Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2010/2059(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0275/2010

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0275/2010

Συζήτηση :

PV 25/11/2010 - 4
CRE 25/11/2010 - 4

Ψηφοφορία :

PV 25/11/2010 - 8.3
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2010)0435

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 96kWORD 69k
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή το 2009
P7_TA(2010)0435A7-0275/2010

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με την ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή το 2009 (2010/2059(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–  έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή το 2009,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 24, παράγραφος 3, και 228, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣλΕΕ),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 41 και 43 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του(1) ,

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία πλαίσιο συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Διαμεσολαβητή στις 15 Μαρτίου 2006 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 2006,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 5ης Οκτωβρίου 2005 με τίτλο «Ανάθεση ευθύνης για έγκριση και διαβίβαση ανακοινώσεων στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και εξουσιοδότηση υπαλλήλων να προσέρχονται ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή» (SEC(2005)1227),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2008/587/ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Ιουνίου 2008 που τροποποιεί την απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ σχετικά με το καθεστώς του Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του(2) ,

–  έχοντας υπόψη την αναθεώρηση από το Διαμεσολαβητή των εκτελεστικών διατάξεων προκειμένου να αντικατοπτρίζουν τις αλλαγές στο καθεστώς του που τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2009,

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με τις δραστηριότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 205, παράγραφος 2, δεύτερη και τρίτη πρόταση, του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών (A7-0275/2010),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του Διαμεσολαβητή για το 2009 υποβλήθηκε επισήμως στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 19 Απριλίου 2010 και ότι ο Διαμεσολαβητής, κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος, παρουσίασε την έκθεσή του στην Επιτροπή Αναφορών στο Στρασβούργο, στις 4 Μαΐου 2010,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 24 της ΣλΕΕ, «κάθε πολίτης της Ένωσης έχει δικαίωμα να προσφεύγει στον Διαμεσολαβητή ο οποίος διορίζεται βάσει των διατάξεων του άρθρου 228»,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης»,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 43 του Χάρτη ορίζει ότι «κάθε πολίτης της Ένωσης ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος, έχει δικαίωμα να προσφεύγει στον Διαμεσολαβητή της Ευρώπης, σχετικά με περιπτώσεις κακής διοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών, με εξαίρεση το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων τους»,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την έναρξη ισχύος της ΣλΕΕ, η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, καθώς και οι δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εμπίπτουν πλέον στην αρμοδιότητα του Διαμεσολαβητή,

ΣΤ.  λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣλΕΕ, στο εξής ο Διαμεσολαβητής «εκλέγεται μετά από κάθε εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου», αντί να «διορίζεται» από το Κοινοβούλιο,

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το έργο του Διαμεσολαβητή συμβάλλει στην υλοποίηση μια Ένωσης «όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται »όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες«, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση»,

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2009, ο Διαμεσολαβητής καταχώρισε 3.098 αναφορές, σε σύγκριση με 3.406 το 2008, και ότι 727 αναφορές (23 %), έναντι 802 το 2008, ενέπιπταν στο πεδίο αρμοδιοτήτων του Διαμεσολαβητή,

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2009, ο Διαμεσολαβητής κίνησε 335 έρευνες, βάσει αναφορών, ενώ περατώθηκε η εξέταση 318 ερευνών, εκ των οποίων 311 βασίζονταν σε αναφορές και 7 ήταν έρευνες με δική του πρωτοβουλία,

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε 179 υποθέσεις (56 % του συνόλου), των οποίων η εξέταση περατώθηκε το 2009, το εμπλεκόμενο όργανο απεδέχθη φιλικό διακανονισμό της υπόθεσης, γεγονός που υποδηλώνει την ισχυρή βούληση των θεσμικών οργάνων και οργανισμών να θεωρούν τις αναφορές προς το Διαμεσολαβητή ως ευκαιρία για την αποκατάσταση σφαλμάτων που έχουν διαπραχθεί και για συνεργασία με το Διαμεσολαβητή προς όφελος των πολιτών,

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2009, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε κακοδιοίκηση στο 12 % των υποθέσεων (37 έρευνες), με τη διατύπωση επικριτικών παρατηρήσεων σε 35 περιπτώσεις,

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2009 συντάχθηκαν 15 σχέδια σύστασης,

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πλέον συνήθεις καταγγελίες κακοδιοίκησης αφορούσαν έλλειψη διαφάνειας, συμπεριλαμβανόμενης της άρνησης παροχής πληροφοριών (στο 36 % των ερευνών), άδικη μεταχείριση ή κατάχρηση εξουσίας (14 %), αποφευκτές καθυστερήσεις (13 %), διαδικαστικές παρατυπίες (13 %), αμέλεια (6 %), αθέτηση των υποχρεώσεων της Επιτροπής κατά την άσκηση του ρόλου της ως θεματοφύλακα των συνθηκών (6 %), νομικά σφάλματα (6 %) και διακρίσεις (5 %),

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μέση διάρκεια εξέτασης των αναφορών μειώθηκε από 13 μήνες το 2008 σε 9 μήνες το 2009, γεγονός που μαρτυρεί τις προσπάθειες που κατέβαλε ο Διαμεσολαβητής προκειμένου να συντομευθεί η μέση διάρκεια των εν λόγω ερευνών, καθώς και το πνεύμα συνεργασίας που επέδειξαν τα εμπλεκόμενα θεσμικά όργανα,

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2009 καμία περίπτωση κακοδιοίκησης δεν οδήγησε στη σύνταξη ειδικής έκθεσης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επικριτικές παρατηρήσεις και οι συστάσεις του Διαμεσολαβητή δεν είναι δεσμευτικές από νομική άποψη, αλλά αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της αυτορρύθμισης των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ και επιτρέπουν να αποφεύγεται η επανάληψη λαθών και δυσλειτουργιών στο μέλλον,

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ρόλος του Διαμεσολαβητή έχει εξελιχθεί από τότε που θεσμοθετήθηκε το αξίωμα, χάρη στην ανεξαρτησία του Διαμεσολαβητή και στο δημοκρατικό έλεγχο της διαφάνειας των δραστηριοτήτων του από το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή Αναφορών,

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ουσιώδες να διατεθούν προς πλήρη χρήση από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οργανισμούς οι αναγκαίοι πόροι για την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους να διασφαλίζουν ότι οι πολίτες λαμβάνουν άμεσες και ουσιαστικές απαντήσεις στα ερωτήματα, τις καταγγελίες και τις αναφορές τους,

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο ενέκρινε τον κώδικα χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή στο ψήφισμά του της 6ης Σεπτεμβρίου 2001(3) ,

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαμεσολαβητών επιτρέπει την παραπομπή των ενδιαφερομένων σε διαμεσολαβητές ή άλλα παρόμοια όργανα που αναμένεται ότι θα τους εξασφαλίσουν την πλέον κατάλληλη συνδρομή στο επίπεδό τους, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών και χρηστών πρακτικών,

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δραστηριότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και της Επιτροπής Αναφορών είναι συμπληρωματικές και προάγουν την αποτελεσματικότητα του αντίστοιχου έργου τους,

1.  εγκρίνει την ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για το έτος 2009·

2.  επισημαίνει ότι η έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας ενισχύει τη δημοκρατική νομιμότητα του Διαμεσολαβητή χάρη στο γεγονός ότι εκλέγεται από το Κοινοβούλιο και διευρύνει την εντολή του στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, καθώς και στις δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου·

3.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που είναι πλέον νομικά δεσμευτικός, κατοχυρώνει το δικαίωμα σε χρηστή διοίκηση ως ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που συνεπάγεται η ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης· καλεί ως εκ τούτου το Διαμεσολαβητή, κατά την καθημερινή εξέταση των καταγγελιών, να μεριμνά για το σεβασμό του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

4.  κρίνει ότι η διαφάνεια, η πρόσβαση στις πληροφορίες και ο σεβασμός του δικαιώματος σε χρηστή διοίκηση αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ικανότητα των θεσμικών οργάνων να διεκδικούν τα δικαιώματά τους·

5.  θεωρεί, κατόπιν τούτου, ότι ο όρος «κακοδιοίκηση» πρέπει να εξακολουθήσει να ερμηνεύεται διασταλτικά, ώστε να συμπεριλαμβάνει όχι μόνο παραβιάσεις νομικών κανόνων ή γενικών αρχών του ευρωπαϊκού διοικητικού δικαίου, όπως η αντικειμενικότητα, η αναλογικότητα και η ισότητα, η μη εισαγωγή διακρίσεων και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, αλλά και, επί παραδείγματι, περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα όργανο δεν ενεργεί με συνέπεια και με καλή πίστη ή δεν λαμβάνει υπόψη τις θεμιτές προσδοκίες των πολιτών, ακόμη και όταν ένα όργανο έχει από μόνο του αναλάβει να τηρεί ορισμένους κανόνες και πρότυπα, χωρίς να υποχρεούται από τις Συνθήκες ή το παράγωγο δίκαιο να το πράξει·

6.  συγχαίρει τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή για τη σαφή και κατανοητή παρουσίαση των δραστηριοτήτων του· κρίνει ωστόσο ότι στο μέλλον θα ήταν προτιμότερο, στην περίληψη των δραστηριοτήτων και τη θεματική ανάλυση, να δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στα διαρθρωτικά προβλήματα και τις γενικές τάσεις·

7.  θεωρεί ότι, κατά την περίοδο που καλύπτει η έκθεση, ο Διαμεσολαβητής άσκησε τις εξουσίες του με ισορροπημένο και ενεργό τρόπο, τόσο σε σχέση με την εξέταση και τη διεκπεραίωση των καταγγελιών και τη διενέργεια και την περάτωση ερευνών, όσο και σε σχέση με τη διατήρηση εποικοδομητικών σχέσεων με τα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την παρότρυνση των πολιτών να διεκδικούν τα δικαιώματά τους έναντι των εν λόγω θεσμικών οργάνων και οργανισμών·

8.  χαιρετίζει την εξαίρετη σχέση που υπάρχει μεταξύ Διαμεσολαβητή και Επιτροπής Αναφορών εντός του θεσμικού πλαισίου όσον αφορά τον αμοιβαίο σεβασμό των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους· υποστηρίζει την πρακτική που έχει ήδη καθιερώσει ο Διαμεσολαβητής προκειμένου να εξασφαλίσει την παρουσία ενός εκπροσώπου σε όλες τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Αναφορών·

9.  αναγνωρίζει την καίρια συμβολή του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαμεσολαβητών, που εκπροσωπείται μέσω 94 γραφείων σε 32 χώρες και στο οποίο συμμετέχει η Επιτροπή Αναφορών, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας· χαιρετίζει τη συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και των διαμεσολαβητών και παρόμοιων οργάνων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο στα κράτη μέλη·

10.  σημειώνει το γεγονός ότι το 2009, ο Διαμεσολαβητής καταχώρισε 3.098 καταγγελίες και ότι κατά την περίοδο αυτή διεξήχθησαν και περατώθηκαν 318 έρευνες·

11.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το σημαντικό αριθμό διαδικασιών που κατέληξαν σε φιλικό διακανονισμό ή διεκπεραιώθηκαν από το σχετικό θεσμικό όργανο (56 %), γεγονός που μαρτυρεί την εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ του Διαμεσολαβητή και των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης· ενθαρρύνει το Διαμεσολαβητή, τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους προς την κατεύθυνση αυτή·

12.  εκφράζει επίσης την ικανοποίησή του για τις προσπάθειες που κατέβαλε ο Διαμεσολαβητής για τη μείωση της μέσης διάρκειας των ερευνών του σε εννέα μήνες· ζητεί να διατεθούν οι αναγκαίοι δημοσιονομικοί και ανθρώπινοι πόροι σε όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, ώστε να εξασφαλισθεί ότι θα δίδεται ταχεία απάντηση στις καταγγελίες και τις αναφορές·

13.  σημειώνει το γεγονός ότι άνω του ενός τρίτου των ερευνών που ξεκίνησε ο Διαμεσολαβητής το 2009 αφορούν την έλλειψη διαφάνειας· ζητεί, κατόπιν τούτου, η σημερινή αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 να μην περιορίσει το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφόρηση και τα έγγραφα, αλλά αντίθετα να υιοθετήσει μια πιο ενεργό προσέγγιση·

14.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόοδο που σημειώθηκε το 2009 όσον αφορά τη διευκόλυνση της πρόσβασης του Διαμεσολαβητή σε εμπιστευτικά έγγραφα του Συμβουλίου·

15.  λαμβάνει υπό σημείωση τη στρατηγική επικοινωνίας και ανάπτυξης της ιστοθέσης του που συνέβαλε, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, στη μείωση του αριθμού μη παραδεκτών καταγγελιών και ενθαρρύνει το Διαμεσολαβητή να συνεχίσει τις προσπάθειές του για την ενημέρωση των πολιτών της Ευρώπης σχετικά με τα καθήκοντά του και τα όρια των αρμοδιοτήτων του, καθώς και τα δικαιώματά τους·

16.  συμμερίζεται την άποψη του Διαμεσολαβητή σύμφωνα με την οποία, πέραν της τήρησης των δεσμευτικών κανόνων που είναι υποχρεωτική για τους διοικητικούς υπαλλήλους, ουσιαστική σημασία για μια χρηστή διοίκηση έχει η ανάπτυξη μιας πραγματικής νοοτροπίας παροχής υπηρεσίας στους πολίτες· καλεί ως εκ τούτου το Διαμεσολαβητή να αναλάβει περαιτέρω πρωτοβουλίες για την προώθηση της νοοτροπίας αυτής μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των πολιτών·

17.  θεωρεί λυπηρό τον αριθμό των καταγγελιών σχετικά με αποφευκτές καθυστερήσεις όσον αφορά την καταχώριση αιτήσεων, την εξέταση των φακέλων και τη λήψη αποφάσεων· προτείνει, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του δημοσιονομικού κανονισμού, να προβλεφθούν οικονομικές αντισταθμίσεις στην περίπτωση έκδηλων και παρατεταμένων καθυστερήσεων·

18.  σημειώνει το γεγονός ότι ο Διαμεσολαβητής διεξήγαγε έρευνα με δική του πρωτοβουλία σχετικά με τους κανόνες που εφαρμόζονται από την Επιτροπή για τις αιτήσεις των πολιτών με στόχο την πρόσβαση σε έγγραφα που συνδέονται με τη διαδικασία επί παραβάσει· ενθαρρύνει την ενίσχυση της συνεργασίας με την Επιτροπή Αναφορών και προτείνει στο Διαμεσολαβητή να την ενημερώνει τακτικά σχετικά με τις έρευνες που διεξάγει με δική του πρωτοβουλία και τα επιτευχθέντα αποτελέσματα· καλεί την Επιτροπή να υιοθετήσει μια πιο ανοικτή και ενεργό στάση όσον αφορά τις πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες επί παραβάσει·

19.  εκτιμά ότι ο κώδικας χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς που προτάθηκε από το Διαμεσολαβητή, όπως εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο στις 6 Σεπτεμβρίου 2001, χρησιμεύει ως οδηγός και σημείο αναφοράς για το προσωπικό όλων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι ο κώδικας χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή· χαιρετίζει επίσης τη σύναψη πρωτοκόλλου συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σχετικά με την εξέταση των καταγγελιών· καλεί το Διαμεσολαβητή να εξετάσει τη δυνατότητα αναθεώρησης του κώδικα χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς με βάση την εμπειρία των δέκα τελευταίων ετών μεριμνώντας, έτσι, για την προώθηση και την ανταλλαγή χρηστών πρακτικών·

20.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι οι καταγγελίες για κακή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος της ΕΕ που υποβάλλονται στους εθνικούς διαμεσολαβητές δεν καταχωρίζονται από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή· προτείνει στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να εξετάσει τη δυνατότητα συγκέντρωσής τους, ώστε να καταστεί εφικτή μια καλύτερη κατανόηση του προβλήματος·

21.  καλεί το Διαμεσολαβητή να ενθαρρύνει τους εθνικούς διαμεσολαβητές να προβαίνουν σε τακτικές ανταλλαγές απόψεων με τα εθνικά κοινοβούλια, κατά το πρότυπο των ανταλλαγών που έχουν θεσπισθεί μεταξύ του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

22.  καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει ευρωπαϊκό διοικητικό νόμο, κοινό για όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης·

23.  εφιστά την προσοχή του Διαμεσολαβητή στη νέα διαδικασία επιλογής του προσωπικού από την Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EPSO)·

24.  υποστηρίζει την ιδέα μιας κοινής πύλης στο Ενδοδίκτυο για όλα τα μέλη του ευρωπαϊκού δικτύου διαμεσολαβητών, ώστε να εξασφαλισθεί η τακτική διάδοση των αποτελεσμάτων·

25.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα και την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών, καθώς και στους διαμεσολαβητές ή τα παρόμοια όργανα.

(1) ΕΕ L 113, 4.5.1994, σ. 15.
(2) ΕΕ L 189, 17.7.2008, σ. 25.
(3) ΕΕ C 72 Ε, 21.3.2002, σ. 331.

Τελευταία ενημέρωση: 2 Μαρτίου 2012Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου