Νομοθετικές αρμοδιότητες 

Πώς πραγματοποιείται το νομοθετικό έργο;

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ, ως ένας από τους δύο συννομοθέτες της, μαζί με το Συμβούλιο.

Η συντριπτική πλειοψηφία της ευρωπαϊκής νομοθεσίας συνδιαμορφώνεται και εγκρίνεται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, με βάση πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η διαδικασία είναι γνωστή «συνήθης νομοθετική διαδικασία» ή «διαδικασία συναπόφασης».

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συνθήκες της ΕΕ προβλέπουν ειδικές νομοθετικές διαδικασίες, όπως η διαβούλευση και η συναίνεση, όπου το Κοινοβούλιο δεν μοιράζεται ισότιμα τις αρμοδιότητες με το Συμβούλιο όπως συμβαίνει στη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

Οι εργασίες του Κοινοβουλίου για μια νομοθετική πράξη ξεκινούν αφότου υποβληθεί πρόταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην οποία έχει ανατεθεί η νομοθετική πρωτοβουλία. Η πρόταση παραπέμπεται σε μία επιτροπή και ένας ευρωβουλευτής ως εισηγητής, αναλαμβάνει τη σχετική έκθεση.

Όταν η νομοθεσία αντιμετωπίζει γενικά ζητήματα, μπορούν να διοριστούν συνεισηγητές από διαφορετικές επιτροπές.

Μετά από συζητήσεις μεταξύ των εκπροσώπων των πολιτικών ομάδων και διαβουλεύσεις προς αναζήτηση συμβιβασμού, η κοινοβουλευτική επιτροπή ψηφίζει το σχέδιο έκθεσης ενδεχομένως εγκρίνοντας τροπολογίες. Όταν το κείμενο αναθεωρηθεί και ψηφιστεί στην ολομέλεια, το Κοινοβούλιο έχει διαμορφώσει τη θέση του για τις επικείμενες διαπραγματεύσεις.

Συνήθης νομοθετική διαδικασία 

Συνήθης νομοθετική διαδικασία

  1. Πρόταση της Επιτροπής

    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποβάλλει νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

    Φορείς με δικαίωμα πρωτοβουλίας:
    • Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων
    • Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
    • Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
    • Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών
    • Το ένα τέταρτο των κρατών μελών

    Αναλυτικά:

    Προθεσμίες

    Δεν προβλέπεται προθεσμία για την υποβολή πρότασης από την Επιτροπή.

    Ψηφοφορίες

    Το Σώμα των Επιτρόπων εγκρίνει τις προτάσεις της Επιτροπής με γραπτή διαδικασία (δηλ. χωρίς συζήτηση) ή με προφορική διαδικασία (δηλ. με συζήτηση). Εάν ζητηθεί ψηφοφορία, η Επιτροπή αποφασίζει με απλή πλειοψηφία.

    Συμμετοχή των πολιτών

    1. Εάν νομίζετε ότι η ΕΕ πρέπει να κινήσει νομοθετική διαδικασία, έχετε τις εξής επιλογές:

      1. να ξεκινήσετε μια πρωτοβουλία πολιτών – εφόσον συγκεντρώσετε, μέσα σε ένα χρόνο, τουλάχιστον 1 εκατομμύριο υπογραφές πολιτών της ΕΕ από τουλάχιστον επτά κράτη μέλη, μπορείτε να ζητήσετε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει πρόταση σε τομέα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της.
        Περισσότερα για την πρωτοβουλία πολιτών

      2. να απευθυνθείτε σε βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο οποίος μπορεί:

        1. να κινήσει διαδικασία βάσει της οποίας το Κοινοβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει νομοθεσία. Αυτό είναι δυνατό μόνο όταν το Κοινοβούλιο πιστεύει ότι για την καλύτερη εφαρμογή των Συνθηκών είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ενωσιακή νομοθεσία. Εάν η Επιτροπή αρνηθεί να υποβάλει πρόταση, πρέπει να αιτιολογήσει την άρνηση αυτή.

        2. να ζητήσει από μια κοινοβουλευτική επιτροπή να εκπονήσει μια ουσιαστικά μη δεσμευτική έκθεση πρωτοβουλίας, με την οποία, εφόσον εγκριθεί από το Κοινοβούλιο, μπορεί να ασκηθεί πίεση στην Επιτροπή να υποβάλει νέες προτάσεις.

        3. να καταθέσει ερώτηση προς την Επιτροπή, με βάση την οποία η τελευταία θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης νέας νομοθεσίας.
          Περισσότερα για τις ερωτήσεις

      3. να υποβάλει αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
        Περισσότερα για τις αναφορές

    2. Μόλις η Επιτροπή ξεκινήσει διαδικασία για την εκπόνηση ή αναθεώρηση νομοθεσίας, συνήθως καλεί σε δημόσια διαβούλευση, στο πλαίσιο της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη και εμπειρογνώμονες μπορούν να εκφράσουν τις απόψεις τους.
      Περισσότερα για τις δημόσιες διαβουλεύσεις

    Συνταχθέν κείμενο

    Το έγγραφο που εκπονείται από την Επιτροπή είναι: Πρόταση κανονισμού (ή οδηγίας ή απόφασης) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με [θέμα].

    Το έγγραφο αναφοράς φέρει την ένδειξη COM (έτος με 4 ψηφία) 4ψήφιος αριθμός.

    Στατιστικές

    Η Επιτροπή με πρόεδρο τον Jean-Claude Juncker (2014-2019) υπέβαλε 396 προτάσεις στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. Οι προτάσεις αυτές υπολείπονται σε αριθμό των 584 προτάσεων της δεύτερης Επιτροπής με επικεφαλής τον José Manuel Barroso (2009-2014), των 508 προτάσεων της πρώτης Επιτροπής Barroso (2004-2009) και των 432 προτάσεων που υπέβαλε η Επιτροπή Romano Prodi (1999-2004).

    Στο μικρότερο αυτό αριθμός προτάσεων αποτυπώνεται η συνειδητή απόφαση που έλαβε η Επιτροπή Juncker στην αρχή της θητείας της να «κάνει λιγότερα, αλλά (...) με πιο αποδοτικό τρόπο». Ταυτόχρονα, σημαντικός αριθμός προτάσεων αφορούσε ευρύτερα ζητήματα διατομεακού χαρακτήρα που έπρεπε να εξεταστούν από δύο ή περισσότερες κοινοβουλευτικές επιτροπές.

    Πλήρη κείμενα

    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπονεί νομοθετικές προτάσεις με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλων θεσμικών οργάνων ή χωρών της ΕΕ ή κατόπιν πρωτοβουλίας πολιτών, συχνά ύστερα από δημόσιες διαβουλεύσεις. Η τελική πρόταση διαβιβάζεται ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην Επιτροπή των Περιφερειών και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

    1. Η συνήθης νομοθετική διαδικασία ξεκινά με την υποβολή νομοθετικής πρότασης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

    2. Η συνήθης νομοθετική διαδικασία εφαρμόζεται σήμερα σε 85 καθορισμένους τομείς πολιτικής που καλύπτουν την πλειοψηφία των τομέων αρμοδιότητας της ΕΕ.

    3. Το «δικαίωμα πρωτοβουλίας» ανήκει στην Επιτροπή. Αυτή είναι υπεύθυνη για την υποβολή των περισσότερων νομοθετικών προτάσεων. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις, ενώ σε ορισμένες σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις προτάσεις μπορούν να διατυπώσουν και άλλα θεσμικά όργανα.

    4. Όταν το Κοινοβούλιο πιστεύει ότι απαιτείται θέσπιση ενωσιακής νομοθεσίας για να διευκολυνθεί η εφαρμογή των Συνθηκών, το Κοινοβούλιο μπορεί (με πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν) να ζητήσει από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση. Εάν η Επιτροπή αρνηθεί να υποβάλει πρόταση, πρέπει να αιτιολογήσει την άρνηση αυτή.

    5. Το Συμβούλιο (αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία) μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να εκπονήσει μελέτες τις οποίες οι υπουργοί κρίνουν σκόπιμες για την επίτευξη κοινών στόχων, και να του υποβάλει κατάλληλες προτάσεις.

    6. Στις ακόλουθες λίαν συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι Συνθήκες επιτρέπουν την έναρξη της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας:

      • μετά από πρωτοβουλία του ενός τετάρτου των κρατών μελών (δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, αστυνομική συνεργασία)

      • μετά από σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ορισμένα άρθρα του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)

      • μετά από αίτημα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σύσταση ειδικευμένων δικαστηρίων υπαγόμενων στο Γενικό Δικαστήριο, αρμόδιων να εκδικάζουν σε πρώτο βαθμό ορισμένες κατηγορίες προσφυγών οι οποίες ασκούνται σε συγκεκριμένους τομείς, ορισμένες διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης)

      • μετά από αίτημα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων

    7. Η πρόταση της Επιτροπής μπορεί επίσης να είναι συνέπεια Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών.

    8. Η πρόταση της Επιτροπής είναι αποτέλεσμα εκτενούς διαδικασίας διαβούλευσης, η οποία μπορεί να διεξάγεται με ποικίλους τρόπους (υποχρεωτική εκτίμηση αντικτύπου, εκθέσεις εμπειρογνωμόνων, διαβούλευση με εθνικούς εμπειρογνώμονες, διεθνείς οργανισμούς και/ή μη κυβερνητικές οργανώσεις, διαβούλευση στο πλαίσιο Πράσινων και Λευκών Βίβλων κ.λπ.)

    9. Διαδικασία διαβούλευσης διεξάγεται και μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών της Επιτροπής, ούτως ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλες οι πτυχές του υπό εξέταση ζητήματος (διυπηρεσιακή διαβούλευση).

    10. Η πρόταση της Επιτροπής εγκρίνεται συνήθως από το Σώμα των Επιτρόπων, με βάση είτε γραπτή διαδικασία (χωρίς συζήτηση μεταξύ των Επιτρόπων ) είτε προφορική διαδικασία (το θέμα συζητείται από το Σώμα των Επιτρόπων), και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    11. Η Επιτροπή υποβάλλει τη νομοθετική πρότασή της (συνήθως για έκδοση κανονισμού, οδηγίας ή απόφασης) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, καθώς και σε όλα τα εθνικά κοινοβούλια της ΕΕ και, ενδεχομένως, στην Επιτροπή των Περιφερειών και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

    Ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων
    1. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 1 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων και το πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, που προσαρτώνται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάθε εθνικό κοινοβούλιο μπορεί, εντός προθεσμίας οκτώ εβδομάδων, να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη, εάν θεωρεί ότι ένα σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας. Κάθε εθνικό κοινοβούλιο διαθέτει δύο ψήφους. Στα κοινοβουλευτικά συστήματα με δύο σώματα, κάθε ένα από τα δύο σώματα διαθέτει μία ψήφο.

    2. Αν τουλάχιστον το ένα τρίτο των εθνικών κοινοβουλίων είναι της γνώμης ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας, τότε το σχέδιο αυτό πρέπει να επανεξεταστεί («κίτρινη κάρτα»). Αυτό το κατώτατο όριο μειώνεται στο ένα τέταρτο για σχέδιο νομοθετικής πρότασης που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 76 της ΣΛΕΕ (δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις και αστυνομική συνεργασία). Μετά την επανεξέταση της πρότασης στο πλαίσιο της διαδικασίας «κίτρινης κάρτας», το θεσμικό όργανο που την συνέταξε (συνήθως η Επιτροπή) μπορεί να αποφασίσει να τη διατηρήσει, να την τροποποιήσει ή να την αποσύρει.

    3. Επιπλέον, στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, αν μια απλή πλειοψηφία εθνικών κοινοβουλίων θεωρεί ότι το σχέδιο νομοθετικής πρότασης δεν συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας, το σχέδιο πρέπει να επανεξεταστεί από την Επιτροπή («πορτοκαλί κάρτα»). Η Επιτροπή μπορεί στην περίπτωση αυτή να αποφασίσει αν θα διατηρήσει, θα τροποποιήσει ή θα αποσύρει την πρόταση. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει να διατηρήσει την πρόταση, πρέπει να δικαιολογήσει τη θέση της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να εξετάσουν, πριν από την ολοκλήρωση της πρώτης ανάγνωσης, κατά πόσον η πρόταση συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας. Αν το Κοινοβούλιο, με απλή πλειοψηφία των μελών του, ή το Συμβούλιο, με πλειοψηφία 55 % των μελών του, θεωρήσουν ότι η πρόταση δεν συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας, η πρόταση αποσύρεται.

    4. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο πρέπει να ζητούν τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ) και της Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ) σχετικά με ορισμένα ζητήματα ή όταν το Συμβούλιο το κρίνει σκόπιμο. Για παράδειγμα, η ΕΟΚΕ πρέπει να γνωμοδοτεί σχετικά με ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ενώ η γνώμη της ΕτΠ πρέπει να ζητείται για ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον, την εκπαίδευση και τις μεταφορές. Το Συμβούλιο ή η Επιτροπή μπορούν να τάσσουν προθεσμία για την υποβολή γνωμοδοτήσεων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επίσης τη δυνατότητα να καλεί τις δύο Επιτροπές να γνωμοδοτήσουν. Επιπλέον, οι Επιτροπές μπορούν να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις με δική τους πρωτοβουλία.

  2. Πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου

    Κατά την πρώτη ανάγνωση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει την πρόταση της Επιτροπής και μπορεί να την εγκρίνει χωρίς τροποποιήσεις ή να την τροποποιήσει.

    Αναλυτικά:

    Προθεσμίες

    Δεν προβλέπεται προθεσμία για την πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου.

    Ψηφοφορίες

    Οι αποφάσεις στις επιτροπές και την ολομέλεια λαμβάνονται με την απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων.

    Συμμετοχή των πολιτών

    Όταν η πρόταση διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο, ο εισηγητής και οι «σκιώδεις εισηγητές» (μέλη ορίζονται συνήθως από κάθε πολιτική ομάδα για να παρακολουθούν μια διαδικασία) αρχίζουν κατά κανόνα να συγκεντρώνουν γνώμες από ενδιαφερόμενα μέρη. Μπορείτε να υποβάλετε την άποψή σας σε αυτούς, σε οποιοδήποτε άλλο μέλος της επιτροπής ή σε οποιονδήποτε βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

    Στο στάδιο της εξέτασης σε επιτροπή, τροπολογίες μπορούν να κατατεθούν μόνο από τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος της αρμόδιας επιτροπής, ενώ οι τροπολογίες στην ολομέλεια πρέπει να κατατίθενται από την αρμόδια επιτροπή, μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 36 βουλευτές (ένα εικοστό των βουλευτών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο).

    Οι επιτροπές διοργανώνουν ενίοτε δημόσιες ακροάσεις, στις οποίες μπορείτε ενδεχομένως να συμμετέχετε.

    Οι συνεδριάσεις των επιτροπών και της ολομέλειας μεταδίδονται ζωντανά μέσω του διαδικτύου. Μπορείτε να τις παρακολουθήσετε ζωντανά

    Μπορείτε να ενημερώσετε τον ευρωβουλευτή σας ποιες από τις τροπολογίες που έχουν κατατεθεί πιστεύετε ότι είναι επωφελείς.

    Συνταχθέν κείμενο

    Το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση.

    Στατιστικές

    Κατά τη διάρκεια της 8ης κοινοβουλευτικής περιόδου (2014-2019), η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών επιφορτίστηκε με το 13 % του συνόλου των φακέλων συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, ακολουθούμενη από την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, η οποία χειρίστηκε το 12 % όλων των φακέλων. Η Επιτροπή Περιβάλλοντος και η Επιτροπή Μεταφορών ασχολήθηκαν, έκαστη εξ αυτών, με το 11 % του συνόλου των φακέλων.

    Αντίστοιχα, κατά την 7η κοινοβουλευτική περίοδο (2009-2014), το 14 % των φακέλων συναπόφασης/ΣΝΔ εξετάστηκαν από την Επιτροπή Περιβάλλοντος, το 11 % από την Οικονομική και Νομισματική Επιτροπή και το 10 % από την Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου και την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών.

    Πλήρη κείμενα

    Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παραπέμπει την πρόταση σε κοινοβουλευτική επιτροπή, η οποία ορίζει εισηγητή αρμόδιο να συντάξει σχέδιο έκθεσης με τροπολογίες στο προτεινόμενο κείμενο. Η επιτροπή ψηφίζει αυτή την έκθεση και τυχόν τροπολογίες σε αυτήν που έχουν κατατεθεί από άλλα μέλη της. Στη συνέχεια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συζητά και ψηφίζει τη νομοθετική πρόταση σε ολομέλεια με βάση την έκθεση της επιτροπής και τις τροπολογίες. Το αποτέλεσμα είναι η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση. Το Κοινοβούλιο μπορεί να αποδεχτεί την πρόταση χωρίς καμία αλλαγή ή να την τροποποιήσει. Μπορεί επίσης να απορρίψει την πρόταση της Επιτροπής και να ζητήσει από την Επιτροπή να την αποσύρει. Η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση διαβιβάζεται στο Συμβούλιο.

    1. Μόλις μια νομοθετική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαβιβαστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Πρόεδρός του, ύστερα από διαβούλευση με τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες, την παραπέμπει στην αρμόδια επιτροπή.

    2. Η επιλογή της επιτροπής εξαρτάται από το αντικείμενο που καλύπτει η πρόταση.

    3. Είναι δυνατό να δοθεί και σε άλλες επιτροπές η δυνατότητα να γνωμοδοτήσουν, εάν το αντικείμενο άπτεται των αρμοδιοτήτων τους.

    4. Εάν τίθεται ζήτημα αρμοδιότητας, για παράδειγμα εάν το θέμα εμπίπτει σχεδόν εξίσου στις αρμοδιότητες δύο ή περισσότερων επιτροπών, η Διάσκεψη των Προέδρων αποφασίζει για τη διαδικασία, με βάση σύσταση της Διάσκεψης των Προέδρων των Επιτροπών.

    5. Οι αμφισβητήσεις ως προς την αρμοδιότητα μπορούν να επιλύονται με διαδικασίες συνδεδεμένης επιτροπής ή με κοινές συνεδριάσεις επιτροπών και ψηφοφορίες.

    6. Μια συνδεδεμένη επιτροπή ασχολείται με την πρόταση ταυτόχρονα με την αρμόδια επιτροπή, με βάση χρονοδιάγραμμα που έχει συμφωνηθεί από κοινού. Οι εισηγητές των δύο επιτροπών προσδιορίζουν τους τομείς του κειμένου που εμπίπτουν στην αποκλειστική ή την κοινή αρμοδιότητά τους και συμφωνούν πώς ακριβώς θα συνεργαστούν. Οι εισηγητές ενημερώνουν ο ένας τον άλλο και πρέπει να συμφωνούν από κοινού ως προς τα κείμενα που προτείνουν στις επιτροπές και τη θέση τους όσον αφορά τις τροπολογίες. Η αρμόδια επιτροπή πρέπει να αποδέχεται τις τροπολογίες της συνδεδεμένης επιτροπής χωρίς ψηφοφορία, εάν αυτές αφορούν θέματα που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της συνδεδεμένης επιτροπής.

    7. Εάν υπάρχει διαφωνία μεταξύ αρμόδιας και συνδεδεμένης επιτροπής επί θεμάτων αρμοδιότητας, η Διάσκεψη των Προέδρων μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων ή μπορεί να ορίσει κοινές συνεδριάσεις, εάν το θέμα εμπίπτει εξίσου στην αρμοδιότητα των δύο επιτροπών.

    8. Σε περίπτωση κοινών συνεδριάσεων επιτροπών, οι ορισθέντες εισηγητές συντάσσουν ενιαίο σχέδιο έκθεσης, το οποίο εξετάζεται και ψηφίζεται από τις εμπλεκόμενες επιτροπές σε κοινές συνεδριάσεις υπό κοινό πρόεδρο.

    9. Η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή ελέγχει κατ' αρχάς τη νομική βάση της πρότασης. Μπορεί να ζητήσει γνωμοδότηση της αρμόδιας για νομικά θέματα επιτροπής, η οποία μπορεί να αποφασίσει να ελέγξει τη νομική βάση με δική της πρωτοβουλία.

    10. Εάν η πρόταση έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις, η αρμόδια επιτροπή πρέπει επίσης να επαληθεύσει ότι είναι συμβατή με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, δηλαδή ότι υπάρχουν επαρκείς δημοσιονομικοί πόροι. Η επιτροπή που είναι αρμόδια για θέματα προϋπολογισμού μπορεί επίσης να πραγματοποιήσει αντίστοιχο έλεγχο με δική της πρωτοβουλία.

    11. Εάν η αρμόδια επιτροπή, μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 36 βουλευτές του ΕΚ θεωρούν ότι η πρόταση ή τμήματα αυτής δεν συνάδουν με τα θεμελιώδη δικαιώματα της ΕΕ, η πρόταση μπορεί να παραπεμφθεί στην αρμόδια για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων επιτροπή (Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών).

    12. Μόλις μια επιτροπή οριστεί αρμόδια για την πρόταση, ορίζει από τα μέλη της έναν εισηγητή. Στην πράξη, οι συντονιστές που αντιπροσωπεύουν τις πολιτικές ομάδες αποφασίζουν ποια πολιτική ομάδα θα χειριστεί την έκθεση. Η ομάδα αυτή προτείνει έναν εισηγητή από τα μέλη της στην επιτροπή ή τους μόνιμους αναπληρωτές τους.

    13. Οι εισηγητές μπορεί να επιλέγονται εκ των προτέρων με βάση το ετήσιο νομοθετικό πρόγραμμα της επιτροπής, γεγονός που τους επιτρέπει να παρακολουθούν την πρόταση από το προπαρασκευαστικό της στάδιο, προτού υποβληθεί στο Κοινοβούλιο.

    14. Άλλες πολιτικές ομάδες μπορεί να ορίζουν σκιώδεις εισηγητές, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την επεξεργασία της θέσης της ομάδας και την παρακολούθηση της εργασίας του εισηγητή.

    15. Ο εισηγητής επεξεργάζεται την πρόταση στα διάφορα στάδια της διαδικασίας, ενημερώνοντας την επιτροπή (κατά την εξέταση σε επίπεδο επιτροπής) και το Κοινοβούλιο συνολικά (σε επίπεδο ολομέλειας) σχετικά με τη γενική προσέγγιση που ακολουθεί.

    16. Ο εισηγητής είναι υπεύθυνος για την παρουσίαση σχεδίου έκθεσης στην κοινοβουλευτική επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των τροπολογιών του στην πρόταση της Επιτροπής.

    17. Η κοινοβουλευτική επιτροπή συνήθως συνεδριάζει αρκετές φορές για να εξετάσει το σχέδιο έκθεσης.

    18. Είθισται να οργανώνονται ακροάσεις εμπειρογνωμόνων ή να ανατίθενται μελέτες ή εκτιμήσεις επιπτώσεων σχετικά με φακέλους που πραγματεύονται αμφιλεγόμενα ή «τεχνικά» ζητήματα.

    19. Κατά τις συζητήσεις σε επιτροπή, η Επιτροπή μπορεί να υπερασπιστεί την πρότασή της και να απαντήσει σε ερωτήσεις μελών της επιτροπής.

    20. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο λαμβάνει την πρόταση της Επιτροπής και αρχίζει να την επεξεργάζεται ταυτόχρονα με το Κοινοβούλιο, η επιτροπή είθισται να ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο να την τηρούν ενήμερη για την πορεία της πρότασης στο Συμβούλιο και τις ομάδες εργασίας του.

    21. Οι συνδεδεμένες και οι γνωμοδοτικές επιτροπές υποβάλλουν τις γνωμοδοτήσεις τους στην αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή.

    22. Κάθε τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος της επιτροπής μπορεί να καταθέσει τροπολογίες εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η αρμόδια επιτροπή. Όλες οι τροπολογίες τίθενται σε ψηφοφορία στην αρμόδια επιτροπή, η οποία αποφασίζει με απλή πλειοψηφία.

    23. Πριν η αρμόδια επιτροπή πραγματοποιήσει την τελική ψηφοφορία σχετικά με πρόταση νομοθετικής πράξης, ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δηλώσει τη θέση της σχετικά με όλες τις τροπολογίες που έχουν εγκριθεί από την επιτροπή και καλεί το Συμβούλιο να υποβάλει παρατηρήσεις.

    24. Μόλις η έκθεση εγκριθεί σε επιτροπή, τίθεται στην ημερήσια διάταξη της ολομέλειας.

    25. Μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 36 βουλευτές μπορούν να καταθέτουν τροπολογίες στην έκθεση και να τις υποβάλλουν σε ψηφοφορία στην ολομέλεια. Κατά γενικό κανόνα, η προθεσμία για την κατάθεση νέων τροπολογιών στην ολομέλεια είναι το μεσημέρι της Τετάρτης της εβδομάδας πριν από τη σύνοδο.

    26. Η ολομέλεια εξετάζει τη νομοθετική πρόταση με βάση την έκθεση που έχει συνταχθεί από την αρμόδια επιτροπή, καθώς και τις τροπολογίες που έχουν προταθεί, το σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος και, ενδεχομένως, την αιτιολογική έκθεση του εισηγητή.

    27. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην ολομέλεια πριν από την ψηφοφορία, ο παρευρισκόμενος Επίτροπος ανακοινώνει και αναπτύσσει τη θέση της Επιτροπής επί των τροπολογιών που έχουν κατατεθεί. Η θέση της Επιτροπής επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου εγκρίνεται από το Σώμα των Επιτρόπων.

    28. Το Κοινοβούλιο ψηφίζει εν πρώτοις επί των τροπολογιών στην πρόταση της Επιτροπής. Στη συνέχεια ψηφίζει την πρόταση, όπως ενδεχομένως τροποποιήθηκε, και ακολουθεί ψηφοφορία επί τυχόν τροπολογιών στο σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος. Το νομοθετικό ψήφισμα περιέχει μόνο δήλωση του Κοινοβουλίου ότι κάνει δεκτή ή απορρίπτει την πρόταση ή την τροποποιεί. Θα μπορούσε να περιλαμβάνει συγκεκριμένα αιτήματα, τα οποία απευθύνονται συνήθως στα άλλα θεσμικά όργανα, ή διευκρινίσεις.

    29. Για όλες τις ανωτέρω ψηφοφορίες απαιτείται απλή πλειοψηφία, δηλαδή πλειοψηφία των ψηφισάντων.

    30. Το Κοινοβούλιο μπορεί:

      • να απορρίψει την πρόταση στο σύνολό της

      • να εγκρίνει την πρόταση χωρίς τροπολογίες

      • να την εγκρίνει με τροπολογίες

    31. Πριν από την ψηφοφορία επί των τροπολογιών, ο Πρόεδρος μπορεί να καλέσει την Επιτροπή να δηλώσει τη θέση της και το Συμβούλιο να διατυπώσει παρατηρήσεις.

    32. Εάν εγκριθεί πρόταση για την απόρριψη της πρότασης, την οποία υποβάλλει η αρμόδια επιτροπή, μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 36 βουλευτές, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου καλεί την Επιτροπή να αποσύρει την πρότασή της. Εάν η Επιτροπή το πράξει, η νομοθετική διαδικασία σταματά. Εάν η Επιτροπή αρνηθεί, το Κοινοβούλιο μπορεί να αποφασίσει να αναπέμψει το θέμα στην κοινοβουλευτική επιτροπή. Μπορεί επίσης να αποφασίσει ενεργήσει κατά τον ίδιο τρόπο, εάν η πρόταση της Επιτροπής, όπως ενδεχομένως τροποποιήθηκε, δεν συγκεντρώσει την πλειοψηφία των ψηφισάντων.

    33. Το κείμενο της πρότασης, όπως εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο, καθώς και το συνοδευτικό ψήφισμα, διαβιβάζονται από τον Πρόεδρο στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, ως θέση του Κοινοβουλίου.

    34. Μόλις ολοκληρωθεί η πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει μια «τροποποιημένη πρόταση» που ενσωματώνει ορισμένες από τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου.

    35. Στη Συνθήκη δεν προβλέπεται προθεσμία για την πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου.

    Διαπραγματεύσεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
    1. Μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, υπάρχει δυνατότητα να ολοκληρωθεί μια συνήθης νομοθετική διαδικασία σε πρώτη ανάγνωση. Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε μια αυξανόμενη τάση για την επίτευξη συμφωνιών σε πρώτη ανάγνωση. Προς τον σκοπό αυτό, οι συννομοθέτες (Κοινοβούλιο και Συμβούλιο) πρέπει να διεξάγουν διαπραγματεύσεις, εκτός εάν εγκρίνουν την πρόταση της Επιτροπής χωρίς τροποποιήσεις ή συμφωνήσουν σε ήσσονος σημασίας τεχνικές τροποποιήσεις που δεν απαιτούν διαπραγμάτευση.

    2. Εάν η επιτροπή επιθυμεί να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο με στόχο την επίτευξη συμφωνίας σε πρώτη ανάγνωση, μπορεί επίσης, μετά την έγκριση της έκθεσής της, να αποφασίσει με απόλυτη πλειοψηφία υπέρ της διεξαγωγής διαπραγματεύσεων.

    3. Η έκθεση της επιτροπής αποτελεί την εντολή διαπραγμάτευσης και ανακοινώνεται στην ολομέλεια. Τα μέλη έχουν στη διάθεσή τους 24 ώρες για να εκφράσουν την αντίθεσή τους. Εάν δεν υπάρξουν αντιρρήσεις εντός της προθεσμίας αυτής, η επιτροπή μπορεί να αρχίσει διαπραγματεύσεις. Σε περίπτωση προβολής αντιρρήσεων, η εντολή τίθεται σε ψηφοφορία στην ολομέλεια: η εντολή μπορεί να εγκριθεί με απλή πλειοψηφία των μελών του Κοινοβουλίου. Σε περίπτωση απόρριψης της εντολής, η έκθεση της επιτροπής και τυχόν τροπολογίες εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνόδου ολομέλειας, κατά την οποία το Κοινοβούλιο μπορεί να εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση ή να αναπέμψει την πρόταση στην επιτροπή για διαπραγμάτευση (βάσει των τροπολογιών που κατατέθηκαν στην ολομέλεια) ή για επανεξέταση.

    4. Εναλλακτικά, η επιτροπή μπορεί να επιδιώξει να λάβει άμεσα εντολή από την ολομέλεια. Στην περίπτωση αυτή, η επιτροπή υποβάλλει την έκθεσή της στην ολομέλεια, η οποία, πριν ολοκληρωθεί η ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση, μπορεί να αποφασίσει να αναπέμψει τον φάκελο στην επιτροπή για διαπραγμάτευση, μαζί με τυχόν τροπολογίες που εγκρίθηκαν από την ολομέλεια.

    5. Όσον αφορά διοργανικές διαπραγματεύσεις για νομοθετικές προτάσεις, της διαπραγματευτικής ομάδας του Κοινοβουλίου προεδρεύει ο πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής, ενώ ο εισηγητής του συγκεκριμένου φακέλου διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στην υπεράσπιση της θέσης του Κοινοβουλίου. Η ομάδα περιλαμβάνει επίσης τους σκιώδεις εισηγητές των πολιτικών ομάδων.

    6. Όταν οι διαπραγματεύσεις στεφθούν με επιτυχία, ο πρόεδρος της Επιτροπής των Μόνιμων Αντιπροσώπων (ΕΜΑ), η οποία προετοιμάζει τις αποφάσεις του Συμβουλίου, αποστέλλει επιστολή στον πρόεδρο της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, στην οποία το Συμβούλιο δεσμεύεται να εγκρίνει τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου, εάν είναι σύμφωνες με τη συμβιβαστική λύση στην οποία έχουν καταλήξει από κοινού Συμβούλιο και Κοινοβούλιο.

    7. Η προσωρινή συμφωνία πρέπει να εγκριθεί από την αρμόδια επιτροπή με απλή πλειοψηφία. Στη συνέχεια υποβάλλεται στην ολομέλεια από την αρμόδια επιτροπή.

    8. Η ολομέλεια δίνει προτεραιότητα στις προσωρινές συμφωνίες· οι ψηφοφορίες επί των συμφωνιών αυτών διεξάγονται μετά την ψηφοφορία επί των προτάσεων απόρριψης, αλλά κατά κανόνα πριν από την ψηφοφορία επί των τροπολογιών.

  3. Πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου

    Κατά την πρώτη του ανάγνωση, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να κάνει δεκτή τη θέση του Κοινοβουλίου, οπότε η νομοθετική πράξη εκδίδεται ή μπορεί να τροποποιήσει τη θέση του Κοινοβουλίου και να επιστρέψει την πρόταση στο Κοινοβούλιο για δεύτερη ανάγνωση.

    Αναλυτικά:

    Προθεσμίες

    Δεν προβλέπεται προθεσμία για την πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου.

    Ψηφοφορίες

    Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, εκτός εάν η θέση του διαφέρει από τη θέση της Επιτροπής, περίπτωση κατά την οποία απαιτείται ομοφωνία.

    Συμμετοχή των πολιτών

    Βρείτε ποια θέση παίρνει η κυβέρνησή σας σε προτεινόμενα νομοθετικά μέτρα και στείλτε τα σχόλια και τους προβληματισμούς σας στις αρμόδιες εθνικές αρχές.

    Συνταχθέν κείμενο

    Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου χωρίς αλλαγές, η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή κανονισμός ή απόφαση) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

    Εάν το Συμβούλιο προτείνει αλλαγές στη θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, το κείμενο που προκύπτει είναι η: θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση.

    Στατιστικές

    Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου 2014-2019, το 89 % των φακέλων συμφωνήθηκαν σε πρώτη ανάγνωση, σε σύγκριση με 85 % κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2009-2014, 72 % κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2004-2009 και 29 % κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 1999-2004.

    Η μέση διάρκεια της διαδικασίας για την έγκριση πρότασης της Επιτροπής σε πρώτη ανάγνωση, από τη δημοσίευση έως την υπογραφή μετά την έγκριση πράξης, ήταν σχεδόν 18 μήνες κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2014-2019, έναντι 17 μηνών κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2009-2014, 16 μηνών κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2004-2009 και 11 μηνών κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 1999-2004.

    Πλήρη κείμενα

    Οι προπαρασκευαστικές εργασίες στο Συμβούλιο διεξάγονται παράλληλα με την πρώτη ανάγνωση στο Κοινοβούλιο, αλλά το Συμβούλιο μπορεί τυπικά να διεξάγει την πρώτη του ανάγνωση μόνο βάσει της θέσης του Κοινοβουλίου. Το Συμβούλιο μπορεί: να αποδεχθεί τη θέση του Κοινοβουλίου, οπότε η νομοθετική πράξη εκδίδεται· ή να εγκρίνει αλλαγές στη θέση του Κοινοβουλίου, κάτι που οδηγεί στον καθορισμό της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, η οποία διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο για δεύτερη ανάγνωση.

    1. Η πρόταση της Επιτροπής διαβιβάζεται στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ταυτόχρονα.

    2. Κατά συνέπεια, οι προπαρασκευαστικές εργασίες στο Συμβούλιο προχωρούν παράλληλα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά το Συμβούλιο μπορεί να εγκρίνει τη θέση του μόνο αφού το Κοινοβούλιο έχει αποφασίσει.

    3. Τα θεσμικά όργανα ενθαρρύνονται να ανταλλάσσουν πληροφορίες για την πρόοδο και το χρονοδιάγραμμα των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας.

    4. Όπως ισχύει στην περίπτωση του Κοινοβουλίου, δεν προβλέπεται προθεσμία για την πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου.

    5. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου προετοιμάζονται στο πλαίσιο ειδικών ομάδων εργασίας που απαρτίζονται από εκπροσώπους των κρατών μελών και στις οποίες προεδρεύει ο εκπρόσωπος της χώρας που κατέχει την εξάμηνη εκ περιτροπής Προεδρία, επικουρούνται δε από τη γραμματεία του Συμβουλίου. Οι ομάδες εργασίας αναφέρονται στην Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων (ΕΜΑ, Τμήμα I ή II), η οποία προετοιμάζει κάθε απόφαση που λαμβάνει το Συμβούλιο σε υπουργικό επίπεδο.

    6. Πριν από τον καθορισμό της θέσης του σε πρώτη ανάγνωση, το Συμβούλιο μπορεί να καταλήξει σε κατ’ αρχήν συμφωνία, η οποία καλείται κοινώς γενική προσέγγιση.

      1. Αυτή μπορεί να αποτελέσει την εντολή του Συμβουλίου για διαπραγματεύσεις με το Κοινοβούλιο.

      2. Συχνότερα, το Συμβούλιο εγκρίνει διαπραγματευτικές εντολές στην Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων (ΕΜΑ). Μόλις ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις με το Κοινοβούλιο ή αν δεν διεξαχθούν διαπραγματεύσεις, το Συμβούλιο καταλήγει εν πρώτοις σε «πολιτική συμφωνία», στην οποία καθορίζονται οι γενικές γραμμές της προτεινόμενης θέσης του σε πρώτη ανάγνωση. Στη συνέχεια, οι λεπτομέρειες της συμφωνίας αυτής οριστικοποιούνται από την ομάδα εργασίας, επαληθεύονται από γλωσσομαθείς νομικούς (νομικούς εμπειρογνώμονες για κάθε γλώσσα, οι οποίοι ελέγχουν τη νομική και γλωσσική ορθότητα των κειμένων) και εγκρίνονται επίσημα ως θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση σε επόμενη συνεδρίαση.

      Και στις δύο περιπτώσεις, το Συμβούλιο δεν οριστικοποιεί τη θέση του παρά αφού λάβει τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση και την συνεπεία αυτών τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής.

    7. Μια θέση σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να εγκριθεί χωρίς συζήτηση όταν έχει επιτευχθεί συμφωνία σε προπαρασκευαστικό στάδιο (σημείο «A» στην ημερήσια διάταξη) ή με συζήτηση (σημείο «Β») ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με γραπτή διαδικασία. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις, οι διαβουλεύσεις είναι δημόσιες.

    8. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, με εξαίρεση τα θέματα φορολογίας, κοινωνικής ασφάλισης, εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και επιχειρησιακής αστυνομικής συνεργασίας, για τα οποία απαιτείται ομοφωνία.

    9. Υπάρχουν τέσσερα δυνατά σενάρια για την πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου.

      1. Εάν το Κοινοβούλιο δεν έχει εγκρίνει τροπολογίες και το Συμβούλιο προτίθεται να τροποποιήσει την πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να εγκρίνει την πράξη με ειδική πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, η πράξη εκδίδεται.

      2. Εάν το Κοινοβούλιο έχει καταθέσει τροπολογίες, η έγκριση της πράξης εξαρτάται από το αν το Συμβούλιο θα εγκρίνει όλες τις τροπολογίες με ειδική πλειοψηφία, σε περίπτωση που η Επιτροπή τις έχει ενσωματώσει στην τροποποιημένη πρότασή της, ή με ομοφωνία εάν δεν τις έχει ενσωματώσει. Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου, η πράξη εκδίδεται.

      Η εκδοθείσα πράξη υποβάλλεται προς υπογραφή στους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.

      1. Παρόλο που δεν ορίζεται ρητά στη Συνθήκη, είναι ευρέως αποδεκτό ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να απορρίψει την πρόταση της Επιτροπής στο σύνολό της.

        Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της πρώτης ανάγνωσης να αποσύρει ή να τροποποιήσει την πρότασή της.

      2. Εάν το Συμβούλιο δεν κάνει δεκτές όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου ή προτίθεται να επιφέρει δικές του αλλαγές, εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση.

    10. Το κείμενο με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο, μαζί με αιτιολογική έκθεση και τις δηλώσεις του Συμβουλίου και/ή της Επιτροπής που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά του Συμβουλίου. Η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο για τη θέση της.

    11. Κατά κανόνα, η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση κοινοποιείται στο Κοινοβούλιο κατά τη σύνοδο ολομέλειας που ακολουθεί την επίσημη έγκρισή της. Οι προθεσμίες που ορίζονται στη Συνθήκη για τα επόμενα στάδια της διαδικασίας αρχίζουν να υπολογίζονται αφού το Κοινοβούλιο ανακοινώσει τη διαβίβαση της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση στην ολομέλεια (την ημέρα μετά την ανακοίνωση, κάτι που συνήθως γίνεται την Πέμπτη).

    12. Οσάκις είναι δυνατόν, στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ πολιτικής συμφωνίας και επίσημης κοινοποίησης της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, πραγματοποιούνται άτυπες επαφές, με στόχο να καταστεί δυνατή η επίτευξη (ταχείας) συμφωνίας σε δεύτερη ανάγνωση (κάτι που είναι γνωστό επίσης ως «θέση σε πρώτη ανάγνωση κατόπιν διαπραγματεύσεων»).

    Διαπραγματεύσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ

    Όταν οι συννομοθέτες επιδιώκουν συμφωνία σε πρώτη ανάγνωση, διοργανώνουν άτυπες συνεδριάσεις στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι του Κοινοβουλίου (εισηγητής και σκιώδεις εισηγητές), του Συμβουλίου (πρόεδρος της ομάδας εργασίας και/ή της ΕΜΑ, ενίοτε και υπουργός, ως εκπρόσωποι της Προεδρίας), και της Επιτροπής (αρμόδια για τον φάκελο υπηρεσία, ενίοτε επίσης και ο αρμόδιος Επίτροπος). Οι συνεδριάσεις αυτές είναι γνωστές ως τριμερείς διάλογοι.

    Στόχος είναι να εξασφαλιστεί ότι οι τροπολογίες του Κοινοβουλίου που εγκρίθηκαν στην ολομέλεια μπορεί να γίνουν δεκτές από το Συμβούλιο. Η Επιτροπή συχνά διαδραματίζει διαμεσολαβητικό ρόλο για την σύνταξη συμβιβαστικών κειμένων.

    Οι συννομοθέτες συχνά διαπραγματεύονται μετά την πρώτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου, αλλά πριν το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση. Εφόσον στεφθούν με επιτυχία, οι διαπραγματεύσεις αυτές οδηγούν στη σύναψη των λεγόμενων συμφωνιών σε πρώιμη δεύτερη ανάγνωση, καθώς, με τον καθορισμό της θέσης του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση, η οποία ταυτίζεται με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, θα ολοκληρωθεί η νομοθετική διαδικασία.

    Σε αντίθεση με τις διαπραγματεύσεις στο στάδιο της πρώτης ανάγνωσης, η εντολή του Κοινοβουλίου θα είναι η θέση του σε πρώτη ανάγνωση. Σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης των διαπραγματεύσεων, ο πρόεδρος της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής αποστέλλει επιστολή στον πρόεδρο της ΕΜΑ, με την οποία το Κοινοβούλιο δεσμεύεται να εγκρίνει τις τροπολογίες του Συμβουλίου, εφόσον είναι σύμφωνες με τον συμφωνηθέντα συμβιβασμό.

    Η προσωρινή συμφωνία εγκρίνεται από την αρμόδια επιτροπή με απλή πλειοψηφία. Στη συνέχεια υποβάλλεται στην ολομέλεια από την αρμόδια επιτροπή.

    Πιθανά αποτελέσματα:

    •  
      Εγκρίνεται:

      Η νομοθετική πρόταση εγκρίνεται.

      Η συντριπτική πλειονότητα των προτάσεων εγκρίνονται σε αυτό το στάδιο.

    •  

      Η νομοθετική διαδικασία προχωράει στο επόμενο στάδιο.

  4. Δεύτερη ανάγνωση του Κοινοβουλίου

    Το Κοινοβούλιο εξετάζει τη θέση του Συμβουλίου και την εγκρίνει, οπότε η πράξη εγκρίνεται· ή την απορρίπτει, περίπτωση κατά την οποία η πράξη δεν τίθεται σε ισχύ και ολοκληρώνεται η διαδικασία στο σύνολό της· ή προτείνει τροπολογίες και επιστρέφει την πρόταση στο Συμβούλιο για δεύτερη ανάγνωση.

    Αναλυτικά:

    Προθεσμίες

    Το Κοινοβούλιο διαθέτει τρεις μήνες για να πραγματοποιήσει δεύτερη ανάγνωση με δυνατότητα παράτασης κατά ένα μήνα.

    Ψηφοφορίες

    Η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή αποφασίζει με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων.

    Η ολομέλεια αποφασίζει με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων, εάν εγκρίνει την πρώτη ανάγνωση του Συμβουλίου χωρίς τροπολογίες. Τυχόν τροπολογίες ή η απόρριψη της θέσης του Συμβουλίου πρέπει να εγκριθούν από την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών.

    Συμμετοχή των πολιτών

    Η δυνατότητα πραγματοποίησης αλλαγών στο σχέδιο του κειμένου είναι πολύ μικρή. Οι τροπολογίες περιορίζονται στην επαναφορά προηγούμενων τροπολογιών του Κοινοβουλίου, αποτυπώνοντας την επίτευξη συμβιβασμού μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ή τη διαμόρφωση μιας νέας νομικής κατάστασης. Ωστόσο, και πάλι μπορείτε να έλθετε σε επαφή με τους ευρωβουλευτές σας και να τους ζητήσετε να ψηφίσουν υπέρ ή κατά τυχόν τροπολογιών και της έκθεσης.

    Συνταχθέν κείμενο

    Εάν το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, εκδίδει νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση. Η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή κανονισμός ή απόφαση) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

    Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψηφίσει υπέρ της τροποποίησης της θέσης του Συμβουλίου, εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίστηκε σε δεύτερη ανάγνωση.

    Στατιστικές

    Κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2014-2019, 41 από τους 401 φακέλους που περατώθηκαν στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας (10 %) εγκρίθηκαν στο στάδιο της αποκαλούμενης πρώιμης δεύτερης ανάγνωσης, όταν δηλαδή το Κοινοβούλιο εγκρίνει μια θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση χωρίς τροπολογίες, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης διαπραγμάτευσης (μεταξύ του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής), με αποτέλεσμα η πράξη να εκδοθεί. Η μέση διάρκεια της διαδικασίας για μια ταχεία συμφωνία σε δεύτερη ανάγνωση είναι 39 μήνες.

    Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2009-2014, το 8 % των φακέλων εγκρίθηκε σε πρώιμη δεύτερη ανάγνωση, έπειτα από 32 μήνες κατά μέσο όρο. Κατά την περίοδο 2004-2009, το 10 % των φακέλων εγκρίθηκε σε πρώιμη δεύτερη ανάγνωση, έπειτα από 25 μήνες κατά μέσο όρο. Κατά την περίοδο 1999-2004, το 25 % των φακέλων εγκρίθηκε σε πρώιμη δεύτερη ανάγνωση, έπειτα από 23 μήνες κατά μέσο όρο.

    Πλήρη κείμενα

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαθέτει τρεις μήνες (με δυνατότητα παράτασης σε τέσσερις) για να εξετάσει τη θέση του Συμβουλίου. Η θέση του Συμβουλίου διαβιβάζεται πρώτα στην αρμόδια επιτροπή, η οποία συντάσσει σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση του Κοινοβουλίου. Η ολομέλεια ψηφίζει σχετικά με τη σύσταση, καθώς και σχετικά με τυχόν (αν και περιορισμένες) τροπολογίες. Η δεύτερη ανάγνωση έχει τέσσερις δυνατές εκβάσεις: το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου και η πράξη εκδίδεται· το Κοινοβούλιο δεν λαμβάνει απόφαση εντός της προθεσμίας, οπότε η πράξη εκδίδεται όπως είχε τροποποιηθεί από το Συμβούλιο σε πρώτη ανάγνωση· το Κοινοβούλιο απορρίπτει τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, οπότε η πράξη δεν εκδίδεται και η διαδικασία περατώνεται· το Κοινοβούλιο προτείνει τροπολογίες στη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση και διαβιβάζει τη θέση του στο Συμβούλιο για δεύτερη ανάγνωση.

    1. Εάν το Συμβούλιο δεν συμφωνήσει με τη θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, καθορίζει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση, η οποία διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο. Η Επιτροπή επίσης διαβιβάζει μια ανακοίνωση στο Κοινοβούλιο, στην οποία αναπτύσσει την άποψή της σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου και για ποιο λόγο την υποστηρίζει ή αντιτίθεται σε αυτή.

    2. Τα έγγραφα τα οποία διαβιβάζονται στο Κοινοβούλιο περιλαμβάνουν:

      • τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση

      • όλες τις δηλώσεις που έγιναν στα πρακτικά του Συμβουλίου κατά τον καθορισμό της θέσης του

      • τους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο να εγκρίνει τη θέση του

      • τη θέση της Επιτροπής

    3. Μετά την παραλαβή και τον έλεγχο των διαβιβασθέντων εγγράφων, ο Πρόεδρος ανακοινώνει στην ολομέλεια τη διαβίβαση της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση και της σχετικής ανακοίνωσης της Επιτροπής. Ο φάκελος διαβιβάζεται αυτόματα στην αρμόδια επιτροπή, η οποία είναι η ίδια όπως και για την πρώτη ανάγνωση. Τα έγγραφα διατίθενται σε όλες τις επίσημες γλώσσες.

    4. Σε αντίθεση με την πρώτη ανάγνωση, η δεύτερη ανάγνωση υπόκειται σε αυστηρές προθεσμίες. Το Κοινοβούλιο πρέπει να αποφασίσει εντός τριών μηνών (το Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να ζητήσουν παράταση της προθεσμίας σε τέσσερις). Ημερομηνία έναρξης είναι η ημερομηνία ανακοίνωσης στην ολομέλεια της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση.

    5. Η δεύτερη ανάγνωση σε επίπεδο επιτροπής είναι σε γενικές γραμμές όμοια με τη διαδικασία της πρώτης ανάγνωσης, αλλά το προς τροποποίηση κείμενο είναι η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση και όχι η πρόταση της Επιτροπής. Μόνο η αρμόδια επιτροπή συντάσσει έκθεση· δεν υπάρχουν γνωμοδοτήσεις από άλλες επιτροπές.

    6. Το Συμβούλιο μπορεί να κληθεί να παρουσιάσει τη θέση του στην πρώτη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής.

    7. Ο εισηγητής (συνήθως είναι ο ίδιος ο βουλευτής που συνέταξε την έκθεση σε πρώτη ανάγνωση) συντάσσει ένα σχέδιο «σύστασης» δηλαδή μια έκθεση σε δεύτερη ανάγνωση.

    8. Το σχέδιο σύστασης περιλαμβάνει τροπολογίες που προτείνονται από τον εισηγητή. Μόνο τα τακτικά μέλη της επιτροπής ή μόνιμοι αναπληρωτές τους μπορούν να καταθέσουν επιπλέον τροπολογίες.

    9. Υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί όσον αφορά τις τροπολογίες σε δεύτερη ανάγνωση στην επιτροπή και στην ολομέλεια. Αυτές είναι παραδεκτές μόνον εάν επιδιώκουν:

      • να αποκαταστήσουν συνολικά ή εν μέρει τη θέση που καθόρισε το Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση

      • να επιτύχουν συμβιβασμό μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου

      • να τροποποιήσουν τμήμα του κειμένου του Συμβουλίου το οποίο δεν είχε συμπεριληφθεί στην αρχική πρόταση της Επιτροπής ή διαφέρει ως προς το περιεχόμενό του από αυτήν

      • να ληφθεί υπόψη ένα νέο γεγονός ή μια νομική κατάσταση που προέκυψε μετά τον καθορισμό της θέσης του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση.

    10. Ο πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής αποφασίζει για το παραδεκτό των τροπολογιών.

    11. Εάν μετά την πρώτη ανάγνωση έχουν πραγματοποιηθεί εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Πρόεδρος μπορεί να αποφασίσει ότι δεν ισχύουν οι ανωτέρω περιορισμοί.

    12. Η επιτροπή αποφασίζει για τις τροπολογίες και τη σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση με απλή πλειοψηφία.

    13. Μετά από την ψηφοφορία σε επιτροπή, η σύσταση διαβιβάζεται στην ολομέλεια.

    14. Η σύσταση προτείνει την έγκριση, τροποποίηση ή απόρριψη της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση και περιλαμβάνει μια συνοπτική αιτιολόγηση της προτεινόμενης απόφασης.

    15. Η θέση του Συμβουλίου και η σύσταση της επιτροπής για τη δεύτερη ανάγνωση εγγράφονται αυτομάτως στο σχέδιο ημερήσιας διάταξης της συνόδου ολομέλειας για την Τετάρτη πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για τη δεύτερη ανάγνωση του Κοινοβουλίου, μπορούν όμως να εξεταστούν και σε προηγούμενη σύνοδο ολομέλειας.

    16. Τροπολογίες στην ολομέλεια μπορούν να καταθέσουν η αρμόδια επιτροπή, μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 36 μεμονωμένοι βουλευτές.

    17. Για τις τροπολογίες στην ολομέλεια ισχύουν οι ίδιοι όπως και στο στάδιο της επιτροπής περιορισμοί. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου αποφασίζει για το παραδεκτό των τροπολογιών που κατατίθενται στην ολομέλεια. Η απόφαση του Προέδρου είναι αμετάκλητη.

    18. Πριν τεθούν σε ψηφοφορία τροπολογίες στην ολομέλεια, ο Πρόεδρος μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να δηλώσει κατά πόσον θα ήταν πρόθυμη να τις αποδεχτεί.

    19. Στην περίπτωση αυτή ο αρμόδιος Επίτροπος αναπτύσσει τη θέση της Επιτροπής σχετικά με τις τροπολογίες κατά τη συζήτηση στην ολομέλεια που προηγείται της ψηφοφορίας. Όπως και κατά την πρώτη ανάγνωση, η θέση της Επιτροπής προετοιμάζεται από την ομάδα διοργανικών σχέσεων και στη συνέχεια επικυρώνεται από τους Επιτρόπους.

    20. Το Συμβούλιο μπορεί επίσης να κληθεί να διατυπώσει παρατηρήσεις.

    21. Τα δυνητικά αποτελέσματα της δεύτερης ανάγνωσης είναι μεταξύ άλλων τα εξής:

      1. η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση απορρίπτεται

      2. δεν πραγματοποιείται ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο εντός της προθεσμίας

      3. η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση εγκρίνεται χωρίς τροποποιήσεις (συμφωνία για ταχεία δεύτερη ανάγνωση)

      4. το Κοινοβούλιο προτείνει τροπολογίες στη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση.

    22. Η αρμόδια επιτροπή, μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον 36 βουλευτές μπορούν να προτείνουν την απόρριψη της θέσης του Συμβουλίου. Η πρόταση πρέπει να εγκριθεί από πλειοψηφία των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απαιτείται δηλαδή απόλυτη πλειοψηφία. Η ψηφοφορία επί της προτάσεως αυτής προηγείται της ψηφοφορίας επί των τροπολογιών.

    23. Με την απόρριψη της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση περατώνεται η νομοθετική διαδικασία: αυτή μπορεί να επαναληφθεί μόνο με την υποβολή νέας πρότασης από την Επιτροπή. Τον Ιούλιο του 2005, η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του ΕΚ απέρριψε τη θέση του Συμβουλίου σχετικά με την οδηγία για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας λογισμικού (οδηγία σχετικά με τη δυνατότητα κατοχύρωσης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας των εφευρέσεων που εφαρμόζονται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές), με αποτέλεσμα η πρόταση να καταπέσει. Στην υπόθεση αυτή τέθηκε το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή μπορεί να αποσύρει μια πρόταση που έχει περάσει από πρώτη ανάγνωση. Παρ' ότι η Επιτροπή επιμένει ότι έχει το δικαίωμα να αποσύρει μια πρόταση σε οποιοδήποτε στάδιο, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο υποστηρίζουν ότι, από τη στιγμή που το Συμβούλιο έχει εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση, αυτό το κείμενο αποτελεί τη βάση για την υπόλοιπη διαδικασία και όχι η πρόταση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποσύρει ένα κείμενο του οποίου δεν έχει πλέον «την ιδιοκτησία».

    24. Εάν το Κοινοβούλιο δεν λάβει απόφαση εντός της προθεσμίας, η πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε σύμφωνα με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση.

    25. Εάν δεν υποβληθούν ή δεν εγκριθούν τροπολογίες ή πρόταση απόρριψης, ο Πρόεδρος ανακοινώνει απλώς ότι η προτεινόμενη πράξη έχει εγκριθεί (δεν διεξάγεται επίσημη ψηφοφορία).

    26. Όταν εγκριθεί, η νομοθετική πράξη υποβάλλεται προς υπογραφή στους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.

    27. Τέλος, το Κοινοβούλιο μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις στη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση. Αυτές πρέπει να πληρούν τα κριτήρια της δεύτερης ανάγνωσης και καθεμία πρέπει να εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των μελών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο.

    28. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας γνωστοποιείται στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

    29. Στη Συνθήκη ορίζεται ρητά ότι η Επιτροπή πρέπει να εκδώσει γραπτή γνωμοδότηση για τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου και αυτό καθορίζει τον τύπο ψηφοφορίας που απαιτείται στο Συμβούλιο: αν, για παράδειγμα, το Συμβούλιο προτίθεται να εγκρίνει μια τροπολογία του Κοινοβουλίου επί της οποίας η Επιτροπή έχει γνωμοδοτήσει αρνητικά, πρέπει να λάβει απόφαση με ομοφωνία.

    Διαπραγματεύσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ
    1. Για την επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων πριν από τη συνδιαλλαγή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να διαπραγματευτούν όσον ακόμη εκκρεμεί η δεύτερη ανάγνωση του Κοινοβουλίου. Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται στο πλαίσιο άτυπων τριμερών συνεδριάσεων (τριμερείς διάλογοι), με τη συμμετοχή της Επιτροπής. Της διαπραγματευτικής ομάδας του Κοινοβουλίου προεδρεύει ο πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής, ενώ ο εισηγητής διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στην υπεράσπιση της θέσης του Κοινοβουλίου. Η ομάδα περιλαμβάνει επίσης τους σκιώδεις εισηγητές των πολιτικών ομάδων. Το Συμβούλιο εκπροσωπείται από τον πρόεδρο της αρμόδιας ομάδας εργασίας του Συμβουλίου ή της ΕΜΑ, που εκπροσωπούν την Προεδρία, ή ενίοτε από υπουργό, και επικουρείται από τη διοίκηση του Συμβουλίου. Η Επιτροπή εκπροσωπείται συνήθως από τους αρμόδιους για τον φάκελο υπαλλήλους (ορισμένες φορές από τον αρμόδιο Επίτροπο), οι οποίοι επικουρούνται από τη Γενική Γραμματεία και τη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής.

    2. Η εντολή του Κοινοβουλίου στις εν λόγω διαπραγματεύσεις είναι η θέση του σε πρώτη ανάγνωση.

    3. Σκοπός των διαπραγματεύσεων αυτών είναι η επίτευξη συμφωνίας επί δέσμης τροπολογιών αποδεκτών από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Η γνώμη της Επιτροπής είναι επίσης σημαντική, διότι καθορίζει το είδος ψηφοφορίας που απαιτείται στο Συμβούλιο επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου.

    4. Όταν οι διαπραγματεύσεις στεφθούν με επιτυχία, ο πρόεδρος της ΕΜΑ αποστέλλει επιστολή στον πρόεδρο της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, στην οποία το Συμβούλιο δεσμεύεται να εγκρίνει τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου εάν είναι σύμφωνες με το συμβιβασμό που έχει από κοινού εξευρεθεί από Συμβούλιο και Κοινοβούλιο.

    5. Η προσωρινή συμφωνία εγκρίνεται από την αρμόδια επιτροπή με απλή πλειοψηφία. Στη συνέχεια υποβάλλεται στην ολομέλεια από την αρμόδια επιτροπή.

    Πιθανά αποτελέσματα:

  5. Δεύτερη ανάγνωση του Συμβουλίου

    Το Συμβούλιο εξετάζει τη θέση του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση και είτε εγκρίνει το σύνολο των τροπολογιών του Κοινοβουλίου, πράγμα που σημαίνει ότι η πράξη εκδίδεται, είτε δεν εγκρίνει τροπολογίες, κάτι που οδηγεί στην σύγκληση της επιτροπής συνδιαλλαγής.

    Αναλυτικά:

    Προθεσμίες

    Το Συμβούλιο διαθέτει τρεις μήνες προκειμένου να πραγματοποιήσει τη δεύτερη ανάγνωσή του, με δυνατότητα παράτασης κατά έναν μήνα.

    Ψηφοφορίες

    Το Συμβούλιο ψηφίζει με ειδική πλειοψηφία επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου για τις οποίες η Επιτροπή έχει εκδώσει θετική γνωμοδότηση και με ομοφωνία επί των τροπολογιών για τις οποίες η Επιτροπή έχει εκδώσει αρνητική γνωμοδότηση.

    Συμμετοχή των πολιτών

    Το Συμβούλιο μπορεί να αντιδράσει μόνο στις τροπολογίες του Κοινοβουλίου. Μπορείτε να γνωστοποιήσετε στην κυβέρνηση της χώρας σας τη θέση σας σχετικά με τις επιμέρους τροπολογίες.

    Συνταχθέν κείμενο

    Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση, η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή απόφαση ή κανονισμός) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

    Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση, η νομοθετική διαδικασία προχωράει στο στάδιο της συνδιαλλαγής.

    Στατιστικές

    Κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2014-2019, συμφωνήθηκαν σε δεύτερη ανάγνωση μόνο τέσσερις από τους 401 νομοθετικούς φακέλους (1 %) (εξαιρουμένων των συμφωνιών σε πρώιμη δεύτερη ανάγνωση), έναντι 5 % κατά την περίοδο 2009-2014, 13 % κατά την περίοδο 2004-2009 και 24 % κατά την περίοδο 1999-2004.

    Η μέση διάρκεια της διαδικασίας έγκρισης σε δεύτερη ανάγνωση κατά τη διάρκεια της νομοθετικής περιόδου 2014-2019 (με εξαίρεση τις συμφωνίες σε πρώιμη δεύτερη ανάγνωση) ήταν 40 μήνες. Η μέση διάρκεια κατά τις κοινοβουλευτικές περιόδους 2009-2014 και 2004-2009 ήταν 32 μήνες, ενώ κατά την περίοδο 1999-2004 ήταν 24 μήνες.

    Πλήρη κείμενα

    Το Συμβούλιο διαθέτει προθεσμία τριών μηνών (με δυνατότητα παράτασης σε τέσσερις) προκειμένου να εξετάσει τη θέση του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση. Επίσης ενημερώνεται σχετικά με τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση. Το Συμβούλιο είτε εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου, οπότε η νομοθετική πράξη εκδίδεται, είτε δεν εγκρίνει όλες τις τροπολογίες. Σε αυτή την περίπτωση, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, σε συμφωνία με τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, συγκαλεί συνεδρίαση της επιτροπής συνδιαλλαγής.

    1. Με την επίσημη παραλαβή των τροπολογιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση σε όλες τις επίσημες γλώσσες, ξεκινά η διαδικασία δεύτερης ανάγνωσης του Συμβουλίου.

    2. Το Συμβούλιο διαθέτει πλέον τρεις μήνες (ή τέσσερις μήνες, σε περίπτωση παράτασης) για να λάβει απόφαση.

    3. Το Συμβούλιο μπορεί να αποδεχθεί ή να απορρίψει τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου. Πριν αποφασίσει, λαμβάνει τη γνώμη της Επιτροπής επί αυτών.

    4. Η διαδικασία είναι ίδια με τη διαδικασία που εφαρμόζεται και για την προετοιμασία της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση: η αρμόδια ομάδα εργασίας καταρτίζει μια θέση η οποία υποβάλλεται στην ΕΜΑ και εγκρίνεται από το Συμβούλιο.

    5. Ο αριθμός των ψήφων που απαιτούνται κατά τη δεύτερη ανάγνωση του Συμβουλίου εξαρτάται από τη γνώμη της Επιτροπής επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου. Οι τροπολογίες επί των οποίων η Επιτροπή γνωμοδοτεί θετικά μπορούν να εγκριθούν με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο. Οι τροπολογίες επί των οποίων η Επιτροπή έχει γνωμοδοτήσει αρνητικά απαιτούν ομόφωνη έγκριση από το Συμβούλιο.

    6. Εάν εγκριθούν από το Συμβούλιο όλες οι τροπολογίες του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση, η νομοθετική πράξη θεωρείται ότι έχει εκδοθεί. Το νομοθετικό κείμενο υπογράφεται από τους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.

    7. Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου σε συμφωνία με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συγκαλεί συνεδρίαση της επιτροπής συνδιαλλαγής εντός έξι εβδομάδων (με δυνατότητα παράτασης κατά δύο εβδομάδες) από την ημερομηνία της απόρριψης αυτής εκ μέρους του Συμβουλίου.

    Πιθανά αποτελέσματα:

  6. Conciliation

    Η επιτροπή συνδιαλλαγής, που απαρτίζεται από ίσο αριθμό βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εκπροσώπων του Συμβουλίου, προσπαθεί να καταλήξει σε συμφωνία πάνω σε ένα κοινό σχέδιο. Εάν αυτό δεν επιτευχθεί, η νομοθετική πράξη δεν τίθεται σε ισχύ και η διαδικασία περατώνεται. Εάν συμφωνηθεί κοινό σχέδιο, διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τρίτη ανάγνωση.

    Αναλυτικά:

    Προθεσμίες

    Η επιτροπή συνδιαλλαγής πρέπει να συγκληθεί μέσα σε έξι εβδομάδες (με δυνατότητα παράτασης σε οκτώ). Διαθέτει προθεσμία έξι εβδομάδων (με δυνατότητα παράτασης σε οκτώ) για να συμφωνήσει σε κοινό σχέδιο.

    Ψηφοφορίες

    Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην επιτροπή συνδιαλλαγής εγκρίνει το κοινό σχέδιο με απόλυτη πλειοψηφία (τουλάχιστον 14 ψήφους επί συνόλου 27), ενώ οι εκπρόσωποι του Συμβουλίου κατά κανόνα ψηφίζουν με ειδική πλειοψηφία.

    Συμμετοχή των πολιτών

    Δεν υπάρχει δυνατότητα για κατάθεση τροπολογιών, αλλά μπορείτε να ενημερώσετε τους βουλευτές του ΕΚ που συμμετέχουν στην επιτροπή συνδιαλλαγής, καθώς και την κυβέρνησή σας, σχετικά με τα σημεία που πιστεύετε ότι δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθούν σε τελικό νομοθετικό κείμενο.

    Συνταχθέν κείμενο

    Εάν επιτευχθεί συμφωνία, η επιτροπή παρουσιάζει «κοινό σχέδιο» ή, σύμφωνα με την πλήρη ονομασία του, «κοινό σχέδιο που εγκρίθηκε από την επιτροπή συνδιαλλαγής».

    Στατιστικές

    Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου 2014-2019 δεν πραγματοποιήθηκαν διαδικασίες συνδιαλλαγής. Αυτό επιβεβαίωσε μια τάση που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια προηγούμενων κοινοβουλευτικών περιόδων: κατά την περίοδο 2009-2014, το 2 % των φακέλων (9 φάκελοι) αποτέλεσε αντικείμενο συνδιαλλαγής, ποσοστό μικρότερο από το ποσοστό 5 % (24 φάκελοι) που καταγράφηκε κατά την περίοδο 2004-2009 και από το ποσοστό 20 % κατά την περίοδο 1999-2004.

    Στην επιτροπή συνδιαλλαγής δεν εγκρίθηκε κοινό σχέδιο σχετικά με:

    • τη φωνητική τηλεφωνία το 1994

    • την Επιτροπή Κινητών Αξιών το 1998

    • την οδηγία για τον χρόνο εργασίας το 2009

    • τον κανονισμό για τα νέα τρόφιμα το 2011

    Πλήρη κείμενα

    Εντός έξι εβδομάδων (με δυνατότητα παράτασης σε οκτώ εβδομάδες) μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης ανάγνωσης του Συμβουλίου (στην οποία δεν έκανε δεκτές όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση), οι Πρόεδροι του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συγκαλούν την επιτροπή συνδιαλλαγής, στην οποία συμμετέχει ίσος αριθμός ευρωβουλευτών και εκπροσώπων του Συμβουλίου. Η επιτροπή συνδιαλλαγής διαθέτει έξι εβδομάδες (με δυνατότητα παράτασης στις οκτώ) προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με κοινό σχέδιο που θα βασίζεται στις θέσεις του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση. Εάν η επιτροπή συνδιαλλαγής δεν εγκρίνει κοινό σχέδιο, η προτεινόμενη νομοθετική πράξη καταπίπτει και η διαδικασία τερματίζεται. Εάν η επιτροπή συνδιαλλαγής εγκρίνει κοινό σχέδιο, το κείμενο διαβιβάζεται για τρίτη ανάγνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

    1. Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει το σύνολο των τροπολογιών του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση, συγκαλείται επιτροπή συνδιαλλαγής.

    2. Στο πλαίσιο της επιτροπής συνδιαλλαγής, οι δύο συννομοθέτες - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο - διαπραγματεύονται απευθείας με στόχο να επιτευχθεί συμφωνία υπό τη μορφή κοινού σχεδίου.

    3. Η επιτροπή συνδιαλλαγής πρέπει να συγκληθεί μέσα σε έξι εβδομάδες (ή σε οκτώ, εάν έχει συμφωνηθεί παράταση) από την ολοκλήρωση της δεύτερης ανάγνωσης του Συμβουλίου και την επίσημη γνωστοποίηση στο Κοινοβούλιο ότι το Συμβούλιο δεν πρόκειται να κάνει δεκτές τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση.

    4. Κάθε νομοθετική πρόταση που απαιτεί συνδιαλλαγή εξετάζεται ξεχωριστά στο πλαίσιο μιας ειδικά συγκροτημένης επιτροπής συνδιαλλαγής.

    5. Η επιτροπή συνδιαλλαγής συγκαλείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου με τη συμφωνία του Προέδρου του Κοινοβουλίου. Θεωρείται ότι έχει συγκληθεί όταν λάβει χώρα η πρώτη συνεδρίασή της.

    6. Από την ημέρα της πρώτης συνεδρίασής της, διαθέτει προθεσμία έξι εβδομάδων (με δυνατότητα μέγιστης παράτασης κατά δύο εβδομάδες, κατόπιν πρωτοβουλίας της Συμβουλίου ή του Κοινοβουλίου και με κοινή συμφωνία μεταξύ τους), προκειμένου να διαπραγματευθεί και να εγκρίνει κοινό σχέδιο.

    7. Πριν η επιτροπή ξεκινήσει επίσημα το έργο της, πραγματοποιούνται προπαρασκευαστικοί τριμερείς διάλογοι και τεχνικές συνεδριάσεις από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι το Συμβούλιο δεν θα είναι σε θέση να αποδεχθεί τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση. Οι συνεδριάσεις της επιτροπής συνδιαλλαγής μπορούν επίσης να διακόπτονται από τριμερείς διαπραγματεύσεις.

    8. Στους τριμερείς διαλόγους και τις τεχνικές συνεδριάσεις συμμετέχουν μικρές ομάδες διαπραγματευτών από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, η καθεμία από τις οποίες αναφέρεται στην αντιπροσωπεία του οργάνου εντός της επιτροπής συνδιαλλαγής.

    9. Στους τριμερείς διαλόγους, το Κοινοβούλιο εκπροσωπείται από τον πρόεδρο της αντιπροσωπείας στην επιτροπή συνδιαλλαγής, τον πρόεδρο της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και τον εισηγητή, επικουρούμενους από μέλη της γραμματείας συνδιαλλαγής του Κοινοβουλίου και, εάν χρειάζεται, από ένα μέλος της νομικής υπηρεσίας.

    10. Το Συμβούλιο εκπροσωπείται από ένα μέλος του Συμβουλίου ή από τον αναπληρωτή ή μόνιμο αντιπρόσωπο (πρόεδρο της ΕΜΑ Ι ή ΙΙ αντιστοίχως) του κράτους μέλους που ασκεί την Προεδρία, ο οποίος επικουρείται από μέλη της γραμματείας του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένης της νομικής υπηρεσίας της.

    11. Την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπροσωπεί ο Επίτροπος ή ο εκπρόσωπός του (γενικός διευθυντής της αρμόδιας για τον φάκελο υπηρεσίας), επικουρούμενος από εμπειρογνώμονες, τη νομική υπηρεσία της και τη διοίκηση.

    12. Στις τεχνικές συνεδριάσεις συνήθως συμμετέχουν εμπειρογνώμονες και δημόσιοι υπάλληλοι από τα τρία θεσμικά όργανα.

    13. Οι διαπραγματεύσεις στους τριμερείς διαλόγους βασίζονται σε ένα «τετράστηλο έγγραφο εργασίας», στο οποίο εκτίθενται οι θέσεις του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου:

      1. η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση

      2. οι τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση

      3. η θέση του Συμβουλίου επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου (αποδοχή, απόρριψη ή ενδεχόμενο συμβιβαστικό κείμενο)

      4. η θέση της αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου επί των προτάσεων του Συμβουλίου.

    14. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι δύο αντιπροσωπείες επιδιώκουν συμβιβασμούς σε τροπολογίες επί των οποίων υπάρχουν εκκρεμείς διαφορές. Προς τούτο, ενδέχεται να απαιτηθεί επιπλέον λεπτομερής συντακτική εργασία από μικρές ομάδες εργασίας είτε σε πολιτικό είτε σε τεχνικό επίπεδο.

    15. Τα αποτελέσματα κάθε συνεδρίασης τριμερούς διαλόγου υποβάλλονται, από τις αντίστοιχες διαπραγματευτικές ομάδες, προς έγκριση στις αντιπροσωπείες του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου: εφόσον είναι απαραίτητο, διοργανώνονται περαιτέρω τριμερείς διάλογοι ή άτυπες συναντήσεις.

    16. Η επιτροπή συνδιαλλαγής καθαυτή αποτελείται από δύο αντιπροσωπείες ίσου μεγέθους: μία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και μία του Συμβουλίου.

      1. Η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος (υπουργοί ή, συνηθέστερα, αντιπρόσωποι των κρατών μελών στην ΕΜΑ). Η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου προεδρεύεται από τον υπουργό που ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου, ο οποίος είναι αρμόδιος για το θέμα. Αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία (εξαιρουμένων των θεμάτων για τα οποία η Συνθήκη απαιτεί ομοφωνία).

      2. Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου απαρτίζεται από ίσο αριθμό βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (27) συν 27 αναπληρωτές (οι οποίοι μπορούν να ψηφίσουν μόνο εάν απουσιάζει ένας βουλευτής της πολιτικής τους ομάδας). Τρεις Αντιπρόεδροι του Κοινοβουλίου είναι μόνιμα μέλη της επιτροπής συνδιαλλαγής και συμπροεδρεύουν εκ περιτροπής. Οι άλλοι 24 βουλευτές του Κοινοβουλίου στην αντιπροσωπεία ορίζονται από τις πολιτικές ομάδες, κατ΄αναλογία της δύναμης κάθε ομάδας εντός του Κοινοβουλίου. Συνήθως, στην πλειοψηφία τους προέρχονται από την κοινοβουλευτική επιτροπή που είναι αρμόδια για το θέμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αντιπροσωπεία προσπαθεί να λειτουργήσει συναινετικά. Σε περίπτωση ψηφοφορίας, οι αποφάσεις της αντιπροσωπείας λαμβάνονται με πλειοψηφία των μελών που την απαρτίζουν (δηλαδή αυτή τη στιγμή 14). Βλέπε κατωτέρω περισσότερες πληροφορίες για την αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην επιτροπή συνδιαλλαγής.

      3. Η Επιτροπή, η οποία εκπροσωπείται κατ' αρχήν από τον Επίτροπο που είναι αρμόδιος για το θέμα, συμμετέχει επίσης στις διαδικασίες της επιτροπής συνδιαλλαγής με στόχο να συμβιβάσει τις θέσεις του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

    17. Όπως και στους τριμερείς διαλόγους, το βασικό εργαλείο εργασίας είναι το κοινό τετράστηλο έγγραφο εργασίας (βλ. παράγραφο 13) που έχει μεταφραστεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες. Η επιτροπή έχει επίσης στη διάθεσή της την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τη γνωμοδότησή της επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση.

    18. Της επιτροπής συνδιαλλαγής προεδρεύουν από κοινού ένας Αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου και ένας υπουργός του κράτους μέλους που ασκεί την Προεδρία. Συνεδριάζει εκ περιτροπής στους χώρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κυρίως στις Βρυξέλλες.

    19. Οι περισσότερες συνεδριάσεις της επιτροπής συνδιαλλαγής αρχίζουν με τριμερή διάλογο, στον οποίο οι δύο συννομοθέτες διευκρινίζουν τις θέσεις τους με βάση την εντολή των αντίστοιχων θεσμικών οργάνων τους. Η Επιτροπή λειτουργεί μεσολαβητικά για τη διευκόλυνση της διαδικασίας.

    20. Το θεσμικό όργανο που φιλοξενεί την πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής συνδιαλλαγής είναι υπεύθυνο για την κατάρτιση του κοινού σχεδίου και της διαβιβαστικής επιστολής, και, μετά την οριστική έγκριση της νομοθετικής πράξης από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, για την υπογραφή της πράξης από τους Προέδρους των δύο θεσμικών οργάνων και τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    21. Εάν οι αντιπροσωπείες του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν καταλήξουν σε συμφωνία στην επιτροπή συνδιαλλαγής, η πρόταση καταπίπτει. Η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί μόνο μετά την υποβολή νέας πρότασης από την Επιτροπή. Σύμφωνα με στοιχεία του Ιανουαρίου 2020, υπήρξαν μόνο τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες η επιτροπή συνδιαλλαγής δεν κατόρθωσε να καταλήξει σε συμφωνία επί κοινού σχεδίου. Πρόκειται για τις περιπτώσεις της «φωνητικής τηλεφωνίας» (1994), της «επιτροπής κινητών αξιών» (1998), της «οδηγίας για τον χρόνο εργασίας» (2009) και του «κανονισμού για τα νέα τρόφιμα» (2011).

    22. Εάν οι αντιπροσωπείες του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου καταλήξουν σε συμβιβασμό, η επιτροπή συνδιαλλαγής πρέπει να εγκρίνει ένα «κοινό σχέδιο». Η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου το εγκρίνει με ειδική πλειοψηφία (η ομοφωνία στις περιπτώσεις που ορίζονται από τη Συνθήκη) ενώ η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου ψηφίζει με απλή πλειοψηφία των μελών που την απαρτίζουν.

    23. Μόλις επιτευχθεί συμφωνία επί ενός κοινού σχεδίου στην επιτροπή συνδιαλλαγής (ή στη συνέχεια με ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των συμπροέδρων της επιτροπής), ο Γενικός Γραμματέας του οργάνου στο οποίο πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση, καταρτίζει το σχέδιο νομοθετικού κειμένου, κατά κανόνα στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις. Προσωρινή έκδοση του κειμένου αναρτάται στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου, το συντομότερο δυνατό μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων.

    24. Ύστερα από τη νομική/γλωσσική αναθεώρηση, το έγγραφο διατίθεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ.

    25. Οι συμπρόεδροι της επιτροπής συνδιαλλαγής αποστέλλουν το κοινό σχέδιο, μαζί με διαβιβαστική επιστολή, στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και τον ασκούντα την Προεδρία του Συμβουλίου. Τυχόν δηλώσεις των θεσμικών οργάνων επισυνάπτονται στην επιστολή αυτή. Η επιστολή απευθύνεται επίσης, προς ενημέρωση, στον εκπρόσωπο της επιτροπής που συμμετείχε στην επιτροπή συνδιαλλαγής.

    26. Η συμφωνία που επετεύχθη στην επιτροπή συνδιαλλαγής πρέπει να επιβεβαιωθεί από το Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο. Τα δύο θεσμικά όργανα ψηφίζουν ξεχωριστά επί του κοινού σχεδίου ως έχει, χωρίς δυνατότητα περαιτέρω τροποποίησής του.

    Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην επιτροπή συνδιαλλαγής
    1. Στη διαδικασία συνδιαλλαγής το Κοινοβούλιο εκπροσωπείται από αντιπροσωπεία η οποία απαρτίζεται από αριθμό βουλευτών ίσο με τον αριθμό των μελών του Συμβουλίου. Η αντιπροσωπεία ορίζεται ξεχωριστά για κάθε διαδικασία συνδιαλλαγής. Έργο της είναι να εκπροσωπεί το Κοινοβούλιο στις διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο.

    2. Στην αρχή κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου ή όταν λαμβάνουν χώρα μείζονες αλλαγές στη συνολική πολιτική σύνθεση του Κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου, η Διάσκεψη των Προέδρων καθορίζει την πολιτική σύνθεση των αντιπροσωπειών στην επιτροπή συνδιαλλαγής σύμφωνα με τη σχετική δύναμη των πολιτικών ομάδων.

    3. Οι τρεις Αντιπρόεδροι που έχουν ειδική αρμοδιότητα για τη συνδιαλλαγή συμμετέχουν σε κάθε αντιπροσωπεία και συμπεριλαμβάνονται στην ποσόστωση των μελών κάθε πολιτικής ομάδας. Κάθε αντιπροσωπεία προεδρεύεται από έναν εκ των τριών: αυτοί ορίζουν από τις τάξεις τους τον υπεύθυνο της εκάστοτε διαδικασίας συνδιαλλαγής και κατά συνέπεια τον πρόεδρο της εκάστοτε αντιπροσωπείας. Ο εισηγητής (οι εισηγητές) και ο πρόεδρος της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής είναι επίσης αυτοδικαίως μέλη της αντιπροσωπείας και συμπεριλαμβάνονται στην ποσόστωση της πολιτικής ομάδας τους.

    4. Τα υπόλοιπα μέλη της αντιπροσωπείας ορίζονται από κάθε πολιτική ομάδα για μια συγκεκριμένη διαδικασία συνδιαλλαγής. Τα περισσότερα προέρχονται από την επιτροπή που είναι αρμόδια ή από τις γνωμοδοτικές επιτροπές. Όταν εφαρμόζεται η διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών, η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου περιλαμβάνει τον εισηγητή κάθε συνδεδεμένης επιτροπής. Οι πολιτικές ομάδες πρέπει επίσης να ορίζουν ίσο αριθμό αναπληρωματικών μελών, τα οποία μπορούν να λαμβάνουν ενεργό μέρος στις διαδικασίες της αντιπροσωπείας, αλλά μπορούν να ψηφίζουν μόνο εάν αντικαθιστούν ένα τακτικό μέλος.

    Οργάνωση της αντιπροσωπείας
    1. Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου πραγματοποιεί συνεδρίαση συγκρότησης σε σώμα, προκειμένου να δώσει εντολή στη διαπραγματευτική ομάδα – κατά κανόνα τον Αντιπρόεδρο που προεδρεύει της αντιπροσωπείας, τον πρόεδρο της αρμόδιας επιτροπής και τον εισηγητή ή τους εισηγητές – έτσι ώστε να μπορούν να αρχίσουν συναντήσεις τριμερούς διαλόγου.

    2. Η Επιτροπή παρίσταται σε αυτή και σε όλες τις επόμενες συνεδριάσεις της αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου. Οι εκπρόσωποί της παρουσιάζουν και αναπτύσσουν τη θέση της Επιτροπής επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση, και ενδεχομένως παρέχουν επίσης πληροφορίες σχετικά με τις συνεχιζόμενες εξελίξεις στο Συμβούλιο, που είναι σε γνώση τους.

    3. Τα μέλη της αντιπροσωπείας παρακολουθούν συνεχώς σε διαδοχικές συνεδριάσεις την πρόοδο της διαδικασίας συνδιαλλαγής.

    4. Ο κύριος σκοπός των συνεδριάσεων της αντιπροσωπείας έγκειται στο να ανανεωθεί η εντολή της διαπραγματευτικής ομάδας και να συζητηθούν τυχόν συμβιβαστικά κείμενα. Επιτυγχάνεται συμφωνία επί ορισμένων τροπολογιών ή συμβιβαστικών προτάσεων, υπό την προϋπόθεση επίτευξης συνολικής συμφωνίας. Εφόσον παραμένουν εκκρεμή ζητήματα, η αντιπροσωπεία δίδει οδηγίες στη διαπραγματευτική ομάδα για τον τρόπο συνέχισης των διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο. Η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου εξετάζει και διαδικαστικά ζητήματα, για παράδειγμα, εάν θα πρέπει να διοργανωθεί μια ακόμη τριμερής συνεδρίαση, ή εάν και πότε θα πρέπει να συγκληθεί η επιτροπή συνδιαλλαγής.

    5. Στο τέλος της διαδικασίας, η αντιπροσωπεία εγκρίνει ή απορρίπτει επισήμως την επιτευχθείσα συμφωνία σε συνδιαλλαγή. Σκοπός της αντιπροσωπείας είναι η λήψη απόφασης με συναίνεση. Ωστόσο, εάν απαιτηθεί ψηφοφορία, για την έγκριση της συμφωνίας απαιτείται απόφαση των μελών με απόλυτη πλειοψηφία (τουλάχιστον 14 επί συνόλου 27).

    6. Η αντιπροσωπεία επικουρείται από ειδική υπηρεσία της διοίκησης του Κοινοβουλίου, τη Μονάδα Νομοθετικών Υποθέσεων, και από εξειδικευμένες υπηρεσίες: π.χ. νομική υπηρεσία, γλωσσομαθείς νομικούς και υπηρεσία Τύπου.

    Πιθανά αποτελέσματα:

  7. Τρίτη ανάγνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

    • Τρίτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου:

      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει το κοινό σχέδιο και ψηφίζει σε ολομέλεια. Δεν μπορεί να αλλάξει τη διατύπωση του κοινού σχεδίου. Εάν το απορρίψει ή δεν αποφασίσει επ' αυτού, η πράξη δεν εκδίδεται και η διαδικασία τερματίζεται. Εάν εγκριθεί από το Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο, η πράξη εκδίδεται.

    • Τρίτη ανάγνωση του Συμβουλίου:

      Το Συμβούλιο εξετάζει το κοινό σχέδιο Δεν μπορεί να αλλάξει τη διατύπωση. Εάν το απορρίψει ή δεν αποφασίσει επ' αυτού, η πράξη δεν εκδίδεται και η διαδικασία τερματίζεται. Εάν εγκρίνει το κείμενο, και το εγκρίνει και το Κοινοβούλιο, η πράξη εκδίδεται.

    Αναλυτικά:

    Προθεσμίες

    Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν στη διάθεσή τους έξι εβδομάδες για να εγκρίνουν το κοινό σχέδιο, προθεσμία η οποία μπορεί να επεκταθεί σε οκτώ εβδομάδες, εάν συμφωνήσουν τα δύο θεσμικά όργανα. Εάν είτε το Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο απορρίψουν το κείμενο, ή δεν το εγκρίνουν εμπρόθεσμα, η διαδικασία ολοκληρώνεται χωρίς να εκδοθεί νομοθετική πράξη.

    Ψηφοφορίες

    Το Κοινοβούλιο εγκρίνει την κοινή θέση με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων. Το Συμβούλιο εγκρίνει το κοινό σχέδιο με ειδική πλειοψηφία.

    Συμμετοχή των πολιτών

    Το κοινό σχέδιο δεν μπορεί να τροποποιηθεί. Μπορείτε μόνο να ζητήσετε από βουλευτές του ΕΚ και/ή την κυβέρνησή σας να εγκρίνουν ή να απορρίψουν το κοινό σχέδιο.

    Συνταχθέν κείμενο

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει νομοθετικό ψήφισμα επί του κοινού σχεδίου που εγκρίθηκε από την επιτροπή συνδιαλλαγής με το οποίο είτε εγκρίνει είτε απορρίπτει το κοινό σχέδιο.

    Το Συμβούλιο δεν παράγει επίσημο έγγραφο.

    Εάν το κοινό σχέδιο εγκριθεί, η νομοθετική πράξη εκδίδεται και δημοσιεύεται ως οδηγία (ή κανονισμός ή απόφαση) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

    Στατιστικές

    Μέχρι σήμερα, το Κοινοβούλιο έχει απορρίψει τρία κοινά σχέδια που αφορούν:

    • την προστασία βιοτεχνολογικών εφευρέσεων το 1995

    • τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς το 2001

    • τις λιμενικές υπηρεσίες το 2003

    Το Συμβούλιο ουδέποτε έχει απορρίψει κοινό σχέδιο.

    Πλήρη κείμενα

    Το κοινό σχέδιο αποστέλλεται ταυτοχρόνως στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προς έγκριση. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη σειρά με την οποία πρέπει να αποφασίσουν οι συννομοθέτες. Διαθέτουν έξι εβδομάδες (ή οκτώ, κατόπιν κοινής συμφωνίας) για να αποφασίσουν, και δεν μπορούν να τροποποιήσουν το κείμενο. Στο Κοινοβούλιο, πριν από την ψηφοφορία για το κοινό σχέδιο προηγείται συζήτηση στην ολομέλεια. Εάν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν το κοινό σχέδιο, η νομοθετική πρόταση εκδίδεται. Εάν το ένα ή και τα δύο όργανα την απορρίψουν ή δεν εμπρόθεσμα, η νομοθετική πράξη καταπίπτει και η διαδικασία τερματίζεται. Μπορεί να επαναληφθεί μόνον με την υποβολή νέας πρότασης από την Επιτροπή.

    1. Εάν η επιτροπή συνδιαλλαγής εγκρίνει το κοινό σχέδιο, αυτό πρέπει να εγκριθεί από την ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και από το Συμβούλιο σε τρίτη ανάγνωση. Τα δύο θεσμικά όργανα ψηφίζουν ξεχωριστά επί του κοινού σχεδίου. Δεν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω τροποποίησής του.

    2. Ύστερα από την επιτυχή περάτωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής, συντάσσεται ένα σχέδιο κοινού σχεδίου, με βάση το κοινό έγγραφο εργασίας και τυχόν τροποποιήσεις που συμφωνήθηκαν κατά τη συνδιαλλαγή. Αυτό συντάσσεται πρώτα σε μία γλώσσα και στη συνέχεια μεταφράζεται στις υπόλοιπες επίσημες γλώσσες. Το σχέδιο κοινού σχεδίου στη γλώσσα του πρωτοτύπου διαβιβάζεται στο μέλη της αντιπροσωπείας.

    3. Το οριστικοποιημένο κοινό σχέδιο, το οποίο έχει υποβληθεί σε νομική-γλωσσική επεξεργασία τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στο Συμβούλιο, διαβιβάζεται επίσημα από τους συμπροέδρους της επιτροπής συνδιαλλαγής στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και τον ασκούντα την Προεδρία του Συμβουλίου. Τυχόν δηλώσεις των θεσμικών οργάνων επισυνάπτονται στην επιστολή αυτή.

    4. Η τρίτη ανάγνωση διεξάγεται εντός χρονικού διαστήματος έξι εβδομάδων από την ημερομηνία της επιστολής αυτής. Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά δύο εβδομάδες το ανώτερο, κατόπιν πρωτοβουλίας του Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου και με κοινή συμφωνία μεταξύ τους.

    Κοινοβούλιο
    1. Κατά την περίοδο των έξι εβδομάδων (που ενδεχομένως παρατείνεται σε οκτώ) τα μέλη της αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου λαμβάνουν το τελικό κοινό σχέδιο στις αντίστοιχες γλώσσες τους, μαζί με μια έκθεση που εκθέτει τα διάφορα στάδια και τα αποτελέσματα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, συμπεριλαμβανομένου του πρακτικού ψηφοφορίας της αντιπροσωπείας κατά την περάτωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Το τελικό κοινό σχέδιο, η έκθεση του εισηγητή και του προέδρου της αντιπροσωπείας, η διαβιβαστική επιστολή, καθώς και οι δηλώσεις θεσμικών οργάνων διαβιβάζονται στις υπηρεσίες ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στο σημείο αυτό, οι διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της συμφωνίας δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου.

    2. Της ψηφοφορίας επί του κοινού σχεδίου προηγείται συζήτηση στην ολομέλεια σχετικά με το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων και τη συμφωνία που επιτεύχθηκε (ή δεν επιτεύχθηκε) με το Συμβούλιο. Η συζήτηση κανονικά αρχίζει με δηλώσεις του Αντιπροέδρου που προέδρευσε της αντιπροσωπείας και του εισηγητή. Εν συνεχεία η ολομέλεια ψηφίζει επί του κοινού σχεδίου. Το κείμενο εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων· σε αντίθετη περίπτωση το κοινό σχέδιο απορρίπτεται.

    3. Από τον Ιανουάριο του 2020, το Κοινοβούλιο έχει απορρίψει τρεις φορές κοινά σχέδια που αφορούν:

    Συμβούλιο
    1. Το κοινό σχέδιο πρέπει να εγκριθεί και από το Συμβούλιο, το οποίο προκρίνει κατά κανόνα να ψηφίζει μετά την τρίτη ανάγνωση του Κοινοβουλίου. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

    2. Στην πράξη, η έγκριση του κοινού σχεδίου από το Συμβούλιο δημιουργεί προβλήματα, δεδομένου ότι η αντιπροσωπεία του Συμβουλίου στην επιτροπή συνδιαλλαγής απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος. Μέχρι σήμερα, το Συμβούλιο ουδέποτε έχει απορρίψει συμφωνία που έχει επιτευχθεί σε συνδιαλλαγή.

    3. Σε περίπτωση που είτε το Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο δεν εγκρίνουν το κοινό σχέδιο, η νομοθετική διαδικασία περατώνεται: αυτή μπορεί να ξεκινήσει και πάλι μόνο μετά την υποβολή νέας πρότασης από την Επιτροπή.

    4. Εάν το κείμενο εγκριθεί από το Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο, υποβάλλεται για υπογραφή στους Προέδρους και τους Γενικούς Γραμματείς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και στη συνέχεια δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.

    Πιθανά αποτελέσματα:

Πιθανά αποτελέσματα

  • Η πρόταση εγκρίνεται

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει το κοινό σχέδιο και ψηφίζει σε ολομέλεια. Δεν μπορεί να αλλάξει τη διατύπωση του κοινού σχεδίου. Εάν το απορρίψει ή δεν αποφασίσει επ' αυτού, η πράξη δεν εκδίδεται και η διαδικασία τερματίζεται. Εάν εγκριθεί από το Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο, η πράξη εκδίδεται.

    • Οι κανονισμοί είναι άμεσα δεσμευτικοί σε όλη την ΕΕ, από την ημερομηνία που ορίζεται στην Επίσημη Εφημερίδα.

    • Οι οδηγίες ορίζουν τελικά αποτελέσματα που πρέπει να επιτευχθούν σε κάθε κράτος μέλος, ωστόσο επαφίεται στις εθνικές κυβερνήσεις να επιλέξουν τον τρόπο προσαρμογής των νομοθετικών τους διατάξεων για την επίτευξη των στόχων αυτών. Κάθε οδηγία ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να έχουν προσαρμοστεί οι εθνικές διατάξεις.

    • Οι αποφάσεις έχουν εφαρμογή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που αφορούν συγκεκριμένες αρχές ή άτομα, και είναι πλήρως δεσμευτικές.

  • Η πρόταση δεν εγκρίνεται

    Εάν μια νομοθετική πρόταση απορριφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή εάν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμβιβασμό, η πρόταση δεν εγκρίνεται και η διαδικασία τερματίζεται. Νέα νομοθετική διαδικασία μπορεί να αρχίσει μόνο με την υποβολή νέας πρότασης από την Επιτροπή.

Η συνήθης νομοθετική διαδικασία παρέχει τις ίδιες νομοθετικές εξουσίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ευρύ φάσμα τομέων, π.χ. για την οικονομική διακυβέρνηση, τη μετανάστευση, την ενέργεια, τις μεταφορές, το περιβάλλον και την προστασία των καταναλωτών.

Η διαδικασία θεσπίστηκε με την ονομασία «συναπόφαση» με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), και στη συνέχεια επεκτάθηκε και έγινε πιο αποτελεσματική με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999).Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (2009) απέκτησε την ονομασία «συνήθης νομοθετική διαδικασία» και έγινε η κύρια νομοθετική διαδικασία του συστήματος λήψης αποφάσεων της ΕΕ.

Σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, ένα νομοθετικό κείμενο μπορεί να υποβληθεί σε έως και τρεις αναγνώσεις στο Κοινοβούλιο και μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνο εάν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την τελική του διατύπωση.

Στην πράξη, αυτή η διαδικασία διασφαλίζει ότι οι ευρωβουλευτές, ως άμεσα εκλεγμένοι εκπρόσωποι των Ευρωπαίων πολιτών, έχουν τη δύναμη να διαμορφώνουν τους κανόνες της ΕΕ και να κατευθύνουν τις πολιτικές της σύμφωνα με τις προσδοκίες των ψηφοφόρων.

Ειδικές νομοθετικές διαδικασίες

Αρχικά, με τη Συνθήκη της Ρώμης του 1957 δόθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμβουλευτικός ρόλος στη νομοθετική διαδικασία. Η Επιτροπή πρότεινε νομοθεσία και το Συμβούλιο την ενέκρινε.

Η εφαρμογή της συναπόφασης και η σταδιακή επέκταση των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου με τις επακόλουθες αλλαγές των Συνθηκών, οδήγησε στον περιορισμό της χρήσης ορισμένων από τις νομοθετικές διαδικασίες που χρησιμοποιούνταν ευρέως στο παρελθόν.

Διαδικασία διαβούλευσης

Στο πλαίσιο της διαδικασίας της διαβούλευσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει νομοθετική πρόταση, ή να προτείνει τροποποιήσεις.

Το Συμβούλιο ωστόσο δεν δεσμεύεται νομικά να λάβει υπόψη τη γνώμη του Κοινοβουλίου αλλά, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς να έχει λάβει τη γνώμη αυτή.

Αυτή η διαδικασία εφαρμόζεται πλέον σε νομοθετικούς τομείς όπως οι εξαιρέσεις για την εσωτερική αγορά και το δίκαιο του ανταγωνισμού.

Διαδικασία έγκρισης

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του για την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας.


Αυτό σημαίνει ότι το Κοινοβούλιο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει μια νομοθετική πράξη, αλλά δεν μπορεί να την τροποποιήσει. Εάν το Κοινοβούλιο δεν δώσει τη συγκατάθεσή του, η πράξη δεν μπορεί να εγκριθεί από το Συμβούλιο.

Η συναίνεση του Κοινοβουλίου απαιτείται για νέα νομοθεσία για την καταπολέμηση των διακρίσεων.

Το ίδιο ισχύει όταν το Συμβούλιο εγκρίνει μέτρα σε τομείς στους οποίους δεν έχουν ρητά παραχωρηθεί αρμοδιότητες στην ΕΕ, αλλά αυτό κρίνεται απαραίτητο για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στις Συνθήκες της ΕΕ - διαδικασία γνωστή ως «ρήτρα ευελιξίας» του άρθρου 352 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διαδικασία έγκρισης, που παλαιότερα ήταν γνωστή ως «διαδικασία σύμφωνης γνώμης», ισχύει και για ορισμένους άλλους σκοπούς εκτός από τη θέσπιση νομοθεσίας. Η συγκατάθεση του Κοινοβουλίου χρειάζεται και για διεθνείς συμφωνίες που διαπραγματεύεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ή συμφωνίες που αφορούν την ένταξη μιας χώρας στην ΕΕ ή την αποχώρησή της.


Επιπλέον, το Κοινοβούλιο πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του για αποφάσεις του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες ενδέχεται να καθορίσουν εάν μια χώρα της ΕΕ βρίσκεται στα όρια σοβαρής παραβίασης των αξιών της ΕΕ ή βρίσκεται ήδη σε σοβαρή και επίμονη παραβίαση τους.

Ο ρόλος του Κοινοβουλίου ως αρμόδιας αρχής για τον προϋπολογισμό

Το Κοινοβούλιο έχει δημιουργήσει ισχυρή διασύνδεση μεταξύ του νομοθετικού του έργου και του προϋπολογισμού της ΕΕ, διασφαλίζοντας ότι οι πολιτικές που θέτει στο προσκήνιο υποστηρίζονται από κατάλληλους πόρους. Αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση διασφαλίζει ότι οι επιτροπές του Κοινοβουλίου και οι εμπειρογνώμονες του για τον προϋπολογισμό συνεργάζονται στενά καθ’ όλη τη διάρκεια των νομοθετικών διεργασιών. Όλες οι νομοθετικές προτάσεις που έχουν αντίκτυπο στον προϋπολογισμό της ΕΕ υποβάλλονται σε δημοσιονομική αξιολόγηση.

Εκτελεστικά μέτρα και κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις

Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκδίδουν μια νομοθετική πράξη, μπορούν να εκχωρήσουν στην Επιτροπή εξουσίες να εκδίδει μη σχετικές νομοθετικές πράξεις.

Υπάρχουν δύο τύποι μη νομοθετικών πράξεων:

  • εκτελεστικές πράξεις, με τις οποίες η Επιτροπή στοχεύει να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την ομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθετικής πράξης σε όλες τις χώρες της ΕΕ
  • κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, με τις οποίες η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει ή να τροποποιήσει ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης.

Εκτελεστικές πράξεις

Οι εκτελεστικές πράξεις παρουσιάζονται σε επιτροπές εμπειρογνωμόνων από χώρες της ΕΕ, ενώ το Κοινοβούλιο ενημερώνεται κατά τη διαδικασία και διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου.

Βάσει πρότασης της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, το Κοινοβούλιο μπορεί να αντιταχθεί στο σχέδιο πράξης της Επιτροπής, δηλώνοντας ότι υπερβαίνει τις εξουσίες που ορίζονται στη σχετική νομοθετική πράξη ή δεν συνάδει με το δίκαιο της ΕΕ από άλλες απόψεις.

Το Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να αποσύρει ή να τροποποιήσει τα μέτρα ή να υποβάλει νέα πρόταση στο πλαίσιο της κατάλληλης νομοθετικής διαδικασίας.

Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις

Οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις χρησιμοποιούνται συνήθως όταν ορισμένα στοιχεία της νομοθετικής πράξης πρέπει να προσαρμόζονται τακτικά, ώστε να λαμβάνουν υπόψη την τεχνική ή επιστημονική πρόοδο. Στην πράξη, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ως συννομοθέτες, μεταβιβάζουν ορισμένες από τις εξουσίες τους, προκειμένου οι αποφάσεις να λαμβάνονται γρήγορα και αποτελεσματικά.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθετικής πράξης, το Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να αποφασίσουν να αντιταχθούν σε κατ' εξουσιοδότηση πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας (συνήθως έως και δύο μήνες) από την παραλαβή της κοινοποίησης. Εάν συμβεί αυτό, η κατ' εξουσιοδότηση πράξη δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν επίσης να αποφασίσουν να ανακαλέσουν την ανάθεση εξουσιών στην Επιτροπή.

Μπορεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να δρομολογήσει νομοθεσία;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να υποβάλλει τις περισσότερες νομοθετικές προτάσεις σε επίπεδο ΕΕ.

Ωστόσο, το άρθρο 225 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνει στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να καλέσει την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για συγκεκριμένο θέμα.

Βάσει δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, η Επιτροπή οφείλει να απαντήσει στο αίτημα, εντός τριών μηνών. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει να μην προτείνει νομοθεσία μετά από αίτημα του Κοινοβουλίου, πρέπει να αιτιολογήσει τη θέση της στο Κοινοβούλιο.

Στο Κοινοβούλιο, το αίτημα για τη σύνταξη νομοθετικής πρότασης μπορεί να υποβληθεί από την αρμόδια επιτροπή ή από έναν ή περισσότερους ευρωβουλευτές

Ετήσιος και πολυετής προγραμματισμός

Σύμφωνα με το άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Επιτροπή δρομολογεί τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό της Ένωσης. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, η Επιτροπή καταρτίζει το πρόγραμμα εργασίας της.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνεργάζεται με την Επιτροπή στη διαδικασία κατάρτισης του προγράμματος αυτού και η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη τις προτεραιότητες που εκφράζει το Κοινοβούλιο σε αυτό το στάδιο.

Μετά την έγκριση του προγράμματος από την Επιτροπή, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή διαπραγματεύονται μια κοινή δήλωση που καθορίζει τους στόχους και τις προτεραιότητες της ΕΕ.

Λεπτομερείς ρυθμίσεις για τη συνεργασία μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής σε σχέση με το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής ορίζονται στη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων.