Διαδικασία : 2010/2086(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0293/2010

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0293/2010

Συζήτηση :

PV 25/11/2010 - 4
CRE 25/11/2010 - 4

Ψηφοφορία :

PV 25/11/2010 - 8.4
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2010)0436

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 195kWORD 108k
27 Οκτωβρίου 2010
PE 442.877v04-00 A7-0293/2010

σχετικά με την ειδική έκθεση που συνέταξε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατόπιν του σχεδίου σύστασής του προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά την καταγγελία 676/2008RT

(2010/2086(INI))

Επιτροπή Αναφορών

Εισηγήτρια: Χρυσούλα Παλιαδέλη

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την ειδική έκθεση που συνέταξε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατόπιν του σχεδίου σύστασής του προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά την καταγγελία 676/2008RT

(2010/2086(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση που απηύθυνε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 24 Φεβρουαρίου 2010,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 228, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 195 της ΣΕΚ),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 41, παράγραφος 1, 42 και 43 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–   έχοντας υπόψη την απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 1994 σχετικά με το καθεστώς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή(1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 2008/587/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Ιουνίου 2008(2),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου (COM(2002)0141)(3),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 205, παράγραφος 2, πρώτη πρόταση του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών (A7–0293/2010),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 228 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξουσιοδοτεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να λαμβάνει τις καταγγελίες όλων των πολιτών της Ένωσης σχετικά με περιπτώσεις κακής διοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγελίες που υποβάλλονται από τους πολίτες της ΕΕ συνιστούν σημαντική πηγή πληροφόρησης σχετικά με δυνατές παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης»,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι την 1η Μαρτίου 2007 μια μη κυβερνητική οργάνωση που δραστηριοποιείται στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος ζήτησε από την Επιτροπή την πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους η Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας και ο πρώην αντιπρόεδρος της Επιτροπής με αρμοδιότητα τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία τα οποία αφορούν συναντήσεις ανάμεσα στην Επιτροπή και εκπροσώπους αυτοκινητοβιομηχανιών στις οποίες συζητήθηκε το θέμα της προσέγγισης της Επιτροπής όσον αφορά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τα αυτοκίνητα,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή παραχώρησε πρόσβαση σε 15 από τις 18 επιστολές που είχαν σταλεί στον τότε επίτροπο Günter Verheugen, αλλά αρνήθηκε την πρόσβαση σε τρεις επιστολές που είχαν αποσταλεί από τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Porsche με την αιτιολόγηση ότι η αποκάλυψή τους θα υπονόμευε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της εταιρίας.

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 1, περίπτωση α) του κανονισμού 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής(4) προβλέπει ότι στόχος του εν λόγω κανονισμού είναι η εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης σε έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, και λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οποιεσδήποτε εξαιρέσεις από αυτήν την αρχή θα πρέπει να τυγχάνουν στενής ερμηνείας,

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στις επιστολές της Porsche AG βάσει της πρώτης περίπτωσης του άρθρου 4, παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 η οποία προβλέπει ότι «Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σ’ ένα έγγραφο, η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων ενός συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας...»,

H. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω επιστολές εστάλησαν από την Porsche AG στο πλαίσιο της διαβούλευσης της Επιτροπής με τους βασικούς ενδιαφερόμενους κύκλους συμφερόντων όσον αφορά την αναθεώρηση της στρατηγικής της Επιτροπής για την μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα των επιβατηγών αυτοκινήτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά συνέπεια ήταν πιθανό οι τρεις επιστολές να περιελάμβαναν πληροφορίες για τις επιχειρηματικές σχέσεις της Porsche ΑΕ και λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει θεωρήσει ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης που ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001,

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή έλεγξαν τις τρεις επιστολές της Porsche ΑΕ όπως και την ανταλλαγή των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανάμεσα στην Επιτροπή και την Porsche στα οποία η Επιτροπή ενημέρωνε την Porsche ότι προετίθετο να μην δημοσιοποιήσει τις τρεις επιστολές, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Διαμεσολαβητής, βάσει των ελέγχων που διενέργησε συμπέρανε ότι η Επιτροπή είχε κακώς απορρίψει την πλήρη πρόσβαση στις επιστολές από την Porsche AG σύμφωνα με την πρώτη περίπτωση του άρθρου 4, παράγραφος 2 και τη μερική πρόσβαση σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001(5) και λαμβάνοντας υπόψη ότι τούτο συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στις 27 Οκτωβρίου 2008 ο Διαμεσολαβητής συνέταξε σχέδιο σύστασης προς την Επιτροπή με τις λεπτομέρειες της εμπεριστατωμένης και νομικής ανάλυσης που πραγματοποίησε, στο οποίο δήλωνε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει πρόσβαση στις τρεις επιστολές που εστάλησαν από την Porsche AG στον πρώην αντιπρόεδρο Günter Verheugen στο σύνολό τους είτε να εξετάσει το ενδεχόμενο μερικής δημοσιοποίησης του περιεχομένου τους,

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Διαμεσολαβητής ζήτησε βάσει του άρθρου 195 της ΣΕΚ (πλέον άρθρο 228 της ΣΛΕΕ) από την Επιτροπή να του υποβάλει την εμπεριστατωμένη γνώμη της εντός τριών μηνών, δηλαδή έως τις 31 Ιανουαρίου 2009,

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή όχι μόνο δεν υπέβαλε την γνώμη της εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ, αλλά αντιθέτως ζήτησε έξι φορές παράταση της προθεσμίας υποβολής της εμπεριστατωμένης γνώμης της σχετικά με το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή, και λαμβάνοντας υπόψη ότι τον Ιούλιο και εκ νέου τον Σεπτέμβριο 2009 ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τη Γραμματεία της Επιτροπής σχετικά με την πρόθεσή του να παρουσιάσει ειδική έκθεση στο Κοινοβούλιο εάν δεν λάμβανε απάντηση στο σχέδιο σύστασής του,

ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η νέα Επιτροπή, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά της, πράγματι παραχώρησε πρόσβαση στις επιστολές, αλλά ότι τούτο συνέβη περισσότερο από 15 μήνες μετά την έκδοση του σχεδίου σύστασης και όχι εντός των τριών μηνών, όπως ορίζεται στο καταστατικό του Διαμεσολαβητή και το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ,

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή, καθυστερώντας την απάντησή της στο σχέδιο σύστασης επί 15 μήνες αθέτησε την υποχρέωσή της για συνεργασία με τον Διαμεσολαβητή με ειλικρίνεια και καλή τη πίστει κατά την έρευνά του σχετικά με την υπόθεση 676/2008/RT, και λαμβάνοντας υπόψη ότι τούτο είναι επιζήμιο όχι μόνο για τον διοργανικό διάλογο, αλλά και για τη δημόσια εικόνα της ΕΕ,

ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Διαμεσολαβητής εντόπισε καθυστερήσεις της Επιτροπής και σε άλλη μία υπόθεση σχετική με την πρόσβαση σε έγγραφα (355/2007(TN)FOR), στην οποία μολονότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε υποβάλει την εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή έως την 31η Οκτωβρίου 2009, έως σήμερα δεν το έχει πράξει,

ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή τήρησε τις αρχικές προθεσμίες για την απάντηση σε καταγγελίες μόνο σε τέσσερις από τις 22 υποθέσεις που αφορούσαν πρόσβαση σε έγγραφα τις οποίες εξέτασε ο Διαμεσολαβητής το 2009· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε 14 από αυτές τις 22 υποθέσεις κατέθεσε την απάντησή της με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 30 ημερών και σε έξι κατέθεσε μάλιστα την απάντησή της με καθυστέρηση τουλάχιστον 80 ημερών,

ΙΖ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο, ως το μοναδικό εκλεγμένο σώμα της Ένωσης, έχει την ευθύνη να διασφαλίζει και να προστατεύει την ανεξαρτησία του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του προς του ευρωπαίους πολίτες και να παρακολουθεί την εφαρμογή των συστάσεών του,

1.  επιδοκιμάζει τις επικρίσεις στις οποίες προέβη ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και τη σύστασή του προς την Επιτροπή σχετικά με την καταγγελία 676/2008/RT·

2.  αναγνωρίζει ότι οι υπερβολικά καθυστερημένες απαντήσεις προς τον Διαμεσολαβητή σε αυτήν την περίπτωση συνιστούν παραβίαση του καθήκοντος που έχει η Επιτροπή για ειλικρινή συνεργασία, όπως προβλέπεται στη Συνθήκη·

3.  ανησυχεί ιδιαίτερα για τη γενική πρακτική καθυστέρησης και κωλυσιεργίας που εφαρμόζει η Επιτροπή όσον αφορά τις έρευνες του Διαμεσολαβητή στις υποθέσεις που αφορούν την πρόσβαση σε έγγραφα·

4.  υπενθυμίζει ότι στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 4 του κανονισμού 1049/2001 η Επιτροπή πρέπει να ορίζει προθεσμία εντός της οποία θα πρέπει να έχει απαντήσει ο τρίτος που είναι συντάκτης ενός εγγράφου και υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να ασκεί την εξουσία της με τρόπο που να της επιτρέπει να τηρεί η ίδια τις προθεσμίες της(6)·

5.  υπενθυμίζει τη σχετική νομολογία που αφορά την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4, παράγραφος 3 της ΣΕΕ), σύμφωνα με την οποία τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έχουν καθήκον να συνεργάζονται καλή τη πίστει όσον αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις, και σημειώνει ότι η υποχρέωση αυτή ορίζεται σαφώς στο νέο άρθρο 13, παράγραφος 2 της ΣΕΕ·

6.  θεωρεί ότι η έλλειψη διάθεσης συνεργασίας της Επιτροπής στην παρούσα και σε άλλες υποθέσεις συνιστά κίνδυνο διάβρωσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στην Επιτροπή και υπονομεύει την ικανότητα του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και του Κοινοβουλίου να επιδίδονται στην αρμόζουσα και αποτελεσματική εποπτεία της Επιτροπής και ότου τούτο ότι αντίκειται στην ίδια την αρχή του κράτους δικαίου η οποία αποτελεί θεμέλιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση·

7.  απαιτεί να δεσμευθεί η Επιτροπή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι θα επιτελεί το καθήκον της για ειλικρινή συνεργασία με τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή·

8.  θεωρεί ότι στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή δεν αναλάβει αυτήν τη δέσμευση και/ή εξακολουθήσει να ασκεί την πρακτική της μη συνεργασίας απέναντι στον Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο μπορεί να επιβάλει κυρώσεις στην Επιτροπή, οι οποίες μπορεί μεταξύ άλλων να περιλαμβάνουν την εγγραφή μέρους του προϋπολογισμού της Επιτροπής για διοικητικές δαπάνες σε αποθεματικό·

9.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

(1)

ΕΕ L 113, 4.5.1994, σ. 15.

(2)

ΕΕ L 189, 17.7.2008, σ. 25.

(3)

ΕΕ C 244, 10.10.2002, σ. 5.

(4)

ΕΕ L 145, 31.5.2001, σ. 43.

(5)

Το άρθρο 4 ,παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001 έχει ως εξής: «Εάν μόνον μέρη του ζητουμένου εγγράφου καλύπτονται από οιαδήποτε εξαίρεση, τα υπόλοιπα μέρη του εγγράφου δίδονται στη δημοσιότητα»

(6)

Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5 των λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 που προσαρτήθηκε στην απόφαση της Επιτροπής 2001/937/ΕΚ: «Ο συντάκτης τρίτος του οποίου ζητήθηκε η γνώμη διαθέτει προθεσμία απάντησης η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 5 εργάσιμων ημερών αλλά και η οποία να επιτρέπει στην Επιτροπή να τηρήσει τις δικές της προθεσμίες απάντησης. …»


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Εισαγωγή

Οι ειδικές εκθέσεις είναι το τελευταίο όπλο ου Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Οι αποφάσεις του δεν είναι νομικά δεσμευτικές και για αυτόν τον λόγο o Διαμεσολαβητής στηρίζεται στην πειθώ, την ανάπτυξη επιχειρηματολογίας και ορισμένες φορές στη δημοσιότητα και τη δύναμη της κοινής γνώμης. Ο εξαιρετικά μικρός αριθμός ειδικών εκθέσεων που χρειάσθηκε να υποβάλει ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(17 από το 1995) συνιστά απόδειξη ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ υιοθετούν προσεγγίσεις που στις περισσότερες περιπτώσεις χαρακτηρίζονται από συνεργασία.

Η συνεργασία αυτή όμως πηγάζει εν μέρει από την ύπαρξη της δυνατότητας που έχει να συντάσσει ειδική έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ιδίως όταν διατυπώνεται σχέδιο σύστασης, και μόνο η γνώση του ότι το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι μια ειδική έκθεση οδηγεί συχνά το θεσμικό όργανο ή τον οργανισμό στο να μεταβάλει τη θέση του. Οι ειδικές εκθέσεις θα πρέπει να υποβάλλονται μόνο όταν πρόκειται για σημαντικά θέματα, όπου το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να συμβάλει στο να πειστεί το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός να μεταβάλει τη θέση του.

Ως πολιτικό όργανο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι κυρίαρχο κατά την εξέταση των ειδικών εκθέσεων του Διαμεσολαβητή, τόσο όσον αφορά τις διαδικασίες του όσο και την ουσία της προσέγγισης και των δράσεών του. Κατά την εξέταση μιας ειδικής έκθεσης το Κοινοβούλιο λαμβάνει πάντοτε υπόψη του ότι το δικαίωμα προσφυγής στον διαμεσολαβητή μαζί με το δικαίωμα υποβολής αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνιστά θεμελιώδες πολιτικό δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας έχει πλέον νομική ισχύ.

Η καταγγελία

Τον Μάρτιο 2007 μια μη κυβερνητική οργάνωση που δραστηριοποιείται στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντας ζήτησε την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001 που αφορά την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής.

Τα έγγραφα αφορούσαν συναντήσεις ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αυτοκινητοβιομηχανίες, κατά τις οποίες είχε συζητηθεί το ζήτημα της προσέγγισης της Επιτροπής όσον αφορά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα των αυτοκινήτων.

Τον Νοέμβριο 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραχώρησε πρόσβαση σε 15 από τις 18 επιστολές που είχαν σταλεί στον τότε επίτροπο Günter Verheugen. Ωστόσο, στην περίπτωση των τριών επιστολών που εστάλησαν από την γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Porsche αρνήθηκε να χορηγήσει πρόσβαση με την αιτιολόγηση ότι η δημοσιοποίησή τους θα υπονόμευε την προστασία των εμπορικών συμφερόντων της εταιρίας. Ο καταγγέλλων προσέφυγε τότε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Τον Σεπτέμβριο 2008 οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή προέβησαν σε επιθεώρηση των επιστολών στα κτήρια της Επιτροπής. Βάσει αυτής της επιθεώρησης ο Διαμεσολαβητής συμπέρανε στις 27 Οκτωβρίου 2008 ότι η Επιτροπή κακώς είχε απορρίψει την πρόσβαση στις τρεις επιστολές. Συνέταξε επομένως σχέδιο σύστασης προς την Επιτροπή σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να παραχωρήσει την πρόσβαση στο σύνολο του περιεχομένου αυτών των επιστολών, ή να εξετάσει το ενδεχόμενο της εν μέρει δημοσιοποίησης τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 6 του καταστατικού που έχει συνταχθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή είχε προθεσμία τριών μηνών για να υποβάλει εμπεριστατωμένη γνώμη σχετικά με το σχέδιο σύστασής του. Η προθεσμία απάντησης της Επιτροπής ήταν κατά συνέπεια η 31η Ιανουαρίου 2009. Η Επιτροπή δεν απάντησε και την 30ή Ιανουαρίου 2009 ζήτησε παράταση της προθεσμίας. Στη συνέχεια ζήτησε περαιτέρω παρατάσεις της προθεσμίας αυτής στις 23 Φεβρουαρίου 2009, στις 26 Μαρτίου 2009, στις 29 Απριλίου 2009, στις 29 Μαΐου 2009 και στις 26 Ιουνίου 2009.

Αφού είχε χορηγήσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όλες της παρατάσεις της αρχικής προθεσμίας που ζήτησε, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε στις 3 Ιουλίου 2009 επιστολή στην Επιτροπή, στην οποία δήλωνε ότι δεν ήταν σαφής ο λόγος για τον οποίον η σύνταξη μιας εμπεριστατωμένης γνώμης ήταν τόσο χρονοβόρα ώστε να είναι απαραίτητη η χορήγηση 6 παρατάσεων για μια προθεσμία που ήταν ήδη γενναιόδωρη. Η Επιτροπή απάντησε στις 17 Ιουλίου, δηλώνοντας ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει τεκμηριωμένη απάντηση καθώς διαβουλευόταν ακόμη με τον τρίτο (Porsche).

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, ήτοι 10 μήνες μετά το σχέδιο σύστασης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πληροφόρησε τον Διαμεσολαβητή ότι είχε αποφασίσει να παράσχει μερική πρόσβαση στις εν λόγω επιστολές και ότι είχε διαμορφώσει κατάλληλες εκδόσεις τους για αυτόν τον σκοπό. Δήλωσε επίσης την πρόθεσή της να ενημερώσει την Porsche σχετικά με αυτήν της την απόφαση. Στις 27 Οκτωβρίου 2009 η Επιτροπή διευκρίνισε ότι είχε γίνει η ανάθεση της μετάφρασης της απόφασης ενημέρωσης της Porsche προς τα γερμανικά και ότι θα την απέστελλε στην εταιρία στις αρχές Νοεμβρίου. Στις 9 Νοεμβρίου 2009 ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής απέστειλε μία ακόμη επιστολή στην Επιτροπή με την οποία ζητούσε αντίγραφο της επιστολής κοινοποίησης που είχε αποσταλεί στην Porsche και ζητούσε να ενημερωθεί για το συμπέρασμα της διαδικασίας χορήγησης πρόσβασης σε αυτές τις επιστολές. Στις 4 Δεκεμβρίου 2009 οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν την υπηρεσία του διαμεσολαβητή τηλεφωνικώς ότι η επιστολή κοινοποίησης θα αποστελλόταν σύντομα στην Porsche.

Έως τις 24 Φεβρουαρίου 2010, ημερομηνία κατάθεσης αυτής της ειδικής έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δεν είχε ενημερωθεί ούτε για την επιστολή κοινοποίησης ούτε και για την πράξη παραχώρησης πρόσβασης στις επιστολές. Όταν η νέα Επιτροπή είχε πλέον αναλάβει τα καθήκοντα της και ο Διαμεσολαβητής είχε υποβάλει την ειδική του έκθεση, η Επιτροπή χορήγησε πράγματι πρόσβαση στις επιστολές. Αυτό, ωστόσο, συνέβη περισσότερο από 15 μήνες μετά τη σύνταξη του σχεδίου σύστασης και όχι εντός των τριών μηνών όπως ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο καταστατικό του Διαμεσολαβητή και από το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ.

Στις διάφορες κοινοποιήσεις σχετικά με το θέμα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξήγησε ότι δεν μπορούσε να τηρήσει την υποχρέωσή της να απαντήσει στο σχέδιο σύστασης λόγω των εν εξελίξει διαβουλεύσεων με την Porsche όσον αφορά την προτεινόμενη δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων. Η Επιτροπή αιτιολόγησε την διάρκεια των εν λόγω διαβουλεύσεων με δύο επιχειρήματα: πρώτον, ότι υπάρχει προοπτική για θετική έκβαση των διαπραγματεύσεων με την Porsche όσον αφορά την προτεινόμενη δημοσιοποίηση, και δεύτερον ότι ήταν αναγκαίο να δοθεί στην Porsche εύλογη προθεσμία για να προσφύγει στη δικαιοσύνη κατά της απόφασης Επιτροπής να δημοσιοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα.

Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρέπει να υπενθυμιστεί ότι στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001 η Επιτροπή πρέπει να ορίσει προθεσμία εντός της οποία πρέπει να απαντήσει ο συντάκτης ενός εγγράφου τρίτου. Η Επιτροπή πρέπει να ασκεί αυτή την εξουσία της με τρόπο που να της επιτρέπει να συμμορφώνεται με τις δικές της προθεσμίες. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα της Επιτροπής πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάγκη να δοθεί στην Porsche η δυνατότητα να ασκήσει τα έννομα της δικαιώματα δεν μπορεί να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση της Επιτροπής πρώτα όσον αφορά την απάντηση στο σχέδιο σύστασης και στη συνέχεια όσον αφορά την υλοποίηση της απόφασής της να κοινοποιήσει στην Porsche την πρόθεσή της να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα.

Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω πρέπει να υπενθυμιστεί η σχετική νομολογία που αφορά την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4, παράγραφος 3, Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση) σύμφωνα με την οποία τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υποχρεούνται να συνεργάζονται καλή τη πίστει όσον αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις. Η υποχρέωση αυτή ορίζεται σαφώς από το νέο άρθρο 13, παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Περαιτέρω πληροφορίες

Σύμφωνα με το άρθρο 41 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης",

Δυστυχώς η εμπειρία του Διαμεσολαβητή είναι ότι η Επιτροπή υπερβολικά συχνά δεν τηρεί τις προθεσμίες που ορίζει ο κανονισμός 1049/2001 για την επεξεργασία αιτημάτων για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα. Η δε επίδοση της Επιτροπής όταν πολίτες προβαίνουν σε καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με υποθέσεις πρόσβασης σε έγγραφα είναι ακόμη χειρότερη.

Από τις 22 υποθέσεις αυτού του είδους των οποίων επελήφθη ο Διαμεσολαβητής το 2009 η Επιτροπή τήρησε την αρχική προθεσμία για την παροχή απάντησης στην καταγγελία σε μόλις 4, ήτοι σε ολιγότερες του ενός πέμπτου. Στην πλειονότητα των υποθέσεων (σε 14 από τις 22) υπήρξε καθυστέρηση άνω των 30 ημερών. Σε περισσότερες του ενός τετάρτου όλων των υποθέσεων (σε 6 από τις 22) η καθυστέρηση ήταν 80 ημέρες και άνω.

Στις 4 Μαΐου 2010 ο Διαμεσολαβητής ήταν παρών σε συνεδρίαση της Επιτροπής Αναφορών και εξήγησε την ειδική έκθεσή του. Κατά την ομιλία του ανέφερε ότι υπήρχε άλλη μία υπόθεση πρόσβασης σε έγγραφα (355/2007(TN)FOR) όπου η Επιτροπή είχε καθυστερήσει την παροχή της εμπεριστατωμένης γνώμης της σχετικά με σχέδιο σύστασης τρεις φορές. Πρόκειται περί καταγγελίας που έχει υποβάλει μη κυβερνητική οργάνωση – το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος. Στην υπόθεση αυτή ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε σχέδιο σύστασης στις 29 Ιουνίου 2009. Η Επιτροπή έπρεπε να είχε αποστείλει τη γνώμη τη στις 31 Οκτωβρίου 2009. Στις 27 Μαΐου 2010 η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι χρειαζόταν τον χρόνο έως τις 31 Ιουλίου 2010 για να αποστείλει την εμπεριστατωμένη γνώμη της, διότι “εξακολουθεί να επικρατεί ασαφής νομική κατάσταση”.

Συμπεράσματα

Το ότι η Επιτροπή πράγματι χορήγησε πρόσβαση στις επιστολές στην υπόθεση 676/2008/RT μετά την υποβολή της ειδικής έκθεσης από τον Διαμεσολαβητή πρέπει να θεωρηθεί επιτυχία της κοινοβουλευτικής διεργασίας εποπτείας του έργου της Επιτροπής χάρις στη διενέργεια των ερευνών του Διαμεσολαβητή.

Ωστόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να συναγάγει το συμπέρασμα ότι καθυστερώντας την απάντησή της στο σχέδιο σύστασης για 15 μήνες και μην τηρώντας τη δέσμευσή της να κοινοποιήσει στην Porsche την απόφασή της για τη δημοσιοποίηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αθέτησε την υποχρέωση της να συνεργαστεί με ειλικρίνεια και καλή τη πίστει με τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, και ότι αυτή η στάση από την πλευρά της Επιτροπής είναι επιζήμια όχι μόνο για τον διοργανικό διάλογο αλλά και για την δημόσια εικόνα της ΕΕ.

Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής εντόπισε κρούσμα κακοδιοίκησης και έδωσε στην Επιτροπή κάθε δυνατότητα να επανορθώσει. Η έλλειψη συνεργασίας από την πλευρά της Επιτροπής στο θέμα αυτό συνιστά κίνδυνο διάβρωσης της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Επιτροπή και υπονόμευσης της ικανότητας του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ασκούν εποπτεία στην Επιτροπή με κατάλληλο και αποτελεσματικό τρόπο. Αφ' εαυτής αντίκειται στην ίδια την αρχή του κράτους δικαίου επί της οποίας βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πέραν τούτων είναι σαφές ότι η Επιτροπή πάρα πολύ συχνά καθυστερεί να ανταποκριθεί σε αιτήματα παροχής πρόσβασης σε έγγραφα. Απαντά με σημαντική καθυστέρηση στον Διαμεσολαβητή στην πλειονότητα των υποθέσεων παροχής πρόσβασης σε έγγραφα και σε μερικές περιπτώσεις οι καθυστερήσεις είναι πολύ παρατεταμένες. Η κατάσταση συνιστά συστημικό πρόβλημα. Στερεί από τους πολίτες ένα από τα καίρια οφέλη που μπορεί να αναμένουν από την άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος που έχουν να υποβάλλουν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή· με άλλους λόγους την ταχύτερη έκβαση από ό,τι έχουν εάν απευθυνθούν στη δικαιοσύνη.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί λοιπόν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναγνωρίσει ότι οι υπερβολικές καθυστερήσεις στην απάντηση στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή συνιστούν σε αυτήν την περίπτωση παράβαση του καθήκοντός της για ειλικρινή συνεργασία όπως προβλέπεται από την ΣΕΕ και να αναλάβει δέσμευση ότι θα τηρεί το καθήκον της ειλικρινούς συνεργασίας με τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή στο μέλλον. Εάν η Επιτροπή δεν αναλάβει αυτή τη δέσμευση και/ή εξακολουθήσει τις πρακτικές μη συνεργασίας έναντι του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο μπορεί να επιβάλει κυρώσεις στην Επιτροπή. Αυτές οι κυρώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την εγγραφή μέρους του προϋπολογισμού της Επιτροπής για διοικητικές δαπάνες σε αποθεματικό.


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

25.10.2010

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

10

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Margrete Auken, Victor Boştinaru, Pascale Gruny, Peter Jahr, Χρυσούλα Παλιαδέλη, Νικόλαος Σαλαβράκος, Jarosław Leszek Wałęsa, Angelika Werthmann, Мария Неделчева

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Axel Voss

Τελευταία ενημέρωση: 8 Νοεμβρίου 2010Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου