– έχοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου της 4ης Οκτωβρίου 2011 (14862/2011)(1),
– έχοντας υπόψη το άρθρο 283 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C7-0312/2011),
– έχοντας υπόψη το άρθρο 109 του Κανονισμού,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A7-0337/2011),
Α. λαμβάνοντας ότι, με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 2011, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον διορισμό του Jörg Asmussen ως μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για θητεία οκτώ ετών, η οποία αρχίζει την 1η Νοεμβρίου 2011·
Β.λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής προέβη εν συνεχεία στην αξιολόγηση των προσόντων του υποψηφίου, ιδίως από την άποψη των απαιτήσεων που θεσπίζονται στο άρθρο 283 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και της ανάγκης για πλήρη ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σύμφωνα με το άρθρο 130 ΣΛΕΕ, και ότι, στο πλαίσιο της αξιολόγησης αυτής, η επιτροπή έλαβε βιογραφικό σημείωμα του υποψηφίου καθώς και τις απαντήσεις του στο γραπτό ερωτηματολόγιο που του εστάλη·
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιτροπή πραγματοποίησε εν συνεχεία ακρόαση του υποψηφίου διάρκειας μιάμισης ώρας στις 10 Οκτωβρίου 2011, κατά την οποία ο υποψήφιος προέβη σε εναρκτήρια δήλωση και έπειτα απάντησε σε ερωτήσεις των μελών της επιτροπής,
1. εκδίδει θετική γνώμη σχετικά με τη σύσταση του Συμβουλίου για το διορισμό του Jörg Asmussen ως μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·
2. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο Συμβούλιο και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (1): ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ JÖRG ASMUSSEN
Βιογραφικό σημείωμα
Jörg ASMUSSEN
Γεννήθηκε στο Flensburg το 1966
Υφυπουργός στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γερμανίας
Επαγγελματική σταδιοδρομία
Μετά τον Ιούλιο του 2008 Υφυπουργός στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γερμανίας, αρμόδιος για:
- τη Γενική Διεύθυνση I (Δημοσιονομική πολιτική και μακροοικονομικά ζητήματα)
- τη Γενική Διεύθυνση VII (Πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές αγορές)
- τη Γενική Διεύθυνση Ε (Ευρωπαϊκή πολιτική)
Μάρτιος 2003 – Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης VII
Ιούνιος 2008 Πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές αγορές
Οκτώβριος 2002 – Προϊστάμενος της Διεύθυνσης E A
Φεβρουάριος 2003 Αρμόδιος για κεντρικά ζητήματα των ευρωπαϊκών υποθέσεων·
Γενικά χρηματοπιστωτικά ζητήματα σχετιζόμενα με τις ευρωπαϊκές υποθέσεις
Ιούλιος 1999 – Προϊστάμενος του Γραφείου του Υπουργού και Ιδιαίτερος Γραμματέας
Οκτώβριος 2002 στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών
1998 – 1999 Ιδιαίτερος Γραμματέας του Υφυπουργού
Οι αρμοδιότητες του Υφυπουργού κάλυπταν τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, τα νομισματικά και πιστωτικά ζητήματα και τη διεθνή χρηματοπιστωτική και νομισματική πολιτική
1998 – 1999 Στέλεχος του Τμήματος Διεθνούς Οικονομικής και Νομισματικής Ανάπτυξης, Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και Οικονομικών Συνόδων Κορυφής
Από το 1996: Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, Βερολίνο
1996 – 1998 Υπεύθυνος έργου στον τομέα της ευρωπαϊκής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και
της πολιτικής για την αγορά εργασίας στο ινστιτούτο κοινωνιολογικών ερευνών της Κολωνίας Institut für Sozialforschung und Gesellschaftspolitik GmbH
Συμμετοχές και εντολές
- Μέλος της Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Επιτροπής της ΕΕ και της Ομάδας Εργασίας του Eurogroup
- Αναπληρωτής επί των Οικονομικών για τη Γερμανία στη G7 και στη G20
- Μέλος του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας
- Αναπληρωτής Διοικητής στην Παγκόσμια Τράπεζα
- Αναπληρωτής Διοικητής στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης
- Πρόεδρος του Γενικού Συμβουλίου της Ομοσπονδιακής Αρχής Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας της Γερμανίας
- Μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της Deutsche Telekom AG
- Μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της Deutsche Gesellschaft für Internationale Zusammenarbeit (GIZ)
- Εμπειρογνώμονας της Γερμανίας για την προετοιμασία της συνόδου της G20
- Πρόεδρος της ομάδας εργασίας της G20 για το Διεθνές Νομισματικό Σύστημα (IMS)
- Παγκόσμιο Εμπορικό Φόρουμ: Μέλος της συντονιστικής επιτροπής των εργασιών σχετικά με το μέλλον του Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος
- Μέλος της ομάδας εργασίας σχετικά με τις κατευθυντήριες αρχές για σταθερές ροές κεφαλαίων και δίκαιη αναδιάρθρωση χρεών
Εκπαίδευση
1991 – 1992 Master in Business Administration στο πανεπιστήμιο Bocconi του Μιλάνου
1988 – 1994 Σπυδές οικονομικών επιστημών στο πανεπιστήμιο του Gießen και στο
Πανεπιστήμιο της Βόννης. Πτυχίο οικονομικών επιστημών (Diplom-Volkswirt) με ειδίκευση στη νομισματική πολιτική.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (2): ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ JÖRG ASMUSSEN ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
Α. Προσωπική και επαγγελματική διαδρομή
1. Παρακαλώ, εκθέσατε τις κύριες πτυχές της επαγγελματικής σας εμπειρίας σε νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και επιχειρηματικά θέματα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας ασχολήθηκα με διάφορες πτυχές νομισματικών, χρηματοπιστωτικών και επιχειρηματικών θεμάτων από τις διάφορες θέσεις που έχω αναλάβει.
Πριν από την ένταξή μου στο προσωπικό του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών το 1996, εργάστηκα ως διαχειριστής έργου στο Institut für Sozialforschung und Gesellschaftspolitik GmbH, ερευνητικό και συμβουλευτικό ινστιτούτο με έδρα την Κολονία. Διαχειρίστηκα έργα στο πλαίσιο του προγράμματος PHARE σε υπό ένταξη χώρες της ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής. Η πρώτη μου θέση στο Υπουργείο Οικονομικών (1996-1998) ήταν στον τομέα για θέματα παγκόσμιας οικονομίας, ΔΝΤ και G7, κατά την περίοδο της κρίσης των ασιατικών οικονομιών. Από το 1999 έως το 2002 διετέλεσα, αρχικά, ιδιαίτερος γραμματέας υφυπουργού και, ακολούθως, ιδιαίτερος γραμματέας και προϊστάμενος γραφείου υπουργού. Τον Οκτώβριο του 2002 ανέλαβα καθήκοντα προϊσταμένου μιας υποδιεύθυνσης της Διεύθυνσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής και τον Μάρτιο του 2003 προήχθην στη θέση του γενικού διευθυντή της Διεύθυνσης Πολιτικής Χρηματοπιστωτικής Αγοράς, θέση την οποία κατείχα για διάστημα άνω των πέντε ετών.
Αφότου διορίστηκα υφυπουργός στο Υπουργείο Οικονομικών τον Ιούλιο του 2008, ασκώ ευρείες αρμοδιότητες για νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και επιχειρηματικά θέματα. Επί του παρόντος, είμαι υπεύθυνος για τρεις (από σύνολο εννέα) διευθύνσεις:
η «Διεύθυνση I – θέματα δημοσιονομικής πολιτικής και μακροοικονομίας, διεθνής χρηματοπιστωτική και νομισματική πολιτική» αποτελεί εσωτερικό εργαστήριο ιδεών του Υπουργείου για θέματα οικονομικής πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα είναι αρμόδια για επιχειρησιακά καθήκοντα όπως η διανομή των πιστώσεων της δέσμης μέτρων τόνωσης της οικονομίας του 2009 και η διαχείριση του ομοσπονδιακού καθεστώτος εγγυήσεων. Η υποδιεύθυνση διεθνών θεμάτων είναι, μεταξύ άλλων, αρμόδια για την G7 και τη διαδικασία των Υπουργών Οικονομικών της G20, για τα θέματα που άπτονται του ΔΝΤ, για τις διμερείς σχέσεις με παράγοντες εκτός της Ευρώπης, για τις πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης καθώς και για την αναδιάρθρωση χρέους.
Η «Διεύθυνση VII – πολιτική χρηματοπιστωτικής αγοράς» χειρίζεται θέματα ρύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς στους τομείς των τραπεζών, των ασφαλίσεων, της διαχείρισης ενεργητικού και των κινητών αξιών σε διεθνές (ΣΧΣ και G20), ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, η Διεύθυνση VII είναι αρμόδια για την εποπτεία του Ομοσπονδιακού Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Finanzagentur), του Τραπεζικού Ομίλου KfW, του Ομοσπονδιακού Οργανισμού Σταθεροποίησης της Χρηματοπιστωτικής Αγοράς (FMSA) και της Ομοσπονδιακής Αρχής Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (BaFin).
Η «Διεύθυνση E – ευρωπαϊκή πολιτική» είναι η κεντρική διεύθυνσή μας για τον χειρισμό όλων των θεμάτων που άπτονται της τρέχουσας κρίσης δημοσίου χρέους σε ορισμένες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης. Είναι αρμόδια για την Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση, περιλαμβανομένων των θεμάτων που άπτονται της ΕΚΤ και των διμερών σχέσεων στην Ευρώπη. Επιπλέον, η Διεύθυνση E χειρίζεται όλα τα θέματα δημοσιονομικού ενδιαφέροντος τα οποία σχετίζονται με την ευρωπαϊκή πολιτική και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).
Από τον Νοέμβριο του 2009 έως τον Ιανουάριο του 2011 ανέλαβα επίσης την ευθύνη της Υποδιεύθυνσης Ομοσπονδιακών Περιουσιακών Στοιχείων, ιδίως όσον αφορά τα ομοσπονδιακά ακίνητα, καθώς και τις διαδικασίες μετά την ολοκλήρωση του έργου του Treuhandanstalt (οργανισμός ιδιωτικοποιήσεων).
Εκτός των ανωτέρω, έχω διατελέσει μέλος σε εποπτικά συμβούλια ομοσπονδιακών φορέων διαχείρισης δημόσιας περιουσίας και οργανισμών. Επί του παρόντος, είμαι μέλος του εποπτικού συμβουλίου των εταιρειών Deutsche Telekom AG και Gesellschaft für Internationale Zusammenarbeit GmbH (GIZ – οργανισμός οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης). Είμαι πρόεδρος της διυπουργικής συντονιστικής επιτροπής του Ομοσπονδιακού Οργανισμού Σταθεροποίησης της Χρηματοπιστωτικής Αγοράς (FMSA), ο οποίος συστήθηκε στα τέλη του 2008 ως πρόγραμμα διάσωσης τραπεζών της Γερμανίας. Η συντονιστική επιτροπή είναι υπεύθυνη για τις πολιτικές αποφάσεις στον τομέα της σταθεροποίησης της χρηματοπιστωτικής αγοράς και της αναδιάρθρωσης τραπεζών. Είμαι πρόεδρος του γενικού συμβουλίου της γερμανικής Ομοσπονδιακής Αρχής Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (BaFin) και μέλος της κυβερνητικής επιτροπής εμπειρογνωμόνων για θέματα χρηματιστηριακής αγοράς (Börsensachverständigenkommission).
Αφότου ανέλαβα καθήκοντα προϊσταμένου υποδιεύθυνσης το 2002, μου ανατέθηκαν σημαντικές διευθυντικές αρμοδιότητες όσον αφορά την οργάνωση, το προσωπικό και τον προϋπολογισμό του Υπουργείου. Οι τρεις διευθύνσεις οι οποίες υπάγονται στο πεδίο αρμοδιότητάς μου αποτελούνται από επτά υποδιευθύνσεις με 43 τομείς και περίπου 370 υπαλλήλους.
2. Παρακαλώ, εκθέσατε τις κύριες πτυχές της ευρωπαϊκής και διεθνούς σας πείρας.
Από την πρώτη ημέρα της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας, εργάζομαι σε ευρωπαϊκό ή/και διεθνές περιβάλλον. Για περισσότερες λεπτομέρειες, παρακαλώ ανατρέξτε στην απάντηση της ερώτησης 1.
Από το 2003 και μετά –όταν έγινα γενικός διευθυντής για την πολιτική χρηματοπιστωτικών αγορών (όπου την περίοδο εκείνη περιλαμβανόταν η υποδιεύθυνση για τη διεθνή χρηματοπιστωτική και νομισματική πολιτική)– και ακόμα περισσότερο από τη στιγμή που έγινα υφυπουργός το 2008, έχω διατελέσει μέλος πολλών ευρωπαϊκών και διεθνών επιτροπών υψηλού επιπέδου και, ειδικότερα, εκπροσωπώ τη Γερμανία με τις εξής ιδιότητες:
- Αναπληρωτής επί των Οικονομικών στη G7,
- Αναπληρωτής επί των Οικονομικών στη G20,
- εκπρόσωπος της Ομοσπονδιακής Καγκελαρίας στην ομάδα προετοιμασίας της G20 το 2011,
- μέλος της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής (ΟΔΕ),
- μέλος της oμάδας εργασίας για το ευρώ (EWG),
- μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΜΧΣ),
- μέλος του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), μέλος της Μόνιμης Επιτροπής του ΣΧΣ σχετικά με την εφαρμογή προτύπων,
- αναπληρωτής διοικητής της Παγκόσμιας Τράπεζας,
- αναπληρωτής διοικητής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ),
- μέλος της ομάδας εργασίας αριθ. 3 (ΟΕ 3) του ΟΟΣΑ,
Ως γενικός διευθυντής για την πολιτική χρηματοπιστωτικών αγορών, έχω υπάρξει μέλος της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών (FSC) και διετέλεσα πρόεδρος μιας ειδικής ομάδας εργασίας για τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση το 2003/04.
Έχω συνοδεύσει τον γερμανό υπουργό Οικονομικών σε συνεδριάσεις υπουργικού επιπέδου του Eurogroup (Ευρωομάδα), του ECOFIN, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ), της G7, G8 και G20, καθώς και της Διεθνούς Νομισματικής και Χρηματοπιστωτικής Επιτροπής (ΔΝΧΕ) και του ΔΝΤ, και τον έχω εκπροσωπήσει επανειλημμένως σε αυτές τις συνεδριάσεις όταν αυτός δεν μπορούσε να παρευρεθεί.
Ως γενικός διεθυντής για την πολιτική χρηματοπιστωτικών αγορών ήμουν υπεύθυνος για τις διμερείς σχέσεις με όλες τις εκτός ΕΕ χώρες. Επικεντρώθηκα εν προκειμένω στις ΗΠΑ, στην Κίνα και στις αφρικανικές χώρες. Ως υφυπουργός ήμουν υπεύθυνος για όλες τις διμερείς σχέσεις του Υπουργείου Οικονομικών εντός και εκτός Ευρώπης. Το Υπουργείο επικεντρώνεται προφανώς στα κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά εγώ συνέχισα να διατηρώ στενούς δεσμούς, ιδίως με τις ΗΠΑ και τις αφρικανικές χώρες, όσο μου το επέτρεπε ο χρόνος.
Το 2011 έγινα συμπρόεδρος της ομάδας εργασίας της G20 (αποτελείται από αξιωματούχους των υπουργείων Οικονομικών και κεντρικούς τραπεζίτες) για τη μεταρρύθμιση του διεθνούς νομισματικού συστήματος. Είμαι μέλος της συντονιστικής επιτροπής των εργασιών του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ σχετικά με το μέλλον του διεθνούς νομισματικού συστήματος και διορίστηκα στην ομάδα εργασίας σχετικά με τις κατευθυντήριες αρχές για σταθερές ροές κεφαλαίων και δίκαιη αναδιάρθρωση χρεών.
3. Παρακαλώ αναφερθείτε στα βασικά σημεία του ακαδημαϊκού σας υποβάθρου και στις σημαντικότερες δημοσιεύσεις σας σχετικά με ζητήματα οικονομικής και νομισματικής πολιτικής και χρηματοπιστωτικής ρύθμισης.
Σπούδασα Οικονομικά στα πανεπιστήμια του Gießen και της Βόννης από το 1988 έως το 1994 και ειδικεύτηκα στη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική στο Ινστιτούτο Διεθνούς Οικονομικής Πολιτικής στη Βόννη. Απέκτησα δίπλωμα Master στη Βόννη και το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας ήταν «Οι επιπτώσεις του πληθωρισμού στην ανάπτυξη – μια θεωρητική και εμπειρική ανάλυση» («Die Implikationn von Inflation für Wachstum – eine theoretische und empirische Analyse»). Το 1991/92 συμμετείχα σε ένα πρόγραμμα MBA στη Scuola di Direzione Aziendale του Πανεπιστημίου του Bocconi στο Μιλάνο της Ιταλίας. Εκεί εξειδικεύθηκα στη στρατηγική και την οργάνωση.
Δημοσίευσα τα εξής άρθρα και εισηγήσεις:
- Asmussen, Jörg; Bruch, Eva: Nobelpreis für die Spieltheorie: Die Methoden der Spieltheorie und ihre Anwendung auf Arbeitsmarktfragen, 1995
- Asmussen, Jörg: Rating-Agenturen und Finanzaufsicht;
Betriebswirtschaftliche Forschung und Praxis, Heft 3/2005
- Asmussen, Jörg; Mai, Stefan; Nawrath, Axel: Zur Weiterentwicklung der EU-Finanzmarktintegration; Zeitschrift für das gesamte Kreditwesen 4/2004
- Asmussen, Jörg: Ein Jahr Pfandbriefgesetz aus Sicht des Bundesministeri-ums der Finanzen;
Immobilien & Finanzierung, Juli 2006
- Asmussen, Jörg: Verbriefungen aus Sicht des Bundesfinanzministeriums;
Zeitschrift für das gesamte Kreditwesen 19/2006
- Asmussen, Jörg: Politische Antworten auf die Finanzmarktkrise;
Neue Gesellschaft Frankfurter Hefte 11/08
- Asmussen, Jörg: Politische Antworten auf die Finanzmarktkrise;
WPg - Die Wirtschaftsprüfung 15. November 2008
- Asmussen, Jörg: Der Pfandbrief - eine Stütze des deutschen Finanzsystems;
Immobilen & Finanzierung 23 - 2008
- Asmussen, Jörg: Mastering Global Financial Crises: A German Perspective;
The Washington Quarterly, July 2009
- Asmussen, Jörg: Finanz- und wirtschaftspolitische Herausforderungen für Deutschland und Europa;
ifo Schnelldienst 4/10, 26. Februar 2010
- Asmussen, Jörg: Die KfW als Partner des Bundes und der Wirtschaft in der Krise;
Unternehmermagazin 3/2010, Juni 2010
- Asmussen, Jörg: Restrukturierungsverfahren für Kreditinstitute;
Die Wirtschaftsprüfung 13/2010, 1. Juli 2010
- Asmussen, Jörg: Neue Eigenkapital- und Liquiditätsvorschriften;
VDMA-Nachrichten, Oktober 2010
- Asmussen, Jörg: Die Verhandlungsziele der Bundesregierung bei der EU-Umsetzung von Basel III;
Recht der Finanzinstrumente 2/2011, 21. März 2011
- Asmussen, Jörg: Umbruch im Weltwährungssystem: Sollte die Zeit freier Wechselkurse beendet werden?;
ifo Schnelldienst 7/11, 8. April 2011
- Asmussen, Jörg: Position des BMF zur Reform der EU-Einlagensicherungsrichtlinie;
Zeitschrift für das gesamte Kreditwesen 15/2011, 1. August 2011
Δημοσίευσα επίσης μια σειρά από άρθρα σε εφημερίδες, και την περίοδο αυτή εργάζομαι για δύο κείμενα που προορίζονται για συλλογικές εκδόσεις. Η μία αφορά το ευρώ («The Euro: Past, Present and Future») και περιλαμβάνει μια συλλογή από στοιχεία σχετικά με τα νομίσματα, υπό την επιμέλεια της Sara Eiren του Bloomberg και αναμένεται να δημοσιευθεί από τη McGraw Hill στα τέλη του 2011. Η άλλη αφορά τη χρηματοπιστωτική κρίση και τις αναπτυσσόμενες χώρες, περιλαμβάνει μια συλλογή από στοιχεία για την αναπτυξιακή βοήθεια και αναμένεται να δημοσιευθεί το 2012.
4. Ποιες είναι οι σημαντικότερες αποφάσεις στη λήψη των οποίων λάβατε μέρος κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού σας βίου;
Έχω συμμετάσχει στη λήψη πολλών αποφάσεων σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για οικονομικά και χρηματοπιστωτικά θέματα· οι σημαντικότερες ήταν:
- από τη στιγμή που ξέσπασε η κρίση δημόσιου χρέους σε ορισμένες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, έχω συμμετάσχει ενεργά στη διαχείριση της κρίσης, μεταξύ άλλων στη σύσταση του ΕΜΧΣ, στη μεταρρύθμιση της οικονομικής διακυβέρνησης της ευρωζώνης και στην προεργασία για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθεροποίησης (ΕΜΣ).
- μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το φθινόπωρο του 2008 συντόνισα μαζί με τον Jens Weidmann, ο οποίος την περίοδο εκείνη βρισκόταν στο Γραφείο της Καγκελαρίας, την απάντηση της γερμανικής κυβέρνησης στη χρηματοπιστωτική κρίση, σταθεροποιώντας μεταξύ άλλων την τράπεζα «Hypo Real Estate (HRE)», καταρτίζοντας τον νόμο σχετικά με τη σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, συστήνοντας το ταμείο και αργότερα Οργανισμό Σταθεροποίησης Χρηματοπιστωτικών Αγορών (SoFFin/FMSA) και αναλαμβάνοντας την προεδρία της διυπουργικής συντονιστικής του επιτροπής. Με την ιδιότητα αυτή επιλήφθηκα στη συνέχεια των υποθέσεων της «WestLB» και της «Commerzbank». Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, δεν αφορούσε μόνο το εθνικό αλλά και το ευρωπαϊκό επίπεδο (μεταξύ άλλων τις πτυχές κρατικών ενισχύσεων), καθώς και τον διεθνή συντονισμό της απάντησης.
- Προκειμένου να αναχαιτιστεί η διάχυση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική οικονομία, η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε το 2009 να καταρτίσει μια δέσμη οικονομικών κινήτρων, και για άλλη μια φορά συμμετείχα ενεργά στον σχεδιασμό και την εφαρμογή τους με την ιδιότητά μου ως μέλους της διυπουργικής συντονιστικής επιτροπής του αποκαλούμενου Ταμείου για τη Γερμανία (Deutschlandfonds). Ως εκ τούτου, επιλήφθηκα μεταξύ άλλων της διάσωσης της Opel, της θυγατρικής της General Motors στη Γερμανία.
- Μέχρι σήμερα, έχω προετοιμάσει και συμμετάσχει σε όλες τις συνόδους κορυφής των ηγετών της G20 εστιάζοντας κυρίως στην οικονομική αποκατάσταση και στη μεταρρυθμιστική ατζέντα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Σημαντικές σύνοδοι κορυφής πριν από αυτές ήταν η σύνοδος της G8 στην Κολονία το 1999 που επικεντρώθηκε στη διμερή ελάφρυνση του χρέους και η σύνοδος κορυφής της G8 στo Gleneagles το 2005 που επικεντρώθηκε στην πολυμερή ελάφρυνση του χρέους. Στη σύνοδο κορυφής της G20 στη Σεούλ το 2010, συμμετείχα ενεργά στον σχεδιασμό της δέσμης μέτρων για τη μεταρρύθμιση του ΔΝΤ.
- Σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι ήμουν αρμόδιος για τη διαμόρφωση της γερμανικής θέσης στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με –παραδείγματος χάρη– την οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, την οδηγία για τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς και την οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών, κατά τη διάρκεια της γερμανικής Προεδρίας του Συμβουλίου το 2007. Σε εθνικό επίπεδο συντονίζω, μεταξύ άλλων, την υλοποίηση των πρότερων σχεδίων και της Βασιλείας II.
5. Έχετε επιχειρηματικές ή χρηματοοικονομικές συμμετοχές ή οποιεσδήποτε άλλες δεσμεύσεις που ενδεχομένως θα συγκρούονταν με τα μελλοντικά σας καθήκοντα, και υπάρχουν κάποιοι άλλοι σημαντικοί προσωπικοί ή άλλης φύσεως παράγοντες που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Κοινοβούλιο σε σχέση με τον διορισμό σας;
Όχι.
6. Πώς θα διατηρήσετε την ανεξαρτησία σας δεδομένου ότι προέρχεστε απευθείας από το υπουργείο του κ. Schäuble;
Υπάρχουν αρκετοί επιτυχημένοι κεντρικοί τραπεζίτες οι οποίοι ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους σε Υπουργείο Οικονομικών ή σε κάποιο άλλο Υπουργείο, αλλά η ανεξαρτησία τους ως κεντρικών τραπεζιτών είναι ωστόσο αδιαμφισβήτητη. Αυτό επιβεβαιώνεται περίτρανα στη Γερμανία με τις περιπτώσεις των Hans Tietmeyer και Jürgen Stark ή, για να δώσω ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα, με τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας (Bundesbank) Jens Weidmann ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του αφού προηγουμένως υπηρέτησε στην Καγκελαρία. Ένα άλλο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο Klaas Knot που έγινε διοικητής της De Nederlandsche Bank προερχόμενος απευθείας από το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών τον Ιούλιο του 2011. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπενθυμίζω τις περιπτώσεις των Jean-Claude Trichet και Mario Draghi, αλλά ακόμα και εκτός Ευρώπης η μεταπήδηση από κάποια κυβερνητική θέση στην κεντρική τράπεζα δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο· πρόσφατα παραδείγματα είναι αυτά του διοικητή της Τράπεζας του Καναδά και του αναπληρωτή του, Mark Carney και Tiff Macklem. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Lesetja Kganyago από την Κεντρική Τράπεζα της Νότιας Αφρικής.
Είμαι βέβαιος ότι για οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα είναι εξαιρετικά σημαντικό να υιοθετεί κανείς την εντολή του οργανισμού, το θεσμικό πλαίσιο, τη νοοτροπία, καθώς και το ιστορικό του υπόβαθρο. Και είμαι πολύ εξοικειωμένος με όλες αυτές τις πτυχές της ΕΚΤ ως θεσμικού οργάνου, καθώς έχω συνεργαστεί στενά με την ΕΚΤ και με προσωπικό της ΕΚΤ σε διάφορες ομάδες, επιτροπές και δομές από τότε που ιδρύθηκε, και ακόμα και πριν από την ίδρυσή της με το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα. Αν γίνω μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, θα είμαι αφοσιωμένος στο ευρώ και στην ΕΚΤ.
7. Ποιοι θα είναι οι κατευθυντήριοι στόχοι που θα επιδιώξετε κατά τη διάρκεια της θητείας σας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα;
Η κατευθυντήρια αρχή θα είναι η εντολή που αναθέτει στην ΕΚΤ η Συνθήκη, ιδίως οι στόχοι και τα καθήκοντα της ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι ο πρωταρχικός στόχος είναι η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και –χωρίς να θίγεται η σταθερότητα των τιμών– η υποστήριξη των γενικών οικονομικών πολιτικών στην Ένωση. Θα ήθελα επίσης να επισημάνω ότι η ΕΚΤ έχει καθήκον να συμβάλλει στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως ορίζεται στη Συνθήκη ως ένας ακόμη κατευθυντήριος στόχος.
Θα δρω με ανεξαρτησία σύμφωνα με την εντολή που έχει αναθέσει η Συνθήκη στην ΕΚΤ, προς το γενικότερο συμφέρον των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως της ευρωζώνης συνολικά. Γνωρίζω πολύ καλά ότι κανένα μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ δεν πρέπει να ενεργεί ως εντεταλμένος αντιπρόσωπος του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος.
Εκτιμώ απεριόριστα την ικανότητα, τη σαφήνεια, τη συνοχή και την αξιοπιστία.
Β. Νομισματική πολιτική της ΕΚΤ
8. Πώς αξιολογείτε τη νομισματική πολιτική όπως αυτή εφαρμόστηκε από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) επί 12ετία; Ποιες αλλαγές θα προωθούσατε ενδεχομένως;
Η Συνθήκη παρέχει στην ΕΚΤ την εντολή να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα για την ευρωζώνη στο σύνολό της. Αν εξετάσει κανείς τον μέσο όρο του πληθωρισμού από τότε που η ΕΚΤ άρχισε να ασκεί τη νομισματική πολιτική, δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ΕΚΤ έχει σημειώσει μεγάλη επιτυχία. Το μέσο ποσοστό του πληθωρισμού στην ευρωζώνη βρίσκεται περίπου στο 2%, σε σύγκριση με μέσο ποσοστό πληθωρισμού 3% στο οποίο βρισκόταν το γερμανικό μάρκο τα τελευταία 30 έτη της ύπαρξής του. Αυτή η επιτυχία σημειώθηκε παρά τις πολλές αναταραχές στην ευρωζώνη, που κυμαίνονταν από μεγάλες αυξήσεις στις τιμές των βασικών προϊόντων έως την αντιπληθωριστική πίεση λόγω της πολύ σοβαρής και παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης.
Ακόμη ημαντικότερη είναι η ισχυρή πεποίθηση και η απόλυτη εμπιστοσύνη των πολιτών και των χρηματοπιστωτικών αγορών ότι η ΕΚΤ θα εκπληρώσει τον στόχο της. Οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σταθερές στα επίπεδα που είναι συνεπή με τον στόχο του Διοικητικού Συμβουλίου να διατηρηθούν τα ποσοστά πληθωρισμού κάτω από το 2%, αλλά κοντά σε αυτό το ποσοστό, μεσοπρόθεσμα. Ακόμη και την περίοδο της σοβαρής οικονομικής κρίσης, όταν τα ποσοστά του πληθωρισμού έγιναν αρνητικά για μερικούς μήνες στην ευρωζώνη, οι μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες παρέμειναν σταθερές, σύμφωνα με τον στόχο του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Αυτό αποδεικνύει τον πολύ μεγάλο βαθμό αξιοπιστίας της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, κάτι που είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα για μια κεντρική τράπεζα. Δεν βλέπω λόγο να αλλάξουμε αυτήν την επιτυχημένη πορεία της νομισματικής πολιτικής.
9. Συχνά υποστηρίζεται ότι, λόγω διαρθρωτικών μεταβολών της παγκόσμιας οικονομίας, ο πληθωρισμός έχει μετατραπεί από πληθωρισμό των τιμών καταναλωτή σε πληθωρισμό των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Με βάση τα διδάγματα από την τρέχουσα κρίση, θα πρέπει η ΕΚΤ να αγνοήσει την εξέλιξη των τιμών των περιουσιακών στοιχείων;
Η μείωση όσον αφορά το επίπεδο και τη μεταβλητότητα του πληθωρισμού των τιμών προϊόντων και υπηρεσιών αποτελεί ένα σαφές, τυποποιημένο δεδομένο το οποίο χαρακτηρίζει τα τελευταία 30 έτη οικονομικών εξελίξεων σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένας σημαντικός παράγοντας πίσω από αυτές τις εξελίξεις είναι η καθοριστική βελτίωση της ποιότητας των οργάνων χάραξης πολιτικής και της ευρείας αποδοχής της σταθερότητας των τιμών ως κοινωνικής αξίας η οποία πρέπει να διατηρείται προς όφελος όλων των πολιτών. Επίσης, η διαρθρωτική μεταβολή με τη μορφή της παγκοσμιοποίησης των οικονομιών έχει πιθανόν συμβάλει στην επίτευξη της σταθερότητας των τιμών, αλλά η ορθή χάραξη πολιτικής παραμένει ουσιαστικός παράγοντας.
Ωστόσο, η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη σταθερότητα του εγχώριου πληθωρισμού προϊόντων και υπηρεσιών. Είναι σκόπιμη η πολύ στενή παρακολούθηση όλων των σχετικών εξελίξεων.
Παράλληλα, η χρηματοπιστωτική κρίση που άρχισε στα μέσα του 2007 είναι απλώς το τελευταίο, εξαιρετικά σοβαρό επεισόδιο το οποίο επιβεβαιώνει πόσο σημαντικό είναι να παρακολουθούν οι κεντρικές τράπεζες τις εξελίξεις στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων. Η διεθνής συζήτηση σχετικά με τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση στον ακαδημαϊκό χώρο και μεταξύ των αρμοδίων για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, όπως παρατηρώ, οδήγησε σε μια ευρέως διαδεδομένη παρεμβατική άποψη σχετικά με τον ρόλο του κράτους και των κεντρικών τραπεζών όσον αφορά τις μακροοικονομικές αποκλίσεις γενικότερα και τις δυσμενείς εξελίξεις στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων ειδικότερα. Η στρατηγική τού «βλέποντας και κάνοντας» έχει ασφαλώς υποστεί προσαρμογές ή, όπως το έθεσε εύστοχα ο καθηγητής Ottmar Issing πολύ πρόσφατα: «Συνεχίζει να υφίσταται το ερώτημα τού τι κάνουμε σε περίπτωση που σκάσει μια φούσκα. Αλλά πρέπει να είναι δευτερεύουσας προτεραιότητας, σε περίπτωση που η ανάπτυξη μιας μεγάλης φούσκας δεν θα μπορούσε να είχε αποτραπεί παρ’ όλες τις προσπάθειες.»
Αυτό δεν είναι το ίδιο με τη στόχευση των τιμών ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, αλλά έχει μάλλον ως στόχο οι μη βιώσιμες εξελίξεις στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων να μην καταλήξουν σε ολοκληρωτική χρηματοπιστωτική κρίση η οποία –ακόμη και στο μακρινό μέλλον– θα μπορούσε ενδεχομένως να δυσχεράνει την ικανότητα της κεντρικής τράπεζας να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών και θα μπορούσε, συνεπώς, να είναι δαπανηρή από άποψη παραγωγής και σταθερότητας τιμών.
Η στρατηγική της ΕΚΤ για τη νομισματική πολιτική ενσωματώνει τη δυναμική των τιμών των περιουσιακών στοιχείων στις συζητήσεις για θέματα πολιτικής όχι ως στόχο, αλλά μάλλον ως βασικό δείκτη της μελλοντικής οικονομικής δραστηριότητας μέσω του αντικτύπου της στον πλούτο, στο κόστος του κεφαλαίου και στην εικόνα του ισολογισμού των διάφορων τομέων της ευρωζώνης. Επιπλέον, ο μεσοπρόθεσμος προσανατολισμός της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι οποίοι συνήθως συσσωρεύονται κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων περιόδων σε σύγκριση με άλλους οικονομικούς κλυδωνισμούς. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της νομισματικής ανάλυσης της ΕΚΤ, είναι δυνατόν να παρακολουθούνται οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στη διαμόρφωση των τιμών στις αγορές περιουσιακών στοιχείων και στη δημιουργία πιστώσεων και ρευστότητας στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κυρίως επειδή οι χρηματοπιστωτικές ανισορροπίες συχνά συνοδεύονται από υπερβολική νομισματική και πιστωτική μεγέθυνση. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες συνεισφέρουν στη γενική εκτίμηση η οποία διαμορφώνει τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη προοπτική της ΕΚΤ για τις εξελίξεις των τιμών.
Συνολικά, ο μεσοπρόθεσμος προσανατολισμός της νομισματικής στρατηγικής της ΕΚΤ και ο εξέχων ρόλος της νομισματικής ανάλυσης στο ευρύτερο και προσανατολισμένο στη σταθερότητα πλαίσιο της ΕΚΤ για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής διασφαλίζει ότι οι επιπτώσεις των χρηματοπιστωτικών ανισορροπιών και οι αποκλίσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και η αποκατάστασή τους λαμβάνονται δεόντως υπόψη κατά τη διαμόρφωση αποφάσεων της ΕΚΤ στον τομέα της νομισματικής πολιτικής.
10. Πώς αξιολογείτε τον αντίκτυπο της αύξησης των τιμών των βασικών προϊόντων στη νομισματική πολιτική; Υπάρχει σύγκρουση, από την άποψη της νομισματικής πολιτικής, μεταξύ καταπολέμησης της ύφεσης και διατήρησης της επαγρύπνησης έναντι του πληθωρισμού (προσδοκίες);
Για να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση, είναι απαραίτητο να διαχωρίσω τις προσωρινές από τις μόνιμες επιπτώσεις που έχουν οι αυξήσεις των τιμών των βασικών προϊόντων και να τεκμηριώσω το κατά πόσον εγκυμονούν τον κίνδυνο να προκαλέσουν δευτερογενείς επιπτώσεις. Σε περίπτωση προσωρινών επιπτώσεων, η νομισματική πολιτική δεν χρειάζεται να διαδραματίσει ενεργό ρόλο, δεδομένου του μεσοπρόθεσμου προσανατολισμού της. Ωστόσο, οι αυξήσεις των τιμών των βασικών προϊόντων έχουν σημασία για τη νομισματική πολιτική σε περίπτωση σταθερά ανοδικών τάσεων στις τιμές των βασικών προϊόντων ή αν οι αρχικές προσωρινές επιπτώσεις αρχίσουν να μετατρέπονται σε δευτερογενείς επιπτώσεις για τον πληθωρισμό των τιμών καταναλωτή μέσω των μισθών και του καθορισμού των τιμών και μέσω προσδοκιών για υψηλότερο πληθωρισμό. Αυτό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συμβεί εξαιτίας της τιμαριθμοποίησης των μισθών και των τιμών ή, γενικότερα, να επηρεάσει τις πληθωριστικές προσδοκίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα μπορούσε να είναι απαραίτητη μια προσαρμογή της στάσης της νομισματικής πολιτικής με στόχο την επιστροφή σε μια κατάσταση σταθερότητας των τιμών και σταθερών πληθωριστικών προσδοκιών μεσοπρόθεσμα.
Όσον αφορά το δεύτερο μέρος της ερώτησης, δεν υφίσταται πιο μακροπρόθεσμα αντιστάθμιση μεταξύ ανάπτυξης και πληθωρισμού. Η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα είναι το κεντρικό και αναγκαίο μέσο με το οποίο μπορεί να συμβάλει η νομισματική πολιτική στην προώθηση της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία της ευρωζώνης.
11. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ανομοιογένεια των νομισματικών συνθηκών στην ευρωζώνη και τον αντίκτυπό της στην ενιαία νομισματική πολιτική της ΕΚΤ;
Ένας κάποιος βαθμός ανομοιογένειας είναι φυσιολογικός σε μια νομισματική ένωση. Η υφιστάμενη ανομοιογένεια των νομισματικών συνθηκών εντός της ευρωζώνης –με την οποία υποθέτω ότι αναφέρεστε στις διαφορές όσον αφορά τον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη– απορρέει κυρίως από μια διόρθωση των μη βιώσιμων μακροοικονομικών εξελίξεων σε μερικές χώρες που συχνά χαρακτηρίζονταν από έντονες αυξήσεις στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, ελλειμματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών και υψηλή μόχλευση στον τραπεζικό και ιδιωτικό τομέα.
Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ αποσκοπεί στη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα για την ευρωζώνη στο σύνολό της. Επιπτώσεις στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής λόγω των συνθηκών σε συγκεκριμένες χώρες προκύπτουν μόνο στον βαθμό που οι εν λόγω εξελίξεις επηρεάζουν (ενδεχομένως) τις εξελίξεις σε επίπεδο ευρωζώνης μέσω διάχυσης σε άλλες χώρες, μέσω του συνήθους εμπορικού δικτύου ή μέσω μετάδοσης ή απώλειας εμπιστοσύνης, κατά τρόπο που να επηρεάζει πιθανόν τη σταθερότητα των τιμών στην ευρωζώνη μεσοπρόθεσμα. Η ίδια η ύπαρξη μιας ενιαίας νομισματικής πολιτικής και, συνεπώς, μιας ενιαίας πολιτικής επιτοκίων σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης δεν επιτρέπει τη χρήση της νομισματικής πολιτικής για την άσκηση επιρροής στις εξελίξεις σε συγκεκριμένες χώρες. Αυτό αποτελεί καθήκον άλλων οικονομικών πολιτικών, ενός ευρέος φάσματος διαρθρωτικών πολιτικών και δημοσιονομικών πολιτικών, καθώς και μισθολογικών πολιτικών.
12. Κρίνετε ότι οι τράπεζες της ευρωζώνης βασίστηκαν σε υπερβολικό βαθμό στην παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ;
Όπως γνωρίζετε, τον Οκτώβριο του 2008, ως απάντηση στην περαιτέρω επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης μετά την πτώχευση της Lehman Brothers, η ΕΚΤ έλαβε ορισμένα μη τυποποιημένα μέτρα νομισματικής πολιτικής με βάση τις τράπεζες (δεδομένης της χρηματοπιστωτικής διάρθρωσης της ευρωζώνης), συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών πλήρους χορήγησης (full-allotment) με σταθερό επιτόκιο σε όλες τις πράξεις αναχρηματοδότησής της. Οι εν λόγω διαδικασίες συνεπάγονται ότι οι τράπεζες της ευρωζώνης είναι ελεύθερες να ζητούν απεριόριστη ποσότητα ρευστότητας από το Ευρωσύστημα με δική τους επιλογή και με σταθερό επιτόκιο, εφόσον μπορούν να παρέχουν επαρκείς επιλέξιμες εγγυήσεις. Καταρχήν, η ΕΚΤ δεν κρίνει μια τράπεζα σύμφωνα με τη συμπεριφορά της όσον αφορά τις πράξεις αναχρηματοδότησης, δεδομένου ότι η παροχή ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα είναι ένα από τα βασικά καθήκοντα μιας κεντρικής τράπεζας. Επιπλέον, λόγω της διάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η ζήτηση των τραπεζών στο πλαίσιο οιασδήποτε πράξης αυτού του είδους μπορεί να υφίσταται σημαντικές διακυμάνσεις. Παράλληλα, λόγω των δυσκολιών όσον αφορά την εξωτερική χρηματοδότηση, τα τραπεζικά συστήματα αρκετών χωρών της ευρωζώνης επιδεικνύουν επί του παρόντος έναν ασυνήθιστο βαθμό εξάρτησης από τις πράξεις της ΕΚΤ. Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, οι εν λόγω χώρες εφαρμόζουν προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που αναμένεται να οδηγήσουν, με την πάροδο του χρόνου, σε σταδιακή μείωση της αυξημένης ζήτησης για ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα εκ μέρους των τραπεζών των εν λόγω χωρών. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ παρακολουθεί πολύ στενά την κατάσταση με σκοπό να διασφαλίσει ότι η στήριξη της ρευστότητας δεν εμποδίζει την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής μέσω της καθοδήγησης των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων χρηματαγοράς σύμφωνα με τη στόχευση της νομισματικής πολιτικής.
13. Διατηρώντας τον στόχο της σταθερότητας των τιμών, πώς κατά την άποψή σας θα έπρεπε η ΕΚΤ να υλοποιήσει τις δευτερεύουσες δεσμεύσεις της που απορρέουν από τη Συνθήκη (να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη και την πλήρη απασχόληση) και ποια μέσα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η ΕΚΤ για να το επιτύχει;
Σύμφωνα με ευρεία συναίνεση, η διατήρηση σταθερών τιμών μεσοπρόθεσμα είναι το καλύτερο μέσο με το οποίο μπορεί να συμβάλει η νομισματική πολιτική στη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Σήμερα θεωρείται δεδομένο ότι μια κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να επηρεάζει την οικονομική ανάπτυξη με βιώσιμο τρόπο μεταβάλλοντας την προσφορά χρήματος. Η σταθερότητα των τιμών, για παράδειγμα, βελτιώνει τη διαφάνεια των σχετικών τιμών, μειώνει τα ασφάλιστρα κινδύνου πληθωρισμού στα επιτόκια και μειώνει τις στρεβλώσεις των συστημάτων φορολόγησης και κοινωνικής ασφάλισης. Επομένως, η σταθερότητα των τιμών είναι το σημαντικότερο μέσο με τον οποίο μπορεί να συμβάλει η νομισματική πολιτική στην επίτευξη ευνοϊκού οικονομικού περιβάλλοντος και υψηλού επιπέδου απασχόλησης. Για να το θέσω επιγραμματικά: η σταθερότητα των τιμών αποτελεί θεμέλιο της ανάπτυξης. Το άρθρο 127 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ αναθέτει στο Ευρωσύστημα τον πρωταρχικό στόχο της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών. Επομένως, η σταθερότητα των τιμών δεν αποτελεί μόνο τον πρωταρχικό στόχο της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, αλλά και στόχο της ΕΕ συνολικά. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έχει θέσει ένα σαφές αριθμητικό σημείο αναφοράς για την επίτευξη της σταθερότητας των τιμών. Αποβλέπει στη διατήρηση ρυθμών πληθωρισμού κάτω, αλλά πλησίον, του 2% μεσοπρόθεσμα και έχει εξαρχής επιτύχει πλήρως τον συγκεκριμένο στόχο.
Διατηρώντας τον στόχο της σταθερότητας των τιμών, η Συνθήκη προβλέπει δευτερογενείς υποχρεώσεις της ΕΚΤ προς στήριξη των γενικών οικονομικών πολιτικών στην Ένωση, οι οποίες περιλαμβάνουν την ισορροπημένη οικονομική ανάπτυξη και την πλήρη απασχόληση. Οι Συνθήκες θεσπίζουν έτσι μια σαφή ιεράρχηση των στόχων του Ευρωσυστήματος, η οποία καθιστά σαφές ότι η αξιόπιστη επίτευξη σταθερότητας των τιμών προωθεί τη συνολική μακροοικονομική σταθερότητα, προκειμένου να προστατεύεται καλύτερα η οικονομία από τις συνέπειες απρόβλεπτων αναταράξεων. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η νομισματική πολιτική αντέδρασε στους οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κλυδωνισμούς με τον ενδεδειγμένο μεσοπρόθεσμο προσανατολισμό για να διασφαλιστεί η σταθερότητα των πληθωριστικών προσδοκιών και να σταθεροποιηθούν οι μακροοικονομικές εξελίξεις. Η ΕΚΤ παρείχε συνεχή στήριξη στην οικονομία προσαρμόζοντας ανάλογα τη στάση της νομισματικής πολιτικής της χωρίς να επηρεάζει αρνητικά τη μεσοπρόθεσμη προοπτική της σταθερότητας των τιμών, και διασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα των πληθωριστικών προσδοκιών.
14. Ποια είναι η άποψή σας για τη «δέσμη μέτρων οικονομικής διακυβέρνησης», όπως εγκρίθηκε πρόσφατα; Τι είδους περαιτέρω ενέργειες θα κρίνατε ενδεχομένως απαραίτητες για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ;
Επικροτώ την πρόσφατη έγκριση της δέσμης μέτρων για την οικονομική διακυβέρνηση, μετά την παρέλευση ενός έτους από την έκδοση των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής, η οποία αποστέλλει προς τους πολίτες της ΕΕ και τις χρηματοπιστωτικές αγορές θετικό μήνυμα εμπιστοσύνης που είναι εξαιρετικά σημαντικό στην παρούσα συγκυρία. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι τα συμφωνηθέντα μέτρα συνιστούν βήμα προόδου προς την ορθή κατεύθυνση της ενισχυμένης και διευρυμένης οικονομικής εποπτείας. Βασικό ζητούμενο είναι πλέον η αυστηρή εφαρμογή της νέας νομοθεσίας και των συνοδευτικών δηλώσεων (όπως ο κανόνας «συμμόρφωση ή αιτιολόγηση») όχι μόνο σύμφωνα με το γράμμα, αλλά και σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου. Προς τον σκοπό αυτόν, απαιτείται ο ενστερνισμός των συμφωνηθέντων κανόνων από όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Η ρήτρα αναθεώρησης που συμπεριλαμβάνεται στη νομοθεσία θα αποτελέσει ευκαιρία για την περαιτέρω ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ και την ευρωζώνη. Θα επιτρέψει την ισχυροποίηση του συστήματος που βασίζεται στους κανόνες, καθώς και την επανόρθωση ορισμένων εναπομενουσών αδυναμιών στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης.
Για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης, τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόσουν σθεναρά εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, όπως τη θέσπιση «ορίων χρέους» στα εθνικά συντάγματα. Θα πρέπει δε να επέλθουν περαιτέρω θεσμικές μεταρρυθμίσεις για την ισχυροποίηση της διακυβέρνησης στην ευρωζώνη, όπως η πρόβλεψη μόνιμου προέδρου για την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή/ομάδα εργασίας του Eurogroup. Πέραν αυτού, οι δεσμεύσεις στο πλαίσιο του συμφώνου «Ευρώ +» και της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» θα μπορούσαν να κατοχυρωθούν με τη θέσπιση παράγωγου δικαίου και να καταστούν υποχρεωτικές, υπό τη μορφή ενός «συμφώνου ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας». Εξίσου σημαντική κρίνεται και η περαιτέρω πρόοδος στην υλοποίηση της ενιαίας αγοράς, ιδίως δε στον τομέα των υπηρεσιών, με στόχο τη βελτίωση των δυνατοτήτων οικονομικής ανάπτυξης της ΕΕ. Τέλος, η περαιτέρω πρόοδος προς την εγκαθίδρυση οικονομικής ένωσης δεν θα ήταν ολοκληρωμένη χωρίς επιπρόσθετα μέτρα για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνιστώσας στη ρύθμιση και εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών στην ΕΕ, ιδίως στην ευρωζώνη, και κυρίως όσον αφορά τα εργαλεία διαχείρισης χρηματοπιστωτικών κρίσεων (ταμείο εξυγίανσης, συστήματα εγγύησης των καταθέσεων). Η οικονομική ένωση πρέπει να πλαισιωθεί από τη δέουσα πρόοδο όσον αφορά μια πιο ολοκληρωμένη δημοσιονομική και πολιτική ένωση, η οποία απαιτεί τροποποιήσεις της Συνθήκης.
15. Σε ποιους ρόλους, σχέσεις και προκλήσεις θεωρείτε ότι καλούνται να ανταποκριθούν η ΕΚΤ και ο επικείμενος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας;
Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) καλούνται να εκτελέσουν διαφορετικές εντολές. Ο ΕΜΣ θα ενεργοποιείται σε περίπτωση που είναι απολύτως αναγκαία η διασφάλιση της σταθερότητας στην ευρωζώνη συνολικά, παρέχοντας σταθερότητα υπό κατάλληλους όρους προς όφελος των μελών του ΕΜΣ και, υπό αυτές τις συνθήκες, θα έχει μακροοικονομικό προσανατολισμό. Η ΕΚΤ έχει επιφορτιστεί με την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στην ευρωζώνη σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Κατά συνέπεια, οι εντολές της ΕΚΤ και του ΕΜΣ είναι συμπληρωματικές μεταξύ τους, δεδομένου κυρίως ότι η σταθερότητα των τιμών συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για ευρεία μακροοικονομική σταθερότητα.
Επιπλέον, η Συνθήκη για τον ΕΜΣ προβλέπει περαιτέρω τη συμμετοχή της ΕΚΤ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), ειδικά σε τέσσερις βασικούς τομείς.
Κατά πρώτο λόγο, κατόπιν αιτήματος για οικονομική βοήθεια κράτους μέλους της ευρωζώνης, η ΕΚΤ θα αξιολογεί από κοινού με την Επιτροπή και το ΔΝΤ εάν υφίσταται κίνδυνος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ευρωζώνης στο σύνολό της, ώστε να απαιτείται η ενεργοποίηση του μηχανισμού σταθερότητας.
Δεύτερον, εφόσον απαιτείται η ενεργοποίηση του ΕΜΣ, η ΕΚΤ θα αξιολογεί από κοινού με την Επιτροπή και το ΔΝΤ τις πραγματικές χρηματοδοτικές ανάγκες του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
Τρίτον, το προσωπικό της ΕΚΤ θα συμβάλλει, με την ανάλογη κατά περίπτωση τεχνική εμπειρογνωμοσύνη του, στις διαπραγματεύσεις επί του μνημονίου συμφωνίας (ΜΣ) το οποίο θα περιέχει τους κατάλληλους όρους πολιτικής, καθώς και στην επακόλουθη παρακολούθηση και εφαρμογή του εν λόγω ΜΣ.
Τέταρτον, σε εναρμόνιση με τα συμπεράσματα της συνόδου κορυφής της ευρωζώνης της 21ης Ιουλίου, προβλέπεται ότι η ενεργοποίηση παρεμβάσεων από τον ΕΜΣ στη δευτερογενή αγορά θα συντελείται βάσει ανάλυσης της ΕΚΤ η οποία θα αναγνωρίζει την εμφάνιση έκτακτων συνθηκών στη χρηματοπιστωτική αγορά και κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Οι τίτλοι που θα εκδίδονται από τον ΕΜΣ αναμένεται να πληρούν τα κριτήρια επιλέξιμων εγγυήσεων για τις πράξεις της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοοικονομικής Σταθεροποίησης. Ωστόσο, υπό το πρίσμα της απαγόρευσης νομισματικής χρηματοδότησης που προβλέπεται στο άρθρο 123 της ΣΛΕΕ, ο ΕΜΣ δεν θα θεωρείται επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης για τις πράξεις της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
Κύριος στόχος της ΕΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στην ευρωζώνη. Οιεσδήποτε δραστηριότητες συνδέονται με τη λειτουργία της ΕΚΤ είναι, εν πάση περιπτώσει, επικουρικού και βοηθητικού χαρακτήρα και αναμένεται να πραγματοποιούνται από την ΕΚΤ υπό τον σαφή όρο της απόλυτης συμφωνίας ότι δεν θίγουν την εκτέλεση της εντολής της ΕΚΤ όπως ορίζεται στις Συνθήκες της ΕΕ.
16. Τελευταία προτείνεται η ιδέα για τη συμμετοχή της ΕΚΤ στη μόχλευση των πράξεων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοοικονομικής Σταθεροποίησης. Ποιες είναι οι απόψεις σας εν προκειμένω;
Κατά γενική συναίνεση, οι πόροι του ΕΜΧΣ πρέπει να χρησιμοποιούνται με τον αποδοτικότερο δυνατό τρόπο. Αυτό εξυπηρετεί τον διττό στόχο αφενός της μεγιστοποίησης των οφελών της ευρωζώνης συνολικά που συνδέονται με κάθε ευρώ το οποίο δαπανάται στο πλαίσιο οιουδήποτε εθνικού προγράμματος και αφετέρου της προστασίας των χρημάτων των φορολογουμένων κατά την εν λόγω διαδικασία. Εξίσου ουσιώδης εν προκειμένω είναι η άμεση εφαρμογή των νέων μέσων του ΕΜΧΣ από τις κυβερνήσεις, σε εναρμόνιση με την απόφαση της 21ης Ιουλίου των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Είναι σημαντικό ο ΕΜΧΣ να έχει την ικανότητα να εκπληρώνει τα καθήκοντά του για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας με αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο.
Όσον αφορά τη συμμετοχή της ΕΚΤ στη μόχλευση του ΕΜΧΣ, πρέπει να καταστεί σαφές, κατά την άποψή μου, ότι η ΕΚΤ θα τηρεί πάντα αυστηρά το πνεύμα και τη νομική διάσταση της απαγόρευσης νομισματικής χρηματοδότησης που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη.
Δεδομένου ότι αποκλειστικός σκοπός του ΕΜΧΣ είναι η παροχή χρηματοδότησης σε κράτη μέλη της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες, η συμμετοχή της ΕΚΤ σε αυτήν τη χρηματοδότηση θα αντέβαινε στην απαγόρευση περί νομισματικής χρηματοδότησης δυνάμει του άρθρου 123 της ΣΛΕΕ. Εντούτοις, ανεξαρτήτως της όποιας νομικής αξιολόγησης, η χρηματοδότηση από το ΕΜΧΣ μέσω της ΕΚΤ εκλαμβάνεται ως παραβίαση εκ μέρους της ΕΚΤ του πνεύματος των διατάξεων της Συνθήκης, συνιστώντας συνεπώς σοβαρό κίνδυνο για την αξιοπιστία και τη φήμη της ΕΚΤ. Δεδομένου ότι η νομισματική πολιτική θα υποτασσόταν σε προβληματισμούς δημοσιονομικής φύσεως, κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αθέτηση της βασικής αρχής που αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα των σύγχρονων πλαισίων πολιτικής του κεντρικού τραπεζικού συστήματος –ήτοι της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας– και, συνεπεία τούτου, θα διακυβευόταν η ικανότητα των νομισματικών αρχών να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα των τιμών.
17. Ποια θα ήταν η σημασία της έκδοσης ευρωομολόγων για την οικονομική διακυβέρνηση στη ζώνη του ευρώ;
Τα «ευρωομόλογα» είναι ένας όρος που εμπερικλείει ευρύ φάσμα διαφορετικών εννοιών. Οι προτάσεις για την έκδοση ευρωομολόγων διαφοροποιούνται, μεταξύ άλλων, σε συνάρτηση με τη διάρθρωση των εγγυήσεών τους, την κεφαλαιακή διάρθρωση και τη διάρθρωση της διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται ομοιομορφία όσον αφορά τις επιπτώσεις για την οικονομική διακυβέρνηση σε κάθε περίπτωση.
Τούτου λεχθέντος, όλες οι προτάσεις περί ευρωομολόγων συνεπάγονται την έκδοση κοινών χρεωστικών τίτλων μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης, καθώς και κάποια μορφή αμοιβαίων εγγυήσεων. Σε περίπτωση που οι εν λόγω εγγυήσεις είναι από κοινού και εις ολόκληρον, αποκλείονται από τη Συνθήκη ως έχει επί του παρόντος. Γενικότερα, τέτοιου είδους αμοιβαίες εγγυήσεις περιορίζουν κατ’ ανάγκη το κίνητρο για την άσκηση υγιών δημοσιονομικών (και μακροοικονομικών) πολιτικών εκ μέρους των χωρών που συμμετέχουν. Είναι εξαιρετικά σημαντικό η διάρθρωση της διακυβέρνησης οποιασδήποτε τέτοιας ρύθμισης να διασφαλίζει την πλήρη αντιστάθμιση αυτών των επιπτώσεων αποδυνάμωσης των κινήτρων από άλλους μηχανισμούς. Οι παρούσες προτάσεις δεν φαίνεται να προβλέπουν τέτοια πλαίσια συμβατά προς τα κίνητρα χωρίς να απαιτούνται ουσιαστικές αλλαγές στη διάρθρωση της διακυβέρνησης της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένων αλλαγών της Συνθήκης). Επιπλέον, στον βαθμό που μια τέτοια έκδοση θα εξομοίωνε τα επιτόκια μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών, θα δημιουργούσε ένα καθεστώς έμμεσων επιδοτήσεων μεταξύ των δημοσιονομικά εύρωστων και των λιγότερο εύρωστων κρατών μελών, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τα κίνητρα για δημοσιονομική πειθαρχία στο εσωτερικό της ΟΝΕ.
18. Θεωρείτε ότι η ΕΚΤ χρειάζεται περισσότερα νέα μέσα για να ανταποκριθεί στην κρίση της ευρωζώνης;
Επιτρέψτε μου, καταρχάς, να δηλώσω ότι η ΕΚΤ έχει παράσχει στο τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης εξαιρετικά υψηλού βαθμού στήριξη της ρευστότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης και δεσμεύεται να συνεχίσει να το πράττει για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί τέτοιου είδους στήριξη. Από τον Οκτώβριο του 2008, οι τράπεζες της ευρωζώνης έχουν τη δυνατότητα να αποκτούν, έναντι ενός ευρέος φάσματος επιλέξιμων κινητών αξιών ως εγγυήσεων, και βάσει σταθερού επιτοκίου, απεριόριστα ποσά ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα (στο πλαίσιο οποιασδήποτε πράξης αναχρηματοδότησης από την ΕΚΤ με προθεσμίες λήξης που κυμαίνονται από μία εβδομάδα έως τρεις μήνες, όπως έχει σήμερα η κατάσταση). Αυτή η διαδικασία σταθερού επιτοκίου με πλήρη χορήγηση παρέχει ουσιαστικά στις τράπεζες μια εξασφάλιση έναντι του κινδύνου ρευστότητας με σχετικά χαμηλό κόστος. Διασφαλίσεις αυτού του είδους παρουσιάζουν, υπό τις παρούσες συνθήκες, υψηλή ζήτηση και εξαιρετικά υψηλό κόστος ή είναι αδύνατον να αποκτηθούν στις διατραπεζικές αγορές.
Παρά την έμφαση που αποδίδεται στον προσωρινό χαρακτήρα του εν λόγω μέσου, η ΕΚΤ έχει ήδη δηλώσει ότι αυτό το μέτρο θα διατηρηθεί για όσο χρονικό διάστημα κριθεί απαραίτητο, αλλά τουλάχιστον έως τις αρχές του 2012. Η ΕΚΤ επανεξετάζει διαρκώς τη συνολική κατάσταση.
Τέλος, στον βαθμό στον οποίο τα υφιστάμενα προβλήματα στις χρηματοπιστωτικές αγορές της ευρωζώνης εκτείνονται πέραν των προβλημάτων ρευστότητας φερέγγυων τραπεζών και συνδέονται περισσότερο με προβλήματα φερεγγυότητας, πρέπει να αναζητηθούν λύσεις από άλλες πλευρές, κυρίως από τις εθνικές κυβερνήσεις, με στόχο την παροχή μέτρων στήριξης για ανακεφαλαιοποίηση, σύμφωνα με τα πορίσματα των πρόσφατων δοκιμασιών αντοχής, εφόσον δεν καταστεί δυνατή η χρηματοδότηση των τραπεζών από τις αγορές. Το βασικό αίτιο των υφιστάμενων προβλημάτων, ωστόσο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη βοήθεια μέσων παρέμβασης κεντρικών τραπεζών. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη να θεσπιστούν νέα μέσα για την ΕΚΤ.
19. Τι είδους ρόλο θα πρέπει να διαδραματίζουν, κατά την άποψή σας, στην πολιτική της ΕΚΤ οι αξιολογήσεις του δημόσιου χρέους; Πιστεύετε ότι η ΕΚΤ πρέπει κατά κανόνα να αποδέχεται ως κινητές αξίες όλα τα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης;
Κατά την αξιολόγηση των πιστοληπτικών προδιαγραφών των επιλέξιμων στοιχείων ενεργητικού ως εγγυήσεων στο πλαίσιο των πράξεων νομισματικής πολιτικής, η αξιολόγηση από τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας συνιστά μία από τις πληροφορίες που χρησιμοποιούνται, αλλά όχι και τη μοναδική. Το Ευρωσύστημα λαμβάνει εξίσου υπόψη και άλλα στοιχεία τα οποία εγγυώνται προστασία έναντι υψηλών κινδύνων. Στην περίπτωση μιας χώρας που βρίσκεται σε πρόγραμμα προσαρμογής, η συμμόρφωση της εν λόγω χώρας με το πρόγραμμα και η αξιολόγηση του προγράμματος από την ΕΚΤ είναι καίριας σημασίας.
Όσον αφορά τα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης, όπως συμβαίνει και με όλες τις άλλες κινητές αξίες, το Ευρωσύστημα έχει καθορίσει τα σχετικά πρότυπα στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας. Το Ευρωσύστημα ορθώς διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει κατά πόσον μια έκδοση, ένας εκδότης, ένας δανειολήπτης ή ένας εγγυητής πληροί τις απαιτήσεις του σχετικά με τα υψηλά πιστοληπτικά πρότυπα βάσει τυχόν πληροφοριών που ενδέχεται να θεωρεί σημαντικές, και δύναται να απορρίψει, να περιορίσει τη χρήση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού ή να εφαρμόσει συμπληρωματικά μέτρα «κουρέματος» (περικοπής αποτίμησης), εφόσον κριθεί αναγκαίο για τη διασφάλιση επαρκούς προστασίας του Ευρωσυστήματος έναντι των κινδύνων, σύμφωνα με το άρθρο 18.1 του Καταστατικού του ΕΣΚΤ.
20. Ποια είναι η άποψή σας για τη σύσταση ενός ευρωπαϊκού οργανισμού αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας;
Η πιθανή σύσταση ενός νέου ανεξάρτητου ευρωπαϊκού οργανισμού αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας ενδέχεται να έχει δυνητικά οφέλη, κυρίως όσον αφορά την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, οδηγώντας, με τον τρόπο αυτόν, σε καλύτερες αξιολογήσεις, οι οποίες θα μπορούν πιθανώς να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη ορισμένες ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές ιδιαιτερότητες. Εντούτοις, ένας τέτοιος οργανισμός θα πρέπει να διατηρεί πλήρη ανεξαρτησία από πολιτικές ή άλλες επιρροές. Θα χρειαστεί ίσως κάποιο χρονικό διάστημα έως ότου να είναι σε θέση ένας τέτοιος οργανισμός να προβαίνει σε αξιόπιστες αξιολογήσεις, οι οποίες θα είναι αυστηρές, ορθές, συνεχείς και υποκείμενες σε επικύρωση βάσει της ιστορικής εμπειρίας, και ως εκ τούτου σε συμμόρφωση προς τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται από τον κανονισμό για τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας.
Τούτου λεχθέντος, φρονώ ότι είναι σημαντικό να επισημανθεί το θεμελιώδες πρόβλημα της υπερβολικής εξάρτησης από εξωτερικές αξιολογήσεις. Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS) έχουν αναλάβει επί του παρόντος τη διεκπεραίωση σημαντικού έργου σχετικά με το εν λόγω θέμα.
21. Ποια είναι η άποψή σας για το Πρόγραμμα Αγορών Κινητών Αξιών (SMP); Συγκεκριμένα, θεωρείτε ότι μετατρέπει την ΕΚΤ σε έναν εκ των πραγμάτων δημοσιονομικό φορέα, θέτοντας με τον τρόπο αυτόν ενδεχομένως σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της;
Το Πρόγραμμα Αγορών Κινητών Αξιών (SMP), όπως ανακοινώθηκε από την ΕΚΤ, θεσπίστηκε τον Μάιο του 2010 για να στηρίξει τη μετάδοση αποφάσεων νομισματικής πολιτικής λόγω δυσλειτουργικών τμημάτων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, με σκοπό να διασφαλιστεί η σταθερότητα των τιμών στην ευρωζώνη συνολικά. Η απόφαση για την επανέναρξη της αγοράς ομολόγων τον Αύγουστο του 2011 ελήφθη ενόψει του σοβαρού κινδύνου ορισμένες αγορές κρατικών χρεογράφων να καταστούν δυσλειτουργικές και να εξαπλωθούν εντάσεις σε άλλες αγορές ελλείψει παρέμβασης. Οι δυσλειτουργικές αγορές κινητών αξιών –και οι αγορές κρατικών ομολόγων ειδικότερα– μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στη μετάδοση της κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία (και, εντέλει, στις τιμές). Από μια εξωτερική προοπτική, είναι σχεδόν αδύνατο να κρίνει κανείς κατά πόσον και σε ποιον βαθμό αυτές οι δυσμενείς επιπτώσεις στη μετάδοση της θέσης της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία λαμβάνουν χώρα πραγματικά. Οι δημοσιεύσεις της ΕΚΤ, π.χ. το μηνιαίο δελτίο, πρέπει να παρέχουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες. Κατά την άποψή μου, είναι σημαντικό το SMP να έχει αποκλειστικά προσωρινό και περιορισμένο χαρακτήρα και το τέλος εφαρμογής του συστήματος να είναι προβλέψιμο, καθώς ο ενισχυμένος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης (ΕΜΧΣ) μπορεί να αναλάβει δραστηριότητες δευτερογενούς αγοράς. Μια δεύτερη σημαντική πτυχή είναι ότι οι δραστηριότητες δευτερογενούς αγοράς πρέπει να είναι πλήρως αποστειρωμένες, ώστε να μην παρεμποδίζουν την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής μέσω καθοδήγησης των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων χρηματαγοράς σύμφωνα με την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.
Η ΕΚΤ αποσκοπεί μόνο να σταθεροποιήσει εκείνες τις αγορές που σταμάτησαν να λειτουργούν κανονικά. Αλλά η πρώτη –και εκ των ων ουκ άνευ– προϋπόθεση επιτυχίας είναι να επιταχύνουν οι κυβερνήσεις τη δημοσιονομική εξυγίανση και να υιοθετήσουν μια αταλάντευτη στάση κατά την εφαρμογή των σκληρών μέτρων που είναι αναγκαίο να ληφθούν. Οι διαταραχές των αγορών, στην προκειμένη περίπτωση των αγορών κινητών αξιών ορισμένων κρατών μελών, οφείλονται στο γεγονός ότι οι κυβερνήσεις, μεμονωμένα, δεν έχουν διασφαλίσει ακόμη την πλήρη αξιοπιστία τους στις αγορές, και στο γεγονός ότι η επιτήρηση από ομοτίμους που ζητήθηκε για το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν ασκήθηκε ορθά. Αποτελεί αναντίρρητο γεγονός ότι η ΕΚΤ ήταν ορισμένες φορές ο μόνος φορέας στην ευρωζώνη που ήταν πλήρως ικανός να αναλάβει δράση· εντούτοις, η δημοσιονομική και νομισματική πολιτική πρέπει να είναι καταρχήν σαφώς διαχωρισμένες. Κατά συνέπεια, η ευρωζώνη πρέπει να αναλάβει δράση και να εκπληρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις (μέτρα προσαρμογής σε εθνικό επίπεδο, ενισχυμένος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης (ΕΜΧΣ), Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ), καλύτερες δομές διακυβέρνησης) για να ανακτήσει πλήρως την ικανότητα να αναλαμβάνει δράση και, ως εκ τούτου, να δώσει στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να αποσυρθεί από αυτές τις δραστηριότητες, αμέσως μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες της αγοράς.
22. Πότε προβλέπετε την αποτελεσματική έξοδο της ΕΚΤ από τα τρέχοντα μη τυποποιημένα μέτρα;
Τα μη τυποποιημένα μέτρα νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ ελήφθησαν με σκοπό να ενισχύσουν τη διαδικασία μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, λαμβάνοντας υπόψη τις προβληματικές χρηματοπιστωτικές αγορές. Κατά συνέπεια, η έξοδος από αυτά τα μέτρα συνδέεται με την εξέλιξη των συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών σε βάθος χρόνου, κάτι που με τη σειρά του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατάρτιση και την εφαρμογή κατάλληλων εθνικών πολιτικών. Η αποφασιστική δημοσιονομική εξυγίανση και οι αποφασιστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε χώρες με οικονομικά προβλήματα θα περιόριζαν τα ασφάλιστρα κινδύνου στις αποδόσεις των ομολόγων. Αποφασιστικά μέτρα για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με χρηματοοικονομικά προβλήματα θα συνέβαλλαν ουσιαστικά στην αναζωογόνηση της πρόσβασης αυτών των τραπεζών στις χρηματαγορές, επιτρέποντας στην ΕΚΤ να περιορίσει τον διαμεσολαβητικό της ρόλο.
Το SMP –όπως και όλα τα άλλα μη τυποποιημένα μέτρα νομισματικής πολιτικής που έλαβε η ΕΚΤ ως απάντηση στην κρίση– έχει προσωρινό χαρακτήρα. Είναι συμπληρωματικό και όχι επιπρόσθετο στις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου σχετικά με τα βασικά επιτόκια, καθώς ενισχύει τη διαδικασία μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Όπως όλα τα μη τυποποιημένα μέτρα νομισματικής πολιτικής, το SMP πρέπει να καταργηθεί σταδιακά το συντομότερο δυνατόν, μόλις υποχωρήσουν οι συνθήκες που επέβαλαν την έναρξη του προγράμματος.
23. Προβλέπετε να αλλάξει η στάση της ΕΚΤ όσον αφορά τις ισχυρές αντιδράσεις κατά της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους;
Όσον αφορά το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας, η ΕΚΤ επιμένει σταθερά σε τρία βασικά μηνύματα. Πρώτον, η ΕΚΤ δήλωσε ότι τυχόν συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα έπρεπε να είναι εθελοντικού χαρακτήρα, και αυτό ακολουθείται. Δεύτερον, η ΕΚΤ δήλωσε ότι ήταν απαραίτητο να αποφευχθεί ένα «πιστωτικό γεγονός», και επίσης φαίνεται ότι κάτι τέτοιο θα αποφευχθεί κατά πάσα πιθανότητα. Τρίτον, η ΕΚΤ δήλωσε επίσης ότι πρέπει να αποφευχθεί μια «επιλεκτική χρεοκοπία», ώστε η Ελλάδα να είναι συνεπής ως προς τις υποχρεώσεις του χρέους της και να τηρήσει αυστηρά το συμφωνηθέν πρόγραμμα και, μέσω αυτού, να βοηθήσει να διασφαλιστεί η ελαχιστοποίηση του κόστους όσον αφορά απώλειες, δευτερογενείς επιπτώσεις και μετάδοση του προβλήματος στους ομοτίμους της στην ευρωζώνη. Στις αποφάσεις που ελήφθησαν από τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων την 21η Ιουλίου συμπεριλαμβάνονται απαραίτητες προφυλάξεις προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες της ΕΚΤ εν προκειμένω.
Σχετικά με τη συγκεκριμένη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα που προβλέπεται για την Ελλάδα, οι αρχηγοί των κρατών ή κυβερνήσεων της ευρωζώνης αναγνώρισαν στις 21 Ιουλίου ότι η προσέγγιση που ακολουθήθηκε για την Ελλάδα ήταν έκτακτη και μοναδική, ως απάντηση σε μια έκτακτη και μοναδική κατάσταση. Όλες οι άλλες χώρες μέλη της ευρωζώνης επανέλαβαν επισήμως την ακράδαντη αποφασιστικότητά τους να εξυπηρετήσουν πλήρως τα οικεία δημόσια χρέη τους και να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους για βιώσιμη δημοσιονομική εξυγίανση και διαρθρωτική μεταρρύθμιση. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι αυτή η ακράδαντη αποφασιστικότητα είναι απολύτως θεμελιώδης και πιστεύει ότι η αξιοπιστία του συνόλου του δημόσιου χρέους αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην ευρωζώνη συνολικά.
Υπό το πρίσμα του προβλεπόμενου δεύτερου προγράμματος της ευρωζώνης/του ΔΝΤ για την Ελλάδα, το οποίο επίσης αποφασίστηκε καταρχήν στις 21 Ιουλίου, η Τρόικα πρέπει να παράσχει μια ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους. Το πρόγραμμα και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα πρέπει να σχεδιαστούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διατηρηθεί ή να επιτευχθεί μια κατάσταση βιώσιμου χρέους για την Ελλάδα. Η ΕΚΤ είναι μέρος της Τρόικας και θα ακολουθήσει τη θέση της σχετικά με τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην ευρωζώνη συνολικά.
24. Με ποιον τρόπο θα εξασφαλίσετε τη διαφάνεια σε σχέση με το SMP και το Πρόγραμμα Αγοράς Καλυμμένων Ομολόγων (CBPP);
Η ΕΚΤ προσυπογράφει πλήρως τις αρχές της διαφάνειας και των ανοικτών διαδικασιών. Αλλά μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις οι οποίες να απαιτούν μια παρέκκλιση από αυτές τις αρχές. Η παροχή περισσότερων πληροφοριών σχετικά με τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του SMP και του CBPP θα μπορούσε να βλάψει την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα αυτών των προγραμμάτων. Θα μπορούσε να επιτρέψει σε φορείς της χρηματοπιστωτικής αγοράς να αναμένουν αγορές από το Ευρωσύστημα, και να αναπτύξουν διαπραγματευτικές στρατηγικές που θα τους επέτρεπαν να ωφεληθούν από τις παρεμβάσεις της ΕΚΤ. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα το Ευρωσύστημα να πρέπει να αγοράσει μεγαλύτερες ποσότητες ομολόγων για να επιτύχει τα επιθυμητά γι’ αυτό αποτελέσματα. Όσον αφορά τις αγορές στο πλαίσιο του SMP που εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη, η ΕΚΤ παρέχει ήδη πληροφορίες σε εβδομαδιαία βάση σχετικά με τα ποσά για τα οποία παρενέβη στις αγορές ομολόγων σε συγκεντρωτική βάση.
25. Πώς αξιολογείτε τις αυξανόμενες απαιτήσεις και οφειλές των μελών της ΕΚΤ στο πλαίσιο του συστήματος TARGET2;
Οι μεγάλες διασυνοριακές ροές πληρωμής μεταξύ τραπεζών στην ευρωζώνη αποτελούν ένα φυσιολογικό χαρακτηριστικό της νομισματικής ένωσης. Πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, οι ροές έτειναν να είναι σε γενικές γραμμές ισόρροπες μεταξύ των χωρών: το τραπεζικό σύστημα μιας χώρας μπορούσε γενικά να αντισταθμίζει τις εκροές πληρωμής που σχετίζονταν με τις καθαρές εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ή την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό με εισροές, κυρίως μέσω της συγκέντρωσης κεφαλαίων στη διασυνοριακή διατραπεζική αγορά. Με την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης δημόσιου χρέους, δεν συμβαίνει πλέον αυτό: οι εκροές είναι περισσότερες από τις εισροές για τα τραπεζικά συστήματα ορισμένων χωρών της ευρωζώνης (όπως της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας), ενώ παρατηρείται το αντίστροφο για άλλες χώρες της ευρωζώνης (όπως π.χ. τη Γερμανία). Αυτές οι μη ισορροπημένες διασυνοριακές ροές πληρωμής συνεπάγονται ότι τα τραπεζικά συστήματα χρειάζονται μεγαλύτερη ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα σε ορισμένες χώρες από ό,τι σε άλλες όπου εισρέουν χρήματα εμπορικών τραπεζών. Κατά συνέπεια, η καθαρή κατανομή της ρευστότητας στο Ευρωσύστημα είναι άνιση: ορισμένες εθνικές κεντρικές τράπεζες παρέχουν σε καθαρούς όρους μεγαλύτερη ρευστότητα (σε σχέση με το μέγεθος των τραπεζικών συστημάτων των αντίστοιχων χωρών) από ό,τι άλλες εθνικές κεντρικές τράπεζες. Αυτό οδηγεί σε ισορροπίες εντός του Ευρωσυστήματος: ορισμένες εθνικές κεντρικές τράπεζες αποκτούν αξιώσεις έναντι της ΕΚΤ, άλλες υποχρεώσεις. Αυτοί οι λογαριασμοί των εθνικών κεντρικών τραπεζών ονομάζονται αξιώσεις και υποχρεώσεις «TARGET2», επειδή οι ανισορροπίες στις ροές πληρωμής στις διάφορες χώρες εμφανίζονται στο σύστημα πληρωμών που χρησιμοποιείται για τη διεκπεραίωση και τον διακανονισμό αυτών των ροών σε χρήματα από την κεντρική τράπεζα, κάτι που για το Ευρωσύστημα είναι το TARGET2.
Ως εκ τούτου, οι χρεωστικοί ή πιστωτικοί λογαριασμοί των εθνικών κεντρικών τραπεζών στο σύστημα TARGET2 (οι οποίοι συνολικά έχουν άθροισμα μηδέν) εκφράζουν την άνιση κατανομή της ρευστότητας κεντρικής τράπεζας από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος. Αυτή η άνιση κατανομή εντός του Ευρωσυστήματος προσφέρει σταθερότητα, καθώς επιτρέπει σε οικονομικά υγιείς τράπεζες –ακόμη και σε χώρες υπό οικονομική πίεση– να καλύψουν τις ανάγκες ρευστότητάς τους, έναντι αποδεκτών εγγυήσεων. Αυτό συμβάλλει στην αποτελεσματική μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στην ευρύτερη οικονομία της ευρωζώνης, διατηρώντας κατά τον τρόπο αυτόν τη σταθερότητα των τιμών στην ευρωζώνη μεσοπρόθεσμα.
Στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, η αξίωση μιας εθνικής κεντρικής τράπεζας στο TARGET2 δεν εκφράζει, αυτή καθαυτή, την έκθεση της εν λόγω εθνικής κεντρικής τράπεζας σε χρηματοπιστωτικό κίνδυνο. Η έκθεση του Ευρωσυστήματος σε κινδύνους σχετίζεται με την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες και, κατά συνέπεια, με τις ίδιες τις πράξεις νομισματικής πολιτικής. Ο λειτουργικός κίνδυνος μετριάζεται μέσω ενός ορθού πλαισίου διαχείρισης κινδύνων, και τυχόν εναπομένων κίνδυνος επιμερίζεται, κατά κανόνα, μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος ανάλογα με τα αντίστοιχα μερίδια συμμετοχής τους στο κεφάλαιο της ΕΚΤ· δεν σχετίζεται με τις θέσεις των μεμονωμένων κεντρικών τραπεζών στο TARGET2.
26. Ποιοι θεωρείτε ότι είναι οι σημαντικότεροι στόχοι της στρατηγικής για την απασχόληση και την ανάπτυξη μέχρι το 2020; Πώς θα μπορούσαν η ΕΚΤ και τα μέσα συντονισμού οικονομικής πολιτικής να συμβάλουν στην επιτυχία αυτής της στρατηγικής; Παρακαλώ, απαριθμήστε με σειρά σπουδαιότητας τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες πιστεύετε ότι αποτελούν προτεραιότητα στην ΕΕ και δικαιολογήστε τις επιλογές σας.
Όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης πρέπει να εφαρμόσουν ουσιαστικές και ολοκληρωμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση, να αυξήσουν την ευελιξία των οικονομιών τους και να ενισχύσουν τις δυνατότητές τους για πιο μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Οι φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι καίριας σημασίας για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Τα μέσα συντονισμού της οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι προσανατολισμένα στην υποστήριξη αυτών των στόχων. Με την καθιέρωση του ευρωπαϊκού εξαμήνου, τόσο τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης όσο και τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένων των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν στο πλαίσιο του συμφώνου «Ευρώ+», υποβάλλονται και αξιολογούνται πλέον ταυτόχρονα προκειμένου να ενισχυθεί η συνεκτικότητα των συστάσεων πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι πλέον ζωτικής σημασίας οι συγκεκριμένες ανά χώρα συστάσεις πολιτικής που εκδίδονται να εφαρμόζονται πλήρως. Τα κράτη μέλη της ευρωζώνης πρέπει να προχωρήσουν περαιτέρω προτείνοντας φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις. Επίσης, στο πλαίσιο της νέας «διαδικασίας υπερβολικών ανισορροπιών, τα κράτη μέλη όπου συσσωρεύτηκαν μεγάλες οικονομικές και δημοσιονομικές ανισορροπίες θα υποχρεούνται να διορθώνουν αυτές τις ανισορροπίες εφαρμόζοντας κατάλληλα μέτρα οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, είναι ζωτικής σημασίας να εφαρμοστούν αυστηρά τα προσφάτως συμφωνηθέντα μέσα επιτήρησης επί των πολιτικών των κρατών μελών προκειμένου να υποστηριχθούν οι στόχοι της στρατηγικής για την απασχόληση και την ανάπτυξη. Διασφαλίζοντας τη σταθερότητα των τιμών και συμβάλλοντας στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η ΕΚΤ συνεισφέρει επίσης στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος ευνοϊκού για την ανάπτυξη.
Όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ύψιστη προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στους στόχους που αφορούν την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και του δυναμικού ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τον ανταγωνισμό με τις ανεπτυγμένες και τις αναδυόμενες χώρες σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό σχετίζεται με ποικίλους τομείς, όπως την εκπαίδευση, τις υπηρεσίες, τις αγορές εργασίας, τη βιωσιμότητα, την έρευνα και ανάπτυξη και την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς. Η αντιμετώπιση των προκλήσεων σε αυτούς τους τομείς ενδέχεται ταυτόχρονα να δώσει ώθηση σε ολόκληρη τη διαδικασία και να έχει αμοιβαίες θετικές επιπτώσεις. Συγκεκριμένα μέτρα στους εν λόγω τομείς θα μπορούσαν να είναι τα εξής:
- όσον αφορά την εκπαίδευση, επαρκείς δημόσιες επενδύσεις, προσβασιμότητα στην εκπαίδευση ανεξαρτήτως της κοινωνικής τάξης και διασυνοριακή αναγνώριση των πτυχίων·
- όσον αφορά τον κλάδο των υπηρεσιών, περαιτέρω απελευθέρωση, για παράδειγμα, των κλειστών επαγγελμάτων. Οι υπηρεσίες υγείας έχουν επίσης μεγάλες δυνατότητες·
- όσον αφορά τις αγορές εργασίας, περαιτέρω διασυνοριακή απελευθέρωση. Ωστόσο, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η εργασία είναι μια έννοια πολυδιάστατη. Δεν αφορά μόνο τον συντελεστή παραγωγής, αλλά αποτελεί επίσης ένα σημαντικό μέσο συμμετοχής και ένταξης στην κοινωνία. Η ελευθερία της διεξαγωγής συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση· ωστόσο, όλες οι μορφές υπολογισμού των αμοιβών βάσει δεικτών πρέπει να καταργηθούν·
- όσον αφορά τη βιωσιμότητα, η δημοσιονομική βιωσιμότητα είναι καίριας σημασίας λαμβάνοντας υπόψη τις δημογραφικές μεταβολές. Η γήρανση της κοινωνίας και η μετανάστευση και η κινητικότητα στην εσωτερική αγορά και εκτός αυτής δημιουργούν προκλήσεις ως προς τη βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα του δημόσιου τομέα πρέπει να βελτιωθούν·
- όσον αφορά τον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης, πρέπει να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε επιχειρηματικά κεφάλαια·
- οι εμπορικοί φραγμοί –ορατοί και κρυφοί– πρέπει να αρθούν περαιτέρω προκειμένου να ενισχυθεί η εσωτερική αγορά, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, ιδίως στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.
27. Ποια είναι η γνώμη σας όσον αφορά τον ρυθμό με τον οποίο τα νέα κράτη μέλη πρέπει να ενταχθούν στη νομισματική ένωση και να υιοθετήσουν το ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κριτήρια σύγκλισης και τη συμμετοχή στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ ΙΙ);
Επιτρέψτε μου να αναφέρω καταρχάς ότι η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) δεν είναι μια κλειστή λέσχη, όπως απέδειξε μόλις πρόσφατα το παράδειγμα της Εσθονίας.
Υπογράφοντας τη Συνθήκη, τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΕ από το 2004 και μετά δεσμεύθηκαν να υιοθετήσουν το ευρώ. Το πλαίσιο σύγκλισης, όπως προβλέπεται στη Συνθήκη και το πρωτόκολλο, αναφέρει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να υιοθετήσουν το ευρώ εφόσον επιτύχουν υψηλό βαθμό σταθερής σύγκλισης, κάτι που με τη σειρά του συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα για την ένταξη στην ευρωζώνη.
Ιδίως βάσει του πλαισίου των εμπειριών των πρώτων 13 ετών της ΟΝΕ, επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω ότι, πέραν των τεσσάρων κριτηρίων ονομαστικής σύγκλισης, η Συνθήκη ορίζει επίσης μια ομάδα πρόσθετων ζητημάτων, συγκεκριμένα «την ολοκλήρωση των αγορών, την κατάσταση και την εξέλιξη των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών και μια εξέταση των εξελίξεων του κατά μονάδα κόστους εργασίας και άλλων δεικτών τιμών» (άρθρο 140 ΣΛΕΕ). Αυτές οι πτυχές, όπως και η διατηρησιμότητα της σύγκλισης που θα επιτευχθεί, θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση.
Η συμμετοχή στον ΜΣΙ ΙΙ συνιστά καίριο στοιχείο της διαδικασίας σύγκλισης. Δείχνει κατά πόσον ένα κράτος μέλος μπορεί να επιτύχει βασικούς στόχους πολιτικής, όπως η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, η δημοσιονομική πειθαρχία και η ανταγωνιστικότητα, τηρώντας ταυτόχρονα τα κανονικά περιθώρια διακύμανσης χωρίς σοβαρές εντάσεις –και συγκεκριμένα χωρίς υποτίμηση της κεντρικής διμερούς ισοτιμίας του νομίσματός του έναντι του ευρώ με δική του πρωτοβουλία– τουλάχιστον τα δύο τελευταία έτη πριν από την εξέταση της σύγκλισης.
28. Ποια είναι η γνώμη σας σχετικά με τη φορολόγηση των βραχυπρόθεσμων χρηματοπιστωτικών συναλλαγών; Εκτιμάτε ότι ένας φόρος επί της αγοραπωλησίας συναλλάγματος, περιλαμβανομένου του ευρώ, θα είχε ευεργετικές συνέπειες – παραδείγματος χάριν, σταθεροποιώντας τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των χωρών που επιθυμούν να ενταχθούν στο μέλλον στη ζώνη του ευρώ;
Στο πλαίσιο του παρόντος διαλόγου συζητούνται διάφορα είδη φόρων επί των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων: ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (ΦΧΣ), ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων (ΦΧΔ) ή ο φόρος Tobin. Η χρησιμότητα κάθε φόρου πρέπει να αξιολογηθεί από δύο απόψεις: τον στόχο του για καθοδήγηση της συμπεριφοράς και τη λειτουργία άντλησης εσόδων.
Θα τασσόμουν υπέρ της επιβολής ενός γενικού φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (ΦΧΣ). Ένας τέτοιος φόρος θα έπρεπε να θεσπισθεί κατά προτίμηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Με δεδομένες τις έντονες συζητήσεις που είχαμε σχετικά με το θέμα αυτό κατά τη διάσκεψη κορυφής της G20 στο Τορόντο, αυτό μοιάζει ανέφικτο στο εγγύς μέλλον. Ως δεύτερη καλύτερη λύση θα μπορούσε να προταθεί η καθιέρωσή του σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ως τρίτη καλύτερη επιλογή θα πρέπει να εξετασθεί η επιβολή του στην ευρωζώνη.
Ως προς τη λειτουργία καθοδήγησης: Αν και οι υπέρμαχοι οποιουδήποτε είδους φόρου επί των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων υπογραμμίζουν συχνά την ελπίδα ότι τέτοιου είδους φόροι θα μειώσουν την αστάθεια, ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί υπό το πρίσμα του μεγαλύτερου μέρους της θεωρητικής και εμπειρικής ανάλυσης. Για την ακρίβεια, η αύξηση του κόστους των συναλλαγών που θα προέκυπτε εξαιτίας αυτού θα μείωνε τη ρευστότητα της αγοράς και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της αστάθειας.
Ως εκ τούτου, ο ΦΧΣ ως μέσο δεν θα πρέπει να εξετασθεί μεμονωμένα. Πρέπει να εξετασθεί παράλληλα με μια ενισχυμένη κανονιστική ρύθμιση, ιδίως όσον αφορά τις συναλλαγές υψηλής συχνότητας και να αξιολογηθεί σε αντιπαραβολή με τις εναλλακτικές που διαθέτουν τα κράτη μέλη (ή στο μέλλον πιθανώς η Ευρωπαϊκή Ένωση) για την άντληση εσόδων. Κατόπιν όλων αυτών, αναμένω με ανυπομονησία τη νομοθετική πρόταση που θα υποβάλει σύντομα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
29. Ποια είναι η γνώμη σας σχετικά με τον ρόλο του Συμβουλίου και της ΕΚΤ αντιστοίχως όσον αφορά την εξωτερική εκπροσώπηση της ευρωζώνης;
Η εξωτερική εκπροσώπηση της ευρωζώνης αντικατοπτρίζει τη θεσμική σύσταση της ΟΝΕ: δεδομένου ότι οι νομισματικές και συναλλαγματικές πολιτικές αποτελούν αρμοδιότητες της Ένωσης, η εκπροσώπησή τους εξασφαλίζεται μέσω των θεσμικών οργάνων της ΕΕ (από την ΕΚΤ για θέματα νομισματικής πολιτικής, και από το Συμβούλιο της ΕΕ, σε σύνθεση απαρτιζόμενη από μέλη της ευρωζώνης, από κοινού με την ΕΚΤ για θέματα συναλλαγματικής πολιτικής). Αντίθετα, η εκπροσώπηση των οικονομικών πολιτικών δεν είναι ενιαία, κάτι που αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι οι αρμοδιότητες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στα χέρια των εθνικών κυβερνήσεων, που τις εκπροσωπούν επίσης σε εξωτερικό επίπεδο (π.χ. στο ΔΝΤ).
Παρ’ όλα αυτά, ως ένα από τα βασικά διδάγματα που μπορούν να αντληθούν από τη συνεχιζόμενη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, σήμερα γινόμαστε μάρτυρες ενισχυμένων προσπαθειών να κινηθούμε προς μια βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση στην ευρωζώνη, κάτι που αποτελεί επίσης στόχο της προσφάτως εγκριθείσας δέσμης μέτρων οικονομικής διακυβέρνησης και περαιτέρω προτάσεων που καταρτίζονται επί του παρόντος. Κατά την άποψή μου, αυτή η ενισχυμένη «ευρωπαϊκή διάσταση» στο πλαίσιο των αποφάσεων οικονομικής πολιτικής θα χρειαστεί συν τω χρόνω να αντικατοπτρισθεί και στην εξωτερική τους εκπροσώπηση, για παράδειγμα, δυνάμει του άρθρου 138 ΣΛΕΕ, που ορίζει ότι το Συμβούλιο –μετά από διαβούλευση με την ΕΚΤ– εγκρίνει κοινές θέσεις και τα μέτρα που ενδείκνυνται για την εξασφάλιση ενιαίας εκπροσώπησης στο πλαίσιο των αρμόδιων διεθνών οικονομικών οργανισμών και διασκέψεων. Ασφαλώς, πρόκειται για πολιτική απόφαση και οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι αρμόδιες για τη λήψη της.
30. Πώς αποτιμάτε την πρόσφατη εξέλιξη στη συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου/ευρώ;
Οι αρχές που είναι αρμόδιες για όλα τα κύρια νομίσματα που παρουσιάζουν διακυμάνσεις έχουν κοινό συμφέρον να εδραιωθεί ένα ισχυρό και σταθερό διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο θα χαρακτηρίζεται από συναλλαγματικές ισοτιμίες που θα αντικατοπτρίζουν θεμελιώδεις οικονομικές αρχές. Αυτό αναφέρεται σε διάφορα ανακοινωθέντα της G7. Η υπερβολική αστάθεια και οι άναρχες διακυμάνσεις των ισοτιμιών έχουν δυσμενείς επιπτώσεις για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η ισοτιμία δολαρίου/ευρώ παρουσιάζει σημαντική αστάθεια από τις αρχές του έτους. Αυτό αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό έκφραση της έντονης αβεβαιότητας όσον αφορά τις μακροοικονομικές εξελίξεις και πολιτικές, ιδίως σε σχέση με τη διευθέτηση των δημοσιονομικών καταστάσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Για την ακρίβεια, το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο αστάθειας χαρακτήρισε τις αγορές συναλλάγματος εν γένει, και όχι μόνο τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ-δολαρίου.
31. Πώς αποτιμάτε την πρόσφατη εξέλιξη στη συναλλαγματική ισοτιμία ρενμίνμπι/ευρώ; Πιστεύετε ότι οι Κεντρικές Τράπεζες είναι σε θέση να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά την υπερβολική μεταβλητότητα; Πιστεύετε ότι πρέπει να ενθαρρυνθεί ο διεθνής ρόλος του ευρώ;
Μετά την εκ των πραγμάτων αποσύνδεσή του από το δολάριο ΗΠΑ τον Ιούνιο του 2010, το ρενμίνμπι ανατιμήθηκε κατά σχεδόν 6% έναντι του δολαρίου ΗΠΑ στα τέλη Ιουλίου του 2011, όμως έχει υποτιμηθεί κατά 9% έναντι του ευρώ και κατά 5% σε ονομαστικούς πραγματικούς όρους. Από τότε που ξέσπασε η πρόσφατη χρηματοπιστωτική αναταραχή, το δολάριο ΗΠΑ ανατιμήθηκε σημαντικά έναντι του ευρώ και, ως παράπλευρη συνέπεια αυτού, το ρενμίνμπι ενισχύθηκε εκ νέου έναντι του ευρώ και σε ονομαστικούς πραγματικούς όρους, φτάνοντας στα επίπεδα του Ιουνίου του 2010. Εν γένει, ενθαρρύνουμε τις κινεζικές αρχές να αξιοποιήσουν την ευελιξία που παρέχει το νέο πλαίσιο πολιτικής προκειμένου να επιτραπεί μια σταδιακή ανατίμηση του ρενμίνμπι σε πραγματικούς όρους.
Όσον αφορά τις οικονομίες των αναδυόμενων οικονομιών της αγοράς που εμφανίζουν πλεονάσματα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και μη επαρκώς ευέλικτες συναλλαγματικές ισοτιμίες, η διεθνής κοινότητα συμφωνεί –όπως έχει επανειλημμένα αναφερθεί στο πλαίσιο διασκέψεων κορυφής της G20– ότι η μετάβαση προς συστήματα συναλλαγματικών ισοτιμιών που προσδιορίζονται περισσότερο από την αγορά και η ενίσχυση της σταθερότητας των ισοτιμιών προκειμένου να αντικατοπτρισθούν οι βασικές οικονομικές αρχές είναι προς όφελος των ενδιαφερόμενων οικονομιών και της διεθνούς κοινότητας. Στις διασκέψεις κορυφής του Τορόντο και της Σεούλ, οι αναδυόμενες πλεονασματικές οικονομίες συμφώνησαν να προβούν σε μεταρρυθμίσεις με σκοπό την ενίσχυση της ευελιξίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας και, επομένως, τυχόν περαιτέρω προσπάθειες από την πλευρά των κινέζων υπευθύνων χάραξης πολιτικής προς την κατεύθυνση αυτήν είναι ευπρόσδεκτες.
Όσον αφορά την υπερβολική αστάθεια, από κοινού με τις αρχές που είναι αρμόδιες για τα άλλα κύρια νομίσματα που παρουσιάζουν διακυμάνσεις, έχουμε κοινό συμφέρον να στηρίξουμε ένα ισχυρό και σταθερό διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα καθώς και συναλλαγματικές ισοτιμίες που προσδιορίζονται από την αγορά. Η υπερβολική αστάθεια και οι άναρχες διακυμάνσεις των ισοτιμιών έχουν δυσμενείς επιπτώσεις για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτό υποδηλώνει την ανάγκη στενών διαβουλεύσεων σε σχέση με ενέργειες στις αγορές συναλλάγματος και δέουσας συνεργασίας.
Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία αναφέρει ότι η συνεργασία σε έκτακτες περιστάσεις μέσω, επί παραδείγματι, παρεμβάσεων στο ξένο συνάλλαγμα μπορεί πράγματι να είναι αποτελεσματική, ιδίως εάν οι παρεμβάσεις αυτές είναι συντονισμένες, συμμορφώνονται με τις θεμελιώδεις αρχές και υπάρχει επίσημη επικοινωνία, και πραγματοποιούνται όταν η πλημμελής εναρμόνιση των οικονομικών θεμελιωδών μεγεθών σε σχέση με τη συναλλαγματική ισοτιμία είναι σχετικά ευρεία. Εν γένει, θεωρείται ότι οι συντονισμένες παρεμβάσεις από τις οικονομίες της G7 (όπως εκείνη του 2000 για το ευρώ και εκείνη του 2011 για το γιεν) υπήρξαν επιτυχημένες από την άποψη αυτή.
Όσον αφορά τον διεθνή ρόλο του ευρώ, λαμβάνω υπόψη την ουδέτερη στάση της ΕΚΤ το 1999, υπέρ του να μην καταβληθεί προσπάθεια ούτε να εμποδιστεί ούτε να ενισχυθεί η χρήση του σε διεθνές επίπεδο. Η χρήση των νομισμάτων σε διεθνές επίπεδο πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας καθοδηγούμενης από την αγορά. Ωστόσο, εφόσον το διεθνές νομισματικό σύστημα βρίσκεται σε μεταβατική φάση προς ένα πολυπολικό νομισματικό σύστημα, η εν λόγω πολιτική θα μπορούσε να αναθεωρηθεί.
32. Πώς αξιολογείτε τα επιτεύγματα της G20; Ποιες είναι οι απόψεις σας σχετικά με το τρέχον επίπεδο συντονισμού;
Η G20, ως το κυριότερο φόρουμ για την παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση, έχει διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στην παροχή υψηλού επιπέδου πολιτικής ώθησης για τον περιορισμό της κρίσης, τη διαχείρισή της και τη μελλοντική πρόληψη κρίσεων. Η συνοχή της G20 πρέπει να διασφαλιστεί και μετά τη λήξη της κρίσης. Είναι επομένως ιδιαίτερα ενθαρρυντικό το ότι οι ηγέτες της G20 υπογράμμισαν τη σημασία που έχει η συνέχιση της συνεργασίας στο διεθνές πολιτικό επίπεδο προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι βασικές αιτίες της χρηματοπιστωτικής κρίσης και να τεθούν τα θεμέλια για μια υγιή οικονομική ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο. Έχοντας παρακολουθήσει πολλές συναντήσεις των υπουργών Οικονομικών της G20 και των διοικητών κεντρικών τραπεζών καθώς και διασκέψεις κορυφής των ηγετών της G20, πρέπει να αναφέρω ότι θεωρώ ενθαρρυντικό το υψηλό επίπεδο συλλογικής υπευθυνότητας που επέδειξαν τα μέλη της G20.
Από τα διάφορα θέματα της ημερήσιας διάταξης της G20, επιθυμώ να υπογραμμίσω τα ακόλουθα:
Καταρχάς, φέτος, υπό την αιγίδα της γαλλικής Προεδρίας, πραγματοποιήθηκε σημαντικό έργο με σκοπό την ενίσχυση της λειτουργίας του Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος. Μαζί με τον μεξικανό συνάδελφό μου, συμπροήδρευσα μιας ομάδας εργασίας της G20 σχετικά με το θέμα αυτό. Επιτύχαμε πρόοδο, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την ενίσχυση της επιτήρησης, τη συναγωγή συνεκτικών συμπερασμάτων σχετικά με τη διαχείριση της ροής κεφαλαίου καθώς και την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της παγκόσμιας ρευστότητας. Θεωρώ σημαντικό επίτευγμα το ότι οι χώρες της G20 συμφώνησαν ότι αμφότεροι οι τομείς πρέπει να αποτελέσουν –από κοινού με ζητήματα που άπτονται των συναλλαγματικών ισοτιμιών και μηχανισμούς προώθησης της συσσώρευσης αποθεμάτων– τακτικό μέρος της επιτήρησης, δεδομένων των πιθανών εξωγενών επιδράσεων που μπορούν να έχουν οι πολιτικές των χωρών στους τομείς αυτούς σε άλλους. Όσον αφορά το ζήτημα της παγκόσμιας ρευστότητας, θα ήθελα να επισημάνω ότι είναι πράγματι σημαντικό να ξεκινήσει μια τακτική διαδικασία παρακολούθησης και αξιολόγησης και ότι οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται στην καλύτερη δυνατή θέση να παρακολουθούν τις εξελίξεις όσον αφορά την παγκόσμια ρευστότητα στο πλαίσιο των συνεργατικών δομών των κεντρικών τραπεζών της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών στη Βασιλεία. Όσον αφορά την παροχή ρευστότητας μετά από σημαντικούς κλυδωνισμούς, ξεκίνησαν συζητήσεις στο πλαίσιο της G20 και θα συνεχιστούν στο ΔΝΤ σχετικά με το αν και πώς θα ενισχυθεί περαιτέρω η δέσμη εργαλείων δανεισμού του ΔΝΤ.
Δεύτερον, οι ηγέτες της G20 υιοθέτησαν τα βασικά δομικά στοιχεία της παγκόσμιας ρυθμιστικής μεταρρύθμισης, περιλαμβανομένου του έργου που επιτελούν η Επιτροπή της Βασιλείας και το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Τώρα, έχει ζωτική σημασία να σημειωθεί περαιτέρω πρόοδος κατά την εφαρμογή από όλα τα μέλη της G20 των συμφωνιών στις οποίες κατέληξαν και να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους δίνοντας το παράδειγμα. Στα κυριότερα ζητήματα περιλαμβάνονται: (i) η πλήρης εφαρμογή της Βασιλείας II και III κατά τα συμφωνηθέντα χρονοδιαγράμματα· (ii) η εφαρμογή του πλαισίου της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS) για τις συστημικά σημαντικές τράπεζες και η επέκταση του πλαισίου ώστε να περιλαμβάνει όλα τα συστημικά σημαντικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (SIFIs)· (iii) η συμφωνία σχετικά με συστάσεις για την ενίσχυση της επιτήρησης, της εποπτείας και της ρύθμισης του σκιώδους τραπεζικού συστήματος· (iv) η πλήρης και συνεπής εφαρμογή των συστάσεων που αφορούν τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα. Άλλοι σημαντικοί τομείς περιλαμβάνουν τη μείωση της υπερβολικής εξάρτησης από τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας με παράλληλη ενίσχυση της κανονιστικής ρύθμισης και της εποπτείας τους, καθώς και την ενίσχυση της διακυβέρνησης και των πόρων του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Τρίτον, το πλαίσιο της G20 για ισχυρή, βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη αποτελεί χρήσιμο μηχανισμό της πολυμερούς συνεργασίας. Στόχος του πλαισίου αυτού είναι η συμβολή στη διαχείριση της μετάβασης από την ανταπόκριση στην κρίση σε ένα ισχυρό, βιώσιμο και ισορροπημένο πλαίσιο παγκόσμιας ανάπτυξης, καθώς και η αντιμετώπιση των ανισορροπιών σε παγκόσμιο επίπεδο που συνέβαλαν στη χρηματοπιστωτική κρίση. Είναι σήμερα σημαντικό όλα τα μέλη της G20 να τηρήσουν πλήρως τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν εντός του πλαισίου αυτού. Από αυτή την άποψη, καίρια σημασία έχει η λήψη τολμηρών μέτρων για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και η υλοποίηση φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Γ. Χρηματοπιστωτική σταθερότητα και εποπτεία
33. Πώς βλέπετε τον ρόλο της ΕΚΤ στην εποπτεία της τραπεζικής λειτουργίας στο μέλλον;
Η ίδρυση των τριών ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών (ΕΕΑ) αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου. Επιτρέπει την αξιοποίηση της πείρας και του έργου που επιτελούν οι επιτροπές «Lamfalussy» επιπέδου 3, οι οποίες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην προώθηση της εποπτικής σύγκλισης στην Ευρώπη και στην καλλιέργεια αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών. Με την ίδρυση των ΕΕΑ επιδιώκεται η αντιστάθμιση μίας από τις σπουδαιότερες αδυναμίες αυτών των επιτροπών, ήτοι ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας των κατευθυντηρίων γραμμών τους. Η δυνατότητα έκδοσης νομικά δεσμευτικών τεχνικών προτύπων βάσει κανονισμών/οδηγιών που έχουν εγκριθεί από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης θα επιτρέψει τη δημιουργία ενός εγχειριδίου κανόνων της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, που θα προωθήσει ίσους όρους ανταγωνισμού και θα συμβάλει στην επαρκή προστασία καταθετών, επενδυτών και καταναλωτών στην Ευρώπη.
Όσον αφορά τον πιθανό ρόλο της ΕΚΤ στην τραπεζική εποπτεία, μπορούν να διατυπωθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις. Καταρχάς, σε γενικές γραμμές, η εμπειρία της χρηματοπιστωτικής κρίσης έχει ενδυναμώσει τα επιχειρήματα υπέρ της συμμετοχής των κεντρικών τραπεζών στην προληπτική εποπτεία. Σε ένα ολοένα και περισσότερο βασισμένο στην αγορά και αλληλένδετο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι αναταραχές είναι πιθανό να επηρεάσουν βασικούς μηχανισμούς της αγοράς, όπως την κατανομή της ρευστότητας, και να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις με πιο απρόβλεπτο τρόπο. Η ικανοποιητική αξιολόγηση αυτής της δυναμικής απαιτεί διασυνοριακή συστημική προοπτική καθώς και κατάλληλους πόρους και εμπειρογνωμοσύνη για την ανάλυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τα οποία διαθέτουν οι κεντρικές τράπεζες. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης υπήρξαν εμφανείς οι συνέργειες μεταξύ των λειτουργιών κεντρικής τράπεζας και των εποπτικών λειτουργιών, ιδίως ως προς τη συλλογή και αξιολόγηση των πληροφοριών.
Κατά δεύτερον, λαμβάνοντας υπόψη τις εμπειρίες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, σε αρκετά κράτη μέλη ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών στην προληπτική εποπτεία έχει ενισχυθεί σημαντικά. Τέτοιες εξελίξεις ενδέχεται συν τω χρόνω να διευκολύνουν την περαιτέρω εξέταση του θεσμικού ρόλου της ΕΚΤ και τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Συνθήκη για την ανάθεση συγκεκριμένων καθηκόντων στην ΕΚΤ στο πεδίο της προληπτικής εποπτείας, μεταξύ άλλων και υπό το πρίσμα μιας ενδεχόμενης περαιτέρω διεύρυνσης της ευρωζώνης.
Το θεσμικό πλαίσιο του Ευρωσυστήματος εξαρτάται από μια αποκεντρωμένη επιχειρησιακή προσέγγιση η οποία επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση της εμπειρογνωμοσύνης και των υφιστάμενων υποδομών των εθνικών αρχών. Το σύστημα αυτό έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό για τη διαχείριση των θεσμικών καθηκόντων που έχουν ανατεθεί βάσει της Συνθήκης, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Θα μπορούσε να παράσχει κατάλληλο πλαίσιο για την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων.
Αυτή η μικροπροληπτική εποπτεία συμπληρώνεται από τον ρόλο της ΕΚΤ στο νεοϊδρυθέν Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) για μακροπροληπτική εποπτεία.
Δ. Λειτουργία της ΕΚΤ και δημοκρατική λογοδοσία και διαφάνεια
34. Κατά την άποψή σας, πρέπει οι διάφορες αρμοδιότητες των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής να αλλάζουν συν τω χρόνω, σύμφωνα με τις αλλαγές που σημειώνονται στο έργο και στις προτεραιότητες της ΕΚΤ;
Στο άρθρο 12 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ (εφεξής «Καταστατικό») ορίζονται οι αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ. Βάσει του άρθρου, η Εκτελεστική Επιτροπή διαθέτει την αρμοδιότητα υλοποίησης της νομισματικής πολιτικής σύμφωνα με τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και προετοιμασίας των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Καταστατικού, η Εκτελεστική Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τα τρέχοντα θέματα της ΕΚΤ, χωρίς ωστόσο να παρέχεται ακριβής ορισμός των «τρεχόντων θεμάτων».
Αμφότερα τα άρθρα αναφέρονται στην Εκτελεστική Επιτροπή ως σύνολο και δεν αναθέτουν συγκεκριμένα καθήκοντα σε μεμονωμένα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, δεδομένου ότι η επιτροπή συνιστά συλλογικό σώμα λήψης αποφάσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από την Εκτελεστική Επιτροπή συνολικά και όχι από μεμονωμένα μέλη της. Επιπλέον, τα θέματα είναι συχνά αλληλένδετα και οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλες τις πτυχές ενός στοιχείου, δηλαδή νομικά, λειτουργικά και στρατηγικά ζητήματα. Ως αποτέλεσμα, όλα τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής ενδιαφέρονται και ασχολούνται με όλους τους τομείς αρμοδιότητας της Εκτελεστικής Επιτροπής, μεταξύ άλλων, τη νομισματική πολιτική, τα συστήματα πληρωμών, τα τραπεζογραμμάτια κ.λπ.
Ταυτόχρονα, προκειμένου να διευκολυνθεί ο αποτελεσματικός διοικητικός χειρισμός των φακέλων, φαίνεται εκ των έξω ότι τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους να ορίζουν ένα μέλος της επιτροπής άμεσα υπεύθυνο για κάποιον από τους επιμέρους επιχειρηματικούς τομείς της ΕΚΤ, κάτι το οποίο, ωστόσο, δεν παρεκκλίνει από τη συλλογική ευθύνη που φέρει η Εκτελεστική Επιτροπή ως σύνολο.
Η εν λόγω προσέγγιση προσφέρει ένα πρόσθετο πλεονέκτημα δεδομένου ότι επιτρέπει την καλύτερη δυνατή χρήση του ατομικού υποβάθρου των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής. Η κατανομή καθηκόντων επανεξετάζεται κατά καιρούς, ιδίως όταν υπάρχουν αλλαγές στη σύνθεση της Εκτελεστικής Επιτροπής. Επιπλέον, η αναδιανομή αρμοδιοτήτων χαρτοφυλακίου μεταξύ των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής επίσης συμβάλλει στην ενίσχυση της συλλογικότητας.
35. Ποιο σύστημα θεωρείτε κατάλληλο για τη διασφάλιση της δίκαιης εναλλαγής των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τις επιμέρους εθνικότητες και το φύλο;
Η Συνθήκη αποκλειστικά περιέχει το κριτήριο της επαγγελματικής εμπειρίας και εμπειρογνωμοσύνης κατά την επιλογή μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής. Ορίζεται ότι τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής «διορίζονται μεταξύ προσώπων αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής εμπειρίας σε νομισματικά ή τραπεζικά θέματα». Το μοναδικό ζήτημα που σχετίζεται με την εθνικότητα –και αυτό είναι σχεδόν αυτονόητο– είναι η απαίτηση ένα πιθανό μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής να διαθέτει εθνικότητα κράτους της ευρωζώνης. Τα νομικά κείμενα ενσυνείδητα αποφεύγουν να προβλέψουν τις οποιεσδήποτε προϋποθέσεις σε σχέση με την εθνικότητα ή το φύλο καθώς αυτό δεν θα ήταν συμβατό με την επιλογή βάσει προσόντων. Παρά αυτά τα νομικά ζητήματα, προσωπικά θεωρώ ότι η διαφορετικότητα στα θεσμικά όργανα είναι σημαντική· αυτό αφορά εθνικότητες, φύλο, ηλικία, επαγγελματικό υπόβαθρο και προσωπικές εμπειρίες.
Επιπλέον, δεδομένου ότι η ΕΚΤ είναι υπερεθνικό θεσμικό όργανο, οι αποφάσεις της πρέπει να λαμβάνονται αποκλειστικά με προοπτική την ευρωζώνη, και αυτό αποκλείει σαφώς τη συνεκτίμηση συγκεκριμένων εθνικών συμφερόντων. Συνιστά ακρογωνιαίο λίθο της δομής του Ευρωσυστήματος η συμμετοχή των μελών των φορέων λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όχι εκπροσωπώντας τα κράτη μέλη από τα οποία προέρχονται.
Το γεγονός ότι η διαδικασία διορισμού παρέχει εξέχοντα ρόλο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διασφαλίζει μια αντικειμενική διαδικασία η οποία είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα κριτήρια.
36. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ανάγκη πρόσληψης της «καλύτερης ομάδας» (δηλ. της συλλογικότητας που λειτουργεί με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο) μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής αντί απλώς «του καλύτερου ατόμου» που είναι πιο περιοριστικό;
Το νομικό πλαίσιο ορίζει σαφέστατα τα προσόντα που απαιτούνται για ένα μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής και θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο να επινοηθούν πρόσθετα «ήπια» κριτήρια τα οποία είναι δύσκολο να μετρηθούν και να εφαρμοστούν. Προφανώς, δεδομένου ότι η Εκτελεστική Επιτροπή είναι συλλογικός φορέας με συλλογικές ευθύνες για όλες τις αποφάσεις που λαμβάνει, συνιστά προαπαιτούμενο να λειτουργεί καλά σαν ομάδα. Είναι αναμενόμενο τα άτομα που υποβάλλουν υποψηφιότητα για την Εκτελεστική Επιτροπή να διαθέτουν, πέραν του αναγνωρισμένου κύρους τους και της επαγγελματικής τους εμπειρίας σε νομισματικά ή τραπεζικά θέματα, και τις εν λόγω πρόσθετες δεξιότητες. Υπό αυτήν την έννοια, δεν υπάρχει αυτή καθαυτή σύγκρουση μεταξύ ενός ισχυρού επαγγελματικού υποβάθρου και εμπειρίας ενός ατόμου και της συμμετοχής σε έναν συλλογικό φορέα που λειτουργεί άψογα. Η επαγγελματική μου εμπειρία –και αυτό επίσης αποδείχθηκε σε μαθήματα στη σχολή επιχειρήσεων στο Μιλάνο– είναι ότι, κατά μέσο όρο, οι ομάδες λειτουργούν καλύτερα σε επίπεδο επίτευξης βιώσιμων λύσεων και δημιουργικότητας σε σχέση με τα μεμονωμένα άτομα (αυτό μπορεί να μην ισχύει στην περίπτωση εξαιρετικών ατόμων, αλλά κάτι τέτοιο είναι σπάνιο).
37. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ανάγκη αύξησης της ποικιλίας ως προς το επαγγελματικό υπόβαθρο των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, αντί η σύνθεσή της να στηρίζεται αποκλειστικά σε κεντρικούς τραπεζίτες;
Και πάλι, η Συνθήκη και το Καταστατικό δεν αναφέρουν κάτι για το συγκεκριμένο θέμα. Βέβαια, ένα άτομο «αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής εμπειρίας σε νομισματικά ή τραπεζικά θέματα» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να είναι κεντρικός τραπεζίτης. Ωστόσο, είναι αναμενόμενο ότι μια πλούσια εμπειρία σε κεντρική τράπεζα είναι συχνά συναφής και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο, και εγώ προσωπικά αποτελώ παράδειγμα αυτού, αποδεικνύοντας ότι ένα διαφορετικό υπόβαθρο, στην περίπτωσή μου το Υπουργείο Οικονομικών, μπορεί επίσης να παρέχει την εμπειρία που είναι απαραίτητη για να είναι κάποιος κατάλληλος υποψήφιος για μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ. Η επαγγελματική εμπειρία και οι γνώσεις που απέκτησα θα με βοηθήσουν ιδιαίτερα στο πλαίσιο της ΕΚΤ.
Αυτό δείχνει σαφώς ότι άλλου είδους επαγγελματικό υπόβαθρο και εμπειρίες μπορούν να αποβούν εξαιρετικής χρησιμότητας. Τα βιογραφικά και η επαγγελματική εμπειρία των τωρινών και των προηγούμενων μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής αποδεικνύουν ότι μια ευρεία ποικιλία εμπειρογνωμοσύνης και εμπειρίας συνιστούν μετά βεβαιότητας πολύτιμη συμβολή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
38. Ποια θα είναι η προσωπική σας προσέγγιση σε σχέση με τον κοινωνικό διάλογο στην ΕΚΤ;
Πιστεύω ότι ένας ορθός κοινωνικός διάλογος είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες επιτυχίας για την εύρυθμη λειτουργία ενός οργανισμού. Αυτό το βίωσα στην τρέχουσα θέση μου στο γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών. Δεσμεύομαι απόλυτα να συμμετέχω στον διάλογο με το προσωπικό της ΕΚΤ καθώς και με τους εκπροσώπους του και αναμένω εποικοδομητικές και ουσιαστικές ανταλλαγές απόψεων μαζί τους, για παράδειγμα σχετικά με τις συνθήκες εργασίας και άλλα κοινωνικά θέματα.
Συγκεκριμένα, τάσσομαι υπέρ μιας προσέγγισης στο πλαίσιο της οποίας υπάρχει ανταλλαγή πληροφοριών με εκπροσώπους του προσωπικού και δρομολογείται διαβούλευση επί σχετικών θεμάτων σε πρώιμο στάδιο. Μια τέτοια προσέγγιση απαιτεί ειλικρίνεια και αίσθημα ευθύνης και από τις δύο πλευρές, ώστε να επιτευχθεί ο απώτερος στόχος της άριστης λειτουργίας της ΕΚΤ η οποία θα υπηρετεί το συμφέρον των πολιτών των χωρών που έχουν υιοθετήσει το ευρώ καθώς και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως συνόλου. Θα συμμετάσχω οπωσδήποτε σε αυτήν τη συνεργασία με ανοιχτό μυαλό, με πνεύμα εμπιστοσύνης, συνεργατικότητας και σεβασμού.
Στο επίπεδο του ΕΣΚΤ, στο πλαίσιο του οποίου η ΕΚΤ διατηρεί διάλογο με τους εκπροσώπους προσωπικού των εθνικών κεντρικών τραπεζών και τις ομοσπονδίες συνδικαλιστικών ενώσεων με τις οποίες συνδέονται, είμαι πεπεισμένος ότι, για παράδειγμα, οι συνεδριάσεις που πραγματοποιούνται δύο φορές ετησίως στη Φρανκφούρτη μεταξύ της ΕΚΤ, των εκπροσώπων του προσωπικού και των ομοσπονδιών συνδικαλιστικών ενώσεων τροφοδοτούν πλούσιες και χρήσιμες συζητήσεις σχετικά με τα έργα του ΕΣΚΤ/Ευρωσυστήματος. Αυτές οι ανταλλαγές προσφέρουν επίσης ευκαιρίες για την προώθηση της ενδοσυστημικής συνεργασίας και του ομαδικού πνεύματος, κάτι που στηρίζω ολόθερμα.
39. Θα συνηγορούσατε υπέρ της διαδικασίας επιβεβαίωσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (παρά τα συνταγματικά θέματα που θα προκαλούσε μια τέτοια μεταβολή);
Στη Συνθήκη ορίζεται μια σαφής διαδικασία διορισμού για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ. Επιλέγονται «μεταξύ προσώπων αναγνωρισμένου κύρους και με επαγγελματική εμπειρία σε νομισματικά και τραπεζικά θέματα». Στη Συνθήκη προβλέπεται συμβουλευτικός ρόλος για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στην πράξη, η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON) διοργανώνει μια δημόσια ακρόαση με τον υποψήφιο ή τους υποψηφίους που έχει προτείνει το Συμβούλιο.
Προηγούμενη εμπειρία έχει δείξει ότι η εν λόγω πρακτική ήταν κατάλληλη. Από τότε που ιδρύθηκε η ΕΚΤ, η εν λόγω πρακτική διασφαλίζει μια ομαλή και αξιόπιστη διαδικασία διορισμού και την επιλογή προσώπων με υψηλές γνώσεις, ανεξαρτησία και ακεραιότητα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν χρειάζεται, κατά την άποψή μου, κάποια αλλαγή στην ισχύουσα διαδικασία. Εάν, σε κάποιο στάδιο, αναθεωρηθεί η εν λόγω διαδικασία, εναπόκειται ασφαλώς στα μέρη που συμμετέχουν στις τροποποιήσεις της Συνθήκης να λάβουν θέση.
40. Ποια είναι η άποψή σας για το πρόβλημα της ανακύκλωσης προσώπων μεταξύ εποπτικών ή ρυθμιστικών φορέων και ιδιωτικών ιδρυμάτων στον ίδιο τομέα; Πιστεύετε ότι θα έπρεπε να υπάρχουν «περίοδοι αποχής» μεταξύ επαγγελματικών δραστηριοτήτων σε δημόσια και ιδιωτικά ιδρύματα;
Όσον αφορά τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, έχει αναγνωριστεί και αντιμετωπιστεί η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων. Όσον αφορά τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, οι κανόνες δεοντολογίας του Διοικητικού Συμβουλίου προβλέπουν μια περίοδο αναμονής ενός έτους μετά την παύση καθηκόντων για κάθε νέα ιδιωτική ή επαγγελματική δραστηριότητα για την οποία θα μπορούσε να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων. Μπορούν επίσης να οριστούν πρόσθετοι κανόνες στους όρους απασχόλησης με την εθνική κεντρική τους τράπεζα για τους διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών. Όσον αφορά τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, στους όρους απασχόλησής τους ορίζεται η δέσμευση να μην δέχονται θέση προσωπικού, θέση διευθυντική ή συμβουλευτική, επ’ αμοιβή ή όχι, σε εταιρεία ή οντότητα που έχει υπάρξει εταίρος του ΕΣΚΤ σε δραστηριότητες νομισματικής πολιτικής ή πράξεις συναλλάγματος, ή σε τυχόν εταιρεία ή οντότητα που ανήκει στον ενοποιημένο όμιλο αυτού, για διάστημα ενός έτους μετά την παύση από τα καθήκοντά τους, υπό την επιφύλαξη τυχόν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν κατακλείδι: Θεωρώ ότι η εν λόγω περίοδος αποχής 12 μηνών είναι η δέουσα.
41. Θα μπορούσατε να αναπτύξετε τις απόψεις σας για την έννοια της δημοκρατικής λογοδοσίας σε σχέση με την ΕΚΤ και την κεντρική τραπεζική λειτουργία γενικά;
Θεωρώ ότι η ανεξαρτησία και η λογοδοσία αποτελούν τις «δύο όψεις του ίδιου νομίσματος». Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών συνιστά απαραίτητο στοιχείο των καθεστώτων νομισματικής πολιτικής για τις σύγχρονες οικονομίες μας γενικότερα, και των «νομισματικών κανόνων» της ΟΝΕ ειδικότερα. Ταυτόχρονα, προκειμένου να διασφαλίσει τη νομιμοποίησή της, μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα πρέπει να λογοδοτεί σε δημοκρατικά όργανα και στο ευρύτερο κοινό για τις ενέργειές της κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Με άλλα λόγια, πρέπει να επεξηγεί δεόντως και να αιτιολογεί τις αποφάσεις της στους πολίτες και τους εκπροσώπους τους.
Η έννοια της δημοκρατικής λογοδοσίας βρίσκεται στο επίκεντρο των σχέσεων της ΕΚΤ με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως το θεσμικό όργανο που εκπροσωπεί άμεσα τους ευρωπαίους πολίτες. Η ΕΚΤ δεν περιορίζεται στις θεσμικές υποχρεώσεις της κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων λογοδοσίας της. Επί παραδείγματι, ο Πρόεδρος της ΕΚΤ παρουσιάζεται ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON) σε τριμηνιαία βάση· η ετήσια έκθεση της ΕΚΤ υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής συμμετέχουν σε ειδικές ακροάσεις επί συγκεκριμένων θεμάτων.
Η λογοδοσία και η διαφάνεια προάγονται επίσης, μεταξύ άλλων, με τις μηνιαίες συνεντεύξεις Τύπου της ΕΚΤ με την εισαγωγική δήλωση του Προέδρου της ΕΚΤ, το μηνιαίο δελτίο της ΕΚΤ, ομιλίες και συνεντεύξεις μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής. Γενικά, πιστεύω ότι η ΕΚΤ, κατά τα πρώτα 13 έτη, έχει αποδείξει τη μεγάλη της προσήλωση στη δημοκρατική λογοδοσία. Προτίθεμαι να διατηρήσω αυτήν την επιτυχή πορεία εάν και όταν ενταχθώ στο εν λόγω θεσμικό όργανο.
42. Τι συμπεράσματα συνάγετε από τη σύγκριση μεταξύ των πολιτικών διαφάνειας τις οποίες ακολούθησαν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεμάτων (FED) και η ΕΚΤ; Τι πιστεύετε για τη δημοσίευση από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ή την Τράπεζα της Αγγλίας των πρακτικών των δικών τους συνεδριάσεων; Πιστεύετε ότι αυτή η πολιτική θα μπορούσε να εφαρμοστεί από την ΕΚΤ;
Για λόγους διαφάνειας απαιτείται από μια κεντρική τράπεζα να επεξηγεί επακριβώς τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει την εντολή της και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει τη στρατηγική νομισματικής πολιτικής της για την αξιολόγηση της κατάστασης της οικονομίας και για τη λήψη αποφάσεων νομισματικής πολιτικής. Αυτό όχι μόνο βοηθά το κοινό να ελέγχει και να αξιολογεί τις επιδόσεις της κεντρικής τράπεζας, αλλά συμβάλλει επίσης στη μείωση της αβεβαιότητας σχετικά με τις μελλοντικές πολιτικές ενέργειες και, συνεπώς, στη μείωση της αστάθειας του πληθωρισμού. Συνολικά, η διαφάνεια και η σαφήνεια στην επικοινωνία έχει συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της νομισματικής πολιτικής με στόχο τη σταθερότητα των τιμών, καθιστώντας τη νομισματική πολιτική πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική.
Σε ένα πλαίσιο διεθνούς σύγκρισης, η ΕΚΤ μπορεί να θεωρηθεί πρωτοπόρος παγκοσμίως σε σχέση με τη διαφάνεια στις κεντρικές τράπεζες. Η ΕΚΤ εξήγγειλε μια επίσημη στρατηγική νομισματικής πολιτικής και επεξηγεί τις αποφάσεις στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής κατά την εφαρμογή της στρατηγικής αυτής. Στο πλαίσιο της εν λόγω στρατηγικής, η ΕΚΤ έχει σαφώς διευκρινίσει σε ποσοτικούς όρους τι σημαίνει η σταθερότητα των τιμών. Ο σαφής και αδιαμφισβήτητος στόχος της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών συνιστά ένα ισχυρό σημείο εστίασης για όλες τις αποφάσεις της ΕΚΤ και έχει δημιουργήσει ένα επίκεντρο για τον συντονισμό των προσδοκιών του ιδιωτικού τομέα. Ενώ η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ –δεδομένης επίσης της διττής εντολής της– δεν έχει υπάρξει εξίσου σαφής στο παρελθόν, πρόσφατες ανακοινώσεις υποδεικνύουν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ορίζει τη σταθερότητα των τιμών με παρόμοιο τρόπο με την ΕΚΤ.
Μια κεντρική τράπεζα μπορεί να έχει αρκετές επιλογές για να επεξηγεί τις αποφάσεις της, να δίνει το στίγμα των προθέσεων της πολιτικής της και να επιδεικνύει πολυφωνία στο πλαίσιο της διαδικασίας νομισματικής πολιτικής. Από την ακαδημαϊκή βιβλιογραφία και την πρακτική εμπειρία δεν προκύπτει πάντοτε σαφώς ποιος τύπος διαφάνειας είναι ο καλύτερος σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Από αυτήν την άποψη, η δημοσίευση των πρακτικών θα μπορούσε να παρέχει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την πολυφωνία της επιτροπής και το σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται η εκάστοτε απόφαση. Για την Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Αγγλίας, που εφαρμόζει ατομική ευθύνη, είναι απόλυτα λογικό να δημοσιεύονται τα πρακτικά των συνεδριάσεων στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής. Η ΕΚΤ έχει διαφορετικό καθεστώς λογοδοσίας, δηλαδή τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου λογοδοτούν συλλογικά για τις αποφάσεις τους. Επιπλέον, σύμφωνα με το Καταστατικό της, απαιτείται από την ΕΚΤ να θεωρεί τις συσκέψεις του Διοικητικού Συμβουλίου εμπιστευτικές, γεγονός που αποκλείει τη δυνατότητα δημοσίευσης των πρακτικών των συνεδριάσεων. Το σύστημα αυτό επιτρέπει στο Διοικητικό Συμβούλιο να λαμβάνει αποφάσεις στον τομέα της νομισματικής πολιτικής υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας και κατά τρόπο που υπογραμμίζει τη συλλογική ευθύνη της επιτροπής. Ωστόσο, η ΕΚΤ χρησιμοποιεί άλλα μέσα κοινοποίησης που παρέχουν πληροφορίες οι οποίες μπορούν να συγκριθούν με τα πρακτικά των άλλων προαναφερθεισών κεντρικών τραπεζών. Συγκεκριμένα, η εισαγωγική δήλωση του Προέδρου στις συνεντεύξεις Τύπου παρέχει μια συνολική σύνοψη της πολιτικής αξιολόγησης των σχετικών οικονομικών εξελίξεων. Επιπλέον, η μηνιαία συνέντευξη Τύπου περιλαμβάνει ένα τμήμα ερωταποκρίσεων που παρέχει το πλαίσιο για έγκαιρη και ισορροπημένη επεξήγηση των αποφάσεων που ελήφθησαν στον τομέα της νομισματικής πολιτικής καθώς και της εσωτερικής πολυφωνίας στο κοινό.
43. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με το νομισματικό διάλογο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο; Μπορούν τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ να συζητούν θέματα νομισματικής πολιτικής καθώς και τις αποφάσεις της ΕΚΤ με άλλους πολιτικούς παράγοντες, ή μήπως αυτό θα έβλαπτε την ανεξαρτησία της τράπεζας;
Οι τριμηνιαίες ακροάσεις του Προέδρου της ΕΚΤ ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON) αποτελούν ουσιώδη συνιστώσα της δημοκρατικής λογοδοσίας της ΕΚΤ. Παρέχουν μια πολύ σημαντική ευκαιρία όχι μόνο στην ΕΚΤ, για να επεξηγεί και να αιτιολογεί τις πολιτικές της, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν στην ενίσχυση της κατανόησης των αποφάσεων της ΕΚΤ σε ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά επίσης και στους εκπροσώπους των πολιτών της Ευρώπης, για να θέτουν ερωτήσεις και να ζητούν εξηγήσεις από την ΕΚΤ. Επιτρέπουν διεξοδικό και εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων, όχι μόνον επί οικονομικών και νομισματικών θεμάτων, αλλά και σε σχέση με σημαντικά νομοθετικά ζητήματα (π.χ. μεταρρύθμιση του εποπτικού πλαισίου της ΕΕ, δέσμη μέτρων οικονομικής διακυβέρνησης).
Η ΕΚΤ διατηρεί στενές σχέσεις με άλλους φορείς χάραξης πολιτικής της ΕΕ όπως, επί παραδείγματι, το Eurogroup (Ευρωομάδα), το Συμβούλιο ECOFIN και, σε χαμηλότερο επίπεδο, η Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, η ομάδα εργασίας του Eurogroup και η Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής της ΕΕ. Τέλος, η ΕΚΤ έχει συγκεκριμένο και σαφώς καθορισμένο ρόλο στη λειτουργία των πλαισίων δημοσιονομικής βοήθειας και διαχείρισης κρίσεων που συγκροτήθηκαν πρόσφατα.
Όλες αυτές οι επαφές πραγματοποιούνται με πλήρη σεβασμό της εντολής και της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι η συζήτηση της νομισματικής πολιτικής και των αποφάσεών της με αυτούς τους φορείς θίγει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ.
Ε. Γενικά
44. Ποιοι είναι, κατά την εκτίμησή σας, οι σημαντικότεροι κίνδυνοι και προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΚΤ;
Η ΕΚΤ είναι αντιμέτωπη με πολλές προκλήσεις σε αυτούς τους ασυνήθιστους καιρούς. Επιτρέψτε μου να περιοριστώ εδώ σε τρεις εξ αυτών, οι οποίες είναι αλληλένδετες.
Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω με τον κύριο στόχο της ΕΚΤ, τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στην ευρωζώνη σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Αυτό είναι κάθε άλλο παρά εύκολο στην παρούσα συγκυρία, δεδομένης της πολύ μεγάλης αβεβαιότητας και των προβληματικών διαύλων μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Οι πολιτικές παράμετροι της ΕΚΤ θα πρέπει να καθορίζονται με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στο σύνολο της ευρωζώνης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Μη τυποποιημένα μέτρα νομισματικής πολιτικής πρέπει να υποστηρίξουν τη λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, έτσι ώστε τα επιτόκια της ΕΚΤ να επηρεάσουν την οικονομία και, εντέλει, τις τιμές με τον λίγο έως πολύ συνηθισμένο τρόπο. Δεδομένης της μεγάλης αβεβαιότητας σχετικά με τις μακροοικονομικές εξελίξεις, στο εξωτερικό και στην ευρωζώνη, και των μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών που συνδέονται με την κρίση δημόσιου χρέους, αυτό είναι ένα πολύ απαιτητικό έργο, που προϋποθέτει συνεχή εγρήγορση και τολμηρή πολιτική δράση εφόσον χρειαστεί. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον μεσοπρόθεσμο προσανατολισμό της νομισματικής πολιτικής της, η ΕΚΤ πρέπει να κοιτάζει μπροστά και να είναι προετοιμασμένη να αποσύρει τα έκτακτα μέτρα μόλις εξομαλυνθούν οι συνθήκες της χρηματοπιστωτικής αγοράς.
Η συμβολή στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας παρουσιάζει ακόμη μία καίρια πρόκληση την οποία πρέπει να αντιμετωπίσει η ΕΚΤ. Η χρηματοπιστωτική κρίση, μέσα από τις διάφορες φάσεις της, έφερε στο προσκήνιο αυτές τις προκλήσεις. Η αποτελεσματική στήριξη της λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) είναι και θα συνεχίσει να είναι ένα καθήκον που συνιστά πρόκληση, απαιτώντας συνεχή εντοπισμό και αξιολόγηση των πηγών μακροπροληπτικού κινδύνου, ενώ και τα υπάρχοντα εργαλεία μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτόν. Θα είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι δεν θα προκύψει σύγχυση σε ό,τι αφορά τις πολύ διακριτές εντολές του ΕΣΣΚ και του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ: ειδικότερα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του στόχου της σταθερότητας των τιμών και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η ΕΚΤ στην προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Από αυτήν την άποψη, η χρηματοπιστωτική κρίση έχει εγείρει μια σειρά ζητημάτων όσον αφορά τη σχέση μεταξύ νομισματικής πολιτικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Μια καλύτερη κατανόηση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού κλάδου στον μηχανισμό μετάδοσης είναι ουσιώδους σημασίας εν προκειμένω.
Τέλος, και σε σχέση με τα προαναφερθέντα, η συνολική ανάπτυξη της Ευρώπης, και ειδικότερα της ευρωζώνης, παρουσιάζει μια μείζονα πρόκληση. Η κρίση του δημόσιου χρέους έχει αποκαλύψει αδυναμίες στην οικονομική διακυβέρνηση της Ευρώπης, οι οποίες θα πρέπει να διορθωθούν επειγόντως. Η συμμετοχή στην οικονομική και νομισματική ένωση έχει τεράστια οφέλη, αλλά τα οφέλη αυτά έχουν και κάποιο τίμημα. Η ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση απαιτεί ισχυρή πολιτική βούληση από τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης για την τήρηση των δεσμεύσεων και τον σεβασμό των κοινών κανόνων. Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών που πλήττονται άμεσα από την κρίση δημόσιου χρέους πρέπει πρώτα από όλα να τακτοποιήσουν τα του οίκου των. Επιπλέον, πρέπει να ενισχυθούν τα θεσμικά θεμέλια της ΟΝΕ, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να αντικατοπτρίζουν καλύτερα τον υψηλό βαθμό ολοκλήρωσης των οικονομικών της ευρωζώνης. Η Νομισματική Ένωση πρέπει να συμπληρωθεί με περισσότερη ολοκλήρωση προς μια δημοσιονομική και πολιτική ένωση, η οποία απαιτεί αλλαγές στη Συνθήκη της ΕΕ. Αυτό θα βοηθήσει στην αποφυγή τυχόν επανεμφάνισης ανισορροπιών. Ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις έχει σημασία για την ΕΚΤ, καθώς επηρεάζει το περιβάλλον εντός του οποίου λειτουργεί η ΕΚΤ. Επίσης, προσωπικά, ως αφοσιωμένος Ευρωπαίος ο οποίος βλέπει τις μεγάλες συνεισφορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ στην ευημερία των πολιτών, αποδίδω πολύ μεγάλη σημασία σε αυτό το ζήτημα.