σχετικά με την εφαρμογή και την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
σχετικά με την εφαρμογή και την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
– έχοντας υπόψη το άρθρο 81 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
– έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις(1) (εφεξής "κανονισμός Βρυξέλλες Ι" ή "ο κανονισμός"),
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού αυτού (CΟΜ(2009)0174),
– έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής της 21ης Απριλίου 2009 σχετικά με την αναθεώρηση του κανονισμού Βρυξέλλες Ι (CΟΜ(2009)0175),
– έχοντας υπόψη την έκθεση Heidelberg (JLS/2004/C4/03) σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού Βρυξέλλες Ι στα κράτη μέλη και τις απαντήσεις στην Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής,
– έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Νοεμβρίου 2009 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο – Ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην υπηρεσία των πολιτών – πρόγραμμα της Στοκχόλμης(2) και ιδίως τα τμήματα "Ευκολότερη πρόσβαση των πολιτών και των επιχειρήσεων στην αστική δικαιοσύνη" και "Οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής δικαστικής κουλτούρας",
– έχοντας υπόψη την προσχώρηση της Ένωσης στη Διάσκεψη της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο στις 3 Απριλίου 2007,
– έχοντας υπόψη την υπογραφή, την 1η Απριλίου 2009, εξ ονόματος της Ένωσης, της Σύμβασης της Χάγης της 30ής Ιουνίου 2005 σχετικά με τις συμφωνίες επιλογής του αρμοδίου δικαστηρίου,
– έχοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου ιδίως στις υποθέσεις Gambazzi κατά DaimlerChryslerCanada(3), τη γνωμοδότηση Lugano(4), WestTankers(5), Gasser κατά MISAT(6), Owusu v. Jackson(7), Shevill(8), OwensBankv. Bracco(9), Denilauer(10), StPaulDairyIndustries(11) καιVanUden(12),
– έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις(13), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με τη δημιουργία ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις(14), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με τη δημιουργία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής(15), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 861/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών(16), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής(17) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας και την κατάργηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1347/2000(18),
– έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ)(19),
– έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 2009,
– έχοντας υπόψη τα άρθρα 48 και 119 παράγραφος 2 του Κανονισμού,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7-0219/2010),
Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός αριθ. 44/2001, μαζί με την προηγηθείσα Σύμβαση των Βρυξελλών αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχή νομοθετήματα της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός αυτός έθεσε τα θεμέλια για έναν ευρωπαϊκό δικαστικό χώρο, ανέπτυξε θετικά αποτελέσματα για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις με την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας των αποφάσεων μέσω ενιαίων ευρωπαϊκών κανόνων που συμπληρώθηκαν από μια πλούσια νομολογία, και με την αποφυγή διεξαγωγής παράλληλων δικών και χρησιμοποιείται ως αναφορά και μέσο για άλλα νομοθετήματα,
Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρόλ' αυτά, ο κανονισμός αυτός έχει, μετά από μια σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου, επικριθεί και απαιτεί εκσυγχρονισμό,
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάργηση της κήρυξης της εκτελεστότητας – που αποτελεί τον κύριο στόχο της Επιτροπής – θα επιτάχυνε την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων και θα αποτελούσε ορόσημο στην εγκαθίδρυση ενός ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου,
Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η κήρυξη της εκτελεστότητας σπανίως απορρίπτεται: μόνο ένα ποσοστό μεταξύ 1 και 5% των αιτήσεων προσβάλλεται και οι διαδικασίες αυτές σπανίως έχουν επιτυχή έκβαση· λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι ο χρόνος και τα έξοδα που απαιτούνται για την αναγνώριση μιας αλλοδαπής απόφασης δύσκολα δικαιολογούνται στην ενιαία αγορά, αυτό δε μπορεί να είναι ιδιαίτερα επαχθές όταν ο ενάγων επιδιώκει εκτέλεση απόφασης εις βάρος των περιουσιακών στοιχείων ενός οφειλέτη σε διάφορες έννομες τάξεις,
Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει υποχρέωση κήρυξης της εκτελεστότητας σε ορισμένα μέσα της ΕΕ όπως ο ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος, η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, η ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών και ο κανονισμός σχετικά με τις υποχρεώσεις διατροφής(20),
ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την κατάργηση της κήρυξης της εκτελεστότητας πρέπει να προβλεφθεί ότι μια δικαστική απόφαση που μπορεί να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί σύμφωνα με τον κανονισμό και η οποία είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε, είναι εκτελεστή σε ολόκληρη την ΕΕ· ότι αυτό πρέπει να συνδέεται με μια εξαιρετική διαδικασία προκειμένου να εξασφαλισθεί στον καθού η εκτέλεση ένα κατάλληλο δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια του κράτους της εκτέλεσης σε περίπτωση που αυτός επιθυμεί να προσβάλει την εκτέλεση για τους λόγους που εκτίθενται στον κανονισμό· ότι θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι τα μέτρα που ελήφθησαν για την εκτέλεση πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την αναθεώρηση δεν είναι μη αναστρέψιμα,
Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να διατηρηθούν οι ελάχιστες διασφαλίσεις που προβλέπονται στον κανονισμό αριθ. 44/2001,
Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υπάλληλοι και οι δικαστικοί επιμελητές στο κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να είναι εις θέσιν να αποφανθούν ότι το έγγραφο η εκτέλεση του οποίου επιδιώκεται αποτελεί γνήσια και τελεσίδικη απόφαση εθνικού δικαστηρίου,
Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαιτησία ρυθμίζεται ικανοποιητικά από τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958 και τη Σύμβαση της Γενεύης σχετικά με τη διεθνή εμπορική διαιτησία του 1961 στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη όλα τα κράτη μέλη, και ότι η εξαίρεση της διαιτησίας από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού πρέπει να διατηρηθεί,
Ι. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διατάξεις της Σύμβασης της Νέας Υόρκης αποτελούν ελάχιστους κανόνες και ότι η νομοθεσία των συμβαλλομένων κρατών ενδέχεται να προβλέπει ευνοϊκότερες διατάξεις για την αρμοδιότητα των διαιτητικών δικαστηρίων και τις διαιτητικές αποφάσεις,
ΙΑ. λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι μια διάταξη, σύμφωνα με την οποία τα δικαστήρια του κράτους μέλους της έδρας του διοικητικού δικαστηρίου διαθέτουν αποκλειστική αρμοδιότητα, μπορεί να προκαλέσει σημαντικές δυσλειτουργίες,
ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόταση για τη θέσπιση μιας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων κράτους μέλους για μέτρα στήριξης της διαιτησίας προκάλεσε ζωηρό διάλογο, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν καταλήξει σε μια κοινή θέση στο ζήτημα αυτό και ότι, λαμβάνοντας υπόψη τον παγκόσμιο ανταγωνισμό στον τομέα αυτό, θα ήταν αντιπαραγωγικό να πιεστούν προς αυτή την κατεύθυνση,
ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διάφοροι εθνικοί διαδικαστικοί μηχανισμοί που αναπτύχθηκαν για την προστασία της διαιτησίας (π.χ. απαγόρευση διεξαγωγής της δίκης εφόσον αυτή συνάδει με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και τα θεμελιώδη δικαιώματα, διαπίστωση της ισχύος μιας ρήτρας διαιτησίας, χορήγηση αποζημίωσης για την παραβίαση μιας ρήτρας διαιτησίας, αρνητικές επιπτώσεις της αρχής "της αρμοδιότητας της αρμοδιότητας" κλπ.) πρέπει να συνεχίσουν να υφίστανται και οι συνέπειες των διαδικασιών αυτών καθώς και οι επακόλουθες δικαστικές αποφάσεις στα άλλα κράτη μέλη πρέπει να επαφίενται στη νομοθεσία των εν λόγω κρατών μελών, πράγμα που ίσχυε πριν από την απόφαση στην υπόθεση West Tankers,
ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η αυτονομία των διαδίκων έχει μείζονα σημασία και η εφαρμογή του κανόνα της εκκρεμοδικίας (lis pendens) που θέσπισε το δικαστήριο (π.χ. στην Υπόθεση Gasser) επιτρέπει την υπονόμευση των ρητρών επιλογής του αρμοδίου δικαστηρίου από καταχρηστικές ενέργειες "τορπιλισμού",
ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τρίτα μέρη ενδέχεται να δεσμεύονται από μια συμφωνία επιλογής δικαστηρίου (για παράδειγμα σε μία φορτωτική) στην οποία δεν συμφώνησαν ρητώς και ότι αυτό ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την πρόσβασή τους στη δικαιοσύνη και να είναι καταφανώς άδικο και ότι, συνεπώς, η τριτενέργεια των συμφωνιών επιλογής δικαστηρίου πρέπει να ρυθμιστεί σε μία ειδική διάταξη του κανονισμού,
ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με την Πράσινη Βίβλο πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κανονισμός μπορούν να αμβλυνθούν με τη βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ των δικαστηρίων· λαμβάνοντας υπόψη ότι θα ήταν πραγματικά αδύνατο να θεσπισθούν νομοθετικές διατάξεις για τη βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ των δικαστών σε ένα μέτρο ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αυτό μπορεί ωστόσο να προωθηθεί στο πλαίσιο της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής δικαστικής κουλτούρας μέσω της κατάρτισης και της προσφυγής σε δίκτυα (ευρωπαϊκό δίκτυο κατάρτισης δικαστών, ευρωπαϊκό δίκτυο ανώτατων δικαστικών συμβουλίων, δίκτυο των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων της ΕΕ, ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις),
ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, όσον αφορά τα δικαιώματα της προσωπικότητας, είναι απαραίτητο να περιοριστεί η δυνατότητα της αναζήτησης της ευνοϊκότερης δικαιοδοσίας τονίζοντας ότι, κατ' αρχήν, τα δικαστήρια πρέπει να διαθέτουν αρμοδιότητα όταν υπάρχει επαρκής, ουσιαστικός ή σημαντικός δεσμός με τη χώρα στην οποία ασκείται η αγωγή, δεδομένου ότι αυτό θα συμβάλει στην καλύτερη εξισορρόπηση μεταξύ των διακυβευόμενων συμφερόντων και ιδίως μεταξύ του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος στην υπόληψη και την ιδιωτική ζωή· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόβλημα του εφαρμοστέου δικαίου θα τύχει ειδικής αντιμετώπισης σε μια νομοθετική πρωτοβουλία σχετικά με τον κανονισμό Ρώμη ΙΙ· λαμβάνοντας, παρόλ' αυτά, υπόψη ότι ο τροποποιηθείς κανονισμός θα πρέπει να παράσχει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές στα εθνικά δικαστήρια,
ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, όσον αφορά τα προσωρινά μέτρα, η νομολογία στην υπόθεση Denilauer πρέπει να αποσαφηνιστεί προκειμένου να καταστεί σαφές ότι τα μονομερή μέτρα μπορεί να αναγνωριστούν και να εκτελεστούν βάσει του κανονισμού, υπό τον όρο ότι ο εναγόμενος είχε τη δυνατότητα να τα προσβάλει,
ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ασαφής η έκταση στην οποία τα ασφαλιστικά μέτρα που αποσκοπούν στη συγκέντρωση πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 του κανονισμού,
Ευρύ σχέδιο για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο
1. καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει τη σχέση μεταξύ των διαφόρων κανονισμών σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την εκτέλεση και το εφαρμοστέο δίκαιο·πιστεύει ότι γενικό στόχο πρέπει να αποτελεί η δημιουργία ενός νομικού πλαισίου που θα διαθέτει συνεκτικότητα και θα είναι εύκολα προσπελάσιμο·πιστεύει ότι, για το σκοπό αυτό, η ορολογία σε όλα τα θέματα και όλες οι έννοιες και οι απαιτήσεις για παρεμφερείς διατάξεις σε όλους τους τομείς πρέπει να είναι ενιαίες και εναρμονισμένες (π.χ. εκκρεμοδικία, ρήτρες δικαιοδοσίας κλπ.), τελικός δε στόχος πρέπει να είναι μια ευρεία κωδικοποίηση του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου·
Κατάργηση της κήρυξης της εκτελεστότητας
2. ζητεί να καταργηθεί η απαίτηση της κήρυξης της εκτελεστότητας, θεωρεί ωστόσο ότι σε αντιστάθμιση πρέπει να παρασχεθούν κατάλληλες εγγυήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου εις βάρος του οποίου διενεργείται η εκτέλεση· υποστηρίζει συνεπώς ότι πρέπει να υπάρξει ρύθμιση για μια εξαιρετική διαδικασία που θα εφαρμόζεται στο κράτος μέλος στο οποίο διενεργείται η εκτέλεση· πιστεύει ότι η εν λόγω διαδικασία θα εφαρμόζεται κατόπιν αιτήσεως του διαδίκου εις βάρος του οποίου διενεργείται η εκτέλεση ενώπιον του δικαστηρίου που αναφέρεται στο παράρτημα III του κανονισμού·φρονεί ότι η υποβολή αίτησης για την εξαιρετική αυτή διαδικασία πρέπει να βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: α) η αναγνώριση είναι καταφανώς αντίθετη με τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο επιδιώκεται η αναγνώριση· β) σε περίπτωση ερήμην εκδοθείσας απόφασης, δεν κοινοποιήθηκε εγκαίρως στον εναγόμενο το σχετικό δικόγραφο ή ένα αντίστοιχο έγγραφο προκειμένου αυτός να προετοιμάσει την άμυνά του, εκτός εάν ο εναγόμενος δεν προσέβαλε την απόφαση αν και είχε τη δυνατότητα να το πράξει· γ) η απόφαση είναι αντίθετη με μια απόφαση που εκδόθηκε σε μια διαφορά μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος μέλος στο οποίο επιδιώκεται η αναγνώριση, και δ) η απόφαση είναι αντίθετη με προγενέστερη απόφαση που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος για το ίδιο αντικείμενο και μεταξύ των ιδίων διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι η προγενέστερη απόφαση πληροί τους απαραίτητους όρους για την αναγνώρισή της στο σχετικό κράτος μέλος·φρονεί, επιπλέον, ότι η αίτηση αυτή πρέπει να μπορεί να υποβληθεί σε ένα δικαστή ακόμη και πριν από την εφαρμογή των εκτελεστικών μέτρων και ότι εάν ο δικαστής αυτός κρίνει ότι η αίτηση είναι βάσιμη, να παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που αναφέρεται στο παράρτημα III του κανονισμού για εξέταση, βάσει των λόγων που εκτίθενται ανωτέρω· υποστηρίζει την προσθήκη μιας αιτιολογικής σκέψης στο προοίμιο προκειμένου ένα εθνικό δικαστήριο να μπορεί να επιβάλει κυρώσεις σε περίπτωση καταχρηστικής ή αβάσιμης αίτησης, μεταξύ άλλων στην απόφαση περί δαπανών·
3. καλεί την Επιτροπή να προκαλέσει ένα δημόσιο διάλογο σχετικά με το ζήτημα της δημόσιας τάξης σε συνάρτηση με τα μέσα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου·
4. θεωρεί ότι πρέπει να θεσπισθεί ένα εναρμονισμένο διαδικαστικό χρονοδιάγραμμα για την εξαιρετική διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 προκειμένου να διασφαλισθεί ότι αυτή διεξάγεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα και ότι πρέπει να εξασφαλίζεται ότι τα μέτρα που μπορεί να ληφθούν με τη διαδικασία της εκτέλεσης έως ότου έχει παρέλθει η προθεσμία για την εφαρμογή της εξαιρετικής διαδικασίας ή έως ότου ολοκληρωθεί η ειδική διαδικασία δεν είναι μη αναστρέψιμα· εκφράζει ειδικότερα την ανησυχία του για το γεγονός ότι μια αλλοδαπή απόφαση δεν πρέπει να εκτελείται εάν δεν έχει κοινοποιηθεί δεόντως στον οφειλέτη·
5. υποστηρίζει ότι η απαίτηση για ένα πιστοποιητικό γνησιότητας πρέπει να διατηρηθεί ως διαδικαστικό βοήθημα προκειμένου να διασφαλιστεί η αναγνώριση και ότι το πιστοποιητικό αυτό πρέπει να έχει μια τυποποιημένη μορφή· φρονεί, για το σκοπό αυτό, ότι το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο παράρτημα V πρέπει να βελτιωθεί και να καταργηθεί κατά το δυνατόν κάθε ανάγκη για μετάφραση·
6. πιστεύει ότι, προκειμένου να εξοικονομηθούν δαπάνες, η μετάφραση της απόφασης που θα εκτελεσθεί μπορεί να περιορισθεί στο τελικό κείμενο (διατακτικό και σκεπτικό), ωστόσο πλήρης μετάφραση πρέπει να απαιτείται σε περίπτωση υποβολής αίτησης για εξαιρετική διαδικασία·
Δημόσια έγγραφα
7.εκτιμά ότι τα δημόσια έγγραφα δεν πρέπει να είναι άμεσα εκτελεστά χωρίς δυνατότητα προσβολής τους ενώπιον των δικαστικών αρχών του κράτους στο οποίο πρόκειται να πραγματοποιηθεί η εκτέλεση· θεωρεί συνεπώς ότι η εξαιρετική διαδικασία που θα θεσπισθεί δεν πρέπει να περιορίζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκτέλεση της πράξης είναι καταφανώς αντίθετη με τη δημόσια τάξη του ενδιαφερόμενου κράτους, δεδομένου ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ένα δημόσιο έγγραφο να μην είναι συμβατό με προηγούμενη απόφαση και η ισχύς (σε αντίθεση με τη γνησιότητα) μιας πράξης να μπορεί να προσβληθεί στα δικαστήρια του κράτους προέλευσης λόγω σφάλματος, εσφαλμένης ερμηνείας, κ.λπ., ακόμα και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης·
Πεδίο εφαρμογής του κανονισμού
8. εκτιμά ότι οι υποχρεώσεις διατροφής κατά την έννοια του κανονισμού αριθ. 4/2009/ΕΚ πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, επαναλαμβάνει ωστόσο ότι πρέπει τελικά να θεσπιστεί ένα συνεκτικό νομοθέτημα που θα ρυθμίζει όλα τα ζητήματα·
9. είναι κατηγορηματικά αντίθετο με την (έστω και μερική) κατάργηση της εξαίρεσης της διαιτησίας από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού·
10. φρονεί ότι από το άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού πρέπει να προκύπτει σαφώς ότι από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εξαιρούνται όχι μόνο η διαιτησία αλλά και οι δικαστικές διαδικασίες που αφορούν, ως κύριο, παρεμπίπτον ή προδικαστικό ζήτημα, την ισχύ ή την έκταση της διαιτητικής αρμοδιότητας· φρονεί περαιτέρω ότι πρέπει να προστεθεί μία παράγραφος στο άρθρο 31, η οποία να ορίζει ότι μια δικαστική απόφαση δεν θα αναγνωρίζεται εάν το δικαστήριο στο κράτος μέλος προέλευσης, κρίνοντας ένα ζήτημα σχετικά με την ισχύ ή την έκταση μιας ρήτρας διαιτησίας, παραβίασε μια διάταξη του δικαίου που διέπει τη διαιτησία στο κράτος μέλος της εκτέλεσης, εκτός εάν η απόφαση αυτή είχε τα ίδια αποτελέσματα που θα παρήγαγε η εφαρμογή της νομοθεσίας περί διαιτησίας του κράτους μέλους της εκτέλεσης·
11. εκτιμά ότι αυτό πρέπει επίσης να αποσαφηνισθεί σε μια αιτιολογική σκέψη·
Επιλογή του αρμοδίου δικαστηρίου
12. υποστηρίζει ότι μια λύση στο πρόβλημα των "αγωγών τορπιλισμού" θα ήταν η απαλλαγή του δικαστηρίου που ορίζεται σε μια συμφωνία επιλογής του αρμοδίου δικαστηρίου από την υποχρέωσή του να αναστέλλει τη διαδικασία βάσει του κανόνα περί εκκρεμοδικίας· θεωρεί ότι αυτό πρέπει να συνδυασθεί με μια απαίτηση να εκδικάζονται με ταχύτητα τυχόν διαφορές σχετικά με τη δικαιοδοσία ως προκαταρκτικό ζήτημα από το επιλεγέν δικαστήριο και να υποστηριχθεί με αιτιολογική σκέψη, η οποία θα τονίζει στην πρωταρχική σημασία της αυτονομίας των διαδίκων·
13. φρονεί ότι ο κανονισμός πρέπει να περιλαμβάνει μία νέα διάταξη σχετικά με την τριτενέργεια των συμφωνιών επιλογής δικαστηρίου· υποστηρίζει ότι μια τέτοια διάταξη θα μπορούσε να ορίζει ότι, ένα πρόσωπο που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, θα δεσμεύεται από μία αποκλειστική συμφωνία επιλογής δικαστηρίου που έχει συναφθεί σύμφωνα με τον κανονισμό μόνον εφόσον: α) η συμφωνία αυτή έχει καταρτισθεί εγγράφως ή ηλεκτρονικά· β) το πρόσωπο αυτό ενημερώνεται εγκαίρως και καταλλήλως για το δικαστήριο στο οποίο θα ασκηθεί η αγωγή· γ) σε συμβάσεις μεταφοράς εμπορευμάτων, το επιλεγέν δικαστήριο είναι (i) η έδρα του μεταφορέα· (ii) ο συμφωνηθείς στη σύμβαση μεταφοράς τόπος παραλαβής· (iii) ο συμφωνηθείς στη σύμβαση μεταφοράς τόπος παράδοσης, ή (iv) το λιμάνι στο οποίο φορτώθηκαν για πρώτη φορά τα εμπορεύματα στο πλοίο ή το λιμάνι στο οποίο εκφορτώθηκαν τελικά τα εμπορεύματα από το πλοίο· πιστεύει ότι πρέπει επιπλέον να ορίζεται ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο τρίτος μπορεί να ασκήσει αγωγή ενώπιον του αρμόδιου σύμφωνα με τον κανονισμό δικαστηρίου, εφόσον προκύπτει ότι η υπαγωγή του διαδίκου αυτού στο επιλεγέν δικαστήριο θα ήταν κατάφωρα άδικη·
Forumnonconveniens
14. προτείνει, προκειμένου να αποφευχθεί το πρόβλημα που αναδείχθηκε στην υπόθεση OwusuκατάJackson, μια λύση με βάση το άρθρο 15 του κανονισμού αριθ. 2201/2003 προκειμένου να επιτραπεί στα δικαστήρια κράτους μέλους με αρμοδιότητα επί της ουσίας της υπόθεσης να αναστέλλουν τη διαδικασία, εάν κρίνουν ότι το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας είναι καταλληλότερο να εκδικάσει την υπόθεση ή συγκεκριμένο μέρος της, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλλουν αίτηση στο εν λόγω δικαστήριο ή να δίδεται η δυνατότητα στο επιληφθέν δικαστήριο να παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο αυτό με συμφωνία των διαδίκων· χαιρετίζει την αντίστοιχη πρόταση στην πρόταση κανονισμού σχετικά με την αρμοδιότητα, το εφαρμοστέο δίκαιο, τη διεθνή αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημοσίων εγγράφων σε υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής(21)·
Λειτουργία του κανονισμού στο πλαίσιο της διεθνούς έννομης τάξης
15. εκτιμά ότι αφενός το ζήτημα κατά πόσο οι διατάξεις του κανονισμού πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν στοιχείο αμοιβαιότητας δεν έχει εξετασθεί επαρκώς και ότι θα ήταν πρόωρο να ληφθεί ένα τέτοιο μέτρο χωρίς επαρκή μελέτη, ευρείες διαβουλεύσεις και πολιτικό διάλογο, στον οποίο το Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο και ενθαρρύνει την Επιτροπή για την ανάληψη σχετικής πρωτοβουλίας· αφετέρου εκτιμά ότι, ενόψει της ύπαρξης ενός μεγάλου αριθμού διμερών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών καθώς και ζητημάτων αμοιβαιότητας και διεθνούς αβρότητας, το πρόβλημα έχει διεθνείς διαστάσεις και η λύση θα πρέπει επίσης να αναζητηθεί παράλληλα στο πλαίσιο της Σύμβασης της Χάγης μέσω της επανάληψης των διαπραγματεύσεων σχετικά με μια σύμβαση για τις διεθνείς αποφάσεις· αναθέτει στην Επιτροπή να καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να αναζωογονήσει το σχέδιο αυτό που αποτελεί το "Άγιο Δισκοπότηρο" του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει σε ποιο βαθμό η Σύμβαση του Λουγκάνο του 2007(22) μπορεί να αποτελέσει υπόδειγμα και στοιχείο έμπνευσης για μια σύμβαση για τις διεθνείς αποφάσεις·
16. φρονεί, εξάλλου, ότι οι κοινοτικοί κανόνες για την αποκλειστική δικαιοδοσία όσον αφορά τα εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητη ιδιοκτησία ή τις μισθώσεις ακινήτων μπορεί να επεκταθούν σε διαδικασίες που πραγματοποιούνται σε ένα τρίτο κράτος·
17. τάσσεται υπέρ της τροποποίησης του κανονισμού προκειμένου να δοθεί χαρακτήρας αμοιβαιότητας στις αποκλειστικές ρήτρες επιλογής δικαστηρίου υπέρ των δικαστηρίων τρίτων κρατών·
18. υποστηρίζει ότι το ζήτημα της θέσπισης ενός κανόνα που καταργεί την απόφαση στην υπόθεση Owens Bank κατά Bracco θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής επανεξέτασης·
Ορισμός της κατοικίας των φυσικών και νομικών προσώπων
19. φρονεί ότι θα ήταν επιθυμητός ένας αυτόνομος ευρωπαϊκός ορισμός της κατοικίας των φυσικών προσώπων (που θα εφαρμόζεται σε όλες τις νομικές πράξεις της ΕΕ) ιδίως προκειμένου να αποφευχθούν καταστάσεις κατά τις οποίες τα πρόσωπα μπορεί να έχουν περισσότερες της μιας κατοικίες·
20. τάσσεται κατά ενός ενιαίου ορισμού της έδρας των εταιριών στον κανονισμό Βρυξέλλες Ι, δεδομένου ότι ένας ορισμός με τόσο ευρείες συνέπειες θα πρέπει να συζητηθεί και να αποφασισθεί στο πλαίσιο της ανάπτυξης του ευρωπαϊκού εταιρικού δικαίου·
Επιτόκια
21. φρονεί ότι πρέπει να θεσπισθεί μια διάταξη στον κανονισμό προκειμένου να μη δύναται το δικαστήριο της εκτέλεσης να αρνείται να εφαρμόσει τους αυτόματους κανόνες για τα επιτόκια του δικαστηρίου του κράτους προέλευσης και, αντιθέτως, να εφαρμόζει το εθνικό επιτόκιο μόνο από την ημερομηνία έκδοσης του εκτελεστού τίτλου στο πλαίσιο της εξαιρετικής διαδικασίας·
Βιομηχανική ιδιοκτησία
22. θεωρεί ότι, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα των "αγωγών τορπιλισμού", το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάσσεται από την υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας σύμφωνα με τον κανόνα της εκκρεμοδικίας, όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στερείται προφανώς αρμοδιότητας· απορρίπτει, ωστόσο, την ιδέα σύμφωνα με την οποία οι αξιώσεις για την έκδοση αρνητικής αναγνωριστικής απόφασης πρέπει να εξαιρεθούν πλήρως από τον κανόνα του "προηγηθέντος χρονικά" λόγω του ότι οι αξιώσεις αυτές μπορεί να έχουν έναν θεμιτό εμπορικό σκοπό· φρονεί ωστόσο ότι τα ζητήματα που αφορούν τη δικαιοδοσία μπορεί να επιλυθούν κατά τον καλύτερο τρόπο στο πλαίσιο των προτάσεων για τη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος δικαιοδοσίας στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας·
23. πιστεύει ότι οι ορολογικές διαφορές μεταξύ του κανονισμού αριθ. 593/2008 ("Ρώμη I")(23) και του κανονισμού αριθ. 44/2001 πρέπει να εξαλειφθούν με την ενσωμάτωση στο άρθρο 15 παράγραφος 1 του κανονισμού Βρυξέλλες I του ορισμού του "επαγγελματία" που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού Ρώμη I και με την αντικατάσταση της φράσης "συμβάσεων, στο συνολικό τίμημα των οποίων περιλαμβάνεται ο συνδυασμός δαπανών ταξιδίου και καταλύματος" στο άρθρο 15 παράγραφος 3 του κανονισμού Βρυξέλλες I με μια αναφορά στην οδηγία 90/314/ΕΟΚ για τα οργανωμένα ταξίδια(24) όπως στο άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού Ρώμη Ι·
Διεθνής δικαιοδοσία σε ατομικές συμβάσεις εργασίας
24. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά πόσο μια λύση που θα παρείχε μεγαλύτερη νομική ασφάλεια και κατάλληλη προστασία για τον πιο αδύναμο διάδικο θα μπορούσε να βρεθεί για εργαζομένους που δεν ασκούν την εργασία τους σε ένα και μόνο κράτος μέλος (π.χ. οδηγοί φορτηγών μακρών αποστάσεων, αεροσυνοδοί)·
Δικαίωμα της προσωπικότητας
25. Πιστεύει ότι η απόφαση στην υπόθεση Shevill πρέπει να αποσαφηνιστεί· θεωρεί, ωστόσο, ότι, προκειμένου να αμβλυνθεί η τάση των δικαστηρίων σε ορισμένες έννομες τάξεις να αποδέχονται εδαφική αρμοδιότητα όταν υπάρχει μια αδύναμη μόνο σύνδεση με τη χώρα στην οποία ασκείται η αγωγή, θα πρέπει να προστεθεί μια αιτιολογική σκέψη προκειμένου να καταστεί σαφές ότι, κατ' αρχήν, τα δικαστήρια της χώρας αυτής πρέπει να δηλώνουν ότι είναι αρμόδια μόνον εφόσον υπάρχει επαρκής, ουσιαστικός και σημαντικός δεσμός με τη χώρα αυτή· εκτιμά ότι αυτό θα ήταν χρήσιμο προκειμένου να εξισορροπηθούν τα διακυβευόμενα συμφέροντα·
Προσωρινά μέτρα
26. φρονεί ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματικότερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, η έννοια των προσωρινών και ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να καλύπτει αποφάσεις που αποσκοπούν στη συγκέντρωση πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων ή στη διαφύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων·
27. πιστεύει ότι ο κανονισμός θα πρέπει να μεταβιβάσει την αρμοδιότητα για τα εν λόγω μέτρα στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκονται οι ζητούμενες πληροφορίες ή τα ζητούμενα αποδεικτικά στοιχεία, επιπροσθέτως της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας·
28. πιστεύει ότι "τα προσωρινά και τα ασφαλιστικά μέτρα" πρέπει να ορίζονται σε μία αιτιολογική σκέψη με αναφορά στη διατύπωση που χρησιμοποιείται στην υπόθεση StPaulDairy·
29. πιστεύει ότι η διάκριση που πραγματοποιήθηκε στην υπόθεση Van Uden, μεταξύ υποθέσεων στις οποίες το δικαστήριο που αποφασίζει το μέτρο διαθέτει αρμοδιότητα επί της ουσίας και υποθέσεων στις οποίες δεν διαθέτει, πρέπει να αντικατασταθεί από έναν έλεγχο που να βασίζεται στο ζήτημα κατά πόσον τα μέτρα ζητούνται για την υποστήριξη διαδικασιών που διεξάγονται ή πρόκειται να διεξαχθούν στο εν λόγω κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος (στην περίπτωση αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμοστούν οι περιορισμοί που θέτει το άρθρο 31) ή για την υποστήριξη διαδικασιών σε άλλο κράτος μέλος (στην περίπτωση αυτή πρέπει να εφαρμοστούν οι περιορισμοί του άρθρου 31)·
30. ζητεί μετ' επιτάσεως την προσθήκη μιας αιτιολογικής σκέψης προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι δυσχέρειες που θέτει η απαιτούμενη στην υπόθεση Van Uden "πραγματική διασύνδεση" με την εδαφική αρμοδιότητα του δικαστηρίου του κράτους μέλους που εγκρίνει το μέτρο αυτό· πρέπει δε να καταστεί σαφές ότι, στην απόφαση για την έκδοση, παράταση, τροποποίηση ή κατάργηση ενός προσωρινού μέτρου που έχει εκδοθεί για την υποστήριξη διαδικασιών σε ένα άλλο κράτος μέλος, τα δικαστήρια του κράτους μέλους πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλες τις περιστάσεις στις οποίες συμπεριλαμβάνονται (i) οι δηλώσεις του δικαστηρίου κράτους μέλους που εκδικάζει την κύρια υπόθεση σε σχέση με το υπό εξέταση μέτρο ή τα παρεμφερή μέτρα, (ii) η υπάρξη πραγματικής διασύνδεσης μεταξύ του αιτούμενου μέτρου και της επικράτειας του κράτους μέλους στο οποίο αυτό ζητείται, και (iii) οι πιθανές επιπτώσεις του μέτρου στη διαδικασία που εκκρεμεί ή πρόκειται να διεξαχθεί σε ένα άλλο κράτος μέλος·
31. απορρίπτει την πρόταση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το επιληφθέν δικαστήριο της κύριας υπόθεσης να μπορεί να καταργεί, να τροποποιεί ή να προσαρμόζει τα προσωρινά μέτρα που έχει εκδώσει το δικαστήριο ενός άλλου κράτους μέλους, δεδομένου ότι αυτό είναι αντίθετο με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που θεσπίζει ο κανονισμός· θεωρεί εξάλλου ότι δεν είναι σαφής ο λόγος για τον οποίο ένα δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει μία απόφαση που έλαβε το δικαστήριο σε ένα άλλο κράτος καθώς και η νομοθεσία που θα εφαρμοστεί στις περιπτώσεις αυτές, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά πρακτικά προβλήματα, για παράδειγμα όσον αφορά τις δαπάνες·
Συλλογική έννομη προστασία
32. τονίζει ότι οι μελλοντικές εργασίες της Επιτροπής για τα μέσα συλλογικής έννομης προστασίας οφείλουν να προβλέπουν διατάξεις περί ειδικής δικαιοδοσίας για συλλογικές αγωγές·
Άλλα ζητήματα
33. φρονεί, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών δυσκολιών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, της σημασίας της ενωσιακής νομοθεσίας σχετικά με τη σύγκρουση των νόμων για τις επιχειρήσεις, τους πολίτες και τους νομικούς του διεθνούς δικαίου και της ανάγκης ύπαρξης μιας συνεκτικής νομολογίας, ότι είναι καιρός να συσταθεί ένα ειδικό τμήμα στο Δικαστήριο που να είναι επιφορτισμένο με τις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων σε θέματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου·
34. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 , για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), ΕΕ L 177, 4.7.2008, σ. 6.
Οδηγία 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1990 για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, ΕΕ L 158, 23.6.1990, σ. 59.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Η παρούσα έκθεση αφορά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ("Βρυξέλλες Ι") υπό το φως της Πράσινης Βίβλου της Επιτροπής.
Ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι έχει μια μακρά ιστορία δεδομένου ότι οι απαρχές του βρίσκονται στη Σύμβαση των Βρυξελλών του 1968. Ο κανονισμός αυτός θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά την αρμοδιότητα των δικαστηρίων σε αστικές και εμπορικές διαφορές καθώς και σχετικά με τη διεθνή αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων άλλων κρατών μελών. Συνολικά θεωρείται ιδιαιτέρως επιτυχής στο μέτρο που έχει προωθήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων, την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου καθιστώντας δυνατή την αποφυγή παράλληλων διαδικασιών. Παρόλ' αυτά, επικρίνεται από ορισμένους κύκλους ότι προκαλεί συνέπειες που δεν είναι ευνοϊκές για το εμπόριο. Η ποιότητα της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν θεωρείται επίσης ενιαία.
Όταν εγκρίθηκε ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι, προβλεπόταν απλή διαβούλευση με το Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο θα εξετάζει κάθε πρόταση τροποποίησης στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, πράγμα που θα αποτελεί σημαντική πρόκληση εξαιτίας του γεγονότος ότι ο κανονισμός έχει τεχνικό, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρα καθώς και των περίπλοκων προβλημάτων που έχει προκαλέσει η εφαρμογή του τα τελευταία χρόνια. Ο εισηγητής εκτιμά, συνεπώς, ότι είναι σημαντικό να εμπλακεί το Κοινοβούλιο ήδη από το στάδιο της Πράσινης Βίβλου της Επιτροπής.
Η Πράσινη Βίβλος και η πλούσια νομολογία δεν αποτελούν τη μόνη διαθέσιμη τεκμηρίωση: οι απαντήσεις στην Πράσινη Βίβλο είναι διαθέσιμες ηλεκτρονικά και τα μέλη της επιτροπής έχουν επίσης πρόσβαση σε διάφορες μελέτες που έχουν διενεργηθεί για λογαριασμό της Επιτροπής, όπως η έκθεση Heidelberg, η μελέτη για την αρμοδιότητα των επιμέρους κρατών που πραγματοποίησε ο καθηγητής Nuyts και η μελέτη για την εκτίμηση των επιπτώσεων από την επικύρωση από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα της Σύμβασης της Χάγης σχετικά με τις συμφωνίες επιλογής του αρμοδίου δικαστηρίου. Ο εισηγητής απευθύνει επίσης ευχαριστίες στους ειδικούς που συμμετείχαν στην ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2009 και στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Τα ζητήματα που έθεσε η Πράσινη Βίβλος αφορούν την ενδεχόμενη κατάργηση της κήρυξης της εκτελεστότητας (εκτελεστός τίτλος), την εφαρμογή του κανονισμού στο πλαίσιο της διεθνούς έννομης τάξης, την εφαρμογή των ρητρών επιλογής του αρμοδίου δικαστηρίου, την εφαρμογή του κανονισμού σε διαφορές πνευματικής/βιομηχανικής ιδιοκτησίας, την ενδεχόμενη αναθεώρηση των κανόνων περί εκκρεμοδικίας και τις συναφείς διατάξεις, τα προβλήματα που προκύπτουν σε συνάρτηση με προσωρινά μέτρα, όπως τα ασφαλιστικά μέτρα και η διασύνδεση του κανονισμού με τη διαδικασία της διαιτησίας.
Τα ζητήματα αυτά είναι ενδεικτικά: άλλα ζητήματα έχουν τεθεί σε διάφορες μελέτες που έχουν ανατεθεί, καθώς και στις απαντήσεις που έχουν ληφθεί στην Πράσινη Βίβλο.
Ο εισηγητής έχει καταβάλει προσπάθεια για να εκπονήσει μια ισόρροπη και εποικοδομητική έκθεση. Αν και οι αντιδράσεις στα δύο έγγραφα εργασίας του που αποσκοπούσαν να υπερασπίσουν την ιδέα της κατάργησης της κήρυξης της εκτελεστότητας του προκάλεσαν λύπη, παραμένει, ωστόσο, πεπεισμένος ότι το μέτρο αυτό θα πρέπει να αντισταθμισθεί από μια εξαιρετική διαδικασία σε συνδυασμό με κατάλληλες εγγυήσεις για τους οφειλέτες. Ο εισηγητής εμμένει στην αντίθεσή του στην κατάργηση του αποκλεισμού της διαιτησίας από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, φρονεί, ωστόσο, ότι πρέπει να εξετασθεί σε μεγαλύτερο βαθμό η σχέση μεταξύ διαιτητικής και δικαστικής διαδικασίας και, έως ότου πραγματοποιηθεί μια πλήρης αναθεώρηση καθώς και εκτεταμένες διαβουλεύσεις, θα πρέπει να απορριφθεί η ιδέα χορήγησης αποκλειστικής αρμοδιότητας για δικαστικές διαδικασίες για την υποστήριξη της διαιτησίας στα αστικά δικαστήρια των κρατών μελών.
Ο εισηγητής βρίσκει ελκυστική την ιδέα του να αποκτήσουν οι διατάξεις του κανονισμού χαρακτήρα αμοιβαιότητας, φρονεί, ωστόσο, ότι αυτό είναι πρόωρο. Υποστηρίζει εκ νέου την πραγματοποίηση ευρείας διαβούλευσης και πολιτικού διαλόγου πριν από τη λήψη μέτρων στο ζήτημα αυτό πέραν των προτάσεων που διατυπώθηκαν στο σχέδιο έκθεσής του. Υποστηρίζει επίσης την ιδέα της επανάληψης των διαπραγματεύσεων σχετικά με μια σύμβαση για τις διεθνείς αποφάσεις στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Χάγης.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Ημερομηνία έγκρισης
23.6.2010
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας
+:
–:
0:
15
6
0
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Raffaele Baldassarre, Luigi Berlinguer, Sebastian Valentin Bodu, Françoise Castex, Christian Engström, Marielle Gallo, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Klaus-Heiner Lehne, Antonio López-Istúriz White, Antonio Masip Hidalgo, Alajos Mészáros, Bernhard Rapkay, Evelyn Regner, Alexandra Thein, Diana Wallis, Zbigniew Ziobro, Tadeusz Zwiefka
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Jan Philipp Albrecht, Piotr Borys, Sajjad Karim, Kurt Lechner, Angelika Niebler, József Szájer