Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2012/2130(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0229/2013

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0229/2013

Συζήτηση :

PV 02/07/2013 - 13

Ψηφοφορία :

PV 03/07/2013 - 8.8

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2013)0315

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 634kWORD 106k
Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Η κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων: πρότυπα και πρακτικές στην Ουγγαρία
P7_TA(2013)0315A7-0229/2013

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 3ης Ιουλίου 2013 σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων: πρότυπα και πρακτικές στην Ουγγαρία (σύμφωνα με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2012) (2012/2130(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), που ορίζει τις αξίες στις οποίες είναι θεμελιωμένη η Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 3, 4, 6 και 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), τα άρθρα 49, 56, 114, 167 και 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2012 σχετικά με τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην Ουγγαρία(1) το οποίο αναθέτει στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων να παρακολουθεί, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Επιτροπή της Βενετίας, τον βαθμό και τον τρόπο υλοποίησης των συστάσεων του εν λόγω ψηφίσματός του και να υποβάλει έκθεση με τα συμπεράσματά της,

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 10ης Μαρτίου 2011 σχετικά με τον νόμο της Ουγγαρίας για τα μέσα ενημέρωσης(2) , και της 5ης Ιουλίου 2011 σχετικά με το Αναθεωρημένο Σύνταγμα της Ουγγαρίας(3) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Δεκεμβρίου 2010 σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2009) – ουσιαστική εφαρμογή μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας(4) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Δεκεμβρίου 2012 σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2010-2011)(5) ,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση με τίτλο «Σεβασμός και προώθηση των αξιών στις οποίες βασίζεται η Ένωση» (COM(2003)0606),

–  έχοντας υπόψη τις δηλώσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά τη συζήτηση της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 18 Ιανουαρίου 2012 σχετικά με τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην Ουγγαρία,

–  έχοντας υπόψη τις δηλώσεις του Ούγγρου Πρωθυπουργού, Viktor Orbán, ο οποίος απευθύνθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 18 Ιανουαρίου 2012 στη συζήτηση της ολομέλειας σχετικά με τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην Ουγγαρία,

–  έχοντας υπόψη την ακρόαση που πραγματοποίησε στις 9 Φεβρουαρίου 2012 η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση αντιπροσωπείας βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την επίσκεψή της στη Βουδαπέστη, από τις 24 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2012,

–  έχοντας υπόψη τα έγγραφα εργασίας σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων: πρότυπα και πρακτικές στην Ουγγαρία (δυνάμει του ψηφίσματος του ΕΚ της 16ης Φεβρουαρίου 2012) που περιλαμβάνουν τα έγγραφα εργασίας: αριθ. 1 – Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης· αριθ. 2 – Θεμελιώδεις Αρχές και Θεμελιώδη Δικαιώματα· αριθ. 3 – Νομοθεσία για τα Μέσα Ενημέρωσης· αριθ. 4 – Δημοκρατικές αρχές και κράτος δικαίου· και αριθ. 5 – Τελικές επισημάνσεις του εισηγητή, που συζητήθηκαν στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων αντιστοίχως στις 10 Ιουλίου 2012, 20 Σεπτεμβρίου 2012, 22 Ιανουαρίου 2013, 7 Μαρτίου 2013 και 8 Απριλίου 2013, καθώς και τις παρατηρήσεις της ουγγρικής κυβέρνησης σχετικά με τα έγγραφα αυτά,

–  έχοντας υπόψη τον Θεμελιώδη Νόμο της Ουγγαρίας, που εγκρίθηκε στις 18 Απριλίου 2011 από την Εθνοσυνέλευση της Ουγγρικής Δημοκρατίας και ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2012 (εφεξής «ο Θεμελιώδης Νόμος»), και τις μεταβατικές διατάξεις του Θεμελιώδους Νόμου της Ουγγαρίας, που εγκρίθηκαν στις 30 Δεκεμβρίου 2011 από την Εθνοσυνέλευση και που τέθηκαν επίσης σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2012 (εφεξής «οι μεταβατικές διατάξεις»),

–  έχοντας υπόψη την πρώτη τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου, που κατατέθηκε από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας στις 17 Απριλίου 2012 και εγκρίθηκε από το ουγγρικό κοινοβούλιο στις 4 Ιουνίου 2012, που ορίζει ότι οι μεταβατικές διατάξεις αποτελούν τμήμα του Θεμελιώδους Νόμου,

–  έχοντας υπόψη τη δεύτερη τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου, που κατατέθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012 υπό μορφή νομοσχεδίου από μεμονωμένο βουλευτή και εγκρίθηκε από το ουγγρικό κοινοβούλιο στις 29 Οκτωβρίου 2012, που θεσπίζει την ενσωμάτωση στις μεταβατικές διατάξεις της υποχρέωσης εγγραφής των εκλογέων στους εκλογικούς καταλόγους,

–  έχοντας υπόψη την τρίτη τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου, που κατατέθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2012 και εγκρίθηκε από το ουγγρικό κοινοβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 2012, που προβλέπει ότι τα όρια και οι προϋποθέσεις για την απόκτηση γεωργικής και δασικής γης και οι κανόνες που διέπουν την ενιαία οργάνωση της γεωργικής παραγωγής θεσπίζονται με βασικό νόμο,

–  έχοντας υπόψη την τέταρτη τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου, που κατατέθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2013 υπό μορφή νομοσχεδίου από μεμονωμένο βουλευτή και εγκρίθηκε από το ουγγρικό κοινοβούλιο στις 11 Μαρτίου 2013, η οποία, μεταξύ άλλων διατάξεων, ενσωματώνει στο κείμενο του Θεμελιώδους Νόμου (πλην ορισμένων εξαιρέσεων στις οποίες περιλαμβάνεται η διάταξη για την υποχρέωση εγγραφής των εκλογέων στους εκλογικούς καταλόγους) τις μεταβατικές διατάξεις που είχαν ακυρωθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας στις 28 Δεκεμβρίου 2012 για διαδικαστικούς λόγους (Απόφαση αριθ. 45/2012) και τις υπόλοιπες διατάξεις αμιγώς μεταβατικού χαρακτήρα στο εν λόγω έγγραφο,

–  έχοντας υπόψη την Πράξη CXI του 2012 για την τροποποίηση της Πράξης CLXI του 2011 σχετικά με την οργάνωση και διοίκηση των δικαστηρίων και την Πράξη CLXII του 2011 σχετικά με το νομικό καθεστώς και τις αποδοχές των δικαστών στην Ουγγαρία,

–  έχοντας υπόψη την Πράξη XX του 2013 σχετικά με τις νομοθετικές τροπολογίες για το ανώτατο όριο ηλικίας που ισχύει σε ορισμένες δικαστικές έννομες σχέσεις,

–  έχοντας υπόψη την Πράξη CCVI του 2011 σχετικά με την ελευθερία συνείδησης και θρησκείας και το νομικό καθεστώς των εκκλησιών, δογμάτων και θρησκευτικών κοινοτήτων της Ουγγαρίας (Πράξη περί Εκκλησιών), που εγκρίθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2011 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2012,

–  έχοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις αριθ. CDL(2011)016, CDL(2011)001, CDL-AD(2012)001, CDL-AD(2012)009, CDL-AD(2012)020 και CDL-AD(2012)004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Δημοκρατία μέσω του Νόμου (Επιτροπή της Βενετίας) σχετικά με το νέο Σύνταγμα της Ουγγαρίας, τα τρία νομικά ζητήματα που ανέκυψαν από τη διεργασία εκπόνησης του νέου Συντάγματος της Ουγγαρίας, σχετικά με την Πράξη CLXII του 2011 για το νομικό καθεστώς και τις αποδοχές των δικαστών στην Ουγγαρία και σχετικά με την Πράξη CLXI του 2011 για την οργάνωση και διοίκηση των δικαστηρίων στην Ουγγαρία, σχετικά με την Πράξη CLI του 2011 για το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας, σχετικά με τις βασικές πράξεις σε θέματα Δικαιοσύνης που τροποποιήθηκαν κατόπιν της γνωμοδότησης CDL-AD(2012)001 σχετικά με την Ουγγαρία, και σχετικά με την Πράξη για το δικαίωμα στην ελευθερία συνείδησης και θρησκείας και για το νομικό καθεστώς των εκκλησιών, δογμάτων και θρησκευτικών κοινοτήτων της Ουγγαρίας,

–  έχοντας υπόψη την κοινή γνωμοδότηση αριθ. CDL-AD(2012)012 της Επιτροπής της Βενετίας και του ΟΑΣΕ/ODIHR (Γραφείου Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) σχετικά με την Πράξη περί εκλογής των βουλευτών του ουγγρικού κοινοβουλίου,

–  έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις της ουγγρικής κυβέρνησης αριθ. CDL(2012)072, CDL(2012)046 και CDL(2012)045 σχετικά με το σχέδιο γνωμοδότησης της Επιτροπής της Βενετίας για τις βασικές πράξεις περί Δικαιοσύνης που τροποποιήθηκαν μετά την έγκριση της γνωμοδότησης CDL-AD(2012)001, σχετικά με το σχέδιο κοινής γνωμοδότησης για την Πράξη περί εκλογής των βουλευτών του ουγγρικού κοινοβουλίου, και σχετικά με το σχέδιο γνωμοδότησης για την Πράξη CLI του 2011 σχετικά με το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας,

–  έχοντας υπόψη τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, Thorbjørn Jagland, περιλαμβανομένων των συστάσεων για τη Δικαιοσύνη που περιλαμβάνονται στην επιστολή του της 24ης Απριλίου 2012 προς τον Ούγγρο Αναπληρωτή Πρωθυπουργό Tibor Navracsics,

–  έχοντας υπόψη τις απαντητικές επιστολές του κ. Navracsics στις 10 Μαΐου 2012 και στις 7 Ιουνίου 2012 που δηλώνουν την πρόθεση των ουγγρικών αρχών να λάβουν υπόψη τις συστάσεις του κ. Jagland,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή που απέστειλε ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, κ. Jagland, στον κ. Navracsics στις 6 Μαρτίου 2013, εκφράζοντας τις ανησυχίες του για την πρόταση Τέταρτης Τροπολογίας του Θεμελιώδους Νόμου και ζητώντας την αναβολή της τελικής ψηφοφορίας, και την απαντητική επιστολή του κ. Navracsics στις 7 Μαρτίου 2013,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή που απέστειλαν οι Υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας, των Κάτω Χωρών, της Δανίας και της Φινλανδίας στον Πρόεδρο της Επιτροπής José Manuel Barroso, στις 6 Μαρτίου 2013, ζητώντας έναν μηχανισμό για την ενίσχυση της συμμόρφωσης των κρατών μελών προς τις θεμελιώδεις αξίες,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή που απέστειλε ο Ούγγρος Υπουργός Εξωτερικών, κ. János Martonyi, σε όλους τους ομολόγους του των κρατών μελών της ΕΕ στις 8 Μαρτίου 2013, εξηγώντας σε τι αποσκοπεί η Τέταρτη Τροπολογία,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή που απέστειλε ο κ. Barroso στον κ. Orbán, στις 8 Μαρτίου 2013, σχετικά με τις ανησυχίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ό, τι αφορά την Τέταρτη Τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου, και την απαντητική επιστολή του κ. Orbán προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής, αντίγραφα της οποίας διαβιβάστηκαν τόσο στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Herman Van Rompuy όσο και στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Martin Schulz,

–  έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Barroso και του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης Jagland, της 11ης Μαρτίου 2013, με την οποία επισημαίνουν τις ανησυχίες τους για την Τέταρτη Τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου σε σχέση με την αρχή του κράτους δικαίου, και έχοντας υπόψη την επιβεβαίωση του Πρωθυπουργού Orbán, στην επιστολή του προς τον Πρόεδρο Barroso της 8ης Μαρτίου 2013, ως προς την απόλυτη προσήλωση της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου της Ουγγαρίας στους ευρωπαϊκούς κανόνες και αξίες,

–  έχοντας υπόψη την αίτηση που διαβίβασε ο κ. Martonyi στις 13 Μαρτίου 2013 στον κ. Jagland για γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με την Τέταρτη Τροπολογία του ουγγρικού Θεμελιώδους Νόμου,

–  έχοντας υπόψη τις δηλώσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τη συνταγματική κατάσταση στην Ουγγαρία στο πλαίσιο της σχετικής συζήτησης στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις 17 Απριλίου 2013,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή του επί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Επιτρόπου του Συμβουλίου της Ευρώπης Thomas Hammarberg προς τον κ. Martonyi, της 16ης Δεκεμβρίου 2011, που εκφράζει ανησυχίες για το θέμα του νέου ουγγρικού νόμου περί ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκείας και περί του νομικού καθεστώτος των εκκλησιών, δογμάτων και θρησκευτικών κοινοτήτων, και έχοντας υπόψη την απάντηση του κ. Martonyi στις 12 Ιανουαρίου 2012,

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση αριθ. CommDH(2011)10 του επί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Επιτρόπου της 25ης Φεβρουαρίου 2011 σχετικά με την ουγγρική νομοθεσία για τα μέσα ενημέρωσης υπό το πρίσμα των προτύπων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, καθώς και τον σχολιασμό της ανωτέρω γνωμοδότησης από τον Ούγγρο αναπληρωτή Υπουργό Κυβερνητικής Επικοινωνίας, στις 30 Μαΐου 2011,

–  έχοντας υπόψη τις δηλώσεις της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα (OHCHR) της 15ης Φεβρουαρίου 2012 και της 11ης Δεκεμβρίου 2012 με τις οποίες καλείται η Ουγγαρία αντιστοίχως να επανεξετάσει τη νομοθεσία που παρέχει τη δυνατότητα στις τοπικές αρχές να επιβάλλουν κυρώσεις στους αστέγους και να επιβεβαιώσει την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που αποποινικοποιεί την κατάσταση των αστέγων,

–  έχοντας υπόψη τις δηλώσεις της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα (OHCHR) της 15ης Μαρτίου 2013 με τις οποίες εκφράζονται ανησυχίες σχετικά με την έγκριση της Τέταρτης Τροπολογίας του Θεμελιώδους Νόμου,

–  έχοντας υπόψη την υπό εξέλιξη διαδικασία επί παραβάσει για την υπόθεσης C-288/12 που κίνησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ουγγαρίας σχετικά με τη νομιμότητα του τερματισμού της θητείας του πρώην Επιτρόπου προστασίας δεδομένων, που εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Νοεμβρίου 2012 σχετικά με τη δραστική μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης των Ούγγρων δικαστών, και έχοντας υπόψη τη μεταγενέστερη έγκριση της πράξης αριθ. ΧΧ του 2013 για την τροποποίηση της πράξης CLXII του 2011 - που εγκρίθηκε από το ουγγρικό κοινοβούλιο στις 11 Μαρτίου 2013 - μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου,

–  έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ουγγαρίας της 16ης Ιουλίου 2012 (αριθ. 33/2012) για τη μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης των Ούγγρων δικαστών, της 28ης Δεκεμβρίου 2012 (αριθ. 45/2012) για τις μεταβατικές διατάξεις του Θεμελιώδους Νόμου, της 4ης Ιανουαρίου 2013 (αριθ. 1/2013) για την πράξη περί της εκλογικής διαδικασίας και της 26ης Φεβρουαρίου 2013 (αριθ. 6/2013) για την Πράξη περί της θρησκευτικής ελευθερίας και του νομικού καθεστώτος των εκκλησιών,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Εποπτικής Επιτροπής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης,,

–  έχοντας υπόψη τον Νόμο LXXII του 2013 σχετικά με τη θέσπιση νέων κανόνων και κανονισμών για την εποπτεία της εθνικής ασφάλειας· έχοντας υπόψη την επιστολή που απέστειλε στις 27 Μαΐου 2013 ο Δρ András Zs. Varga στον Δρ András Cser-Palkovics, πρόεδρο της Επιτροπής Συνταγματικών, Νομικών και Διαδικαστικών Υποθέσεων του ουγγρικού κοινοβουλίου, εκφράζοντας την ανησυχία του για τη νομοθεσία που εγκρίθηκε σχετικά με τη θέσπιση νέων κανόνων και κανονισμών για την εποπτεία της εθνικής ασφάλειας,

–  έχοντας υπόψη την επικείμενη αξιολόγηση της Τέταρτης Τροπολογίας τους Θεμελιώδους Νόμου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A7-0229/2013),

I - ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΚΥΒΕΥΟΝΤΑΙ<BR> Οι κοινές ευρωπαϊκές αξίες

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ως αξίες τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ, τον αδιαμφισβήτητο σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών όπως ορίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR), και την αναγνώριση της νομικής ισχύος αυτών των δικαιωμάτων, ελευθεριών και αρχών, όπως αποδεικνύει περαιτέρω η προσεχής προσχώρηση της ΕΕ στην εν λόγω Σύμβαση δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 2 της ΣΕΕ·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κοινές αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ αποτελούν τον πυρήνα των δικαιωμάτων των ατόμων που ζουν στην ΕΕ, και ιδίως των πολιτών της ΕΕ, ανεξαρτήτως εθνικότητας και του πού θεωρούν ότι ανήκουν από άποψη πολιτισμού ή θρησκείας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι τα άτομα αυτά μπορούν να απολαύουν πλήρως αυτών των δικαιωμάτων μόνον εφόσον γίνονται σεβαστές οι θεμελιώδεις αξίες και αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεκτίμηση των αξιών που ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ σε πολιτικό και νομικό επίπεδο συνιστά απαραίτητο θεμέλιο της δημοκρατικής μας κοινωνίας και ότι, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη και όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να δεσμεύονται από αυτές με τρόπο σαφή και απερίφραστο·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός και η προαγωγή αυτών των κοινών αξιών αποτελεί όχι μόνο ουσιώδες στοιχείο της ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ρητή υποχρέωση απορρέουσα από το άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 5 της ΣΕΕ και, κατά συνέπεια, απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την ιδιότητα του κράτους μέλους της ΕΕ και για τη διατήρηση όλων των προνομίων της ιδιότητας του μέλους·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι βάσει των «κριτηρίων της Κοπεγχάγης» υποχρεώσεις των υποψήφιων προς ένταξη χωρών εξακολουθούν να ισχύουν για τα κράτη μέλη και μετά την ένταξή τους στην ΕΕ δυνάμει του άρθρου 2 της ΣΕΕ και της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, και ότι όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο για την επαλήθευση της διαρκούς συμμόρφωσής τους προς τις κοινές αξίες της ΕΕ·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 6 παράγραφος 3 της ΣΕΕ υπογραμμίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, συνιστούν γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, και λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δικαιώματα αυτά αποτελούν κοινή κληρονομιά και ισχύ των δημοκρατικών ευρωπαϊκών κρατών·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας και δυνάμει του άρθρου 6 της ΣΕΕ, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων έχει την ίδια νομική αξία με τις Συνθήκες και, κατά συνέπεια, οι αξίες και αρχές μετατρέπονται σε απτά και εκτελεστά δικαιώματα·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 7 παράγραφος 1 της ΣΕΕ εκχωρεί στα θεσμικά όργανα της ΕΕ την αρμοδιότητα να διαπιστώνουν την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2, και να συνεργάζονται πολιτικά με το ενδιαφερόμενο κράτος με σκοπό την πρόληψη και επανόρθωση τυχόν παραβιάσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι, προτού προβεί στη διαπίστωση αυτή, το Συμβούλιο ακούει το εν λόγω κράτος μέλος, ενεργώντας με βάση την αυτή διαδικασία·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της ΣΕΕ δεν επηρεάζεται από τους περιορισμούς του άρθρου 51 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το δε πεδίο του άρθρου 7 της ΣΕΕ δεν περιορίζεται στους τομείς πολιτικής που καλύπτονται από τη νομοθεσία της ΕΕ, και λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά συνέπεια, η ΕΕ δύναται να ενεργεί επίσης σε περίπτωση παραβίασης, ή κινδύνου σοβαρής παραβίασης, των κοινών αξιών σε τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που ορίζει το άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης, όπου περιλαμβάνονται και ο σεβασμός και η προαγωγή των κοινών αξιών της Ένωσης·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός των κοινών αξιών της Ένωσης συμβαδίζει με τη δέσμευση της ΕΕ υπέρ της ποικιλομορφίας, μέσα από την υποχρέωση της Ένωσης να σέβεται «την ισότητα των κρατών μελών έναντι των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή», δυνάμει των όσων ορίζει το άρθρο 4 παράγραφος 2 της ΣΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ευρωπαϊκές θεμελιώδεις αξίες που ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να αντιπαρατίθενται στην υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 4 της ΣΕΕ, αλλά αποτελούν το βασικό πλαίσιο εντός του οποίου τα κράτη μέλη μπορούν να διαφυλάσσουν και να αναπτύσσουν την εθνική τους ταυτότητα·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο των Συνθηκών, ο σεβασμός της «εθνικής ταυτότητας» (άρθρο 4 παράγραφος 2 της ΣΕΕ) και των «διαφορετικών νομικών συστημάτων και παραδόσεων των κρατών μελών» (άρθρο 67 της ΣΛΕΕ) συνδέονται άρρηκτα με τις αρχές της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ), της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (άρθρα 81 και 82 της ΣΛΕΕ), καθώς και με τον σεβασμό της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας (άρθρο 3 παράγραφος 3 της ΣΕΕ)·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραβίαση των κοινών αρχών και αξιών της Ένωσης από ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να δικαιολογείται ως υπαγορευόμενη από εθνικές παραδόσεις ούτε ως έκφραση μιας εθνικής ταυτότητας, όταν οδηγεί σε επιδείνωση των αρχών, όπως οι δημοκρατικές αξίες, το κράτος δικαίου ή η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, που αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και, συνεπώς, κάθε επίκληση του άρθρου 4 παράγραφος 2 της ΣΕΕ ισχύει μόνον εφόσον το κράτος μέλος σέβεται τις αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σκοπός της Ένωσης να προβάλλει και να προωθεί τις αξίες της στο πλαίσιο των σχέσεών της με τον υπόλοιπο κόσμο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παράγραφος 4 της ΣΕΕ, ενισχύεται περαιτέρω από την ειδική υποχρέωση να έχουν οι ενέργειες της Ένωσης στη διεθνή σκηνή ως γνώμονα τις αρχές που διέπουν την ίδρυση, την ανάπτυξη και τη διεύρυνσή της: δημοκρατία, κράτος δικαίου και οικουμενικότητα και αδιαίρετο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών (άρθρο 21 παράγραφος 1 της ΣΕΕ)·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά συνέπεια, όχι μόνο η αξιοπιστία των κρατών μελών και της ΕΕ στη διεθνή σκηνή, αλλά και οι στόχοι της Ένωσης στον τομέα της εξωτερικής της δράσης θα υπονομεύονταν εάν τα κράτη μέλη δεν ήταν σε θέση ή δεν ήταν πρόθυμα να συμμορφώνονται προς τα πρότυπα για τα οποία έχουν συμφωνήσει και αυτοδεσμευθεί στο πλαίσιο των Συνθηκών·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός του ίδιου συνόλου θεμελιωδών αξιών από τα κράτη μέλη αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και, κατά συνέπεια, της σωστής λειτουργία της αμοιβαίας αναγνώρισης, που αποτελεί τον πυρήνα της δημιουργίας και της ανάπτυξης της εσωτερικής αγοράς και του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, και λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως εκ τούτου, κάθε απόπειρα μη σεβασμού ή αποδυνάμωσης των κοινών αυτών αξιών επηρεάζει αρνητικά ολόκληρο το οικοδόμημα της ευρωπαϊκής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ολοκλήρωσης·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κοινές αξίες που ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ και διακηρύσσονται στα Προοίμια των Συνθηκών και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και μνημονεύονται στο Προοίμιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR) και στο άρθρο 3 του καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης, απαιτούν διάκριση των εξουσιών μεταξύ ανεξάρτητων θεσμών θεμελιωμένων σε ένα εύρυθμο σύστημα αμοιβαίων ελέγχων και ισορροπιών, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στα βασικά χαρακτηριστικά ενός τέτοιου συστήματος περιλαμβάνονται: ο σεβασμός της νομιμότητας, περιλαμβανομένης μιας διαφανούς, υπεύθυνης και δημοκρατικής διεργασίας θέσπισης νόμων, η ασφάλεια δικαίου, ένα στέρεο σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας θεμελιωμένο στις ελεύθερες εκλογές και σεβόμενο τα δικαιώματα της αντιπολίτευσης, ο αποτελεσματικός έλεγχος της συνταγματικότητας της νομοθεσίας, η αποτελεσματική, διαφανής, συμμετοχική και υπεύθυνη διακυβέρνηση και διαχείριση, η ανεξάρτητη και αμερόληπτη δικαιοσύνη, τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 17 της ΣΕΕ, «μεριμνά για την εφαρμογή των Συνθηκών ... [και] επιβλέπει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης»·

Οι μεταρρυθμίσεις στην Ουγγαρία

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ουγγαρία ήταν η πρώτη πρώην κομμουνιστική χώρα που εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR) κι ότι, ως κράτος μέλος της ΕΕ, ήταν η πρώτη που κύρωσε τη Συνθήκη της Λισαβόνας στις 17 Δεκεμβρίου 2007· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ουγγαρία διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στις εργασίες για τη Σύμβαση και τη Διακυβερνητική Διάσκεψη το 2003 και το 2004 σε ό, τι αφορά, μεταξύ άλλων, τη σύνταξη του άρθρου 2 της ΣΕΕ και ότι ανέλαβε την πρωτοβουλία που είχε ως αποτέλεσμα να συμπεριληφθούν τα δικαιώματα των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στη μακραίωνη ιστορία της Ουγγαρίας, η ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων εθνικοτήτων και εθνοτήτων συνέβαλε στον πολιτιστικό πλούτο και την ευημερία του έθνους· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ουγγαρία πρέπει να κληθεί να συνεχίσει αυτή την παράδοση και να καταπολεμήσει αποφασιστικά όλες τις απόπειρες εισαγωγής διακρίσεων σε βάρος μεμονωμένων ομάδων·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ουγγαρία είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και σε άλλα διεθνή νομικά κείμενα που την υποχρεώνουν να σέβεται και να εφαρμόζει τις διεθνείς δημοκρατικές αρχές·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά τις γενικές εκλογές του 2010 στην Ουγγαρία, η κυβερνητική πλειοψηφία κέρδισε πάνω από τα δυο τρίτα των εδρών στο κοινοβούλιο, πράγμα που της επέτρεψε να ξεκινήσει γρήγορα μια εντατική νομοθετική δραστηριότητα με σκοπό να αναμορφώσει την όλη συνταγματική τάξη της χώρας (το πρώην Σύνταγμα τροποποιήθηκε δώδεκα φορές και ο Θεμελιώδης Νόμος τέσσερις φορές μέχρι σήμερα), με αποτέλεσμα να μεταβληθούν ουσιωδώς το θεσμικό και νομικό πλαίσιο και ορισμένες βασικές πτυχές όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού βίου·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απολύτως ελεύθερο να αναθεωρήσει το σύνταγμά του και ότι η πραγματική έννοια της δημοκρατικής εναλλαγής είναι ότι επιτρέπει σε μια νέα κυβέρνηση να θεσπίσει νομοθεσία που απηχεί τη βούληση του λαού, τις δικές της αξίες και πολιτικές δεσμεύσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παραβιάζονται με τον τρόπο αυτό οι αξίες και οι αρχές της δημοκρατίας και το κράτος δικαίου που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε όλα τα κράτη μέλη οι ειδικές συνταγματικές διαδικασίες δυσχεραίνουν την τροποποίηση του συντάγματος σε σύγκριση με τις διαδικασίες που διέπουν τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, συγκεκριμένα με την προσφυγή στην ειδική πλειοψηφία, επιπρόσθετες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, χρονικές καθυστερήσεις και δημοψηφίσματα·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ιστορία των δημοκρατικών παραδόσεων στην Ευρώπη δείχνει ότι η μεταρρύθμιση ενός συντάγματος απαιτεί άκρα προσοχή και δέοντα σεβασμό προς τις διαδικασίες και τις εγγυήσεις που αποσκοπούν στη διαφύλαξη, μεταξύ άλλων, του κράτους δικαίου, της διάκρισης των εξουσιών και της ιεράρχησης των κανόνων δικαίου – με το σύνταγμα να αποτελεί τον υπέρτατο νόμο της χώρας·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το μέγεθος των συνολικών και συστηματικών συνταγματικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων τις οποίες η νέα κυβέρνηση και το κοινοβούλιο της Ουγγαρίας έφεραν εις πέρας σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα είναι χωρίς προηγούμενο και εξηγεί τον λόγο για τον οποίο τόσο πολλά θεσμικά όργανα και οργανισμοί της Ευρώπης (Ευρωπαϊκή Ένωση, Συμβούλιο της Ευρώπης, ΟΑΣΕ) θεώρησαν απαραίτητο να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις ορισμένων μεταρρυθμίσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν πρέπει να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά στην αντιμετώπιση των κρατών μελών, άρα η κατάσταση σε άλλα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να τεθεί υπό επίβλεψη, με παράλληλο σεβασμό της αρχής της ισότητας των κρατών μελών έναντι των Συνθηκών·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι χρειάζεται ένα διάλογος βασισμένος στη διαφάνεια, τη συμμετοχή, την αλληλεγγύη και τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των ουγγρικών αρχών, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας κοινότητας δημοκρατικών αξιών·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της άσκησης της αρμοδιότητάς της να εποπτεύει την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, πρέπει να ενεργεί στο ύψιστο επίπεδο ικανότητας και με σεβασμό της ανεξαρτησίας και να δρα άμεσα, με επιμέλεια και χωρίς καθυστέρηση, ιδίως όταν πρόκειται για περιπτώσεις πιθανής σοβαρής παραβίασης των αξιών της Ένωσης από ένα κράτος μέλος·

Ο Θεμελιώδης Νόμος και οι μεταβατικές διατάξεις του

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έγκριση του ουγγρικού Θεμελιώδους Νόμου στις 18 Απριλίου 2011 - αποκλειστικά με τις ψήφους των μελών του κυβερνητικού συνασπισμού και βάσει σχεδίου κειμένου που είχε εκπονηθεί από εκπροσώπους του κυβερνητικού συνασπισμού - έγινε στο σύντομο χρονικό διάστημα των 35 ημερολογιακών ημερών από την υποβολή της πρότασης (T/2627) στο κοινοβούλιο, με αποτέλεσμα να είναι περιορισμένες οι δυνατότητες για ενδελεχή και ουσιαστική συζήτηση για το σχέδιο κειμένου με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και την κοινωνία των πολιτών·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σχέδιο συντάγματος που υποβλήθηκε στο ουγγρικό κοινοβούλιο στις 14 Μαρτίου 2011 ήταν εκείνο που κατάρτισαν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του συνασπισμού FIDESZ-KDNP και όχι το έγγραφο εργασίας που βασιζόταν στις συζητήσεις που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της ad hoc κοινοβουλευτικής επιτροπής, μολονότι η επιτροπή αυτή είχε συσταθεί ρητά για την εκπόνηση του νέου Θεμελιώδους Νόμου, γεγονός που έρχεται να προστεθεί στην έλλειψη διαβουλεύσεων με την αντιπολίτευση·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η «εθνική διαβούλευση» για το σύνταγμα συνίστατο σε έναν κατάλογο δώδεκα ερωτήσεων για πολύ ειδικά ζητήματα που εκπονήθηκε από το κυβερνών κόμμα έτσι ώστε οι απαντήσεις να είναι αυτονόητες και ότι η διαβούλευση δεν περιελάμβανε το κείμενο του σχεδίου Θεμελιώδους Νόμου·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατόπιν συνταγματικής αναφοράς του Ούγγρου Επιτρόπου Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας ακύρωσε, στις 28 Δεκεμβρίου 2012 (απόφαση αριθ. 45/2012) πάνω από τα δυο τρίτα των μεταβατικών διατάξεων, με το σκεπτικό ότι δεν είχαν μεταβατικό χαρακτήρα·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τέταρτη Τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου, που εγκρίθηκε στις 11 Μαρτίου 2013, ενσωματώνει στο κείμενο του Θεμελιώδους Νόμου τις περισσότερες από τις μεταβατικές διατάξεις που ακύρωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως και άλλες διατάξεις οι οποίες παλαιότερα είχαν κριθεί αντισυνταγματικές·

Η εκτεταμένη χρήση βασικών νόμων

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Θεμελιώδης Νόμος της Ουγγαρίας αναφέρει 26 πεδία που πρέπει να ρυθμιστούν με βασικούς νόμους (δηλαδή με νόμους των οποίων η έγκριση απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων), τα οποία καλύπτουν ευρύ φάσμα ζητημάτων για το θεσμικό σύστημα της Ουγγαρίας, την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και σημαντικές ρυθμίσεις που αφορούν την κοινωνία·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, από τη στιγμή που εγκρίθηκε ο Θεμελιώδης Νόμος, το κοινοβούλιο έχει θεσπίσει 49 βασικούς νόμους(6) (μέσα σε ενάμισι έτος)·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα θέματα, όπως συγκεκριμένες πτυχές του οικογενειακού δικαίου και του φορολογικού και του συνταξιοδοτικού συστήματος, τα οποία κατά κανόνα εμπίπτουν στη συνήθη νομοθετική διαδικασία, ρυθμίζονται με βασικούς νόμους·

Εσπευσμένες νομοθετικές διαδικασίες, πρακτική των νομοσχεδίων από μεμονωμένους βουλευτές, κοινοβουλευτική συζήτηση

ΛΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σημαντικά νομοθετήματα, μεταξύ άλλων ο Θεμελιώδης Νόμος, η Δεύτερη και η Τέταρτη Τροπολογία του, οι μεταβατικές διατάξεις και ορισμένοι βασικοί νόμοι, εγκρίθηκαν βάσει νομοσχεδίων που υποβλήθηκαν από μεμονωμένους βουλευτές και για τα οποία δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις της Πράξης CXXXI του 2010 περί συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών στην προπαρασκευή της νομοθεσίας, και του Διατάγματος 24/2011 του Υπουργού Δημόσιας Διοίκησης και Δικαιοσύνης περί προκαταρκτικής και μεταγενέστερης αξιολόγησης επιπτώσεων, με αποτέλεσμα η νομοθεσία που εγκρίνεται με αυτή τη διαδικασία να υπόκειται σε περιορισμένη δημόσια συζήτηση·

ΛΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έγκριση μεγάλου αριθμού βασικών νόμων σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων που αφορούν το νομικό καθεστώς και τις αποδοχές των Ούγγρων δικαστών και την οργάνωση και διοίκηση των ουγγρικών δικαστηρίων, καθώς και των πράξεων που αφορούν την ελευθερία θρησκείας και πεποιθήσεων και την Εθνική Τράπεζα Ουγγαρίας, περιορίζει αναπόφευκτα τις δυνατότητες για μια σωστή διαβούλευση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και την κοινωνία των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, οργανώσεων εργοδοτών, συνδικαλιστικών ενώσεων και ομάδων συμφερόντων·

ΛΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Πράξη XXXVI του 2012 σχετικά με την Εθνοσυνέλευση εκχωρεί στον εκπρόσωπο του Κοινοβουλίου εκτεταμένη διακριτική εξουσία να περιορίζει την ελεύθερη έκφραση των βουλευτών στο κοινοβούλιο·

Αποδυνάμωση των ελέγχων και ισορροπιών: Συνταγματικό Δικαστήριο, Κοινοβούλιο, Αρχή Προστασίας Δεδομένων

ΛΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δυνάμει του Θεμελιώδους Νόμου, θεσπίστηκε η δυνατότητα υποβολής δύο νέων ειδών συνταγματικής καταγγελίας στο Συνταγματικό Δικαστήριο, ενώ καταργήθηκε η actio popularis (λαϊκή αγωγή) για εκ των υστέρων έλεγχο·

M.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Νόμος LXXII του 2013 σχετικά με τη θέσπιση νέων κανόνων και κανονισμών για την εποπτεία της εθνικής ασφάλειας δημοσιεύθηκε στις 3 Ιουνίου 2013· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εν λόγω νόμος εγείρει ανησυχίες, τις οποίες διατύπωσε ο αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας, σχετικά με τον σεβασμό της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής·

ΜA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δυνάμει του Θεμελιώδους Νόμου, οι εξουσίες του Συνταγματικού Δικαστηρίου να ελέγχει εκ των υστέρων τη συνταγματικότητα των νόμων που αφορούν τον προϋπολογισμό ως προς την ουσία τους περιορίστηκαν κατ’ ουσίαν στις παραβιάσεις ενός εξαντλητικού καταλόγου δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται ο έλεγχος συνταγματικότητας σε περιπτώσεις παραβίασης άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και του δικαιώματος ίσης μεταχείρισης·

ΜB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τέταρτη Τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου άφησε άθικτο το ήδη υφιστάμενο δικαίωμα του Συνταγματικού Δικαστηρίου να ελέγχει τις τροπολογίες του Θεμελιώδους Νόμου από άποψη διαδικασίας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι αποκλείει να έχει στο μέλλον το Συνταγματικό Δικαστήριο το δικαίωμα να ελέγχει τις συνταγματικές τροπολογίες από άποψη ουσίας·

ΜΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα απόφαση 45/2012, κρίνει ότι «η συνταγματική νομιμότητα δεν απαιτεί μόνο διαδικαστική, τυπική και δημοσιοδικαϊκή εγκυρότητα, αλλά και ουσιαστική . Τα συνταγματικά κριτήρια ενός δημοκρατικού κράτους που διέπεται από τις αρχές του κράτους δικαίου συνιστούν ταυτόχρονα συνταγματικές αξίες, αρχές και θεμελιώδεις δημοκρατικές ελευθερίες που κατοχυρώνονται σε διεθνείς συνθήκες και είναι παραδεκτές και αναγνωρισμένες από κοινότητες δημοκρατικών κρατών στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, όπως και του ius cogens (αναγκαστικού κανόνα), που ισοδυναμεί εν μέρει με τα προαναφερθέντα. Κατά περίπτωση, το Συνταγματικό Δικαστήριο δύναται ακόμη και να ελέγχει την ελεύθερη εφαρμογή και ενσωμάτωση στο σύνταγμα των ουσιαστικών απαιτήσεων, εγγυήσεων και αξιών ενός δημοκρατικού κράτους δυνάμει των αρχών του κράτους δικαίου.» (σημείο IV.7 της Απόφασης)·

ΜΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τέταρτη Τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου ορίζει περαιτέρω ότι οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Θεμελιώδους Νόμου ακυρώνονται, με αποτέλεσμα να είναι ρητά αντίθετη προς την απόφαση 22/2012 του Συνταγματικού Δικαστηρίου στην οποία το δικαστήριο διαπίστωσε ότι παραμένουν έγκυρες οι δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί σχετικά με τις θεμελιώδεις αξίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες καθώς και σχετικά με τους συνταγματικούς θεσμούς που δεν τροποποιήθηκαν ουσιωδώς από τον Θεμελιώδη Νόμο· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τέταρτη Τροπολογία επανεισήγαγε στον Θεμελιώδη Νόμο ορισμένες διατάξεις οι οποίες παλαιότερα είχαν κριθεί αντισυνταγματικές από το Συνταγματικό Δικαστήριο·

ΜΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα μη κοινοβουλευτικό όργανο, το Συμβούλιο Προϋπολογισμού, με περιορισμένη δημοκρατική νομιμότητα, έλαβε την εξουσία να ασκεί βέτο στην έγκριση του γενικού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα να περιορίζεται το πεδίο του δημοκρατικά εκλεγμένου νομοθετικού σώματος και να παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η δυνατότητα να διαλύει το κοινοβούλιο·

ΜΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νέα Πράξη περί Ελεύθερης Ενημέρωσης, που εγκρίθηκε τον Ιούλιο του 2011, κατάργησε τον θεσμό του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων και Ελεύθερης Ενημέρωσης, τερματίζοντας έτσι πρόωρα την εξαετή εντολή του Επιτρόπου και μεταβιβάζοντας τις εξουσίες του στη νεοσυσταθείσα Εθνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω αλλαγές ελέγχονται επί του παρόντος από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ΜZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ουγγαρίας στις 8 Ιουνίου 2012, δηλώνοντας ότι η Ουγγαρία αμέλησε να τηρήσει τις εκ της οδηγίας 95/46/ΕΚ υποχρεώσεις της όταν έπαυσε τον Επόπτη της Προστασίας Δεδομένων από τα καθήκοντά του πριν από το τέλος της εντολής του, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η ανεξαρτησία του θεσμού·

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης

ΜH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δυνάμει του Θεμελιώδους Νόμου και των μεταβατικών του διατάξεων, η εξαετής εντολή του πρώην Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου (που μετονομάσθηκε σε «Kúria») τερματίσθηκε πρόωρα μετά από δύο έτη·

ΜΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 2 Ιουλίου 2012, το ουγγρικό κοινοβούλιο τροποποίησε τους βασικούς νόμους για τη δικαιοσύνη (Πράξη CLXI του 2011 περί οργάνωσης και διοίκησης των δικαστηρίων και Πράξη CLXII του 2011 περί του νομικού καθεστώτος και των αποδοχών των δικαστών), εφαρμόζοντας εν μέρει τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας·

N.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι βασικές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, όπως η μονιμότητα, η εγγυημένη διάρκεια της θητείας και η διάρθρωση και η σύνθεση των διοικητικών οργάνων, δεν ρυθμίζονται από τον Θεμελιώδη Νόμο αλλά εξακολουθούν να ορίζονται - μαζί με λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την οργάνωση και τη διοίκηση της Δικαιοσύνης - από τους τροποποιηθέντες βασικούς νόμους·

ΝA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Θεμελιώδης Νόμος της Ουγγαρίας δεν προβλέπει την ανεξαρτησία του Συνταγματικού Δικαστηρίου ούτε την ανεξαρτησία της διοίκησης του δικαστικού σώματος·

ΝB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η τροπολογία των βασικών νόμων για τη δικαιοσύνη σε ό, τι αφορά την εξουσία του προέδρου της Εθνικής Δικαστικής Αρχής να μεταβιβάζει υποθέσεις σε άλλο δικαστήριο χάριν της εκδίκασης των υποθέσεων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος δεν ορίζει αντικειμενικά κανονιστικά κριτήρια για την επιλογή των προς μεταβίβαση υποθέσεων·

ΝΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την έναρξη ισχύος του Θεμελιώδους Νόμου, των μεταβατικών διατάξεών του και της βασικής Πράξης αριθ. CLXII του 2011 περί του νομικού καθεστώτος και των αποδοχών των δικαστών, το όριο υποχρεωτικής συνταξιοδότησης των δικαστών μειώθηκε από τα 70 στα 62 έτη·

ΝΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η, εκδοθείσα στις 6 Νοεμβρίου 2012, Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι η ριζική μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης των Ούγγρων δικαστών καθώς και των εισαγγελέων και συμβολαιογράφων από τα 70 στα 62 έτη συνιστά αδικαιολόγητη διάκριση για λόγους ηλικίας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποβλήθηκαν, στις 20 Ιουνίου 2012, δύο καταγγελίες από δύο ομάδες Ούγγρων δικαστών που ζητούν την έκδοση απόφασης που να διαπιστώνει την παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από την ουγγρική νομοθεσία περί μείωσης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστών·

ΝΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 11 Μαρτίου 2013, το ουγγρικό κοινοβούλιο ενέκρινε την Πράξη αριθ. XX του 2013 που τροποποιεί το ανώτατο όριο ηλικίας βάσει, εν μέρει, της απόφασης του ουγγρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 2012 και της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Νοεμβρίου 2012·

Η εκλογική μεταρρύθμιση

ΝΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυβερνητική πλειοψηφία στο κοινοβούλιο προέβη σε μονομερή μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος χωρίς να επιδιώξει τη συναίνεση της αντιπολίτευσης·

ΝZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο της πρόσφατης εκλογικής μεταρρύθμισης, το ουγγρικό κοινοβούλιο ενέκρινε, στις 26 Νοεμβρίου 2012, βάσει πρότασης νόμου που υποβλήθηκε από μεμονωμένο βουλευτή, την Πράξη για την εκλογική διαδικασία, με σκοπό να αντικατασταθεί η προηγούμενη αυτόματη εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους όλων των πολιτών που κατοικούν στην Ουγγαρία από ένα σύστημα εκούσιας εγγραφής ως προϋπόθεση για την άσκηση του ατομικού δικαιώματος της ψήφου·

ΝH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Δεύτερη Τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου που θεσπίζει την απαίτηση εγγραφής των εκλογέων κατατέθηκε ως πρόταση νόμου από μεμονωμένο βουλευτή την ίδια μέρα με το νομοσχέδιο για την εκλογική διαδικασία, συγκεκριμένα στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, και εγκρίθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2012·

ΝΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή της Βενετίας και ο ΟΑΣΕ/ODIHR (Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) κατάρτισαν από κοινού γνωμοδότηση σχετικά με την Πράξη περί εκλογής των βουλευτών του ουγγρικού κοινοβουλίου στις 15 και 16 Ιουνίου 2012·

Ξ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 6 Δεκεμβρίου 2012, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση εγγραφής συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος ψήφου των μόνιμων κατοίκων Ουγγαρίας κα ότι, κατά συνέπεια, είναι αντισυνταγματική·

ΞA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και έκρινε δικαιολογημένη την εγγραφή πολιτών που διαμένουν στο εξωτερικό, εντούτοις, το Συνταγματικό Δικαστήριο, στην απόφασή του της 4ης Ιανουαρίου 2013, απεφάνθη ακόμη ότι ο αποκλεισμός της δυνατότητας προσωπικής εγγραφής των εκλογέων που ζουν στην Ουγγαρία αλλά δεν διαθέτουν διεύθυνση κατοικίας συνιστά διάκριση κι ότι οι διατάξεις που επιτρέπουν τη δημοσίευση πολιτικών διαφημίσεων μόνο σε δημόσια μέσα ενημέρωσης κατά τις προεκλογικές εκστρατείες και οι κανόνες που απαγορεύουν τη δημοσίευση δημοσκοπήσεων της κοινής γνώμης τις έξι τελευταίες ημέρες πριν από τις εκλογές περιορίζουν δυσανάλογα την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία του Τύπου·

Η νομοθεσία για τα μέσα ενημέρωσης

ΞB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ως θεμελιώδεις αξίες τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου και συνεπώς εγγυάται και προάγει την ελευθερία της έκφρασης και της ενημέρωσης όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR), και λαμβάνοντας υπόψη ότι στα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνονται η ελευθερία έκφρασης της γνώμης και η ελευθερία λήψης και κοινοποίησης πληροφοριών χωρίς έλεγχο, ανάμειξη ή πίεση εκ μέρους των δημόσιων αρχών·

ΞΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποφανθεί ότι υπάρχει θετική υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης, δυνάμει του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR), και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διατάξεις της Σύμβασης είναι παρεμφερείς με αυτές του άρθρου 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου·

ΞΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια αυτόνομη και ισχυρή δημόσια σφαίρα, βασισμένη σε ανεξάρτητα και πλουραλιστικά μέσα ενημέρωσης, αποτελεί το αναγκαίο περιβάλλον εντός του οποίου μπορούν να αναπτυχθούν οι συλλογικές ελευθερίες της κοινωνίας των πολιτών - όπως το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι - και οι ατομικές ελευθερίες - όπως η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα πρόσβασης στην ενημέρωση - και ότι θα πρέπει οι δημοσιογράφοι να είναι ελεύθεροι από πιέσεις ιδιοκτητών, διευθυντών και κυβερνήσεων, καθώς και από οικονομικές απειλές·

ΞΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο ΟΑΣΕ, με δηλώσεις, ψηφίσματα, συστάσεις, γνωμοδοτήσεις και εκθέσεις σχετικά με την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, τον πλουραλισμό και τη συγκέντρωση, δημιούργησαν ένα σημαντικό σύνολο κοινών πανευρωπαϊκών ελάχιστων προδιαγραφών σε αυτό το πεδίο·

ΞΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη έχουν καθήκον να προάγουν και να προστατεύουν διαρκώς την ελευθερία της γνώμης, της έκφρασης, της ενημέρωσης και ότι, εάν οι ελευθερίες αυτές αντιμετωπίσουν σοβαρό κίνδυνο ή παραβιασθούν σε κάποιο κράτος μέλος, η Ένωση οφείλει να παρέμβει έγκαιρα και αποτελεσματικά δυνάμει των αρμοδιοτήτων της όπως αυτές κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, για να προστατεύσει την ευρωπαϊκή δημοκρατική και πλουραλιστική τάξη και τα θεμελιώδη δικαιώματα·

ΞZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένα εκφράσει την ανησυχία του για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, τον πλουραλισμό και τη συγκέντρωση στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της·

ΞH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κριτική σε ορισμένες διατάξεις του ουγγρικού νόμου για τα μέσα ενημέρωσης έχουν ασκήσει το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, ο Εκπρόσωπος του ΟΑΣΕ για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης και ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για την προστασία της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, καθώς και μεγάλος αριθμός διεθνών και εθνικών δημοσιογραφικών οργανώσεων, συντακτών και εκδοτών, ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών, όπως και κράτη μέλη·

ΞΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κριτική ασκήθηκε κυρίως σε σχέση με την έγκριση νομοθετημάτων βάσει της κοινοβουλευτικής διαδικασίας των νομοσχεδίων που κατατίθενται από μεμονωμένους βουλευτές, την άκρως ιεραρχική δομή της εποπτείας των μέσων ενημέρωσης, τη διαχειριστική αρχή του Προέδρου της Ρυθμιστικής Αρχής, την απουσία διατάξεων για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Αρχής, την εκτεταμένη εποπτική και πειθαρχική εξουσία της Αρχής, τον σημαντικό αντίκτυπο ορισμένων διατάξεων στο περιεχόμενο του προγραμματισμού, την απουσία ειδικού κανονισμού για τα μέσα ενημέρωσης, την αδιαφάνεια στη διαδικασία υποβολής προσφορών για αδειοδότηση, και την αοριστία κανόνων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυθαίρετη εφαρμογή και επιβολή·

O.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο ψήφισμά του της 10ης Μαρτίου 2011 σχετικά με τον νόμο για τα μέσα ενημέρωσης στην Ουγγαρία, το Κοινοβούλιο τόνισε ότι ο ουγγρικός νόμος για τα μέσα ενημέρωσης θα πρέπει να ανασταλεί επειγόντως και να επανεξετασθεί βάσει των σχολίων και προτάσεων της Επιτροπής, του ΟΑΣΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να συνεχίσει να εποπτεύει στενά και να αξιολογεί τη συμμόρφωση του ουγγρικού νόμου για τα μέσα ενημέρωσης, όπως τροποποιείται, προς την ευρωπαϊκή νομοθεσία και ιδιαίτερα προς τις διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

ΟA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο επί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης τόνισε την ανάγκη τροποποίησης της νομοθεσίας προκειμένου να διορθωθούν οι παραβιάσεις της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, όπως οι οδηγίες για τις πληροφορίες και την κάλυψη που θα πρέπει να παρέχουν όλα οι πάροχοι μέσων ενημέρωσης, την επιβολή κυρώσεων στα μέσα ενημέρωσης, τους προληπτικούς περιορισμούς στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης υπό μορφή απαιτήσεων και εξαιρέσεων στο θέμα της προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών, και λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως προς την ανεξαρτησία και τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης, ο Επίτροπος έχει διατυπώσει την ανάγκη διόρθωσης προβλημάτων όπως είναι οι αποδυναμωμένες συνταγματικές εγγυήσεις του πλουραλισμού, η έλλειψη ανεξαρτησίας των κανονιστικών φορέων που είναι αρμόδιοι για τα μέσα ενημέρωσης, η απουσία εγγυήσεων για την ανεξαρτησία των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών και η απουσία αποτελεσματικών μέσων προσφυγής σε εθνικό επίπεδο για τους συντελεστές των μέσων ενημέρωσης κατά των οποίων το Συμβούλιο Μέσων Ενημέρωσης εκδίδει αποφάσεις·

ΟB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή εξέφρασε ανησυχίες ως προς τη συμβατότητα του ουγγρικού νόμου για τα μέσα ενημέρωσης με την οδηγία για τις Υπηρεσίες Οπτικοακουστικών Μέσων και με το κοινοτικό κεκτημένο εν γένει, ιδίως σε σχέση με την υποχρέωση παροχής ισορροπημένης κάλυψης που ισχύει για όλους τους παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, κι ότι επίσης η Επιτροπή έχει θέσει το ερώτημα κατά πόσον ο νόμος αυτός συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και σέβεται το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της ενημέρωσης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, την αρχή της χώρας καταγωγής και τις απαιτήσεις περί καταχώρισης, και λαμβάνοντας υπόψη ότι, τον Μάρτιο του 2012, μετά από διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή, το ουγγρικό κοινοβούλιο τροποποίησε τον νόμο για να διορθώσει τα σημεία που είχε επισημάνει η Επιτροπή·

ΟΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ΟΑΣΕ έχει εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το ουσιαστικό και εδαφικό πεδίο εφαρμογής της ουγγρικής νομοθεσίας, την πολιτικώς ομοιογενή σύνθεση της Αρχής Μέσων Ενημέρωσης και του Συμβουλίου Μέσων Ενημέρωσης, τις δυσανάλογες κυρώσεις που επιβάλλονται, την απουσία αυτόματης διαδικασίας για την αναστολή μιας κύρωσης σε περίπτωση έφεσης κατά της απόφασης της Αρχής Μέσων Ενημέρωσης, την παραβίαση της αρχής του απορρήτου των δημοσιογραφικών πηγών και την προστασία των οικογενειακών αξιών·

ΟΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συστάσεις του ΟΑΣΕ(7) ζητούν μεταξύ άλλων την κατάργηση των νομικών απαιτήσεων περί ισορροπημένης κάλυψης και των λοιπών διατάξεων περί περιεχομένου, τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας των συντακτών, την εξασφάλιση ότι διαφορετικοί κανόνες θα ρυθμίζουν διαφορετικές μορφές μέσων ενημέρωσης - έντυπα, ραδιοτηλεοπτικά και επιγραμμικά - την κατάργηση όσων απαιτήσεων καταχώρισης θεωρούνται υπερβολικές, τη διασφάλιση ότι ο ρυθμιστικός φορέας θα είναι ανεξάρτητος και ικανός, την εξασφάλιση αντικειμενικότητας και πλουραλιστικού πνεύματος στη διαδικασία διορισμού των οργάνων που θα διοικούν τον τομέα των μέσων ενημέρωσης, τη μη υπαγωγή των έντυπων μέσων ενημέρωσης στη δικαιοδοσία του ρυθμιστικού φορέα και την αποτελεσματική ενθάρρυνση της αυτορρύθμισης·

ΟΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρόλο που οι νόμοι τροποποιήθηκαν το 2011 μετά από διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κι ότι, τον Μάιο του 2012, μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Δεκεμβρίου 2011 η οποία ανέτρεψε αρκετές διατάξεις ως αντισυνταγματικές όσον αφορά τον κανονισμό για το περιεχόμενο του έντυπου Τύπου, την προστασία των πηγών των δημοσιογράφων, την απαίτηση παροχής δεδομένων και τον θεσμό του Επιτρόπου Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνιών, ο Εκπρόσωπος του ΟΑΣΕ για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης κατέκρινε την κατάθεση και έγκριση διαφόρων τροπολογιών μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους κύκλους και το ότι θεμελιώδη στοιχεία της νομοθεσίας δεν βελτιώθηκαν, ιδίως το θέμα του διορισμού του προέδρου και των μελών της Αρχής Μέσων Ενημέρωσης και του Συμβουλίου Μέσων Ενημέρωσης, τις αρμοδιότητές τους για το περιεχόμενο των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, την επιβολή υψηλών προστίμων και την απουσία εγγυήσεων για την οικονομική και συντακτική ανεξαρτησία των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων·

ΟΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και επικρότησε την τροποποίηση της νομοθεσίας για τα μέσα ενημέρωσης που εγκρίθηκε τον Μάρτιο του 2011, ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για την προαγωγή και την προστασία της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης τόνισε την ανάγκη αντιμετώπισης των υπόλοιπων προβλημάτων που υπάρχουν στον κανονισμό για το περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης, τις ανεπαρκείς εγγυήσεις για την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της Αρχής Μέσων Ενημέρωσης, τα υπερβολικά πρόστιμα και τις άλλες διοικητικές κυρώσεις, την εφαρμοσιμότητα της νομοθεσίας για τα μέσα ενημέρωσης σε όλες τις κατηγορίες μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων των έντυπων και των διαδικτυακών, τις απαιτήσεις καταχώρισης, και την απουσία επαρκούς προστασίας των δημοσιογραφικών πηγών·

ΟZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ανάλυση από εμπειρογνώμονες του Συμβουλίου της Ευρώπης(8) (που αξιολόγησε τη συμμόρφωση των νόμων για τα μέσα ενημέρωσης βάσει των προτάσεων τροποποίησής τους του 2012 σε σχέση με τα κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης που ορίζουν τα σχετικά πρότυπα στο πεδίο των μέσων και της ελευθερίας έκφρασης) συνιστούσε να επανεξετασθούν εκτενώς, να διευκρινισθούν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταργηθούν συγκεκριμένες διατάξεις που αφορούν την καταχώριση και τη διαφάνεια, τον κανονισμό περί περιεχομένου, τις υποχρεώσεις ειδησεογραφικής κάλυψης, την προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, τις δημόσιες υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και τους ρυθμιστικούς φορείς·

ΟH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά τον διάλογο με την ΕΕ και τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης μέσα από την ανταλλαγή επιστολών και τις συναντήσεις εμπειρογνωμόνων, νέες νομικές τροπολογίες κατατέθηκαν τον Φεβρουάριο του 2013 για την ενίσχυση και διασφάλιση της ανεξαρτησίας των ρυθμιστικών φορέων του τομέα των μέσων ενημέρωσης, ιδίως σε ό, τι αφορά την τήρηση των κανόνων σχετικά με τις προϋποθέσεις διορισμού και εκλογής του Προέδρου της Εθνικής Αρχής Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και του Συμβουλίου Μέσων Ενημέρωσης και, αντίστοιχα, τη διαδικασία διορισμού, το πρόσωπο που διενεργεί τον διορισμό και τους επανειλημμένους διορισμούς·

ΟΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ουγγρικές αρχές δήλωσαν ότι σκοπεύουν να αναθεωρήσουν τους κανόνες σχετικά με τους περιορισμούς στην πολιτική διαφήμιση στη διάρκεια των προεκλογικών εκστρατειών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ουγγρική κυβέρνηση διεξάγει διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το θέμα της πολιτικής διαφήμισης· λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, ότι η Τέταρτη Τροπολογία επιβάλλει ευρεία και δυνητικά αόριστη απαγόρευση της ρητορικής που αποσκοπεί στην προσβολή της αξιοπρέπειας ομάδων, συμπεριλαμβανομένου του ουγγρικού έθνους, η οποία ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί για να περιοριστεί αυθαίρετα η ελευθερία έκφρασης και ενδέχεται να λειτουργήσει κατασταλτικά για τους δημοσιογράφους καθώς και τους καλλιτέχνες και άλλους·

Π.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Εθνική Αρχή Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και το Συμβούλιο Μέσων Ενημέρωσης δεν προέβησαν σε αξιολογήσεις των επιπτώσεων της νομοθεσίας στην ποιότητα του δημοσιογραφικού έργου, τον βαθμό συντακτικής ελευθερίας και την ποιότητα των συνθηκών εργασίας των δημοσιογράφων·

Ο σεβασμός των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες

ΠA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες αναγνωρίζεται ρητά μεταξύ των αξιών που ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ και ότι η Ένωση έχει δεσμευθεί να προάγει αυτές τις αξίες και να καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τις διακρίσεις·

ΠB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που περιλαμβάνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

ΠΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευθύνη των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε να γίνονται σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων, ανεξαρτήτως εθνότητας ή πίστης, καλύπτει όλα τα επίπεδα δημόσιας διοίκησης και όλες τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των νόμων και επίσης συνεπάγεται την ενεργό προαγωγή της ανοχής και την απερίφραστη καταδίκη φαινομένων όπως η ρατσιστική βία, η αντισημιτική και αντιρομά ρητορική του μίσους, ιδίως όταν εκφράζεται επίσημα ή δημόσια, μεταξύ άλλων στο ουγγρικό κοινοβούλιο·

ΠΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η απουσία αντίδρασης εκ μέρους των αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή του νόμου σε περιπτώσεις ρατσιστικών εγκλημάτων(9) έχει προκαλέσει έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στην αστυνομία·

ΠΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι το ουγγρικό κοινοβούλιο έχει εγκρίνει ποινική και αστική νομοθεσία με σκοπό την καταπολέμηση της υποκίνησης ρατσιστικού μίσους και της ρητορικής του μίσους·

ΠΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μισαλλοδοξία έναντι των μελών της κοινότητας Ρομά και της εβραϊκής κοινότητας δεν αποτελεί αποκλειστικό πρόβλημα της Ουγγαρίας, ότι και άλλα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν την ίδια κατάσταση και ότι πρόσφατα γεγονότα προκάλεσαν ανησυχίες σχετικά με την επιδείνωση της αντιρομά και της αντισημιτικής ρητορικής του μίσους στην Ουγγαρία·

ΠZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιβολή νομοθεσίας στον τομέα της φορολογίας και των συντάξεων με αναδρομική ισχύ επέτεινε σε τεράστιο βαθμό την κοινωνική ανασφάλεια και τη φτώχεια, πράγμα που όχι μόνο προκαλεί μεγάλη αβεβαιότητα στους πολίτες αλλά συνιστά επίσης παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας και υποσκάπτει τις θεμελιώδεις ελευθερίες·

Ελευθερία θρησκείας ή πεποιθήσεων και αναγνώριση των εκκλησιών

ΠH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR) και από το άρθρο 10 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αποτελεί ένα από τα θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και ότι ο ρόλος του κράτους στο θέμα αυτό θα πρέπει να είναι εκείνος του ουδέτερου και αμερόληπτου εγγυητή του δικαιώματος άσκησης των διαφόρων θρησκειών, δογμάτων και πεποιθήσεων·

ΠΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Πράξη περί Εκκλησιών δημιούργησε ένα νέο νομικό καθεστώς για τις θρησκευτικές ενώσεις και τις εκκλησίες στην Ουγγαρία, που επιβάλλει ένα σύνολο απαιτήσεων για την αναγνώριση των εκκλησιών και εξαρτά την αναγνώριση αυτή από την προηγούμενη έγκριση του κοινοβουλίου με πλειοψηφία των δύο τρίτων·

Ρ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η υποχρέωση που επιβάλλει η Πράξη περί Εκκλησιών να υπάρχει η κοινοβουλευτική αναγνώριση ως προϋπόθεση για τη λειτουργία μιας εκκλησίας κρίθηκε από την Επιτροπή της Βενετίας(10) ως περιορισμός της θρησκευτικής ελευθερίας·

ΡA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω της αναδρομικής ισχύος των διατάξεων της Πράξης περί Εκκλησιών, περισσότερες από 300 καταχωρισμένες εκκλησίες έχασαν το νομικό καθεστώς της εκκλησίας·

ΡB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά από αίτημα πολλών θρησκευτικών κοινοτήτων και του Ούγγρου Επιτρόπου Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέτασε τη συνταγματικότητα των διατάξεων της Πράξης περί Εκκλησιών και χαρακτήρισε, στην υπ’ αριθ. 6/2013 απόφασή του της 26ης Φεβρουαρίου 2013, ορισμένες εξ αυτών αντισυνταγματικές και τις ακύρωσε με αναδρομική ισχύ·

ΡΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στην απόφασή του αυτή το Συνταγματικό Δικαστήριο, αν και δεν εξετάζει το δικαίωμα του κοινοβουλίου να διευκρινίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης μιας εκκλησίας, έκρινε ότι η αναγνώριση του νομικού καθεστώτος της εκκλησίας βάσει ψηφοφορίας στο κοινοβούλιο δύναται να οδηγήσει σε πολιτικώς μεροληπτικές αποφάσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δήλωσε ότι η Πράξη δεν περιέχει καμία υποχρέωση λεπτομερούς αιτιολόγησης μιας απόφασης που θα αρνείται την αναγνώριση του καθεστώτος της εκκλησίας, ότι δεν ορίζει προθεσμίες για τις ενέργειες του κοινοβουλίου και ότι η Πράξη δεν διασφαλίζει τη δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης ένδικων μέσων σε περίπτωση άρνησης ή μη λήψης απόφασης·

ΡΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τέταρτη Τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου, που εγκρίθηκε δύο εβδομάδες μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, τροποποίησε το άρθρο VII του Θεμελιώδους Νόμου και ανύψωσε σε επίπεδο συντάγματος την εξουσία του κοινοβουλίου να εγκρίνει βασικούς νόμους για την αναγνώριση ορισμένων οργανώσεων ασχολούμενων με θρησκευτικές δραστηριότητες, όπως είναι π.χ. οι εκκλησίες, παρακάμπτοντας έτσι την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου·

II - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Ο ουγγρικός Θεμελιώδης Νόμος και η εφαρμογή του

1.  υπενθυμίζει ότι ο σεβασμός της νομιμότητας, συμπεριλαμβανομένης μιας διαφανούς, υπεύθυνης και δημοκρατικής διεργασίας για τη θέσπιση νόμων, μεταξύ άλλων κατά την έγκριση ενός Θεμελιώδους Νόμου, και ένα στέρεο σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, θεμελιωμένο στις ελεύθερες εκλογές και στον σεβασμό των δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης, αποτελούν βασικά στοιχεία των εννοιών της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ, που ορίζει ότι η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών», όπως διακηρύσσεται στα Προοίμια τόσο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων· εκφράζει τη λύπη του διότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν ανταποκρίθηκαν πάντα στο παρελθόν στα δικά τους πρότυπα για την προστασία των ευρωπαϊκών θεμελιωδών αξιών· τονίζει, συνεπώς, την ιδιαίτερη ευθύνη που υπέχουν για την ενίσχυση της διαφύλαξης των ευρωπαϊκών θεμελιωδών αξιών κατά την έννοια του άρθρου 2 της ΣΕΕ σε επίπεδο Ένωσης και κρατών μελών·

2.  επαναλαμβάνει απερίφραστα ότι, ναι μεν η κατάρτιση και έγκριση ενός νέου Συντάγματος εμπίπτει στις αρμοδιότητες των κρατών μελών, όμως τα κράτη μέλη και η ΕΕ έχουν την ευθύνη να μεριμνούν ώστε οι συνταγματικές διαδικασίες και το περιεχόμενο των συνταγμάτων να συνάδουν με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει κάθε κράτος μέλος βάσει της συνθήκης προσχώρησής του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή με τις κοινές αξίες της Ένωσης, με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR)·

3.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η διεργασία εκπόνησης και έγκρισης του ουγγρικού Θεμελιώδους Νόμου δεν είχε διαφάνεια, άνοιγμα, συμμετοχικότητα και, σε τελευταία ανάλυση, τη συναινετική βάση που θα μπορούσε κανείς να αναμένει από μια σύγχρονη δημοκρατική συνταγματική διεργασία, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται η νομιμότητα του ίδιου του Θεμελιώδους Νόμου·

4.  λαμβάνει γνώση της προαναφερθείσας απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 28ης Δεκεμβρίου 2012 που δηλώνει ότι το ουγγρικό κοινοβούλιο υπερέβη τις νομοθετικές του αρμοδιότητες εγκρίνοντας ορισμένους μόνιμους και γενικούς κανόνες στις μεταβατικές διατάξεις του Θεμελιώδους Νόμου, μεταξύ άλλων ότι «είναι καθήκον και αρμοδιότητα της συντακτικής εξουσίας να αποσαφηνίσει την κατάσταση μετά τη μερική ακύρωση. Το Κοινοβούλιο οφείλει να εξασφαλίσει μια προφανή και σαφή νομική κατάσταση», προσθέτοντας ότι τούτο δεν σημαίνει την αυτόματη ενσωμάτωση των ακυρωθεισών διατάξεων στον Θεμελιώδη Νόμο αδιακρίτως, διότι το κοινοβούλιο «πρέπει να επανεξετάσει τα ρυθμιστικά θέματα των μη μεταβατικών διατάξεων που ακυρώθηκαν και να αποφασίσει ποιες διατάξεις πρέπει να υποβάλλονται σε συστηματική ρύθμιση και σε ποιο επίπεδο πηγών δικαίου. Καθήκον του Κοινοβουλίου είναι επίσης να επιλέγει τις διατάξεις - που θα ρυθμίζονται κατ’ επανάληψη - που θα πρέπει να ενταχθούν στον Θεμελιώδη Νόμο και αυτές για τις οποίες απαιτείται ρύθμιση με κοινοβουλευτική Πράξη»·

5.  εκφράζει την έντονη αποδοκιμασία του για τις διατάξεις της Τέταρτης Τροπολογίας του Θεμελιώδους Νόμου, που υποσκάπτουν την υπεροχή του Θεμελιώδους Νόμου επανεισάγοντας στο κείμενό του ορισμένους κανόνες που είχαν προηγουμένως χαρακτηρισθεί από το Συνταγματικό Δικαστήριο ως αντισυνταγματικοί - ήτοι ασύμβατοι, για διαδικαστικούς ή ουσιαστικούς λόγους, με τον Θεμελιώδη Νόμο·

6.  υπενθυμίζει ότι, στην προαναφερθείσα απόφασή του της 28ης Δεκεμβρίου 2012, το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε σαφή απόφαση για τα πρότυπα συνταγματικότητας δηλώνοντας ότι «στα δημοκρατικά κράτη δικαίου, το σύνταγμα περιλαμβάνει σταθερά ουσιώδη και διαδικαστικά πρότυπα και αντίστοιχες απαιτήσεις. Το επίπεδο των ουσιωδών και διαδικαστικών συνταγματικών απαιτήσεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν του Θεμελιώδους Νόμου δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από το επίπεδο των αντίστοιχων απαιτήσεων που ίσχυαν δυνάμει του συντάγματος (Πράξη). Οι απαιτήσεις ενός συνταγματικού κράτους δικαίου εξακολουθούν να συνιστούν σταθερά εφαρμοζόμενες απαιτήσεις επί του παρόντος και αποτελούν προγράμματα για το μέλλον. Το συνταγματικό κράτος δικαίου είναι ένα σύστημα σταθερών αξιών, αρχών και εγγυήσεων»· εκτιμά ότι μια τόσο ξεκάθαρη και αξιοπρεπής δήλωση πρέπει να ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε όλα τα κράτη μέλη της·

7.  υπενθυμίζει ότι οι κοινές αξίες της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτούν ένα ισχυρό σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας θεμελιωμένης στις ελεύθερες εκλογές και στον σεβασμό των δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης και ότι, δυνάμει του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR), οι εκλογές πρέπει να εγγυώνται «την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης ως προς την εκλογή του νομοθετικού σώματος»·

8.  εκτιμά ότι, παρόλο που είναι συνήθης σε άλλα κράτη μέλη η χρήση νόμων που ψηφίστηκαν με πλειοψηφία δύο τρίτων και αποτελεί στοιχείο της ουγγρικής συνταγματικής και έννομης τάξης από το 1989, η εκτεταμένη χρήση των βασικών νόμων για τη θέσπιση πολύ συγκεκριμένων και λεπτομερών κανόνων υποσκάπτει τις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, δεδομένου ότι έδωσε τη δυνατότητα στη σημερινή κυβέρνηση, που διαθέτει τη στήριξη ειδικής πλειοψηφίας, να θεσμοθετήσει πολιτικές επιλογές που καθιστούν πολύ δύσκολο για οιαδήποτε νέα μελλοντική κυβέρνηση που θα διαθέτει μόνο απλή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο να ανταποκριθεί σε τυχόν κοινωνικές αλλαγές, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η σημασία κάθε νέας εκλογικής αναμέτρησης· εκτιμά ότι η χρήση αυτή θα πρέπει να επανεξετασθεί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι μελλοντικές κυβερνήσεις και κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες θα έχουν τη δυνατότητα να νομοθετούν με τρόπο που να έχει νόημα και να είναι σφαιρικός·

9.  εκτιμά ότι η τακτική της κατάθεσης νομοσχεδίων από μεμονωμένους βουλευτές για την εφαρμογή του συντάγματος (μέσω βασικών νόμων) δεν αποτελεί διαφανή, υπεύθυνη και δημοκρατική νομοθετική διαδικασία, δεδομένου ότι στερείται των εχεγγύων που διασφαλίζουν ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο και διαβούλευση και ότι μπορεί να αντιβαίνει και προς τον ίδιο τον Θεμελιώδη Νόμο, ο οποίος επιβάλλει στην κυβέρνηση (και όχι στους μεμονωμένους βουλευτές) την υποχρέωση υποβολής στο κοινοβούλιο των νομοσχεδίων που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του Θεμελιώδους Νόμου·

10.  σημειώνει τη γνωμοδότηση της Επιτροπή της Βενετίας (αριθ. CDL-AD(2011)016) η οποία «επικροτεί το γεγονός ότι το νέο αυτό Σύνταγμα θεσπίζει μια συνταγματική τάξη με βασικές αρχές τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων»· σημειώνει ακόμη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας (αριθ. CDL-AD(2012)001), σύμφωνα με την οποία η έγκριση μεγάλου αριθμού νομοθετημάτων σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα πιθανόν να εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ορισμένες από τις νέες διατάξεις δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα· σημειώνει ακόμη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με την Τέταρτη Τροπολογία του ουγγρικού Θεμελιώδους Νόμου (αριθ. CDL-AD(2013)012), όπου δηλώνεται ότι «η ίδια η Τέταρτη Τροπολογία προκαλεί ή διαιωνίζει αδυναμίες στο συνταγματικό σύστημα της Ουγγαρίας»·

11.  χαιρετίζει το γεγονός ότι ο ουγγρικός Θεμελιώδης Νόμος επαναλαμβάνει και επανεπιβεβαιώνει τα άρθρα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η Ουγγαρία είναι η τέταρτη χώρα στην ΕΕ που αναγνωρίζει την ουγγρική νοηματική γλώσσα (ΟΝΓ) ως πλήρη γλώσσα και προασπίζεται την ΟΝΓ ως κομμάτι του ουγγρικού πολιτισμού, στο άρθρο Η·

12.  χαιρετίζει το γεγονός ότι, στο άρθρο XV, ο ουγγρικός Θεμελιώδης Νόμος απαγορεύει συγκεκριμένα τις διακρίσεις για λόγους φυλής, χρώματος, φύλου, αναπηρίας, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων φρονημάτων, εθνικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, οικονομικών συνθηκών, συνθηκών γέννησης ή οιωνδήποτε άλλων συνθηκών, και ορίζει ότι η Ουγγαρία θα εγκρίνει ειδικά μέτρα για την προστασία των παιδιών, των γυναικών, των ηλικιωμένων και των ατόμων που ζουν με αναπηρία, σύμφωνα με τα άρθρα 20 έως 26 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Το δημοκρατικό σύστημα ελέγχων και ισορροπιών

13.  υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία και το κράτος δικαίου απαιτούν τον διαχωρισμό των εξουσιών μεταξύ ανεξάρτητων θεσμικών οργάνων βάσει ενός εύρυθμου συστήματος ελέγχων και ισορροπιών και αποτελεσματικών ελέγχων της συνταγματικής νομιμότητας της νομοθεσίας·

14.  υπενθυμίζει ότι η συνταγματική πλειοψηφία αύξησε τον αριθμό των συνταγματικών δικαστών από 11 σε 15 και κατάργησε την απαίτηση επίτευξη συμφωνίας με την αντιπολίτευση για την εκλογή συνταγματικών δικαστών· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, λόγω αυτών των μέτρων, 8 από τους 15 σημερινούς συνταγματικούς δικαστές έχουν εκλεγεί αποκλειστικά με την πλειοψηφία των δύο τρίτων (με μία εξαίρεση), συμπεριλαμβανομένων δύο βουλευτών που διορίστηκαν απευθείας από τη θέση του βουλευτή·

15.  χαιρετίζει την πρόβλεψη δυνατότητας για δύο νέα είδη συνταγματικής προσφυγής ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου και κατανοεί ότι ένα δημοκρατικό σύστημα που βασίζεται στο κράτος δικαίου δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη συνταγματικό δικαστήριο για να λειτουργήσει σωστά· υπενθυμίζει, ωστόσο, τη γνωμοδότηση αριθ. CDL-AD (2011)016 της Επιτροπής της Βενετίας, που αναφέρει ότι σε κράτη τα οποία έχουν επιλέξει να έχουν συνταγματικό δικαστήριο, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να έχει το δικαίωμα να αξιολογεί τη συμμόρφωση όλων των νόμων με τα ανθρώπινα δικαιώματα που εγγυάται το σύνταγμα· εκτιμά, ωστόσο, ότι ο περιορισμός της συνταγματικής φύσεως αρμοδιότητας στη νομοθεσία που αφορά τον κεντρικό προϋπολογισμό και τη φορολογία αποδυναμώνει τις θεσμικές και διαδικαστικές εγγυήσεις προστασίας διαφόρων συνταγματικών δικαιωμάτων και ελέγχου των εξουσιών του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης στο πεδίο του προϋπολογισμού·

16.  υπενθυμίζει ότι, όπως δηλώνει το Συνταγματικό Δικαστήριο στην υπ’ αριθ. 45/2012 απόφασή του, «Η συνταγματική νομιμότητα δεν περιλαμβάνει μόνο διαδικαστικές, τυπικές απαιτήσεις και απαιτήσεις κύρους του δημοσίου δικαίου, αλλά και ουσιώδεις απαιτήσεις [...]. Κατά περίπτωση, το Συνταγματικό Δικαστήριο δύναται ακόμη και να εξετάζει την ελεύθερη επιβολή της νομοθεσίας και τη συνταγματοποίηση των ουσιωδών απαιτήσεων, εγγυήσεων και αξιών των δημοκρατικών κρατών δικαίου.»·

17.  εκτιμά ότι, υπό το φως της συστηματικής τροποποίησης του Θεμελιώδους Νόμου βάσει πολιτικών επιθυμιών, το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν μπορεί πλέον να εκπληρώνει το ρόλο του ως υπέρτατου οργάνου προστασίας, ιδίως από τη στιγμή που η Τέταρτη Τροπολογία απαγορεύει ρητά στο Δικαστήριο να αναθεωρεί συνταγματικές τροπολογίες που έρχονται σε αντίφαση με άλλες συνταγματικές απαιτήσεις και αρχές·

18.  λαμβάνοντας υπόψη το δικαίωμα ενός δημοκρατικά εκλεγμένου κοινοβουλίου να εγκρίνει νομοθεσία σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα, με σεβασμό των πολιτικών μειονοτήτων, και με μια δημοκρατικά επαρκή και διαφανή διαδικασία, καθώς και των αρμόδιων δικαστηρίων, τόσο τακτικών όσο και συνταγματικών, να διασφαλίζουν τη συμβατότητα των νόμων με το σύνταγμα, υπογραμμίζει τη σημασία της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος ελέγχων και ισορροπιών· ανησυχεί, ως προς αυτό, για τη μετατόπιση εξουσιών σε συνταγματικά θέματα προς όφελος του κοινοβουλίου και σε βάρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου, γεγονός που υποσκάπτει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος των ελέγχων και ισορροπιών που αποτελούν βασική απόρροια του κράτους δικαίου· επικροτεί, σχετικά, την κοινή δήλωση των προέδρων των συνταγματικών δικαστηρίων της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας, Péter Paczolay και Augustin Zegrean, στις 16 Μαΐου 2013 στην πόλη Eger, στην οποία επισημαίνεται η ιδιαίτερη ευθύνη που υπέχουν τα συνταγματικά δικαστήρια σε χώρες με κυβερνητική πλειοψηφία δύο τρίτων·

19.  ανησυχεί επίσης ιδιαιτέρως για τις διατάξεις της Τέταρτης Τροπολογίας που καταργούν 20 έτη συνταγματικής νομολογίας, που περιείχε ένα ολόκληρο σύστημα θεμελιωδών αρχών και συνταγματικών απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης και μιας πιθανής νομολογίας που θα επηρεάζει την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ και του ευρωπαϊκού δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· εκτιμά ότι το Δικαστήριο ήδη έχει χρησιμοποιήσει τις προηγούμενες αποφάσεις του ως πηγή ερμηνειών· ανησυχεί, ωστόσο, για το γεγονός ότι άλλα δικαστήρια μπορεί να μην είναι σε θέση να βασίζουν τις αποφάσεις τους στην προηγούμενη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου·

20.  ανησυχεί επίσης για τον βαθμό συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία της ΕΕ της διάταξης της Τέταρτης Τροπολογίας που επιτρέπει στην ουγγρική κυβέρνηση να επιβάλλει ειδικό φόρο για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου της ΕΕ όποτε τούτο συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής χρηματικών ποσών και ο κρατικός προϋπολογισμός δεν διαθέτει επαρκή χρηματοδότηση και όποτε το δημόσιο χρέος υπερβαίνει κατά 50% το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν· σημειώνει τον συνεχιζόμενο διάλογο μεταξύ της ουγγρικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το θέμα αυτό·

21.  αποδοκιμάζει την εσπευσμένη διαδικασία έγκρισης σημαντικών νομοσχεδίων δεδομένου ότι υποσκάπτει το δικαίωμα της αντιπολίτευσης να συμμετέχει πραγματικά στη νομοθετική διεργασία και, επομένως περιορίζει τον εκ μέρους της αντιπολίτευσης έλεγχο επί της πλειοψηφίας και επί των ενεργειών της κυβέρνησης και, σε τελευταία ανάλυση, πλήττει το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών·

22.  εκφράζει την ανησυχία του για πολλές από τις διατάξεις του Νόμου LXXII του 2013 σχετικά με τη θέσπιση νέων κανόνων και κανονισμών για την εποπτεία της εθνικής ασφάλειας, δεδομένου ότι ενδέχεται να έχουν αρνητική επίδραση στη διάκριση των εξουσιών, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και στο δικαίωμα πραγματικής προσφυγής·

23.  υπενθυμίζει ότι η ανεξαρτησία των αρχών προστασίας των δεδομένων κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ·

24.  τονίζει ότι η προστασία έναντι της παύσης καθηκόντων μεσούσης της εντολής είναι βασικό στοιχείο της απαίτησης της νομοθεσίας της ΕΕ περί ανεξαρτησίας των εθνικών αρχών προστασίας των δεδομένων·

25.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή έχει κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ουγγαρίας για τη νομιμότητα του τερματισμού της εντολής του πρώην Επιτρόπου για την Προστασία των Δεδομένων, όσον αφορά τη δέουσα ανεξαρτησία του εν λόγω οργάνου, υπόθεση που επί του παρόντος εκκρεμεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

26.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι οι προαναφερθείσες θεσμικές αλλαγές οδήγησαν σε σαφή αποδυνάμωση του συστήματος ελέγχων και ισορροπιών που επιτάσσουν το κράτος δικαίου και η δημοκρατική αρχή της διάκρισης των εξουσιών·

Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης

27.  υπενθυμίζει ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι απαίτηση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECHR), ενώ είναι βασική απαίτηση και της δημοκρατικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών που απορρέει από το άρθρο 2 της ΣΕΕ·

28.  υπενθυμίζει ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα απόφασή του 33/2012, χαρακτήρισε την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και των δικαστών ως ιστορικό επίτευγμα στη συνταγματική συγκρότηση της Ουγγαρίας, δηλώνοντας ότι «η αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, μαζί με όλα της τα στοιχεία, είναι ένα αδιαμφισβήτητο επίτευγμα. Συνεπώς, το Συνταγματικό Δικαστήριο ορίζει ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, και η απορρέουσα από αυτήν αρχή της μονιμότητας, είναι όχι μόνο θεσμοθετημένη αρχή του Θεμελιώδους Νόμου αλλά και ιστορικό επίτευγμα στη συνταγματική συγκρότηση. Αποτελεί, επομένως, υποχρεωτική ερμηνευτική αρχή για όλους, που εδράζεται στις διατάξεις του Θεμελιώδους Νόμου, και που πρέπει να ισχύει και κατά τη διερεύνηση άλλων δυνητικών περιεχομένων του Θεμελιώδους Νόμου»(11) ·

29.  τονίζει ότι η αποτελεσματική διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης αποτελεί τη βάση της δημοκρατίας στην Ευρώπη και προϋπόθεση για την εδραίωση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δικαστικών αρχών των διαφόρων κρατών μελών και, κατά συνέπεια, την ομαλή διασυνοριακή συνεργασία στον κοινό χώρο της δικαιοσύνης, δυνάμει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στα άρθρα 81 της ΣΛΕΕ (αστικές υποθέσεις) και 82 της ΣΛΕΕ (ποινικές υποθέσεις)·

30.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι τα πολλά μέτρα που εγκρίθηκαν - όπως και ορισμένες μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη - δεν παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις συνταγματικής διασφάλισης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ανεξαρτησίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ουγγαρίας·

31.  εκτιμά ότι ο πρόωρος τερματισμός των καθηκόντων του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου παραβιάζει την εγγύηση της εξασφαλισμένης θητείας, που αποτελεί βασικό στοιχείο της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης·

32.  χαιρετίζει την προαναφερθείσα Απόφαση 33/2012 του Συνταγματικού Δικαστηρίου που χαρακτηρίζει αντισυνταγματική την υποχρεωτική αφυπηρέτηση των δικαστών στην ηλικία των 62 ετών, καθώς επίσης και την προαναφερθείσα Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Νοεμβρίου 2012, που κρίνει ότι η δραστική μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστών στην Ουγγαρία συνιστά αδικαιολόγητη διάκριση για λόγους ηλικίας και, συνεπώς, παραβιάζει την οδηγία του Συμβουλίου 2000/78/ΕΚ·

33.  χαιρετίζει τις τροποποιήσεις στην Πράξη CLXI του 2011 περί οργάνωσης και διοίκησης των δικαστηρίων στην Ουγγαρία και στην Πράξη CLXII του 2011 περί του νομικού καθεστώτος και των αποδοχών των δικαστών στην Ουγγαρία, που εγκρίθηκαν από το ουγγρικό κοινοβούλιο στις 2 Ιουλίου 2012 και που δίνουν απάντηση σε πολλές από τις ανησυχίες που είχε εκφράσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2012 και η Επιτροπή της Βενετίας στη γνωμοδότησή της·

34.  θεωρεί, εντούτοις, λυπηρό το γεγονός ότι δεν εισακούστηκαν όλες οι συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας, ιδίως εκείνες που αφορούν την ανάγκη περιορισμού της διακριτικής εξουσίας του Προέδρου της Εθνικής Δικαστικής Αρχής στο θέμα της μεταβίβασης υποθέσεων, που δύναται να επηρεάσει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμα σε νόμιμο δικαστή· σημειώνει το γεγονός ότι η ουγγρική κυβέρνηση εξέφρασε την πρόθεση να αναθεωρήσει το σύστημα μεταβίβασης υποθέσεων· εκτιμά ότι στο θέμα αυτό θα πρέπει να εφαρμοστούν οι συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας·

35.  χαιρετίζει την έγκριση της Πράξης XX του 2013 περί των νομοθετικών τροπολογιών για το ανώτατο όριο ηλικίας σε ορισμένες δικαστικές έννομες σχέσεις, η οποία μειώνει σταδιακά την ηλικία συνταξιοδότησης των δικαστών στα 65 έτη μετά από μεταβατική περίοδο 10 ετών και προβλέπει την επιστροφή των δικαστών που είχαν απολυθεί παράνομα·

36.  θεωρεί, εντούτοις, λυπηρό το γεγονός ότι για τους προέδρους δικαστηρίων η Πράξη XX του 2013 προβλέπει την επιστροφή τους στις αρχικές ανώτατες θέσεις τους μόνον εάν αυτές είναι ακόμη κενές, με συνέπεια να είναι εξασφαλισμένη μόνο για ελάχιστους παρανόμως απολυθέντες δικαστές η αποκατάστασή τους στην ίδια ακριβώς θέση και με τα ίδια καθήκοντα και τις ίδιες ευθύνες που είχαν πριν από την απόλυσή τους·

37.  χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής για έναν μόνιμο πίνακα επιδόσεων στον τομέα της δικαιοσύνης και για τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, όπως πρότεινε η Αντιπρόεδρος Reding, πρόταση που δείχνει ότι η διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης αποτελεί γενικό μέλημα της ΕΕ· υπογραμμίζει το γεγονός θα μπορούσαν να διατυπωθούν σοβαρές ανησυχίες ως προς τα ζητήματα αυτά σε διάφορα κράτη μέλη· ζητεί επέκταση του πίνακα επιδόσεων στον τομέα της δικαιοσύνης ώστε να καλύψει και την ποινική δικαιοσύνη, τα θεμελιώδη δικαιώματα, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία, όπως έχει ήδη ζητηθεί·

38.  αναγνωρίζει τον επαγγελματισμό και την αφοσίωση της ουγγρικής δικαστικής κοινότητας και την προσήλωσή της στο κράτος δικαίου και υπενθυμίζει ότι, από την έναρξη της διαδικασίας εκδημοκρατισμού της Ουγγαρίας, το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει αναγνωρισθεί στην Ευρώπη και παγκοσμίως ως εξέχον συνταγματικό όργανο·

Η εκλογική μεταρρύθμιση

39.  υπενθυμίζει ότι ο επανακαθορισμός των εκλογικών περιφερειών, η θέσπιση της Πράξης για την εκλογή των βουλευτών του ουγγρικού κοινοβουλίου και ο νόμος για την εκλογική διαδικασία μεταβάλλουν σημαντικά το νομικό και θεσμικό πλαίσιο των επόμενων εκλογών που πρόκειται να διεξαχθούν το 2014 και, συνεπώς, εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι εν λόγω νόμοι θεσπίστηκαν μονομερώς από τα κυβερνώντα κόμματα χωρίς να υπάρξει ευρεία διαβούλευση με την αντιπολίτευση·

40.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, υπό τις παρούσες πολιτικές συνθήκες, οι ισχύουσες διατάξεις για τη διαδικασία διορισμού των μελών της Εθνικής Εφορευτικής Επιτροπής δεν διασφαλίζουν επαρκώς ούτε την ισόρροπη εκπροσώπηση στην επιτροπή ούτε την ανεξαρτησία της·

41.  επικροτεί το γεγονός ότι, στις 20 Ιανουαρίου 2012, οι ουγγρικές αρχές ζήτησαν γνωμοδότηση από την Επιτροπή της Βενετίας όσον αφορά την Πράξη περί εκλογής των βουλευτών του ουγγρικού κοινοβουλίου· θεωρεί, ωστόσο, ότι θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένη ανάλυση προκειμένου να αξιολογηθεί το εκλογικό τοπίο, το οποίο έχει μεταβληθεί ριζικά·

42.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η Πράξη XXXVI του 2013 για την εκλογική διαδικασία στην Ουγγαρία, το άρθρο 42 ιδιαιτέρως, προβλέπει ότι, κατόπιν αιτήματος, για τα άτομα με αναπηρία παρέχονται οδηγίες σε γραφή Βraille, σχετικές πληροφορίες σε ευανάγνωστη μορφή, ψηφοδέλτια σε γραφή Βraille στα εκλογικά κέντρα, πλήρως προσβάσιμα εκλογικά κέντρα, περιλαμβανομένης ιδιαίτερης προσοχής στις ανάγκες των χρηστών αναπηρικών αμαξιδίων· επιπροσθέτως, βάσει του άρθρου 50 της προαναφερθείσας Πράξης, οι ψηφοφόροι με αναπηρία μπορούν να ζητήσουν να εγγραφούν σε άλλο, πιο προσβάσιμο, εκλογικό κέντρο προκειμένου να ψηφίσουν, εντός της δεδομένης εκλογικής περιφέρειας, σύμφωνα με την υποχρέωση να υπάρχει τουλάχιστον ένα προσβάσιμο εκλογικό κέντρο σε κάθε εκλογική περιφέρεια που θεσπίζεται στο άρθρο 81·

Ο πλουραλισμός στα μέσα ενημέρωσης

43.  αναγνωρίζει τις προσπάθειες των ουγγρικών αρχών που οδήγησαν σε νομοθετικές αλλαγές για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που έχουν διαπιστωθεί, με σκοπό να τη βελτίωση της νομοθεσίας για τα μέσα ενημέρωσης και την ευθυγράμμισή της με τα πρότυπα της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης·

44.  χαιρετίζει τον συνεχιζόμενο εποικοδομητικό διάλογο με διεθνείς φορείς και τονίζει ότι η συνεργασία μεταξύ Συμβουλίου της Ευρώπης και ουγγρικής κυβέρνησης απέδωσε χειροπιαστά αποτελέσματα, όπως αποδεικνύεται με την Πράξη XXXIII του 2013, η οποία καλύπτει ορισμένες από τις ανησυχίες που είχαν επισημανθεί παλαιότερα στις νομικές αξιολογήσεις της νομοθεσίας για τα μέσα ενημέρωσης, κυρίως σε σχέση με τις διαδικασίες διορισμού και εκλογής των προέδρων της Αρχής των Μέσων Ενημέρωσης και του Συμβουλίου Μέσων Ενημέρωσης· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι εξακολουθούν να υφίστανται ανησυχίες όσον αφορά την ανεξαρτησία της Αρχής των Μέσων Ενημέρωσης·

45.  εκφράζει την ανησυχία του για τις επιπτώσεις της διάταξης της Τέταρτης Τροπολογίας που απαγορεύει την πολιτική διαφήμιση στα εμπορικά μέσα ενημέρωσης, δεδομένου ότι, αν και διακηρυγμένος σκοπός της διάταξης είναι ο περιορισμός των δαπανών των προεκλογικών εκστρατειών και η εξασφάλιση ίσων ευκαιριών στα κόμματα, υπονομεύεται η παροχή ισόρροπης ενημέρωσης· σημειώνει ότι η ουγγρική κυβέρνηση διεξάγει διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το θέμα των κανόνων σχετικά με την πολιτική διαφήμιση· επισημαίνει ότι περιορισμοί υφίστανται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες· σημειώνει τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με την Τέταρτη Τροπολογία του ουγγρικού Θεμελιώδους Νόμου (αριθ. CDL-AD(2013) 012), όπου δηλώνεται ότι «τα όρια στην πολιτική διαφήμιση πρέπει να εξετάζονται σε σχέση με το νομικό πλαίσιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους» και ότι «η απαγόρευση κάθε πολιτικής διαφήμισης μέσω των εμπορικών υπηρεσιών των μέσων ενημέρωσης, τα οποία χρησιμοποιούνται στην Ουγγαρία περισσότερο από τα δημόσια μέσα ενημέρωσης, θα στερήσει από την αντιπολίτευση μια σημαντική ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις της αποτελεσματικά και έτσι να αντισταθμίσει τη δεσπόζουσα θέση της κυβέρνησης στην κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης»·

46.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς τις ουγγρικές αρχές να ενεργήσουν για τη διεξαγωγή ή παραγγελία τακτικών δυναμικών αξιολογήσεων των επιπτώσεων της νομοθεσίας στο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης (υποβάθμιση της ποιότητας της δημοσιογραφίας, περιπτώσεις αυτολογοκρισίας, περιορισμός της συντακτικής ελευθερίας και διάβρωση της ποιότητας των συνθηκών εργασίας και της ασφάλειας απασχόλησης των δημοσιογράφων)·

47.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η δημιουργία του κρατικής ιδιοκτησίας Ουγγρικού Ειδησεογραφικού Πρακτορείου (MTI) ως μοναδικού παρόχου ειδήσεων για τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, τη στιγμή που όλοι οι σημαντικοί ιδιωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς λογικά διαθέτουν δικές τους ειδησεογραφικές υπηρεσίες, σημαίνει ότι έχει σχεδόν το μονοπώλιο στην αγορά, δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα ειδησεογραφικά του άρθρα διατίθενται ελεύθερα· υπενθυμίζει τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την κατάργηση της υποχρέωσης των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων να χρησιμοποιούν τα εθνικά ειδησεογραφικά πρακτορεία, δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή συνιστά παράλογο και αθέμιτο περιορισμό του πλουραλισμού στην προσφορά ειδήσεων·

48.  επισημαίνει ότι η Εθνική Αρχή Ανταγωνισμού οφείλει να αξιολογεί σε τακτική βάση το περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης και τις αγορές, εντοπίζοντας πιθανές απειλές για τον πλουραλισμό·

49.  τονίζει ότι τα μέτρα για τη ρύθμιση της πρόσβασης των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην αγορά μέσω διαδικασιών αδειοδότησης και έγκρισης, κανονισμών για την προστασία της κρατικής, εθνικής ή στρατιωτικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης και κανόνων για τα χρηστά δημόσια ήθη, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά με σκοπό την επιβολή πολιτικού ή κομματικού ελέγχου ή λογοκρισίας στα μέσα ενημέρωσης, και υπογραμμίζει ότι πρέπει να διασφαλιστεί μια σωστή ισορροπία στο θέμα αυτό·

50.  ανησυχεί διότι οι δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες ελέγχονται από ένας άκρως συγκεντρωτικό θεσμικό σύστημα, που λαμβάνει τις πραγματικές επιχειρησιακές αποφάσεις χωρίς δημόσιο έλεγχο· τονίζει ότι οι μεροληπτικές και αδιαφανείς μέθοδοι ανάθεσης και η μεροληπτική ενημέρωση που παρέχουν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς που απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό στρεβλώνουν την αγορά των μέσων ενημέρωσης· υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο αριθ. 29 που προσαρτάται στη Συνθήκη της Λισαβόνας (για το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη), το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη σχετίζεται άμεσα με τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας, καθώς και με την ανάγκη διατήρησης του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης·

51.  υπενθυμίζει ότι οι κανονισμοί για το περιεχόμενο πρέπει να είναι σαφείς, επιτρέποντας στους πολίτες και στις εταιρίες μέσων ενημέρωσης να γνωρίζουν εκ των προτέρων σε ποιες περιπτώσεις υπάρχει παράβαση του νόμου και να γνωρίζουν τις συνέπειες μιας πιθανής παράβασης· επισημαίνει με ανησυχία ότι, παρά τους λεπτομερείς κανονισμούς για το περιεχόμενο, οι πρόσφατες δημόσιες απόψεις εναντίον των Ρομά παραμένουν ατιμώρητες από την Ουγγρική Αρχή των Μέσων Ενημέρωσης και ζητεί ισόρροπη εφαρμογή της νομοθεσίας·

Δικαιώματα των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες

52.  σημειώνει ότι το ουγγρικό κοινοβούλιο έχει θεσπίσει νομοθετήματα ποινικού και αστικού χαρακτήρα με σκοπό την καταπολέμηση της υποκίνησης φυλετικού μίσους και της ρητορικής του μίσους· θεωρεί ότι τα νομοθετικά μέτρα αποτελούν σημαντικό σημείο εκκίνησης για την επίτευξη του στόχου της δημιουργίας μιας κοινωνίας χωρίς μισαλλοδοξίες και διακρίσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς η εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων είναι δυνατή μόνον εφόσον υπάρχει πάγια νομοθεσία· επισημαίνει, ωστόσο, ότι η νομοθεσία θα πρέπει να τυγχάνει ενεργού εφαρμογής·

53.  τονίζει ότι οι αρχές σε όλα τα κράτη μέλη έχουν τη θετική υποχρέωση να ενεργούν για την αποτροπή παραβιάσεων των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες, δεν μπορούν να τηρούν ουδέτερη στάση και θα πρέπει να λαμβάνουν τα απαραίτητα νομικά, εκπαιδευτικά και πολιτικά μέτρα απέναντι σε τέτοιες παραβιάσεις· σημειώνει την τροποποίηση του ποινικού κώδικα του 2011 με στόχο την πρόληψη εκστρατειών εξτρεμιστικών ομάδων που αποσκοπούν στον εκφοβισμό κοινοτήτων Ρομά, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται μέγιστη ποινή φυλάκισης τριών ετών για «προκλητική αντικοινωνική συμπεριφορά» που δημιουργεί φόβο σε μέλος εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής κοινότητας· αναγνωρίζει τον ρόλο της ουγγρικής κυβέρνησης στη δρομολόγηση του ευρωπαϊκού πλαισίου για τις εθνικές στρατηγικές ένταξης των Ρομά στο πλαίσιο της Προεδρίας της το 2011·

54.  εκφράζει την ανησυχία του για τις επανειλημμένες αλλαγές στην έννομη τάξη με τις οποίες περιορίζονται τα δικαιώματα των λεσβιών, των ομοφυλοφίλων, των αμφιφυλοφίλων και των διεμφυλικών ατόμων (ΛΟΑΔ), για παράδειγμα μέσω του αποκλεισμού των ομοφυλόφιλων ζευγαριών και των παιδιών τους, αλλά και άλλων διαφορετικών μορφών οικογένειας, από τον ορισμό της «οικογένειας» που προβλέπεται στον Θεμελιώδη Νόμο· τονίζει ότι αυτό αντίκειται στην πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τροφοδοτεί κλίμα μισαλλοδοξίας κατά των ΛΟΑΔ·

55.  χαιρετίζει την ενσωμάτωση, μέσω της Τέταρτης Τροπολογίας, διατάξεων στο ουγγρικό σύνταγμα που ορίζουν ότι «η Ουγγαρία οφείλει να προσπαθεί να παρέχει σε κάθε άτομο αξιοπρεπή στέγαση και πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες» και ότι «Οι κρατικές και τοπικές κυβερνήσεις πρέπει επίσης να συμβάλλουν στη δημιουργία συνθηκών αξιοπρεπούς στέγασης, προσπαθώντας να παρέχουν διαμονή σε όλους τους άστεγους»· εκφράζει, ωστόσο, την ανησυχία του για το γεγονός ότι, «για λόγους προστασίας της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας υγείας και των πολιτιστικών αξιών, με πράξη του κοινοβουλίου ή τοπικό διάταγμα δύναται να κηρυχθεί παράνομη η διαμονή σε δημόσιο χώρο ως μόνιμη κατοικία, σε σχέση με συγκεκριμένο τμήμα του δημόσιου αυτού χώρου», πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ποινική αντιμετώπιση της κατάστασης του άστεγου· υπενθυμίζει ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας έχει αποφανθεί ότι παρόμοια μέτρα που περιλαμβάνονται στη νομοθεσία για τις ήσσονος σημασίας αξιόποινες πράξεις είναι αντισυνταγματικά ως αντίθετα προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια·

Ελευθερία θρησκείας ή πεποιθήσεων και αναγνώριση των εκκλησιών:

56.  διαπιστώνει με ανησυχία ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε η Τέταρτη Τροπολογία στον Θεμελιώδη Νόμο δίδουν στο Κοινοβούλιο την εξουσία να αναγνωρίζει, μέσω βασικών νόμων και χωρίς την εκ του συντάγματος υποχρέωση να αιτιολογεί τυχόν αρνήσεις αναγνώρισης, ορισμένες οργανώσεις, όπως είναι οι εκκλησίες, που ασκούν θρησκευτικές δραστηριότητες, πράγμα που ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά το καθήκον του κράτους να παραμένει ουδέτερο και αμερόληπτο στις σχέσεις του με τις διάφορες θρησκείες και πεποιθήσεις·

Συμπέρασμα

57.  επιβεβαιώνει ότι αποδίδει μέγιστη σημασία στον σεβασμό της αρχής της ισότητας μεταξύ όλων των κρατών μελών και αποκηρύσσει την εφαρμογή διπλών μέτρων και σταθμών στη μεταχείριση των κρατών μελών· τονίζει ότι παρόμοιες καταστάσεις ή νομικά πλαίσια και διατάξεις πρέπει να αξιολογούνται με τον ίδιο τρόπο· εκτιμά ότι το γεγονός της αλλαγής και της θέσπισης νόμων αυτό καθεαυτό δεν μπορεί να θεωρείται ασυμβίβαστο προς τις αξίες που ορίζονται στις Συνθήκες· καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εντοπίζει τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με το δίκαιο της ΕΕ και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προβαίνει στην εκδίκασή τους·

58.  συμπεραίνει – για τους ανωτέρω εκτιθέμενους λόγους – ότι η συστημική και γενική τάση της επαναλαμβανόμενης τροποποίησης του συνταγματικού και νομικού πλαισίου σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα και το περιεχόμενο αυτών των τροποποιήσεων δεν συνάδουν με τις αξίες που ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ, στο άρθρο 3, παράγραφος 1 και στο άρθρο 6 της ΣΕΕ και αποκλίνουν από τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3 της ΣΕΕ· εκτιμά ότι – εκτός εάν διορθωθεί εγκαίρως και καταλλήλως – η τάση αυτή θα καταλήξει σε σαφή κίνδυνο σοβαρής παραβίασης των αξιών που ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ·

ΙΙΙ - ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Προοίμιο

59.  δηλώνει και πάλι ότι το παρόν ψήφισμα δεν αφορά μόνο την Ουγγαρία, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη αδιακρίτως ως σύνολο, και τη δημοκρατική ανασυγκρότηση και ανάπτυξή της μετά την κατάρρευση των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα. Αφορά την ευρωπαϊκή οικογένεια, τις κοινές της αξίες και πρότυπα, τη συμμετοχικότητα της και την ικανότητά της να συμμετέχει στον διάλογο. Αφορά την ανάγκη εφαρμογής των Συνθηκών στις οποίες όλα τα κράτη μέλη έχουν εκουσίως προσχωρήσει. Αφορά την αμοιβαία βοήθεια και εμπιστοσύνη την οποία η Ένωση, οι πολίτες της και τα κράτη μέλη της πρέπει να επιδεικνύουν εάν θέλουμε οι Συνθήκες αυτές να μην περιορίζονται σε απλά λόγια γραμμένα στο χαρτί, αλλά να αποτελέσουν τη νομική βάση για μια αληθινή, δίκαιη και ανοικτή Ευρώπη που σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα·

60.  συμμερίζεται την ιδέα μιας Ένωσης που δεν θα είναι μόνο «ένωση δημοκρατιών» αλλά «Ένωση Δημοκρατίας», θεμελιωμένη σε πλουραλιστικές κοινωνίες όπου επικρατεί ο σεβασμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου·

61.  επανεπιβεβαιώνει ότι, σε καιρούς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης όπου ενδέχεται να υποκύψει κανείς στον πειρασμό να αγνοήσει τις συνταγματικές αρχές, η αξιοπιστία και στερεότητα των συνταγματικών θεσμών έχει κεντρικό ρόλο στη στήριξη της οικονομικής, φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής·

Έκκληση προς όλα τα κράτη μέλη

62.  καλεί τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν πάραυτα με την εκ της Συνθήκης υποχρέωσή τους να σέβονται, να εγγυώνται, να προστατεύουν και να προάγουν τις κοινές αξίες της Ένωσης, που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τον σεβασμό της δημοκρατίας και, συνεπώς, της ουσίας της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, και για την οικοδόμηση μιας νοοτροπίας αμοιβαίας εμπιστοσύνης που θα επιτρέπει την αποτελεσματική διασυνοριακή συνεργασία και την εγκαθίδρυση ενός πραγματικού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης·

63.  εκτιμά ότι αποτελεί ηθικό και νομικό καθήκον όλων των κρατών μελών, καθώς και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, να προασπιστούν τις ευρωπαϊκές αξίες που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων την οποία έχουν προσυπογράψει όλα τα κράτη μέλη και στην οποία η ΕΕ σύντομα θα προσχωρήσει·

64.  καλεί τα εθνικά κοινοβούλια να βελτιώσουν τον ρόλο τους στον τομέα της παρακολούθησης της συμμόρφωσης προς τις θεμελιώδεις αξίες και να καταγγέλλουν κάθε κίνδυνο υποβάθμισης αυτών των αξιών που ενδέχεται να εμφανιστεί εντός των συνόρων της ΕΕ, ώστε να διαφυλαχθεί η αξιοπιστία της Ένωσης έναντι των τρίτων χωρών, αξιοπιστία θεμελιωμένη στη σοβαρότητα με την οποία η Ένωση και τα κράτη μέλη της αντιμετωπίζουν τις αξίες που έχουν επιλέξει ως θεμέλιά της·

65.  προσδοκά ότι τα κράτη μέλη θα λάβουν τα αναγκαία μέτρα, ιδίως στους κόλπους του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να συμβάλουν με αφοσίωση στην προαγωγή των αξιών της Ένωσης και να συνεργαστούν με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή στην παρακολούθηση του σεβασμού των αξιών αυτών, στο πλαίσιο ειδικότερα του τριμερούς διαλόγου του άρθρου 2 στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 85·

Έκκληση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

66.  υπενθυμίζει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τις ευθύνες του στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης·

67.  διαπιστώνει με απογοήτευση ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι το μόνο πολιτικό όργανο της ΕΕ που παρέμεινε σιωπηλό, ενώ η Επιτροπή, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο ΟΑΣΕ, ακόμη και η κυβέρνηση των ΗΠΑ, εξέφρασαν ανησυχίες για την κατάσταση στην Ουγγαρία·

68.  εκτιμά ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν μπορεί να παραμένει αδρανές σε περιπτώσεις όπου ένα κράτος μέλος παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα ή εφαρμόζει αλλαγές που πιθανόν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο για το κράτος δικαίου στη χώρα αυτή και, κατά συνέπεια, για το κράτος δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικότερα, ιδίως όταν υπάρχει το ενδεχόμενο να υπονομευθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη προς το νομικό σύστημα και προς την δικαστική συνεργασία, δεδομένου ότι αυτό επηρεάζει αρνητικά την ίδια την Ένωση·

69.  καλεί τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να ενημερώσει το Κοινοβούλιο για το πώς αξιολογεί την κατάσταση·

Συστάσεις προς την Επιτροπή

70.  καλεί την Επιτροπή, ως θεματοφύλακα των Συνθηκών και όργανο υπεύθυνο για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

   να ενημερώσει το Κοινοβούλιο για την αξιολόγηση που έκανε σχετικά με την Τέταρτη Τροπολογία του Θεμελιώδους Νόμου και για τις επιπτώσεις του στη συνεργασία εντός της ΕΕ·
   να επιδείξει αποφασιστική στάση στο θέμα της διασφάλισης της πλήρους συμμόρφωσης προς τις κοινές θεμελιώδεις αξίες και τα δικαιώματα που ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ, δεδομένου ότι η παραβίασή τους υποσκάπτει τα θεμέλια της Ένωσης και την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ κρατών μελών·
   να διεξάγει αντικειμενική έρευνα και να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει όταν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν τηρεί υποχρέωση που απορρέει από τις Συνθήκες και, ειδικότερα, παραβιάζει τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ·
   να αποφεύγει τη χρήση διπλών μέτρων και σταθμών έναντι των κρατών μελών, διασφαλίζοντας ότι, σε παρόμοιες καταστάσεις, όλα τα κράτη μέλη έχουν την ίδια μεταχείριση, ούτως ώστε να σέβεται πλήρως την αρχή της ισότητας των κρατών μελών έναντι των Συνθηκών·
   να μεριμνά όχι μόνο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων παραβιάσεων του δικαίου της ΕΕ μέσω, κυρίως της εφαρμογής του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ, αλλά και για την κατάλληλη αντιμετώπιση μιας συστημικής τροποποίησης του συνταγματικού και νομικού συστήματος και των πρακτικών ενός κράτους μέλους όπου πολλές και επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις οδηγούν δυστυχώς σε μια κατάσταση ανασφάλειας δικαίου, που δεν ανταποκρίνεται πλέον στις απαιτήσεις του άρθρου 2 της ΣΕΕ·
   να υιοθετήσει μια πιο συνολική προσέγγιση για την έγκαιρη αντιμετώπιση των δυνητικών κινδύνων σοβαρής παραβίασης των θεμελιωδών αξιών σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος και να δρομολογεί πάραυτα διαρθρωμένο πολιτικό διάλογο με το συγκεκριμένο κράτος μέλος και τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ· ο διαρθρωμένος αυτός πολιτικός διάλογος θα πρέπει να συντονίζεται στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο της Επιτροπής και να έχει σαφή αντίκτυπο σε όλο το φάσμα των διαπραγματεύσεων της Επιτροπής με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος στα διάφορα πεδία αρμοδιότητας της ΕΕ·
   να ετοιμάζει - μόλις εντοπίζονται κίνδυνοι παραβίασης του άρθρου 2 της ΣΕΕ - «Ατζέντα Έγκαιρης Ειδοποίησης για παραβίαση του άρθρου 2 της ΣΕΕ», δηλαδή έναν μηχανισμό παρακολούθησης των αξιών της Ένωσης, που θα ενεργοποιεί η Επιτροπή κατ’ αποκλειστική προτεραιότητα και με κατεπείγοντα χαρακτήρα και ο οποίος θα συντονίζεται στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο και θα συνεκτιμάται πλήρως στις διάφορες τομεακές πολιτικές της ΕΕ μέχρις ότου διαπιστωθεί πλήρης αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς το άρθρο 2 της ΣΕΕ και εκλείψει κάθε κίνδυνος παραβίασής του, όπως έχουν ζητήσει με επιστολή τους οι Υπουργοί Εξωτερικών τεσσάρων κρατών μελών, όπου θέτουν στον Πρόεδρο της Επιτροπής το θέμα της ανάγκης να δημιουργηθεί μια νέα και αποτελεσματικότερη μέθοδος διαφύλαξης των θεμελιωδών αξιών προκειμένου να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην υποστήριξη μιας νοοτροπίας σεβασμού του κράτους δικαίου, την οποία έλαβε υπόψη το Συμβούλιο στα συμπεράσματά του, της 6ης και 7ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το κράτος δικαίου και την έκθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2012·
   να πραγματοποιεί συναντήσεις σε τεχνικό επίπεδο με τις υπηρεσίες του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους αλλά να μην περατώνει καμία διαπραγμάτευση σε τομείς πολιτικής πλην των σχετιζόμενων με το άρθρο 2 της ΣΕΕ, μέχρις ότου διασφαλιστεί η πλήρης συμμόρφωση προς το άρθρο 2 της ΣΕΕ·
   να εφαρμόζει μια οριζόντια προσέγγιση για να συμμετέχουν όλες οι ενδιαφερόμενες υπηρεσίες της Επιτροπής ώστε να διασφαλίζεται ο σεβασμός των κανόνων του κράτους δικαίου σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού και κοινωνικού τομέα·
   να εφαρμόσει και, αν χρειαστεί, να αναπροσαρμόσει την ανακοίνωσή της του 2003 σχετικά με το άρθρο 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COM(2003)0606) και να επεξεργαστεί λεπτομερή πρόταση για έναν ταχύ και ανεξάρτητο μηχανισμό εποπτείας και για ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης·
   να εποπτεύει τακτικά τη σωστή λειτουργία του ευρωπαϊκού χώρου δικαιοσύνης και να αναλαμβάνει δράση όποτε διακυβεύεται η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης σε οιοδήποτε κράτος μέλος, ώστε να αποτρέπεται η αποδυνάμωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ εθνικών δικαστικών αρχών, πράγμα που αναπόφευκτα θα δημιουργούσε εμπόδια στην ορθή εφαρμογή των περί αμοιβαίας αναγνώρισης και διασυνοριακής συνεργασίας πράξεων της ΕΕ·
   να μεριμνά ώστε τα κράτη μέλη να εγγυώνται την ορθή εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων σε ό, τι αφορά τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης και την ίση πρόσβαση στην ενημέρωση·
   να εποπτεύει την αποτελεσματική εφαρμογή των κανονισμών που διασφαλίζουν διαφανείς και θεμιτές διαδικασίες στη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης και στην κατανομή κρατικών διαφημίσεων και χορηγιών, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι κανονισμοί αυτοί δεν θα επηρεάζουν την ελευθερία της ενημέρωσης και έκφρασης, τον πλουραλισμό ή τη συντακτική στρατηγική των μέσων ενημέρωσης·
   να λαμβάνει κατάλληλα, έγκαιρα, αναλογικά και σταδιακά μέτρα όποτε προκύπτουν ανησυχίες για την ελευθερία της έκφρασης, την ενημέρωση, την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και τον πλουραλισμό στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της βάσει λεπτομερών και προσεκτικών αναλύσεων της κατάστασης και των προς επίλυση προβλημάτων και των βέλτιστων τρόπων αντιμετώπισής τους·
   να αντιμετωπίζει τα ζητήματα αυτά στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας για τις Υπηρεσίες Οπτικοακουστικών Μέσων, ώστε να βελτιώνει τη συνεργασία μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων των κρατών μελών και της Επιτροπής, και να προβεί το ταχύτερο δυνατόν στην αναθεώρηση και την τροποποίηση της οδηγίας, και ιδίως των άρθρων 29 και 30·
   να συνεχίσει τον διάλογο με την ουγγρική κυβέρνηση σχετικά με το κατά πόσον είναι συμβατή με το δίκαιο της ΕΕ η νέα διάταξη της Τέταρτης Τροπολογίας που επιτρέπει στην ουγγρική κυβέρνηση να επιβάλλει ειδικό φόρο για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου της ΕΕ που συνεπάγονται καταβολή χρηματικών ποσών όποτε ο κρατικός προϋπολογισμός δεν διαθέτει επαρκή χρηματοδότηση και όποτε το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 50% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, και να προτείνει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη αυτού που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παραβίαση της ειλικρινούς συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ·

71.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η προσεχής προσχώρηση της ΕΕ στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επικυρώνουν μια νέα αρχιτεκτονική του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία θέτει στο επίκεντρο, περισσότερο από ποτέ, τα δικαιώματα του ανθρώπου, με αποτέλεσμα να ανατίθενται στην Επιτροπή, ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, αυξημένες αρμοδιότητες στον τομέα αυτό·

Συστάσεις προς τις ουγγρικές αρχές

72.  καλεί τις ουγγρικές αρχές να εφαρμόσουν το ταχύτερο όλα τα μέτρα που κρίνει αναγκαία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως θεματοφύλακας των Συνθηκών προκειμένου να συμμορφωθούν με το δίκαιο της ΕΕ, να συμμορφωθούν πλήρως προς τις αποφάσεις του ουγγρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και να εφαρμόσουν το ταχύτερο τις συστάσεις που παρατίθενται κατωτέρω, σύμφωνα με τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας, του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων διεθνών οργανισμών αρμόδιων για την προστασία του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών ελευθεριών, ώστε να συμμορφωθούν πλήρως προς το κράτος δικαίου και τις βασικές επιταγές του που αφορούν τις συνταγματικές ρυθμίσεις, το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, καθώς και τις στέρεες εγγυήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, η θρησκευτική ελευθερία, η προστασία των μειονοτήτων, η καταπολέμηση των διακρίσεων, καθώς και το δικαίωμα στην ιδιοκτησία:

Σε σχέση με τον Θεμελιώδη Νόμο:

–  να αποκαταστήσουν πλήρως την υπεροχή του Θεμελιώδους Νόμου απαλείφοντας από αυτόν όσες διατάξεις είχαν κηρυχθεί προηγουμένως αντισυνταγματικές από το Συνταγματικό Δικαστήριο·

   να περιορίσουν την επαναλαμβανόμενη χρήση των βασικών νόμων ώστε τομείς πολιτικής όπως ο οικογενειακός, ο κοινωνικός, ο φορολογικός και ο δημοσιονομικός να υπόκεινται στη συνήθη νομοθεσία και πλειοψηφία·
   να εφαρμόσουν τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας και ειδικότερα να αναθεωρήσουν τον κατάλογο των πεδίων πολιτικής όπου απαιτείται ειδική πλειοψηφία, με σκοπό τη διασφάλιση μελλοντικών εκλογών που να έχουν νόημα·
   να διασφαλίσουν ένα ζωντανό κοινοβουλευτικό σύστημα που θα σέβεται επίσης τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης προσφέροντάς τους λογικά χρονικά περιθώρια για μια γνήσια συζήτηση ανάμεσα στην πλειοψηφία και στην αντιπολίτευση και για τη συμμετοχή του ευρύτερου κοινού στη νομοθετική διαδικασία·
   να εξασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων στη συνταγματική διαδικασία, παρά το γεγονός ότι ο κυβερνών συνασπισμός συγκεντρώνει από μόνος του τη σχετική ειδική πλειοψηφία·

Σε σχέση με τους ελέγχους και τις ισορροπίες:

–  να αποκαταστήσουν πλήρως τα προνόμια του Συνταγματικού Δικαστηρίου ως ανώτατου οργάνου προστασίας του Συντάγματος και επομένως και την υπεροχή του Θεμελιώδους Νόμου, απαλείφοντας από το κείμενό του τους περιορισμούς στην αρμοδιότητα του Συνταγματικού Δικαστηρίου να ελέγχει τη συνταγματικότητα οιασδήποτε τροποποίησης του Θεμελιώδους Νόμου, και ακυρώνοντας την κατάργηση συνταγματικής νομολογίας δύο δεκαετιών· να αποκαταστήσουν το δικαίωμα του Συνταγματικού Δικαστηρίου να ελέγχει όλα τα νομοθετήματα ανεξαιρέτως με σκοπό να αντισταθμίζει τις ενέργειες του νομοθετικού και του εκτελεστικού σώματος και να διασφαλίζει πλήρη δικαστικό έλεγχο· ο δικαστικός και συνταγματικός αυτός έλεγχος μπορεί να ασκείται με διαφορετικούς τρόπους στα διάφορα κράτη μέλη, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της συνταγματικής ιστορίας του κάθε κράτους, αλλά, μετά τη σύστασή του, το Συνταγματικό Δικαστήριο - όπως το ουγγρικό, το οποίο μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος απέκτησε σύντομα μεγάλη φήμη μεταξύ των ανώτατων δικαστηρίων της Ευρώπης - δεν θα πρέπει να υπόκειται σε μέτρα που στοχεύουν στον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται το κράτος δικαίου·

   να επαναφέρουν τη δυνατότητα να παραπέμπει το δικαστικό σύστημα στη νομολογία που είχε εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Θεμελιώδους Νόμου, ιδίως στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων(12) ·
   να καταβάλλουν προσπάθειες για την εξασφάλιση συναίνεσης κατά την εκλογή των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου με ουσιαστική συμμετοχή της αντιπολίτευσης και να διασφαλίζουν ότι τα μέλη του δικαστηρίου δεν δέχονται πολιτικές επιρροές·
   να αποκαταστήσουν τα προνόμια του κοινοβουλίου στο πεδίο του προϋπολογισμού και έτσι να διασφαλίσουν την πλήρη δημοκρατική νομιμότητα των δημοσιονομικών αποφάσεων, καταργώντας τον περιορισμό των κοινοβουλευτικών εξουσιών από το μη κοινοβουλευτικού χαρακτήρα Συμβούλιο Προϋπολογισμού·
   να συνεργαστούν με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι διατάξεις αυτές του νέου Νόμου για την Εθνική Ασφάλεια συνάδουν με τις θεμελιώδεις αρχές της διάκρισης των εξουσιών, της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής·
   να παράσχουν διευκρινίσεις για τον τρόπο με τον οποίο οι ουγγρικές αρχές προτίθενται να διορθώσουν την πρόωρη αφυπηρέτηση ανώτατων δημόσιων υπαλλήλων ώστε να διασφαλιστεί η θεσμική ανεξαρτησία της αρχής που είναι αρμόδια γα την προστασία των δεδομένων·

Σε σχέση με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης:

–  να εγγυηθούν πλήρως την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης μεριμνώντας ώστε οι αρχές της μονιμότητας και της εξασφαλισμένης ηλικίας αφυπηρέτησης των δικαστών, οι κανονισμοί που διέπουν τη δομή και σύνθεση των διοικητικών οργάνων της δικαιοσύνης και οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου να κατοχυρωθούν στον Θεμελιώδη Νόμο·

   να θέσουν σύντομα και σωστά σε εφαρμογή τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Νοεμβρίου 2012 και του ουγγρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, επιτρέποντας σε όσους απολυθέντες δικαστές το επιθυμούν να επιστρέψουν στις προηγούμενες θέσεις τους, συμπεριλαμβανομένων των προέδρων δικαστηρίων των οποίων η αρχική θέση διοικητικής ευθύνης δεν είναι πλέον κενή·
   να θεσπίσουν αντικειμενικά κριτήρια επιλογής ή να δώσουν εντολή στην Εθνική Δικαστική Αρχή να θεσπίσει τέτοια κριτήρια, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι κανονισμοί περί μεταβίβασης υποθέσεων θα σέβονται το δικαίωμα δίκαιης δίκης και την αρχή του νόμιμου δικαστή·
   να θέσουν σε εφαρμογή τις υπόλοιπες συστάσεις της υπ’ αριθ. CDL-AD(2012)020 γνωμοδότησης της Επιτροπής της Βενετίας για τις βασικές πράξεις για τη δικαστική αρχή που τροποποιήθηκαν μετά την έγκριση της γνωμοδότησης CDL-AD(2012)001·

Σε σχέση με την εκλογική μεταρρύθμιση:

–  να ζητήσουν από την Επιτροπή της Βενετίας και τον ΟΑΣΕ/ODIHR (Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων) να διενεργήσουν κοινή ανάλυση του ριζικά αναθεωρημένου νομικού και θεσμικού πλαισίου των εκλογών και να καλέσουν το ODIHR να πραγματοποιήσει αποστολή αξιολόγησης των αναγκών καθώς και μακρόχρονη και βραχύχρονη αποστολή παρατήρησης εκλογών·

   να εξασφαλίσουν ισόρροπη εκπροσώπηση στην Εθνική Εφορευτική Επιτροπή·

Σε σχέση με τα μέσα ενημέρωσης και τον πλουραλισμό:

–  να ανταποκριθούν στην υποχρέωση περαιτέρω συζήτησης για τη συνεργασία σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων σχετικά με την πιο μακροπρόθεσμη προοπτική της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, στη βάση των σημαντικότερων από τις υπόλοιπες συστάσεις της νομικής γνωμάτευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2012·

   να μεριμνήσουν για την έγκαιρη και στενή συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων κύκλων, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματιών των μέσων ενημέρωσης, των κομμάτων της αντιπολίτευσης και της κοινωνίας των πολιτών, σε οιαδήποτε περαιτέρω επανεξέταση της νομοθεσίας στον τομέα αυτό, που ρυθμίζει μια βασική πτυχή της λειτουργίας μιας δημοκρατικής κοινωνίας, καθώς και στη διεργασία εφαρμογής της·
   να εκπληρώσουν τη θετική υποχρέωση που απορρέει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δυνάμει του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης ως μιας από τις προϋποθέσεις για μια εύρυθμη δημοκρατία·
   να σέβονται, να εγγυώνται, να προστατεύουν και να προάγουν το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και ενημέρωσης, καθώς και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και τον πλουραλισμό, και να αποφεύγουν την ανάπτυξη ή στήριξη μηχανισμών που απειλούν την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και τη δημοσιογραφική και συντακτική ανεξαρτησία·
   να μεριμνήσουν για τη θέσπιση αντικειμενικών, νομικώς δεσμευτικών διαδικασιών και μηχανισμών σχετικά με την επιλογή και τον διορισμό των διευθυντών των δημόσιων μέσων ενημέρωσης, των διοικητικών συμβουλίων, των συμβουλίων μέσων ενημέρωσης και των ρυθμιστικών φορέων, σύμφωνα με τις αρχές της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας, της εμπειρίας και του επαγγελματισμού, της εκπροσώπησης ολόκληρου του πολιτικού και κοινωνικού φάσματος, της ασφάλειας δικαίου και της συνέχειας·
   να παράσχουν νομικές εγγυήσεις σχετικά με τον πλήρη σεβασμό της αρχής του απορρήτου των πηγών και να εφαρμόζουν πιστά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·
   να διασφαλίσουν ότι οι κανόνες που αφορούν την πολιτική ενημέρωση από τον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων εγγυώνται δίκαιη πρόσβαση σε διάφορους πολιτικούς ανταγωνιστές, γνώμες και απόψεις, ιδίως όταν πρόκειται για εκλογές και δημοψηφίσματα, για να μπορούν οι πολίτες να διαμορφώνουν άποψη χωρίς να γίνεται κατάχρηση επιρροής από μια κυρίαρχη ομάδα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης·

Σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες:

–  να αναλάβουν, και να συνεχίσουν, θετικές ενέργειες και ουσιαστικά μέτρα για να διασφαλίσουν τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων όλων, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες και των αστέγων, και να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους από όλες τις δημόσιες αρχές· κατά την επανεξέταση του ορισμού της «οικογένειας» να λάβουν υπόψη τη νομοθετική τάση που παρατηρείται στην Ευρώπη για διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του ορισμού της οικογένειας και τον αρνητικό αντίκτυπο ενός περιοριστικού ορισμού της οικογένειας στα θεμελιώδη δικαιώματα αυτών που θα αποκλείονται από τον νέο και περισσότερο περιοριστικό ορισμό·

   να ακολουθήσουν νέα προσέγγιση αναλαμβάνοντας επιτέλους τις υποχρεώσεις τους έναντι των αστέγων - και, κατά συνέπεια, των ευάλωτων ατόμων - σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τις οποίες έχει προσυπογράψει η Ουγγαρία, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, κατ’ αυτό τον τρόπο, να προάγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα, αντί να παραβιάζουν με την ενσωμάτωση στον Θεμελιώδη Νόμο διατάξεων για την ποινικοποίηση της κατάστασης των αστέγων·
   καλεί την ουγγρική κυβέρνηση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την ενίσχυση του μηχανισμού κοινωνικού διαλόγου και ολοκληρωμένων διαβουλεύσεων και τη διασφάλιση των σχετικών δικαιωμάτων·
   καλεί την ουγγρική κυβέρνηση να εντείνει τις προσπάθειές της για την ένταξη των Ρομά και να θεσπίσει κατάλληλα μέτρα για την προστασία τους· οι ρατσιστικές απειλές σε βάρος των Ρομά πρέπει να αντιμετωπισθούν με αδιαμφισβήτητο και αποφασιστικό τρόπο·

Σε σχέση με την ελευθερία θρησκείας ή πεποιθήσεων και την αναγνώριση των εκκλησιών:

–  να θεσπίσουν σαφείς, ουδέτερες και αμερόληπτες απαιτήσεις και θεσμικές διαδικασίες για την αναγνώριση θρησκευτικών οργανώσεων όπως π.χ. εκκλησιών σε συμφωνία με το καθήκον του κράτους να είναι ουδέτερο και αμερόληπτο στις σχέσεις του με τις διάφορες θρησκείες και πεποιθήσεις και να προσφέρει αποτελεσματικά ένδικα μέσα για περιπτώσεις μη αναγνώρισης ή μη λήψης απόφασης, σύμφωνα με τις συνταγματικές απαιτήσεις που θεσπίζει η προαναφερθείσα Απόφαση 6/2013 του Συνταγματικού Δικαστηρίου·

Συστάσεις προς τα θεσμικά όργανα της ΕΕ για τη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού για την αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 2 της ΣΕΕ

73.  επαναλαμβάνει ότι επείγει η επίλυση του λεγόμενου «διλήμματος της Κοπεγχάγης», στο πλαίσιο του οποίου η ΕΕ παραμένει πολύ αυστηρή μεν σε ό, τι αφορά τον σεβασμό των κοινών αξιών και προτύπων από τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, αλλά δεν διαθέτει αποτελεσματικά εργαλεία εποπτείας και επιβολής κυρώσεων μετά την ένταξή τους στην ΕΕ·

74.  ζητεί επιτακτικά να υπάρχει τακτική αξιολόγηση της συνεχούς συμμόρφωσής τους προς τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης και τις απαιτήσεις της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, στο πλαίσιο της οποίας θα αποφεύγεται η χρήση διπλών μέτρων και σταθμών και λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε μιας κοινώς αποδεκτή αντίληψη, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά τα συνταγματικά και νομικά πρότυπα· απαιτεί, επίσης, παρόμοιες καταστάσεις στα κράτη μέλη να παρακολουθούνται κατά τον ίδιο τρόπο, διότι διαφορετικά παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των κρατών μελών έναντι των Συνθηκών·

75.  ζητεί στενότερη συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών, ιδιαίτερα με το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Επιτροπή της Βενετίας, και την αξιοποίηση της δικής τους εμπειρίας στο θέμα του σεβασμού των δημοκρατικών αρχών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου·

76.  αναγνωρίζει και επικροτεί τις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί, τις αναλύσεις που έχουν γίνει και τις συστάσεις που έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης, και ειδικότερα από τον Γενικό Γραμματέα, την Κοινοβουλευτική Συνέλευση και από τον επί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Επίτροπό του, καθώς και από την Επιτροπή της Βενετίας·

77.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να δρομολογήσουν κοινό προβληματισμό και συζήτηση -όπως επίσης έχουν ζητήσει οι Υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας, των Κάτω Χωρών, της Δανίας και της Φινλανδίας στην προαναφερθείσα επιστολή τους προς τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - για το πώς θα της αποκτήσει η Ένωση τους αναγκαίους μηχανισμούς για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει της Συνθήκης στο θέμα της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αποφεύγοντας παράλληλα κάθε κίνδυνο χρήσης διπλών μέτρων και σταθμών έναντι των κρατών μελών της·

78.  εκτιμά ότι μια μελλοντική αναθεώρηση των Συνθηκών θα πρέπει να οδηγήσει σε μια καλύτερη διάκριση μεταξύ της αρχικής φάσης, που θα αποβλέπει στην αξιολόγηση κάθε κινδύνου σοβαρής παραβίασης των αξιών που ορίζονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ, και μιας αποτελεσματικότερης διαδικασίας σε μια μεταγενέστερη φάση, όταν θα χρειάζεται πλέον να αναληφθούν ενέργειες για την αντιμετώπιση πραγματικών σοβαρών και διαρκών παραβιάσεων αυτών των αξιών·

79.  επαναλαμβάνει, στο πλαίσιο του σημερινού θεσμικού μηχανισμού που προβλέπει το άρθρο 7 της ΣΕΕ, τις εκκλήσεις που διατύπωσε στο ψήφισμά του της 12ης Δεκεμβρίου 2012 σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2010-2011), υπέρ της δημιουργίας ενός νέου μηχανισμού για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης όλων των κρατών μελών προς τις κοινές αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ και της συνέχειας στα κριτήρια της Κοπεγχάγης· ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να προσλάβει τη μορφή «Επιτροπής της Κοπεγχάγης» ή ομάδας υψηλού επιπέδου ή αξιολόγησης βάσει του άρθρου 70 της ΣΛΕΕ και να έχει ως βάση την αναμόρφωση και την ενίσχυση της εντολής του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, και το πλαίσιο ενός ενισχυμένου διαλόγου Επιτροπής-Συμβουλίου-Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου-κρατών μελών σχετικά με τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν·

80.  επαναλαμβάνει ότι η δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού θα μπορούσε να συμπεριλάβει την επανεξέταση της εντολής του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποία θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να προβλέπει τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των κρατών μελών προς το άρθρο 2 ΣΕΕ· συνιστά αυτή η «ομάδα υψηλού επιπέδου της Κοπεγχάγης» ή οιοσδήποτε παρεμφερής μηχανισμός να εδράζεται στους υφιστάμενους μηχανισμούς και δομές και να συνεργάζεται με αυτούς· υπενθυμίζει τον ρόλο του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο οποίος θα μπορούσε να συγκεντρώσει το εξαιρετικά πολύτιμο έργο των διάφορων οργάνων παρακολούθησης που υπάρχουν στο Συμβούλιο της Ευρώπης και τα δικά του στοιχεία και αναλύσεις προκειμένου να διενεργεί ανεξάρτητες, συγκριτικές και τακτικές αξιολογήσεις της συμμόρφωσης των κρατών μελών προς το άρθρο 2 της ΣΕΕ·

81.  συνιστά σε σχέση με τον μηχανισμό αυτό :

   να είναι ανεξάρτητος από πολιτικές επιρροές, όπως οφείλουν να είναι όλοι οι μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης που σχετίζονται με την παρακολούθηση των κρατών μελών, καθώς επίσης γρήγορος και αποτελεσματικός·
   να λειτουργεί σε πλήρη συνεργασία με άλλους διεθνείς οργανισμούς για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου·
   να παρακολουθεί σε τακτική βάση τον σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, την κατάσταση της δημοκρατίας και το κράτος δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη, σεβόμενος πλήρως τις εθνικές συνταγματικές παραδόσεις·
   να ασκεί αυτή την εποπτεία με ομοιόμορφο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος εφαρμογής διπλών μέτρων και σταθμών έναντι των κρατών μελών·
   να προειδοποιεί έγκαιρα την ΕΕ για κάθε κίνδυνο υποβάθμισης του επιπέδου τήρησης των αξιών που κατοχυρώνει το άρθρο 2 της ΣΕΕ·
   να εκδίδει συστάσεις προς τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη για το πώς θα κινηθούν και θα διορθώσουν οιαδήποτε επιδείνωση του επιπέδου τήρησης των αξιών που κατοχυρώνει το άρθρο 2 της ΣΕΕ·

82.  αναθέτει στην κοινοβουλευτική του επιτροπή που είναι αρμόδια για την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο έδαφος της Ένωσης, και για τον εντοπισμό σαφών κινδύνων σοβαρής παραβίασης των κοινών αξιών από ένα κράτος μέλος, να υποβάλει λεπτομερείς προτάσεις υπό μορφή έκθεσης στη Διάσκεψη των Προέδρων και στην ολομέλεια·

83.  αναθέτει στην κοινοβουλευτική του επιτροπή που είναι αρμόδια για την προστασία, εντός του εδάφους της Ένωσης, των δικαιωμάτων των πολιτών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και για τον εντοπισμό τυχόν σαφών κινδύνων σοβαρής παραβίασης των κοινών αξιών από ένα κράτος μέλος, καθώς και στην κοινοβουλευτική του επιτροπή που είναι αρμόδια για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των κοινών σε όλα τα κράτη μέλη αρχών, να παρακολουθούν την εξέλιξη της κατάστασης στην Ουγγαρία·

84.  σκοπεύει να συγκαλέσει Διάσκεψη για το θέμα αυτό, πριν από τα τέλη του 2013, στην οποία θα συμμετάσχουν εκπρόσωποι όλων των κρατών μελών, των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, του Συμβουλίου της Ευρώπης, των εθνικών Συνταγματικών και Ανώτατων Δικαστηρίων, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·

IV - ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

85.  ζητεί από τις ουγγρικές αρχές να ενημερώσουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή, τις Προεδρίες του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και το Συμβούλιο της Ευρώπης σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων της παραγράφου 72·

86.  καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να ορίσουν από έναν εκπρόσωπο ο οποίος, μαζί με τον εισηγητή του Κοινοβουλίου και τους σκιώδεις εισηγητές («Τριμερής διάλογος βάσει του άρθρου 2»), θα αξιολογούν τις πληροφορίες που θα διαβιβάζουν οι ουγγρικές αρχές σχετικά με την εφαρμογή των συστάσεων της παραγράφου 72 και θα παρακολουθούν ενδεχόμενες μελλοντικές τροποποιήσεις με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 2 της ΣΕΕ·

87.  ζητεί από τη Διάσκεψη των Προέδρων να αξιολογήσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να γίνει χρήση των μηχανισμών που προβλέπει η Συνθήκη, περιλαμβανομένου του άρθρου 7 παράγραφος 1 της ΣΕΕ, σε περίπτωση που οι απαντήσεις των ουγγρικών αρχών στις ανωτέρω συστάσεις δεν είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις του άρθρου 2 της ΣΕΕ·

o
o   o

88.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στον Πρόεδρο και στην κυβέρνηση της Ουγγαρίας, στους Προέδρους του ουγγρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και της «Kúria», στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, στον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στον ΟΑΣΕ.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2012)0053.
(2) ΕΕ C 199 E της 7.7.2012, σ. 154.
(3) ΕΕ C 33 E της 5.2.2013, σ. 17.
(4) ΕΕ C 169 E της 15.6.2012, σ. 49.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2012)0500.
(6) Οι νόμοι αυτοί περιλαμβάνουν βασικούς νόμους των οποίων όλες οι διατάξεις απαιτούν πλειοψηφία δυο τρίτων, βασικούς νόμους των οποίων συγκεκριμένες διατάξεις πρέπει να εγκριθούν με απλή πλειοψηφία, και πράξεις των οποίων συγκεκριμένες διατάξεις απαιτούν πλειοψηφία δυο τρίτων των παρόντων βουλευτών.
(7) Νομική ανάλυση που απεστάλη στην ουγγρική κυβέρνηση στις 28 Φεβρουαρίου 2011: http://www.osce.org/fom/75990Βλέπε επίσης ανάλυση και αξιολόγηση Σεπτεμβρίου 2010: http://www.osce.org/fom/71218
(8) Ανάλυση από τους εμπειρογνώμονες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ουγγρική νομοθεσία σχετικά με τα μέσα ενημέρωσης: πράξη CIV του 2010 για την ελευθερία του Τύπου και τους θεμελιώδεις κανόνες για το περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης και πράξη CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, 11 Μαΐου 2012.
(9) Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για τις σύγχρονες μορφές ρατσισμού, φυλετικών διακρίσεων, ξενοφοβίας και σχετικής μισαλλοδοξίας (A/HRC/20/33/Add. 1).
(10) Γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας αριθ. 664/2012 της 19 Μαρτίου 2012 σχετικά με την Πράξη CCVI του 2011 για το δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης και της θρησκείας, και για το νομικό καθεστώς των εκκλησιών, δογμάτων και θρησκευτικών κοινοτήτων στην Ουγγαρία (CDL-AD(2012)004).
(11) Σημείο (80) της απόφασης.
(12) Βλέπε έγγραφο εργασίας 5.

Τελευταία ενημέρωση: 21 Δεκεμβρίου 2015Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου