονομιών θα πρέπει να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατό, και μέσω της εξέτασης της δυνατότητας σύστασης ενός ευρωπαϊκού νομισματικού ταμείου, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να καθοριστούν οι πιθανές επιδράσεις που θα έχει η αύξηση της ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας του προϋπολογισμού της ΕΕ·

5.   τονίζει ότι η μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών συνδέεται επίσης θεμελιωδώς με τον προϋπολογισμό της ΕΕ και τη χρηματοδότησή του·

6.   υπενθυμίζει ότι, στο πλαίσιο της παρούσας, μη ικανοποιητικής μορφής της χρηματοδότησης της ΕΕ, έως και 70% αυτής προέρχεται όχι από ιδίους πόρους, αλλά απευθείας από τους εθνικούς προϋπολογισμούς ως "συνεισφορές" μέσω της πηγής του ΑΕΕ· επαναλαμβάνει την ανησυχία του ότι για κρίσεις, που ενδέχεται να έχουν ή να μην έχουν προκληθεί λόγω μη διατηρήσιμων πολιτικών, είναι δυνατόν να κατηγορηθεί εύκολα η Ένωση και, επομένως, να θεωρούνται οι συνεισφορές στον προϋπολογισμό ως "πρόσθετη επιβάρυνση" των εθνικών προϋπολογισμών αντί να εκτιμώνται τα κοινά οφέλη και η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία·

7.   υπογραμμίζει τον ιδιαιτέρως θετικό ρόλο που διαδραματίζει ο προϋπολογισμός της ΕΕ, παρά το γεγονός ότι περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ΠΔΠ, στο μετριασμό των επιπτώσεων της κρίσης, μέσω της χρηματοδότησης του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης, και την ανακατανομή κονδυλίων προς τομείς προτεραιότητας στο πλαίσιο αυτό· εκφράζει, ωστόσο, αποδοκιμασία για την έλλειψη επαρκούς συντονισμού μεταξύ των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών στα πεδία της καταπολέμησης της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης και της διασφάλισης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών·

8.   θεωρεί ότι οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας δεν θα πρέπει να είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την αξιολόγηση του δημοσίου χρέους, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί με ουσιαστικότερο τρόπο μέσω της δημιουργίας μηχανισμού πρόσθετης αξιολόγησης της δίκαιης αξίας των εν λόγω χρεών και της ενίσχυσης του ρόλου της Eurostat στην παροχή αξιόπιστων δεδομένων·

9.   εν προκειμένω, ενθαρρύνει τις προσπάθειες τόνωσης της διοχέτευσης των διαθέσιμων αποταμιεύσεων σε συντονισμένες δαπάνες επενδύσεων μέσω δημοσιονομικών πολιτικών·

10. προτείνει να θεσπίσει η Επιτροπή κατάλληλο μηχανισμό συνεργασίας με το ΔΝΤ σε ειδικές περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη λαμβάνουν από το τελευταίο στήριξη του ισοζυγίου πληρωμών·

11. υπενθυμίζει ότι ο πληθωρισμός δεν αποτελεί απάντηση στην ανάγκη για δημοσιονομική προσαρμογή, επειδή θα επέφερε σημαντικό οικονομικό κόστος και θα έθετε σε κίνδυνο τη βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

8.4.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

34

1

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Damien Abad, Alexander Alvaro, Marta Andreasen, Francesca Balzani, Reimer Böge, Andrea Cozzolino, Jean-Luc Dehaene, Isabelle Durant, James Elles, Göran Färm, José Manuel Fernandes, Eider Gardiazábal Rubial, Jens Geier, Estelle Grelier, Jiří Havel, Monika Hohlmeier, Anne E. Jensen, Jan Kozłowski, Alain Lamassoure, Vladimír Maňka, Barbara Matera, Claudio Morganti, Dominique Riquet, Sergio Paolo Francesco Silvestris, László Surján, Helga Trüpel, Daniël van der Stoep, Derek Vaughan, Angelika Werthmann, Ивайло Калфин

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

François Alfonsi, Frédéric Daerden, Gerben-Jan Gerbrandy, Riikka Manner, Paul Rübig, Theodor Dumitru Stolojan, Γεώργιος Σταυρακάκης


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

4.5.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

25

6

15

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Udo Bullmann, Pascal Canfin, George Sabin Cutaş, Leonardo Domenici, Derk Jan Eppink, Diogo Feio, Elisa Ferreira, Vicky Ford, José Manuel García-Margallo y Marfil, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Sylvie Goulard, Enikő Győri, Liem Hoang Ngoc, Gunnar Hökmark, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Astrid Lulling, Hans-Peter Martin, Arlene McCarthy, Ivari Padar, Alfredo Pallone, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Edward Scicluna, Peter Simon, Peter Skinner, Theodor Dumitru Stolojan, Ivo Strejček, Ramon Tremosa i Balcells, Corien Wortmann-Kool, Άννυ Ποδηματά, Νικόλαος Χουντής

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marta Andreasen, Sophie Auconie, Lajos Bokros, David Casa, Sari Essayah, Carl Haglund, Thomas Mann, Gay Mitchell, Sirpa Pietikäinen, Andreas Schwab, Илиaна Ивaнова

Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Trevor Colman, Monika Hohlmeier

Τελευταία ενημέρωση: 11 Μαΐου 2010Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου