– έχοντας υπόψη το άρθρο 165 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο «Το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων το 2009» (COM(2010)0595),
– έχοντας υπόψη τη σύμβαση σχετικά με το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων(1),
– έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με τις προτάσεις για την ανάπτυξη του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων(2),
– έχοντας υπόψη τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 723/2004, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του Κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών(3),
– έχοντας υπόψη τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, που τέθηκε σε ισχύ την 3η Μαΐου 2008 και επικυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 23 Δεκεμβρίου 2010, και ειδικότερα το άρθρο 24(4),
– έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ευρωπαϊκών Σχολείων που παρουσιάστηκε στο Ανώτατο Συμβούλιο κατά τη συνεδρίασή του στις 12, 13 και 14 Απριλίου 2011 στις Βρυξέλλες(5),
– έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7-0293/2011),
Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 165 της ΣΛΕΕ υπογραμμίζει πως η ΕΕ συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών, και, εάν αυτό είναι αναγκαίο, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενο ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το εκπαιδευτικό περιεχόμενο και την οργάνωση των συστημάτων παιδείας καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική ποικιλομορφία τους·
Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι στο προοίμιο της Σύμβασης του 1994 σχετικά με το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων(6) δηλώνεται ότι το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων αποτελεί «sui generis» σύστημα και ότι με το σύστημα αυτό πραγματοποιείται μια μορφή συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των κρατών μελών και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενώ ταυτόχρονα τα κράτη μέλη έχουν την πλήρη ευθύνη για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού τους συστήματος, καθώς και για την πολιτιστική και γλωσσική τους διαφοροποίηση·
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 1 της Σύμβασης επιτρέπει σε άλλα παιδιά να φοιτούν στα σχολεία, στα πλαίσια των ορίων που έχουν καθοριστεί από το Ανώτατο Συμβούλιο το οποίο, σύμφωνα με το σημείο II.7 του Κεφαλαίου XII της Συλλογής Αποφάσεων του Ανωτάτου Συμβουλίου, μπορεί να χορηγήσει καθεστώς κατηγορίας Ι και σε «προσωπικό οποιασδήποτε κοινοτικής οργανώσεως που δημιουργείται από πράξη των Θεσμικών Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στο προσωπικό στην υπηρεσία άλλων οργανώσεων που αναγνωρίζονται από το Ανώτατο Συμβούλιο»·
Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία (ΕΣ) επιτρέπουν στους μαθητές να επιβεβαιώσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα και να αποκτήσουν γνώσεις τουλάχιστον δύο γλωσσών σε υψηλό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της μητρικής τους γλώσσας, τις οποίες ενθαρρύνονται να μάθουν από εξαιρετικά μικρή ηλικία, προβάλλοντας τη σημασία της πολυπολιτισμικότητας και καλλιεργώντας την αλληλοκατανόηση και τον αλληλοσεβασμό,
Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ΕΣ δεν μπορούν να ενταχθούν στην ίδια κατηγορία με τα διεθνή σχολεία με την έννοια ότι δεν αποτελούν επιλογή των γονέων αλλά ανταποκρίνονται στις ανάγκες για διδασκαλία των παιδιών στη μητρική τους γλώσσα και ανάπτυξη της ευρωπαϊκής διάστασης στην εκπαίδευση·
ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τρόπος λειτουργίας των ΕΣ, ο οποίος στηρίζεται από της ιδρύσεώς τους σε μία διακυβερνητική σύμβαση, χρειάζεται να βελτιωθεί, και πρέπει το σύστημα να αποκτήσει νομική βάση η οποία να επιτρέπει την απλοπούστευσή του και την αύξηση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητάς του,
Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεταρρύθμιση του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων εγκρίθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο τον Απρίλιο 2009,
Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πεντηκονταετής και πλέον λειτουργία των Ευρωπαϊκών Σχολείων έχει δείξει ότι το σύστημα και το εκπαιδευτικό μοντέλο τους είναι μοναδικά και ελκυστικά· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας από τους στόχους της μεταρρύθμισης είναι να ανοίξουν και σε άλλους μαθητές της Ένωσης το συγκεκριμένο σύστημα και το ευρωπαϊκό απολυτήριο, δεδομένου ότι οι στόχοι της μεταρρύθμισης δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς ριζική αλλαγή του νομικού καθεστώτος επί του οποίου βασίζεται το όλο σύστημα·
Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή στην έκθεσή της για το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων το 2009(7) επεσήμανε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιδεινώνονται συστημικά προβλήματα, όπως η έλλειψη αποσπασμένων εκπαιδευτικών και οι καθυστερήσεις ή η μη πρόβλεψη επαρκούς υποδομής στους τόπους εγκατάστασης σχολείων, γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα της εκπαίδευσης, στην πολιτική εγγραφών, στην ποιότητα της ζωής των μαθητών, των γονέων και των δασκάλων, και στις δημοσιονομικές πτυχές της λειτουργίας των σχολείων·
Ι. λαμβάνοντας υπόψη ότι στα σχολεία των Βρυξελλών και του Λουξεμβούργου παρατηρείται έλλειψη κτιρίων και υποδομής, που βλάπτει την ποιότητα της εκπαίδευσης και δεν επιτρέπει την εγγραφή άλλων παιδιών πέρα από τα παιδιά των υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η παροχή εκπαίδευσης της ίδιας ποιότητας σε όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από τη μητρική τους γλώσσα, τον τόπο όπου βρίσκεται το σχολείο ή την κατηγορία,
ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεταρρύθμιση των Ευρωπαϊκών Σχολείων, το 2009, είχε ως κύριο στόχο να ανοίξει τα σχολεία σε ένα ευρύτερο και πιο διαφοροποιημένο κοινό, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος,
ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το εκπαιδευτικό μοντέλο στο οποίο βασίζονται τα ΕΣ θα πρέπει να προωθηθεί στα κράτη μέλη, δεδομένου ότι παρέχει προστιθέμενη αξία, και να καταστεί αναπόσπαστο μέρος των εκπαιδευτικών τους συστημάτων,
ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι δύσκολο να ενταχθούν στο ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα –που είναι προσανατολισμένο αποκλειστικά στις εξετάσεις για την απόκτηση ευρωπαϊκού απολυτηρίου- μαθητές προερχόμενοι από διαφορετικούς πολιτιστικούς και γλωσσικούς χώρους, που μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές ικανότητες και κλίσεις, και ότι ως εκ τούτου απαιτείται να προβλέπεται κατάλληλη παιδαγωγική υποστήριξη για τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (SEN),
ΙΔ. αναγνωρίζοντας συνεπώς την ανάγκη να καθιερωθεί ένα πιστοποιητικό περάτωσης σπουδών εκτός του απολυτηρίου, για τους μαθητές που προσανατολίζονται στην επαγγελματική κατάρτιση,
ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο ψήφισμά του της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί μεταξύ άλλων τη θέσπιση δοκιμαστικού σχεδίου για ένα κέντρο για παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες· λαμβάνοντας υπόψη ότι στον προϋπολογισμό του 2008 είχε εγγραφεί ποσό 200.000 ευρώ για τον συγκεκριμένο σκοπό, και ότι τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν τελικά για τη χρηματοδότηση μελέτης σχετικά με την πολιτική και την πρακτική σε σχέση με τις SEN στα Ευρωπαϊκά Σχολεία·
ΙΣΤ. υπενθυμίζοντας ότι η Σύμβαση σχετικά με το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων αναφέρει στο άρθρο 4 πως, για την προώθηση της προσέγγισης και της αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των μαθητών των διάφορων γλωσσικών τμημάτων και τη βελτίωση των γλωσσικών ικανοτήτων των μαθητών, προβλέπεται η διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων σε οποιαδήποτε κοινοτική γλώσσα σε τάξεις του ίδιου επιπέδου, εφόσον οι συνθήκες το επιτρέπουν·
ΙΖ. υπενθυμίζοντας ότι, σύμφωνα με το άρθρο 25 της Σύμβασης σχετικά με το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, τα ΕΣ χρηματοδοτούνται ουσιαστικά με συνεισφορές των κρατών μελών υπό μορφή απόσπασης καθηγητών, οι οποίες το 2010 κάλυψαν το 21% του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Σχολείων, και από εξισορροπητική εισφορά της ΕΕ για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του συνολικού ποσού των δαπανών των σχολείων και των συνολικών εσόδων τους από άλλες πηγές, η οποία το 2010 κάλυψε περίπου το 58% του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Σχολείων· λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι τα ΕΣ εξαρτώνται, μέσω του Ανώτατου Συμβουλίου τους, από ένα διακυβερνητικό εκτελεστικό όργανο,
ΙΗ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στο άρθρο 25 προβλέπεται πως ο προϋπολογισμός των ΕΣ μπορεί να περιλαμβάνει οικονομική εισφορά η οποία αποφασίζεται με ομοφωνία από το Ανώτατο Συμβούλιο·
ΙΘ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η οικονομική κρίση έχει επιπτώσεις στη χρηματοδότηση των Ευρωπαϊκών Σχολείων και ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει για τον λόγο αυτό μεταρρυθμίσεις με στόχο τον εξορθολογισμό του κόστους των ΕΣ· λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι τούτο δεν θα έπρεπε ωστόσο να έχει επίπτωση στην εκπαίδευση των μαθητών με μαθησιακά προβλήματα και ειδικές ανάγκες ή στη διδασκαλία στη μητρική γλώσσα, ούτε να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της διδασκαλίας γλωσσών άλλων από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά·
Κ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά τις δύο τελευταίες διευρύνσεις της ΕΕ, ο αριθμός των μαθητών χωρίς γλωσσικό τμήμα (SWALS) αυξάνεται διαρκώς, και ότι οι μαθητές αυτοί δεν θα πρέπει να τίθενται σε μειονεκτική θέση, κατ’ οιονδήποτε τρόπο, λόγω του γεγονότος ότι δεν υφίσταται σχετικό γλωσσικό τμήμα·
ΚΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η αύξηση του αριθμού των μαθητών των Ευρωπαϊκών Σχολείων αποτελεί άμεση απόρροια της πολιτικής προσλήψεων που ακολούθησαν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μετά το 2004, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόσληψη ατόμων ηλικίας κάτω των 30 ετών· οι ηλικιακά νέοι αυτοί υπάλληλοι δημιούργησαν στο μεταξύ οικογένειες και έγγραψαν τα παιδιά τους στα Ευρωπαϊκά Σχολεία·
ΚΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι SWALS επωφελούνται από ενισχυτική διδασκαλία στη γλώσσα του γλωσσικού τμήματος στο οποίο εντάσσονται, προκειμένου να είναι σε θέση να παρακολουθούν τα μαθήματα, καθώς και από διδασκαλία της μητρικής τους γλώσσας, δεδομένου ότι χρειάζονται τουλάχιστον λίγες ώρες την εβδομάδα για να διατηρούν την επαφή με τη μητρική τους γλώσσα και τον πολιτισμό τους·
ΚΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2004 καθιερώθηκε ειδική εισφορά επί του μισθού των υπαλλήλων, που προορίζεται μεταξύ άλλων για τα τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, με δεδηλωμένο σκοπό την κάλυψη του κόστους της κοινωνικής πολιτικής, της βελτίωσης των εργασιακών συνθηκών, και των Ευρωπαϊκών Σχολείων·
Γενικές παρατηρήσεις
1. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία θεωρούνται συχνά αδίκως ελιτίστικα σχολεία, πολυτέλεια και όχι ανάγκη, ενώ η αποστολή τους είναι στην πραγματικότητα να παρέχουν εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα σε μαθητές των οποίων οι γονείς μπορεί να αναγκαστούν να αλλάξουν τόπο υπηρεσίας ή να επανενταχθούν στη χώρα καταγωγής τους, καθώς και να αναπτύξουν την ευρωπαϊκή διάσταση στην παιδεία·
2. υπενθυμίζει ότι το ειδικό αυτό εκπαιδευτικό σύστημα επιτρέπει στους μαθητές να κάνουν όλα τα μαθήματα (ειδικότερα τα μαθήματα θετικών επιστημών) στη μητρική τους γλώσσα με καταρτισμένους καθηγητές, ή, στην περίπτωση των SWALS, με την αναγκαία ενισχυτική διδασκαλία και παράλληλα με μαθήματα για τη διατήρηση της μητρικής τους γλώσσας·
Οργάνωση και εξάπλωση του συστήματος του ευρωπαϊκού απολυτηρίου
3. εκτιμά ότι το ειδικό αυτό εκπαιδευτικό σύστημα παρέχει τη δυνατότητα στους μαθητές να μελετούν όλα τα μαθήματα σε ένα πολυπολιτισμικό και πολυγλωσσικό περιβάλλον, με ειδικευμένους καθηγητές, διατηρώντας ταυτοχρόνως την μητρική τους γλώσσα·
4. θεωρεί ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, που αποτελούν εξαίρετο εκπαιδευτικό υπόδειγμα και βασίζοντα σε μια δοκιμασμένη και αποδεδειγμένης αξίας προσέγγιση της διδασκαλίας, θα πρέπει να καταστούν παράδειγμα μιας από τις καλύτερες δυνατές μορφές σχολικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη, βασισμένης στη διάδοση του πολιτισμού, των αξιών και των γλωσσών της Ευρώπης, η δε ενσωμάτωση ορισμένων στοιχείων του μοντέλου αυτού, όπως η έμφαση στη γλωσσομάθεια, στα εθνικά και τα περιφερειακά εκπαιδευτικά συστήματα θα συμβάλει στην επαγγελματική κινητικότητα και θα βοηθήσει στην προώθηση της πολυγλωσσίας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης·
5. θεωρεί ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία διαδραματίζουν πολύτιμο ρόλο στις κοινωνίες τους·
6. θεωρεί ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία θα πρέπει επίσης να προωθούν την πολιπολιτισμικότητα και την πολυγλωσσία, και να αποτελούν πρότυπα για την προστασία και την προώθηση των γλωσσών μικρότερης διεθνούς χρήσης· πιστεύει ότι αν είναι μικρός ο αριθμός των μαθητών που χρειάζονται εκπαίδευση σε μια συγκεκριμένη γλώσσα, τούτο δεν θα πρέπει να οδηγεί στη διακοπή της εκπαίδευσης στη συγκεκριμένη γλώσσα, δεδομένου ότι η παιδεία στη μητρική γλώσσα αποτελεί την ιδρυτική αρχή των Ευρωπαϊκών Σχολείων·
7. εφιστά την προσοχή στην ανάγκη να καταστεί το πρόγραμμα σπουδών των Ευρωπαϊκών Σχολείων περισσότερο συμβατό με τα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης, προκειμένου να διευκολυνθεί η άμεση επανένταξη των μαθητών που επιστρέφουν στις χώρες προέλευσής τους·
8. θεωρεί ότι οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που καλούνται να δεχτούν τα Ευρωπαϊκά Σχολεία πρέπει να συνοδεύονται από πραγματική ενίσχυση της διαχειριστικής τους αυτονομίας –για παράδειγμα να τους επιτρέπεται να βρίσκουν άλλους χρηματοδοτικούς πόρους– και αύξηση των μέσων για την άσκηση της αυτονομίας αυτής, σύμφωνα με τους στόχους που τέθηκαν κατά τη μεταρρύθμιση του 2009· θεωρεί, επίσης, ότι η οργανωτική μεταρρύθμιση που θα πραγματοποιηθεί δεν θα πρέπει να έχει αρνητικό αντίκτυπο στις ιδρυτικές αρχές των Ευρωπαϊκών Σχολείων·
9. πιστεύει ότι η παροχή μεγαλύτερης δημοσιονομικής αυτονομίας σε καθένα από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία μπορεί να προσφέρει ένα αποτελεσματικό μέσο για την καλύτερη διαχείριση των πόρων που τους διατίθενται· τονίζει ότι τούτο πρέπει να εφαρμοστεί μόνο εφόσον προηγηθεί αξιολόγηση από πλευράς Επιτροπής, ώστε να διασφαλιστεί ότι η αύξηση της αυτονομίας θα λειτουργήσει προς όφελος των σχολείων·
10. τονίζει ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία βρίσκονται επί του παρόντος σε νομικό κενό, που εκδηλώνεται με την ασαφή νομική και δικαιοδοτική υπόσταση των πράξεων που εκδίδονται από τα όργανα των σχολείων, τις ανεπαρκείς δυνατότητες προσβολής των πράξεων αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, και την αδυναμία προσφυγής στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή·
11. θεωρεί ότι το ισχύον διακυβερνητικό νομικό καθεστώς των ευρωπαϊκών σχολείων έχει φτάσει στα όριά του και χρειάζεται ριζική αλλαγή· η αλλαγή αυτή πρέπει να είναι τέτοιας φύσης ώστε να επιτρέπει στη Ένωση, με τη δράση της να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών, χωρίς να παραγκωνίζει την αρμοδιότητά τους, καθώς και να εκδίδει νομικά δεσμευτικές πράξεις για το σκοπό αυτό κατά την έννοια των άρθρων 2 και 6 της ΣΛΕΕ·
12. εμμένει στην ανάγκη να αποκτήσουν τα Ευρωπαϊκά Σχολεία κατάλληλη νομική βάση, στο πεδίο αρμοδιότητας της ΕΕ, και ελπίζει ότι η Γενική Διεύθυνση Παιδείας και Πολιτισμού της Επιτροπής, από κοινού με την Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας του Κοινοβουλίου –αρμόδια, σύμφωνα με το παράρτημα VII του Κανονισμού του, για την προώθηση του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων– να μπορέσει να συμμετάσχει σε όλες τις συζητήσεις για το θέμα αυτό, καθώς και σε όλες τις συζητήσεις σχετικά με το μέλλον των Ευρωπαϊκών Σχολείων·
13. θεωρεί ότι τα ευρωπαϊκά σχολεία θα πρέπει να τεθούν υπό την αιγίδα της Ένωσης· θεωρεί ότι μια ικανοποιητική νομική βάση για το θέμα αυτό θα μπορούσε να είναι το άρθρο 165 της ΣΛΕΕ το οποίο αναφέρει: «Η Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία» και στη συνέχεια προσδιορίζει τους στόχους της δράσης της Ένωσης που αντιστοιχούν στους στόχους των ευρωπαϊκών σχολείων.
14. καλεί το Ανώτατο Συμβούλιο να προβλέπει νωρίτερα τις ανάγκες για υποδομή και να λαμβάνει μέτρα που να επιτρέπουν την ικανοποίηση της πραγματικής ζήτησης για ευρωπαϊκή εκπαίδευση· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη σχολείων τύπου ΙΙ και ΙΙΙ·
15. ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και τις περιφερειακές κυβερνήσεις που διαθέτουν νομοθετικές εξουσίες στον τομέα της εκπαίδευσης να προωθήσουν την ιδέα των Ευρωπαϊκών Σχολείων στην επικράτειά τους με τη διοργάνωση εκστρατειών ενημέρωσης για την ευρωπαϊκή εκπαίδευση, την προώθηση του ευρωπαϊκού απολυτηρίου και τη δημιουργία πιλοτικών ιδρυμάτων, όπως προβλέφτηκε κατά τη μεταρρύθμιση του 2009, με σκοπό το άνοιγμα του συστήματος ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση στις ευρωπαϊκές σπουδές και να προωθηθεί το ευρωπαϊκό απολυτήριο σε όλα τα κράτη μέλη·
16. ζητεί από τα κράτη μέλη να συνεργάζονται κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών τους, αξιοποιώντας την εκπαιδευτική πείρα των Ευρωπαϊκών Σχολείων, ώστε να προωθηθεί η προσέγγιση των εθνικών συστημάτων και του συστήματος του Ευρωπαϊκού Σχολείου· επισημαίνει τον ιδιαίτερο ρόλο των προγραμμάτων σπουδών στους τομείς των γλωσσών, της ιστορίας και της γεωγραφίας, όσον αφορά την προώθηση μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας· επαναλαμβάνει το αίτημά του προς τα κράτη μέλη να προωθήσουν την ένταξη -σε κάποιο από τα μαθήματα του απολυτηρίου ή άλλου ισότιμου τίτλου- ειδικής διδακτικής ενότητας σχετικά με το ιστορικό, τους στόχους και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμικών της οργάνων, πράγμα το οποίο θα διευκολύνει την προσέγγιση των νέων στην διαδικασία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης·
17. ζητεί από τα κράτη μέλη να επιδιώξουν έναν συλλογικό προβληματισμό σχετικά με τον καλύτερο τρόπο να επιτευχθεί ο στόχος για άνοιγμα του συστήματος·
18. συνιστά στα κράτη μέλη να προωθήσουν στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού τους συστήματος ορισμένες ιδέες δανεισμένες από το σύστημα των ΕΣ προκειμένου να ενθαρρύνουν ήδη από την πιο νεαρή ηλικία την αντίληψη της ευρωπαϊκής ιθαγένειας·
19. ζητεί από Κεντρική Αρχή Εγγραφών να καταρτίσει κατάσταση ανταλλαγών για όλους τους γονείς που δεν εξασφάλισαν θέση για τα παιδιά τους στο σχολείο της επιλογής τους, ώστε τα παιδιά αυτά να μπορούν να μετεγγραφούν στο σχολείο που επιθυμούν μέσω ανταλλαγής με άλλο μαθητή·
20. επισημαίνει ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 της Σύμβασης με την οποία ορίζεται το Καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, οι μαθητές που διαθέτουν ευρωπαϊκό απολυτήριο μπορούν να υποβάλουν αίτηση εγγραφής σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο της ΕΕ, με τα ίδια δικαιώματα όπως οι πολίτες του αντίστοιχου κράτους που διαθέτουν ισοδύναμα προσόντα, και προτρέπει τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για τη συμμόρφωση προς τις σχετικές διατάξεις, προκειμένου το ευρωπαϊκό απολυτήριο να αναγνωρίζεται σε όλα τα κράτη μέλη και να αποφεύγονται οποιεσδήποτε διακρίσεις μεταξύ των μαθητών των Ευρωπαϊκών Σχολείων και εκείνων που διαθέτουν ισοδύναμα προσόντα σε εθνικό επίπεδο·
21. ζητεί από τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε όλα τους τα πανεπιστήμια και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να εφαρμόζουν για την αναγνώριση της εκπαίδευσης των μαθητών από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία τις ίδιες απαιτήσεις που εφαρμόζουν και για τους μαθητές από τα εθνικά τους σχολεία, και να τους παρέχουν τα ίδια μόρια για την εκπαίδευσή τους, έτσι ώστε να έχουν ίσες ευκαιρίες και πιθανότητες όταν υποβάλλουν αιτήσεις για εγγραφή σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα·
22. παροτρύνει τα κράτη μέλη και τις περιφερειακές κυβερνήσεις με νομοθετικές εξουσίες στον τομέα της παιδείας να διαμορφώσουν κατάλληλα ένα μέρος μέρος του συστήματος δημόσιας εκπαίδευσής τους έτσι ώστε να μπορούν να χορηγούν ευρωπαϊκό απολυτήριο στους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης·
23. παροτρύνει το Ανώτατο Συμβούλιο να δραστηριοποιηθεί περισσότερο για την ανάπτυξη των Ευρωπαϊκών Σχολείων, ακολουθώντας τα παραδείγματα των εκπαιδευτικών συστημάτων που ανέδειξαν ως καλύτερα του κόσμου οι μελέτες PISA, και ενθαρρύνει την αδελφοποίηση των Ευρωπαϊκών Σχολείων με εθνικά σχολεία ως μέσο για την προώθηση των ανταλλαγών μαθητών και καθηγητών ώστε να γίνει γνωστό το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων στα κράτη μέλη, κατά τα πρότυπα του προγράμματος Comenius·
Δημοσιονομικές πτυχές
24. επισημαίνει ότι τα έσοδα παραμένουν στάσιμα ή σημειώνουν πτωτική τάση, κυρίως σε σχέση με τις εγγραφές από συμβεβλημένους οργανισμούς ή οικογένειες εκτός των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, οι οποίες δεν γίνονται πλέον δεκτές ελλείψει θέσεων, και προτρέπει για την αναζήτηση νέων λύσεων, δεδομένου ότι υπάρχουν νέοι οικονομικοί πόροι στο πλαίσιο της κινητικότητας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα και άλλων διεθνών θεσμικών οργάνων·
25. επισημαίνει την ανάγκη για εξορθολογισμό του διοικητικού κόστους των Ευρωπαϊκών Σχολείων, αλλά υπογραμμίζει ότι οι απόπειρες περιορισμού των δαπανών δεν πρέπει να αμφισβητούν τις θεμελιώδεις αρχές στις οποίες βασίζεται η ιδέα των ΕΣ, όπως η διδασκαλία στη μητρική γλώσσα από φυσικούς ομιλητές, να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στα βασικά μαθήματα, όπως οι φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά, και να αποβαίνουν εις βάρος της ποιότητας της διδασκαλίας· υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να εξασφαλίζονται ισότιμες συνθήκες εκπαίδευσης για τα παιδιά από όλες τις γλωσσικές κοινότητες των Ευρωπαϊκών Σχολείων·
26. ζητεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση να καθορίσει τη συμμετοχή της στον προϋπολογισμό κατά τρόπο ώστε να τηρούνται οι αρχές αυτές και να υπάρχει κατάλληλη πρόβλεψη για μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (SEN) ή άλλα μαθησιακά προβλήματα που απαιτούν ειδική υποστήριξη, και να υποβάλλει λεπτομερή ανάλυση των κονδυλίων που διατίθενται για μαθητές με SEN, προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη χρήση των σχετικών κονδυλίων· καλεί την Επιτροπή, πριν αποφασίσει οποιεσδήποτε δημοσιονομικές αλλαγές να εκπονήσει, σε συνεργασία με τα Ευρωπαϊκά Σχολεία και τους συλλόγους γονέων/καθηγητών, αξιολόγηση επιπτώσεων των επιμέρους δυνατοτήτων εξορθολογισμού του συστήματος, στην οποία να εξετάζονται και οι εκπαιδευτικές πτυχές·
27. εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να τηρήσει βραχυπρόθεσμα τις δεσμεύσεις της, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την επικρατούσα συγκυρία δημοσιονομικής λιτότητας, τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και σε επίπεδο κρατών μελών· επισημαίνει ότι το σχέδιο προϋπολογισμού του 2012 προβλέπει αύξηση κατά 1,7% για τη χρηματοδότηση των Ευρωπαϊκών Σχολείων, σε μια εποχή όπου η δημοσιονομική στενότητα υποχρέωσε την Επιτροπή να προτείνει πάγωμα των διοικητικών δαπανών της και αύξηση κατά 1,3% για τις διοικητικές δαπάνες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων γενικότερα· δεσμεύεται να εξετάσει προσεκτικά τις πιστώσεις που έχουν εγγραφεί στις σχετικές θέσεις του προϋπολογισμού, προκειμένου να καλυφθούν όλες οι δημοσιονομικές ανάγκες·
28. υπογραμμίζει ότι η συμμετοχή της Ένωσης στα Ευρωπαϊκά Σχολεία είναι δυσανάλογα μικρή σε σύγκριση με την οικονομική συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της·
29. επισημαίνει ότι οι προτεινόμενες περικοπές του προυπολογισμού των Ευρωπαϊκών Σχολείων αποτελούν σοβαρή απειλή στην ποιότητα της εκπαίδευσης και τη σωστή λειτουργία τους, και αντιτίθεται ως εκ τούτου σε οιεσδήποτε περικοπές στον προϋπολογισμό·
30. θεωρεί ότι πολλά από τα συστημικά προβλήματα οφείλονται σε μη εκπλήρωση υποχρεώσεων των κρατών μελών· επισημαίνει ότι δεν υπάρχει καμιά νομική εγγύηση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των κρατών μελών βάσει της Σύμβασης·
31. διαπιστώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη αποδεσμεύονται ολοένα και περισσότερο από τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την απόσπαση καθηγητών, επικαλούμενα κυρίως τη διαφορά ανάμεσα στο ποσοστό μαθητών της εθνικότητάς τους και στη συνεισφορά που τους ζητείται να πραγματοποιήσουν στον προϋπολογισμό των Σχολείων·
32. επισημαίνει ότι η μέθοδος επιμερισμού του κόστους πρέπει να συμβάλλει και στην προώθηση ενός δικαιότερου συστήματος όσον αφορά την καταβολή των διδάκτρων που χρεώνονται σε γονείς οι οποίοι δεν εργάζονται στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ή σε επιχειρήσεις που έχουν συμβληθεί τα Ευρωπαϊκά Σχολεία·
33. ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει την καθιέρωση συστήματος πινάκων προσλήψεων για την κάλυψη των θέσεων που δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν με αποσπασμένους καθηγητές και εκείνων που πρέπει να καλυφθούν με τοπικό προσωπικό, και τούτο προκειμένου να εξασφαλίζονται αφενός η κάλυψη των αναγκών σε καθηγητές και αφετέρου η ποιότητα και η συνέχεια της διδασκαλίας·
34. παροτρύνει για τη δημιουργία νέων γλωσσικών τμημάτων, όταν επιτυγχάνεται το ποσοστό μαθητών, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα οι SWALS να παρακολουθούν διδασκαλία στη μητρική τους γλώσσα και να αποφεύγεται οποιαδήποτε διάκριση σε σχέση με τους μαθητές άλλων γλωσσικών τμημάτων, και παράλληλα να μειώνονται τα έξοδα που συνδέονται με το ειδικό καθεστώς των SWALS·
35. επισημαίνει με ανησυχία ότι η έλλειψη αποσπασμένων καθηγητών πρέπει να αντισταθμίζεται με προσλήψεις τοπικών υπαλλήλων, οι αποδοχές των οποίων καταβάλλονται από τα ΕΣ·ζητεί από το Ανώτατο Συμβούλιο να μεριμνήσει ώστε τα κράτη μέλη που δεν συμβάλλουν οικονομικά με την απόσπαση καθηγητών να καταβάλλουν ισοδύναμη οικονομική εισφορά στον προϋπολογισμό των σχολείων·
36. θεωρεί ότι το ισχύον σύστημα χρηματοδότησης επιβάλλει δυσανάλογη επιβάρυνση όσον αφορά τις αποσπάσεις και την παροχή υποδομής σε ορισμένα κράτη μέλη, και ζητεί από το Ανώτατο Συμβούλιο να αναθεωρήσει τον τρόπο χρηματοδότησης των ΕΣ και το σύστημα πρόσληψης καθηγητών·
37. επιβεβαιώνει ότι τα ευρωπαϊκά σχολεία πρέπει να χρηματοδοτούνται επαρκώς και με συνέπεια, ώστε να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της Σύμβασης και του Κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, και να διασφαλίζονται η ποιότητα της διδασκαλίας και ισότιμες και ισοδύναμες συνθήκες διδασκαλίας για τα παιδιά όλων των γλωσσικών κοινοτήτων των Ευρωπαϊκών Σχολείων· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, την πρόσφατη αναφορά που υπέγραψαν οι σύλλογοι γονέων και καθηγητών των Ευρωπαϊκών Σχολείων των Βρυξελλών, όπου τονίζονται οι σοβαρές απειλές που συνεπάγονται οι προτεινόμενες περικοπές για την ποιότητα της εκπαίδευσης και την εύρυθμη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Σχολείων και, συνεπώς, αντιτίθεται σε οποιεσδήποτε περικοπές του προϋπολογισμού·
38. ζητεί από την Επιτροπή να θεσπίσει διατάξεις για τον προσδιορισμό του ποσοστού της ειδικής εισφοράς για τα Ευρωπαϊκά Σχολεία·
39. υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό σε μακροπρόθεσμη προοπτική να καταστεί διαφανέστερη η χρηματοδοτική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να καταβληθεί μεγαλύτερη προσπάθεια για τη διασφάλιση του ανοικτού χαρακτήρα και της ποικιλομορφίας στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, παράλληλα δε να καθιερωθεί βιώσιμο σύστημα χρηματοδότησης· καλεί, στο πλαίσιο αυτό, την Επιτροπή να αναφέρει για ποιους σκοπούς έχει χρησιμοποιηθεί η ειδική εισφορά· ζητεί από την Επιτροπή να το ενημερώσει σχετικά με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης του 2009 καθώς και τις χρηματοδοτικές ανάγκες για τα προσεχή έτη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την πολιτική ακινήτων·
Παιδαγωγικές πτυχές
40. επιθυμεί, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης σχετικά με το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, με το οποίο επιδιώκεται η προσέγγιση μεταξύ των μαθητών των διαφόρων γλωσσικών τμημάτων μέσω της διδασκαλίας ορισμένων μαθημάτων σε μικτές τάξεις του ίδιου επιπέδου, να γενικευτεί η χρησιμοποίηση των κύριων γλωσσών στη διδασκαλία όλων των μη βασικών μαθημάτων, χωρίς τούτο να αποβεί εις βάρος των μαθητών που η μητρική τους γλώσσα δεν συγκαταλέγεται στις κύριες γλώσσες·
41. πιστεύει ακράδαντα στην εγγενή αξία της διδασκαλίας ορισμένων μαθημάτων σε «λιγότερο χρησιμοποιούμενες» εθνικές γλώσσες που ομιλούνται από μικρό αριθμό πολιτών της ΕΕ·
42. υπογραμμίζει την ανάγκη για εξωτερική αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών των Ευρωπαϊκών Σχολείων, χωρίς πρόσθετο κόστος για τα Σχολεία, και τη σημασία της ολοκλήρωσης των πραγματοποιούμενων μεταρρυθμίσεων όσον αφορά το ευρωπαϊκό απολυτήριο·
43. ζητεί να εφαρμόζονται κριτήρια αριστείας για την πρόσληψη τοπικού προσωπικού, να εξασφαλίζονται η ποιότητα της διδασκαλίας, η κατάρτιση και η αναπλήρωση σε περίπτωση απουσίας, και να διασφαλιστεί από το Ανώτατο Συμβούλιο η αξιολόγηση των επαγγελματικών ικανοτήτων του προσωπικού αυτού από επιθεωρητές·
44. θεωρεί ότι θα πρέπει να προβλέπονται ειδικά προγράμματα κατάρτισης και επαγγελματικά εργαστήρια για τους καθηγητές που προέρχονται από τα διάφορα εθνικά συστήματα, τα οποία να τους προετοιμάζουν -σύμφωνα με κοινά πρότυπα και κριτήρια- για να ενταχθούν στο σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων·
45. επιβεβαιώνει ότι η ένταξη μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (SEN) παραμένει προτεραιότητα, και ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία οφείλουν να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους όσον αφορά την εκπαίδευση των μαθητών με ειδικές ανάγκες· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, από το Ανώτατο Συμβούλιο να μεριμνήσει ώστε να εφαρμόζονται συντελεστές στη συγκεκριμένη κατηγορία μαθητών κατά τον υπολογισμό του μεγέθους των τάξεων, και να εξασφαλίζεται η πλήρης ενσωμάτωση των μαθητών αυτών·
46. ζητεί από το Ανώτατο Συμβούλιο των ΕΣ να εφαρμόσει τις συστάσεις σχετικά με τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (SEN), που υποβλήθηκαν σε συνέχεια της έρευνας που διεξήγαγε το 2009 ομάδα Σουηδών ειδικών, και να καταρτίσει σχέδιο δράσης για τους μαθητές SEN·
47. τονίζει την ανάγκη να αναπτυχθεί ένα σύστημα που να λειτουργεί σωστά, το οποίο θα βοηθάει τους μαθητές με αναπηρίες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενσωμάτωσής τους στα Ευρωπαϊκά Σχολεία (π.χ. βοήθεια από ειδικούς καθηγητές), προκειμένου να εξασφαλίζεται η κινητικότητα των γονέων·τους·
48. επισημαίνει ότι το επίσημο ποσοστό σχολικής αποτυχίας 2,7% που ανακοίνωσε το Ανώτατο Συμβούλιο δεν αντανακλά τις μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των σχολικών αποτελεσμάτων στα διάφορα Ευρωπαϊκά Σχολεία, ενώ εδώ και πολλά χρόνια παρατηρείται αφύσικα υψηλό ποσοστό αποτυχίας στο γαλλόφωνο τμήμα· ζητεί από το Ανώτατο Συμβούλιο να εξετάσει τα εκπαιδευτικά και τα οικονομικά αίτια και τις συνέπειες της δυσλειτουργίας αυτής, του ποσοστού αποτυχίας γενικότερα και των διαρκώς υψηλών ποσοστών μαθητών που επαναλαμβάνουν τάξη·
49. επαναλαμβάνει το αίτημά του προς το Ανώτατο Συμβούλιο να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις για τους μαθητές που εγκαταλείπουν την προετοιμασία για το ευρωπαϊκό απολυτήριο και να εξετάσει την καθιέρωση πιστοποιητικού περάτωσης σπουδών άλλου από το ευρωπαϊκό απολυτήριο, για τους μαθητές που προσανατολίζονται στην επαγγελματική κατάρτιση· υποστηρίζει ότι οιοδήποτε νέο πιστοποιητικό θα πρέπει να υπόκειται σε αξιολόγηση αντίκτυπου, ενώ θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι προσθέτει αξία στα ήδη υφιστάμενα πλαίσια προσόντων·
50. υπογραμμίζει εκ νέου ότι η παροχή βοήθειας στους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες πρέπει να παραμείνει στόχος προτεραιότητας, κυρίως διότι σήμερα τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν προσφέρουν την δυνατότητα παρά μόνον ενός τύπου τίτλου σπουδών και πρέπει κατά συνέπεια να εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή πλαισίωση, προκειμένου να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η σχολική αποτυχία, και να μην κινδυνεύουν να καταλήξουν σε αδιέξοδο οι μαθητές που δεν έχουν πρόσβαση, για λόγους γλωσσικούς ή άλλους, σε εναλλακτικές κατευθύνσεις στην εθνική εκπαίδευση της χώρας υποδοχής·
o
o o
51. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στα κράτη μέλη και στο Ανώτατο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
Το πρώτο Ευρωπαϊκό Σχολείο δημιουργήθηκε στο Λουξεμβούργο τον Οκτώβριο του 1953 με την παρότρυνση μιας ομάδας υπαλλήλων. Αυτή η εκπαιδευτική εμπειρία, που συγκέντρωνε παιδιά με διαφορετικές μητρικές γλώσσες, κρίθηκε γρήγορα θετική και έτσι, με την πάροδο του χρόνου, ιδρύθηκαν 14 Ευρωπαϊκά Σχολεία σε διάφορες πόλεις, τα οποία, σύμφωνα με την ισχύουσα ονοματολογία, αντιστοιχούν στην κατηγορία των λεγόμενων σχολείων «τύπου Ι».
Το 2010 τα σχολεία αριθμούσαν 22.778 μαθητές, εκ των οποίων οι 14.292 ανήκαν στα σχολεία των Βρυξελλών και του Λουξεμβούργου, ήτοι το 63% περίπου του δυναμικού των σχολείων. Μεταξύ 2007 και 2010 ο σχολικός πληθυσμός αυξήθηκε κατά 8,35%. Για το 2012 προβλέπεται η έναρξη λειτουργίας δύο νέων σχολείων, στις Βρυξέλλες και στο Λουξεμβούργο.
Οι μαθητές κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες. Οι μαθητές κατηγορίας Ι είναι κατά κύριο λόγο τα παιδιά των μόνιμων υπαλλήλων και των συμβασιούχων υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων. Το ποσοστό τους αυξάνεται διαρκώς και αντιπροσωπεύουν σήμερα σχεδόν τα τρία τέταρτα του σχολικού πληθυσμού. Το ποσοστό τους υπερβαίνει το 90% στα 4 σχολεία των Βρυξελλών, όπου οι ανεπαρκείς υποδομές επιβάλλουν μια πολιτική περιορισμού των εγγραφών για τους μαθητές κατηγορίας ΙΙ (μαθητές που γίνονται δεκτοί βάσει των προϋποθέσεων που προβλέπονται στις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των σχολείων και ορισμένων οργανισμών και επιχειρήσεων) και κατηγορίας ΙΙΙ (μαθητές των οποίων οι γονείς υπόκεινται στην καταβολή σχολικής εισφοράς). Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς χώρου, το Ανώτατο Συμβούλιο αποφάσισε να μην υπογράψει άλλες συμβάσεις κατηγορίας ΙΙ για τα σχολεία των Βρυξελλών.
2. Παιδαγωγικές πτυχές
Η παιδαγωγική οργάνωση των Ευρωπαϊκών Σχολείων προβλέπει η βασική διδασκαλία να πραγματοποιείται στη μητρική γλώσσα του μαθητή. Κατά συνέπεια, κάθε σχολείο περιλαμβάνει πολλά γλωσσικά τμήματα. Η κατανομή των μαθημάτων και το περιεχόμενό τους είναι ίδια σε κάθε τμήμα.
Όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις δημιουργίας νέου γλωσσικού τμήματος, οι μαθητές χωρίς γλωσσικό τμήμα (SWALS) εγγράφονται σε ένα άλλο γλωσσικό τμήμα και επωφελούνται ταυτόχρονα από διδασκαλία στη μητρική τους γλώσσα και από ένα ειδικό πρόγραμμα αναβάθμισης των δεξιοτήτων στη γλώσσα του τμήματος στο οποίο είναι εγγεγραμμένοι.
Για την ενθάρρυνση μιας πραγματικής πολυπολιτισμικής εκπαίδευσης, αποδίδεται έμφαση στη μελέτη, στην κατανόηση και στη χρήση ξένων γλωσσών. Η μελέτη μιας πρώτης ξένης γλώσσας, που ονομάζεται επίσης «κύρια» γλώσσα (EN, DE ή FR) είναι υποχρεωτική από την πρώτη τάξη δημοτικού. Όλοι οι μαθητές μαθαίνουν μια δεύτερη ξένη γλώσσα από τη δευτέρα γυμνασίου. Τα μαθήματα γλώσσας συγκεντρώνουν ομάδες μαθητών διαφορετικών εθνικοτήτων και διδάσκονται από καθηγητές που είναι φυσικοί ομιλητές της εκάστοτε γλώσσας. Αυτή η γλωσσική πολυμορφία συναντάται στα μαθήματα της καλλιτεχνικής παιδείας, της μουσικής παιδείας και της φυσικής αγωγής, που αποτελούνται πάντα από ομάδες διαφορετικών τμημάτων.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της διδασκαλίας: στο δημοτικό, στις εβδομαδιαίες «ευρωπαϊκές ώρες», συγκεντρώνονται παιδιά από όλα τα τμήματα για παιχνίδι και πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία προσφέρουν μόνο μία κατεύθυνση, που οδηγεί στην απόκτηση «ευρωπαϊκού απολυτηρίου». Καθώς δεν είναι δυνατόν οι μαθητές που αντιμετωπίζουν σχολικές δυσκολίες να αλλάξουν κατεύθυνση, το σύστημα προβλέπει ένα συμπλήρωμα για τους μαθητές με ειδικές παιδαγωγικές ανάγκες (SEN), ούτως ώστε να μπορεί να αποκτά το δίπλωμα αυτό ο μέγιστος δυνατός αριθμός μαθητών. Το έτος 2009-2010 το μέσο ποσοστό επανάληψης τάξης μεταξύ των μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανήλθε στο 2,7%(1).
3. Δημοσιονομικές πτυχές και πολιτική στελέχωσης
Όπως υπενθυμίζεται στο προοίμιο της σύμβασης σχετικά με το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων(2), το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων αποτελεί «sui generis» σύστημα, βασισμένο στη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το άρθρο 25 της σύμβασης προβλέπει ότι ο προϋπολογισμός των σχολείων χρηματοδοτείται από: (1) τις συνεισφορές των κρατών μελών μέσω της συνεχούς καταβολής των μισθών για τους αποσπασμένους ή τοποθετημένους καθηγητές και, ενδεχομένως, με τη μορφή χρηματοδοτικής συμμετοχής που αποφασίζεται, με ομοφωνία, από το Ανώτατο Συμβούλιο
(2) τη συνεισφορά των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία αποσκοπεί στην κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του συνολικού ποσού δαπανών των σχολείων και του συνόλου των λοιπών εσόδων,
(3) τις συνεισφορές των μη κοινοτικών οργανισμών με τους οποίους το Ανώτατο Συμβούλιο έχει συνάψει συμφωνία.
Όσον αφορά τις συνεισφορές των κρατών μελών, αποδεικνύεται ότι το 2010 ο αριθμός μη καλυπτόμενων από τα κράτη μέλη θέσεων αποσπασμένων εκπαιδευτικών ανήλθε σε 64, εκ των οποίων οι 27 θέσεις ήταν αγγλόφωνες. Τα αγγλικά είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα που μαθαίνουν σχεδόν όλοι οι μαθητές και στο αγγλικό τμήμα (και το γαλλικό τμήμα) κυρίως εγγράφονται επίσης οι μαθητές χωρίς γλωσσικό τμήμα (SWALS)(3). Στην κατάσταση αυτή οφείλεται η ανισορροπία μεταξύ του ποσοστού βρετανών μαθητών και του ποσοστού ομοεθνών αποσπασμένων καθηγητών. Το γεγονός αυτό οδήγησε το Ανώτατο Συμβούλιο να υιοθετήσει το 2008 στο Ελσίνκι κάποιες γενικές αρχές για τον καθορισμό μιας δίκαιης κατανομής των εξόδων μεταξύ των κρατών μελών βάσει του ποσοστού ημεδαπών μαθητών τους (βλ. σημείο 4).
Υιοθετήθηκε μια προσέγγιση βάσει της οποίας επιτρέπεται στα κράτη μέλη που το επιθυμούν να προβαίνουν στην απόσπαση εκπαιδευτικών προκειμένου να διασφαλίζεται η διδασκαλία μιας δεδομένης γλώσσας από μη φυσικούς ομιλητές. Δύο χρόνια μετά, διαπιστώνουμε ότι λίγα κράτη μέλη είναι διατεθειμένα να αναλάβουν θέσεις που απαιτούν τη διδασκαλία σε μια αποκαλούμενη «κύρια» γλώσσα.
Ο μοναδικός τρόπος επίλυσης του προβλήματος της έλλειψης εκπαιδευτικών είναι, επομένως, η προσφυγή σε αναπληρωτές, δηλαδή καθηγητές που προσλαμβάνονται επιτόπου και χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό των σχολείων. Το ένα τρίτο των ωρών διδασκαλίας στα Ευρωπαϊκά Σχολεία διδάσκονται πλέον από αναπληρωτές, γεγονός που επιβαρύνει λογικά τη συνεισφορά της Ένωσης στον προϋπολογισμό των σχολείων.
Έτσι, ενώ διαπιστώνουμε εξέλιξη των αντίστοιχων εισφορών των διαφόρων παραγόντων του συστήματος στους προϋπολογισμούς των σχολείων από το 2005, παρατηρούμε πτώση του τμήματος που αντιπροσωπεύουν οι συνεισφορές των κρατών μελών, αύξηση του τμήματος που αντιπροσωπεύει η συνεισφορά της Επιτροπής και πτώση του τμήματος που αντιπροσωπεύουν οι συνεισφορές των μαθητών κατηγορίας ΙΙΙ(4).
4. Μεταρρύθμιση του 2009 και άνοιγμα του συστήματος
Σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που διατύπωσε κυρίως τις απόψεις του στο ψήφισμά του τού 2005 σχετικά με τα Ευρωπαϊκά Σχολεία(5), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άρχισε να σκέφτεται, από το 2004, τον καλύτερο τρόπο μεταρρύθμισης του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων προκειμένου να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της διεύρυνσης της Ένωσης. Η μεταρρύθμιση αυτή θα έπρεπε να αποτελεί επίσης μια ευκαιρία διεύρυνσης της πρόσβασης στις ευρωπαϊκές σπουδές. Στην πραγματικότητα, όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του τού 2005, έχει αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού παιδαγωγικού προτύπου και είναι σκόπιμο να είναι προσιτό και σε άλλους μαθητές πέραν των μαθητών των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
Το Ανώτατο Συμβούλιο ενέκρινε τον Μάιο του 2009 τις αρχές της εν λόγω μεταρρύθμισης που βασίζεται ουσιαστικά σε τρεις άξονες:
·απλούστευση της συνολικής διακυβέρνησης του συστήματος προκειμένου οι αποφάσεις να λαμβάνονται στο κατάλληλο επίπεδο·
·μέριμνα ώστε τα έξοδα λειτουργίας του συστήματος να κατανέμονται δίκαια μεταξύ των κρατών μελών·
·άνοιγμα του συστήματος σε σχολεία τύπου ΙΙ (τα οποία είναι εθνικά σχολεία εγκεκριμένα από το Ανώτατο Συμβούλιο που έχουν ως στόχο προτεραιότητας την υποδοχή των παιδιών των υπαλλήλων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων) και σε σχολεία τύπου ΙΙΙ (τα οποία είναι εθνικά σχολεία εγκεκριμένα από το Ανώτατο Συμβούλιο που έχουν τη δυνατότητα να υποδεχτούν παιδιά αδιακρίτως).
Έκτοτε, πολλά εθνικά σχολεία στην επικράτεια της Ένωσης που παρέχουν ευρωπαϊκή εκπαίδευση υπέγραψαν σύμβαση έγκρισης που τα εξουσιοδοτεί να παρέχουν το ευρωπαϊκό πρόγραμμα σπουδών και να απονέμουν εντέλει το ευρωπαϊκό απολυτήριο.
5. Αξιολόγηση του εισηγητή
Τα Ευρωπαϊκά Σχολεία δημιουργήθηκαν για να εξασφαλίσουν στα παιδιά των υπαλλήλων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων που καλούνται να εργαστούν και να ζήσουν στο εξωτερικό σε ένα διαφορετικό πολιτιστικό περιβάλλον την πρόσβαση σε εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα, κατά τρόπον ώστε τα παιδιά αυτά να μπορούν ανά πάσα στιγμή να επανενταχθούν σε ένα σχολικό ίδρυμα στη χώρα καταγωγής τους. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για πολυτέλεια, αλλά για αναγκαιότητα.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, σε όλα τα κράτη μέλη, η παιδεία είναι δωρεάν και ότι οι υπάλληλοι των θεσμικών οργάνων δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εγγράψουν τα παιδιά τους σε αυτά τα ειδικά ιδρύματα αν θέλουν να τους εξασφαλίσουν εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα.
Είναι προφανές ότι, περισσότερα από 50 χρόνια μετά τη δημιουργία του πρώτου Ευρωπαϊκού Σχολείου, η ιδέα πρέπει να αναπτυχθεί και να προσαρμοστεί στις νέες οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις. Πρέπει, ωστόσο, να παραμείνει πρότυπο έμπνευσης για τα εθνικά σχολικά συστήματα, αναδεικνύοντας την ευρωπαϊκή ιθαγένεια και ευνοώντας την ανάπτυξη της κινητικότητας.
Εάν λόγω της οικονομικής κρίσης είναι απαραίτητες ορισμένες δημοσιονομικές περικοπές, απαιτείται περαιτέρω ανάλυση της κατάστασης τόσο από την άποψη της επένδυσης για το μέλλον των νέων Ευρωπαίων όσο και από την άποψη του κόστους. Οι οικονομίες δεν θα έπρεπε να θίγουν τις θεμελιώδεις αρχές στις οποίες βασίζεται το σύστημα.
Στο πλαίσιο αυτό, η διδασκαλία πρέπει να συνεχίσει να πραγματοποιείται από τους καθηγητές στη μητρική τους γλώσσα. Κάθε καταστρατήγηση της αρχής αυτής συνιστά παρέκκλιση και εάν το σύστημα αντιμετωπίζει δυσκολίες ως προς την εύρεση φυσικών ομιλητών, τότε ενδείκνυται η μεταρρύθμιση της πολιτικής προσλήψεων. Προτού όμως εξετάσουμε το ενδεχόμενο μιας νέας μεταρρύθμισης, ο εισηγητής εκτιμά ότι θα έπρεπε καταρχάς να αξιοποιηθεί πλήρως το τωρινό σύστημα, που προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καταβάλουν μια χρηματοδοτική συνεισφορά στον προϋπολογισμό των σχολείων εάν δεν αποσπάσουν καθηγητές.
Όσον αφορά την πολιτική στελέχωσης, ο εισηγητής διαπιστώνει ότι η μη τήρηση από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεών τους σχετικά με την απόσπαση καθηγητών ασκεί κατά συνέπεια πολύ μεγάλη πίεση στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Στην πραγματικότητα, καθίσταται απαραίτητη η πρόσληψη ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού τοπικών υπαλλήλων, οι οποίοι πληρώνονται απευθείας από τα σχολεία, γεγονός που επιβαρύνει πολύ περισσότερο την εξισορροπητική συνεισφορά που καταβάλλει η Επιτροπή. Είναι επιτακτική ανάγκη να υπενθυμιστεί στα αθετούντα κράτη μέλη η υποχρέωσή τους να διαθέτουν καθηγητές ανάλογα με τις ποσοστώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, για να αποσυμφορηθεί ο φόρτος ορισμένων κρατών μελών, και κυρίως εκείνων που παρέχουν τους καθηγητές των γλωσσικών τμημάτων στα οποία είναι εγγεγραμμένοι οι περισσότεροι μαθητές χωρίς γλωσσικό τμήμα (SWALS), πρέπει να υπάρξει μέριμνα ούτως ώστε η έννοια της εκπαίδευσης στη μητρική γλώσσα να εφαρμόζεται από τη στιγμή που επιτυγχάνεται η ποσόστωση μαθητών που απαιτείται για την έναρξη λειτουργίας γλωσσικού τμήματος. Αυτός, εξάλλου, είναι ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί κάθε διάκριση μεταξύ των μαθητών SWALS και των υπόλοιπων μαθητών.
Ο εισηγητής εκτιμά επίσης ότι θα μπορούσαν να επιτευχθούν σημαντικές εξοικονομήσεις αν γενικευόταν η προσφυγή στις λεγόμενες κύριες γλώσσες (αγγλική, γερμανική και γαλλική) για τη διδασκαλία όλων των μη βασικών μαθημάτων.
Γενικά, ο εισηγητής είναι της άποψης ότι θα έπρεπε να προσανατολιστούμε περισσότερο στη δημιουργία ιδρυμάτων τύπου ΙΙ και τύπου ΙΙΙ, που συμβάλλουν σημαντικά στην παροχή «ευρωπαϊκής» παιδείας προσιτής σε μεγαλύτερο αριθμό μαθητών.
Στην πραγματικότητα, εάν ο απολογισμός της λειτουργίας των Ευρωπαϊκών Σχολείων είναι θετικός, καθώς το σύστημα αυτό ανοίγει προοπτικές για τη δημιουργία του σκελετού ενός ευρωπαϊκού εκπαιδευτικού συστήματος, εναπόκειται στα κράτη μέλη να πασχίσουν όχι μόνο για τη διατήρηση του εν λόγω συστήματος, αλλά και για την άνθηση αυτού του ενιαίου και εξαιρετικού εκπαιδευτικού μοντέλου στην Ευρώπη.
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις προτάσεις για την ανάπτυξη του συστήματος των ευρωπαϊκών σχολείων (ΕΕ C 193E της 17.8.2006, σ. 333).
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Προϋπολογισμών (16.6.2011)
προς την Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας
Το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων το 2009
(2011/2036 (INI))
Συντάκτης γνωμοδότησης: Damien Abad
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Προϋπολογισμών καλεί την Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:
A. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία χρηματοδοτούνται από τις εισφορές των κρατών μελών που ανέρχονται στο 21% του συνολικού προϋπολογισμού τους και από την εξισορροπητική συνεισφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης που, για το 2010, αντιστοιχεί περίπου στο 58% του συνολικού ποσού που εγγράφεται στο κονδύλιο 26 01 51,
B. λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2004 καθιερώθηκε ειδική εισφορά επί των αποδοχών των υπαλλήλων η οποία υποτίθεται ότι προορίζεται για τη χρηματοδότηση, μεταξύ άλλων, των Ευρωπαϊκών Σχολείων
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεταρρύθμιση των Ευρωπαϊκών Σχολείων, το 2009, είχε ως κύριο στόχο να ανοίξει τα σχολεία σε ένα ευρύτερο και πιο διαφοροποιημένο κοινό, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος,
Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η αύξηση του αριθμού των μαθητών των Ευρωπαϊκών Σχολείων αποτελεί άμεση απόρροια της πολιτικής προσλήψεων που ακολούθησαν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μετά το 2004, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόσληψη ατόμων με ηλικία κάτω των 30 ετών, με αποτέλεσμα αυτοί οι νέοι ηλικιακά υπάλληλοι να δημιουργήσουν εν τω μεταξύ οικογένειες και να εγγράψουν εν συνεχεία τα παιδιά τους στα Ευρωπαϊκά Σχολεία,
1. επιβεβαιώνει ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία πρέπει να χρηματοδοτούνται κατά τρόπο σταθερό και σοβαρό ώστε να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της σύμβασης και του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και να εξασφαλίζεται η ποιότητα της διδασκαλίας, καθώς και ισότιμες και ισοδύναμες συνθήκες διδασκαλίας για τα παιδιά όλων των γλωσσικών κοινοτήτων των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, την πρόσφατη αναφορά που υπέγραψαν οι σύλλογοι γονέων και καθηγητών των Ευρωπαϊκών Σχολείων των Βρυξελλών, τονίζοντας τις σοβαρές απειλές που θέττουν οι προτεινόμενες περικοπές στην ποιότητα της εκπαίδευσης και την εύρυθμη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Σχολείων και, συνεπώς, τοποθετείται κατά του ενδεχομένου δημοσιονομικών περικοπών·
2. εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να τηρήσει βραχυπρόθεσμα τις δεσμεύσεις της, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την επικρατούσα συγκυρία δημοσιονομικής λιτότητας, τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και σε επίπεδο κρατών μελών· παρατηρεί ότι το σχέδιο προϋπολογισμού 2012 προβλέπει αύξηση 1,7% για τα Ευρωπαϊκά Σχολεία ενώ οι δημοσιονομικές δυσκολίες οδήγησαν την Επιτροπή στο να προτείνει πάγωμα των διοικητικών δαπανών της και αύξηση 1,3% για τις διοικητικές δαπάνες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων γενικότερα· υπόσχεται να εξετάσει προσεκτικά τις πιστώσεις που έχουν εγγραφεί στις σχετικές θέσεις του προϋπολογισμού προκειμένου να καλυφθούν όλες οι δημοσιονομικές ανάγκες·
3. υπογραμμίζει, με μακροπρόθεσμη προοπτική, πόσο σημαντικό είναι να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεγαλύτερο άνοιγμα και διαφοροποίηση των ιδρυμάτων αυτών εισάγοντας ταυτόχρονα ένα βιώσιμο σύστημα χρηματοδότησης· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό να αναφέρει για ποιούς σκοπούς έχει χρησιμοποιηθεί η ειδική εισφορά· ζητεί από την Επιτροπή να το ενημερώσει σχετικά με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης του 2009 καθώς και τις χρηματοδοτικές ανάγκες για τα προσεχή έτη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την πολιτική ακινήτων·
4. σημειώνει ότι η μέθοδος χρηματοδότησης των Ευρωπαϊκών Σχολείων ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα σε ορισμένα κράτη μέλη η χρηματική συνδρομή των οποίων μέσω της απόσπασης καθηγητών είναι δυσανάλογη με τον αριθμό των εγγεγραμμένων μαθητών του εν λόγω κράτους μέλους· πιστεύει ότι, ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να αναθεωρηθεί ο τρόπος με τον οποίο χρηματοδοτούνται τα σχολεία και προσλαμβάνονται οι καθηγητές;
5. είναι της άποψης ότι μεγαλύτερος βαθμός δημοσιονομικής αυτονομίας των Ευρωπαϊκών Σχολείων μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο για την καλύτερη διαχείριση των πόρων που διατίθενται σε αυτά· τονίζει ότι τούτο πρέπει να εφαρμοστεί μόνο εφόσον προηγηθεί αξιολόγηση από πλευράς Επιτροπής ώστε να διασφαλιστεί ότι η αύξηση της αυτονομίας θα λειτουργήσει προς όφελος των σχολείων·
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Ημερομηνία έγκρισης
15.6.2011
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας
+:
–:
0:
34
1
1
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Damien Abad, Alexander Alvaro, Marta Andreasen, Francesca Balzani, Reimer Böge, Lajos Bokros, Isabelle Durant, James Elles, Göran Färm, José Manuel Fernandes, Eider Gardiazábal Rubial, Salvador Garriga Polledo, Jens Geier, Ivars Godmanis, Estelle Grelier, Jutta Haug, Monika Hohlmeier, Sidonia Elżbieta Jędrzejewska, Anne E. Jensen, Sergej Kozlík, Jan Kozłowski, Alain Lamassoure, Giovanni La Via, Vladimír Maňka, Barbara Matera, Claudio Morganti, Miguel Portas, László Surján, Helga Trüpel, Angelika Werthmann, Jacek Włosowicz, Надежда Нейнски
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Frédéric Daerden, Edit Herczog, Jan Mulder, María Muñiz De Urquiza
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (22.6.2011)
Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:
Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι στο προοίμιο της Σύμβασης του 1994 σχετικά με το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων(1) δηλώνεται ότι το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων αποτελεί «sui generis» σύστημα και ότι με το σύστημα αυτό πραγματοποιείται μια μορφή συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των κρατών μελών και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενώ ταυτόχρονα τα κράτη μέλη έχουν την πλήρη ευθύνη για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού τους συστήματος, καθώς και για την πολιτιστική και γλωσσική τους διαφοροποίηση,
B. λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεταρρύθμιση του συστήματος των Ευρωπαϊκών Σχολείων εγκρίθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο τον Απρίλιο 2009,
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η πεντηκονταετής και πλέον λειτουργία των Ευρωπαϊκών Σχολείων έχει δείξει ότι το σύστημα και το εκπαιδευτικό μοντέλο τους είναι μοναδικά και ελκυστικά· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας από τους στόχους της μεταρρύθμισης είναι να ανοίξει το σύστημα αυτό και το ευρωπαϊκό απολυτήριο και σε άλλους μαθητές της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι στόχοι της μεταρρύθμισης δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς ριζική αλλαγή του νομικού καθεστώτος επί του οποίου βασίζεται όλο το σύστημα,
Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή στην έκθεσή της για το σύστημα των Ευρωπαϊκών Σχολείων το 2009(2) επεσήμανε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιδεινώνονται συστημικά προβλήματα, όπως η έλλειψη αποσπασμένων εκπαιδευτικών ή οι καθυστερήσεις ή η μη παροχή επαρκών υποδομών στους τόπους εγκατάστασης σχολείων, πράγμα που έχει άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα της εκπαίδευσης, στην πολιτική εγγραφών, στην ποιότητα της ζωής των μαθητών, των γονέων και των δασκάλων και στις δημοσιονομικές πτυχές της λειτουργίας των σχολείων,
1. θεωρεί ότι το ισχύον διακυβερνητικό νομικό καθεστώς των Ευρωπαϊκών Σχολείων έχει φτάσει στα όριά του και χρειάζεται ριζική αλλαγή· θεωρεί ότι αυτή η αλλαγή πρέπει να είναι τέτοιας φύσης ώστε να επιτρέπει στη Ένωση με τη δράση της να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, χωρίς να παραγκωνίζει την αρμοδιότητά τους, καθώς και να εκδίδει νομικά δεσμευτικές πράξεις για το σκοπό αυτό κατά την έννοια των άρθρων 2 και 6 της ΣΛΕΕ·
2. θεωρεί ότι πολλά από τα συστημικά προβλήματα οφείλονται σε μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των κρατών μελών· επισημαίνει τη μη ύπαρξη νομικών εγγυήσεων για την εκπλήρωση από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τη Σύμβαση·
3. τονίζει ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία βρίσκονται επί του παρόντος σε μια από νομική άποψη μεταβατική κατάσταση, η οποία εκδηλώνεται με την ασαφή νομική και δικαιοδοτική υπόσταση των πράξεων που εκδίδονται από τα όργανα των σχολείων, τις ανεπαρκείς δυνατότητες να αμφισβητήσει κανείς αυτές τις πράξεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ενώ δεν υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή·
4. υπογραμμίζει ότι η συμμετοχή της Ένωσης στα Ευρωπαϊκά Σχολεία είναι δυσανάλογα μικρή σε σύγκριση με την οικονομική συνδρομή από τον προϋπολογισμό της·
5. θεωρεί ότι τα Ευρωπαϊκά Σχολεία θα πρέπει να τεθούν υπό την αιγίδα της Ένωσης· θεωρεί ότι μια ικανοποιητική νομική βάση για το θέμα αυτό θα μπορούσε να είναι το άρθρο 165 της ΣΛΕΕ το οποίο αναφέρει: «Η Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία» και στη συνέχεια προσδιορίζει τους στόχους της δράσης της Ένωσης που αντιστοιχούν στους στόχους των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Ημερομηνία έγκρισης
21.6.2011
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας
+:
–:
0:
21
0
0
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Raffaele Baldassarre, Luigi Berlinguer, Sebastian Valentin Bodu, Christian Engström, Marielle Gallo, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sajjad Karim, Klaus-Heiner Lehne, Antonio López-Istúriz White, Jiří Maštálka, Alajos Mészáros, Bernhard Rapkay, Evelyn Regner, Alexandra Thein, Diana Wallis, Rainer Wieland, Tadeusz Zwiefka
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Piotr Borys, Vytautas Landsbergis, Kurt Lechner, Eva Lichtenberger, József Szájer
Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Magdi Cristiano Allam, Zoltán Bagó, Lothar Bisky, Piotr Borys, Jean-Marie Cavada, Silvia Costa, Santiago Fisas Ayxela, Mary Honeyball, Petra Kammerevert, Morten Løkkegaard, Emma McClarkin, Marek Henryk Migalski, Katarína Neveďalová, Doris Pack, Χρυσούλα Παλιαδέλη, Marie-Thérèse Sanchez-Schmid, Marco Scurria, Hannu Takkula, László Tőkés, Helga Trüpel, Milan Zver
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία
Heinz K. Becker, Ivo Belet, Nadja Hirsch, Seán Kelly, Iosif Matula, Γεώργιος Παπανικολάου
Αναπληρωτές (άρθρο 187, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία