– έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2010)0523),
– έχοντας υπόψη το άρθρο 126, παράγραφος 14, τρίτο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C7-0397/2010),
– έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προτεινόμενης νομικής βάσης,
– έχοντας υπόψη τα άρθρα 55 και 37 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A7-0184/2011),
1. εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·
2. καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 293, παράγραφος 2, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
3. καλεί το Συμβούλιο, στην περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·
4. ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·
5. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.
(-1)Η πείρα που αποκτήθηκε κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης καταδεικνύει την ανάγκη για βελτίωση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης στην Ένωση, που θα πρέπει να οικοδομηθεί με βάση μεγαλύτερο εθνικό ενστερνισμό των από κοινού συμφωνηθέντων κανόνων και πολιτικών και ένα στιβαρότερο πλαίσιο εποπτείας των εθνικών οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών σε επίπεδο Ένωσης.
(1) Είναι αναγκαίο να αξιοποιηθεί η πείρα που έχει αποκτηθεί κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Οι πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις έχουν θέσει την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ολόκληρη την Ένωση αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις και έχουν καταστήσει ιδιαίτερα εμφανή την ανάγκη για ενιαίες απαιτήσεις όσον αφορά τους κανόνες και τις διαδικασίες που διαμορφώνουν τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί τι πρέπει να πράττουν οι εθνικές αρχές προκειμένου να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου (αριθ. 12) σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στις Συνθήκες, και ιδίως με το άρθρο 3, και με τη δέσμευσή τους να εφαρμόζουν τις στρατηγικές και τους στόχους πολιτικής που εγκρίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
(1α)Η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει ότι κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δραστηριοτήτων της, η Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη απαιτήσεις που συνδέονται με την προώθηση υψηλού επιπέδου απασχόλησης, την εγγύηση επαρκούς κοινωνικής προστασίας και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού.
(1β) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης Ιουνίου 2010 ενέκρινε μια νέα στρατηγική για την απασχόληση και την ανάπτυξη, τη στρατηγική Ευρώπη 2020, που θα επιτρέψει στην ΕΕ να εξέλθει ισχυρότερη από την κρίση και να στρέψει την οικονομία της προς μια έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, συνοδευόμενη από υψηλό επίπεδο απασχόλησης, παραγωγικότητας και κοινωνικής συνοχής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε επίσης να ξεκινήσει την 1η Ιανουαρίου 2011 το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο συντονισμού της πολιτικής για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να επωφεληθούν από τον έγκαιρο συντονισμό σε επίπεδο Ένωσης και για να συμβάλουν στην αύξηση της εποπτείας και την ταυτόχρονη αξιολόγηση τόσο των δημοσιονομικών μέτρων όσο και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που στηρίζουν την ανάπτυξη και την απασχόληση.
(1γ) Η παρούσα οδηγία αποτελεί μέρος της νομοθεσίας για την οικονομική διακυβέρνηση που αποσκοπεί στη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα της Ένωσης.
(1δ) Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το συνολικό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να συμπληρώνουν και να είναι συμβατά με μια ενωσιακή στρατηγική για την ανάπτυξη και την απασχόληση.
(1ε) Η επίτευξη και διατήρηση μιας δυναμικής εσωτερικής αγοράς θα πρέπει να θεωρείται στοιχείο της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης·
(1στ) Η βελτίωση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να βασίζεται σε διάφορες αλληλένδετες πολιτικές για διατηρήσιμη ανάπτυξη και θέσεις απασχόλησης, που πρέπει να έχουν συνοχή μεταξύ τους, και ειδικότερα σε μια ενωσιακή στρατηγική για ανάπτυξη και απασχόληση, στο πολυμερές πλαίσιο εποπτείας (Ευρωπαϊκό Εξάμηνο), σε μια αποτελεσματική διαδικασία για την πρόληψη και τη διόρθωση υπερβολών στις δημοσιονομικές θέσεις (το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), σε ένα στιβαρό πλαίσιο για την πρόληψη και την άρση μακροοικονομικών ανισορροπιών, στη βελτίωση της ρύθμισης και της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών.
(1ζ) Χρειάζεται πλήρης και ολοκληρωμένη λύση για την κρίση χρέους στη ζώνη του ευρώ, δεδομένου ότι η αποσπασματική αντιμετώπιση δεν λειτούργησε ως τώρα.
(1η) Η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να συμβαδίζει με την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, η οποία πρέπει να επιτευχθεί με τη στενότερη και πιο έγκαιρη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων μέσω των διαδικασιών συντονισμού της οικονομικής και της δημοσιονομικής πολιτικής.
(1θ) Το ευρωπαϊκό εξάμηνο συντονισμού της οικονομικής πολιτικής (εξάμηνο) αναμένεται να έχει ζωτικό ρόλο στην υλοποίηση της απαίτησης του άρθρου 121 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ να θεωρούν τα κράτη μέλη τις οικονομικές τους πολιτικές θέμα κοινού ενδιαφέροντος και κατά συνέπεια να τις συντονίζουν. Η διαφάνεια, η λογοδοσία και η ανεξάρτητη εποπτεία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύουν και να αιτιολογούν τις θέσεις και τις αποφάσεις τους στα ενδεδειγμένα στάδια των διαδικασιών συντονισμού των οικονομικών πολιτικών.
(1ι) Η πολιτική απόκριση των κρατών μελών στις αξιολογήσεις, αποφάσεις, συστάσεις και προειδοποιήσεις που εκδίδουν γι’ αυτά η Επιτροπή και το Συμβούλιο στο πλαίσιο του Εξαμήνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις διαδικασίες επιβολής του προληπτικού και του διορθωτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και στα μέτρα επιβολής για την άρση μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη,
(2)Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών και οι υποτομείς της κυβέρνησης διαθέτουν δημόσια λογιστικά συστήματα τα οποία περιλαμβάνουν στοιχεία όπως τήρηση λογιστικών βιβλίων, εσωτερικό έλεγχο, χρηματοοικονομική αναφορά και λογιστικό έλεγχο. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να διακρίνονται, αφενός, από τα στατιστικά δεδομένα, τα οποία αφορούν τα αποτελέσματα των δημοσίων οικονομικών βάσει στατιστικών μεθοδολογιών, και, αφετέρου, από τις προγνώσεις ή την κατάρτιση του προϋπολογισμού, που αφορούν τα μελλοντικά δημόσια οικονομικά.
(3) Οι πλήρεις και αξιόπιστες πρακτικές δημόσιας λογιστικής για όλους τους τομείς της γενικής κυβέρνησης αποτελούν προϋπόθεση για την παραγωγή στατιστικών υψηλής ποιότητας, οι οποίες να είναι συγκρίσιμες μεταξύ των κρατών μελών.
(4)Η διαθεσιμότητα δημοσιονομικών δεδομένων έχει καίρια σημασία για την ορθή λειτουργία του πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας στην Ένωση. Η τακτική διάθεση αξιόπιστων δημοσιονομικών δεδομένων εγκαίρως αποτελεί το βασικό στοιχείο της κατάλληλης παρακολούθησης στον σωστό χρόνο, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, παρέχει τη δυνατότητα για άμεσες ενέργειες, σε περίπτωση δυσμενών δημοσιονομικών εξελίξεων ή δυσμενούς γενικής οικονομικής κατάστασης. Στοιχείο καίριας σημασίας για τη διασφάλιση της ποιότητας των δημοσιονομικών δεδομένων είναι η διαφάνεια, η οποία πρέπει να συνεπάγεται τακτική δημοσίευση των δεδομένων αυτών.
(5)Όσον αφορά τις στατιστικές, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές(3) θεσπίστηκε νομοθετικό πλαίσιο για την παραγωγή ευρωπαϊκών στατιστικών, με σκοπό τη διαμόρφωση, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των πολιτικών της Ένωσης. Στον εν λόγω κανονισμό καθορίστηκαν επίσης οι αρχές που διέπουν την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση των ευρωπαϊκών στατιστικών: επαγγελματική ανεξαρτησία, αμεροληψία, αντικειμενικότητα, αξιοπιστία, στατιστικό απόρρητο και σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, με επακριβή ορισμό εκάστης αρχής. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009, για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας(4) ενισχύθηκαν οι εξουσίες της Επιτροπής όσον αφορά την επαλήθευση των στατιστικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.
(5α) Για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στις ευρωπαϊκές στατιστικές και να διασφαλιστεί η επαγγελματική ανεξαρτησία των εθνικών στατιστικών αρχών τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμείνουν πλήρως προσηλωμένα στην εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009, ιδίως στις στατιστικές αρχές όπως αυτές θεσπίζονται με τον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, τον οποίο ενέκρινε η Επιτροπή στη σύστασή της της 25ης Μαΐου 2005 για την ανεξαρτησία, την ακεραιότητα και την υπευθυνότητα των εθνικών και κοινοτικών στατιστικών αρχών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να διασφαλίσουν ότι οι εθνικές στατιστικές αρχές έχουν την αναγκαία αυτονομία όσον αφορά την κατανομή των κονδυλίων του προϋπολογισμού, την δημοσιοποίηση στατιστικών πληροφοριών και μια διαφανή διαδικασία διορισμού και απόλυσης ανώτατων στελεχών. Εκτός αυτού, τα εθνικά ελεγκτικά συνέδρια θα πρέπει να έχουν επίσης το ίδιο επίπεδο επαγγελματικής ανεξαρτησίας, έτσι ώστε να διασφαλιστεί πλήρως η εμπιστοσύνη όσον αφορά τους δημόσιους λογαριασμούς σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
(6) Οι ορισμοί των όρων «δημόσιος και δημοσιονομικός», «έλλειμμα» και «επένδυση» περιλαμβάνονται στο πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, με παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Οικονομικών Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), το οποίο αντικαταστάθηκε από το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας(5) και στο εξής αποκαλούμενο «ΕΣΟΛ 95»).
(7)Οι μεροληπτικές και μη ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις είναι δυνατόν να υπονομεύσουν σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητα του δημοσιονομικού σχεδιασμού και, κατά συνέπεια, να εμποδίσουν την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ η διαφάνεια και η επικύρωση των μεθοδολογιών πρόγνωσης θα αυξήσουν σημαντικά την ποιότητα των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό.
(8)Στοιχείο καίριας σημασίας, τόσο για την Επιτροπή όσο και για τα κράτη μέλη, για την εξασφάλιση της χρησιμοποίησης ρεαλιστικών προγνώσεων κατά την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής είναι η διαφάνεια, η οποία πρέπει να συνεπάγεται τη δημοσίευση και τη δημοσιοποίηση όχι μόνο των επίσημων μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων, αλλά και των μεθοδολογιών, των παραδοχών και των παραμέτρων στις οποίες βασίζονται οι προγνώσεις αυτές.
(9)Τα εναλλακτικά σενάρια ▌και ο αντίκτυπός τους στις δημοσιονομικές προβλέψεις, συμπληρώνουν το κεντρικό μακροοικονομικό σενάριο και δίνουν τη δυνατότητα να αναλυθεί πώς θα εξελίσσονταν οι δημοσιονομικές μεταβλητές υπό διαφορετικές οικονομικές παραδοχές και, επομένως, μειώνουν σε μεγάλο βαθμό το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική πειθαρχία από σφάλματα πρόγνωσης.
(10) Οι προγνώσεις της Επιτροπής και πληροφορίες σχετικά με τα πρότυπα πάνω στα οποία βασίζονται μπορούν να παρέχουν στα κράτη μέλη χρήσιμο σημείο αναφοράς για το κεντρικό τους σενάριο, επιτρέποντάς τους να αξιολογούν τις προγνώσεις που χρησιμοποιούνται για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό, μολονότι θα ποικίλλει ο βαθμός στον οποίο μπορεί να αναμένεται από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη τις προγνώσεις της Επιτροπής, ανάλογα με το χρονοδιάγραμμα της κατάρτισης των προγνώσεων και τη συγκρισιμότητα των μεθοδολογιών πρόγνωσης και των παραδοχών. Οι προγνώσεις άλλων ανεξάρτητων φορέων σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο μπορεί να προσφέρουν χρήσιμους δείκτες επιδόσεων.
(10α) Αν οι προγνώσεις της Επιτροπής παρέχουν σημαντικά ακριβέστερη εικόνα της τρέχουσας οικονομικής δραστηριότητας από ό,τι εκείνες των κρατών μελών της ευρωζώνης, τα συγκεκριμένα κράτη μέλη πρέπει να χρησιμοποιούν τις προγνώσεις της Επιτροπής ως βάση για τον δημοσιονομικό τους σχεδιασμό.
(10β) Οι σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των προγνώσεων των κρατών μελών και των προγνώσεων της Επιτροπής θα πρέπει να εξηγούνται λεπτομερώς στα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης που εκπονούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1466/97 του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών(6).
(10γ) Δεδομένης της αλληλεξάρτησης των προϋπολογισμών των κρατών μελών και των εσόδων και πληρωμών στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της Ένωσης, ιδιαίτερα όσον αφορά τη συγχρηματοδότηση των έργων, οι προγνώσεις του προϋπολογισμού της Ένωσης θα πρέπει να εκπονούνται με επίπεδο διαφάνειας παρόμοιο προς εκείνο που απαιτείται από τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να γίνει παράλληλη ανάλυση του προϋπολογισμού της Ένωσης και των προϋπολογισμών των κρατών μελών.
(10δ) Η συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και κάθε κράτους μέλους σχετικά με τη μεθοδολογία πρόγνωσης και τον τύπο και το εύρος των υποθέσεων που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των δημοσιονομικών προγνώσεων θα μπορούσε να διασφαλίσει διαφάνεια και σαφήνεια όσον αφορά τις προγνώσεις των κρατών μελών. Τούτο θα συνέβαλλε στην αποφυγή αλληλοσυγκρουόμενων μακροοικονομικών δημοσιονομικών σεναρίων και θα αύξανε την εγκυρότητα των προβλέψεων που χρησιμοποιούνται για τον δημοσιονομικό προγραμματισμό.
(11) Η ποιότητα των επίσημων μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων θα ενισχυόταν με τον λογιστικό έλεγχό τους από κάποιον ανεξάρτητο δημόσιο φορέα στο στάδιο του σχεδιασμού. Ο διεξοδικός λογιστικός έλεγχος περιλαμβάνει ενδελεχή έλεγχο των οικονομικών παραδοχών, σύγκριση με τις προγνώσεις που έχουν καταρτίσει άλλοι οργανισμοί και αξιολόγηση των επιδόσεων προηγουμένων προγνώσεων.
(12) Δεδομένου ότι τα δημοσιονομικά πλαίσια που παρατηρούνται σε ορισμένα κράτη μέλη και που βασίζονται σε κανόνες έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά για την προώθηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, οι αυστηροί εθνικοί δημοσιονομικοί κανόνες, συμβατοί με τους δημοσιονομικούς στόχους στο επίπεδο της Ένωσης, πρέπει να αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του ενισχυμένου πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης. Οι δημοσιονομικοί κανόνες είναι αποτελεσματικότεροι όταν καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες και να διασφαλίζεται η αποδοχή τους από τους πολίτες. Με βάση τις βέλτιστες πρακτικές, οι δημοσιονομικοί κανόνες δεν θα πρέπει να διαμορφώνονται με βάση στοιχεία του παρελθόντος, που μπορεί να μην λαμβάνουν επαρκώς υπόψη εφάπαξ πληρωμές ή έσοδα με αποτέλεσμα να μην παρέχουν πάντα ακριβή εικόνα της μελλοντικής συμπεριφοράς. Οι αυστηροί δημοσιονομικοί κανόνες θα πρέπει να στηρίζονται σε σαφώς διατυπωμένο καθορισμό στόχων, μαζί με μηχανισμούς αποτελεσματικής και έγκαιρης παρακολούθησης. Επιπλέον, η πείρα από τις πολιτικές έχει δείξει ότι, για να λειτουργούν αποτελεσματικά οι αριθμητικοί κανόνες, η μη συμμόρφωση πρέπει να συνεπάγεται κυρώσεις, ακόμη και αν θίγουν μόνον την υπόληψη.
(12α)Κάποιος ανεξάρτητος φορέας ή όργανο το οποίο δραστηριοποιείται στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής μπορεί να διαδραματίσει πολύτιμο ρόλο σε σχέση με την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής, προσφέροντας εμπειρογνωμοσύνη και διασφαλίζοντας διαφάνεια και αξιοπιστία. Οι εν λόγω ανεξάρτητοι δημόσιοι φορείς μπορούν, μεταξύ άλλων, να παρέχουν και να ελέγχουν μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις και να αξιολογούν τους προσανατολισμούς της δημοσιονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων των κρατών μελών και την επίτευξη των αναγγελθέντων στόχων δημοσιονομικής πολιτικής, μεταξύ άλλων με την εποπτεία της τήρησης των εθνικών αριθμητικών δημοσιονομικών κανόνων.
(12β) Κάθε κράτος μέλος της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να διαθέτει δημοσιονομικό όργανο το οποίο θα εποπτεύει, μεταξύ άλλων, τη συμμόρφωση προς τους εθνικούς δημοσιονομικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης ενεργοποίησης ρήτρας διαφυγής.
(12γ) Ο αριθμός των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες επιτρέπεται προσωρινά ή μη συμμόρφωση προς τους αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες θα πρέπει να είναι περιορισμένος.
(12δ) Οι ρήτρες διαφυγής που επιτρέπουν την προσωρινή παρέκκλιση από τους εθνικούς δημοσιονομικούς κανόνες αναφέρονται σε σοβαρές και εξαιρετικές οικονομικές περιστάσεις και ελαφρυντικούς παράγοντες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 όπως καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. …/2011 του Συμβουλίου, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.
(13) Τα κράτη μέλη και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αποφεύγουν φιλοκυκλικές δημοσιονομικές πολιτικές, οι δε προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης θα πρέπει να συγκεντρώνονται σε ευνοϊκές περιόδους. Ορθά καθορισμένοι αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες συντελούν στην επίτευξη αυτών των στόχων. Οι εν λόγω αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες θα πρέπει να εμπεριέχουν τον στόχο της ενίσχυσης του ελέγχου των δημόσιων δαπανών.
(14) Ο εθνικός δημοσιονομικός σχεδιασμός μπορεί να είναι συνεπής τόσο με το προληπτικό όσο και με το διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης μόνον εφόσον υιοθετεί μια πολυετή προοπτική και επιδιώκει, συγκεκριμένα, την επίτευξη των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια είναι απολύτως απαραίτητα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών συνάδουν με τη νομοθεσία της Ένωσης. Στο πνεύμα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1467/97 της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος(7), τα προληπτικά και τα διορθωτικά μέρη του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν θα πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα.
(14α) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε τον Μάρτιο και τον Ιούνιο του 2010 τη Στρατηγική ΕΕ2020 για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και θέσεις εργασίας, και θέλησε να τη βασίσει στον ενισχυμένο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Συνεπώς, αφού η οικονομική διακυβέρνηση θέτει το δημόσιο χρέος σε ίση θέση με το έλλειμμα, τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στην ελάφρυνση του βάρους που καλούνται να επωμιστούν οι μελλοντικές γενιές.
(15) Μολονότι η έκδοση του ετήσιου νόμου περί προϋπολογισμού αποτελεί το βασικό στάδιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού κατά το οποίο λαμβάνονται σημαντικές δημοσιονομικές αποφάσεις στα κράτη μέλη, τα περισσότερα δημοσιονομικά μέτρα έχουν δημοσιονομικές συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ετήσιο δημοσιονομικό κύκλο. Ως εκ τούτου, η μονοετής προοπτική δεν αποτελεί επαρκή βάση για δημοσιονομικές πολιτικές. Προκειμένου να ενσωματωθεί η πολυετής δημοσιονομική προοπτική του πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης, η κατάρτιση του ετήσιου νόμου περί προϋπολογισμού θα πρέπει να βασίζεται σε πολυετή δημοσιονομικό σχεδιασμό, που να απορρέει από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο, σύμφωνα με τους περιορισμούς του χρονοδιαγράμματος στο οποίο μπορούν να δεσμευθούν τα εθνικά κοινοβούλια.
(15α) Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, που διέπει την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης με βάση το άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η θέσπιση πενταετούς δημοσιονομικού πλαισίου και η υιοθέτηση του πολυετούς δημοσιονομικού προγραμματισμού δεν αφαιρούν από τις νεοεκλεγείσες κυβερνήσεις το δικαίωμα να αλλάζουν, μέσα στο χρονικό πλαίσιο που καλύπτει ο προγραμματισμός, τις προηγούμενες πολιτικές επιλογές για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους προτεραιότητες. Οι προτεραιότητες αυτές ωστόσο θα πρέπει να υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 126 ΣΛΕΕ.
(16) Οι διατάξεις του πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας, που προβλέπεται στη Συνθήκη, και ιδίως το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ισχύουν για τη γενική κυβέρνηση στο σύνολό της, η οποία περιλαμβάνει τους υποτομείς «κεντρική διοίκηση», «διοίκηση ομόσπονδων κρατιδίων», «τοπική αυτοδιοίκηση» και «οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης», όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96. οι διατάξεις των κρατών μελών σχετικά με το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας που καθορίζεται από τη ΣΛΕΕ και ειδικότερα το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα του Δημόσιου Τομέα.
(17) Αξιοσημείωτος αριθμός κρατών μελών έχουν προβεί σε σημαντική δημοσιονομική αποκέντρωση, με μεταβίβαση δημοσιονομικών εξουσιών σε υπο-εθνικό επίπεδο. Ο ρόλος των εν λόγω υπο-εθνικών κυβερνήσεων στη διασφάλιση της τήρησης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης έχει ήδη αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό, θα πρέπει δε να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη δέουσα υπαγωγή όλων των υποτομέων της γενικής κυβέρνησης στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων και των διαδικασιών που προβλέπονται στα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στα κράτη μέλη εκείνα που χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερο βαθμό αποκέντρωσης.
(18) Για να προωθήσουν αποτελεσματικά τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών, τα δημοσιονομικά πλαίσια θα πρέπει να καλύπτουν συνολικά τα δημόσια οικονομικά. Για τον λόγο αυτόν, οι πράξεις που αφορούν κονδύλια και οργανισμούς εκτός προϋπολογισμού, οι οποίες έχουν άμεσο ή μεσοπρόθεσμο αντίκτυπο στις δημοσιονομικές θέσεις των κρατών μελών θα πρέπει νααναφέρονται με διαφάνεια. Ο αναμενόμενος ή δυνητικός τους αντίκτυπος στα γενικά δημοσιονομικά ισοζύγια των κυβερνήσεων και το δημόσιο χρέος θα πρέπει να εξετάζεται ρητά στα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια.
(18α) Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί συνεχώς την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Θα πρέπει να προσδιορίζονται και να κοινοποιούνται οι βέλτιστες πρακτικές σε σχέση με τη διάρθρωση και τον ρόλο των ανεξάρτητων δημοσιονομικών οργάνων.
(18β) Ο σκοπός και η φύση της παρούσας οδηγίας επιβάλλουν να είναι η μεταφορά της στην εθνική νομοθεσία όσο το δυνατόν πιο πιστή στο κείμενο της οδηγίας. Κι αν τούτο αφορά όλα τα κράτη μέλη, ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη.
(18γ) Τα κράτη μέλη της ευρωζώνης πρέπει να υιοθετήσουν στα εθνικά δημοσιονομικά τους πλαίσια στοιχεία επιπλέον εκείνων που προβλέπει η παρούσα οδηγία για όλα τα κράτη μέλη. Κεφάλαιο με ειδικές διατάξεις για τα κράτη μέλη της ευρωζώνης καθορίζει τα δύο αυτά στοιχεία: κεντρικές δημοσιονομικές διαδικασίες, και ανεξάρτητοι οργανισμοί με εμπειρογνωμοσύνη στη δημοσιονομική πολιτική, επιφορτισμένοι με ανεξάρτητη εποπτεία, ανάλυση, αξιολόγηση και πρόγνωση. Τα κράτη μέλη που δεν ανήκουν στην ευρωζώνη μπορούν προαιρετικά να υιοθετούν πλήρως ή εν μέρει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία στα εθνικά δημοσιονομικά τους πλαίσια.
(18δ) Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τη ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη που δεν έχουν νόμισμα το ευρώ πρέπει να έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν τη νομοθεσία περί οικονομικής διακυβέρνησης.
(19) Δεδομένου ότι ο στόχος της προβλεπόμενης δράσης, και συγκεκριμένα η ομοιόμορφη συμμόρφωση με τη δημοσιονομική πειθαρχία, όπως απαιτείται βάσει της Συνθήκης, είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται, συνεπώς, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Αντικείμενο και ορισμοί
Άρθρο 1Αντικείμενο
Η παρούσα οδηγία καθορίζει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα αναγκαία χαρακτηριστικά των δημοσιονομικών πλαισίων των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την υποχρέωση των κρατών μελών όσον αφορά τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 126 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά πρωτόκολλα, συμπεριλαμβανομένου του Πρωτοκόλλου 15.
Άρθρο 2Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ορισμοί των όρων «δημόσιος και δημοσιονομικός», «έλλειμμα» και «επένδυση» που παρατίθενται στο άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου (Αριθ. 12) σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στις Συνθήκες.
Επιπλέον, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
(α) «συμμετέχοντα κράτη μέλη» είναι τα κράτη μέλη που έχουν νόμισμα το ευρώ·
(β) «κράτη μέλη με παρέκκλιση» είναι τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη.
(γ) ως «δημοσιονομικό πλαίσιο» νοείται ένα σύνολο ρυθμίσεων, διαδικασιών και θεσμικών οργάνων που αποτελούν τη βάση για την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής της γενικής κυβέρνησης, και ιδίως:
(i) συστήματα δημοσιονομικής λογιστικής και στατιστικής αναφοράς·
(ii) κανόνες και διαδικασίες που διέπουν την κατάρτιση προγνώσεων για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό·
(iii) εθνικοί αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες, οι οποίοι ευθυγραμμίζουν την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των κρατών μελών βάσει της ΣΛΕΕ, που εκφράζονται ως συνοπτικός δείκτης δημοσιονομικών επιδόσεων, όπως είναι το δημοσιονομικό έλλειμμα, ο δημόσιος δανεισμός, το δημόσιο χρέος ή μια σημαντική συνιστώσα τους·
(iv) δημοσιονομικές διαδικασίες οι οποίες περιλαμβάνουν διαδικαστικούς κανόνες για την υποστήριξη της διαδικασίας του προϋπολογισμού σε όλα τα στάδια·
(v) μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια, ως ειδικό σύνολο εθνικών δημοσιονομικών διαδικασιών που επεκτείνουν τον ορίζοντα χάραξης της δημοσιονομικής πολιτικής πέραν του ετήσιου δημοσιονομικού κύκλου και συνεπάγονται επίσης τον καθορισμό πολιτικών προτεραιοτήτων και μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων·
(vi) στ) ρυθμίσεις ανεξάρτητης παρακολούθησης, ανάλυσης, αξιολογήσεων και επικύρωσης για να ενισχυθεί η διαφάνεια των στοιχείων της διαδικασίας του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της ανάθεσης εντολής σε ανεξάρτητους οργανισμούς με πραγματογνωμοσύνη όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική ή οργανισμούς προϋπολογισμού που έχουν αρμοδιότητα στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής·
(vii) μηχανισμοί και κανόνες που ρυθμίζουν τις δημοσιονομικές σχέσεις μεταξύ των δημοσίων αρχών στους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης.
Άρθρο 2α
Κράτη μέλη με παρέκκλιση
Τα κράτη μέλη με παρέκκλιση μπορούν να εφαρμόζουν τους κανόνες που ισχύουν για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή. Η σχετική κοινοποίηση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος θεωρείται συμμετέχον κράτος μέλος για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας από την επομένη της κοινοποίησης αυτής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
Λογιστική και στατιστικές
Άρθρο 3
1. Προκειμένου να διασφαλίσουν την έγκαιρη και ακριβή αναφορά ετησίων και τριμηνιαίων δημοσιονομικών δεδομένων βάσει του ΕΣΟΛ, η οποία απαιτείται σύμφωνα με το πρόγραμμα διαβίβασης δεδομένων του ΕΣΟΛ, τα κράτη μέλη διαθέτουν δημόσια λογιστικά συστήματα, στα οποία εφαρμόζεται η λογιστική δεδουλευμένης βάσης και τα οποία καλύπτουν συνολικά και συστηματικά όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 (ΕΣΟΛ 95)▐. Τα εν λόγω ▐συστήματα υπόκεινται σε ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο και λογιστικό έλεγχο.
1α.Εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παράγραφος 1, τα συμμετέχοντα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δημόσια λογιστικά συστήματά τους υπόκεινται σε ανεξάρτητο έλεγχο και λογιστικό έλεγχο.
1β. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα διεθνή λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα (International Public Sector Accounting Standards) εντός τριών ετών μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
1γ. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την επαγγελματική ανεξαρτησία των εθνικών στατιστικών αρχών, οι οποίες συμμορφώνονται με τον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009, και ότι τα εθνικά ελεγκτικά συνέδρια, τα οποία συμμορφώνονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009, διασφαλίζουν την ποιότητα των στατιστικών στοιχείων στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Για αυτόν τον σκοπό τίθενται οι ακόλουθες ελάχιστες απαιτήσεις:
(α) διαφανείς διαδικασίες προσλήψεων και απολύσεων οι οποίες θα πρέπει να είναι ανεξάρτητες από τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών·
(β) η κατανομή των κονδυλίων του προϋπολογισμού θα πρέπει να πραγματοποιείται σε ετήσια βάση·
(γ) η ημερομηνία δημοσιοποίησης των στατιστικών στοιχείων θα πρέπει να ορίζεται τουλάχιστον ένα έτος πριν.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την έγκαιρη και τακτική δημοσίευση δημοσιονομικών δεδομένων για όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δημοσιεύουν:
(α) δημοσιονομικά δεδομένα σε ταμειακή βάση (ή ισοδύναμο αριθμητικό στοιχείο δημόσιας λογιστικής, αν δεν υπάρχουν δεδομένα σε ταμειακή βάση) με τις ακόλουθες συχνότητες:
– με μηνιαία συχνότητα, για την κεντρική κυβέρνηση, την κρατική κυβέρνηση και τα ταμεία δημόσιας ασφάλισης, πριν από το τέλος του αντίστοιχου επόμενου μήνα, με χωριστό προσδιορισμό κάθε υποτομέα, και
– ανά τρίμηνο, για την τοπική κυβέρνηση και πράξεις που αφορούν κονδύλια εκτός προϋπολογισμού, μέσα σε ένα μήνα από το τέλος του αντίστοιχου τριμήνου·
(β) λεπτομερή πίνακα αντιστοιχίας, όπου εμφαίνονται τα στοιχεία μετάβασης από δεδομένα σε ταμειακή βάση σε δεδομένα βάσει του ΕΣΟΛ 95.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
Προγνώσεις
Άρθρο 4
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο δημοσιονομικός σχεδιασμός να βασίζεται σε ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις, χρησιμοποιώντας τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες συμπεριλαμβανομένων των εθνικών προγνώσεων όταν είναι πιο επίκαιρες από τις προγνώσεις της Επιτροπής. Ο δημοσιονομικός σχεδιασμός βασίζεται στο πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό σενάριο ή σε επιφυλακτικότερο σενάριο, όπου επισημαίνονται λεπτομερώς οι αποκλίσεις από το πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό σενάριο. Οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις καταρτίζονται λαμβανομένων, ενδεχομένως, υπόψη των προγνώσεων της Επιτροπής και των άλλων ανεξάρτητων οργάνων. Πραγματοποιείται σύγκριση με τις προγνώσεις της Επιτροπής και επεξηγούνται οι αποκλίσεις μεταξύ του μακροοικονομικού δημοσιονομικού σεναρίου που επελέγη και των προγνώσεων της Επιτροπής, ιδίως εάν το επίπεδο μεγέθυνσης των εξωγενών μεταβλητών με σημαντικές διασυνοριακές μακροοικονομικές επιπτώσεις διαφέρει σημαντικά από τις τιμές που περιλαμβάνονται στις προγνώσεις της Επιτροπής.
1α.Η Επιτροπή προβαίνει σε δημοσιοποίηση των μεθοδολογιών, υποθέσεων και παραμέτρων πάνω στις οποίες στηρίζονται οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις της.
1β. Η Επιτροπή, προκειμένου να υποστηρίξει τα κράτη μέλη στην προετοιμασία των δημοσιονομικών προγνώσεών τους, παρέχει προγνώσεις για τις δαπάνες και τα έσοδα της ΕΕ για την αντίστοιχη χρονική περίοδο.
2. Οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό περιλαμβάνουν εναλλακτικά μακροοικονομικά σενάρια για την εξέταση της πορείας των δημοσιονομικών μεταβλητών υπό διαφορετικές οικονομικές συνθήκες. Το φάσμα των εναλλακτικών σεναρίων που χρησιμοποιούνται στις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις προσδιορίζεται με γνώμονα τις επιδόσεις των προηγουμένων προγνώσεων και καταβάλλεται προσπάθεια να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες των μακροοικονομικών ανισορροπιών, όπου έχουν επισημανθεί, σύμφωνα και με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. .../2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών.
3. Πριν από τη σύνταξη μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων κάθε κράτος μέλος και η Επιτροπή καταλήγουν σε συμφωνία σχετικά με τη μεθοδολογία των προγνώσεων και τον τύπο και το φάσμα των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη. Τα κράτη μέλη διευκρινίζουν ποιο όργανο είναι αρμόδιο για την κατάρτιση των προγνώσεων και δημοσιεύουν τις επίσημες μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις που καταρτίζονται για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό, συμπεριλαμβανομένων των μεθοδολογιών, παραδοχών και παραμέτρων στις οποίες στηρίζονται οι εν λόγω προγνώσεις.
4. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό σε τακτικό λογιστικό έλεγχο ο οποίος διενεργείται από ανεξάρτητους φορείς, συμπεριλαμβανομένης της εκ των υστέρων αξιολόγησης των δικών τους προγνώσεων. Τα αποτελέσματα του εν λόγω λογιστικού ελέγχου δημοσιοποιούνται αμέσως και λαμβάνονται αντίστοιχα υπόψη στις μελλοντικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις.
Εκτός από αυτές τις υποχρεώσεις τους τα συμμετέχοντα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο λογιστικός έλεγχος των ίδιων τους των προγνώσεων πραγματοποιείται ανεξάρτητα, π.χ. από κάποιον ανεξάρτητο δημόσιο φορέα.Ο λογιστικός έλεγχος διενεργείται μία φορά ετησίως.Τα αποτελέσματα του εν λόγω ανεξάρτητου λογιστικού ελέγχου δημοσιοποιούνται.
4α.Τα επίπεδα χρέους και ελλείμματος των κρατών μελών και η πορεία τους δημοσιοποιείται από τη Eurostat τουλάχιστον ανά τρίμηνο.
4β.Αν επί τρία συναπτά έτη οι προγνώσεις της Επιτροπής παρέχουν σημαντικά ακριβέστερη εικόνα της τρέχουσας οικονομικής δραστηριότητας από ό,τι εκείνες των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, τα συγκεκριμένα κράτη μέλη πρέπει, με την επιφύλαξη σχετικής απόφασης του Συμβουλίου, να χρησιμοποιούν τις προγνώσεις της Επιτροπής ως βάση για τον δημοσιονομικό τους σχεδιασμό ή να χρησιμοποιούν τις προγνώσεις ανεξάρτητων εθνικών φορέων.
Το Συμβούλιο παρακολουθεί την κατάσταση και ακυρώνει οποιαδήποτε απόφαση βάσει του πρώτου εδαφίου, αν κρίνει ότι το κράτος μέλος υποβάλλει προγνώσεις που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV
Αποδοχή σε εθνικό επίπεδο – εθνικοίαριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες
Άρθρο 5
Τα κράτη μέλη διαθέτουν εθνικά δεσμευτικούς αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες που προωθούν αποτελεσματικά τη συμμόρφωση, εντός ενός πολυετούς πλαισίου, προς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους οι οποίες απορρέουν από τη ΣΛΕΕ στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των πρωτοκόλλων που επισυνάπτονται σε αυτήν. Οι εν λόγω κανόνες περιλαμβάνουν συγκεκριμένα:
(α) συμμόρφωση με τις αρχές για το έλλειμμα και το χρέος, οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ·
(β) την υιοθέτηση ενός ορίζοντα πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού, που συμπεριλαμβάνει την τήρηση των διαφοροποιημένων μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων.
Άρθρο 6
Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης, οι εθνικοί αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες για τα κράτη μέλη με παρέκκλιση περιέχουν διευκρινίσεις που αφορούν τα ακόλουθα στοιχεία:
(α) τον καθορισμό στόχου και πεδίου εφαρμογής των κανόνων·
(β) την αποτελεσματική και έγκαιρη παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες, παραδείγματος χάριν, από ανεξάρτητους φορείς, εθνικές υπηρεσίες ή οργανισμούς προϋπολογισμού που έχουν αρμοδιότητα στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής·
(γ) τις συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, στις οποίες περιλαμβάνεται το σαφές πολιτικό και δημοσιονομικό κόστος για τις αρχές που είναι υπεύθυνες για τη μη συμμόρφωση, όπως πρόστιμα για τις αρχές που εκτελούν τις εργασίες·
▌
Άρθρο 6α
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της ΣΛΕΕ σχετικά με το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης, οι εθνικοί αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη περιέχουν διευκρινίσεις που αφορούν τα ακόλουθα στοιχεία:
(α) τον καθορισμό στόχου και πεδίου εφαρμογής των κανόνων·
(β) την αποτελεσματική και έγκαιρη παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες από ανεξάρτητους φορείς ή οργανισμούς που έχουν αρμοδιότητα στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής·
(γ) τις συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, στις οποίες περιλαμβάνεται το σαφές πολιτικό και δημοσιονομικό κόστος για τις αρχές που είναι υπεύθυνες για τη μη συμμόρφωση, όπως πρόστιμα για τις αρχές που εκτελούν τις εργασίες·
Άρθρο 7
Ο ετήσιος νόμος περί προϋπολογισμού των κρατών μελών αντικατοπτρίζει τις περιορισμούς που επιβάλλονται από τους ισχύοντες εθνικούς αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια
Άρθρο 8
1. Τα κράτη μέλη διαμορφώνουν, κατόπιν έγκυρου ελέγχου, αποτελεσματικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει την υιοθέτηση δημοσιονομικού σχεδιασμού με χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον τεσσάρων ετών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εθνικός δημοσιονομικός σχεδιασμός εντάσσεται σε μια προοπτική πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού.
2. Τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια περιλαμβάνουν διαδικασίες προκειμένου να καθορίζονται τα ακόλουθα στοιχεία:
(α) συνολικοί και διαφανείς πολυετείς δημοσιονομικοί στόχοι ως προς το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, το δημόσιο χρέος, τις δαπάνες και οιονδήποτε άλλον συνοπτικό δημοσιονομικό δείκτη, οι οποίοι διασφαλίζουν τη συνέπειά τους με τους ισχύοντες δημοσιονομικούς κανόνες, όπως προβλέπονται στο κεφάλαιο IV,
(β) λεπτομερείς προβλέψεις για κάθε σημαντικό στοιχείο δαπανών και εσόδων, ανά υποτομέα της γενικής κυβέρνησης, για το δημοσιονομικό έτος και πέραν αυτού, σε βάση αμετάβλητης και μεταβληθείσας πολιτικής,
(γ) δήλωση των μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων της κυβέρνησης, με ανάλυση ανά σημαντικό στοιχείο δαπανών και εσόδων και ανά υποτομέα της γενικής κυβέρνησης, όπου καταδεικνύεται πώς θα επιτευχθεί η προσαρμογή προς τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, σε σύγκριση με τις προβλέψεις σε βάση αμετάβλητης και μεταβληθείσας πολιτικής·
(γα)γνώμη σχετικά με το πώς τα προτεινόμενα μέτρα θα επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.
3. Οι προβλέψεις που εγκρίνονται εντός των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών πλαισίων βασίζονται σε ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις, σύμφωνα με το κεφάλαιο III.
Άρθρο 9
Ο ετήσιος νόμος περί προϋπολογισμού συνάδει με τις διατάξεις που απορρέουν από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο. Ειδικότερα, οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών και οι προτεραιότητες που καθορίζονται στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2, αποτελούν τη βάση για την κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού. Κάθε απόκλιση από τις εν λόγω διατάξεις δικαιολογείται δεόντως.
Άρθρο 9α
Η παρούσα οδηγία δεν απαγορεύει σε καμία νεοεκλεγείσα κυβέρνηση να επικαιροποιεί το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο έτσι ώστε αυτό να αντανακλά τις νέες τις προτεραιότητες όσον αφορά τις πολιτικές, υπό την προϋπόθεση ότι:
(α) ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕγχΠ μειώνεται επαρκώς και προσεγγίζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό·
(β) η δημοσιονομική του κατάσταση βρίσκεται σε πορεία επίτευξης των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων που ορίστηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97.
Το κράτος μέλος επισημαίνει τις διαφορές που υπάρχουν σε σχέση με το προηγούμενο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Διαφάνεια των οικονομικών της γενικής κυβέρνησης και συνολικό πεδίο εφαρμογής των δημοσιονομικών πλαισίων
Άρθρο 10
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλα τα μέτρα που λαμβάνουν, προκειμένου να συμμορφωθούν με τα κεφάλαια II, III και IV, να εμφανίζουν συνέπεια μεταξύ όλων των υποτομέων της γενικής κυβέρνησης και να τους καλύπτουν συνολικά. Αυτό συνεπάγεται, ιδίως, συνέπεια των λογιστικών κανόνων και διαδικασιών, του χρονοδιαγράμματος δημοσίευσης των δεδομένων, και την ακεραιότητα των υποκείμενων συστημάτων συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων.
Άρθρο 11
Τα κράτη μέλη δημιουργούν κατάλληλους μηχανισμούς συντονισμού μεταξύ των υποτομέων της γενικής κυβέρνησης, ώστε να παρέχεται συνεκτική κάλυψη όλων των υποτομέων της γενικής κυβέρνησης στον δημοσιονομικό σχεδιασμό και στην κατάρτιση των δημοσιονομικών προγνώσεων, καθώς και στον καθορισμό του πολυετούς σχεδιασμού, όπως προβλέπεται ιδίως στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.
Άρθρο 12
1. Καθορίζονται αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι καλύπτουν όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης και ότι συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που ορίζονται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
2. Προκειμένου να προωθηθεί η δημοσιονομική λογοδοσία, καθορίζονται σαφώς οι δημοσιονομικές ευθύνες των δημοσίων αρχών στους διάφορους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης.
Άρθρο 13
1. Όλες οι πράξεις που αφορούν κονδύλια και φορείς εκτός προϋπολογισμού ενσωματώνονται στην τακτική δημοσιονομική διαδικασία. Αυτό συμπεριλαμβάνει την προσθήκη λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με τα εν λόγω κονδύλια και πράξεις στα συνήθη δημοσιονομικά έγγραφα που παρέχονται για σκοπούς δημοσιονομικού σχεδιασμού, ιδίως προκειμένου να συζητηθεί το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο και ο ετήσιος νόμος περί προϋπολογισμού.
2. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο των φορολογικών δαπανών στα έσοδα.
3. Για όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης, τα κράτη μέλη δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά μεστοιχεία του ενεργητικού και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις οι οποίες είναι πιθανό να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους προϋπολογισμούς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών εγγυήσεων, της συμμετοχής στο κεφάλαιο, του δημοσίου ενστερνισμού συμπεριλαμβανομένης της ακίνητης περιουσίας, των εξυπηρετούμενων και μη εξυπηρετούμενων δανείων, και των στοιχείων του ενεργητικούκαι των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη λειτουργία των δημόσιων επιχειρήσεων, όπως και για την έκτασή τους▐.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIα
Ειδικές διατάξεις για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη
Άρθρο 13α
1. Επιπλέον και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα συμμετέχοντα κράτη μέλη ενσωματώνουν στα δημοσιονομικά τους πλαίσια:
(α) μια ενοποιημένη προσέγγιση, δηλαδή μια προσέγγιση ως προς τον προϋπολογισμό που ξεκινάει από μια συμφωνία σχετικά με το συνολικό επίπεδο καθαρών δαπανών το οποίο χορηγείται με τη μορφή προϋπολογισμών δαπανών σε διάφορα υπουργεία ή κρατικούς οργανισμούς, πράξεις που αφορούν κονδύλια εκτός προϋπολογισμού, τοπικές ή περιφερειακές κυβερνήσεις και με αυτόν τον τρόπο στηρίζει την ενοποιημένη συμμόρφωση προς τα επίπεδα των καθαρών δαπανών·
(β) έναν ανεξάρτητο φορέα ή οργανισμό που να δραστηριοποιείται στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής καθήκον του οποίου είναι να παρέχει ανεξάρτητη παρακολούθηση, ανάλυση, εκτιμήσεις και προγνώσεις σε όλους τους τομείς της εσωτερικής δημοσιονομικής πολιτικής που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στη συμμόρφωση του κράτους μέλους της ζώνης του ευρώ με τις υποχρεώσεις του, οι οποίες απορρέουν από τα άρθρα 121 και 126 της ΣΛΕΕ και από τη νομοθεσία και τα μέτρα που έχουν εγκριθεί βάσει των εν λόγω άρθρων ή βάσει του άρθρου 136 ΣΛΕΕ.
2. Επίσης, εκτός από τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και με την επιφύλαξη αυτών, τα κράτη μέλη με παρέκκλιση μπορούν να ενσωματώσουν μέρος ή το σύνολο των παραπάνω χαρακτηριστικών στα δημοσιονομικά τους πλαίσια, σε εθελοντική βάση, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 2α.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
Τελικές διατάξεις
Άρθρο 14
1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2012. Τα συμμετέχοντα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας με τη θέσπιση ή την τροποποίηση σχετικής εθνικής νομοθεσίας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013. Όλα τα κράτη μέλη ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων και παρέχουν πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
1α. Προκειμένου να διασαφηνιστούν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των κρατών μελών σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ και τα Πρωτόκολλα, τα άρθρα 5,6,7 της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται στα κράτη μέλη που έχουν υιοθετήσει το ευρώ ή σκοπεύουν να το υιοθετήσουν όπως δηλώνεται με τη συμμετοχή τους στον ΜΣΙ ΙΙ. Άλλα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να δεσμευθούν από τις διατάξεις της ειδοποιώντας την Επιτροπή τρεις μήνες πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, ή, εν συνεχεία, με προειδοποίηση τριών μηνών.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 14α
Τρία έτη από την ημερομηνία μεταφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 14, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής των διατάξεων που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία.
Στην έκθεση αξιολογούνται, μεταξύ άλλων:
(α) η αποτελεσματικότητα της απαίτησης για δημοσιονομικά δεδομένα σε ταμειακή βάση για όλους τους επιμέρους κυβερνητικούς τομείς·
(β) η ακρίβεια των μακροοικονομικών προγνώσεων που βασίζονται σε εκ των υστέρων αξιολόγηση·
(γ) η σχεδίαση και η αποτελεσματικότητα των αριθμητικών δημοσιονομικών κανόνων·
(δ) η διάρθρωση και η αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών οργάνων·
(ε) το γενικό επίπεδο διαφάνειας των δημόσιων οικονομικών.
Άρθρο 15
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ
Κυρία Sharon Bowles
Πρόεδρο
Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Θέμα: Γνωμοδότηση σχετικά με τη νομική βάση της πρότασης οδηγίας του Συμβουλίου για τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (COM (2010)0523 τελικό - C7-0397/2010 - 2010/0277 (NLE))
Αξιότιμη κυρία Bowles,
Με επιστολή της 4ης Μαρτίου 2011, καλέσατε την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων να γνωμοδοτήσει, σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 2, του Κανονισμού, σχετικά με τη νομική βάση που είναι κατάλληλη για διάφορες προτάσεις νομοθετημάτων, επί των οποίων έχουν κατατεθεί τροπολογίες για την αλλαγή της νομικής βάσης στην επιτροπή σας, ως αρμόδιας επί της ουσίας, και/ή στην Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων.
Η επιτροπή εξέτασε το εν λόγω ζήτημα κατά τη συνεδρίασή της στις 12 Απριλίου 2011.
Η δέσμη μέτρων οικονομικής διακυβέρνησης ανταποκρίνεται στην ανάγκη στενότερου συντονισμού και επιτήρησης των οικονομικών πολιτικών στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Η δέσμη μέτρων αποτελείται από έξι νομοθετικές προτάσεις.
Οι προτάσεις αναλύονται χωριστά στο παράρτημα. Χάριν ευκολίας, εκτίθενται κατωτέρω τα συμπεράσματα της επιτροπής όσον αφορά την κατάλληλη για κάθε περίπτωση νομική βάση:
- Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών ((COM (2010) 527, 2010/0281 (COD)).
Αποκλειστικός στόχος της πρότασης κανονισμού είναι η διεύρυνση της διαδικασίας οικονομικής εποπτείας, όπως επιτρέπει το άρθρο 121, παράγραφος 6, της ΣΛΕΕ. Η εν λόγω νομική βάση φαίνεται επομένως κατάλληλη.
- Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (COM (2010)0523 τελικό, 2010/0277 (NLE))
Πρωταρχικός στόχος της πρότασης αυτής είναι η ενθάρρυνση της δημοσιονομικής υπευθυνότητας με τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για τα εθνικά πλαίσια και η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Φαίνεται, επομένως, κατάλληλη η νομική βάση που προτείνει η Επιτροπή, ήτοι το τρίτο εδάφιο του άρθρου 126, παράγραφος 14, ΣΛΕΕ.
- Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών ((COM (2010)0526, 2010/0280 (COD))
Η πρόταση αυτή επιδιώκει να επιτύχει το στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών. Φαίνεται, επομένως, ότι το άρθρο 121, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ είναι κατάλληλο ως νομική βάση της εν λόγω προτάσεως.
- Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (EΚ) Αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (COM (2010)0522 τελικό, 2010/0276 (CNS))
Δεδομένου ότι βασικό στόχο της προτάσεως αυτής αποτελεί η θέσπιση των ενδελεχών κανόνων που πρέπει να ακολουθούνται κατά την εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, μόνη κατάλληλη νομική βάση είναι το άρθρο 126, παράγραφος 14, ΣΛΕΕ.
- Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ (COM (2010)0524, 2010/0278(COD))
Κρίνεται ότι το άρθρο 121, παράγραφος 6, σε συνδυασμό με το άρθρο 136 ΣΛΕΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση.
- Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κατασταλτικά μέτρα για τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη (COM (2010)0525, 2010/0279 (COD))
Δεδομένου του σκοπού της πρότασης, ήτοι την ενίσχυση της αποτελεσματικής διόρθωσης των μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη, το άρθρο 121, παράγραφος 6, σε συνδυασμό με το άρθρο 136 ΣΛΕΕ συνιστά την κατάλληλη νομική βάση.
Κατά τη συνεδρίασή της στις 12 Απριλίου 2011 η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων ενέκρινε ομόφωνα τις ανωτέρω συστάσεις(1).
Με εξαιρετική εκτίμηση,
Klaus-Heiner Lehne
Συνημμένα
Παράρτημα
Θέμα: Νομική βάση της πρότασης οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (COM (2010) 523 τελικό, 2010/ 0277 (NLE))
Η δέσμη μέτρων οικονομικής διακυβέρνησης αποτελείται από έξι προτάσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση του συντονισμού και της εποπτείας των οικονομικών πολιτικών στην οικονομική και νομισματική ένωση (ΟΝΕ) στο πλαίσιο της στρατηγικής Ευρώπη 2020 και του ‘ευρωπαϊκού εξάμηνου’, ενός νέου κύκλου εποπτείας, ο οποίος θα συμπεριλάβει τις διαδικασίες βάσει του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) και των γενικών προσανατολισμών οικονομικής πολιτικής.
Δύο προτάσεις αφορούν τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και βασίζονται στο άρθρο 126, παράγραφος 14, ΣΛΕΕ. Τέσσερις προτάσεις αφορούν τη διαδικασία πολυμερούς εποπτείας και βασίζονται στο άρθρο 121, παράγραφος 6· δύο εξ αυτών βασίζονται στο άρθρο 121, παράγραφος 6, σε συνδυασμό με το άρθρο 136 ΣΛΕΕ.
Οι προτάσεις αυτές αποτελούν απάντηση στην αδυναμία του ισχύοντος συστήματος, όπως αυτή αναδείχθηκε από την παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση. Όπως τονίζει η Επιτροπή στην αιτιολογική της έκθεση, "υπάρχει γενική συμφωνία στο γεγονός ότι το πλαίσιο για την ΟΝΕ θα πρέπει να ενισχυθεί επειγόντως, ώστε να παγιωθεί η μακροοικονομική σταθερότητα και η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών, που αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για μια βιώσιμη αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης"(2).
Οι προτάσεις έπονται δύο ανακοινώσεων(3) της Επιτροπής και μίας συμφωνίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου 2010 σχετικά με την ανάγκη ενίσχυσης του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών. Η δέσμη μέτρων οικονομικής διακυβέρνησης κατατέθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2010.
Η πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών εξετάζεται επί του παρόντος από την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής με εισηγήτρια την Vicky Ford. Θα γνωμοδοτήσει η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (εισηγητής: David Casa). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης.
Η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων κατέθεσε τροπολογίες που αποσκοπούν στον επανακαθορισμό της νομικής βάσης από την αρχικώς προταθείσα ενιαία νομική βάση που ήταν το άρθρο 126, παράγραφος 14, τρίτο εδάφιο, σε μία διπλή νομική βάση την οποία συνιστούν το άρθρο 126, παράγραφος 14, τρίτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 121 ΣΛΕΕ.
Ζητήθηκε από τη Νομική Υπηρεσία να παράσχει νομικές συμβουλές σχετικά με τη νομική βάση της οδηγίας για το δημοσιονομικό πλαίσιο. Μετά την εξέταση της νομικής βάσης που υπέβαλε η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της πρότασης (διασφαλίζοντας ότι οι στόχοι του δημοσιονομικού συντονιστικού πλαισίου της ΟΝΕ αντανακλώνται στα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια), η Νομική Υπηρεσία συμπεραίνει ότι η νομική βάση φαίνεται να είναι, κατ' αρχήν, επαρκής(4).
Ιστορικό
Η αιτιολογική έκθεση περιγράφει συνοπτικά δράσεις που προβλέπονται στη νέα δέσμη προτάσεων της Επιτροπής:
(1) βελτίωση των διατάξεων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης με βάση την αποκτηθείσα πείρα, κυρίως κατά την περίοδο της κρίσης·
(3) συμπλήρωση των διατάξεών του με εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια.
Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, η πρόταση οδηγίας αποσκοπεί, ιδίως, στη διευκρίνιση των υποχρεώσεων των εθνικών αρχών να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 12 σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Ο στόχος αυτός τονίζεται και στο προοίμιο, στην αιτιολογική σκέψη 1, ενώ στην αιτιολογική σκέψη 12 υπογραμμίζεται ότι "οι ισχυροί εθνικοί κανόνες που συνάδουν με τους κοινοτικούς δημοσιονομικούς στόχους πρέπει να αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του ενισχυμένου πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας της ΕΕ".
Για τον λόγο αυτό, η πρόταση ορίζει διατάξεις για τη διαφάνεια και την παρακολούθηση των δημοσιονομικών στοιχείων (Άρθρο 3, Κεφάλαιο ΙΙ, Λογιστική και Στατιστικές), τον σχεδιασμό βάσει μεσοπρόθεσμων στόχων (Άρθρο 8, Κεφάλαιο V) και τη διαφάνεια των οικονομικών της γενικής κυβέρνησης (Άρθρα 10 έως 13, Κεφάλαιο VI).
Οι προτεινόμενες νομικές βάσεις
Οι νομικές βάσεις της πρότασης οδηγίας έχουν ως εξής:
Άρθρο 126, παράγραφος 14, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ
Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων της παρούσας παραγράφου, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προσδιορίζει τους λεπτομερείς κανόνες και ορισμούς για την εφαρμογή του εν λόγω Πρωτοκόλλου.
Άρθρο 121 ΣΛΕΕ
1. Τα κράτη μέλη θεωρούν τις οικονομικές τους πολιτικές θέμα κοινού ενδιαφέροντος και τις συντονίζουν στα πλαίσια του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 120.
2. Το Συμβούλιο, μετά από σύσταση της Επιτροπής, συντάσσει σχέδιο των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης και απευθύνει έκθεση με τα πορίσματά του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας με βάση την έκθεση αυτή του Συμβουλίου, συζητά τα συμπεράσματα για τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης. Με βάση τα συμπεράσματα αυτά, το Συμβούλιο, διατυπώνει σύσταση όπου εκτίθενται αυτοί οι γενικοί προσανατολισμοί. Το Συμβούλιο γνωστοποιεί τη σύστασή του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
3. Προκειμένου να εξασφαλισθεί στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών και συνεχής σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών, το Συμβούλιο, βάσει εκθέσεων που υποβάλλει η Επιτροπή, παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις σε κάθε κράτος μέλος και στην Ένωση, καθώς και τη συνέπεια των οικονομικών πολιτικών με τους γενικούς προσανατολισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και προβαίνει τακτικά σε συνολική αξιολόγηση.
Για τους σκοπούς αυτής της πολυμερούς εποπτείας, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα σημαντικά μέτρα που λαμβάνουν στον τομέα της οικονομικής τους πολιτικής και της διαβιβάζουν όποιες άλλες πληροφορίες κρίνουν αναγκαίες.
4. Όταν διαπιστώνεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας της παραγράφου 3, ότι η οικονομική πολιτική ενός κράτους μέλους αντιβαίνει προς τους γενικούς προσανατολισμούς της παραγράφου 2 ή ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την καλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει προειδοποίηση στο εν λόγω κράτος μέλος. Το Συμβούλιο, μετά από σύσταση της Επιτροπής, μπορεί να απευθύνει τις αναγκαίες συστάσεις προς το εν λόγω κράτος μέλος. Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να ανακοινώσει δημόσια τις συστάσεις του.
Στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, το Συμβούλιο αποφασίζει χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ψήφος του μέλους του Συμβουλίου που εκπροσωπεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
Η ειδική πλειοψηφία των λοιπών μελών του Συμβουλίου ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 238, παράγραφος 3, σημείο α).
5. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου και η Επιτροπή διαβιβάζουν έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα αποτελέσματα της πολυμερούς εποπτείας. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου μπορεί να κληθεί να εμφανισθεί ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εάν το Συμβούλιο έχει ανακοινώσει δημοσία τις συστάσεις του.
6. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας μέσω κανονισμών σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, μπορούν να θεσπίζουν λεπτομερείς κανόνες για τη διαδικασία πολυμερούς εποπτείας που αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4.
Η άποψη του Δικαστηρίου
Κατ' αρχήν, ένα μέτρο πρέπει να βασίζεται σε μια μόνο νομική βάση. Εάν από την εξέταση του στόχου και του περιεχομένου μίας ενωσιακής πράξεως προκύπτει ότι επιδιώκεται διπλός σκοπός ή ότι υπάρχει διπλή συνιστώσα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής περισσοτέρων της μίας βάσεων και εφόσον ο ένας από τους σκοπούς αυτούς μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύριος ή δεσπόζων, ενώ ο άλλος ως παρεπόμενος, η πράξη πρέπει να στηρίζεται σε μία και μόνο νομική βάση, ήτοι εκείνη που απαιτεί ο κύριος ή δεσπόζων σκοπός ή συνιστώσα.(5)
Μόνο εάν, κατ' εξαίρεση, διαπιστώνεται ότι το μέτρο επιδιώκει συγχρόνως μια σειρά στόχων ή έχει διάφορες συνιστώσες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, χωρίς η μία εξ αυτών να είναι δευτερεύουσα και έμμεση σε σχέση με την άλλη, θα πρέπει το μέτρο να στηριχθεί σε διάφορες αντίστοιχες νομικές βάσεις(6).
Ανάλυση των προταθεισών νομικών βάσεων
Το άρθρο 126 περιλαμβάνεται στον τίτλο VIII, κεφάλαιο 1 της ΣΛΕΕ. Η διάταξη ορίζει τις ενέργειες που πρέπει να λάβουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο κατά την εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ). Όπως ορίζεται στην εν λόγω διαδικασία, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρακολουθούν τα εθνικά ελλείμματα και εκδίδουν συστάσεις. Το άρθρο 126, παράγραφος 14 επιτρέπει στο Συμβούλιο να εισαγάγει συμπληρωματικά μέτρα στη ΔΥΕ. Σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της εν λόγω διάταξης, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προσδιορίζει τους λεπτομερείς κανόνες και ορισμούς για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου αριθ. 12.
Το άρθρο 121 ΣΛΕΕ επικεντρώνεται στον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών μεταξύ των κρατών μελών. Επιτρέπει στο Συμβούλιο να θέσει τις γενικές κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών και να θεσπίσει μία διαδικασία πολυμερούς εποπτείας βάσει των εκθέσεων της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 121, παράγραφος 4, εάν ένα κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με τη σύσταση του Συμβουλίου όπως ορίζεται στην παράγραφο 3, το εν λόγω μπορεί να απευθυνθεί προειδοποίηση στο οικείο κράτος μέλος. Η παράγραφος 6 επιτρέπει τη λήψη μέτρων κατά τη συνήθη νομοθετική διαδικασία με στόχο την εισαγωγή λεπτομερών διατάξεων για την εφαρμογή της διαδικασία πολυμερούς εποπτείας.
Ως εκ τούτου, το άρθρο 126, παράγραφος 14 επικεντρώνεται σαφώς στον προσδιορισμό των κανόνων για την εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος ενώ το άρθρο 121 καλύπτει ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής μέσω της φράσης "γενικοί προσανατολισμοί των οικονομικών πολιτικών".
Όπως έχει διαπιστωθεί, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι όταν οι δυνατές νομικές βάσεις για μια κοινοτική πράξη είναι περισσότερες από μια, ο γενικός κανόνας είναι ότι πρέπει να χρησιμοποιείται η βάση που ανταποκρίνεται στον καθοριστικό στόχο της πράξης, εκτός εάν, κατ' εξαίρεση, οι σκοποί της πράξης είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους χωρίς ο ένας εξ αυτών να είναι δευτερεύων σε σχέση με τον άλλον.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ζήτημα έγκειται στον προσδιορισμό του κατά πόσον η πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών ενέχει πολλαπλούς σκοπούς και εάν ναι, κατά πόσον οι σκοποί αυτοί μπορούν να θεωρηθούν άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους χωρίς ο ένας εξ αυτών να είναι δευτερεύων σε σχέση με τον άλλον, η οποία είναι και η μόνη περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η ύπαρξη πολλαπλής νομικής βάσης.
Η αιτιολογική έκθεση αναφέρει ότι η πρόταση οδηγίας αποσκοπεί, ιδίως, στη διευκρίνιση των υποχρεώσεων των εθνικών αρχών να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 12 σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στις Συνθήκες. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της πρότασης, "η οδηγία καθορίζει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα αναγκαία χαρακτηριστικά των δημοσιονομικών πλαισίων των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος".
Αυτό αποδεικνύει ότι ο μοναδικός στόχος που αναγνωρίζει η πρόταση είναι αφενός να ενθαρρυνθεί η δημοσιονομική ευθύνη ορίζοντας ελάχιστες απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια και, αφετέρου, να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Επομένως, η νομική βάση που πρότεινε η Επιτροπή, δηλαδή το άρθρο 126, παράγραφος 14 φαίνεται κατάλληλη.
Περαιτέρω ανάλυση των διατάξεων της πρότασης ενισχύει αυτό το συμπέρασμα. Το άρθρο 3 ορίζει κανόνες για τη διαφάνεια και την παρακολούθηση των δημοσιονομικών στοιχείων και τα άρθρα 4 και 8-9 ορίζουν κανόνες για το σχεδιασμό μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων· μπορεί να θεωρηθεί ότι όλες οι παραπάνω διατάξεις ορίζουν κανόνες για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου αριθ.12 σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.
Συμπεράσματα και σύσταση
Με βάση τα ανωτέρω, θα μπορούσε να συναχθεί ότι η κατάλληλη νομική βάση για την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών πρέπει να είναι μόνο το άρθρο 126, παράγραφος 14, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
Στην τελική ψηφοφορία ήσαν παρόντες οι εξής: Klaus-Heiner Lehne (πρόεδρος), Evelyn Regner (αντιπρόεδρος), Piotr Borys, Sergio Gaetano Cofferati, Christian Engström, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sajjad Karim, Kurt Lechner, Eva Lichtenberger, Antonio López-Istúriz White, Arlene McCarthy, Antonio Masip Hidalgo, Alajos Mészáros, Angelika Niebler, Bernhard Rapkay, Alexandra Thein, Diana Wallis, Rainer Wieland, Cecilia Wikström, Tadeusz Zwiefka
Ενίσχυση του συντονισμού της οικονομικής πολιτικής, της 12ης Μαΐου 2010· Ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών για τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και την απασχόληση – Εργαλεία για ισχυρότερη οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ, της 30ής Ιουνίου 2010.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2010 η Επιτροπή υπέβαλε νομοθετικό πακέτο με στόχο την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ και στην ευρωζώνη. Το πακέτο αποτελείται από έξι προτάσεις: τέσσερεις από αυτές αφορούν δημοσιονομικά θέματα, μεταξύ αυτών και την αναμόρφωση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) ενώ δύο νέοι κανονισμοί αποσκοπούν στην ανίχνευση και αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών που ανακύπτουν στην ΕΕ και στην ευρωζώνη.
Η Επιτροπή προτείνει δημοσιονομικές πολιτικές για την ενίσχυση της συμμόρφωσης των κρατών μελών προς το ΣΣΑ και την εμβάθυνση του συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών. Στο πλαίσιο του αποκαλούμενου προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ, τροποποιείται ο υπάρχων κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 για την «ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών» προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι τα κράτη μέλη ακολουθούν «συνετές» δημοσιονομικές πολιτικές σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας ώστε να δημιουργήσουν την απαραίτητη ασπίδα για τους δύσκολους καιρούς. Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο του αποκαλούμενου διορθωτικού σκέλους, προτείνονται τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ.1467/97 σχετικά με την «εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος» για να εξασφαλισθεί ότι η εξέλιξη του χρέους παρακολουθείται στενότερα και τοποθετείται σε ισότιμη βάση με την εξέλιξη του ελλείμματος.
Πέραν αυτών, προτείνεται οδηγία σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών για να ενθαρρυνθεί η δημοσιονομική ευθύνη ορίζοντας ελάχιστες απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια και εξασφαλίζοντας ότι αυτά είναι σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις Συνθήκες. Για να στηρίξει τις αλλαγές στο προληπτικό και το διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ, η Επιτροπή πρότεινε επίσης την ενίσχυση του μηχανισμού επιβολής για τα κράτη μέλη της ευρωζώνης.
Παρατηρήσεις
Το παρόν σχέδιο γνωμοδότησης αφορά την πρόταση οδηγίας της Επιτροπής σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών. Γενικά, ο συντάκτης γνωμοδότησης επιδοκιμάζει τις προτάσεις που υποβλήθηκαν για να υπάρξουν βελτιώσεις στα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια και για να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να λάβουν καλύτερες δημοσιονομικές αποφάσεις στο μέλλον. Συγκεκριμένα, απαιτούνται προτάσεις για τη βελτίωση της στατιστικής αναφοράς των δημοσιονομικών δεδομένων για να μην επαναληφθεί άλλη φορά η πρόσφατη εμπειρία σε ορισμένα κράτη μέλη. Ομοίως, προτάσεις για ανεξάρτητες δημοσιονομικές υπηρεσίες, εθνικούς δημοσιονομικούς κανόνες και υποχρεωτική κατάρτιση του προϋπολογισμού σε πολυετή βάση πρέπει να συμβάλλουν σε μεγαλύτερη δημοσιονομική σταθερότητα.
Παρά ταύτα, ο συντάκτης γνωμοδότησης φρονεί πως χρειάζονται ορισμένες διευκρινίσεις και τροποποιήσεις και για το λόγο αυτό προτείνει τροπολογίες για να αντιμετωπισθούν οι ακόλουθες κύριες πτυχές:
- Ο γενικός σκοπός της πρότασης αυτής πρέπει να συνδεθεί με σαφή τρόπο με τους κυρίαρχους στόχους της ΕΕ, και συγκεκριμένα με τις απαιτήσεις του άρθρου 9 της ΣΛΕΕ που αφορά την προώθηση υψηλούς επιπέδου απασχόλησης, την εγγύηση επαρκούς κοινωνικής προστασίας και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού. Εξίσου σημαντικό είναι οι κανόνες που υποβάλλονται για την εξασφάλιση βελτιώσεων στα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια να ορισθούν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξάμηνου για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής.
- Οι απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια πρέπει να εξασφαλίζουν όχι μόνο ότι ο δημοσιονομικός προγραμματισμός των κρατών μελών βασίζεται σε ρεαλιστικές προγνώσεις, αλλά και ότι θα δίδεται η δέουσα προσοχή στη βιωσιμότητα των αντίστοιχων συστημάτων τους κοινωνικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των καθεστώτων συνταξιοδότησης και συστημάτων περίθαλψης.
- Οι απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια πρέπει επίσης να σχεδιαστούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ενθαρρύνονται τα κράτη μέλη και να τους επιτρέπεται περιθώριο ελιγμού για δημόσιες επενδύσεις προσανατολισμένες προς την ανάπτυξη, όπως στην εκπαίδευση και κατάρτιση, συμβάλλοντας τοιουτοτρόπως στην επίτευξη των στόχων της ΕΕ για ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας.
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
Η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:
Τροπολογία 1
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 1
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
(1) Είναι αναγκαίο να αξιοποιηθεί η πείρα που έχει αποκτηθεί κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Οι πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις έχουν θέσει την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ολόκληρη την Ένωση αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις και έχουν καταστήσει ιδιαίτερα εμφανή την ανάγκη για ενιαίες απαιτήσεις όσον αφορά τους κανόνες και τις διαδικασίες που διαμορφώνουν τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί τι πρέπει να πράττουν οι εθνικές αρχές προκειμένου να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου (αριθ. 12) σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στις Συνθήκες, και ιδίως με το άρθρο 3.
(1) Είναι αναγκαίο να αξιοποιηθεί η πείρα που έχει αποκτηθεί κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Οι πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις έχουν θέσει την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ολόκληρη την Ένωση αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις και έχουν καταστήσει ιδιαίτερα εμφανή την ανάγκη για ενιαίες απαιτήσεις όσον αφορά τους κανόνες και τις διαδικασίες που διαμορφώνουν τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί τι πρέπει να πράττουν οι εθνικές αρχές προκειμένου να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου (αριθ. 12) σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στις Συνθήκες, και ιδίως με το άρθρο 3 ΣΛΕΕ, και με τη δέσμευσή τους να εφαρμόζουν τις στρατηγικές και τους στόχους πολιτικής που εγκρίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Τροπολογία 2
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 1 α (νέα)
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
(1α) Η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει ότι κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δραστηριοτήτων της, η Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη απαιτήσεις που συνδέονται με την προώθηση υψηλού επιπέδου απασχόλησης, την εγγύηση επαρκούς κοινωνικής προστασίας και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού.
Τροπολογία 3
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 1 β (νέα)
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
(1β) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης Ιουνίου 2010 ενέκρινε μια νέα στρατηγική για την απασχόληση και την ανάπτυξη, την στρατηγική Ευρώπη 2020, που θα επιτρέψει στην ΕΕ να εξέλθει ισχυρότερη από την κρίση και να στρέψει την οικονομία της προς μια έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, συνοδευόμενη από υψηλό επίπεδο απασχόλησης, παραγωγικότητας και κοινωνικής συνοχής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε επίσης να ξεκινήσει την 1η Ιανουαρίου 2011 το Ευρωπαϊκό εξάμηνο συντονισμού της πολιτικής για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να επωφεληθούν από τον έγκαιρο συντονισμό σε επίπεδο Ένωσης και για να συμβάλουν στην αύξηση της εποπτείας και την ταυτόχρονη αξιολόγηση τόσο των δημοσιονομικών μέτρων όσο και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που στηρίζουν την ανάπτυξη και την απασχόληση.
Τροπολογία 4
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 13
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
(13) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν φιλοκυκλικές δημοσιονομικές πολιτικές, οι δε προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης θα πρέπει να είναι εντονότερες σε ευνοϊκές περιόδους. Ορθά καθορισμένοι αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες συντελούν στην επίτευξη αυτών των στόχων.
(13) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν φιλοκυκλικές δημοσιονομικές πολιτικές, οι δε προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης θα πρέπει να είναι εντονότερες σε ευνοϊκές περιόδους. Οι προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης πρέπει επίσης να αφήνουν περιθώριο ελιγμών, και συγκεκριμένα για δημόσιες επενδύσεις που θα συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης όσον αφορά την ανάπτυξη και τις θέσεις εργασίας. Ορθά καθορισμένοι αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες συντελούν στην επίτευξη αυτών των στόχων.
Τροπολογία 5
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 15 α (νέα)
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
(15α) Η ανάγκη δημιουργίας στενότερου δεσμού ανάμεσα στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, τους μακροοικονομικούς μηχανισμούς, τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές και τα Εθνικά Μεταρρυθμιστικά Προγράμματα, με την εξασφάλιση συνοχής στην υποβολή τους, επιτάσσει αυξημένη συγκρισιμότητα των εθνικών προϋπολογισμών σε ό, τι αφορά τις δαπάνες των διαφόρων κατηγοριών μέσω ενός προτύπου που θα επεξεργαστεί η Επιτροπή.
Τροπολογία 6
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 1
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
Η παρούσα οδηγία καθορίζει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα αναγκαία χαρακτηριστικά των δημοσιονομικών πλαισίων των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.
Η παρούσα οδηγία καθορίζει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα αναγκαία χαρακτηριστικά των δημοσιονομικών πλαισίων των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζονταιη συγκρισιμότητα των εθνικών προϋπολογισμών και η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, καθώς και η ουσιαστική παρακολούθηση της προσπάθειας των κρατών μελών να επιτύχουν τους δικούς τους στόχους πολιτικής·
Τροπολογία 7
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – παράγραφος 3 – στοιχείο στ
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
(στ) ρυθμίσεις ανάλυσης, για να ενισχυθεί η διαφάνεια των στοιχείων της διαδικασίας του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της ανάθεσης εντολής σε ανεξάρτητες εθνικές υπηρεσίες ή οργανισμούς προϋπολογισμού που έχουν αρμοδιότητα στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής·
(στ) ρυθμίσεις ανάλυσης, για να ενισχυθεί η διαφάνεια και η συγκρισιμότητα των στοιχείων της σύνθεσης και της διαδικασίας του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της ανάθεσης εντολής σε ανεξάρτητες εθνικές υπηρεσίες ή οργανισμούς προϋπολογισμού που έχουν αρμοδιότητα στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής·
Τροπολογία 8
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο δημοσιονομικός σχεδιασμός να βασίζεται σε ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις, χρησιμοποιώντας τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες. Ο δημοσιονομικός σχεδιασμός βασίζεται στο πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό σενάριο ή σε επιφυλακτικότερο σενάριο, όπου επισημαίνονται λεπτομερώς οι αποκλίσεις από το πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό σενάριο. Οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις καταρτίζονται λαμβανομένων, ενδεχομένως, υπόψη των προγνώσεων της Επιτροπής. Επεξηγούνται οι διαφορές μεταξύ του μακροοικονομικού δημοσιονομικού σεναρίου που επελέγη και των προγνώσεων της Επιτροπής.
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο δημοσιονομικός σχεδιασμός να βασίζεται σε ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις, χρησιμοποιώντας τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη βιωσιμότητα των συστημάτων τους κοινωνικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των καθεστώτων συνταξιοδότησης και συστημάτων περίθαλψης. Ο δημοσιονομικός σχεδιασμός βασίζεται στο πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό σενάριο ή σε επιφυλακτικότερο σενάριο, όπου επισημαίνονται λεπτομερώς οι αποκλίσεις από το πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό σενάριο. Οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις καταρτίζονται λαμβανομένων, ενδεχομένως, υπόψη των προγνώσεων της Επιτροπής. Επεξηγούνται οι διαφορές μεταξύ του μακροοικονομικού δημοσιονομικού σεναρίου που επελέγη και των προγνώσεων της Επιτροπής.
Τροπολογία 9
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – στοιχείο β
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
(β) την υιοθέτηση ενός ορίζοντα πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού, που συμπεριλαμβάνει την τήρηση των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων.
(β) την υιοθέτηση ενός ορίζοντα πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού, που συμπεριλαμβάνει την τήρηση των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων, ενώ λαμβάνεται παράλληλα υπόψη το άρθρο 9 ΣΛΕΕ, και συγκεκριμένα σ' ό, τι αφορά την προώθηση υψηλού επιπέδου απασχόλησης, τη διασφάλιση επαρκούς κοινωνικής προστασίας και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς και την τήρηση των στόχων της Ένωσης όσον αφορά την ανάπτυξη και τις θέσεις εργασίας.
Τροπολογία10
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος -1 (νέα)
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
-1. Η Επιτροπή επεξεργάζεται πρότυπο που εξασφαλίζει τη συγκρισιμότητα των εθνικών προϋπολογισμών σε ό, τι αφορά τις δαπάνες των διαφόρων κατηγοριών.
Τροπολογία 11
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
1. Τα κράτη μέλη διαμορφώνουν αποτελεσματικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει την υιοθέτηση δημοσιονομικού σχεδιασμού με χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον τριών ετών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εθνικός δημοσιονομικός σχεδιασμός εντάσσεται σε μια προοπτική πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού.
1. Λαμβάνοντας υπόψη το πρότυπο της Επιτροπής, τα κράτη μέλη διαμορφώνουν αποτελεσματικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει την υιοθέτηση δημοσιονομικού σχεδιασμού με χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον τριών ετών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εθνικός δημοσιονομικός σχεδιασμός εντάσσεται σε μια προοπτική πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού.
Τροπολογία12
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 - παράγραφος 2 - στοιχείο γ
Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή
Τροπολογία
(γ) δήλωση των μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων της κυβέρνησης, με ανάλυση ανά σημαντικό στοιχείο δαπανών και εσόδων και ανά υποτομέα της γενικής κυβέρνησης, όπου καταδεικνύεται πώς θα επιτευχθεί η προσαρμογή προς τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, σε σύγκριση με τις προβλέψεις σε βάση αμετάβλητης πολιτικής.
(γ) δήλωση των μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων της κυβέρνησης, με ανάλυση ανά σημαντικό στοιχείο δαπανών και εσόδων και ανά υποτομέα της γενικής κυβέρνησης, όπου καταδεικνύεται πώς θα επιτευχθεί η προσαρμογή προς τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, σε σύγκριση με τις προβλέψεις σε βάση αμετάβλητης πολιτικής και πώς θα υλοποιηθούν οι στόχοι πολιτικής που έχει ορίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Ημερομηνία έγκρισης
16.3.2011
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας
+:
–:
0:
41
4
1
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Regina Bastos, Edit Bauer, Jean-Luc Bennahmias, Pervenche Berès, Mara Bizzotto, Philippe Boulland, Frédéric Daerden, David Casa, Alejandro Cercas, Nadja Hirsch, Stephen Hughes, Sergio Gaetano Cofferati, Marije Cornelissen, Tadeusz Cymański, Karima Delli, Proinsias De Rossa, Frank Engel, Sari Essayah, Richard Falbr, Ilda Figueiredo, Thomas Händel, Marian Harkin, Roger Helmer, Liisa Jaakonsaari, Danuta Jazłowiecka, Martin Kastler, Ádám Kósa, Patrick Le Hyaric, Veronica Lope Fontagné, Olle Ludvigsson, Elizabeth Lynne, Thomas Mann, Elisabeth Morin-Chartier, Csaba Őry, Siiri Oviir, Rovana Plumb, Κωνσταντίνος Πουπάκης, Συλβάνα Ράπτη, Licia Ronzulli, Elisabeth Schroedter, Joanna Katarzyna Skrzydlewska, Jutta Steinruck, Traian Ungureanu
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Georges Bach, Raffaele Baldassarre, Sven Giegold, Gesine Meissner, Αντιγόνη Παπαδοπούλου, Evelyn Regner
Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Liam Aylward, Fiona Hall, Jacek Włosowicz
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Ημερομηνία έγκρισης
19.4.2011
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας
+:
–:
0:
29
14
0
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Burkhard Balz, Godfrey Bloom, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Νικόλαος Χουντής, George Sabin Cutaş, Leonardo Domenici, Derk Jan Eppink, Diogo Feio, Markus Ferber, Elisa Ferreira, Vicky Ford, Ildikó Gáll-Pelcz, Jean-Paul Gauzès, Sven Giegold, Sylvie Goulard, Liem Hoang Ngoc, Gunnar Hökmark, Wolf Klinz, Jürgen Klute, Philippe Lamberts, Hans-Peter Martin, Ivari Padar, Rolandas Paksas, Alfredo Pallone, Antolín Sánchez Presedo, Olle Schmidt, Edward Scicluna, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Ivo Strejček, Kay Swinburne, Marianne Thyssen, Ramon Tremosa i Balcells, Corien Wortmann-Kool, Слави Бинев
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Marta Andreasen, Elena Băsescu, Saïd El Khadraoui, Carl Haglund, Krišjānis Kariņš, Olle Ludvigsson, Claudio Morganti, Andreas Schwab