Διαδικασία : 2015/2041(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0133/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0133/2017

Συζήτηση :

PV 11/09/2017 - 23
CRE 11/09/2017 - 23

Ψηφοφορία :

PV 14/09/2017 - 8.13

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0358

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 1032kWORD 125k
30 Μάρτιος 2017
PE 567.666v02-00 A8-0133/2017

σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ

(2015/2041(INI))

Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

Εισηγητής: Sven Giegold

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Ή ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΕΙΣΗΓΗΤΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ

(2015/2041(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του της 15ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση της διοργανικής συμφωνίας για το μητρώο διαφάνειας(1),

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και ιδίως τα άρθρα 9 και 10,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Μαΐου 2008 σχετικά με την ανάπτυξη του πλαισίου των δραστηριοτήτων των εκπροσώπων ομάδων ειδικών συμφερόντων στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα(2),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Νοεμβρίου 2014 να μην συναντά εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων που δεν έχουν καταχωριστεί και να δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τις συναντήσεις με ομάδες συμφερόντων,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Μαρτίου 2014 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα (άρθρο 104 παράγραφος 7) για τα έτη 2011-2013(3),

–  έχοντας υπόψη τις αρχές του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) περί διαφάνειας και ακεραιότητας σε σχέση με τις ομάδες συμφερόντων,

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του της 13ης Δεκεμβρίου 2016 σχετικά με τη γενική αναθεώρηση του Κανονισμού του Κοινοβουλίου(4),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0133/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση «σέβεται την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της» (άρθρο 9 της ΣΕΕ)· λαμβάνοντας υπόψη ότι «κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης» και ότι «οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες» (άρθρο 10 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, ρύθμιση που διατυπώνεται κατά τον ίδιο τρόπο στη 13η αιτιολογική σκέψη στο προοίμιο και στο σχετικό άρθρο 1 παράγραφος 2 και στο άρθρο 9)· λαμβάνοντας υπόψη ότι «τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης διεξάγουν τις εργασίες του όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά (άρθρο 15 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ)·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν ήδη σημειώσει πρόοδο στο να καθίστανται ολοένα πιο ανοιχτά και προηγούνται ήδη σε πολλούς τομείς των εθνικών και των περιφερειακών πολιτικών θεσμικών οργάνων όσον αφορά τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητά τους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο διάλογος μεταξύ των νομοθετικών οργάνων και της κοινωνίας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατίας, όπως είναι η εκπροσώπηση των συμφερόντων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάλληλη εκπροσώπηση διαφορετικών συμφερόντων στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας παρέχει στους βουλευτές πληροφορίες και εμπειρογνωμοσύνη που έχουν ζωτική σημασία για την ορθή λειτουργία των πλουραλιστικών κοινωνιών·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω της αυξανόμενης απόστασης μεταξύ της ΕΕ και των πολιτών της και της ανάγκης να ενισχυθεί το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης επί θεμάτων της ΕΕ, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες για τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα διαφάνειας, λογοδοσίας και ακεραιότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές αυτές αποτελούν βασικά και συμπληρωματικά στοιχεία για να προαχθεί η χρηστή διακυβέρνηση στους κόλπους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τη λειτουργία της ΕΕ και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές θα πρέπει να είναι οι κατευθυντήριες αρχές που διέπουν τη νοοτροπία εντός των θεσμικών οργάνων·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχει θεμελιώδη σημασία για τη δημοκρατία, τη χρηστή διακυβέρνηση και την αποτελεσματική χάραξη πολιτικής· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να περιοριστούν τα κενά όσον αφορά τη λογοδοσία στην ΕΕ και να πραγματοποιηθεί μια στροφή προς περισσότερο συνεργατικούς τρόπους ελέγχου, που θα συνδυάζουν δημοκρατική εποπτεία, έλεγχο και δραστηριότητες λογιστικού ελέγχου, προσφέροντας επίσης περισσότερη διαφάνεια·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μη διαφανής και μονόπλευρη εκπροσώπηση συμφερόντων μπορεί να οδηγήσει σε κίνδυνο διαφθοράς και ενδέχεται να αποτελέσει σημαντική απειλή και σοβαρή πρόκληση για την ακεραιότητα των φορέων χάραξης πολιτικής και για την εμπιστοσύνη του κοινού στα θεσμικά όργανα της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά έχει σημαντικές δημοσιονομικές συνέπειες και συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τις δημόσιες δαπάνες·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι για μια νομική πράξη, ως νέα βάση για ένα υποχρεωτικό μητρώο διαφάνειας, απαιτείται ένας νομικός ορισμός των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου, ο οποίος θα συνέβαλε στην αποσαφήνιση των υφισταμένων ασαφών εννοιών και ερμηνειών όσον αφορά τη διαφάνεια, την ακεραιότητα και τη λογοδοσία·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη τα εθνικά μητρώα διαφάνειας έχουν ήδη συσταθεί·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις απαιτήσεις περί διαφάνειας του άρθρου 15 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ), όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης(5)·

Δημιουργία ενός όσο το δυνατό πιο υποχρεωτικού μητρώου διαφάνειας

1.  επιδοκιμάζει την απόφαση του Προεδρείου του να ζητήσει από τη διοίκησή του να αναπτύξει ένα υπόδειγμα για όλους τους εισηγητές και συντάκτες γνωμοδότησης για την παραγωγή ενός εθελοντικού νομοθετικού αποτυπώματος, στο οποίο θα προσδιορίζονται οι εκπρόσωποι συμφερόντων και οι οργανισμοί, η γνώμη των οποίων έχει ζητηθεί· το υπόδειγμα αυτό θα πρέπει επίσης να διατίθεται ως ηλεκτρονικό εργαλείο

2.  επισημαίνει την αναθεώρηση του εσωτερικού του κανονισμού της 13ης Δεκεμβρίου 2016, σύμφωνα με την οποία οι βουλευτές θα πρέπει να εγκρίνουν τη συστηματική πρακτική να συναντούν μόνο εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων που έχουν εγγραφεί στο μητρώο διαφάνειας και ζητεί να συμπεριληφθούν συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων συμφερόντων και γενικών γραμματέων, γενικών διευθυντών και γενικών γραμματέων πολιτικών ομάδων· καλεί τους βουλευτές και τους συνεργάτες τους να ελέγχουν, εάν οι εκπρόσωποι συμφερόντων τους οποίους προτίθενται να συναντήσουν έχουν εγγραφεί στο μητρώο και, εάν όχι, να τους ζητούν να το πράξουν το συντομότερο δυνατόν πριν από τη συνεδρίαση· καλεί μετ’ επιτάσεως το Συμβούλιο να θεσπίσει μια παρόμοια διάταξη, στην οποία να περιλαμβάνονται οι μόνιμες αντιπροσωπείες· κρίνει απαραίτητο να υποχρεωθούν οι εγγεγραμμένοι στο μητρώο διαφάνειας να προσκομίζουν έγγραφα που αποδεικνύουν ότι οι πληροφορίες που δόθηκαν είναι ακριβείς·

3.  επισημαίνει τους ορισμούς της «συνάντησης με εκπροσώπους συμφερόντων» που εκτίθενται στην απόφαση της Επιτροπής της 25ης Νοεμβρίου 2014 σχετικά με τη δημοσιοποίηση των συνεδριάσεων· υπενθυμίζει τις διατάξεις σχετικά με το είδος των πληροφοριών που δεν μπορούν να κοινοποιηθούν με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001· πιστεύει ότι οι διατάξεις σχετικά με τις συνεδριάσεις αυτές δεν πρέπει να περιορίζονται στις «διμερείς» συνεδριάσεις και θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τις συνεδριάσεις με διεθνείς οργανισμούς·

4.  καλεί το Προεδρείο να δημιουργήσει τα απαραίτητα μέσα προκειμένου οι βουλευτές να μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να δημοσιοποιούν στα ηλεκτρονικά τους προφίλ στο Κοινοβούλιο τις συνεδριάσεις τους με εκπροσώπους συμφερόντων·

5.  ζητεί από την Επιτροπή να επεκτείνει σε όλο το σχετικό προσωπικό της Επιτροπής (από τον επικεφαλής μονάδας και άνω) την πρακτική της συνεδρίασης μόνο με οργανώσεις ή αυτοαπασχολούμενα άτομα που έχουν καταχωριστεί στο μητρώο διαφάνειας·

6.  καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να δημοσιεύει τις συνεδριάσεις όλου του σχετικού προσωπικού της Επιτροπής που εμπλέκεται στη διαδικασία διαμόρφωσης της πολιτικής της ΕΕ με εξωτερικούς οργανισμούς, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τους κανόνες για τη δέουσα προστασία των δεδομένων· ζητεί για το υπόλοιπο προσωπικό που ήταν παρόν στις συνεδριάσεις αυτές να δημοσιεύεται αναφορά στη μονάδα ή στην υπηρεσία·

7.  υποστηρίζει την έκκληση της Επιτροπής προς τα θεσμικά όργανα, το προσωπικό και τις υπηρεσίες της ΕΕ να αποφεύγουν να προσκαλούν ως ομιλητές μη καταχωρισμένους εκπρόσωπους συμφερόντων, να θέτουν υπό την αιγίδα τους τις εκδηλώσεις τους ή να φιλοξενούν τέτοιες εκδηλώσεις στους χώρους της ΕΕ και να μην τους επιτρέπουν να συμμετέχουν σε συμβουλευτικά όργανα της Επιτροπής·

8.  καλεί την Επιτροπή να καταστήσει όλες τις πληροφορίες που αφορούν την εκπροσώπηση συμφερόντων στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, τις δηλώσεις συμφερόντων, τις επιβεβαιωμένες συγκρούσεις συμφερόντων και τις ομάδες εμπειρογνωμόνων εύκολα προσβάσιμες στο κοινό μέσω μιας ηλεκτρονικής μονοαπευθυντικής θυρίδας·

9.  προτρέπει την Επιτροπή να αναπτύξει μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί μια καλύτερη ισορροπία με την ενίσχυση των συμφερόντων που υποεκπροσωπούνται·

10.  θεωρεί ότι, μεταξύ των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκείνοι που ορίζονται εισηγητές ή πρόεδροι επιτροπών φέρουν, λόγω του ρόλου που διαδραματίζουν στη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ, ιδιαίτερη ευθύνη σε θέματα διαφάνειας όσον αφορά τις επαφές τους με εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων·

11.  πιστεύει ότι οι οντότητες που έχουν εγγραφεί στο μητρώο διαφάνειας θα πρέπει, να εισαγάγουν εγκαίρως υποχρεωτικές επικαιροποιήσεις στο μητρώο όσον αφορά δαπάνες για δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου που έχουν πραγματοποιήσει οι καταχωρισμένοι σε αυτό, όταν οι δαπάνες αυτές υπερβαίνουν το ύψος που έχει οριστεί για τη σχετική κατηγορία·

12.  πιστεύει ότι όλες οι εγγεγραμμένες οντότητες πρέπει να είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν στο μητρώο διαφάνειας κατάλογο όλων των δωρητών και των αντίστοιχων δωρεών τους που υπερβαίνουν τα 3.000 ευρώ, αναφέροντας τόσο το είδος όσο και την αξία των επιμέρους δωρεών κατ’ έτος· φρονεί ότι μεμονωμένες δωρεές, η αξία των οποίων υπερβαίνει τα 12.000 ευρώ πρέπει να δηλώνονται αμέσως·

13.  επαναλαμβάνει το μακροχρόνιο αίτημά του να συνοδευτεί το μητρώο διαφάνειας της ΕΕ με μια νομοθετική πράξη, εφόσον δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν με μία διοργανική συμφωνία όλα τα κενά και να επιτευχθεί ένα απολύτως υποχρεωτικό μητρώο για όλους τους εκπροσώπους συμφερόντων· θεωρεί ότι η πρόταση για την εν λόγω νομοθετική πράξη θα μπορούσε να λαμβάνει υπόψη την πρόοδο που επιτεύχθηκε μέσω των τροποποιήσεων της διοργανικής συμφωνίας και του κώδικα δεοντολογίας του Κοινοβουλίου· υπενθυμίζει στην Επιτροπή την έκκλησή του που απεύθυνε με το ψήφισμά του της 15ης Απριλίου 2014(6) σχετικά με την υποβολή έως τα τέλη του 2016 κατάλληλης νομοθετικής πρότασης για υποχρεωτικό μητρώο διαφάνειας βάσει του άρθρου 352 ΣΛΕΕ·

14.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς το Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένων των προπαρασκευαστικών οργάνων του, να συμμετάσχει στο μητρώο διαφάνειας το ταχύτερο δυνατόν· καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν νομοθετικές διατάξεις για την προώθηση της διαφάνειας στο πλαίσιο της εκπροσώπησης συμφερόντων· καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους οι εκπρόσωποι συμφερόντων θα πρέπει να καθιστούν διαφανείς τις επαφές τους με πολιτικούς και δημόσιες αρχές σε εθνικό επίπεδο με τις οποίες επιδιώκουν να επηρεάσουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία·

Διαφάνεια, λογοδοσία και ακεραιότητα σε συνάρτηση με εκπροσώπους συμφερόντων

15.  επισημαίνει την απόφασή του της 13ης Δεκεμβρίου 2016 να αφαιρέσει προνόμια από όσους αρνούνται να συνεργαστούν στο πλαίσιο ερευνών ή ακροάσεων και συνεδριάσεων επιτροπών με σκοπό τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών· καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει περαιτέρω τον κώδικα δεοντολογίας για τις καταχωρισμένες οντότητες προκειμένου να τους δοθούν κίνητρα να μην παρέχουν, με βάση την καλή πίστη, ελλιπείς ή παραπλανητικές πληροφορίες κατά τη διάρκεια των εν λόγω ακροάσεων ή συνεδριάσεων επιτροπών· φρονεί ότι οι οντότητες που έχουν καταχωριστεί στο μητρώο διαφάνειας δεν θα πρέπει, με βάση των κώδικα δεοντολογίας, να μπορούν να απασχολούν άτομα ή οργανώσεις που αποκρύπτουν τα συμφέροντα των μερών που εξυπηρετούν·

16.  πιστεύει ότι τα γραφεία συμβούλων, οι νομικές εταιρίες και οι αυτοαπασχολούμενοι σύμβουλοι θα πρέπει να αναφέρουν την ακριβή έκταση των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το μητρώο, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι ορισμένα άτομα ενδέχεται να παρεμποδίζονται από την εθνική νομοθεσία σε ορισμένα κράτη μέλη να πληρούν τις απαιτήσεις του μητρώου διαφάνειας·

17.  τονίζει ότι οι καταχωρισμένες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων των νομικών εταιριών και των συμβουλευτικών εταιριών, πρέπει να δηλώνουν στο μητρώο διαφάνειας όλους τους πελάτες, εξ ονόματος των οποίων ασκούν δραστηριότητες εκπροσώπησης συμφερόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας· επιδοκιμάζει τις αποφάσεις που έχουν λάβει διάφοροι νομικοί σύλλογοι και νομικές εταιρίες σε αναγνώριση των διαφορών μεταξύ των δικαστηριακών δραστηριοτήτων των δικηγόρων και των άλλων δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας· καλεί επιπλέον το συμβούλιο των δικηγορικών συλλόγων και των νομικών εταιριών της Ευρώπης να ενθαρρύνουν τα μέλη τους να εγκρίνουν παρόμοια μέτρα, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ορισμένα άτομα ενδέχεται να παρεμποδίζονται από την εθνική νομοθεσία σε ορισμένα κράτη μέλη να πληρούν τις απαιτήσεις του μητρώου διαφάνειας·

18.  σημειώνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη ισχύουν νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τους κανόνες που διέπουν την άσκηση των επαγγελμάτων, οι οποίες δεν επιτρέπουν εκ των πραγμάτων στις νομικές εταιρίες να εγγράφονται στο μητρώο διαφάνειας, αποκαλύπτοντας πληροφορίες για τους πελάτες τους, όπως απαιτεί το μητρώο· θεωρεί επίσης, ωστόσο, ότι συνιστά σοβαρό κίνδυνο η ενδεχόμενη κατάχρηση παρόμοιων νομοθετικών διατάξεων, με σκοπό να μην δημοσιεύονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για την ορθή καταχώριση στο μητρώο· χαιρετίζει στη συνάρτηση αυτή την εμφανή διάθεση των επαγγελματικών οργανώσεων των δικηγόρων να συνεργαστούν προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, προς το συμφέρον του επαγγελματικού τους κλάδου, η εν λόγω απόκρυψη πληροφοριών θα περιορίζεται αποκλειστικά σε ό,τι επιτρέπεται εκ των πραγμάτων βάσει του νόμου· καλεί την Επιτροπή και τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να εξασφαλίσουν ότι η εν λόγω διάθεση θα οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα, τα οποία θα αποτυπωθούν το συντομότερο δυνατόν στην τροποποιημένη συμφωνία·

19.  καλεί το Προεδρείο, σύμφωνα με το άρθρο 15 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 11 της ΣΕΕ, να απαιτεί, πριν από την πρόσβαση στους χώρους του Κοινοβουλίου, την καταχώριση για μη καταχωρισμένες οργανώσεις ή άτομα που ασκούν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας· φρονεί ότι οι ομάδες επισκεπτών θα πρέπει να εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή· υπογραμμίζει ότι το Κοινοβούλιο, ως όργανο που αντιπροσωπεύει τους ευρωπαίους πολίτες, πρέπει να τηρεί πολιτική ανοιχτών θυρών έναντι των πολιτών και ότι δεν πρέπει να δημιουργούνται περιττά εμπόδια τα οποία θα αποθάρρυναν ενδεχομένως τους πολίτες από το να επισκεφθούν τους χώρους του·

20.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη Διεθνή Διαφάνεια, το 2015 περισσότερες από τις μισές καταχωρίσεις στο μητρώο ομάδων συμφερόντων της ΕΕ ήταν ανακριβείς, ελλιπείς ή εστερούντο νοήματος·

21.  καλεί το Προεδρείο και τον Γενικό Γραμματέα του να διευκολύνουν τη διαδικασία επανενεργοποίησης που απαιτείται για τις κάρτες ομάδων συμφερόντων, με την εγκατάσταση ενός ειδικού μέσου επανενεργοποίησης, προκειμένου να αποφεύγεται ο υπερβολικός χρόνος αναμονής για την είσοδο στους χώρους του Κοινοβουλίου· ζητεί την κατάργηση του περιορισμού, βάσει του οποίου μόνο τέσσερις κάτοχοι δελτίου εισόδου μπορούν να εισέλθουν ταυτόχρονα στους χώρους του Κοινοβουλίου·

22.  υπενθυμίζει την απόφαση του Κοινοβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2016 όσον αφορά τα δελτία εισόδου για το περιβάλλον των βουλευτών και καλεί τον Γενικό Γραμματέα να τροποποιήσει τους κανόνες που διέπουν τα δελτία εισόδου και τις άδειες που παρέχουν πρόσβαση στους χώρους του Κοινοβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2013, ώστε κάθε άτομο άνω των 18 ετών που ζητεί κάρτα περιβάλλοντος βουλευτή να είναι υποχρεωμένο να υπογράφει μια δήλωση με την οποία θα εγγυάται ότι δεν θα συμμετέχει σε δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας·

23.  πιστεύει ότι επείγει η θέσπιση ενός κατάλληλου συστήματος ελέγχου των διαβιβάσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που παρέχουν οι καταχωρισθέντες είναι ουσιαστικές, ακριβείς, επικαιροποιημένες και πλήρεις· ζητεί στη συνάρτηση αυτή τη σημαντική αύξηση των πόρων της Μονάδας Διαφάνειας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθώς και της Κοινής Γραμματείας του μητρώου διαφάνειας·

24.  πιστεύει ότι οι δηλώσεις των καταχωρισμένων οντοτήτων πρέπει να ελέγχονται κάθε χρόνο από τη Μονάδα Διαφάνειας και την Κοινή Γραμματεία του μητρώου διαφάνειας με βάση δειγματοληπτικό έλεγχο σε επαρκή αριθμό, ούτως ώστε να παρέχονται αξιοποιήσιμα, ακριβή, επικαιροποιημένα και πλήρη στοιχεία·

25.  πιστεύει, σε συνάρτηση με τα άρθρα 4 παράγραφος 2 και 5 παράγραφος 2 της ΣΕΕ, ότι τα δημοκρατικά εκλεγμένα και ελεγχόμενα κρατικά θεσμικά όργανα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και οι αντιπροσωπείες τους στα θεσμικά όργανα της ΕΕ καθώς επίσης και τα εσωτερικά τους όργανα και οι τυπικές και άτυπες ενώσεις που απαρτίζονται αποκλειστικά από αυτά, δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται στο μητρώο διαφάνειας της ΕΕ, εφόσον ενεργούν για το δημόσιο συμφέρον, δεδομένου ότι αποτελούν μέρος του πολυεπίπεδου συστήματος διακυβέρνησης της ΕΕ·

Προάσπιση της ακεραιότητας από συγκρούσεις συμφερόντων

26.  καλεί τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ που δεν διαθέτουν ακόμη κώδικα δεοντολογίας να εκπονήσουν σχετικό κείμενο το ταχύτερο δυνατό· θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν έχουν ακόμη εγκρίνει κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη τους· καλεί μετ’ επιτάσεως το Συμβούλιο να θεσπίσει ειδικό κώδικα δεοντολογίας, συμπεριλαμβανομένων κυρώσεων, ο οποίος να αντιμετωπίζει τους κινδύνους που συναρτώνται ειδικά με τους εθνικούς αντιπροσώπους· επιμένει ότι το Συμβούλιο πρέπει να είναι εξίσου υπόλογο και διαφανές, όπως τα άλλα θεσμικά όργανα· ζητεί επίσης κώδικα συμπεριφοράς για τα μέλη και το προσωπικό των δύο συμβουλευτικών οργάνων της ΕΕ, της Επιτροπής των Περιφερειών και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής· ζητεί από τις υπηρεσίες της ΕΕ αφενός να θεσπίσουν κατευθυντήριες γραμμές για μια συνεκτική πολιτική πρόληψης και διαχείρισης των συγκρούσεων συμφερόντων όσον αφορά τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους διευθυντές, τους εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν σε επιστημονικές επιτροπές και τα μέλη των συμβουλίων προσφυγών, και αφετέρου να εγκρίνουν και να εφαρμόσουν μια σαφή πολιτική για τις συγκρούσεις συμφερόντων, σύμφωνα με τον χάρτη πορείας για τη συνέχεια που θα δοθεί στην κοινή προσέγγιση όσον αφορά τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ·

27.  πιστεύει ότι όλοι οι υπάλληλοι στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των έκτακτων υπαλλήλων, των διαπιστευμένων κοινοβουλευτικών βοηθών, των συμβασιούχων και των εθνικών εμπειρογνωμόνων, πρέπει να τύχουν κατάρτισης σχετικά με τον τρόπο χειρισμού των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων και των συγκρούσεων συμφερόντων, μεταξύ άλλων με την υποχρεωτική εξέταση ζητημάτων που άπτονται της ακεραιότητας και της διαφάνειας κατά τη διάρκεια των διαδικασιών πρόσληψης και αξιολόγησης των επιδόσεων·

28.  υπογραμμίζει την ανάγκη να ενισχυθεί η ακεραιότητα και να βελτιωθεί το δεοντολογικό πλαίσιο με σαφείς και ενισχυμένους κώδικες δεοντολογίας και με ηθικές αρχές, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη μιας κοινής και αποτελεσματικής νοοτροπίας ακεραιότητας για όλα τα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ·

29.  αναγνωρίζει ότι το φαινόμενο της μεταπήδησης στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να είναι επιζήμιο για τις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων· καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να αναπτύξουν μια συστηματική και αναλογική προσέγγιση όσον αφορά την πρόκληση αυτή· θεωρεί ότι κάθε κανονιστική διάταξη που αφορά τη μεταπήδηση στον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει επίσης να ισχύει και για τον Πρόεδρο του Συμβουλίου·

30.  ζητεί να ενισχυθούν οι περιορισμοί όσον αφορά τα πρώην μέλη της Επιτροπής με την επέκταση της περιόδου αναμονής σε τρία έτη και την πρόσδοση σε αυτήν δεσμευτικού χαρακτήρα για όλες τουλάχιστον τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας·

31.  πιστεύει ότι οι αποφάσεις σχετικά με τους νέους ρόλους των ανώτερων υπαλλήλων και των πρώην μελών της Επιτροπής πρέπει να λαμβάνονται από μία αρχή που να είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη από εκείνους που επηρεάζονται από τις αποφάσεις της·

32.  ζητεί από όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να δημοσιοποιούν σε ετήσια βάση και σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας δεδομένων της ΕΕ, πληροφορίες για τους ανώτερους υπαλλήλους που έχουν αποχωρήσει από τη διοίκηση της ΕΕ καθώς και για τους ρόλους που έχουν αναλάβει·

33.  υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας δεκαοκτάμηνης περιόδου αναμονής με τη λήξη του διορισμού εξωτερικών και ad hoc μελών της Επιτροπής Ρυθμιστικού Ελέγχου στο πλαίσιο της βελτίωσης του νομοθετικού έργου καθώς και των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, κατά τη διάρκεια δε της περιόδου αυτής, τα πρόσωπα αυτά δεν πρέπει να ασκούν πιέσεις στα μέλη των διοικητικών οργάνων της ΕΤΕπ και του προσωπικού της τράπεζας υπέρ της επιχείρησης, των πελατών ή των εργοδοτών τους·

Ακεραιότητα και ισόρροπη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων

34.  επιδοκιμάζει την πρόθεση της Επιτροπής να ακολουθήσει τις συστάσεις του Διαμεσολαβητή σχετικά με την αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων στο πλαίσιο των ομάδων εμπειρογνωμόνων και τάσσεται κατηγορηματικά υπέρ της δημοσίευσης ενός επαρκώς λεπτομερούς βιογραφικού σημειώματος για κάθε εμπειρογνώμονα που ορίζεται υπό την ιδιότητά του στο μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων καθώς και μιας δήλωσης συμφερόντων κάθε εμπειρογνώμονα που ορίζεται υπό την ιδιότητά του στο μητρώο των ομάδων εμπειρογνωμόνων·

35.  στηρίζει την έκκληση του Διαμεσολαβητή να καταστεί η καταχώριση στο μητρώο διαφάνειας προϋπόθεση για τον διορισμό σε ομάδες εμπειρογνωμόνων για εκείνους τους βουλευτές που δεν είναι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και δεν λαμβάνουν το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των λοιπών εισοδημάτων τους από κρατικούς φορείς, όπως πανεπιστήμια, αν υποτεθεί ότι τα τελευταία δεν λαμβάνουν χρηματοδότηση από εκπροσώπους συμφερόντων και από οικονομικούς και εμπορικούς παράγοντες·

36.  πιστεύει ότι μια διάταξη που προβλέπει γενικά κριτήρια για την οριοθέτηση των οικονομικών και μη οικονομικών συμφερόντων, όπως συνιστά ο Διαμεσολαβητής και με βάση τις δηλώσεις συμφερόντων των εμπειρογνωμόνων, θα βοηθούσε την Επιτροπή να επιλέγει εμπειρογνώμονες που εκπροσωπούν συμφέροντα με πιο ισόρροπο τρόπο·

37.  προτρέπει την Επιτροπή να θέτει όλα τα πρακτικά των συνεδριάσεων των ομάδων εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων και των διαφορετικών απόψεων, στη διάθεση του κοινού στον ιστότοπό της·

38.  καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων να εξετάζονται τα εκκρεμή ζητήματα και να μην επιδιώκεται αντιθέτως μια απλή επιβεβαίωση της πολιτικής κατεύθυνσης που έχει επιλεγεί·

Αδιάβλητος χαρακτήρας των ευρωπαϊκών εκλογών

39.  φρονεί ότι, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό εκλογικό νόμο, ο ορισμός υποψηφίων των κομμάτων θα πρέπει να λαμβάνει χώρα με δημοκρατικό τρόπο και με μυστικότητα καθώς και με δυνατότητα λόγου για τους βουλευτές, τα δε πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για διαφθορά εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ ή στα κράτη μέλη θα πρέπει να χάνουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι για χρονικό διάστημα ανάλογο προς τη βαρύτητα του αδικήματος· επισημαίνει ότι η εν λόγω διαδικασία αποκλεισμού ισχύει ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη· πιστεύει ότι με ένα νέο μέσο, όπως μια οδηγία, θα μπορούσαν να θεσπισθούν κοινοί ελάχιστοι κανόνες για τις επί μέρους πρακτικές και τα ρυθμιστικά πλαίσια εντός των επιμέρους κρατών μελών όσον αφορά την έκπτωση από δικαιώματα λόγω διαφθοράς·

Ενίσχυση της νομικής ευθύνης των μελών της Επιτροπής

40.  καλεί την Επιτροπή να αξιοποιήσει τις ορθές πρακτικές κρατών μελών που έχουν θεσπίσει νομοθετικές διατάξεις για υπουργούς, με την υποβολή μιας νομοθετικής πρότασης που θα ορίζει τις υποχρεώσεις διαφάνειας και τα δικαιώματα των μελών της Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης·

41.  ζητεί να υπαχθεί στη διαδικασία συναπόφασης η απόφαση για τον καθορισμό της αποζημίωσης των μελών της Επιτροπής, περιλαμβανομένων των αμοιβών τους, η οποία από την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λαμβάνεται στην αποκλειστικά από το Συμβούλιο·

42.  τονίζει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη δεν υφίσταται νομοθεσία για τους υπουργούς που να απαγορεύει στους αξιωματούχους να κατέχουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει επιχειρήσεις·

Συγκρούσεις συμφερόντων στην κοινή διαχείριση και σε τρίτες χώρες όσον αφορά τη διαχείριση κονδυλίων της ΕΕ

43.  θεωρεί ότι συνιστά σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων το ενδεχόμενο οι επιχειρήσεις αξιωματούχων της ΕΕ να υποβάλουν αιτήσεις για κονδύλια της ΕΕ ή να μπορούν να λάβουν αυτά τα κονδύλια μέσω υπεργολαβίας, ενώ οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες και αξιωματούχοι φέρουν ταυτόχρονα την ευθύνη για την ορθή χρήση και τον έλεγχο αυτών των κονδυλίων·

44.  ζητεί από την Επιτροπή να εντάξει σε όλες τους μελλοντικές νομοθετικές διατάξεις της ΕΕ σχετικά με πληρωμές μια ρήτρα, βάσει της οποίας οι επιχειρήσεις που ανήκουν σε αξιωματούχους σε κράτη μέλη της ΕΕ και τρίτες χώρες να μην μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις για χρηματοδότηση ή να λαμβάνουν χρηματοδότηση από την ΕΕ·

Υλοποίηση του στόχου πλήρους πρόσβασης σε έγγραφα και διαφάνεια με σκοπό τη λογοδοσία στη νομοθετική διαδικασία

45.  επισημαίνει τις εκκλήσεις του προς την Επιτροπή και το Συμβούλιο στο ψήφισμά του της 28ης Απριλίου 2016 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα για τα έτη 2014–2015(7) στις οποίες:

–  ζήτησε να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 ώστε να συμπεριλάβει όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα που δεν υπάγονται σήμερα σε αυτό, όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Δικαστήριο και όλα τα όργανα και τους οργανισμούςτης ΕΕ,

–  ζήτησε την πλήρη τήρηση από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της υποχρέωσης να τηρούν πλήρη μητρώα εγγράφων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 11 και 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001,

–  έκρινε ότι τα έγγραφα που εκπονούνται στο πλαίσιο τριμερών διαλόγων, όπως ημερήσιες διατάξεις, περιλήψεις συμπερασμάτων, πρακτικά και γενικές προσεγγίσεις στο Συμβούλιο, άπτονται της νομοθετικής διαδικασίας και δεν θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλα νομοθετικά έγγραφα και θα πρέπει να καθίστανται άμεσα προσβάσιμα στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου,

–  ζήτησε τη θέσπιση ενός κοινού διοργανικού μητρώου, συμπεριλαμβανομένης μιας ειδικής κοινής βάσης δεδομένων όσον αφορά την πορεία των νομοθετικών φακέλων για εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη, όπως έχει συμφωνηθεί στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου,

–  κάλεσε το Συμβούλιο να δημοσιεύσει τα πρακτικά των συνεδριάσεων των ομάδων εργασίας του Συμβουλίου καθώς και άλλα έγγραφα,

–  κάλεσε την Επιτροπή να δημιουργήσει ένα μητρώο για όλη τη δευτερεύουσα νομοθεσία ειδικότερα για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και επισήμανε ότι οι εργασίες για τη δημιουργία του βρίσκονταν σε εξέλιξη, όπως έχει συμφωνηθεί στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου,

–  εξέφρασε την πεποίθησή του ότι πρέπει να συσταθεί μια ανεξάρτητη αρχή ελέγχου για τη διαβάθμιση και τον αποχαρακτηρισμό εγγράφων,

–  ζήτησε οι ημερήσιες διατάξεις και τα ενημερωτικά σημειώματα των συνεδριάσεων των συντονιστών των επιτροπών, του Προεδρείου και της Διάσκεψης των Προέδρων να καθίστανται διαθέσιμα, το αυτό δε να ισχύει κατ’ αρχήν για όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στις ημερήσιες αυτές διατάξεις, με τη δημοσίευσή τους στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου·

Διαφάνεια της εξωτερικής εκπροσώπησης και των διαπραγματεύσεων της ΕΕ

46.  επικροτεί την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία ενισχύεται το δικαίωμα ενημέρωσης του Κοινοβουλίου όσον αφορά τις διεθνείς συμφωνίες καθώς και τη δέσμευση των θεσμικών οργάνων να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες βάσει της παραγράφου 40 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου με διαπραγματεύσεις για τη βελτίωση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών· σημειώνει ότι οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στο τέλος του 2016 και καλεί, στη συνάρτηση αυτή, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης να δεσμευτούν πραγματικά και να καταβάλουν όλες τις απαραίτητες προσπάθειες για να καταλήξουν το ταχύτερο δυνατόν σε συμφωνία με το Κοινοβούλιο για τη βελτίωση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών με το Κοινοβούλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των διεθνών συμφωνιών, δεδομένου ότι αυτό θα συνέβαλε στην αύξηση της νομιμοποίησης και του δημοκρατικού ελέγχου της εξωτερικής δράσης της ΕΕ·

47.  σημειώνει ότι, αν και υφίσταται μια διοργανική συμφωνία συνεργασίας μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής, δεν έχει συναφθεί αντίστοιχη συμφωνία μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου·

48.  εξαίρει τις πρόσφατες προσπάθειες της Επιτροπής για μεγαλύτερη διαφάνεια στις εμπορικές διαπραγματεύσεις· πιστεύει, ωστόσο, ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να βελτιώσουν περαιτέρω τις μεθόδους εργασίας τους ώστε να συνεργάζονται καλύτερα με το Κοινοβούλιο όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα, πληροφορίες και τη λήψη αποφάσεων για όλα τα θέματα και τις διαπραγματεύσεις που σχετίζονται με την Κοινή Εμπορική πολιτική (όπως είναι οι πληροφορίες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις – όπως πεδίο εφαρμογής, διαπραγματευτική εντολή και πορεία των διαπραγματεύσεων – ο μικτός ή αποκλειστικός χαρακτήρας των εμπορικών συμφωνιών και η προσωρινή εφαρμογή τους, οι δραστηριότητες και αποφάσεις που λαμβάνονται από φορείς που έχουν δημιουργηθεί βάσει εμπορικών ή/και επενδυτικών συμφωνιών, οι συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων και οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις)· εκφράζει εν προκειμένω τη λύπη του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει κοινοποιήσει στους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΒΕΚ) και στο κοινό τις διαπραγματευτικές εντολές για όλες τις συμφωνίες που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, αλλά εκφράζει ικανοποίηση για το γεγονός ότι εν τέλει, μετά από ένα έτος διαπραγματεύσεων μεταξύ Επιτροπής και Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με τις διαπραγματεύσεις για τη διατλαντική συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων (ΤΤΙΡ), επιτεύχθηκε επιχειρησιακή συμφωνία για την παροχή πρόσβασης σε όλους τους ΒΕΚ, με αποτέλεσμα οι διαπραγματεύσεις για την ΤΤΙΡ να καταστούν οι πλέον διαφανείς μέχρι σήμερα· επιδοκιμάζει στη συνάρτηση αυτή το γεγονός ότι η Γενική Διεύθυνση Εμπορίου της Επιτροπής φιλοδοξεί να αξιοποιήσει την τρέχουσα πρωτοβουλία διαφάνειας για την ΤΤΙΠ ως πρότυπο για όλες τις εμπορικές διαπραγματεύσεις, όπως επισημαίνεται στην εμπορική στρατηγική «εμπόριο για όλους» και να την εφαρμόσει·

49.  τονίζει ότι, όπως τονίστηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η υποχρέωση διασφάλισης της διαφάνειας απορρέει από τη δημοκρατική φύση της διακυβέρνησης εντός της ΕΕ και ότι, στις περιπτώσεις όπου οι εμπιστευτικές πληροφορίες δεν είναι προσβάσιμες για το κοινό, όπως στην περίπτωση των εμπορικών διαπραγματεύσεων, πρέπει να είναι διαθέσιμες για τους βουλευτές που ελέγχουν την εμπορική πολιτική εξ ονόματος των πολιτών· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες είναι θεμελιώδους σημασίας για την άσκηση ελέγχου από το Κοινοβούλιο, το οποίο με τη σειρά του θα πρέπει να τηρεί την υποχρέωσή του να διαχειρίζεται με σωστό τρόπο τις εν λόγω πληροφορίες· θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχουν σαφή κριτήρια για το χαρακτηρισμό εγγράφων ως «διαβαθμισμένων», για να αποφεύγεται οιαδήποτε αμφισημία ή αυθαίρετη απόφαση, καθώς και ότι τα έγγραφα θα πρέπει να αποχαρακτηρίζονται αμέσως μόλις παύει να είναι απαραίτητη η διαβάθμισή τους· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει κατά πόσον ένα διαπραγματευτικό κείμενο μπορεί να δημοσιοποιείται όταν το σχετικό έγγραφο έχει οριστικοποιηθεί εσωτερικά· σημειώνει ότι η νομολογία του ΔΕΕ καθιστά σαφές ότι όταν ένα έγγραφο προερχόμενο από θεσμικό όργανο της ΕΕ καλύπτεται από εξαίρεση όσον αφορά το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού, το όργανο αυτό πρέπει να επεξηγεί σαφώς τους λόγους για τους οποίους η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο είναι ικανή να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το συμφέρον που προστατεύεται από την εξαίρεση και ότι ο εν λόγω κίνδυνος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει τις συστάσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, του Ιουλίου 2014, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα για όλες τις διαπραγματεύσεις και σχετικά με τη δημοσιοποίηση ημερήσιων διατάξεων και πρακτικών συνεδριάσεων που έχουν πραγματοποιηθεί με άτομα και οργανώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας· καλεί την Επιτροπή να ενημερώσει το Κοινοβούλιο και το κοινό σχετικά με σχέδια ημερησίων διατάξεων για γύρους διαπραγματεύσεων πριν από τις διαπραγματεύσεις, τις τελικές ημερήσιες διατάξεις και τις εκθέσεις μετά από διαπραγματεύσεις·

50.  πιστεύει ότι η ΕΕ πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο όσον αφορά την προώθηση της διαφάνειας των εμπορικών διαπραγματεύσεων, όχι μόνο για τις διμερείς διαδικασίες αλλά και για τις πλειονομερείς και πολυμερείς διαδικασίες, όπου αυτό είναι εφικτό, χωρίς η διαφάνεια αυτή να υπολείπεται εκείνης που τηρείται στις διαπραγματεύσεις που οργανώνονται στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ)· τονίζει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή πρέπει επίσης να πείσει τους εταίρους της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις να αυξήσουν τη διαφάνεια μετά την περάτωσή τους, ούτως ώστε να διασφαλίσει ότι πρόκειται για αμοιβαία διαδικασία όπου δεν υπονομεύεται η διαπραγματευτική θέση της ΕΕ, καθώς και να συμπεριλάβει το επιθυμητό επίπεδο διαφάνειας στις διερευνητικές επαφές με τους δυνητικούς διαπραγματευτικούς εταίρους· τονίζει ότι η ενίσχυση της διαφάνειας είναι προς το συμφέρον όλων των εταίρων της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις και των ενδιαφερόμενων μερών σε παγκόσμιο επίπεδο, και ότι μπορεί να αυξήσει την παγκόσμια στήριξη προς τις εμπορικές συναλλαγές που βασίζονται σε κανόνες·

51.  υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι να μπορεί η νομοθετική διαδικασία στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής να βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 338 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ καθώς και σε εκτιμήσεις αντικτύπου και εκτιμήσεις βιωσιμότητας, σύμφωνα με τα αυστηρότερα πρότυπα αμεροληψίας και αξιοπιστίας, μια αρχή η οποία θα πρέπει να διέπει όλες τις αντίστοιχες αναθεωρήσεις στο πλαίσιο της πολιτικής της Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου· θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις επιπτώσεων ανά τομέα θα προσέδιδαν στις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ μεγαλύτερο βαθμό αξιοπιστίας και νομιμότητας·

52.  επαναλαμβάνει τις εκκλήσεις του προς την Επιτροπή, που περιλαμβάνονται στο ψήφισμά του της 12ης Απριλίου 2016(8). να εκπονήσει έναν ευρωπαϊκό κώδικα δεοντολογίας για τη διαφάνεια, την ακεραιότητα και τη λογοδοσία, σχεδιασμένο να καθοδηγεί τις ενέργειες των εκπροσώπων της ΕΕ σε οργανισμούς και όργανα σε διεθνές επίπεδο· ζητεί καλύτερη συνοχή πολιτικών και συντονισμό μεταξύ των παγκόσμιων θεσμικών οργάνων με την εισαγωγή ολοκληρωμένων προτύπων δημοκρατικής νομιμότητας, διαφάνειας, λογοδοσίας και ακεραιότητας· εκφράζει την άποψη ότι η ΕΕ θα πρέπει να απλουστεύσει και να κωδικοποιήσει την εκπροσώπησή της σε πολυμερείς οργανισμούς/φορείς με σκοπό την αύξηση της διαφάνειας, της ακεραιότητας και της λογοδοσίας της συμμετοχής της Ένωσης στους εν λόγω οργανισμούς, την αύξηση στην επιρροή της και την προώθηση της νομοθεσίας που έχει εγκρίνει μέσω δημοκρατικής διαδικασίας· ζητεί την έγκριση μιας διοργανικής συμφωνίας με σκοπό την επισημοποίηση του διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων της ΕΕ και του Κοινοβουλίου, που θα οργανωθεί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με σκοπό τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών σε ό,τι αφορά την έγκριση και τη συνοχή των ευρωπαϊκών θέσεων στην προοπτική μεγάλων διεθνών διαπραγματεύσεων·

Διαφάνεια και λογοδοσία στον τομέα των δημόσιων δαπανών

53.  πιστεύει ότι τα δεδομένα σχετικά με τον προϋπολογισμό και τις δαπάνες εντός της ΕΕ θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από διαφάνεια και υποχρέωση λογοδοσίας μέσω δημοσίευσης, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο κρατών μελών όσον αφορά την επιμερισμένη διαχείριση·

Διαφάνεια και λογοδοσία της οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρωζώνη

54.  πιστεύει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο Eurogroup, στην Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, και στις «άτυπες» συνεδριάσεις του Συμβουλίου Ecofin και στις συνόδους κορυφής της ευρωζώνης πρέπει να θεσμοθετηθούν, όπου απαιτείται, και να καταστούν διαφανείς και ελέγξιμες, όπως μέσω της δημοσίευσης των ημερήσιων διατάξεων και των πρακτικών τους, προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της επιθυμητής διαφάνειας και της απαραίτητης προστασίας της δημοσιονομικής, νομισματικής και οικονομικής πολιτικής της Ένωσης ή ενός κράτους μέλους·

Διαφάνεια και λογοδοσία σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό της ΕΕ

55.  επισημαίνει ότι το 2014 ολοκληρώθηκε η εξέταση 40 συνολικά υποθέσεων που αφορούσαν το προσωπικό της ΕΕ και τα στελέχη των θεσμικών οργάνων· υπογραμμίζει ότι ο αριθμός αυτός είναι πολύ μικρός και αναδεικνύει ότι η απάτη και η διαφθορά δεν έχουν ενδημικό χαρακτήρα εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ(9)·

56.  επισημαίνει ότι το 2014 ο μεγαλύτερος αριθμός πιθανών περιπτώσεων απάτης που αναφέρθηκαν στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) αφορούσε τη χρήση των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων (549 από τις 1.417 κατηγορίες)· υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) συνέστησε την οικονομική ανάκτηση ποσών ύψους 476,5 εκατομμυρίων EUR από τα διαρθρωτικά ταμεία το 2014· σημειώνει ότι 22,7 εκατομμύρια EUR έχουν ανακτηθεί από τις αρμόδιες αρχές με βάση τις συστάσεις της OLAF κατά το 2014· καλεί τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στη σωστή χορήγηση των χρηματοδοτικών πόρων της ΕΕ και να μεγιστοποιήσουν τις προσπάθειες για ανάκτησή τους όταν αυτές δεν έχουν χορηγηθεί με σωστό τρόπο(10)·

57.  καλεί την Επιτροπή να προτείνει την αναθεώρηση του λεγόμενου εξάπτυχου και του δίπτυχου προκειμένου να δοθούν στο Κοινοβούλιο μεγαλύτερες εξουσίες ελέγχου κατά την έγκριση βασικών εγγράφων του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, και, ειδικότερα, αποτελεσματικά μέσα για να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·

58.  καλεί το Eurogroup να υπαγάγει και το Κοινοβούλιο στον έλεγχο της εφαρμογής των συμβατικών όρων που έχουν συμφωνηθεί με δικαιούχους της χρηματοδοτικής ενίσχυσης που χορηγείται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας·

Προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και καταπολέμηση της διαφθοράς

59.  επιδοκιμάζει την έρευνα που διενήργησε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής σχετικά με το αν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ανταποκρίνονται στην υποχρέωσή τους να θεσπίσουν εσωτερικούς κανόνες για την καταγγελία παρατυπιών· εκφράζει τη λύπη του για τη διαπίστωση του Διαμεσολαβητή ότι τα περισσότερα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν έχουν ακόμη εφαρμόσει δεόντως τους κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος· επισημαίνει ότι, μέχρι σήμερα, μόνο το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν εγκρίνει σχετικούς κανόνες· καλεί το Κοινοβούλιο να εκπονήσει μια μελέτη σχετικά με έναν μηχανισμό που θα προστατεύει τους διαπιστευμένους κοινοβουλευτικούς βοηθούς σε περίπτωση που καταστούν «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος»·

60.  θεωρεί ότι η αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος αποτελεί σημαντικό όπλο κατά της διαφθοράς και για τον λόγο αυτό επαναλαμβάνει την έκκλησή του της 25ης Νοεμβρίου 2015(11) προς την Επιτροπή να προτείνει, το αργότερο ως τα τέλη Ιουνίου 2016, ένα νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ για την αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και όσων προβαίνουν σε παρεμφερείς ενέργειες(12), λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση των κανόνων σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να υπάρξουν ελάχιστοι κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος·

61.  ζητεί από την Επιτροπή να εφαρμόζει με αυστηρότητα τα μέτρα σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια και τον αποκλεισμό στο πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων, με κατάλληλους ελέγχους προϋποθέσεων σε κάθε περίπτωση, και να εφαρμόζει τα κριτήρια αποκλεισμού προκειμένου να αποκλείονται εταιρίες σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, ένα μέτρο καίριας σημασίας για την προστασία της αξιοπιστίας των θεσμικών οργάνων·

62.  πιστεύει ότι οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος υποβάλλονται πολύ συχνά σε διώξεις και δεν τυγχάνουν υποστήριξης, ακόμη και στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να προτείνει την τροποποίηση του καθεστώτος που διέπει την υπηρεσία του Διαμεσολαβητή και να ενισχύσει τις αρμοδιότητές του δεδομένου ότι αποτελεί κομβικής σημασίας θεσμό για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος που πέφτουν θύματα δυσμενούς μεταχείρισης· καλεί την Επιτροπή να προτείνει τη δέουσα αύξηση του προϋπολογισμού της υπηρεσίας του Διαμεσολαβητή προκειμένου να καταστεί δυνατόν να υλοποιηθεί η νέα αυτή απαιτητική αποστολή·

63.  καλεί την ΕΕ να προωθήσει, το ταχύτερο δυνατό, την προσχώρησή της στην ομάδα κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς (GRECO) και ζητεί να τηρείται ενήμερο το Κοινοβούλιο όσον αφορά την πρόοδο αυτής της αίτησης· καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στην έκθεσή της μια επισκόπηση των μεγαλύτερων προβλημάτων διαφθοράς στα κράτη μέλη, των συστάσεων πολιτικής για την αντιμετώπισή τους και των επακόλουθων μέτρων που θα λάβει η ίδια η Επιτροπή, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη τις επιζήμιες επιπτώσεις της διαφθοράς στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·

64.  φρονεί ότι τα άτομα που έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για διαφθορά στην ΕΕ ή σε εταιρίες που διευθύνονται ή κατέχονται από άτομα που μετήλθαν πράξεις διαφθοράς ή υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος προς όφελος της εταιρίας τους και έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για αυτούς τους λόγους θα πρέπει, για τρία τουλάχιστον χρόνια, να μην μπορούν να συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και να επωφελούνται από τα κονδύλια της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να αναθεωρήσει το σύστημα αποκλεισμού που εφαρμόζει· τονίζει ότι εταιρίες οι οποίες έχουν αποκλειστεί από το να υποβάλουν προσφορές και να λαμβάνουν κονδύλια της ΕΕ από την Επιτροπή θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται αυτόματα σε δημόσιους καταλόγους για την καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και προκειμένου να καταστεί δυνατός ο δημόσιος έλεγχος·

65.  σημειώνει ότι, η Ευρωπαϊκή Ένωση αφότου κατέστη εγκεκριμένο μέλος της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς, στις 12 Νοεμβρίου 2008, δεν έχει συμμετάσχει στον μηχανισμό αναθεώρησης που προβλέπεται στο πλαίσιο της Σύμβασης, ούτε έχει λάβει το πρώτο μέτρο για την ολοκλήρωση της αυτοαξιολόγησης του τρόπου εφαρμογής των υποχρεώσεών της σύμφωνα με τη Σύμβαση· καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να τηρήσει τις υποχρεώσεις της βάσει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (UNCAC) συμπληρώνοντας την αυτοαξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη Σύμβαση και συμμετέχοντας στον μηχανισμό αξιολόγησης από ομότιμους· καλεί την Επιτροπή να δημοσιεύσει το ταχύτερο δυνατόν την επόμενη έκθεσή της σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ και να συμπεριλάβει στις εκθέσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ ένα κεφάλαιο για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ· ζητεί η Επιτροπή να προβεί σε περαιτέρω ανάλυση, τόσο σε επίπεδο θεσμικών οργάνων της ΕΕ όσο και σε επίπεδο κρατών μελών, σε σχέση με το περιβάλλον στο οποίο εφαρμόζονται οι πολιτικές, ώστε να εντοπιστούν οι εγγενείς παράγοντες καθοριστικής σημασίας, τα πεδία αδυναμίας και οι παράγοντες κινδύνου που οδηγούν στη διαφθορά·

66.  υπενθυμίζει την απόφασή του της 25ης Μαρτίου 2014 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης 2012/0193(COD) και ζητεί να ληφθεί γρήγορη απόφαση σχετικά·

Ακεραιότητα του νομοθετικού έργου της ΕΕ

67.  καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τη δυνατότητα εισαγωγής μηχανισμών προστασίας, προκειμένου, κατά τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων για τα βιομηχανικά προϊόντά και την εφαρμογή της πολιτικής να μην προκύψουν συγκρούσεις συμφερόντων· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει την τρέχουσα διαρθρωτική σύγκρουση συμφερόντων κατά τη δημόσια αξιολόγηση του κινδύνου των προϊόντων που υπόκεινται σε κανονιστικές ρυθμίσεις, δηλαδή μία κατάσταση κατά την οποία η αξιολόγηση των εν λόγω προϊόντων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό ή αποκλειστικά σε μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί από τους αιτούντες ή από τρίτους που έχουν πληρωθεί από αυτούς, ενώ η ανεξάρτητη έρευνα συχνά αγνοείται ή απορρίπτεται· επιμένει ότι οι κατασκευαστές θα πρέπει, όπως και κατά το παρελθόν, να υποβάλλουν μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες οι δαπάνες θα επιμερίζονται μεταξύ των μεγάλων εταιριών και των ΜΜΕ βάσει των σχετικών μεριδίων της αγοράς, προκειμένου να διασφαλίζεται μία δίκαιη αντιμετώπιση, αλλά ότι όλοι οι αξιολογητές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη κατά την αξιολόγησή τους ανεξάρτητα δεδομένα επιβεβαιωμένα από ομότιμους αξιολογητές· καλεί ειδικότερα την Επιτροπή να επανεξετάσει την ανακοίνωσή της του 2002 σχετικά με τις γενικές αρχές και ελάχιστες προδιαγραφές για τη διαβούλευση των ενδιαφερόμενων μερών· προτείνει, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν από την επιλεκτική κατάργηση των δυσμενών αποτελεσμάτων έρευνας, την εκ των προτέρων καταγραφή των επιστημονικών μελετών και δοκιμών, αναφέροντας το πεδίο εφαρμογής και την αναμενόμενη ημερομηνία ολοκλήρωσής τους, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει προϋπόθεση για τη συμπερίληψή τους στις ρυθμιστικές και πολιτικές διαδικασίες· τονίζει ότι, προς το συμφέρον μιας τεκμηριωμένης και ανεξάρτητης επιστημονικής διαβούλευσης για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων, έχει μεγάλη σημασία η ύπαρξη επαρκών πόρων για την ανάπτυξη εσωτερικής εμπειρογνωμοσύνης στους ειδικευμένους οργανισμούς της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να διενεργούνται έρευνες και δοκιμές που μπορούν να δημοσιοποιηθούν, με αποτέλεσμα να καθίσταται ελκυστικότερη η παροχή δημόσιας υπηρεσίας στο πλαίσιο μιας συμβουλευτικής δραστηριότητας σε ρυθμιστικά όργανα, χωρίς να διακόπτεται η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία των επιστημόνων·

Ενίσχυση της υποχρέωσης λογοδοσίας της Επιτροπής και των οργανισμών της έναντι του Κοινοβουλίου

68.  καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει έναν κανονισμό που θα αφορά όλους τους οργανισμούς της ΕΕ, βάσει του οποίου το Κοινοβούλιο θα αποκτήσει εξουσίες συναπόφασης όσον αφορά τον ορισμό και την απόλυση των διευθυντών των οργανισμών αυτών και ένα άμεσο δικαίωμα να τους υποβάλει ερωτήσεις και να τους ακούει·

69.  τονίζει ότι πρέπει να υπάρχουν ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες στους οργανισμούς της ΕΕ, καθώς και να δίδεται μεγαλύτερη προσοχή στην εξάλειψη συγκρούσεων συμφερόντων στο πλαίσιο των επιτροπών των οργανισμών αυτών· σημειώνει ότι επί του παρόντος, οι εμπειρογνώμονες από σειρά οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, δεν είναι αμειβόμενοι· ζητεί να αμείβονται επαρκώς οι εμπειρογνώμονες σε ρυθμιστικούς οργανισμούς που εκπροσωπούν, για παράδειγμα, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή την ακαδημαϊκή κοινότητα· τονίζει ότι είναι σημαντικό να διατίθενται επαρκείς πόροι για την ανάπτυξη εσωτερικής εμπειρογνωμοσύνης στο πλαίσιο των ειδικευμένων οργανισμών της ΕΕ·

70.  καλεί τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας των Τροφίμων (EFSA), τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA) να αναθεωρήσουν επειγόντως τις πολιτικές τους όσον αφορά την ανεξαρτησία τους, έτσι ώστε να εγγυηθούν ρητά την απόλυτη ανεξαρτησία τους από τους οικονομικούς φορείς τους οποίους ρυθμίζουν και να αποφύγουν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του προσωπικού τους και των εμπειρογνωμόνων·

71.  υποστηρίζει την πρακτική που εφαρμόζουν τα εθνικά κοινοβούλια να καλούν Επιτρόπους προκειμένου να τους υποβάλουν ερωτήσεις·

72.  υπενθυμίζει ότι η εξουσία για τη συγκρότηση εξεταστικών επιτροπών αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό των κοινοβουλευτικών συστημάτων σε όλο τον κόσμο και ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει ειδική νομοθετική διαδικασία στο άρθρο 226 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ για την έγκριση κανονισμού σχετικά με το δικαίωμα εξέτασης των πραγμάτων· τονίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να συμφωνήσουν σχετικά με την έγκριση ενός νέου κανονισμού·

73.  ζητεί την ταχεία λήψη απόφασης από το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 23ης Μαΐου 2012, για τις λεπτομερείς διατάξεις που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(13)·

°

°  °

74.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0376.

(2)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2008)0197.

(3)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0203.

(4)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0484.

(5)

Απόφαση του Δικατηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Βασίλειο της Σουηδίας κατά Association de la presse internationale ASBL (API) και Ευρωπαϊκής Επιτροπής (C-514/07 P), Association de la presse internationale ASBL (API) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (C-528/07 P) και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Association de la presse internationale ASBL (API) (C-532/07 P), συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, ECLI:EU:C:2010:541.

(6)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0376.

(7)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0202.

(8)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0108.

(9)

Έκθεση της OLAF για το 2014, 15η έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), 1 Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 2014.

(10)

Όπως παραπάνω.

(11)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0408.

(12)

Βλέπε κατά λέξη από ψήφισμα του εισηγητή της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με φορολογικές αποφάσεις τύπου ‘tax ruling’ και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0408).

(13)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2012)0219.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η απόσταση από τους πολίτες απαιτεί τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα διαφάνειας, λογοδοσίας και ακεραιότητας

Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ είναι πιο διαφανή, πιο υπεύθυνα και πιο καθαρά από τα περισσότερα άλλα πολιτικά θεσμικά όργανα σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο στην Ευρώπη. Οι πολίτες μπορούν να παρακολουθούν σχεδόν όλες τις συνεδριάσεις των επιτροπών μέσω διαδικτυακής αναμετάδοσης: πρόκειται για διαφάνεια, που δεν υπάρχει μέχρι σήμερα στα περισσότερα κοινοβούλια των κρατών μελών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί μια ανοικτή διοικητική δομή, πολύ πιο διαφανή και προσβάσιμη από αυτές που γνωρίζουμε στα περισσότερα κράτη μέλη. Ωστόσο, για διάφορους λόγους η πολιτική των Βρυξελλών είναι πιο απομακρυσμένη από τους πολίτες σε ολόκληρη την ΕΕ. Το συνολικό επίπεδο εμπιστοσύνης των πολιτών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, όπως κατέδειξε έρευνα της Eurostat, ανερχόταν το 2014 στο 42 τοις εκατό. Πρόκειται για αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος ωστόσο το ποσοστό αυτό παραμένει χαμηλό σε σύγκριση με το ιστορικό προηγούμενο· ανήρχετο σε 59 τοις εκατό το 2002. Στην πλειονότητα 20 κρατών μελών η εμπιστοσύνη των πολιτών στα εθνικά θεσμικά όργανα είναι σήμερα υψηλότερη. Μόνο σε μια μειονότητα 8 χωρών οι πολίτες έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα θεσμικά όργανα της ΕΕ από ότι στα εθνικά.

Η τοπική και εθνική πολιτική είναι λιγότερο απομακρυσμένη από τους πολίτες: Τα μέσα ενημέρωσης αναφέρονται περισσότερο σε αυτές, οι πολίτες έχουν περισσότερες προσωπικές επαφές με τους αντιπροσώπους τους, τα ζητήματα φαίνονται λιγότερο θεωρητικά, και η γλώσσα δεν αποτελεί συνήθως εμπόδιο στην εθνική και τοπική πολιτική. Ωστόσο, πέρα από αυτές τις μάλλον δομικές διαφορές, πολλοί πολίτες αισθάνονται ότι η πολιτική της ΕΕ είναι πιο απομακρυσμένη από αυτούς, επειδή αντιλαμβάνονται ότι δεν επηρεάζουν επαρκώς την πολιτική αυτή. Ακόμη χειρότερο, η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται μερικές φορές να είναι περισσότερο μια Ευρώπη των εκπροσώπων των ομάδων συμφερόντων παρά μια Ευρώπη των πολιτών. Υπάρχουν περισσότεροι ενεργοί εκπρόσωποι ομάδων συμφερόντων στις Βρυξέλλες παρά στην Ουάσιγκτον D.C. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι υφίσταται μια τεράστια ανισορροπία μεταξύ της πρόσβασης και της επιρροής ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων στους φορείς χάραξης πολιτικής της ΕΕ και της αντίστοιχης πρόσβασης και επιρροής ασθενέστερων κοινωνικών συμφερόντων. Προκειμένου να περιοριστεί η απόσταση αυτή που αισθάνονται οι πολίτες, η έκθεση καλεί να υπάρξει μια τριπλή προσέγγιση: Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να ενισχύσουν τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα και να καθορίσουν τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα στους τομείς αυτούς.

Ακεραιότητα σημαίνει δίκαιη και ίση μεταχείριση των συμφερόντων των πολιτών

Η Συνθήκη της Λισαβόνας εγγυάται ότι «η Ένωση σέβεται την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της» (Άρθρο 9), και ότι «κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης»· Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: Η προνομιακή πρόσβαση ισχυρών ομάδων συμφερόντων στους φορείς λήψης αποφάσεων της ΕΕ έρχεται σε έντονη αντίθεση με την ίση μεταχείριση των συμφερόντων των πολιτών. Αυτοί που διαθέτουν ήδη περισσότερα χρήματα και εξουσία μπορούν εύκολα να ασκήσουν συγκριτικά μεγαλύτερη επιρροή. Προκειμένου να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να ενισχύσουν την ακεραιότητά τους. Ακεραιότητα σημαίνει να έχουν οι πολίτες ίση πρόσβαση και ίδιο βάρος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η προώθηση ειδικών συμφερόντων εις βάρος του γενικού συμφέροντος είναι το αντίθετο της ακεραιότητας. Σκοπός της παρούσας έκθεσης είναι να συμβάλει στον διαχωρισμό της οικονομικής από την πολιτική ισχύ. Αυτό εξυπηρετεί επίσης το βέλτιστο συμφέρον της συντριπτικής πλειονότητας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Εκεί όπου οι πολυεθνικές υπαγορεύουν τους νόμους, οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να ακμάσουν.

Ισχυροποίηση των πολιτών μέσω της πρόσβασης σε πληροφορίες και έγγραφα

Προκειμένου να γίνει πραγματικότητα η ακεραιότητα στην πολιτική της ΕΕ οι Συνθήκες παρέχουν περαιτέρω καθοδήγηση και απαιτούν στο άρθρο 10 παράγραφος 3 της ΣΕΕ: «Οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και εγγύτερα στους πολίτες». Ως εκ τούτου νοούμε τη διαφάνεια ως την έγκαιρη παροχή στους πολίτες όλων των σχετικών πληροφοριών προκειμένου να περιοριστεί τυχόν χάσμα πληροφόρησης μεταξύ των πολιτών και των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων, καθώς και μεταξύ αυτών που εκπροσωπούν ειδικά επιχειρηματικά συμφέροντα και όσων εκπροσωπούν πιο γενικά κοινωνικά συμφέροντα. Το γράμμα και το πνεύμα των Συνθηκών απαιτούν να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη χρονική στιγμή της πρόσβασης στις πληροφορίες. Η λήψη των αποφάσεων «όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες» σημαίνει ότι οι πολίτες πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο για να αφομοιώνουν τις πληροφορίες προτού ληφθούν οι αποφάσεις. Επιπλέον, η ισότητα μεταξύ των πολιτών είναι θέμα χρόνου. Δεδομένου ότι η λήψη αποφάσεων αποτελεί μια συνεχή διαδικασία έχει σημασία να παρέχεται πρόσβαση στα έγγραφα και στις πληροφορίες προτού επιτευχθούν οι συμφωνίες. Οι διαφορές μεταξύ πολυμήχανων και επαγγελματιών φορέων αφενός και πολιτών και απλών βουλευτών αφετέρου αντίκεινται στις Συνθήκες και φθείρουν την ακεραιότητα. Συνεπώς, μυστικά και ανεπίσημα έγγραφα που κυκλοφορούν μεταξύ ολίγων προνομιούχων δεν είναι αποδεκτά. Οι Συνθήκες απαιτούν μια σαφή διάκριση: τα έγγραφα είναι είτε δημόσια είτε κατ’ εξαίρεση διαβαθμισμένα. Αυτό σημαίνει: Αυτό που γνωρίζουν οι εκπρόσωποι ομάδων συμφερόντων πρέπει να μπορούν να το γνωρίζουν όλοι.

Η διαδικασία κατάρτισης της ενωσιακής νομοθεσίας είναι καίριας σημασίας για την ενίσχυση της διαφάνειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν ποιος άσκησε επιρροή κατά την εκπόνηση της νομοθεσίας. Ένα μείζονος σημασίας εργαλείο για την επίτευξη περισσότερης διαφάνειας στη νομοθεσία της ΕΕ είναι η θέσπιση του νομοθετικού αποτυπώματος. Καταγράφει την επιρροή που ασκούν τα διάφορα συμφέροντα σε κάθε νομοθέτημα και επιτρέπει να εκτιμηθεί μια πιθανή ανισότητα επιρροής. Επιπλέον, όσο πιο έγκαιρα διατίθενται οι σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τις συνεδριάσεις και τα σχετικά στοιχεία, τόσο πιο αποτελεσματικά μπορούν να διορθωθούν οι ανισορροπίες πριν από την έγκριση της νομοθεσίας. Η μελέτη του θεματικού τμήματος με τίτλο «Θεσμικές και συνταγματικές πτυχές της εκπροσώπησης ειδικών συμφερόντων» για λογαριασμό της επιτροπής AFCO συνιστά να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισής του.

Λογοδοσία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ μέσω της διαφάνειας

Σκάνδαλα, όπως τα σκάνδαλα εξαγοράς τροπολογιών, αποτέλεσαν την αιτία για τη θέσπιση νέων κανόνων προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της πολιτικής της ΕΕ. Οι Συνθήκες απαιτούν για κάθε εργασία που διεξάγεται στα θεσμικά όργανα: «κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης στηρίζονται σε ευρωπαϊκή διοίκηση ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη» (άρθρο 298 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ). Η λογοδοσία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω διατάξεων που εξασφαλίζουν ότι τα θεσμικά όργανα, οι αξιωματούχοι και τα μέλη του προσωπικού εκθέτουν το έργο τους κατά τρόπο διαφανή.

Αν και πολλά στάδια της νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ είναι πιο διαφανή απ' ότι ισχύει στα κράτη μέλη, ένα καθοριστικής σημασίας στάδιο των διαδικασιών συναπόφασης εξαφανίζεται πίσω από κλειστές πόρτες. Η αυξανόμενη διεξαγωγή άτυπων συνομιλιών στο πλαίσιο του τριμερούς διαλόγου έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση στην οποία το 80% των νομοθετημάτων της ΕΕ συμφωνούνται πλέον σε πρώτη ανάγνωση. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα διαφάνειας με τις μυστικές αυτές συνεδριάσεις: δεν τηρούνται πρακτικά για αυτές τις συνεδριάσεις, οι συμμετέχοντες και οι θέσεις τους παραμένουν άγνωστοι, ορισμένες φορές απόρρητα έγγραφα περιέρχονται σε εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων αλλά όχι στο ευρύ κοινό. Αυτή η επιλεκτική διαφάνεια προς ορισμένους προνομιούχους φορείς φθείρει την ακεραιότητα της ισχύουσας διαδικασίας καθώς οι πολίτες δεν αντιμετωπίζονται ισότιμα.

Προάσπιση της ακεραιότητας μέσω ανεξάρτητου ελέγχου των συγκρούσεων συμφερόντων

Απαιτούνται τα βέλτιστα διαθέσιμα πρότυπα προκειμένου να προστατεύεται η ακεραιότητα των μελών και του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Τα εν λόγω πρότυπα πρέπει να καλύπτουν τις δραστηριότητες των μελών και του προσωπικού εντός και εκτός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ καθώς και κατά τη διάρκεια της θητείας τους στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και μετά από αυτή, για παράδειγμα μέσω της θέσπισης περιόδων απαγόρευσης της άσκησης νέας δραστηριότητας (cooling off periods) εάν τα πρόσωπα αυτά επιθυμούν να ακολουθήσουν σταδιοδρομία σε τομείς που σχετίζονται στενά με το θεσμικό τους έργο.

Η ουδετερότητα αποτελεί ένα σημαντικό κριτήριο για τον αποτελεσματικό έλεγχο της εφαρμογής των κανόνων. Η έκθεση της ΕΕ του 2014 για την καταπολέμηση της διαφθοράς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανεξαρτησία των οργανισμών καταπολέμησης της διαφθοράς αποτελεί καίριας σημασίας παράγοντα για την επιτυχία τους: «Σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες οι οργανισμοί διαθέτουν ισχυρή εντολή, η ανεξάρτητη προσηλωμένη στο έργο της ηγεσία αποδείχθηκε ότι αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου που καθιστά δυνατή την άσκηση δίωξης από τους οργανισμούς αυτούς για υποθέσεις διαφθοράς υψηλού επιπέδου». (σ. 41) Συνεπώς, η ανάθεση του ελέγχου της εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τα μέλη και το προσωπικό σε εξωτερικούς και ουδέτερους φορείς αποτελεί δίδαγμα που έχει αντληθεί από υφιστάμενα συστήματα ακεραιότητας. Παρόμοιος ανεξάρτητος έλεγχος ασκείται σήμερα σε κράτη μέλη όπως η Γαλλία και η Κροατία. Επιπλέον, η πιθανή σύγκρουση συμφερόντων πρέπει επίσης να αντιμετωπίζεται κατά τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων και κατά τον έλεγχο της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στις ομάδες ειδικών συμφερόντων να συνεκπονούν, στο πλαίσιο ομάδων εμπειρογνωμόνων, νομοθεσία που τις αφορά άμεσα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν θα πρέπει να ελέγχει τη χρηματοδότηση των κομμάτων στα οποία ανήκει η πλειονότητα των μελών του.

Οικοδόμηση νέας εμπιστοσύνης κατά τις εμπορικές διαπραγματεύσεις μέσω της διαφάνειας

Συγκρινόμενες με τις ευρωπαϊκές πολιτικές, οι διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις είναι ακόμη πιο απομακρυσμένες από τους πολίτες. Οι εμπορικές συμφωνίες δεσμεύουν συχνά την Ευρωπαϊκή Ένωση και μπορούν να καταστήσουν δύσκολη την αλλαγή των σχετικών αποφάσεων όταν μεταβάλλονται οι πολιτικές πλειοψηφίες ή η κοινή γνώμη. Λόγω αυτών των σημαντικών επιπτώσεων των εμπορικών συμφωνιών, κατά τις διαπραγματεύσεις πρέπει να τηρούνται ακόμη περισσότερο τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα διαφάνειας και λογοδοσίας. Κατά της διαφάνειας στις εμπορικές διαπραγματεύσεις έχει υποστηριχθεί ότι η μυστικότητα ενδέχεται να διευκολύνει την επιτυχία των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, παραδείγματα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), τη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος (UNFCCC) ή τον Παγκόσμιο Οργανισμό Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) αποδεικνύουν ότι η διαπραγμάτευση των διεθνών συνθηκών μπορεί να στεφθεί από επιτυχία όταν τα έγγραφα ή ακόμη και οι διαδικασίες είναι δημόσιες. Λαμβάνοντας υπόψη την αυξανόμενη δυσαρέσκεια σε ολόκληρη την Ευρώπη όσον αφορά τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για την TTIP καθώς και την οριστικοποίηση της CETA, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να προσαρμόσει τις βέλτιστες αυτές πρακτικές προκειμένου να βελτιώσει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα σε όλες της τις εμπορικές διαπραγματεύσεις.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Ή ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΕΙΣΗΓΗΤΗ

Ο κατωτέρω κατάλογος καταρτίζεται σε καθαρά εθελοντική βάση υπό την αποκλειστική ευθύνη του εισηγητή. Στον εισηγητή κατατέθηκαν κατά την προετοιμασία του σχεδίου έκθεσης μέχρι την έγκρισή του στην επιτροπή απόψεις από τις ακόλουθες οντότητες και τα ακόλουθα πρόσωπα:

Οντότητα και/ή πρόσωπο

Access Info Europe

49931835063-67

Ανδρέας Παύλου - 02.05.2016, 21.11.2016

Alliance for Lobby Transparency and Ethics Regulation (ALTER-EU)

2694372574-63

συμπεριλαμβανομένων των Access Info Europe, FoEE, CEO, LobbyControl - 27.01.2016, 10.03.2016, 06.07.2016, 23.09.2016, 05.10.2016, 28.10.2016, 29.11.2016, 07.02.2017, 02.03.2017

Bundesarbeitskammer Österreich (BAK)

23869471911-54

Alice Wagner, Julia Stroj - 13.09.2016, 23.09.2016

Corporate Europe Observatory (CEO)

5353162366-85

Olivier Hoedeman, Martin Pigeon, Pascoe Sabido, Margarida da Silva, Vicky Cann - 22.04.2015, 28.10.2016, 29.11.2016, 02.03.2017

Council of Bars and Law Societies of Europe (CCBE)

4760969620-65

Simone Cuomo - 15.10.2015

Council of European Municipalities and Regions (CEMR)

Carol Thomas

Democracy International e.V.

180184113990-05

Sophie von Hatzfeldt - 23.09.2016, 05.10.2016

European Public Affairs Consultancies Association (EPACA)

8828523562-52

Karl Isaksson, James Padgett - 16.03.2015, 27.02.2017

Joint European Offices of Local Authorities of Bavaria, Baden-Württemberg and Saxony

Caroline Bogenschütz, Christiane Thömmes - 16.02.2016

Frank Bold Society

57221111091-19

Bartosz Kwiatkowski - 10.03.2016, 06.07.2016, 09.09.2016, 13.09.2016, 23.09.2016, 05.10.2016, 27.10.2016, 21.11.2016, 02.03.2017, 10.03.2017

Friends of the Earth Europe (FoEE)

9825553393-31

Paul de Clerck, Fabian Flues, Myriam Douo - 27.01.2016, 10.03.2016, 06.07.2016, 23.09.2016, 05.10.2016, 28.10.2016, 29.11.2016, 07.02.2017, 02.03.2017

LobbyControl

6314918394-16

Nina Katzemich - 28.10.2016, 29.11.2016, 02.03.2017

Riparte il futuro

158241921709-39

Giulio Carini - 23.09.2016, 05.10.2016

Transparency International (TI)

501222919-71

Daniel Freund, Elsa Foucraut Yannik Bendel, Lola Girard, Carl Dolan - 25.02.2015, 03.09.2015, 15.12.2015, 01.03.2016, 15.03.2016, 02.05.2016, 01.07.2016, 06.07.2016, 09.09.2016, 27.10.2016, 28.10.2016, 29.11.2016, 06.02.2017, 02.03.2017, 10.03.2017


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (11.12.2015)

προς την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ

(2015/2041(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Bernd Lange

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου καλεί την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υπενθυμίζει ότι η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) σηματοδότησε ένα νέο στάδιο στην πορεία προς μια ολοένα στενότερη ένωση στην οποία οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες (άρθρο 1 ΣΕΕ)· λαμβάνει υπόψη την έντονη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται σε όλη την Ένωση σχετικά με τις εν εξελίξει εμπορικές διαπραγματεύσεις και τις ανησυχίες που εκφράζουν οι πολίτες της ΕΕ όσον αφορά τη χάραξη της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ· πιστεύει ότι, για να εξασφαλιστεί η νομιμότητα της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ, θα πρέπει να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για να αυξηθεί το επίπεδο ενημέρωσης για την εμπορική πολιτική και τις διαπραγματεύσεις, καθώς και σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο τα σχετικά δεδομένα συλλέγονται από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή και ανακοινώνονται και δημοσιοποιούνται, και υπενθυμίζει ότι πρέπει να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ διαφάνειας και αποτελεσματικότητας· θεωρεί ότι οι πολίτες θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να κατανοούν καλύτερα τη χάραξη πολιτικών και την εσωτερική λειτουργία της διοίκησης της ΕΕ (μεταξύ άλλων εντός της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (INTA))· χαιρετίζει, επομένως, την πρωτοβουλία της Επιτροπής περί διαφάνειας και τη νέα εμπορική στρατηγική « Εμπόριο για όλους », η οποία αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην επίτευξη υψηλότερου επιπέδου διαφάνειας στην εμπορική πολιτική·

2.  υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 12 στοιχείο στ) ΣΕΕ σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην ΕΕ έχουν δημιουργηθεί διάφορα μέσα συνεργασίας για να διασφαλίζεται ο αποτελεσματικός δημοκρατικός έλεγχος της νομοθεσίας της ΕΕ σε όλα τα επίπεδα· τονίζει ότι η ουσιαστικότερη συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών και τους κοινωνικούς εταίρους - ανάλογη προς την υποχρέωση της ΕΕ να αναγνωρίζει και να προαγάγει τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων, όπως ορίζει το άρθρο 152 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) - είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη μεγαλύτερης νομιμότητας (μεταξύ άλλων όσον αφορά την κατάρτιση διαπραγματευτικών οδηγιών)· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη σημαντική ανάγκη για πραγματική συνεργασία με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς μέσω συνεδριάσεων, ενημερώσεων και άλλων εκδηλώσεων, καθώς και για τη βελτιστοποίηση των εγχώριων συμβουλευτικών ομάδων που ασχολούνται με την εφαρμογή υφιστάμενων εμπορικών συμφωνιών· καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει τη συμμετοχικότητα σε όλες τις δημόσιες διαβουλεύσεις·

3.  συνιστά οι συνεχιζόμενες προσπάθειες της Επιτροπής για ενίσχυση της διαφάνειας σε όλες τις εν εξελίξει και τις μελλοντικές εμπορικές διαπραγματεύσεις να περιλαμβάνουν την ενίσχυση της εντολής του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ως ανεξάρτητου οργάνου εποπτείας·

4.  καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να δεσμευθούν πλήρως και σοβαρά υπέρ της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας με το Κοινοβούλιο, παρέχοντας άμεσα, μέσω των καταλλήλων διαύλων, πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες για την εξωτερική δράση της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της κοινής εμπορικής πολιτικής (ΚΕΕ), σε ό,τι αφορά τη λήψη αποφάσεων και την εφαρμογή του πρωτογενούς και του παράγωγου δικαίου· καλεί την Επιτροπή να λάβει πλήρως υπόψη τα αιτήματα του Κοινοβουλίου σχετικά με τη διοργανική συμφωνία, ιδίως όσον αφορά μια σειρά σαφών κριτηρίων για την προσωρινή εφαρμογή και την υλοποίηση εμπορικών συμφωνιών· καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει αυτά τα κριτήρια και να διασφαλίσει ότι η προσωρινή εφαρμογή των εμπορικών συμφωνιών εξαρτάται από την πρότερη συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

5.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη θα πρέπει, υπό το πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού, να αλληλοϋποστηρίζονται κατά την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων (άρθρα 4 και 13 ΣΕΕ), πράγμα που αποτελεί προϋπόθεση για να ασκεί το Κοινοβούλιο επαρκώς τα νομοθετικά και δημοσιονομικά καθήκοντά του, καθώς και τα καθήκοντα πολιτικού ελέγχου και διαβούλευσης (άρθρο 14 ΣΕΕ)· σημειώνει ότι, ενώ υπάρχει μια συμφωνία διοργανικής συνεργασίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, δεν υφίσταται αντίστοιχη συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, γεγονός που δημιουργεί ορισμένα εμπόδια στον έλεγχο·

6.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η επιτροπή INTA και η Γενική Διεύθυνση Εμπορίου της Επιτροπής έχουν συνεργαστεί προορατικά για την ενίσχυση της συνεργασίας, την καθιέρωση βέλτιστων πρακτικών και τη βελτίωση των διαύλων επικοινωνίας, και ότι η συνεργασία αυτή ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για την εποπτεία των εμπορικών διαπραγματεύσεων μέσω των μόνιμων εισηγητών της INTA και των θεματικών ομάδων εποπτείας· τονίζει τις πρόσφατες προσπάθειες της Επιτροπής για μεγαλύτερη διαφάνεια στις εμπορικές διαπραγματεύσεις· πιστεύει, ωστόσο, ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να βελτιώσουν κι άλλο τις μεθόδους εργασίας τους ώστε να συνεργάζονται καλύτερα με το Κοινοβούλιο όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα, πληροφορίες και τη λήψη αποφάσεων για όλα τα θέματα και τις διαπραγματεύσεις που σχετίζονται με την ΚΕΕ (όπως είναι οι πληροφορίες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις — μεταξύ άλλων του πεδίου εφαρμογής, των διαπραγματευτικών εντολών και της εξέλιξης των διαπραγματεύσεων — ο μικτός ή αποκλειστικός χαρακτήρας των εμπορικών συμφωνιών και η προσωρινή εφαρμογή τους, οι δραστηριότητες και αποφάσεις που λαμβάνονται από φορείς που έχουν δημιουργηθεί βάσει εμπορικών ή/και επενδυτικών συμφωνιών, οι συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων και οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις)· εκφράζει εν προκειμένω τη λύπη του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει κοινοποιήσει στους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΒΕΚ) τις διαπραγματευτικές εντολές για όλες τις συμφωνίες που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, αλλά εκφράζει ικανοποίηση για το γεγονός ότι εν τέλει, μετά από ένα έτος διαπραγματεύσεων μεταξύ της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με τις διαπραγματεύσεις για τη διατλαντική συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων (ΤΤΙΡ), επιτεύχθηκε επιχειρησιακή συμφωνία για την παροχή πρόσβασης σε όλους τους ΒΕΚ, με αποτέλεσμα οι διαπραγματεύσεις για την ΤΤΙΡ να καταστούν οι πλέον διαφανείς μέχρι σήμερα· χαιρετίζει, εν προκειμένω, τη φιλοδοξία της Επιτροπής να αξιοποιήσει την πρωτοβουλία διαφάνειας για την ΤΤΙΡ ως πρότυπο σε όλες τις εμπορικές διαπραγματεύσεις, όπως επισημαίνεται στη νέα εμπορική στρατηγική «Εμπόριο για όλους»· σημειώνει ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα εκχωρεί πολύ ευρεία δικαιώματα στους απλούς πολίτες όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα, και ενδεχομένως μεγαλύτερη πρόσβαση από αυτήν που παρέχεται αυτή τη στιγμή στους ΒΕΚ·

7.  τονίζει ότι, όπως τονίστηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η υποχρέωση διασφάλισης της διαφάνειας απορρέει από τη δημοκρατική φύση της διακυβέρνησης εντός της ΕΕ και ότι, στις περιπτώσεις όπου οι εμπιστευτικές πληροφορίες δεν είναι προσβάσιμες για το κοινό, όπως στην περίπτωση των εμπορικών διαπραγματεύσεων, πρέπει να είναι διαθέσιμες για τους βουλευτές που ελέγχουν την εμπορική πολιτική εξ ονόματος των πολιτών· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες είναι θεμελιώδους σημασίας για την άσκηση ελέγχου από το Κοινοβούλιο, το οποίο σε αντάλλαγμα θα πρέπει να συμμορφώνεται με την υποχρέωσή του να διαχειρίζεται τις εν λόγω πληροφορίες σωστά· θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχουν σαφή κριτήρια για το χαρακτηρισμό εγγράφων ως «διαβαθμισμένων», για να αποφεύγεται οιαδήποτε αμφισημία ή αυθαίρετη απόφαση, καθώς και ότι τα έγγραφα θα πρέπει να αποχαρακτηρίζονται αμέσως μόλις παύει να είναι απαραίτητη η διαβάθμισή τους· σημειώνει ότι η νομολογία του ΔΕΕ καθιστά σαφές ότι όταν ένα έγγραφο προερχόμενο από θεσμικό όργανο της ΕΕ καλύπτεται από εξαίρεση όσον αφορά το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού, το όργανο αυτό πρέπει να επεξηγεί σαφώς τους λόγους για τους οποίους η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο είναι ικανή να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το συμφέρον που προστατεύεται από την εξαίρεση και ότι ο εν λόγω κίνδυνος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει τις συστάσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, του Ιουλίου 2015, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα για όλες τις διαπραγματεύσεις·

8.  πιστεύει ότι η ΕΕ πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο όσον αφορά την ενίσχυση της διαφάνειας των εμπορικών διαπραγματεύσεων, όχι μόνο στις διμερείς αλλά και στις πλειονομερείς και πολυμερείς διαδικασίες όπου είναι εφικτό, με τουλάχιστον τον ίδιο βαθμό διαφάνειας με τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στον πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ)· τονίζει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή πρέπει επίσης να πείσει τους εταίρους της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις να αυξήσουν τη διαφάνεια μετά την περάτωσή τους, ούτως ώστε να διασφαλίσει ότι πρόκειται για αμοιβαία διαδικασία όπου δεν υπονομεύεται η διαπραγματευτική θέση της ΕΕ, καθώς και να συμπεριλάβει το επιθυμητό επίπεδο διαφάνειας στη διερευνητική διαδικασία με τους δυνητικούς διαπραγματευτικούς εταίρους· τονίζει ότι η ενίσχυση της διαφάνειας είναι προς το συμφέρον όλων των εταίρων της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις και των ενδιαφερόμενων μερών σε παγκόσμιο επίπεδο, και ότι μπορεί να αυξήσει την παγκόσμια στήριξη προς το εμπόριο που βασίζεται σε κανόνες·

9.  υπενθυμίζει τη σημασία του να μπορεί η νομοθετική διαδικασία σε θέματα της ΚΕΕ να στηρίζεται σε ενωσιακές στατιστικές σύμφωνα με το άρθρο 338 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και σε εκτιμήσεις επιπτώσεων και εκτιμήσεις αντικτύπου στη βιωσιμότητα, σύμφωνα με τα υψηλότερα πρότυπα αμεροληψίας και αξιοπιστίας, μια αρχή που θα πρέπει να διέπει όλες τις αντίστοιχες αναθεωρήσεις στο πλαίσιο της πολιτικής της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας· θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις επιπτώσεων ανά τομέα θα προσέδιδαν στις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ μεγαλύτερο βαθμό αξιοπιστίας και νομιμότητας·

10.  τονίζει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να προωθεί το γενικό συμφέρον της Ένωσης, να διευθύνεται από Μέλη που επιλέγονται λόγω των προσόντων και της ανεξαρτησίας τους, και να αποφεύγει κάθε ενέργεια ασυμβίβαστη με τα καθήκοντά της (άρθρο 17 ΣΕΕ)· χαιρετίζει τις πρωτοβουλίες που αποσκοπούν σε μεγαλύτερη διαφάνεια, λογοδοσία και ακεραιότητα, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή στις 25 Νοεμβρίου 2014 και της νέας ώθησης που δόθηκε για το μητρώο διαφάνειας, το οποίο θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό και δεσμευτικό για όλα τα όργανα, τους φορείς, τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς της ΕΕ· εκφράζει ικανοποίηση για την περαιτέρω διεξοδική εξέταση του τρόπου βελτίωσης του μητρώου διαφάνειας - του μητρώου ομάδων συμφερόντων της ΕΕ - ούτως ώστε η νομοθετική διαδικασία να βασίζεται περισσότερο σε αντικειμενικά στοιχεία και να καταστεί πιο διαφανής για τους πολίτες και τα ενδιαφερόμενα μέρη· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, να συντονίσει το Κοινοβούλιο τις ενέργειες για την βελτίωση της διαφάνειας εντός των θεσμικών οργάνων όσον αφορά τη δραστηριότητα των ομάδων συμφερόντων, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των λοιπών ομάδων ειδικών συμφερόντων·

11.  πιστεύει ακράδαντα ότι η διαφάνεια, η ακεραιότητα και η δεοντολογική συμπεριφορά, η υπευθυνότητα και η χρηστή διακυβέρνηση θα πρέπει να εμπνεύσουν όλες τις διοικητικές και πολιτικές πρωτοβουλίες της ΕΕ και να ενσωματωθούν σε αυτές, και εκτιμά πως πρέπει να επιδιωχθούν η περαιτέρω δέσμευση και η συντονισμένη διοργανική εργασία για υψηλότερα πρότυπα ακεραιότητας, και ότι, για παράδειγμα, η Επιτροπή δεν πρέπει να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή νομοθεσίας που είναι αντίθετες προς τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

12.  πιστεύει ότι η αξιοπιστία της δεοντολογικής συμπεριφοράς της ΕΕ θα κριθεί τελικά από τους πολίτες όσον αφορά τη συνέπεια των πολιτικών πρωτοβουλιών της ΕΕ με τα εσωτερικά διοικητικά της πρότυπα· επιδοκιμάζει, στο πλαίσιο αυτό, τα εσωτερικά πρότυπα της ΕΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος·

13.  εκτιμά πως το Κοινοβούλιο θα πρέπει να συνεργάζεται με περισσότερο στοχευμένο τρόπο με το ΔΕΕ, το Ελεγκτικό Συνέδριο, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και το Γραφείο της Επιτροπής για την Καταπολέμηση της Απάτης, ώστε τα παραπάνω όργανα να μπορούν να υποβάλλουν λεπτομερή στοιχεία το ένα προς το άλλο σχετικά με την εξέλιξη της ΚΕΕ εντός του πλαισίου των αντίστοιχων εξουσιών και αρμοδιοτήτων τους.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

10.12.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

33

0

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Maria Arena, David Borrelli, David Campbell Bannerman, Daniel Caspary, Santiago Fisas Ayxelà, Karoline Graswander-Hainz, Ska Keller, Jude Kirton-Darling, Gabrielius Landsbergis, Bernd Lange, Emmanuel Maurel, Emma McClarkin, Artis Pabriks, Godelieve Quisthoudt-Rowohl, Viviane Reding, Inmaculada Rodríguez-Piñero Fernández, Marietje Schaake, Helmut Scholz, Adam Szejnfeld, Hannu Takkula, Iuliu Winkler

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Klaus Buchner, Dita Charanzová, Nicola Danti, Sander Loones, Lola Sánchez Caldentey, Ramon Tremosa i Balcells, Marita Ulvskog, Wim van de Camp, Jarosław Wałęsa

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Edward Czesak, Eleonora Evi, Maurice Ponga, Dario Tamburrano, Derek Vaughan, Flavio Zanonato


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (2.12.2015)

προς την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ

(2015/2041(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Tamás Deutsch

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού καλεί την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια, η λογοδοσία και η ακεραιότητα είναι βασικές και συμπληρωματικές συνιστώσες για την προαγωγή της χρηστής διακυβέρνησης στους κόλπους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και την εξασφάλιση μεγαλύτερης διαφάνειας στη λειτουργία και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχει θεμελιώδη σημασία για τη δημοκρατία, τη χρηστή διακυβέρνηση και την αποτελεσματική χάραξη πολιτικής·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να περιοριστούν τα κενά όσον αφορά τη λογοδοσία στην ΕΕ και να πραγματοποιηθεί μια στροφή προς περισσότερο συνεργατικούς τρόπους ελέγχου, που θα συνδυάζουν δημοκρατική εποπτεία, έλεγχο και δραστηριότητες λογιστικού ελέγχου, προσφέροντας επίσης περισσότερη διαφάνεια·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά έχει σημαντικές δημοσιονομικές συνέπειες και συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τις δημόσιες δαπάνες·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια, η λογοδοσία και η ακεραιότητα πρέπει να είναι οι κατευθυντήριες αρχές της νοοτροπίας των θεσμικών οργάνων της ΕΕ·

1.  ζητεί συνολική βελτίωση στην πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα, και ιδίως μέσα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, μέσω μιας ολιστικής προσέγγισης, με αρχή την καλύτερη πρόσβαση των πολιτών στα έγγραφα, καθώς και με αυστηρότερους κανόνες σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων, υποστήριξη στην ερευνητική δημοσιογραφία και στους φορείς καταπολέμησης της διαφθοράς, καθιέρωση ή ενίσχυση των μητρώων διαφάνειας και παροχή επαρκών πόρων για μέτρα επιβολής του νόμου, καθώς και με βελτιωμένη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και με τις σχετικές τρίτες χώρες·

2.  καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ενισχύσουν τις διαδικασίες και τις πρακτικές τους που αποβλέπουν στη διασφάλιση των χρηματοοικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και να συνεισφέρουν ενεργά σε μια διαδικασία απαλλαγής προσανατολισμένη στα αποτελέσματα·

3.  υπογραμμίζει την ανάγκη να ενισχυθεί η ακεραιότητα και να βελτιωθεί το δεοντολογικό πλαίσιο με την καλύτερη εφαρμογή των κωδίκων συμπεριφοράς και με δεοντολογικές αρχές, ούτως ώστε να ενισχυθεί μια κοινή και αποτελεσματική νοοτροπία ακεραιότητας για όλα τα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ·

4.  υποστηρίζει τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης δομής για την εποπτεία της εφαρμογής των διαφόρων κωδίκων δεοντολογίας και των διευθετήσεων για την προστασία των καταγγελτών, με βάση τα υψηλότερα δυνατά επαγγελματικά πρότυπα δεοντολογίας, στο πλαίσιο της ενίσχυσης τόσο του πλαισίου λογοδοσίας του δημόσιου τομέα όσο και των επιδόσεων της διοίκησης χάρη σε αρχές και δομές βελτιωμένης διακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα·

5.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη εγκρίνει κώδικα δεοντολογίας· είναι της γνώμης ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να συμφωνήσουν σε σχέση με έναν κοινό κώδικα δεοντολογίας, που είναι απαραίτητοι για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα των θεσμικών οργάνων· καλεί τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ που δεν έχουν ακόμη κώδικα δεοντολογίας να εκπονήσουν τέτοιο κείμενο το ταχύτερο δυνατό·

6.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ που έχουν καθιερώσει κώδικες δεοντολογίας, συμπεριλαμβανομένου του Κοινοβουλίου, να επιταχύνουν τα μέτρα εφαρμογής, όπως είναι οι έλεγχοι δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων·

7.  ζητεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να εφαρμόσουν το άρθρο 16 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης δημοσιεύοντας, σε ετήσια βάση, πληροφορίες για τους ανώτατους υπαλλήλους που έχουν αποχωρήσει από την ενωσιακή διοίκηση, καθώς και κατάλογο των συγκρούσεων συμφερόντων· ζητεί η προαναφερθείσα ανεξάρτητη δομή να αξιολογεί τη συμβατότητα των θέσεων απασχόλησης μετά από περίοδο εργασίας στην ΕΕ, δηλαδή τις περιπτώσεις μετακίνησης δημόσιων υπαλλήλων και πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα και τις δυνατότητες σύγκρουσης συμφερόντων, και να καθορίσει σαφείς μεταβατικές περιόδους, οι οποίες πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον την περίοδο για την οποία χορηγούνται μεταβατικά επιδόματα, κατά τις οποίες οι υπάλληλοι και οι βουλευτές του ΕΚ πρέπει να συμπεριφέρονται με ακεραιότητα και διακριτικότητα ή να συμμορφώνονται με συγκεκριμένους όρους όσον αφορά την ανάληψη νέων καθηκόντων· ζητεί η προαναφερθείσα δομή να απαρτιστεί από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες εκτός του Οργάνου, ώστε να εξασφαλιστεί ότι θα ασκεί την αποστολή της σε πλήρη ανεξαρτησία·

8.  υπενθυμίζει τη γενική αρχή βάσει της οποίας ο καθένας θεωρείται αθώος έως ότου αποδειχθεί ένοχος βάσει του νόμου·

9.  ενθαρρύνει τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ να αυξήσουν την ευαισθητοποίηση των μονίμων υπαλλήλων τους σε σχέση με την πολιτική αντιμετώπισης των συγκρούσεων συμφερόντων, παράλληλα με συνεχιζόμενες δραστηριότητες αύξησης της ευαισθητοποίησης και με συμπερίληψη της ακεραιότητας και της διαφάνειας ως υποχρεωτικού στοιχείου που θα συζητείται κατά τις διαδικασίες πρόσληψης και την αξιολόγηση των επιδόσεων· θεωρεί ότι στη νομοθεσία για τη σύγκρουση συμφερόντων πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε εκλεγμένους αντιπροσώπους και δημόσιους λειτουργούς· πιστεύει ότι θα πρέπει επίσης να υπάρχουν παρόμοιοι κανονισμοί στα κράτη μέλη για τους δημόσιους αξιωματούχους και τους δημόσιους λειτουργούς που εμπλέκονται στη διαχείριση και την παρακολούθηση των επιδοτήσεων της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει σχέδιο νομικής βάσης για αυτό το θέμα·

10.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την απόφαση της Επιτροπής για αύξηση της διαφάνειας μέσω της βελτίωσης του συστήματος ομάδων εμπειρογνωμόνων, ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες για την επιλογή των εμπειρογνωμόνων, μέσω της ανάπτυξης μιας νέας πολιτικής περί συγκρούσεων συμφερόντων για τους εμπειρογνώμονες που διορίζονται σε προσωπική βάση, που θα συνεπάγεται τη δυνατότητα του Κοινοβουλίου να ασκεί απευθείας έλεγχο σε τέτοιους διορισμούς· σημειώνει την υποχρέωση των εμπειρογνωμόνων να είναι, κατά περίπτωση, εγγεγραμμένοι στο μητρώο διαφάνειας· παροτρύνει ωστόσο την Επιτροπή να λάβει υπόψη τις συστάσεις τόσο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με τη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων όσο και τη μελέτη «Σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής και η κατάσταση του μητρώου ομάδων εμπειρογνωμόνων» όταν συντάσσει τροποποιήσεις στους ισχύοντες οριζόντιους κανόνες που διέπουν τις ομάδες εμπειρογνωμόνων, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια πιο συστηματική και διαφανής προσέγγιση· ζητεί να αποδυθεί η Επιτροπή σε διάλογο με το Κοινοβούλιο πριν από την επίσημη έγκριση των κανόνων, ιδίως όσον αφορά την επικείμενη έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού και την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων για το θέμα αυτό· ενθαρρύνει τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς να εξετάσουν μεταρρυθμίσεις σε παρόμοιο πνεύμα·

11.  είναι της γνώμης ότι πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα, τόσο για να αντιμετωπιστούν τα δεοντολογικά ζητήματα που σχετίζονται με τον πολιτικό ρόλο, τις πρακτικές και την επιρροή των ομάδων συμφερόντων, όσο και για να προωθηθούν διασφαλίσεις σε σχέση με την ακεραιότητα, προκειμένου να αυξηθεί το επίπεδο διαφάνειας των δραστηριοτήτων των ομάδων συμφερόντων· προτείνει να εισαχθούν στα θεσμικά όργανα της ΕΕ κοινοί κανόνες σχετικά με την άσκηση δραστηριοτήτων ομάδων συμφερόντων·

12.  πιστεύει ότι το επίπεδο της διαφάνειας πρέπει να αυξηθεί με τη δημιουργία νομοθετικού αποτυπώματος για τις ομάδες συμφερόντων στην ΕΕ ζητεί να διατυπωθεί πρόταση που θα επέτρεπε τη δημοσίευση όλων των κειμένων που καλύπτουν κάθε βήμα της διαδικασίας σύνταξης νομοθεσίας και που σηματοδοτεί μια οριστική μετάβαση από ένα προαιρετικό σε ένα υποχρεωτικό μητρώο της ΕΕ για όλες τις δραστηριότητες ομάδων συμφερόντων σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έως το 2016·

13.  καλεί το Συμβούλιο να συμμετάσχει στο μητρώο διαφάνειας της ΕΕ·

14.  θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι ένα υποχρεωτικό μητρώο της ΕΕ πρέπει να περιλαμβάνει σαφείς διατάξεις σχετικά με το είδος των πληροφοριών που πρέπει να καταγράφονται, να πρόκειται δηλαδή για ακριβείς και τακτικά επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τη φύση των δραστηριοτήτων προώθησης συμφερόντων ή νομικών δραστηριοτήτων, μαζί με τη λεπτομερή καταγραφή των επαφών που έγιναν και της επίδρασης των δραστηριοτήτων αυτών στο δίκαιο και στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ· πιστεύει ότι πρέπει να εξεταστεί ένα σύστημα κυρώσεων σε περίπτωση κατάχρησης, υπό την εποπτεία του Κοινοβουλίου· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει τις προτάσεις της για ένα υποχρεωτικό μητρώο, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση·

15.  ζητεί από όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ που δεν το έχουν πράξει ακόμη να θεσπίσουν εσωτερικούς κανόνες σχετικά με τους καταγγέλτες και να υιοθετήσουν μια κοινή προσέγγιση για τις υποχρεώσεις τους, με επίκεντρο την προστασία των καταγγελτών· ζητεί να δοθεί ειδική προσοχή στην προστασία των καταγγελτών στο πλαίσιο της οδηγίας για την προστασία των εμπορικών απορρήτων· καλεί την Επιτροπή να προωθήσει νομοθεσία για το ελάχιστο επίπεδο προστασίας των καταγγελτών στην ΕΕ· καλεί τα θεσμικά όργανα να τροποποιήσουν τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όχι μόνον υποχρεώνει επισήμως τους υπαλλήλους να αναφέρουν τις κάθε είδους παρατυπίες, αλλά προβλέπει επίσης επαρκή προστασία για τους καταγγέλτες· καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να εφαρμόσουν χωρίς καθυστέρηση το άρθρο 22 στοιχείο γ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

16.  ζητεί από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να εφαρμόσουν αυστηρά τα μέτρα που αφορούν τη διακριτική ευχέρεια και τον αποκλεισμό όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, με κατάλληλους ελέγχους ιστορικού σε κάθε περίπτωση, και να εφαρμόζουν τα κριτήρια αποκλεισμού προκειμένου να αποκλείουν εταιρίες σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, μια ενέργεια καίριας σημασίας για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ·

17.  φρονεί ότι η διαδικασία απαλλαγής αποτελεί σημαντικό μέσο δημοκρατικής λογοδοσίας προς τους πολίτες της Ένωσης· υπενθυμίζει τις δυσκολίες που έχουν προκύψει επανειλημμένα μέχρι σήμερα κατά τις διαδικασίες απαλλαγής, λόγω της έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους του Συμβουλίου· επαναλαμβάνει ότι η άσκηση ουσιαστικού δημοσιονομικού ελέγχου και η δημοκρατική λογοδοσία του θεσμικού οργάνου απαιτεί τη συνεργασία του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

18.  επιμένει ότι το Συμβούλιο πρέπει να είναι υπόλογο και διαφανές, όπως ισχύει με τα άλλα θεσμικά όργανα·

19.  πιστεύει ότι οι ετήσιες εκθέσεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη συμμόρφωση όσον αφορά τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα· καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να συμπεριλαμβάνουν στις ετήσιες εκθέσεις τους ένα τυποποιημένο κεφάλαιο για τα στοιχεία αυτά·

20.  θεωρεί ότι η πρώτη από τις ανά διετία εκθέσεις της Επιτροπής σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς, αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη προσπάθεια για την καλύτερη κατανόηση της διαφθοράς σε όλες της τις διαστάσεις, την ανάπτυξη αποτελεσματικών απαντήσεων με σκοπό την αντιμετώπισή της, την προετοιμασία του εδάφους για την ενίσχυση της λογοδοσίας του δημόσιου τομέα προς τους πολίτες της ΕΕ· επιβεβαιώνει εκ νέου, στο πλαίσιο αυτό, τη σημασία της πολιτικής μηδενικής ανοχής της ΕΕ απέναντι στην απάτη, τη διαφθορά και την αθέμιτη σύμπραξη· θεωρεί λυπηρό ωστόσο ότι η έκθεση αυτή δεν συμπεριλάμβανε τις πολιτικές των ίδιων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ για την αντιμετώπιση της διαφθοράς·

21.  σημειώνει ότι ο πολύπλοκος και πολυδιάστατος χαρακτήρας της διαφθοράς υπονομεύει τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου και αποτελεί τροχοπέδη για την οικονομία, την αξιοπιστία και τη φήμη της ΕΕ (ιδίως μέσω πρακτικών απόκρυψης και άσκησης πιέσεων ώστε να αποκλίνει από τους αρχικούς στόχους πολιτικής ή να ενεργήσει με ορισμένο τρόπο)·

22.  ζητεί, στη δεύτερη έκθεση για την καταπολέμηση της διαφθοράς, το αργότερο, η Επιτροπή να προβεί σε περαιτέρω ανάλυση, τόσο σε επίπεδο θεσμικών οργάνων της ΕΕ όσο και σε επίπεδο κρατών μελών, σε σχέση με το περιβάλλον στο οποίο εφαρμόζονται οι πολιτικές, ώστε να εντοπιστούν οι εγγενείς παράγοντες καθοριστικής σημασίας, τα πεδία αδυναμίας και οι παράγοντες κινδύνου που οδηγούν στη διαφθορά·

23.  ζητεί από την Επιτροπή να δώσει ιδιαίτερη προσοχή από αυτή την άποψη στην πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων και στις πρακτικές διαφθοράς στην περίπτωση των αποκεντρωμένων οργανισμών, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι αν ληφθεί επίσης το γεγονός ότι είναι σχετικά άγνωστοι στο κοινό και επίσης εδρεύουν σε διάφορα σημεία της ΕΕ·

24.  επαναλαμβάνει το αίτημά του(1) να υποβάλλει η Επιτροπή δύο φορές το έτος έκθεση στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή, από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, των εσωτερικών πολιτικών τους κατά της διαφθοράς, και αναμένει να διαβάσει την επόμενη έκθεση στις αρχές του 2016· ζητεί από την Επιτροπή να προσθέσει ένα κεφάλαιο για τις επιδόσεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ στην καταπολέμηση της διαφθοράς και είναι της γνώμης ότι οι μελλοντικές εκθέσεις της Επιτροπής για την αντιμετώπιση της διαφθοράς πρέπει πάντοτε να καλύπτουν όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ·

25.  Θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την καταπολέμηση της διαφθοράς και επομένως πιστεύει ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό ο οργανισμός αυτός να λειτουργεί αποτελεσματικά και ανεξάρτητα· συνιστά, σε συμφωνία με τον κανονισμό της OLAF, να δοθεί στην Επιτροπή Εποπτείας της OLAF πρόσβαση στις πληροφορίες που απαιτούνται για την αποτελεσματική εκτέλεση της εντολής της όσον αφορά την εποπτεία των δραστηριοτήτων της OLAF και να της δοθεί δημοσιονομική ανεξαρτησία·

26.  καλεί την ΕΕ να ζητήσει, το ταχύτερο δυνατό, την προσχώρησή της στην ομάδα κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς (GRECO) και να τηρείται ενήμερο το Κοινοβούλιο με την πρόοδο αυτής της αίτησης·

27.  καλεί την Επιτροπή να εκπληρώσει χωρίς καθυστέρηση τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων που ορίζει η Σύμβαση των ΗΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς·

28.  υποστηρίζει την ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και ορθών πρακτικών, την ενίσχυση των διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη δικαστική και αστυνομική συνεργασία, και μια στενότερη επαφή της ΕΕ με τα Ηνωμένα Έθνη, τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και το Συμβούλιο της Ευρώπης για τη διατύπωση μιας συντονισμένης αντίδρασης στη διαφθορά.

29.  αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο της Europol και της Eurojust στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς· πιστεύει ότι πρέπει να δοθούν περισσότερες εξουσίες σε αυτούς τους οργανισμούς στον εν λόγω τομέα, ιδίως όσον αφορά διεθνικές υποθέσεις· συνιστά να δοθεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) εντολή που να καλύπτει το οργανωμένο έγκλημα, συμπεριλαμβανομένης της καταπολέμησης της διαφθοράς· συνιστά να διευκρινιστούν περαιτέρω τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της EPPO έτσι ώστε να αποφευχθεί ενδεχόμενη αλληλοκάλυψη με το έργο των εθνικών αρχών.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

1.12.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

21

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Inés Ayala Sender, Ryszard Czarnecki, Dennis de Jong, Tamás Deutsch, Martina Dlabajová, Jens Geier, Ingeborg Gräßle, Bogusław Liberadzki, Verónica Lope Fontagné, Monica Macovei, Claudia Schmidt, Igor Šoltes, Marco Valli, Tomáš Zdechovský, Неджми Али, Георги Пирински

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Benedek Jávor, Marian-Jean Marinescu, Julia Pitera, Miroslav Poche, Patricija Šulin

(1)

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Μαρτίου 2015 για την Ετήσια έκθεση 2013 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0062).


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (8.12.2015)

προς την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ

(2015/2041(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Nessa Childers

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων καλεί την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Γενικά θέματα

1.  επιμένει, υπενθυμίζοντας το ψήφισμά του της 22 Οκτωβρίου 2014 σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου όσον αφορά το σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2015, στην ανάγκη για ένα νομικά δεσμευτικό πλαίσιο που θα αντικαθιστά την ανακοίνωση με τίτλο «πλαισίωση των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής: Οριζόντιοι κανόνες και δημόσιο μητρώο»(1), έτσι ώστε να επιτευχθεί η πλήρης και συνεπής εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων σε όλες τις Γενικές Διευθύνσεις (ΓΔ) της Επιτροπής·

2.  τονίζει ότι ο γενικός στόχος της ΕΕ στον τομέα της ερευνητικής πολιτικής όσον αφορά τη δημιουργία εταιρικών σχέσεων μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και πανεπιστημίων έρχεται σε σύγκρουση με την ανάγκη των ρυθμιστικών φορέων στην ΕΕ για ανεξάρτητη έρευνα σχετικά με τα βιομηχανικά προϊόντα· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τη δυνατότητα εισαγωγής μηχανισμών προστασίας, προκειμένου, κατά τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων για τα βιομηχανικά προϊόντα και την εφαρμογή της πολιτικής να μην προκύψουν συγκρούσεις συμφερόντων·

3.  καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει την τρέχουσα διαρθρωτική σύγκρουση συμφερόντων κατά τη δημόσια αξιολόγηση του κινδύνου των προϊόντων που υπόκεινται σε κανονιστικές ρυθμίσεις, δηλαδή μία κατάσταση κατά την οποία η αξιολόγηση των εν λόγω προϊόντων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό ή αποκλειστικά σε μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί από τους αιτούντες ή από τρίτους που έχουν πληρωθεί από αυτούς, ενώ η ανεξάρτητη έρευνα συχνά αγνοείται ή απορρίπτεται· επιμένει ότι οι κατασκευαστές θα πρέπει, όπως και κατά το παρελθόν, να υποβάλλουν μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες οι δαπάνες θα επιμερίζονται μεταξύ των μεγάλων εταιριών και των ΜΜΕ βάσει των σχετικών μεριδίων της αγοράς, προκειμένου να διασφαλίζεται μία δίκαιη αντιμετώπιση, αλλά ότι όλοι οι αξιολογητές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη κατά την αξιολόγησή τους ανεξάρτητα δεδομένα επιβεβαιωμένα από ομότιμους αξιολογητές·

4.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα στην έρευνα και ανάπτυξη· υπενθυμίζει ότι οι περισσότεροι εμπειρογνώμονες έχουν συμμετάσχει σε ερευνητικά έργα που χρηματοδοτούνται από τον ιδιωτικό τομέα· υπενθυμίζει επίσης ότι η εμπειρογνωμοσύνη αποτελεί έναν ουσιώδη εν ανεπαρκεία πόρο τον οποίο δεν πρέπει να στερούνται οι ομάδες εμπειρογνωμόνων·

Διεθνή ζητήματα

5.  καλεί την Επιτροπή να εκδίδει και να κοινοποιεί εγκαίρως δημόσιες προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων για την επιλογή όλων των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων, να θεωρεί την εγγραφή στο μητρώο διαφάνειας ως προϋπόθεση επιλογής, και να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων στις δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και να επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τον έλεγχο της τήρησής τους σε ετήσια βάση·

6.  ενθαρρύνει την Επιτροπή να ακολουθήσει το παράδειγμα του Διεθνούς Κέντρου Έρευνας για τον Καρκίνο της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ), θεσπίζοντας το καθεστώς του «προσκεκλημένου εμπειρογνώμονα», το οποίο θα της επιτρέπει να λαμβάνει εξωτερική εμπειρογνωμοσύνη, χωρίς ωστόσο να εκχωρεί σε οντότητες με πραγματικές, ενδεχόμενες ή εμφανείς συγκρούσεις συμφερόντων τα προνόμια που απολαύουν τα μέλη ομάδων εμπειρογνωμόνων όσον αφορά τη συμμετοχή σε ψηφοφορίες και τη σύνταξη κειμένων·

7.  καλεί όλα τα αρμόδια θεσμικά όργανα της ΕΕ να εφαρμόσουν το άρθρο 5.3 της σύμβασης-πλαισίου του ΠΟΥ, το οποίο ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει να δρουν για να προστατεύσουν τις πολιτικές ελέγχου του καπνού από εμπορικά και άλλα τινά συμφέροντα της καπνοβιομηχανίας, σύμφωνα με τις συστάσεις που περιέχονται στις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές· προτρέπει την Επιτροπή να δημοσιεύσει αξιολόγηση της συμφωνίας Philip Moris International (PMI) και των συμφωνιών με άλλες εταιρίες καπνού καθώς και εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την εφαρμογή της προαναφερθείσας σύμβασης πλαισίου· εκφράζει την απογοήτευσή του για την πρόσφατα δημοσιευθείσα, αλλά με πολλές διαγραφές στοιχείων, ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ της Επιτροπής και της καπνοβιομηχανίας British American Tobacco·

8.  είναι πεπεισμένο ότι η συμφωνία ΡΜΙ δεν θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης πριν υπάρξει μια δημόσια και διαφανής συζήτηση σε συνέχεια της δημοσίευσης της αξιολόγησης της συμφωνίας ΡΜΙ· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τις υφιστάμενες εναλλακτικές λύσεις·

9.  θεωρεί ότι, ελλείψει της αναμενόμενης εκτίμησης αντικτύπου από την Επιτροπή, μία ανανεωμένη συμφωνία με την καπνοβιομηχανία κατά του λαθρεμπορίου και της παραποίησης αποτελεί ανεπαρκές μέσον για να αντιμετωπιστεί το παράνομο εμπόριο καπνού, ειδικότερα υπό το πρίσμα του άρθρου 15 της οδηγίας για τα προϊόντα καπνού και του πρωτοκόλλου του ΠΟΥ για την εξάλειψη του παράνομου εμπορίου προϊόντων καπνού, που εγκρίθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης πλαισίου του ΠΟΥ·

10.  τονίζει την ανάγκη για ένα σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού παραποιημένων τσιγάρων, το οποίο θα είναι ανεξάρτητο από την καπνοβιομηχανία, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου του ΠΟΥ για την εξάλειψη του παράνομου εμπορίου προϊόντων καπνού, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι τα κατασχεθέντα εμπορεύματα δεν υποβάλλονται σε έλεγχο από ανεξάρτητα εργαστήρια, και με δεδομένο ότι ο κλάδος έχει έννομο συμφέρον να θεωρεί τα κατασχεθέντα παραποιημένα εμπορεύματα, στο πλαίσιο της συμφωνίας για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου και της παραποίησης τσιγάρων, ως παραποιήσεις με συνέπεια την απώλεια τελωνειακών δασμών για την Ένωση·

Ζητήματα που αφορούν τις ομάδες συμφερόντων

11.  καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες για τις δραστηριότητες των ομάδων συμφερόντων, προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια και η ακεραιότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στα θεσμικά όργανα της ΕΕ· πιστεύει ότι η πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες για τις δραστηριότητες των ομάδων συμφερόντων αποτελεί βασικό δικαίωμα για όλους τους πολίτες της ΕΕ και αποτελεί προϋπόθεση για πραγματικά δημοκρατικές πρακτικές·

12.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και το προσωπικό τους, καθώς και τις υπηρεσίες της ΕΕ, να μην προσκαλούν μη καταχωρημένους εκπροσώπους συμφερόντων στις ακροάσεις τους και σε άλλες επίσημες εκδηλώσεις· ζητεί οι διατάξεις αυτές να ισχύουν και όσον αφορά τη διαπραγματευτική ομάδα της Επιτροπής για τη διατλαντική εταιρική σχέση συναλλαγών και επενδύσεων (TTIP)·

13.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να δημιουργήσουν ένα προσβάσιμο στο κοινό αρχείο στο Διαδίκτυο για όλα τα έγγραφα με τις θέσεις που υποβάλλουν τα ενδιαφερόμενα μέρη, στο πλαίσιο του οποίου όλοι οι καταχωρημένοι εκπρόσωποι συμφερόντων θα είναι υποχρεωμένοι να υποβάλουν ταυτόχρονα στο αρχείο αυτό αντίγραφα των εγγράφων με τις θέσεις τους, τα οποία κοινοποιούν στα μέλη του προσωπικού των θεσμικών οργάνων·

Θέματα που αφορούν την ΕΕ

14.  πιστεύει ότι, σε μία περίοδο αυξανόμενου ευρωσκεπτικισμού, έχει ζωτική σημασία να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τους ανθρώπους που τα διοικούν και ότι είναι ύψιστης σημασίας να υπάρξει μια ισχυρή προσήλωση στη διαφάνεια με την οποία θα εξασφαλίζεται η ακεραιότητα των θεσμικών οργάνων και η καταπολέμηση της διαφθοράς·

15.  υπενθυμίζει ότι μια έρευνα του ευρωβαρόμετρου του 2014 έδειξε ότι 70% των πολιτών της ΕΕ πιστεύει στα θεσμικά όργανα της ΕΕ υπάρχουν φαινόμενα διαφθοράς και προτρέπει, ως εκ τούτου, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να αντιμετωπίσουν επειγόντως αυτή την έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους των πολιτών·

16.  καλεί ειδικότερα την Επιτροπή να επανεξετάσει την ανακοίνωσή της του 2002 σχετικά με τις γενικές αρχές και ελάχιστες προδιαγραφές για τη διαβούλευση των ενδιαφερόμενων μερών(2)·

17.  καλεί τον Πρόεδρο της Επιτροπής να επεκτείνει τα νέα μέτρα διαφάνειας για τους Επιτρόπους και τους γενικούς διευθυντές και στους λοιπούς ανώτερους υπαλλήλους της ΕΕ, όπως οι προϊστάμενοι των μονάδων, που εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στη νομοθετική διαδικασία και οι οποίοι συνεδριάζουν τακτικά με τους ενδιαφερόμενους φορείς·

18.  επισημαίνει ότι ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγγυάται στους πολίτες το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα και επικρίνει το γεγονός ότι ένα από τα κύρια προβλήματα που αφορούν τη διαφάνεια που αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα είναι ακριβώς η άρνησή τους να χορηγήσουν δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα και πληροφορίες·

19.  καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει εναλλακτικές επιλογές, όπως νομοθετικές πράξεις και θεσμικές και διοικητικές ρυθμίσεις, καθώς και να λάβει συγκεκριμένα μέτρα με σκοπό τη δημιουργία ενός πλαισίου για τη βελτίωση της διακυβέρνησης που οποίο θα αντιπροσωπεύει τις μελλοντικές γενιές, προκειμένου να ενταχθούν καλύτερα τα δικαιώματά τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και χάραξης πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

20.  υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να ενισχύσει την ακεραιότητα της προσφυγής της σε επιστημονικές συμβουλές, χωρίς να αναζητά την πολιτική ισορροπία, αλλά, αντιθέτως, βασιζόμενη στις πιο αντικειμενικές και αξιόπιστες διαθέσιμες πληροφορίες·

21.  καλεί την Επιτροπή να απλοποιήσει την πρόσβαση στις πληροφορίες και να μεριμνήσει για μεγαλύτερη διαφάνεια στην εφαρμογή των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001·

22.  συνιστά θερμά τη θέσπιση, σε σχέση με τα εμπορικά συμφέροντα, μιας 5ετούς περιόδου αναμονής για εμπειρογνώμονες που προορίζονται να συμμετάσχουν ως πλήρη μέλη των επιστημονικών ομάδων με καθήκοντα εκπόνησης σχεδίων και λήψης αποφάσεων·

23.  χαιρετίζει την απόφαση της Επιτροπής να υποχρεώσει τους Επιτρόπους να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες σχετικά με τις συνεδριάσεις που διεξάγουν, τόσο οι ίδιοι όσο και τα μέλη των γραφείων τους, με οργανισμούς και αυτοαπασχολούμενα άτομα για θέματα που αφορούν την επεξεργασία και την υλοποίηση των πολιτικών της Ένωσης·

24.  ζητεί από την Επιτροπή να εγγυηθεί την πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με διαδικασίες όχλησης και επί παραβάσει κατά των κρατών μελών καθώς και σχετικά με την εφαρμογή των αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

25.  αναγνωρίζει και χαιρετίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να εξασφαλίσει μεγαλύτερη διαφάνεια στις διαπραγματεύσεις TTIP και καλεί την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειες αυτές και να χορηγήσει σε όλους τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εύκολη πρόσβαση στα κείμενα των εν λόγω διαπραγματεύσεων·

26.  καλεί μετ’ επιτάσεως τον Αντιπρόεδρο της Επιτροπής που είναι αρμόδιος για τη βελτίωση της νομοθεσίας, τις διοργανικές σχέσεις, το κράτος δικαίου και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να τηρήσει τη δέσμευση αυτή και να υποβάλει αμελλητί προτάσεις για τη σύναψη μιας διοργανικής συμφωνίας σχετικά με ένα υποχρεωτικό μητρώο διαφάνειας, συμπεριλαμβανομένου ενός κατάλληλου μηχανισμού επιβολής κυρώσεων εις βάρος οργανισμών που δεν τηρούν τους κανόνες· καλεί το Συμβούλιο, στο πλαίσιο του ρόλου του ως ένα εκ των νομοθετικών οργάνων της Ένωσης, να σέβεται το μητρώο διαφάνειας·

Εμπειρογνωμοσύνη

27.  προτείνει, για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που ανακύπτουν από την επιλεκτική κατάργηση των δυσμενών αποτελεσμάτων έρευνας, την εκ των προτέρων καταγραφή των επιστημονικών μελετών και δοκιμών, αναφέροντας το πεδίο εφαρμογής και την αναμενόμενη ημερομηνία ολοκλήρωσής τους, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει προϋπόθεση για τη συμπερίληψή τους στις ρυθμιστικές και πολιτικές διαδικασίες·

28.  εκφράζει την ανησυχία του, στο πλαίσιο της αποστολής του να προστατεύει την ακεραιότητα των αποφάσεων δημόσιου χαρακτήρα, όσον αφορά ορισμένες παραπλανητικές πρακτικές καταχώρισης οικονομικών συμφερόντων στο πλαίσιο των ομάδων εμπειρογνωμόνων, οι οποίες διαταράσσουν, τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους, τον αριθμό των συμφερόντων αυτών, καθώς επίσης και όσον αφορά την υφιστάμενη έλλειψη ισορροπίας σε σχέση με μη οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα·

29.  προτρέπει την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι διαβουλεύσεις περιλαμβάνουν ανοιχτά ζητήματα που οδηγούν σε ουσιαστική συζήτηση πολιτικής, και όχι μόνο απλή αναζήτηση της επιβεβαίωσης πολιτικών κατευθύνσεων ή επιλογών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει μια ισόρροπη συμμετοχή στις διαβουλεύσεις η οποία να αποτυπώνει το μεγάλο αριθμό των εκπροσώπων συμφερόντων·

30.  θεωρεί ότι, προκειμένου να εξασφαλισθεί μία πραγματικά ισόρροπη συμμετοχή θα πρέπει, κατά τη δημοσίευση της πρόσκλησης για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, να καταβληθούν ιδιαίτερες προσπάθειες προκειμένου η πρόσκληση αυτή να απευθύνεται σε διάφορους επιμέρους τομείς εμπειρογνωμοσύνης, είτε από την επιστήμη είτε από την κοινωνία των πολιτών·

31.  χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής για την επανεξέταση της κατάταξης των μελών των ομάδων εμπειρογνωμόνων στο σχετικό μητρώο· θεωρεί ότι με τη διαδικασία αυτή η κατάταξη των μελών σε κατηγορίες θα εναρμονιστεί με αυτήν που εφαρμόζεται για το μητρώο διαφάνειας·

32.  ζητεί από την Επιτροπή να θεσπίσει, σύμφωνα με τις συστάσεις της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνάς της OI/6/2014/NF, νομικώς δεσμευτικά μέτρα και κυρώσεις διασφαλίζοντας ότι η σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων και παρεμφερών οργάνων που παρέχουν συμβουλές θα είναι τέτοια, ώστε η εκπροσώπηση των συμφερόντων από τα μέλη να είναι ισορροπημένη και κατηγοριοποιημένη με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και συνέπεια, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης των συμμετεχόντων και την τρέχουσα εμπειρία τους στα υπό συζήτηση θέματα·

33.  θεωρεί ότι, σε γενικές γραμμές, η ενημέρωση σχετικά με τις διαδικασίες και τις διαβουλεύσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων είναι ανεπαρκής· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι περισσότερες λεπτομερείς πληροφορίες θα καταστούν διαθέσιμες κατά τρόπο έγκαιρο και συνολικό, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις υποομάδες· καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να καθιστά διαθέσιμες στο κοινό, μέσω του ιστότοπού της, τις δηλώσεις συμφερόντων των εμπειρογνωμόνων καθώς και τα πρακτικά των συνεδριάσεων των ομάδων εμπειρογνωμόνων·

34.  χαιρετίζει τη δέσμευση της Επιτροπής να εισάγει νέες διατάξεις σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων των προσώπων που ορίζονται ως μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων με βάση τα ατομικά τους προσόντα· θεωρεί επιβεβλημένο να υποβάλλουν όλοι οι εμπειρογνώμονες δήλωση συμφερόντων η οποία θα δημοσιεύεται στο μητρώο των ομάδων εμπειρογνωμόνων·

35.  καλεί την Επιτροπή να ελέγχει ότι οι εμπειρογνώμονες διατηρούν την ανεξαρτησία τους καθ̕ όλη τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων τους, δεδομένου ότι, κατά το διάστημα αυτό, θα μπορούσαν να προκύψουν νέα οικονομικά συμφέροντα·

36.  αναγνωρίζει ότι οι ομάδες εμπειρογνωμόνων πρέπει να έχουν πρόσβαση στις καλύτερες διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις·

37.  φρονεί ότι η απαίτηση για εξαιρετικά ειδική τεχνική εμπειρογνωμοσύνης δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για την μη υποβολή πρόσκλησης για την εκδήλωση ενδιαφέροντος·

Οργανισμοί

38.  τονίζει ότι πρέπει να υπάρχουν ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες στους οργανισμούς της ΕΕ, καθώς και να δίδεται μεγαλύτερη προσοχή στην εξάλειψη συγκρούσεων συμφερόντων στο πλαίσιο των επιτροπών των οργανισμών αυτών·

39.  επισημαίνει ότι οι οργανισμοί πρέπει να βασίζουν τις αποφάσεις τους στα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία· υπενθυμίζει ότι η επιστημονική ακρίβεια εξασφαλίζεται με διαδικασίες αξιολόγησης από ομοτίμους καθώς και με τη διαφάνεια και την δυνατότητα αναπαραγωγής των αποτελεσμάτων·

40.  τονίζει ότι, προς το συμφέρον μιας τεκμηριωμένης και ανεξάρτητης επιστημονικής διαβούλευσης για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων, έχει μεγάλη σημασία η ύπαρξη επαρκών πόρων για την ανάπτυξη εσωτερικής εμπειρογνωμοσύνης στους ειδικευμένους οργανισμούς της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να διενεργούνται έρευνες και δοκιμές που μπορούν να δημοσιοποιηθούν, με αποτέλεσμα να καθίσταται ελκυστικότερη η παροχή δημόσιας υπηρεσίας στο πλαίσιο μιας συμβουλευτικής δραστηριότητας σε ρυθμιστικά όργανα, χωρίς να διακόπτεται η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία των επιστημόνων·

41.  επιμένει όλα τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται από κάθε φορέα για την εξαγωγή ενός επιστημονικού συμπεράσματος πρέπει να διατίθενται στο κοινό σε μηχαναγνώσιμη μορφή, ώστε να καταστεί δυνατός ο επιστημονικός έλεγχος και να υπάρξει διαρκής πρόοδος· τονίζει ότι, ενώ η ιδιωτική ζωή των ατόμων πρέπει να γίνεται σεβαστή, οι ρήτρες για το εμπορικό απόρρητο και η νομοθεσία για τα εμπορικά μυστικά δεν πρέπει να εμποδίζουν τη δημοσιοποίηση των δεδομένων· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς την ορθή εφαρμογή της δημοσιοποίησης των δεδομένων·

42.  καλεί τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να μεριμνήσουν ώστε οι οργανισμοί να διαθέτουν μέσα ανάλογα της αποστολής τους· υπενθυμίζει ότι, επί του παρόντος, οι εμπειρογνώμονες που συνεργάζονται με ορισμένους οργανισμούς δεν αμείβονται για την εργασία τους παρά τη στρατηγική σημασία της συμβολής τους στη δημόσια υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος·

43.  υπογραμμίζει, όσον αφορά τους οργανισμούς της ΕΕ, ότι η αυτοαξιολόγηση των υποψηφίων μελών των επιστημονικών ομάδων και επιτροπών δεν ενδείκνυται προκειμένου να ελεγχθούν πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων· προτρέπει τους εν λόγω οργανισμούς να θεσπίσουν ένα σύστημα προληπτικών ελέγχων·

44.  τονίζει ότι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) θα πρέπει να εγγυάται τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια όσον αφορά την πρόσβαση σε κλινικές εκθέσεις, και επικροτεί την απόφαση του οργανισμού αυτού να δημοσιεύει προορατικά τις εκθέσεις για τις κλινικές δοκιμές στις οποίες βασίζονται οι αποφάσεις που αφορούν επιμέρους φάρμακα·

45.  καλεί μετ’ επιτάσεως τους οργανισμούς της ΕΕ να εντείνουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να εφαρμόζουν αυστηρά κριτήρια και αυστηρές διαδικασίες για να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία των επιστημονικών επιτροπών τους από οικονομικούς και μη οικονομικούς φορείς που επηρεάζονται από τις αποφάσεις τους και από πολιτικές επιρροές από την πλευρά όσων έχουν ένα ειδικό ενδιαφέρον για ένα υπό εξέταση ζήτημα, προκειμένου να αποτρέπονται αποτελεσματικά συγκρούσεις συμφερόντων, θα πρέπει δε να δίδεται ιδιαίτερη σημασία στη δυνατότητα χρησιμοποίησης του καθεστώτος του «προσκεκλημένου εμπειρογνώμονα», γεγονός που θα επιτρέπει να αξιοποιούνται οι γνώσεις εμπειρογνωμόνων που διατηρούν δεσμούς με τους ρυθμιζόμενους κλάδους αλλά δεν συμμετέχουν στην εκπόνηση επιστημονικών γνωματεύσεων ή στη λήψη συναφών αποφάσεων·

Ζητήματα που αφορούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

46.  συγχαίρει την οικεία του υπηρεσία μελετών για την υψηλή ποιότητα του έργου που επιτελεί· τονίζει ότι πρέπει να διατίθενται περισσότεροι πόροι στην υπηρεσία αυτή και να διασφαλίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό η διοικητική της ανεξαρτησία χάριν του δημοσίου συμφέροντος·

47.  προτίθεται να εξετάσει το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί μια ανοιχτή και επισκέψιμη βάση δεδομένων σχετικά με τις δηλώσεις συμφερόντων των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με στόχο να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια και μεγαλύτερος έλεγχος από τους πολίτες·

48.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να λάβουν μέτρα προκειμένου να καθιερωθεί ή να ενισχυθεί η πρακτική του ελάχιστου «χρόνου αναμονής» για ανώτερους υπαλλήλους της ΕΕ και βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία θα εφαρμόζεται προτού πρώην υπάλληλοι ή εκλεγμένοι αντιπρόσωποι αποκτήσουν το δικαίωμα να καταλάβουν θέσεις εκπροσώπησης συμφερόντων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ή να θεωρηθεί ότι προκαλούν συγκρούσεις συμφερόντων, ούτως ώστε να αποτρέπονται καταστάσεις τύπου «περιστρεφόμενης θύρας»· καλεί στο μεσοδιάστημα να δημοσιοποιούνται τα ονόματα πρώην ανώτερων αξιωματούχων της ΕΕ ή βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι οποίοι εγκατέλειψαν την υπηρεσία τους και εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

1.12.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

68

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marco Affronte, Pilar Ayuso, Zoltán Balczó, Catherine Bearder, Ivo Belet, Simona Bonafè, Biljana Borzan, Soledad Cabezón Ruiz, Nessa Childers, Birgit Collin-Langen, Mireille D’Ornano, Miriam Dalli, Jørn Dohrmann, Ian Duncan, Stefan Eck, Bas Eickhout, Eleonora Evi, José Inácio Faria, Karl-Heinz Florenz, Francesc Gambús, Elisabetta Gardini, Gerben-Jan Gerbrandy, Jens Gieseke, Julie Girling, Sylvie Goddyn, Matthias Groote, Françoise Grossetête, Andrzej Grzyb, Jytte Guteland, György Hölvényi, Anneli Jäätteenmäki, Benedek Jávor, Karin Kadenbach, Giovanni La Via, Peter Liese, Norbert Lins, Susanne Melior, Massimo Paolucci, Gilles Pargneaux, Piernicola Pedicini, Pavel Poc, Frédérique Ries, Michèle Rivasi, Annie Schreijer-Pierik, Davor Škrlec, Renate Sommer, Tibor Szanyi, Claudiu Ciprian Tănăsescu, Nils Torvalds, Jadwiga Wiśniewska, Damiano Zoffoli

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Guillaume Balas, Renata Briano, Nicola Caputo, Mark Demesmaeker, Christofer Fjellner, Luke Ming Flanagan, Krzysztof Hetman, Merja Kyllönen, Gesine Meissner, József Nagy, James Nicholson, Alojz Peterle, Bart Staes, Elżbieta Katarzyna Łukacijewska

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marie-Christine Boutonnet, Anja Hazekamp, Jiří Maštálka

(1)

Ανακοίνωση C (2010)7649, 10.11.2010.

(2)

COM(2002)0704, 11.12.2002.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (5.2.2016)

προς την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ

(2015/2041(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Pavel Svoboda

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  τονίζει ότι η ενίσχυση της νομιμότητας, της λογοδοσίας και της αποτελεσματικότητας των θεσμικών οργάνων της ΕΕ αλλά και της εμπιστοσύνης των πολιτών της ΕΕ έχει βαρύνουσα σημασία και πιστεύει ότι οι κανόνες χρηστής διοίκησης της ΕΕ αποτελούν το κλειδί για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, με την εξασφάλιση άμεσων, σαφών και ορατών απαντήσεων στις ανησυχίες των πολιτών·

2.  τονίζει ότι, παρ’ όλο που το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση, βάσει του οποίου κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μολονότι το άρθρο αυτό περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση προτού ληφθεί ατομικό μέτρο, κατά και το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση σε έγγραφα, τηρουμένων των νομίμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου και την υποχρέωση της διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, η έλλειψη μίας συνεκτικής και ολοκληρωμένης δέσμης κωδικοποιημένων κανόνων διοικητικού δικαίου καθιστά δυσκολότερη για τους πολίτες την κατανόηση των δικαιωμάτων διοικητικής προστασίας τους σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, με αποτέλεσμα να μην έχουν εύκολη πρόσβαση στα δικαιώματα αυτά και να μην μπορούν να τα ασκήσουν πλήρως· πιστεύει ότι η διαφάνεια είναι απαραίτητη προκειμένου να αυξηθεί το επίπεδο κατανόησης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην ΕΕ από τους πολίτες και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στα θεσμικά όργανα της ΕΕ·

3.  πιστεύει ότι ένα ευρωπαϊκό δίκαιο διοικητικής διαδικασίας που θα ισχύει για τα θεσμικά όργανα, τους φορείς, τους οργανισμούς και τις υπηρεσίες της ΕΕ στις σχέσεις τους με το κοινό θα αναβάθμιζε τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, θα αύξανε την εμπιστοσύνη των πολιτών σε μία ανοικτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη διοίκηση της ΕΕ όσον αφορά τα δικαιώματά τους, και θα ενίσχυε τα διαδικαστικά τους δικαιώματα απέναντι στα θεσμικά όργανα της ΕΕ·

4.  υπενθυμίζει στη συνάρτηση αυτή ότι στο ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 2013, το οποίο εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία, το Κοινοβούλιο ζήτησε να εκδοθεί κανονισμός της ΕΕ για ένα ευρωπαϊκό διοικητικό διαδικαστικό δίκαιο· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έχει αναλάβει σχετική πρωτοβουλία· καλεί εκ νέου την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για μία σαφή και δεσμευτική δέσμη διατάξεων που να διέπει τη διοίκηση της ΕΕ, με βάση το άρθρο 298 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο απαιτεί ανοικτότητα, αποδοτικότητα και ανεξαρτησία, και με βάση τις γενικές αρχές του δικαίου της ΕΕ, όπως έχουν αποτυπωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)· επισημαίνει ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 και το άρθρο 11 παράγραφος 2 ΣΕΕ καθώς και το άρθρο 15 ΣΛΕΕ, η διαφάνεια αποτελεί το δημοκρατικό θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

5.  θεωρεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να αναλάβουν αυξημένες υποχρεώσεις διαφάνειας, ιδίως στο πλαίσιο των τριμερών διαλόγων και των διαδικασιών συνδιαλλαγής· επισημαίνει ότι πρέπει να βελτιωθεί η διαφάνεια των νομοθετικών διαδικασιών και τονίζει ότι είναι σημαντικό να δημοσιοποιείται η πρόοδος των διαπραγματεύσεων μετά την ολοκλήρωση κάθε τριμερούς διαλόγου καθώς και η απόφαση της ολομέλειας σχετικά με την εντολή για την διαπραγματευτική ομάδα του ΕΚ προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια όσον αφορά τις συμφωνίες σε πρώτη ανάγνωση οι οποίες συνήθως συνάπτονται στο πλαίσιο τριμερών διαλόγων·

6.  πιστεύει ότι μια προορατική κουλτούρα διαφάνειας, η οποία προάγει το κράτος δικαίου, προϋποθέτει σαφείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την πρόληψη και τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμβουλευτικών οργάνων της ΕΕ· εκφράζει τη λύπη του, σε αυτό το πλαίσιο, για την απουσία κοινού κώδικα δεοντολογίας για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, γεγονός που καθιστά δύσκολο να εκτιμηθεί αν διαφυλάσσεται η ακεραιότητα και τιμωρείται η τυχόν παράτυπη συμπεριφορά, και καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να θεσπίσει λεπτομερείς κανόνες ακεραιότητας για τον Πρόεδρό του και το προσωπικό του γραφείου του· προτρέπει το Συμβούλιο να αναθεωρήσει την πολιτική του για την πρόσβαση στα έγγραφα και να την ευθυγραμμίσει με τη σχετική διάταξη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

7.  υπενθυμίζει τη σημασία της πρόσβασης στα έγγραφα και ζητεί συνεπώς μια φιλόδοξη αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 και εκφράζει τη λύπη του για το σημερινό αδιέξοδο στο Συμβούλιο όσον αφορά την αναθεώρηση αυτή· σημειώνει τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ, ιδίως στις υποθέσεις C-39/05 P και C-52/05 P, στις οποίες το Δικαστήριο προέβη σε διάκριση μεταξύ εγγράφων νομοθετικών και διοικητικών διαδικασιών κατά την εξέταση των προϋποθέσεων που διέπουν τη δημοσιοποίηση εγγράφων στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας· υπενθυμίζει ότι κατά την παροχή του δικαιώματος πρόσβασης σε έγγραφα πρέπει να τηρούνται οι κανόνες που διέπουν την προστασία των δεδομένων·

8.  υπογραμμίζει ότι, σε συνάρτηση με τις εργασίες για την ενίσχυση της διαφάνειας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, πρέπει να πραγματοποιηθεί και επανεξέταση του κώδικα συμπεριφοράς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· φρονεί ότι η επανεξέταση αυτή πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιλαμβάνει μια απαγόρευση άσκησης παράλληλων δραστηριοτήτων που συνιστούν σαφή σύγκρουση συμφερόντων για τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· διαπιστώνει εξάλλου ότι για την αποτροπή της σύγκρουσης συμφερόντων πρέπει να απαγορεύεται αυστηρά η πληρωμή των συνεργατών των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων·

9.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν εξετάζονται η ακεραιότητα ή/και τα οικονομικά συμφέροντα των εθνικών αντιπροσώπων στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της Προεδρίας αυτού, καλεί δε μετ’ επιτάσεως το Συμβούλιο να θεσπίσει ειδικό κώδικα δεοντολογίας, συμπεριλαμβανομένων αντίστοιχων κυρώσεων, ο οποίος να αντιμετωπίζει κινδύνους που συνδέονται με τους εθνικούς αντιπροσώπους·

10.  καλεί επίσης το Συμβούλιο να εγκρίνει λεπτομερείς κώδικες συμπεριφοράς οι οποίοι να ρυθμίζουν συγκρούσεις συμφερόντων και να περιλαμβάνουν αποτελεσματικά μέσα πρόληψης και αντιμετώπισης ανάρμοστων συμπεριφορών, όσον αφορά τα μέλη και τα στελέχη των δύο συμβουλευτικών οργάνων της ΕΕ, της Επιτροπής Περιφερειών και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνική Επιτροπής·

11.  ζητεί από τις υπηρεσίες της ΕΕ αφενός να θεσπίσουν κατευθυντήριες γραμμές για μια συνεκτική πολιτική πρόληψης και διαχείρισης των συγκρούσεων συμφερόντων όσον αφορά τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τα διευθυντικά στελέχη, τους εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν σε επιστημονικές επιτροπές και τα μέλη των συμβουλίων προσφυγών, και αφετέρου να εγκρίνουν και να εφαρμόσουν μια σαφή πολιτική για τις συγκρούσεις συμφερόντων, σύμφωνα με τον χάρτη πορείας σχετικά με τη συνέχεια που θα δοθεί στην κοινή προσέγγιση έναντι των αποκεντρωμένων οργανισμών της ΕΕ·

12.  προτείνει μια όχι μόνο τυπική αλλά και ουσιαστική επανεξέταση των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων των υποψηφίων Επιτρόπων μέσω της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ώστε να μπορούν να αποφευχθούν πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων· επικροτεί την έκκληση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για αυστηροποίηση των διαδικασιών ελέγχου που αφορούν ζητήματα «μεταπηδήσεων», προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις συμφερόντων· ζητεί, ειδικότερα, πλήρη εφαρμογή του άρθρου 16 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης· υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 8ης Σεπτεμβρίου 2015 για τις διαδικασίες και πρακτικές σχετικά με τις ακροάσεις των Επιτρόπων –διδάγματα που πρέπει να συναχθούν από τη διαδικασία 2014–(1) θεωρεί ότι «η επιβεβαίωση από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων της απουσίας οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων, βάσει ενδελεχούς ανάλυσης των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη διεξαγωγή ακρόασης από την αρμόδια επιτροπή» (παράγραφος 4). και ότι συνεπώς, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων πρέπει να «εκπονήσει κατευθυντήριες γραμμές υπό μορφή σύστασης ή έκθεσης πρωτοβουλίας, προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταρρύθμιση των διαδικασιών σχετικά με τις δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων των Επιτρόπων» (παράγραφος 13)·

13.  είναι πεπεισμένο ότι, στο πλαίσιο των σχέσεων με τους εκπροσώπους συμφερόντων, η καθιέρωση ενός δεσμευτικού μητρώου διαφάνειας με συμμετοχή της Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει πολύ μεγάλη σημασία, προκειμένου να επιτευχθεί ένας ελάχιστος βαθμός διαφάνειας στη νομοθετική διαδικασία·

14.  θεωρεί τέλος ότι η αποτελεσματική προστασία όσων καταγγέλλουν παρατυπίες θα συμβάλει στην ενίσχυση τόσο του δημόσιου συμφέροντος όσο και της δημοκρατικής ευθύνης στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα· καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει ένα κανονιστικό πλαίσιο ειδικά για τα άτομα που καταγγέλλουν παρατυπίες, προκειμένου να διατηρήσει απόρρητη την ταυτότητά τους και να τους προστατεύσει από αντίποινα κάθε μορφής· υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα θέσπισης ενός ευρωπαϊκού προγράμματος προστασίας των ατόμων αυτών και επικροτεί την έρευνα της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με το αν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν ανταποκριθεί στην υποχρέωσή τους να θεσπίσουν εσωτερικούς κανόνες για την καταγγελία παρατυπιών· επισημαίνει ότι η Διαμεσολαβήτρια έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα περισσότερα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν έχουν ακόμη εφαρμόσει δεόντως τους κανόνες για την προστασία των ατόμων που καταγγέλλουν παρατυπίες σύμφωνα με την αναθεώρηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης το 2014· ζητεί από όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να θεσπίσουν επειγόντως, εφόσον δεν το έχουν πράξει ήδη, εσωτερικούς κανόνες για την καταγγελία παρατυπιών και να υιοθετήσουν κοινή προσέγγιση όσον αφορά τις υποχρεώσεις τους.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

28.1.2016

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

22

2

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Max Andersson, Joëlle Bergeron, Marie-Christine Boutonnet, Jean-Marie Cavada, Therese Comodini Cachia, Mady Delvaux, Laura Ferrara, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sajjad Karim, Dietmar Köster, Gilles Lebreton, António Marinho e Pinto, Jiří Maštálka, Julia Reda, Evelyn Regner, Pavel Svoboda, Axel Voss, Tadeusz Zwiefka, Κώστας Χρυσόγονος, Емил Радев

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Sergio Gaetano Cofferati, Pascal Durand, Evelyne Gebhardt, Jytte Guteland, Heidi Hautala, Constance Le Grip, Angelika Niebler, Virginie Rozière, Ангел Джамбазки

(1)

Εγκριθέντα κείμενα, P8_TA(2015)0287.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (18.2.2016)

προς την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων

σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ

(2015/2041(INI)(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Sylvie Guillaume

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής ότι προτίθεται να υποβάλει το 2016 πρόταση διοργανικής συμφωνίας με το οποίο θα αναθεωρείται το μητρώο διαφάνειας των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων· επιμένει ότι κατά τη διαβούλευση που θα προηγηθεί της πρότασης αυτής θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τρόπο ισορροπημένο οι διάφορες απόψεις που έχουν εκφραστεί· πιστεύει ότι το επίπεδο διαφάνειας θα πρέπει να αυξηθεί με τη θέσπιση ενός υποχρεωτικού μητρώου της ΕΕ·

2.  ζητεί την χρησιμοποίηση σε εθελοντική βάση ενός «νομοθετικού αποτυπώματος» για τις ομάδες συμφερόντων της ΕΕ· επισημαίνει εν προκειμένω την δυνατότητα εισαγωγής παραρτημάτων στις προτάσεις της Επιτροπής και τις εκθέσεις του Κοινοβουλίου, που θα αναφέρουν με σαφή τρόπο ποιές ομάδες συμφερόντων είχαν ουσιαστική επίδραση στο κείμενο των εν λόγω προτάσεων και εκθέσεων· ενθαρρύνει τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τους εκπροσώπους του Συμβουλίου να δημοσιεύουν σε εθελοντική βάση πληροφορίες για τις συνεδριάσεις τους με ενδιαφερόμενους φορείς, όπως είναι η πρακτική της Επιτροπής,

3.  καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα που έχουν θεσπίσει κώδικες δεοντολογίας, συμπεριλαμβανομένου του Κοινοβουλίου, να ενισχύσουν τα μέτρα παρακολούθησης και εφαρμογής, όπως οι έλεγχοι επί των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων· σημειώνει ότι φορείς παρακολούθησης και επιβολής κυρώσεων θα πρέπει να είναι πολιτικά ανεξάρτητοι·

4.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόθεση της Επιτροπής να δημοσιεύει κάθε δύο έτη μια έκθεση σχετικά με την πορεία των εργασιών όσον αφορά την διαφθορά στην ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση μια προσθήκη στην πρώτη της έκθεση κατά της διαφθοράς που θα περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ από αυτήν την άποψη·

5.  καλεί την Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα θεσμικά όργανα θα τηρούν τους κανόνες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της διαφθοράς, να συνεχίσει τις συζητήσεις σχετικά με την προσχώρηση της ΕΕ στην Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO) με στόχο την δημιουργία προσωρινού χρονοδιαγράμματος για το θέμα αυτό·

6.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την περιορισμένη πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και των δημοσιογράφων, που μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση της διαφθοράς· επίσης, εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Κοινοβουλίου να εξετάσει τη δυνατότητα κατάρτισης ενός ευρωπαϊκού προγράμματος για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος· καλεί την Επιτροπή να εκδώσει ανακοίνωση για το θέμα αυτό έως τα τέλη του 2016 επί τη βάσει αξιολόγησης της κατάστασης όσον αφορά τους κανόνες που ισχύουν για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος σε εθνικό επίπεδο, και να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης ελάχιστων κανόνων για τους καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες·

7.  εκφράζει επίσης τη λύπη του για την έλλειψη προόδου στην αντιμετώπιση της κατάχρησης των νόμων περί συκοφαντικής δυσφήμισης με σκοπό τον εκφοβισμό δημοσιογράφων και άλλων ατόμων που ερευνούν τη διαφθορά· καλεί ειδικότερα την Επιτροπή να δρομολογήσει συζήτηση σχετικά με νομοθεσία που θα υποστηρίζει την κατάργηση των ποινικών κυρώσεων για τη συκοφαντική δυσφήμιση στα κράτη μέλη·

8.  υποστηρίζει ότι μια ισχυρή και ανεξάρτητη ευρωπαϊκή Εισαγγελία με σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες και ευθύνες θα συμβάλει στην καταπολέμηση των παραβάσεων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, και στην αναζήτηση, δίωξη και παραπομπή στην δικαιοσύνη των δραστών αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης· φρονεί ότι κάθε υποδεέστερη λύση θα έβλαπτε τον προϋπολογισμό της Ένωσης· ενθαρρύνει το Συμβούλιο να δώσει νέα ώθηση στις διαπραγματεύσεις σχετικά με την οδηγία PIF (Προστασία Οικονομικών Συμφερόντων) προκειμένου να ενισχυθεί το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.

9.  εκφράζει τη λύπη του για το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί στο Συμβούλιο όσον αφορά την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα· προτρέπει το Συμβούλιο να υιοθετήσει μια εποικοδομητική στάση, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εγκρίθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 15 Δεκεμβρίου 2011 και τις απαιτήσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας· σημειώνει ότι ορισμένες μόνο από τις συστάσεις του Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαφάνεια και την πρόσβαση στα έγγραφα έχουν εφαρμοσθεί· υπενθυμίζει ότι η διαφάνεια ενισχύει την εμπιστοσύνη του κοινού στα θεσμικά όργανα της ΕΕ επιτρέποντας στους πολίτες να ενημερώνονται σχετικά με τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων στην ΕΕ· οι πολίτες θα πρέπει να ενημερώνονται επακριβώς και εγκαίρως· επαναλαμβάνει, ως εκ τούτου, ότι η διαφάνεια της διοίκησης και της νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ είναι ουσιώδης για τη νομιμότητα της νομοθεσίας και των πολιτικών της ΕΕ· τονίζει ότι η διαφάνεια αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της «βελτίωσης της νομοθεσίας»·

10.  επαναλαμβάνει τη σύστασή του να ορίζει κάθε θεσμικό ή άλλο όργανο της ΕΕ από τις διοικητικές δομές του έναν υπεύθυνο διαφάνειας, ο οποίος θα είναι αρμόδιος για τη συμμόρφωση προς τους κανόνες·

11.  υπενθυμίζει την ανάγκη να βελτιωθεί η διαφάνεια των νομοθετικών διαπραγματεύσεων, συμπεριλαμβανομένων των τριμερών διαλόγων. σημειώνει, ως εκ τούτου, ότι θα πρέπει να αυξηθεί η διαφάνειά τους με την υποβολή εκθέσεων στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή σχετικά με την κατάσταση προόδου των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του τριμερούς διαλόγου· επισημαίνει ειδικότερα στο πλαίσιο αυτό, ότι σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 4 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου, η ομάδα διαπραγματεύσεων μετά από κάθε τριμερή διάλογο πρέπει να υποβάλει έκθεση στην αρμόδια επιτροπή και να θέσει στη διάθεσή της τα έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα του τριμερούς διαλόγου· ζητεί ως εκ τούτου, τόσο η προφορική έκθεση όσο και τα έγγραφα να περιλαμβάνουν λεπτομερείς πληροφορίες για την κατάσταση των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του τριμερούς διαλόγου· ζητεί περαιτέρω, να είναι προσβάσιμος στο κοινό ένας κατάλογος των ημερομηνιών που προβλέπονται για τις διαπραγματεύσεις του τριμερούς διαλόγου καθώς και τα ονόματα των συμμετεχόντων·

12.  υπογραμμίζει τη σημασία που έχει να δοθεί επαρκής χρόνος μεταξύ της επίτευξης μιας τελικής συμφωνίας σε κάθε τριμερή διάλογο και της ψηφοφορίας επιβεβαίωσης στην αρμόδια επιτροπή, ούτως ώστε να είναι σε θέση οι βουλευτές της αρμόδιας επιτροπής να μελετήσουν το κείμενο και να το συζητήσουν με τις πολιτικές ομάδες τους πριν την τελική ψηφοφορία σε επιτροπή·

13.  ζητεί την βελτίωση της διαφάνειας των Οργανισμών της ΕΕ και όσον αφορά τις σχέσεις τους με άλλα όργανα της ΕΕ· υπογραμμίζει τη σημασία των διαφανών διαδικασιών ορισμού, εκλογής ή διορισμού εκπροσώπων οργανισμών, κυρίως σε περιπτώσεις συμμετοχής του Κοινοβουλίου·

14.  θεωρεί ότι η πρώτη διετής έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς, αποτέλεσε μια ελπιδοφόρο προσπάθεια για την παρακολούθηση της διαφθοράς στα κράτη μέλη· καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει μια ανάλυση για τους κινδύνους διαφθοράς εντός των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στην προσεχή έκθεση για το 2016, καθώς και μια συνολική άποψη των κυρίων προβλημάτων διαφθοράς στα κράτη μέλη, με συστάσεις πολιτικής για την αντιμετώπισή τους και μέτρα παρακολούθησης που θα λάβει η Επιτροπή, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στις δυσμενείς επιπτώσεις των δραστηριοτήτων διαφθοράς στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

16.2.2016

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

49

1

6

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jan Philipp Albrecht, Michał Boni, Caterina Chinnici, Ignazio Corrao, Rachida Dati, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Frank Engel, Cornelia Ernst, Tanja Fajon, Laura Ferrara, Monika Flašíková Beňová, Lorenzo Fontana, Kinga Gál, Nathalie Griesbeck, Sylvie Guillaume, Jussi Halla-aho, Monika Hohlmeier, Brice Hortefeux, Sophia in ‘t Veld, Eva Joly, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Timothy Kirkhope, Barbara Kudrycka, Kashetu Kyenge, Marju Lauristin, Juan Fernando López Aguilar, Monica Macovei, Roberta Metsola, Claude Moraes, József Nagy, Péter Niedermüller, Soraya Post, Judith Sargentini, Birgit Sippel, Branislav Škripek, Helga Stevens, Traian Ungureanu, Bodil Valero, Udo Voigt, Josef Weidenholzer, Cecilia Wikström, Kristina Winberg, Tomáš Zdechovský

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marina Albiol Guzmán, Carlos Coelho, Anna Maria Corazza Bildt, Pál Csáky, Daniel Dalton, Dennis de Jong, Gérard Deprez, Anna Hedh, Petr Ježek, Emil Radev, Christine Revault D’Allonnes Bonnefoy, Barbara Spinelli, Elissavet Vozemberg-Vrionidi


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

21.3.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

20

2

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Michał Boni, Elmar Brok, Richard Corbett, Pascal Durand, Esteban González Pons, Danuta Maria Hübner, Diane James, Ramón Jáuregui Atondo, Jo Leinen, Maite Pagazaurtundúa Ruiz, Markus Pieper, Paulo Rangel, Helmut Scholz, Pedro Silva Pereira, Barbara Spinelli, Claudia Țapardel, Kazimierz Michał Ujazdowski

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Gerolf Annemans, Ashley Fox, Sven Giegold, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Jérôme Lavrilleux, Rainer Wieland

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Laura Agea


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

20

+

ALDE

Maite Pagazaurtundúa Ruiz

ECR

Ashley Fox, Kazimierz Michał Ujazdowski

EFDD

Laura Agea

GUE/NGL

Helmut Scholz, Barbara Spinelli

NI

Diane James

PPE

Michał Boni, Esteban González Pons, Danuta Maria Hübner, Jérôme Lavrilleux, Paulo Rangel

S&D

Richard Corbett, Ramón Jáuregui Atondo, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Jo Leinen, Pedro Silva Pereira, Claudia Țapardel

VERTS/ALE

Pascal Durand, Sven Giegold

2

-

PPE

Elmar Brok, Rainer Wieland

2

0

ENF

Gerolf Annemans

PPE

Markus Pieper

 

Διορθώσεις επί της τελικής ψηφοφορίας και προθέσεις ψήφου

+

Gerolf Annemans

-

 

0

 

Σημασία συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 16 Μάϊος 2017Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου