Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2009/0142(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0166/2010

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0166/2010

Συζήτηση :

PV 06/07/2010 - 11
CRE 06/07/2010 - 11

Ψηφοφορία :

PV 07/07/2010 - 8.5
PV 07/07/2010 - 8.8
CRE 07/07/2010 - 8.5
CRE 07/07/2010 - 8.8
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου
PV 22/09/2010 - 5.10
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2010)0272
P7_TA(2010)0337

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 555kDOC 506k
Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ***I
P7_TA(2010)0272A7-0166/2010
Κείμενο
 Ενοποιημένο κείμενο

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (COM(2009)0501 – C7-0169/2009 – 2009/0142(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Η πρόταση τροποποιήθηκε στις 7 Ιουλίου 2010 ως ακολούθως(1) :

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙA ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(2)
στην πρόταση της Επιτροπής

(1) Το θέμα αναπέμφθηκε στην αρμόδια επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού (Α7-0166/2010).
(2)* Τροπολογίες: το νέο κείμενο και η αντικατάσταση κειμένου σημειώνονται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες και η διαγραφή με το σύμβολο ▌.


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1) ,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(2) ,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(3) ,

αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(4) ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007/2008 έφερε στην επιφάνεια σημαντικές αδυναμίες της χρηματοπιστωτικής εποπτείας, τόσο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όσο και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα σαν σύνολο. Τα εθνικά εποπτικά μοντέλα υπερκεράστηκαν από τη χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση και την πραγματικότητα των ολοκληρωμένων και αλληλοσυνδεόμενων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου πολλές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις λειτουργούν διασυνοριακά. Η κρίση αποκάλυψε αδυναμίες στον τομέα της συνεργασίας, του συντονισμού, της συνέπειας εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας και στην εμπιστοσύνη μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών.

(1α)  Πολύ πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε ήδη ζητήσει επανειλημμένα την ενίσχυση της πραγματικής ισότητας των όρων του ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες σε επίπεδο Ένωσης, επισημαίνοντας ταυτόχρονα σημαντικές αδυναμίες στην ευρωπαϊκή εποπτεία στις ολοένα και πιο ολοκληρωμένες χρηματοπιστωτικές αγορές (στα ψηφίσματά του της 13ης Απριλίου 2000 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: Σχέδιο δράσης (5) , της 21ης Νοεμβρίου 2002 σχετικά με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (6) , της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) – Λευκή Βίβλος (7) , της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνων (hedge funds) και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity) (8) , της 9ης Οκτωβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την παρακολούθηση της διαδικασίας Lamfalussy: μελλοντική δομή της εποπτείας, (9) της 22ας Απριλίου 2009 σχετικά με την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (10) και της 23ης Απριλίου 2009 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (11) ).

(2)  Στις 25 Φεβρουαρίου 2009, έκθεση που δημοσιεύθηκε από ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου υπό την προεδρία του κ. J. de Larosière (έκθεση Larosière) , την οποία είχε ζητήσει η Επιτροπή, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου να μειωθούν ο κίνδυνος και η σοβαρότητα μελλοντικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων, έπρεπε να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο. Η έκθεση συνιστούσε μεταρρυθμίσεις στη δομή της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ένωση . Η εν λόγω ομάδα ειδικών συμπέρανε επίσης ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, το οποίο θα περιλαμβάνει τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μία για τον τραπεζικό τομέα, μία για τον τομέα των κινητών αξιών και μία για τον τομέα των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, καθώς και τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Οι συστάσεις της έκθεσης αντιπροσώπευαν το χαμηλότερο επίπεδο αλλαγής που οι ειδικοί έκριναν αναγκαίο για να αποσοβηθεί μια παρόμοια κρίση στο μέλλον.

(3)  ▌ Στην ανακοίνωσή της τής 4ης Μαρτίου 2009 με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης», η Επιτροπή πρότεινε την υποβολή νομοθετικής πρότασης για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας και ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) , ενώ στην ανακοίνωσή της τής 27ης Μαΐου 2009 με τίτλο «Ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική εποπτεία» παρείχε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την πιθανή αρχιτεκτονική αυτού του νέου εποπτικού πλαισίου, αλλά δεν περιελάμβανε όλες τις συστάσεις της έκθεσης de Larosière .

(4)  Στα συμπεράσματά του της 19 Ιουνίου 2009, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνέστησε να ιδρυθεί ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, το οποίο θα συμπεριλαμβάνει τρεις νέες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Στόχος του συστήματος θα είναι η αναβάθμιση της ποιότητας και της συνέπειας της εθνικής εποπτείας, η ενίσχυση της επιτήρησης διασυνοριακών ομίλων και η εκπόνηση ενιαίου ευρωπαϊκού εγχειριδίου, το οποίο θα ισχύει για όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της ενιαίας αγοράς. Τόνισε επίσης ότι οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές πρέπει να διαθέτουν εποπτικές εξουσίες όσον αφορά τους οργανισμούς εκτίμησης πιστοληπτικής ικανότητας και κάλεσε την Επιτροπή να προετοιμάσει συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας θα μπορεί να παίξει σοβαρό ρόλο σε καταστάσεις κρίσης, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών δεν πρέπει να προσκρούουν στις δημοσιονομικές αρμοδιότητες των κρατών μελών.

(4α)  Η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) της 16ης Απριλίου 2010 με τίτλο «Δίκαιη και ουσιαστική συνεισφορά του χρηματοπιστωτικού τομέα», η οποία συντάχθηκε για να δοθεί συνέχεια στο αίτημα της διάσκεψης κορυφής της ομάδας G20 στο Πίτσμπουργκ, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «το άμεσο δημοσιονομικό κόστος των αποτυχιών του χρηματοπιστωτικού τομέα πρέπει να συγκρατηθεί και να καλυφθεί από μια συνεισφορά χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (FSC), συνδεόμενη με έναν αξιόπιστο και αποτελεσματικό μηχανισμό εξυγίανσης. Αν οριστούν με τον κατάλληλο τρόπο, οι μηχανισμοί εξυγίανσης θα αποτρέψουν μελλοντικά τις καταστάσεις όπου οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να διασώζουν ιδρύματα που είναι πολύ σημαντικά, πολύ μεγάλα ή πολύ διασυνδεδεμένα για να χρεωκοπήσουν».

(4β)  Στην ανακοίνωσή της τής 3ης Μαρτίου 2010 με τίτλο «Ευρώπη 2020», η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι μια σημαντική προτεραιότητα σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα θα ήταν «η δρομολόγηση μιας φιλόδοξης πολιτικής που θα μας επιτρέψει στο μέλλον να προλαμβάνουμε αποτελεσματικότερα και, εφόσον χρειαστεί, να διαχειριζόμαστε καλύτερα πιθανές χρηματοπιστωτικές κρίσεις και - λαμβάνοντας υπόψη την ειδική ευθύνη του χρηματοπιστωτικού τομέα στην παρούσα κρίση - θα μεριμνά και για τις κατάλληλες συνεισφορές από τον χρηματοπιστωτικό τομέα».

(4γ)  Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε με σαφήνεια στις 25 Μαρτίου 2010 ότι «η πρόοδος απαιτείται ιδιαιτέρως σε ζητήματα όπως η δημιουργία συστημικών ιδρυμάτων για τη χρηματοδότηση μέσων διαχείρισης της κρίσης».

(4δ)  Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απεφάνθη τέλος στις 17 Ιουνίου 2010 ότι «τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν συστήματα συνεισφορών από πλευράς χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να διασφαλιστεί η δίκαιη κατανομή των βαρών και να εισαχθούν κίνητρα για τη συγκράτηση του συστημικών κινδύνων. Οι συνεισφορές αυτές πρέπει να αποτελούν μέρος ενός αξιόπιστου πλαισίου».

(5)  Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση δημιούργησε πραγματικούς και σοβαρούς κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η αποκατάσταση και η διατήρηση σταθερού και αξιόπιστου χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελούν απόλυτη προϋπόθεση για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης και της συνοχής στην εσωτερική αγορά και, συνεπώς, για τη διατήρηση και τη βελτίωση των συνθηκών για την εγκαθίδρυση μιας πλήρως ενοποιημένης και λειτουργικής εσωτερικής αγοράς στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Επιπλέον, οι μεγαλύτερου βάθους και περισσότερο ολοκληρωμένες χρηματοπιστωτικές αγορές παρέχουν καλύτερες ευκαιρίες για χρηματοδότηση και για διαφοροποίηση των κινδύνων, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της ικανότητας απόσβεσης των κραδασμών των οικονομιών.

(6)  Η Ένωση έχει φθάσει στα όρια του δυνατού όσον αφορά την παρούσα κατάσταση των επιτροπών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ▌. Η Ένωση δεν μπορεί να παραμείνει σε κατάσταση όπου δεν υπάρχει μηχανισμός που να διασφαλίζει ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές λαμβάνουν τις καλύτερες δυνατές εποπτικές αποφάσεις για τα διασυνοριακά ιδρύματα· όπου δεν υπάρχει επαρκής συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών· όπου για κοινή δράση των εθνικών αρχών απαιτούνται πολύπλοκες ρυθμίσεις που να λαμβάνουν υπόψη το ψηφιδωτό των ρυθμιστικών και εποπτικών απαιτήσεων· όπου συχνότατα οι εθνικές λύσεις αποτελούν τη μόνη εφικτή επιλογή ως αντίδραση σε ευρωπαϊκά προβλήματα, όπου υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες του ίδιου νομοθετικού κειμένου. Σκοπός του ευρωπαϊκού συστήματος χρηματοπιστωτικής εποπτείας (ΕΣΧΕ) πρέπει να είναι η υπέρβαση αυτών των αδυναμιών και η δημιουργία συστήματος ευθυγραμμισμένου προς το στόχο για σταθερή και ενιαία ενωσιακή χρηματοπιστωτική αγορά στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, συνδέοντας τις εθνικές εποπτικές αρχές δημιουργώντας ένα ισχυρό ενωσιακό δίκτυο.

(7)  Το ΕΣΧΕ πρέπει να είναι ένα ολοκληρωμένο δίκτυο εθνικών εποπτικών αρχών και εποπτικών αρχών της Ένωσης, το οποίο να αφήνει την απλή καθημερινή εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο εθνικό επίπεδο. Ηγετικό ρόλο στα σώματα των εποπτών που εποπτεύουν τα διασυνοριακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει να έχει μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (η Αρχή) και πρέπει να καθοριστούν σαφείς εποπτικοί κανόνες για τα ιδρύματα αυτά. Η Αρχή θα πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ενδέχεται να ενέχουν συστημικό κίνδυνο, καθόσον η αποτυχία τους θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, σε περίπτωση που μια εθνική εποπτική αρχή αποτύχει να ασκήσει τις εξουσίες της. Επίσης πρέπει να επιτευχθούν μεγαλύτερη εναρμόνιση και η συνεκτική εφαρμογή των κανόνων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις αγορές σε ολόκληρη την Ένωση . Εκτός από την Αρχή, πρέπει να συσταθούν μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ασφαλίσεις και Επαγγελματικές Συντάξεις) και μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές) , καθώς και μια Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Μικτή Επιτροπή) . Το ΕΣΣΚ πρέπει να αποτελεί μέρος του EΣΧΕ .

(8)  Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή πρέπει να αντικαταστήσει την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας, που συστάθηκε με την απόφαση αριθ. 2009/78/EΚ(12) της Επιτροπής, την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Εποπτείας Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, που συστάθηκε με την απόφαση αριθ. 2009/79/EΚ(13) της Επιτροπής και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών, που συστάθηκε από την απόφαση αριθ. 2009/77/EΚ(14) της Επιτροπής, και να αναλάβουν όλα τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες αυτών των επιτροπών, συμπεριλαμβανομένης της συνέχισης των τρεχουσών εργασιών και σχεδίων, εφόσον απαιτείται . Πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια το πεδίο δράσης κάθε Αρχής. Εάν απαιτείται για λόγους θεσμικούς και στο πλαίσιο των ευθυνών που της ανατίθενται από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η Επιτροπή πρέπει επίσης να συμμετέχει στο δίκτυο των εποπτικών δραστηριοτήτων.

(9)  Η ▌Αρχή ▌πρέπει να ενεργεί με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ιδίως με την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου, αποτελεσματικής και συνεκτικής ρύθμισης και εποπτείας, λαμβάνοντας υπόψη τα ποικίλα συμφέροντα όλων των κρατών μελών και τη διαφορετική φύση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων . Η Αρχή πρέπει να προστατεύει δημόσιες αξίες όπως η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η διαφάνεια των αγορών και των χρηματοοικονομικών προϊόντων και η προστασία των καταθετών και επενδυτών. Η Αρχή πρέπει επίσης να αποτρέπει το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να εξασφαλίζει ισότιμους όρους ανταγωνισμού , καθώς και ▌να ενισχύει τον διεθνή εποπτικό συντονισμό, προς όφελος της οικονομίας ευρύτερα, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κι άλλων συμφεροντούχων, των καταναλωτών και των εργαζομένων. Στα καθήκοντά της πρέπει να περιλαμβάνεται επίσης η προώθηση της εποπτικής σύγκλισης και η παροχή συμβουλών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ στον τραπεζικό τομέα, στον τομέα των πληρωμών και της ρύθμισης και εποπτείας του ηλεκτρονικού χρήματος, καθώς και σε σχετικά ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης, ελέγχου και υποβολής οικονομικών στοιχείων. Στην Αρχή πρέπει επίσης να ανατεθεί και το καθήκον της γενικής εποπτείας των υφιστάμενων και νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και μορφών συναλλαγών.

(9α)  Η Αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη την επίπτωση των ενεργειών της στον ανταγωνισμό και την καινοτομία στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ένωσης, τη χρηματοοικονομική ενσωμάτωση και τη νέα στρατηγική της Ένωσης για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη.

(9β)  Για την επίτευξη των στόχων της, η Αρχή πρέπει να έχει νομική υπόσταση καθώς και διοικητική και οικονομική αυτονομία. Στην Αρχή πρέπει να εκχωρηθούν «εξουσίες για την αντιμετώπιση της συμμόρφωσης προς τους νόμους ιδίως σε αυτούς που αφορούν συστημικό κίνδυνο και διασυνοριακούς κινδύνους» (Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία).

(9γ)  Οι διεθνείς αρχές (ΔΝΤ, Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών) ορίζουν τον συστημικό κίνδυνο ως «κίνδυνο διαταραχής των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που (i) προκαλείται από την ανεπάρκεια του συνόλου ή μερών του χρηματοπιστωτικού συστήματος και (ii) ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία. Όλα τα είδη χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητικών φορέων, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικώς σημαντικά σε κάποιον βαθμό».

(9δ)  Σύμφωνα με τους εν λόγω οργανισμούς, ο διασυνοριακός κίνδυνος περιλαμβάνει όλους τους κινδύνους που προκαλούνται λόγω οικονομικής ανισορροπίας ή χρηματοπιστωτικής αποτυχίας του συνόλου ή μερών της Ένωσης που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις συναλλαγές μεταξύ των οικονομικών παραγόντων δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ή στα δημόσια οικονομικά της Ένωσης ή κάποιου από τα κράτη μέλη της.

(10)  Στην απόφασή του της 2ας Μαΐου 2006 για την Υπόθεση αριθ. C-217/04 (Ηνωμένο Βασίλειο/Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεώρησε ότι: 'από κανένα στοιχείο του άρθρου 95 ΣΕΚ (τώρα άρθρο 114 ΣΛΕΕ) δεν συνάγεται ότι τα μέτρα που θεσπίζει ο κοινοτικός νομοθέτης βάσει της διάταξης αυτής πρέπει να έχουν ως μόνους αποδέκτες τα κράτη μέλη. Ενδέχεται δηλαδή να είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την εκτίμηση του νομοθέτη αυτού, να προβλεφθεί η ίδρυση κοινοτικού οργανισμού που καλείται να συμβάλει στην εφαρμογή μιας διαδικασίας εναρμόνισης στις περιπτώσεις στις οποίες είναι ενδεδειγμένη, για τη διευκόλυνση της εναρμονισμένης εκτέλεσης και εφαρμογής των πράξεων που στηρίζονται στην εν λόγω διάταξη, η θέσπιση μη δεσμευτικών συνοδευτικών μέτρων και μέτρων πλαισίωσης«. Ο σκοπός και τα καθήκοντα της Αρχής – παροχή βοήθειας στις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές με σκοπό τη συνεπή ερμηνεία και εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων και συμβολή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που απαιτείται για τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση – συνδέονται στενά με τους στόχους του ενωσιακού κεκτημένου σχετικά με την εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Συνεπώς η Αρχή πρέπει να συσταθεί βάσει του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ .

(11)  Οι νομικές πράξεις που ορίζουν τα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας μεταξύ τους και με την Επιτροπή, είναι: ή οδηγία 2006/48/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων(15) , η οδηγία 2006/49/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων(16) και η οδηγία 94/19/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ης Μαΐου 1994, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων(17) .

(12)  Η υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία που διέπει το πεδίο που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνει και την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων(18) , τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2006 περί των πληροφοριών για τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (19) , την οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος (20) ηλεκτρονικού χρήματος και σχετικά τμήματα της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας(21) ▌την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών(22) προς τους καταναλωτές και την οδηγία 2007/64/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά (23) .

(13)  Είναι επιθυμητό η Αρχή να προωθεί συνεκτική προσέγγιση στον τομέα των εγγυήσεων των καταθέσεων, προκειμένου να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού και δίκαιη αντιμετώπιση των καταθετών σε όλη την Ένωση . Επειδή τα καθεστώτα εγγύησης των καταθέσεων υπόκεινται σε επιτήρηση στα οικεία κράτη μέλη και όχι σε ρυθμιστική εποπτεία, είναι σκόπιμο η Αρχή να μπορεί να ασκήσει τις εξουσίες της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό σε σχέση με το ίδιο το καθεστώς εγγυήσεων και τον υπεύθυνο φορέα του. Ο ρόλος της Αρχής πρέπει να αναθεωρηθεί μετά την ίδρυση Ευρωπαϊκού Ταμείου Εγγύησης των Καταθέσεων.

(14)  Είναι αναγκαία η εισαγωγή κάποιου αποτελεσματικού μέσου για τη θέσπιση εναρμονισμένων ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ώστε να εξασφαλιστούν, μέσω ενιαίου εγχειριδίου, ισότιμοι όροι και επαρκής προστασία των καταθετών, των επενδυτών και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση . Επειδή η Αρχή αποτελεί φορέα με μεγάλη εξειδικευμένη πείρα, είναι συμφέρον και σκόπιμο να της ανατεθεί, σε τομείς καθοριζόμενους από το ενωσιακό δίκαιο, η εκπόνηση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων, οι οποίοι δεν αφορούν επιλογές πολιτικής. Η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών κανόνων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να τους προσδώσει δεσμευτική νομική ισχύ.

(15)  Τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων πρέπει να υπόκεινται σε τροποποίηση μόνο σε περιορισμένες και έκτακτες περιστάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η Αρχή θα βρίσκεται σε στενή επαφή και παρακολούθηση του καθημερινού έργου των χρηματοπιστωτικών αγορών. Θα μπορούσαν να υπόκεινται σε τροποποίηση εάν, για παράδειγμα, τα σχέδια ρυθμιστικών κανόνων δεν ήταν συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο, δεν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας ή αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που αντικατοπτρίζονται στο κεκτημένο της κοινοτικής νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα. Η Επιτροπή δεν θα πρέπει να τροποποιεί το περιεχόμενο των τεχνικών κανόνων της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή. Για να εξασφαλίσει ομαλή και ταχεία διαδικασία έγκρισης των κανόνων αυτών, η Επιτροπή πρέπει να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό όσον αφορά την εγκριτική της απόφαση.

(15α)  Η Επιτροπή πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει νομικά δεσμευτικές πράξεις της Ένωσης, όπως αναφέρει το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ. Οι ρυθμιστικοί και εκτελεστικοί τεχνικοί κανόνες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή οι απαιτήσεις που θεσπίζονται στους εν λόγω κανόνες πρέπει να είναι ανάλογης φύσης, κλίμακας και πολυπλοκότητας, με τους κινδύνους που συνεπάγεται η δραστηριότητα του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.

(16)  Σε τομείς που δεν καλύπτονται από ρυθμιστικούς τεχνικούς κανόνες, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης . Για την εξασφάλιση διαφάνειας και την ενίσχυση της συμμόρφωσης των εθνικών εποπτικών αρχών με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όταν οι εθνικές αρχές δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω οδηγίες και συστάσεις πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν τους σχετικούς λόγους δημοσίως, προκειμένου να εξασφαλίζεται πλήρης διαφάνεια έναντι των συμμετεχόντων στην αγορά .

(17)  Η εξασφάλιση της ορθής και πλήρους εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ακεραιότητα, τη διαφάνεια, την αποδοτικότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και για την εξασφάλιση ουδέτερων όρων ανταγωνισμού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ένωση . Επομένως, πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου η Αρχή θα αντιμετωπίζει περιπτώσεις μη εφαρμογής ή εσφαλμένης ▌εφαρμογής που αποτελούν παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Ο μηχανισμός αυτός πρέπει να αφορά τομείς όπου η ενωσιακή νομοθεσία ορίζει σαφείς και άνευ όρων υποχρεώσεις.

(18)  Για να καταστεί δυνατή η αναλογική αντίδραση σε περιπτώσεις εσφαλμένης ή ανεπαρκούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή μηχανισμός με τρία στάδια. Σε πρώτο επίπεδο, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να διερευνά την ενδεχόμενη εσφαλμένη ή ανεπαρκή εφαρμογή υποχρεώσεων εκ του ενωσιακού δικαίου από τις εθνικές αρχές κατά την εποπτική πρακτική τους, και να ολοκληρώνει την έρευνα με σύσταση. Αν η αρμόδια εθνική αρχή δεν ακολουθήσει τη σύσταση, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκδώσει επίσημη γνώμη στην οποία θα λαμβάνεται υπόψη η σύσταση της Αρχής, και θα απαιτεί από την αρμόδια αρχή να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(19)  Αν η εθνική αρχή δεν συμμορφωθεί με τη σύσταση μέσα σε προθεσμία που έχει οριστεί από την Αρχή , η Αρχή πρέπει να απευθύνει απόφαση χωρίς καθυστέρηση προς την οικεία εθνική εποπτική αρχή, προκειμένου να εξασφαλίσει συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, δημιουργώντας άμεσα νομικά αποτελέσματα, των οποίων είναι δυνατή η επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και αρχών και η επιβολή σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ.

(20)  Για την υπέρβαση εξαιρετικών καταστάσεων με έμμονη αδράνεια της οικείας αρμόδιας αρχής, η Αρχή πρέπει να έχει την εξουσία, ως έσχατη λύση, να εκδίδει αποφάσεις απευθυνόμενες σε μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η εξουσία αυτή πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιστάσεις στις οποίες η αρμόδια δεν συμμορφώνεται με τις επίσημες γνώμες που τις απευθύνονται και στις οποίες το ενωσιακό δίκαιο είναι άμεσα εφαρμόσιμο στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δυνάμει ισχυόντων ή μελλοντικών κανονισμών της ΕΕ. Σε σχέση με αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναμένουν την εφαρμογή του προγράμματος της Επιτροπής για το 2010, ιδίως όσον αφορά την πρόταση μεταρρύθμισης της οδηγίας περί κεφαλαιακών απαιτήσεων.

(21)  Οι σοβαρές απειλές για την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτούν ταχεία και εναρμονισμένη απόκριση σε ενωσιακό επίπεδο. Επομένως, η Αρχή πρέπει να μπορεί να ζητεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την αντιμετώπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Λαμβάνοντας υπόψη την ευαίσθητη φύση του ζητήματος, η εξουσία προσδιορισμού της ύπαρξης μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, του ΕΣΣΚ ή της Αρχής. σε περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, το ΕΣΣΚ ή η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (ΕΕΑ) θεωρήσουν ότι είναι πιθανόν να υπάρξει ανάγκη έκτακτης κατάστασης πρέπει να επικοινωνούν με την Επιτροπή. Στη διαδικασία αυτή, εξαιρετική σημασία έχει να επιδεικνύεται η δέουσα μέριμνα όσον αφορά την εμπιστευτικότητα. Σε περίπτωση που η Επιτροπή εντοπίσει την ύπαρξη έκτακτης ανάγκης, πρέπει να ενημερώσει δεόντως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(22)  Προκειμένου να εξασφαλιστούν η αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία και η ισόρροπη εξέταση των θέσεων των αρμόδιων αρχών σε διάφορα κράτη μέλη, η Αρχή πρέπει να είναι σε θέση να ρυθμίζει διαφωνίες μεταξύ αυτών των αρμόδιων αρχών με δεσμευτικό τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των σωμάτων εποπτών. Πρέπει να προβλέπεται ένα στάδιο συμβιβασμού, κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί τέτοια συμφωνία, η Αρχή πρέπει να απαιτεί με δεσμευτικό τρόπο από τις σχετικές αρμόδιες αρχές να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες ή να μην προβούν σε ενέργειες ώστε να επιλυθεί το θέμα και να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης, ενέργεια που έχει δεσμευτικά αποτελέσματα για τις αρμόδιες εμπλεκόμενες αρχές. Σε περίπτωση που η σχετική ενωσιακή νομοθεσία παρέχει διακριτική ευχέρεια στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, οι αποφάσεις που λαμβάνει η ΕΕΑ δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη συμμόρφωση της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας στην ενωσιακή νομοθεσία. Σε περίπτωση παράλειψης των οικείων εθνικών εποπτικών αρχών, η Αρχή θα έχει την εξουσία να εκδώσει, ως έσχατη λύση, αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τομείς του δικαίου της Ένωσης οι οποίοι ισχύουν άμεσα γι' αυτά.

(22α)  Η κρίση έχει αποδείξει ότι η απλή συνεργασία μεταξύ εθνικών αρχών, των οποίων η αρμοδιότητα δεν υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα, είναι σαφώς ανεπαρκής για την εποπτεία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν διασυνοριακά.

(22β)  Επιπροσθέτως, «οι σημερινές διευθετήσεις, που συνδυάζουν κλαδικά δικαιώματα διαβατηρίου, εποπτεία από τη χώρα καταγωγής και αμιγώς εθνική ασφάλιση καταθέσεων, δεν αποτελούν υγιή βάση για τη μελλοντική ρύθμιση και εποπτεία των ευρωπαϊκών διασυνοριακών τραπεζών λιανικής» (έκθεση Turner).

(22γ)  Όπως επισημαίνει η βρετανική έκθεση Turner, «υγιέστερες διευθετήσεις απαιτούν είτε αυξημένες εθνικές εξουσίες, πράγμα που συνεπάγεται μια λιγότερο ανοιχτή ενιαία αγορά, είτε μεγαλύτερο βαθμό ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Η «εθνική» λύση συνεπάγεται ότι η χώρα υποδοχής θα μπορούσε να αρνηθεί το δικαίωμα λειτουργίας σε τοπικά υποκαταστήματα, να υποχρεώσει τα ξένα ιδρύματα να ενεργούν μόνο μέσω θυγατρικών και όχι μέσω υποκαταστημάτων, καθώς και να επιβλέπει το κεφάλαιο και τη ρευστότητα των τραπεζών που δραστηριοποιούνται στη χώρα αυτή, πράγμα που θα σήμαινε περισσότερο προστατευτισμό. Η «ευρωπαϊκή» λύση προϋποθέτει την ενίσχυση της Αρχής στο πλαίσιο του Σώματος Εποπτών, καθώς επίσης και την ενίσχυση της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ενέχουν συστημικό κίνδυνο.

(23)  Τα σώματα εποπτών παίζουν σημαντικό ρόλο στην αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν διασυνοριακά. Η Αρχή πρέπει να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο και να έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής στα σώματα εποπτών, με στόχο την ομοιόμορφη λειτουργία της διαδικασίας ανταλλαγής πληροφοριών στα σώματα και την ενίσχυση της σύγκλισης και της συνέπειας στα σώματα όσον αφορά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Όπως επισημαίνει η έκθεση de Larosière, «οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και το ρυθμιστικό αρμπιτράζ που προκύπτουν από τις αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές πρέπει να αποφεύγονται, επειδή μπορούν να υπονομεύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα – μεταξύ άλλων ενθαρρύνοντας μια μετατόπιση χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας προς τις χώρες με χαλαρή εποπτεία. Το εποπτικό σύστημα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δίκαιο και ισορροπημένο».

(23α)  Η Αρχή και οι εθνικές εποπτικές αρχές πρέπει να ενισχύσουν την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που πληρούν τα κριτήρια συστημικού κινδύνου στον βαθμό που αυτά ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης και να πλήξουν την πραγματική οικονομία.

(23β)  Ο συστημικός κίνδυνος πρέπει να προσδιοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνή πρότυπα και ιδίως τα πρότυπα που έχουν θεσπίσει το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Διεθνής Ένωση Αρχών Ασφαλιστικής Εποπτείας και η G20. Ο βαθμός διασύνδεσης, η δυνατότητα αναπλήρωσης και η χρονική συγκυρία αποτελούν τα συνηθέστερα χρησιμοποιούμενα κριτήρια για τον προσδιορισμό του συστημικού κινδύνου.

(23γ)  Πρέπει να θεσπιστεί ένα πλαίσιο για την αντιμετώπιση των πασχόντων ιδρυμάτων, προκειμένου να συμβάλει στη σταθεροποίησή τους ή την εκκαθάρισή τους, καθόσον «απεδείχθη περίτρανα ότι το διακύβευμα της τραπεζικής κρίσης είναι υψηλό για την κυβέρνηση και την κοινωνία συνολικά, επειδή μια τέτοια κατάσταση μπορεί εν δυνάμει να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την πραγματική οικονομία» (έκθεση de Larosière). Η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις για τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου διαχείρισης της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Βασικά στοιχεία της διαχείρισης της κρίσης αποτελούν μια κοινή δέσμη κανόνων και μέσων χρηματοπιστωτικής εξυγίανσης (εκτέλεση και χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση της κρίσης που αντιμετωπίζουν μεγάλα, διασυνοριακά και/ή διασυνδεδεμένα ιδρύματα).

(23δ)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνυπευθυνότητα των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, να προστατευθούν τα συμφέροντα των καταθετών της Ένωσης και να μειωθεί το κόστος μιας συστημικής χρηματοπιστωτικής κρίσης για τους φορολογουμένους, πρέπει να συγκροτηθεί ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Εγγυήσεων των Καταθέσεων. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την προστασία των συμφερόντων των καταθετών και την καλύτερη προστασία από στρεβλώσεις του ανταγωνισμού φαίνεται να είναι η δημιουργία ενός ταμείου σε επίπεδο ΕΕ. Είναι ωστόσο προφανές ότι οι προσεγγίσεις της ΕΕ είναι αναπόφευκτα πιο πολύπλοκες και ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη ξεκινήσει να σχεδιάζουν ή ακόμη και να υλοποιούν τέτοιου είδους σχέδια. Ωστόσο, κατ' ελάχιστον, η Αρχή πρέπει να διασφαλίζει την εναρμόνιση των σημαντικότερων συνιστωσών των εθνικών σχεδίων. Πρέπει επίσης να είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα καλούνται να συνεισφέρουν σε ένα μόνο σχέδιο.

(23ε)  Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Τραπεζικής Σταθερότητας πρέπει να χρηματοδοτεί την ομαλή εκκαθάριση ή τις παρεμβάσεις για την διάσωση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα, όταν αυτά μπορούν να απειλήσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της εσωτερικής χρηματοπιστωτικής αγοράς της Ένωσης. Το Ταμείο πρέπει να χρηματοδοτείται με κατάλληλες εισφορές του χρηματοπιστωτικού τομέα. Οι εισφορές στο Ταμείο πρέπει να αντικαταστήσουν τις εισφορές προς τα παρεμφερή εθνικά ταμεία.

(24)  Η ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο στη λειτουργία του δικτύου εποπτικών αρχών, προκειμένου να μειωθεί η άσκοπη επανάληψη εποπτικών εργασιών, να ενισχυθεί η συνεργασία και με τον τρόπο αυτό να γίνει περισσότερο ομοιόμορφη η διαδικασία εποπτείας, καθώς επίσης να μειωθεί ο φόρτος που επιβαρύνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, και κυρίως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν ενωσιακή διάσταση . Συνεπώς, ο κανονισμός πρέπει παράσχει σαφή νομική βάση για την ανάθεση αυτή. Ανάθεση καθηκόντων σημαίνει ότι ασκούνται καθήκοντα από άλλη εποπτική αρχή στη θέση της αρμόδιας, ενώ την ευθύνη για τις εποπτικές αποφάσεις εξακολουθεί να φέρει η αναθέτουσα αρχή. Κατά την ανάθεση αρμοδιοτήτων, μια εθνική εποπτική αρχή, η εξουσιοδοτούμενη, πρέπει να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για ορισμένο εποπτικό θέμα η ίδια, στη θέση της Αρχής ή στη θέση κάποιας άλλης εθνικής εποπτικής αρχής. Οι αναθέσεις πρέπει να διέπονται από την αρχή της ανάθεσης εποπτικής αρμοδιότητας σε εποπτική αρχή που είναι σε θέση να προβεί σε ενέργειες σχετικές με το θέμα. Η ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών μπορεί να είναι σκόπιμη, παραδείγματος χάρη για λόγους οικονομιών κλίμακας ή πεδίου, συνοχής στην εποπτεία ομίλων και βέλτιστης χρήσης τεχνικής πείρας. Η συναφής ενωσιακή νομοθεσία μπορεί να εξειδικεύσει περαιτέρω τις αρχές για την ανακατανομή αρμοδιοτήτων κατόπιν συμφωνίας. Η Αρχή πρέπει να διευκολύνει και να εποπτεύει τις συμφωνίες ανάθεσης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών με κάθε πρόσφορο μέσο. Πρέπει να είναι ενήμερη εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεση σύναψης συμφωνιών ανάθεσης, ώστε να είναι σε θέση να εκφέρει άποψη σε περίπτωση που χρειαστεί. Πρέπει να προβαίνει κεντρικά στη δημοσιοποίηση των εν λόγω συμφωνιών, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη, διαφανής πληροφόρηση, με εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες σχετικά με τις συμφωνίες. Πρέπει να εντοπίζει και να προωθεί βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την ανάθεση και τις συμφωνίες ανάθεσης καθηκόντων.

(25)  Η Αρχή πρέπει να υποστηρίζει ενεργά την εποπτική σύγκλιση σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση , με στόχο την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας.

(26)  Οι ομότιμες αξιολογήσεις αποτελούν αποδοτικό και αποτελεσματικό εργαλείο για την ενίσχυση της συνέπειας εντός του δικτύου των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών. Η Αρχή πρέπει επομένως να αναπτύξει το μεθοδολογικό πλαίσιο για τις εν λόγω αξιολογήσεις και να τις διεξάγει τακτικά. Οι αξιολογήσεις πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, αλλά και στην ικανότητα των εποπτικών αρχών να επιτυγχάνουν εποπτικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας καθώς επίσης στην ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών. Το αποτέλεσμα των ομότιμων αξιολογήσεων πρέπει να δημοσιοποιείται και οι βέλτιστες πρακτικές πρέπει να εντοπίζονται και επίσης να δημοσιοποιούνται.

(27)  Η Αρχή πρέπει να προάγει ενεργά μια συντονισμένη εποπτική απόκριση σε επίπεδο Ένωσης , ειδικά να εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση . Συνεπώς, επιπροσθέτως προς τις εξουσίες της για δράση σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, πρέπει να της ανατεθεί μια γενική λειτουργία συντονισμού στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ . Οι δράσεις της Αρχής πρέπει να εστιάζουν ιδιαίτερα στην ομαλή ροή όλων των συναφών πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών.

(28)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι απαραίτητο να εντοπιστούν εξ αρχής οι τάσεις, οι δυνητικοί κίνδυνοι και τα τρωτά σημεία που απορρέουν από το μικροπροληπτικό επίπεδο, διασυνοριακά και διατομεακά. Η Αρχή πρέπει να παρακολουθεί και να αξιολογεί τις εν λόγω εξελίξεις στον τομέα αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, τις άλλες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και το ΕΣΣΚ σε τακτική βάση και, αν είναι απαραίτητο, για συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης η Αρχή πρέπει να ξεκινήσει και να συντονίζει προσομοιώσεις αντίξοων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης για να αξιολογεί την αντοχή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο. Για την ορθή διεκπεραίωση των καθηκόντων της, η Αρχή πρέπει να διενεργεί οικονομικές αναλύσεις των αγορών και των επιπτώσεων των πιθανών εξελίξεων στην αγορά.

(29)  Με δεδομένα την παγκοσμιοποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την αυξημένη σημασία των διεθνών κανόνων, η Αρχή πρέπει να εκπροσωπεί την Ένωση στον διάλογο και στη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών .

(30)  Η Αρχή πρέπει να αποτελεί ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής στον τομέα της αρμοδιότητάς της. Πρέπει να είναι σε θέση να γνωμοδοτεί σχετικά με την αξιολόγηση όσον αφορά την προληπτική εποπτεία σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές με βάση την οδηγία 2006/48/EΚ.

(31)  Για την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Αρχή πρέπει να έχει δικαίωμα να ζητεί όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την προληπτική εποπτεία . Προκειμένου να αποφευχθεί η επικάλυψη υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κανονικά τις πληροφορίες αυτές πρέπει να τις παρέχουν οι εθνικές εποπτικές αρχές που βρίσκονται πλησιέστερα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τα ιδρύματα, η δε Αρχή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ήδη υφιστάμενα στατιστικά στοιχεία . Ωστόσο, ως έσχατη λύση, η Αρχή πρέπει να μπορεί να απευθύνει δεόντως αιτιολογημένο αίτημα για πληροφορίες απευθείας από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ▌σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποια αρμόδια εθνική αρχή δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παράσχει έγκαιρα τις εν λόγω πληροφορίες. Οι αρχές των κρατών μελών πρέπει να είναι υποχρεωμένες να συνεπικουρούν την Αρχή στην επιβολή όσον αφορά τα εν λόγω άμεσα αιτήματα. Στο πλαίσιο αυτό, οι εργασίες περί ενιαίων μορφότυπων υποβολής εκθέσεων είναι ουσιαστικές.

(31α)  Τα μέτρα για τη συλλογή πληροφοριών πρέπει να λαμβάνονται υπό την επιφύλαξη του νομικού πλαισίου του Ευρωπαϊκού Στατιστικού Συστήματος (ΕΣΣ) και του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών (ΕΣΚΤ) στον τομέα της στατιστικής. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει επομένως τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009 σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές (24) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 1998 σχετικά με τη συλλογή στατιστικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (25) .

(32)  Για να είναι πλήρως αποτελεσματική η λειτουργία του ΕΣΣΚ και για την παρακολούθηση της συνέχειας των προειδοποιήσεων και των συστάσεών του, έχει ουσιώδη σημασία η στενή συνεργασία μεταξύ της Αρχής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η Αρχή και το ΕΣΣΚ πρέπει να μοιράζονται κάθε σχετική πληροφορία. Δεδομένα σχετιζόμενα με μεμονωμένες επιχειρήσεις πρέπει να παρέχονται μόνο κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος. Όταν η Αρχή ή κάποια εθνική εποπτική αρχή λάβει προειδοποιήσεις ή συστάσεις του ΕΣΣΚ , η Αρχή πρέπει να εξασφαλίζει την παρακολούθηση της συνέχειας, εφόσον κρίνεται σκόπιμο .

(33)  ▌Η Αρχή πρέπει να διαβουλεύεται με ενδιαφερόμενα μέρη για ρυθμιστικούς κανόνες, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και να τους παρέχει εύλογη ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για τα προτεινόμενα μέτρα. Πριν από την έγκριση των σχεδίων ρυθμιστικών κανόνων, κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων, η Αρχή πρέπει να διεξάγει μελέτη αντικτύπου. Για λόγους αποδοτικότητας, πρέπει να συσταθεί ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, η οποία θα εκπροσωπεί στη σωστή αναλογία τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα της Ένωσης (αντιπροσωπεύοντας τα ποικίλα μοντέλα και μεγέθη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, θεσμικών επενδυτών και λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών που χρησιμοποιούν και οι ίδιοι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες), ΜΜΕ, τις συνδικαλιστικές ενώσεις, την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους καταναλωτές και τους χρήστες των τραπεζικών υπηρεσιών. Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων πρέπει να εργάζεται δραστήρια ως διεπαφή με άλλες ομάδες χρηστών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίες έχουν συσταθεί από την Επιτροπή ή σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία.

(33α)  Οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, σε αντίθεση με τους εκπροσώπους του κλάδου που διαθέτουν καλή χρηματοδότηση και καλές διασυνδέσεις, περιθωριοποιούνται στο πλαίσιο του διαλόγου σχετικά με το μέλλον των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και στο πλαίσιο της αντίστοιχης διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Αυτό το μειονέκτημα θα πρέπει να αντισταθμιστεί με επαρκή χρηματοδότηση των εκπροσώπων τους στην ομάδα των τραπεζικών συμφεροντούχων.

(34)  Την κύρια ευθύνη της εξασφάλισης συντονισμένης διαχείρισης κρίσεων και της διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε καταστάσεις κρίσεων , ιδίως όταν πρόκειται για τη σταθεροποίηση μεμονωμένων συμμετεχόντων στις χρηματαγορές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και τη λήψη σχετικών αποφάσεων, φέρουν τα κράτη μέλη. Οι δράσεις τους πρέπει να συντονίζονται στενά στο πλαίσιο των αρχών της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Τα μέτρα της Αρχής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή διευθέτησης κρίσεων τα οποία επηρεάζουν τη σταθερότητα κάποιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος δεν πρέπει να προσκρούουν στις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών. Πρέπει να δημιουργηθεί μηχανισμός μέσω του οποίου τα κράτη μέλη θα μπορούν να επικαλεστούν αυτή τη διασφάλιση και τελικά να φέρουν το θέμα ενώπιον του Συμβουλίου για τη λήψη απόφασης. Δεδομένων των ιδιαίτερων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στο θέμα αυτό, είναι σκόπιμο να αναλάβει σχετικά κάποιο ρόλο το Συμβούλιο.

(34α)  Εντός διαστήματος τριών ετών από τη θέση σε ισχύ κανονισμού για τη δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού, πρέπει να θεσπισθεί από την Επιτροπή, σε επίπεδο Ένωσης και βάσει της αποκτηθείσας εμπειρίας, σαφής και υγιής καθοδήγηση σχετικά με το πότε μπορεί να ενεργοποιηθεί η διασφάλιση από τα κράτη μέλη. Η χρησιμοποίηση της ρήτρας διασφάλισης από τα κράτη μέλη πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με αυτή την καθοδήγηση.

(34β)  Με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων των κρατών μελών σε καταστάσεις κρίσης, εάν ένα κράτος μέλος επιλέξει να επικαλεσθεί τη διασφάλιση, πρέπει να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγχρόνως με την Αρχή, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Επιπλέον, το κράτος μέλος πρέπει να εξηγήσει τους λόγους που το ώθησαν να επικαλεσθεί τη διασφάλιση. Η Αρχή πρέπει, σε συνεργασία με την Επιτροπή, να καθορίζει τις περαιτέρω ενέργειες.

(35)  Στο πλαίσιο των διαδικασιών της για τη λήψη αποφάσεων, η Αρχή πρέπει να δεσμεύεται από τους κοινοτικούς κανόνες και τις γενικές αρχές για την ορθή μεθοδολογία και τη διαφάνεια. Πρέπει να γίνεται πλήρως σεβαστό το δικαίωμα ακρόασης για τους αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής. Οι πράξεις της Αρχής αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ενωσιακού δικαίου.

(36)  Το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της Αρχής πρέπει να είναι ένα συμβούλιο εποπτών, συγκροτούμενο από τους επικεφαλής κάθε οικείας αρμόδιας αρχής στα κράτη μέλη και το οποίο προεδρεύεται από τον πρόεδρο της Αρχής. Οι αντιπρόσωποι της Επιτροπής, του ΕΣΣΚ , της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ασφαλίσεις και Συντάξεις) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Κινητές Αξίες και Αγορές) πρέπει να συμμετέχουν ως παρατηρητές. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών πρέπει να ενεργούν ανεξάρτητα και μόνο υπέρ του συμφέροντος της Ένωσης . Για ενέργειες γενικής φύσεως, περιλαμβανομένων των σχετιζόμενων με την έκδοση ρυθμιστικών κανόνων, κατευθυντηρίων γραμμών και συστάσεων, καθώς και θεμάτων προϋπολογισμού, σκόπιμο είναι να ισχύουν οι κανόνες για την ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζονται στο άρθρο 16 της ΣΛΕΕ , ενώ για όλες τις άλλες αποφάσεις πρέπει να ισχύει απλή πλειοψηφία των μελών. Οι περιπτώσεις που αφορούν τη ρύθμιση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών πρέπει να εξετάζονται σε κλειστό κύκλο.

(36α)  Κατά γενικό κανόνα, το συμβούλιο εποπτών πρέπει να λαμβάνει αποφάσεις με απλή πλειοψηφία σύμφωνα με την αρχή «ένα άτομο μία ψήφος». Ωστόσο, για ενέργειες σχετιζόμενες με την έκδοση τεχνικών κανόνων, κατευθυντηρίων γραμμών και συστάσεων, καθώς και θεμάτων προϋπολογισμού, πρέπει να ισχύουν οι κανόνες για την ειδική πλειοψηφία, όπως ορίζονται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Πρωτόκολλο (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις που προσαρτάται σε αυτές. Οι περιπτώσεις που αφορούν τη ρύθμιση διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών πρέπει να εξετάζονται σε κλειστή, αντικειμενική ομάδα, απαρτιζόμενη από μέλη που δεν είναι αντιπρόσωποι των αρμοδίων αρχών που είναι μέρη της διαφωνίας και δεν έχουν κανένα συμφέρον στη διένεξη αυτή ή άμεσους δεσμούς με τις σχετικές αρμόδιες αρχές. Η σύνθεση της ομάδας πρέπει να είναι δεόντως ισορροπημένη. Η απόφαση που λαμβάνεται από την ομάδα πρέπει να εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών με απλή πλειοψηφία σύμφωνα με την αρχή της μιας ψήφου για κάθε μέλος. Ωστόσο, όσον αφορά αποφάσεις που λαμβάνονται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, η απόφαση που προτείνει η ομάδα θα μπορούσε να απορριφθεί από μέλη που αντιπροσωπεύουν μειοψηφία αρνησικυρίας των ψήφων όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις που προσαρτάται στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(37)  Το διοικητικό συμβούλιο, συγκροτούμενο από τον πρόεδρο της Αρχής, αντιπροσώπους των εθνικών εποπτικών αρχών και της Επιτροπής, πρέπει να εξασφαλίσει ότι η Αρχή φέρει εις πέρας την αποστολή της και επιτελεί τις εργασίες που της έχουν ανατεθεί. Στο διοικητικό συμβούλιο πρέπει να δοθούν οι απαραίτητες εξουσίες ώστε, μεταξύ άλλων, να προτείνει το ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας, να ασκεί ορισμένες εξουσίες σχετικές με τον προϋπολογισμό, να εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού των Αρχών, να εγκρίνει ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα και να εγκρίνει την ετήσια έκθεση.

(38)  Την Αρχή πρέπει να εκπροσωπεί ο πρόεδρος, πλήρους απασχόλησης, τον οποίο επιλέγει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατόπιν ανοιχτού διαγωνισμού υπό τη διαχείριση της Επιτροπής και κατόπιν της επακόλουθης κατάρτισης καταλόγου υποψηφίων από την Επιτροπή . Η διοίκηση της Αρχής πρέπει να ανατεθεί σε εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος πρέπει να έχει δικαίωμα να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

(39)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί διατομεακώς η συνεκτικότητα των δραστηριοτήτων των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, οι αρχές αυτές πρέπει να συντονίζονται σχολαστικά μέσω των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (Μικτή Επιτροπή) (η «Μικτή Επιτροπή» ) και να καταλήγουν σε κοινές θέσεις, εφόσον είναι σκόπιμο. Η Μικτή Επιτροπή ▌πρέπει να συντονίζει τα καθήκοντα των τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών σε σχέση με τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων . Όταν είναι σκόπιμο, οι πράξεις που εμπίπτουν επίσης στον τομέα αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής ( Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) πρέπει να εγκρίνονται εκ παραλλήλου από τις οικείες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Η Μικτή Επιτροπή πρέπει να έχει πρόεδρο με δωδεκάμηνη θητεία, ο οποίος να είναι εκ περιτροπής ένας εκ των προέδρων των τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών. Ο πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής πρέπει να είναι πρόεδρος του ΕΣΣΚ. Η Μικτή Επιτροπή πρέπει να διαθέτει μόνιμη Γραμματεία, με προσωπικό που θα προέρχεται από απόσπαση από τις τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, προκειμένου να είναι δυνατή η ανεπίσημη ανταλλαγή πληροφοριών και η ανάπτυξη μιας κοινής πολιτισμικής προσέγγισης μεταξύ των τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

(40)  Είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί η δυνατότητα των μερών των θιγόμενων από αποφάσεις που εξέδωσε η Αρχή να προσφεύγουν στα ένδικα μέσα. Για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των μερών και για λόγους διαδικαστικής οικονομίας, στις περιπτώσεις που η Αρχή έχει εξουσίες λήψης αποφάσεων πρέπει να παραχωρείται στα μέρη δικαίωμα προσφυγής στο συμβούλιο προσφυγών. Για λόγους αποδοτικότητας και συνέπειας, το συμβούλιο προσφυγών πρέπει να είναι κοινό όργανο των τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, ανεξάρτητο από τους διοικητικούς και ρυθμιστικούς τους μηχανισμούς. Η απόφαση του συμβουλίου προσφυγών πρέπει να υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(41)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία της Αρχής, πρέπει να τεθεί στη διάθεσή της αυτόνομος προϋπολογισμός με έσοδα προερχόμενα κυρίως από υποχρεωτικές εισφορές εθνικών εποπτικών αρχών και από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρηματοδότηση της Αρχής από την Ένωση υπόκειται στην επίτευξη συμφωνίας από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το σημείο 47 της διοργανικής συμφωνίας της 17ης Μαΐου 2006 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (26) (ΔΟΣ) . Η ενωσιακή δημοσιονομική διαδικασία πρέπει να ισχύει ▌. Ο λογιστικός έλεγχος πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ο συνολικός προϋπολογισμός πρέπει να υπόκεινται σε διαδικασία χορήγησης απαλλαγής.

(42)  Για την Αρχή πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(27) . Επίσης η Αρχή πρέπει να προσχωρήσει στη διοργανική συμφωνία της 25 Μαΐου 1999, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(28) .

(43)  Προκειμένου να εξασφαλιστούν ανοικτές και διαφανείς συνθήκες απασχόλησης και ίση μεταχείριση του προσωπικού, για το προσωπικό της Αρχής πρέπει να ισχύει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(29) .

(44)  Έχει ουσιώδη σημασία η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου και άλλων απόρρητων πληροφοριών. Η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που καθίστανται διαθέσιμες στην Αρχή και ανταλλάσσονται στο δίκτυο πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρούς και αποτελεσματικούς κανόνες περί εμπιστευτικότητας .

(45)  Η προστασία των προσώπων όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διέπεται από την οδηγία 95/46/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24 Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(30) και από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18 Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(31) , οι οποίοι ισχύουν πλήρως για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(46)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαφανής λειτουργία της Αρχής, πρέπει να ισχύει για την Αρχή ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής(32) .

(47)  Πρέπει να δοθεί στις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η δυνατότητα συμμετοχής στις εργασίες της Αρχής, σύμφωνα με κατάλληλες συμφωνίες οι οποίες πρέπει να συναφθούν από την Ένωση .

(48)  Εφόσον οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου, αποτελεσματικής και συνεπούς προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας, η προστασία των καταθετών και των επενδυτών, η προστασία της ακεραιότητας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, η διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η ενίσχυση της διεθνούς εποπτικής συνεργασίας, δεν μπορεί να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και, επομένως, λόγω της κλίμακας της δράσης, θα μπορούσε να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να θεσπίζει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση . Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία επίσης διαλαμβάνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(49)  Η Αρχή αναλαμβάνει όλες τις εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη και τις εξουσίες της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας. κατά συνέπεια, η απόφαση 2009/78/EΚ της Επιτροπής, της 23 Ιανουαρίου 2009, για τη σύσταση της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας, πρέπει να καταργηθεί από την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, ενώ πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως η απόφαση αριθ. 716/2009/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου την 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για τη θέσπιση ενός κοινοτικού προγράμματος για την υποστήριξη συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, των χρηματοπιστωτικών εκθέσεων και του ελέγχου(33) .

(50)  Είναι σκόπιμο να οριστεί χρονικό όριο για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η Αρχή είναι επαρκώς προετοιμασμένη να αρχίσει να λειτουργεί, και να είναι βέβαιη η ομαλή μετάβαση από την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας,

EΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Άρθρο 1

Σύσταση και πεδίο δράσης

1.  Με τον παρόντα κανονισμό συγκροτείται η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή) («Αρχή»).

2.  Η Αρχή ενεργεί με τις εξουσίες που της εκχωρούνται από τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2006/48/EΚ, οδηγίας 2006/49/EΚ, οδηγίας 2002/87/EΚ, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006, της οδηγίας 94/19/ΕΚ, και της οδηγίας 2005/60/EΚ, της οδηγίας 2002/65/EΚ, της οδηγίας 2007/64/EΚ και της οδηγίας 2009/110/EΚ στον βαθμό που οι πράξεις αυτές ισχύουν σε πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στις αρμόδιες αρχές που ασκούν την εποπτεία των ιδρυμάτων αυτών , συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης νομοθετικής πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

2α.  Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πεδίο των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοπιστωτικών ομίλων, των επιχειρήσεων επενδύσεων, των ιδρυμάτων πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων εταιρικής διακυβέρνησης, χρηματοπιστωτικών εκθέσεων και του ελέγχου, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω δράσεις της Αρχής είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

3.  Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού ισχύουν με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής, ιδίως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ για την εξασφάλιση της συμμόρφωση προς το ενωσιακό δίκαιο.

4.  Ο σκοπός της Αρχής είναι να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον συμβάλλοντας στη βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα και στην αποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος προς όφελος της οικονομίας, των πολιτών και των επιχειρήσεων της Ένωσης . Η Αρχή συμβάλλει:

   (i) στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας μεταξύ άλλων υγιή , αποτελεσματική και συνεπή ρύθμιση και εποπτεία·
   (iii) στη διασφάλιση της ακεραιότητας, της διαφάνειας , της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών·
   (v) στην ενίσχυση της διεθνούς εποπτικής συνεργασίας·
   (va) στην αποτροπή του ρυθμιστικού αρμπιτράζ και στην εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού·
   (vβ) στην εξασφάλιση της δέουσας ρύθμισης και εποπτείας της ανάληψης των πιστωτικών και λοιπών κινδύνων· και
   (vγ) στην ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών .

Γι' αυτούς τους λόγους η Αρχή πρέπει να συμβάλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των νομοθετικών πράξεων της Ένωσης στις οποίες παραπέμπει η παράγραφος 2 , ενισχύοντας την εποπτική σύγκλιση και γνωμοδοτώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, και πραγματοποιώντας οικονομικές αναλύσεις των αγορών για να προωθηθεί η επίτευξη των στόχων της Αρχής .

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται με βάση τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε είδους συστημικό κίνδυνο προέρχεται από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επειδή σε περίπτωση αποτυχίας μπορεί να πληγεί η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή της πραγματικής οικονομίας.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Αρχή ενεργεί ανεξάρτητα και αντικειμενικά και μόνο προς το συμφέρον της Ένωσης.

Άρθρο 1α

Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας

1.  Η Αρχή αποτελεί μέρος ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ). Κύριος στόχος του ΕΣΧΕ είναι να εξασφαλίζεται η κατάλληλη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ώστε να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και για να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολό του και η επαρκής προστασία των χρηστών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

2.  Το ΕΣΧΕ περιλαμβάνει:

   (a) το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (EΣΣΚ), με σκοπό την υλοποίηση των καθηκόντων που ορίζονται στον κανονισμό (EΕ) αριθ. .../2010 (EΣΣΚ) και τον παρόντα κανονισμό·
   β) την Αρχή·
   γ) την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές) που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. …/2010 [ΕΑΚΑΑ]·
   δ) την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ασφαλίσεις και Επαγγελματικές Συντάξεις) που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. …/2010 [ΕΑΑΕΣ]·
   ε) την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Μικτή Επιτροπή) με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στα άρθρα 40 έως 43 (η «Μικτή Επιτροπή»)·
   στ) τις αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕE) αριθ. .../2010 (ΕΑΚΑΑ), του κανονισμού (EΕ) αριθ. …/2010 (EΑΑΕΣ) και του παρόντος κανονισμού·
   ζ) την Επιτροπή, για την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 7 και 9.

3.  Η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά, διασφαλίζει τη διατομεακή συνέπεια των εργασιών, και καταλήγει σε κοινές θέσεις στον τομέα της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων και για άλλα διατομεακά θέματα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου καθώς και με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ασφαλίσεις και Επαγγελματικές Συντάξεις) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Κινητές Αξίες και Αγορές) μέσω της Μικτής Επιτροπής.

4.  Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι συμμετέχοντες στο ΕΣΧΕ συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και πλήρη αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να εξασφαλίζεται η αναμεταξύ τους ροή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών.

5.  Οι εν λόγω εποπτικές αρχές που συμμετέχουν στο ΕΣΧΕ υποχρεούνται να εποπτεύουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ένωση, σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που μνημονεύονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2.

Άρθρο 1β

Υποχρέωση λογοδοσίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Οι αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 1α, παράγραφος 2 είναι υπόλογες έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

   (1) «χρηματοπιστωτικά ιδρύματα» σημαίνει «πιστωτικά ιδρύματα» όπως ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/48/EΚ, «επιχειρήσεις επενδύσεων» όπως ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β) της οδηγίας 2006/49/EΚ και «χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων» όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 14 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ εκτός αυτών που αναφέρονται στην οδηγία 2005/60/EΚ, «χρηματοπιστωτικά ιδρύματα», τα πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2 της εν λόγω οδηγίας·
  (2) «αρμόδιες αρχές» νοούνται:
   ( i) «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στις οδηγίες 2006/48/EΚ, 2006/49/EΚ και 2007/64/EΚ και όπως αναφέρεται στην οδηγία 2009/110/EΚ·
   (ii) όσον αφορά τις οδηγίες 2002/65/EΚ και 2005/60/EΚ, ως «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι αρχές που είναι αρμόδιες να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των πιστωτικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τις απαιτήσεις των οδηγιών αυτών·
   (iii) όσον αφορά τα καθεστώτα εγγύησης καταθέσεων, αρμόδιες αρχές νοούνται οι φορείς που διαχειρίζονται καθεστώτα εγγύησης καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 94/19/EΚ, ή στην περίπτωση που τη λειτουργία του καθεστώτος εγγύησης των καταθέσεων διαχειρίζεται ιδιωτική εταιρεία, η δημόσια αρχή που έχει την εποπτεία των συστημάτων αυτών, δυνάμει της οδηγίας 94/19/ΕΚ.

Άρθρο 3

Νομικό καθεστώς

1.  Η Αρχή αποτελεί ενωσιακό φορέα με νομική προσωπικότητα.

2.  Σε κάθε κράτος μέλος η Αρχή διαθέτει την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται σε νομικά πρόσωπα με βάση την εθνική νομοθεσία. Ειδικότερα, μπορεί να αποκτά ή να διαθέτει ακίνητη και κινητή περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

3.  Η Αρχή αντιπροσωπεύεται από τον πρόεδρό της.

Άρθρο 4

Σύνθεση

Η Αρχή αποτελείται από:

   (1) συμβούλιο εποπτών, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 28·
   (2) διοικητικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 32·
   (3) πρόεδρο, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 33·
   (4) εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 38·
   (5) συμβούλιο προσφυγών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 44, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 46.

Άρθρο 5

Κεντρικά γραφεία και έδρα

Η έδρα της Αρχής βρίσκεται στη Φρανκφούρτη.

Μπορεί να διαθέτει αντιπροσωπείες στα περισσότερα σημαντικά χρηματοπιστωτικά κέντρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ

Άρθρο 6

Καθήκοντα και εξουσίες της Αρχής

1.  Η Αρχή αναλαμβάνει τα ακόλουθα καθήκοντα:

   α) συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών κανόνων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, μεταξύ άλλων με γνωμοδοτήσεις προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και με την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και σχεδίων ρυθμιστικών, τεχνικών και εκτελεστικών κανόνων , που πρέπει να βασίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2·
   β) συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των ενωσιακών νομοθετικών πράξεων , μεταξύ άλλων συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας, εξασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας ρυθμιστικές αυθαιρεσίες, μεσολαβώντας και ρυθμίζοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, εξασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεκτική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·
   γ) προωθεί και διευκολύνει την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ αρμόδιων αρχών·
   δ) συνεργάζεται στενά με το ΕΣΣΚ, μεταξύ άλλων παρέχοντας στο ΕΣΣΚ τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του και διασφαλίζοντας σωστή παρακολούθηση των προειδοποιήσεων και των συστάσεων της ΕΣΣΚ·
   ε) διοργανώνει και διενεργεί ομότιμες αναλύσεις των αρμόδιων αρχών, όπου συμπεριλαμβάνεται και η διατύπωση γνωμών , για την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·
   στ) να παρακολουθεί και αξιολογεί εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της·
   στa) πραγματοποιεί οικονομικές αναλύσεις των αγορών με στόχο την εμπεριστατωμένη εκπλήρωση των καθηκόντων της Αρχής·
   στβ) ενισχύει την προστασία των καταθετών και των επενδυτών·
   στγ) ενεργεί ως το αρμόδιο όργανο για τη διαχείριση της κρίσης διασυνοριακών ιδρυμάτων που μπορεί να αποτελέσει συστημικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 12β, οργανώνοντας και εκτελώντας όλες τις έγκαιρες παρεμβάσεις και τις διαδικασίες εξυγίανσης ή αφερεγγυότητας για τα ιδρύματα αυτά μέσω της Μονάδας Εξυγίανσης των Τραπεζών του άρθρου 12γ·
   ζ) εκπληρώνει τυχόν άλλα ειδικά καθήκοντα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2·
   ζα) εποπτεύει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που δεν υπόκεινται σε εποπτεία από μία αρμόδια αρχή·
   ζβ) δημοσιεύει στον ιστοτόπο της και επικαιροποιεί τακτικά πληροφορίες σχετικά με το πεδίο δραστηριοτήτων της, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της σχετικά με τα καταχωρισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η εύκολη πρόσβαση του κοινού στην πληροφόρηση·
   ζγ) αναλαμβάνει, όπου χρειάζεται, όλα τα υφιστάμενα και εν εξελίξει καθήκοντα της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (ΕΕΑΤΕ).

2.  Για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που ορίζονται στην παράγραφο 1, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και ειδικότερα την εξουσία να:

   α) εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7·
   aa) εκπονεί σχέδια εκτελεστικών κανόνων, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7ε·
   β) εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 8·
   γ) εκδίδει συστάσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3·
   δ) λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς αρμόδιες αρχές στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 10 και 11·
   ε) λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στο άρθρο 11 παράγραφος 4·
   στ) γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19·
   στα) συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως προβλέπει το άρθρο 20·
   στβ) αναπτύσσει κοινές μεθοδολογίες αξιολόγησης της επίπτωσης των χαρακτηριστικών και των διαδικασιών διανομής των προϊόντων στη χρηματοπιστωτική θέση ενός ιδρύματος και την προστασία του καταναλωτή·
   στγ) παρέχει βάση δεδομένων των καταχωρισμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο πεδίο αρμοδιότητάς της και, όταν προβλέπεται από τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, σε κεντρικό επίπεδο·
   στδ) αναπτύσσει ρυθμιστικούς τεχνικούς κανόνες που καθορίζουν τις ελάχιστες πληροφορίες που διατίθενται προς την Αρχή σχετικά με συναλλαγές και φορείς της αγοράς, καθώς και τον τρόπο με τον οποίον συντονίζεται η συλλογή στοιχείων και περιγράφεται η σύνδεση των εθνικών βάσεων δεδομένων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Αρχή θα είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να έχει πρόσβαση στις σχετικές και αναγκαίες πληροφορίες που αφορούν συναλλαγές και την αγορά.

3.  Η Αρχή ασκεί κάθε αποκλειστική εποπτική εξουσία επί οντοτήτων με εξάπλωση ή οικονομικές δραστηριότητες σε όλη την Ένωση , οι οποίες της ανατίθενται βάσει των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

4.  Προκειμένου να ασκεί κάθε αποκλειστική εποπτική εξουσία σύμφωνα με την παράγραφο 3 , η Αρχή διαθέτει κατάλληλες εξουσίες διερεύνησης και επιβολής, όπως καθορίζονται στην σχετική νομοθεσία, καθώς και τη δυνατότητα να χρεώνει τέλη. Η Αρχή συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές και βασίζεται στην εμπειρία, τα μέσα και τις εξουσίες τους για να επιτελέσει τα καθήκοντά της.

Άρθρο 6α

Καθήκοντα που σχετίζονται με την προστασία των καταναλωτών για τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες

1.  Για την προστασία των καταθετών και των επενδυτών, η Αρχή αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στην προώθηση της διαφάνειας, της απλότητας και της δικαιοσύνης στην αγορά καταναλωτικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή υπηρεσιών σε ολόκληρη την ενιαία αγορά, όπου περιλαμβάνονται και τα εξής:

   (i) συλλογή, ανάλυση και αναφορά των καταναλωτικών τάσεων,
   (ii) ανασκόπηση και συντονισμός της χρηματοπιστωτικής κατάρτισης και των εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών,
   (iii) ανάπτυξη εκπαιδευτικών κανόνων για τον κλάδο,
   (iv) συμβολή στην ανάπτυξη κοινών κανόνων σχετικά με τη δημοσιοποίηση, και
   (v) αξιολόγηση, ειδικότερα, της προσβασιμότητας, της διαθεσιμότητας και του κόστους δανεισμού για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ιδίως τις ΜΜΕ .

2.  Η Αρχή παρακολουθεί τις νέες και υφιστάμενες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών και τη σύγκλιση των ρυθμιστικών πρακτικών.

3.  Η Αρχή μπορεί επίσης να εκδίδει προειδοποιήσεις σε περίπτωση που κάποια χρηματοοικονομική δραστηριότητα ενέχει σοβαρή απειλή για τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4.

4.  Η Αρχή προχωρεί στη σύσταση, ως αναπόσπαστο μέρους της, επιτροπής για τη χρηματοπιστωτική καινοτομία, στο πλαίσιο της οποίας συνέρχονται όλες οι σχετικές αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές, με σκοπό την υιοθέτηση συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση των νέων ή καινοτόμων χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων και η οποία γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

5.  Η Αρχή μπορεί προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει ορισμένες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων που απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα ολοκλήρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, στις περιπτώσεις που καθορίζονται και υπό τους όρους που θεσπίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή, εφόσον απαιτείται, σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα και με τους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 10.

Η Αρχή επανεξετάζει την απόφαση αυτή σε τακτά διαστήματα.

Η Αρχή μπορεί επίσης να εκτιμήσει την ανάγκη απαγόρευσης ή περιορισμού ορισμένων μορφών χρηματοπιστωτικών δράσεων και, εφόσον χρειαστεί, να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή προκειμένου να διευκολύνει τη θέσπιση οιασδήποτε απαγόρευσης ή περιορισμού.

Άρθρο 7

Ρυθμιστικοί τεχνικοί κανόνες

1.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να εκχωρούν εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων, σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτική εναρμόνιση στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2. Οι εν λόγω ρυθμιστικοί κανόνες είναι τεχνικής φύσεως, δεν επιβάλλουν στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές και το περιεχόμενό τους περιορίζεται από τις νομοθετικές πράξεις επί των οποίων βασίζονται. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών κανόνων που καταρτίζει στην Επιτροπή για έγκριση και συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Σε περίπτωση που η Αρχή δεν υποβάλει στην Επιτροπή σχέδιο εντός των χρονικών ορίων που καθορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφο 2, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό κανόνα.

2.   Η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τους ρυθμιστικούς τεχνικούς κανόνες και αναλύει το ενδεχόμενο συναφές κόστος και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο αναφοράς και την επίπτωση των εν λόγω ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος πριν από την υποβολή του στην Επιτροπή. Η Αρχή ζητεί επίσης τη γνώμη ή συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 22.

3.  Η Επιτροπή ευθύς μόλις παραλάβει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού κανόνα από την Αρχή το διαβιβάζει πάραυτα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

4.  Η Επιτροπή αποφασίζει εντός τριών μηνών από την παραλαβή κατά πόσο θα προχωρήσει στην έγκριση σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού κανόνα. Οι ρυθμιστικοί τεχνικοί κανόνες εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν προτίθεται να εγκρίνει τον κανόνα, ενημερώνει σχετικώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο καθώς και για το σκεπτικό.

Άρθρο 7a

Μη έγκριση ή τροποποίηση του σχεδίου ρυθμιστικών κανόνων

1.  Σε περίπτωση που η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει το σχέδιο των ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων ή να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, διαβιβάζει και πάλι το σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων προς την Αρχή προτείνοντας τεκμηριωμένες τροποποιήσεις.

2.  Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει σε αυτήν προς έγκριση. Η Αρχή ενημερώνει για την απόφασή της αυτή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

3.  Σε περίπτωση που η Αρχή δεν συμφωνεί με την απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει ή να τροποποιήσει τις αρχικές προτάσεις της, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το Συμβούλιο μπορούν να ζητήσουν από τον αρμόδιο Επίτροπο να πραγματοποιηθεί, από κοινού με τον πρόεδρο της Αρχής, εντός ενός μηνός ειδική συνάντηση με την αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου προκειμένου να παρουσιαστούν και να τεκμηριωθούν οι διαφορετικές απόψεις τους.

Άρθρο 7β

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  Οι εξουσίες για την έγκριση ρυθμιστικών κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 7 ανατίθενται στην Επιτροπή για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή υποβάλλει αναφορά σχετικά με τις εκχωρούμενες εξουσίες το αργότερο έξι μήνες πριν από το τέλος της τετραετούς περιόδου. Η ανάθεση εξουσιών παρατείνεται αυτομάτως ή για ίσης διάρκειας χρονικές περιόδους, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το Συμβούλιο προχωρήσουν σε ανάκληση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 7γ.

2.  Μόλις εγκρίνει έναν ρυθμιστικό κανόνα, η Επιτροπή τον κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

3.  Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 35, παράγραφος 2, ο πρόεδρος της Αρχής ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους ρυθμιστικούς κανόνες που εγκρίθηκαν και για τη μη συμμόρφωση των αρμόδιων αρχών.

Άρθρο 7γ

Διατύπωση αντιρρήσεων για τους ρυθμιστικούς κανόνες

1.  Σε περίπτωση που η Επιτροπή εγκρίνει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις στους τομείς που αναφέρονται ρητώς στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, εφαρμόζονται τα εξής:

a)  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις για μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης του το ρυθμιστικό κανόνα που ενέκρινε η Επιτροπή. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου η περίοδος αυτή μπορεί να επεκταθεί για άλλους τρεις μήνες·

β)  Η κατ' εξουσιοδότηση πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθεται σε ισχύ πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, σε περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεσή τους να μην αντιταχθούν. Αν κατά τη λήξη αυτής της περιόδου ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο έχει αντιταχθεί στην κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η εν λόγω πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

γ)  Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις για μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη, αυτή δεν τίθεται σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 296 της ΣΛΕΕ, το θεσμικό όργανο που προβάλλει αντιρρήσεις εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται.

2.  Σε περίπτωση που η Επιτροπή εγκρίνει ρυθμιστικό κανόνα που είναι ταυτόσημος με το σχέδιο ρυθμιστικού κανόνα που υπέβαλε η Αρχή, η παράγραφος 1 στοιχεία a), β) και γ) εφαρμόζονται εκτός και πάλι η περίοδος κατά την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να αντιταχθούν είναι ένας μήνας από τη λήξη της τρίμηνης περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 4. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου η περίοδος αυτή μπορεί να επεκταθεί για έναν επιπλέον μήνα.

3.  Μόλις η Επιτροπή διαβιβάσει το σχέδιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να εγκρίνουν πρόωρη και υπό όρους δήλωση περί μη αντίρρησης, η οποία τίθεται σε ισχύ μόλις η Επιτροπή εγκρίνει τον ρυθμιστικό τεχνικό κανόνα, χωρίς τροποποίηση του σχεδίου.

4.  Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις για ένα τεχνικό κανόνα, αυτός δεν τίθεται σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 296 της ΣΛΕΕ, το θεσμικό όργανο που προβάλλει αντιρρήσεις εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται στον τεχνικό κανόνα.

Άρθρο 7δ

Ανάκληση της εξουσιοδότησης

1.  Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 7 μπορεί να ανακληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

2.  Η απόφαση περί ανάκλησης περατώνει την ανάθεση.

3.  Το θεσμικό όργανο που έχει κινήσει εσωτερική διαδικασία για να αποφασιστεί αν θα ανακληθεί η ανάθεση εξουσίας προσπαθεί να ενημερώσει το άλλο θεσμικό όργανο και την Επιτροπή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, αναφέροντας τις εξουσίες έγκρισης ρυθμιστικών τεχνικών κανόνων που θα μπορούσαν να ανακληθούν καθώς και τους ενδεχόμενους λόγους της ανάκλησης.

Άρθρο 7ε

Εφαρμογή τεχνικών κανόνων

1.  Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναθέτουν εξουσίες στην Επιτροπή για την έγκριση εκτελεστικών τεχνικών κανόνων σύμφωνα με το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ για τις οποίες απαιτούνται ενιαίες συνθήκες εφαρμογής νομικώς δεσμευτικών πράξεων της Ένωσης στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, ισχύουν τα εξής:

a)  όταν, σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, η Αρχή συντάσσει εκτελεστικούς τεχνικούς κανόνες προς υποβολή στην Επιτροπή, οι εν λόγω κανόνες είναι τεχνικής φύσεως, δεν περιλαμβάνουν πολιτικές επιλογές και δεν περιορίζονται στον καθορισμό των όρων εφαρμογής νομικώς δεσμευτικών πράξεων της Ένωσης·

β)  όταν η Αρχή δεν υποβάλλει στην Επιτροπή σχέδιο εντός των χρονικών προθεσμιών που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, ή αναφέρονται στην αίτηση που απευθύνει η Επιτροπή προς την Αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 19, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει εκτελεστικούς τεχνικούς κανόνες μέσω εκτελεστικής πράξης.

2.  Πριν από την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τους εκτελεστικούς τεχνικούς κανόνες και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και ωφέλειες, εκτός και αν οι διαβουλεύσεις και οι αναλύσεις αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω τεχνικών κανόνων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος.

Η Αρχή ζητεί επίσης τη γνώμη ή συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 22.

3.  Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια εκτελεστικών κανόνων που καταρτίζει στην Επιτροπή για έγκριση και συγχρόνως σύμφωνα με το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4.  Εντός τριών μηνών από την παραλαβή των εκτελεστικών τεχνικών κανόνων, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα τα εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει τα σχέδια κανόνων μόνο μερικώς ή με τροποποιήσεις, σε περίπτωση που αυτό απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης.

Σε κάθε περίπτωση που η Επιτροπή εγκρίνει εκτελεστικούς τεχνικούς κανόνες που τροποποιούν το σχέδιο εκτελεστικών τεχνικών κανόνων που υπέβαλε η Αρχή, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

5.  Οι κανόνες εγκρίνονται από την Επιτροπή με κανονισμούς ή με αποφάσεις και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 8

Κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις

1.   Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ, και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με αποδέκτες αρμόδιες αρχές ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

1α.  Όπου κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις και αναλύει τα ενδεχόμενα σχετικά κόστη και τις ωφέλειες. Η Αρχή ζητεί επίσης, όπου κρίνεται σκόπιμο, τη γνώμη ή συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 22. Οι διαβουλεύσεις, αναλύσεις, γνωμοδοτήσεις και συμβουλές αυτές είναι ανάλογες σε σχέση με το αντικείμενο, τη φύση και τις επιπτώσεις της κατευθυντήριας γραμμής ή της σύστασης.

2.   Οι αρμόδιες αρχές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις. Εντός δύο μηνών από την έκδοση κατευθυντήριας γραμμής ή σύστασης, κάθε αρμόδια αρχή επιβεβαιώνει την πρόθεσή της να συμμορφωθεί προς την εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση. Σε περίπτωση που μια αρμόδια αρχή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί, ενημερώνει την Αρχή εκθέτοντας τους λόγους. Η Αρχή δημοσιεύει τους λόγους αυτούς.

Σε περίπτωση που μια αρμόδια αρχή δεν εφαρμόζει μια κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση , η Αρχή κοινοποιεί το εν λόγω γεγονός .

Η Αρχή μπορεί να αποφασίσει, κατά περίπτωση, να δημοσιεύσει τους λόγους που παρασχέθηκαν από την αρμόδια αρχή, σχετικά με τη μη συμμόρφωσή της σε κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση. Η αρμόδια αρχή ενημερώνεται εγκαίρως σχετικά με την δημοσιοποίηση αυτή.

Εφόσον αυτό επιτάσσει η κατευθυντήρια γραμμή ή η σύσταση, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αναφέρουν σε ετήσια βάση, κατά τρόπο σαφή και ενδελεχή, αν συμμορφώθηκαν προς την εν λόγω κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση.

2α.  Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 28, παράγραφος 4α, η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που έχουν εκδοθεί, αναφέροντας την αρμόδια αρχή που δεν συμμορφώθηκε προς αυτές και εκθέτοντας τον τρόπο με τον οποίο η Αρχή προτίθεται να εξασφαλίσει τη συμμόρφωσή της προς τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις της στο μέλλον.

Άρθρο 9

Παραβίαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.  Αν μια αρμόδια αρχή δεν έχει εφαρμόσει ή έχει εφαρμόσει τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, κατά τρόπο που φαίνεται να παραβιάζει τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης , συμπεριλαμβανομένων των ρυθμιστικών και εκτελεστικών κανόνων που εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 7ε, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που ορίζει η εν λόγω νομοθεσία, η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρου.

2.  Κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της ομάδας συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα, ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή μπορεί να διερευνήσει την κατ' ισχυρισμό παραβίαση ή μη εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης .

2α.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 20, η αρμόδια αρχή παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, στην Αρχή όλες τις πληροφορίες που αυτή θεωρεί αναγκαίες για την έρευνά της ▌.

3.  Το αργότερο εντός διμήνου από την κίνηση της έρευνάς της, η Αρχή μπορεί να απευθύνει στην οικεία αρμόδια αρχή σύσταση όπου ορίζεται η δράση που απαιτείται για τη συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία.

3α.   Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία.

4.  Εάν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την κοινοτική νομοθεσία εντός ενός μηνός από την παραλαβή της σύστασης της Αρχής, η Επιτροπή μπορεί, αφού ενημερωθεί από την Αρχή ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να διατυπώσει επίσημη γνώμη απαιτώντας από την αρμόδια αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο. Η Αρχή μπορεί να αποφασίζει, κατά περίπτωση, να δημοσιεύει τους λόγους που προβάλλονται από την αρμόδια αρχή.

Η αρμόδια αρχή λαμβάνει εκ των προτέρων κοινοποίηση για την επίσημη γνώμη τ ο αργότερο εντός τριών μηνών από την έγκριση της σύστασης. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα.

Η Αρχή και οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

5.  Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της επίσημης γνώμης , η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Επιτροπή και την Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση στην επίσημη γνώμη της Επιτροπής που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

6.  Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ , αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ▌ εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν, και εάν απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση της μη συμμόρφωσης ▌προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η Αρχή μπορεί, αν οι σχετικές απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την επίσημη γνώμη που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4.

7.  Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Όταν αναλαμβάνουν δράση αναφορικά με θέματα που υπόκεινται σε επίσημη γνώμη δυνάμει της παραγράφου 4 ή σε απόφαση δυνάμει της παραγράφου 6, οι αρμόδιες αρχές συμμορφούνται με την επίσημη γνώμη ή την απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση.

7α.  Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 28, παράγραφος 4α, η Αρχή επισημαίνει ποιες εθνικές αρχές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν συμμορφώθηκαν προς τις αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 6.

Άρθρο 10

Δράση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

1.  Σε περίπτωση αντίξοων εξελίξεων, οι οποίες μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αρχή διευκολύνει ενεργά και, όποτε είναι απαραίτητο, συντονίζει τις ενέργειες που αναλαμβάνουν οι σχετικές εθνικές αρμόδιες εποπτικές αρχές.

Για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων διευκόλυνσης και συντονισμού, η Αρχή ενημερώνεται πλήρως για τις σχετικές εξελίξεις και καλείται να συμμετέχει ως παρατηρητής σε κάθε σχετική συγκέντρωση των σχετικών εθνικών αρμόδιων εποπτικών αρχών.

1α.  Η Επιτροπή, κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας ή μετά από αίτημα της Αρχής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, του ΕΣΣΚ ή της Αρχής, μπορεί να εκδώσει απόφαση απευθυνόμενη προς την Αρχή, όπου ορίζει την ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή επανεξετάζει την απόφαση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον μία φορά το μήνα και δηλώνει τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, μόλις αυτή διαπιστωθεί.

Αν η Επιτροπή εντοπίσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενημερώνει πάραυτα σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

2.  Αν το Συμβούλιο έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1α, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις αν μια συντονισμένη δράση από εθνικές αρχές είναι απαραίτητη για να αντιμετωπιστούν αντίξοες εξελίξεις που ενδέχεται να διακυβεύσουν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αφορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένες αποφάσεις με τις οποίες ζητείται από τις αρμόδιες αρχές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, για να αντιμετωπιστούν οι εξελίξεις αυτές , εξασφαλίζοντας ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές ικανοποιούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην υπόψη νομοθεσία.

3.  Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ , αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται εκεί, η Αρχή μπορεί, αν οι συναφείς απαιτήσεις που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να λάβει μεμονωμένη απόφαση την οποία απευθύνει προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

4.  Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Κάθε ενέργεια εκ μέρους των αρμοδίων αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

Άρθρο 11

Διευθέτηση διαφωνιών μεταξύ αρμόδιων αρχών

1.  Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 9, αν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή με το περιεχόμενο πράξης ή παράλειψης από άλλη αρμόδια αρχή σε τομείς όπου οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν συνεργασία, συντονισμό ή κοινή απόφαση από αρμόδιες αρχές σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, η Αρχή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσοτέρων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, αναλαμβάνει να βοηθήσει τις αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 .

2.  Η Αρχή ορίζει χρονικό όριο για το συμβιβασμό των αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας υπόψη συναφή χρονικά διαστήματα που τυχόν ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, καθώς και την πολυπλοκότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος. Στο στάδιο αυτό η Αρχή ενεργεί ως μεσολαβητής.

3.  Αν κατά το πέρας της φάσης συμβιβασμού οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία, η Αρχή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, λαμβάνει απόφαση να λύσει τη διαφωνία και να απαιτήσει από αυτές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης , με δεσμευτική ισχύ για τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

4.  Με επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ , αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής, και έτσι δεν εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής κάθε πρακτικής.

4α.  Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 4 κατισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα. Κάθε ενέργεια εκ μέρους των αρμοδίων αρχών αναφορικά με γεγονότα τα οποία υπόκεινται σε απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4 είναι συμβατή με τις εν λόγω αποφάσεις.

4β.  Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 28, παράγραφος 4α, η Αρχή αναφέρει τη διαφωνία μεταξύ των αρμοδίων αρχών, τις συμφωνίες που επιτεύχθηκαν και την απόφαση που ελήφθη για τη διευθέτηση του θέματος.

Άρθρο 11α

Διευθέτηση διαφωνιών μεταξύ αρμόδιων αρχών σε διατομεακό επίπεδο

Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11 και του άρθρου 42, η Μικτή Επιτροπή διευθετεί τις διαφωνίες που μπορεί να προκύψουν μεταξύ αρμόδιων αρχών,, όπως ορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (EΕ) αριθ. .../2010 (ΕΑΑΕΣ) και του κανονισμού (EΕ) αριθ. …/2010 (ΕΑΑΕΣ).

Άρθρο 12

Σώματα εποπτών

1.  Η Αρχή συμβάλλει στην προώθηση και παρακολούθηση και εποπτεία της αποδοτικής, αποτελεσματικής και συνεπούς λειτουργίας των σωμάτων εποπτών που αναφέρονται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ και στην ενίσχυση της συνέπειας στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα σώματα εποπτών . Το προσωπικό της αρχής μπορεί να συμμετέχει σε όλες τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων ελέγχων, που πραγματοποιούν από κοινού δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.

2.  Η Αρχή καθοδηγεί τα σώματα εποπτών όταν το κρίνει σκόπιμο.

Για το σκοπό αυτό, η Αρχή θεωρείται «αρμόδια αρχή» υπό την έννοια της σχετικής νομοθεσίας.

3.  Η Αρχή τουλάχιστον:

   a) συγκεντρώνει και ανταλλάσσει όλες τις σχετικές πληροφορίες σε ομαλές καταστάσεις και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να διευκολύνει το έργο των σωμάτων εποπτών και να θεσπίσει και να διαχειριστεί ένα κεντρικό σύστημα ώστε οι πληροφορίες αυτές να διατίθενται στις αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στα σώματα εποπτών·
   β) δρομολογεί και συντονίζει προσομοιώσεις αντίξοων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης για να αξιολογεί την αντοχή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως εκείνων του άρθρου 12β, υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο·
   γ) σχεδιάζει και καθοδηγεί εποπτικές δραστηριότητες σε ομαλές καταστάσεις καθώς και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται η αξιολόγηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή μπορεί να εκτεθούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα· και
   δ) επιβλέπει τα καθήκοντα που εκτελούν οι αρμόδιες αρχές.

3α.   Η Αρχή μπορεί να εκδίδει ρυθμιστικούς και εκτελεστικούς κανόνες, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, τα οποία εγκρίνει βάσει των άρθρων 7, 7ε και 8, με στόχο την εναρμόνιση της εποπτικής λειτουργίας και των βέλτιστων πρακτικών που έχουν εγκριθεί από τα σώματα εποπτών. Οι αρχές εγκρίνουν έγγραφες συμφωνίες για τη λειτουργία κάθε σώματος, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συγκλίνουσα λειτουργία όλων των σωμάτων εποπτών.

3β.   Ένας ρόλος νομικά δεσμευτικής μεσολάβησης επιτρέπει στην Αρχή να επιλύει διαφορές μεταξύ των αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11. Όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία εντός του σχετικού σώματος εποπτών, η Αρχή μπορεί να λάβει αποφάσεις εποπτείας που εφαρμόζονται άμεσα στα σχετικά ιδρύματα.

Άρθρο 12α

Γενικές διατάξεις

1.   Η Αρχή δίδει ιδιαίτερη προσοχή στην αντιμετώπιση των κινδύνων διαταραχής των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που (i) προκαλούνται από την ανεπάρκεια του συνόλου ή μερών του χρηματοπιστωτικού συστήματος και (ii) ενδέχεται να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά και στην πραγματική οικονομία (συστημικός κίνδυνος). Όλα τα είδη χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητικών φορέων, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικώς σημαντικά σε κάποιον βαθμό.

2.   Η Αρχή, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, αναπτύσσει μια κοινή δέσμη ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών (πίνακας κινδύνου) που αποτελεί τη βάση για την εποπτική διαβάθμιση των διασυνοριακών ιδρυμάτων που ορίζονται στο άρθρο 12β. Η διαβάθμιση αυτή επανεξετάζεται σε τακτική βάση, προκειμένου να ληφθούν υπόψη ουσιαστικές αλλαγές στην εικόνα κινδύνου που παρουσιάζει ένα ίδρυμα. Η εποπτική διαβάθμιση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την απόφαση άμεσης εποπτείας ή παρέμβασης σε ένα ίδρυμα που αντιμετωπίζει προβλήματα.

3.   Με την επιφύλαξη των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, η Αρχή προτείνει, ενδεχομένως, πρόσθετα σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών κανόνων, καθώς και κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, για τα ιδρύματα που ορίζονται στο άρθρο 12β.

4.   Η Αρχή ασκεί εποπτεία σε διασυνοριακά ιδρύματα που μπορεί να προκαλέσουν συστημικό κίνδυνο, όπως ορίζεται στο άρθρο 12β. Στις περιπτώσεις αυτές, η Αρχή ενεργεί μέσω των αρμόδιων αρχών.

5.   Η Αρχή ιδρύει μια Μονάδα Εξυγίανσης Τραπεζών που θα έχει την εντολή να εφαρμόσει τη σαφώς καθορισμένη διακυβέρνηση και τρόπο λειτουργίας της διαχείρισης κρίσεων, από την έγκαιρη παρέμβαση έως την εξυγίανση και την αφερεγγυότητα, και να ηγηθεί των διαδικασιών αυτών.

Άρθρο 12β

Προσδιορισμός διασυνοριακών ιδρυμάτων που μπορούν να προκαλέσουν συστημικό κίνδυνο

1.   Το Συμβούλιο Εποπτών μπορεί, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29 παράγραφος 1, να εντοπίσει διασυνοριακά ιδρύματα τα οποία, λόγω του συστημικού κινδύνου που μπορεί να προκαλέσουν, πρέπει να υπαχθούν σε άμεση εποπτεία από την Αρχή ή να παραπεμφθούν στη Μονάδα Εξυγίανσης Τραπεζών του άρθρου 12γ.

2.   Τα κριτήρια για τον προσδιορισμό αυτών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων συνάδουν με τα κριτήρια που καθορίστηκαν από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.

Άρθρο 12γ

Μονάδα Εξυγίανσης Τραπεζών

1.   Η Μονάδα Εξυγίανσης Τραπεζών προστατεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ελαχιστοποιεί τη μετάδοση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα του άρθρου 12β στο υπόλοιπο σύστημα και στην οικονομία ευρύτερα, και περιορίζει το κόστος για τους φορολογουμένους, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, της ιεράρχησης των πιστωτών και της διασφάλισης της ισότιμης μεταχείρισης σε διασυνοριακό επίπεδο.

2.   Η Μονάδα Εξυγίανσης Τραπεζών εξουσιοδοτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, προκειμένου να αποκαταστήσει τα ιδρύματα που αντιμετωπίζουν προβλήματα ή να αποφασίσει την εκκαθάριση των μη βιώσιμων ιδρυμάτων (ζήτημα κρίσιμο για τον περιορισμό του ηθικού κινδύνου). Μεταξύ άλλων ενεργειών, μπορεί να απαιτεί προσαρμογές στο κεφάλαιο ή τη ρευστότητα, να επαναπροσδιορίζει το μίγμα δραστηριοτήτων, να βελτιώνει τις διαδικασίες, να ορίζει ή να αντικαθιστά τα διευθυντικά όργανα, να συνιστά εγγυήσεις, δάνεια και επιβοήθηση της ρευστότητας, συνολικές ή μερικές πωλήσεις, να δημιουργεί μια «καλή τράπεζα»/«κακή τράπεζα» ή μια «ενδιάμεση τράπεζα», να μετατρέπει το χρέος σε μετοχές (με κατάλληλες περικοπές) ή να υπαγάγει το ίδρυμα προσωρινά σε δημόσια ιδιοκτησία.

3.   Η Μονάδα Εξυγίανσης Τραπεζών απαρτίζεται από εμπειρογνώμονες που ορίζει το Συμβούλιο Εποπτών της Αρχής, οι οποίοι διαθέτουν γνώση και εμπειρογνωμοσύνη σε θέματα αναδιάρθρωσης, ανάκαμψης και εκκαθάρισης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 12δ

Ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων

1.   Η Αρχή συμβάλλει στην ενίσχυση του ευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης των εθνικών καταθέσεων (ΣΕΚ), ενεργώντας στο πλαίσιο των εξουσιών που της εκχωρούνται από τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή της οδηγίας 94/19/ΕΚ που αποσκοπεί στη διασφάλιση της επαρκούς χρηματοδότησης των εθνικών συστημάτων εγγυήσεων καταθέσεων από συνεισφορές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί και συγκεντρώνουν καταθέσεις εντός της Ένωσης, η έδρα των οποίων όμως βρίσκεται εκτός αυτής, όπως προβλέπει η οδηγία 94/19/ΕΚ και εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας σε όλους τους καταθέτες με εναρμονισμένο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, με αποτέλεσμα ο σταθεροποιητικός εγγυητικός ρόλος των συστημάτων αμοιβαίων εγγυήσεων να παραμένει ανέπαφος, υπό την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται προς τους κανόνες Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Το άρθρο 8 που αναφέρεται στις εξουσίες της Αρχής για τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων εφαρμόζεται για τα συστήματα εγγυήσεων καταθέσεων.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανονιστικούς και εφαρμοστικούς τεχνικούς κανόνες όπως ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται στα άρθρα 7 έως 7δ του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 12ε

Ευρωπαϊκό Ταμείο Τραπεζικής Σταθερότητας

1.  Ιδρύεται Ευρωπαϊκό Ταμείο Τραπεζικής Σταθερότητας με στόχο την ενίσχυση της εσωτερικοποίησης του κόστους του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την αντιμετώπιση των κρίσεων όσον αφορά τα διασυνοριακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε κατάσταση χρεωκοπίας. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν σε ένα μόνο κράτος μέλος έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο Ταμείο. Το Ταμείο θεσπίζει τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψει η διαθεσιμότητα ενίσχυσης να δημιουργήσει ηθικούς κινδύνους.

2.   Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Τραπεζικής Σταθερότητας χρηματοδοτείται μέσω άμεσων εισφορών όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που προδιορίζονται στο άρθρο 12β(1). Οι εισφορές αυτές είναι ανάλογες προς το επίπεδο του κινδύνου και τη συμβολή στον συστημικό κίνδυνο καθενός εξ αυτών, και προς τις μεταβολές στον συνολικό κίνδυνο διαχρονικά όπως αυτός προσδιορίζεται μέσω του πίνακα κινδύνου. Τα απαιτούμενα επίπεδα της εισφοράς λαμβάνουν υπόψη τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες και την ανάγκη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να διατηρήσουν κεφάλαια για άλλες ρυθμιστικές και συναλλακτικές απαιτήσεις.

3.   Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Τραπεζικής Σταθερότητας διοικείται από συμβούλιο διοριζόμενο από την Αρχή για πενταετή θητεία. Τα μέλη του συμβουλίου επιλέγονται μεταξύ του ανθρώπινου δυναμικού που προτείνουν οι εθνικές αρχές. Το Ταμείο συγκροτεί επίσης ένα γνωμοδοτικό συμβούλιο με άνευ δικαιώματος ψήφου εκπροσώπηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν στο Ταμείο. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου μπορεί να προτείνει στην Αρχή να αναθέσει εξωτερικά τη διαχείριση της ρευστότητάς του σε ευυπόληπτα ιδρύματα (όπως η ΕΤεΠ), που θα επενδυθούν σε ασφαλή και ρευστά μέσα.

4.   Εάν οι επισωρευμένοι πόροι από τις εισφορές των τραπεζών δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των δυσκολιών, το Ταμείο έχει τη δυνατότητα να αυξάνει τους πόρους του με την έκδοση δανειακών τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων.

Άρθρο 13

Ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων

1.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατόπιν διμερούς συμφωνίας, να αναθέτουν καθήκοντα και αρμοδιότητες στην Αρχή ή άλλες αρμόδιες αρχές Τα κράτη μέλη μπορεί να ορίσουν ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται πριν οι αρμόδιες αρχές τους συμμετάσχουν στις σχετικές συμφωνίες και μπορεί να περιορίσουν το εύρος της ανάθεσης σε ό,τι είναι απαραίτητο για αποτελεσματική εποπτεία των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή ομάδων.

2.  Η Αρχή παροτρύνει και διευκολύνει την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ αρμόδιων αρχών, εντοπίζοντας τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που μπορούν να ανατεθούν ή να ασκηθούν από κοινού, καθώς επίσης προωθώντας βέλτιστες πρακτικές.

2α.  Η ανάθεση αρμοδιοτήτων οδηγεί στην ανακατανομή των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Το δίκαιο της εξουσιοδοτούμενης αρχής διέπει τη διαδικασία, την επιβολή και το διοικητικό και δικαστικό έλεγχο σχετικά με τις ανατεθείσες αρμοδιότητες.

3.  Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή σχετικά με συμφωνίες ανάθεσης στις οποίες προτίθενται να συμμετάσχουν. Οι συμφωνίες τίθενται σε ισχύ το νωρίτερο ένα μήνα μετά από την ενημέρωση της Αρχής.

Εντός ενός μηνός από τη γνωστοποίηση, η Αρχή μπορεί να εκφέρει γνώμη για τη σκοπούμενη συμφωνία.

Η Αρχή δημοσιεύει κάθε συμφωνία ανάθεσης που συνάπτεται από τις αρμόδιες αρχές χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα μέσα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η σωστή ενημέρωση όλων των ενδιαφερόμενων μερών.

Άρθρο 14

Κοινή εποπτική νοοτροπία:

1.  Η Αρχή παίζει ενεργό ρόλο στην οικοδόμηση κοινής ευρωπαϊκής εποπτικής νοοτροπίας και συνεπών εποπτικών πρακτικών, καθώς και στην εξασφάλιση ομοιόμορφων διαδικασιών και συνεπών προσεγγίσεων σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και προβαίνει, τουλάχιστον, στις ακόλουθες ενέργειες:

   α) γνωμοδοτεί στις αρμόδιες αρχές·
   β) προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής κοινοτική νομοθεσία·
   γ) συμβάλλει στην κατάρτιση ομοιόμορφων εποπτικών κανόνων υψηλής ποιότητας, συμπεριλαμβανομένων των παγκόσμιων λογιστικών κανόνων και των κανόνων υποβολής εκθέσεων και των διεθνών λογιστικών κανόνων, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2α·
   δ) επανεξετάζει την εφαρμογή των συναφών ρυθμιστικών και εκτελεστικών κανόνων που εκδόθηκαν από την Επιτροπή, των κατευθυντηρίων γραμμών και των συστάσεων που εξέδωσε η Αρχή, και προτείνει τροποποιήσεις, αν κρίνει σκόπιμο·
   ε) καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν την χρησιμοποίηση προγραμμάτων για αποσπάσεις και άλλων εργαλείων.

2.  Η Αρχή μπορεί, αν κρίνει σκόπιμο, να αναπτύξει νέα πρακτικά μέσα και εργαλεία σύγκλισης για την προαγωγή κοινών εποπτικών προσεγγίσεων και πρακτικών.

Άρθρο 15

Ομότιμη αξιολόγηση αρμόδιων αρχών

1.  Η Αρχή διοργανώνει περιοδικά αναλύσεις με ομότιμη αξιολόγηση ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς το σκοπό αυτό η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική αξιολόγηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρχών που εξετάζονται. Κατά την πραγματοποίηση περιοδικών αναλύσεων με ομότιμη αξιολόγηση, λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες και οι ήδη επιτευχθείσες αξιολογήσεις σχετικά με τη σχετική αρμόδια αρχή.

2.  Η ομότιμη αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά:

   α) επάρκεια των πόρων και των θεσμικών ρυθμίσεων, ▌της αρμόδιας αρχής, ειδικώς όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών κανόνων που ορίζονται στα άρθρα 7 έως 7ε και των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς·
   β) βαθμός σύγκλισης που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης και στην εποπτική πρακτική, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών κανόνων, των κατευθυντηρίων γραμμών και των συστάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8, και βαθμός στον οποίο η εποπτική πρακτική επιτυγχάνει τους στόχους που ορίζονται από το ενωσιακό δίκαιο·
   γ) ορθές πρακτικές που ανέπτυξαν κάποιες αρμόδιες αρχές και τις οποίες θα μπορούσε να υιοθετήσουν επωφελώς και άλλες αρμόδιες αρχές.
   γa) αποτελεσματικότητα και βαθμός σύγκλισης που έχει επιτευχθεί όσον αφορά την επιβολή των διατάξεων που έχουν εγκριθεί κατά την υλοποίηση της ενωσιακής νομοθεσίας, όπου συμπεριλαμβάνονται και τα διοικητικά μέτρα και οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε βάρος των αρμοδίων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στις διατάξεις αυτές.

3.  Βάσει της ομότιμης αξιολόγησης, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις προς τις οικείες αρμόδιες αρχές,, σύμφωνα με το άρθρο 8 . Βάσει της ομότιμης αξιολόγησης, η Αρχή εγκρίνει σχέδια ρυθμιστικών ή εκτελεστικών κανόνων σύμφωνα με τα άρθρα 7 έως 7ε. Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν προσπάθειες να ακολουθήσουν τις, συμβουλές της αρχής. Εάν η αρμόδια αρχή δεν εφαρμόσει τις εν λόγω συμβουλές, γνωστοποιεί στην Αρχή τους σχετικούς λόγους.

Η Αρχή δημοσιοποιεί τις βέλτιστες πρακτικές που απορρέουν από τις εν λόγω ομότιμες αξιολογήσεις. Επί πλέον, όλα τα άλλα αποτελέσματα των ομοτίμων αξιολογήσεων μπορεί να δημοσιοποιούνται, εφόσον η αρμόδια αρχή συμφωνεί να αποτελέσει το αντικείμενο της ομότιμης αξιολόγησης.

Άρθρο 16

Λειτουργία συντονισμού

Η Αρχή διαδραματίζει γενικό συντονιστικό ρόλο μεταξύ αρμόδιων εθνικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση .

Η Αρχή προάγει τη συντονισμένη ενωσιακή απόκριση, μεταξύ άλλων με:

   (1) διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών·
   (2) καθορισμό του πεδίου και, όπου κρίνεται δυνατόν και σκόπιμο, επαλήθευση της αξιοπιστίας πληροφοριών που πρέπει να τεθούν στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών·
   (3) την ανάληψη μη δεσμευτικού ρόλου μεσολαβητή κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών ή κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11·
   (4) τήρηση του ΕΣΣΚ ενήμερου σχετικά με κάθε δυνητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χωρίς καθυστέρηση·
   (4α) λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων σε καταστάσεις που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό των αναληφθεισών ενεργειών από τις σχετικές αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές·
   (4β) συγκέντρωση των πληροφοριών που προέρχονται από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 20, στο πλαίσιο των κανονιστικών υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων για τα θεσμικά όργανα που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Η Αρχή μοιράζεται τις πληροφορίες αυτές με τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 17

Αξιολόγηση των εξελίξεων της αγοράς

1.  Η Αρχή παρακολουθεί και αξιολογεί τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει την ΕΑΑΕΣ , την ΕΑΚΑΑ , το ΕΣΣΚ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία. Η Αρχή περιλαμβάνει στις αξιολογήσεις της οικονομική ανάλυση των αγορών εντός των οποίων λειτουργούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και αξιολόγηση των επιπτώσεων των πιθανών εξελίξεων της αγοράς επ'αυτών.

1α.   Σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, η Αρχή προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Ένωσης αξιολογήσεις της ευελιξίας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς. Προς το σκοπό αυτό αναπτύσσει, προς εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές:

   α) κοινές μεθοδολογίες αξιολόγησης της επίπτωσης οικονομικών εκδοχών στις χρηματοπιστωτικές θέσεις ενός ιδρύματος·
   β) κοινές προσεγγίσεις για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εν λόγω εκτιμήσεων για την ευελιξία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·
   βα) κοινές μεθοδολογίες αξιολόγησης της επίπτωσης συγκεκριμένων προϊόντων ή διαδικασιών διανομής στη χρηματοπιστωτική θέση ενός ιδρύματος και στην ενημέρωση των καταθετών, επενδυτών και καταναλωτών.

2.  Με την επιφύλαξη των καθηκόντων του ΕΣΣΚ, τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (EΕ) αριθ. …/2010 [ΕΣΣΚ], η Αρχή διαβιβάζει, τουλάχιστον μια φορά το έτος ή και συχνότερα, αν κρίνει σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ, εκτιμήσεις τάσεων, δυνητικών κινδύνων και τρωτών σημείων του τομέα αρμοδιότητάς της.

Σε αυτές τις εκτιμήσεις η Αρχή συμπεριλαμβάνει κατάταξη των σημαντικότερων κινδύνων και τρωτών σημείων και, αν κρίνει σκόπιμο, συνιστά προληπτικές ή διορθωτικές ενέργειες.

3.  Η Αρχή εξασφαλίζει επαρκή κάλυψη των διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων, συνεργαζόμενη στενά με την ΕΕΑΕΣ και με την ΕΑΚΑΑ μέσω της Μικτής Επιτροπής.

Άρθρο 18

Διεθνείς σχέσεις

1.   Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των ενωσιακών θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών , η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές και να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με εποπτικές αρχές , διεθνείς οργανισμούς και διοικητικούς φορείς τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της, ούτε αποτρέπουν τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές από τη σύναψη διμερών ή πολυμερών ρυθμίσεων με τρίτες χώρες.

2.   Η Αρχή συμβάλλει στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.  Στην έκθεση του άρθρου 28 παράγραφος 4α, η Αρχή παρουσιάζει τις διοικητικές ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν με διεθνείς οργανισμούς ή με διοικήσεις τρίτων χωρών και τη βοήθεια που παρεσχέθη για την προετοιμασία ισοδύναμων αποφάσεων.

Άρθρο 19

Λοιπά καθήκοντα

1.  Η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας, να γνωμοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στον τομέα της αρμοδιότητάς της.

1α.  Στις περιπτώσεις που η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού ή κανονιστικού τεχνικού κανόνα εντός της χρονικής προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, ή στις περιπτώσεις που δεν ετέθη χρονική προθεσμία, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο και να ορίσει χρονική προθεσμία για την υποβολή.

Η Επιτροπή μπορεί, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα του θέματος, να ζητήσει το σχέδιο ρυθμιστικού ή κανονιστικού τεχνικού κανόνα να υποβληθεί πριν από τη χρονική προθεσμία που ορίζουν νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή διαβιβάζει και τη σχετική αιτιολόγηση.

2.  Όσον αφορά τις προληπτικές αξιολογήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών που υπόκεινται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2007/44/EΚ και οι οποίες σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία απαιτούν διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, ▌κατόπιν αιτήματος μίας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνώμη για προληπτική αξιολόγηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αφορούν τα κριτήρια του άρθρου 19a παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Η γνώμη εκδίδεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της περιόδου αξιολόγησης σύμφωνα με την οδηγία 2007/44/ΕΚ. Το άρθρο 20 εφαρμόζεται στους τομείς για τους οποίους η Αρχή μπορεί να εκδίδει γνώμη.

Άρθρο 20

Συγκέντρωση πληροφοριών

1.  Μετά από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές ▌των κρατών μελών της παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι ο αποδέκτης διαθέτει νόμιμη πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα και ότι το αίτημα παροχής πληροφοριών είναι ανάλογο προς τη φύση του εν λόγω καθήκοντος .

1α.   Επίσης η Αρχή μπορεί να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα. Οι αιτήσεις αυτές χρησιμοποιούν, όπου είναι δυνατόν, ενιαία μορφότυπα διαβίβασης στοιχείων.

1β.  Σε μια δεόντως αιτιολογημένη αίτηση εκ μέρους αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, η Αρχή μπορεί να παράσχει οιαδήποτε πληροφορία είναι απαραίτητη για να δώσει στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να εκπληρώσει τα καθήκοντά της, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις περί επαγγελματικής εχεμύθειας που ορίζει η τομεακή νομοθεσία και το άρθρο 56.

1γ.  Πριν ζητήσει πληροφορίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο και για να αποφύγει την επικάλυψη των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων, η Αρχή λαμβάνει καταρχάς υπόψη όλα τα υφιστάμενα σχετικά στατιστικά στοιχεία που παράγονται, διανέμονται και υποβάλλονται από το Ευρωπαϊκό Στατιστικό Σύστημα και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών.

2.  Αν οι πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες ή αν δεν καταστούν εγκαίρως διαθέσιμες από τις αρμόδιες αρχές, ▌ η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως αιτιολογημένο αίτημα σε άλλες εποπτικές αρχές, στο Υπουργείο Οικονομικών, αν το εν λόγω Υπουργείο έχει στη διάθεσή του δεδομένα προληπτικής εποπτείας, στην κεντρική τράπεζα, ή στη στατιστική υπηρεσία του σχετικού κράτους μέλους.

2α.  Αν οι πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες ή αν δεν καταστούν εγκαίρως διαθέσιμες στο πλαίσιο των παραγράφων 1 ή 2, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως αιτιολογημένο αίτημα απευθείας στα οικεία χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στο αιτιολογημένο αίτημα εξηγείται γιατί είναι απαραίτητα τα δεδομένα σχετικά με τα μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Η Αρχή ενημερώνει τις σχετικές αρμόδιες αρχές όσον αφορά τις αιτήσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 2 και την παρούσα παράγραφο.

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές ▌βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των εν λόγω πληροφοριών.

3.  Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες έλαβε στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου για να εκπληρώσει μόνον τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 21

Σχέσεις με το ΕΣΣΚ

2.  Η Αρχή συνεργάζεται στενά και σε τακτική βάση με το ΕΣΣΚ.

Παρέχει στο ΕΣΣΚ ▌ κατά τακτά διαστήματα και επικαιροποιημένες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Όλα τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων του τα οποία όμως δεν υπάρχουν σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή παρέχονται χωρίς χρονοτριβή στο ΕΣΣΚ μετά από αιτιολογημένο αίτημα, όπως καθορίζεται στο άρθρο [15] του κανονισμού (EΕ) αριθ. …/2010 [ΕΣΣΚ]. Η Αρχή, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, θεσπίζει τις κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες για τη διαβίβαση των εμπιστευτικών πληροφοριών, ιδίως όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

3.  Σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, η Αρχή εξασφαλίζει κατάλληλα την παρακολούθηση της συνέχειας για τις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις του ΕΣΣΚ οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο [16] του κανονισμού (EΕ) αριθ. …/2010 [ΕΣΣΚ].

4.  Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς την Αρχή, η τελευταία συγκαλεί συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών χωρίς καθυστέρηση και αξιολογεί τις επιπτώσεις της εν λόγω προειδοποίησης ή σύστασης στην εκπλήρωση των καθηκόντων της.

Με την συναφή διαδικασία λήψης αποφάσεων, λαμβάνει απόφαση σχετικά με οιαδήποτε ληπτέα μέτρα με βάση τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό για το χειρισμό των θεμάτων που ορίζονται στις προειδοποιήσεις και συστάσεις.

Αν η Αρχή δεν δώσει συνέχεια σε σύσταση, αναφέρει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το ΕΣΣΚ τους σχετικούς λόγους.

5.  Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς αρμόδια εθνική εποπτική αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη παρακολούθηση της συνέχειας.

Αν ο αποδέκτης δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη σύσταση του ΕΣΣΚ, ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών και συζητεί με αυτό τους λόγους για τους οποίους δεν λαμβάνει μέτρα.

Η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του συμβουλίου εποπτών κατά την ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και του ΕΣΣΚ σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (EΕ) αριθ. …/2010 [ΕΣΣΚ].

6.  Κατά την άσκηση των καθηκόντων της τα οποία ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, η Αρχή λαμβάνει υπόψη της στο μέγιστο βαθμό τις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις του ΕΣΣΚ.

Άρθρο 22

Ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα

1.  Προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της διαβούλευσης με συμφεροντούχους τομέων σχετικών με τα καθήκοντα της Αρχής, συγκροτείται ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα. Η ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα γνωμοδοτεί σχετικά με τις ενέργειες που αναλαμβάνονται με βάση το άρθρο 7 όσον αφορά τους ρυθμιστικούς και εκτελεστικούς τεχνικούς κανόνες και, όπου κρίνεται σκόπιμο και στον βαθμό που αυτά δεν αφορούν μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, το άρθρο 8 όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις. Εάν χρειάζεται να αναληφθεί δράση επειγόντως και η διαβούλευση καθίσταται ανέφικτη, η ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα ενημερώνεται όσο το δυνατόν συντομότερα.

Η ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα συνεδριάζει τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο.

2.  Η ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα αποτελείται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν αναλογικά τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ένωση , τους αντιπροσώπους των υπαλλήλων τους καθώς και τους καταναλωτές, τους χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών και τους αντιπροσώπους των ΜΜΕ . Τουλάχιστον πέντε μέλη είναι ανεξάρτητοι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί. Δέκα από τα μέλη του αντιπροσωπεύουν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τρία από αυτά αντιπροσωπεύουν συνεταιριστικές και αποταμιευτικές τράπεζες.

3.  Τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα ορίζονται από το συμβούλιο εποπτών της Αρχής, μετά από προτάσεις των οικείων συμφεροντούχων. Στο μέτρο του δυνατού, κατά τη λήψη της απόφασής του το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζει κατάλληλα τη γεωγραφική ισορροπία και την ισορροπία των φύλων, καθώς και την εκπροσώπηση των συμφεροντούχων από ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση .

4.  Η Αρχή παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και εξασφαλίζει επαρκή γραμματειακή υποστήριξη της ομάδας συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα. Καθιερώνεται επαρκής αποζημίωση για τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις . Η ομάδα μπορεί να συγκροτήσει ομάδες εργασίας για τεχνικά θέματα. Η θητεία των μελών της ομάδας συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα διαρκεί δυόμιση έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.

Τα μέλη μπορούν να υπηρετήσουν επί δυο διαδοχικές θητείες.

5.  Η ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα μπορεί να υποβάλλει στην Αρχή γνώμες και συμβουλές για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τα καθήκοντα της Αρχής με ιδιαίτερη έμφαση στα καθήκοντα που ορίζονται στα άρθρα 7 έως 7ε, 8, 14, 15 και 17.

6.  Η ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα εγκρίνει τον εσωτερικό της κανονισμό με συμφωνία πλειοψηφίας δύο τρίτων των μελών της.

7.  Η Αρχή δημοσιοποιεί τις γνώμες και τις συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών της.

Άρθρο 23

Διασφαλίσεις

2.  Αν ένα κράτος μέλος θεωρήσει ότι η απόφαση που ελήφθη δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 2 ή του άρθρου 11 προσκρούει κατά τρόπο άμεσο και καθοριστικό στις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες, ενημερώνει την Αρχή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή εντός δέκα εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Αρχής στην αρμόδια αρχή. ▌

Στην ανακοίνωσή του το κράτος μέλος παραθέτει σχετική αιτιολογία και παρέχει εκτίμηση αντικτύπου ως προς τον βαθμό στον οποίο η απόφαση προσκρούει στις δημοσιονομικές αρμοδιότητές του.

2α.   Εντός χρονικού διαστήματος ενός μηνός από την ανακοίνωση του κράτους μέλους, η Αρχή το ενημερώνει εάν εμμένει στην απόφασή της ή εάν την τροποποιεί ή την ανακαλεί.

3.  Αν η Αρχή εμμείνει στην απόφασή της ή την τροποποιήσει, το Συμβούλιο αποφασίζει αν η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει ή ανακαλείται. Η απόφαση για την διατήρηση της απόφασης της Αρχής λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία των μελών. Η απόφαση για την ανάκληση της απόφασης της Αρχής λαμβάνεται με την ειδική πλειοψηφία των μελών του. Σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν λαμβάνεται υπόψη η ψήφος των ενδιαφερομένων μελών.

3α.   Αν το Συμβούλιο δεν λάβει απόφαση εντός δέκα εργάσιμων ημερών στην περίπτωση του άρθρου 10 και ένα μήνα στην περίπτωση του άρθρου 11, θεωρείται ότι η απόφαση της Αρχής εξακολουθεί να ισχύει.

3β.  Εάν η απόφαση που εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 10 οδηγεί στη χρησιμοποίηση των ταμείων που συστάθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 12δ ή 12ε, τα κράτη μέλη δεν ζητούν από το Συμβούλιο να διατηρήσει ή να ανακαλέσει μια απόφαση της Αρχής.

Άρθρο 24

Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

1.  Πριν λάβει τις αποφάσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό , η Αρχή ενημερώνει κάθε επώνυμο αποδέκτη σχετικά με την πρόθεσή της να λάβει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το θέμα, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντα χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Αυτό εφαρμόζεται κατ' αναλογία στις συστάσεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 9, παράγραφος 4.

2.  Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

3.  Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

4.  Αν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 ή 3, επανεξετάζει αυτή την απόφαση στα ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

5.  Οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή δυνάμει των άρθρων 9, 10 και 11 δημοσιοποιούνται και αναφέρουν την ταυτότητα της αρμόδιας αρχής ή του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που αφορούν και το γενικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός αν η δημοσιοποίηση αυτή δεν συνάδει με το έννομο συμφέρον των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για την προστασία του επαγγελματικού απόρρητου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΟΠΤΩΝ

Άρθρο 25

Σύνθεση

1.  Το συμβούλιο εποπτών συγκροτείται από:

   α) τον πρόεδρο, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου·
   β) τον επικεφαλής της εθνικής δημόσιας αρχής που είναι αρμόδια για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε κάθε κράτος μέλος, ο οποίος συμμετέχει στις συνεδριάσεις τουλάχιστον δύο φορές ετησίως·
   γ) έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου·
   δ) έναν εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου·
   ε) έναν εκπρόσωπο του ΕΣΣΚ, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου·
   στ) έναν εκπρόσωπο καθεμιάς από τις άλλες δυο Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

1α.  Το συμβούλιο εποπτών συγκαλεί συνεδρίασης με την ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα τουλάχιστον δύο φορές ετησίως.

2.  Κάθε αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη για τον ορισμό ενός αναπληρωματικού μέλους υψηλού επιπέδου, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό κωλύεται να παραστεί.

3.  Αν η αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι κεντρική τράπεζα, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) μπορεί να συνοδεύεται από έναν εκπρόσωπο της κεντρικής τράπεζας των κρατών μελών, ο οποίος δεν θα έχει δικαίωμα ψήφου.

3α.  Σε κράτη μέλη με πλείονες αρμόδιες αρχές για την εποπτεία, σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, οι εν λόγω αρχές συμφωνούν για έναν κοινό αντιπρόσωπο. Ωστόσο, όταν το συμβούλιο εποπτών συζητεί θέμα που δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της εθνικής αρχής που εκπροσωπείται από το μέλος αυτό, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), το εν λόγω μέλος μπορεί να φέρει αντιπρόσωπο από τη σχετική εθνική αρχή χωρίς δικαίωμα ψήφου.

4.  Προκειμένου να ενεργεί στο πλαίσιο της οδηγίας 94/19/EΚ, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δύναται, κατά περίπτωση, να συνοδεύεται από εκπρόσωπο των αρμόδιων φορέων οι οποίοι διαχειρίζονται συστήματα εγγύησης των καταθέσεων σε κάθε κράτος μέλος. Ο εκπρόσωπος αυτός δεν έχει δικαίωμα ψήφου.

5.  Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να αποφασίσει να δεχτεί παρατηρητές.

Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Άρθρο 26

Εσωτερικές επιτροπές και ομάδες

1.  Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές ή ομάδες για συγκεκριμένα καθήκοντα που ανατίθενται στο συμβούλιο εποπτών, και μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές ή ομάδες, στο διοικητικό συμβούλιο ή στον πρόεδρο.

2.  Για τους σκοπούς του άρθρου 11, το συμβούλιο εποπτών συγκαλεί μια ανεξάρτητη ομάδα με ισορροπημένη σύνθεση μελών, για να διευκολύνει μια αμερόληπτη διευθέτηση της διαφωνίας. Η ομάδα αποτελείται από τον πρόεδρο και δυο από τα μέλη του συμβουλίου, τα οποία δεν εκπροσωπούν τις διαφωνούσες αρμόδιες αρχές και δεν έχουν κανένα συμφέρον στη διένεξη και που δεν έχουν συμφέρον στη σύγκρουση ούτε άμεσους δεσμούς με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές .

2α.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 2, η ομάδα προτείνει απόφαση για οριστική έγκριση από το συμβούλιο εποπτών, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 29 παράγραφος 1.

2β.  Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της ομάδας που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 27

Ανεξαρτησία

1.   Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που του ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά και δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή φορείς της Ένωσης, από την κυβέρνηση κάποιου κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

2.  Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του συμβουλίου εποπτών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 28

Καθήκοντα

1.  Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής και είναι υπεύθυνο για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στο Κεφάλαιο ΙΙ.

2.  Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τις γνώμες, τις συστάσεις και τις αποφάσεις και εκδίδει τις συμβουλές που αναφέρονται στο Κεφάλαιο ΙΙ.

3.  Το συμβούλιο εποπτών ορίζει τον πρόεδρο.

4.  Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, πριν τις 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, μετά από πρόταση του διοικητικού συμβουλίου, το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Το πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας για τον προϋπολογισμό και δημοσιοποιείται.

4α.  Το συμβούλιο εποπτών, μετά από πρόταση του διοικητικού συμβουλίου, εγκρίνει την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, βάσει του σχεδίου έκθεσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 38 παράγραφος 7 και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

5.  Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει το πολυετές πρόγραμμα εργασίας της Αρχής και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Το πολυετές πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας για τον προϋπολογισμό και δημοσιοποιείται.

6.  Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τον ▌προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 49.

7.  Το συμβούλιο εποπτών ασκεί πειθαρχική εξουσία επί του προέδρου και του εκτελεστικού διευθυντή και μπορεί να τους παύει από τα καθήκοντά τους σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 5 ή το άρθρο 36 παράγραφος 5 αντίστοιχα.

Άρθρο 29

Λήψη αποφάσεων

1.  Οι αποφάσεις του συμβουλίου εποπτών λαμβάνονται από τα μέλη του με απλή πλειοψηφία σύμφωνα με την αρχή «ένα άτομο μία ψήφος».

Όσον αφορά τις πράξεις που ορίζονται στα άρθρα 7 και 8 και όλα τα μέτρα και τις αποφάσεις που εγκρίνονται βάσει του Κεφαλαίου VΙ και κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία των μελών του, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όσον αφορά αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3, για τις αποφάσεις που λαμβάνει η ενοποιημένη εποπτική αρχή, η απόφαση που προτείνεται από την ομάδα θεωρείται οριστική, εφόσον εγκριθεί με απλή πλειοψηφία, εκτός εάν απορριφθεί από μέλη που αντιπροσωπεύουν μειοψηφία αρνησικυρίας των ψήφων όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για όλες τις άλλες αποφάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, η απόφαση που προτείνεται από την ομάδα εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του συμβουλίου των εποπτών σύμφωνα με την αρχή ' ένα άτομο μια ψήφος«.

2.  Οι συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών συγκαλούνται από τον πρόεδρο, με ίδια πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου των μελών του, και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

3.  Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

4.  Ο εσωτερικός κανονισμός ορίζει λεπτομερώς τις ρυθμίσεις που διέπουν την ψηφοφορία, συμπεριλαμβανομένων, όταν απαιτείται, των κανόνων που διέπουν τις απαρτίες. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι παρατηρητές, εκτός από τον πρόεδρο και τον εκτελεστικό διευθυντή, δεν παρίστανται σε συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 61 ή στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Άρθρο 30

Σύνθεση

1.  Το διοικητικό συμβούλιο συγκροτείται από τον πρόεδρο, και έξι άλλα μέλη του συμβουλίου εποπτών, που εκλέγονται από τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου .

Για κάθε μέλος εκτός από τον πρόεδρο υπάρχει ένα αναπληρωματικό μέλος, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του διοικητικού συμβουλίου, αν το εν λόγω μέλος κωλύεται να παραστεί.

Η θητεία των μελών που εκλέγονται από το συμβούλιο εποπτών διαρκεί δυόμιση έτη. Μπορεί να ανανεωθεί άπαξ. Η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου είναι ισόρροπη και αναλογική και αντικατοπτρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της. Οι εντολές αλληλεπικαλύπτονται και εφαρμόζεται ρύθμιση εκ περιτροπής.

2.  Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο.

Ο εκτελεστικός διευθυντής και ένας αντιπρόσωπος της Επιτροπής συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής έχει δικαίωμα ψήφου για θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 49.

Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

3.  Οι συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρο με ίδια πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον του ενός τρίτου των μελών του, και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

Το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται τουλάχιστον πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά κρίνεται απαραίτητο . Συνέρχεται ▌τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο σε τακτικές συνεδριάσεις.

4.  Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δύνανται, με την επιφύλαξη του εσωτερικού κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου εκτός από τον εκτελεστικό διευθυντή δεν παρίστανται σε συζητήσεις του διοικητικού συμβουλίου όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Άρθρο 31

Ανεξαρτησία

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή φορείς της Ένωσης , από την κυβέρνηση κάποιου κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι φορείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.

Άρθρο 32

Καθήκοντα

1.  Το διοικητικό συμβούλιο εξασφαλίζει ότι η Αρχή εκπληρώνει την αποστολή της και εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.  Το διοικητικό συμβούλιο προτείνει στο συμβούλιο εποπτών ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας προς έγκριση.

3.  Το διοικητικό συμβούλιο ασκεί τις σχετικές με τον προϋπολογισμό εξουσίες του σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 50.

4.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής και, σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής «Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης»).

5.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 58.

6α.  Το διοικητικό συμβούλιο υποβάλλει ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνονται και τα καθήκοντα του προέδρου, με βάση σχέδιο έκθεσης στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 38, παράγραφος 7, προς το συμβούλιο εποπτών προς έγκριση και υποβολή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

8.  Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφοι 3 και 5.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Άρθρο 33

Διορισμός και καθήκοντα

1.  Η Αρχή εκπροσωπείται από τον πρόεδρο, ο οποίος είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας πλήρους απασχόλησης.

Ο Πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία της εργασίας του συμβουλίου εποπτών και προεδρεύει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου.

2.  Ο πρόεδρος διορίζεται από το συμβούλιο εποπτών με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και αγορές, και την πείρα του σχετικά με τη χρηματοπιστωτική εποπτεία και ρύθμιση, μετά από ανοικτή διαδικασία επιλογής την οποία οργανώνει και διαχειρίζεται το συμβούλιο εποπτών .

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατάλογο τελικής επιλογής με τρεις υποψηφίους. Μετά τη διεξαγωγή των ακροάσεων των εν λόγω υποψηφίων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιλέγει έναν από αυτούς. Μετά την επιλογή του ο υποψήφιος διορίζεται από το συμβούλιο εποπτών.

Επίσης το συμβούλιο εποπτών επιλέγει μεταξύ των μελών του αναπληρωτή, που ασκεί τις λειτουργίες του προέδρου όταν ο τελευταίος απουσιάζει. Ο αναπληρωτής αυτός δεν εκλέγεται από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου .

3.  Η θητεία του προέδρου διαρκεί πέντε έτη και είναι άπαξ ανανεώσιμη.

4.  Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της πενταετούς θητείας του προέδρου, το συμβούλιο εποπτών αποτιμά:

   α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·
   β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση, το συμβούλιο εποπτών μπορεί να παρατείνει τη θητεία του προέδρου άπαξ, με την επιφύλαξη επικύρωσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

5.  Ο πρόεδρος μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο από ▌το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν απόφασης του συμβουλίου εποπτών.

Ο πρόεδρος δεν μπορεί να εμποδίσει το συμβούλιο εποπτών να συζητήσει θέματα σχετικά με τον πρόεδρο, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανάγκη απομάκρυνσής του, και δεν συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται με αυτό το θέμα.

Άρθρο 34

Ανεξαρτησία

Με την επιφύλαξη του ρόλου του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, ο τελευταίος δεν ζητεί ούτε δέχεται οδηγίες από κοινοτικά θεσμικά όργανα ή φορείς, από την κυβέρνηση κάποιου κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και οιοσδήποτε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιδιώκουν να επηρεάσουν τον πρόεδρο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 54, ο πρόεδρος, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.

Άρθρο 35

Εκθέσεις

1.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσουν από τον πρόεδρο ή από τον αναπληρωτή, σεβόμενο πλήρως την ανεξαρτησία του, να Προβαίνει σε κατάθεση. Ο πρόεδρος καταθέτει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του, όποτε ζητηθεί .

2.  ▌ Ο πρόεδρος υποβάλει έγγραφη αναφορά σχετικά με τις κύριες δραστηριότητες της αρχής προς το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο όποτε ζητηθεί και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν από την υποβολή της κατάθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

2α.  Πέρα από τις πληροφορίες που μνημονεύονται στα άρθρα 7a-7ε, 8, 9, 10, 11a και 18, η έκθεση περιλαμβάνει επίσης κάθε σχετική πληροφορία που έχει ζητήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ad-hoc βάση.

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Άρθρο 36

Διορισμός

1.  Την Αρχή διοικεί ο εκτελεστικός διευθυντής, ο οποίος είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας πλήρους απασχόλησης.

2.  Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από το συμβούλιο εποπτών με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και αγορές και την πείρα του σχετικά με τη χρηματοπιστωτική εποπτεία και ρύθμιση, μετά από ανοικτή διαδικασία επιλογής και μετά από επιβεβαίωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου .

3.  Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή διαρκεί πέντε έτη και είναι άπαξ ανανεώσιμη.

4.  Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της πενταετούς θητείας του εκτελεστικού διευθυντή, το συμβούλιο εποπτών πραγματοποιεί αποτίμηση.

Σε αυτή την αποτίμηση το συμβούλιο εποπτών αποτιμά ειδικά:

   α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·
   β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση, το συμβούλιο εποπτών μπορεί να παρατείνει τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή άπαξ.

5.  Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να παυθεί μόνο με απόφαση του συμβουλίου εποπτών.

Άρθρο 37

Ανεξαρτησία

1.   Με την επιφύλαξη αντιστοίχως των ρόλων του διοικητικού συμβουλίου και του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τα καθήκοντα του εκτελεστικού διευθυντή, ο εκτελεστικός διευθυντής δεν ζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από κυβέρνηση, αρχή, οργανισμό ή πρόσωπο εκτός της Αρχής.

1α.  Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και οιοσδήποτε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιδιώκει να επηρεάσει τον εκτελεστικό διευθυντή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 54, ο εκτελεστικός διευθυντής, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.

Άρθρο 38

Καθήκοντα

1.  Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για τη διοίκηση της Αρχής και προετοιμάζει το έργο του διοικητικού συμβουλίου.

2.  Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση του ετήσιου προγράμματος εργασίας της Αρχής υπό την καθοδήγηση του συμβουλίου εποπτών και υπό τον έλεγχο του διοικητικού συμβουλίου.

3.  Ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ιδίως την έκδοση εσωτερικών διοικητικών εντολών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, για να εξασφαλίσει τη λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

4.  Ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει πολυετές πρόγραμμα εργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

5.  Κάθε έτος, ως τις 30 Ιουνίου, ο εκτελεστικός διευθυντής πρόγραμμα εργασίας για το επόμενο έτος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

6.  Ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 49 και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 50.

7.  Κάθε έτος, ο εκτελεστικός διευθυντής συντάσσει σχέδιο ▌έκθεσης που περιλαμβάνει μία ενότητα για τις ρυθμιστικές και εποπτικές δραστηριότητες της Αρχής και μία ενότητα για θέματα χρηματοπιστωτικής και διοικητικής φύσης.

8.  Όσον αφορά το προσωπικό της Αρχής, ο εκτελεστικός διευθυντής ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 54 και διαχειρίζεται τα θέματα προσωπικού.

▌ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΗ (ΜΙΚΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ)

Άρθρο 40

Σύσταση

1.  ▌Συγκροτείται Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

2.  Η Μικτή Επιτροπή αποτελεί φόρουμ, όπου η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά και εξασφαλίζει διατομεακή συνέπεια με τις άλλες ΕΕΑ, συγκεκριμένα αναφορικά με τα εξής :

   τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων·
   τη λογιστική και τους ελέγχους·
   μικροπροληπτικές αναλύσεις διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων ως προς τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·
   τα επενδυτικά προϊόντα για μικροεπενδυτές·
   μέτρα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· και
   ανταλλαγή πληροφοριών με το ΕΣΣΚ και ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ του ΕΣΣΚ και των πυλώνων της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής.

3.  Η Μικτή επιτροπή διαθέτει αποκλειστικό προσωπικό που παρέχεται από τις τρεις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές, το οποίο λειτουργεί ως γραμματεία . Η Αρχή διαθέτει επαρκείς πόρους για ▌τις διοικητικές δαπάνες, τις δαπάνες υποδομής και τις λειτουργικές δαπάνες.

Άρθρο 40α

Εποπτεία

Σε περίπτωση που ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα εμπλέκεται σε περισσότερους τομείς, η Μικτή Επιτροπή επιλύει τις διαφορές σύμφωνα με το άρθρο 42.

Άρθρο 41

Σύνθεση

1.  Η Μικτή Επιτροπή αποτελείται από τους προέδρους των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών και, ανάλογα με την περίπτωση, τον πρόεδρο υποεπιτροπής συγκροτούμενης βάσει του άρθρου 43.

2.  Στις συνεδριάσεις του συμβουλίου της Μικτής Επιτροπής ▌ καθώς και των υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 43 προσκαλούνται ως παρατηρητές ο εκτελεστικός διευθυντής, ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής και το ΕΣΣΚ.

3.  Ο πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής ▌ορίζεται ετησίως εκ περιτροπής μεταξύ των προέδρων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών. Ο πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο ορίζεται και αντιπρόεδρος του ΕΣΣΚ.

4.  Η Μικτή Επιτροπή ▌εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό της. Ο κανονισμός αυτός μπορεί να ορίζει επιπλέον συμμετέχοντες στις συνεδριάσεις της Μικτής Επιτροπής.

Το συμβούλιο της Μικτής Επιτροπής ▌συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο.

Άρθρο 42

Κοινές θέσεις και κοινές πράξεις

Εφόσον είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο των καθηκόντων της που ορίζονται στο Κεφάλαιο II, και ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/EΚ, η Αρχή καταλήγει σε κοινές θέσεις με την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, ανάλογα με την περίπτωση.

Οι πράξεις βάσει των άρθρων 7, 9, 10, ή 11 του παρόντος κανονισμού που αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/EΚ και κάθε άλλης νομοθετικής πράξης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, που εμπίπτει επίσης στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων ή της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγοράς, εγκρίνονται από την Αρχή, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, ανάλογα με την περίπτωση, παράλληλα.

Άρθρο 43

Υποεπιτροπές

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 42, συστήνεται υποεπιτροπή χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων στη Μικτή Επιτροπή ▌.

2.   Η εν λόγω υποεπιτροπή συγκροτείται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 1 και από έναν υψηλόβαθμο εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, προερχόμενο από το εν ενεργεία προσωπικό της οικείας αρμόδιας αρχής.

3.  Η υποεπιτροπή εκλέγει μεταξύ των μελών της πρόεδρο, ο οποίος είναι επίσης μέλος της Μικτής Επιτροπής ▌.

4.   Η Μικτή Επιτροπή μπορεί να συγκροτεί και άλλες υποεπιτροπές.

ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Άρθρο 44

Σύνθεση

1.  Το συμβούλιο προσφυγών είναι κοινός φορέας των τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών .

2.  Το συμβούλιο προσφυγών περιλαμβάνει έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι πρόσωπα υψίστης εντιμότητας με αποδεδειγμένο ιστορικό σχετικών γνώσεων και επαγγελματικής και εποπτικής πείρας αρκούντως υψηλού επιπέδου στον τομέα των τραπεζικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών, κινητών αξιών και αγορών ή λοιπών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, αποκλειόμενου του εν ενεργεία προσωπικού των αρμόδιων αρχών ή άλλων εθνικών ή ενωσιακών οργάνων που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής. Σημαντικός αριθμός μελών του συμβουλίου προσφυγών έχει επαρκή νομική εμπειρία για να παράσχει νομικές γνώμες όσον αφορά τη νομιμότητα της άσκησης των εξουσιών της αρχής.

Το συμβούλιο προσφυγών ορίζει τον πρόεδρό του.

Οι αποφάσεις του συμβουλίου προσφυγών λαμβάνονται με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων από τα έξι μέλη του. Εάν η απόφαση κατά της οποίας ασκείται προσφυγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η εν λόγω πλειοψηφία των τεσσάρων μελών περιλαμβάνουν τουλάχιστον δύο μέλη του συμβουλίου προσφυγών που όρισε η Αρχή.

Το συμβούλιο προσφυγών συγκαλείται από τον πρόεδρό του όποτε παραστεί ανάγκη.

3.  Δύο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δύο αναπληρωματικά ορίζει το διοικητικό συμβούλιο της αρχής από συνοπτικό κατάλογο τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

Τα υπόλοιπα μέλη ορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. …/2010 [ΕΑΑΕΣ] και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. …/2010· [ΕΑΚΑΑ].

4.  Η θητεία των μελών του συμβουλίου προσφυγών διαρκεί πέντε έτη. Η θητεία αυτή μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.

5.  Μέλος του συμβουλίου προσφυγών, το οποίο ορίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Αρχής, δεν είναι δυνατό να παυθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του, εκτός αν κριθεί ένοχος για σοβαρό παράπτωμα και το διοικητικό συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευτεί με το συμβούλιο εποπτών.

6.  Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών εξασφαλίζουν επαρκή επιχειρησιακή και γραμματειακή υποστήριξη του συμβουλίου προσφυγών μέσω της Μικτής Επιτροπής.

Άρθρο 45

Ανεξαρτησία και αμεροληψία

1.  Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οδηγίες. Δεν επιτρέπεται να εκτελούν άλλα καθήκοντα στην Αρχή, στο διοικητικό της συμβούλιο ή στο συμβούλιο εποπτών της.

2.  Τα μέλη των συμβουλίων προσφυγών δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε εκδίκαση προσφυγής στην οποία έχουν προσωπικό συμφέρον, ή στην οποία είχαν προηγουμένως παρέμβει ως αντιπρόσωποι ενός διαδίκου, ή εάν συνέπραξαν στην απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή.

3.  Εάν μέλος του συμβουλίου προσφυγών κρίνει ότι κάποιο άλλο μέλος δεν πρέπει να συμμετάσχει στην εκδίκαση προσφυγής για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, ενημερώνει σχετικά το συμβούλιο προσφυγών.

4.  Οποιοδήποτε μέρος της εκδίκασης προσφυγής μπορεί να έχει αντίρρηση σχετικά με τη συμμετοχή μέλους του συμβουλίου προσφυγών για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, ή αν υπάρχουν υποψίες για μεροληπτική στάση.

Η ένσταση δεν μπορεί να βασίζεται στην εθνικότητα μελών, ούτε είναι παραδεκτή αν, έχοντας επίγνωση του λόγου ένστασης, το μέρος της εκδίκασης της προσφυγής προέβη παρόλα αυτά σε άλλο διαδικαστικό βήμα, και όχι στην ένσταση στη σύνθεση του συμβουλίου προσφυγών.

5.  Το συμβούλιο προσφυγών αποφασίζει για τα ληπτέα μέτρα στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 χωρίς τη συμμετοχή του υπόψη μέλους.

Για τη λήψη της εν λόγω απόφασης, το υπόψη μέλος αντικαθίσταται στο συμβούλιο προσφυγών από το αναπληρωματικό μέλος του, εκτός αν και το τελευταίο μέλος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Αν συμβεί αυτό, ο πρόεδρος ορίζει ως αντικαταστάτη κάποιο από τα διαθέσιμα αναπληρωματικά μέλη.

6.  Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών δεσμεύονται να ενεργούν ανεξάρτητα και υπέρ του δημοσίου συμφέροντος.

Για το σκοπό αυτό, υποβάλλουν δήλωση δεσμεύσεων και δήλωση συμφερόντων, όπου δηλώνουν είτε την απουσία κάθε συμφέροντος που μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει την ανεξαρτησία τους, είτε κάθε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον που μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει την ανεξαρτησία τους.

Οι δηλώσεις αυτές γίνονται δημοσίως, κάθε έτος και εγγράφως.

ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ

Άρθρο 46

Προσφυγές

1.  Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της Αρχής αναφερόμενης στα άρθρα 9, 10 και 11 και οποιαδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.

2.  Η προσφυγή, συνοδευόμενη από το αιτιολογικό της υπόμνημα, υποβάλλεται εγγράφως στην Αρχή εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή, ελλείψει κοινοποίησης, από την ημέρα που η Αρχή δημοσίευσε την απόφασή της.

Το συμβούλιο προσφυγών αποφασίζει επί της προσφυγής εντός δυο μηνών από την κατάθεσή της.

3.  Προσφυγή που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Ωστόσο, το συμβούλιο προσφυγών μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης, εάν κρίνει ότι το απαιτούν οι περιστάσεις.

4.  Εφόσον η προσφυγή είναι παραδεκτή, το συμβούλιο προσφυγών εξετάζει αν είναι βάσιμη. Καλεί ▌ τους διαδίκους, όσες φορές απαιτηθεί, να υποβάλουν, εντός καθορισμένης προθεσμίας, παρατηρήσεις επί των κοινοποιήσεων που τους έχει απευθύνει ή επί των ανακοινώσεων που προέρχονται από τους λοιπούς διαδίκους. Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν τις απόψεις τους προφορικά.

5.  Το συμβούλιο προσφυγών μπορεί είτε να επιβεβαιώσει την απόφαση που έλαβε το αρμόδιο όργανο της Αρχής είτε ▌να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο της Αρχής. Το όργανο αυτό δεσμεύεται από την απόφαση του συμβουλίου προσφυγών και εγκρίνει τροποποιημένη απόφαση για τη σχετική υπόθεση .

6.  Το συμβούλιο προσφυγών εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

7.  Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το συμβούλιο προσφυγών είναι αιτιολογημένες και δημοσιοποιούνται από την Αρχή.

Άρθρο 47

Προσφυγές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ▌και του Δικαστηρίου

1.  Είναι δυνατή η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ , κατά απόφασης του συμβουλίου προσφυγών ή, σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, της Αρχής.

1α.  Τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, καθώς και οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορούν να ασκήσουν άμεση προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά αποφάσεων της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ.

2.  Σε περίπτωση που η Αρχή έχει υποχρέωση να ενεργήσει και δεν λαμβάνει απόφαση, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή επί παραλείψει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 265 της ΣΛΕΕ .

3.  Η Αρχή υποχρεούται να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου.

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 48

Προϋπολογισμός της Αρχής

1.  Τα έσοδα της Αρχής ευρωπαϊκού οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, συνίστανται ειδικότερα σε οποιονδήποτε συνδυασμό των κάτωθι :

   α) υποχρεωτικές εισφορές των εθνικών δημόσιων αρχών οι οποίες είναι αρμόδιες για την εποπτεία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες καταβάλλονται σύμφωνα με τύπο που βασίζεται στη στάθμιση των ψήφων ως έχει στο άρθρο 3, παράγραφος 3 του Πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ΣΛΕΕ·
   β) επιχορήγηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση , που εγγράφεται στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα της Επιτροπής)· η χρηματοδότηση της Αρχής από την Ευρωπαϊκή Ένωση υπόκειται στην επίτευξη συμφωνίας από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχής όπως προβλέπεται στο σημείο 47 της διοργανικής συμφωνίας της 17ης Μαΐου 2006 για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση·
   γ) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή, στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου.

2.  Οι δαπάνες της Αρχής περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, τις δαπάνες προσωπικού, τις αμοιβές, τις διοικητικές δαπάνες, τις δαπάνες υποδομής επαγγελματικής κατάρτισης και τις λειτουργικές δαπάνες.

3.  Τα έσοδα και οι δαπάνες ισοσκελίζονται.

4.  Για κάθε οικονομικό έτος, που αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος, για όλα τα έσοδα και τις δαπάνες της Αρχής πραγματοποιούνται προβλέψεις που εμφανίζονται στον προϋπολογισμό της Αρχής.

Άρθρο 49

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.  Μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει για το επόμενο οικονομικό έτος κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών και διαβιβάζει αυτό το προσχέδιο προϋπολογισμού, συνοδευόμενο από το οργανόγραμμα, στο διοικητικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών . Κάθε έτος, βάσει του προσχεδίου που καταρτίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή και εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο , το συμβούλιο εποπτών συντάσσει κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών της Αρχής για το επόμενο οικονομικό έτος. Αυτή η κατάσταση προβλέψεων, συνοδευόμενη από σχέδιο οργανογράμματος, διαβιβάζεται από το συμβούλιο εποπτών στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Μαρτίου. Πριν από την έκδοση της κατάστασης προβλέψεων, το σχέδιο που κατάρτισε ο εκτελεστικός διευθυντής εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο .

2.  Η κατάσταση προβλέψεων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, (αποκαλούνται εφεξής «αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή»), μαζί με το προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.  Βάσει της εν λόγω κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα, και το ποσό της επιδότησης που θα επιβαρύνει το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της ΣΛΕΕ .

4.  Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το δυναμολόγιο για την Αρχή. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την επιδότηση της Αρχής.

5.  Ο προϋπολογισμός της Αρχής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών . Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως..

6.  Το συντομότερο δυνατό, το Διοικητικό Συμβούλιο γνωστοποιεί στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργα σχετικά με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά ακινήτων. Επίσης, πληροφορεί σχετικά την Επιτροπή. Σε περίπτωση που ένα από τα δύο σκέλη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής προτίθεται να εκδώσει γνώμη, εντός δυο εβδομάδων από τη λήψη των πληροφοριών για το έργο γνωστοποιεί στην Αρχή την πρόθεσή του να εκδώσει την εν λόγω γνώμη. Αν δεν υπάρξει απάντηση, η Αρχή μπορεί να προχωρήσει στην εκτέλεση της προγραμματισμένης ενέργειας.

6a.  Για το πρώτο έτος λειτουργίας της Αρχής, το οποίο λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2011, ο προϋπολογισμός θα εγκριθεί από τα μέλη της Επιτροπής Επιπέδου 3, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή και στη συνέχεια θα διαβιβαστεί στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο προς έγκριση.

Άρθρο 50

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1.  Ο εκτελεστικός διευθυντής ενεργεί ως διατάκτης και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής.

2.  Μέχρι την 1η Μαρτίου μετά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο τους προσωρινούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους. Επίσης, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

Στη συνέχεια ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών σύμφωνα με το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002(34) του Συμβουλίου (εφεξής «Δημοσιονομικός Κανονισμός»).

3.  Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Αρχής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 129 του Δημοσιονομικού Κανονισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής, ενεργώντας με δική του ευθύνη, καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Αρχής και τους διαβιβάζει για γνωμοδότηση στο διοικητικό συμβούλιο.

4.  Το διοικητικό συμβούλιο αποφαίνεται επί των οριστικών λογαριασμών της Αρχής.

5.  Μέχρι την 1η Ιουλίου μετά τη λήξη του οικονομικού έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάσει τους εν λόγω οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου, στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

6.  Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

7.  Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεών του. Επίσης διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο διοικητικό συμβούλιο και στην Επιτροπή.

8.  Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από αίτημα του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 146 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπόψη οικονομικό έτος.

9.  Μέχρι τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει την Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν (όπου περιλαμβάνονται όλες οι δαπάνες και τα έσοδα της Αρχής) .

Άρθρο 51

Δημοσιονομικοί κανόνες

Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κανονισμό (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002(35) της Επιτροπής, εκτός αν αυτό απαιτούν οι συγκεκριμένες ανάγκες λειτουργίας της Αρχής και μόνο με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

Άρθρο 52

Μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης

1.  Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης πράξης, εφαρμόζονται στην Αρχή χωρίς κανένα περιορισμό οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.

2.  Η Αρχή προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία, της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(36) και εγκρίνει άμεσα τις ενδεδειγμένες διατάξεις που ισχύουν για όλο το προσωπικό της Αρχής.

3.  Οι αποφάσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση, καθώς και οι συμφωνίες και εκτελεστικές πράξεις που απορρέουν από αυτές, προβλέπουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν να διεξάγουν, εφόσον είναι αναγκαίο, επιτόπιους ελέγχους μεταξύ των αποδεκτών των κονδυλίων που εκταμιεύονται από την Αρχής και του προσωπικού που είναι αρμόδιο για τη διάθεση των εν λόγω κονδυλίων.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 53

Προνόμια και ασυλίες

Για την Αρχή και το προσωπικό της ισχύει το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 54

Προσωπικό

1.  Για το προσωπικό της Αρχής, συμπεριλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή και του προέδρου της , ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, οι όροι απασχόλησης του λοιπού προσωπικού και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή των ανωτέρω πράξεων.

2.  Το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα απαραίτητα μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

3.  Όσον αφορά το προσωπικό της, η Αρχή ασκεί τις εξουσίες που παρέχουν στην αρχή διορισμού ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και στην αρχή την εξουσιοδοτημένη να συνάπτει συμβάσεις οι όροι για το λοιπό προσωπικό.

4.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση στην Αρχή εθνικών εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη.

Άρθρο 55

Ευθύνη της Αρχής

1.  Στην περίπτωση της εξωσυμβατικής ευθύνης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, η Αρχή αποκαθιστά τις ζημίες που προξενεί η ίδια ή το προσωπικό της κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει κάθε διαφορά που αφορά την αποκατάσταση τέτοιων ζημιών.

2.  Η προσωπική οικονομική και πειθαρχική ευθύνη του προσωπικού της Αρχής έναντι της Αρχής διέπεται από τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό της Αρχής.

Άρθρο 56

Υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου

1.  Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου, ο εκτελεστικός διευθυντής και μέλη του προσωπικού της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά και όλων των υπόλοιπων προσώπων που εκτελούν εργασίες για την Αρχή βάσει σύμβασης, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 της ΣΛΕΕ και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης , ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 54, το προσωπικό, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.

Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης ή οιουδήποτε άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα δεν προσπαθούν να επηρεάσουν τα μέλη του προσωπικού της Αρχής.

2.  Με την επιφύλαξη περιπτώσεων που διέπονται από το ποινικό δίκαιο, κάθε εμπιστευτική πληροφορία που λαμβάνουν πρόσωπα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο υπό περιληπτική ή συγκεντρωτική μορφή, έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η αναγνώριση μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπλέον, η υποχρέωση που απορρέει από την παράγραφο 1 και από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Αρχή και τις εθνικές εποπτικές αρχές να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες για την επιβολή των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, και ειδικότερα στις δικαστικές διαδικασίες τις σχετικές με την έκδοση αποφάσεων.

3.  Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν την αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες με εθνικές εποπτικές αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή κοινοτική νομοθεσία που ισχύει για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται στους όρους για το επαγγελματικό απόρρητο που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2. Στον εσωτερικό κανονισμό της η Αρχή ορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

4.  Η Αρχή εφαρμόζει την απόφαση 2001/844/EΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ(37) , της Επιτροπής.

Άρθρο 57

Προστασία δεδομένων

Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την οδηγία 95/46/EΚ, ή των υποχρεώσεων της Αρχής αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 45/2001 κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.

Άρθρο 58

Πρόσβαση σε έγγραφα

1.  Για τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Αρχή ισχύει ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1049/2001.

2.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 ως τις 31 Μαΐου 2011.

3.  Οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 επιδέχονται καταγγελίας στο διαμεσολαβητή ή προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά από προσφυγή στο συμβούλιο προσφυγών, εφόσον αυτή προβλέπεται, υπό τους όρους των άρθρων 228 και 263 της ΣΛΕΕ αντιστοίχως.

Άρθρο 59

Γλωσσικές ρυθμίσεις

1.  Για την Αρχή ισχύουν οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1 του Συμβουλίου(38) .

2.  Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με τις γλωσσικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στην Αρχή.

3.  Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία της Αρχής παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 60

Συμφωνία για την έδρα

Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν σε αυτό το κράτος μέλος για τον εκτελεστικό διευθυντή, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών τους, ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά από την λήψη έγκρισης του διοικητικού συμβουλίου.

Το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει τις βέλτιστες δυνατές συνθήκες για την καλή λειτουργία της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων της πολύγλωσσης και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό εκπαίδευσης και των κατάλληλων δρομολογίων των μέσων μεταφοράς

Άρθρο 61

Συμμετοχή τρίτων χωρών

1.   Η συμμετοχή στο έργο της Αρχής είναι ανοικτή στις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και που έχουν συνάψει με την Ευρωπαϊκή Ένωση συμφωνίες με τις οποίες έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν το ενωσιακό δίκαιο στον τομέα αρμοδιότητας της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2.

1α.  Έργο της Αρχής που παρουσιάζει άμεσο ενδιαφέρον για αυτές είναι επίσης ανοικτό στις τρίτες χώρες οι οποίες εφαρμόζουν νομοθεσία που έχει αναγνωριστεί ως ισοδύναμη στους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 τομείς αρμοδιότητας της Αρχής, όπως προβλέπουν οι διεθνείς συμφωνίες που έχει συνάψει η Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 216 της ΣΛΕΕ.

2.   Με βάση τις σχετικές διατάξεις αυτών των συμφωνιών επέρχονται ρυθμίσεις οι οποίες εξειδικεύουν τη φύση, το πεδίο εφαρμογής και διαδικαστικές πτυχές της συμμετοχής των χωρών αυτών στο έργο της Αρχής, και στις οποίες υπάρχουν προβλέψεις σχετικά με την οικονομική συμμετοχή και το προσωπικό. Οι σχετικές ρυθμίσεις μπορεί να προβλέπουν εκπροσώπηση, ως παρατηρητών, στο συμβούλιο εποπτών, αλλά διασφαλίζουν ότι οι χώρες αυτές δεν παρίστανται σε συζητήσεις που αφορούν μεμονωμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, παρά μόνο αν υπάρχει άμεσο συμφέρον.

METABATIKEΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 62

Προπαρασκευαστικές ενέργειες

-1.  Κατά την περίοδο μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος κανονισμού, και πριν από τη σύσταση της Αρχής, η ΕΕΑΤΕ συνεργάζεται στενά με την Επιτροπή για την προετοιμασία της αντικατάστασης της ΕΕΑΤΕ από την Αρχή.

1.  Από την ίδρυση της Αρχής, η Επιτροπή είναι αρμόδια για τη διοικητική σύσταση και την αρχική διοικητική λειτουργία της Αρχής μέχρις ότου η Αρχή αποκτήσει την επιχειρησιακή ικανότητα να εκτελεί τον προϋπολογισμό της.

Προς το σκοπό αυτό, μέχρι να αναλάβει τα καθήκοντά του ο εκτελεστικός διευθυντής μετά το διορισμό του από το συμβούλιο εποπτών, σύμφωνα με το άρθρο 36, η Επιτροπή μπορεί να τοποθετήσει προσωρινά έναν υπάλληλο ο οποίος θα επιτελεί τις λειτουργίες των εκτελεστικών διευθυντών. Αυτή η χρονική περίοδος περιορίζεται μέχρις ότου η Αρχή αποκτήσει την επιχειρησιακή ικανότητα να εκτελεί τον προϋπολογισμό της.

2.  Εφόσον λάβει την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου, ο προσωρινός εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να εγκρίνει όλες τις πληρωμές που καλύπτονται από πιστώσεις προβλεπόμενες στον προϋπολογισμό της Αρχής, ενώ μπορεί να συνάπτει συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων προσωπικού, μετά την έγκριση του δυναμολογίου της Αρχής.

3.  Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν με επιφύλαξη των εξουσιών του συμβουλίου εποπτών και του διοικητικού συμβουλίου.

3α.  Η Αρχή θεωρείται ο νομικός διάδοχος της ΕΕΑΤΕ. Όλα τα επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις καθώς και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της ΕΕΑΤΕ μεταφέρονται αυτομάτως στην Αρχή. Ανεξάρτητος ελεγκτής συντάσσει κατάσταση στην οποία αναφέρεται το ενεργητικό και παθητικό της ΕΕΑΤΕ. η κατάσταση αυτή ελέγχεται και εγκρίνεται από τα μέλη της ΕΕΑΤΕ και την Επιτροπή πριν πραγματοποιηθεί η μεταφορά του ενεργητικού και παθητικού.

Άρθρο 63

Μεταβατικές διατάξεις για το προσωπικό

1.  Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 54, όλες οι συμβάσεις απασχόλησης και οι συμφωνίες απόσπασης που συνάπτονται από την ΕΕΑΤΕ ή τη γραμματεία της και οι οποίες ισχύουν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού θα εξακολουθήσουν να ισχύουν μέχρι την ημερομηνία λήξης τους. Η παράτασή τους δεν είναι δυνατή.

2.  Σε όλα τα μέλη του προσωπικού με συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θα προταθεί η δυνατότητα σύναψης σύμβασης έκτακτου υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στους λοιπούς υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τους διάφορους βαθμούς που προβλέπονται στο δυναμολόγιο της Αρχής.

Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η αρχή η εξουσιοδοτημένη για τη σύναψη συμβάσεων θα διοργανώσει εσωτερική επιλογή περιοριζόμενη στο προσωπικό της ΕΕΑΤΕ ή της γραμματείας της, προκειμένου να ελεγχθούν η ικανότητα, η αποδοτικότητα και η ακεραιότητα του προσωπικού που πρόκειται να προσληφθεί. Η διαδικασία εσωτερικής επιλογής λαμβάνει πλήρως υπόψη τις ικανότητες και την εμπειρία που προκύπτει από τις επιδόσεις του ατόμου πριν από την πρόσληψη.

3.  Ανάλογα με το είδος και το επίπεδο των προς επιτέλεση λειτουργιών, στους επιτυχόντες θα προταθούν συμβάσεις έκτακτου υπαλλήλου, διάρκειας αντίστοιχης τουλάχιστον του χρόνου που υπολείπεται βάσει της προηγούμενης σύμβασης.

4.  Για τα μέλη του προσωπικού με προηγούμενες συμβάσεις τα οποία θα επιλέξουν να μην υποβάλουν αίτηση για πρόσληψή τους ως εκτάκτων υπαλλήλων, ή στα οποία δεν θα προταθούν συμβάσεις έκτακτου υπαλλήλου σύμφωνα με την παράγραφο 2, εξακολουθούν να ισχύουν το σχετικό εθνικό δίκαιο για τις συμβάσεις εργασίας και άλλες συναφείς πράξεις.

Άρθρο 63α

Εθνικές διατάξεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις κατάλληλες να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 64

Τροποποιήσεις

Η απόφαση αριθ. 716/2009/EΚ τροποποιείται καθώς η ΕΕΑΤΕ διαγράφεται από τον κατάλογο δικαιούχων της ενότητας Β του παραρτήματος της εν λόγω απόφασης.

Άρθρο 65

Κατάργηση

Η απόφαση 2009/78/EΚ της Επιτροπής, για τη σύσταση της ΕΕΑΤΕ, καταργείται από 1ης Ιανουαρίου 2011 .

Άρθρο 66

Ρήτρα επανεξέτασης

-1.  Μέχρι τις ... (39) , η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τις αναγκαίες προτάσεις για την ενίσχυση της εποπτείας των ιδρυμάτων που ενδέχεται να ενέχουν συστημικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 12β και την καθιέρωση νέου πλαισίου για τη διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, όπου περιλαμβάνονται και χρηματοδοτικές ρυθμίσεις.

1.  Έως ...(40) * και ανά τριετία στη συνέχεια , η Επιτροπή εκδίδει γενική έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής και των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η έκθεση αυτή ▌αξιολογεί, μεταξύ άλλων:

   a) τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών που πέτυχαν οι αρμόδιες αρχές·
   β) τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών·
   γ) την πρόοδο που σημειώθηκε όσον αφορά την σύγκλιση στους τομείς της πρόληψης, διαχείρισης και επίλυσης των κρίσεων, όπου περιλαμβάνονται και ευρωπαϊκοί μηχανισμοί χρηματοδότησης·
   δ) κατά πόσον, ιδίως με βάση την πρόοδο που επετεύχθη όσον αφορά τα θέματα που αναφέρονται στο στοιχείο γ), ο ρόλος της Αρχής σχετικά με την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ενέχουν εν δυνάμει συστημικό κίνδυνο, πρέπει να ενισχυθεί και κατά πόσον θα πρέπει να αποκτήσει ενισχυμένες εποπτικές εξουσίες επί των ιδρυμάτων αυτών·
   ε) την εφαρμογή της ρήτρας διασφάλισης του άρθρου 23.

1α.  Η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξετάζει επίσης εάν:

   a) ενδείκνυται να συνεχιστεί η ξεχωριστή εποπτεία των τραπεζικών δραστηριοτήτων, των ασφαλίσεων, των επαγγελματικών συντάξεων, των κινητών αξιών και των χρηματοπιστωτικών αγορών·
   β) η προληπτική εποπτεία και η εποπτεία των τρεχουσών δραστηριοτήτων πρέπει να ασκούνται χωριστά ή από τον ίδιο επόπτη·
   γ) ενδείκνυται να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί η αρχιτεκτονική του ΕΣΧΕ, προκειμένου να αυξηθεί η συνοχή μεταξύ ης μακροπροληπτικής και της μικροπροληπτικής εποπτείας και μεταξύ των ΕΕΑ·
   δ) η εξέλιξη του ΕΣΧΕ συμβαδίζει με τις παγκόσμιες εξελίξεις·
   ε) υπάρχει επαρκής πολυμορφία και αριστεία εντός του ΕΣΧΕ·
   στ) η λογοδοσία και η διαφάνεια σε σχέση με τις απαιτήσεις δημοσίευσης είναι επαρκείς·
   ζ) ενδείκνυται να διατηρηθεί η έδρα της Αρχής στη Φρανκφούρτη.

2.  Η έκθεση, με συνοδευτικές προτάσεις, αν υπάρχουν, υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Άρθρο 67

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2011, με εξαίρεση τα άρθρα 62 και 63, παράγραφοι 1 και 2, τα οποία εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος. Η Αρχή συστήνεται την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

…,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) Γνώμη της 22ας Ιανουαρίου 2010 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).
(2) ΕΕ .C, σ...
(3) ΕΕ C 13, 20.1.2010, σ. 1.
(4) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της ...
(5) EΕ C 40, 7.2.2001, σ. 453.
(6) EΕ C 25 E, 29.1.2004, σ. 394.
(7) EΕ C 175 E, 10.7.2008, σ. 392.
(8) EΕ C 8 E, 14.1.2010, σ. 26.
(9) EΕ C 9 E, 15.1.2010, σ. 48.
(10) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2009)0251.
(11) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2009)0279.
(12) ΕΕ L 25, 29.1.2009, σ. 23.
(13) ΕΕ L 25, 29.1.2009, σ. 28.
(14) ΕΕ L 25, 29.1.2009, σ. 18.
(15) ΕΕ L 177, 30.6.2006, σ. 1.
(16) ΕΕ L 177, 30.6.2006, σ. 201.
(17) ΕΕ L 135, 31.5.1994, σ. 5.
(18) ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1.
(19) ΕΕ L 345, 8.12.2006, σ. 1.
(20) ΕΕ L 267, 10.10.2009, σ. 7.
(21) ΕΕ L 309, 25.11.2005, σ. 15.
(22) ΕΕ L 271, 9.10.2002, σ. 16.
(23) ΕΕ L 319, 5.12.2007, σ. 1.
(24) ΕΕ L 87, 31.3.2009, σ. 164.
(25) ΕΕ L 318, 27.11.1998, σ. 8.
(26) ΕΕ C 139, 14.6.2006, σ. 1.
(27) ΕΕ L 136, 31.5.1999, σ. 1.
(28) ΕΕ L 136, 31.5.1999, σ. 15.
(29) ΕΕ L 56, 4.3.1968, σ. 1.
(30) ΕΕ L 281, 23.11.1995, σ. 31.
(31) ΕΕ L 8, 12.1.2001, σ. 1.
(32) ΕΕ L 145, 31.5.2001, σ. 43.
(33) ΕΕ L 253, 25.9.2009, σ. 8.
(34) ΕΕ L 248, 16.9.2002, σ. 1.
(35) ΕΕ L 357, 31.12.2002, σ. 72.
(36) ΕΕ L 136, 31.5.1999, σ. 15.
(37) ΕΕ L 317, 3.12.2001, σ.1.
(38) ΕΕ 17, 6.10.1958, σ. 385.
(39)* Έξι μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.
(40)** Τρία χρόνια μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Τελευταία ενημέρωση: 7 Νοεμβρίου 2011Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου