Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

Διαδικασία : 2001/2098(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A5-0264/2001

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A5-0264/2001

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P5_TA(2001)0440

ΕΚΘΕΣΗ     
Μέρος 1 : PDF 1189kWORD 1117k
Μέρος 2 : PDF 377kWORD 110k
11 Ιουλίου 2001
PE 305.391 A5-0264/2001
σχετικά με την ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης της ιδιωτικής και οικονομικής επικοινωνίας (σύστημα παρακολούθησης ECHELON) (2001/2098(ΙΝΙ)
Mέρος 1:   Πρόταση ψηφίσματος
Αιτιολογική έκθεση
Μέρος 2:   Γνώμες της μειοψηφίας
Παραρτήματα
Προσωρινή επιτροπή για το σύστημα Echelon
Εισηγητής: Gerhard Schmid
"Sed quis custodiet ipsos custodes."
("Αλλά τους φύλακες, ποιός θα τους φυλάξει;")
Γιουβενάλης (περ. 60 - 130 μ.Χ.), Σάτιρες 6, 347
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
 ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ των Giuseppe di Lello, Pernille Frahm και Alain Krivine
 ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ των Patricia McKenna και Ilka Schröder
 ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ του Jean-Charles Marchiani
 ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ του Maurizio Turco
 Παράρτημα II.: Βιβλιογραφία
 Παράρτημα III.: Έννοιες και επεξηγήσεις σχετικά με την παρακολούθηση των επικοινωνιών στο πλαίσιο ποινικής δίωξης
 Παράρτημα IV.:

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2000 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 150 παράγραφος 2 του Κανονισμού, τη συγκρότηση μιας προσωρινής επιτροπής για το σύστημα παρακολούθησης Echelon και όρισε την εντολή της σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο Κεφάλαιο 1, 1.3 της αιτιολογικής έκθεσης. Για την εκπλήρωση της εντολής της η προσωρινή επιτροπή όρισε κατά τη συνεδρίασή της συγκρότησης σε σώμα στις 5 Ιουλίου 2000 τον κ. Gerhard Schmid ως εισηγητή.

Κατά τις συνεδριάσεις της στις 29 Μαΐου, 20 Ιουνίου και 3 Ιουλίου 2001, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο έκθεσης.

Κατά την τελευταία ως άνω συνεδρίαση, η επιτροπή ενέκρινε την πρόταση ψηφίσματος με 27 ψήφους υπέρ, 5 ψήφους κατά και 2 αποχές.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές Carlos Coelho, πρόεδρος· Elly Plooij-van Gorsel, Neil MacCormick και Giuseppe Di Lello Finuoli, αντιπρόεδροι· Gerhard Schmid, εισηγητής· Mary Elizabeth Banotti, Bastiaan Belder, Maria Berger, Charlotte Cederschiöld, Gérard Deprez, Γεώργιος Δημητρακόπουλος, Robert Evans, Colette Flesch, Pernille Frahm, Άννα Καραμάνου, Eva Klamt, Alain Krivine, Torben Lund, Erika Mann, Jean-Charles Marchiani, Hughes Martin, Patricia McKenna, William Francis Newton Dunn (αναπλ. Jorge Salvador Hernández Mollar σύμφωνα με το άρθρο 153, παρ. 2, του Κανονισμού), Reino Paasilinna, Bernd Posselt (αναπλ. Hubert Pirker), Jacques Santkin (αναπλ. Catherine Lalumière), Ilka Schröder, Gary Titley (αναπλ. Ozan Ceyhun), Maurizio Turco, Gianni Vattimo, W.G. van Velzen, Christian von Bötticher, Jan Marinus Wiersma, Χρήστος Ζαχαράκις, (αναπλ. Enrico Ferri).

Η άποψη της μειοψηφίας και τα παραρτήματα δημοσιεύονται χωριστά (Α5-0264/2001-Μέρος 2).

Η έκθεση κατατέθηκε στις 11 Ιουλίου 2001.

Η προθεσμία για την κατάθεση τροπολογιών θα αναγράφεται στο σχέδιο ημερήσιας διάταξης της περιόδου συνόδου κατά την οποία θα εξετασθεί η έκθεση.


ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης της ιδιωτικής και οικονομικής επικοινωνίας (σύστημα παρακολούθησης ECHELON) (2001/2098(ΙΝΙ)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την απόφασή του της 5ης Ιουλίου 2000, περί συστάσεως προσωρινής επιτροπής για το σύστημα παρακολούθησης Echelon και τη σχετική εντολή της,(1)

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη ΕΚ, η οποία στοχεύει στην οικοδόμηση μιας κοινής αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 11 και 12 της ΣΕΕ που δεσμεύουν τα κράτη μέλη να υποχρεωθούν για την ενίσχυση και ανάπτυξη της αμοιβαίας πολιτικής τους αλληλεγγύης,

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το άρθρο της 6, παράγραφος 2, το οποίο καθορίζει την υποχρέωση της ΕΕ για το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και τον τίτλο της V, που περιέχει διατάξεις για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

–   έχοντας υπόψη το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, του οποίου το άρθρο 7 προστατεύει το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και ορίζει ρητά το δικαίωμα στο σεβασμό της επικοινωνίας, και το άρθρο 8 προστατεύει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα,

–   έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ιδίως το άρθρο της 8 που προστατεύει την ιδιωτική ζωή και το απόρρητο της αλληλογραφίας, και τις πολυάριθμες άλλες διεθνείς συνθήκες που προβλέπουν την προστασία της ιδιωτικής ζωής,

–   λαμβάνοντας υπόψη το έργο που επετέλεσε η προσωρινή επιτροπή για το σύστημα Echelon, στο πλαίσιο των εργασιών της οποίας έλαβαν χώρα πολυάριθμες ακροάσεις και συνεδριάσεις με εμπειρογνώμονες κάθε ειδικότητας, και ιδίως με στελέχη του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα στους κλάδους των τηλεπικοινωνιών και της προστασίας δεδομένων καθώς και με εργαζομένους στις υπηρεσίες πληροφοριών, δημοσιογράφους, δικηγόρους με εξειδίκευση στα θέματα αυτά, βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών, κλπ.,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 150, παράγραφος 2, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της προσωρινής επιτροπής για το σύστημα παρακολούθησης Echelon (A5-0264/2001),

Η ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης ιδιωτικών και οικονομικών επικοινωνιών (Σύστημα παρακολούθησης ECHELON)

A.   εκτιμώντας ότι η ύπαρξη ενός λειτουργούντος σε παγκόσμιο επίπεδο συστήματος παρακολούθησης των επικοινωνιών, το οποίο λειτουργεί με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, αναλογικά με τις δυνατότητες της κάθε μίας, στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA, δεν είναι δυνατόν πλέον να αμφισβητηθεί· ότι βάσει των υφισταμένων ενδείξεων και πολυάριθμων συγκλινουσών δηλώσεων που προέρχονται από ευρύτατο φάσμα ατόμων και οργανισμών, μπορεί να υποτεθεί ότι το σύστημα, ή τμήματά του, έφεραν, για ορισμένο τουλάχιστον χρονικό διάστημα, την κωδική ονομασία "ECHELON",

B.   εκτιμώντας ότι δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ότι το σκοπός του εν λόγω συστήματος είναι η παρακολούθηση τουλάχιστον ιδιωτικών και οικονομικών, αλλά όχι στρατιωτικών επικοινωνιών, αν και από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της έκθεσης καταδείχθηκε ότι οι τεχνικές δυνατότητες αυτού του συστήματος δεν είναι τόσο εκτεταμένες όσο υπέθεσαν ορισμένα μέσα ενημέρωσης,

Γ.   εκτιμώντας κατά συνέπεια ότι προκαλεί έκπληξη, αν όχι και ανησυχία, το γεγονός ότι πολλές ανώτερες κοινοτικές προσωπικότητες που υποβλήθηκαν σε ακρόαση, μεταξύ των οποίων μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εδήλωσαν ότι δεν εγνώριζαν αυτό το φαινόμενο,

Τα όρια του συστήματος παρακολούθησης

Δ.   εκτιμώντας ότι το σύστημα παρακολούθησης στηρίζεται ειδικότερα στην παγκόσμια παρακολούθηση των δορυφορικών επικοινωνιών, αν και σε περιοχές με υψηλή πυκνότητα επικοινωνίας πολύ μικρό ποσοστό των εν λόγω επικοινωνιών μεταδίδεται μέσω δορυφόρων· ότι κατά συνέπεια το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας δεν είναι δυνατόν να παρακολουθηθεί από επίγειους σταθμούς, αλλά μόνο με λαθροσύνδεση καλωδίων και υποκλοπή ραδιοσημάτων, πράγμα το οποίο – όπως απέδειξαν οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της έκθεσης – είναι δυνατόν μόνο σε περιορισμένο βαθμό· ότι το κόστος σε προσωπικό για την τελική αξιολόγηση των παρακολουθούμενων επικοινωνιών συνεπάγεται περαιτέρω περιορισμούς· ότι, κατά συνέπεια, οι χώρες της συμφωνίας UKUSA έχουν πρόσβαση σε ένα πολύ περιορισμένο μερίδιο της καλωδιακής και ασύρματης επικοινωνίας και μπορούν να αξιοποιήσουν ένα ακόμη μικρότερο μερίδιο της επικοινωνίας, και ότι, εξάλλου, όσο σημαντικά και αν είναι τα μέσα που διατίθενται και οι δυνατότητες που υπάρχουν για την παρακολούθηση των επικοινωνιών, ο τεράστιος όγκος της κυκλοφορίας επικοινωνιών καθιστά αδύνατο, στην πράξη, τον πλήρη και λεπτομερή έλεγχο όλων των επικοινωνιών,

Πιθανή ύπαρξη άλλων συστημάτων παρακολούθησης

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρακολούθηση επικοινωνιών αποτελεί ένα σύνηθες για τις μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών μέσο κατασκοπείας και ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και από άλλες χώρες, εφόσον αυτές διαθέτουν τα ανάλογα οικονομικά μέσα και τις γεωγραφικές προϋποθέσεις· ότι η Γαλλία είναι – λόγω των υπερποντίων εδαφών της – το μοναδικό κράτος μέλος της ΕΕ που διαθέτει τις γεωγραφικές και τεχνικές δυνατότητες να θέσει σε λειτουργία ένα αυτόνομο παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης, και διαθέτει την απαιτούμενη για το σκοπό αυτό τεχνολογική και οργανωτική υποδομή· και ότι υπάρχουν επίσης σοβαρές ενδείξεις ότι και η Ρωσία θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία ένα τέτοιο σύστημα,

Συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι όσον αφορά το ζήτημα της συμβατότητας ενός συστήματος τύπου ECHELON με το δίκαιο της ΕΕ πρέπει να υπάρξει διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων: αν το σύστημα χρησιμοποιείται μόνο για τους σκοπούς των υπηρεσιών πληροφοριών, δεν προκύπτει αντίθεση προς το δίκαιο της Ένωσης, καθώς οι δραστηριότητες που βρίσκονται στην υπηρεσία της κρατικής ασφάλειας δεν καλύπτονται από τη Συνθήκη ΕΚ, αλλά εμπίπτουν στον τίτλο V της Συνθήκης ΕΕ (ΚΕΠΠΑ), όπου όμως προς το παρόν δεν υπάρχουν σχετικές ρυθμίσεις και συνεπώς λείπουν τα κριτήρια· αν αντιθέτως γίνεται κατάχρηση του συστήματος για συγκέντρωση πληροφοριών για ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, τότε το σύστημα βρίσκεται σε αντίθεση με την υποχρέωση πίστης των κρατών μελών και με την έννοια της κοινής αγοράς που διέπεται από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, επομένως ένα κράτος μέλος που συμμετέχει σε αυτό παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο,

Ζ.   εκτιμώντας τις δηλώσεις του Συμβουλίου στην ολομέλεια της 30ής Μαρτίου 2000 σύμφωνα με τις οποίες: «το Συμβούλιο δεν μπορεί να δεχθεί την δημιουργία ή την ύπαρξη συστήματος παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών το οποίο δεν σέβεται τους κανόνες δικαίου των κρατών μελών και το οποίο παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές που στοχεύουν στην προάσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας»,

Συμβατότητα με το θεμελιώδες δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ)

Η.   έχοντας επίγνωση ότι κάθε παρακολούθηση επικοινωνίας συνιστά σοβαρή επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου· ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ που προστατεύει την ιδιωτική ζωή, επιτρέπει επεμβάσεις μόνο προς διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας, εφόσον οι σχετικές ρυθμίσεις προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, είναι κοινώς προσιτές, και καθορίζουν υπό ποίες προϋποθέσεις και συνθήκες μπορεί η δημόσια αρχή να προβαίνει σε αυτές· ότι οι επεμβάσεις πέραν αυτού πρέπει να είναι ανάλογες, ότι πρέπει να διενεργείται κατά συνέπεια μία στάθμιση συμφερόντων, και, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν αρκεί οι επεμβάσεις να είναι χρήσιμες ή επιθυμητές,

Θ.   εκτιμώντας ότι ένα σύστημα των υπηρεσιών πληροφοριών, το οποίο θα παρακολουθούσε με τυχαία επιλογή και σε μόνιμη βάση κάθε επικοινωνία θα παρεβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και δεν θα συμβιβαζόταν με την ΕΣΔΑ· ότι κατά τον ίδιο τρόπο θα υπήρχε παραβίαση της ΕΣΔΑ, αν η ρύθμιση ήταν μεταγενέστερη της παρακολούθησης της επικοινωνίας, αν αυτή δεν είχε νομική βάση, αν δεν ήταν δημοσίως προσιτή ή αν ήταν διατυπωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι συνέπειές της να μην είναι προβλέψιμες για τον καθένα, ή αν η παρέμβαση ήταν κλίμακας μεγαλύτερης από αυτήν που θα δικαιολογούσε το κριτήριο της αναλογικότητας· ότι οι κανόνες που διέπουν τις δραστηριότητες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών στην αλλοδαπή είναι στο μεγαλύτερό τους μέρος χαρακτηρισμένοι ως εμπιστευτικοί, και κατά συνέπεια η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας είναι κατ' αυτό τον τρόπο τουλάχιστον αμφίβολη, και ότι πράγματι υπάρχει παραβίαση των αρχών της πρόσβασης στο δίκαιο και της δυνατότητας πρόβλεψης των επιπτώσεών του, αρχών που έχουν θεσπισθεί με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,

Ι.   εκτιμώντας ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρακάμψουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την ΕΣΔΑ επιτρέποντας σε υπηρεσίες πληροφοριών άλλων κρατών, οι οποίες υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές νομικές διατάξεις, να δραστηριοποιούνται στην επικράτειά τους, διότι η αρχή της νομιμότητας με τις δύο συνιστώσες της πρόσβασης στο δίκαιο και της δυνατότητας πρόβλεψης των επιπτώσεών του θα εκφυλιζόταν σε νεκρό γράμμα και η νομολογία του Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα στερείτο την ουσία της,

ΙΑ.   εκτιμώντας ότι οι νόμιμες επιχειρήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών είναι συμβατές με τα θεμελιώδη δικαιώματα μόνο εφόσον υπάρχουν επαρκή συστήματα ελέγχου προκειμένου να δημιουργείται μία εξισορρόπηση του κινδύνου που συνεπάγεται η μυστική δράση ενός μέρους του διοικητικού μηχανισμού· ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τόνισε ρητά τη σημασία ενός αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου στον τομέα της δράσης των υπηρεσιών πληροφοριών, και ότι για το λόγο αυτό φαίνεται ανησυχητικό το ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν διαθέτουν δικά τους κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών,

Προστατεύονται επαρκώς οι πολίτες της ΕΕ από τις υπηρεσίες πληροφοριών;

ΙΒ.   εκτιμώντας ότι η προστασία των πολιτών της ΕΕ εξαρτάται από την έννομη κατάσταση των επιμέρους κρατών μελών, η οποία παρουσιάζει σημαντικότατες διαφορές κατά περίπτωση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχουν καν κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου, και για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για επαρκή προστασία· ότι οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν θεμελιώδες συμφέρον να διαθέτουν τα εθνικά τους κοινοβούλια μία ειδική, επίσημα διαρθρωμένη επιτροπή ελέγχου, η οποία να εποπτεύει και να ελέγχει τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών· ότι ακόμη και εκεί όπου υπάρχουν όργανα ελέγχου, είναι έντονος ο πειρασμός να ασχολούνται περισσότερο με τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών της ημεδαπής παρά με των υπηρεσιών πληροφοριών της αλλοδαπής, λόγω του ότι, κατά κανόνα, μόνο στην πρώτη περίπτωση θίγονται οι πολίτες της ίδιας της χώρας· ότι εάν θεσπιζόταν η υποχρέωση των υπηρεσιών πληροφοριών να ειδοποιούν εκ των υστέρων τον κάθε πολίτη του οποίου οι επικοινωνίες απετέλεσαν αντικείμενο παρακολούθησης, π.χ. πέντε χρόνια αφότου έλαβε χώρα η παρακολούθηση, αυτό θα αποτελούσε κίνητρο για να ακολουθούνται πρακτικές σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας,

ΙΓ.   εκτιμώντας ότι λόγω των διαστάσεών τους, δεν είναι δυνατόν να κατασκευαστούν στην επικράτεια ενός κράτους σταθμοί δορυφορικής λήψης χωρίς τη συναίνεσή του,

ΙΔ.   έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι στην περίπτωση συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ ή στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, τα όργανα καλούνται να θεσπίσουν επαρκείς προστατευτικές διατάξεις προς όφελος των ευρωπαίων πολιτών,

Βιομηχανική κατασκοπεία

ΙΕ.   έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι αποτελεί μέρος του τομέα καθηκόντων των υπηρεσιών πληροφοριών της αλλοδαπής να συλλέγουν οικονομικά δεδομένα, όπως είναι οι εξελίξεις σε κλάδους της οικονομίας, η εξέλιξη των αγορών πρώτων υλών, η τήρηση οικονομικών αποκλεισμών, η τήρηση των κανόνων παράδοσης για αγαθά διττής χρήσης κλπ. και ότι, για τους λόγους αυτούς, παρακολουθούνται συχνά ενεχόμενες επιχειρήσεις,

ΙΣΤ.   έχοντας υπόψη ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ δεν αρκούνται στο να διερευνούν γενικά οικονομικά δεδομένα αλλά επίσης παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς την επικοινωνία μεταξύ επιχειρήσεων, ιδίως κατά την ανάθεση συμβάσεων, και αυτό το δικαιολογούν επικαλούμενες την καταπολέμηση της απόπειρας δωροδοκιών· ότι κατά τις λεπτομερείς παρακολουθήσεις υπάρχει ο κίνδυνος ότι οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται όχι μόνο για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλά και για την κατασκοπεία των ανταγωνιστών, ακόμη και όταν οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνουν ότι δεν προβαίνουν σε τέτοιες ενέργειες· ότι όμως ο ρόλος του Advocacy Center του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ εξακολουθεί να μην είναι απολύτως σαφής, και ότι η συνομιλία που είχε προγραμματιστεί να γίνει με το κέντρο αυτό, και που θα χρησίμευε στην αποσαφήνιση των πραγμάτων, ακυρώθηκε,

ΙΖ.   εκτιμώντας ότι στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ εγκρίθηκε το 1997 σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας υπαλλήλων, η οποία προβλέπει το διεθνές αξιόποινο της δωροδοκίας, και για το λόγο αυτό και υπό το πρίσμα αυτό η δωροδοκία σε μεμονωμένες περιπτώσεις δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρακολούθηση της επικοινωνίας,

ΙΗ.   εκτιμώντας ότι η κατάσταση γίνεται εντελώς απαράδεκτη όταν υπηρεσίες πληροφοριών αφήνονται να χρησιμοποιηθούν για συγκέντρωση πληροφοριών επί ανταγωνιστών, κατασκοπεύοντας αλλοδαπές επιχειρήσεις, προκειμένου να παράσχουν σε ημεδαπές επιχειρήσεις ανταγωνιστικό πλεονέκτημα· ότι συχνά έχει υποστηριχθεί ότι το παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης χρησιμοποιήθηκε για αυτό το σκοπό, αν και δεν υπάρχει καμία αποδεδειγμένη περίπτωση,

ΙΘ.   υπενθυμίζοντας ότι, κατά την επίσκεψη της αντιπροσωπείας της Προσωρινής Επιτροπής Echelon στις ΗΠΑ, αξιόπιστες πηγές επιβεβαίωσαν την πληροφορία που περιέχεται στην έκθεση Brown του Αμερικανικού Κογκρέσου, ότι το 5% των πληροφοριών που συλλέγονται από μη ανοικτές πηγές χρησιμοποιείται για οικονομική κατασκοπεία· οι ίδιες δε αξιόπιστες πηγές εκτιμούν ότι χάρη στις πληροφορίες που συλλέγονται με τον τρόπο αυτό, η βιομηχανία των ΗΠΑ εξασφαλίζει ενδεχομένως πρόσθετες συμβάσεις ύψους έως και 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων,

Κ.   έχοντας υπόψη ότι ευαίσθητα δεδομένα μιας επιχείρησης βρίσκονται συχνά μέσα στην ίδια την επιχείρηση, έτσι ώστε η κατασκοπεία στους ανταγωνιστές να επιχειρείται ιδίως δια της προσπάθειας να ληφθούν οι πληροφορίες από εργαζόμενους της επιχείρησης ή από εγκάθετους που έχουν εισχωρήσει στην επιχείρηση για το σκοπό αυτό ή αλλιώς, όλο και περισσότερο, μέσω εισβολής στα εσωτερικά δίκτυα υπολογιστών· ότι μόνον αν κάποια ευαίσθητα στοιχεία διαβιβασθούν ενσύρματα ή ασύρματα (με δορυφόρο) προς τα έξω, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα σύστημα παρακολούθησης των επικοινωνιών για το σκοπό της ανταγωνιστικής κατασκοπείας και αυτό ισχύει συστηματικά μόνο στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις:

- σε επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν σε τρεις ωριαίες ατράκτους, έτσι ώστε τα προσωρινά αποτελέσματα να αποστέλλονται από την Ευρώπη στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ασία·
- στην περίπτωση τηλεδιασκέψεων σε πολυεθνικές εταιρίες οι οποίες μεταδίδονται μέσω δορυφόρου ή καλωδιακά·
- όταν γίνεται επί τόπου διαπραγμάτευση σημαντικών συμβάσεων (όπως συμβαίνει στην κατασκευή εγκαταστάσεων, κατασκευή υποδομών τηλεπικοινωνιών, ανακατασκευή συστημάτων μεταφοράς, κλπ) και πρέπει από το σημείο αυτό να γίνεται συνεννόηση με τις κεντρικές υπηρεσίες της επιχείρησης,

ΚΑ.   γνωρίζοντας ότι η επίγνωση του κινδύνου και της ασφάλειας σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι συχνά ανεπαρκής, και ότι οι κίνδυνοι της οικονομικής κατασκοπείας και της παρακολούθησης της επικοινωνίας δεν γίνονται αντιληπτοί,

ΚΒ.   γνωρίζοντας ότι στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (με εξαίρεση την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τη Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων του Συμβουλίου, καθώς και την Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων της Επιτροπής) η επίγνωση της ασφάλειας δεν είναι πάντοτε ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και για το λόγο αυτό απαιτείται να ληφθούν μέτρα,

Δυνατότητες αυτοπροστασίας

ΚΓ.   έχοντας υπόψη ότι η ασφάλεια για τις επιχειρήσεις μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν ολόκληρο το περιβάλλον εργασίας έχει διασφαλισθεί και προστατεύονται όλες οι οδοί επικοινωνίας δια των οποίων μεταβιβάζονται ευαίσθητες πληροφορίες· ότι υπάρχουν επαρκώς ασφαλή συστήματα κρυπτογράφησης σε προσιτές τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά· ότι πρέπει να συσταθεί και στους ιδιώτες επειγόντως να κρυπτογραφούν τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· ότι ένα μη κρυπτογραφημένο μήνυμα είναι το ίδιο με μία επιστολή χωρίς φάκελο· ότι στο διαδίκτυο υπάρχουν σχετικώς φιλικά προς τον χρήστη συστήματα τα οποία διατίθενται μάλιστα δωρεάν για ιδιωτική χρήση,

Συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών εντός της ΕΕ

ΚΔ.   εκτιμώντας ότι η ΕΕ έχει συμφωνήσει να συντονίσει τη συλλογή πληροφοριών των υπηρεσιών πληροφοριών στο πλαίσιο της ανάπτυξης της δικής της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, αν και η συνεργασία με άλλους εταίρους σ' αυτούς τους τομείς θα συνεχιστεί,

ΚΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε, το Δεκέμβριο 1999 στο Ελσίνκι, να αναπτύξει περαιτέρω τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες προκειμένου η Ευρώπη να είναι σε θέση να αναλάβει το πλήρες φάσμα των καθηκόντων του Petersberg προς υποστήριξη της ΚΕΠΠΑ· ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε επίσης ότι, προκειμένου ο στόχος αυτός να επιτευχθεί μέχρι το 2003, η Ένωση πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύσσει ταχέως στρατιωτική δύναμη 50.000 – 60.000 ατόμων περίπου, η οποία να μπορεί να λειτουργεί κατά τρόπο αυτόνομο διαθέτοντας, μεταξύ άλλων, τις απαιτούμενες δυνατότητες διοίκησης, ελέγχου και συλλογής πληροφοριών· ότι τα πρώτα βήματα προς μια τέτοια αυτόνομη ικανότητα συλλογής πληροφοριών έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της ΔΕΕ και της Μόνιμης Επιτροπής Πολιτικής και Ασφαλείας,

ΚΣΤ.   εκτιμώντας ότι μια συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών στο εσωτερικό της ΕΕ φαίνεται απαραίτητη επειδή, αφενός, θα ήταν παράλογη μια κοινή πολιτική ασφάλειας δίχως την ενσωμάτωση των υπηρεσιών πληροφοριών, αφετέρου δε κάτι τέτοιο θα προσέφερε πολυάριθμα πλεονεκτήματα από επαγγελματική, οικονομική και πολιτική άποψη· ότι επίσης θα αντιστοιχούσε περισσότερο στην ιδέα ενός ισότιμου εταίρου των ΗΠΑ και θα μπορούσε να συμπεριλάβει όλα τα κράτη μέλη σε ένα σύστημα, το οποίο θα δημιουργηθεί σε πλήρη συμφωνία με την ΕΣΔΑ· ότι θα πρέπει φυσικά να διασφαλισθεί ένας αντίστοιχος έλεγχος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

ΚΖ.   εκτιμώντας ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ετοιμάζεται να εφαρμόσει τον κανονισμό για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής αναπροσαρμόζοντας τον Κανονισμό του όσον αφορά την πρόσβαση σε ευαίσθητα έγγραφα,

Σύναψη και τροποποίηση διεθνών συμφωνιών για την προστασία των πολιτών και επιχειρήσεων

1.   επιβεβαιώνει ότι, βάσει των πληροφοριών που συλλέχθηκαν από την Προσωρινή Επιτροπή, δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία για την ύπαρξη ενός παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης των επικοινωνιών που λειτουργεί με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, στο πλαίσιο της Συμφωνίας UKUSA·

2.   καλεί το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης να υποβάλει στην Επιτροπή Υπουργών πρόταση για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες μεθόδους επικοινωνίας και δυνατότητες παρακολούθησης με ένα πρόσθετο πρωτόκολλο ή, από κοινού με τη ρύθμιση της προστασίας δεδομένων, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της σύμβασης για την προστασία δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα υπονομεύσει το επίπεδο νομικής προστασίας που έχει καθιερωθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ούτε θα μειώσει την ευελιξία που είναι αναγκαία για την προσαρμογή σε περαιτέρω εξελίξεις·

3.   καλεί τα κράτη μέλη, σε περίπτωση που η νομοθεσία τους που ρυθμίζει τις δυνατότητες παρακολούθησης πολιτών από τις μυστικές υπηρεσίες επιτρέπει τέτοιου είδους διακρίσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, να εξασφαλίσουν για όλους τους ευρωπαίους πολίτες τις ίδιες νομικές εγγυήσεις για την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας·

4.   καλεί τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δημιουργήσουν ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αποτελούμενο από εκπροσώπους των εθνικών φορέων που είναι επιφορτισμένοι με την εποπτεία των επιδόσεων των κρατών μελών όσον αφορά το σεβασμό των θεμελιωδών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών τους, προκειμένου να διερευνήσουν το κατά πόσον οι εθνικές νομοθεσίες που αφορούν τις υπηρεσίες πληροφοριών είναι συμβατές με την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, να επανεξετάσουν τις νομοθετικές ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του απορρήτου της αλληλογραφίας και των επικοινωνιών, να συμφωνήσουν για την υποβολή σύστασης προς τα κράτη μέλη με σκοπό την κατάρτιση κώδικα συμπεριφοράς που θα διασφαλίζει, για όλους τους ευρωπαίους πολίτες που διαμένουν στην επικράτεια των κρατών μελών, την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, και επιπλέον να εξασφαλίσουν ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών θα ασκούν τις δραστηριότητές τους σε πνεύμα σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τηρώντας τις προϋποθέσεις που περιέχονται στο κεφάλαιο 8 της παρούσας έκθεσης και ειδικότερα στο σημείο 8.3.4, και οι οποίες απορρέουν από της διατάξεις του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών·

5.   καλεί τα κράτη μέλη να εγκρίνουν τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατά την επόμενη Διακυβερνητική Διάσκεψη ως νομικά δεσμευτική και εφαρμόσιμη πράξη, προκειμένου κατ' αυτόν τον τρόπο να αναβαθμίσουν το επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής·

6.   καλεί τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να θεσπίσουν πρόσθετο πρωτόκολλο το οποίο καθιστά δυνατή την προσχώρηση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην ΕΣΔΑ, ή να εξετάσουν άλλα μέτρα με στόχο να αποκλεισθούν συγκρούσεις της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

7.   για το διάστημα που θα μεσολαβήσει, καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να εφαρμόζουν, στο πλαίσιο των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων τους, τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει ο Χάρτης·

8.   καλεί τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να αναθέσει στην αρμόδια επιτροπή την υποβολή προτάσεων, οι οποίες στοχεύουν στην προσαρμογή του άρθρου 17 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο να εγγυάται την προστασία της ιδιωτικής ζωής λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές καινοτομίες·

9.   θεωρεί αναγκαία την διαπραγμάτευση και υπογραφή μιας συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών που θα θεσπίζει ότι κάθε ένα εκ των δύο μερών σέβεται έναντι του άλλου τις διατάξεις προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και του απορρήτου των επικοινωνιών των επιχειρήσεων που εφαρμόζονται στους δικούς της πολίτες και επιχειρήσεις·

10.   καλεί τις ΗΠΑ να υπογράψουν το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, προκειμένου να καταστούν δυνατές ατομικές προσφυγές κατά των ΗΠΑ λόγω της παραβίασής του, ενώπιον της Συμβατικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων· καλεί τις σχετικές αμερικανικές ΜΚΟ, ιδίως η ACLU (American Civil Liberties Union) και EPIC (Electronic Privacy Information Center) να ασκήσουν πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση·

Εθνικά νομοθετικά μέτρα για την προστασία πολιτών και επιχειρήσεων

11.   προτρέπει τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν και, εάν χρειασθεί, να αναπροσαρμόσουν ολόκληρη τη σχετική με τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών νομοθεσία τους ως προς τη συμβατότητά της με τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται στην ΕΣΔΑ, καθώς και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·

12.   καλεί τα κράτη μέλη να αποκτήσουν δεσμευτικά μέσα που διασφαλίζουν αποτελεσματική προστασία των φυσικών και νομικών προσώπων έναντι κάθε μορφής παράνομης παρακολούθησης των επικοινωνιών τους·

13.   καλεί τα κράτη μέλη να επιδιώξουν ένα κοινό επίπεδο προστασίας από τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών και, προς το σκοπό αυτό, να καταρτίσουν κώδικα συμπεριφοράς (όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 4), με βάση το ανώτατο επίπεδο που υπάρχει σε κάποιο κράτος μέλος, δεδομένου ότι οι θιγόμενοι από τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών αλλοδαπής πολίτες είναι κατά κανόνα πολίτες άλλων κρατών και κατά συνέπεια και άλλων κρατών μελών·

14.   καλεί τα κράτη μέλη να διαπραγματευθούν με τις ΗΠΑ την εφαρμογή κώδικα συμπεριφοράς παρόμοιου με αυτόν που ισχύει στην ΕΕ·

15.   καλεί τα κράτη μέλη τα οποία δεν το έπραξαν ακόμη να εγγυηθούν έναν πρόσφορο κοινοβουλευτικό και δικαστικό έλεγχο των μυστικών τους υπηρεσιών·

16.   προτρέπει το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να δώσουν υψηλή προτεραιότητα στη δημιουργία συστήματος δημοκρατικού ελέγχου και εποπτείας του αυτόνομου ευρωπαϊκού μηχανισμού πληροφοριών και στην ανάληψη και άλλων κοινών και συντονισμένων δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο· προτείνει δε να δοθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σημαντικός ρόλος στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος ελέγχου και εποπτείας·

17.   καλεί τα κράτη μέλη να θέσουν από κοινού τα μέσα τους παρακολούθησης των επικοινωνιών προκειμένου να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα της ΚΕΠΠΑ στους τομείς των πληροφοριών, της καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της διάδοσης των πυρηνικών όπλων ή του διεθνούς λαθρεμπορίου ναρκωτικών, με τον σεβασμό των διατάξεων προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και του απορρήτου των επικοινωνιών των επιχειρήσεων, υπό τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

18.   καλεί τα κράτη μέλη να συνάψουν με τρίτες χώρες συμφωνία για το σκοπό της μεγαλύτερης προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών της ΕΕ, στην οποία συμφωνία όλα τα συμβαλλόμενα κράτη θα δεσμεύονται, στην περίπτωση μέτρων παρακολούθησης ενός συμβαλλόμενου κράτους σε ένα άλλο συμβαλλόμενο κράτος, να ενημερώνεται το τελευταίο για τα σχεδιαζόμενα μέτρα·

Ειδικά νομικά μέτρα για την καταπολέμηση της βιομηχανικής κατασκοπείας

19.   καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν σε ποιο βαθμό μπορούν να καταπολεμηθούν με ρυθμίσεις στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο η βιομηχανική κατασκοπεία και η δωροδοκία για το σκοπό της εξασφάλισης συμβάσεων, και ειδικότερα κατά πόσον θα ήταν εφικτή μια ρύθμιση στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η οποία να λαμβάνει υπόψη την στρεβλωτική για τον ανταγωνισμό επίπτωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς, π.χ. ορίζοντας ότι τέτοιες συμβάσεις είναι άκυρες· καλεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά να συνταχθούν με τις πρωτοβουλίες αυτές·

20.   καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν την υποχρέωση να περιλάβουν στη Συνθήκη ΕΚ ρήτρα που απαγορεύει τη βιομηχανική κατασκοπεία και να μην διενεργούν βιομηχανική κατασκοπεία το ένα εναντίον του άλλου, άμεσα ή με την κάλυψη ξένης δυνάμεως η οποία είναι δυνατόν να εκτελεί επιχειρήσεις στο έδαφός τους, ούτε να επιτρέπουν σε ξένη δύναμη να διενεργεί επιχειρήσεις κατασκοπείας από το έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ, προκειμένου να γίνεται σεβαστό το πνεύμα και το γράμμα της Συνθήκης ΕΚ·

21.   καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν με σαφές και δεσμευτικό νομικό μέσο την υποχρέωση να μην διενεργούν βιομηχανική κατασκοπεία, και με τον τρόπο αυτό να σηματοδοτήσουν τη συμφωνία τους με το πνεύμα και τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ· καλεί τα κράτη μέλη να μεταφέρουν τη δεσμευτική αυτή αρχή στο εθνικό τους δίκαιο που ρυθμίζει τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών·

22.   καλεί τα κράτη μέλη και την κυβέρνηση των ΗΠΑ να εγκαινιάσουν έναν ανοικτό διάλογο ΗΠΑ-ΕΕ για τη συλλογή πληροφοριών οικονομικής φύσεως·

Μέτρα εφαρμογής του δικαίου και ελέγχου της εφαρμογής του

23.   καλεί τα εθνικά κοινοβούλια τα οποία δεν διαθέτουν ίδια κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου για την εποπτεία των υπηρεσιών πληροφοριών, να προβούν στη σύσταση τέτοιων οργάνων·

24.   καλεί τις εθνικές επιτροπές ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών να αποδίδουν κατά την άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί μεγάλη σημασία στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για την παρακολούθηση των δικών τους πολιτών, άλλων πολιτών της ΕΕ ή πολιτών τρίτων χωρών·

25.   καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι οι μηχανισμοί πληροφοριών τους δεν χρησιμοποιούνται κατά τρόπο αθέμιτο για τη συλλογή πληροφοριών ανταγωνιστικού χαρακτήρα, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με την υποχρέωση πίστης των κρατών μελών, καθώς και με την αρχή μιας κοινής αγοράς βασισμένης στον ελεύθερο ανταγωνισμό·

26.   καλεί τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο να εξαρτήσουν την περαιτέρω άδεια παρακολούθησης επικοινωνιών από υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ στην επικράτειά τους, από το εάν οι δραστηριότητες αυτές συμβιβάζονται με την ΕΣΔΑ, δηλαδή ότι ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας, υπάρχει πρόσβαση στη νομική βάση και είναι δυνατόν να προβλεφθεί η επίπτωση για το μεμονωμένο άτομο, και παράλληλα να εισαγάγουν αντίστοιχα, αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου, δεδομένου ότι είναι υπεύθυνες να μεριμνούν ώστε οι δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών τις οποίες επιτρέπουν ή έστω ανέχονται στην επικράτειά τους να είναι συμβατές με τα ανθρώπινα δικαιώματα·

Μέτρα ενθάρρυνσης της αυτοπροστασίας πολιτών και επιχειρήσεων

27.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προειδοποιήσουν τους πολίτες και τις επιχειρήσεις τους ότι οι διεθνείς τους επικοινωνίες ενδέχεται, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρακολουθούνται· ζητεί δε η ενημέρωση αυτή να συνοδεύεται από πρακτική αρωγή για το σχεδιασμό και τη χρήση αποτελεσματικών μέτρων προστασίας που θα εξασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια της τεχνολογίας των πληροφοριών·

28.   καλεί την Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν μια αποτελεσματική και ενεργό πολιτική για την ασφάλεια στην κοινωνία της πληροφορίας· επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο να συνειδητοποιήσουν πληρέστερα όλοι οι χρήστες των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας την ανάγκη προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών· ζητεί επίσης να συσταθεί πανευρωπαϊκής εμβέλειας, συντονισμένο δίκτυο υπηρεσιών που θα είναι σε θέση να παρέχουν πρακτική αρωγή για το σχεδιασμό και την εφαρμογή στρατηγικών αποτελεσματικής προστασίας·

29.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να επεξεργασθούν κατάλληλα μέτρα για την προώθηση, την ανάπτυξη και την κατασκευή ευρωπαϊκής τεχνολογίας και λογισμικού κρυπτογράφησης, και ιδίως να υποστηρίξουν προγράμματα που έχουν ως στόχο την ανάπτυξη φιλικού προς τον χρήστη λογισμικού κρυπτογράφησης, του οποίου ο πηγαίος κώδικας θα είναι προσιτός σε όλους·

30.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν έργα ανάπτυξης λογισμικού, του οποίου ο πηγαίος κώδικας θα είναι προσιτός σε όλους, λόγω του ότι έτσι μόνο μπορεί να διασφαλισθεί ότι δεν έχουν ενσωματωθεί "κερκόπορτες" στα προγράμματα·

31.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν έργα ανάπτυξης λογισμικού, του οποίου ο πηγαίος κώδικας θα είναι προσιτός σε όλους, λόγω του ότι έτσι μόνο μπορεί να διασφαλισθεί ότι δεν έχουν ενσωματωθεί "κερκόπορτες" στα προγράμματα· καλεί την Επιτροπή να καθορίσει τα χαρακτηριστικά του επιπέδου ασφαλείας του λογισμικού ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τοποθετώντας στην λιγότερο αξιόπιστη κατηγορία τα προγράμματα των οποίων ο πηγαίος κώδικας δεν έχει δημοσιοποιηθεί·

32.   καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα καθώς και τις δημόσιες διοικήσεις των κρατών μελών να εφαρμόζουν συστηματικά την κρυπτογράφηση των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προκειμένου η κρυπτογράφηση να καταστεί μακροπρόθεσμα η συνήθης πρακτική·

33.   καλεί τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και τις δημόσιες διοικητικές υπηρεσίες των κρατών μελών να μεριμνήσουν για την εκπαίδευση του προσωπικού τους και την εξοικείωσή του με τις νέες τεχνολογίες και τεχνικές κρυπτογράφησης, οργανώνοντας τα αναγκαία προς το σκοπό αυτό μαθήματα κατάρτισης και κύκλους πρακτικής εξάσκησης·

34.   ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη θέση των υποψηφίων χωρών· ζητεί να τους δοθεί υποστήριξη εάν δεν δύνανται να προβλέψουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας λόγω έλλειψης τεχνολογικής ανεξαρτησίας·

Άλλα μέτρα

35.   καλεί τις επιχειρήσεις να συνεργάζονται στενότερα με τις υπηρεσίες αντικατασκοπίας, ιδίως δε να γνωστοποιούν σε αυτές επιθετικές ενέργειες που προέρχονται από την αλλοδαπή και έχουν σκοπό τη βιομηχανική κατασκοπεία, προκειμένου να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών·

36.   αναθέτει στην Επιτροπή να αναθέσει την εκπόνηση ανάλυσης ασφαλείας, από την οποία θα προκύψει τι πρέπει να προστατευθεί, καθώς και να χαράξει στρατηγική προστασίας·

37.   καλεί την Επιτροπή να εκσυγχρονίσει το σύστημα κρυπτογράφησής της σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα, δεδομένου ότι ο εκσυγχρονισμός είναι επειγόντως απαραίτητος, και καλεί την αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή (Συμβούλιο από κοινού με το Κοινοβούλιο), να διαθέσει τους αναγκαίους πόρους·

38.   ζητεί από την αρμόδια επιτροπή του να συντάξει έκθεση πρωτοβουλίας, η οποία θα έχει ως περιεχόμενο την ασφάλεια και την προστασία απορρήτου στα ευρωπαϊκά Όργανα·

39.   καλεί την Επιτροπή να διασφαλίζει την προστασία δεδομένων στα συστήματά της επεξεργασίας δεδομένων και να εντείνει την προστασία απορρήτου εγγράφων στα οποία δεν έχει πρόσβαση το κοινό·

40.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του 6ου προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες της τεχνικής κρυπτογράφησης και αποκρυπτογράφησης·

41.   προτρέπει τα κράτη που έχουν θιγεί από στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που απορρέουν από κρατικές ενισχύσεις ή οικονομική εκμετάλλευση κατασκοπείας να ενημερώνουν τις αρχές και τα ελεγκτικά όργανα του κράτους από το οποίο εκτελέστηκαν αυτές οι δραστηριότητες προκειμένου να τίθεται τέρμα στις δραστηριότητες που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό·

42.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για τη δημιουργία, σε στενή συνεργασία με τη βιομηχανία και τα κράτη μέλη, ενός πανευρωπαϊκής εμβέλειας, συντονισμένου δικτύου κέντρων παροχής συμβουλών – ιδίως στα κράτη μέλη όπου δεν υπάρχουν ακόμη τέτοια κέντρα – που θα ασχολούνται με ζητήματα ασφάλειας επιχειρηματικών πληροφοριών και τα οποία, παράλληλα με την αύξηση της συνειδητοποίησης του προβλήματος, θα έχουν ως αποστολή και την παροχή πρακτικής βοήθειας·

43.   φρονεί ότι είναι σκόπιμο να διοργανωθεί διεθνές συνέδριο για την προστασία της ιδιωτικής ζωής από την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα βήμα για ΜΚΟ από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και άλλα κράτη, όπου θα μπορέσουν να συζητηθούν διασυνοριακές και διεθνείς πτυχές και ο συντονισμός των τομέων δραστηριότητας και της δράσης·

44.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, στον Γενικό Γραμματέα και στην κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, και στις κυβερνήσεις και κοινοβούλια, των κρατών μελών και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας και του Καναδά.

(1)ΕΕ C 121 της 24.04.2001, σελ. 36.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.   Εισαγωγή:

1.1.   Αφορμή για τη σύσταση της Επιτροπής

Στις 5 Ιουλίου 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε τη σύσταση μιας προσωρινής επιτροπής για το σύστημα ECHELON. Αφορμή υπήρξε η συζήτηση για τη μελέτη που είχε ζητήσει η STOA(1) σχετικά με το σύστημα ECHELON(2), την οποία παρουσίασε ο συντάκτης της Duncan Campbell στα πλαίσια μίας ακρόασης της Επιτροπής Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων για το θέμα “Ευρωπαϊκή Ένωση και Προστασία Δεδομένων”.

1.2.   Οι ισχυρισμοί που εμπεριέχονται στις δύο μελέτες της STOA σχετικά με την ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης με την ονομασία ECHELON

1.2.1. Η πρώτη έκθεση της STOA του 1997

Σε μία έκθεση, την οποία είχε ζητήσει η STOA το 1997 για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από το ίδρυμα Omega Foundation με θέμα “Αξιολόγηση τεχνολογιών πολιτικού ελέγχου”, στο κεφάλαιο “Εθνικά και διεθνή δίκτυα παρακολούθησης επικοινωνιών” περιεχόταν και περιγραφή του ECHELON. Ο συντάκτης της μελέτης ισχυριζόταν εν προκειμένω, ότι η NSA (η Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας των ΗΠΑ) υποκλέπτει συστηματικά την επικοινωνία στην Ευρώπη που διενεργείται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τηλέφωνο και τηλεομοιοτυπία(3). Με την έκθεση αυτή, το ECHELON έγινε γνωστό σε ολόκληρη την Ευρώπη ως ένα σύστημα παρακολούθησης ευρέος φάσματος.

1.2.2. Οι εκθέσεις της STOA του 1999

Για την καλύτερη ενημέρωσή της για τα εν λόγω ζητήματα, η STOA ζήτησε το 1999 τη διεξαγωγή μίας μελέτης αποτελούμενης από πέντε μέρη, η οποία ασχολείται με την “ανάπτυξη τεχνολογιών παρακολούθησης και τους κινδύνους της κατάχρησης πληροφοριών οικονομικού περιεχομένου”. Ο τόμος 2/5, που συντάχθηκε από τον Duncan Campbell, ήταν αφιερωμένος στην εξέταση των δυνατοτήτων των υπηρεσιών πληροφοριών και ιδίως στον τρόπο λειτουργίας του ECHELON.(4)

Μεγάλη αναστάτωση προκάλεσε ο ισχυρισμός, ότι το ECHELON έχει ξεφύγει από τον αρχικό του σκοπό, που ήταν η άμυνα κατά του Ανατολικού Συνασπισμού, και σήμερα χρησιμοποιείται ως μέσο οικονομικής κατασκοπείας. Η θέση αυτή ενισχύεται στην έκθεση με την παράθεση παραδειγμάτων υποτιθέμενης οικονομικής κατασκοπείας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι οι εταιρίες Airbus και Thomson CFS έχουν υποστεί ζημία. Ο Campbell στηρίζεται επί του προκειμένου σε δημοσιεύματα του αμερικανικού τύπου.

Ως αποτέλεσμα της έκθεσης της STOA, το ECHELON συζητήθηκε σχεδόν στο σύνολο των κοινοβουλίων των κρατών μελών και μάλιστα στη Γαλλία και το Βέλγιο συντάχθηκαν σχετικές εκθέσεις.(5)

1.3.   Η εντολή της Επιτροπής

Συγχρόνως με την απόφαση σχετικά με τον διορισμό μιας επιτροπής με χρονικά περιορισμένη διάρκεια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσδιόρισε και την εντολή της(6), δηλαδή ανέθεσε στην προσωρινή επιτροπή

“-   να διερευνήσει την ύπαρξη ενός συστήματος παρακολούθησης επικοινωνιών με την ονομασία ECHELON, η δραστηριότητα του οποίου περιγράφεται στην έκθεση της STOA σχετικά με την ανάπτυξη τεχνολογίας παρακολούθησης και τους κινδύνους από την κατάχρηση πληροφοριών οικονομικού περιεχομένου,

-   να αξιολογήσει τη συμβατότητα ενός τέτοιου συστήματος με το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως με το άρθρο 286 της συνθήκης ΕΚ καθώς και τις οδηγίες 95/46/ΕΚ και 97/66/ΕΚ και το άρθρο 6 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων ερωτημάτων:

- Προστατεύονται τα δικαιώματα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις ενέργειες των υπηρεσιών πληροφοριών;
- Η κρυπτογράφηση προσφέρει προσήκουσα και επαρκή προστασία για την εγγύηση της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, ή πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα, και αν ναι, τι είδους μέτρα;
- Πώς μπορούν να επισημανθούν καλύτερα στα όργανα της ΕΕ οι κίνδυνοι αυτών των μεθόδων, και ποια μέτρα δύνανται να ληφθούν;

-   να διαπιστώσει αν η ευρωπαϊκή βιομηχανία κινδυνεύει λόγω της παγκόσμιας παρακολούθησης πληροφοριών

-   ενδεχομένως, την υποβολή προτάσεων για πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες.”

1.4.   Για ποιο λόγο δεν συστάθηκε εξεταστική επιτροπή;

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τάχθηκε υπέρ της σύστασης προσωρινής επιτροπής, διότι ο διορισμός εξεταστικής επιτροπής προβλέπεται στα πλαίσια της συνθήκης ΕΚ (άρθρο 193 συνθήκη ΕΚ) μόνον όταν πρόκειται για τον έλεγχο παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, και συνεπώς η εξεταστική επιτροπή μπορεί να ασχοληθεί μόνον με θέματα που ρυθμίζονται σε αυτό. Τα θέματα που υπάγονται στο άρθρο 5 (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας) και 6 συνθήκη ΕΕ (Αστυνομία και δικαστική συνεργασία σε ποινικές αποφάσεις) εξαιρούνται. Πέραν τούτου, οι ιδιαίτερες εξουσίες της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με την κλήση για εξέταση και τη λήψη γνώσης εγγράφων υφίστανται κατά τη διοργανική απόφαση(7) τότε μόνον, αν δεν υπάρχουν αντίθετοι προς αυτές λόγοι απορρήτου ή δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας, που σε κάθε περίπτωση αποκλείουν την κλήση των μυστικών υπηρεσιών προς εξέταση. Επίσης, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να διευρύνει τις εργασίες της σε τρίτες χώρες, διότι αυτές εξ ορισμού δεν μπορούν να παραβιάσουν το δίκαιο της ΕΕ. Η σύσταση εξεταστικής επιτροπής θα σήμαινε συνεπώς μόνον έναν περιορισμό ως προς το περιεχόμενο, δίχως να συνεπάγεται πρόσθετα δικαιώματα, και γι' αυτό το λόγο απορρίφθηκε από την πλειοψηφία των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

1.5.   Η μέθοδος και το σχέδιο εργασίας

Προκειμένου να καλύψει πλήρως και καθ' ολοκληρία την εντολή της, η επιτροπή επέλεξε την ακόλουθη μεθοδολογία. Σε ένα πρόγραμμα εργασίας, που προτάθηκε από τον εισηγητή και έγινε αποδεκτό από την επιτροπή, υπήρχε μία λίστα των παρακάτω σχετικών θεμάτων: 1. Βέβαια γνώση σχετικά με το ECHELON, 2. Διάλογος σε κοινοβουλευτικό και κυβερνητικό επίπεδο, 3. Υπηρεσίες πληροφοριών και δράση τους, 4. Συστήματα επικοινωνίας και η δυνατότητα παρακολούθησης τους, 5. Κρυπτογράφηση, 6. Οικονομική κατασκοπεία, 7. Στόχοι κατασκοπείας και μέτρα προστασίας, 8. Νομικό πλαίσιο και προστασία της ιδιωτικής ζωής του ατόμου και 9. Συνέπειες για τις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ. Τα θέματα συζητήθηκαν διαδοχικά στις επιμέρους συνεδριάσεις, ενώ η σειρά καθορίστηκε βάσει πρακτικών κριτηρίων και συνεπώς δεν υποδήλωνε κάποια αξιολόγηση των επιμέρους βασικών θεμάτων. Για την προετοιμασία των επιμέρους συνεδριάσεων, ο εισηγητής επεξεργαζόταν συστηματικά και αξιολογούσε το υφιστάμενο υλικό. Στις συνεδριάσεις προσκαλούνταν στη συνέχεια, ανάλογα με τις απαιτήσεις του εκάστοτε βασικού θέματος, εκπρόσωποι των εθνικών διοικήσεων (ιδίως των μυστικών υπηρεσιών) και των κοινοβουλίων με την ιδιότητά τους ως οργάνων ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών, επίσης νομικοί εμπειρογνώμονες και εμπειρογνώμονες σε θέματα επικοινωνιακής τεχνολογίας και τεχνικής παρακολούθησης, ασφάλειας επιχειρήσεων και τεχνικής κρυπτογράφησης, ως εκπρόσωποι της επιστήμης και της πράξης. Επίσης, έγινε ακρόαση δημοσιογράφων, οι οποίοι είχαν διερευνήσει το θέμα αυτό. Οι συνεδριάσεις ήταν κατά κανόνα δημόσιες, διεξάγονταν όμως κάποιες φορές κεκλεισμένων των θυρών, όταν αυτό κρινόταν σκόπιμο για λόγους άντλησης πληροφοριών. Πέραν τούτου, ο πρόεδρος της επιτροπής και ο εισηγητής μετέβησαν στο Λονδίνο και το Παρίσι για να συναντήσουν εκεί πρόσωπα, τα οποία για διάφορους λόγους δεν ήταν σε θέση να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής, η συμπερίληψη των οποίων όμως στις εργασίες της επιτροπής κρινόταν σκόπιμη. Για τους ίδιους λόγους ο πρόεδρος της επιτροπής, οι συντονιστές και ο εισηγητής μετέβησαν στις ΗΠΑ. Επίσης, ο εισηγητής προέβη σε πολυάριθμες, εν μέρει εμπιστευτικές κατ' ιδίαν συζητήσεις.

1.6.   Οι ιδιότητες που αποδίδονται στο ECHELON

Το σύστημα παρακολούθησης που ονομάζεται “ECHELON” διαφέρει από άλλα συστήματα των υπηρεσιών πληροφοριών λόγω δύο χαρακτηριστικών του: Πρώτον, στο σύστημα αυτό αποδίδεται η δυνατότητα για μια, τρόπον τινά, απόλυτη παρακολούθηση. Υποστηρίζεται ότι μπορεί κανείς, κυρίως με τη βοήθεια δορυφορικών σταθμών λήψης και κατασκοπευτικών δορυφόρων, να υποκλέψει οποιαδήποτε πληροφορία που μεταβιβάζεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, μέσω τηλεφώνου, τηλεομοιοτυπίας, διαδικτύου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου της.

Ως δεύτερο χαρακτηριστικό του ECHELON που αναφέρεται είναι ότι το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργεί με τη συνεργασία αρκετών κρατών (του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας), γεγονός που του προσδίδει προστιθέμενη αξία σε σχέση με τα εθνικά συστήματα: τα κράτη που συμμετέχουν στο σύστημα ECHELON (κράτη UKUSA(8)) μπορούν να θέτουν το ένα στη διάθεση του άλλου τις εγκαταστάσεις παρακολούθησης, να καλύπτουν από κοινού τις δαπάνες και να αξιοποιούν από κοινού τις πληροφορίες που αποκτούν. Η διεθνής αυτή συνεργασία είναι απαραίτητη ειδικά για την παρακολούθηση δορυφορικών συστημάτων τηλεπικοινωνίας σε παγκόσμια κλίμακα, επειδή μόνο έτσι είναι δυνατό να λαμβάνονται οι πληροφορίες και των δύο συνομιλητών. Είναι προφανές ότι οι σταθμοί δορυφορικής λήψης, εξαιτίας του μεγέθους τους, δεν είναι δυνατόν να εγκατασταθούν στην επικράτεια ενός κράτους χωρίς τη συναίνεσή του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση απαιτείται η αμοιβαία συναίνεση και συνεργασία περισσότερων κρατών που θα βρίσκονται σε διάφορα σημεία του πλανήτη.

Ωστόσο, δεν πρέπει να βλέπουμε την απειλή που συνιστά το ECHELON μόνο στο ότι είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό σύστημα παρακολούθησης, αλλά και στο γεγονός ότι δρα μέσα σε ένα χώρο που στερείται δικαίου. Μέσω ενός συστήματος διεθνούς παρακολούθησης σαν το ECHELON, στις περισσότερες περιπτώσεις η παρακολούθηση ενός κράτους δεν θα έπληττε τους κατοίκους του ίδιου του κράτους. Κατά συνέπεια, το θύμα της παρακολούθησης, ως αλλοδαπός, δεν διαθέτει κανενός είδους νομική προστασία εντός της χώρας και κατά συνέπεια το θύμα βρίσκεται απόλυτα στο έλεος του συγκεκριμένου συστήματος. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος στον εν λόγω τομέα είναι επίσης ανεπαρκής, εφ' όσον οι ψηφοφόροι, οι οποίοι θεωρούν δεδομένο ότι δεν πλήττονται οι ίδιοι αλλά “μόνο” άτομα που βρίσκονται στο εξωτερικό, δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το ζήτημα αυτό, ενώ οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί τους φροντίζουν πρώτα απ' όλα για όσα ενδιαφέρουν τους ψηφοφόρους τους. Έτσι, δεν προξενεί επίσης έκπληξη το γεγονός ότι οι ακροάσεις που γίνονται στο αμερικανικό Κογκρέσο σχετικά με τις δραστηριότητες της NSA περιορίζονται απλώς στο ερώτημα αν πλήττονται από αυτό και Αμερικανοί πολίτες, ενώ αντίθετα αυτή καθ' εαυτή η ύπαρξη ενός τέτοιου συστήματος δεν προξενεί καμία αγανάκτηση. Έτσι αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία η εξέταση του θέματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

2.   Οι δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού

2.1.   Εισαγωγή

Οι περισσότερες κυβερνήσεις για την εγγύηση της ασφάλειας της χώρας τους, διαθέτουν εκτός από αστυνομία και υπηρεσίες πληροφοριών. Καθώς η δράση τους είναι συνήθως μυστική, οι υπηρεσίες αυτές ονομάζονται και μυστικές. Οι εν λόγω υπηρεσίες χρησιμεύουν

- στην άντληση πληροφοριών για τη διατήρηση της εθνικής ασφάλειας
- στην αντικατασκοπία γενικότερα
- στην αντιμετώπιση κινδύνων που θα μπορούσαν να απειλήσουν τις ένοπλες δυνάμεις
- στην άντληση πληροφοριών σχετικά με τα διαδραματιζόμενα στην αλλοδαπή

2.2.   Τι είναι κατασκοπεία;

Οι κυβερνήσεις έχουν ανάγκη συστηματικής συλλογής και αξιολόγησης πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένα δρώμενα σε άλλες χώρες. Πρόκειται για βασικά στοιχεία για τη λήψη αποφάσεων στους τομείς της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής κλπ. Για το λόγο αυτό, διατηρούν υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού. Οι υπηρεσίες αυτές αξιολογούν καταρχήν πληροφορίες, οι οποίες είναι προσιτές στο κοινό. Σύμφωνα με καταθέσεις, που έχει υπόψη του ο εισηγητής, αυτό αποτελεί κατά μέσο όρο τουλάχιστο το 80% της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών.(9) Όμως οι ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες των προαναφερόμενων τομέων τηρούνται από τις κυβερνήσεις ή τις εταιρίες μυστικές, και για το λόγο αυτό δεν είναι προσπελάσιμες από το κοινό. Όποιος παρόλα αυτά θέλει να τις αποκτήσει, πρέπει να τις κλέψει. Κατασκοπεία δεν είναι άλλο παρά η οργανωμένη κλοπή πληροφοριών.

2.3.   Στόχοι της κατασκοπείας

Οι συνήθεις στόχοι της κατασκοπείας είναι τα στρατιωτικά μυστικά, άλλα κυβερνητικά μυστικά ή πληροφορίες σχετικά με τη σταθερότητα ή τον κίνδυνο κυβερνήσεων. Αυτό αφορά π.χ. σε νέα οπλικά συστήματα, στρατιωτικές στρατηγικές ή πληροφορίες σχετικά με στρατιωτικές βάσεις. Οι πληροφορίες σχετικά με επικείμενες αποφάσεις στην εξωτερική πολιτική, τη νομισματική πολιτική ή οι εμπιστευτικές πληροφορίες στρατολογημένων προσώπων σχετικά με εντάσεις στο εσωτερικό μιας κυβέρνησης είναι επίσης σημαντικές. Πέραν αυτών, υπάρχει και ενδιαφέρον για πληροφορίες οικονομικής σημασίας. Σε αυτές συγκαταλέγονται, εκτός από τις πληροφορίες που αφορούν στους επιμέρους εμπορικούς κλάδους, και οι λεπτομέρειες σχετικά με νέες τεχνολογίες ή επαφές με την αλλοδαπή.

2.4.   Μέθοδοι κατασκοπείας

Κατασκοπεία είναι η δημιουργία πρόσβασης σε πληροφορίες, τις οποίες ο κάτοχός τους ουσιαστικά θέλει να προστατέψει από την πρόσβαση ξένων σε αυτές. Συνεπώς, η προστασία πρέπει να υπερκεραστεί και να παραβιαστεί. Αυτό συμβαίνει τόσο στην πολιτική κατασκοπεία όσο και στην οικονομική. Για το λόγο αυτό, σε αμφότερους τους τομείς τίθενται τα ίδια προβλήματα και εφαρμόζονται οι ίδιες τεχνικές κατασκοπείας. Από λογική άποψη δεν υπάρχει καμία διαφορά, απλώς το επίπεδο προστασίας είναι στην οικονομία συνήθως μικρότερο και συνεπώς η οικονομική κατασκοπεία είναι καμιά φορά ευκολότερο να πραγματοποιηθεί. Ιδίως, η συνείδηση του κινδύνου κατά την χρήση μέσων επικοινωνίας που δύνανται να παρακολουθηθούν, στην οικονομία είναι συνήθως μειωμένη σε σχέση με ότι ισχύει για το κράτος σε εμπιστευτικούς τομείς.

2.4.1. Η συμμετοχή ανθρώπων στην κατασκοπεία

Η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών οργανώνεται πάντοτε κατά τον ίδιο τρόπο:

Μόνο λίγα, επιλεγμένα πρόσωπα έχουν πρόσβαση στις εμπιστευτικές πληροφορίες
Για τη διάθεση των πληροφοριών αυτών υπάρχουν απαραβίαστοι κανόνες
Οι πληροφορίες δεν εξέρχονται κατά κανόνα από την περιοχή προστασίας, και αν αυτό συμβεί, τότε μόνον κατά τρόπο ασφαλή ή κρυπτογραφημένο. Για το λόγο αυτό, η οργανωμένη κατασκοπεία επιδιώκει καταρχήν να αποκτήσει άμεση, και χωρίς διαμεσολαβητές, πρόσβαση στις επιθυμητές πληροφορίες (η λεγόμενη human intelligence). Πρόκειται για
Πρόσωπα της ίδιας της υπηρεσίας ή επιχείρησης (πράκτορες), που διεισδύουν,
Για στρατολογημένα πρόσωπα από τον ίδιο χώρο

Τα στρατολογημένα πρόσωπα εργάζονται για ξένες επιχειρήσεις ή εταιρίες συνήθως για τους παρακάτω λόγους:

Σεξουαλική αποπλάνηση
Δωροδοκία με χρήματα ή άλλου είδους παροχές
Εκβιασμό
Αναφορά σε ιδεολογίες
Απόδοση μιας ιδιαίτερης σημασίας ή τιμής (επίκληση ανικανοποίητων αισθημάτων και αισθημάτων μειονεξίας)

Ειδική περίπτωση αποτελεί η μέθοδος εκμαίευσης πληροφοριών κατά την οποία υπό φαινομενικά αθώες περιστάσεις (συζητήσεις στο περιθώριο συνελεύσεων, σε ειδικά συνέδρια, στα μπαρ ξενοδοχείων) οι συνεργάτες υπηρεσιών, εταιριών κλπ. παραπλανούνται, με επίκληση στη ματαιοδοξία τους κλπ., ώστε να προβούν σε αποκαλύψεις.

Η συμμετοχή προσώπων έχει το πλεονέκτημα της άμεσης πρόσβασης στις επιθυμητές πληροφορίες. Έχει όμως και μειονεκτήματα:

η αντικατασκοπία επικεντρώνεται πάντοτε σε πρόσωπα ή πράκτορες
σε στρατολογημένα άτομα, οι αδυναμίες που αποτέλεσαν το βασικό λόγο της στρατολόγησης μπορεί να αποδεχθούν μοιραίες
οι άνθρωποι κάνουν πάντα λάθη και ως εκ τούτου βρίσκονται κάποτε εμπλεκόμενοι σε θέματα αντικατασκοπίας

Για το λόγο αυτό γίνεται η προσπάθεια, να αντικατασταθεί, όπου είναι δυνατό, η χρησιμοποίηση πρακτόρων ή στρατολογημένων ατόμων από έναν ανώνυμο και ανεξάρτητο από πρόσωπα τρόπο κατασκοπείας. Το πιο απλό είναι εν προκειμένω η αποτίμηση ραδιοσημάτων που εκπέμπονται από εγκαταστάσεις ή οχήματα στρατιωτικής σημασίας.

2.4.2. Η αποτίμηση ηλεκτρομαγνητικών σημάτων

Η πλέον γνωστή στο κοινό μορφή κατασκοπείας με τεχνικά μέσα είναι η χρησιμοποίηση της δορυφορικής φωτογράφησης. Πέραν αυτής όμως, αναχαιτίζονται και αποτιμούνται κάθε είδους ηλεκτρομαγνητικά σήματα (η λεγόμενη signal intelligence, SIGNINT).

Ηλεκτρομαγνητικά σήματα που δεν εξυπηρετούν τις επικοινωνίες

Κάποια ηλεκτρομαγνητικά σήματα, π.χ. οι εκπομπές σταθμών ραντάρ, μπορεί να προσφέρουν στον στρατιωτικό τομέα πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση της αεροπορικής άμυνας του αντιπάλου (η λεγόμενη electronic intelligence, ELINT). Επίσης, οι ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές, που μπορούν να δώσουν πληροφορίες σχετικά με τη θέση ομάδων, αεροπλάνων, πλοίων ή υποβρυχίων, αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τις μυστικές υπηρεσίες. Επίσης έχει σημασία η παρακολούθηση κατασκοπευτικών δορυφόρων απεικόνισης, που ανήκουν σε άλλες χώρες, όπως και η εγγραφή ή η αποκωδικοποίηση των σημάτων τους.

Τα σήματα λαμβάνονται από σταθερούς σταθμούς, από χαμηλά περιφερόμενους δορυφόρους ή από οιονεί γεωστατικούς δορυφόρους SIGINT. Αυτό το μέρος της δραστηριότητας των μυστικών υπηρεσιών, που σχετίζεται με ηλεκτρομαγνητικά σήματα, καλύπτει ένα σημαντικό μέρος των δυνατοτήτων παρακολούθησης των υπηρεσιών αυτών, δίχως όμως να εξαντλούνται τα τεχνικά μέσα.

Η αποτίμηση αναχαιτισθείσας επικοινωνίας

Οι υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού πολλών χωρών υποκλέπτουν τις στρατιωτικές και διπλωματικές επικοινωνίες άλλων κρατών. Κάποιες από τις υπηρεσίες αυτές παρακολουθούν μάλιστα, στο βαθμό που έχουν πρόσβαση, και τις πολιτικές επικοινωνίες άλλων κρατών. Σε αρκετές χώρες, οι υπηρεσίες έχουν το δικαίωμα να παρακολουθούν και την επικοινωνία που εισέρχεται στη χώρα ή εξέρχεται από αυτή. Στα δημοκρατικά κράτη, η παρακολούθηση της επικοινωνίας των ιδίων πολιτών από τις υπηρεσίες πληροφοριών υπόκειται σε συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους και ελέγχους. Οι εθνικές νομοθεσίες προστατεύουν όμως κατά κανόνα μόνον τους πολίτες και τα λοιπά πρόσωπα που διαμένουν στο έδαφος της δικής τους χώρας (βλ. κεφάλαιο 8).

2.5.   Η δραστηριότητα ορισμένων υπηρεσιών πληροφοριών

Η δημόσια συζήτηση πυροδοτήθηκε κυρίως από τις δραστηριότητες παρακολούθησης των αμερικανικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Η κριτική επικεντρώνεται στην παρακολούθηση και αποτίμηση επικοινωνίας (ήχος, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Για να γίνει πολιτική αποτίμηση, απαιτείται ένα μέτρο, βάσει του οποίου να μπορεί να αξιολογηθεί η δραστηριότητα αυτή. Ως μέτρο σύγκρισης προσφέρεται η δραστηριότητα παρακολούθησης των μυστικών υπηρεσιών στην ΕΕ. Ο παρακάτω πίνακας 1 προσφέρει μία συνοπτική εικόνα. Από αυτόν προκύπτει, ότι η παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας από υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα των αμερικανικών ή βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών.

Χώρα

επικοινωνίες εξωτερικού

κρατικές επικοινωνίες

πολιτικές επικοινωνίες

Βέλγιο

+

+

-   

Δανία

+

+

+

Φιλανδία

+

+

+

Γαλλία

+

+

+

Γερμανία

+

+

+

Ελλάδα

+

+

-   

Ιρλανδία

-   

-   

-   

Ιταλία

+

+

+

Λουξεμβούργο

-   

-   

-   

Ολλανδία

+

+

+

Αυστρία

+

+

-   

Πορτογαλία

+

+

-   

Σουηδία

+

+

+

Ισπανία

+

+

+

Ηνωμένο Βασίλειο

+

+

+

ΗΠΑ

+

+

+

Καναδάς

+

+

+

Αυστραλία

+

+

+

Νέα Ζηλανδία

+

+

+

Πίνακας 1: Δραστηριότητα παρακολούθησης των υπηρεσιών πληροφοριών της ΕΕ και των χωρών UKUSA

Όπου οι επιμέρους στήλες υποδηλώνουν:

Στήλη 1: η εκάστοτε χώρα

Στήλη 2: επικοινωνίες εξωτερικού· περιλαμβάνει τόσο τις επικοινωνίες προς το εξωτερικό όσο και από το εξωτερικό, τόσο για πολιτικές, όσο και στρατιωτικές ή διπλωματικές.(10)

Στήλη 3: κρατικές επικοινωνίες (στρατός, πρεσβείες κλπ.)

Στήλη 4: πολιτικές επικοινωνίες

"+" σημαίνει ότι γίνεται παρακολούθηση επικοινωνιών

"-" σημαίνει ότι δεν γίνεται παρακολούθηση επικοινωνιών

3.   Τεχνικοί περιορισμοί για την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών

3.1.   Η δυνατότητα παρακολούθησης διαφόρων φορέων επικοινωνιών

Για την εξ αποστάσεως επικοινωνία μεταξύ ατόμων, απαιτείται ένας φορέας επικοινωνίας. Αυτός μπορεί να είναι:

- Αέρας (ήχος)
- Φως (συσκευή οπτικών σημάτων μορς, καλώδια οπτικών ινών)
- Ηλεκτρικό ρεύμα (τηλέγραφος, τηλέφωνο)
- Ηλεκτρομαγνητικό κύμα (ραδιοεπικοινωνίες στις πιο ετερόκλητες μορφές τους)

Ένα τρίτο πρόσωπο που αποκτά πρόσβαση στον φορέα της επικοινωνίας, μπορεί να την υποκλέψει. Η πρόσβαση μπορεί να είναι εύκολη ή δύσκολη, να είναι δυνατή από οποιονδήποτε τόπο ή μόνο από συγκεκριμένες θέσεις. Στη συνέχεια εξετάζονται δύο ακραίες περιπτώσεις: αφ’ ενός οι τεχνικές δυνατότητες ενός επιτόπιου κατασκόπου και αφ’ ετέρου οι δυνατότητες ενός συστήματος παρακολούθησης που λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα.

3.2.   Οι δυνατότητες της επιτόπιας παρακολούθησης(11)

Οποιαδήποτε επικοινωνία μπορεί να υποκλαπεί επί τόπου, εφ’ όσον αυτός που κάνει την παρακολούθηση είναι αποφασισμένος να παραβεί το νόμο και το θύμα της παρακολούθησης δεν λαμβάνει μέτρα προστασίας.

-    Οι συνομιλίες σε κλειστούς χώρους μπορούν να υποκλαπούν με την τοποθέτηση μικροφώνων (των λεγόμενων κοριών) ή με την σάρωση των δονήσεων των υαλοπινάκων των παραθύρων με την βοήθεια λέιζερ.
-    Οι οθόνες εκπέμπουν ακτινοβολία, η οποία μπορεί να συλλεχθεί έως και σε απόσταση 30 μέτρων. Έτσι γίνεται ορατό το περιεχόμενο μιας οθόνης.
-    Το τηλέφωνο, η τηλεομοιοτυπία και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μπορούν να υποκλαπούν, εάν αυτός που κάνει την παρακολούθηση διασυνδεθεί λαθραία με τα καλώδια που εξέρχονται από το εκάστοτε κτίριο.
- Ένα κινητό τηλέφωνο μπορεί να υποκλαπεί, έστω κι αν τεχνικά αυτό είναι πολύ δαπανηρό, όταν ο σταθμός παρακολούθησης βρίσκεται στην ίδια κυψέλη (διάμετρος 300 μέτρα στην πόλη, 30 χιλιόμετρα στην ύπαιθρο).
- Οι ιδιωτικές ραδιοεπικοινωνίες VHF μπορούν να υποκλαπούν εντός της εμβέλειας του ασυρμάτου VHF.

Οι συνθήκες για την χρήση τεχνικών μέσων κατασκοπείας επί τόπου είναι βέλτιστες, διότι οι ενέργειες παρακολούθησης μπορούν να περιοριστούν σε ένα πρόσωπο-στόχο ή αντικείμενο-στόχο και πρακτικά μπορεί να καλυφθεί σχεδόν κάθε είδος επικοινωνίας. Μειονέκτημα αποτελεί μόνον κάποιος σχετικός κίνδυνος ανακάλυψης κατά την τοποθέτηση “κοριών” ή της λαθραίας σύνδεσης στα καλώδια.

3.3.   Οι δυνατότητες ενός συστήματος παρακολούθησης που λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα

Για την διηπειρωτική επικοινωνία υπάρχουν σήμερα διάφοροι φορείς επικοινωνίας για όλα τα είδη επικοινωνίας (συνομιλία, τηλεομοιοτυπία και μετάδοση δεδομένων). Οι δυνατότητες ενός συστήματος παρακολούθησης που δρα σε παγκόσμια κλίμακα περιορίζονται από δύο παράγοντες:

- Η περιορισμένη πρόσβαση στον φορέα της επικοινωνίας
- Η αναγκαιότητα επιλεκτικού φιλτραρίσματος της επιθυμητής επικοινωνίας από μια τεράστια ποικιλία επικοινωνιών που λαμβάνουν χώρα
3.3.1. Η πρόσβαση στους φορείς επικοινωνίας

Καλωδιακή επικοινωνία

Μέσω καλωδίων λαμβάνουν χώρα όλα τα είδη επικοινωνίας (συνομιλία, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μετάδοση δεδομένων). Η καλωδιακή επικοινωνία μπορεί να υποκλαπεί μόνο όταν είναι δυνατή η πρόσβαση στο καλώδιο. Η πρόσβαση σε κάθε περίπτωση είναι εφικτή στο άκρο μιας καλωδιακής σύνδεσης, όταν αυτό το άκρο βρίσκεται εντός της επικράτειας του κράτους που κάνει την παρακολούθηση. Εντός των κρατικών συνόρων μπορούν λοιπόν από τεχνική άποψη να υποκλαπούν όλα τα καλώδια, εφ’ όσον η παρακολούθηση επιτρέπεται από τον νόμο. Συνήθως όμως οι ξένες υπηρεσίες πληροφοριών δεν έχουν νόμιμη πρόσβαση σε καλώδια που βρίσκονται εντός της επικράτειας άλλων κρατών. Παράνομα, στην καλύτερη περίπτωση μπορούν να πραγματοποιήσουν σημειακή πρόσβαση, ενώ υφίσταται σημαντικός κίνδυνος ανακάλυψης.

Διηπειρωτικές καλωδιακές συνδέσεις υλοποιήθηκαν από την εποχή του τηλέγραφου με την βοήθεια υποθαλάσσιων καλωδίων. Η πρόσβαση σε αυτά τα καλώδια είναι πάντοτε εφικτή στο σημείο όπου αυτά εξέρχονται πάλι από το νερό. Σε περίπτωση συνεργασίας πολλών κρατών σε μια ομάδα παρακολούθησης, υπάρχει πρόσβαση σε όλα τα άκρα των καλωδιακών συνδέσεων τα οποία υπάρχουν σε αυτά τα κράτη. Το γεγονός αυτό διαδραμάτισε σημαντικό ιστορικό ρόλο, διότι το σημείο όπου τόσο τα υποθαλάσσια τηλεγραφικά καλώδια, όσο και τα πρώτα υποθαλάσσια τηλεφωνικά ομοαξονικά καλώδια μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής εξέρχονταν από το νερό, βρισκόταν στην Νέα Γη (Newfoundland, στην καναδική επικράτεια), ενώ οι συνδέσεις με την Ασία διέρχονταν από την Αυστραλία, διότι απαιτούνταν ενδιάμεσοι ενισχυτές. Σήμερα τα καλώδια οπτικών ινών τοποθετούνται χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η τυχόν διαμόρφωση υποβρύχιων ορεινών τοπίων και χωρίς την ανάγκη ενδιάμεσων ενισχυτών, απ’ ευθείας χωρίς να γίνεται ενδιάμεση στάση στην Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία.

Στα ηλεκτρικά καλώδια μπορεί να γίνει παρείσφρηση και μεταξύ των δύο άκρων μιας σύνδεσης επαγωγικά (δηλ. ηλεκτρομαγνητικά με την βοήθεια ενός πηνίου που έρχεται σε επαφή με το καλώδιο) χωρίς να δημιουργηθεί απ’ ευθείας ηλεκτρικά αγώγιμη σύνδεση. Αυτό είναι επίσης δυνατόν να γίνει μέσω υποβρυχίων σε ηλεκτρικά υποθαλάσσια καλώδια, υπό ιδιαίτερα υψηλή δαπάνη μέσων και χρήματος. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιήθηκε από τις ΗΠΑ για την παρείσφρηση σε ένα συγκεκριμένο υποβρύχιο καλώδιο της ΕΣΣΔ, μέσω του οποίου διέρχονταν μη κρυπτογραφημένες διαταγές για τα ρωσικά πυρηνικά υποβρύχια. Η χρήση της τεχνικής αυτής προς κάλυψη εκτάσεων είναι απαγορευτική και μόνο για οικονομικούς λόγους.

Στις χρησιμοποιούμενες σήμερα οπτικές ίνες παλαιότερης γενιάς η επαγωγική παρείσφρηση είναι δυνατή μόνο στους ενδιάμεσους ενισχυτές. Σ’ αυτούς τους ενισχυτές το οπτικό σήμα μετατρέπεται σε ηλεκτρικό σήμα, το οποίο ενισχύεται και ξαναμετατρέπεται σε οπτικό σήμα. Τίθεται όμως το ερώτημα, για το πώς οι τεράστιες ποσότητες δεδομένων, οι οποίες θα μεταφερθούν από ένα τέτοιο καλώδιο από τον τόπο της παρακολούθησης στον τόπο αξιολόγησης, χωρίς να τοποθετηθεί ούτε ένα καλώδιο οπτικών ινών. Η χρήση ενός υποβρυχίου εξοπλισμένου με τις ανάλογες τεχνικές εγκαταστάσεις αξιολόγησης, εξ αιτίας της εξαιρετικής δαπάνης σε μέσα και χρήμα, προσφέρεται ως εναλλακτική δυνατότητα μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα κατά την διάρκεια πολέμου, για την υφαρπαγή στρατηγικών στρατιωτικών επικοινωνιών του εχθρού. Όσον αφορά στην παρακολούθηση ρουτίνας των διεθνών τηλεπικοινωνιών μέσω υποβρυχίων, η γνώμη του εισηγητή είναι ότι δεν αποτελεί ενδεχόμενη εναλλακτική λύση. Τα καλώδια οπτικών ινών νέας γενιάς χρησιμοποιούν λέιζερ ερβίου ως ενδιάμεσο ενισχυτή – η ηλεκτρομαγνητική διασύνδεση με σκοπό την παρακολούθηση σε αυτούς τους ενισχυτές δεν είναι πλέον δυνατή! Η παρακολούθηση σε τέτοιου είδους καλώδια οπτικών ινών μπορεί να γίνει μόνο στα άκρα της σύνδεσης.

Στην πρακτική του εφαρμογή, για την ομάδα παρακολούθησης των λεγόμενων χωρών UKUSA αυτό σημαίνει ότι στα πλαίσια εύλογων δαπανών μπορούν να υποκλέψουν μόνον στα άκρα των υποθαλάσσιων καλωδίων τα οποία καταλήγουν στην επικράτειά τους. Ουσιαστικά μπορούν λοιπόν να υφαρπάξουν μόνον καλωδιακές επικοινωνίες οι οποίες αφικνούνται ή φεύγουν από την χώρα τους! Αυτό σημαίνει, ότι η πρόσβασή τους στις καλωδιακές επικοινωνίες που εισέρχονται στην ή εξέρχονται από την χώρα στην Ευρώπη περιορίζεται στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου! Διότι οι επικοινωνίες εσωτερικού περιορίζονται μέχρι στιγμής στο καλωδιακό δίκτυο εσωτερικού. Με την ιδιωτικοποίηση των τηλεπικοινωνιών μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις – αυτές όμως είναι τμηματικές και μη προβλέψιμες!

Αυτό συνήθως ισχύει για το τηλέφωνο και την τηλεομοιοτυπία. Για την επικοινωνία μέσω του Διαδικτύου με καλώδια ισχύουν άλλοι περιορισμοί. Συνοψίζοντας μπορούν όμως να αναφερθούν οι παρακάτω περιορισμοί:

Η επικοινωνία στο Διαδίκτυο διεκπεραιώνεται μέσω πακέτων δεδομένων, όπου τα απευθυνόμενα σε ένα παραλήπτη πακέτα μπορούν να κινηθούν μέσω διαφορετικών διαδρομών εντός του δικτύου.
Στην αρχή της εποχής του Διαδικτύου χρησιμοποιούνταν τυχόν κενά στο ποσοστό κάλυψης του δημοσίου επιστημονικού δικτύου για την μεταβίβαση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Γι’ αυτό η πορεία ενός μηνύματος ήταν εντελώς απρόβλεπτη. Τα επί μέρους πακέτα κινούνταν μέσα από χαοτικές και μη προβλέψιμες διόδους. Η σημαντικότερη διεθνής σύνδεση εκείνη την εποχή ήταν το “επιστημονικό δίκτυο κορμού” μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής.
Με την εμπορευματοποίηση του Διαδικτύου και την εδραίωση των παροχέων υπηρεσιών Διαδικτύου προέκυψε στη συνέχεια και μια εμπορευματοποίηση του δικτύου. Οι παροχείς υπηρεσιών Διαδικτύου εκμεταλλεύονταν ή μίσθωναν δικά τους δίκτυα. Γι’ αυτό επιχείρησαν σε αυξημένο βαθμό να κρατήσουν την επικοινωνία εντός του δικού τους δικτύου, για να αποφύγουν την καταβολή τελών χρήσης σε άλλους χρήστες δικτύων. Η διαδρομή επομένως ενός πακέτου δεδομένων εντός του δικτύου δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το ποσοστό κίνησης του δικτύου, αλλά εξαρτάται επίσης και από παράγοντες κόστους.
Ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο αποστέλλεται από έναν πελάτη ενός παροχέα στον πελάτη ενός άλλου παροχέα, κατά κανόνα παραμένει στο εταιρικό δίκτυο, ακόμη και αν αυτή δεν είναι η γρηγορότερη διαδρομή. Υπολογιστές οι οποίοι αποφασίζουν σχετικά με την μεταφορά των πακέτων δεδομένων και οι οποίοι βρίσκονται στους κόμβους των δικτύων (οι λεγόμενοι “δρομολογητές”, ”router”), οργανώνουν την μετάβαση σε άλλα δίκτυα μέσα από συγκεκριμένα σημεία παράδοσης (τα λεγόμενα “σημεία διακλάδωσης”, ”switches”).
Κατά την περίοδο του επιστημονικού δικτύου κορμού, τα σημεία διακλάδωσης της παγκόσμιας επικοινωνίας του Διαδικτύου ήταν στις ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, οι κατά τόπους υπηρεσίες πληροφοριών είχαν πρόσβαση σε σημαντικό όγκο της ευρωπαϊκής επικοινωνίας του Διαδικτύου. Σήμερα η επικοινωνία του Διαδικτύου διεκπεραιώνεται κατά ένα μικρό μέρος μόνο μέσω των ΗΠΑ.(12)
Η ενδοευρωπαϊκή επικοινωνία διεκπεραιώνεται κατά μικρό μέρος μέσω ενός σημείου διακλάδωσης στο Λονδίνο, στο οποίο έχει πρόσβαση η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών GCHQ, δεδομένου ότι πρόκειται για επικοινωνίες εξωτερικού. Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας παραμένει εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Έτσι για παράδειγμα, περισσότερο από το 95% της γερμανικής επικοινωνίας μέσω Διαδικτύου διεκπεραιώνεται μέσα από ένα σημείο διακλάδωσης στην Φρανκφούρτη.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι χώρες UKUSA διαθέτουν πρόσβαση μόνο σε ένα πολύ περιορισμένο μέρος της καλωδιακής επικοινωνίας του Διαδικτύου.

Ραδιοεπικοινωνίες(13)

Η δυνατότητα παρακολούθησης των ραδιοεπικοινωνιών εξαρτάται από την εμβέλεια των χρησιμοποιούμενων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Εάν τα ραδιοκύματα της εκπομπής έχουν πορεία κατά μήκος της επιφάνειας της γης (τα λεγόμενα κύματα εδάφους ή επιφανείας), τότε η εμβέλειά τους είναι περιορισμένη και εξαρτάται από το είδος του τοπίου, από τα κτίσματα και τη βλάστηση. Εάν τα ραδιοκύματα μεταδίδονται προς το διάστημα (τα λεγόμενα έμμεσα ραδιοκύματα ή κύματα χώρου), τότε το κύμα χώρου, μετά από ανάκλαση σε στρώματα της ιονόσφαιρας, μπορεί να καλύψει σημαντικές αποστάσεις. Η εμβέλεια αυξάνεται σε σημαντικό βαθμό με πολλαπλές ανακλάσεις.

Η εμβέλεια εξαρτάται από το μήκος κύματος:

Τα κύματα πολύ χαμηλών συχνοτήτων και τα μακρά κύματα (3kHz – 300kHz) μεταδίδονται μόνο μέσω κύματος εδάφους, διότι το κύμα χώρου δεν ανακλάται. Έχουν μικρές εμβέλειες
Τα μεσαία κύματα (300kHz-3 MHz) διαδίδονται μέσω κύματος εδάφους και τη νύχτα επίσης μέσω κύματος χώρου. Έχουν μεσαίες εμβέλειες.
Τα βραχέα κύματα (3MHz-30 MHz) διαδίδονται κατά κύριο λόγο μέσω του κύματος χώρου και εξ αιτίας των πολλαπλών ανακλάσεων επιτρέπουν την παγκόσμια λήψη.
Τα κύματα πολύ υψηλών συχνοτήτων (30 MHz-300MHz) διαδίδονται μόνον ως κύμα εδάφους, διότι το κύμα χώρου δεν ανακλάται. Διαδίδονται κατά σχετικά ευθύγραμμο τρόπο, όπως το φως, και γι’ αυτό η εμβέλειά τους εξαρτάται λόγω της καμπυλότητας της γης από το ύψος των κεραιών του πομπού και του δέκτη. Ανάλογα με την ισχύ, έχουν εμβέλειες μέχρι και 100 χλμ. (στα κινητά τηλέφωνα περίπου 30 χλμ.).
Τα δεκατομετρικά κύματα και τα εκατοστομετρικά κύματα (30MHz-30 GHz) διαδίδονται περισσότερο από τα κύματα πολύ υψηλών συχνοτήτων οιονεί οπτικά. Μπορούν εύκολα να διαμορφωθούν σε δέσμες κυμάτων και επιτρέπουν κατευθυντικές μεταδόσεις με χαμηλή ισχύ (εδαφοπαγείς κατευθυντικές ραδιοζεύξεις). Η λήψη τους γίνεται μόνο με κεραία η οποία βρίσκεται πολύ κοντά και παράλληλα προς την διαδρομή των κυμάτων της κατευθυντικής ραδιοζεύξης ή βρίσκεται εντός της διαδρομής των κυμάτων της κατευθυντικής ραδιοζεύξης ή στην προέκτασή της.

Τα μακρά και τα μεσαία κύματα χρησιμοποιούνται μόνο σε πομπούς ραδιοφωνικών σταθμών, ραδιοφάρους, κ.λπ. Οι στρατιωτικές και πολιτικές ραδιοεπικοινωνίες λαμβάνουν χώρα μέσω βραχέων κυμάτων και προ πάντων μέσω κυμάτων πολύ υψηλών συχνοτήτων και δεκατομετρικών/εκατοστομετρικών κυμάτων.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ένα σύστημα παρακολούθησης επικοινωνιών που δρα σε παγκόσμια κλίμακα, μπορεί να χρησιμοποιήσει μόνο τις ραδιοεπικοινωνίες των βραχέων κυμάτων. Σε όλα τα άλλα είδη ραδιoεπικοινωνιών ο σταθμός παρακολούθησης θα πρέπει να βρίσκεται σε απόσταση 100 χλμ. ή και μικρότερη (π.χ. σε ένα πλοίο ή σε μια πρεσβεία).

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι χώρες UKUSA έχουν πρόσβαση με επίγειους σταθμούς παρακολούθησης μόνο σε ένα πολύ περιορισμένο τμήμα των ραδιοεπικοινωνιών.

Επικοινωνίες που μεταδίδονται με γεωστατικούς τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους(14)

Τα δεκατομετρικά και εκατοστομετρικά κύματα όπως προαναφέρθηκε μπορούν να συμπτυχθούν εύκολα σε λεπτές δέσμες για κατευθυντικές ραδιοζεύξεις. Εάν δημιουργήσει κανείς μια κατευθυντική ραδιοζεύξη με έναν στατικό τηλεπικοινωνιακό δορυφόρο υψηλής τροχιάς, ο οποίος λαμβάνει τα σήματα της κατευθυντικής ραδιοζεύξης, τα μετατρέπει και τα επανεκπέμπει στη γη, μπορεί έτσι χωρίς την χρήση καλωδίων να καλύψει μεγάλες αποστάσεις. Η εμβέλεια μιας τέτοιας σύνδεσης περιορίζεται ουσιαστικά μόνο από το γεγονός ότι ο δορυφόρος δεν μπορεί να λαμβάνει και να εκπέμπει παρακάμπτοντας την υδρόγειο σφαίρα. Ως εκ τούτου, για να εξασφαλιστεί η παγκόσμια κάλυψη χρησιμοποιούνται περισσότεροι δορυφόροι (σχετικές λεπτομέρειες στο κεφάλαιο 4). Εάν οι χώρες UKUSA διατηρούν σταθμούς παρακολούθησης στις απαραίτητες περιοχές του πλανήτη, κατ’ αρχήν είναι σε θέση να υποκλέψουν το σύνολο των διακινούμενων μέσα από τέτοιους δορυφόρους επικοινωνιών τηλεφωνίας, τηλεομοιοτυπίας και μετάδοσης δεδομένων.

Οι δυνατότητες παρακολούθησης από αεροπλάνα και πλοία

Είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό ότι τα ειδικά αεροσκάφη του τύπου AWACS χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό άλλων αεροσκαφών. Το ραντάρ αυτών των σκαφών διαθέτει ένα σύστημα εντοπισμού για την ταυτοποίηση αναγνωρισθέντων στόχων, το οποίο είναι σε θέση να εντοπίζει, να ταξινομεί και να συσχετίζει ηλεκτρονικές εκπομπές με επαφές ραντάρ. Δεν υπάρχει ειδική δυνατότητα παρακολούθησης σημάτων (SIGNINT)(15). Αντιθέτως, το κινούμενο με χαμηλές ταχύτητες κατασκοπευτικό αεροσκάφος του αμερικανικού ναυτικού EP-3, διαθέτει δυνατότητες παρακολούθησης μικροκυμάτων, κυμάτων πολύ υψηλών συχνοτήτων Υ, όπως επίσης και βραχέων κυμάτων. Τα σήματα αξιολογούνται άμεσα πάνω στο αεροσκάφος, το οποίο είναι για καθαρά στρατιωτική χρήση(16).

Πέραν αυτού χρησιμοποιούνται και ναυτικά σκάφη επιφανείας, όπως επίσης και υποβρύχια σκάφη για παράκτιες αποστολές κοντά στα κράτη-στόχους προς παρακολούθηση των στρατιωτικών ραδιοεπικοινωνιών(17).

Οι δυνατότητες παρακολούθησης από κατασκοπευτικούς δορυφόρους

Τα ραδιοκύματα, εφ’ όσον δεν διαμορφώνονται με την βοήθεια αντίστοιχων κεραιών σε δέσμες, εκπέμπουν προς όλες τις κατευθύνσεις, δηλαδή και προς το διάστημα. Δορυφόροι Παρακολούθησης Σημάτων (Signal Intelligence Satellites) κινούμενοι σε χαμηλές τροχιές είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τον προς αναγνώριση πομπό μόνο για λίγα λεπτά κάθε φορά. Σε πυκνοκατοικημένες, υψηλής βιομηχανικής ανάπτυξης περιοχές, εξ αιτίας της μεγάλης συγκέντρωσης πομπών της ίδιας συχνότητας η παρακολούθηση δυσχεραίνεται σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε είναι δύσκολο να φιλτραριστούν μεμονωμένα σήματα.(18) Οι δορυφόροι αυτοί δεν είναι κατάλληλοι για την συνεχή παρακολούθηση πολιτικών ραδιοεπικοινωνιών.

Παράλληλα υπάρχουν οι υψηλά σταθμευμένοι (στα 42.000 χλμ.), λεγόμενοι οιονεί στατικοί δορυφόροι παρακολούθησης σημάτων SIGNIT των ΗΠΑ.(19) Σε αντίθεση με τους γεωστατικούς τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους, αυτοί οι δορυφόροι έχουν μια κλίση 3 έως 10 βαθμών, απόγειο 39.000 έως 42.000 χλμ. και περίγειο από 30.000 έως 33.000 χλμ. Για το λόγο αυτό, οι δορυφόροι δεν βρίσκονται ακίνητοι σε τροχιά γύρω από την γη, αλλά κινούνται σε μια πολύπλοκη ελλειπτική τροχιά. Έτσι κατά την διάρκεια μια ημέρας καλύπτουν μεγαλύτερη περιοχή και επιτρέπουν τον προσδιορισμό της θέσης πηγών ραδιοσημάτων. Αυτό, όπως επίσης και τα άλλα δημόσια προσβάσιμα χαρακτηριστικά των δορυφόρων παραπέμπουν σε καθαρά στρατιωτική χρήση τους.

Τα ληφθέντα σήματα μεταβιβάζονται μέσω κατερχόμενης κατευθυντικής ζεύξης που εστιάζεται στενά σε ένα συγκεκριμένο σημείο με 24 GHz στον σταθμό λήψης.

3.3.2. Δυνατότητες αυτόματης αξιολόγησης της υποκλαπείσας επικοινωνίας: η χρήση φίλτρων

Στην παρακολούθηση των επικοινωνιών εξωτερικού δεν παρακολουθείται μια συγκεκριμένη τηλεφωνική σύνδεση. Μάλλον καταγράφεται η πλήρης ή ένας μέρος της μεταβιβαζόμενης από τον παρακολουθούμενο δορυφόρο ή το παρακολουθούμενο καλώδιο επικοινωνίας και φιλτράρεται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές με την χρήση λέξεων κλειδιών. Διότι η αξιολόγηση όλης της καταγεγραμμένης επικοινωνίας είναι εντελώς αδύνατη.

Το φιλτράρισμα των επικοινωνιών συγκεκριμένων συνδέσεων γίνεται εύκολα. Με την βοήθεια λέξεων κλειδιών μπορούν να εντοπιστούν εξειδικευμένα επίσης μηνύματα τηλεομοιοτυπίας και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ακόμη και μια συγκεκριμένη φωνή μπορεί να εντοπιστεί, εφ’ όσον το σύστημα έχει εκπαιδευτεί στην αναγνώριση της φωνής αυτής(20) Αντιθέτως, σύμφωνα με τα δεδομένα που διαθέτει ο εισηγητής, η αυτόματη αναγνώριση, με ικανοποιητική ακρίβεια, λέξεων οι οποίες εκφέρονται από μια τυχαία φωνή δεν είναι μέχρι στιγμής δυνατή. Οι δυνατότητες του φιλτραρίσματος πέραν αυτού περιορίζονται και από άλλους παράγοντες: από την πεπερασμένη δυναμικότητα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, από το γλωσσικό πρόβλημα, και προ πάντων από τον περιορισμένο αριθμό ειδικών αξιολογητών, οι οποίοι είναι σε θέση να διαβάσουν και να αξιολογήσουν τα φιλτραρισμένα μηνύματα.

Κατά την αξιολόγηση των δυνατοτήτων των συστημάτων φιλτραρίσματος θα πρέπει να συνυπολογιστεί επίσης ότι οι συνολικές τεχνικές δυνατότητες ενός τέτοιου συστήματος παρακολούθησης, το οποίο λειτουργεί βάσει της “αρχής της ηλεκτρικής σκούπας”, κατανέμονται σε διάφορα θέματα. Ένα μέρος των λέξεων-κλειδιών σχετίζεται με την στρατιωτική ασφάλεια, ένα μέρος με το εμπόριο ναρκωτικών και με άλλες μορφές του διεθνούς εγκλήματος, ένα μέρος προέρχεται από το λεξιλόγιο εννοιών του εμπορίου εμπορευμάτων διπλής χρήσης (dual-use), ενώ ένα άλλο μέρος έχει να κάνει με την τήρηση διαφόρων εμπάργκο. Ένα μέρος των εννοιών-κλειδιών έχει να κάνει επίσης με την οικονομία. Αυτό σημαίνει, ότι οι δυνατότητες του συστήματος εκτείνονται σε πολλαπλούς τομείς. Ο περιορισμός των λέξεων-κλειδιών μόνο στον τομέα που παρουσιάζει οικονομικό ενδιαφέρον δεν θα αντέβαινε μόνον στις απαιτήσεις της πολιτικής ηγεσίας από τις υπηρεσίες. Ακόμη και μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου δεν πραγματοποιήθηκε κάτι παρόμοιο(21)

3.3.3. Το παράδειγμα της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών

Το τμήμα 2 της γερμανικής ομοσπονδιακής υπηρεσίας πληροφοριών (BND) προμηθεύεται πληροφορίες μέσω της παρακολούθησης επικοινωνιών εξωτερικού. Αυτό υπήρξε αντικείμενο ελέγχου από το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο. Οι δημοσιοποιημένες κατά την δίκη λεπτομέρειες(22) μαζί με τις δηλώσεις του Ernst Uhrlau, συντονιστή των Μυστικών Υπηρεσιών στην Ομοσπονδιακή Καγκελαρία ενώπιον της επιτροπής ECHELON στις 21.11.2000 παρέχουν μια εικόνα των δυνατοτήτων των υπηρεσιών πληροφοριών κατά την παρακολούθηση δορυφορικών επικοινωνιών (έως τον Μάιο του 2001 δεν επιτρεπόταν στη Γερμανία παρακολούθηση καλωδιακών επικοινωνιών από την BND).

Οι δυνατότητες άλλων υπηρεσιών πληροφοριών, μπορεί να είναι εν μέρει μεγαλύτερες σε επί μέρους σημεία λόγω του διαφορετικού νομικού πλαισίου ή λόγω μεγαλύτερου αριθμού προσωπικού αξιολόγησης . Ειδικότερα, όταν συμπεριλαμβάνονται οι καλωδιακές μεταφορές, αυξάνεται η στατιστική πιθανότητα επιτυχίας αναγνώρισης, όχι οπωσδήποτε όμως και ο αριθμός των αξιολογήσιμων κινήσεων. Ουσιαστικά, βάσει του παραδείγματος της γερμανικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών είναι εμφανές για τον εισηγητή κατά παραδειγματικό τρόπο, ποιες είναι οι δυνατότητες και στρατηγικές των υπηρεσιών πληροφοριών του εξωτερικού κατά την παρακολούθηση της επικοινωνίας εξωτερικού, ακόμη και αν δεν αποκαλύπτονται από αυτές.

Η ομοσπονδιακή υπηρεσία πληροφοριών προσπαθεί με στρατηγικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιών να προμηθευτεί από το εξωτερικό πληροφορίες σχετικά με το εξωτερικό. Γι’ αυτό τον σκοπό με την χρήση μιας σειράς λέξεων αναζήτησης (οι οποίες θα πρέπει στην Γερμανία να εγκριθούν από την λεγόμενη επιτροπή G10(23)) γίνεται αναχαίτιση και διερεύνηση της δορυφορικής επικοινωνιακής κίνησης. Η σύνθεσή της παρουσιάζεται περίπου ως εξής (αριθμοί του έτους 2000): από τις περίπου 10 εκατομμύρια διεθνείς ζεύξεις επικοινωνίας ημερησίως, οι οποίες πραγματοποιούνται από και προς τη Γερμανία, περίπου 800.000 διεκπεραιώνονται μέσω δορυφόρου. Από αυτές σχεδόν το 10% (75.000) φιλτράρονται από μια μηχανή αναζήτησης. Ο περιορισμός αυτός κατά την γνώμη του εισηγητή δεν προκύπτει από το νόμο (θεωρητικά, τουλάχιστον πριν από την δίκη ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου θα ήταν δυνατή η χρήση του 100%), αλλά τεχνικά, εξ αιτίας άλλων περιορισμών, π.χ. της περιορισμένης δυναμικότητας αξιολόγησης.

Και ο αριθμός των λέξεων αναζήτησης που επιδέχονται χειρισμό περιορίζεται από τεχνικής απόψεως, όπως και λόγω της επιφύλαξης έγκρισης. Στο σκεπτικό της αποφάσεως του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου παράλληλα με τις καθαρά τυπικές λέξεις αναζήτησης (συνδέσεις αλλοδαπών ή εταιριών στο εξωτερικό), αναφέρονται 2.000 λέξεις αναζήτησης στον τομέα της παράνομης διάδοσης πυρηνικών όπλων, 1.000 λέξεις αναζήτησης στον τομέα του εμπορίου στρατιωτικού εξοπλισμού, 500 λέξεις αναζήτησης στον τομέα της τρομοκρατίας και 400 λέξεις στον τομέα του εμπορίου ναρκωτικών. Στην τρομοκρατία και το εμπόριο ναρκωτικών πάντως η διαδικασία δεν αποδείχτηκε πολύ επιτυχής.

Η μηχανή αναζήτησης ελέγχει αν υπάρχει επιτυχής αναγνώριση των εγκεκριμένων εννοιών αναζήτησης στα μηνύματα τηλεομοιοτυπίας και τέλεξ. Προς το παρόν δεν υπάρχει δυνατότητα για την αυτόματη αναγνώριση λέξεων μέσα από συνδυασμούς γλωσσών. Εφ’ όσον δεν γίνει επιτυχής αναγνώριση των λέξεων αναζήτησης τεχνικά τα μηνύματα αυτομάτως απορρίπτονται. Δεν επιτρέπεται να αξιολογηθούν, καθότι δεν υπάρχει νομική βάση γι’ αυτό. Ημερησίως σημειώνοναι περίπου 5 επικοινωνίες συμμετεχόντων στις τηλεπικοινωνίες που εμπίπτουν στην προστασία του γερμανικού συντάγματος. Η στρατηγική αναγνώριση της ομοσπονδιακής υπηρεσίας πληροφοριών αποβλέπει στην εύρεση επί μέρους τμημάτων ενός μωσαϊκού, ως ενδείξεων προς περαιτέρω διερεύνηση. Ο στόχος της δεν είναι η απόλυτη παρακολούθηση των επικοινωνιών εξωτερικού. Σύμφωνα με τα δεδομένα που βρίσκονται στην διάθεση του εισηγητή το ίδιο ισχύει επίσης για την δραστηριότητα παρακολούθησης σημάτων άλλων υπηρεσιών πληροφοριών του εξωτερικού.

4.   Η τεχνολογία των δορυφορικών επικοινωνιών

4.1.   Η σημασία των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων

Οι τηλεπικοινωνιακοί δορυφόροι αποτελούν σήμερα ένα αναπόσπαστο μέρος του παγκόσμιου δικτύου τηλεπικοινωνιών και της τροφοδοσίας με τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα, όπως επίσης και υπηρεσιών πολυμέσων. Παρ’ όλα αυτά το μερίδιο της δορυφορικής κίνησης στην διεθνή επικοινωνία κατά τα τελευταία έτη μειώθηκε έντονα στην κεντρική Ευρώπη· κυμαίνεται μεταξύ του 0,4% και του 5%.(24). Αυτό σχετίζεται με τα προτερήματα των καλωδίων οπτικών ινών, τα οποία μπορούν να διεκπεραιώσουν ασύγκριτα μεγαλύτερη ποσότητα κινήσεων με καλύτερη ποιότητα σύνδεσης.

Η επικοινωνία σήμερα και στον τομέα της ομιλίας είναι ψηφιακή. Η χωρητικότητα των ψηφιακών συνδέσεων μέσω δορυφόρων περιορίζεται ανά αναμεταδότη σε 1.890 κανάλια ομιλίας με το πρότυπο ISDN (64 kbits/δευτ.). Συγκριτικά, μπορούν σήμερα σε μια μοναδική οπτική ίνα να μεταδοθούν 241.920 κανάλια ομιλίας με το ίδιο πρότυπο. Αυτό αντιστοιχεί σε αναλογία 1:128!

Σ’ αυτό προστίθεται ότι η ποιότητα μέσω δορυφόρου είναι χειρότερη απ’ αυτή μέσω των θαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών. Οι απώλειες ποιότητας λόγω της μεγάλης καθυστέρησης των σημάτων που ανέρχεται σε μερικές εκατοντάδες χιλιοστά του δευτερολέπτου δεν γίνονται αντιληπτές σε κανονική μετάδοση ομιλίας –αν και η χρονική υστέρηση γίνεται αισθητή. Σχετικά με τις συνδέσεις μετάδοσης δεδομένων και τηλεομοιοτυπίας, οι οποίες διεκπεραιώνονται μέσω μιας περίπλοκης “διαδικασίας χειραψίας”, όσον αφορά στην ασφάλεια της σύνδεσης το καλώδιο έχει φανερά πλεονεκτήματα. Την ίδια στιγμή όμως μόνο το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι συνδεδεμένο στο παγκόσμιο καλωδιακό δίκτυο(25).

Γι’ αυτό σε μερικές εφαρμογές τα δορυφορικά συστήματα μακροπρόθεσμα θα είναι πιο συμφέροντα από το καλώδιο. Αναφέρονται μερικά παραδείγματα από τον πολιτικό τομέα:

Εθνικές, περιφερειακές και διεθνείς επικοινωνίες τηλεφωνίας και μετάδοσης δεδομένων σε περιοχές με μικρό επικοινωνιακό όγκο, δηλ. εκεί όπου η υλοποίηση μιας καλωδιακής σύνδεσης δεν θα ήταν συμφέρουσα λόγω έλλειψης κίνησης.
Χρονικά περιορισμένη επικοινωνία σε αποστολές επέμβασης σε περίπτωση καταστροφών, εκδηλώσεις, μεγάλα εργοτάξια, κ.λπ.
Αποστολές του ΟΗΕ σε περιοχές με υπανάπτυκτη τηλεπικοινωνιακή υποδομή.
Ευέλικτη/κινητή επικοινωνία οικονομικών εφαρμογών, με τερματικά που διαθέτουν κεραίες πολύ μικρού ανοίγματος (V-SATs, βλ. παρακάτω)

Αυτό το φάσμα χρήσεων των δορυφόρων στην επικοινωνία προκύπτει από τα παρακάτω χαρακτηριστικά: Η εκπομπή ενός και μοναδικού γεωστατικού δορυφόρου μπορεί να καλύψει σχεδόν το 50% της επιφάνειας της γης. Ακόμη και δύσβατα εδάφη μπορούν να καλυφθούν. Σε αυτή την περιοχή καλύπτεται τότε το 100% των χρηστών, ανεξάρτητα εάν αυτοί βρίσκονται στη στεριά, στη θάλασσα ή στον αέρα. Οι δορυφόροι μέσα σε λίγους μήνες είναι έτοιμοι προς λειτουργία, ανεξάρτητα από την επιτόπια υποδομή, είναι πιο αξιόπιστοι από το καλώδιο και μπορούν αν αντικατασταθούν ευκολότερα.

Αρνητικά θα πρέπει να εκτιμηθούν τα παρακάτω χαρακτηριστικά της δορυφορικής επικοινωνίας: οι σχετικά μεγάλες καθυστερήσεις του σήματος, η απώλεια διάδοσης, ο συγκριτικά με το καλώδιο μικρότερος χρόνος ζωής 12 έως 15 ετών, η μεγαλύτερη πιθανότητα βλαβών, όπως επίσης και η ευκολία παρακολούθησης.

4.2.   Ο τρόπος λειτουργίας μιας δορυφορικής ζεύξης(26)

Τα μικροκύματα όπως προαναφέρθηκε (βλ. κεφάλαιο 3) με τη βοήθεια των αντίστοιχων κεραιών μπορούν εύκολα να διαμορφωθούν σε στενές δέσμες κυμάτων. Γι’ αυτό υπάρχει η δυνατότητα αντικατάστασης των καλωδίων με διαδρομές κατευθυντικής ραδιοζεύξης. Εάν η κεραία εκπομπής και λήψης δεν βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο, αλλά όπως στην περίπτωση της γης πάνω στην επιφάνεια μιας σφαίρας, τότε η κεραία λήψης, από μια ορισμένη απόσταση και πάνω, εξ αιτίας της καμπυλότητας της γης “χάνεται” κάτω από τον ορίζοντα. Οι δύο κεραίες τότε δεν “βλέπονται” πια μεταξύ τους. Αυτό θα συνέβαινε επί παραδείγματι σε μια διηπειρωτική διαδρομή κατευθυντικής ραδιοζεύξης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Οι κεραίες θα έπρεπε να είναι τοποθετημένες σε ιστούς ύψους 1,8 χλμ. για να μπορέσουν να αποκαταστήσουν μια σύνδεση. Και μόνο γι’ αυτόν το λόγο δεν μπορεί να υλοποιηθεί μια τέτοια διηπειρωτική διαδρομή κατευθυντικής ραδιοζεύξης, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η απώλεια από τον αέρα και τους υδρατμούς κατά μήκος της διαδρομής των κυμάτων. Εάν αντίθετα υπάρχει η δυνατότητα να στηθεί σε μεγάλο ύψος στο διάστημα σε μια “σταθερή θέση” ένα είδος κατόπτρου για την κατευθυντική ραδιοζεύξη, τότε παρά την ύπαρξη της καμπυλότητας της γης μπορούν να καλυφθούν μεγάλες αποστάσεις, κατά τον ίδιο τρόπο όπως με την βοήθεια ενός σταθερού καθρέφτη οδικής κυκλοφορίας μπορεί κανείς να ελέγξει πίσω από στροφές. Η θεωρητική αρχή που μόλις περιγράφηκε υλοποιείται με τη χρήση των λεγόμενων γεωστατικών δορυφόρων.

4.2.1. Γεωστατικοί δορυφόροι

Ένας δορυφόρος που περιστρέφεται παράλληλα προς τον ισημερινό σε κυκλική τροχιά μιας περιστροφής γύρω από τη γη ανά 24 ώρες, ακολουθεί ακριβώς την περιστροφική πορεία της γης. Σε σχέση με την επιφάνεια της γης, παραμένει ακίνητος σε ύψος περίπου 36.000 χιλιομέτρων, δηλ. βρίσκεται σε γεωστατική θέση. Σε αυτό τον τύπο δορυφόρων ανήκουν οι περισσότεροι τηλεπικοινωνιακοί και τηλεοπτικοί δορυφόροι

4.2.2. Η διαδρομή του σήματος μιας δορυφορικής επικοινωνιακής σύνδεσης

Η μετάδοση σημάτων μέσω δορυφόρων μπορεί να περιγραφεί ως εξής:

Το προερχόμενο από αγωγό σήμα μεταδίδεται στον δορυφόρο από έναν σταθμό εδάφους με παραβολική κεραία μέσω μιας προσανατολισμένης προς τα πάνω σύνδεσης κατευθυντικής ραδιοζεύξης, το λεγόμενο uplink (ανερχόμενη ζεύξη). Ο δορυφόρος λαμβάνει το σήμα, το ενισχύει και το μεταδίδει μέσω μιας προσανατολισμένης προς τα κάτω σύνδεσης κατευθυντικής ραδιοζεύξης, το λεγόμενο downlink (κατερχόμενη ζεύξη), πίσω σε έναν άλλο σταθμό εδάφους. Από εκεί το σήμα μεταφέρεται πάλι πίσω σε ένα καλωδιακό δίκτυο.

Στις κινητές επικοινωνίες (δορυφορικά κινητά τηλέφωνα) το σήμα μεταδίδεται απευθείας από την κινητή μονάδα επικοινωνίας στο δορυφόρο και από εκεί μπορεί μέσω ενός σταθμού εδάφους να τροφοδοτηθεί πάλι σε έναν αγωγό, ή και να μεταδοθεί πάλι απευθείας σε άλλη κινητή μονάδα.

4.2.3. Τα σημαντικότερα υφιστάμενα δορυφορικά επικοινωνιακά συστήματα

Οι προερχόμενες από τα καλωδιακά δίκτυα δημόσιας πρόσβασης (όχι απαραιτήτως κρατικά) επικοινωνίες μεταδίδονται, αν χρειαστεί, μέσω δορυφορικών συστημάτων διαφορετικής έκτασης από και προς σταθερούς σταθμούς εδάφους και στην συνέχεια τροφοδοτούνται πάλι σε καλωδιακά δίκτυα. Διακρίνουμε ανάμεσα σε:

-   παγκόσμια (π.χ. INTELSAT)

-   περιφερειακά (ηπειρωτικά) (π.χ. EUTELSAT)

-   εθνικά (π.χ. ITALSAT)

δορυφορικά συστήματα.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους δορυφόρους βρίσκονται σε γεωστατική θέση. Σε παγκόσμια κλίμακα 120 ιδιωτικές εταιρίες διατηρούν εκεί περίπου 1.000 δορυφόρους(27).

Παράλληλα, για τις περιοχές μεγάλου γεωγραφικού πλάτους κοντά στο Βορρά, υπάρχουν δορυφόροι σε ειδική τροχιά μεγάλης εκκεντρικότητας (ρωσικές τροχιές Molnyia), στην οποία οι δορυφόροι κατά περισσότερο από το ήμισυ του χρόνου περιφοράς τους είναι ορατοί από τον χρήστες στον απώτερο Βορρά. Έτσι με δύο δορυφόρους επιτυγχάνεται κατ' αρχήν τοπική κάλυψη, η οποία δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί από μια γεωστατική θέση πάνω από τον Ισημερινό.(28) Στην περίπτωση των ρωσικών δορυφόρων Molnyia, οι οποίοι λειτουργούν ως δορυφόροι επικοινωνιών από το 1974 (το πρωτότυπο από το 1964), τρεις δορυφόροι περιστρέφονται γύρω από τη Γη με χρόνο περιστροφής 12 ώρες και σε μεταξύ τους απόσταση 120°, εξασφαλίζοντας έτσι συνεχή μετάδοση επικοινωνιών.(29)

Πέραν αυτού υπάρχει στο παγκόσμιας κλίμακας σύστημα INMARSAT ένα σύστημα κινητών επικοινωνιών, το οποίο αρχικά δημιουργήθηκε για χρήση στην θάλασσα, με το οποίο μπορούν να δημιουργηθούν δορυφορικές συνδέσεις παντού στον κόσμο. Λειτουργεί επίσης με γεωστατικούς δορυφόρους.

Το σύστημα δορυφορικής κινητής τηλεφωνίας το οποίο λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα με τη χρήση πολλαπλών περιφερόμενων με χρονική μετατόπιση σε χαμηλές τροχιές δορυφόρων με το όνομα IRIDIUM διέκοψε πριν λίγο καιρό τη λειτουργία του για οικονομικούς λόγους ελλείψει κίνησης.

Πέραν τούτου, υπάρχει μια ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά για τις λεγόμενες συνδέσεις VSAT (very small aperture terminal, τερματικό με κεραία πολύ μικρού ανοίγματος). Πρόκειται για ραδιοσταθμούς με κεραίες διαμέτρου μεταξύ 0,9 και 3,7 μέτρων, οι οποίοι διατηρούνται από εταιρίες για την κάλυψη των αναγκών τους (π.χ. τηλε-εικονοδιασκέψεις) ή από παροχείς υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας για την κάλυψη χρονικά περιορισμένων αναγκών σύνδεσης (π.χ. συνέδρια). Το 1996 βρίσκονταν σε λειτουργία 200.000 τερματικά με κεραίες πολύ μικρού ανοίγματος. Η Volkswagen AG διατηρεί 3.000, η Renault 4,000, η General Motors 100.000 και ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός όμιλος επιχειρήσεων ορυκτών καυσίμων διατηρεί 12.000 μονάδες VSAT. Σε περίπτωση που ο ίδιος ο πελάτης δεν φροντίζει για την κρυπτογράφηση, η επικοινωνία διεκπεραιώνεται ανοιχτά(30).

4.2.3.1 Δορυφορικά συστήματα που λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα

Τα εν λόγω δορυφορικά συστήματα, με την κατανομή πολλαπλών δορυφόρων στην περιοχή του Ατλαντικού, του Ινδικού και του Ειρηνικού, καλύπτουν όλη την υδρόγειο.

INTELSAT(31)

Η INTELSAT (International Telecomunications Satellite Organisation) ιδρύθηκε το 1964 ως αρχή με οργανωτική δομή παρόμοια με αυτή του ΟΗΕ και σκοπός των εργασιών της ήταν η διεκπεραίωση της διεθνούς επικοινωνίας. Μέλη της ήταν εθνικοί ταχυδρομικοί οργανισμοί κρατικής ιδιοκτησίας. Σήμερα, 144 κυβερνήσεις είναι μέλη της INTELSAT . Το έτος 2001 η INTELSAT θα ιδιωτικοποιηθεί.

Εν τω μεταξύ η INTELSAT διατηρεί στόλο 20 γεωστατικών δορυφόρων, οι οποίοι συνδέουν μεταξύ τους περισσότερα από 200 κράτη, και οι παροχές των οποίων μισθώνονται προς τα μέλη της INTELSAT. Τα μέλη διατηρούν δικούς τους σταθμούς εδάφους. Μέσω της INTELSAT Business Service (IBS) από το 1984 οι δορυφόροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και από μη-μέλη (π.χ. τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς, μεγάλες εταιρίες, διεθνείς ομίλους). Η INTELSAT προσφέρει σε παγκόσμια κλίμακα διάφορες υπηρεσίες όπως στον τομέα των επικοινωνιών, της τηλεόρασης, κ.λπ. Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku (βλ. παρακάτω).

Οι δορυφόροι INTELSAT είναι οι σημαντικότεροι διεθνείς τηλεπικοινωνιακοί δορυφόροι. Μέσω αυτών διεκπεραιώνεται το μεγαλύτερο μέρος των δορυφορικών διεθνών επικοινωνιών.

Οι δορυφόροι καλύπτουν την περιοχή του Ατλαντικού, του Ινδικού και του Ειρηνικού (βλ. Πίνακα, κεφάλαιο 5,5.3).

Πάνω από τον Ατλαντικό μεταξύ 304°E και 359°E βρίσκονται 10 δορυφόροι, την περιοχή του Ινδικού καλύπτουν 6 δορυφόροι μεταξύ 62°E και 110,5°E, τον χώρο του Ειρηνικού 3 δορυφόροι μεταξύ 174°E και 180°E. Η αυξημένη κίνηση στην περιοχή του Ατλαντικού καλύπτεται με μια σειρά από μεμονωμένους δορυφόρους.

INTERSPUTNIK(32)

Το 1971 ιδρύθηκε η διεθνής οργάνωση δορυφορικών επικοινωνιών INTERSPUTNIK από 9 κράτη ως πρακτορείο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης με καθήκοντα παρόμοια με την INTELSAT. Σήμερα η INTERSPUTNIK είναι μια διακρατική οργάνωση, μέλη της οποίας μπορούν να γίνουν κυβερνήσεις οποιωνδήποτε κρατών. Εν τω μεταξύ αριθμεί 24 κράτη μέλη (μεταξύ αυτών και η Γερμανία) και περίπου 40 χρήστες (μεταξύ άλλων η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο), οι οποίοι εκπροσωπούνται από τις διοικήσεις των ταχυδρομείων ή τους τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς τους. Η έδρα της είναι στην Μόσχα.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku (βλ. παρακάτω).

Με τους δορυφόρους (Gorizont, Express, Express A της ρωσικής Ομοσπονδίας και LMI-1 της κοινοπραξίας Lockhead-Martin), καλύπτεται επίσης ολόκληρη η υδρόγειος: στην περιοχή του Ατλαντικού υπάρχει 1 δορυφόρος ενώ υπάρχουν σχέδια για δεύτερο, στην περιοχή του Ινδικού υπάρχουν 3 δορυφόροι, στην περιοχή του Ειρηνικού 2 (βλ. πίνακα, κεφάλαιο 5,5.3).

INMARSAT(33)

Η INMARSAT (Interim International Maritime Satellite) από το 1979 με το δορυφορικό σύστημά της διαθέτει παγκοσμίως κινητή επικοινωνία στη θάλασσα, στον αέρα και στην ξηρά, όπως επίσης και ένα σύστημα ραδιοεπικοινωνίας έκτακτης ανάγκης. Η INMARSAT δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της “International Maritime Organisation” ως διακρατική οργάνωση. Εν τω μεταξύ η INMARSAT έχει ιδιωτικοποιηθεί και η έδρα της είναι στο Λονδίνο.

Το σύστημα INMARSAT αποτελείται από εννέα δορυφόρους σε γεωστατικές τροχιές. Τέσσερις από τους δορυφόρους - η γενιά INMARSAT III – καλύπτουν, εκτός από τις ακραίες περιοχές των πόλων, ολόκληρη την υδρόγειο. Κάθε ένας από αυτούς καλύπτει περίπου το 1/3 της επιφάνειας της γης. Εξ αιτίας της τοποθέτησής τους στις τέσσερις περιοχές των ωκεανών (Δυτικός και Ανατολικός Ατλαντικός, Ειρηνικός, Ινδικός Ωκεανός) επιτυγχάνεται παγκόσμια κάλυψη. Παράλληλα, κάθε δορυφόρος INMARSAT διαθέτει και μια σειρά δεσμών κηλίδας "Spot-Beams", γεγονός το οποίο παρέχει τη δυνατότητα διαμόρφωσης δεσμών ενέργειας σε περιοχές αυξημένης τηλεπικοινωνιακής κίνησης.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων L και Ku (βλ. παρακάτω στο 4.2.4.).

PANAMSAT(34)

Η PANAMSAT ιδρύθηκε το 1988 ως εμπορικός πάροχος παγκόσμιου δορυφορικού συστήματος και εδρεύει στις ΗΠΑ. Διατηρεί στόλο 21 δορυφόρων, οι οποίοι παρέχουν διάφορες υπηρεσίες όπως στον τομέα της τηλεόρασης, του Ιντερνέτ και των τηλεπικοινωνιών, σε παγκόσμια βάση, αλλά κυρίως στις ΗΠΑ.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku.

Από τους 21 δορυφόρους, οι 7 καλύπτουν τη ζώνη του Ατλαντικού, 2 του Ειρηνικού και 2 του Ινδικού ωκεανού. Οι ζώνες κάλυψης των υπόλοιπων δορυφόρων εκτείνονται στην Βόρεια και Νότια Αμερική. Για τις ευρωπαϊκές επικοινωνίες οι δορυφόροι της Panamsat παίζουν δευτερεύοντα ρόλο.

4.2.3.2 Τοπικά δορυφορικά συστήματα

Με τις περιοχές κάλυψης τοπικών δορυφορικών συστημάτων καλύπτονται μεμονωμένες περιοχές/ήπειροι. Η μεταδιδόμενη από αυτούς επικοινωνία συνεπώς μπορεί να ληφθεί μόνο σε αυτές τις περιοχές.

EUTELSAT(35)

Η EUTELSAT ιδρύθηκε το 1977 από 17 ευρωπαϊκές διοικήσεις ταχυδρομείων, με στόχο την κάλυψη των ειδικών αναγκών της Ευρώπης όσον αφορά στη δορυφορική επικοινωνία και στην υποστήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας διαστήματος. Έχει την έδρα της στο Παρίσι και αριθμεί περίπου 40 κράτη-μέλη. Η EUTELSAT πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί το έτος 2001.

Η EUTELSAT διατηρεί 18 γεωστατικούς δορυφόρους, οι οποίοι καλύπτουν την Ευρώπη, την Αφρική και ένα μεγάλο μέρος της Ασίας και παρέχουν σύνδεση με την Αμερική. Οι δορυφόροι βρίσκονται μεταξύ 12,5°W και 48°E. Η EUTELSAT προσφέρει κυρίως τηλεοπτικά προγράμματα (850 ψηφιακά και αναλογικά κανάλια) και ραδιοφωνικά προγράμματα (520 κανάλια), πέραν αυτού όμως εξυπηρετεί και τις επικοινωνίες, και κυρίως εντός της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας): π.χ. για τηλε-εικονοδιασκέψεις, για ιδιωτικά δίκτυα μεγάλων επιχειρήσεων (μεταξύ άλλων η General Motors και η Fiat), για ειδησεογραφικά πρακτορεία (Reuters, AFP), για παροχείς οικονομικών δεδομένων, όπως επίσης και για κινητές υπηρεσίες μετάδοσης δεδομένων.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στην ζώνη συχνοτήτων Ku.

ARABSAT(36)

Η ARABSAT είναι το αντίστοιχο της EUTELSAT στην αραβική περιοχή, και ιδρύθηκε το 1976. Τα μέλη της είναι 21 αραβικά κράτη. Οι δορυφόροι ARABSAT χρησιμοποιούνται τόσο για μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων, όσο και για επικοινωνία.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται κυρίως στην ζώνη συχνοτήτων C.

PALAPA(37)

Το ινδονησιακό σύστημα PALAPA έχει τεθεί σε λειτουργία από το 1995 και αποτελεί το νοτιοασιατικό αντίστοιχο του EUTELSAT. Η ζώνη κάλυψής του περιλαμβάνει τη Μαλαισία, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Ινδία, το Πακιστάν και άλλα κράτη της περιοχής.

Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku.

4.2.3.3 Εθνικά δορυφορικά συστήματα(38)

Πολλά κράτη χρησιμοποιούν για την κάλυψη εθνικών αναγκών, δικά τους δορυφορικά συστήματα με περιορισμένες περιοχές κάλυψης.

Ο γαλλικός τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος TELECOM, χρησιμεύει μεταξύ άλλων, για την σύνδεση των γαλλικών νομών της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής με την μητρόπολη. Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στις ζώνες συχνοτήτων C και Ku.

Η ITALSAT διατηρεί τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους, οι οποίοι με περιορισμένες περιοχές κάλυψης, διατεταγμένες σε σειρά περιλαμβάνουν ολόκληρη τη γεωγραφική περιοχή της Ιταλίας. Γι’ αυτό η λήψη είναι δυνατή μόνο στην Ιταλία. Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στην ζώνη συχνοτήτων Ku.

Ο AMOS είναι ένας ισραηλινός δορυφόρος του οποίου η περιοχή κάλυψης (footprint) εκτείνεται σε περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η τηλεπικοινωνιακή μετάδοση γίνεται στην ζώνη συχνοτήτων Ku.

Οι ισπανικοί δορυφόροι HISPASAT καλύπτουν την Ισπανία και Πορτογαλία (Ku-Spots) και μεταφέρουν ισπανικά τηλεοπτικά προγράμματα στη Βόρειο και Νότιο Αμερική.

4.2.4. Η εκχώρηση συχνοτήτων

Αρμόδια για την διανομή συχνοτήτων είναι η ITU (International Telecommunication Union). Για την εξασφάλιση μιας σχετικής τάξης ο κόσμος διαιρέθηκε για τον σκοπό των ραδιοεπικοινωνιών σε τρεις περιοχές:

1. Ευρώπη, Αφρική, πρώην Σοβιετική Ένωση, Μογγολία
2. Βόρειος και Νότιος Αμερική, καθώς και Γροιλανδία
3. Ασία εκτός των κρατών της περιοχής 1, Αυστραλία και Νότιος Ειρηνικός

Αυτή η υποδιαίρεση η οποία ωρίμασε ιστορικά, υιοθετήθηκε και για τους σκοπούς των δορυφορικών επικοινωνιών και έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση δορυφόρων σε ορισμένες γεωστατικές ζώνες.

Οι σημαντικότερες ζώνες συχνοτήτων για τις δορυφορικές επικοινωνίες είναι:

-   η ζώνη συχνοτήτων L (0,4 – 1,6 GHz) για κινητές δορυφορικές επικοινωνίες, π.χ. μέσω INMARSAT.

-   η ζώνη συχνοτήτων C (3,6 - 6,6 GHz) για επίγειους σταθμούς, π.χ. μέσω INTELSAT

-   η ζώνη συχνοτήτων Ku (10 - 20GHz) για επίγειους σταθμούς, π.χ. INTELSAT-Ku-Spot και EUTELSAT

-   η ζώνη συχνοτήτων Ka (20 - 46 GHz) για επίγειους σταθμούς, π.χ. στρατιωτικές δορυφορικές επικοινωνίες (βλ. Κεφ. 4, 4.3)

-   η ζώνη συχνοτήτων V (46 – 56 GHz) για τερματικά με κεραίες πολύ μικρού ανοίγματος (V-SATs)

4.2.5. Περιοχές κάλυψης των δορυφόρων (footprints)

Ως περιοχή κάλυψης ή "footprint" χαρακτηρίζεται η περιοχή πάνω στην γη, η οποία καλύπτεται από την κεραία του δορυφόρου. Μπορεί να περιλαμβάνει μέχρι και το 50 % της επιφάνειας της γης ή να περιορίζεται μέσω σύμπτυξης του σήματος σε μικρές, τοπικά περιορισμένες κηλίδες (spots).

Όσο μεγαλύτερη είναι η συχνότητα του εκπεμπόμενου σήματος, τόσο περισσότερο μπορεί να συμπτυχθεί σε δέσμη, και συνεπώς τόσο μικρότερη θα είναι η περιοχή κάλυψης. Με τη σύμπτυξη (διαμόρφωση σε λεπτή δέσμη) του εκπεμπόμενου δορυφορικού σήματος σε μικρότερες περιοχές κάλυψης μπορεί να αυξηθεί η ενέργεια του σήματος. Όσο μικρότερη είναι η περιοχή κάλυψης, τόσο ισχυρότερο μπορεί να είναι το σήμα και συνεπώς τόσο μικρότερες μπορεί να είναι οι κεραίες λήψης.

Αυτό παρουσιάζεται λεπτομερέστερα εν συντομία για τους δορυφόρους INTELSAT(39):

Οι περιοχές κάλυψης των δορυφόρων INTELSAT είναι διαιρεμένες σε διάφορες δέσμες (Beams):

Η παγκόσμια δέσμη (Global-Beam) (G) κάθε δορυφόρου καλύπτει περίπου ένα τρίτο της επιφάνειας της γης,

Οι ημι-δέσμες (Hemi-Beams) (H) καλύπτουν η καθεμία μια επιφάνεια λίγο μικρότερη από το ήμισυ της παγκόσμιας δέσμης.

Οι δέσμες ζώνης (Zone-Beams) (Z) είναι κηλίδες (Spots) σε ορισμένες περιοχές της γης. Είναι μικρότερες από τις ημι-δέσμες. Εκτός αυτού υπάρχουν οι λεγόμενες δέσμες κηλίδας (Spot-Beams), οι οποίες είναι ακριβείς, μικρές περιοχές κάλυψης (βλ. παρακάτω).

Οι συχνότητες της ζώνης συχνοτήτων C υπάρχουν στις παγκόσμιες δέσμες, τις ημι-δέσμες και της δέσμες ζώνης. Οι συχνότητες της ζώνης συχνοτήτων Ku υπάρχουν στις δέσμες κηλίδας (Spot-Beams).

4.2.6. Τα απαραίτητα για έναν επίγειο σταθμό μεγέθη κεραιών

Ως κεραίες λήψης πάνω στη γη χρησιμοποιούνται παραβολικές κεραίες διαμέτρου από 0,5 μ. έως 30 μ.. Το παραβολικό κάτοπτρο ανακλά όλα τα προσπίπτοντα κύματα και τα συμπτύσσει στο εστιακό σημείο του. Στην εστία αυτή υπάρχει το καθαυτό σύστημα λήψης. Όσο μεγαλύτερη είναι η ενέργεια του σήματος στο σημείο της λήψης, τόσο μικρότερη μπορεί να είναι η διάμετρος της παραβολικής κεραίας.

Για τον σκοπό της διενεργούμενης με αυτή την έκθεση έρευνας, έχει σημασία ότι ένα μέρος της διηπειρωτικής επικοινωνίας διεκπεραιώνεται μέσω της ζώνης συχνοτήτων C στις παγκόσμιες δέσμες των δορυφόρων INTELSAT και άλλων δορυφόρων (π.χ. INTERSPUTNIK), για την οποία εν μέρει απαιτούνται δορυφορικές κεραίες διαμέτρου περίπου 30 μέτρων (βλ. κεφάλαιο 5). Οι κεραίες των 30 μέτρων απαιτούνταν επίσης για τους πρώτους σταθμούς παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων, αφού η πρώτη γενιά INTELSAT Spots διέθετε μόνο παγκόσμιες δέσμες και η μετάδοση των σημάτων δεν ήταν τόσο εκλεπτυσμένης τεχνολογίας όπως σήμερα. Αυτά τα κάτοπτρα που έχουν εν μέρει διαμέτρους άνω των 30 μέτρων χρησιμοποιούνται στους αντίστοιχους σταθμούς ακόμη και όταν από τεχνική άποψη δεν είναι απαραίτητα. (βλ. επίσης Κεφάλαιο 5, 5.2.3)

Οι συνήθεις κεραίες που απαιτούνται σήμερα για την επικοινωνία INTELSAT στην ζώνη συχνοτήτων C, έχουν διάμετρο 13 έως 20 μέτρων.

Για τις κηλίδες Ku των δορυφόρων INTELSAT, αλλά και άλλων δορυφόρων (EUTELSAT ζώνη συχνοτήτων KU, AMOS ζώνη συχνοτήτων Ku, κ.λπ.) απαιτούνται κεραίες διαμέτρου 2 έως 10 μέτρων.

Για τερματικά με κεραίες πολύ μικρού ανοίγματος τα οποία λειτουργούν στην ζώνη συχνοτήτων V και το σήμα των οποίων λόγω της υψηλής συχνότητας μπορεί να συμπτυχθεί σε πιο ισχυρή δέσμη απ’ ότι στην ζώνη συχνοτήτων Ku, επαρκούν διάμετροι κεραιών 0,9-3,7 μέτρων (π.χ. VSATs της EUTELSAT ή INMARSAT).

4.3.   Δορυφορικές επικοινωνίες για στρατιωτικούς σκοπούς

4.3.1. Γενικά

Οι δορυφορικές επικοινωνίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και στον στρατιωτικό τομέα. Πολλές χώρες -μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ρωσία- διατηρούν δικούς τους γεωστατικούς στρατιωτικούς δορυφόρους επικοινωνιών, μέσω των οποίων είναι δυνατή η παγκόσμια επικοινωνία χωρίς ανάγκη άλλων επικοινωνιακών φορέων. Οι ΗΠΑ, με περίπου 32 θέσεις τροχιάς παγκοσμίως έχουν τοποθετήσει κατά μέσον όρο έναν δορυφόρο κάθε 10 μοίρες. Όμως, για τις στρατιωτικές επικοινωνίες χρησιμοποιούνται εν μέρει και εμπορικοί γεωστατικοί δορυφόροι.

4.3.2. Χρησιμοποιούμενες συχνότητες

Οι ζώνες συχνοτήτων των στρατιωτικών επικοινωνιών βρίσκονται στο φάσμα συχνοτήτων μεταξύ 4 GHz και 81 GΗz. Τυπικές ζώνες για στρατιωτικούς δορυφόρους επικοινωνιών είναι η ζώνη Χ (SHF) στα 3-30 GHz και η ζώνη Ka (ΕHF) στα 20-46 GHz.

4.3.3. Μέγεθος των σταθμών λήψης

Μεταξύ των χρησιμοποιούμενων σταθμών λήψης υπάρχουν κινητοί σταθμοί, οι οποίοι μπορεί να είναι ακόμη και μεγέθους λίγων δεκάτων του μέτρου, και σταθεροί σταθμοί, που κατά κανόνα δεν ξεπερνούν σε διάμετρο τα 11 μέτρα. Υπάρχουν δύο τύποι κεραιών (για τη λήψη δορυφόρων DSCS) με διάμετρο 18 μέτρα.

4.3.4. Παραδείγματα στρατιωτικών επικοινωνιακών δορυφόρων

Το αμερικανικό πρόγραμμα MILSTAR (Military Strategy, Plan and Relay Satellite System) το οποίο διατηρεί 6 γεωστατικούς δορυφόρους παγκοσμίως, επιτρέπει στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ να επικοινωνούν παγκοσμίως με τερματικά με κεραίες μικρού ανοίγματος, με αεροσκάφη, πλοία, και με ατομικές μονάδες ή σε επίπεδο κλιμακίων. Μέσω της αλληλοσύνδεσης των δορυφόρων, η παγκόσμια κάλυψη διατηρείται ακόμη και αν όλοι οι εκτός ΗΠΑ σταθμοί εδάφους πάψουν να λειτουργούν.

Το σύστημα DSCS (Defense Satellite Communications System) παρέχει επίσης παγκόσμιες δυνατότητες επικοινωνιών, με 5 γεωστατικούς δορυφόρους. Το σύστημα χρησιμοποιείται από τις στρατιωτικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και από ορισμένες κρατικές αρχές.

Παγκόσμια κάλυψη έχει και το βρετανικό στρατιωτικό σύστημα SKYNET.

Το γαλλικό σύστημα SYRACUSE, το ιταλικό σύστημα SICRAL, καθώς και το ισπανικό σύστημα χρησιμοποιούν ως "συνεπιβάτες" τους αντίστοιχους μη στρατιωτικούς εθνικούς δορυφόρους επικοινωνιών και προσφέρουν στρατιωτικές επικοινωνίες στη ζώνη Χ, η οποία άλλωστε είναι γεωγραφικά περιορισμένη.

Οι Ρώσοι διεκπεραιώνουν τις επικοινωνίες των ένοπλων δυνάμεών τους με αναμεταδότη στη ζώνη Χ των δορυφόρων Molnyia.

Το ΝΑΤΟ διατηρεί δικούς του δορυφόρους επικοινωνιών (ΝΑΤΟ IIID, NATO IVA και NATO IVΒ). Οι δορυφόροι μεταδίδουν φωνή, τέλεξ και δεδομένα μεταξύ διάφορων στρατιωτικών μονάδων.

5.   Η δια τεκμηρίων απόδειξη της ύπαρξης ενός τουλάχιστον παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης

5.1.   Για ποιο λόγο απόδειξη δια τεκμηρίων;

Οι μυστικές υπηρεσίες είναι φυσικό να μην αποκαλύπτουν τις λεπτομέρειες των εργασιών τους. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχει, τουλάχιστον επίσημη, δήλωση των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού των χωρών UKUSA σχετικά με τη συνεργασία σε ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης. Ως εκ τούτου, η απόδειξη πρέπει να αναζητηθεί δια της συγκέντρωσης όσο το δυνατόν περισσοτέρων τεκμηρίων, τα οποία θα συμπυκνώνονται σε μία πειστική δια τεκμηρίων απόδειξη.

Το σύνολο των τεκμηρίων που θα αποτελέσουν μία τέτοια απόδειξη αποτελείται από τρία στοιχεία:

-   την απόδειξη, ότι υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού υποκλέπτουν στις χώρες UKUSA ιδιωτικές και επαγγελματικές επικοινωνίες.

-   την απόδειξη, ότι λόγω του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού δορυφορικού συστήματος επικοινωνίας, εντοπίζονται σε διάφορες περιοχές της γης σταθμοί παρακολούθησης, οι οποίοι επιβλέπονται από κάποια από τις χώρες UKUSA .

-   την απόδειξη, ότι οι χώρες αυτές συνεργάζονται όσον αφορά στις υπηρεσίες πληροφοριών, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Εάν αυτό σημαίνει ότι, οι συνεργάτες αναλαμβάνουν εντολές παρακολούθησης και στη συνέχεια διαβιβάζουν άμεσα το μη επεξεργασμένο υλικό, δίχως οι ίδιοι να προβαίνουν σε αποτίμηση, δεν είναι σημαντικό για την απόδειξη της μεταξύ τους συνεργασίας. Το γεγονός αυτό έχει σημασία μόνο εφόσον πρόκειται για τη διασάφηση των ιεραρχιών που υπάρχουν εντός ενός τέτοιου συστήματος παρακολούθησης.

5.1.1. Η απόδειξη της υποκλεπτικής δράσης υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού

Τουλάχιστον στα δημοκρατικά κράτη, οι μυστικές υπηρεσίες εργάζονται βάσει νόμων, στους οποίους περιγράφονται ο σκοπός ή και οι εξουσίες τους. Για το λόγο αυτό, είναι εύκολο να αποδειχθεί, ότι σε πολλά από αυτά τα κράτη υπάρχουν υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού, οι οποίες παρακολουθούν τις επικοινωνίες των πολιτών. Αυτό ισχύει και για τις πέντε λεγόμενες χώρες UKUSA, που στο σύνολό τους διατηρούν τέτοιες υπηρεσίες. Σε κάθε μία από τις εν λόγω χώρες δεν χρειάζεται κάποια πρόσθετη απόδειξη για τη διενέργεια παρακολούθησης επικοινωνιών που εισέρχονται στη χώρα ή εξέρχονται από αυτή. Στις δορυφορικές επικοινωνίες, μπορεί κανείς από την επικράτειά του να αναχαιτίσει και ένα μέρος των επικοινωνιών, οι οποίες προορίζονται για παραλήπτες στο εξωτερικό. Σε καμία από τις πέντε χώρες UKUSA δεν υπάρχουν νομικοί προορισμοί που θα εμπόδιζαν κάτι τέτοιο. Η λογική στην οποία βασίζεται η μέθοδος του στρατηγικού ελέγχου των τηλεπικοινωνιών εξωτερικού και ο στόχος της, αφήνουν να εννοηθεί ότι οι υπηρεσίες πράγματι ενεργούν κατά τον τρόπο αυτό.(40)

5.1.2.   Η απόδειξη της ύπαρξης σταθμών στις γεωγραφικά σημαίνουσες περιοχές

Ο μοναδικός περιορισμός που τίθεται στην προσπάθεια οικοδόμησης ενός συστήματος παρακολούθησης επικοινωνιών σε παγκόσμια κλίμακα που υποστηρίζεται από δορυφόρους, προέρχεται από την ίδια την τεχνική της επικοινωνίας αυτής. Δεν υπάρχει σημείο, από τον οποίο να μπορούν να παρακολουθηθούν όλες οι δορυφορικές επικοινωνίες σε ολόκληρο τον κόσμο (βλ. κεφάλαιο 4,2.5.).

Ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης θα μπορούσε να οικοδομηθεί υπό τρεις προϋποθέσεις:

-   ο λειτουργός διαθέτει σε όλα τα προς τούτο απαραίτητα μέρη του κόσμου ιδία κυριαρχικά εδάφη

-   ο λειτουργός διαθέτει σε όλα τα προς τούτο απαραίτητα μέρη του κόσμου εν μέρει ιδία κυριαρχικά εδάφη και επιπλέον δικαιώματα ως φιλοξενούμενος στα λοιπά μέρη του κόσμου και μπορεί εκεί να λειτουργεί ή να χρησιμοποιεί από κοινού σταθμούς .

-   ο λειτουργός είναι ένας σύνδεσμος των υπηρεσιών πληροφοριών περισσοτέρων χωρών και λειτουργεί το σύστημα στα προς τούτο απαραίτητα μέρη του κόσμου.

Καμία από τις χώρες UKUSA δεν θα μπορούσε να θέσει μόνη της σε λειτουργία ένα παγκόσμιο σύστημα. Οι ΗΠΑ δεν έχουν επίσημες αποικίες. Ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία επίσης δεν διαθέτουν ιδία κυριαρχικά εδάφη εκτός της επικράτειάς τους. Επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα μπορούσε να θέσει από μόνο του σε λειτουργία ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης (βλ. κεφάλαιο 6).

5.1.3.   Η απόδειξη ενός στενού συνδέσμου υπηρεσιών πληροφοριών

Δεν έχει γίνει γνωστό, αν και σε πιο βαθμό οι χώρες UKUSA συνεργάζονται μεταξύ τους σε επίπεδο υπηρεσιών πληροφοριών. Συνήθως, η συνεργασία των υπηρεσιών είναι διμερής και διεξάγεται βάσει της ανταλλαγής αποτιμημένου υλικού. Η ύπαρξη και μόνο παρόμοιας συνεργασίας είναι ήδη πολύ ασυνήθιστο γεγονός. Αν μάλιστα προστεθεί και η τακτική ανταλλαγή μη επεξεργασμένου υλικού, προκύπτει μία τελείως νέα ποιότητα. Μία συνεργασία αυτού του είδους μπορεί να αποδειχθεί μόνον με τεκμήρια.

5.2.   Πώς αναγνωρίζεται ένας σταθμός παρακολούθησης δορυφορικών επικοινωνιών;

5.2.1.   Κριτήριο 1: η δυνατότητα της πρόσβασης στις εγκαταστάσεις

Οι μεγάλες εγκαταστάσεις του οργανισμού τηλεπικοινωνιών, του ραδιοφώνου ή και ερευνητικών οργανισμών, που διαθέτουν μεγάλες κεραίες, είναι προσιτές σε επισκέπτες, κατόπιν προηγούμενης ειδοποίησης. Αυτό δεν ισχύει για τους σταθμούς παρακολούθησης. Οι σταθμοί αυτοί συνήθως βρίσκονται επισήμως υπό τον έλεγχο του στρατού, ο οποίος διενεργεί τουλάχιστον ένα τμήμα της παρακολούθησης από τεχνική άποψη. Έτσι για παράδειγμα, τη λειτουργία των αμερικανικών σταθμών αναλαμβάνουν από κοινού με την NSA η Naval Security Group (NAVSECGRU), η United States Army Intelligence and Security Command, ή η Air Intelligence Agency της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ (AIA). Στους βρετανικούς σταθμούς, η βρετανική Πολεμική Αεροπορία (RAF) είναι υπεύθυνη των εγκαταστάσεων από κοινού με τη βρετανική υπηρεσία πληροφοριών GCHQ. Αυτός ο διακανονισμός επιτρέπει την αυστηρή στρατιωτική φύλαξη της εγκατάστασης και ταυτοχρόνως εξυπηρετεί λόγους συγκάλυψης.

5.2.2.   Κριτήριο 2: το είδος της κεραίας

Σε εγκαταστάσεις που πληρούν το κριτήριο 1, χρησιμοποιούνται διάφοροι τύποι κεραιών, οι οποίες διαφέρουν χαρακτηριστικά ως προς τη μορφή τους. Η μορφή τους δίνει πληροφορίες για το σκοπό της εγκατάστασης παρακολούθησης. Έτσι, διαρθρώσεις επιμηκών ραβδοειδών κεραιών σε δακτύλιο μεγάλης διαμέτρου χρησιμοποιούνται για την ραδιογωνιομετρία σημάτων. Οι επίσης δακτυλιοειδείς διαρθρώσεις ρομβικά μορφοποιημένων κεραιών (οι λεγόμενες κεραίες Pusher) εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Οι κεραίες λήψης από όλες τις κατευθύνσεις ή κατευθυντικές κεραίες, που μοιάζουν με τεράστιες κλασσικές κεραίες τηλεόρασης, χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση μη κατευθυντικών ραδιοσημάτων. Όμως για την λήψη δορυφορικών σημάτων χρησιμοποιούνται μόνον παραβολικές κεραίες. Αν οι παραβολικές κεραίες βρίσκονται ανοιχτά εκτεθειμένες στην ύπαιθρο, μπορεί κανείς γνωρίζοντας την τοποθεσία τους, την γωνία ανύψωσής τους (elevation) και το αζιμούθιο τους, να υπολογίσει ποιού δορυφόρου γίνεται λήψη. Αυτό θα ήταν δυνατό να γίνει π.χ. στο Morwenstow (Ηνωμένο Βασίλειο) ή στην Yakima (ΗΠΑ) ή στο Sugar Grove (ΗΠΑ). Συνήθως όμως, οι παραβολικές κεραίες καλύπτονται κάτω από άσπρες σφαιροειδείς καλύπτρες, τα λεγόμενα Radome, προκειμένου να προστατεύονται, αλλά και για την κάλυψη της κατεύθυνσής τους.

Αν οι παραβολικές κεραίες ή οι καλύπτρες βρίσκονται στον υπαίθριο χώρο ενός σταθμού παρακολούθησης, τότε σίγουρα γίνεται με αυτές λήψη σημάτων από δορυφόρους. Παρόλα αυτά δεν διευκρινίζεται κατ αυτόν τον τρόπο ακόμη, για τι είδους σήματα πρόκειται.

5.2.3.   Κριτήριο 3: το μέγεθος της κεραίας

Οι κεραίες δορυφορικής λήψης μιας εγκατάστασης του κριτηρίου 1 μπορεί να επιτελούν διάφορους σκοπούς :

-   σταθμός λήψης στρατιωτικών δορυφόρων επικοινωνιών

-   σταθμός λήψης κατασκοπευτικών δορυφόρων (εικόνες, ραντάρ)

-   σταθμός λήψης δορυφόρων SIGINT

-   σταθμός λήψης παρακολούθησης πολιτικών δορυφόρων επικοινωνίας

Εξωτερικά, δεν διακρίνεται από τις κεραίες ή τις καλύπτρες ο σκοπός που εξυπηρετούν. Όμως, από τη διάμετρο της κεραίας μπορεί κανείς εν μέρει να κρίνει ποιόν σκοπό έχει. Για τους μη στρατιωτικούς δορυφόρους επικοινωνιών, υπάρχουν όμως τεχνικώς επιβεβλημένα ελάχιστα μεγέθη για κεραίες οι οποίες θέλουν να λαμβάνουν το λεγόμενο “global beam” στην ζώνη C της διεθνούς επικοινωνίας που στηρίζεται σε δορυφόρους. Στην πρώτη γενιά αυτών των δορυφόρων, απαιτούνταν κεραίες με διάμετρο 25 έως 30 μέτρων περίπου, ενώ σήμερα μια διάμετρος 15 έως 20 μέτρων είναι επαρκής. Το αυτόματο φιλτράρισμα των αναχαιτιζόμενων σημάτων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή απαιτεί μία όσο το δυνατόν καλύτερη ποιότητα σήματος, για το λόγο αυτό επιλέγονται ανάλογα κεραίες με μέγεθος που αγγίζει τα ανώτατα από τα παραπάνω όρια.

Και για τις στρατιωτικές επικοινωνίες υπάρχουν για τις κεντρικές διοικήσεις δύο τύποι κεραιών με διάμετρο περίπου 18 μέτρων (AN/FSC-78 και AN/FSC-79). Ωστόσο, οι περισσότερες κεραίες για στρατιωτικές επικοινωνίες έχουν πολύ μικρότερη διάμετρο, διότι πρέπει να είναι φορητές (τακτικοί σταθμοί).

Στους σταθμούς εδάφους για λήψη δορυφόρων SIGINT, λόγω της φύσης του λαμβανόμενου σήματος (υψηλή διαμόρφωση και υψηλή συχνότητα) δεν απαιτούνται παρά μικρές κεραίες. Το ίδιο ισχύει και για τις κεραίες λήψης των σημάτων των κατασκοπευτικών δορυφόρων.

Εάν σε μια εγκατάσταση βρίσκονται δύο δορυφορικές κεραίες διαμέτρου μεγαλύτερης των 18 μέτρων, τότε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι γίνεται παρακολούθηση μη στρατιωτικών επικοινωνιών. Σε περίπτωση σταθμού που φιλοξενεί τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ, μία από τις κεραίες μπορεί να εξυπηρετεί και στρατιωτικές επικοινωνίες.

5.2.4. Κριτήριο 4: Στοιχεία από επίσημες πηγές

Για ορισμένους σταθμούς διαθέτουμε ακριβείς περιγραφές του αντικειμένου τους από επίσημες πηγές. Ως επίσημες πηγές νοούνται εδώ πληροφορίες από την κυβέρνηση και από στρατιωτικές μονάδες.

Εφόσον ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τα άλλα κριτήρια είναι περιττά, προκειμένου να χαρακτηριστεί ένας σταθμός ως σταθμός παρακολούθησης μη στρατιωτικών επικοινωνιών.

5.3.   Πορίσματα που έχουν δημοσιοποιηθεί σχετικά με γνωστούς σταθμούς παρακολούθησης

5.3.1. Μέθοδος

Προκειμένου να διαπιστωθεί ποιοι σταθμοί ανταποκρίνονται στα κριτήρια που αναφέρονται στο κεφάλαιο 5.2. και αποτελούν τμήμα του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης και ποιες αποστολές έχουν, αξιολογήθηκαν η επί του παρόντος αντιφατική βιβλιογραφία (Hager(41), Richelson(42), Campbell(43)), αποχαρακτηρισμένα έγγραφα(44), η ιστοσελίδα της Federation of American Scientists(45) καθώς και ιστοσελίδες των φορέων εκμετάλλευσης (46) (NSA, AIA, κ.ά.) και άλλες δημοσιεύσεις του Ιντερνέτ. Για τον νεοζηλανδικό σταθμό του Waihopai υπάρχει επίσημη περιγραφή του αντικειμένου του από την κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας.(47) Πέραν αυτών συλλέχθηκαν οι ζώνες φωτισμού των δορυφόρων επικοινωνιών, υπολογίσθηκαν τα αναγκαία μεγέθη των κεραιών, και καταχωρήθηκαν από κοινού με τους πιθανούς σταθμούς σε παγκόσμιους χάρτες.

5.3.2. Ακριβής ανάλυση

Για την εκμετάλλευση ισχύουν οι ακόλουθες αρχές που συνδέονται με τη φυσική της δορυφορικής επικοινωνίας (βλ. και κεφάλαιο 4):

-   μία δορυφορική κεραία μπορεί να συλλάβει μόνο αυτό το οποίο ευρίσκεται εντός της ζώνης φωτισμού, στην οποία αυτή ευρίσκεται. Προκειμένου να μπορέσει να λάβει επικοινωνία που τρέχει κυρίως στις ζώνες C και Ku, πρέπει μία κεραία να βρίσκεται εντός των ζωνών φωτισμού που περιέχουν τις ζώνες C ή Ku.

-   Για κάθε παγκόσμια ακτίνα είναι αναγκαία μία δορυφορική κεραία, ακόμη και όταν οι ακτίνες δύο δορυφόρων επικαλύπτονται.

-   Εάν ένας δορυφόρος έχει περισσότερες ζώνες φωτισμού από την παγκόσμια ακτίνα μόνο, πράγμα το οποίο είναι χαρακτηριστικό για τις σημερινές γενεές δορυφόρων, δεν είναι δυνατόν με μία μοναδική δορυφορική κεραία πλέον να συλληφθεί η συνολικά τρέχουσα επικοινωνία μέσω αυτών των δορυφόρων, λόγω του ότι μία μόνη δορυφορική κεραία δεν μπορεί να βρίσκεται σε όλες τις ζώνες φωτισμού του δορυφόρου. Για τη σύλληψη της Hemi-Beams και της Global-Beams ενός δορυφόρου είναι κατά συνέπεια αναγκαίες δύο δορυφορικές κεραίες σε διαφορετικές περιοχές (βλ. παράσταση των ζωνών φωτισμού στο κεφάλαιο 4). Εφόσον προστεθούν και άλλες ακτίνες (Zonebeam και Spotbeam) είναι αναγκαίες περαιτέρω δορυφορικές κεραίες. Περισσότερες από μία επικαλυπτόμενες ακτίνες ενός δορυφόρου μπορούν κατ' αρχήν να συλληφθούν από μία δορυφορική κεραία, λόγω του ότι είναι δυνατόν από τεχνική άποψη να διαχωρισθούν ορισμένες ζώνες συχνοτήτων κατά την υποδοχή· αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση του λόγου σήματος προς θόρυβο.

Πέραν αυτού ισχύουν οι προϋποθέσεις που έχουν αναφερθεί στο κεφάλαιο 5.2.: η μη πρόσβαση των εγκαταστάσεων λόγω του ότι αυτές λειτουργούν από τον στρατό(48), λόγω του ότι για την υποδοχή σημάτων δορυφόρων είναι αναγκαίες δορυφορικές κεραίες και ότι το μέγεθος των δορυφορικών κεραιών για τη σύλληψη της ζώνης C στην Global-Beam για την πρώτη γενεά INTELSAT πρέπει να έχει μέγεθος τουλάχιστον 30 μέτρων, για τις επόμενες γενεές περισσότερο από 15 έως 18 μέτρα. Ως πηγές για το ρόλο των σταθμών ως σταθμών παρακολούθησης χρησιμοποιήθηκαν οι επίσημες περιγραφές αντικειμένου που υπάρχουν για ορισμένους σταθμούς.

Η παράλληλη πορεία της ανάπτυξης του INTELSAT με την κατασκευή σταθμών

Ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης πρέπει να διευρύνεται με την πρόοδο της επικοινωνίας. Με την αρχή της δορυφορικής επικοινωνίας πρέπει κατά συνέπεια να συμβαδίζει η δημιουργία σταθμών, και με την εισαγωγή νέων γενεών δορυφόρων η δημιουργία νέων σταθμών καθώς και η κατασκευή νέων δορυφορικών κεραιών, που ανταποκρίνονται στις εκάστοτε απαιτήσεις. Ο αριθμός των σταθμών και ο αριθμός των δορυφορικών κεραιών πρέπει τότε πάντοτε να μεγαλώνει, όταν είναι αναγκαίος για τη σύλληψη της επικοινωνίας.

Αντιθέτως, όταν λοιπόν εκεί όπου προστίθενται νέες ζώνες φωτισμού δημιουργούνται νέοι σταθμοί και κατασκευάζονται νέες δορυφορικές κεραίες, δεν πρόκειται για σύμπτωση, αλλά είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως ένδειξη για την ύπαρξη νέων σταθμών παρακολούθησης για επικοινωνίες.

Λόγω του ότι οι δορυφόροι INTELSAT ήταν οι πρώτοι δορυφόροι επικοινωνιών οι οποίοι, πέραν αυτού, κάλυψαν όλη την υδρόγειο σφαίρα, είναι λογικό ότι η δημιουργία και μεγέθυνση των σταθμών συμβαδίζει με τις γενεές του INTELSAT.

Η πρώτη παγκόσμια γενεά

Ήδη το 1965 τέθηκε ο πρώτος δορυφόρος INTELSAT (Early Bird) σα γεωστατική τροχιά. Η ικανότητά του μετάδοσης ήταν ακόμη μικρή και το αποτύπωμα δέσμης του εκτεινόταν μόνο πάνω από το βόρειο ημισφαίριο.

Με τις γενεές INTELSAT II και III, που τέθηκαν σε λειτουργία το 1967 και το 1968, επιτεύχθηκε για πρώτη φορά μία παγκόσμια κάλυψη. Οι Global-Beams των δορυφόρων κάλυπταν τον τομέα του Ατλαντικού, του Ειρηνικού και του Ινδικού. Μικρότερα αποτυπώματα δέσμης δεν υπήρχαν ακόμη. Για τη σύλληψη του συνόλου της επικοινωνίας ήταν, κατά συνέπεια, απαραίτητες τρεις δορυφορικές κεραίες. Λόγω του ότι επικαλύπτονταν πάνω από τον ευρωπαϊκό χώρο δύο Global-Beams, ήταν δυνατόν να συλληφθούν σ' αυτή την περιοχή σε ένα σταθμό με δύο δορυφορικές κεραίες διαφορετικής κατεύθυνσης τα παγκόσμια αποτυπώματα δέσμης δύο δορυφόρων.

Πρώτη γενεά δορυφόρων του INTELSAT που λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο

INTELSAT Ατλαντικού Ωκεανού   INTELSAT Ινδικού Ωκεανού   INTELSAT Ειρηνικού Ωκεανού

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ιδρύθηκε ο σταθμός Yakima στο βορειοδυτικό τμήμα των ΗΠΑ, το 1972/73 ο σταθμός Morwenstow στη Νότια Αγγλία. Ο σταθμός Yakima είχε τότε μία μεγάλη κεραία (προς την κατεύθυνση του Ειρηνικού), ο σταθμός Morwenstow είχε δύο μεγάλες κεραίες (μία προς την κατεύθυνση του Ατλαντικού και μία προς την κατεύθυνση του Ινδικού Ωκεανού). Λόγω της θέσης των δύο σταθμών ήταν δυνατή η σύλληψη του συνόλου των επικοινωνιών.

Η δεύτερη παγκόσμια γενεά

Η δεύτερη γενεά των δορυφόρων INTELSAT (IV και IVA) αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του '70 και τέθηκε σε γεωστατική τροχιά (1971 και 1975). Οι νέοι δορυφόροι οι οποίοι διασφάλιζαν επίσης μια παγκόσμια κάλυψη και διέθεταν σημαντικά περισσότερες διαύλους επικοινωνίας (4000 – 6000), είχαν παράλληλα με την Global-Beam και Zone-Beams στο βόρειο ημισφαίριο (βλέπε κεφάλαιο 4). Μία Zone-Beam κάλυπτε το ανατολικό τμήμα των ΗΠΑ, μία το δυτικό των ΗΠΑ, μία τη Δυτική Ευρώπη και μία άλλη την Ανατολική Ασία. Με δύο σταθμούς με τρεις δορυφορικές κεραίες δεν ήταν πλέον δυνατή η σύλληψη του συνόλου των επικοινωνιών. Με τους υπάρχοντες σταθμούς στην Yakima μπορούσε να καλυφθεί η Zone-Beam στο δυτικό τμήμα των ΗΠΑ, με το σταθμό Morwenstow η Zone-Beam πάνω από την Ευρώπη. Για τη σύλληψη των δύο περαιτέρω Zone-Beams ήταν αναγκαίος ένας σταθμός στο ανατολικό τμήμα των ΗΠΑ και ένας άλλος στο χώρο της Ανατολικής Ασίας.

Δεύτερη γενεά δορυφόρων του INTELSAT που λειτουργεί σε παγκόσμιο επίπεδο

INTELSAT Ατλαντικού Ωκεανού   INTELSAT Ινδικού Ωκεανού   INTELSAT Ειρηνικού Ωκεανού

Κατά το τέλος της δεκαετίας του '70 κατασκευάστηκε ο σταθμός Sugar Grove στις ανατολικές ΗΠΑ (ο σταθμός υπήρχε ήδη για την παρακολούθηση ρωσικών επικοινωνιών)· τέθηκε σε λειτουργία το 1980. Επίσης κατά το τέλος της δεκαετίας του '70 ιδρύθηκε ένας σταθμός στο Χονγκ Κονγκ.

Κατ' αυτό τον τρόπο, με τους τέσσερις σταθμούς – Yakima, Morwenstow, Sugar Grove και HongKong – ήταν δυνατή κατά τη δεκαετία του '80 η παγκόσμια παρακολούθηση των επικοινωνιών INTELSAT.

Οι μεταγενέστεροι δορυφόροι INTELSAT με Zone-Beams και Spot-Beams συμπληρωματικά με τους δορυφόρους των Global-Beams και Hemi-Beams κατέστησαν αναγκαίους περαιτέρω σταθμούς σε διάφορα σημεία του κόσμου. Εν προκειμένω είναι δύσκολο, με βάση τις μέχρι στιγμής διαθέσιμες πληροφορίες, να τεκμηριωθεί μια συσχέτιση μεταξύ της δημιουργίας περαιτέρω σταθμών ή της τοποθέτησης περαιτέρω δορυφορικών κεραιών.

Λόγω του ότι πέραν αυτού είναι πολύ δύσκολη η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με σταθμούς, δεν είναι δυνατόν να διερευνηθεί ακριβώς ποιοι δορυφόροι συλλαμβάνονται με ποιες δέσμες. Είναι όμως ωστόσο δυνατόν να διαπιστωθεί σε ποιες δέσμες βρίσκονται γνωστοί σταθμοί.

Η παγκόσμια κάλυψη από σταθμούς που είναι προφανές ότι παρακολουθούν δορυφόρους επικοινωνιών

Σήμερα διασφαλίζεται παγκόσμια δορυφορική επικοινωνία με δορυφόρους της INTELSAT, INMARSAT και INTERSPUTNIK. Ο καταμερισμός σε τρία αποτυπώματα δέσμης (ινδικός, ειρηνικός και ατλαντικός τομέας) διατηρήθηκε όπως και κατά τις πρώτες γενεές δορυφόρων.

Σε καθένα από τα αποτυπώματα δέσμης υπάρχουν σταθμοί για τους οποίους συμπίπτουν τα για τους σταθμούς παρακολούθησης χαρακτηριστικά κριτήρια:

Δορυφόροι υπεράνω του Ινδικού Ωκεανού:

INTELSAT 604 (60°Ανατολικά), 602 (62°Ανατολικά), 804 (64°Ανατολικά), 704 (66°Ανατολικά)

EXPRESS 6A (80°Ανατολικά)

INMARSAT τομέας Ινδικού Ωεκανού

Geraldton, Αυστραλία

Pine Gap, Αυστραλία

Morwenstow, Αγγλία

Menwith Hill, Αγγλία

INTELSAT APR1 (83°), APR-2 (110,5°)

Geraldton, Αυστραλία

Pine Gap, Αυστραλία

Misawa, Ιαπωνία

Δορυφόροι υπεράνω του Ειρηνικού :

INTELSAT 802 (174°), 702 (176°), 701 (180°)

GORIZONT 41 (130°Ανατολικά), 42 (142°Ανατολικά), LM-1 (75°Ανατολικά)

INMARSAT τομέας Ειρηνικού Ωκεανού

Waihopai, Νέα Ζηλανδία

Geraldton, Αυστραλία

Pine Gap, Αυστραλία

Misawa, Ιαπωνία

Yakima, USA – μόνο Intelsat και Inmarsat

Δορυφόροι υπεράνω του Ατλαντικού :

INTELSAT 805 (304,5°), 706 (307°), 709 (310°)

601 (325,5°), 801 (328°), 511(330,5°), 605 (332,5°), 603 (335,5°), 705 (342°)

EXPRESS 2 (14°Δυτικά), 3A (11°Δυτικά)

INMARSAT τομέας Ατλαντικού Ωκεανού

Sugar Grove, ΗΠΑ

Buckley Field, ΗΠΑ

Sabana Seca, Πόρτο Ρίκο

Morwenstow, Αγγλία

Menwith Hill, Αγγλία

INTELSAT 707 (359°)

Morwenstow, Αγγλία

Menwith Hill, Αγγλία

Με αυτόν τον τρόπο καταδεικνύεται ότι είναι δυνατή μια παγκόσμια παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών.

Πέραν αυτών, υπάρχουν και σταθμοί στους οποίους δεν συντρέχει το κριτήριο του μεγέθους της κεραίας, και για τους οποίους δεν υπάρχουν άλλα σαφή στοιχεία, που είναι ωστόσο δυνατόν να αποτελούν αυτά τμήμα του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης. Με τους σταθμούς αυτούς θα ήταν δυνατόν π.χ. να συλληφθούν οι Zone-Beams ή Spot-Beams δορυφόρων, των οποίων οι Global-Beams παρακολουθούνται από άλλους σταθμούς, ή για την Global-Beam των οποίων είναι αναγκαίες μεγάλες δορυφορικές κεραίες.

Οι σταθμοί λεπτομερειακά

Στην λεπτομερή περιγραφή σταθμών γίνεται διάκριση μεταξύ σταθμών οι οποίοι παρακολουθούν σαφώς δορυφόρους επικοινωνιών (κριτήρια από το κεφάλαιο 5.2) και σταθμών των οποίων η αποστολή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με βεβαιότητα με τη βοήθεια των ανωτέρω κριτηρίων.

Σταθμοί για την παρακολούθηση δορυφόρων επικοινωνιών

Τα εις το κεφάλαιο 5.2. περιγραφόμενα κριτήρια τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν ως ενδείξεις για ένα σταθμό παρακολούθησης δορυφόρων επικοινωνιών αποδεικνύονται αληθή για τους ακόλουθους σταθμούς:

Yakima, ΗΠΑ (120°Δυτικά, 46°Βόρεια)

Ο σταθμός ιδρύθηκε στη δεκαετία του 1970 συγχρόνως με την πρώτη γενεά δορυφόρων. Από το 1995 σταθμεύει εκεί η Intelligence Agency (AIA) με την 544η Intelligence Group (Detachment 4). Σταθμεύει επίσης εκεί η Naval Security Group (NAVSECGRU). Στον χώρο αυτό έχουν εγκατασταθεί έξι δορυφορικές κεραίες, για το μέγεθος των οποίων δεν προκύπτει τίποτα από τις πηγές. Ο Hager περιγράφει τις δορυφορικές κεραίες ως μεγάλες και δίνει την κατεύθυνσή τους προς δορυφόρους Intelsat υπεράνω του Ειρηνικού Ωκεανού (2 δορυφορικές κεραίες) και προς τον δορυφόρο Intelsat υπεράνω του Ατλαντικού, καθώς και την κατεύθυνση προς τον δορυφόρο Inmarsat 2.

Η ημερομηνία ίδρυσης του σταθμού Yakima συγχρόνως με την πρώτη γενεά δορυφόρων ersten Intelsat καθώς και η γενική περιγραφή καθηκόντων της 544ης Intelligence Group συνηγορούν για το ρόλο του σταθμού Yakima όσον αφορά την παγκόσμια παρακολούθηση των επικοινωνιών. Μία άλλη σχετική ένδειξη είναι η εγγύτητα του σταθμού Yakima προς ένα συνήθη σταθμό λήψης δορυφόρων, ο οποίος βρίσκεται 100 μίλια βορειότερα.

Sugar Grove, USA (80°Δυτικά, 39°Βόρεια)

Ο σταθμός Sugar Grove ιδρύθηκε συγχρόνως με τη θέση σε λειτουργία της δεύτερης γενεάς δορυφόρων Intelsat κατά το τέλος της δεκαετίας του "70. Σταθμεύουν εδώ οι NAVSECGRU καθώς και η AIA με την 544η Intelligence Group (Detachment 3). Ο σταθμός διαθέτει, σύμφωνα με στοιχεία διαφόρων συγγραφέων, 10 δορυφορικές κεραίες, εκ των οποίων τρεις είναι μεγαλύτερες από 18 μέτρα (18,2 μέτρα, 32,3 μέτρα και 46 μέτρα) και κατ' αυτό τον τρόπο είναι σαφές ότι έχουν την αρμοδιότητα της παρακολούθησης δορυφόρων επικοινωνιών. Μία αποστολή του Detachment 3 της 544ης IG στο σταθμό είναι να διαθέτει "υποστήριξη πληροφοριών" για τη συλλογή πληροφοριών δορυφόρων επικοινωνιών από τους σταθμούς εκστρατείας του Ναυτικού.(49)

Πέραν αυτού, ο σταθμός Sugar Grove βρίσκεται κοντά (60 μίλια) στον συνήθη δορυφορικό σταθμό στο Etam.

Sabana Seca, Πόρτο Ρίκο (66°Δυτικά, 18°Βόρεια)

Το 1952 εγκαταστάθηκε η NAVSECGRU στη Sabana Seca. Από το 1995 ευρίσκεται εκεί και η AIA με την 544η IG (Detachment 2). Ο σταθμός έχει τουλάχιστον μία δορυφορική κεραία διαμέτρου 32μέτρων και 4 άλλες δορυφορικές κεραίες.

Αποστολή του σταθμού είναι, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η επεξεργασία δορυφορικής επικοινωνίας ("performing satellite communication processing"), "κρυπτογραφική και υπηρεσία επικοινωνιών " καθώς και η υποστήριξη του Ναυτικού και αποστολών της DoD (μεταξύ άλλων, συλλογή πληροφοριών του COMSAT (από περιγραφή της 544ης IG)). Στο μέλλον η Sabana Seca θα καταστεί ο πρώτος σταθμός εκστρατείας για την ανάλυση και επεξεργασία δορυφορικής επικοινωνίας.

Morwenstow, Αγγλία (4°Δυτικά, 51°Βόρεια)

Ο σταθμός Morwenstow ιδρύθηκε συγχρόνως με τον Yakima με την πρώτη γενεά δορυφόρων Intelsat κατά τις αρχές της δεκαετίας του '70. Φορέας λειτουργίας του Morwenstow είναι η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών (GCHQ). Στο Morwenstow είναι εγκατεστημένες περίπου . 21 δορυφορικές κεραίες, δύο εκ των οποίων με διάμετρο 30 μέτρων· όσον αφορά το μέγεθος των άλλων κεραιών δεν υπάρχουν στοιχεία.

Όσον αφορά την αποστολή του σταθμού, δεν είναι τίποτα γνωστό από επίσημη πλευρά, το μέγεθος και ο αριθμός των δορυφορικών κεραιών καθώς και η θέση της μόνο 110 χλμ. από το σταθμό της Telekom στο Goonhilly δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τη λειτουργία του σταθμού ως σταθμού παρακολούθησης για δορυφόρους επικοινωνιών.

Menwith Hill, Αγγλία (2°Δυτικά, 53°Βόρεια)

Ο σταθμός του Menwith Hill ιδρύθηκε το 1956, και το 1974 διετίθεντο ήδη 8 δορυφορικές κεραίες. Εν τω μεταξύ έχουν εγκατασταθεί εκεί περίπου 30 δορυφορικές κεραίες, από τις οποίες ορισμένες έχουν διάμετρο μεγαλύτερη των 20 μέτρων. Τουλάχιστον μία από τις μεγάλες κεραίες, ασφαλώς όμως όχι όλες, είναι κεραία λήψης στρατιωτικών επικοινωνιών (AN/FSC-78). Στο Menwith Hill συνεργάζονται Βρετανοί και Αμερικανοί. Από την αμερικανική πλευρά βρίσκονται εκεί η NAVSECGRU, η AIA (451η IOS) καθώς και το INSCOM, που έχει τη διοίκηση του σταθμού. Το γήπεδο στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο σταθμός Menwith Hill ανήκει στο Υπουργείο Άμυνας της Αγγλίας και έχει εκμισθωθεί στην αμερικανική κυβέρνηση. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία αποστολή του Menwith Hill είναι "να παρέχει ταχεία ραδιοεπικοινωνία και να διενεργεί έρευνα επικοινωνιών". Σύμφωνα με δηλώσεις του Richelson και της Federation of American Scientists ο Menwith Hill είναι τόσο επίγειος σταθμός για κατασκοπευτικούς δορυφόρους όσο και σταθμός παρακολούθησης ρωσικών δορυφόρων επικοινωνιών.

Geraldton, Αυστραλία (114°Ανατολικά, 28°Νότια)

Ο σταθμός υπάρχει από τις αρχές της δεκαετίας του '90. Η διοίκηση του σταθμού ανήκει στις μυστικές υπηρεσίες της Αυστραλίας (DSD), οι Βρετανοί, οι οποίοι προηγουμένως ήταν σταθμευμένοι στο Χονγκ Κονγκ (βλ. ανωτέρω) ανήκουν τώρα στο προσωπικό αυτού του σταθμού. Τέσσερις δορυφορικές κεραίες ίδιου μεγέθους (διάμετρος περίπου 20 μέτρων) είναι σύμφωνα με δήλωση του Hager στραμμένες σε δορυφόρους υπεράνω του Ινδικού Ωκεανού και σε δορυφόρους υπεράνω του Ειρηνικού Ωκεανού.

Σύμφωνα με στοιχεία που κατέθεσε ενόρκως εμπειρογνώμων από το Κοινοβούλιο της Αυστραλίας, στο Geraldton παρακολουθούνται δορυφόροι μη στρατιωτικών επικοινωνιών.(50)

Pine Gap, Αυστραλία (133°Ανατολικά, 23°Νότια)

Ο σταθμός στο Pine Gap ιδρύθηκε το 1966. Τη διοίκηση την έχουν οι μυστικές υπηρεσίες της Αυστραλίας (DSD)· τα μισά από τα εκεί σταθμεύοντα περίπου 900 πρόσωπα είναι Αμερικανοί της CIA και της NAVSECGRU.(51)

Ο σταθμός Pine Gap έχει 18 δορυφορικές κεραίες, εκ των οποίων μία με διάμετρο . 30 περίπου μέτρων και μία με διάμετρο 20 περίπου μέτρων. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία καθώς και στοιχεία διαφόρων συγγραφέων, ο σταθμός είναι από την έναρξη λειτουργίας του επίγειος σταθμός για δορυφόρους SIGINT. Από εδώ ελέγχονται και καθοδηγούνται διάφοροι κατασκοπευτικοί δορυφόροι καθώς και λαμβάνονται, γίνεται η επεξεργασία τους και αναλύονται τα σήματά τους. Οι μεγάλες δορυφορικές κεραίες συνηγορούν όμως και για την παρακολούθηση δορυφόρων επικοινωνιών, λόγω του ότι για τους δορυφόρους SIGINT δεν απαιτούνται μεγάλες δορυφορικές κεραίες. Έως το 1980 αποκλείονταν Αυστραλοί από το τμήμα ανάλυσης των σημάτων, αλλά έκτοτε έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε όλα εκτός από τον εθνικό κρυπτογραφικό χώρο των Αμερικανών.

Misawa, Ιαπωνία (141°Ανατολικά, 40°Βόρεια)

Ο σταθμός στη Misawa δημιουργήθηκε το 1948 για κεραία HFDF· σταθμεύουν εκεί Ιάπωνες και Αμερικανοί. Από την αμερικανική πλευρά είναι εγκατεστημένες εκεί η NAVSECGRU, η INSCOM καθώς και ορισμένες ομάδες της AIA (544ξ IG, 301η IS,). Στο χώρο του σταθμού υπάρχουν περίπου 14 δορυφορικές κεραίες, από τις οποίες ορισμένες έχουν διάμετρο 20 περίπου μέτρων (εκτίμηση). Η Misawa χρησιμεύει επισήμως ως "Κέντρο Κρυπτογραφικών Επιχειρήσεων" Σύμφωνα με στοιχεία του Richelson παρακολουθούνται με τη βοήθεια της Misawa οι ρωσικοί δορυφόροι Molnyia καθώς και άλλοι ρωσικοί δορυφόροι επικοινωνιών.

Waihopai, Νέα Ζηλανδία (173°Ανατολικά, 41°Νότια)(52)

Ο σταθμός Waihopai υπάρχει από το 1989. Έκτοτε υπάρχει μία μεγάλη κεραία με 18 μέτρα διάμετρο, ενώ μία δεύτερη κατασκευάστηκε αργότερα. Αποστολή του Waihopai, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του GCSB (Γενικού Γραφείου Ασφάλειας Επικοινωνιών) η παρακολούθηση δορυφόρων επικοινωνιών και η αποκρυπτογράφηση και επεξεργασία σημάτων.(53)

Επειδή ο σταθμός διαθέτει μόνο δύο δορυφορικές κεραίες, οι νεοζηλανδικές μυστικές υπηρεσίες μπορούν να συλλαμβάνουν μικρό μόνο μέρος των επικοινωνιών στο χώρο του Ειρηνικού. Επομένως, ο σταθμός έχει νόημα μόνο σε σύνδεση με έναν άλλο σταθμό στην ίδια περιοχή. Κατά τον Hager, "αδελφός" σταθμός του Waihopai είναι ο σταθμός Geraldton στην Αυστραλία.(54)

Χονγκ Κονγκ (22°Βόρεια, 114°Ανατολικά)

Ο σταθμός ιδρύθηκε κατά το τέλος της δεκαετίας του '70 συγχρόνως με τη δεύτερη γενεά INTELSAT και είχε εξοπλισθεί με μεγάλες δορυφορικές κεραίες. Όσον αφορά τα ακριβή μεγέθη δεν υπάρχουν στοιχεία. Το 1994 άρχισε η διάλυση του σταθμού του Χονγκ Κονγκ και οι κεραίες μεταφέρθηκαν στην Αυστραλία. Ποιοι σταθμοί ανέλαβαν την αποστολή του Χονγκ Κονγκ δεν είναι σαφές: Geraldton, Pine Gap ή όμως ο σταθμός Misawa στην Ιαπωνία.

Ενδεχομένως, καταμερίστηκαν οι αποστολές σε διάφορους σταθμούς.

Άλλοι σταθμοί

Στους ακόλουθους σταθμούς δεν είναι δυνατόν με τη βοήθεια των ανωτέρω αναφερθέντων κριτηρίων να τεκμηριωθεί σαφώς η λειτουργία τους:

Leitrim, Καναδάς (75°Δυτικά, 45°Βόρεια)

Ο σταθμός Leitrim είναι τμήμα ενός προγράμματος ανταλλαγών μεταξύ καναδικών και αμερικανικών στρατιωτικών μονάδων. Για το λόγο αυτό σταθμεύουν στο Leitrim, σύμφωνα με στοιχεία του Ναυτικού, περίπου 30 πρόσωπα. Το 1985 εγκαταστάθηκε η πρώτη από 4 δορυφορικές κεραίες, από τις οποίες οι δύο μεγαλύτερες έχουν διάμετρο μόνο 12 μέτρα περίπου (εκτίμηση).

Αποστολή του σταθμού είναι, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, "η κρυπτογραφική βαθμολόγηση" και η παρακολούθηση διπλωματικών επικοινωνιών.

Bad Aibling, Γερμανία (12°Ανατολικά, 47°Βόρεια)

Στο σταθμό κοντά στο Bad Aiblings, εργάζονται αυτή την περίοδο περίπου 750 Αμερικανοί. Στο Bad Aibling σταθμεύουν η INSCOM (66η IG, η 718 IG), η οποία έχει τη διοίκηση του σταθμού, η NAVSECGRU, καθώς και διάφορες ομάδες της AIA (402nd IG, 26th IOG). Υπάρχουν εκεί εγκατεστημένες 14 δορυφορικές κεραίες, από τις οποίες καμία δεν είναι μεγαλύτερη από 18 μέτρα. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, έχει το Bad Aibling τις ακόλουθες αποστολές: "ταχεία ραδιοζεύξη και ασφαλείς επικοινωνίες, υποστήριξη στο Υπουργείο Άμυνας και ενοποιημένες διοικήσεις, μεσαίες και μακρές επικοινωνίες HFκαι επικοινωνίες δορυφόρων, έρευνα στη φυσική των επικοινωνιών, εξοπλισμός δοκιμών και αξιολόγηση επικοινωνιών". Σύμφωνα με τον Richelson είναι το Bad Aibling επίγειος σταθμός για δορυφόρους SIGINT και σταθμός παρακολούθησης για ρωσικούς δορυφόρους επικοινωνιών. Σύμφωνα με απόφαση του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας, ο σταθμός πρόκειται να κλείσει στις 30 Σεπτεμβρίου 2002. Το προσωπικό θα μετατεθεί σε άλλες μονάδες.(55)

Άγιος Νικόλαος, Κύπρος (32°Ανατολικά, 35°Βόρεια)

Ο Άγιος Νικόλαος στην Κύπρο είναι βρετανικός σταθμός. Οι αποστολές του σταθμού με 14 δορυφορικές κεραίες, των οποίων το μέγεθος είναι άγνωστο, κατανέμονται σε δύο μονάδες, στην "Signals Regiment Radio" και στην "Signals Unit (RAF)".

Η θέση του Αγίου Νικολάου πλησίον των αραβικών κρατών και το γεγονός ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι ο μοναδικός σταθμός εντός ορισμένων αποτυπωμάτων δέσμης (κυρίως Spot-Beams) σ' αυτόν τον τομέα, συνηγορούν για τον σημαντικό ρόλο αυτού του σταθμού στην απόκτηση πληροφοριών.

Shoal Bay, Αυστραλία (134°Ανατολικά, 13°Νότια)

Ο σταθμός Shoal Bay είναι σταθμός που λειτουργεί μόνο από την Υπηρεσία Πληροφοριών της Αυστραλίας. Εικάζεται ότι ο σταθμός έχει 10 δορυφορικές κεραίες των οποίων το μέγεθος δεν περιγράφεται εγγύτερα. Σε φωτογραφίες που φαίνονται οι δορυφορικές κεραίες έχουν οι μεγαλύτερες 5 διάμετρο 8 μέτρων κατ' ανώτατο όριο, η διακρινόμενη έκτη κεραία είναι ακόμη μικρότερη. Σύμφωνα με στοιχεία του Richelson οι κεραίες είναι στραμμένες στον δορυφόρο της Ινδονησίας PALAPA. Εάν ο σταθμός αποτελεί τμήμα του παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης μη στρατιωτικών επικοινωνιών είναι ασαφές.

Guam, Ειρηνικός Ωκεανός (144°Ανατολικά, 13°Νότια)

Ο σταθμός του Guam υπάρχει από το 1898. Σήμερα υπάρχει εκεί ένας ναυτικός σταθμός πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών, στον οποίο σταθμεύουν οι 544th IG της AIA καθώς και δυνάμεις του ναυτικού.

Στο σταθμό υπάρχουν τουλάχιστον 4 δορυφορικές κεραίες, δύο από τις οποίες έχουν διάμετρο περίπου 15 μέτρων.

Kunia, Χαβάη (158°Δυτικά, 21°Βόρεια)

Ο σταθμός αυτός είναι από το 1993 περιφερειακό κέντρο επιχειρήσεων ασφάλειας (RSOC) σε λειτουργία, και λειτουργεί από την NAVSECGRU και την AIA. Στις αποστολές του συμπεριλαμβάνεται η διάθεση πληροφοριών και επικοινωνίας καθώς και κρυπτογραφική υποστήριξη. Η λειτουργία της Kunia παραμένει ασαφής.

Buckley Field, ΗΠΑ, Denver Κολοράντο (104°Δυτικά, 40°Βόρεια)

Ο σταθμός ιδρύθηκε το 1972. Σταθμεύει εκεί η 544η IG (Det. 45). Στο σταθμό υπάρχουν περίπου 5 δορυφορικές κεραίες εκ των οποίων 4 έχουν διάμετρο περίπου 20 μέτρων. Επίσημη αποστολή του σταθμού είναι να συλλέγει δεδομένα για πυρηνικά γεγονότα από τους δορυφόρους SIGINT, να τα αξιολογεί και να τα αναλύει.

Medina Annex, ΗΠΑ Τέξας (98°Δυτικά, 29°Βόρεια)

Η Medina είναι, όπως και η Kunia, ένα περιφερειακό κέντρο επιχειρησιακής ασφάλειας – που ιδρύθηκε το 1993 – που λειτουργεί με μονάδες της NAVSECGRU και της AIA με αποστολές στην Καραϊβική.

Fort Gordon (81°Δυτικά, 31°Βόρεια)

Ο σταθμός Fort Gordon είναι επίσης ένα περιφερειακό κέντρο επιχειρησιακής ασφάλειας, που λειτουργεί από την INSCOM και την AIA (702nd IG, 721st IB, 202nd IB, 31st IS) με ασαφείς αποστολές.

Fort Mead, ΗΠΑ (76°Δυτικά, 39°Βόρεια)

Ο σταθμός Fort Mead είναι το επιτελείο της NSA.

5.3.3. Σύνοψη των αποτελεσμάτων

Τα ακόλουθα συμπεράσματα συνάγονται από τα συλλεγέντα δεδομένα σχετικά με τους σταθμούς, τους δορυφόρους και τις ανωτέρω περιγραφείσες προϋποθέσεις:

1.   Υπάρχουν σε κάθε αποτύπωμα δέσμης σταθμοί παρακολούθησης για τουλάχιστον ορισμένες από τις Global-Beams με εκάστοτε τουλάχιστον μία κεραία με διάμετρο μεγαλύτερη των 20 μέτρων, οι οποίες λειτουργούν με Αμερικανούς ή Βρετανούς ή όπου Αμερικανοί ή Βρετανοί ασκούν δραστηριότητες μυστικών υπηρεσιών.

2.   Η ανάπτυξη των επικοινωνιών INTELSAT και η σύγχρονη δημιουργία αντίστοιχων σταθμών παρακολούθησης τεκμηριώνουν τον παγκόσμιο προσανατολισμό του συστήματος.

3.   Ορισμένοι από τους σταθμούς αυτούς, σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή της αποστολής τους, παρακολουθούν μη στρατιωτικές δορυφορικές επικοινωνίες. .

4.   Στοιχεία από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα πρέπει να αξιολογηθούν ως απόδειξη για τους εκεί αναφερθέντες σταθμούς.

5.   Ορισμένοι σταθμοί βρίσκονται συγχρόνως σε Beams καθώς και Spots διαφόρων δορυφόρων, κατά τρόπο που μεγάλο τμήμα των επικοινωνιών είναι δυνατόν να συλληφθεί.

6.   Υπάρχουν ορισμένοι άλλοι σταθμοί, που δεν διαθέτουν μεγάλες κεραίες, οι οποίοι όμως είναι δυνατόν να αποτελούν τμήμα του συστήματος. λόγω του ότι είναι δυνατόν να λαμβάνουν επικοινωνίες από τα Beams και τα Spots. Εν προκειμένω, πρέπει κανείς να μην χρησιμοποιήσει την ένδειξη του μεγέθους των κεραιών αλλά να χρησιμοποιήσει άλλες ενδείξεις.

7.   Ορισμένοι από τους αναφερθέντες σταθμούς βρίσκονται αποδεδειγμένα σε άμεση εγγύτητα κανονικών επίγειων σταθμών δορυφόρων επικοινωνιών.

5.4.   Η συμφωνία UKUSA

Ως συμφωνία UKUSA χαρακτηρίζεται μία συμφωνία SIGINT που υπεγράφη μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και της Αυστραλίας, του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας.

5.4.1. Ιστορική εξέλιξη της συμφωνίας UKUSA(56)

Η συμφωνία UKUSA αποτελεί τη συνέχεια της ήδη κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο πολύ στενής συνεργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία είχε ήδη σημειωθεί κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας συμμαχίας SIGINT προέκυψε τον Αύγουστο του 1940 σε μία συνάντηση Αμερικανών και Βρετανών στο Λονδίνο εκ μέρους των Αμερικανών.(57) Το Φεβρουάριο του 1941 οι αμερικανοί κρυπτοαναλυτές παρέδωσαν στην Βρετανία μια συσκευή Cipher (PURPLE). Την άνοιξη του 1941 άρχισε η συνεργασία στην κρυπτογραφική ανάλυση.(58) Η συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών ενισχύθηκε με την κοινή επιχείρηση των στόλων στο Βόρειο Ατλαντικό κατά το καλοκαίρι του 1941. Τον Ιούνιο του 1941 μπόρεσαν οι Βρετανοί να σπάσουν τον γερμανικό κώδικα του στόλου ENIGMA:

Η είσοδος της Αμερικής στον πόλεμο ενίσχυσε περαιτέρω τη συνεργασία SIGINT. Το 1942 άρχισαν να εργάζονται Αμερικανοί κρυπτογράφοι της "Ναυτικής Υπηρεσίας SIGINT" στη Μεγάλη Βρετανία.(59) Η επικοινωνία μεταξύ των αιθουσών εντοπισμού υποβρυχίων στο Λονδίνο, Ουάσιγκτον και, από το Μάιο του 1943, στην Οτάβα του Καναδά, ήταν τόσο στενή, ώστε σύμφωνα με δήλωση κάποιου που συμμετείχε τότε, εργάζονταν ως μία μοναδική οργάνωση.(60)

Την άνοιξη του 1943 υπεγράφη η συμφωνία BRUSA-SIGINT και πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή προσωπικού. Το περιεχόμενο της συμφωνίας αφορά κυρίως τον καταμερισμό της εργασίας και συνοψίζεται στις πρώτες τρεις παραγράφους της: περιέχουν την ανταλλαγή οιωνδήποτε πληροφοριών από την ανακάλύψη, εντοπισμό και παρακολούθηση σημάτων καθώς και την λύση κωδίκων και κρυπτογραφήσεων. Οι Αμερικανοί ήταν κυρίως υπεύθυνοι για την Ιαπωνία, οι Βρετανοί για τη Γερμανία και Ιταλία.(61)

Μετά τον πόλεμο, η πρωτοβουλία για τη διατήρηση της συμμαχίας SIGINT ξεκίνησε κυρίως από τη Μεγάλη Βρετανία. Η βάση γι' αυτό το σκοπό συμφωνήθηκε σε μία παγκόσμια περιοδεία βρετανών πρακτόρων μυστικών υπηρεσιών (μεταξύ άλλων ο Sir Harry Hinsley, του οποίου τα βιβλία αποτελούν τη βάση του αναφερόμενου άρθρου) κατά το πρώτο εξάμηνο του 1945. Ένας στόχος ήταν να αποσταλεί προσωπικό του SIGINT από την Ευρώπη προς τον Ειρηνικό Ωκεανό για τον πόλεμο με την Ιαπωνία. Στο πλαίσιο αυτό συμφωνήθηκε με την Αυστραλία, να διατεθούν στις υπηρεσίες της Αυστραλίας πόροι και προσωπικό (Βρετανοί). Κατά την επιστροφή στις Ηνωμένες Πολιτείες ο δρόμος οδήγησε στη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά.

Το Σεπτέμβριο του 1945 υπέγραψε ο Τρούμαν ένα άκρως απόρρητο μνημόνιο, το οποίο αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της συμμαχίας SIGINT σε ειρηνική περίοδο.(62) Αμέσως κατόπιν ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Βρετανών και Αμερικανών για μια συμφωνία. Μία βρετανική αντιπροσωπεία ήρθε πέραν αυτού σε επαφή με τους Καναδούς και τους Αυστραλούς, προκειμένου να συζητήσει μια ενδεχόμενη συμμετοχή. Το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1946 πραγματοποιήθηκε μία άκρως απόρρητη αγγλοαμερικανική διάσκεψη SIGINT, προκειμένου να συζητηθούν λεπτομέρειες. Οι Βρετανοί είχαν εξουσιοδοτηθεί από τους Καναδούς και τους Αυστραλούς. Αποτέλεσμα της διάσκεψης υπήρξε μία ακόμη χαρακτηρισμένη συμφωνία 25 περίπου σελίδων, που επισφράγισε τις λεπτομέρειες μιας συμφωνίας SIGINT μεταξύ των ΗΠΑ και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Περαιτέρω διαπραγματεύσεις ακολούθησαν τα επόμενα δύο χρόνια, ώστε το τελικό κείμενο της αποκαλούμενης Συμφωνίας UKUSA να υπογραφεί τον Ιούνιο του 1948.(63)

5.4.2   Αποδείξεις για την ύπαρξη της συμφωνίας

5.4.2.1   Ετήσια έκθεση 1999/2000 της αγγλικής Επιτροπής Πληροφοριών και Ασφαλείας

Για πολύν καιρό δεν υπήρχε καμία επίσημη αναγνώριση της συμφωνίας UKUSA από τις υπογράφουσες χώρες. Ωστόσο, στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής Πληροφοριών και Ασφαλείας , του κοινοβουλευτικού οργάνου ελέγχου του Ηνωμένου Βασιλείου, η συμφωνία UKUSA μνημονεύεται ρητά: "Η ποιότητα των πληροφοριών που συλλέγονται, αντικατοπτρίζει την αξία της στενής συνεργασίας βάσει της συμφωνίας UKUSA. Πρόσφατη απόδειξη τούτου δόθηκε όταν σημειώθηκε κατάρρευση του εξοπλισμού της αμερικανικής Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSA), και επί τρεις ημέρες τόσο οι αμερικανοί πελάτες όσο και οι συνήθεις βρετανοί πελάτες της GHCQ εξυπηρετήθηκαν απευθείας από την GHCQ."(64)

5.4.2.2 Δημοσίευση του νεοζηλανδικού Γραφείου του Πρωθυπουργού

Επίσης, σε περυσινή δημοσίευση του νεοζηλανδικού Γραφείου του Πρωθυπουργού σχετικά με τη διαχείριση της εθνικής υπηρεσίας ασφαλείας και πληροφοριών, γίνεται ρητή αναφορά στη συμφωνία: "Η λειτουργία του GCSB (Κρατικού Γραφείου Ασφαλείας Επικοινωνιών) διευθύνεται αποκλειστικά από την κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας. Ωστόσο, το γραφείο είναι μέλος μιας από μακρού ισχύουσας διεθνούς εταιρικής σχέσης συνεργασίας για την ανταλλαγή πληροφοριών εξωτερικού και την από κοινού χρήση τεχνολογίας για την ασφάλεια των επικοινωνιών. Τα άλλα μέλη της εταιρικής σχέσης είναι η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (NSA) των ΗΠΑ, το Κρατικό Επιτελείο Επικοινωνιών (GCHQ) του Ηνωμένου Βασιλείου, η Διεύθυνση Αμυντικών Σημάτων (DSD) της Αυστραλίας και το Ίδρυμα Ασφαλείας Επικοινωνιών (CSE) του Καναδά. Η Νέα Ζηλανδία αντλεί αισθητά οφέλη από τη συμφωνία αυτή, και θα ήταν αδύνατο μόνη της η Νέα Ζηλανδία να δημιουργήσει την αποτελεσματικότητα της εταιρικής σχέσης των πέντε χωρών."(65)

Πέραν αυτών, υπάρχουν και άλλες σαφείς αποδείξεις για την ύπαρξή της:

5.4.2.3 Ο κατάλογος ακρωνυμίων του Ναυτικού

Το ακρωνύμιο UKUSA σημαίνει, σύμφωνα με το Ναυτικό των ΗΠΑ(66) "Ηνωμένο Βασίλειο-ΗΠΑ" και χαρακτηρίζει μία "συμφωνία SIGINT 5 κρατών".

5.4.2.4 Δήλωση του Διευθυντή της DSD

Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Αυστραλίας (DSD) επιβεβαίωσε την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας σε μία συνέντευξη: σύμφωνα με τις πληροφορίες που έδωσε, εργάζονται οι μυστικές υπηρεσίες της Αυστραλίας με άλλες υπερπόντιες υπηρεσίες πληροφοριών στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA.(67)

5.4.2.5 Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την Ασφάλεια και τις Πληροφορίες του Καναδικού Κοινοβουλίου

Στην έκθεση αυτή περιγράφεται ότι ο Καναδάς με ορισμένους από τους στενότερους και παλαιότερους συμμάχους του συνεργάζεται σε θέματα πληροφοριών. Η έκθεση κατονομάζει αυτούς τους συμμάχους: Ηνωμένες Πολιτείες (NSA), Μεγάλη Βρετανία (GCHQ), Αυστραλία (DSD) και Νέα Ζηλανδία (GCSB). Το όνομα της συμφωνίας δεν αναφέρεται στην έκθεση.

5.4.2.6 Δήλωση του πρώην Αναπληρωτή Διευθυντή της NSA, Δρ. Louis Torella

Σε μία συνέντευξη με τον Christopher Andrew, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, το Νοέμβριο του 1987 και τον Απρίλιο του 1992, ο πρώην Αναπληρωτής Διευθυντής της NSA, Δρ. Louis Torella, ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας UKUSA, επιβεβαιώνει την ύπαρξη της συμφωνίας.(68)

5.4.2.7 Επιστολή του πρώην Διευθυντή της GCHQ, Joe Hooper

Ο πρώην Διευθυντής της GCHQ Joe Hooper αναφέρει σε μια επιστολή προς τον πρώην Διευθυντή της NSA Στρατάρχη S.Carter τη συμφωνία UKUSA.

5.4.2.8 Συνομιλητές του εισηγητή

Ο εισηγητής μίλησε με πολλά πρόσωπα, τα οποία λόγω των καθηκόντων τους πρέπει να γνωρίζουν τη συμφωνία UKUSA και το περιεχόμενό της, για τη συμφωνία. Εν προκειμένω επιβεβαιώθηκε έμμεσα εν πάση περιπτώσει η ύπαρξή της, λόγω του είδους των απαντήσεων.

5.5 Αξιολόγηση αμερικανικών αποχαρακτηρισμένων εγγράφων

5.5.1.   Το είδος των εγγράφων

Στα πλαίσια του “Freedom of Information Acts” του 1966 (5 U.S.C. § 552) και των ρυθμίσεων του Υπουργείου Άμυνας (Κανονισμός DoD FOIA 5400.7-R του 1997) για πρώτη φορά αποχαρακτηρίσθηκαν και κατέστησαν με τον τρόπο αυτό προσβάσιμα στο κοινό έγγραφα, που πριν ήταν απόρρητα.

Η δημόσια πρόσβαση στα έγγραφα αυτά γίνεται μέσω του Αρχείου Εθνικής Ασφαλείας του Πανεπιστημίου George Washington στην Washington, το οποίο ιδρύθηκε το 1985. Ο συντάκτης Jeffrey Richelson, πρώην μέλος του Εθνικού Αρχείου Ασφαλείας, κατέστησε προσιτά μέσω Διαδικτύου 16 έγγραφα, τα οποία προσφέρουν γνώση για την γέννηση, την εξέλιξη, την διοίκηση και την εντολή της NSA.(69) Πέραν αυτών, σε δύο από τα έγγραφα αναφέρεται το“ECHELON”. Οι διάφοροι συντάκτες, που έχουν γράψει για το σύστημα ECHELON, αναφέρονται επανειλημμένα στα έγγραφα αυτά και τα χρησιμοποιούν ως απόδειξη για την ύπαρξη του παγκόσμιου κατασκοπευτικού δικτύου ECHELON. Περαιτέρω, στα έγγραφα που διατέθηκαν από τον Richelson συγκαταλέγονται κάποια, που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της NRO (National Reconnaissance Office) και περιγράφουν τη λειτουργία της ως διαχειριστή και λειτουργού αναγνωριστικών δορυφόρων.(70) Μετά τη συνομιλία του με την επιτροπή μας στην Ουάσινγκτον, ο Jeffrey Richelson έθεσε στη διάθεση της επιτροπής και άλλα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα. Όσα από αυτά ενδιέφεραν την έρευνα της επιτροπής ελήφθησαν υπόψη στο ανά χείρας έγγραφο.

5.5.2.   Περιεχόμενο των εγγράφων

Τα έγγραφα περιέχουν αποσπασματικές περιγραφές ή αναφορές των ακόλουθων θεμάτων:

5.5.2.1   Αποστολή και σχεδιασμός της NSA (έγγραφα 1, 2β, 4, 10, 16)

Στην οδηγία 9 του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας Πληροφοριών (NSCID 9)(71) της 10ης Μαρτίου 1950, ορίζεται, για τους σκοπούς της COMINT, η έννοια της επικοινωνίας εξωτερικού. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, η επικοινωνία εξωτερικού συμπεριλαμβάνει κάθε είδους κυβερνητική επικοινωνία με την ευρεία έννοια (όχι μόνον τη στρατιωτική) καθώς και κάθε άλλη επικοινωνία, η οποία θα μπορούσε να περιέχει πληροφορίες στρατιωτικής, πολιτικής, επιστημονικής ή οικονομικής αξίας.

Η οδηγία (NSCID 9 αναθ. της 29.12.1952)(72) διευκρινίζει ρητά, ότι αρμόδιο για την εσωτερική ασφάλεια είναι μόνον το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI).

Η οδηγία της 23ης Δεκεμβρίου 1971 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας σχετικά με την NSA και την Κεντρική Υπηρεσία Ασφαλείας (CSS) ορίζει τον σχεδιασμό της NSA ως εξής:

-   Η NSA είναι μία αυτόνομα οργανωμένη υπηρεσία εντός του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας υπό την διεύθυνση του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Άμυνας.

-   Η NSA αφενός μεριμνά για την εκπλήρωση της αποστολής SIGINT των ΗΠΑ, αφετέρου διαθέτει ασφαλή συστήματα επικοινωνίας σε όλα τα τμήματα και τις υπηρεσίες.

-   Οι δραστηριότητες SIGINT της NSA δεν περιλαμβάνουν τη δημιουργία και τη διανομή έτοιμων πληροφοριών. Αυτό υπάγεται στις αρμοδιότητες άλλων τμημάτων και υπηρεσιών

Επίσης, η Οδηγία του Υπουργείου Εθνικής Ασφαλείας του 1971(73) περιγράφει τη δομή της NSA και του CSS.

Σε κατάθεσή του ενώπιον της μόνιμης ειδικής επιτροπής ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 12 Απριλίου 2000(74), ο διευθυντής της NSA Hayden ορίζει τα καθήκοντα της NSA ως εξής:

-   Μέσω ηλεκτρονικής παρακολούθησης συλλέγεται επικοινωνία εξωτερικού για στρατιωτικούς και πολιτικούς σκοπούς

-   η NSA παρέχει πληροφορίες σε αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης σχετικά με τη διεθνή τρομοκρατία, τα ναρκωτικά, την προμήθεια όπλων

-   δεν υπάγεται στα καθήκοντα της NSA η συλλογή όλων των επικοινωνιών

-   η NSA μπορεί να παραδίδει πληροφορίες μόνον σε παραλήπτες εξουσιοδοτημένους από την κυβέρνησης, όχι όμως άμεσα σε αμερικανικές εταιρίες

Σε ένα μνημόνιο του υποναυάρχου του αμερικανικού ναυτικού W.O. Studeman από 8 Απριλίου 1992(75) εξ ονόματος της κυβέρνησης, γίνεται αναφορά στο καθήκον της NSA σε διεθνές επίπεδο, εκτός της υποστήριξης στρατιωτικών επιχειρήσεων.

5.5.2.2.   Αρμοδιότητες των Υπηρεσιών Πληροφοριών (έγγραφο 7)(76)

Από την αμερικανική οδηγία 18 περί σημάτων πληροφοριών (USSID 18) προκύπτει, ότι γίνεται παρακολούθηση καλωδίων και ραδιοσημάτων.

5.5.2.3.   Συνεργασία με άλλες υπηρεσίες (Έγγραφα 2α, 2β)(77)

Στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Πληροφοριών Επικοινωνιών των ΗΠΑ ανήκει εκτός των άλλων η παρακολούθηση όλων των διακανονισμών (“arrangements”) με αλλοδαπές κυβερνήσεις στον τομέα COMINT. Ένα από τα καθήκοντα του διευθυντή της NSA είναι, να διαχειρίζεται όλες τις σχέσεις με αλλοδαπές υπηρεσίες COMINT.

5.5.2.4.   Κατονομασία μονάδων που δρουν σε σταθμούς “ECHELON” (έγγραφα 9, 12)

Στις οδηγίες της NAVSECGRU C5450.48A(78) περιγράφονται η αποστολή, η λειτουργία και ο σκοπός της Naval Security Group Activity (NAVSECGRUACT), η 544η ομάδα πληροφοριών στη Sugar Grove, Δυτική Βιρτζίνια. Εδώ αναφέρεται, ότι μία ιδιαίτερη αρμοδιότητα είναι: η διατήρηση και η λειτουργία ενός σταθμού ECHELON. Επίσης, ως καθήκον αναφέρεται η επεξεργασία πληροφοριών μυστικών υπηρεσιών.

Στο έγγραφο “History of the Air Intelligence Agency – January to 31 December 1994"(79) αναφέρεται στο σημείο “Ενεργοποίηση των μονάδων Echelon” η Υπηρεσία Πληροφοριών της Αεροπορίας (AIA), αποσπάσματα 2 και 3:

Τα έγγραφα δεν παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το τι είναι οι σταθμοί “ECHELON”, τι γίνεται με έναν σταθμό “ECHELON” και τι σημαίνει το ψευδώνυμο ECHELON. Από τα έγγραφα δεν προκύπτει τίποτα σχετικά με τη συμφωνία UKUSA.

5.5.2.5.   Κατονομασία σταθμών (έγγραφα 6, 9, 12 και νέα έγγραφα)

-   Sugar Grove, Δυτική Βιρτζίνια αναφέρεται ως σταθμός SIGINT στις οδηγίες NAVSECGRU C5450.48A(80)

-   Αεροπορική Βάση Misawa, Ιαπωνία, αναφέρεται ως σταθμός SIGINT στην History of the Air Intelligence Agency - January to 31 December 1994(81) και στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(82)

-   Sabana Seca, Πουέρτο Ρίκο, αναφέρεται ως σταθμός SIGINT, ό.π. και στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(83)

-   Γκουάμ, αναφέρεται ως σταθμός SIGINT, ό.π.

-   Yakima, στην πολιτεία Washington, αναφέρεται ως σταθμός SIGINT, ό.π.

-   Fort Meade, Maryland, μία αναφορά COMINT της NSA από το Fort George G. Meade, Maryland από 31 Αυγούστου 1972 αποδεικνύει τις εκεί δραστηριότητες COMINT.(84)

-   Menwith-Hill, Μεγάλη Βρετανία, αναφέρεται στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(85)

-   Bad Aibling, Γερμανία, αναφέρεται στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(86)

-   Medina, Texas, αναφέρεται στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(87)

-   Kunia, Χαβάη, αναφέρεται στην περιγραφή των δραστηριοτήτων της Naval Security Group, σε έγγραφα του Υφυπουργείου Ναυτικών(88)

5.5.2.6.   Προστασία του ιδιωτικού βίου των αμερικανών πολιτών (έγγραφα 7, 7α έως στ, 9, 11,16)

Στις οδηγίες NAVSECGRU C5450.48A ορίζεται, ότι πρέπει να διασφαλίζεται ο ιδιωτικός βίος των πολιτών.(89)

Στα διάφορα έγγραφα αναφέρεται με ποιον τρόπο πρέπει να προστατεύεται ο ιδιωτικός βίος των αμερικανών πολιτών (Baker, General Counsel, NSA, έγγραφο από 9 Σεπτεμβρίου 1992, Οδηγία των ΗΠΑ για τις πληροφορίες από σήματα (USSID) 18, 20 Οκτωβρίου 1980, και διάφορες συμπληρώσεις.) (90)

5.5.2.7.   Ορισμοί (έγγραφα 4, 5α,7)

Η οδηγία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας από 23 Δεκεμβρίου 1971(91) προσφέρει ακριβείς ορισμούς των πληροφοριών από σήματα, των πληροφοριών επικοινωνιών, των ηλεκτρονικών πληροφοριών και των πληροφοριών τηλεπικοινωνιών, όπως επίσης και η οδηγία του Εθνικού Συμβουλίου για την Ασφάλεια Πληροφοριών αριθ. 6 από 17 Φεβρουαρίου1972.(92)

Σύμφωνα με αυτές, COMINT σημαίνει η συλλογή και η επεξεργασία επικοινωνιών εξωτερικού (με ηλεκτρομαγνητικά μέσα) εκτός από την παρακολούθηση και την επεξεργασία μη κρυπτογραφημένης επικοινωνίας, ΜΜΕ, προπαγάνδας, εκτός και αν είναι κρυπτογραφημένα.

5.5.3.   Συγκεφαλαίωση

1.   Ήδη 50 χρόνια πριν, το ενδιαφέρον δεν στρεφόταν μόνον σε πληροφορίες προερχόμενες από τους τομείς της πολιτικής και της ασφάλειας, αλλά αφορούσε και στην επιστήμη και στην οικονομία.

2.   Τα έγγραφα αποδεικνύουν ότι η NSA συνεργάζεται με άλλες υπηρεσίες COMINT.

3.   Τα έγγραφα που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το πώς είναι οργανωμένη η NSA και ποια είναι τα καθήκοντά της, καθώς και ότι υπάγεται στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ουσιαστικά δεν προσφέρουν κάτι περισσότερο από αυτά που μπορεί κανείς να μάθει από την ιστοσελίδα της NSA που είναι προσπελάσιμη από όλους.

4.   Η παρακολούθηση καλωδίων επιτρέπεται.

5.   Η 544η ομάδα πληροφοριών και τα τμήματα 2 και 3 της Υπηρεσίας Πληροφοριών Αεροπορίας συμμετέχουν στη συλλογή πληροφοριών για τις μυστικές υπηρεσίες.

6.   Ο όρος “ECHELON” εμφανίζεται σε ποικίλα συμφραζόμενα.

7.   Οι τοποθεσίες Sugar Grove στη Δυτική Βιρτζίνια, Αεροπορική Βάση Misawa στην Ιαπωνία, Πουέρτο Ρίκο (δηλ. Sabana Seca), Γκουάμ, Yakima στην Πολιτεία Washington αναφέρονται ως σταθμοί SIGINT.

8.   Αναφέρονται και άλλοι σταθμοί στους οποίους έχει δραστηριότητα η Naval Security Group, χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται σταθμοί SIGINT.

9.   Τα έγγραφα παρέχουν πληροφορίες για το πως πρέπει να προστατευθεί ο ιδιωτικός βίος των αμερικανών πολιτών.

Τα έγγραφα δεν αποτελούν απόδειξη, αποτελούν όμως ισχυρές ενδείξεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με άλλες ενδείξεις, επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων.

5.6   Στοιχεία ειδικών συγγραφέων και δημοσιογράφων

Nicky Hager

Στο βιβλίο του Nicky Hager "Secret Powers – New Zealand's role in the international spy network", που δημοσιεύτηκε το 1996, περιγράφεται για πρώτη φορά λεπτομερώς το σύστημα ECHELON. Ο συγγραφέας στηρίζεται σε συνεντεύξεις με περισσότερα από 50 πρόσωπα τα οποία είχαν εργαστεί στη νεοζηλανδική υπηρεσία πληροφοριών GCSB ή συμμετείχαν με άλλο τρόπο σε δραστηριότητες υπηρεσίας πληροφοριών. Ο συγγραφέας αξιοποίησε επίσης πολυάριθμα έγγραφα από εθνικά αρχεία, εφημερίδες και άλλες δημόσια προσπελάσιμες πηγές. Ο Hager στη συνέχεια κατονομάζει το παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης με την ονομασία ECHELON και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του δικτύου ως ECHELON Dictionaries.

Κατά τον συγγραφέα, οι αρχές της συνεργασίας στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA ανάγονται στο 1947, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν, σε συνέχεια της συνεργασίας τους κατά τη διάρκεια του πολέμου, να εξακολουθήσουν από κοινού τις μέχρι τότε δραστηριότητες COMINT σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα κράτη θα συνεργάζονταν με σκοπό τη δημιουργία ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης, διαχωρίζοντας τον απαιτούμενο ειδικό εξοπλισμό και τις σχετικές προκύπτουσες δαπάνες και θα αποκτούσαν από κοινού πρόσβαση στα αποτελέσματα. Στη συνέχεια προσχώρησαν στη συμφωνία UKUSA ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Hager, η παρακολούθηση δορυφορικής επικοινωνίας αποτελεί τον πυρήνα του σημερινού συστήματος. Ήδη τη δεκαετία του 1970 άρχισε η παρακολούθηση μέσω επίγειων σταθμών τις πληροφορίες που διαβιβάζονταν μέσω δορυφόρων Intelsat – του πρώτου παγκοσμίου συστήματος δορυφορικής επικοινωνίας(93). Οι πληροφορίες αυτές ελέγχονταν στη συνέχεια μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, με τη χρήση λέξεων κλειδιών ή διευθύνσεων, προκειμένου να φιλτραριστούν οι ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Αργότερα, η παρακολούθηση επεκτάθηκε και σε άλλους δορυφόρους, π.χ. του Inmarsat(94), που επικεντρωνόταν στις θαλάσσιες επικοινωνίες.

Ο Hager επισημαίνει στο βιβλίο του ότι η παρακολούθηση δορυφορικής επικοινωνίας αποτελεί μόνον ένα, αν και σημαντικό, στοιχείο του συστήματος παρακολούθησης. Ισχυρίζεται ότι πέρα από αυτό υπάρχουν και πολλές άλλες εγκαταστάσεις παρακολούθησης ραδιοαναμεταδόσεων και καλωδίων, οι οποίες όμως είναι λιγότερο τεκμηριωμένες και δυσκολότερο να αποδειχθούν, καθότι, σε αντίθεση με τους επίγειους σταθμούς, δεν διακρίνονται σχεδόν καθόλου. Έτσι, το "ECHELON" καθίσταται συνώνυμο του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης .

Στην κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής στις 24 Απριλίου 2001, ο Hager τόνισε ότι το σύστημα παρακολούθησης δεν είναι παντοδύναμο. Δεδομένου ότι οι πόροι του είναι περιορισμένοι, όσο αποτελεσματικά και αν χρησιμοποιούνται δεν είναι δυνατόν να παρακολουθεί το σύστημα τα πάντα παρά μόνο όσα υπόσχονται σημαντικές πληροφορίες. Επομένως, κατά κανόνα οι στόχοι είναι όσοι έχουν πολιτικό και διπλωματικό ενδιαφέρον. Σε περίπτωση παρακολούθησης για συλλογή οικονομικών πληροφοριών, πρόκειται μάλλον για μακρο-οικονομικού παρά για μικρο-οικονομικού χαρακτήρα.

Σε σχέση με τον τρόπο εργασίας του συστήματος παρακολούθησης, κάθε εταίρος παρέχει τους δικούς του καταλόγους με λέξεις αναζήτησης, με βάση τις οποίες γίνεται η σύλληψη πληροφοριών. Παράλληλα γίνεται αναζήτηση λέξεων-κλειδιών, τις οποίες έχουν εισαγάγει στο σύστημα οι ΗΠΑ μέσω του λεγόμενου "προγράμματος διαχείρισης λεξικού". Ως εκ τούτου, οι βρετανοί δεν έχουν π.χ. κανέναν έλεγχο και δεν γνωρίζουν ποιές πληροφορίες συλλέγονται στο Morwenstow, διότι αυτές μεταβιβάζονται απευθείας στις ΗΠΑ.

Σε σχέση με αυτό, ο Hager υπογράμμισε τον κίνδυνο που μπορούν να αποτελέσουν οι βρετανικοί σταθμοί παρακολούθησης για την ηπειρωτική Ευρώπη. Παραθέτοντας πολλά παραδείγματα, υποστήριξε ότι οι εταίροι της UKUSA κατασκόπευαν στον Ειρηνικό συμμάχους τους και εμπορικούς εταίρους τους. Οι μόνοι που εξαιρούνταν από την κατασκοπεία ήταν οι ίδιοι οι εταίροι της UKUSA. Κατά τον Hager, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες με μεγάλη απροθυμία ενέπλεξαν τις νεοζηλανδικές στην εταιρική σχέση UKUSA, αρνούμενες να συνεργαστούν και να παρακολουθήσουν την ηπειρωτική Ευρώπη. Δεν θα υπήρχε λόγος για τη Μεγάλη Βρετανία να παραιτηθεί από πληροφορίες με ενδιαφέρον για τις υπηρεσίες πληροφοριών της και δεδομένου ότι αυτές ανέκαθεν ήταν μυστικές, η κατασκοπεία στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA δεν θα απέκλειε μια επίσημη πολιτική πίστης απέναντι στην Ευρώπη.

Duncan Campbell

Ο βρετανός δημοσιογράφος Duncan Campbell στις πολυάριθμες δημοσιεύσεις του στηρίζεται στις εργασίες του Hager και του Richelson, καθώς και σε συνομιλίες με πρώην συνεργάτες μυστικών υπηρεσιών και σε άλλες έρευνες. Κατά την άποψή του, το ECHELON είναι το τμήμα εκείνο του παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης το οποίο παρακολουθεί και επεξεργάζεται τις διεθνείς δορυφορικές επικοινωνίες. Κάθε κράτος μέλος διαθέτει υπολογιστές-"λεξικά", που αναζητούν λέξεις-κλειδιά στις πληροφορίες που συλλαμβάνουν.

Στη μελέτη της STOA 2/5 του 1999, η οποία ασχολείται διεξοδικά με την τεχνική πτυχή του ζητήματος, ο Campbell εξηγεί αναλυτικά με ποιόν τρόπο μπορεί να παρακολουθηθεί κάθε μέσο που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση επικοινωνίας . Σε μία από τις τελευταίες του εκθέσεις διευκρινίζει πάντως, ότι και το ECHELON έχει τα όριά του, και ότι η αρχική άποψη, που έλεγε ότι είναι δυνατή μία πλήρης παρακολούθηση, έχει αποδειχθεί λανθασμένη. "Ούτε το ECHELON ούτε το κατασκοπευτικό σύστημα του οποίου αποτελεί μέρος, έχουν τη δυνατότητα αυτή. Δεν υπάρχει άλλωστε ο εξοπλισμός, ο οποίος θα είχε την ισχύ να αναγνωρίσει και να επεξεργαστεί το περιεχόμενο κάθε γλωσσικού μηνύματος ή κάθε τηλεφωνικής κλήσης." (95)

Στην κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής στις 22 Ιανουαρίου 2001, ο Campbell εξέφρασε την άποψη ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες πληροφοριών τους προκειμένου να βοηθήσουν αμερικανικές επιχειρήσεις στην εξασφάλιση συμβάσεων. Οι χρήσιμες πληροφορίες διαβιβάζονται μέσω της CIA με τη βοήθεια του Advocacy Center και του Office of Executive Support στο Υπουργείο Εμπορίου. Προς τεκμηρίωση της άποψής του, παρέθεσε έγγραφα από τα οποία προκύπτει η χρήση του Advocacy Center προς όφελος αμερικανικών επιχειρήσεων, πληροφορίες οι οποίες άλλωστε κατά μέγα μέρος βρίσκονται και στην ιστοσελίδα του Advocacy Center.(96) Το ότι η επιτυχία του Advocacy Center οφείλεται σε παρακολούθηση, είναι απλή εικασία και δεν συνάγεται από αποδείξεις.

Στην κατάθεσή του ο Campbell υπογράμμισε ότι οι δυνατότητες παρακολούθησης πολλών ευρωπαϊκών κρατών έχουν αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, όπως π.χ. της Ελβετίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας. Παρατηρείται επίσης αύξηση της διμερούς και πολυμερούς συνεργασίας στον τομέα των υπηρεσιών πληροφοριών.

Jeff Richelson

Ο αμερικανός συγγραφέας Jeffrey Richelson, πρώην μέλος των Εθνικών Αρχείων Ασφαλείας, κατέστησε προσπελάσιμα στο διαδίκτυο16 πρώην διαβαθμισμένα έγγραφα, που δίνουν μία επισκόπηση στη δημιουργία, ανάπτυξη, διοίκηση και εντολή της NSA (National Security Agency).(97)

Πέραν αυτού έχει συγγράψει διάφορα βιβλία και άρθρα σχετικά με δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ. Στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1985 "The Ties That Bind"(98) περιγράφει εκτεταμένα τη σύσταση της συμφωνίας UKUSA και τις δραστηριότητες των εις αυτή τη συμφωνία συμμετεχουσών μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Καναδά, Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας.

Στο εκτενέστατο βιβλίο του "The U.S. Intelligence Community"(99) του 1999, δίδει μία επισκόπηση όσον αφορά τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ, περιγράφει τις οργανωτικές δομές των υπηρεσιών, τις μεθόδους τους συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών. Στο κεφάλαιο 8 του βιβλίου εξετάζει λεπτομερειακά το δυναμικό SIGINT των υπηρεσιών πληροφοριών και περιγράφει ορισμένους επίγειους σταθμούς. Στο κεφάλαιο 13 περιγράφει τις σχέσεις των ΗΠΑ προς άλλες υπηρεσίες πληροφοριών, μεταξύ άλλων τη Συμφωνία UKUSA.

Στο άρθρο του, "Desperately seeking Signals"(100), που δημοσιεύθηκε το 2000, εκθέτει σε συντομία το περιεχόμενο της συμφωνία UKUSA, αναφέρει δορυφορικές εγκαταστάσεις παρακολούθησης για επικοινωνιακούς δορυφόρους και παρουσιάζει τις δυνατότητες και τα όρια της παρακολούθησης μη στρατιωτικής επικοινωνίας.

James Bamford

Ο αμερικανός συγγραφέας James Bamford, ο οποίος στηρίζει επίσης τις εργασίες του σε αρχειακές έρευνες και σε συνεντεύξεις με πρώην συνεργάτες των υπηρεσιών πληροφοριών, ήταν ένας από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με τις δραστηριότητες SIGINT της NSA. Ήδη από το 1982 εξέδωσε το βιβλίο "The Puzzle Palace"(101), στο κεφάλαιο 8 του οποίου, με τίτλο "Εταίροι", περιγράφει αναλυτικά τη συμφωνία UKUSA. Στο νέο του βιβλίο "Body of Secrets"(102), στο οποίο αναπτύσσει περαιτέρω τις αποκαλύψεις που περιέχονται στο "Puzzle Palace", το δίκτυο υπολογιστών το οποίο συνδέει τις υπηρεσίες πληροφοριών ονομάζεται "Plattform". Ο όρος ECHELON χαρακτηρίζει αντιθέτως το λογισμικό που χρησιμοποιείται σε όλους τους σταθμούς, το οποίο επιτρέπει ενιαία επεξεργασία και άμεση πρόσβαση στα δεδομένα.(103) Σε επόμενα κεφάλαια άλλωστε χρησιμοποιεί την ονομασία ECHELON και για το σύστημα παρακολούθησης στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA. .

Στο "Body of Secrets", και μάλιστα στο κεφάλαιο "Μυϊκό σύστημα", που κυρίως μας ενδιαφέρει εδώ, ο Bamford πραγματοποιεί επισκόπηση της ιστορικής εξέλιξης της παρακολούθησης επικοινωνιών από τις ΗΠΑ, καθώς και περιγραφή της ισχύος του συστήματος, του τρόπου λειτουργίας της εταιρικής σχέσης UKUSA και των στόχων της. Τονίζει ότι από συνεντεύξεις με δεκάδες νυν και πρώην υπαλλήλους της NSA προέκυψε ότι η NSA δεν είναι προς το παρόν αναμεμιγμένη σε ανταγωνιστική κατασκοπεία.

Την άποψη αυτή υποστήριξε κατά την ακρόασή του ενώπιον της επιτροπής ECHELON στις 23 Απριλίου 2001. Η εμπλοκή της NSA σε ανταγωνιστική κατασκοπεία θα απαιτούσε σαφή πολιτική απόφαση στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, κάτι το οποίο μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί. Ουδέποτε κατά την εικοσάχρονη ερευνητική του δραστηριότητα συνάντησε αποδείξεις ότι η NSA διαβιβάζει πληροφορίες της σε αμερικανικές επιχειρήσεις, ακόμη και όταν π.χ. παρακολουθεί ιδιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να ελέγξει την τήρηση κάποιου εμπάργκο.

Κατά τη γνώμη του Bamfords το βασικό πρόβλημα για την Ευρώπη δεν είναι κατά πόσον το σύστημα ECHELON υποκλέπτει εμπορικά μυστικά και τα διαβιβάζει σε ανταγωνιστές, αλλά η παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Στο "Body of Secrets" περιγράφει διεξοδικά πώς εξελίχθηκε η προστασία των αμερικανών πολιτών και των άλλων προσώπων που διαμένουν νομίμως στις ΗΠΑ, και ότι για τους λοιπούς "κατοίκους UKUSA" υπάρχουν τουλάχιστον εσωτερικοί περιορισμοί. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι για τα άλλα πρόσωπα δεν υπάρχει καμιά προστασία, ούτε και καμιά υποχρέωση αποκάλυψης δεδομένων και ότι οι δυνατότητες αποθήκευσης στοιχείων της NSA είναι πρακτικά ανεξάντλητες.

Ο Bamford υπογραμμίζει ωστόσο ότι το σύστημα έχει τα όριά του, κάτι που οφείλεται αφενός στο ότι μικρό μόνο τμήμα των διεθνών επικοινωνιών διεξάγεται μέσω δορυφόρων ενώ είναι πολύ δυσκολότερη η παρακολούθηση καλωδίων από οπτικές ίνες, και αφετέρου στο ότι η NSA διαθέτει περιορισμένους μόνο πόρους για την τελική αξιολόγηση, ενώ η ροή επικοινωνιών αυξάνεται διαρκώς, ιδίως μέσω του Ιντερνέτ.

Bo Elkjaer και Kenan Seeberg

Οι δύο Δανοί δημοσιογράφοι Bo Elkjaer και Kenan Seeberg ανέφεραν στις 22 Ιανουαρίου 2001 ενώπιον της Επιτροπής, ότι το ECHELON ήδη κατά την δεκαετία του 1980 είχε εξελιχθεί σημαντικά, και ότι η Δανία, η οποία κατά την τελευταία δεκαετία αύξησε αισθητά τις δυνατότητες παρακολούθησής της, συνεργάζεται με τις ΗΠΑ από το 1984.

Όπως υποστήριξαν ήδη σε άρθρο τους στην Ekstra Bladet,(104) στο οποίο παρουσιάζουν σειρά 25 διαφανειών που προέρχονται από μη κατονομαζόμενο αξιωματικό της 544th Intelligence Group της Air Intelligence Agency, στόχους του ECHELON αποτελούν ακόμη και διάφοροι ΜΚΟ, μεταξύ των οποίων ο Ερυθρός Σταυρός.

5.7    Μαρτυρίες πρώην συνεργατών υπηρεσιών πληροφοριών

5.7.1   Margaret Newsham (πρώην συνεργάτις της NSA)(105)

Η Margaret Newsham υπήρξε από το 1974 μέχρι το 1984 υπάλληλος των εταιριών Ford και Lockheed και εργάστηκε κατά το διάστημα αυτό κατά δήλωσή της για την NSA. Είχε εκπαιδευτεί στο κέντρο της NSA στο Fort George Meade στην πολιτεία των Maryland ΗΠΑ, και είχε τοποθετηθεί από το 1977 έως το1981 στο Menwith Hill, τον αμερικάνικο επίγειο σταθμό σε βρετανικό έδαφος. Εκεί αναφέρει ότι διαπίστωσε, ότι παρακολουθούνταν μία συνομιλία του αμερικανού γερουσιαστή Strohm Thurmond. Ήδη από το 1978, το ECHELON μπορούσε να παρακολουθήσει τις τηλεπικοινωνίες ενός ορισμένου προσώπου, που διαβιβάζονταν μέσω δορυφόρου.

Σε ό,τι αφορά τον δικό της ρόλο στην NSA, αναφέρει ότι ήταν υπεύθυνη για την δημιουργία συστημάτων και προγραμμάτων, τη διάρθρωσή τους και τη θέση τους σε λειτουργία σε μεγάλους υπολογιστές. Όπως ισχυρίζεται, τα λογισμικά προγράμματα ονομάστηκαν SILKWORTH και SIRE, ενώ ECHELON ήταν η ονομασία του δικτύου.

5.7.2   Wayne Madsen (Πρώην συνεργάτης της NSA)

Ο Wayne Madsen(106), πρώην συνεργάτης της NSA, επιβεβαιώνει επίσης την ύπαρξη του ECHELON. Κατά τη γνώμη του, η συλλογή οικονομικών πληροφοριών έχει μέγιστη προτεραιότητα και χρησιμοποιείται προς όφελος αμερικανικών εταιριών. Εκφράζει ιδίως τον φόβο ότι το ECHELON ενδεχομένως παρακολουθεί μη κυβερνητικές οργανώσεις όπως την Διεθνή Αμνηστία ή την Greenpeace. Αναφέρει σχετικά ότι η NSA αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι διέθετε περισσότερες από 1.000 σελίδες με πληροφορίες σχετικά με την Πριγκίπισσα Νταϊάνα, η οποία, με την εκστρατεία της κατά των ναρκών, είχε έλθει σε αντίθεση με την πολιτική των ΗΠΑ.

Στη συνάντησή του με την αντιπροσωπεία της επιτροπής στην Ουάσινγκτον, έδειξε να ανησυχεί ιδιαίτερα για τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει το παγκόσμιο σύστημα κατασκοπείας για την ιδιωτική ζωή των ευρωπαίων πολιτών.

5.7.3   Mike Frost (πρώην συνεργάτης των καναδικών μυστικών υπηρεσιών)

Ο Mike Frost απασχολήθηκε για περισσότερα από 20 χρόνια στην καναδική μυστική υπηρεσία CSE(107). Ο σταθμός παρακολούθησης στη Οτάβα είναι, όπως λεει, μόνον ένα μέρος του παγκόσμιου δικτύου σταθμών κατασκοπείας.(108) Σε μία συνέντευξη στο σταθμό CBS δήλωσε ότι "παντού στον κόσμο, παρακολουθούνται κάθε μέρα από το ECHELON, ένα μυστικό δίκτυο παρακολούθησης της κυβέρνησης, οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, τα ηλεκτρονικά μηνύματα και τα φαξ".(109) Αυτό αφορά και στις επικοινωνίες των πολιτών. Ως παράδειγμα αναφέρει σε μία συνέντευξη με ένα αυστραλιανό κανάλι, ότι η CSE είχε πράγματι καταχωρήσει σε μία τράπεζα δεδομένων για πιθανούς τρομοκράτες το όνομα και τον τηλεφωνικό αριθμό μιας γυναίκας, η οποία σε μία αθώα συζήτηση με έναν φίλο της είχε χρησιμοποιήσει μία διφορούμενη έννοια. Ο υπολογιστής είχε ανακαλύψει, κατά την διερεύνηση επικοινωνιών βάσει λέξεων κλειδιών αυτή την έννοια και είχε επαναλάβει την επικοινωνία, ενώ ο υπεύθυνος ανάλυσης, που δεν ήταν σίγουρος για τι επρόκειτο, καταχώρησε τα προσωπικά στοιχεία της γυναίκας αυτής.(110)

Όπως διατείνεται, οι υπηρεσίες πληροφοριών των χωρών UKUSA αλληλοβοηθούνται και κατασκοπεύοντας η μία για την άλλη, έτσι ώστε να μην μπορεί να κατηγορηθεί τουλάχιστο η εγχώρια υπηρεσία πληροφοριών. Έτσι, η GCHQ παρακάλεσε την καναδική CSE να κατασκοπεύσει για λογαριασμό της δύο άγγλους υπουργούς, όταν η πρωθυπουργός Θάτσερ ήθελε να μάθει αν αυτοί βρίσκονταν με το μέρος της.(111)

5.7.4   Fred Stock (πρώην συνεργάτης των καναδικών μυστικών υπηρεσιών)

Ο Fred Stock εξεδιώχθη, σύμφωνα με όσα δηλώνει ο ίδιος, το 1993 από την καναδική υπηρεσία πληροφοριών CSE, διότι είχε εκφραστεί κατά της μετατόπισης του κέντρου βάρους στις οικονομικές πληροφορίες και τους πολιτικούς στόχους. Ισχυρίζεται ότι η επικοινωνία που προέκυψε από υποκλοπές περιείχε επιχειρηματικές πληροφορίες σχετικά με άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της Βορειοαμερικανικής Ζώνης Ελεύθερου Εμπορίου (NAFTA), αγορά σιτηρών από την Κίνα, γαλλικές πωλήσεις όπλων. Σύμφωνα με τον Stock, η υπηρεσία ελάμβανε συστηματικά και πληροφορίες σχετικά με ενέργειες περιβαλλοντικής διαμαρτυρίας πλοίων της Greenpeace σε ανοιχτή θάλασσα.(112)

5.8    Κυβερνητικές πληροφορίες

5.8.1   Αναφορές από αμερικανική πλευρά

Ο πρώην διευθυντής της CIA James Woolsey δήλωσε σε μία συνέντευξη τύπου,(113) την οποία έδωσε μετά από αίτημα του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, ότι οι ΗΠΑ διενεργούν κατασκοπεία στην ηπειρωτική Ευρώπη. Όμως κατά τα λεγόμενά του, οι "οικονομικές πληροφορίες" (Economic Intelligence) όμως αποκτάται κατά 95% από την αποτίμηση δημοσίως προσιτών πηγών πληροφόρησης, και μόνον το 5% είναι μυστικές πληροφορίες που έχουν υποκλαπεί. Σύμφωνα με τον Woolsey, τα οικονομικά στοιχεία άλλων κρατών αποτελούν αντικείμενο παρακολούθησης μόνον στις περιπτώσεις όπου πρόκειται για την τήρηση κυρώσεων ή για αγαθά διπλής χρήσης, καθώς και σε περιπτώσεις δωροδοκίας κατά την προσκύρωση δημόσιων διαγωνισμών. Οι πληροφορίες αυτές δεν μεταδίδονται όμως περαιτέρω σε αμερικανικές επιχειρήσεις. Ο Woolsey τονίζει ότι ακόμη και αν κατά την κατασκοπεία οικονομικών στοιχείων ανακαλυφθούν οικονομικά αξιοποιήσιμες πληροφορίες, θα ήταν πολύ χρονοβόρο για τους αναλυτές να αναλύσουν σχετικά τον μεγάλο όγκο των υφιστάμενων δεδομένων, και ότι θα συνιστούσε κατάχρηση να αναλώνουν τον χρόνο τους για την κατασκοπεία φίλων εμπορικών εταίρων. Επίσης επισημαίνει ότι, ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, θα ήταν λόγω της διεθνούς διαπλοκής δύσκολο να αποφασιστεί ποιες επιχειρήσεις θα θεωρηθούν αμερικανικές επιχειρήσεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να λάβουν τις πληροφορίες.

5.8.2   Αναφορές από αγγλική πλευρά

Από τις διάφορες επερωτήσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων(114) προκύπτει ότι ο σταθμός της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας στο Menwith Hill ανήκει μεν στο αγγλικό υπουργείο άμυνας, χρησιμοποιείται όμως από το αμερικανικό υπουργείο άμυνας, και ιδίως από την NSA(115), η οποία διορίζει τον διοικητή του σταθμού,(116) ως εγκατάσταση επικοινωνιών.(117) Κατά τα μέσα του 2000, στον σταθμό του Menwith Hill εργάζονταν 415 μέλη του αμερικανικού στρατού, 5 άτομα του στρατού του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και 989 αμερικανοί και 392 άγγλοι πολίτες, χωρίς να συνυπολογίζονται οι παρόντες συνεργάτες της GCHQ.(118) Η παρουσία των αμερικανικών ομάδων ρυθμίζεται από το ΝΑΤΟ και από ειδικές μυστικές(119) συμφωνίες οι οποίες, ενόψει των υφιστάμενων σχέσεων μεταξύ των κυβερνήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ για μία κοινή άμυνα, χαρακτηρίζονται ως προσήκουσες.(120) Ο σταθμός αποτελεί ένα ακέραιο στοιχείο του παγκόσμιου δικτύου του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών, που στηρίζει τα συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.(121)

Στην ετήσια έκθεση 1999/2000 τονίζεται ρητά η αξία, η οποία θα προκύψει από μία στενή συνεργασία βάσει της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου, και η οποία αντικατοπτρίζεται στην ποιότητα των αποτελεσμάτων τω υπηρεσιών πληροφοριών. Ιδίως επισημαίνεται το γεγονός ότι όταν οι εγκαταστάσεις της NSA τέθηκαν για τρεις ημέρες εκτός λειτουργίας, η GCHQ εξυπηρετούσε αμέσως μετά τους βρετανούς πελάτες και τους πελάτες της από τις ΗΠΑ.(122)

5.8.3   Αναφορές από αυστραλιανή πλευρά(123)

Ο Martin Brady, Διευθυντής της αυστραλιανής υπηρεσίας πληροφοριών DSD(124), επιβεβαίωνε σε μία επιστολή προς την εκπομπή "Sunday" του αυστραλιανού τηλεοπτικού σταθμού "Channel 9", ότι υπάρχει μία συνεργασία της DSD με άλλες υπηρεσίες πληροφοριών βάσει της σχέσης UKUSA. Στην ίδια επιστολή τονίζεται ότι όλες οι εγκαταστάσεις των υπηρεσιών πληροφοριών της Αυστραλίας λειτουργούν υπό την επιμέλεια των αυστραλιανών υπηρεσιών ή από κοινού με αμερικάνικες υπηρεσίες. Στις περιπτώσεις στις οποίες οι εγκαταστάσεις χρησιμοποιούνται από κοινού, η αυστραλιανή κυβέρνηση έχει πλήρη γνώση όλων των δραστηριοτήτων και σε όλα τα επίπεδα συμμετέχει αυστραλιανό προσωπικό.(125)

5.8.4   Αναφορές από νεοζηλανδική πλευρά

Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα (5.4.2.2), σε περυσινή δημοσίευση του νεοζηλανδικού Γραφείου του Πρωθυπουργού με θέμα τη διαχείριση της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών και ασφαλείας, γίνεται σαφής μνεία της πενταεθνούς εταιρικής σχέσης μεταξύ ΗΠΑ, Ηνωμένου Βασιλείου, Καναδά, Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας, καθώς και των πλεονεκτημάτων της για την Νέα Ζηλανδία.(126)

5.8.5   Αναφορές από ολλανδική πλευρά

Στις 19 Ιανουαρίου 2001, ο ολλανδός υπουργός άμυνας παρουσίασε στο ολλανδικό κοινοβούλιο μία έκθεση σχετικά με την τεχνική και την νομική πλευρά της παγκόσμιας παρακολούθησης που διενεργείται με τη βοήθεια σύγχρονων συστημάτων επικοινωνίας.(127) Η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει στην έκθεση αυτή την άποψη ότι, παρότι δεν κατέχει σχετικά ιδία γνώση, βάσει διαθεσίμων πληροφοριών από τρίτους, φαίνεται καθ' όλα πιθανό ότι το δίκτυο ECHELON υπάρχει, όπως και άλλα συστήματα με τις ίδιες δυνατότητες. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έκθεση, η ολλανδική κυβέρνηση συμπεραίνει, ότι η παγκόσμια παρακολούθηση συστημάτων επικοινωνιών δεν περιορίζεται στις χώρες που συμμετέχουν στο σύστημα ECHELON, αλλά ότι διενεργείται και από κυβερνητικές υπηρεσίες άλλων χωρών.

5.8.6   Αναφορές από ιταλική πλευρά

Ο Luigi Ramponi, πρώην διευθυντής της ιταλικής υπηρεσίας πληροφοριών SISMI, σε μία συνέντευξή του στην εφημερίδα "il mondo" δεν αφήνει αμφιβολίες για την ύπαρξη του "ECHELON".(128) Ο Ramponi δηλώνει ρητά, ότι, υπό την ιδιότητά του ως αρχηγός της SISMI, γνώριζε για την ύπαρξη του ECHELON,και ότι από το 1992 ήταν ενήμερος σχετικά με μία μεγάλη δραστηριότητα παρακολούθησης κυμάτων χαμηλής, μεσαίας και υψηλής συχνότητας. Όπως λεει, όταν το 1991 ανέλαβε στην SISMI, κυρίως ασχολούνταν με το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

5.9   Ερωτήσεις προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή

Ήδη στις 17 Φεβρουαρίου 1998 υπεβλήθη από τη βουλευτή Elly Plooij-van Gorsel(129) μια πρώτη αναλυτική ερώτηση προς το Συμβούλιο σχετικά με την έκθεση του STOA και την ύπαρξη παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης των ΗΠΑ στο οποίο φέρεται να συμμετέχει το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και σχετικά με τις συνακόλουθες οποιεσδήποτε ζημίες σε εμπορικά συμφέροντα ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ακολούθησαν πολυάριθμες άλλες ερωτήσεις επί του θέματος.(130) Η προεδρία του Συμβουλίου απάντησε ότι το Συμβούλιο δεν διέθετε καμιά πληροφορία για το θέμα, ότι δεν είχε ανάμιξη σε τέτοια ζητήματα και ότι ως εκ τούτου δεν μπορούσε να δώσει καμιά απάντηση.

Αντιθέτως, οι παρόμοιου περιεχομένου ερωτήσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή(131) απαντήθηκαν. Η Επιτροπή απάντησε ότι το θέμα είχε περιέλθει στη γνώση της αλλά ότι δεν μπορούσε ούτε να επιβεβαιώσει ούτε να αρνηθεί ότι υπάρχει παραβίαση της Συνθήκης ΕΚ από ένα κράτος μέλος.(132) Ωστόσο, η Επιτροπή ανέφερε ότι θα επαγρυπνεί και θα υπερασπίζεται όλα τα κοινοτικά συμφέροντα, και πρόκειται να καταβάλει περαιτέρω προσπάθειες για τη βελτίωση της ασφάλειας των δικτύων δεδομένων της.(133)

Στη σύνοδο ολομελείας της 18ης Σεπτεμβρίου, ο Επίτροπος Bangemann ανέφερε ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες από κράτη μέλη, ούτε από πολίτες ή επιχειρήσεις, ότι το σύστημα παρακολούθησης υφίσταται υπό τη μορφή που αναφέρθηκε. "Εάν υπήρχε το σύστημα αυτό, αυτό φυσικά θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση δικαιωμάτων, των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, καθώς και, εννοείται, προσβολή της ασφάλειας των κρατών μελών. Αυτό είναι σαφέστατο. Τη στιγμή που θα αποδεικνυόταν επίσημα κάτι τέτοιο, το Συμβούλιο θα έπρεπε να αντιδράσει, όπως φυσικά και η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο." Αναφέρθηκε επίσης ότι "η Επιτροπή θα καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να παρακινήσει τα κράτη μέλη να μην αποκτούν παρανόμως πληροφορίες με τον τρόπο αυτό."(134)

5.10    Κοινοβουλευτικές εκθέσεις

5.10.1   Εκθέσεις της μόνιμης εξεταστικής επιτροπής R του Βελγίου

Η μόνιμη εξεταστική επιτροπή R του Βελγίου έχει ήδη λάβει θέση ως προς το θέμα ECHELON σε δύο εκθέσεις της.

Στην έκθεση "Rapport d'activitιs 1999", το 3ο κεφάλαιο ήταν αφιερωμένο στο ερώτημα με ποιον τρόπο αντιδρούν οι βελγικές μυστικές υπηρεσίες στη δυνατότητα παρακολούθησης των επικοινωνιών εκ μέρους ενός υποτιθέμενου συστήματος ECHELOΝ. Η έκθεση, που αποτελείται από σχεδόν 15 σελίδες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι δύο βελγικές υπηρεσίες πληροφοριών Sϋreté de l'Etat ?αι Service gιnéral du Renseignement (SGR) ?άμβαναν πληροφορίες για το ECHELON μόνον μέσω δημοσίων εγγράφων.

Η δεύτερη έκθεση "Rapport complémentaire d'activités 1999" aσχολείται πολύ διεξοδικότερα με το σύστημα ECHELON. Λαμβάνει θέση ως προς τις μελέτες του STOA και αφιερώνει ένα μέρος στην ανάλυση της περιγραφής των βασικών τεχνικών και νομικών προϋποθέσεων για την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών. Η ουσία των συμπερασμάτων της έκθεσης είναι ότι το ECHELON υπάρχει πραγματικά και ότι είναι σε θέση να υποκλέπτει όλες τις πληροφορίες που μεταδίδονται με δορυφόρο (περίπου το 1% του συνόλου των διεθνών συνδιαλέξεων), εφόσον η αναζήτηση γίνεται με λέξεις – κλειδιά, και ότι οι δυνατότητές του ως προς την αποκρυπτογράφηση είναι πολύ μεγαλύτερες από ό,τι παρουσιάζονται από την αμερικανική πλευρά. Ως προς τις δηλώσεις ότι στο Menwith Hill δεν διενεργείται βιομηχανική κατασκοπεία, διατηρούνται αμφιβολίες. Τονίζεται ρητά, ότι είναι αδύνατο να διαπιστωθεί με βεβαιότητα το τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει το ECHELON.

5.10.2    Έκθεση της επιτροπής εθνικής άμυνας της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης

Στη Γαλλία, κατατέθηκε στην Εθνοσυνέλευση από την επιτροπή εθνικής άμυνας μία έκθεση σχετικά με το ζήτημα των συστημάτων παρακολούθησης.(135) Στη συνεδρίαση της 28.11.2000, ο εισηγητής Arthur Paecht παρουσίασε στην Επιτροπή ECHELON του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα πορίσματα της έκθεσης.

Μετά από εκτενή επεξήγηση των διαφόρων πτυχών, ο εισηγητής Arthur Paecht καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι το ECHELON υπάρχει και ότι αποτελεί το μόνο γνωστό υπερεθνικό σύστημα παρακολούθησης. Σύμφωνα με την έκθεση, οι δυνατότητες του συστήματος είναι πραγματικές, έχουν όμως φτάσει τα όριά τους, όχι μόνον επειδή το κόστος της λειτουργίας του δεν είναι πια ανάλογο προς την επικοινωνιακή έκρηξη, αλλά και επειδή πλέον κάποιοι στόχοι προστατεύονται.

Αναφέρεται ότι το σύστημα ECHELON έχει ξεφύγει από τους αρχικούς του στόχους, οι οποίοι συνδέονταν με το πλαίσιο του ψυχρού πολέμου, οπότε δεν είναι πλέον απίθανο οι συλλεχθείσες πληροφορίες να χρησιμοποιούνται για πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς κατά άλλων χωρών του ΝΑΤΟ.

Το ECHELON θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει κίνδυνο για τις θεμελιώδεις ελευθερίες και δημιουργεί σχετικά πολυάριθμα προβλήματα τα οποία χρήζουν μιας κατάλληλης απάντησης. Είναι λάθος να φαντάζεται κανείς ότι οι χώρες μέλη του ECHELON θα παραιτηθούν από τη δραστηριότητά τους. Μάλιστα, υπάρχουν πολλές ενδείξεις για το ότι δημιουργήθηκε ένα νέο σύστημα με νέους εταίρους, προκειμένου να ξεπεραστούν τα όρια του ECHELON με τη βοήθεια νέων μέσων.

5.10.3   Έκθεση της ιταλικής κοινοβουλευτικής επιτροπής υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών και κρατικής ασφαλείας

Στην Ιταλία, η κοινοβουλευτική επιτροπή υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας εκπόνησε έκθεση με τίτλο "Ο ρόλος των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας στην υπόθεση ECHELON"(136), την οποία διαβίβασε στις 19 Δεκεμβρίου 2000 στον Πρόεδρο του ιταλικού κοινοβουλίου.

Τα πορίσματα σχετικά με την ύπαρξη ενός συστήματος ονομαζόμενου ECHELON είναι ασαφή. Σύμφωνα με την έκθεση, "κατά τις ακροάσεις της επιτροπής μάλλον απεκλείσθη το ενδεχόμενο να υπάρχει ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης με αυτό το όνομα που να έχει ιδρυθεί από τα πέντε κράτη της συμφωνίας UKUSA (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και Καναδάς) και που να χρησιμεύει για την παγκόσμια παρακολούθηση επικοινωνιών." Παρόλο ότι ήταν σαφές ότι υπήρχε στενή συνεργασία μεταξύ των αγγλοσαξωνικών χωρών, οι πληροφορίες της επιτροπής δεν της επέτρεπαν να συναγάγει ότι η συνεργασία είχε στόχο τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης ή μάλιστα ενός παγκόσμιου δικτύου παρακολούθησης. Κατά τη γνώμη της επιτροπής ήταν πιθανό η ονομασία ECHELON να αντιστοιχούσε σε ένα στάδιο της τεχνολογικής ανάπτυξης στον τομέα της τεχνικής παρακολούθησης δορυφόρων. Στην έκθεση αναφέρεται σαφώς ότι η ιταλική μυστική υπηρεσία SISMI είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπάρχει ήδη μια μέθοδος για την αυτόματη αναγνώριση λέξεων που εκφωνούνται στο πλαίσιο συνομιλίας και κατά συνέπεια η δυνατότητα στοχοθετημένης παρακολούθησης συνομιλιών που περιέχουν αυτές τις λέξεις-κλειδιά.

6.   Είναι δυνατή η ύπαρξη παγκοσμίων συστημάτων παρακολούθησης;

6.1.   Οι προϋποθέσεις ενός συστήματος τέτοιου είδους

6.1.1   Τεχνικές – γεωγραφικές προϋποθέσεις

Με στόχο την παρακολούθηση διεθνών και, μέσω δορυφόρων, πρώτης γενιάς επικοινωνιών, είναι απαραίτητη η εγκατάσταση σταθμών λήψης στις περιοχές του Ατλαντικού, του Ινδικού Ωκεανού και του Ειρηνικού. Στην νεότερη γενιά δορυφόρων, η οποία επιτρέπει την εκπομπή σε υποπεριοχές, πρέπει να τηρούνται περαιτέρω όροι σχετικά με την γεωγραφική τοποθέτηση σταθμών παρακολούθησης, αν επιδιώκεται η κάλυψη του συνόλου της επικοινωνίας που μεταδίδεται μέσω δορυφόρων.

Ένα ευρύ, διεθνές σύστημα παρακολούθησης είναι υποχρεωμένο να εγκαθιστά τους σταθμούς του εκτός των επικρατειών των χωρών UKUSA.

6.1.2   Πολιτικές – οικονομικές προϋποθέσεις

Η δημιουργία ενός τέτοιου διεθνούς δράσης συστήματος παρακολούθησης πρέπει όμως επιπλέον να επιφέρει οικονομικά και πολιτικά οφέλη στον υπεύθυνο λειτουργίας. Ο επικαρπωτής ή οι επικαρπωτές ενός τέτοιου συστήματος πρέπει να έχουν παγκόσμια οικονομικά, στρατιωτικά ή άλλα συμφέροντα ασφάλειας, ή τουλάχιστο να θεωρούν, ότι ανήκουν στις λεγόμενες παγκόσμιες δυνάμεις. Συνεπώς, ο κύκλος περιορίζεται ουσιαστικά, πέραν από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, στην Κίνα και τις χώρες του G8.

6.2.   Γαλλία

Η Γαλλία διαθέτει και στις τρεις περιοχές που προαναφέρθηκαν δικά της εδάφη, υπηρεσίες και περιφερειακούς οργανισμούς.

Στην περιοχή του Ατλαντικού, ανατολικά του Καναδά βρίσκεται το Σαιν Πιέρ και Μικελόν (65° W / 47° N), βορειοανατολικά της Νοτίου Αμερικής η Γουαδελούπη (61° W / 16° N) και η Μαρτινίκα (60° W / 14° N) και επίσης, στην βορειοανατολική ακτή της Νοτίου Αμερικής, η Γαλλική Γουϊάνα (52° W / 5° N).

Στην περιοχή του Ινδικού Ωκεανού βρίσκονται ανατολικά της Νοτίου Αφρικής η Μαγιότ (45° O / 12° S) και η Ρεουνιόν (55° O / 20° S) καθώς και τελείως νότια τα Γαλλικά Νότια Εδάφη και η Γαλλική Ανταρκτική. Στην περιοχή του Ειρηνικού βρίσκονται η Νέα Καληδονία (165° O / 20° S), Βαλίς και Φουτούνα (176° W / 12° S) καθώς και η Γαλλική Πολυνησία (150° W / 16° S).

Σχετικά με τους πιθανούς σταθμούς της γαλλικής υπηρεσίας πληροφοριών DGSE σε αυτές τις υπερπόντιες περιοχές δεν γνωρίζουμε πολλά. Σύμφωνα με αναφορές γάλλων(137) υπάρχουν σταθμοί στο Kourou της Γαλλικής Γουιάνα καθώς και στην Μαγιότ. Σε σχέση με το μέγεθος των σταθμών, τον αριθμό των δορυφορικών κεραιών και το μέγεθός τους δεν υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία. Υποτίθεται, ότι υπάρχουν επίσης σταθμοί στη Γαλλία στο Domme, κοντά στο Μπορντό, καθώς και στο Alluetts-le-Roi κοντά στο Παρίσι. Ο Jauvert υπολογίζει τον αριθμό των δορυφορικών κεραιών σε 30 συνολικά. Ο συγγραφέας Erich Schmidt-Enboom(138) ισχυρίζεται, ότι και στην Νέα Καληδονία λειτουργεί ένας σταθμός.

Θεωρητικά, και η Γαλλία, η οποία πέρα από τις γεωγραφικές διαθέτει και τις τεχνικές και οικονομικές δυνατότητες, θα μπορούσε να θέσει σε λειτουργία ένα διεθνές σύστημα παρακολούθησης. Ο εισηγητής δεν έχει όμως επαρκείς δημοσιευμένες πληροφορίες προκειμένου να υποστηρίξει κάτι τέτοιο σοβαρά.

6.3.   Ρωσία

Η αρμόδια για την ασφάλεια των επικοινωνιών και για SIGINT ρωσική υπηρεσία πληροφοριών FAPSI (Ομοσπονδιακό Γραφείο Κρατικών Επικοινωνιών και Πληροφοριών, Federalnoye Agentstvo Pravitelstvennoy Svyazi) μαζί με τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, GRU, διατηρεί επίγειους σταθμούς στην Λετονία, το Βιετνάμ και την Κούβα.

Σύμφωνα με τη νομική της βάση, στόχος της FAPSI είναι η συγκέντρωση πληροφοριών στον πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό και επιστημονικοτεχνικό τομέα, για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης και της επιστημονικοτεχνικής και στρατιωτικής προόδου.(139) Ως προς αυτό, ο διευθυντής της FAPSI καθόρισε ως πρωταρχική αποστολή της υπηρεσίας για το1997 τη σύλληψη κρυπτογραφημένων επικοινωνιών εξωτερικού και την παγκόσμια παρακολούθηση.(140)

Στην περιοχή του Ατλαντικού βρίσκεται ο σταθμός της Lourdes στην Κούβα (82°W, 23°N), ο οποίος λειτουργεί από κοινού με την κουβανική υπηρεσία πληροφοριών. Με τον σταθμό αυτό η Ρωσία συγκεντρώνει τόσο στρατηγικές πληροφορίες όσο και στρατιωτικές και εμπορικές επικοινωνίες.(141) Στην περιοχή του Ινδικού Ωκεανού υπάρχουν σταθμοί στη Ρωσία, για τους οποίους δεν έχουμε περαιτέρω πληροφορίες. Ένας άλλος σταθμός στην Skrunda της Λετονίας έκλεισε το 1998.(142) Στην περιοχή του Ειρηνικού υποστηρίζεται ότι υπάρχει ένας σταθμός στην ακτή Cam Ranh Bay του Βόρειου Βιετνάμ. Λεπτομέρειες σχετικά με τους σταθμούς, τον αριθμό και το μέγεθος των κεραιών τους δεν είναι γνωστές.

Πάντως, αν συνυπολογιστούν οι σταθμοί που βρίσκονται στην επικράτεια της Ρωσίας, θα ήταν θεωρητικά εφικτή μία παγκόσμια κάλυψη. Όμως και εδώ οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επαρκούν για βάσιμoυς ισχυρισμούς.

6.4.   Οι υπόλοιπες χώρες της G-8 και η Κίνα

Ούτε οι υπόλοιπες χώρες του της ομάδας G8, ούτε η Κίνα διαθέτουν δικά τους εδάφη ή στενούς συμμάχους στις απαραίτητες περιοχές του κόσμου, ώστε να λειτουργήσουν ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης.

7.   Η συμβατότητα ενός συστήματος παρακολούθησης επικοινωνιών τύπου "ECHELON" με το ευρωπαϊκό δίκαιο

7.1    Διευκρινίσεις ως προς τον προβληματισμό

Η εντολή που έλαβε η Επιτροπή συμπεριλαμβάνει εκτός άλλων και την ρητή ανάθεση του ελέγχου της συμβατότητας ενός συστήματος παρακολούθησης τύπου "ECHELON" με το ευρωπαϊκό δίκαιο.(143) Ιδίως πρέπει να αξιολογηθεί, αν ένα τέτοιο σύστημα είναι συμβατό με τις δύο οδηγίες 95/46 ΕΚ και 97/66 ΕΚ περί προστασίας δεδομένων, καθώς και τα άρθρα 286 συνθήκη ΕΚ και 8 παρ. 2 συνθήκη ΕΕ.

Είναι απαραίτητο, ο έλεγχος να διενεργηθεί βάσει δύο διαφορετικών κριτηρίων. Το ένα κριτήριο είναι η δια τεκμηρίων απόδειξη, όπως αναπτύχθηκε στο κεφάλαιο 5, από την οποία προκύπτει ότι το σύστημα που χαρακτηρίζεται ως "ECHELON" είχε σχεδιαστεί ως σύστημα αναχαίτισης επικοινωνιών, προκειμένου να παρέχει στις αμερικανικές, καναδικές, αυστραλιανές και νεοζηλανδικές μυστικές υπηρεσίες πληροφορίες μέσω της συλλογής και της αξιολόγησης δεδομένων επικοινωνιών. Πρόκειται για ένα κλασσικό κατασκοπευτικό εργαλείο υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού.(144) Έτσι, σε πρώτο στάδιο πρόκειται να ελεγχθεί η συμβατότητα ενός τέτοιου συστήματος υπηρεσιών πληροφοριών με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Παράλληλα, σε μία από τις εκθέσεις της STOA που κατατέθηκε από τον Campbell εγείρεται η κατηγορία ότι γίνεται κατάχρηση του συστήματος αυτού για λόγους ανταγωνιστικής κατασκοπείας, και ότι η οικονομία των ευρωπαϊκών χωρών υπέστη ως εκ τούτου σημαντικές ζημίες. Επίσης, υπάρχουν δηλώσεις του πρώην διευθυντή της CIA R. James Woolsey, ότι οι ΗΠΑ ναι μεν κατασκοπεύουν ευρωπαϊκές εταιρίες, αυτό όμως συμβαίνει μόνον χάριν της δικαιοσύνης στην αγορά, καθώς η ανάθεση των συμβάσεων γίνεται ενδεχομένως, όπως υποστηρίζει, μόνο βάσει δωροδοκίας.(145) Αν είναι αλήθεια ότι τα συστήματα χρησιμοποιούνται για την ανταγωνιστική κατασκοπεία, το ερώτημα της συμβατότητας με το ευρωπαϊκό δίκαιο τίθεται εκ νέου. Για το λόγο αυτό, η δεύτερη αυτή πτυχή θα εξεταστεί ξεχωριστά σε δεύτερο στάδιο.

7.2   Η συμβατότητα ενός συστήματος υπηρεσιών πληροφοριών με το ευρωπαϊκό δίκαιο

7.2.1   Συμβατότητα με το κοινοτικό δίκαιο

Οι δραστηριότητες και τα μέτρα που εφαρμόζονται στην υπηρεσία της κρατικής ασφάλειας ή και της ποινικής δίωξης, καταρχήν δεν εμπίπτουν στο πεδίο ρύθμισης της συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Καθώς η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, σύμφωνα με την αρχή περί περιορισμένων αρμοδιοτήτων, μπορεί να δραστηριοποιείται μόνον εκεί όπου έχει την ανάλογη αρμοδιότητα, εξαίρεσε από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί προστασίας δεδομένων που στηρίζονται στην συνθήκη ΕΚ, ιδίως στο άρθρο 95 (πρώην άρθρο 100Α) της συνθήκης αυτής, τους εν λόγω τομείς. Η οδηγία 95/46/ΕΚ σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(146), καθώς και η οδηγία 97/66/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών(147) "σε καμία περίπτωση δεν εφαρμόζονται όταν πρόκειται για επεξεργασία(148)/δραστηριότητα(149) που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους(συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής ευημερίας, αν η επεξεργασία/δραστηριότητα άπτεται της ασφάλειας της χώρας) και για δραστηριότητές του σε τομείς ποινικού δικαίου". Η ίδια διατύπωση χρησιμοποιήθηκε και στο σχέδιο οδηγίας για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, που κατατέθηκε τότε στο Κοινοβούλιο(150). Συνεπώς, η συμμετοχή ενός κράτους μέλους σε σύστημα παρακολούθησης που τίθεται στην υπηρεσία της κρατικής ασφάλειας δεν μπορεί να αντίκειται στις κοινοτικές οδηγίες περί προστασίας δεδομένων.

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να υπάρχει παραβίαση του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΚ, που επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των περί προστασίας δεδομένων οδηγιών και στην επεξεργασία δεδομένων από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας. Το ίδιο ισχύει για τον Κανονισμό 45/2001 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και για την ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων.(151) Και αυτός ο Κανονισμός εφαρμόζεται μόνον στο βαθμό που τα όργανα ενεργούν μέσα στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ.(152) Προς αποφυγή παρεξηγήσεων πρέπει όμως να τονιστεί στο σημείο αυτό ρητά, ότι ποτέ δεν έχει υποστηριχτεί από καμία πλευρά, ότι τα κοινοτικά όργανα και οι οργανισμοί συμμετέχουν σε σύστημα παρακολούθησης, και ο εισηγητής δεν έχει καμία ένδειξη για κάτι τέτοιο.

7.2.2   Συμβατότητα με το λοιπό ευρωπαϊκό δίκαιο

Για τον τομέα του τίτλου V (Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας) και VI (Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις) δεν υπάρχουν διατάξεις προστασίας δεδομένων αντίστοιχες με εκείνες των κοινοτικών οδηγιών. Εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει επισημανθεί ήδη επανειλημμένως, ότι στον τομέα αυτό η ανάγκη για ανάληψη δράσης είναι επιτακτική.(153)

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου εξασφαλίζονται στους τομείς αυτούς μόνον μέσω των άρθρων 6 και 7, και ιδίως του άρθρου 6 παρ. 2 της συνθήκης ΕΕ, στο οποίο η Ένωση αναλαμβάνει την υποχρέωση να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Έτσι, στην δεσμευτική ισχύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και ιδίως της ΕΣΔΑ, για τα κράτη μέλη (βλ. και κατωτέρω, κεφάλαιο 8) δημιουργείται και μία δεσμευτική ισχύς των θεμελιωδών δικαιωμάτων για την Ένωση, κατά την άσκηση της νομοθετικής και διοικητικής της εξουσίας. Επειδή όμως μέχρι σήμερα δεν υπήρχε σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης κάποια ρύθμιση σχετικά με την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών για λόγους ασφάλειας ή υπηρεσιών πληροφοριών,(154) δεν ανακύπτει προς το παρόν ζήτημα παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 2 της συνθήκης ΕΕ.

7.3   Το ζήτημα της συμβατότητας στην περίπτωση της κατάχρησης του συστήματος για λόγους ανταγωνιστικής κατασκοπείας

Σε περίπτωση, που ένα κράτος μέλος προωθούσε ένα σύστημα παρακολούθησης, το οποίο εκτός των άλλων θα διενεργούσε ανταγωνιστική κατασκοπεία, επιτρέποντας στις δικές του υπηρεσίες πληροφοριών να ενεργούν ανάλογα, ή διαθέτοντας σε ξένες υπηρεσίες πληροφοριών έδαφος της επικράτειάς του για το σκοπό αυτό, θα υπήρχε βεβαίως παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Διότι, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, σύμφωνα με το άρθρο 10 της συνθήκης ΕΚ, να επιδεικνύουν κοινοτική πίστη, ιδίως να απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης. Ακόμη και αν η αναχαίτιση τηλεπικοινωνιών δεν γίνεται προς όφελος της εγχώριας οικονομίας (γεγονός που επίσης θα εξομοιωνόταν με κρατική ενίσχυση, κατά παράβαση του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ), αλλά προς όφελος τρίτων χωρών, μία τέτοια δραστηριότητα θα βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση προς την βασική ιδέα της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που είναι η δημιουργία μιας κοινής αγοράς, καθώς θα συνεπαγόταν τη νόθευση του ανταγωνισμού.

Επίσης, μία τέτοια συμπεριφορά θα σήμαινε, κατά τη γνώμη του εισηγητή, παραβίαση της οδηγίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών(155), καθώς το ζήτημα της εφαρμογής των οδηγιών πρέπει να επιλύεται σύμφωνα με λειτουργικά και όχι με οργανωτικά κριτήρια. Αυτό δεν προκύπτει μόνον από το κείμενο της διάταξης που ρυθμίζει το πεδίο εφαρμογής, αλλά και από το νόημα του νόμου. Αν οι υπηρεσίες πληροφοριών χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους για ανταγωνιστική κατασκοπεία, η δραστηριότητά τους δεν εξυπηρετεί την ασφάλεια ή την ποινική δίωξη, ο σκοπός της όμως θα έχει αλλοιωθεί και συνεπώς δεν θα υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η εν λόγω όμως οδηγία, στο άρθρο 5, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα των επικοινωνιών, ιδίως να απαγορεύουν την παρακολούθηση, την παρακολούθηση και την αποθήκευση καθώς και κάθε άλλη μορφή αναχαίτισης ή παρακολούθησης των επικοινωνιών από άλλα πρόσωπα εκτός των χρηστών. Σύμφωνα με το άρθρο 14, εξαιρέσεις μπορούν να υπάρξουν μόνον όπου είναι απαραίτητες για την ασφάλεια και την άμυνα της χώρας ή για λόγους ποινικής δίωξης. Καθώς η οικονομική κατασκοπεία δεν νομιμοποιεί εξαιρέσεις, σε μία τέτοια περίπτωση θα υπήρχε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.

7.4   Συμπεράσματα

Βάσει των ανωτέρω, σύμφωνα με την παρούσα νομική κατάσταση, ένα σύστημα υπηρεσιών πληροφοριών του τύπου ECHELON δεν μπορεί να βρίσκεται σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό δίκαιο, διότι δεν διαθέτει τα σημεία επαφής με το ευρωπαϊκό δίκαιο που θα ήταν απαραίτητα για να θεωρηθεί μη συμβατό. Αυτό ισχύει όμως μόνον εφόσον το σύστημα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση της κρατικής ασφάλειας με την ευρύτερη έννοια. Αντιθέτως, αν το σύστημα απομακρυνθεί από το σκοπό του και χρησιμοποιηθεί για την ανταγωνιστική κατασκοπεία εις βάρος αλλοδαπών εταιριών, προκύπτει ζήτημα αντίθεσης προς το κοινοτικό δίκαιο. Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος συμμετείχε σε αυτό, θα παραβίαζε το κοινοτικό δίκαιο.

8.   Η συμβατότητα της παρακολούθησης των επικοινωνιών από υπηρεσίες πληροφοριών με το θεμελιώδες δικαίωμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου

8.1   Η παρακολούθηση των επικοινωνιών ως παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής

Κάθε παρακολούθηση επικοινωνίας, ακόμη και η συγκέντρωση δεδομένων από υπηρεσίες πληροφοριών για το σκοπό αυτό(156) αποτελεί σοβαρή παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου. Μόνο τα αστυνομικά κράτη επιτρέπουν απεριόριστη παρακολούθηση του ατόμου. Αντιθέτως, στα κράτη μέλη της ΕΕ, που είναι ώριμες δημοκρατίες, η ανάγκη του σεβασμού του ιδιωτικού βίου από τα κρατικά όργανα, και συνεπώς και από τις υπηρεσίες πληροφοριών, είναι αδιαμφισβήτητη και κατά κανόνα αποτυπώνεται και στα συντάγματα των κρατών μελών. Η ιδιωτική ζωή απολαμβάνει συνεπώς ιδιαίτερης προστασίας, ενώ οι παρεμβάσεις επιτρέπονται μόνον κατόπιν στάθμισης των εννόμων αγαθών και τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας.

Το πρόβλημα αυτό συνειδητοποιούν και οι χώρες UKUSA. Όμως, οι προβλεπόμενες διατάξεις προστασίας αφορούν μόνο τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής των κατοίκων των χωρών αυτών, με αποτέλεσμα ο ευρωπαίος πολίτης κατά κανόνα να μην επωφελείται από αυτές. Έτσι για παράδειγμα, οι διατάξεις του αμερικανικού δικαίου που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις της ηλεκτρονικής παρακολούθησης δεν σταθμίζουν τα κρατικά συμφέροντα μιας εύρυθμης υπηρεσίας πληροφοριών με τα συμφέροντα της αποτελεσματικής εν γένει προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά με την απαιτούμενη προστασία της ιδιωτικής ζωής των προσώπων που χαρακτηρίζονται "US-Persons".(157)

8.2   Η προστασία της ιδιωτικής ζωής δυνάμει διεθνών συμβάσεων

Ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής ως θεμελιώδες δικαίωμα περιλαμβάνεται σε πολλές διεθνείς συνθήκες.(158) Σε παγκόσμιο επίπεδο πρέπει να αναφερθεί ιδίως το “Διεθνές Σύμφωνο περί ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων”(159), το οποίο ψηφίστηκε το 1966 στο πλαίσιο του ΟΗΕ και εγγυάται στο άρθρο 17 την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Στις αποφάσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 41, έχουν υπαχθεί όλες οι χώρες UKUSA στο μέτρο που πρόκειται για αγωγές άλλων χωρών. Ωστόσο το προαιρετικό πρωτόκολλο(160), που επεκτείνει την αρμοδιότητα της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις ατομικές προσφυγές, δεν υπεγράφη από τις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα οι ιδιώτες να μην έχουν την δυνατότητα να προσφύγουν, σε περίπτωση παραβίασης του συμφώνου εκ μέρους των ΗΠΑ, ενώπιον της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, έγινε προσπάθεια να επιτευχθεί ευρωπαϊκή προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων με την κατάρτιση ενός "Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ". Το άρθρο 7 του Χάρτη, που φέρει το τίτλο “Σεβασμός του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου”, αναφέρεται στο ρητό δικαίωμα για σεβασμό των επικοινωνιών.(161) Επίσης, στο άρθρο 8 κατοχυρώνεται το θεμελιώδες δικαίωμα της “προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”. Οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να προστατεύσουν το άτομο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα δεδομένα (αυτοματοποιημένα ή μη) υπόκεινται σε επεξεργασία, γεγονός που συμβαίνει κατά κανόνα στην παρακολούθηση και πάντα στις λοιπές μορφές αναχαίτισης.

Ο Χάρτης δεν έχει περιληφθεί μέχρι τώρα στη Συνθήκη. Για το λόγο αυτό αναπτύσσει δεσμευτική ισχύ μόνο για τα τρία όργανα τα οποία, με την "Πανηγυρική δήλωση" στο περιθώριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Νίκαιας υπήχθησαν σ' αυτόν: Συμβούλιο, Επιτροπή και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτά τα όργανα, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζει ο εισηγητής, δεν εμπλέκονται καθόλου σε δραστηριότητες μυστικών υπηρεσιών. Ακόμη και αν ο Χάρτης θα αποκτήσει την πλήρη ισχύ του μετά την συμπερίληψή του στη Συνθήκη, πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του. Σύμφωνα με το άρθρο 51, ο Χάρτης ισχύει "… στα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης … και στα κράτη μέλη, μόνο όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης." Ο Χάρτης θα εφαρμοζόταν για το λόγο αυτό εν πάση περιπτώσει μέσω της απαγόρευσης αντίθετων προς τον ανταγωνισμό κρατικών ενισχύσεων (βλ. κεφάλαιο 7,7.3).

Το μοναδικό πράγματι αποτελεσματικό μέσο για την πλήρη προστασία της ιδιωτικής ζωής σε διεθνές επίπεδο είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

8.3   Οι ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)

8.3.1   Η σημασία της ΕΣΔΑ στην ΕΕ

Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που παρέχει η ΕΣΔΑ, έχει σημασία στο μέτρο που η σύμβαση αυτή έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και συνεπώς αποτελεί ένα ενιαίο ευρωπαϊκό επίπεδο προστασίας. Τα κράτη μέλη της σύμβασης έχουν αναλάβει την διεθνούς δικαίου υποχρέωση, να εγγυώνται τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ και έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στο Στρασβούργο. Οι εκάστοτε εθνικές κυβερνήσεις μπορούν συνεπώς να ελεγχθούν από το ΕΔΔΑ ως προς την τήρηση της ΕΣΔΑ και τα κράτη μέλη της σύμβασης είναι δυνατόν, σε περίπτωση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να καταδικασθούν και να υποχρεωθούν σε καταβολή αποζημίωσης. Πέραν τούτου, η ΕΣΔΑ απέκτησε σημασία επειδή το ΔΕΚ την επικαλέστηκε επανειλημμένως, μαζί με γενικές αρχές του δικαίου των κρατών μελών, στο πλαίσιο του ελέγχου νόμων, προκειμένου να λάβει τις αποφάσεις του. Περαιτέρω, με τη συνθήκη του Άμστερνταμ καθορίστηκε στο άρθρο 6 παρ. 2 της συνθήκης ΕΕ η υποχρέωση της ΕΕ για την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ.

8.3.2   Η τοπική και προσωπική έκταση της προστασίας της ΕΣΔΑ

Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ αποτελούν γενικά ανθρώπινα δικαιώματα και συνεπώς δεν συνδέονται με συγκεκριμένη υπηκοότητα. Παρέχονται σε όλα τα πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία των κρατών της σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αναγνωρίζονται σε κάθε περίπτωση σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας και ότι οποιεσδήποτε τοπικές εξαιρέσεις αποτελούν παραβίαση της σύμβασης. Πέραν τούτου, ισχύουν όμως και εκτός της επικράτειας των κρατών της σύμβασης, εφόσον εκεί ασκείται κρατική εξουσία. Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ έναντι ενός κράτους μέλους της σύμβασης παρέχονται συνεπώς και σε πρόσωπα που βρίσκονται εκτός της επικράτειας, όταν ένα κράτος της σύμβασης παρεμβαίνει εκτός της επικράτειάς του στην ιδιωτική τους ζωή(162).

Το τελευταίο σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς η προβληματική των θεμελιωδών δικαιωμάτων εμφανίζει την ιδιαιτερότητα στον τομέα της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών, ότι το κράτος που είναι υπεύθυνο για την παρακολούθηση, ο παρακολουθούμενος και η πραγματική διαδικασία της παρακολούθησης είναι δυνατό να μην συμπίπτουν τοπικά. Αυτό ισχύει ιδίως για τις διεθνείς επικοινωνίες, ενδεχομένως όμως και για εθνικές, όταν η μετάδοση των πληροφοριών οδηγεί μέσω καλωδίων στην αλλοδαπή. Στην περίπτωση των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού, αυτό αποτελεί μάλιστα συνήθη πρακτική. Επίσης δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, κάποιες πληροφορίες προερχόμενες από παρακολούθηση, τις οποίες απέκτησε μία υπηρεσία πληροφοριών, να διαβιβάζονται στη συνέχεια σε άλλες χώρες.

8.3.3   Το επιτρεπτό της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, “ο καθένας έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του”. Η προστασία των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή των τηλεπικοινωνιών δεν αναφέρεται ρητά, σύμφωνα όμως με τη νομολογία του ΕΔΔΑ εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας του άρθρου 8 διαμέσου των όρων “ιδιωτική ζωή” και “αλληλογραφία”.(163) Το πεδίο προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος εκτείνεται εν προκειμένω όχι μόνον στο περιεχόμενο της επικοινωνίας, αλλά και στην εγγραφή εξωτερικών δεδομένων της συνδιάλεξης. Αυτό σημαίνει, ότι ακόμη και αν η υπηρεσία πληροφοριών καταγράψει δεδομένα όπως είναι ο χρόνος και η διάρκεια της συνδιάλεξης καθώς και τους τηλεφωνικούς αριθμούς που επιλέγονται, αυτό αποτελεί επέμβαση στην ιδιωτική ζωή.(164)

Το θεμελιώδες δικαίωμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ δεν παρέχεται απεριόριστα. Μπορεί να υπάρξουν επιτρεπτές παραβιάσεις του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, εφόσον έχουν νομική βάση στο εγχώριο δίκαιο.(165) Το δίκαιο πρέπει να είναι προσιτό σε όλους και οι συνέπειές του πρέπει να είναι προβλέψιμες.(166)

Τα κράτη μέλη δεν έχουν απόλυτη διακριτική ευχέρεια κατά τις παρεμβάσεις αυτές. Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ επιτρέπει παρεμβάσεις μόνον για την πραγματοποίηση των σκοπών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ήτοι κυρίως την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, την αποτροπή αξιόποινων πράξεων, αλλά και την οικονομική ευημερία της χώρας(167), γεγονός που δεν δικαιολογεί την οικονομική κατασκοπεία, καθώς επιτρέπονται μόνον παρεμβάσεις που "είναι αναγκαίες σε μία δημοκρατική κοινωνία". Για κάθε παρέμβαση πρέπει να επιλέγεται το καταλληλότερο για την επίτευξη του σκοπού μέσο, και επίσης πρέπει να υφίστανται επαρκείς εγγυήσεις για την αποτροπή ενδεχόμενης κατάχρησης.

8.3.4   Η σημασία του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για την δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών

Για τις υπηρεσίες πληροφοριών που επιθυμούν τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι γενικές αρχές που προαναφέρθηκαν σημαίνουν τα εξής: Όταν για τη διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας κρίνεται αναγκαία η εξουσιοδότηση των υπηρεσιών πληροφοριών ώστε να αναχαιτίσουν το περιεχόμενο τηλεπικοινωνιών ή τουλάχιστο στοιχείων που αφορούν στη σύνδεση, αυτό πρέπει να αποτυπώνεται στο εσωτερικό δίκαιο και η ρύθμιση πρέπει να είναι δημοσίως προσβάσιμη. Οι συνέπειες αυτού πρέπει να είναι προβλέψιμες για τον καθένα, όμως οι ειδικές απαιτήσεις του τομέα των μυστικών υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνονται σαφώς υπόψη. Έτσι το Δικαστήριο έκρινε σε μία απόφαση σχετικά με τη συμβατότητα μυστικών ελέγχων υπαλλήλων που εργάζονται σε τομείς που αφορούν στην εθνική ασφάλεια, ότι η αξίωση για προβλεψιμότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να είναι η ίδια όπως σε άλλους τομείς.(168) Όμως και εδώ το Δικαστήριο απαίτησε, να παρέχει το δίκαιο τουλάχιστον κάποιες πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις και τους όρους, υπό τους οποίους η κρατική εξουσία επιτρέπεται να προβεί σε μυστικές και συνεπώς εν δυνάμει επικίνδυνες επεμβάσεις στην προσωπική ζωή του ατόμου.(169)

Για την σύμφωνη προς τα ανθρώπινα δικαιώματα δραστηριότητα των μυστικών υπηρεσιών πρέπει να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη, ότι η εθνική ασφάλεια αποτελεί μεν λόγο που την δικαιολογεί, αλλά ο λόγος αυτός υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ στην αρχή της αναλογικότητας: ακόμη και η εθνική ασφάλεια δικαιολογεί παρεμβάσεις μόνον εκεί που αυτές είναι αναγκαίες σε μία δημοκρατική κοινωνία. Ως προς αυτό, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει σαφώς ότι το συμφέρον του κράτους για προστασία της εθνικής του ασφάλειας πρέπει να σταθμίζεται, ως προς την βαρύτητα της παρέμβασης σε σύγκριση με το συμφέρον του ατόμου για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής.(170) Οι παρεμβάσεις δεν περιορίζονται βέβαια στις απολύτως απαραίτητες, αλλά δεν αρκεί να είναι απλώς χρήσιμες ή επιθυμητές(171). Η άποψη ότι η παρακολούθηση κάθε τηλεπικοινωνίας είναι η καλύτερη προστασία από το οργανωμένο έγκλημα, θα προσέκρουσε στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ακόμη και αν κάτι τέτοιο προβλέπονταν στο εσωτερικό δίκαιο.

Επιπλέον πρέπει, λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών, που απαιτεί μυστικότητα και συνεπώς μία ειδική στάθμιση συμφερόντων, να προβλεφθούν ακόμη πιο ισχυρές δυνατότητες ελέγχου. Το Δικαστήριο επισήμανε ρητά, ότι ένα μυστικό σύστημα παρακολούθησης για την διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας εγκυμονεί τον κίνδυνο υπονόμευσης ή κατάργησης της δημοκρατίας υπό την πρόφαση της προστασίας της, και ότι για το λόγο αυτό είναι αναγκαίες κατάλληλες και αποτελεσματικές εγγυήσεις κατά ενδεχόμενων καταχρήσεων.(172) Συνεπώς, η εκ του νόμου νομιμοποιημένη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών είναι σύμφωνη με τα θεμελιώδη δικαιώματα, μόνον όταν το συμβαλλόμενο κράτος της ΕΣΔΑ θεσπίζει επαρκή συστήματα ελέγχου και άλλες εγγυήσεις κατά των καταχρήσεων. Το Δικαστήριο τόνισε εν προκειμένω αναφερόμενο στη δραστηριότητα των μυστικών υπηρεσιών της Σουηδίας, ότι προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην παρουσία βουλευτών στο όργανο που ελέγχει την αστυνομία, καθώς και στην εποπτεία από τον υπουργό δικαιοσύνης, τον κοινοβουλευτικό Διαμεσολαβητή και την επιτροπή δικαιοσύνης της βουλής. Υπό το πρίσμα αυτό φαίνεται προβληματικό το γεγονός, ότι η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και η Ισπανία δεν διαθέτουν δικές τους κοινοβουλευτικές επιτροπές για τον έλεγχο των μυστικών υπηρεσιών(173) και ούτε γνωρίζουν κάποιο σύστημα ελέγχου, αντίστοιχο με αυτό του κοινοβουλευτικού Διαμεσολαβητή των σκανδιναβικών χωρών.(174) Γι αυτό ο εισηγητής χαιρετίζει τις προσπάθειες της επιτροπής άμυνας της γαλλικής εθνοσυνέλευσης για την ίδρυση μιας επιτροπής ελέγχου,(175) πόσο μάλλον καθώς η Γαλλία διαθέτει, από τεχνικής και γεωγραφικής άποψης, σημαντικές δυνατότητες για υπηρεσίες πληροφοριών.

8.4   Η υποχρέωση επαγρύπνησης έναντι της δραστηριότητας ξένων υπηρεσιών πληροφοριών

8.4.1   Ανεπίτρεπτο της παράκαμψης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ με παρέμβαση ξένων υπηρεσιών πληροφοριών

Όπως αναφέρθηκε εκτενώς ανωτέρω, οι χώρες μέλη της σύμβασης πρέπει να πληρούν ένα σύνολο προϋποθέσεων, προκειμένου η δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών τους να είναι σύμφωνη με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Είναι προφανές, ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών δεν μπορούν να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους επικαλούμενος τη δραστηριότητα άλλων υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίες υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές διατάξεις. Στην αντίθετη περίπτωση θα στερούνταν ισχύος η αρχή της νομιμότητας μαζί με τις δύο συνιστώσες της προσβασιμότητας και της προβλεψιμότητας, και η νομολογία του ΕΔΔΑ θα αποδυναμωνόταν ως προς το περιεχόμενό της.

Αφενός, αυτό σημαίνει ότι η ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών επιτρέπεται μόνον υπό περιορισμούς. Μία υπηρεσία πληροφοριών μπορεί να αποκτήσει στοιχεία από μία άλλη, μόνον αν αυτά αποκτήθηκαν υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο της πρώτης. Το πεδίο δράσης που προβλέπεται από τον νόμο δεν μπορεί να διευρυνθεί βάσει συμφωνιών με άλλες υπηρεσίες. Έτσι, μία υπηρεσία πληροφοριών επιτρέπεται να εκτελεί εντολές μιας ξένης υπηρεσίας πληροφοριών σύμφωνα με οδηγίες της δεύτερης μόνον όταν είναι πεπεισμένη για τη συμφωνία με το δικό της εθνικό δίκαιο. Ακόμη και αν οι πληροφορίες προορίζονται για μία άλλη χώρα, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός της καταπάτησης τους θεμελιώδους δικαιώματος λόγω της παρέμβασης.

Αφετέρου, τα κράτη μέλη της ΕΣΔΑ δεν δύνανται να επιτρέπουν τη δραστηριότητα ξένων υπηρεσιών πληροφοριών στην επικράτειά τους, αν υπάρχει υπόνοια ότι η δραστηριότητά τους δεν πληροί τις προϋποθέσεις της ΕΣΔΑ.(176)

8.4.2   Συνέπειες από την ανεχόμενη δραστηριότητα μη ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών στο έδαφος κρατών μελών της ΕΣΔΑ

8.4.2.1   Η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Με τη κύρωση της ΕΣΔΑ, τα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να υπαγάγουν την άσκηση της κυριαρχίας τους σε έλεγχο ως προς την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην υποχρέωση αυτή παραιτούμενα από τα κυριαρχικά τους δικαιώματα. Τα κράτη παραμένουν υπεύθυνα για την περιοχή της επικράτειάς τους και συνεπώς ευθύνονται έναντι των υποκείμενων στο ευρωπαϊκό δίκαιο ακόμη και αν η άσκηση της κυριαρχικής εξουσίας γίνεται από κάποιο άλλο κράτος, δια της δραστηριότητας υπηρεσιών πληροφοριών. Το ΕΔΔΑ δέχεται πλέον κατά πάγια νομολογία μία υποχρέωση των κρατών της σύμβασης προς λήψη θετικών μέτρων για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, προκειμένου να μη παραβιαστεί το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ από ιδιώτες (!), δηλαδή ακόμη και σε οριζόντιο επίπεδο, στο οποίο το άτομο δεν βρίσκεται αντιμέτωπο με την κρατική εξουσία, αλλά με ένα άλλο άτομο.(177) Αν το κράτος επιτρέπει σε μία ξένη υπηρεσία πληροφοριών να εργάζεται στο έδαφός του, η ανάγκη προστασίας είναι πολύ μεγαλύτερη, καθώς στην περίπτωση αυτή η κυριαρχική εξουσία ασκείται από μία άλλη αρχή. Εδώ φαίνεται λογικό να υποθέσει κανείς ότι το κράτος πρέπει να μεριμνά για τη συμφωνία της δραστηριότητας των μυστικών υπηρεσιών, που ασκείται στο έδαφός του, με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

8.4.2.2   Συνέπειες για τους σταθμούς

Στο Bad Aibling της Γερμανίας, έχει παραχωρηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έδαφος για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για δορυφορική λήψη. Στο Menwith Hill της Μεγάλης Βρετανίας επιτρέπεται η κοινή χρήση έκτασης γης για τον ίδιο σκοπό. Σε περίπτωση που στους σταθμούς αυτούς μία αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών υποκλέπτει μη στρατιωτικές πληροφορίες ιδιωτών ή επιχειρήσεων προερχόμενων από συμβαλλόμενο κράτος ΕΣΔΑ, ενεργοποιούνται οι υποχρεώσεις εποπτείας που προβλέπονται στην ΕΣΔΑ. Αυτό σημαίνει στην πράξη, ότι η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ως συμβαλλόμενες χώρες της ΕΣΔΑ είναι υποχρεωμένες να εξετάζουν τη συμφωνία της δραστηριότητας των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο καθώς ήδη ορισμένοι εκπρόσωποι ΜΚΟ και του Τύπου έχουν εκφράσει επανειλημμένα τις ανησυχίες τους για τον τρόπο που ενεργεί η NSA.

8.4.2.3   Συνέπειες για υποκλοπές που γίνονται με ξένη εντολή

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, στο Morwenstow της Μεγάλης Βρετανίας η GCHQ αναχαιτίζει σε συνεργασία με την NSA ιδιωτικές επικοινωνίες, οι οποίες παραδίδονται υπό τη μορφή μη επεξεργασμένου υλικού στις ΗΠΑ. Ακόμη και όταν πρόκειται για εργασίες κατ’ εντολή τρίτων ισχύει η υποχρέωση του ελέγχου της εντολής ως προς τη συμφωνία της με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

8.4.2.4   Υποχρέωση ιδιαίτερης μέριμνας όταν πρόκειται για τρίτες χώρες

Προκειμένου για συμβαλλόμενες χώρες της ΕΣΔΑ μπορεί κάθε πλευρά μπορεί να θεωρεί ότι η άλλη τηρεί πράγματι την ΕΣΔΑ. Αυτό ισχύει τουλάχιστο μέχρι να αποδειχτεί ότι μία χώρα της ΕΣΔΑ παραβιάζει συστηματικά ή χρόνια την ΕΣΔΑ. Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, πρόκειται για ένα κράτος που δεν έχει συμβληθεί με την ΕΣΔΑ και ούτε έχει υπαχθεί σε ένα ανάλογο σύστημα ελέγχου. Η δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών του κράτους αυτού ρυθμίζεται με μεγάλη ακρίβεια σε ό,τι αφορά αμερικανούς πολίτες ή πρόσωπα που διαμένουν νόμιμα στις ΗΠΑ. Ως προς την δραστηριότητα της NSAστην αλλοδαπή εφαρμόζονται όμως άλλοι κανόνες, πολλοί από τους οποίους προφανώς είναι ταξινομημένοι και συνεπώς απόρρητοι. Πρόσθετες ανησυχίες δημιουργεί εν προκειμένω το γεγονός, ότι η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών υπόκειται μεν σε έλεγχο από τις επιτροπές του της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, αλλά οι επιτροπές δείχνουν ελάχιστο μόνον ενδιαφέρον για την δραστηριότητα της NSA στο εξωτερικό.

Για το λόγο αυτό φαίνεται σκόπιμο να ζητηθεί από τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο να επανεξετάσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ΕΣΔΑ και να εξαρτήσουν το επιτρεπτό της περαιτέρω δραστηριοποίησης της NSA το έδαφός τους από το αν αυτή βρίσκεται σε συμφωνία με την ΕΣΔΑ. Στο πλαίσιο αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη τρία βασικά σημεία.

1.   Σύμφωνα με την ΕΣΔΑ, η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή επιτρέπεται μόνον όταν στηρίζεται σε νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες είναι δημόσια προσβάσιμες και των οποίων οι συνέπειες είναι προβλέψιμες για τον καθένα. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται μόνον στην περίπτωση που οι ΗΠΑ αποκαλύψουν στους κατοίκους της Ευρώπης τον τρόπο και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες διενεργούν αναγνώριση. Στο βαθμό που υπάρχουν σημεία που δεν συμφωνούν με την ΕΣΔΑ, οι ρυθμίσεις πρέπει να προσαρμοστούν στο ευρωπαϊκό επίπεδο προστασίας.

2.   Σύμφωνα με την ΕΣΔΑ οι παρεμβάσεις δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες, πρέπει δε να επιλεγεί το ηπιότερο μέσο. Για τον ευρωπαίο πολίτη, μία παρέμβαση που έχει ευρωπαϊκή προέλευση πρέπει να θεωρείται ως λιγότερο σημαντική σε σχέση με μία παρέμβαση που έχει αμερικανική προέλευση, καθώς μόνον στην πρώτη περίπτωση παρέχεται πρόσβαση στους εθνικούς βαθμούς δικαιοδοσίας.(178) Για το λόγο αυτό, οι παρεμβάσεις πρέπει να γίνονται, κατά το δυνατό, από τη Γερμανία ή τη Μεγάλη Βρετανία, και, κατά συνέπεια, αυτό πρέπει να συμβαίνει σε κάθε περίπτωση παρεμβάσεων που εξυπηρετούν σκοπούς ποινικής δίωξης. Η αμερικανική πλευρά προσπάθησε επανειλημμένα να δικαιολογήσει την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών επικαλούμενη τη διαφθορά και τη δωροδοκία στην Ευρώπη.(179) Ας επισημανθεί στις ΗΠΑ, ότι όλα τα κράτη της ΕΕ διαθέτουν εύρυθμα συστήματα ποινικού δικαίου. Σε περίπτωση αμφιβολίας, οι ΗΠΑ οφείλουν να αφήσουν την ποινική δίωξη στις φιλοξενούσες χώρες. Αν δεν υπάρχουν αμφιβολίες, η παρακολούθηση πρέπει να θεωρηθεί δυσανάλογη και συνεπώς αντίθετη προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και για το λόγο αυτό ανεπίτρεπτη. Συνεπώς, συμφωνίες με την ΕΣΔΑ θα υπάρχει μόνον αν οι ΗΠΑ περιορίσουν τα δικά τους μέτρα παρακολούθησης σε αυτά που εξυπηρετούν την εθνική τους ασφάλεια και απέχουν από μέτρα παρακολούθησης για σκοπούς ποινικής δίωξης.

3.   Όπως προαναφέρθηκε το ΕΔΔΑ απαιτεί στην νομολογία του για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να υπάρχουν επαρκή συστήματα ελέγχου και εγγυήσεις κατά των καταχρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών από ευρωπαϊκό έδαφος είναι σύμφωνη με τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνον αν οι ΗΠΑ δημιουργήσουν στις περιπτώσεις, στις οποίες αναχαιτίζουν από εκεί επικοινωνίες για σκοπούς της εθνικής τους ασφάλειας, αντίστοιχους αποτελεσματικούς ελέγχους ή αν η NSA υπαχθεί, ως προς την δραστηριότητά της επί ευρωπαϊκού εδάφους, στα ελεγκτικά όργανα της χώρας υποδοχής (δηλαδή σε αυτά της Γερμανίας ή της Μεγάλης Βρετανίας).

Μόνον αν πληρωθούν οι απαιτήσεις που αποτυπώνονται στα τρία αυτά σημεία θα μπορέσει να διασφαλιστεί η συμφωνία με την ΕΣΔΑ του τρόπου δράσης των ΗΠΑ κατά την αναχαίτιση τηλεπικοινωνίας και να διατηρηθεί το ενιαίο επίπεδο προστασίας που εγγυάται η ΕΣΔΑ στην Ευρώπη.

9.   Προστατεύονται οι πολίτες της ΕΕ επαρκώς έναντι της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών;

9.1   Προστασία από τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών: Καθήκον των εθνικών κοινοβουλίων

Επειδή η δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών μπορεί μεν να αποτελέσει μελλοντικά στοιχείο της ΚΕΠΠΑ, όμως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν ακόμη σχετικές ρυθμίσεις σε επίπεδο ΕΕ,(180) η διαμόρφωση της προστασίας έναντι της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί αρμοδιότητα αποκλειστικά των εσωτερικών έννομων τάξεων.

Τα εθνικά κοινοβούλια ασκούν εν προκειμένω μία διττή λειτουργία: Ως νομοθέτες, αποφασίζουν για την ύπαρξη και τις εξουσίες των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς και για τον έλεγχο της δραστηριότητας των υπηρεσιών αυτών. Όπως αναλυτικά αναφέρεται στο προηγούμενο κεφάλαιο, τα κοινοβούλια οφείλουν κατά την ρύθμιση του ζητήματος του αποδεκτού της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών να σέβονται τους περιορισμούς του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Αυτό σημαίνει ότι οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει να είναι αναγκαίες και αναλογικές και οι συνέπειές τους πρέπει να είναι προβλέψιμες για τον καθένα. Επίσης, πρέπει να δημιουργούνται κατάλληλοι και αποτελεσματικοί μηχανισμοί ελέγχου των υπηρεσιών παρακολούθησης.

Πέραν αυτών, τα εθνικά κοινοβούλια των περισσοτέρων κρατών συνήθως έχουν και ενεργό ρόλο ως εποπτικές αρχές, καθώς ο έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας (και συνεπώς και των υπηρεσιών πληροφοριών) αποτελεί τη δεύτερη “κλασική” λειτουργία του κοινοβουλίου, μετά τη νομοθετική. Ο έλεγχος όμως, συντελείται στα κράτη μέλη της ΕΕ με πολύ διαφορετικούς τρόπους, συχνά δε συνυπάρχουν ταυτόχρονα κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά όργανα.

9.2   Η εξουσία των εθνικών αρχών για την εφαρμογή μέτρων παρακολούθησης

Μέτρα παρακολούθησης από κρατικής πλευράς επιτρέπονται κατά κανόνα σε περιπτώσεις ποινικών διώξεων, για λόγους διασφάλισης της δημόσιας τάξης στο εσωτερικό, καθώς και για λόγους ασφάλειας της χώρας (181) (από εξωτερικούς κινδύνους).

Για σκοπούς ποινικών διώξεων, επιτρέπεται σε όλα τα κράτη μέλη η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, στο βαθμό που υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις για τη διάπραξη ενός (εκάστοτε ιδιαίτερα ενισχυμένου, δηλαδή περιβεβλημένου με υψηλότερο βαθμό απαξίας) ποινικού αδικήματος από συγκεκριμένο πρόσωπο. Λόγω της βαρύτητας της παρέμβασης, απαιτείται προς τούτο δικαστική άδεια,(182) ενώ υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι σχετικά με την επιτρεπόμενη διάρκεια της παρακολούθησης, τον έλεγχό της και την διαγραφή των δεδομένων.

Για τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας στο εσωτερικό της χώρας, η δυνατότητα συλλογής πληροφοριών εκ μέρους του κράτους εκτείνεται και πέραν της ατομικής έρευνας, σε περίπτωση ύπαρξης συγκεκριμένης υποψίας για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Για τον έγκαιρο εντοπισμό εξτρεμιστικών ή ανατρεπτικών κινημάτων, τρομοκρατών ή οργανωμένου εγκλήματος, ο εθνικός νομοθέτης επιτρέπει την πρόσθετη συλλογή πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένα πρόσωπα ή ομάδες. Η συλλογή σχετικών δεδομένων καθώς και η ανάλυσή τους διενεργούνται εν προκειμένω από ειδικές υπηρεσίες πληροφοριών εσωτερικού.

Τέλος, ένα σημαντικό μέρος των μέτρων παρακολούθησης αποτελούν αυτά που εξυπηρετούν σκοπούς κρατικής ασφάλειας. Η επεξεργασία, αξιολόγηση και απεικόνιση σχετικών πληροφοριών που αφορούν σε εξωτερικούς κινδύνους, ανατίθεται κατά κανόνα σε κάποια υπηρεσία πληροφοριών εξωτερικού.(183) Ο στόχος της παρακολούθησης κατά κανόνα δεν είναι μεμονωμένα άτομα, αλλά συνήθως καλύπτονται συγκεκριμένες περιοχές ή συχνότητες. Ανάλογα με τα μέσα και τις έννομες εξουσίες που διαθέτει η εκάστοτε υπηρεσία πληροφοριών εξωτερικού, υπάρχει ένα ευρύ φάσμα μέτρων παρακολούθησης που ξεκινάει από την καθαρά στρατιωτική ραδιοαναγνώριση στην δεκαμετρική περιοχή και φτάνει μέχρι την παρακολούθηση κάθε είδους τηλεπικοινωνιακών επαφών στην αλλοδαπή. Σε μερικά κράτη μέλη, η παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών για λόγους που αφορούν καθαρά τις υπηρεσίες πληροφοριών απαγορεύεται γενικά,(184) ενώ σε άλλα επιτρέπεται εν μέρει υπό την προϋπόθεση της έγκρισής της από μία ανεξάρτητη επιτροπή(185), κατόπιν υπουργικής απόφασης,(186) για κάποιους δε τρόπους επικοινωνίας και χωρίς κανέναν περιορισμό.(187) Οι σχετικά ευρείες εξουσίες κάποιων υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού οφείλονται στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές αποσκοπούν στην παρακολούθηση επικοινωνιών στο εξωτερικό και συνεπώς αφορούν μόνον σε ένα μικρό ποσοστό των πολιτών της εν λόγω χώρας, με συνέπεια να προκαλούνται λιγότερες ανησυχίες.

9.3.   Ο έλεγχος των υπηρεσιών πληροφοριών

Ένας αποτελεσματικός και ενδελεχής έλεγχος είναι σημαντικός για το λόγο ότι αφενός μεν οι υπηρεσίες πληροφοριών εργάζονται μυστικά και η εργασία τους έχει μακροπρόθεσμο προσανατολισμό, δηλαδή το θιγόμενο άτομο συχνά δεν πληροφορείται την γενόμενη παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα ή (ανάλογα με την νομική κατάσταση) και ποτέ, και αφετέρου τα μέτρα παρακολούθησης αφορούν πολλές φορές μεγαλύτερες, μη σαφώς καθορισμένες ομάδες προσώπων, έτσι ώστε το κράτος να μπορεί να αποκτά πολύ γρήγορα έναν πολύ μεγάλο όγκο προσωπικών δεδομένων.

Σε όλα τα όργανα ελέγχου, και ανεξάρτητα από τη μορφή τους, ανακύπτει βεβαίως το πρόβλημα ότι, λόγω του ειδικού χαρακτήρα των μυστικών υπηρεσιών, συχνά δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν πραγματικά όλες οι πληροφορίες διαγράφονται ή αν παρακρατείται ένα μέρος από αυτές. Για το λόγο αυτό, οι κανόνες πρέπει να διαμορφώνονται με ακόμη μεγαλύτερη επιμέλεια. Καταρχήν μπορεί να υποτεθεί ότι υπάρχει ενδελεχής έλεγχος και συνεπώς εγγύηση της νομιμότητας των παρεμβάσεων, καθώς η απόφαση για την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του ανώτατου επίπεδου της διοίκησης, απαιτείται προηγούμενη δικαστική αδεία και επιπλέον, η εφαρμογή των μέτρων ελέγχεται από ανεξάρτητο όργανο. Περαιτέρω, από άποψη δημοκρατίας και κράτους δικαίου, είναι επιθυμητό η εργασία των υπηρεσιών πληροφοριών να υπόκειται στο σύνολό της στον έλεγχο κάποιου κοινοβουλευτικού οργάνου, σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Τα παραπάνω ισχύουν σε μεγάλο βαθμό στην Γερμανία, όπου τα μέτρα παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών σε εθνικό επίπεδο διατάσσονται από τον αρμόδιο ομοσπονδιακό υπουργό. Εκτός από την περίπτωση που μπορεί να γεννηθεί κίνδυνος από την καθυστέρηση, πρέπει να ειδοποιηθεί πριν από την εκτέλεση μία ανεξάρτητη επιτροπή ("G 10-Kommission"(188)), η οποία αποφασίζει για την αναγκαιότητα και το επιτρεπτό του μέτρου. Στις περιπτώσεις όπου η γερμανική υπηρεσία πληροφοριών εξωτερικού (BND) μπορεί να εξουσιοδοτηθεί προς παρακολούθηση μη ενσύρματης τηλεπικοινωνίας φιλτράροντας συγκεκριμένους όρους αναζήτησης, η επιτροπή αποφασίζει και για το επιτρεπτό των όρων αναζήτησης. Επιπλέον, η επιτροπή G-10 είναι επιφορτισμένη να ελέγχει την τήρηση της επιβαλλόμενης από τον νόμο ειδοποίησης των προσώπων στα οποία αφορά το μέτρο, καθώς και να ελέγχει την καταστροφή των δεδομένων που αποκτώνται κατά τον τρόπο αυτό από την BND.

Περαιτέρω, μία κοινοβουλευτική επιτροπή ελέγχου (PKGr)(189), που αποτελείται από 9 μέλη του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου, εποπτεύει τη δραστηριότητα και των τριών γερμανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Η PKGr έχει δικαίωμα γνώσης του φακέλου, ακρόασης συνεργατών των υπηρεσιών πληροφοριών καθώς και επίσκεψης των υπηρεσιών και πληροφόρησης. Οι τελευταίες δικαιούνται να της το αρνηθούν μόνο εάν αυτό επιβάλλεται για λόγους σχετικούς με την πρόσβαση σε πληροφορίες ή για λόγους που άπτονται της προστασίας της προσωπικότητας τρίτων, ή αν αφορά στον πυρήνα της ευθύνης της εκτελεστικής εξουσίας. Οι συνεδριάσεις της PKGr είναι μυστικές, ενώ τα μέλη της υποχρεούνται, ακόμη και μετά την αποχώρησή τους, σε εχεμύθεια. Στα μέσα και στο τέλος της εκλογικής περιόδου, η PKGr υποβάλλει στο γερμανικό ομοσπονδιακό κοινοβούλιο έκθεση σχετικά με την ελεγκτική της δραστηριότητα.

Όμως ένας τέτοιου είδους εμπεριστατωμένος έλεγχος των υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί στα κράτη μέλη την εξαίρεση.

Για παράδειγμα, στη Γαλλία(190), η λήψη μέτρων παρακολούθησης που απαιτούν τη λαθραία διασύνδεση με τα καλώδια, προϋποθέτει άδεια του υπουργού επικοινωνιών. Μόνον αυτά υπάγονται στην εποπτεία της ειδικά συσταθείσας επιτροπής (Εθνική επιτροπή ελέγχου των παρακολούθησης για λόγους ασφαλείας), που αποτελείται από έναν βουλευτή και έναν γερουσιαστή. Η έγκριση ενός μέτρου παρακολούθησης που ζητείται από κάποιον υπουργό ή από εκπρόσωπό του, κοινοποιείται στον πρόεδρο της επιτροπής, ο οποίος, στην περίπτωση αμφιβολιών ως προς τη νομιμότητα μπορεί να απασχολήσει σχετικά την επιτροπή, η οποία με τη σειρά της κάνει συστάσεις και ειδοποιεί, στην περίπτωση που υπάρχουν υπόνοιες για ποινικά κολάσιμες παρανομίες, τις εισαγγελικές αρχές. Τα μέτρα παρακολούθησης που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων και συμπεριλαμβάνουν την παρακολούθηση ραδιοεπικοινωνιών, δηλαδή και τις επικοινωνίες μέσω δορυφόρου, δεν υπόκεινται σε οποιουσδήποτε περιορισμούς και συνεπώς ούτε σε έλεγχο από κάποια επιτροπή.

Ούτε οι εργασίες των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών υπόκεινται σε έλεγχο από κάποια ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή ελέγχου, γίνονται όμως εργασίες προς την κατεύθυνση αυτή. Η επιτροπή άμυνας της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης έχει ήδη κάνει αποδεκτή μία σχετική πρόταση,(191) εκκρεμεί όμως ακόμη η συζήτηση στην ολομέλεια.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε παρακολούθηση επικοινωνίας σε βρετανικό έδαφος απαιτεί έγκριση σε υπουργικό επίπεδο (Υπουργός Εσωτερικών). Η διατύπωση του νόμου δεν καθιστά σαφές αν η άνευ συγκεκριμένου στόχου, ευρεία αναχαίτιση επικοινωνίας, η οποία ελέγχεται βάσει λέξεων κλειδιών, θα ενέπιπτε στον όρο "παρακολούθηση" (interception) που χρησιμοποιείται στο "Νόμο για τη ρύθμιση των εξουσιών έρευνας του 2000" (RIP 2000), αν η αποτίμηση δεν γινόταν επί βρετανικού εδάφους, αλλά η “πρώτη ύλη” διαβιβαζόταν ανεπεξέργαστη στην αλλοδαπή. Ο έλεγχος της τήρησης των διατάξεων της RIP 2000 γίνεται (εκ των υστέρων) από τους λεγόμενους επιτρόπους (Commissioners), πρώην ή εν ενεργεία ανώτερους δικαστικούς που είναι διορισμένοι από τον πρωθυπουργό. Ο αρμόδιος για μέτρα παρακολούθησης επίτροπος (επίτροπος παρακολούθησης) εποπτεύει την χορήγηση αδειών παρακολούθησης και την εξέταση προσφυγών που έχουν σχέση με μέτρα παρακολούθησης. Το δικαστήριο εξουσιών έρευνας, του οποίου προεδρεύει ανώτερος δικαστής, εξετάζει τις προσφυγές που σχετίζονται με μέτρα παρακολούθησης και τη σχετική δραστηριότητα των υπηρεσιών.

Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος διενεργείται από την επιτροπή πληροφοριών και ασφάλειας,(192) η οποία εποπτεύει τη δραστηριότητα και των τριών πολιτικών υπηρεσιών πληροφοριών (MI5, MI6 και GCHQ). Στην επιτροπή αυτή έχει ανατεθεί ιδίως ο έλεγχος των δαπανών και της διοίκησης καθώς και ο έλεγχος του τρόπου δράσης της υπηρεσίας ασφαλείας, της υπηρεσίας πληροφοριών και της GCHQ. Η επιτροπή αποτελείται από 9 μέλη που προέρχονται από την Άνω και Κάτω Βουλή, μεταξύ των οποίων δεν επιτρέπεται να βρίσκεται κάποιος υπουργός. Σε αντίθεση με τις ελεγκτικές επιτροπές άλλων κρατών, οι οποίες κατά κανόνα εκλέγονται από το κοινοβούλιο ή διορίζονται από τον πρόεδρο του κοινοβουλίου, η επιτροπή αυτή διορίζεται από τον Πρωθυπουργό κατόπιν διαβουλεύσεων με τον αρχηγό της αντιπολίτευσης.

Ήδη από τα παραπάνω παραδείγματα καταδεικνύεται ότι το επίπεδο προστασίας διαφέρει σημαντικά από κράτος σε κράτος. Σε ό,τι αφορά στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ο εισηγητής θέλει να επισημάνει ότι η ύπαρξη ειδικών επιτροπών, με αντικείμενο τον έλεγχο της παρακολούθησης που διενεργούν οι υπηρεσίες πληροφοριών, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Και αυτό γιατί οι επιτροπές αυτές διαθέτουν, σε σχέση με τις εκτελεστικές επιτροπές, το πλεονέκτημα ότι απολαμβάνουν της υψηλότερης εμπιστοσύνης των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς τα μέλη τους υποχρεούνται σε εχεμύθεια και οι συνεδριάσεις διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών. Επιπλέον, εξοπλίζονται, προκειμένου για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, με ιδιαίτερα δικαιώματα, πράγμα απαραίτητο για την εποπτεία δραστηριοτήτων του τομέα των πληροφοριών.

Ευχάριστο είναι το γεγονός ότι η πλειοψηφία των κρατών μελών της ΕΕ έχουν συστήσει ειδικές κοινοβουλευτικές επιτροπές ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών. Στο Βέλγιο(193), τη Δανία(194), τη Γερμανία(195), την Ιταλία(196), την Ολλανδία(197) και την Πορτογαλία(198) υπάρχουν κοινοβουλευτικές επιτροπές ελέγχου, οι οποίες είναι αρμόδιες για τον έλεγχο τόσο των στρατιωτικών όσο και των πολιτικών υπηρεσιών πληροφοριών. Στο Ηνωμένο Βασίλειο(199) η ειδική επιτροπή ελέγχου εποπτεύει μόνον τις (πάντως πολύ σημαντικότερες) πολιτικές υπηρεσίες πληροφοριών, ενώ η στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών εποπτεύεται από την κοινή επιτροπή άμυνας. Στην Αυστρία(200), οι δύο κλάδοι της υπηρεσίας πληροφοριών ελέγχονται από δύο διαφορετικές επιτροπές ελέγχου, οι οποίες όμως είναι εξοπλισμένες με τα ίδια δικαιώματα και έχουν την ίδια οργάνωση. Στη Φινλανδία(201) και τη Σουηδία(202) καθήκοντα κοινοβουλευτικού ελέγχου ασκούν οι Διαμεσολαβητές, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι και εκλέγονται από το κοινοβούλιο. Στη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και την Ισπανία δεν υπάρχουν ειδικές κοινοβουλευτικές επιτροπές, αλλά τα εποπτικά καθήκοντα ασκούνται στις χώρες αυτές από τις εκτελεστικές επιτροπές στα πλαίσια της εν γένει κοινοβουλευτικής δραστηριότητας.

9.4.   Αξιολόγηση της θέσης του ευρωπαίου πολίτη

Η κατάσταση που επικρατεί στην Ευρώπη εμφανίζεται ελάχιστα ικανοποιητική για τον ευρωπαίο πολίτη. Οι εξουσίες των υπηρεσιών πληροφοριών στον τομέα της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών διαφέρουν σημαντικά ως προς το εύρος τους, το ίδιο δε ισχύει και για τις επιτροπές ελέγχου. Δεν διαθέτουν όλες οι χώρες στις οποίες λειτουργούν υπηρεσίες πληροφοριών, ανεξάρτητες κοινοβουλευτικές επιτροπές ελέγχου που να είναι εξοπλισμένες με τα ανάλογα εποπτικά δικαιώματα. Απέχουμε πολύ από ένα ενιαίο επίπεδο προστασίας.

Αυτό, από ευρωπαϊκή σκοπιά, είναι ακόμη πιο λυπηρό, καθώς η κατάσταση αυτή δεν αφορά τόσο τους πολίτες των ίδιων των χωρών αυτών, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν επιρροή στο επίπεδο προστασίας επιδεικνύοντας ανάλογη εκλογική συμπεριφορά. Οι αρνητικές επιπτώσεις θίγουν κυρίως τους υπηκόους άλλων κρατών, καθώς η περιοχή δράσης των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού από τη φύση της στρέφεται προς την αλλοδαπή. Καθώς έναντι αλλοδαπών συστημάτων το άτομο είναι σχεδόν αβοήθητο, η ανάγκη προστασίας είναι εν προκειμένω ακόμη μεγαλύτερη. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι, λόγω του ειδικού χαρακτήρα των υπηρεσιών πληροφοριών, κάποιοι πολίτες της ΕΕ μπορεί να θίγονται συγχρόνως από την δραστηριότητα περισσοτέρων υπηρεσιών πληροφοριών. Επιθυμητό είναι εδώ ένα ενιαίο επίπεδο προστασίας, το οποίο να ανταποκρίνεται στις δημοκρατικές αρχές. Σε σχέση με αυτό, θα έπρεπε να γίνουν και σκέψεις ως προς το κατά πόσο στον τομέα αυτό είναι δυνατό να εφαρμοστούν διατάξεις περί προστασίας δεδομένων.

Επιπλέον, το ζήτημα της προστασίας του ευρωπαίου πολίτη θα τεθεί σε τελείως νέα βάση όταν στα πλαίσια μιας κοινής πολιτικής ασφαλείας επιχειρηθεί η συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών των κρατών μελών. Τότε, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα είναι αναγκασμένα να θεσπίσουν επαρκείς κανόνες προστασίας. Καθήκον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως υπερασπιστή των αρχών του κράτους δικαίου, θα είναι να πιέσει ώστε να υπάρξει ένας ανάλογος έλεγχος από πλευράς του, ως δημοκρατικά νομιμοποιημένου οργάνου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλείται όμως εν προκειμένω και να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί η εμπιστευτική μεταχείριση τέτοιου είδους ευαίσθητων δεδομένων όπως και άλλων μυστικών εγγράφων διαμέσου μιας επιτροπής ειδικά διαμορφωμένης, της οποίας τα μέλη θα υποχρεούνται να τηρούν εχεμύθεια. Μόνον εφόσον υπάρξουν αυτές οι προϋποθέσεις θα είναι ρεαλιστικό και, ενόψει μίας –απόλυτα αναγκαίας για την ύπαρξη μιας σοβαρής κοινής πολιτικής ασφάλειας- εύρυθμης συνεργασίας των υπηρεσιών πληροφοριών, υπεύθυνο να απαιτηθούν αυτά τα εποπτικά δικαιώματα.

10.   Η προστασία από οικονομική κατασκοπεία

10.1 Η οικονομία ως στόχος κατασκοπείας

Στις οικονομικές επιχειρήσεις υπάρχουν, ως προς την εμπιστευτικότητα, τρία ήδη πληροφοριών. Πρόκειται, πρώτον, για πληροφορίες οι οποίες διαδίδονται όσο το δυνατό ευρύτερα. Σε αυτές ανήκουν οι ενημερωτικές πληροφορίες σχετικά με τα προϊόντα της επιχείρησης (π.χ. ιδιότητες των προϊόντων, τιμές κλπ.) καθώς και διαφημιστικές πληροφορίες, οι οποίες επηρεάζουν την εικόνα της επιχείρησης.

Δεύτερον, υπάρχουν πληροφορίες οι οποίες ούτε προστατεύονται ούτε διαδίδονται με ενεργό τρόπο, διότι δεν έχουν σχέση με την ανταγωνιστική θέση της επιχείρησης. Ως παραδείγματα αναφέρονται η ημερομηνία της εκδρομής του προσωπικού, ο κατάλογος των φαγητών στην καντίνα ή η μάρκα των συσκευών φαξ που χρησιμοποιούνται.

Τέλος, υπάρχουν πληροφορίες οι οποίες προστατεύονται ως εμπιστευτικές. Οι πληροφορίες αυτές προστατεύονται από τους ανταγωνιστές, αλλά και, στην περίπτωση που μια επιχείρηση δεν θέλει να τηρήσει τους νόμους, και από το κράτος (φορολογία, κανόνες εμπάργκο κλπ.). Στα πλαίσια αυτά υπάρχουν διάφοροι βαθμοί προστασίας που φθάνουν μέχρι την αυστηρή εμπιστευτικότητα, π.χ. όταν πρόκειται για τα αποτελέσματα ερευνών πριν από την κατοχύρωση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας ή για την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού(203).

Η κατασκοπεία σχετίζεται στη δεδομένη περίπτωση με την απόκτηση πληροφοριών που τηρούνται από κάποια επιχείρηση ως εμπιστευτικές. Αν ο επιτιθέμενος είναι κάποια ανταγωνιστική επιχείρηση, κάνουμε λόγο για ανταγωνιστική κατασκοπεία (επίσης: εργοστασιακή κατασκοπεία, βιομηχανική κατασκοπεία). Αν ο επιτιθέμενος είναι μία κρατική υπηρεσία πληροφοριών, κάνουμε λόγο για οικονομική κατασκοπεία.

10.1.1 Οι στόχοι της κατασκοπείας αναλυτικά

Τα στρατηγικά δεδομένα, που έχουν σημασία για την κατασκοπεία που στρέφεται προς την οικονομία, μπορούν να ταξινομηθούν κατά κλάδους ή κατά επιχειρησιακούς τομείς.

10.1.1.1   Κλάδοι

Είναι αυτονόητο ότι πληροφορίες προερχόμενες από τους παρακάτω κλάδους είναι υψηλού ενδιαφέροντος: Βιοτεχνολογία, γενετική τεχνολογία, ιατρική τεχνολογία, τεχνολογία περιβάλλοντος, υπολογιστές υψηλής απόδοσης, λογισμικό, οπτοηλεκτρονική, τεχνολογία αισθητήρων και σημάτων, αποθήκη δεδομένων, κεραμική τεχνολογία, κράματα υψηλής απόδοσης, νανοτεχνολογία. Ο κατάλογος δεν είναι πλήρης και μεταβάλλεται άλλωστε συνεχώς, ανάλογα με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Στους τομείς αυτούς, η κατασκοπεία συνίσταται κυρίως στην κλοπή ερευνητικών αποτελεσμάτων ή ειδικών τεχνικών παραγωγής.

10.1.1.2.   Επιχειρησιακοί τομείς

Οι στόχοι κατασκοπευτικής επίθεσης είναι λογικό να βρίσκονται στους τομείς της έρευνας και της ανάπτυξης, των αγορών, του προσωπικού, της παραγωγής, της διανομής, των πωλήσεων, του μάρκετινγκ, των γραμμών παραγωγής και των οικονομικών. Πολλές φορές, η σημασία και η αξία αυτών των δεδομένων υποτιμάται (βλ. κατωτέρω κεφάλαιο 10.1.4)

10.1.2.   Ανταγωνιστική κατασκοπεία

Η στρατηγική θέση μιας επιχείρησης στην αγορά εξαρτάται από την κατάστασή της στους τομείς έρευνας και ανάπτυξης, παραγωγικών διαδικασιών, γραμμών παραγωγής, χρηματοδότησης, μάρκετινγκ, πωλήσεων, διανομής, αγορών και εργατικού δυναμικού(204). Οι πληροφορίες σχετικά με αυτούς τους τομείς έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάθε συνανταγωνιστή στην αγορά, καθώς προσφέρουν στοιχεία για τα σχέδια και τις αδυναμίες και έτσι επιτρέπουν την λήψη στρατηγικών αντιμέτρων.

Ένα μέρος των πληροφοριών αυτών είναι δημόσια προσιτό. Υπάρχουν εξειδικευμένες εταιρίες συμβούλων, οι οποίες συντάσσουν, μέσα σε τελείως νόμιμα πλαίσια, αναλύσεις σχετικά με τον ανταγωνισμό. Μεταξύ τους συγκαταλέγονται και καθιερωμένες εταιρίες όπως η Roland& Berger στη Γερμανία. Στις ΗΠΑ, η συλλογή πληροφοριών για τον ανταγωνισμό (Competitive Intelligence) αποτελεί πλέον ένα από τα βασικά εργαλεία της διοίκησης επιχειρήσεων(205). Μέσα από έναν μεγάλο αριθμό μεμονωμένων πληροφοριών, μία επαγγελματική ανάλυση μπορεί να δημιουργήσει μία σαφή εικόνα της κατάστασης.

Η μετάβαση από την νομιμότητα στην ποινικά κολάσιμη ανταγωνιστική κατασκοπεία εξαρτάται από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την απόκτηση των πληροφοριών. Μόνον αν τα χρησιμοποιούμενα μέσα είναι βάσει της εκάστοτε νομοθεσίας παράνομα θεωρείται αδίκημα η συλλογή των σχετικών πληροφοριών – η σύνταξη καθεαυτή των αναλύσεων δεν είναι ποινικά κολάσιμη. Οι πληροφορίες που είναι ιδιαίτερα σημαντικές για κάποιον ανταγωνιστή φυλάσσονται βέβαια και μπορούν να αποκτηθούν μόνον παράνομα. Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται εν προκειμένω δεν διαφέρουν σε τίποτε από τις συνήθεις μεθόδους της κατασκοπείας που περιγράφονται στο κεφάλαιο 2.

Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία σχετικά με την έκταση της ανταγωνιστικής κατασκοπείας. Ο κρυφός αριθμός είναι, όπως και στην κλασσική κατασκοπεία, πολύ υψηλός. Τα δύο εμπλεκόμενα μέρη (δράστης και θύμα) δεν έχουν κανένα συμφέρον για δημοσιοποίηση. Για τις θιγόμενες εταιρίες, αυτό σημαίνει πάντοτε δημιουργία αρνητικής εικόνας, ενώ οι επιτιθέμενοι βεβαίως δεν έχουν επίσης κανένα συμφέρον για δημοσιοποίηση των δραστηριοτήτων τους. Για το λόγο αυτό μόνον λίγες υποθέσεις φθάνουν ενώπιον των δικαστηρίων.

Παρόλα αυτά, στον τύπο υπάρχουν συχνά άρθρα με θέμα την ανταγωνιστική κατασκοπεία. Ο εισηγητής συζήτησε επίσης το ζήτημα αυτό με μερικούς διευθυντές ασφάλειας μεγάλων γερμανικών επιχειρήσεων(206) και με διοικητικά στελέχη αμερικανικών και ευρωπαϊκών εταιριών. Συνοπτικά, διαπιστώνεται ότι συχνά αποκαλύπτονται δραστηριότητες ανταγωνιστικής κατασκοπίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα.

10.2.   Η ζημία από οικονομική κατασκοπεία

Λόγω του υψηλού κρυφού αριθμού, το μέγεθος της ζημίας που προκαλείται από την ανταγωνιστική/οικονομική κατασκοπεία δεν μπορεί να υπολογιστεί επακριβώς. Σε αυτό προστίθεται το γεγονός ότι ένα μέρος των αναφερόμενων αριθμών είναι, από την φύση των συμφερόντων, υψηλοί. Οι εταιρίες ασφάλειας και οι υπηρεσίες αντικατασκοπίας έχουν ευνόητο συμφέρον να τοποθετούν τη ζημία στο ανώτατο άκρο της ρεαλιστική δυνατής κλίμακας. Παρόλα αυτά, οι αριθμοί δίνουν μία πρώτη εκτίμηση του σχετικού μεγέθους.

Ήδη το 1998, το Ινστιτούτο Max Planck εκτιμούσε το ύψος της ζημίας που προκαλείται στη Γερμανία από οικονομική κατασκοπεία σε τουλάχιστο 8 δισεκατομμύρια γερμανικά μάρκα(207). Ο Klaus-Dieter Matschke, πρόεδρος του συνδέσμου των εταιριών συμβούλων ασφαλείας αναφέρει, επικαλούμενος ειδικούς, ένα ποσό ύψους 15 δισεκατομμυρίων γερμανικών μάρκων ανά έτος. Ο πρόεδρος του ευρωπαϊκού συνδέσμου των Hermann Lutz εκτιμά τη ζημία σε 20 δισεκατομμύρια γερμανικά μάρκα ετησίως. Το FBI(208) αναφέρει για τα έτη 1992/1993 ζημία 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, την οποία υφίσταται η αμερικανική οικονομία από ανταγωνιστική και οικονομική κατασκοπεία. Ο πρώην πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου μυστικών υπηρεσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ κάνει λόγο για ζημίες 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, λόγω διαφυγόντων παραγγελιών και πρόσθετων δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη. Μεταξύ του 1990 και του 1996, το γεγονός αυτό οδήγησε κατά τα λεγόμενά του στην απώλεια 6 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας.(209)

Ουσιαστικά δεν είναι αναγκαίο να γνωρίζει κανείς το ακριβές ύψος της ζημίας. Η υποχρέωση του κράτους να κινείται, με τη βοήθεια της αστυνομίας και των υπηρεσίας αντικατασκοπίας, κατά της ανταγωνιστικής και οικονομικής κατασκοπείας υφίσταται ανεξάρτητα από το ύψος της ζημίας που υφίσταται η εθνική οικονομία. Ούτε για τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο των επιχειρήσεων σχετικά με την προστασία των πληροφοριών και τα αντικατασκοπευτικά μέτρα αποτελούν χρήσιμη βάση οι αριθμοί για το συνολικό ύψος της ζημίας. Κάθε επιχείρηση πρέπει να υπολογίσει για τον εαυτό της την μέγιστη ζημία που δύναται να υποστεί από την παρακολούθηση πληροφοριών, να εκτιμήσει τις πιθανότητες επέλευσης και να συγκρίνει τα με τον τρόπο αυτό εξαχθέντα ποσά με το κόστος ασφάλειας. Το πραγματικό πρόβλημα δεν συνίσταται στην έλλειψη αριθμών σχετικά με το ακριβές ύψος της ζημίας. Πολύ περισσότερο συνίσταται στο ότι, εκτός από τις μεγάλες επιχειρήσεις, σχεδόν κανείς δεν προβαίνει σε τέτοιου είδους αναλύσεις κόστους/ οφέλους και για το λόγο αυτό, η ασφάλεια παραμελείται.

10.3.   Ποιος κατασκοπεύει;

Οι κύριοι εντολείς κατασκοπείας εις βάρος επιχειρήσεων είναι, σύμφωνα με μία μελέτη της εταιρίας οικονομικών Ernest Young LLP(210) σε ποσοστό 39% ανταγωνιστές, σε ποσοστό 19% πελάτες, σε ποσοστό 9% προμηθευτές και σε ποσοστό 7% μυστικές υπηρεσίες. Η κατασκοπεία διενεργείται από συνεργάτες, των ιδιωτικών κατασκοπευτικών επιχειρήσεων, από πληρωμένους πληροφορικούς πειρατές και από επαγγελματίες των μυστικών υπηρεσιών.(211)

10.3.1.   Ίδιοι συνεργάτες (αδικήματα από κατόχους εμπιστευτικών πληροφοριών)

Η ερευνηθείσα βιβλιογραφία, οι σχετικές αναφορές ειδικών στην επιτροπή και οι συζητήσεις του εισηγητή με διευθυντές ασφαλείας και αντικατασκοπευτικές υπηρεσίες οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για κατασκοπεία προέρχεται από απογοητευμένους και ανικανοποίητους συνεργάτες. Αυτοί έχουν, ως εργαζόμενοι στην επιχείρηση, άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες, μπορούν να δελεαστούν με χρήματα και να κατασκοπεύσουν για λογαριασμό των εντολέων τους επιχειρηματικά μυστικά.

Μεγάλους κινδύνους εγκυμονεί η αλλαγή του εργοδότη. Σήμερα δεν χρειάζεται να φωτοτυπηθούν στοίβες χαρτιού, προκειμένου να μεταφερθούν πληροφορίες εκτός της επιχείρησης. Είναι δυνατό να αποθηκευτούν κρυφά σε δισκέτες και να συνοδεύσουν τον συνεργάτη κατά την αλλαγή της θέσης εργασίας στον νέο εργοδότη.

10.3.2 .   Ιδιωτικές εταιρίες κατασκοπείας

Ο αριθμός των εταιριών που ειδικεύονται στην κατασκοπεία δεδομένων αυξάνεται συνεχώς. Στις εταιρίες αυτές εργάζονται και πρώην συνεργάτες υπηρεσιών πληροφοριών. Οι εταιρίες αυτές λειτουργούν συχνά τόσο ως εταιρίες συμβούλων ασφαλείας όσο και ως γραφεία ιδιωτικών αστυνομικών, που προμηθεύουν πληροφορίες κατόπιν εντολής. Κατά κανόνα χρησιμοποιούνται σύννομες μέθοδοι, αν και υπάρχουν εταιρίες που χρησιμοποιούν παράνομες μεθόδους.

10.3.3.   Πληροφορικοί πειρατές

Οι πληροφορικοί πειρατές (χάκερ) είναι ειδικοί στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οι οποίοι με τις γνώσεις τους μπορούν να αποκτήσουν έξωθεν πρόσβαση σε δίκτυα Η/Υ. Την εποχή που δημιουργούνταν ο κύκλος των πληροφορικών πειρατών, επρόκειτο για λάτρεις των υπολογιστών, οι οποίοι διασκέδαζαν παραβιάζοντας τα μέτρα ασφαλείας των συστημάτων υπολογιστών. Σήμερα, τόσο στις υπηρεσίες όσο και στην αγορά, υπάρχουν πληροφορικοί πειρατές που ενεργούν κατόπιν εντολής.

10.3.4.   Υπηρεσίες πληροφοριών

Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, τα καθήκοντα των υπηρεσιών πληροφοριών μετατοπίστηκαν. Νέους τομείς καθηκόντων τους αποτελούν το διεθνές οργανωμένο έγκλημα και αντικείμενα οικονομικής φύσης. (περισσότερα στο κεφάλαιο 10,10.5)

10.4.   Ποιος αποτελεί αντικείμενο κατασκοπείας;

Σύμφωνα με στοιχεία αντικατασκοπευτικών υπηρεσιών και διευθυντών ασφαλείας μεγάλων επιχειρήσεων, στην οικονομική κατασκοπεία χρησιμοποιούνται όλες οι δοκιμασμένες μέθοδοι και τα εργαλεία των μυστικών υπηρεσιών (βλ. κεφάλαιο 2,2.). Οι επιχειρήσεις έχουν όμως πιο ανοιχτές δομές σε σχέση με στρατιωτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πληροφοριών ή κυβερνητικές αρχές. Για το λόγο αυτό, στην οικονομική κατασκοπεία προστίθενται οι παρακάτω κίνδυνοι:

-   Η στρατολόγηση συνεργατών είναι πιο εύκολη, διότι οι δυνατότητες της ασφάλειας των επιχειρήσεων δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτές των αντικατασκοπευτικών εταιριών

-   Η κινητικότητα της θέσης εργασίας οδηγεί στο να μεταφέρονται σημαντικές πληροφορίες με φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Γι’ αυτό, η κλοπή φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών ή η κρυφή αντιγραφή του σκληρού δίσκου μετά από διάρρηξη δωματίων ξενοδοχείου ανήκουν στις βασικές τεχνικές της οικονομικής κατασκοπείας.

-   Η διάρρηξη συστημάτων υπολογιστών επιτυγχάνεται ευκολότερα από ό,τι συμβαίνει στις ευαίσθητες σε θέματα ασφάλειας κρατικές υπηρεσίες, διότι, ιδίως στις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις, η συνείδηση και τα μέτρα ασφάλειας είναι πολύ λιγότερο αναπτυγμένα.

-   Για τους ίδιους λόγους είναι ευκολότερη η επί τόπου παρακολούθηση (βλ. κεφάλαιο 3, 3.2)

Από την αξιολόγηση των πληροφοριών που συλλέχτηκαν σχετικά προκύπτει ότι η οικονομική κατασκοπεία κινείται κυρίως επί τόπου ή στην κινητή θέση εργασίας, διότι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, (βλ. κατωτέρω κεφάλαιο 10, 10.6) οι ζητούμενες πληροφορίες δεν μπορούν να συλλεχθούν μέσω παρακολούθησης του διεθνούς τηλεπικοινωνιακού δικτύου.

10.5.   Οικονομική κατασκοπεία από κράτη

10.5.1.   Στρατηγική οικονομική κατασκοπεία από υπηρεσίες πληροφοριών

Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου ελευθερώθηκε μέρος της δυναμικότητας των μυστικών υπηρεσιών, το οποίο τώρα χρησιμοποιείται περισσότερο από ότι προηγουμένως σε άλλους τομείς. Οι ΗΠΑ έχουν δηλώσει ανοιχτά ότι ένα μέρος της δραστηριότητας των μυστικών τους υπηρεσιών αφορά και στην οικονομία. Εδώ υπάγεται π.χ. ο έλεγχος της τήρησης οικονομικών κυρώσεων, ο έλεγχος της τήρησης των κανόνων για την προμήθεια όπλων και των λεγόμενων αγαθών διπλής χρήσης, οι εξελίξεις στις αγορές πρώτων υλών και τα δρώμενα στις διεθνείς χρηματαγορές. Κατά την πεποίθηση του εισηγητή, οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν είναι οι μόνες που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό, και για τον λόγο αυτό δεν ασκείται και μεγάλη κριτική.

10.5.2.   Υπηρεσίες πληροφοριών ως πράκτορες ανταγωνιστικής κατασκοπείας

Κριτική διατυπώνεται στις περιπτώσεις όπου κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών χρησιμοποιούνται για να επιτύχουν, για λογαριασμό επιχειρήσεων εγκατεστημένων στην επικράτεια της χώρας τους, πλεονεκτήματα στον διεθνή ανταγωνισμό. Εδώ διακρίνουμε δύο περιπτώσεις(212):

10.5.2.1.   Χώρες υψηλής τεχνολογίας

Οι υψηλά ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες μπορούν κάλλιστα να επωφεληθούν από βιομηχανική κατασκοπεία. Με τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με το βαθμό ανάπτυξης ενός κλάδου μπορεί να εφαρμοσθούν μέτρα που αφορούν στις συναλλαγές εξωτερικού ή μέτρα πολιτικής επιδοτήσεων, τα οποία είτε καθιστούν την βιομηχανία της χώρας περισσότερο ανταγωνιστική είτε εξοικονομούν επιδοτήσεις. Ένα άλλο κεντρικό σημείο μπορεί να έγκειται στην παροχή στοιχείων σχετικά με αναθέσεις υψηλής αξίας. (βλ. κατωτέρω κεφάλαιο 10,10.6).

10.5.2.2   Τεχνολογικά λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες

Σε ένα μέρος των χωρών αυτών πρόκειται για την παροχή τεχνολογικής τεχνογνωσίας, προκειμένου να μπορέσουν να καλύψουν τα κενά της δικής τους βιομηχανίας δίχως αναπτυξιακές δαπάνες και δαπάνες για δικαιώματα. Πέραν αυτού, πρόκειται για την προμήθεια βιομηχανικών σχεδίων και μεθόδων κατασκευής, προκειμένου να καταστούν, με τη διάθεση στην αγορά απομιμήσεων, οι οποίες έχουν φθηνότερο κόστος παραγωγής (μικρότερο μισθολογικό κόστος!) ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά. Είναι αποδεδειγμένο ότι στις ρωσικές υπηρεσίες έχουν ανατεθεί τα καθήκοντα αυτά. Ο ομοσπονδιακός νόμος αριθ. 5 της Ρωσικής Ομοσπονδίας σχετικά με την συλλογή πληροφοριών εξωτερικού, αναφέρει ρητά την προμήθεια οικονομικών, επιστημονικών και τεχνικών πληροφοριών ως καθήκον των υπηρεσιών πληροφοριών.

Σε μία άλλη μερίδα χωρών (π.χ. Ιράν, Ιράκ, Συρία, Λιβύη, Βόρεια Κορέα, Ινδία και Πακιστάν) πρόκειται για την προμήθεια πληροφοριών για τα εθνικά τους εξοπλιστικά προγράμματα, ιδίως στον τομέα των πυρηνικών και στον τομέα των βιολογικών και χημικών όπλων. Ένα άλλο μέρος της δραστηριότητας των υπηρεσιών των κρατών αυτών συνίσταται στη λειτουργία κεκαλυμμένων εταιριών με στόχο την αγορά αγαθών διπλής χρήσης χωρίς να κινούνται υποψίες.

10.6.   Ενδείκνυται το ECHELON για βιομηχανική κατασκοπεία;

Από τον στρατηγικό έλεγχο των διεθνών τηλεπικοινωνιακών κινήσεων μόνον τυχαία μπορεί να προκύψουν πληροφορίες σημαντικές για την ανταγωνιστική κατασκοπεία. Πράγματι, τα ευαίσθητα δεδομένα της επιχείρησης κυρίως βρίσκονται μέσα στην ίδια την επιχείρηση, έτσι ώστε η ανταγωνιστική κατασκοπεία να επιχειρείται κατά πρώτο λόγο δια της προσπάθειας να ληφθούν οι πληροφορίες από συνεργάτες ή στρατευμένα πρόσωπα ή μέσω εισβολής στα εσωτερικά δίκτυα υπολογιστών. Μόνον αν κάποια ευαίσθητα στοιχεία καταλήξουν μέσω γραμμών ή ασύρματα (δορυφόρος) προς τα έξω, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα σύστημα παρακολούθησης επικοινωνιών για σκοπούς ανταγωνιστικής κατασκοπείας. Αυτό ισχύει στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις:

-   σε επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε 3 χρονικές ζώνες, έτσι ώστε τα ενδιάμεσα αποτελέσματα να αποστέλλονται από την Ευρώπη στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ασία

-   στην περίπτωση τηλεσυνδιασκέψεων σε πολυεθνικές εταιρίες, οι οποίες μεταδίδονται μέσω δορυφόρου ή καλωδίου.

-   όταν γίνεται επί τόπου διαπραγμάτευση σημαντικών αναθέσεων (όπως συμβαίνει στην ανέγερση εγκαταστάσεων, στην κατασκευή τηλεπικοινωνιακής υποδομής, στην ανακατασκευή συστημάτων μεταφοράς κλπ), και πρέπει από το σημείο αυτό να γίνεται συνεννόηση με τις κεντρικές υπηρεσίες της εταιρίας.

Αν οι επιχειρήσεις δεν προστατεύουν στις παραπάνω περιπτώσεις τις επικοινωνίες τους, η παρακολούθηση αυτών των επικοινωνιών προσφέρει πολύτιμα δεδομένα στην ανταγωνιστική κατασκοπεία.

10.7.   Δημοσιευθείσες περιπτώσεις

Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις οικονομικής κατασκοπείας ή κατασκοπείας των ανταγωνιστών, οι οποίες περιγράφονται στον Τύπο ή σε σχετική βιβλιογραφία. Ένα μέρος αυτών των πηγών αξιολογήθηκε και συνοψίζεται στον κατωτέρω πίνακα. Αναφέρεται σε συντομία, ποιος συμμετείχε σ' αυτές, πότε προέκυψε η περίπτωση, γιατί επρόκειτο ακριβώς, ποιός ήταν ο στόχος και οι συνέπειες.

Αξιοσημείωτο είναι ότι εν μέρει για την μία και αυτή περίπτωση υπάρχουν πολύ διαφορετικές πληροφορίες. Ως παράδειγμα αναφέρεται η περίπτωση Enercon, στην οποία περιγράφεται ως "δράστης" η NSA ή το Υπουργείο Οικονομίας των ΗΠΑ ή οι ανταγωνιστές που έβγαλαν φωτογραφίες.

Περίπτωση

Ποιος

Πότε

Τι

Πως

Στόχος

Συνέπειες

Πηγή

Air France

DGSE

έως 1994

Συνομιλίες επιχειρηματιών που ταξίδευαν

Στα διαμερίσματα της 1ης θέσης της Air France ανακαλύφθηκαν κοριοί – Η αεροπορική εταιρία ζήτησε δημοσία συγνώμη

Κτήση πληροφοριών

Δεν αναφέρονται

„Wirtschaftsspionage: Was macht eigentlich die Konkurrenz?“ του Arno Schütze, 1/

Airbus

NSA

1994

Πληροφορίες σχετικά με αγορές αεροπλάνων μεταξύ της Airbus και των σαουδαραβικών αερογραμμών

Παρακολούθηση Φαξ και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ των διαπραγματευομένων

Διαβίβαση πληροφοριών στον αμερικανό ανταγωνιστή Boeing και Mc-Donnell-Douglas

Οι αμερικανοί συνήψαν την αγορά ύψους 6 δισεκατ. δολαρίων

„Antennen gedreht“, Wirtschaftswoche Nr.46 / 9. Νοέμβριος 2000

Airbus

NSA

1994

Σύμβαση για 6 δισεκατ. δολάρια με τη Σαουδική Αραβία

Ανακάλυψη δωροδοκίας της ευρωπαϊκής κοινοπραξίας Airbus.

Παρακολούθηση Φαξ και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ της ευρωπαϊκής κοινοπραξίας Airbus και της σαουδαραβικής αεροπορικής εταιρίας/κυβέρνησης μέσω επικοινωνιακών δορυφόρων

Αποκάλυψη δωροδοκίας

Η McDonnel-Douglas, ο αμερικανός ανταγωνιστής της Airbus συνάπτει τη σύμβαση.

“Development of Surveillance Technology and Risk of Abuse of Economic Information, Vol 2/5   10 1999 STOA, του Duncan Campbell

BASF

Διαχειριστής

Δεν αναφέρεται

Περιγραφή μεθόδου για την παραγωγή πρώτης ύλης κρέμας για το δέρμα της επιχείρησης BASF (Τμήμα καλλυντικών)

Δεν αναφέρεται

Καμία γιατί ματαιώθηκε

Καμία, γιατί αποκαλύφθηκε

„Nicht gerade zimperlich“, Wirtschaftswoche Nr.43 / 16. Οκτώβριος 1992

Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας της Γερμανίας

CIA

1997

Πληροφορίες για προϊόντα υψηλής τεχνολογίας στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας

Χρησιμοποίηση πράκτορα

Κτήση πληροφοριών

Αποκαλύπτεται ο πράκτορας κατά την απόπειρα και απελαύνεται

„Wirtschaftsspionage: Was macht eigentlich die Konkurrenz?“ του Arno Schütze, 1/98

Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας της Γερμανίας

CIA

1997

Παρασκήνιο της δίκης Μύκονος στο Βερολίνο, πιστώσεις Hermes για εξαγωγές στο Ιράν, κατάλογος γερμανικών επιχειρήσεων που προμηθεύουν το Ιράν με προϊόντα υψηλής τεχνολογίας

Πράκτορας της CIA εμφανιζόμενος ως πρέσβης των ΗΠΑ πραγματοποιεί φιλικές συζητήσεις με τον προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας για τον αραβικό χώρο (επίκεντρο Ιράν) στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας

Κτήση πληροφοριών

Δεν αναφέρονται

Ο υπάλληλος στρέφεται στις γερμανικές Υπηρεσίες Ασφαλείας, οι οποίες επισημαίνουν στις αμερικανικές Υπηρεσίες ότι η επιχείρηση της CIA είναι ανεπιθύμητη. Ο πράκτορας της CIA κατόπιν αυτού "αποσύρεται".

„Wirtschaftsspionage. Die gewerbliche Wirtschaft im Visier fremder Nachrichtendienste“, Ομόσπονδη Υπηρεσία Προστασίας Συντάγματος Βάδης-Βυρτεμβέργης, Στουτγάρδη, κατάσταση : 1998

Dasa

Ρωσική Υπηρεσία Πληροφοριών

1996 – 1999

Πώληση και παράδοση εγγράφων σχετικών με τεχνολογία εξοπλισμού μιας επιχείρησης του Μονάχου στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας (σύμφωνα με την εφημερίδα Süddeutsche Zeitung / 30.05.2000: Όμιλος εξοπλισμών Dasa στο Ottobrunn)

2 εντεταλμένοι Γερμανοί

Απόκτηση πληροφοριών για κατευθυνόμενα βλήματα, οπλικά συστήματα (αντιαρματικά και αντιαεροπορικά)

Εφημερίδα Süddeutsche Zeitung / 30.05.2000:

„(...) Προδοσία υπό στρατιωτικό πρίσμα "όχι ιδιαίτερα βαρεία". Αυτό ισχύει και για την οικονομική ζημία, διαπίστωσε το δικαστήριο".

„Anmerkungen zur Sicherheitslage der deutschen Wirtschaft“, ASW; Βόννη, Απρίλιος 2001

„Haftstrafe wegen Spionage für Russland“, SDZ / 30. Μαΐου 2000

Αποκλεισμός

Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών

κατά το 1990

Επανειλημμένη εξαγωγή προστατευόμενης από τον αποκλεισμό τεχνολογίας προς την Λιβύη (μεταξύ άλλων από Siemens)

Παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών

Αποκάλυψη παράνομων μεταφορών όπλων και τεχνολογίας

Όχι ιδιαίτερες συνέπειες, δεν εμποδίζονται οι παραδόσεις

"Maulwürfe in Nadelstreifen", Andreas Förster, S. 110

Περίπτωση

Ποιος

Πότε

Τι

Πως

Στόχος

Συνέπειες

Πηγή

Enercon

Ειδικός της αιολικής ενέργειας από το Oldenburg και γυναίκα υπάλληλος της Kenetech

Δεν αναφέρεται

Εγκατάσταση αιολικής ενέργειας της επιχείρησης Enercon του Auricher

Δεν αναφέρεται

Δεν αναφέρεται

Δεν αναφέρεται

„Anmerkungen zur Sicherheitslage der deutschen Wirtschaft“, ASW; Βόννη, Απρίλιος 2001

Enercon

NSA

Δεν αναφέρεται

Ανεμοτροχός για την παραγωγή ρεύματος, που αναπτύχθηκε από τον μηχανικό Aloys Wobben στο Ostfriesen

Δεν αναφέρεται

Περαιτέρω παράδοση τεχνικών οδηγιών του Wobbens σε επιχείρηση των ΗΠΑ

Η επιχείρηση των ΗΠΑ καταθέτει αίτηση ευρεσιτεχνίας για τον ανεμοτροχό πριν τον Wobben· ο Wobben ενάγεται από αμερικανικό δικηγορικό γραφείο (παραβίαση δικαιώματος ευρεσιτεχνίας)

„Aktenkrieger“, SÜDDEUTSCHE ZEITUNG, 29 Μαρτίου 2001

Enercon

Αμερικανική επιχείρηση Kenetech Windpower Corp

1994

Σημαντικές λεπτομέρειες μίας εγκατάστασης αιολικής ενέργειας υψηλής τεχνολογίας (σύστημα εκκίνησης έως πλατίνες)

Φωτογραφίες

Επιτυχής διαδικασία ευρεσιτεχνίας στις ΗΠΑ

Η Enercon GmbH παγώνει σχέδια για επέκταση στην αμερικανική αγορά

„Sicherheit muss künftig zur Chefsache werden“, HB / 29. Αύγουστος 1996

Enercon

Μηχανικός του Oldenburg W. και η αμερικανική επιχείρηση Kenetech

Μάρτιος 1994

Ανεμογεννήτρια τύπου E-40 της Enercon

Ο μηχανικός W. παραδίδει περαιτέρω πορίσματα, η υπάλληλος της Kenetech φωτογραφίζει εγκαταστάσεις και ηλεκτρολογικές λεπτομέρειες

Kenetech: αναζητεί αποδείξεις για μεταγενέστερη (1995) αγωγή παραβίασης δικαιώματος ευρεσιτεχνίας κατά της Enercon

Enercon: παράνομη κτήση πληροφοριών επιχειρηματικών μυστικών

Δημοσιογράφος της τηλεόρασης πληροφορήθηκε από πρώην υπάλληλο της NSA ότι λεπτομερή στοιχεία της Enercon διαβιβάσθηκαν μέσω του Echelon από τους Αμερικανούς στην Kenetech..

Δεν αναφέρονται

„Klettern für die Konkurrenz“, SÜDDEUTSCHE ZEITUNG 13 Οκτωβρίου 2000

Enercon

Kenetech Windpower

Πριν το 1996

Στοιχεία για την εγκατάσταση αιολικής ενέργειας της Enercon

Μηχανικοί της Kenetech φωτογραφίζουν την εγκατάσταση

Αντιγραφή της κατασκευής της εγκατάστασης από την Kenetech

Η Enercon δικαιώνεται, υποβάλλεται μήνυση κατά των κατασκόπων· εκτίμηση ζημίας: πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια μάρκα.

„Wirtschaftsspionage: Was macht eigentlich die Konkurrenz?“ του Arno Schütze, 1/98

Υπουργείο Εμπορίου της Ιαπωνίας

CIA

1996

Διαπραγματεύσεις για ποσοστώσεις εισαγωγών αμερικανικών αυτοκινήτων στην ιαπωνική αγορά

Πειρατεία στο σύστημα υπολογιστών του ιαπωνικού Υπουργείου Εμπορίου

Ο διαπραγματευτής των ΗΠΑ Mickey Kantor θα συμφωνήσει στη χαμηλότερη προσφορά

Ο Kantor αποδέχεται τη χαμηλότερη προσφορά

„Wirtschaftsspionage: Was macht eigentlich die Konkurrenz?“ του Arno Schütze, 1/98

Ιαπωνικά αυτοκίνητα

Κυβέρνηση ΗΠΑ

Δεν αναφέρεται

Διαπραγματεύσεις για την εισαγωγή ιαπωνικών αυτοκινήτων πολυτελείας

Πληροφορίες για προδιαγραφές εκπομπών ιαπωνικών αυτοκινήτων

COMINT, δεν περιγράφεται ακριβέστερα

Κτήση πληροφοριών

Δεν διατίθενται στοιχεία

“Development of Surveillance Technology and Risk of Abuse of Economic Information, Vol 2/5   10 1999 STOA, του Duncan Campbell

Περίπτωση

Ποιος

Πότε

Τι

Πως

Στόχος

Συνέπειες

Πηγή

López

NSA

Δεν αναφέρεται

Τηλεδιάσκεψη της VW και του López

Παρακολούθηση από το Bad Aibling

Περαιτέρω παράδοση πληροφοριών στην General Motors και την Opel

Με ενέργειες παρακολούθησης η Εισαγγελία έλαβε "πολύ ακριβείς ενδείξεις" με τις έρευνες

Ο λοχαγός του Ομοσπονδιακού Στρατού Erich Schmidt-Eenboom, αναφέρει στο "Wenn Freunde spionieren“ http://www.zdf.msnbc.de/news/54637.asp?cp1=1 www.zdf.msnbc.de/news/54637.asp?cp1=1

López

López και τρεις από τους υπαλλήλους του

1992 - 1993

Έγγραφα και στοιχεία από τους τομείς έρευνας, σχεδιασμού, παραγωγής και αγοράς (έγγραφα για εργοστάσιο στην Ισπανία, στοιχεία κόστους διαφόρων μοντέλων, μελέτες σχεδίων, στρατηγικές αγορών και οικονομιών)

Συλλογή υλικού

Χρησιμοποίηση των εγγράφων της General-Motors από την VW

Μετά από αντιπαράθεση στα ποινικά δικαστήρια, συμφωνούν οι όμιλοι εξώδικα. Ο López παραιτείται το 1996 από διευθυντής της VW. Η VW αποχωρίζεται επίσης το 1997 τρεις περαιτέρω συνεργάτες της της ομάδας του López, πληρώνει 100 εκατομμύρια δολάρια στην GM/Opel (αμοιβές δικηγόρων, όπως αναφέρεται) και αγοράζει επί 7 έτη ανταλλακτικά αξίας 1 δισ. δολαρίων από την GM/Opel

„Wirtschaftsspionage. Die gewerbliche Wirtschaft im Visier fremder Nachrichtendienste“, Ομόσπονδη Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος της Βάδης-Βυρτεμβέργης, Στουτγάρδη, κατάσταση : 1998

López

NSA

1993

Βιντεοδιάσκεψη μεταξύ του José Ignacio López και του διευθυντή της VW Ferdinand Piëch

Απόσπασμα της βιντεοδιάσκεψης και περαιτέρω παράδοσή του στην General Motors (GM)

Προστασία των αμερικανικών επιχειρηματικών μυστικών της GM, που ήθελε να παραδώσει ο López στην VW (τιμοκατάλογοι, μυστικά σχέδια για νέο εργοστάσιο παραγωγής αυτοκινήτων και νέο μικρό αυτοκίνητο)

Ο López αποκαλύπτεται, η ποινική διαδικασία σταματά το 1998 έναντι πληρωμής χρηματικών ποινών.

Όσον αφορά την NSA ουδέν

„Antennen gedreht“, Wirtschaftswoche Nr.46 / 9. Νοέμβριος 2000

„Abgehört“, Berliner Zeitung, 22 Ιανουαρίου 1996

„Die Affäre López ist beendet“, Wirtschaftsspiegel, 28 Ιουλίου 1998

„Wirtschaftsspionage: Was macht eigentlich die Konkurrenz?“ του Arno Schütze, 1/98

Los Alamos

Ισραήλ

1988

Δύο συνεργάτες του ερευνητικού προγράμματος στην ατομική ενέργεια του Ισραήλ διεισδύουν στον κεντρικό υπολογιστή του εργαστηρίου πυρηνικών όπλων του Los Alamos

Πληροφορική πειρατεία

Κτήση πληροφοριών για νέο αναφλεκτήρα πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ

Όχι ιδιαίτερες συνέπειες, λόγω του ότι οι πειρατές πληροφορικής δραπετεύουν στο Ισραήλ, ένας συλλαμβάνεται προσωρινά, σχέση με μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ επισήμως δεν υπάρχει

"Maulwürfe in Nadelstreifen", Andreas Förster, σελ. 137

Λαθρεμπορία

Γερμανική Υπηρεσία Πληροφοριών

Δεκαετία του '70

Λαθρεμπορία εγκαταστάσεων υπολογιστών στην Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας

Δεν αναφέρεται

αποκάλυψη μεταφοράς τεχνολογίας στο Ανατολικό Μπλοκ

Όχι ιδιαίτερες συνέπειες, οι παραδόσεις δεν εμποδίζονται

"Maulwürfe in Nadelstreifen", Andreas Förster, σελ. 113

Περίπτωση

Ποιος

Πότε

Τι

Πως

Στόχος

Συνέπειες

Πηγή

TGV

DGSE

1993

υπολογισμός κόστους της Siemens

Ανάθεση για την παράδοση τρένων μεγάλης ταχύτητας στη Νότια Κορέα

Δεν αναφέρεται

Προσφορά χαμηλότερης τιμής

Ο κατασκευαστής ICE χάνει την ανάθεση προς όφελος της Alcatel-Alsthom

„Wirtschaftsspionage: Was macht eigentlich die Konkurrenz?“ του Arno Schütze, 1/98

TGV

Άγνωστος

1993

Υπολογισμός κόστους της AEG και της Siemens όσον αφορά κρατική ανάθεση στη Νότια Κορέα για την παράδοση τρένων υψηλής ταχύτητας

Η Siemens ισχυρίζεται ότι οι τηλεφωνικές συνδέσεις και οι συνδέσεις φαξ στο υποκατάστημα της επιχείρησης στη Σεούλ παρακολουθούνται

Διαπραγματευτικό πλεονέκτημα για τον βρετανο-γαλλικό ανταγωνιστή GEC Alsthom

Οι αναθέτοντες αποφασίζουν υπέρ της GEC Alsthom, αν και η γερμανική προσφορά ήταν αρχικά καλύτερη

„Abgehört“, Berliner Zeitung, 22 Ιανουαρίου 1996

Thomson-Alcatel κατά Raytheon

CIA/

NSA

1994

Κατακύρωση μιας ανάθεσης δισεκατομμυρίων της Βραζιλίας για την εποπτεία δορυφόρων του Αμαζόνα στη γαλλική Thomson-Alcatel (1,4 δισ. δολάρια)

Παρακολούθηση των επικοινωνιών αυτού που κέρδισε το διαγωνισμό (Thomson-Alcatel, Γαλλία)

Αποκάλυψη διαφθοράς (πληρωμή χρημάτων για δωροδοκία)

Ο Κλίντον παραπονείται στην κυβέρνηση της Βραζιλίας· κατόπιν πιέσεων της αμερικανικής κυβέρνησης, νέα κατακύρωση της σύμβασης στην αμερικανική επιχείρηση "Raytheon"

"Maulwürfe in Nadelstreifen", Andreas Förster, σελ. 91

Thomson-Alcatel κατά Raytheon

Το Υπουργείο Οικονομίας των ΗΠΑ "προσπάθησε"

1994

Διαπραγματεύσεις για σχέδιο δισεκατομμυρίων για την παρακολούθηση με ραντάρ του τροπικού δάσους της Βραζιλίας

Δεν αναφέρεται

Ανάθεση σύμβασης

Οι γαλλικοί όμιλοι Thomson CSF και Alcatel χάνουν την ανάθεση προς όφελος της επιχείρησης των ΗΠΑ Raytheon

„Antennen gedreht“, Wirtschaftswoche Nr.46 / 9. Νοέμβριος 2000

Thomson-Alcatel κατά Raytheon

NSA

Department of Commerce

Department of Commerce

Διαπραγματεύσεις για έργο δισεκατομμυρίων (1.4 δισ. δολάρια) για παρακολούθηση του Αμαζόνα (SIVA)

Αποκάλυψη δωροδοκίας της επιτροπής επιλογής της Βραζιλίας.

Παρατήρηση του Campbell: η Rayethon εξοπλίζει σταθμό παρακολούθησης στο Sugar Grove

Παρακολούθηση της διαπραγμάτευσης μεταξύ Thomson-CSF και της Βραζιλίας και παράδοση των αποτελεσμάτων στη Raytheon Corp.

Αποκάλυψη δωροδοκίας

Ανάθεση σύμβασης

Η Raytheon παίρνει τη σύμβαση

“Development of Surveillance Technology and Risk of Abuse of Economic Information, Vol 2/5   10 1999 STOA, του Duncan Campbell

http://www:rayethon:com/sivam/contract:html

Thyssen

BP

1990

Ανάθεση εκατομμυρίων για την εξόρυξη αερίου και πετρελαίου στη Βόρειο Θάλασσα

Παρακολούθηση των φαξ αυτού που κέρδισε το διαγωνισμό (Thyssen)

Αποκάλυψη διαφθοράς

Η BP ενάγει την Thyssen για αποζημίωση.

"Maulwürfe in Nadelstreifen", Andreas Förster, σελ. 92

VW

Άγνωστος

"Προηγούμενα έτη“

Δεν αναφέρεται

Μεταξύ άλλων με μηχανή λήψεως με υπέρυθρα που είχε ταφεί σε γαιόλοφο και διαβιβάζει εικόνες με ραδιοσήματα

Κτήση πληροφοριών για νέες εξελίξεις

Η V W αναφέρει μεγάλα διαφυγόντα κέρδη

„Sicherheit muss künftig zur Chefsache werden“, HB / 29. Αύγουστος 1996

VW

Άγνωστος

1996

Διαδρομή δοκιμής στο Ehra-Lessien της VW

Κρυμμένη μηχανή λήψεως

Πληροφορίες για νέα μοντέλα της VW

Δεν αναφέρεται

„Auf Schritt und Tritt“ Wirtschaftswoche Nr. 25, 11. Ιούνιος 1998

10.8.   Προστασία από οικονομική κατασκοπεία

10.8.1.   Έννομη προστασία

Στις έννομες τάξεις όλων των βιομηχανικών κρατών είναι αξιόποινη η κλοπή επιχειρηματικών μυστικών. Όπως σε όλες τις άλλες περιπτώσεις του ποινικού δικαίου, είναι διαφορετική η διαμόρφωση του εθνικού επιπέδου προστασίας. Κατά κανόνα όμως ισχύει ότι η ποινή υστερεί σαφώς έναντι αυτής που προβλέπεται για κατασκοπεία σε σχέση με τη στρατιωτική ασφάλεια. Σε πολλές περιπτώσεις απαγορεύεται η κατασκοπεία των ανταγωνιστών, όμως σε επιχειρήσεις στην ημεδαπή αλλά όχι σε επιχειρήσεις στην αλλοδαπή. Αυτό συμβαίνει και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Οι σχετικοί νόμοι απαγορεύουν κατά βάση την κατασκοπευτική δραστηριότητα μεταξύ βιομηχανικών επιχειρήσεων. Είναι αμφίβολο εάν περιορίζουν και τη δραστηριότητα κρατικών υπηρεσιών πληροφοριών. Γιατί αυτές έχουν, βάσει των νόμων που τις συγκροτούν, την άδεια για την κλοπή πληροφοριών.

Μία οριακή περίπτωση προκύπτει όταν υπηρεσίες πληροφοριών διαθέτουν πληροφορίες που απέκτησαν με κατασκοπεία σε μεμονωμένες επιχειρήσεις. Κανονικά αυτό δεν καλύπτεται πλέον από τους νόμους που δίδουν στις υπηρεσίες πληροφοριών ιδιαίτερες αρμοδιότητες. Ιδίως, εντός της ΕΕ αυτό θα αποτελούσε παραβίαση της Συνθήκης ΕΟΚ.

Ανεξαρτήτως αυτού, θα ήταν όμως στην πράξη ιδιαίτερα δυσχερές να υλοποιηθεί η επίκληση νομικής προστασίας από μία επιχείρηση με την προσφυγή σε δικαστήρια. Η παρακολούθηση δεν αφήνει ίχνη και δεν οδηγεί σε αποδείξεις που μπορούν να αξιολογηθούν από το δικαστήριο.

10.8.2.   Λοιπά εμπόδια στην οικονομική κατασκοπεία

Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών στο πνεύμα της απόκτησης γενικών στρατηγικών πληροφοριών δραστηριοποιούνται και στον τομέα της οικονομίας γίνεται αποδεκτό μεταξύ κρατών. Η "συμφωνία κυρίων" όμως παραβιάζεται μαζικά κατά την κατασκοπεία ανταγωνιστών προς όφελος της οικείας βιομηχανίας. Εάν εν προκειμένω συλληφθεί αποδεδειγμένα ένα κράτος, τότε αυτό αποκτά πολιτικά προβλήματα σε μεγάλη έκταση. Αυτό ισχύει ακριβώς και για την παγκόσμια δύναμη, όπως οι ΗΠΑ, της οποίας η αξίωση για παγκόσμια πολιτική ηγεσία ζημιώθηκε δραματικά κατ' αυτό τον τρόπο. Μεσαίες δυνάμεις θα μπορούσαν να έχουν την πολυτέλεια να γελοιοποιηθούν, μία παγκόσμια δύναμη ποτέ.

Παράλληλα με τα πολιτικά προβλήματα τίθεται το πρακτικό ερώτημα, σε ποια μεμονωμένη επιχείρηση διατίθενται τα αποτελέσματα της κατασκοπείας ανταγωνιστών. Στον τομέα κατασκευής αεροπλάνων είναι εύκολη η απάντηση, λόγω του ότι εν προκειμένω, σε παγκόσμιο επίπεδο, υπάρχουν μόνο δύο προσφέροντες. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις είναι εκεί όπου υπάρχουν περισσότεροι προσφέροντες οι οποίοι, εκτός αυτού, δεν ανήκουν στο κράτος, ιδιαίτερα δυσχερές να προτιμηθεί ένας μεμονωμένος. Κατά τη διαβίβαση λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με προσφορές συνυποψηφίων σε μεμονωμένες επιχειρήσεις όσον αφορά διεθνείς δημόσιους διαγωνισμούς, θα ήταν δυνατή μια παράδοση των πληροφοριών της κατασκοπείας σε όλους τους υποψήφιους της οικείας χώρας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν για όλους τους εθνικούς υποψηφίους υπάρχει μία ισότιμα προσπελάσιμη δομή υποστήριξης της κυβέρνησης, όπως αυτό συμβαίνει στις ΗΠΑ με το αποκαλούμενο Advocacy Center. Στην περίπτωση κλοπής τεχνολογίας, η οποία αναγκαστικά θα πρέπει να καταλήξει σε μία αίτηση ευρεσιτεχνίας, δεν θα ήταν πλέον λογικά δυνατή μία ισότιμη μεταχείριση επιχειρήσεων.

Αυτό θα ήταν πάντως, ιδιαίτερα στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα, ένα μεγάλο πρόβλημα. Οι αμερικανοί πολιτικοί εξαρτώνται, όσον αφορά τη χρηματοδότηση των εκλογικών τους αγώνων, ιδιαίτερα από δωρεές της βιομηχανίας στις εκλογικές τους περιφέρειες. Εάν η προτίμηση μεμονωμένων επιχειρήσεων από τις υπηρεσίες πληροφοριών δημοσιοποιείτο έστω και σε μία περίπτωση, θα υπήρχαν τεράστιες αποδοκιμασίες στο πολιτικό σύστημα. Όπως ανέφερε ο πρώην διευθυντής της CIA Woolsey σε μια συνομιλία με εκπροσώπους της επιτροπής: "Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο το Κογκρέσο θα τρελαινόταν !". Και όντως έχει δίκιο!

10.9.   ΗΠΑ και οικονομία μετά τον ψυχρό πόλεμο

Από το 1990 η αμερικανική κυβέρνηση όλο και περισσότερο εξομοιώνει την οικονομική ασφάλεια με την εθνική ασφάλεια. Η ετήσια έκθεση του Λευκού Οίκου "National Security Strategy"(213) τονίζει κατ' επανάληψη ότι "η οικονομική ασφάλεια αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο όχι μόνον των εθνικών συμφερόντων αλλά και της εθνικής ασφάλειας".

Η εξέλιξη αυτή έχει πολλές αιτίες. Κατά βάση, οφείλεται στο συνδυασμό τριών παραγόντων:

-   το συμφέρον των υπηρεσιών πληροφοριών να έχουν αντικείμενο εργασίας μετά τον ψυχρό πόλεμο·

-   η αναγνώριση εκ μέρους του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ ότι μετά τον ψυχρό πόλεμο ο ηγετικός ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών στο μέλλον δεν πρέπει να στηρίζεται μόνον στη στρατιωτική ισχύ, αλλά και στην οικονομική·

-   το συμφέρον εξωτερικής πολιτικής του Προέδρου Κλίντον είναι ενίσχυση της αμερικανικής οικονομίας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Αυτός ο συνδυασμός συμφερόντων της αμερικανικής κυβέρνησης είχε πρακτικές συνέπειες.

Μια συνέπεια ήταν ότι από το 1992 το FBI επικέντρωσε τις αντικατασκοπευτικές της δραστηριότητες στην οικονομική κατασκοπία και το 1994 δρομολόγησε "πρόγραμμα οικονομικής αντικατασκοπίας" (Economic Counterintelligence Program). Τούτο αποτελεί, όπως δήλωσε ο διευθυντής του FBI Freeh ενώπιον του Κοινοβουλίου, αμυντικό πρόγραμμα. Έχει στόχο να αποτρέψει βλάβη της ανταγωνιστικότητας της αμερικανικής οικονομίας που θα προέρχεται από την κλοπή πληροφοριών.

Μια δεύτερη συνέπεια, τουλάχιστον κατά την άποψη των αμερικανών, είναι ότι η κυβέρνηση ανέθεσε στη CIA και στη συνέχεια στην NSA να επαγρυπνούν για στρεβλώσεις του ανταγωνισμού οφειλόμενες σε περιπτώσεις διαφθοράς. Τούτο δηλώθηκε απερίφραστα από τον πρώην διευθυντής της CIA James Woolsey σε συνέντευξη τύπου την οποία παραχώρησε κατόπιν επιθυμίας του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ στις 7 Μαρτίου 2000(214).

Μια άλλη συνέπεια είναι ότι το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ έχει εναρμονίσει με τέτοιο τρόπο τις δραστηριότητές του στον τομέα της προώθησης των εξαγωγών, ώστε μια αμερικανική εταιρεία η οποία θέλει να πραγματοποιήσει εξαγωγές να έχει έναν μόνο συνομιλητή από πλευράς κρατικού μηχανισμού. Έτσι, συνδυάζονται όχι μόνον παθητικά αλλά και ενεργητικά όλες οι δυνατότητες της κυβέρνησης (περισσότερα επί του θέματος αυτού στο κεφάλαιο 10, 10.9.4).

10.9.1   Η πρόκληση για την αμερικανική κυβέρνηση: οικονομική κατασκοπεία εναντίον αμερικανικών επιχειρήσεων

Οι ενέργειες των υπηρεσιών πληροφοριών εναντίων της αμερικανικής οικονομίας δεν είναι ούτε ασυνήθιστες ούτε κάτι το νέο. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και άλλες σημαντικές βιομηχανικές χώρες αποτελούν εδώ και δεκαετίες στόχο οικονομικής κατασκοπείας. Ωστόσο, κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου, η συγκέντρωση οικονομικών και τεχνολογικών πληροφοριών ήταν πάρεργο της κλασσικής κατασκοπίας. Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, η οικονομική κατασκοπεία αναδείχθηκε σε αυτοτελή στόχο(215).

Ο διευθυντής του FBI, Louis J. Freeh ανέπτυξε αναλυτικά ενώπιον του Κογκρέσου το 1996 με ποιο τρόπο η αμερικανική οικονομία γίνεται στόχος οικονομικής κατασκοπείας από τις υπηρεσίες πληροφοριών άλλων κρατών: "κατά συνέπεια, οι αλλοδαπές κυβερνήσεις, χρησιμοποιούν ποίκιλλα μέσα, θέτουν στο στόχαστρο αμερικανούς πολίτες, εταιρείες, βιομηχανικούς κλάδους και την ίδια την κυβέρνηση των ΗΠΑ, με στόχο να κλέψουν ή να αποκτήσουν παράνομα καίριες τεχνολογίες, δεδομένα και πληροφορίες έτσι ώστε να αποκομίσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τους δικούς τους βιομηχανικούς τομείς"(216). Κατά τον ίδιο τρόπο, αυξάνεται η κλοπή πληροφοριών μέσω αμερικανών. Οι απόψεις που εξέθεσε στη συνέχεια ο διευθυντής Freeh ενώπιον του αμερικανικού κοινοβουλίου εκτίθονται συνοπτικά στα επόμενα. Ο εισηγητής θα ήθελε επίσης να εκφράσει τη λύπη του διότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν επέτρεψε σε αντιπροσωπεία της επιτροπής να συναντηθεί με το FBI προκειμένου να συζητήσει τα ζητήματα αυτά, κάτι που θα επέτρεπε ενημέρωση των πληροφοριών μας. Ο εισηγητής στα επόμενα ξεκινάει με την αφετηρία ότι κατά τη γνώμη της κυβέρνησης των ΗΠΑ η ακρόαση ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων το 1996 αντιπροσωπεύει την παρούσα κατάσταση πραγμάτων όσον αφορά τις απειλές εναντίον της αμερικανικής οικονομίας από την οικονομική κατασκοπία, και ως εκ τούτου στηρίζεται σε αυτή την πηγή.

10.9.1.1.   Οι δράστες

Την εποχή της ακρόασης το FBI έκανε έρευνες εναντίων προσώπων ή οργανώσεων από 23 κράτη λόγω οικονομικής κατασκοπείας εναντίον των ΗΠΑ. Ορισμένοι ιδεολογικοί ή στρατιωτικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ απλώς συνέχιζαν τις δραστηριότητες τους της εποχής του ψυχρού πολέμου(217). Αντιθέτως, άλλες κυβερνήσεις πραγματοποιούν οικονομική και τεχνολογική κατασκοπεία αν και αποτελούν από μακρού στρατιωτικούς συμμάχους των ΗΠΑ. Συχνά εκμεταλλεύονται προς τούτο την ευκολότερη πρόσβαση τους σε αμερικανικές πληροφορίες. Ορισμένες κυβερνήσεις έχουν αναπτύξει τη δική τους υποδομή προκειμένου να αξιοποιούν τις πληροφορίες σχετικά με την υψηλή τεχνολογία και να τις χρησιμοποιούν στον ανταγωνισμό με αμερικανικές εταιρείες. Δεν κατανομάζονται συγκεκριμένες χώρες, αν και υπάρχουν νύξεις για τη Ρωσία, το Ισραήλ και τη Γαλλία(218).

10.9.1.2   Στόχοι της οικονομικής κατασκοπείας

Οι αναφερόμενοι από το FBI ως στόχοι της οικονομικής κατασκοπίας δεν διαφέρουν από τα όσα εκτίθενται στο κεφάλαιο 10, 10.1.1. Ωστόσο, στόχοι προτεραιότητας αναφέρονται οι κλάδοι υψηλής τεχνολογίας και η αμυντική βιομηχανία. Ενδιαφέρον είναι ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις προσφορές, τις συμβάσεις, τους πελάτες και οι στρατηγικές πληροφορίες στους τομείς αυτούς κατανομάζονται ως ενεργητικά επιδιωκόμενοι στόχοι της οικονομικής κατασκοπίας(219).

10.9.1.3   Οι μέθοδοι

Το FBI στο πλαίσιο του προγράμματος Οικονομικής Αντικατασκοπίας διαπιστώνει σειρά μεθόδων κατασκοπίας. Οι περισσότερες αποτελούν συνδυασμό μεθόδων και σπανίως χρησιμοποιείται μία μόνο μέθοδος. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του FBI η καλύτερη πηγή είναι ένα πρόσωπο που βρίσκεται σε μια επιχείρηση ή οργανισμό, κάτι το οποίο άλλωστε δεν ισχύει μόνο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις (βλέπε κεφάλαιο 10, 10.3 και 4). Κατά την ακρόαση το FBI έκανε λόγο για τη χρησιμοποίηση προσώπων για κατασκοπία, παραδόξως όμως δεν ανέφερε τίποτα για ηλεκτρονικές μεθόδους.

10.9.2   Η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στην ενεργητική οικονομική κατασκοπεία

Ο πρώην διευθυντής της CIA Woolsey, συνέντευξη τύπου(220) καθώς και σε συνομιλία με μέλη της αντιπροσωπείας της επιτροπής στην Ουάσιγκτον συνόψισε τις δραστηριότητες παρακολουθήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών ως εξής:

1.   Οι ΗΠΑ παρακολουθούν τις διεθνείς τηλεπικοινωνίες προκειμένου να λαμβάνουν γενικές πληροφορίες για οικονομικές εξελίξεις, παραδόσεις αγαθών διπλής χρήσεως και την τήρηση εμπορικών αποκλεισμών.

2.   Οι ΗΠΑ παρακολουθούν ειδικά επικοινωνίες μεμονωμένων επιχειρήσεων σε σχέση με διαγωνισμούς για την ανάθεση συμβάσεων προκειμένου να εμποδίζουν στρεβλώσεις της αγοράς με δωροδοκίες εις βάρος επιχειρήσεων των ΗΠΑ. Ωστόσο ο Woolsey όταν ρωτήθηκε δεν έδωσε κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα.

Η δωροδοκία απαγορεύεται δια νόμου στις αμερικανικές επιχειρήσεις και οι οικονομικοί ελεγκτές υποχρεούνται να την καταγγέλλουν, εφόσον ανταλαμβάνονται πληρωμή που συνιστά δωροδοκία. Εφόσον διαπιστωθεί κατά την παρακολούθηση επικοινωνιών δωροδοκία σε ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, παρεμβαίνει ο Αμερικανός Πρεσβευτής στην κυβέρνηση του αντίστοιχου κράτους. Αντιθέτως, οι συνυποψήφιες αμερικανικές επιχειρήσεις δεν θα ενημερώνονται άμεσα. Ο κ. Woolsey απέκλεισε κατηγορηματικά την καθαρή ανταγωνιστική κατασκοπεία.

Ο εκτελών χρέη διευθυντής της CIA, George J. Tenet, σε ακρόασή του ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου των Μυστικών Υπηρεσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 12 Απριλίου 2000, εξέφρασε, παρόμοιες απόψεις:(221) "δεν είναι ούτε πρακτική των Ηνωμένων Πολιτειών να εμπλέκονται σε κατασκοπεία προκειμένου να προσφέρουν αθέμιτο πλεονέκτημα σε αμερικανικές επιχειρήσεις". Στην ίδια ακρόαση ο Tenet υποστήριξε επίσης ότι σε περίπτωση που η υπηρεσία του αποκτήσει πληροφορίες σχετικά με δωροδοκία, τις μεταβιβάζει σε άλλες κυβερνητικές αρχές, έτσι ώστε αυτές να βοηθήσουν αμερικανικές επιχειρήσεις(222). Κατόπιν ερωτήσεως του βουλευτή Gibbons, ο Tenet διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει καμία νομική απαγόρευση της ανταγωνιστικής κατασκοπείας· ωστόσο, ο ίδιος δεν έβλεπε καμία ανάγκη για κάτι τέτοιο, διότι οι υπηρεσίες δεν επρόκειτο να αναπτύξουν τέτοιες δραστηριότητες.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου των Μυστικών Υπηρεσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων, Porter Goss, σε συνομιλία που είχε στην Ουάσιγκτον έδωσε παρόμοια εικόνα των δραστηριοτήτων παρακολούθησης.

10.9.3.   Η νομική κατάσταση όσον αφορά τη δωροδοκία αξιωματούχων του δημοσίου(223)

Η δωροδοκία για την επίτευξη συμβάσεων δεν αποτελεί ευρωπαϊκό φαινόμενο αλλά παγκόσμιο. Σύμφωνα με το Δείκτη Δωροδοκιών (BPI) ο οποίος δημοσιεύθηκε το 1999 από την οργάνωση Transparency International και κατατάσσει τις 19 κορυφαίες εξαγωγικές χώρες με κριτήριο το κατά πόσον συνηθίζουν να δωροδοκούν, η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μοιράζονται την 9η θέση. Για τη Σουηδία, την Αυστρία, την Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βέλγιο διαπιστώνεται χαμηλότερη έκταση δωροδοκίας ενώ η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία παρουσιάζουν το φαινόμενο σε υψηλότερο βαθμό(224).

Η αμερικανική δικαιολογία για την εκτεταμένη οικονομική κατασκοπεία στηρίζεται στον υπαινιγμό για μεθόδους διαφθοράς που ακολουθούν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Τούτο είναι αμφισβητήσιμο και όχι μόνο επειδή οι μεμονωμένες περιπτώσεις αθέμιτης συμπεριφοράς δεν αποτελούν καμία δικαιολογία για εκτεταμένη κατασκοπευτική δραστηριότητα. Το σημαντικότερο είναι ότι τέτοιες πρακτικές αυτοδικίας θα ήταν ανεκτές μόνον σε ένα εκ νόμο περιβάλλον.

Στην Ευρώπη, τα νομικά μέτρα εναντίον της διαφθοράς είναι εξίσου σφοδρά όπως και στις ΗΠΑ. Η ύπαρξη κοινών συμφερόντων επί του θέματος οδήγησε το 1997 στη σύναψη της Σύμβασης του ΟΟΣΑ σχετικά με την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών αξιωματούχων του δημοσίου σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές(225). Η σύμβαση αυτή υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη να τιμωρούν τη δωροδοκία αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών και περιέχουν, πέρα από την διατύπωση του αξιόποινου της πράξης, συστάσεις σχετικά με τις ποινές, τη δικαιοδοσία και την εφαρμογή.

Η σύμβαση, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 15.2.1999, έχει κυρωθεί και μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ με εξαίρεση την Ιρλανδία. Οι ΗΠΑ μετέφεραν την σύμβαση αυτή στο εθνικό τους δίκαιο, με την τροποποίηση του Νόμου περί Πρακτικών Διαφθοράς στην Αλλοδαπή (FCPA) του 1997, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον νόμο περί διεθνούς καταπολέμησης της διαφθοράς και δίκαιου του ανταγωνισμού του 1998(226). Η δυνατότητα έκπτωσης των ποσών που καταβάλλονται για δωροδοκία αλλοδαπών δημοσίων λειτουργών από το φορολογούμενο εισόδημα δεν προβλέπεται ούτε στις ΗΠΑ, ούτε στα κράτη μέλη της ΕΕ(227). Ενώ η οδηγία του ΟΟΣΑ έχει στόχο απλώς την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης πριν από το 1999 δύο συμβάσεις με ευρύτερο πεδίο, καμία από τις οποίες όμως δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ. Η σύμβαση ποινικού δικαίου(228) για τη διαφθορά απαγορεύει την δωροδοκία και στον ιδιωτικό τομέα. Έχει υπογραφεί από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ εκτός από την Ισπανία, καθώς και από τις ΗΠΑ αλλά μέχρι στιγμή δεν έχει κυρωθεί παρά μόνο από τη Δανία.

Η σύμβαση αστικού δικαίου για τη διαφθορά(229) προβλέπει ρυθμίσεις όσον αφορά την ευθύνη και την αποζημίωση, ιδίως δε την ακύρωση των συμβάσεων και των όρων συμβάσεων που αναγκάζουν σε δωροδοκία. Η σύμβαση έχει υπογραφεί από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ εκτός της Ολλανδία, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, ενώ οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμη υπογράψει.

Επίσης, στο πλαίσιο της ΕΕ εγκρίθηκαν δύο νομικές πράξεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την καταπολέμηση της δωροδοκίας: η σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας δημοσίων υπαλλήλων και τα κοινά μέτρα για την δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα.

Η σύμβαση σχετικά με την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης(230) έχει στόχο να εξασφαλίσει τη δωροδοκία υπαλλήλων και τη δωροληψία σε αξιόποινη πράξη, ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για δημόσιο υπάλληλου του ιδίου ή άλλου κράτους μέλους ή υπάλληλο της ΕΕ.

Με την κοινή δράση και την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα(231) εξασφαλίζεται το αξιόποινο της δωροδοκίας και της δωροληψίας σε επιχειρήσεις. Βάσει της πράξης αυτής προβλέπονται ποινικές κυρώσεις όχι μόνο για φυσικά πρόσωπα αλλά και για νομικά πρόσωπα. Ωστόσο, το πεδίο εφαρμογής της κοινής πράξης είναι πιο περιορισμένο από το πεδίο της σύμβασης για τη δωροδοκία υπαλλήλων δεδομένου ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να τιμωρούν μόνον περιστατικά τα οποία λαμβάνουν χώρα τουλάχιστον εν μέρει εντός της δικαιοδοσίας τους. Αντιθέτως, αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών η επέκταση του αξιόποινου σε περιστατικά τα οποία διαπράττονται στο εξωτερικό από πολίτες τους ή προς όφελος νομικών προσώπων του κράτους μέλους. Η Γερμανία και η Αυστρία έχουν καταστήσει τα αδικήματα δωροδοκίας που διαπράττονται στο εξωτερικό αξιόποινα στον ίδιο βαθμό με εκείνα που διαπράττονται στην επικράτειά τους.

10.9.4.   Ο ρόλος του Advocacy Center στην προώθηση των εξαγωγών των ΗΠΑ

Το 1993 ο Πρόεδρος Κλίντον ίδρυσε με το εκτελεστικό διάταγμα αριθ. 12870 τη λεγόμενη συντονιστική επιτροπή για την προώθηση του εμπορίου (TPCC)(232). Η επιτροπή αυτή έχει καθήκον να συντονίζει την εξέλιξη της πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης για την προώθηση του εμπορίου και να αναπτύσσει σχετική στρατηγική. Σύμφωνα με το εκτελεστικό διάταγμα, στην TPCC συμμετέχει επίσης ένας αντιπρόσωπος του Εθνικού Συμβουλίου (NSC)(233). Το NSC χαράζει την εθνική πολιτική ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών σε εσωτερικό, εξωτερικό και στρατιωτικό επίπεδο όπως και σχετικά με τα ζητήματα υπηρεσιών πληροφοριών. Η έμφαση της αποστολής του NSC μεταβάλλεται ανάλογα με τις προτεραιότητες που καθορίζει κάθε φορά ο Πρόεδρος. Στις 21 Ιανουαρίου 1993 ο Πρόεδρος Κλίντον …. την αποστολή του NSC και ταυτόχρονα προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στα οικονομικά ζητήματα κατά τη χάραξη της πολιτικής ασφαλείας. Στο NSC ανήκουν μεταξύ άλλων ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος, ο Υπουργός Εξωτερικών και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας. Ο διευθυντής της CIA είναι μέλος με συμβουλευτικό ρόλο.

10.9.4.1.   Η αποστολή του Advocacy Center

Το Advocacy Center, το οποίο εδρεύει στο Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ αποτελεί τον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής για τις εξαγωγές που χαράχθηκε από τον Πρόεδρο Κλίντον και συνεχίζεται από τον Μπους. Αποτελεί τη διασύνδεση της TPCC με την αμερικανική οικονομία. Το Κέντρο, που ιδρύθηκε το 1993, έχει από τότε, σύμφωνα με τις δικές του περιγραφές, βοηθήσει εκατοντάδες αμερικανικές επιχειρήσεις να κερδίσουν δημόσιες συμβάσεις στο εξωτερικό.

Το Advocacy Center βοηθάει σε αμερικανικές επιχειρήσεις με τους εξής τρόπους:(234)

-   επιστρατεύοντας τους πόρους της αμερικανικής κυβέρνησης, από τους διάφορους εμπειρογνώμονες επιχειρηματικών και νομικών θεμάτων και τους ειδικούς για χώρες και τομείς, μέσω του παγκοσμίου δικτύου εμπορικών αξιωματούχων έως το Λευκό Οίκο·

-   αγωνιζόμενο να εξασφαλίσει ισότιμες συνθήκες και να προαγάγει τον ανοικτό ανταγωνισμό στον στίβο των διεθνών συμβάσεων, από τα έργα υποδομής σε αξίες εκατομμυρίων δολαρίων έως τις συμβάσεις που έχουν στρατηγική σημασία για μικρές επιχειρήσεις·

-   διεκπεραιώνοντας συμφωνίες για λογαριασμό αμερικανικών εταιρειών από την αρχή έως το τέλος, παρέχοντας συνεχή υποστήριξη·

-   υποστηρίζοντας τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στις Ηνωμένες Πολιτείες και προωθώντας τις αμερικανικές εξαγωγές μέσω των επιτυχιών των αμερικανικών επιχειρήσεων οι οποίες πραγματοποιούν επιτυχείς προσφορές για έργα και συμβάσεις στο εξωτερικό·

-   βοηθώντας τις αμερικανικές επιχειρήσεις σε περιπτώσεις διαπραγματεύσεων που έχουν παρουσιάσει εμπλοκή λόγω αδράνειας των ξένων κυβερνήσεων ή υπερβολικής γραφειοκρατίας.

10.9.4.2   Ο τρόπος εργασίας του Κέντρου(235)

Σε αυτό καθεαυτό το Κέντρο εργάζονται μόνο ο διευθυντής και ένα μικρό επιτελείο 12 ατόμων (κατάσταση στις 6.2.2001). Οι τομείς εργασίας του διαχειριστή εργασίας είναι: Ρωσία και τα νέα ανεξάρτητα κράτη· Αφρική, Ανατολική Ασία και Ειρηνικός· Μέση Ανατολή και Βόρειος Αφρική· Νότιος Ασία-Μπαγκλαντές, Ινδία, Πακιστάν, Σρι Λάνκα· Ευρώπη και Τουρκία· Κίνα, Χονγκ-Κονγκ και Ταϊβάν· Καναδάς, Καραϊβική και Λατινική Αμερική, και σε παγκόσμιο επίπεδο η αεροναυπηγική βιομηχανία, το αυτοκινητοβιομηχανία και η αμυντική βιομηχανία, καθώς και οι τηλεπικοινωνίες, η τεχνολογία πληροφοριών και η βιομηχανικά ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Το Κέντρο χρησιμεύει στις επιχειρήσεις ως κεντρική υπηρεσία επαφής για τις διάφορες υπηρεσίες της αμερικανικής κυβέρνησης που ασχολούνται με την ενίσχυση των εξαγωγών. Εργάζεται για τις επιχειρήσεις χωρίς να κάνει διακρίσεις, υποστηρίζει όμως, σύμφωνα με σαφείς κανόνες, μόνο σχέδια προς όφελος του εθνικού συμφέροντος των ΗΠΑ. Έτσι πρέπει τα παραδιδόμενα προϊόντα να έχουν αξία που έχει κατά 50% παραχθεί στις ΗΠΑ.

10.9.4.3.   Συμμετοχή της CIA στο έργο της TPCC

Ο Duncan Campbell έθεσε στη διάθεση των μελών της Επιτροπής ορισμένα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η συμμετοχή της CIA στο έργο του Advocacy Center. Μεταξύ αυτών βρίσκεται το πρωτόκολλο της συντονιστικής επιτροπής για την προώθηση του εμπορίου που αφορά μία συνεδρίαση της ομάδας εργασίας για την Ινδονησία τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1994(236). Στην ομάδα αυτή, η οποία έχει ως αντικείμενο τη χάραξη εμπορικής στρατηγικής για την Ινδονησία, συμμετέχουν σύμφωνα με το έγγραφο πολλοί συνεργάτες της CIA. Αυτοί προσδιορίζονται ονομαστικά στο πρωτόκολλο.

Πέραν αυτού, το πρωτόκολλο συνεχίζει αναφέροντας ότι ένας από τους συνεργάτες της CIA ορίζει ως στόχο της ομάδας τον εντοπισμό βασικών ανταγωνιστών και την συμπερίληψη των σχετικών στοιχείων στις πληροφορίες υποβάθρου(237).

10.9.4.4.   Ανοικτά ζητήματα σε σχέση με το Κέντρο

Η αμερικανική κυβέρνηση δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθεί η συνομιλία μεταξύ μελών της επιτροπής και του Κέντρου, η οποία είχε προγραμματισθεί και συμφωνηθεί από το Κέντρο. Ως εκ τούτου, δεν έγινε δυνατό να συζητηθούν και να διευθετηθούν δύο ζητήματα τα οποία συνδέονται με αμφιβολίες, κάτι για το οποίο ο εισηγητής εκφράζει τη λύπη του:

α)   η επιτροπή έχει στη διάθεσή της έγγραφα (βλέπε κεφάλαιο 10, 10.9.4.3) από τα οποία προκύπτει συμμετοχή της CIA στις εργασίες της TPCC·

β)   το Advocacy Center στο πλαίσιο του πληροφοριακού φυλλαδίου που το ίδιο έχει εκδώσει αναφέρει ότι συνδυάζει τους πόρους 19 "κυβερνητικών οργανισμών των ΗΠΑ". Ωστόσο, σε άλλο σημείο του φυλλαδίου αναφέρονται ονομαστικά μόνο 18 οργανισμοί. Γεννάται το ερώτημα για ποιο λόγο δεν αποκαλύπτεται το όνομα του 18 οργανισμού.

Ο εισηγητής εκλαμβάνει την αθέτηση της συμφωνηθείσας συζήτησης με το Advocacy Center ως ένδειξη του ότι στο Κέντρο λαμβάνουν χώρα δραστηριότητες για τις οποίες η αμερικανική κυβέρνηση δεν θα ήθελε να κάνει λόγο.

10.10.   Η ασφάλεια των δικτύων Η/Υ

10.10.1 Η θέση αυτή του κεφαλαίου

Όπως ήδη αναφέρθηκε στο κεφάλαιο 10, 10.4 κατά την οικονομική κατασκοπεία σήμερα, η αμέσως καλύτερη μέθοδος μετά την απευθείας τοποθέτηση κατασκόπων είναι η εισβολή σε δίκτυα υπολογιστών ή κλοπή δεδομένων από φορητούς υπολογιστές. Τα όσα αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο δεν έχουν άμεση σχέση με ένα παγκόσμιο οργανωμένο σύστημα παρακολούθησης των διεθνών επικοινωνιών. Ωστόσο, σύμφωνα με τους στόχους που έχει θέσει η επιτροπή μας, δεν είναι δυνατόν να λείπει από το κεφάλαιο της οικονομικής κατασκοπείας μία σύντομη παρουσίαση ενός εκ των ισχυρότερων εργαλείων της. Ασφαλώς, το κεφάλαιο αυτό βοηθά για την αξιολόγηση της θέσης ενός συστήματος παρακολούθησης των διεθνών επικοινωνιών σε συνάρτηση με την οικονομική κατασκοπεία.

10.10.2 Ο κίνδυνος της χρήσης των συγχρόνων τεχνολογιών της πληροφορίας στην οικονομία

Η σύγχρονη ηλεκτρονική επεξεργασία δεδομένων χρησιμοποιείται από μακρού στην οικονομία. Το σύνολο των ποικίλλων δεδομένων αποθηκεύεται με μεγάλη πυκνότητα σε μέσα αποθήκευσης. Έτσι, τα αποθηκευμένα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή δεδομένα έχουν καταστεί ένας από τους σπουδαιότερους παράγοντες της επιχειρηματικής τεχνογνωσίας. Αυτή η μετατροπή της μηχανικής κοινωνίας σε κοινωνία της πληροφορίας δημιουργεί ευκαιρίες, ωστόσο συνοδεύεται από σημαντικούς κινδύνους από πλευράς ασφαλείας(238).

10.10.2.1.   Ο κίνδυνος αυξάνεται

Ο αυξανόμενος κίνδυνος μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά ως εξής:(239)

Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις δικτυώνονται μεταξύ τους και όλες και περισσότερες πληροφορίες αποθηκεύονται σε μία θέση και είναι εύκολο να αντιγραφούν με εισβολή στο δίκτυο. Ταυτόχρονα, άλλα ευαίσθητα στοιχεία πληροφοριών αποκεντρώνονται με αποτέλεσμα να μην επιτρέπουν την κεντρική διαχείριση της ασφαλείας. Η κινητικότητα των παραγόντων λήψης αποφάσεων, οι οποίοι μεταφέρουν μαζί τους ευαίσθητες πληροφορίες στους φορητούς υπολογιστές τους, παράγει νέους κινδύνους. Η εξωτερική υπερεργολαβική ανάπτυξη της παροχής υπηρεσιών οδηγεί σε εξωτερική ανάθεση των εργασιών συντήρησης και στον τομέα της πληροφορικής, κάτι το οποίο δεν θα ήταν ιδιαίτερα επιθυμητό από πλευράς ασφαλείας. Λόγω της χαμηλής θέσης του ζητήματος της ασφαλείας στην ιεραρχία των ενδιαφερόντων μιας επιχείρησης και σε συνδυασμό με τις ελλιπείς γνώσεις των παραγόντων ελλείψεις αποφάσεων για τον τομέα της ασφαλείας λαμβάνονται εσφαλμένες σχετικές αποφάσεις.

10.10.2.2.   Ορισμένοι από τους κινδύνους αναλυτικά

Συμπυκνωμένη αποθήκευση πληροφοριών σε μικρούς μεγέθους φορείς δεδομένων

Σήμερα τα εμπορικά μυστικά καταλαμβάνουν ελάχιστο υλικό χώρο δεδομένου ότι αποθηκεύονται σε συμπαγείς φορείς δεδομένων. Έτσι, το σύνολο των σχεδίων για ένα νέο έργο μπορεί να είναι αποθηκευμένο σε ένα εναλλάξιμο σκληρό δίσκο μεγέθους ενός πακέτου τσιγάρων και είναι εύκολο να βγει λαθραία από την επιχείρηση ή με εισβολή στο δίκτυο υπολογιστών να αντιγραφεί ηλεκτρονικά χωρίς να αφήσει ίχνη.

Αποκέντρωση των απόρρητων πληροφοριών

Την εποχή των μεγάλων υπολογιστικών συστημάτων, ήταν απλό θέμα να οργανωθεί ο έλεγχος της πρόσβασης στις απόρρητες πληροφορίες, διότι υπήρχε μόνον ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής. Σήμερα, ο χρήστης δικτύου έχει στη διάθεσή του από το σταθμό εργασίας του σημαντική υπολογιστική ικανότητα. Αυτό φυσικά αποτελεί αξιόλογο πλεονέκτημα για τον χρήστη, αλλά από τη σκοπιά της ασφάλειας του συστήματος είναι τεράστιο πρόβλημα.

Απλούστευση της δυνατότητας αντιγραφής πληροφοριών

Την εποχή της σχεδίασης με το χέρι και των μηχανικών γραφομηχανών ήταν πολύ δύσκολο να αντιγραφούν πληροφορίες σε μεγάλο αριθμό χωρίς κίνδυνο αποκάλυψης της αντιγραφής. Σήμερα στην ηλεκτρονική εποχή αυτό είναι απλό. Οι ψηφιακές πληροφορίες προσφέρονται για εύκολη, γρήγορη και χωρίς ίχνη αναπαραγωγής τους και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Επίσης, για τον προσπορισμό των επιθυμητών πληροφοριών συχνά αρκεί μία και μόνο πρόσβαση. Έτσι ο κίνδυνος αποκάλυψης μειώνεται αρκετά.

Κινητικότητα των παραγόντων λήψης αποφάσεων

Οι παράγοντες λήψης αποφάσεων στις επιχειρήσεις μεταφέρουν στους φορητούς υπολογιστές τους πληροφορίες στρατηγικής σημασίας για την επιχείρηση, συχνά χωρίς να έχουν την απαιτούμενη επίγνωση για αυτό. Η ταχεία λήψη ενός αντιγράφου του σκληρού δίσκου δήθεν στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου ή ύστερα από έρευνα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στελέχους προσφέρει αξιόλογες δυνατότητες στις υπηρεσίες πληροφοριών οι οποίες επίσης μπορούν απλούστατα να κλέψουν τον φορητό υπολογιστή. Εκτός αυτού, το περιεχόμενο του σκληρού δίσκου των φορητών υπολογιστών των στελεχών μιας επιχείρησης, λόγω της αποκέντρωσης, είναι δύσκολο να συνδεθεί με την κεντρική διαχείριση ασφαλείας της επιχείρησης.

Ανάθεση της συντήρησης σε εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών

Η φιλοσοφία της εξωτερικής ανάθεσης ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του κόστους για την επιχείρηση. Ωστόσο, όσον αφορά την τεχνολογία πληροφοριών και τη συντήρηση τηλεφωνικών εγκαταστάσεων, η τακτική αυτή επιτρέπει σε τεχνικούς εκτός επιχείρησης να έχουν πρόσβαση σχεδόν σε όλες τις πληροφορίες. Επόμενο είναι έτσι να δημιουργούνται σοβαρότατοι κίνδυνοι.

Ανεπαρκής διαχείριση δικτύου

Πέρα από τα κενά ασφαλείας του ίδιου του λογισμικού, τα οποία οι χάκερ δεν παύουν να καλύπτουν, ακόμα μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος από διαχειριστές δικτύου οι οποίοι έχουν ελάχιστη επίγνωση των κινδύνων. Η βασική διευθέτηση του λειτουργικού συστήματος Windows NT είναι τέτοια ώστε από το δίκτυο μπορούν να αποκαλυφθούν σχεδόν όλες οι πληροφορίες που απαιτούνται για μια επίθεση(240). Εάν οι βασικές αυτές ρυθμίσεις και τα τυποποιημένα συνθηματικά δεν αλλάξουν, οι εισβολείς στο δίκτυο είναι πολύ εύκολη. Ένα διαδεδομένο λάθος συνίσταται στο να δύναται ιδιαίτερη προσοχή στην ασφάλεια μέσω στεγανών (firewall) αλλά να παραμελείται η προστασία του δικτύου έναντι επίθεση από τα μέσα.(241)

10.10.3 Συχνότητα επιθέσεων σε δίκτυα

Ο αριθμός των εισβολών στα δίκτυα υπολογιστών από το Internet αυξάνει κάθε χρόνο(242). Σύμφωνα με την Computer Emergency Response Team(CERT), έναν οργανισμό ασφαλείας του Διαδικτύου που ιδρύθηκε το 1988 στις ΗΠΑ, το 1989 δηλώθηκαν 132 περιστατικά ασφαλείας. Το 1994 είχαν ήδη αυξηθεί σε 2241 και το 1996 σε 2573. Ωστόσο, ο άδηλος αριθμός περιστατικών είναι πολύ υψηλότερος. Η θέση αυτή στηρίζεται από ένα εκτεταμένο πείραμα το οποίο το πραγματοποίησε το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας στους δικούς του υπολογιστές. Με το πείραμα αυτό επιχειρήθηκε συστηματικά να γίνει εισβολή από τα έξω σε 8932 διακομιστές και μεγάλα υπολογιστικά συστήματα. Οι προσπάθειες αυτές στέφθηκαν με επιτυχία σε 7860 συστήματα αλλά τούτο έγινε αντιληπτό μόνο σε 390 περιπτώσεις και τελικά καταγγέλθηκαν μόνο 19 περιπτώσεις. Οι ειδικοί του τομέα πραγματοποιούν διάκριση μεταξύ επίθεσης και περιστατικού ασφαλείας. Επίθεση είναι μία μεμονωμένη προσπάθεια επίτευξης μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε σύστημα. Το περιστατικό ασφαλείας αποτελείται από πολλές αλληλοσυνδεδεμένες επιθέσεις. Σύμφωνα με μακρόχρονες μελέτες του Πενταγώνου και αμερικανικών πανεπιστημίων, τα αποτελέσματα των οποίων έχουν παρεκταθεί στο σύνολο του Internet, κάθε χρόνο συμβαίνουν στο Internet συνολικά 20.000 περιστατικά ασφαλείας και 2.000.000 επιθέσεις.

10.10.4 Δράστες και μέθοδοι

Οι αλλοδαπές υπηρεσίες πληροφοριών οι οποίες επιτίθενται σε συστήματα πληροφορικής έχουν στόχο ει δυνατόν να αποκτήσουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές χωρίς να γίνουν αντιληπτές. Καταρχήν διακρίνουμε 3 ομάδες δραστών με 3 διαφορετικούς τρόπους λειτουργίας.

Εσωτερικοί δράστες με εκτεταμένη εξουσιοδότηση πρόσβασης

Ένας τοποθετημένος ή στρατολογημένος κατάσκοπος που έχει προαχθεί σε διαχειριστή συστήματος ή διαχειριστή ασφαλείας του υπολογιστικού κέντρου της επιχείρησης μπορεί να αξιοποιήσει προς όφελος των κατασκοπευτικών δραστηριοτήτων τις αρμοδιότητες που έχουν επισήμως παραχωρηθεί έτσι ώστε να υποκλέψει το σύνολο της τεχνογνωσίας του εργοδότη του. Το ίδιο ισχύει και για έναν κορυφαίο μηχανικό ανάπτυξης ο οποίος έχει απεριόριστη εξουσιοδότηση πρόσβασης σε όλες τις τράπεζες τεχνικών δεδομένων της επιχείρησης.

Η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου κατάσκοπους είναι πάρα πολύ μεγάλη. Ωστόσο, διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αποκαλυφθεί όταν δημιουργηθούν υποψίες, διότι οι έρευνες αμέσως εστιάζονται στο μικρό κύκλο των προσώπων που έχουν απεριόριστη πρόσβαση στις πληροφορίες. Πέρα αυτού, το ενδεχόμενο να αποκτήσει ένας κατάσκοπος πλήρη δικαιώματα πρόσβασης δεν είναι κάτι που μπορεί να προγραμματισθεί βάσει σχεδίου αλλά καθαρή σύμπτωση.

Εσωτερικοί δράστες με δικαιώματα πρόσβασης σε μεμονωμένο σταθμό εργασίας

Ένας κατάσκοπος που δρα στο εσωτερικό της επιχείρησης έχει σαφές πλεονέκτημα απέναντι σε έναν χάκερ που επιτίθεται από έξω, δεδομένου ότι έχει να παρακάμψει μόνο το σύστημα ασφαλείας του δικτύου και όχι επιπλέον το "στεγανό". Από έναν σταθμό εργασίας είναι δυνατόν να αντληθούν πληροφορίες για την αρχιτεκτονική του δικτύου, εφόσον ο δράστης διαθέτει τις αντίστοιχες γνώσεις, και συνδυασμό με τις πληροφορίες που απορρέουν από τις εξωτερικές προσπάθειες εισβολής καθώς και άλλες τεχνικές που εφαρμόζονται από το εσωτερικό μπορούν να αποκτηθούν σημαντικές πληροφορίες(243). Επιπλέον, ο κατάσκοπος αυτός μπορεί να επικοινωνεί με άλλους υπαλλήλους της επιχείρησης χωρίς να δημιουργεί υποψίες και να χρησιμοποιεί διαπροσωπικές μεθόδους για να μαθαίνει συνθήματα.

Η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου κατασκόπου μπορεί να είναι υψηλή, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο να εκτιμηθεί όσο στην πρώτη περίπτωση. Ο κίνδυνος αποκάλυψης είναι μικρότερος, ιδίως σε δίκτυα ο διαχειριστής των οποίων δίνει μικρή σημασία στο κίνδυνο επίθεσης εκ των έσω. Η λαθραία τοποθέτηση ενός κατασκόπου που να έχει την κατάλληλη τεχνική κατάρτιση για την διείσδυση σε δίκτυα υπολογιστών είναι μάλλον απλό θέμα (ασκούμενοι, προσκεκλημένοι ερευνητές, κλπ.

10.10.5 Επιθέσεις χάκερ από τα έξω

Το γεγονός ότι οι χάκερ διαρκώς επιτίθενται σε δίκτυα υπολογιστών είναι γνωστό και καλά τεκμηριωμένο. Όμως, και οι υπηρεσίες πληροφοριών καταρτίζουν ειδικούς για τη διείσδυση στα δίκτυα υπολογιστών. Η αποτελεσματικότητα της επίθεσης του χάκερ δεν είναι δυνατόν να προγραμματισθεί ούτε να προεξοφληθεί· εξαρτάται σε πολύ σημαντικό βαθμό από το πόσο καλά οργανωμένη είναι η άμυνα του συστήματος και από το εάν π.χ. το δίκτυο του τμήματος ερευνών της επιχείρησης είναι υλικά συνδεδεμένο με το Internet. Ο κίνδυνος για τον επαγγελματία κατάσκοπο είναι ουσιαστικά μηδενικός ακόμη και αν γίνει αντιληπτή η επίθεση, διότι δεν είναι υποχρεωμένος να βρίσκεται στους χώρους της επιχείρησης για να την πραγματοποιήσει.

10.11.   Η υποτίμηση των κινδύνων

10.11.1 Η συνειδητοποίηση των κινδύνων στην οικονομία

Η συνειδητοποίηση των κινδύνων οικονομικής κατασκοπίας μέχρι στιγμή δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στους οικονομικούς κύκλους. Αυτό οφείλεται μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι οι υπεύθυνοι ασφαλείας συχνά κατέχουν θέση μεσαίου διευθυντικού στελέχους και δεν ανήκουν στα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης. Όμως, η ασφάλεια κοστίζει χρήματα και τα διευθυντικά στελέχη συνήθως ασχολούνται με συστήματα ασφαλείας μόνον όταν είναι ήδη πολύ αργά.

Ωστόσο, οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν ανέκαθεν δικά τους τμήματα ασφαλείας και χρησιμοποιούν στον τομέα της πληροφορικής ειδικούς. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αντιθέτως, πολύ σπάνια απευθύνονται σε ειδικούς στον τομέα της ασφαλείας και συνήθως είναι ικανοποιημένες απλώς και μόνον αν λειτουργεί η επεξεργασία δεδομένων τους. Ωστόσο, και οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν στόχο οικονομικής κατασκοπείας, διότι ορισμένες από αυτές είναι πρωτοπόρες στην καινοτομία. Εκτός αυτού, οι μικρομεσαίοι προμηθευτές, λόγω της σύνδεσής τους με την παραγωγική διαδικασία μεγάλων επιχειρήσεων αποτελούν κατάλληλες βάσεις επιχειρήσεων για επίθεση στις τελευταίες.

10.11.2   Η συνειδητοποίηση του κινδύνου στους επιστημονικούς κύκλους

Οι ερευνητές κατά κανόνα ενδιαφέρονται μόνο για το πεδίο της ειδικότητάς τους. Ως εκ τούτου, συχνά αποτελούν εύκολη λεία για τις υπηρεσίες πληροφοριών. Ο εισηγητής πληροφορήθηκε με αρκετή κατάπληξη ότι ακόμη και σε ερευνητικά ιδρύματα τα οποία έχουν έντονο προσανατολισμό στην εφαρμοσμένη έρευνα η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μέσω του ηλεκτρονικού δικτύου γίνεται χωρίς κρυπτογράφηση. Τούτο αποτελεί τεράστια επιπολαιότητα.

10.11.3.   Μεγάλες επιχειρήσεις

10.11.3.1.   Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Οι πληροφορίες σχετικά με την προετοιμασία των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα μπορούσαν να έχουν υψηλή αξία για τις υπηρεσίες πληροφοριών. Είναι αυτονόητο ότι οι πληροφορίες αυτές έχουν ιδιαίτερα μεγάλο ενδιαφέρον για τις αγορές. Η επιτροπή μας πραγματοποίησε, σε μη δημόσια συνεδρίασή της, ακρόαση με εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και συζήτησε τα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των πληροφοριών. Ο εισηγητής σχημάτισε την άποψη ότι στην ΕΚΤ υπάρχει ικανοποιητική αντίληψη του κινδύνου και η ασφάλεια έχει οργανωθεί στο μέτρο του δυνατού. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτει(244) σε ορισμένες εθνικές κεντρικές τράπεζες η συνειδητοποίηση του κινδύνου δεν είναι ιδιαίτερα έντονη.

10.11.3.2.   Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Πριν από το διορισμό του Ύπατου Εκπροσώπου για την Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας, το Συμβούλιο εστίαζε την πολιτική απορρήτου του ουσιαστικά στο να αποκρύπτει από την κοινή γνώμη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη διαδικασία λήψη αποφάσεων και τις θέσεις των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Έτσι, ουδέποτε είχε λάβει χώρα επαγγελματική επιχείρηση αναγνώρισης του κινδύνου(245). Για παράδειγμα, η τεχνική συντήρηση των θαλάμων διερμηνείας είχε ανατεθεί σε ισραηλινή εταιρεία. Σήμερα το Συμβούλιο έχει υιοθετήσει προδιαγραφές ασφαλείας(246) οι οποίες αντιστοιχούν στο επίπεδο ασφαλείας που ισχύει εντός του ΝΑΤΟ.

10.11.3.3.   Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέχρι στιγμής ουδέποτε είχε ασχοληθεί με διαβαθμισμένα έγγραφα και ως εκ τούτου ούτε έχει εμπειρία στον τομέα προστασία του απορρήτου ούτε έχει αναπτύξει νοοτροπία ασφαλείας. Η ανάγκη αυτή θα παρουσιασθεί στο μέλλον, όταν το Κοινοβούλιο αποκτήσει πρόσβαση σε διαβαθμισμένα έγγραφα. Εκτός αυτού, σε μια συνέλευση αντιπροσώπων του λαού, η οποία πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο διαφανής στη λειτουργία της, δεν συνάδει η υιοθέτηση μιας σφαιρικής πολιτικής για την τήρηση απορρήτου. Ωστόσο θα έπρεπε προς το συμφέρον της προστασίας των πληροφοριοδοτών και των αναφερόντων, η ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των γραφείων των διαφόρων βουλευτών να είναι δυνατόν σε περιπτώσεις ανάγκης να εκτελείται με κρυπτογράφηση. Μέχρι στιγμής αυτό δεν είναι δυνατόν.

10.11.3.4.   Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπάρχουν γενικές διευθύνσεις στις οποίες λόγω του χαρακτήρα των πληροφοριών με τις οποίες ασχολούνται δεν υπάρχει καμία ανάγκη προστασίας και καμία πολιτική για την τήρηση απορρήτου. Αντιθέτως, σε όλους τους τομείς που έχουν να κάνουν με τη νομοθεσία πρέπει να επικρατεί απόλυτη διαφάνεια. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οφείλει να επαγρυπνεί ώστε στους τομείς αυτούς να μην γίνει περιττή καθιέρωση ξένων προς το αντικείμενο διαγραφών τήρησης του απορρήτου και κατά συνέπεια να συγκαλυφθεί ακόμη περισσότερο από ότι γίνεται ούτως ει άλλως σήμερα η επιρροή την οποία που ασκούν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις στις νομοθετικές προτάσεις, κλπ.

Εκτός αυτού, στην Επιτροπή υπάρχουν και τομείς στους οποίους γίνεται χειρισμός εμπιστευτικών πληροφοριών. Πέρα από την Ευρατόμ, πρόκειται για τους τομείς των εξωτερικών σχέσεων, του εξωτερικού εμπορίου και του ανταγωνισμού. Με βάσει τις πληροφορίες τις οποίες τις έλαβε η επιτροπή η δική μας σε μη δημόσια συνεδρίαση από τις εμπλεκόμενες γενικές διευθύνσεις και κυρίως με βάση άλλες πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του ο εισηγητής δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συνειδητοποίηση του κινδύνου κατασκοπίας και σε σχέση με τον επαγγελματικό χειρισμό της ασφάλειας εντός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Φυσικά, θα ήταν ανεπίτρεπτο σε μια δημοσίως διαθέσιμη έκθεση να γίνει αναλυτική αναφορά σε κενά ασφαλείας. Ο εισηγητής ωστόσο θεωρεί επειγόντως αναγκαίο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό ταχέως με τον κατάλληλο τρόπο.

Ωστόσο, μπορούμε ήδη να διαπιστώσουμε ότι τα συστήματα κρυπτογράφησης με τα οποία η Επιτροπή επικοινωνεί με ένα τμήμα των εξωτερικών της γραφείο είναι απαρχαιωμένα. Τούτο δε σημαίνει ότι το επίπεδο ασφαλείας είναι χαμηλό. Όμως, οι συσκευές που χρησιμοποιούνται αυτή τη στιγμή έχουν παύσει να παράγονται και μόνο το ήμισυ των εξωτερικών γραφείων είναι εξοπλισμένο με δυνατότητες κρυπτογράφησης. Επειγόντως απαιτείται η καθιέρωση νέου συστήματος που να στηρίζεται στην κρυπτογραφημένη ηλεκτρονική αλληλογραφία.

11.   Αυτοπροστασία μέσω της κρυπτογράφησης

11.1.   Σκοπός και λειτουργία της κρυπτογράφησης

11.1.1.   Σκοπός της κρυπτογράφησης

Σε κάθε περίπτωση διαβίβασης πληροφοριών υπάρχει ο κίνδυνος να περιέλθουν οι εν λόγω πληροφορίες σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Προκειμένου να αποφευχθεί ο ανωτέρω κίνδυνος, πρέπει να διασφαλιστεί ότι το μήνυμα δεν μπορεί να αναγνωσθεί ή να υποκλαπεί, πρέπει δηλαδή να κρυπτογραφηθεί. Στο στρατιωτικό και το διπλωματικό τομέα χρησιμοποιούνταν, για το λόγο αυτό, ανέκαθεν κρυπτογραφικές τεχνικές.(247)

Τα τελευταία 20 χρόνια, η σημασία της κρυπτογράφησης ενισχύθηκε, καθώς αυξάνονται διαρκώς οι διεθνείς επικοινωνίες, τομέας όπου το κάθε κράτος δεν μπορεί πλέον να προστατεύσει το απόρρητο της αλληλογραφίας και των τηλεπικοινωνιών των πολιτών του. Επιπρόσθετα, στο βαθμό που έχει καταστεί τεχνικά ευκολότερο για τις υπηρεσίες του κάθε κράτους να παρακολουθούν και να καταγράφουν νόμιμα τις επικοινωνίες των πολιτών τους, οι πολίτες που ανησυχούν έχουν αυξημένες ανάγκες προστασίας. Η παρατηρούμενη αύξηση στις απόπειρες παράνομης πρόσβασης σε πληροφορίες και νόθευσής τους, τέλος, οδήγησε στη λήψη μέτρων προστασίας (π.χ. στον τραπεζικό τομέα).

Με την ανακάλυψη μεθόδων ηλεκτρικής και ηλεκτρονικής επικοινωνίας (τηλέγραφος, τηλέφωνο, ασύρματος, τηλέτυπο, τηλεομοιοτυπία και διαδίκτυο), η μετάδοση πληροφοριών κατέστη πολύ ευκολότερη και ασύγκριτα γρηγορότερη. Το μειονέκτημα ήταν, ότι δεν προσφέρονταν κανενός είδους τεχνική προστασία κατά της παρακολούθησης και της καταγραφής της επικοινωνίας, ενώ ο καθένας μπορούσε, εφόσον αποκτούσε πρόσβαση στον φορέα της, να παρέμβει στην επικοινωνία χρησιμοποιώντας μία ανάλογη συσκευή. Η παρακολούθηση, όταν συντελείται με επαγγελματικό τρόπο, αφήνει ελάχιστα ή και καθόλου ίχνη. Εξ αιτίας των ανωτέρω η κρυπτογράφηση απέκτησε πρωτοφανή αξία. Ο τραπεζικός τομέας πρωτοπόρησε κρυπτογραφώντας και προστατεύοντας έτσι συστηματικά τις επικοινωνίες που αφορούσαν στις ηλεκτρονικές χρηματικές συναλλαγές. Η αυξανόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας οδήγησε στην, τουλάχιστον έως ένα βαθμό, υιοθέτηση μεθόδων προστασίας των επικοινωνιών μέσω της κρυπτογράφησης και από τους εμπλεκόμενους στο διεθνοποιημένο οικονομικό γίγνεσθαι. Η εξάπλωση της χρήσης του διαδικτύου ως μέσου επικοινωνίας σήμανε την αύξηση της ανάγκης προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών και των ιδιωτών, δεδομένου ότι η επικοινωνία μέσω διαδικτύου είναι εξαιρετικά ευάλωτη στις υποκλοπές.

Σε σχέση με την παρούσα έκθεση τίθεται συνεπώς το ερώτημα, εάν υπάρχει κάποια οικονομικά συμφέρουσα, νόμιμη, επαρκώς ασφαλής και εύκολη στη χρήση της μέθοδος κρυπτογράφησης των επικοινωνιών, η οποία να προσφέρεται ως μέθοδος αυτοπροστασίας από υποκλοπές.

11.1.2 Η λειτουργία της κρυπτογράφησης

Η βασική αρχή της κρυπτογράφησης έγκειται στο ότι ένα κανονικό κείμενο μετατρέπεται σε μυστικό, έτσι ώστε να αλλάζει το νόημά του ή να μην βγαίνει καθόλου νόημα. Από μυημένα πρόσωπα μπορεί όμως να μετατραπεί ξανά στο πρωτότυπο. Μία λογική διάταξη γραμμάτων μετατρέπεται π.χ. κατά την κρυπτογράφηση σε μία παράλογη, την οποία δεν κατανοεί κανείς.

Αυτό γίνεται σύμφωνα με κάποια συγκεκριμένη μέθοδο (αλγόριθμος της κρυπτογράφησης), η οποία βασίζεται στην αντιμετάθεση (transposition) ή/ και στην υποκατάσταση (substitution) γραμμάτων. Η μέθοδος της κρυπτογράφησης (αλγόριθμος) δεν τηρείται σήμερα μυστική. Αντιθέτως: πριν από λίγο καιρό διεξήχθη ένας παγκόσμιος διαγωνισμός για τις νέες παγκόσμιες προδιαγραφές κρυπτογράφησης για εφαρμογή στην οικονομία. Αυτό ισχύει και για την υλοποίηση ενός συγκεκριμένου αλγόριθμου κρυπτογράφησης ως υλισμικό σε μια συσκευή, π.χ. σε μία συσκευή κρυπτογραφημένης τηλεομοιοτυπίας.

Το πραγματικά μυστικό στοιχείο είναι το λεγόμενο κλειδί. Ο τρόπος λειτουργίας του μπορεί να εξηγηθεί με ένα παράδειγμα από έναν συγγενικό χώρο. Ο τρόπος λειτουργίας των κλειδαριών των θυρών είναι κατά κανόνα δημοσίως γνωστός, καθώς μάλιστα αποτελούν αντικείμενο πατέντας. Η προστασία κάθε μεμονωμένης πόρτας προκύπτει από το γεγονός, ότι για κάθε συγκεκριμένο τύπο κλειδαριάς μπορεί να υπάρχουν πολλά διαφορετικά κλειδιά. Το ίδιο συμβαίνει και στην κρυπτογράφηση πληροφοριών: Με μία δημοσίως γνωστή μέθοδο κρυπτογράφησης (αλγόριθμος) δύνανται, με τη χρήση πολλών διαφορετικών κλειδιών, που τηρούνται μυστικά από τους εμπλεκόμενους, να κρατηθούν μυστικές πολλές διαφορετικές πληροφορίες.

Για την επεξήγηση των παραπάνω χρησιμοποιηθέντων όρων, θα αναφέρουμε το παράδειγμα της λεγόμενης “καισαρικής κρυπτογράφησης”. Ο ρωμαίος στρατηγός Καίσαρας κρυπτογραφούσε μηνύματα, αντικαθιστώντας απλά κάθε γράμμα με το γράμμα το οποίο βρισκόταν τρεις θέσεις πιο κάτω στη σειρά του αλφαβήτου, δηλαδή το Α με το D, το Β με το Ε κλπ. Με αυτό τον τρόπο, η λέξη ECHELON θα μετατρέπονταν σε HFKHORQ. Ο αλγόριθμος της κρυπτογράφησης συνίσταται λοιπόν στην μετατόπιση γραμμάτων εντός του αλφαβήτου, ενώ το συγκεκριμένο κλειδί είναι η οδηγία για μετατόπιση κατά τρεις θέσεις του αλφαβήτου! Τόσο η κρυπτογράφηση όσο και η αποκρυπτογράφηση γίνονται με τον ίδιο τρόπο: Με την μετατόπιση γραμμάτων κατά τρεις θέσεις. Πρόκειται συνεπώς για μία συμμετρική μέθοδο. Στις ημέρες μας, μία τέτοια μέθοδος δεν θα παρείχε προστασία ούτε για ένα δευτερόλεπτο!

Σε μία καλή κρυπτογράφηση, η μέθοδος μπορεί να είναι καθ’ όλα γνωστή δημοσίως, και εντούτοις η κρυπτογράφηση να μπορεί να χαρακτηριστεί ασφαλής. Εν προκειμένω απαιτείται όμως, η ποικιλία των κλειδιών να είναι τόσο μεγάλη, ώστε μία ενδεχόμενη δοκιμή όλων των κλειδιών (η λεγόμενη brute force attack) να μην είναι δυνατή εντός εύλογου χρόνου, ακόμη και εάν χρησιμοποιηθούν υπολογιστές. Από την άλλη, η ποικιλία κλειδιών δεν αποτελεί αυτή καθεαυτή ένδειξη ασφάλειας όταν η μέθοδος της κρυπτογράφησης δημιουργεί ένα μυστικό κείμενο, το οποίο εμπεριέχει στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να βασιστεί η αποκρυπτογράφησή του (π.χ. επανάληψη συγκεκριμένων γραμμάτων).(248) Υπό αμφότερα τα ανωτέρω πρίσματα, η καισαρική κρυπτογράφηση δεν αποτελεί ασφαλή μέθοδο κρυπτογράφησης. Στην απλή υποκατάσταση ένα κείμενο μπορεί να αποκωδικοποιηθεί γρήγορα λόγω της διαφορετικής συχνότητας εμφάνισης των γραμμάτων σε μία γλώσσα, ενώ επιπλέον υπάρχουν μόνον 25 δυνατότητες μετατόπισης, δηλαδή 25 μόνον κλειδιά, καθώς το αλφάβητο αποτελείται από 26 μόνο γράμματα. Ο αντίπαλος μπορεί στην περίπτωση αυτή να ανακαλύψει πολύ γρήγορα το σωστό κλειδί και να αποκρυπτογραφήσει το κείμενο, δοκιμάζοντας απλώς διάφορες εναλλακτικές.

Παρακάτω θα αναφερθούμε στο ερώτημα, πως θα πρέπει να διαμορφώνεται ένα ασφαλές σύστημα.

11.2   Η ασφάλεια των συστημάτων κρυπτογράφησης

11.2.1   Γενικά για την έννοια της ασφάλειας κατά την κρυπτογράφηση

Όταν απαιτούμε από ένα σύστημα κρυπτογράφησης να είναι “ασφαλές”, μπορεί να εννοούμε δύο διαφορετικά πράγματα. Κατά πρώτον, μπορεί να ζητούμε το σύστημα να είναι απόλυτα ασφαλές, δηλαδή να είναι αδύνατη η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος δίχως γνώση του κλειδιού και ο αποκλεισμός αυτής της δυνατότητας να αποδεικνύεται μαθηματικά. Κατά δεύτερον, μπορεί κανείς να αρκεστεί στο ότι ο κωδικός δεν μπορεί, δεδομένων των υφιστάμενων τεχνολογικών περιορισμών, να παραβιαστεί και ότι συνεπώς παρέχεται ασφάλεια για ένα χρονικό διάστημα που υπερβαίνει κατά πολύ τον “κρίσιμο” χρόνο, κατά τον οποίο πρέπει να παραμείνει μυστικό το μήνυμα.

11.2.2.   Απόλυτη ασφάλεια: το κλειδί μίας χρήσης (one-time pad)

Απόλυτα ασφαλή μέθοδο συνιστά μέχρι σήμερα μόνον το κλειδί μίας χρήσης (one-time pad). Το σύστημα αυτό αναπτύχθηκε περί τα τέλη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου(249), χρησιμοποιήθηκε όμως αργότερα και για τον δίαυλο επικοινωνίας σε περίπτωση κρίσης μέσω τηλετύπου μεταξύ Μόσχας και Ουάσινγκτον. Η ιδέα συνίσταται στη χρήση ενός κλειδιού, το οποίο αποτελείται από τελείως τυχαία κατά σειρά τοποθετημένα γράμματα, όπου η σειρά δεν επαναλαμβάνεται. Ο αποστολέας και ο παραλήπτης κρυπτογραφούν το κείμενο βάσει αυτών των σειρών γραμμάτων και καταστρέφουν το κλειδί μετά την πρώτη χρήση του. Καθώς εντός του κλειδιού δεν υπάρχει κάποια εσωτερική τάξη, είναι αδύνατο να παραβιαστεί ο κωδικός. Αυτό μπορεί μάλιστα να αποδειχθεί και μαθηματικά.(250)

Το μειονέκτημα αυτής της μεθόδου έγκειται στο ότι δεν είναι εύκολο να παραχθούν μεγάλες ποσότητες τέτοιων κλειδιών,(251) και ότι η διανομή των κλειδιών με ασφαλή τρόπο είναι δύσκολη και μη πρακτική. Για το λόγο αυτό, η μέθοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται στις κοινές εμπορικές συναλλαγές.

11.2.3   Σχετική ασφάλεια ανάλογα με την τεχνολογική πρόοδο

11.2.3.1   Η χρήση συσκευών κρυπτογράφησης και αποκρυπτογράφησης

Ήδη πριν από την ανακάλυψη της μεθόδου του κλειδιού μίας χρήσης είχαν αναπτυχθεί κρυπτογραφικές μέθοδοι, οι οποίες παρείχαν τη δυνατότητα δημιουργίας μεγάλου αριθμού κλειδιών και παρήγαγαν μυστικά κείμενα, τα οποία περιείχαν όσο το δυνατό λιγότερη τακτικότητα στο κείμενο και συνεπώς δεν προσέφεραν σχεδόν καθόλου πρόσφορες βάσεις για κρυπτογραφική ανάλυση. Προκειμένου να διαμορφωθούν αρκετά γρήγορα οι μέθοδοι αυτές, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην πράξη, σχεδιάστηκαν συσκευές κρυπτογράφησης και αποκρυπτογράφησης. Η εντυπωσιακότερη του είδους της ήταν μάλλον η ENIGMA(252), η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο από τη Γερμανία. Η στρατιά των ειδικών αποκρυπτογράφησης, που εργάστηκε στο Bletchley Park της Αγγλίας, κατάφερε να σπάσει την κρυπτογράφηση της ENIGMA με τη βοήθεια ειδικών συσκευών, των λεγόμενων “βομβών”. Τόσο η ENIGMA όσο και οι “βόμβες” ήταν μηχανικές συσκευές.

11.2.3.2   Η χρήση των υπολογιστών στην κρυπτογράφηση

Η ανακάλυψη του ηλεκτρονικού υπολογιστή υπήρξε επαναστατική για την επιστήμη της κρυπτογράφησης, καθώς η ταχύτητα υπολογισμών του επιτρέπει την χρήση ολοένα και πιο σύνθετων συστημάτων. Παρότι οι βασικές αρχές της κρυπτογράφησης δεν άλλαξαν από το γεγονός αυτό, προέκυψαν ορισμένες καινοτομίες. Πρώτον, διότι πολλαπλασιάστηκε ο βαθμός της δυνατής πολυπλοκότητας των συστημάτων κρυπτογράφησης, καθώς αυτή έπαψε να περιορίζεται από μηχανικούς παράγοντες και δεύτερον, διότι αυξήθηκε δραστικά η ταχύτητα της διαδικασίας κρυπτογράφησης.

Ο υπολογιστής επεξεργάζεται την πληροφορία ψηφιακά με δυαδικούς αριθμούς. Αυτό σημαίνει, ότι η πληροφορία εκφράζεται με τη σειρά δύο σημείων, ήτοι του 0 και του 1. Το 1 στη φυσική επιστήμη αντιστοιχεί στην ύπαρξη τάσης ηλεκτρισμού ή μαγνητισμού ("light on"), ενώ το Ο αντιστοιχεί στην έκλειψη της τάσης ή του μαγνητισμού ("light off"). Σχετικά έχει επικρατήσει η τυποποίηση σύμφωνα με το σύστημα ASCII(253), το οποίο απεικονίζει κάθε γράμμα δια ενός επταψήφιου συνδυασμού των Ο και 1(254). Ως εκ τούτου, το κείμενο παίρνει τη μορφή μιας σειράς των αριθμών Ο και 1 και αντί γραμμάτων καταχωρίζονται αριθμοί.

Στο πλαίσιο αυτό δύνανται να τύχουν εφαρμογής τόσο η μέθοδος της transposition (αντιμετάθεσης) όσο και αυτή της substitution (υποκατάστασης). Υποκατάσταση μπορεί για παράδειγμα να λάβει χώρα με την πρόσθεση ενός κλειδιού υπό τη μορφή μιας τυχαίας σειράς αριθμών. Σύμφωνα με τους δυαδικούς μαθηματικούς κανόνες, το αποτέλεσμα της πρόσθεσης ίδιων αριθμών είναι το μηδέν (δηλ. 0+0=0 και 1+1=0), ενώ το αποτέλεσμα της πρόσθεσης δύο διαφορετικών αριθμών είναι το ένα (0+1=1). Η νέα κρυπτογραφημένη σειρά αριθμών που προκύπτει από την πρόσθεση είναι συνεπώς μία δυαδική σειρά, η οποία είτε μπορεί να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας είτε μπορεί να καταστεί, με την αφαίρεση του προστεθέντος κλειδιού, και πάλι αναγνώσιμη.

Με την χρήση των υπολογιστών μπορούν να δημιουργηθούν μυστικά κείμενα, με την εφαρμογή ισχυρών αλγόριθμων κρυπτογράφησης, τα οποία ουσιαστικά δεν προσφέρουν πλέον βάσεις αποκρυπτογράφησης. Η αποκρυπτογράφησή τους θα μπορούσε συνεπώς να επιχειρηθεί μόνον με την δοκιμή όλων των δυνατών κλειδιών. Όσο πιο μακροσκελές είναι το κλειδί, τόσο δυσκολότερη καθίσταται η αποκρυπτογράφηση εντός του υφιστάμενου χρονικού πλαισίου, ακόμη και αν χρησιμοποιηθούν υπολογιστές υψηλής απόδοσης. Υπάρχουν συνεπώς διαθέσιμες μέθοδοι, οι οποίες να μπορούν να θεωρηθούν ασφαλείς με βάση τα σημερινά τεχνολογικά δεδομένα.

11.2.4   Τυποποίηση και ηθελημένος περιορισμός της ασφάλειας

Λόγω της εξάπλωσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά τη δεκαετία του ’70, ανέκυψε μια κλιμακούμενη ανάγκη τυποποίησης των συστημάτων κρυπτογράφησης, διότι μόνον με τον τρόπο αυτό ήταν δυνατή για τις επιχειρήσεις η ασφαλής επικοινωνία με τους επαγγελματικούς τους συνεργάτες δίχως να απαιτούνται δυσανάλογες δαπάνες. Οι πρώτες προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή έγιναν στις ΗΠΑ.

Μία ισχυρή κρυπτογράφηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για αθέμιτους σκοπούς ή από κάποιο ενδεχόμενο στρατιωτικό αντίπαλο. Επίσης, μπορεί να δυσχεράνει ή να καταστήσει αδύνατη την ηλεκτρονική κατασκοπεία. Για το λόγο αυτό, η NSA άσκησε πιέσεις, ώστε να επιλεγεί ένα πρότυπο κρυπτογράφησης που παρείχε μεν επαρκή ασφάλεια για τα δεδομένα των επιχειρήσεων, αλλά το οποίο η ίδια μπορούσε, λόγω του ειδικού τεχνικού εξοπλισμού της, να αποκρυπτογραφήσει. Για το σκοπό αυτό περιορίστηκε το μήκος του κλειδιού σε 56-Bit. Έτσι περιορίζεται ο αριθμός των πιθανών κλειδιών σε 100 000 000 000 000 000(255). Πράγματι, στις 23 Νοεμβρίου1976 έγινε επίσημα αποδεκτός υπό την ονομασία Data Encryption Standard (DES) ο λεγόμενος κωδικός Lucifer του Horst Feistel στην έκδοση των 56 bit, που αποτέλεσε επί εικοσιπενταετία το επίσημο αμερικανικό πρότυπο κρυπτογράφησης.(256) Επίσης, το πρότυπο αυτό χρησιμοποιήθηκε και στον τραπεζικό τομέα στην Ευρώπη και την Ιαπωνία. Ο αλγόριθμος του DES, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς διάφορων ΜΜΕ, δεν έχει μέχρι σήμερα παραβιαστεί, υπάρχει όμως εν τω μεταξύ υλισμικό (hardware), το οποίο είναι αρκετά ισχυρό ώστε να δοκιμάσει όλα τα κλειδιά ("brute force attack"). Αντιθέτως, το Triple-DES, το οποίο έχει κλειδί 112 bit, εξακολουθεί να θεωρείται ασφαλές. Ο διάδοχος του DES, το AES (Advanced Encryption Standard), είναι μία ευρωπαϊκή δημιουργία(257), η οποία σχεδιάστηκε υπό την ονομασία Rijndael στο Leuven του Βελγίου. Είναι γρήγορη και θεωρείται ασφαλής, καθώς εν προκειμένω αποφεύχθηκε ο περιορισμός του μήκους του κλειδιού. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής στον τομέα της κρυπτογραφίας.

Η τυποποίηση επέφερε μία σημαντική απλούστευση της κρυπτογράφησης για τις επιχειρήσεις. Παρέμεινε, ωστόσο, το πρόβλημα της διανομής των κλειδιών.

11.3   Το πρόβλημα της διανομής ή της παράδοσης των κλειδιών

11.3.1.   Ασύμμετρη κρυπτογράφηση: η μέθοδος του δημοσίου κλειδιού (public-key)

Ένα σύστημα που λειτουργεί με κάποιο κλειδί, με το οποίο ταυτόχρονα κρυπτογραφείται και αποκρυπτογραφείται κάποιο κείμενο (συμμετρική κρυπτογράφηση), δύσκολα μόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από πολλούς, οι οποίοι επικοινωνούν μεταξύ τους, διότι το κλειδί θα πρέπει να παραδοθεί σε καθέναν από αυτούς εκ των προτέρων, ενώ παράλληλα δεν θα πρέπει να μπορεί να το πληροφορηθεί κάποιος τρίτος. Αυτό είναι στην πράξη δυσχερές στο πλαίσιο των οικονομικών συναλλαγών, ενώ σε ό,τι αφορά στους ιδιώτες είναι δυνατό μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Μία λύση στο πρόβλημα αυτό προσφέρει η ασύμμετρη κρυπτογράφηση: για την κρυπτογράφηση και την αποκρυπτογράφηση δεν χρησιμοποιείται το ίδιο κλειδί. Η πληροφορία κρυπτογραφείται με ένα κλειδί, το οποίο είναι προσιτό στον καθένα και ονομάζεται δημόσιο κλειδί. Η μέθοδος λειτουργεί όμως σε μία μόνον κατεύθυνση, καθώς η αποκρυπτογράφηση της πληροφορίας δεν είναι δυνατή με τη χρήση του δημοσίου κλειδιού. Έτσι μπορεί ο καθένας που επιθυμεί να λάβει μία κρυπτογραφημένη πληροφορία, να αποστείλει στο πρόσωπο με το οποίο επικοινωνεί το δημόσιο κλειδί του για την κρυπτογράφηση της πληροφορίας, χωρίς να είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει κάποια ασφαλή μέθοδο αποστολής. Για την αποκρυπτογράφηση της πληροφορίας που θα ληφθεί χρησιμοποιείται ένα άλλο κλειδί, το ιδιωτικό κλειδί, το οποίο τηρείται απόρρητο και δεν αποστέλλεται.(258) Ο καταλληλότερος παραλληλισμός για την κατανόηση της μεθόδου είναι αυτός με το λουκέτο: ο καθένας μπορεί να κλείσει ένα λουκέτο και να κλειδώσει έτσι με ασφαλή τρόπο μία κασέλα, να ανοίξει όμως την κασέλα αυτή μπορεί μόνον όποιος κατέχει το σωστό κλειδί.(259) Το δημόσιο και το ιδιωτικό κλειδί σχετίζονται μεν μεταξύ τους, τα στοιχεία που περιέχονται στο δημόσιο κλειδί όμως δεν επαρκούν για να αποκαλυφθεί το ιδιωτικό.

Οι Ron Rivest, Adi Shamir και Leonard Adleman εφηύραν έναν τρόπο ασύμμετρης κρυπτογράφησης, τη μέθοδο RSA, που ονομάστηκε έτσι από τα αρχικά των επωνύμων τους. Σε μία λειτουργία μίας κατεύθυνσης (τη λεγόμενη λειτουργία της καταπακτής) χρησιμοποιείται ως συστατικό μέρος του δημοσίου κλειδιού το γινόμενο του πολλαπλασιασμού δύο πολύ μεγάλων πρώτων αριθμών. Με τον τρόπο αυτό κρυπτογραφείται το κανονικό κείμενο. Η αποκρυπτογράφηση είναι δυνατή μόνον σε όποιον γνωρίζει τις τιμές των δύο πρώτων αριθμών που χρησιμοποιήθηκαν. Δεν υπάρχει όμως καμία γνωστή μαθηματική μέθοδος μέσω της οποίας να μπορούν να υπολογιστούν βάσει του γινομένου οι τιμές των αρχικών πρώτων αριθμών. Μέχρι σήμερα, αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω της συστηματικής δοκιμής. Για το λόγο αυτό, η μέθοδος αυτή είναι, με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, ασφαλής, εφόσον επιλεγούν επαρκώς υψηλοί πρώτοι αριθμοί. Ο μοναδικός κίνδυνος έγκειται στο ότι θα μπορούσε κάποτε ένας λαμπρός μαθηματικός να ανακαλύψει έναν γρηγορότερο τρόπο διάσπασης του γινομένου σε συντελεστές. Μέχρι σήμερα όμως, αυτό δεν έχει επιτευχθεί, παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί.(260) Πολλές φορές έχει υποστηριχτεί μάλιστα η άποψη, ότι το πρόβλημα είναι άλυτο, ισχυρισμός που όμως δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς μέχρι σήμερα.(261)

Η κρυπτογράφηση τύπου public-key απαιτεί βέβαια, σε σύγκριση με τις συμμετρικές μεθόδους, πολύ περισσότερο χρόνο υπολογισμών του προσωπικού υπολογιστή, ή τη χρήση ισχυρών, υψηλών επιδόσεων υπολογιστών.

11.3.2   Κρυπτογράφηση public-key για ιδιώτες

Προκειμένου να καταστεί η μέθοδος public-key προσιτή στο κοινό, ο Phil Zimmerman είχε την ιδέα να συνδυάσει την από άποψη υπολογισμών πολύπλοκη μέθοδο public-key με μία ταχύτερη συμμετρική μέθοδο. Η πληροφορία μεταβιβαζόταν με μία συμμετρική μέθοδο, την μέθοδο IDEA που είχε σχεδιαστεί στην Ζυρίχη, ενώ το κλειδί για την κρυπτογράφηση μεταβιβαζόταν ταυτοχρόνως με την μέθοδο public-key. Ο Zimmermann ανέπτυξε ένα φιλικό προς το χρήστη πρόγραμμα υπό την ονομασία Pretty Good Privacy, το οποίο με το πάτημα ενός πλήκτρου (ή με ένα κλικ του ποντικιού) δημιουργούσε το απαραίτητο κλειδί και διενεργούσε την κρυπτογράφηση. Το πρόγραμμα διατέθηκε στο διαδίκτυο, από όπου μπορούσε ο καθένας να το φορτώσει στον υπολογιστή του. Το PGP αγοράστηκε τελικά από την αμερικανική εταιρία ΝΑΙ, εξακολουθεί όμως να διατίθεται δωρεάν σε ιδιώτες.(262) Ο πηγαίος κώδικας των προηγούμενων εκδόσεων δημοσιεύτηκε, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν περιέχονται πίσω πόρτες. Ο πηγαίος κώδικας της νεότερης έκδοσης, PGP 7, η οποία χαρακτηρίζεται από μία εξαιρετικά φιλική προς το χρήστη γραφική επιφάνεια, δεν έχει δυστυχώς δημοσιευτεί.

Υπάρχει όμως άλλη μία εφαρμογή του Open PGP Standards: το GnuPG. Το GnuPG προσφέρει τις ίδιες μεθόδους κρυπτογράφησης όπως και το PGP και είναι επίσης συμβατό με το PGP. Πρόκειται όμως για ελεύθερο λογισμικό, του οποίου ο πηγαίος κώδικας είναι γνωστός και ο καθένας μπορεί να τον χρησιμοποιήσει και να τον μεταβιβάσει. Το γερμανικό ομοσπονδιακό υπουργείο οικονομίας και τεχνολογίας ενίσχυσε την μετατροπή του GnuPG σε Windows και την ανάπτυξη μιας επιφάνειας γραφικών, δυστυχώς όμως αυτά δεν έχουν μέχρι στιγμής ωριμάσει τελείως. Πάντως, σύμφωνα με τις πληροφορίες του εισηγητή, οι σχετικές εργασίες συνεχίζονται.

Περαιτέρω υπάρχουν και ανταγωνιστικά προς το OpenPGP πρότυπα, όπως για παράδειγμα το S/MIME, το οποίο υποστηρίζεται από πολλά προγράμματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ο εισηγητής δεν διαθέτει όμως καμία πληροφόρηση σχετικά με την ελεύθερη εφαρμογή αυτού.

11.3.3.   Μελλοντικές μέθοδοι

Τελείως νέα δεδομένα για την ασφαλή παράδοση του κλειδιού θα μπορούσαν να προκύψουν μελλοντικά από την κβαντική κρυπτογράφηση. Αυτή διασφαλίζει, ότι κάθε απόπειρα παρακολούθησης θα γίνεται αντιληπτή κατά την παράδοση του κλειδιού. Όταν αποστέλλονται πολωμένα φωτόνια, δεν μπορεί να πιστοποιηθεί η πόλωσή τους δίχως αυτή να μεταλλαχθεί. Με τον τρόπο αυτό θα μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ενδεχόμενη παρακολούθηση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή θα χρησιμοποιηθεί μόνο κάποιο κλειδί που δεν έχει υποκλαπεί. Σε δοκιμές έχει επιτευχθεί ήδη μετάδοση δεδομένων δια 48 χλμ καλωδίου ινών υάλου, καθώς και εναέρια μετάδοση σε απόσταση 500 μ.(263)

11.4.   Η ασφάλεια των προϊόντων κρυπτογράφησης

Στη συζήτηση σχετικά με την πραγματική ασφάλεια της κρυπτογράφησης ακούγεται συχνά η κατηγορία, ότι τα αμερικανικά προϊόντα εμπεριέχουν πίσω πόρτες. Πρωτοσέλιδα στα ΜΜΕ έχει κάνει π.χ. το Excel, για το οποίο υπάρχει ο ισχυρισμός, ότι στην ευρωπαϊκή έκδοση του προγράμματος το ήμισυ του κλειδιού βρίσκεται ανοιχτά τοποθετημένο στο Header του αρχείου. Την προσοχή του τύπου κίνησε και η Microsoft λόγω του γεγονότος, ότι ένας αμερικανός hacker βρήκε κρυμμένο στο πρόγραμμα μία πίσω πόρτα εισόδου και παρακολούθησης των κινήσεων του χρήστη από την NSA ("NSA-key"), πράγμα που η Microsoft αρνήθηκε βεβαίως κατηγορηματικά. Καθώς η Microsoft δεν έχει αποκαλύψει τον πηγαίο κώδικα του προγράμματός της, μπορούν να γίνουν μόνο εικασίες σχετικά. Για τις παλαιότερες εκδόσεις των PGP και GnuPG μπορεί πάντως με βεβαιότητα να αποκλειστεί η ύπαρξη μιας τέτοιας πίσω πόρτας, καθώς ο πηγαίος κώδικας των ανωτέρω προγραμμάτων βρίσκεται δημοσιευμένος.

11.5.   Η κρυπτογράφηση σε σύγκρουση με κρατικά συμφέροντα

11.5.1.   Προσπάθειες περιορισμού της κρυπτογράφησης

Πολλές χώρες απαγορεύουν καταρχήν τη χρήση λογισμικού κρυπτογράφησης ή κρυπτογραφικών συσκευών, επιτρέποντάς την κατ’ εξαίρεση και εξαρτώντας την από τη λήψη σχετικής αδείας. Δεν πρόκειται εν προκειμένω μόνο για δικτατορίες όπως π.χ. η Κίνα, το Ιράν ή το Ιράκ. Ακόμη και δημοκρατικές χώρες έχουν περιορίσει νομοθετικά τη χρήση ή την πώληση προγραμμάτων ή συσκευών κρυπτογράφησης. Διατείνονται, ότι η επικοινωνία πρέπει μεν να προστατεύεται από την παρακολούθηση από μη εξουσιοδοτημένους ιδιώτες, ότι όμως το κράτος θα πρέπει να συνεχίσει να διατηρεί τη δυνατότητα νόμιμης παρακολούθησης των επικοινωνιών. Η απώλεια της τεχνικής υπεροχής των αρχών επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με νομοθετικές απαγορεύσεις. Έτσι η Γαλλία απαγόρευε μέχρι πρότινος γενικά την χρήση μεθόδων κρυπτογράφησης, επιτρέποντάς την κατ’ εξαίρεση και εξαρτώντας την από τη λήψη ειδικής άδειας. Στη Γερμανία τέθηκε επίσης πριν από μερικά χρόνια το ζήτημα του περιορισμού της χρήσης μεθόδων κρυπτογράφησης και της υποχρέωσης γνωστοποίησης του κλειδιού. Οι ΗΠΑ περιόρισαν στο παρελθόν το επιτρεπτό μέγεθος του κλειδιού.

11.5.2.   Η σημασία της ασφαλούς κρυπτογράφησης για το ηλεκτρονικό εμπόριο

Οι ανωτέρω προσπάθειες θα έπρεπε να έχουν αποτύχει οριστικά. Διότι το συμφέρον του κράτους, να έχει πρόσβαση στις επικοινωνίες και συνεπώς στα κανονικά κείμενα, δεν βρίσκεται μόνον αντιμέτωπο με το δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, αλλά και με χειροπιαστά οικονομικά συμφέροντα. Διότι το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές απαιτούν μία ασφαλή επικοινωνία στο διαδίκτυο. Αν αυτή δεν μπορεί να διασφαλιστεί, οι τεχνικές αυτές είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, διότι στην περίπτωση αυτή θα χανόταν η εμπιστοσύνη των πελατών. Αυτό εξηγεί τη στροφή στην αμερικανική ή την γαλλική πολιτική στον τομέα της κρυπτογράφησης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί, ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει ανάγκη τις ασφαλείς μεθόδους κρυπτογράφησης για δύο λόγους: Όχι μόνο για λόγους κρυπτογράφησης πληροφοριών, αλλά και για να μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα η ταυτότητα του αντισυμβαλλομένου. Διότι η ηλεκτρονική υπογραφή μπορεί να χορηγηθεί με την ανάποδη εφαρμογή της μεθόδου public-key: Το ιδιωτικό κλειδί χρησιμοποιείται για την κρυπτογράφηση, ενώ το δημόσιο κλειδί χρησιμοποιείται για την αποκρυπτογράφηση. Αυτή η μορφή κρυπτογράφησης πιστοποιεί την προέλευση της υπογραφής. Με την χρήση του δημοσίου κλειδιού, ο καθένας μπορεί να βεβαιωθεί για την γνησιότητα της υπογραφής ενός προσώπου, χωρίς όμως να μπορεί να πλαστογραφήσει την ίδια την υπογραφή. Και αυτή η λειτουργία εμπεριέχεται στο PGP με φιλικό προς το χρήστη τρόπο.

11.5.3.   Προβλήματα όσων ταξιδεύουν για επαγγελματικούς λόγους

Σε μερικές χώρες απαγορεύεται σε όσους βρίσκονται εκεί για επαγγελματικούς λόγους η χρήση προγραμμάτων κρυπτογράφησης με τους φορητούς υπολογιστές που μεταφέρουν. Αυτό ακυρώνει κάθε προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας των προσώπων αυτών με την εταιρία τους, καθώς και κάθε προστασία των δεδομένων, που μεταφέρουν μαζί τους, από αθέμιτες παραβιάσεις.

11.6.   Πρακτικά ερωτήματα σχετικά με την κρυπτογράφηση

Αν θέλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα σχετικά με το σε ποιον και υπό ποιες συνθήκες συνίσταται η χρήση μεθόδων κρυπτογράφησης, θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων.

Σε ό,τι αφορά στους ιδιώτες, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η προστασία των επικοινωνιών μέσω φαξ και τηλεφώνου μέσω της χρήσης σχετικών κρυπτογραφικών συσκευών δεν είναι πρακτικά εφικτή. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο υψηλό κόστος των σχετικών συσκευών, αλλά και στο γεγονός ότι η χρήση τους προϋποθέτει ότι ο συνομιλητής διαθέτει επίσης τέτοιου είδους συσκευές, γεγονός μάλλον σπάνιο.

Αντιθέτως, τα μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) μπορούν και πρέπει να κρυπτογραφούνται από τον καθένα. Στον συχνά προβαλλόμενο ισχυρισμό, ότι εφόσον δεν έχουμε μυστικά και έχουμε ανάγκη κρυπτογράφησης των επικοινωνιών μας, πρέπει να αντιλεχθεί, ότι ακόμη και τα γραπτά μηνύματα συνήθως δεν τα αποστέλλουμε γραμμένα επάνω σε καρτ-ποστάλ. Ένα μη κρυπτογραφημένο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν είναι παρά ένα γράμμα δίχως φάκελο. Η κρυπτογράφηση των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι ασφαλής και σχετικά εύκολη, καθώς στο διαδίκτυο διατίθενται ήδη φιλικά προς τον χρήστη προγράμματα, όπως το PGP/GnuPG, τα οποία διατίθενται μάλιστα στους ιδιώτες δωρεάν. Δυστυχώς όμως η χρήση τους δεν είναι ακόμη αρκετά διαδεδομένη. Επιθυμητό θα ήταν να προηγηθεί το δημόσιο, δίνοντας το καλό παράδειγμα μέσω της χρήσης μεθόδων τυποποιημένης κρυπτογράφησης, προκειμένου να καταστεί περισσότερο προσιτή στο κοινό η έννοια της κρυπτογράφησης.

Σε ότι αφορά στις επιχειρήσεις, θα έπρεπε να προσέχουν ιδιαίτερα, ώστε οι ευαίσθητες πληροφορίες τους να μεταδίδονται μόνον με ασφαλείς τρόπους επικοινωνίας. Αυτό μολονότι φαίνεται αυτονόητο εφαρμόζεται μόνο από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Στις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις, αντίθετα, διαβιβάζονται συχνά μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εσωτερικές πληροφορίες της εταιρίας σε μη κρυπτογραφημένη μορφή, καθώς οι άνθρωποί τους δεν έχουν συνείδηση της σημασίας του ζητήματος. Ελπίζουμε, ότι οι βιομηχανικοί σύνδεσμοι και τα οικονομικά επιμελητήρια θα καταβάλλουν συστηματικές προσπάθειες ενημέρωσης των μελών τους. Βέβαια, η κρυπτογράφηση των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποτελεί μια μόνο από τις πολλές παραμέτρους ασφαλείας, και κυρίως δεν ωφελεί σε τίποτα, όταν οι πληροφορίες έγιναν ήδη πριν από την κρυπτογράφηση προσιτές σε τρίτους. Αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να ασφαλιστεί ολόκληρο το περιβάλλον εργασίας, δηλαδή να διασφαλιστεί η ασφάλεια των χώρων που χρησιμοποιούνται και να ελεγχθεί η φυσική πρόσβαση σε γραφεία και υπολογιστές. Πρέπει όμως να εμποδίζεται και η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε πληροφορίες διαμέσου δικτύου με την βοήθεια fire-walls. Ιδιαίτερους κινδύνους εγκυμονεί εν προκειμένω η σύνδεση του εσωτερικού δικτύου με το διαδίκτυο. Επίσης, για μεγαλύτερη ασφάλεια, θα πρέπει να χρησιμοποιούμε μόνον λειτουργικά συστήματα, των οποίων ο πηγαίος κώδικας έχει δημοσιευθεί και ελεγχθεί. Για τις εταιρίες ανακύπτουν συνεπώς πολλαπλά ζητήματα σχετικά με την ασφάλεια. Ήδη, στην αγορά υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός εταιριών, οι οποίες προσφέρουν σε λογικές τιμές συμβουλές σε θέματα ασφαλείας και επιβλέπουν την υλοποίησή σχετικών προγραμμάτων. Ανάλογα με τη ζήτηση, η προσφορά αυξάνεται συνεχώς. Πέραν αυτού μένει όμως να ελπίσουμε, ότι οι βιομηχανικοί σύνδεσμοι και τα οικονομικά επιμελητήρια θα μεριμνήσουν για τα προβλήματα αυτά, ιδίως για να επισημάνουν στις μικρές επιχειρήσεις την προβληματική της ασφάλειας και να τις υποστηρίξουν στον σχεδιασμό και την υλοποίηση ολοκληρωμένων προγραμμάτων ασφάλειας.

12.   Οι εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ και η συλλογή πληροφοριών

12.1.   Εισαγωγή

Η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) θεσπίστηκε, υπό τη στοιχειώδη μορφή της, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1991, ως νέο μέσο άσκησης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έξι χρόνια αργότερα, η Συνθήκη του Άμστερνταμ ενίσχυσε τη δομή της ΚΕΠΠΑ παρέχοντας τη δυνατότητα ανάπτυξης κοινών αμυντικών πρωτοβουλιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με παράλληλη διατήρηση των υφιστάμενων συμμαχιών. Βάσει της Συνθήκης του Άμστερνταμ και έχοντας κατά νου την εμπειρία του Κοσσυφοπεδίου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 1999 στο Ελσίνκι δρομολόγησε την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ασφάλεια και την άμυνα. Η εν λόγω πρωτοβουλία στοχεύει στη σύσταση μίας πολυεθνικής δύναμης περίπου 50.000-60.000 στρατιωτών έως το δεύτερο εξάμηνο του 2003. Η ύπαρξη της πολυεθνικής αυτής δύναμης θα καταστήσει αναπόφευκτη την ανάπτυξη αυτόνομων δυνατοτήτων συλλογής πληροφοριών. Για τον σκοπό αυτό, η απλή ενσωμάτωση των υφιστάμενων δυνατοτήτων συλλογής πληροφοριών στο πλαίσιο της ΔΕΕ θα αποδεικνυόταν ανεπαρκής. Η περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών των κρατών μελών, πέραν των υφιστάμενων μορφών συνεργασίας, θεωρείται αναπόφευκτη.

Ωστόσο, η περαιτέρω ανάπτυξη της ΚΕΠΠΑ δεν είναι το μόνο στοιχείο που οδηγεί σε στενότερη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών της Ένωσης. Η περαιτέρω οικονομική ολοκλήρωση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα καταστήσει επίσης αναγκαία την στενότερη συνεργασία στον τομέα της συλλογής πληροφοριών. Η ενιαία ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική απαιτεί ενιαία αντίληψη της οικονομικής πραγματικότητας στον κόσμο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ενιαία θέση στις εμπορικές διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ ή με τρίτες χώρες απαιτεί κοινή προστασία της διαπραγματευτικής θέσης. Οι ισχυρές ευρωπαϊκές βιομηχανίες χρειάζονται κοινή προστασία κατά της οικονομικής κατασκοπείας από παράγοντες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η περαιτέρω ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα της Ένωσης και των δραστηριοτήτων της τελευταίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων θα οδηγήσει επίσης σε περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών. Ειδικότερα, οι κοινές προσπάθειες κατά της τρομοκρατίας, του λαθρεμπορίου όπλων, της εμπορίας ανθρώπων και της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι αδύνατο να υλοποιηθούν χωρίς εντατική συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών.

12.2.   Δυνατότητες συνεργασίας εντός της ΕΕ

12.2.1   Υφιστάμενη συνεργασία(264)

Μολονότι οι υπηρεσίες πληροφοριών εμπιστεύονταν ανέκαθεν μόνο τις πληροφορίες που συνέλεγαν οι ίδιες, και επικρατούσε δυσπιστία μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σήμερα η συνεργασία μεταξύ των εν λόγω υπηρεσιών αυξάνει βαθμιαία με τις επαφές που πραγματοποιούν στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, της ΔΕΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, παρότι οι υπηρεσίες πληροφοριών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ εξαρτώνται ακόμα σε μεγάλο βαθμό από τις σημαντικά πιο προηγμένες συνεισφορές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η εγκαθίδρυση του δορυφορικού κέντρου της ΔΕΕ στο Torrejon (Ισπανία), καθώς και η ίδρυση μίας υπηρεσίας πληροφοριών στο επίπεδο της έδρας της ΔΕΕ, συνέβαλαν στην ανάπτυξη μίας περισσότερο αυτόνομης ευρωπαϊκής δράσης στον τομέα αυτό.

12.2.2.   Πλεονεκτήματα της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής συλλογής πληροφοριών

Πέραν των τρεχουσών εξελίξεων, πρέπει να τονιστεί ότι η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική συλλογής πληροφοριών εμφανίζει πραγματικά αντικειμενικά πλεονεκτήματα, τα οποία περιγράφονται κατωτέρω.

12.2.2.1.   Επαγγελματικά πλεονεκτήματα

Καταρχάς, ο όγκος του υπάρχοντος απόρρητου και μη υλικού είναι υπερβολικά μεγάλος ώστε να μπορεί να συλλεχθεί, να αναλυθεί και να αξιολογηθεί από μία μόνο υπηρεσία ή στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας στη Δυτική Ευρώπη. Οι ανάγκες για υπηρεσίες πληροφοριών καλύπτουν από τις αμυντικές πληροφορίες και τις πληροφορίες για τις εθνικές και διεθνείς οικονομικές πολιτικές τρίτων κρατών μέχρι τις πληροφορίες για τη στήριξη των προσπαθειών κατά του οργανωμένου εγκλήματος και του λαθρεμπορίου ναρκωτικών. Ακόμα και αν η συνεργασία περιοριζόταν στο πιο βασικό επίπεδο, δηλαδή τη συλλογή πληροφοριών από ανοικτές πηγές (OSINT), τα αποτελέσματά της θα είχαν μεγάλη σημασία για τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

12.2.2.2.   Δημοσιονομικά πλεονεκτήματα

Κατά το πρόσφατο παρελθόν, τα κονδύλια για τη συλλογή πληροφοριών περικόπηκαν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εξακολουθούν να μειώνονται. Παράλληλα, όμως, αυξάνουν οι ανάγκες για ενημέρωση και, συνεπώς, για συλλογή πληροφοριών. Η μείωση των κονδυλίων καθιστά τη συνεργασία όχι μόνο δυνατή, αλλά και μακροπρόθεσμα επωφελή. Ειδικότερα, όσον αφορά την εγκαθίδρυση και τη συντήρηση τεχνικών εγκαταστάσεων, οι κοινές επιχειρήσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον όταν οι πόροι είναι περιορισμένοι, αλλά και στον τομέα της αξιολόγησης των συλλεγεισών πληροφοριών. Η περαιτέρω συνεργασία θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα της συλλογής πληροφοριών.

12.2.2.3.   Πολιτικά πλεονεκτήματα

Κατ’ αρχήν, οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τις συλλεγείσες πληροφορίες για την καλύτερη και καλύτερα στοιχειοθετημένη λήψη αποφάσεων. Η περαιτέρω πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί οι πληροφορίες να είναι διαθέσιμες σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να βασίζονται σε περισσότερες από μία πηγές.

12.2.3.   Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Τα ανωτέρω αντικειμενικά πλεονεκτήματα απεικονίζουν απλώς την αυξανόμενη σημασία της συνεργασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο παρελθόν, τα κράτη-έθνη διασφάλιζαν μόνα τους την εξωτερική ασφάλεια, την εσωτερική τάξη, την εθνική ευημερία και την πολιτιστική τους ταυτότητα. Σήμερα, σε πολλούς τομείς, η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να αναλάβει έναν ρόλο, ο οποίος είναι τουλάχιστον συμπληρωματικός του ρόλου του κράτους-έθνους. Δεν είναι δυνατόν οι υπηρεσίες πληροφοριών να είναι ο τελευταίος και μοναδικός τομέας που θα παραμείνει ανεπηρέαστος από τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

12.3.   Συνεργασία πέραν του επιπέδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η συνεργασία στον τομέα της συλλογής πληροφοριών δεν αναπτύχθηκε πρώτα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά κυρίως σε διατλαντικό επίπεδο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ιδιαίτερα στενές σχέσεις στον τομέα της συλλογής των πληροφοριών ανέπτυξαν το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Όμως, και στον τομέα της συλλογής αμυντικών πληροφοριών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, και εκτός αυτού, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν και παραμένουν απόλυτα κυρίαρχος εταίρος. Συνεπώς, το καίριο ερώτημα είναι κατά πόσο η ανάπτυξη ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα της συλλογής πληροφοριών μπορεί να διαταράξει σημαντικά τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή, αντίθετα, να οδηγήσει στην ενίσχυσή τους. Πώς θα εξελιχθούν οι σχέσεις ΕΕ/ΗΠΑ με τη νέα κυβέρνηση Bush, και ειδικότερα πώς θα διατηρηθεί η ειδική σχέση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο αυτό;

Ορισμένοι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει κατ’ ανάγκη αντίθεση μεταξύ της ειδικής βρετανο-αμερικανικής σχέσης και της περαιτέρω ανάπτυξης της ΚΕΠΠΑ. Άλλοι πιστεύουν ότι πρόβλημα μπορεί να ανακύψει ιδίως στον τομέα της συλλογής πληροφοριών, φέρνοντας το Ηνωμένο Βασίλειο προ του διλήμματος να επιλέξει μεταξύ του ευρωπαϊκού και του διατλαντικού προσανατολισμού του. Οι στενές σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με τις ΗΠΑ (και τα άλλα μέρη του συμφώνου UKUSA) είναι δυνατό να δυσχεράνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των λοιπών κρατών της ΕΕ – επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο είναι δυνατόν να ενδιαφέρεται λιγότερο για την ανταλλαγή πληροφοριών με τους ευρωπαίους εταίρους της και επειδή η εμπιστοσύνη των εν λόγω εταίρων απέναντι στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να κλονιστεί. Ομοίως, εάν οι ΗΠΑ σχηματίσουν την πεποίθηση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αναπτύξει ειδικούς δεσμούς με τους εταίρους της ΕΕ, και εάν κάτι τέτοιο αποτελέσει αντικείμενο ειδικής ευρωπαϊκής συμφωνίας, οι ΗΠΑ είναι δυνατόν να επιδείξουν απροθυμία όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών με το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά συνέπεια, η περαιτέρω συνεργασία σε επίπεδο ΕΕ στον τομέα της συλλογής πληροφοριών είναι δυνατόν να αποτελέσει σημαντική δοκιμασία όσον αφορά τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και τη δυνατότητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ωστόσο, υπό τις παρούσες συνθήκες, θεωρείται εξαιρετικά απίθανο η έστω και εξαιρετικά ταχεία πρόοδος στη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαίων εταίρων να μπορέσει, βραχυπρόθεσμα ή ακόμα και μακροπρόθεσμα, να υποκαταστήσει το τεχνολογικό προβάδισμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι σε θέση να εγκαταστήσει ένα τελειοποιημένο δίκτυο δορυφόρων SIGINT, δορυφόρων απεικόνισης και επίγειων σταθμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι σε θέση να αναπτύξει βραχυπρόθεσμα το εξαιρετικά προηγμένο δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών που είναι αναγκαίο για τη διαλογή και την αξιολόγηση του συλλεχθέντος υλικού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι έτοιμη να διαθέσει τα αναγκαία χρηματοοικονομικά μέσα ώστε να αποτελέσει πραγματική εναλλακτική λύση στις προσπάθειες συλλογής πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνεπώς, ακόμα και από τεχνολογική και δημοσιονομική άποψη, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφέρον να διατηρήσει μία στενή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της συλλογής πληροφοριών. Ωστόσο, και από πολιτική άποψη, είναι σημαντική η διατήρηση και, όπου κρίνεται απαραίτητο, η ενίσχυση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως όσον αφορά τις κοινές προσπάθειες κατά του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας, του λαθρεμπορίου ναρκωτικών και όπλων και της νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι κοινές επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών είναι αναγκαίες για τη στήριξη των κοινών προσπαθειών. Οι κοινές ειρηνευτικές δράσεις, όπως αυτή που αναλήφθηκε στην πρώην Γιουγκοσλαβία, απαιτούν αυξημένη ευρωπαϊκή συνεισφορά σε όλους τους τομείς δράσης.

Παράλληλα, η διόγκωση της ευρωπαϊκής ευαισθητοποίησης πρέπει να συνοδεύεται από αύξηση των ευρωπαϊκών ευθυνών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να επιτύχει μεγαλύτερη ισοτιμία ως εταίρος όχι μόνο στον οικονομικό τομέα, αλλά και στον τομέα της άμυνας και κατ’ επέκταση στον τομέα της συλλογής πληροφοριών. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη περισσότερο αυτόνομων ευρωπαϊκών δυνατοτήτων συλλογής πληροφοριών δεν πρέπει να θεωρείται ότι απειλεί με αποδυνάμωση τις διατλαντικές σχέσεις, αλλά πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυσή τους με την καθιέρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως περισσότερο ισότιμου και ικανού εταίρου. Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναλάβει αυτόνομη πρωτοβουλία προστασίας της οικονομίας και της βιομηχανίας της κατά παράνομων και ανεπιθύμητων απειλών, όπως η οικονομική κατασκοπεία, η εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο και οι τρομοκρατικές επιθέσεις. Επίσης, η διατλαντική συνεννόηση είναι αναγκαία στον τομέα της βιομηχανικής κατασκοπείας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να συμφωνήσουν ένα σύνολο κανόνων σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται στον τομέα αυτό. Προκειμένου να ενισχυθεί η διατλαντική συνεργασία στον εν λόγω τομέα, μπορεί να αναληφθεί κοινή πρωτοβουλία σε επίπεδο ΠΟΕ, ώστε να χρησιμοποιηθούν οι μηχανισμοί του Οργανισμού για την προστασία της θεμιτής οικονομικής ανάπτυξης παγκοσμίως.

12.4.   Τελικές παρατηρήσεις

Η περαιτέρω ανάπτυξη των κοινών δυνατοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της συλλογής πληροφοριών πρέπει να θεωρείται αναγκαία και αναπόφευκτη, μεριμνώντας παράλληλα για τη διαφύλαξη του θεμελιώδους δικαιώματος της προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών. Η συνεργασία με τρίτες χώρες, και ιδίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες, πρέπει να διατηρηθεί και, κατά πάσα πιθανότητα, να ενισχυθεί. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι ευρωπαϊκές δραστηριότητες SIGINT πρέπει να ενσωματωθούν αυτόματα σε ένα ανεξάρτητο σύστημα ECHELON της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ότι η τελευταία πρέπει να γίνει πλήρες μέλος του υφιστάμενου συμφώνου UKUSA. Ωστόσο, η ανάπτυξη ιδίας ευθύνης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της συλλογής πληροφοριών είναι ένα ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς. Η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού συστήματος συλλογής πληροφοριών απαιτεί, ταυτόχρονα, την ύπαρξη ενός συστήματος ευρωπαϊκού πολιτικού ελέγχου επί των δραστηριοτήτων των σχετικών υπηρεσιών. Θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις σχετικά με τα μέσα αξιολόγησης των πληροφοριών και λήψης των πολιτικών αποφάσεων που προκύπτουν από την ανάλυση εκθέσεων συλλογής πληροφοριών. Η απουσία ενός τέτοιου συστήματος πολιτικού ελέγχου, και κατά συνέπεια η έλλειψη πολιτικής ευαισθητοποίησης και ανάληψης ευθυνών σχετικά με τη διαδικασία συλλογής πληροφοριών, θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

13.   Συμπεράσματα και συστάσεις

13.1.   Συμπεράσματα

Ως προς την ύπαρξη ενός παγκοσμίου συστήματος παρακολούθησης της ιδιωτικής και οικονομικής επικοινωνίας (Σύστημα παρακολούθησης ECHELON)

H ύπαρξη ενός συστήματος παρακολούθησης των επικοινωνιών που λειτουργεί σε παγκόσμιο επίπεδο με την συμμετοχή των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA, δεν είναι δυνατόν πλέον να αμφισβητηθεί. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το σύστημα ή τμήματα αυτού είχαν, τουλάχιστον, για κάποιο διάστημα, την κωδική ονομασία "ECHELON", με βάσει τις υπάρχουσες ενδείξεις και πολυάριθμες συγκλίνουσες πληροφορίες που προέρχονται από πολύ διαφορετικές, μεταξύ των οποίων και αμερικανικές. Το σημαντικό είναι ότι το σύστημα χρησιμεύει και στην παρακολούθηση όχι στρατιωτικών, άλλα ιδιωτικών και επιστημονικών επικοινωνιών.

Η ανάλυση κατέδειξε ότι οι τεχνικές δυνατότητες του συστήματος αυτού κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι τόσο εκτεταμένες όσο υποθέτουν πολλά μέσα ενημέρωσης. Πέραν αυτού όμως είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι πολλά ανώτερα στελέχη της Κοινότητας, και ιδίως μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν τίποτε για το σύστημα αυτό.

Ως προς τα όρια του συστήματος παρακολούθησης

Το σύστημα παρακολούθησης κυρίως στηρίζεται στην παγκόσμια παρακολούθηση δορυφορικής επικοινωνίας, αλλά όμως η επικοινωνία σε περιοχές με υψηλή πυκνότητα επικοινωνίας μεταδίδεται μόνο σε πολύ μικρό τμήμα μέσω δορυφόρων. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας δεν είναι δυνατόν να παρακολουθηθεί από επίγειους σταθμούς, αλλά μόνο με λαθροσύνδεση καλωδίων και αναχαίτιση ραδιοσημάτων. Οι έρευνες όμως κατέδειξαν ότι οι χώρες UKUSA έχουν πρόσβαση σε ένα πολύ περιορισμένο τμήμα της καλωδιακής και ασύρματης επικοινωνίας και ότι λόγω του κόστους σε προσωπικό είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ένα ακόμη πιο περιορισμένο τμήμα της επικοινωνίας. Όσο σημαντικά μέσα και δυνατότητες και αν διατίθενται για την παρακολούθηση επικοινωνιών, ο τεράστιος όγκος των επικοινωνιών καθιστά στην πράξη αδύνατο τον πλήρη και λεπτομερή έλεγχο όλων των επικοινωνιών.

Ως προς την πιθανή ύπαρξη άλλων συστημάτων παρακολούθησης

Η παρακολούθηση επικοινωνίας αποτελεί ένα σύνηθες για τις μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών μέσο κατασκοπείας και ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και από άλλες χώρες, εφόσον αυτές διαθέτουν τα ανάλογα οικονομικά μέσα και τις γεωγραφικές προϋποθέσεις. Η Γαλλία, λόγω των υπερποντίων εδαφών της, θα ήταν το μοναδικό κράτος μέλος της ΕΕ που θα ήταν σε θέση από γεωγραφική και τεχνική άποψη να διατηρήσει μόνη της ένα παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης. Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι και η Ρωσία χρησιμοποιεί ένα τέτοιο σύστημα.

Ως προς την συμβατότητα με το δίκαιο της ΕΕ

Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της συμβατότητας ενός συστήματος τύπου ECHELON με το δίκαιο της ΕΕ, πρέπει να γίνει η εξής διάκριση: Αν το σύστημα χρησιμοποιείται μόνον για τους σκοπούς των υπηρεσιών πληροφοριών, δεν προκύπτει αντίθεση προς το δίκαιο της Ένωσης, καθώς οι δραστηριότητες που βρίσκονται στην υπηρεσία της κρατικής ασφάλειας δεν καλύπτονται από τη συνθήκη ΕΚ, αλλά υπάγονται στον τίτλο V της συνθήκης ΕΕ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας), όπου όμως προς το παρόν δεν υπάρχουν σχετικές ρυθμίσεις και συνεπώς λείπουν τα κριτήρια. Αν όμως γίνεται κατάχρηση του συστήματος, το σύστημα βρίσκεται σε αντίθεση με την υποχρέωση πίστης των κρατών μελών και με την ιδέα της κοινής αγοράς που διέπεται από ελεύθερο ανταγωνισμό. Αν ένα κράτος μέλος συμμετέχει σε αυτό, παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο. Το Συμβούλιο κατά την συνεδρίασή του στις 30 Μαρτίου 2000 δήλωσε σαφώς ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δημιουργία ή η ύπαρξη ενός συστήματος παρακολούθησης στο οποίο δεν σέβεται τους κανόνες δικαίου των κρατών μελών και παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές που στοχεύουν στην προάσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ως προς την συμβατότητα με το θεμελιώδες δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή (άρθρο 8 ΕΣΔΑ)

Κάθε παρακολούθηση επικοινωνίας συνιστά μία βαθιά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου. Το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, που προστατεύει την ιδιωτική ζωή, επιτρέπει παρεμβάσεις μόνον όταν πρόκειται για τη διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας, εφόσον οι σχετικές ρυθμίσεις προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, είναι κοινώς προσιτές, και καθορίζουν υπό ποιες προϋποθέσεις και συνθήκες μπορεί το κράτος να προβαίνει σε επεμβάσεις. Οι επεμβάσεις πρέπει να είναι ανάλογες, για το λόγο δε αυτό πρέπει να διενεργείται μία στάθμιση συμφερόντων, καθώς δεν αρκεί το γεγονός ότι είναι απλά χρήσιμες ή επιθυμητές.

Ένα σύστημα των υπηρεσιών πληροφοριών, το οποίο θα παρακολουθούσε τυχαία και σε μόνιμη βάση κάθε επικοινωνία, θα αποτελούσε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, και ως εκ τούτου δεν θα ήταν συμβατό με την ΕΣΔΑ. Κατά τον ίδιο τρόπο θα υπήρχε παραβίαση της ΕΣΔΑ, αν η ρύθμιση ήταν μεταγενέστερη της παρακολούθησης της επικοινωνίας, αν αυτή δεν είχε νομική βάση, αν δεν ήταν δημοσίως προσιτή ή αν ήταν διατυπωμένη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε οι συνέπειές της να μην είναι προβλέψιμες για τον καθέναν. Λόγω του ότι οι ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών δραστηριοποιούνται στην αλλοδαπή είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους απόρρητες, είναι αμφίβολη τουλάχιστον η προστασία της αρχής της αναλογικότητας. Υφίσταται όμως πράγματι παραβίαση των από το ΕΔΔΑ καθορισθεισών αρχών της πρόσβασης στο δίκαιο και της δυνατότητας πρόβλεψης των επιπτώσεών του. Ακόμη και αν οι ΗΠΑ δεν είναι συμβαλλόμενο κράτος στην ΕΣΔΑ πρέπει όμως τα κράτη μέλη να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την ΕΣΔΑ. Δεν μπορούν να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την ΕΣΔΑ αφήνοντας τις υπηρεσίες πληροφοριών άλλων κρατών οι οποίες υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές διατάξεις να δραστηριοποιούνται στην επικράτειά τους. Άλλως θα απογυμνωνόταν η αρχή της νομιμότητας με τις δύο συνιστώσες της πρόσβασης στο δίκαιο και της δυνατότητας πρόβλεψης των επιπτώσεών του και θα απεστερείτο η νομολογία του Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του περιεχομένου της.

Η συμβατότητα μιας νομοθετικά προβλεπόμενης δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών με τα θεμελιώδη δικαιώματα προϋποθέτει επίσης, την ύπαρξη επαρκών συστημάτων ελέγχου, προκειμένου να δημιουργείται μία εξισορρόπηση του κινδύνου που συνεπάγεται η μυστική δράση ενός μέρους της διοίκησης. Ενόψει του γεγονότος ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξήρε με σαφήνεια τη σημασία ενός αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου του τομέα της δράσης των υπηρεσιών πληροφοριών, φαίνεται προβληματικό το ότι μερικές χώρες μέλη δεν διαθέτουν καθόλου κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου των μυστικών τους υπηρεσιών.

Ως προς το ερώτημα, αν οι πολίτες της ΕΕ προστατεύονται επαρκώς από τις υπηρεσίες πληροφοριών

Καθώς η προστασία των πολιτών της ΕΕ εξαρτάται από την έννομη κατάσταση των επιμέρους κρατών μελών, η οποία όμως διαφέρει σημαντικά από κράτος σε κράτος, ενώ μάλιστα σε μερικά δεν υπάρχουν καθόλου κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου, μάλλον δεν μπορεί να γίνει λόγος για επαρκή προστασία. Οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν θεμελιώδες συμφέρον όπως τα εθνικά τους κοινοβούλια διαθέτουν μία ρητά διαρθρωμένη ειδική επιτροπή ελέγχου, η οποία εποπτεύει και ελέγχει τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών. Αλλά ακόμη και εκεί όπου υπάρχουν όργανα ελέγχου, υπάρχουν γι' αυτά μεγάλα κίνητρα, να ασχολούνται περισσότερο με τη δραστηριότητα υπηρεσιών πληροφοριών της ημεδαπής παρά με αυτήν των υπηρεσιών πληροφοριών της αλλοδαπής, λόγω του ότι, κατά κανόνα, μόνο στην πρώτη περίπτωση θίγονται οι πολίτες της ίδιας της χώρας.

Στην περίπτωση συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ και μεταξύ των αρχών ασφαλείας στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, τα όργανα καλούνται να θεσπίσουν επαρκείς διατάξεις προστασίας των ευρωπαίων πολιτών.

Ως προς την οικονομική κατασκοπεία

Ένα μέρος του τομέα καθηκόντων των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού είναι να ενδιαφέρονται για οικονομικά δεδομένα, όπως είναι οι εξελίξεις σε επιχειρησιακούς κλάδους, η εξέλιξη των αγορών πρώτων υλών, η τήρηση οικονομικών αποκλεισμών, η τήρηση των κανόνων παράδοσης για αγαθά διττής χρήσης κλπ. Για τους λόγους αυτούς, παρακολουθούνται συχνά ενεχόμενες επιχειρήσεις. Οι υπηρεσίες των πληροφοριών των ΗΠΑ δεν αρκούνται να διερευνούν γενικά οικονομικά δεδομένα. Με το επιχείρημα ότι καταπολεμούν τις απόπειρες δωροδοκίας, παρακολουθούν επίσης την επικοινωνία μεταξύ επιχειρήσεων, ιδίως κατά την ανάθεση συμβάσεων. Με μια τόσο λεπτομερή παρακολούθηση όμως δημιουργείται ο κίνδυνος ότι οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται όχι μόνον για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλά και για την ανταγωνιστική κατασκοπία, έστω και αν οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνουν ότι δεν κάνουν κάτι τέτοιο. Ως προς το θέμα αυτό αξίζει να παρατηρηθεί ότι ο ρόλος του Advocacy Center του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ εξακολουθεί να μην είναι απολύτως σαφής και ότι η συνομιλία που είχε προγραμματισθεί να γίνει με το Κέντρο αυτό, και που θα χρησίμευε στην αποσαφήνιση των πραγμάτων, ακυρώθηκε από πλευράς του. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ, εγκρίθηκε το 1997 σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας δημοσίων λειτουργών, η οποία προβλέπει το διεθνές αξιόποινο της δωροδοκίας. Έτσι, και από αυτήν την πλευρά, η δωροδοκία σε μεμονωμένες περιπτώσεις δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρακολούθηση των επικοινωνιών.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να καταστεί σαφές ότι είναι εντελώς απαράδεκτο οι υπηρεσίες πληροφοριών να χρησιμοποιούνται για ανταγωνιστική κατασκοπία, κατασκοπεύοντας αλλοδαπές επιχειρήσεις, προκειμένου να παράσχουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα σε ημεδαπές επιχειρήσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία αποδεδειγμένη περίπτωση ότι το παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης που εξετάζουμε στην παρούσα έκθεση χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό, έστω και αν κάτι τέτοιο έχει υποστηριχθεί πολλές φορές.

Πράγματι, τα ευαίσθητα δεδομένα μιας επιχείρησης βρίσκονται κατά βάση μέσα στην ίδια την επιχείρηση, έτσι ώστε η ανταγωνιστική κατασκοπεία να επιχειρείται κατά πρώτο λόγο δια της προσπάθειας, να ληφθούν οι πληροφορίες από συνεργάτες ή εγκάθετους ή μέσω εισβολής στα εσωτερικά δίκτυα υπολογιστών. Μόνον αν κάποια ευαίσθητα στοιχεία διαβιβαστούν ενσύρματα ή ασύρματα (δορυφόρος) προς τα έξω, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα σύστημα παρακολούθησης των επικοινωνιών με σκοπό ανταγωνιστικής κατασκοπείας. Αυτό ισχύει συστηματικά στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις:

-   σε επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν σε 3 χρονικές ζώνες, έτσι ώστε τα ενδιάμεσα αποτελέσματα να αποστέλλονται από την Ευρώπη στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ασία

-   στην περίπτωση τηλεσυνδιασκέψεων σε πολυεθνικές εταιρίες, οι οποίες μεταδίδονται μέσω δορυφόρου ή ενσύρματα.

-   όταν γίνεται επί τόπου διαπραγμάτευση σημαντικών αναθέσεων (όπως συμβαίνει στα οικοδομικά έργα, στην κατασκευή τηλεπικοινωνιακών υποδομών, στην ανακατασκευή συστημάτων μεταφοράς κλπ), και πρέπει από το σημείο αυτό να γίνεται συνεννόηση με τις κεντρικές υπηρεσίες της εταιρίας.

Δυστυχώς, στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις η συνειδητοποίηση του κινδύνου και η νοοτροπία ασφαλείας έχει συχνά αναπτυχθεί ανεπαρκώς και συχνά δεν αναγνωρίζεται ο κίνδυνος βιομηχανικής κατασκοπείας και παρακολούθησης των επικοινωνιών. Το γεγονός ότι και στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (την Ευρωπαϊκή Κεντρικής Τράπεζας, τη Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων του Συμβουλίου και της Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων της Επιτροπής) η νοοτροπία ασφαλείας δεν είναι πάντοτε επαρκώς διαδεδομένη επιβάλλει να ληφθούν άμεσα μέτρα.

Ως προς τις δυνατότητες αυτοπροστασίας

Οι επιχειρήσεις πρέπει να ασφαλίσουν ολόκληρο το περιβάλλον εργασίας καθώς και να διασφαλίσουν όλες τις οδούς επικοινωνίας, δια των οποίων μεταβιβάζονται ευαίσθητες πληροφορίες. Ακόμη και σε ιδιώτες πρέπει να συσταθεί επειγόντως να κρυπτογραφούν τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους, διότι ένα μη κρυπτογραφημένο μήνυμα είναι σαν ένα γράμμα χωρίς φάκελο. Στο διαδίκτυο υπάρχουν σχετικά φιλικά προς το χρήστη συστήματα, τα οποία διατίθενται μάλιστα δωρεάν για ιδιωτική χρήση.

Ως προς μία συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών εντός της ΕΕ

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε το Δεκέμβριο του 1999 στο Ελσίνκι να αναπτύξει περαιτέρω τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες προκειμένου η Ευρώπη να είναι σε θέση να αναλάβει το πλήρες φάσμα καθηκόντων του Πέτερσμπεργκ προς υποστήριξη της ΚΕΠΠΑ. Για το σκοπό αυτό, η Ένωση πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύσσει ταχέα στρατιωτική δύναμη 50.000 - 60.000 ανδρών η οποία να είναι στρατιωτικά αυτόνομη και να διαθέτει τις απαιτούμενες δυνατότητες διοίκησης, ελέγχου και συλλογικής πληροφοριών. Τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία μιας τέτοιας ικανότητας συλλογής πληροφοριών έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της ΔΕΕ και της Μόνιμης Επιτροπής Πολιτικής και Ασφαλείας.

Μία συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών στο εσωτερικό της ΕΕ φαίνεται απαραίτητη στο μέτρο, που αφενός μία κοινή πολιτική ασφαλείας δίχως την ενσωμάτωση των υπηρεσιών πληροφοριών θα ήταν παράλογη, αφετέρου θα συνδέονταν με αυτή πολυάριθμα πλεονεκτήματα από οικονομικής, επαγγελματικής και πολιτικής άποψης. Επίσης θα ταίριαζε περισσότερο στην ιδέα ενός ισότιμου εταίρου των ΗΠΑ, και θα μπορούσε να συμπεριλάβει όλα τα κράτη μέλη σε ένα σύστημα, το οποίο θα δημιουργηθεί σε πλήρη αρμονία με την ΕΣΔΑ. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζεται βέβαια ένας αντίστοιχος έλεγχος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ετοιμάζεται να εφαρμόσει τον κανονισμό αριθ. 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, αναπροσαρμόζοντας τον κανονισμό του όσον αφορά την πρόσβαση σε ευαίσθητα έγγραφα.

13.2.   Συστάσεις

όσον αφορά τη σύναψη και τροποποίηση διεθνών συνθηκών για την προστασία των πολιτών και επιχειρήσεων

1.   καλείται ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης να υποβάλει στην Επιτροπή Υπουργών πρόταση για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες μεθόδους επικοινωνίας και δυνατότητες παρακολούθησης με ένα πρόσθετο πρωτόκολλο ή, από κοινού με τη ρύθμιση της προστασίας δεδομένων, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της σύμβασης για την προστασία δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα υπονομεύσει το επίπεδο νομικής προστασίας που έχει καθιερωθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ούτε θα μειώσει την ευελιξία που είναι αναγκαία για την προσαρμογή σε περαιτέρω εξελίξεις·

2.   καλoύνται τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δημιουργήσουν ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αποτελούμενο από εκπροσώπους των εθνικών φορέων που είναι επιφορτισμένοι με την εποπτεία των επιδόσεων των κρατών μελών όσον αφορά το σεβασμό των θεμελιωδών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών τους, προκειμένου να διερευνήσουν το κατά πόσον οι εθνικές νομοθεσίες που αφορούν τις υπηρεσίες πληροφοριών είναι συμβατές με την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, να επανεξετάσουν τις νομοθετικές ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του απορρήτου της αλληλογραφίας και των επικοινωνιών, να συμφωνήσουν για την υποβολή σύστασης προς τα κράτη μέλη με σκοπό την κατάρτιση κώδικα συμπεριφοράς που θα διασφαλίζει, για όλους τους ευρωπαίους πολίτες που διαμένουν στην επικράτεια των κρατών μελών, την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, και επιπλέον να εξασφαλίσουν ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών θα ασκούν τις δραστηριότητές τους σε πνεύμα σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τηρώντας τις προϋποθέσεις που περιέχονται στο κεφάλαιο 8 της παρούσας έκθεσης και ειδικότερα στο σημείο 8.3.4, και οι οποίες απορρέουν από της διατάξεις του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών·

3.   καλούνται τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να θεσπίσουν πρόσθετο πρωτόκολλο το οποίο καθιστά δυνατή την προσχώρηση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην ΕΣΔΑ, ή να εξετάσουν άλλα μέτρα με στόχο να αποκλεισθούν συγκρούσεις της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

4.   καλούνται τα κράτη μέλη να εγκρίνουν τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατά την επόμενη Διακυβερνητική Διάσκεψη ως νομικά δεσμευτική και εφαρμόσιμη πράξη, προκειμένου κατ' αυτόν τον τρόπο να αναβαθμίσουν το επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής· καλούνται τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να εφαρμόζουν, στο πλαίσιο των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων τους, τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει ο Χάρτης·

5.   καλούνται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ΗΠΑ να συνάψουν συμφωνία που θα θεσπίζει ότι κάθε ένα εκ των δύο μερών σέβεται έναντι του άλλου τις διατάξεις προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και του απορρήτου των επικοινωνιών των επιχειρήσεων που εφαρμόζονται στους δικούς της πολίτες και επιχειρήσεις·

6.   καλούνται τα κράτη μέλη να συνάψουν με τρίτες χώρες συμφωνία για το σκοπό της μεγαλύτερης προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών της ΕΕ, στην οποία συμφωνία όλα τα συμβαλλόμενα κράτη θα δεσμεύονται, στην περίπτωση μέτρων παρακολούθησης ενός συμβαλλόμενου κράτους σε ένα άλλο συμβαλλόμενο κράτος, να ενημερώνεται το τελευταίο για τα σχεδιαζόμενα μέτρα·

7.   καλείται ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ να αναθέσει στην αρμόδια επιτροπή την υποβολή προτάσεων, οι οποίες στοχεύουν στην προσαρμογή του άρθρου 17 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο να εγγυάται την προστασία της ιδιωτικής ζωής λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές καινοτομίες··

8.   καλούνται οι ΗΠΑ να υπογράψουν το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, προκειμένου να καταστούν δυνατές ατομικές προσφυγές κατά των ΗΠΑ λόγω της παραβίασής του, ενώπιον της Συμβατικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων· καλούνται οι σχετικές αμερικανικές ΜΚΟ, ιδίως η ACLU (American Civil Liberties Union) και EPIC (Electronic Privacy Information Center) να ασκήσουν αντίστοιχη πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση·

9.   ζητείται επιμόνως από το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να δώσουν υψηλή προτεραιότητα στη δημιουργία συστήματος δημοκρατικού ελέγχου και εποπτείας του αυτόνομου ευρωπαϊκού μηχανισμού πληροφοριών και στην ανάληψη και άλλων κοινών και συντονισμένων δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο· προτείνει δε να δοθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σημαντικός ρόλος στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος ελέγχου και εποπτείας·

όσον αφορά εθνικά νομοθετικά μέτρα για την προστασία πολιτών και επιχειρήσεων

10.   προτρέπονται τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν και, εάν χρειασθεί, να αναπροσαρμόσουν ολόκληρη τη σχετική με τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών νομοθεσία τους ως προς τη συμβατότητά της με τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται στην ΕΣΔΑ, καθώς και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων· καλούνται να παράσχουν σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες τις ίδιες νομικές διασφαλίσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας· εφόσον η νομοθεσία τους προβλέπει διακρίσεις όσον αφορά τις αρμοδιότητες παρακολούθησης των μυστικών υπηρεσιών, καλούνται να τις καταργήσουν·

11.   τα κράτη μέλη καλούνται να επιδιώξουν ένα κοινό επίπεδο προστασίας από τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών, και προς τούτο να επεξεργαστούν κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος να προσδιορίζεται από το ανώτατο επίπεδο που υπάρχει σε κάποιο κράτος μέλος, καθώς οι θιγόμενοι από τη δραστηριότητα μιας αλλοδαπής υπηρεσίας πληροφοριών πολίτες είναι κατά κανόνα πολίτες άλλων κρατών και κατά συνέπεια και άλλων κρατών μελών· παρόμοιος κώδικας συμπεριφοράς πρέπει επίσης να συμφωνηθεί με τις ΗΠΑ·

12.   καλούνται τα κράτη μέλη να θέσουν από κοινού τα μέσα τους παρακολούθησης των επικοινωνιών προκειμένου να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα της ΚΕΠΠΑ στους τομείς των πληροφοριών, της καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της διάδοσης των πυρηνικών όπλων ή του διεθνούς λαθρεμπορίου ναρκωτικών, με τον σεβασμό των διατάξεων προστασίας της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και του απορρήτου των επικοινωνιών των επιχειρήσεων, υπό τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής··

όσον αφορά ειδικά νομικά μέτρα για την καταπολέμηση της οικονομικής κατασκοπείας

13.   καλούνται τα κράτη μέλη να εξετάσουν σε ποιο βαθμό μπορούν να καταπολεμηθούν με ρυθμίσεις στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο η βιομηχανική κατασκοπεία και η δωροδοκία για το σκοπό της εξασφάλισης συμβάσεων, και ειδικότερα κατά πόσον θα ήταν εφικτή μια ρύθμιση στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η οποία λαμβάνει υπόψη της την στρεβλωτική για τον ανταγωνισμό επίπτωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς, π.χ. ορίζοντας ότι τέτοιες συμβάσεις είναι άκυρες· καλούνται οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και ο Καναδάς να συνταχθούν με τις πρωτοβουλίες αυτές·

14.   καλούνται τα κράτη μέλη να αναλάβουν δεσμευτική υποχρέωση να μην διενεργούν βιομηχανική κατασκοπεία το ένα εναντίον του άλλου, άμεσα ή με την κάλυψη ξένης δυνάμεως η οποία είναι δυνατόν να εκτελεί επιχειρήσεις στο έδαφός τους, ούτε να επιτρέπουν σε ξένη δύναμη να διενεργεί επιχειρήσεις κατασκοπείας από το έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ, προκειμένου να γίνεται σεβαστό το πνεύμα και το γράμμα της Συνθήκης ΕΚ·

15.   καλούνται τα κράτη μέλη και η κυβέρνηση των ΗΠΑ να εγκαινιάσουν έναν ανοικτό διάλογο ΗΠΑ-ΕΕ για την οικονομική κατασκοπεία·

16.   καλούνται οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου να εξηγήσουν το ρόλο τους στο πλαίσιο της συμφωνίας UKUSA σε σχέση με την ύπαρξη ενός συστήματος τύπου ECHELON και τη χρήση τους για λόγους οικονομικής κατασκοπείας·

17.   καλούνται τα κράτη μέλη να εγγυηθούν ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών τους δεν χρησιμοποιούνται καταχρηστικώς για συγκέντρωση ανταγωνιστικών πληροφοριών, δεδομένου ότι αυτό αντιβαίνει στην υποχρέωση πίστης των κρατών μελών και στην έννοια μιας κοινής αγοράς βασιζόμενης στον ελεύθερο ανταγωνισμό·

όσον αφορά μέτρα εφαρμογής του δικαίου και ελέγχου της

18.   καλούνται τα κράτη μέλη να εγγυηθούν τον δέοντα κοινοβουλευτικό και δικαστικό έλεγχο των υπηρεσιών πληροφοριών· καλούνται τα εθνικά κοινοβούλια τα οποία δεν διαθέτουν ίδια κοινοβουλευτικά όργανα ελέγχου για την εποπτεία των υπηρεσιών πληροφοριών, να προβούν στη σύσταση τέτοιων οργάνων·

19.   οι εθνικές επιτροπές ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών καλούνται να αποδίδουν κατά την άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί μεγάλη σημασία στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για την παρακολούθηση των δικών τους πολιτών, άλλων πολιτών της ΕΕ ή πολιτών τρίτων χωρών·

20.   καλούνται οι υπηρεσίες πληροφοριών των κρατών μελών να δέχονται δεδομένα από άλλες υπηρεσίες πληροφοριών μόνο όπου αυτές δύνανται να αποκτηθούν υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο της δικής τους χώρας, καθώς τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους προσφεύγοντας σε άλλες υπηρεσίες πληροφοριών·

21.   καλούνται η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο να εξαρτήσουν την περαιτέρω άδεια παρακολούθησης επικοινωνιών από υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ στην επικράτειά τους, από το εάν οι δραστηριότητες αυτές συμβιβάζονται με την ΕΣΔΑ, δηλαδή ότι ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας, υπάρχει πρόσβαση στη νομική βάση και είναι δυνατόν να προβλεφθεί η επίπτωση για το μεμονωμένο άτομο, καθώς και ότι υπάρχει αντίστοιχος αποτελεσματικός έλεγχος, λόγω του ότι είναι υπεύθυνες για τη συμβατότητα με τα ανθρώπινα δικαιώματα της επιτρεπόμενης ή απλώς ανεκτής δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών στην επικράτειά τους·

όσον αφορά μέτρα ενίσχυσης της αυτοπροστασίας πολιτών και επιχειρήσεων

22.   καλούνται η Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προειδοποιήσουν τους πολίτες και τις επιχειρήσεις τους ότι οι διεθνείς τους επικοινωνίες ενδέχεται, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρακολουθούνται· η ενημέρωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από πρακτική αρωγή για το σχεδιασμό και τη χρήση αποτελεσματικών μέτρων προστασίας που θα εξασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια της τεχνολογίας των πληροφοριών·

23.   καλούνται η Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν μια αποτελεσματική και ενεργό πολιτική για την ασφάλεια στην κοινωνία της πληροφορίας· επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο να συνειδητοποιήσουν πληρέστερα όλοι οι χρήστες των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας την ανάγκη προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών· ζητεί επίσης να συσταθεί πανευρωπαϊκής εμβέλειας, συντονισμένο δίκτυο υπηρεσιών που θα είναι σε θέση να παρέχουν πρακτική αρωγή για το σχεδιασμό και την εφαρμογή στρατηγικών αποτελεσματικής προστασίας·

24.   καλούνται η Επιτροπή και τα κράτη μέλη να επεξεργασθούν κατάλληλα μέτρα για την προώθηση, την ανάπτυξη και την κατασκευή ευρωπαϊκής τεχνολογίας και λογισμικού κρυπτογράφησης, και ιδίως να υποστηρίξουν προγράμματα που έχουν ως στόχο την ανάπτυξη φιλικού προς τον χρήστη λογισμικού κρυπτογράφησης, του οποίου ο πηγαίος κώδικας θα είναι προσιτός σε όλους·

25.   καλούνται η Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν έργα ανάπτυξης λογισμικού, του οποίου ο πηγαίος κώδικας θα είναι προσιτός σε όλους, λόγω του ότι έτσι μόνο μπορεί να διασφαλισθεί ότι δεν έχουν ενσωματωθεί "κερκόπορτες" στα προγράμματα· καλείται η Επιτροπή να καθορίσει τα χαρακτηριστικά του επιπέδου ασφαλείας του λογισμικού ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τοποθετώντας στην λιγότερο αξιόπιστη κατηγορία τα προγράμματα των οποίων ο πηγαίος κώδικας δεν έχει δημοσιοποιηθεί·

26.   καλούνται τα ευρωπαϊκά όργανα καθώς και οι δημόσιες διοικήσεις των κρατών μελών να εφαρμόζουν συστηματικά την κρυπτογράφηση των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προκειμένου η κρυπτογράφηση να καταστεί μακροπρόθεσμα η συνήθης πρακτική·

όσον αφορά μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας των θεσμικών οργάνων

27.   καλούνται τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οι δημόσιες διοικήσεις των κρατών μελών να φροντίσουν για την επιμόρφωση των υπαλλήλων τους και την εξοικείωσή τους, μέσω των κατάλληλων σεμιναρίων και της πρακτικής εξάσκησης, με τις σύγχρονες τεχνικές κρυπτογράφησης·

28.   καλείται η Επιτροπή να αναθέσει την εκπόνηση ανάλυσης ασφαλείας, από την οποία θα προκύψει τι πρέπει να προστατευθεί, καθώς και να χαράξει στρατηγική προστασίας·

29.   καλείται η Επιτροπή να εκσυγχρονίσει το σύστημα κρυπτογράφησής της σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα, δεδομένου ότι ο εκσυγχρονισμός είναι επειγόντως απαραίτητος· καλείται η την αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή (Συμβούλιο από κοινού με το Κοινοβούλιο) να διαθέσει τους αναγκαίους πόρους·

30.   καλείται η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να συντάξει έκθεση πρωτοβουλίας, η οποία θα έχει ως περιεχόμενο την ασφάλεια και την προστασία απορρήτου στα ευρωπαϊκά όργανα·

31.   καλείται η Επιτροπή να διασφαλίζει την προστασία δεδομένων στα συστήματά της επεξεργασίας δεδομένων και να εντείνει την προστασία απορρήτου εγγράφων στα οποία δεν έχει πρόσβαση το κοινό·

32.   καλούνται η Επιτροπή και τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του 6ου προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες της τεχνικής κρυπτογράφησης και αποκρυπτογράφησης·

όσον αφορά άλλα μέτρα

33.   καλούνται οι επιχειρήσεις να συνεργάζονται στενότερα με τις υπηρεσίες αντικατασκοπίας, ιδίως να γνωστοποιούν σε αυτές επιθετικές ενέργειες που προέρχονται από την αλλοδαπή και έχουν σκοπό την οικονομική κατασκοπεία προκειμένου να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών·

34.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για τη δημιουργία, σε στενή συνεργασία με τη βιομηχανία και τα κράτη μέλη, ενός πανευρωπαϊκής εμβέλειας, συντονισμένου δικτύου κέντρων παροχής συμβουλών – ιδίως στα κράτη μέλη όπου δεν υπάρχουν ακόμη τέτοια κέντρα – που θα ασχολούνται με ζητήματα ασφάλειας επιχειρηματικών πληροφοριών και τα οποία, παράλληλα με την αύξηση της συνειδητοποίησης του προβλήματος, θα έχουν ως αποστολή και την παροχή πρακτικής βοήθειας·

35.   καλείται η Επιτροπή να δώσει ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά τη θέση των υποψηφίων χωρών, στις οποίες πρέπει να δοθεί υποστήριξη εάν δεν δύνανται να προβλέψουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας λόγω έλλειψης τεχνολογικής ανεξαρτησίας·

36.   καλείται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διοργανώσει διεθνές συνέδριο για την προστασία της ιδιωτικής ζωής από την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα βήμα για ΜΚΟ από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και άλλα κράτη, όπου θα μπορέσουν να συζητηθούν διασυνοριακές και διεθνείς πτυχές και ο συντονισμός των τομέων δραστηριότητας και της δράσης.

(1)Η STOA (Scientific and Technological Options Assesment) είναι μία υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αρμόδια για την ανάθεση ερευνών για λογαριασμό των κοινοβουλευτικών επιτροπών· ωστόσο, δεν πραγματοποιεί επιστημονικό έλεγχο των εκτελουμένων εργασιών.
(2)Duncan Campbell. Η κορυφαία τεχνολογία στην τεχνική της συλλογής πληροφοριών στον τομέα των επικοινωνιών (COMINT) για την αυτοματοποιημένη επεξεργασία για κατασκοπευτικούς σκοπούς συλλογής πληροφοριών από ελεγχόμενα πολύγλωσσα συστήματα ευρυζωνικών μισθωμένων κυκλωμάτων και από τα δημόσια δίκτυα μετάδοσης και η δυνατότητα εφαρμογής της στον καθορισμό και την επιλογή των στόχων της COMINT συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης ομιλίας, Τόμος 2/5 στο: STOA (επιμ.) Ανάπτυξη τεχνολογίας παρακολούθησης και κίνδυνος κατάχρησης πληροφοριών οικονομικής φύσης (Οκτώβριος 1999), ΡΕ 168.184.
(3)Steve Wright, Αξιολόγηση τεχνολογιών πολιτικού ελέγχου, ενδιάμεση μελέτη της STOA (1998), ΡΕ 166.499/ΙΝΤ.ST, 20
(4)Duncan Campbell. Η κορυφαία τεχνολογία στην τεχνική της συλλογής πληροφοριών στον τομέα των επικοινωνιών (COMINT) για την αυτοματοποιημένη επεξεργασία για κατασκοπευτικούς σκοπούς συλλογής πληροφοριών από ελεγχόμενα πολύγλωσσα συστήματα ευρυζωνικών μισθωμένων κυκλωμάτων και από τα δημόσια δίκτυα μετάδοσης και η δυνατότητα εφαρμογής της στον καθορισμό και την επιλογή των στόχων της COMINT συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης ομιλίας, Τόμος 2/5 στο: STOA (επιμ.) Ανάπτυξη τεχνολογίας παρακολούθησης και κίνδυνος κατάχρησης πληροφοριών οικονομικής φύσης (Οκτώβριος 1999), ΡΕ 168.184.
(5)Ανακοινωθέν τύπου της Raytheon Corp., http://www.raytheon.com/suvam/contract.html; Scott Shane, Tomm Bowman, America's Fortress of Spies, Baltimore Sun,, 3.12.1995.
(6)Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 5ης Ιουλίου 2000, Β5-0593/2000, ΕΕ C 121 της 24.4.2001 σελ. 131.
(7)Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής από 19 Απριλίου 1995 σχετικά με τις λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος εξέτασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (95/167/ ΕΚ), άρθρο 3 παράγραφος 3-5
(8)Βλ. κεφάλαιο 5.5.4
(9)Η "Commission on the Roles and Capabilities of the US Intelligence Community" διαπιστώνει στην έκθεσή της "Preparing for the 21st Century: An Appraisal of U.S. Intelligence" (1996) ότι το 95% όλων των οικονομικών πληροφοριών προέρχονται από δημόσια προσιτές πηγές (στο κεφάλαιο 2 "The Role of intelligence"). http://www.gpo.gov/int/report.html.
(10)Εάν η υπηρεσία πληροφοριών έχει πρόσβαση στο καλωδιακό δίκτυο μπορεί να παρακολουθεί τόσο τις επικοινωνίες που κατευθύνονται προς το εξωτερικό όσο και εκείνες που προέρχονται από το εξωτερικό. Εάν η υπηρεσία πληροφοριών υποκλέπτει δορυφορικές επικοινωνίες, έχει πρόσβαση μόνο στην κατερχόμενη ζεύξη, αλλά μπορεί να παρακολουθεί όλες τις επικοινωνίες που μεταφέρονται σ' αυτήν, δηλαδή και εκείνες που δεν προορίζονται για το πεδίο αρμοδιότητάς της. Δεδομένου ότι η ζώνη κάλυψης των δορυφόρων κατά κανόνα εκτείνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη ή και σε μεγαλύτερες περιοχές (βλ. Κεφ. 4, 4.2.5) με τη βοήθεια ενός σταθμού δορυφορικής λήψης σε ένα ευρωπαϊκό κράτος είναι δυνατόν να υποκλαπούν δορυφορικές επικοινωνίες σε ολόκληρη την Ευρώπη.
(11)Manfred Fink, Lauschziel Wirtschaft – Abhörgefahren und –techniken, Vorbeugung und Abwehr, Richard Boorberg Verlag (1996)
(12)Με τη βοήθεια μιας έκδοσης επίδειξης του Visual Router, ενός προγράμματος που δείχνει ποιά διαδρομή ακολουθεί μια σύνδεση στο Ιντερνέτ, αποδείχτηκε ότι μια σύνδεση από τη Γερμανία προς την Αγγλία, τη Φινλανδία ή την Ελλάδα διεκπεραιώνεται μέσω ΗΠΑ ή Μεγάλης Βρετανίας. Μια σύνδεση από τη Γερμανία προς τη Γαλλία περνάει επίσης από τη Μεγάλη Βρετανία. Συνδέσεις από το Λουξεμβούργο προς το Βέλγιο, την Ελλάδα, τη Σουηδία ή την Πορτογαλία διεκπεραιώνονται μέσω ΗΠΑ, ενώ συνδέσεις προς τη Γερμανία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες ή την Αυστρία μέσω του διακλαδωτήρα στο Λονδίνο. http://www.visualroute.cgan.com.hk.
(13)U. Freyer, Nachrichtenübertragungstechnik, Hanser Verlag 2000
(14)Hans Dodel, Satellitenkommunikation, Hüthig Verlag 1999
(15)Επιστολή του Υφυπουργού του γερμανικού Ομοσπονδιακού Υπουργείου Άμυνας Walter Kolbow στον εισηγητή από 14.2.2001
(16)Süddeutsche Zeitung αρ. 80, 5.4.2001, σελ. 6
(17)Jeffrey T. Richelson, The U.S. Intelligence Community, Ballinger, (1989), 188 , 190
(18)Επιστολή του Υφυπουργού του γερμανικού Ομοσπονδιακού Υπουργείου Άμυνας Walter Kolbow στον εισηγητή από 14.2.2001
(19)Α. Andronov, Zarubezhnoye voyennoye obozreniye, αριθ. 12, 1993, 37-43
(20)Ιδιωτική πληροφορία προς τον εισηγητή, από προστατευόμενη πηγή
(21)Ιδιωτική πληροφορία προς τον εισηγητή, από προστατευόμενη πηγή
(22)BverfG, 1 BvR 2226/94 από 14.7.1999, Εδάφιο 1
(23)Νόμος περί περιορισμού του απορρήτου επιστολών, του ταχυδρομικού απορρήτου και του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών (Νόμος του άρθρου 10 του Θεμελιώδους Νόμου) από 13.8.1968
(24)Πληροφορίες από απαντήσεις παρόχων υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών ορισμένων κρατών μελών σε ερωτήματα της επιτροπής.
(25)Ιστοσελίδα της Deutsche Telekom: www.detesat.com/deutsch/
(26)Hans Dodel, Satellitenkommunikation, Hüthig Verlag (1999), Georg E. Thaler, Satelliten im Erdorbit, Franzisverlag (1999)
(27)Georg E. Thaler, Satelliten im Erdorbit, Franzisverlag (1999)
(28)Πρβλ. σχετικά Hans Dodel, Satellitenkommunikation, Hüthig Verlag (1999)
(29)Ιστοσελίδα της Ομοσπονδίας Αμερικανών Επιστημόνων, http://www.geo-orbit.org
(30)Hans Dodel, ιδιωτική πληροφορία
(31)Ιστοσελίδα INTELSAT http://www.intelsat.com
(32)Ιστοσελίδα της INTERSPUTNIK: http://www.intersputnik.com
(33)Ιστοσελίδα της INMARSAT: http://www.inmarsat.com
(34)Ιστοσελίδα της PANAMSAT http://www.panamsat.com
(35)Ιστοσελίδα της EUTELSAT: http://www.eutelsat.com
(36)Ιστοσελίδα της ARABSAT: http://www.arabsat.com
(37)Hans Dodel, Satellitenkommunikation, Hüthig Verlag (1999)
(38)Hans Dodel, Satellitenkommunikation, Hüthig Verlag (1999) και έρευνες στο Διαδίκτυο
(39)Δορυφόρος 706 της INTELSAT, 307°E, ζώνες κάλυψης από την ιστοσελίδα της INTELSAT, http://www.intelsat.com
(40)Ο εισηγητής έχει πληροφορίες από προστατευμένη πηγή, ότι αυτό ισχύει.
(41)Nicky Hager, Exposing the global surveillance system http://www.ncoic.com/echelon1.htm http://www.ncoic.com/echelon1.htm
Nicky Hager, Secret Power. New Zealands´s Role in the International Spy Network, Craig Potton Publishing (1996)
(42)Jeffrey T. Richelson, Desperately Seeking Signals, The Bulletin of the Atomic Scientists Vol 56 Nr. 2, 47-51, http://www.bullatomsci.org/issues/2000/ma00/ma00richelson.html http://www.bullatomsci.org/issues/2000/ma00/ma00richelson.html
Jeffrey T. Richelson, The U.S. Intelligence Community, Westview Press 1999
(43)Duncan Campbell. Η κορυφαία τεχνολογία στην τεχνική της συλλογής πληροφοριών στον τομέα των επικοινωνιών (COMINT) για την αυτοματοποιημένη επεξεργασία για κατασκοπευτικούς σκοπούς συλλογής πληροφοριών από ελεγχόμενα πολύγλωσσα συστήματα ευρυζωνικών μισθωμένων κυκλωμάτων και από τα δημόσια δίκτυα μετάδοσης και η δυνατότητα εφαρμογής της στον καθορισμό και την επιλογή των στόχων της COMINT συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης ομιλίας, Τόμος 2/5 στο: STOA (επιμ.) Ανάπτυξη τεχνολογίας παρακολούθησης και κίνδυνος κατάχρησης πληροφοριών οικονομικής φύσης (Οκτώβριος 1999), ΡΕ 168.184. http://www.europarl.eu.int/dg4/stoa/en/publi/pdf/98-14-01-2en.pdf http://www.europarl.eu.int/dg4/stoa/en/publi/pdf/98-14-01-2en.pdf
Duncan Campbell, Inside Echelon, 25.7.2000, http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6928/1.html http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6928/1.html
Duncan Campbell, Interception Capabilities - Impact and Exploitation – Echelon and its role in COMINT, που υποβλήθηκε στην προσωρινή επιτροπή Echelon του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 22 Ιανουαρίου 2001
Federation of American Scientists (FAS), http://www.fas.org/irp/nsa/nsafacil.html http://www.fas.org/irp/nsa/nsafacil.html
(44)Jeffrey T. Richelson, Newly released documents on the restrictions NSA places on reporting the identities of US-persons: Declassified, http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB23/index.html http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB23/index.html
(45)Federation of American Scientists (FAS), http://www.fas.org/ http://www.fas.org/
(46)Military.com; ιστοσελίδες *.mil-
(47)Domestic and External Security Secretariat, Department of the Prime Minister and Cabinet, Securing our Nation's Safety (2000), http://www.dpmc.govt.nz/dess/securingoursafety/index.html http://www.dpmc.govt.nz/dess/securingoursafety/index.html
(48)Χρησιμοποιούμενες συντμήσεις: NAVSECGRU: Naval Security Group, INSCOM: United States Army Intelligence And Security Command, AIA: Air Intelligence Agency, IG: Intelligence Group, IS: Intelligence Sqadron, IW: Intelligence Wing, IOG: Information Operation Group, MIG: Military Intelligence Group
(49)"Παρέχει ενισχυμένη υποστήριξη πληροφοριών σε επιχειρησιακούς διοικητές της Πολεμικής Αεροπορίας και άλλους καταναλωτές πληροφοριών δορυφορικών επικοινωνιών που συλλέγονται από σταθμούς εκστρατείας που διοικούνται από το Ναυτικό." Από την ιστοσελίδα της 44ης Intelligence Group http://www.aia.af.mil http://www.aia.af.milhttp://www.aia.af.mil http://www.aia.af.mil
(50)Proof Committee Hansard, Joint Standing Committee on Treaties, Reference: Pine Gap, 9 August 1999, Canberra; http://www.aph.gov.au/hansard
(51)Proof Committee Hansard, Joint Standing Committee on Treaties, Reference: Pine Gap, 9 August 1999, Canberra; http://www.aph.gov.au/hansard
(52)Domestic and External Security Secretariat, Department of the Prime Minister and Cabinet "Securing our Nation's Safety", Dezember 2000, http://www.dpmc.govt.nz/dess/securingoursafety/index.html http://www.dpmc.govt.nz/dess/securingoursafety/index.html
(53)Domestic and External Security Secretariat, Department of the Prime Minister and Cabinet: "Securing our Nations Safety", Dezember 2000, http://www.dpmc.govt.nz/dess/securingoursafety/index.html http://www.dpmc.govt.nz/dess/securingoursafety/index.html: "Το 1989, [...] το GCSB άνοιξε το σταθμό παρακολούθησης δορυφορικών επικοινωνιών στο Waihopai, κοντά στο Blenheim. [...] Συλλέγονται πληροφορίες από ποικιλία αλλοδαπών επικοινωνιακών σημάτων και μη επικοινωνιακών, όπως ραντάρ. Το GCSB όχι μόνο συλλαμβάνει τα σήματα, αλλά και επεξεργάζεται, αποκρυπτογραφεί ή αποκωδικοποιεί και/ή μεταφράζει τις πληροφορίες που περιέχουν τα σήματα και στη συνέχεια τα μεταβιβάζει ως έκθεση στο αρμόδιο υπουργείο ή κρατική υπηρεσία."
(54)Nicky Hager, Secret Power. New Zealands´s Role in the International Spy Network, Craig Potton Publishing (1996), 182
(55)Ανακοίνωση της 31.5.2001 από την ιστοσελίδα της INSCOM, http://www.vulcan.belvoir.army.mil/bas_to_close.asp http://www.vulcan.belvoir.army.mil/bas_to_close.asp http://www.vulcan.belvoir.army.mil/bas_to_close.asp http://www.vulcan.belvoir.army.mil/bas_to_close.asphttp://www.vulcan.belvoir.army.mil/bas_to_close.asp http://www.vulcan.belvoir.army.mil/bas_to_close.asp
(56)Christopher Andrew, The making of the Anglo-American SIGINT Alliance in Hayden B. Peake, Samuel Halpern (Eds.), In the Name of Intelligence. Essays in Honor of Walter Pforzheimer, NIBC Press (1994), 95 -109
(57)Christopher Andrew,The making of the Anglo-American SIGINT Alliance, ό.π., 99: „At a meeting in London on 31 August 1940 between the British Chiefs of Staff and the American Military Observer Mission, the US Army representative, Brigadier General George V. Strong, reported that it had recently been arranged in principle between the British and the United States Governments that periodic exchange of information would be desirable, and said that ´the time had come or a free exchange of intelligence´". (παρατίθεται στο: COS (40) 289, CAB 79/6, PRO. Smith, The Ultra Magic Deals, 38, 43f. Sir F.H. Hinsley, et al., British Intelligence in the Second World War, Vol. I, 312f)
(58)Christopher Andrew, The making of the Anglo-American SIGINT Alliance, ό.π., 100: „ In the spring of 1941, Steward Menzies, the Chief of SIS, appointed an SIS liaison officer to the British Joint Services Mission in Washington, Tim O´Connor, […], to advice him on cryptologic collaboration”
(59)Christopher Andrew, The making of the Anglo-American SIGINT Alliance, ό.π., 100 (Sir F.H. Hinsley, et al., British Intelligence in the Second World War, Vol II, 56)
(60)Christopher Andrew, The making of the Anglo-American SIGINT Alliance, ό.π., 101 (Sir F.H. Hinsley, et al., British Intelligence in the Second World War, Vol. II, 48)
(61)Christopher Andrew, The making of the Anglo-American SIGINT Alliance ibidem, 101f: Interviews mit Sir F.H. Hinsley, „Operations of the Military Intelligence Service War Department London (MIS WD London),” 11 June 1945, Tab A, RG 457 SRH-110, NAW
(62)Harry S. Truman, Memorandum for the Secretaries of the State, War and the Navy, 12 Sept. 1945: „The Secretary of War and the Secretary of the Navy are hereby authorised to direct the Chief of Staff, U.S. Army and the Commander in Chief, U.S. Fleet; and Chief of Naval Oerations to continue collaboration in the field of communication intelligence between the United States Army and Navy and the British, and to extend, modify or discontinue this collaboration, as determined to be in the best interests of the United States.“ (zitiert nach Bradley F. Smith, The Ultra-Magic Deals and the Most Secret Special Relationship, Presidio (1993)),
(63)Christopher Andrew, The making of the Anglo-American SIGINT Alliance in Hayden Peake and Samuel Halpern (Eds), In the Name of Intelligence. Essays in Honor of Walter Pforzheimer, NIBC Press (1995), 95 –109: Interviews with Sir Harry Hinsley, March/April 1994, who did a part of the negotiations; Interviews with Dr. Louis Tordella, Deputy Director of NSA from 1958 to 1974, who was present at the signing
(64)Intelligence and Security Committee Annual Report 1999-2000. Presented to Parliament by the Prime Minister by Command of Her Majesty, November 2000, 8 Rz 14
Πρωτότυπο κείμενο: "The quality of intelligence gathered clearly reflects the value of the close co-operation under the UKUSA agreement. A recent illustration of this occurred when the US National Security Agency's (NSA) equipment accidentally failed and for some three days US customers, as well as GCHQ's normal UK customers, were served directly from GCHQ."
(65)Domestic and External Secretariat des Department of the Prime Minister and Cabinet von Neuseeland, Securing our Nation's Safety. How New Zealand manages its security and intelligence agencies (2000).
Πρωτότυπο κείμενο: "The operation of the GCSB is directed solely by the New Zealand Government. It is, however, a member of a long-standing collaborative international partnership for the exchange of foreign intelligence and the sharing of communications security technology. The other members of the partnership are the USA's National Security Agency (NSA), the UK's Government Communications Headquarters (GCHQ) Australia's Defence Signals Directorate (DSD), and Canada's Communications Security Establishment (CSE). New Zealand gains considerable benefit from this arrangement, as it would be impossible for New Zealand to generate the effectiveness of the five nation partnership on its own."
(66)„Όροι/Συντμήσεις/Ακρωνύμια“ που δημοσιεύθηκε από το Κέντρο Εκπαίδευσης Πληροφοριών του Ναυτικού και του Σώματος Πεζοναυτών των ΗΠΑ (NMITC) στην θέση http://www.cnet.navy.mil/nmitc/training/u.html
(67)Martin Brady, Διευθυντής της DSD, Επιστολή της 16.3.1999 στον Ross Coulthart, Sunday Program Channel 9
(68)Andrew, Christopher „The growth of the Australian Intelligence Community and the Anglo-American Connection“, 223-4
(69)Richelson, Jeffrey T., The National Security Agency Declassified, National Security Archive Electronic Briefing Book no. 24, George Washington University http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB23/index.html http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB23/index.html
(70)Richelson, Jeffrey T., The National Security Agency Declassified, National Security Archive Electronic Briefing Book no. 24, George Washington University http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB35/index.html http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB35/index.html
(71)ΈγγραφοC:\Data\Doc_EL\RR\445698EL.doc 1. NSCID 9, "Communications Intelligence," March 10, 1950.C:\Data\Doc_EL\RR\445698EL.doc 1. NSCID 9, "Communications Intelligence," March 10, 1950.
(72)Έγγραφο 2β. National Security Council Intelligence Directive No. 9, Communications Intelligence, December 29, 1952.
(73)Έγγραφο 4. Department of Defense Directive S-5100.20, "The National Security Agency and the Central Security Service," December 23, 1971.
(74)Έγγραφο 16. Statement for the Record of NSA Director Lt Gen Michael V. Hayden, USAF before the House Permanent Select Committee on Intelligence, April 12, 2000.
(75)·Εγγραφο 10. Farewell from Vice Admiral William O. Studeman to NSA Employees, April 8, 1992.
(76)Έγγραφο 7. United States Signals Intelligence Directive [USSID] 18, "Legal Compliance and Minimization Procedures," July 27, 1993.
(77)Έγγραφο 2α. Memorandum from President Harry S. Truman to the Secretary of State, the Secretary of Defense, Subject: Communications Intelligence Activities, October 24, 1952.
Έγγραφο 2β. National Security Council Intelligence Directive No. 9, Communications Intelligence, December 29, 1952.
(78)Έγγραφο 9. NAVSECGRU Instruction C5450.48A, Subj: Mission, Functions and Tasks of Naval Security Group Activity (NAVSECGRUACT) Sugar Grove, West Virginia, September 3, 1991.
(79)Έγγραφο 12. "Activation of Echelon Units," from History of the Air Intelligence Agency, 1 January - 31 December 1994, Volume I (San Antonio, TX: AIA, 1995).
(80)Έγγραφο 9. NAVSECGRU Instruction C5450.48A, Subj: Mission, Functions and Tasks of Naval Security Group Activity (NAVSECGRUACT) Sugar Grove, West Virginia, September 3, 1991.
(81)Έγγραφο 12. "Activation of Echelon Units," from History of the Air Intelligence Agency, 1 January - 31 December 1994, Volume I (San Antonio, TX: AIA, 1995).
(82)Department of the Navy, Naval Security Group Instruction C5450.32E της 9.5.1996
(83)Naval Security Group Instruction C5450.33B της 8.8.1996
(84)COMINT Report der NSA aus Fort George G. Meade, Maryland της 31. August 1972
(85)Department of the Navy, Fact and Justification Sheet for the Establishment of U.S. Naval Security Group Activity vom 23.2.1995 und Department of the Navy, Naval Security Group Instruction C5450.62 της 30.1.1996
(86)Department of the Navy, Naval Security Group Instruction C5450.63 της 25.10.1995
(87)Department of the Navy, Naval Security Group Instruction C5450.60A της 8.4.1996
(88)Naval Security Group Instruction C5450.55B της 8.8.1996
(89)Έγγραφο 9. NAVSECGRU Instruction C5450.48A, Subj: Mission, Functions and Tasks of Naval Security Group Activity (NAVSECGRUACT) Sugar Grove, West Virginia, September 3, 1991
(90)Dissemination of U.S. Government Organizations and Officials, μνημόνιο 5 Φεβρουαρίου 1993; Reporting Guidance on References to the First Lady, 8 Ιουλίου 1993; Reporting Guidance on Former President Carter’s Involvement in the Bosnian Peace Process, 15 Δεκεμβρίου 1994; Understanding USSID 18, 30 Σεπτεμβρίου 1997; οδηγία USSID 18, 14 Φεβρουαρίου 1998;
NSA/US IDENTITIES IN SIGINT, Μάρτιος 1994; Statement for the record of NSA Director Lt Gen Michael V. Hayden, USAF, 12 Απριλίου 2000)
(91)Έγγραφο 4. Department of Defense Directive S-5100.20, "The National Security Agency and the Central Security Service," December 23, 1971
(92)Έγγραφο 5α. NSCID 6, "Signals Intelligence," February 17, 1972.
(93)Ιστοσελίδα του Intelsat, http://www.intelsat.int/index.htm
(94)Ιστοσελίδα του Inmarsat, http://www.inmarsat.org/index3.html
(95)Duncan Campbell, Inside Echelon. Zur Geschichte, Technik und Funktion des unter dem Namen Echelon bekannten globalen Abhör- und Filtersystems, http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6928/1.html http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6928/1.html
(96)Ιστοσελίδα του Advocacy Center, http://www.ita.doc.gov/td/advocacy/index.html
Ο εισηγητής θέλησε, στο πλαίσιο του ταξιδιού του στην Ουάσινγκτον, να δώσει στο Advocacy Center την ευκαιρία να τοποθετηθεί σχετικά με αυτές τις κατηγορίες. Συμφωνήθηκε αρχικά μια συνάντηση, η οποία όμως ακυρώθηκε από το Υπουργείο Εμπορίου λίγο πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία.
(97)Jeffrey T.Richelson, The National Security Agency Declassified, National Security Archive Electronic Briefing Book no. 24, George Washington University, http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB23/index.html http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB23/index.html
(98)Jeffrey T. Richelson, Desmond Ball, The Ties That Bind, Boston UNWIN HYMAN (1985)
(99)Jeffrey T. Richelson, The U.S. Intelligence Community4, Westview Press (1999)
(100)Jeffrey T. Richelson, Desperately Seeking Signals, The Bulletin of the Atomic Scientists, Vol. 56, No. 2/2000, 47-51, http://www.bullatomsci.org/issues/2000/ma00/ma00richelson.html http://www.bullatomsci.org/issues/2000/ma00/ma00richelson.html
(101)James Bamford, The Puzzle Palace, Inside the National Security Agency, America's most secret intelligence organization (1983)
(102)James Bamford, Body of Secrets. Anatomy of the Ultra-Secret National Security Agency. From the Cold War Through the Dawn of a New Century, Doubleday Books (2001)
(103)James Bamford, Body of Secrets. Anatomy of the Ultra-Secret National Security Agency. From the Cold War Through the Dawn of a New Century, Doubleday Books (2001), 404.
(104)Bo Elkjaer, Kenan Seeberg, ECHELON singles out the Red Cross, A bombshell in the surveillance scandal: The organization is a possible surveillance target, Ekstra Bladet, Denmark, 8.3.2000, http://cryptome.org/echelon-red.htm http://cryptome.org/echelon-red.htm
(105)Bo Elkjaer, Kenan Seeberg, Echelon was my baby – Interview with Margaret Newsham, Ekstra Bladet, 17.1.1999
(106)Τηλεοπτική συνέντευξη από την εκπομπή του NBC "60 Minutes" από 27.2.2000; http://cryptome.org/echelon-60min.htm
(107)Communication Security Establishment, υπάγεται στο καναδικό υπουργείο άμυνας, λειτουργεί Sigint
(108)Τηλεοπτική συνέντευξη του NBC "60 Minutes" από 27.2.2000; http://cryptome.org/echelon-60min.htm
(109)Rötzer, Die NSA geht wegen Echelon an die Öffentlichkeit·
http://www.heise.de/bin/tp/issue/download.cgi?artikelnr=6633&rub_ordner=special
(110)Τηλεοπτική συνέντευξη του NBC "60 Minutes" από 27.2.2000· http://cryptome.org/echelon-60min.htm
(111)Συνέντευξη του αυστραλιανού τηλεοπτικού σταθμού Channel 9 από 23.3.1999·
http://www.geocities.com/CapitolHill/Senate/8789/sunday1.htm
(112)Bronskill, Canada a key snooper in huge spy network, Ottawa citizen, 24.10.2000, http://www.ottawacitizen.com/national/990522/2630510.html
(113)James Woolsey, Remarks at the Foreign Press Center, Transcript, 7.3.2000, http://cryptome.org/echelon-cia.htm http://cryptome.org/echelon-cia.htm
(114)Commons Written Answers, House of Commons Hansard Debares
(115).7.1995.
(116).10.1994
(117).12.1997
(118).5.2000
(119).7.1995
(120).3.1999, 6.7.1999
(121).12.1997
(122)Intelligence and Security Committee (UK), Annual Report 1999-2000, σ. 14, η οποία υποβλήθηκε στο Κοινοβούλιο και τον Πρωθυπουργό τον Νοέμβριο του 2000.
(123)Martin Brady, Διευθυντής της DSD, Επιστολή της 16.3.1999 στον Ross Coulthart, Sunday Program Channel 9,
http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/transcript_335.asp; http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/article_335.asp
(124)Defence Signals Directorate, αυστραλιανή υπηρεσία πληροφοριών με δραστηριότητες SIGINT
(125)Martin Brady, Διευθυντής της DSD, Επιστολή της 16.3.1999 στον Ross Coulthart, Sunday Program Channel 9, http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/transcript_335.asp http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/transcript_335.asp; http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/article_335.asp http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/article_335.asphttp://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/article_335.asp http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/article_335.asp
(126)Domestic and External Secretariat des Department of the Prime Minister and Cabinet von Neuseeland, Securing our Nation's Safety. How New Zealand manages its security and intelligence agencies (2000).
Για το πρωτότυπο κείμενο της αναφοράς, βλ. την υποσημείωση στην παράγραφο 5.4.2.2
(127)Brief aan de Tweede Kamer betreffende "Het grootschalig afluisteren van moderne telecommunicatiesystemen" από 19.01.01
(128)Francesco Sorti, Dossier esclusivo. Caso Echelon. Parla Luigi Ramponi. Anche i politici sapevano, Il mondo, 17.4.1998
(129)Γραπτή ερώτηση P-0501/98 της Elly Plooij van Gorsel (ΦΙΛ) προς το Συμβούλιο (17.1.1998). Ήδη στις 14.5.1997 ο Jonas Sjöstedt είχε καταθέσει ερώτηση (H-0330/97) σχετικά με την απόφαση του Συμβουλίου της 17.1.1995 για τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών, και είχε ρωτήσει αν το θέμα αυτό είχε σχέση με το ECHELON. Αυτό το τελευταίο τμήμα της ερώτησης παρέμεινε αναπάντητο. Αντιθέτως, στις ερωτήσεις του Μιχαήλ Παπαγιαννάκη (G-004/98) και της Nel van Dijk (H.0035/98) σχετικά με τη βρετανική κατασκοπευτική δραστηριότητα, δόθηκε στις 18.2.1998 η απάντηση ότι οι δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών και ότι το Συμβούλιο δεν διαθέτει καμιά πληροφορία επί του θέματος.
(130)Γραπτή ερώτηση E-0499/98 της Elly Plooij-van Gorsel (ΦΙΛ) προς το Συμβούλιο (27.2.1998), Γραπτή ερώτηση E-1775/98 του Lucio Manisco (ΕΕΑ/ΒΠΑ) προς το Συμβούλιο (8.6.1998), Προφορική ερώτηση H-1086/98 προς το Συμβούλιο της Patricia McKenna (16.121998), Προφορική ερώτηση H-1172/98 προς το Συμβούλιο της Patricia McKenna (13.1.1999), Προφορική ερώτηση H-1172/98 προς το Συμβούλιο του Inger Schörling (13.1.1999), Προφορική ερώτηση H-0526/99 προς το Συμβούλιο της Pernille Frahm (6.10.1999), Προφορική ερώτηση H-0621/99 προς το Συμβούλιο του Lone Dybkjaer (19.11.1999), κ.ά.
(131)Γραπτή ερώτηση E-1039/98 της Nel van Dijk (Π) προς την Επιτροπή (15.5.1998), Γραπτή ερώτηση E-1306/98 της Cristiana Muscardini (ΜΕ) προς την Επιτροπή (15.6.1998), Γραπτή ερώτηση E-1429/98 της Daniela Raschhofer (ΜΕ) προς την Επιτροπή (25.6.1998), Γραπτές ερωτήσεις E-1987/98 και E-2329/98 του Νικήτα Κακλαμάνη προς την Επιτροπή (3.9.1998, 25.9 1998), Γραπτή ερώτηση 1776/98 του von Lucio Manisco (ΕΕΑ/ΒΠΑ) προς την Επιτροπή, Γραπτή ερώτηση 3014/98 του Paul Lannoye (Π) προς την Επιτροπή (6.11.1998), Προφορική ερώτηση H-0547/99 της Pernille Frahm προς την Επιτροπή, Προφορική ερώτηση H-1067 της Patricia McKenna (Π) προς την Επιτροπή (16.12.1998), Προφορική ερώτηση H-1237/98 του Inger Schörling προς την Επιτροπή (13.1.1999), Προφορική ερώτηση H-0092/99 του Ιωάννη Θεωνά προς την Επιτροπή (13.1.1999), Προφορική ερώτηση H-0547/99 της Pernille Frahm προς την Επιτροπή (6.10.1999), Προφορική ερώτηση H-0622/99 του Lone Dybkjaer προς την Επιτροπή (17.12.1999) κ.ά.
(132)Επίτροπος Bangemann απαντώντας εξ ονόματος της Επιτροπής στις 25. 9. 1998 στη γραπτή ερώτηση E-1776/98 του βουλευτή Lucio Manisco (ΕΕΑ/ΒΠΑ)
(133)Πρόεδρος της Επιτροπής Santer απαντώντας εξ ονόματος της Επιτροπής στις 3.9.1998 στη γραπτή ερώτηση E-1987/9
(134)Πρακτικά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συνεδρίαση της Δευτέρας Montag, den 14.9.1998, Σημείο 7 της ημερήσιας διάταξης: Διατλαντικές σχέσεις/Σύστημα Echelon
(135)Rapport d'information déposé en application de l'article 145 du règlement par la Commission de la défense nationale et des forces armées, sur les systèmes de surveillance et d'interception électroniques pouvant mettre en cause la sécurité nationale, N° 2623 Assemblée nationale, enregistré à la Présidence de l'Assemblée nationale le 11.10.2000.
(136)"Il ruolo dei servizi di informazione e sicurezza nel caso 'Echelon'." Relazione del comitato parlamentare per i servizi di informatione e sicurezza e per il segreto di stato. Approvata nella seduta del 29 novembre 2000. Trasmessa alle Presidenze il 19 dicembre 2000.
(137)Jean Guisnel, L'espionage n'est plus un secret, The Tocqueville Connection, 10.7.1998
Vincent Jauvert, Espionnage, comment la France écoute le monde, Le Nouvel Observateur, 5.4.2001, Nr. 1900, 14
(138)Erich Schmidt-Eenboom, Streng Geheim, Museumsstiftung Post und Telekommunikation Heidelberg (1999), 180
(139)Ομοσπονδιακός Νόμος της Ρωσικής Ομοσπονδίας περί Πληροφοριών Εξωτερικού, που ψηφίστηκε από τη Δούμα στις 8.12.1995, τμήματα 5 και 11
(140)Παρατίθεται στο: Gordon Benett, Conflict Studies and Research Center, The Federal Agency of Government Communications and Information, August 2000, http://www.csrc.ac.uk/pdfs/c105.pdfhttp://www.csrc.ac.uk/pdfs/c105.pdf
(141)Gordon Bennett, UK Ministry of Defence, The Federal Agency of Government Communications and Information, και ιστοσελίδα της Federation of American Scientists
(142)Ιστοσελίδα της Federation of American Scientists (FAS), http://www.fas.org http://www.fas.org
(143)βλ. σχετικά παραπάνω, κεφάλαιο 1, 1.3
(144)βλ. σχετικά παραπάνω, κεφάλαιο 2
(145)βλ. σχετικά παραπάνω, κεφάλαιο 5, 5.6. και 5.8.
(146)Επίσημη Εφημερίδα 1995 L 281/31
(147)Επίσημη Εφημερίδα 1998 L 24/1
(148)Οδηγία 95/46, άρθρο 3 παρ. 2
(149)Οδηγία 97/66, άρθρο 1 παρ. 3
(150)COM (2000) 385 τελικό, Επίσημη Εφημερίδα C 365 E/223
(151)Κανονισμός (ΕΚ) αρ. 45/2001, Επίσημη Εφημερίδα 2001 L 8/1
(152)Άρθρο 3 παρ. 1; βλ. και την εκτίμηση 15 "Όταν η επεξεργασία αυτή διενεργείται από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας για την άσκηση δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ιδίως εκείνων που προβλέπονται στους τίτλους V και VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών εξασφαλίζεται, τηρουμένου του άρθρου 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση."
(153)Βλ. Για παράδειγμα υπό στοιχείο 25 της απόφασης για το σχέδιο δράσης του Συμβουλίου και της Επιτροπής, προκειμένου για την καλύτερη δυνατή υλοποίηση των διατάξεων της Συνθήκης του Άμστερνταμ σχετικά με τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαίου (13844/98 - C4-0692/98 - 98/0923(CNS), Επίσημη Εφημερίδα C 219 από 30.7.1999, 61 επ.
(154)Στον τομέα της παρακολούθησης τηλεπικοινωνιών, τη στιγμή αυτή υπάρχουν στα πλαίσια της ΕΕ μόνον δύο νομοθετικές πράξεις, που δεν ρυθμίζουν το θέμα του παραδεκτού:
- η απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 1995 σχετικά με την νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών (Επίσημη Εφημερίδα αρ. C 329 από 4.11.1996), στο παράρτημα της οποίας περιέχονται οι τεχνικές προδιαγραφές για την υλοποίηση νόμιμων μέτρων παρακολούθησης σύγχρονων συστημάτων τηλεπικοινωνίας, και
- η πράξη του Συμβουλίου της 29ης Μαίου 2000 σχετικά με την κατάρτιση της σύμβασης –σύμφωνα με το άρθρο 34 της συνθήκης ΕΕ- σχετικά με τη δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Επίσημη Εφημερίδα 2000 C 197/1, άρθρο 17 f), στην οποία ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, κάτω από τις οποίες θα είναι δυνατή η δικαστική αρωγή σε ποινικές υποθέσεις σχετικά με την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών. Τα δικαιώματα αυτών που παρακολουθούνται δεν περιορίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, καθώς το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκονται, μπορεί να αρνηθεί τη δικαστική συνδρομή κάθε φορά που αυτή δεν επιτρέπεται σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο.
(155)Οδηγία 97/66 ΕΚ, Επίσημη Εφημερίδα 1998 L 24/1
(156)Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (BVerfG), 1 BvR 2226/94 από 14.7.1999, σημ. περ. 187 "Παρέμβαση αποτελεί [...] ήδη η συγκέντρωση καθεαυτή, εφόσον καθιστά δυνατή την διάθεση επικοινωνίας στην ομοσπονδιακή υπηρεσία πληροφοριών και αποτελεί την βάση της επακόλουθης συντέλεσης βάσει όρων αναζήτησης."
(157)Βλ. Σχετικά την έκθεση του αμερικανικού κογκρέσου από τέλη Φεβρουαρίου 2000 "Legal Standards for the Intelligence Community in Conducting Electronic Surveillance", http://www.fas.org/irp/nsa/standards.html, που παραπέμπει στον νόμο για την παρακολούθηση ξένων πληροφοριών (FISA), που δημοσιεύθηκε στον τίτλο 50 κεφάλαιο 36 U.S.C. § 1801 επ. και Exec. Order No. 12333, 3 C.F.R. 200 (1982), που δημοσιεύθηκε στον τίτλο 50, κεφάλαιο 15 U.S.C. § 401 επ., http://www4.law.cornell.edu/uscode/50/index.html.
(158)Άρθρο 12 Οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Άρθρο 17 του Συμφώνου του ΟΗΕ για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα; Άρθρο 7 του Χάρτη της ΕΕ, άρθρο 8 ΕΣΔΑ; Σύσταση του Συμβουλίου ΟΟΣΑ σχετικά με κατευθυντήριες οδηγίες για την ασφάλεια συστημάτων πληροφοριών, που έγινε αποδεκτή στις 26./27.11.1993 C(92) 188/τελικό; Άρθρο 7 της Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία του ατόμου από την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων. Βλ. σχετικά τη μελέτη που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του STOA, Development of surveillance tehnology and risk of abuse of economic information; Vol 4/5: The legality of the interception of electronic communications: A concise survey of the principal legal issues and instruments under international, European and national law (Chris Elliot), october 1999, 2
(159)Διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1996
(160)Προαιρετικό πρωτόκολλο στο διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1966
(161)"Ο καθένας έχει δικαίωμα σεβασμού του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου, της κατοικίας καθώς και της επικοινωνίας του"
(162)ΕΔΔΑ Λοϊζίδου / Τουρκίας, 23.3.1995, Z 62 με περαιτέρω αποδείξεις "...η έννοια της “δικαιοδοσίας” στην παρούσα διάταξη δεν περιορίζεται στην εθνική επικράτεια των συμβαλλομένων μερών [...] είναι δυνατόν να ανακύπτει ευθύνη λόγω πράξεων των αρχών τους, που τελέσθηκαν εντός ή εκτός των εθνικών ορίων, οι οποίες παράγουν αποτελέσματα εκτός της επικράτειάς τους" με παραπομπή στο ΕΔΔΑ, Drozd και Janousek, 26.6.1992, Z 91. Βλ. σχετικά αναλυτικά, Francis G. Jacobs, Robin C. A. White, The European Convention on Human Rights2, Clarendon Press(1996), 21 επ., Jochen Abr. Frowein, Wolfgang Peukert, Europäische Menschenrechtskonvention, N. P. Engel Verlag (1996), Rz 4 επ.
(163)ΕΔΔΑ, Klass κ.ά., 6.9.1978, Z 41.
(164)ΕΔΔΑ, Malone, 2.8.1984, Z 83 επ; επίσης Davy, B/Davy/U, Aspekte staatlicher Informationssammlung und Art 8 MRK, JBl 1985, 656.
(165)Σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΔΑ (ιδίως Sunday Times, 26.4.1979, Z 46 ff, Silver κλπ, 25.3.1983, Z 85 επ) ο όρος "law" που αναφέρεται στο άρθρο 8 παρ. 2 δεν συμπεριλαμβάνει μόνον νόμους υπό τυπική έννοια, αλλά και νομικές διατάξεις ιεραρχικά κατώτερες του νόμου, ενδεχομένως μάλιστα και άγραφο δίκαιο. Προϋπόθεση είναι πάντως, ο υπαγόμενος στο δίκαιο να μπορεί να διακρίνει υπό ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατή μία τέτοια επέμβαση. Βλ. περισσότερα στο: Wolfgang Wessely, Das Fernmeldegeheimnis – ein unbekanntes Grundrecht? OJZ 1999, 491 επ, 495
(166)Silver κλπ, 25.3.1983, Z 87 επ
(167)Η αιτιολογία της “οικονομική ευημερίας” έγινε δεκτή από το ΕΔΔΑ σε μία υπόθεση, σχετικά με την μετάδοση ιατρικών δεδομένων, που ήταν σημαντικά για την χορήγηση δημοσίων αντισταθμιστικών πληρωμών M.S./Schweden, 27.8.1997, Z 38; όπως επίσης σε μία υπόθεση σχετικά με την απέλαση από τις Κάτω Χώρες ενός προσώπου, το οποίο ενώ δεν υφίστατο πλέον λόγος παραμονής του στη χώρα, ζούσε από την κοινωνική πρόνοια. Ciliz/Niederlande, 11.7.2000, Z 65.
(168)ΕΔΔΑ, Leander, 26.3.1987, Z 51
(169)ΕΔΔΑ, Malone, 2.8.1984, Z 67
(170)ΕΔΔΑ, Leander, 26.3.1987, Z 59, Sunday Times, 26.4.1979, Z 46 επ
(171)ΕΔΔΑ, Silver κλπ, 24.10.1983, Z 97
(172)ΕΔΔΑ, Leander, 26.3.1987, Z 60.
(173)Ο εισηγητής γνωρίζει, ότι ούτε το Λουξεμβούργο ούτε η Ιρλανδία διαθέτουν υπηρεσία πληροφοριών εξωτερικού και ότι οι χώρες αυτές δεν δραστηριοποιούνται σε Sigint. Η αναγκαιότητα μιας ειδικής ελεγκτικής αρχής αναφέρεται εν προκειμένω μόνον στις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών στην ημεδαπή.
(174)Για την κατάσταση του ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών στα κράτη μέλη βλ. κεφάλαιο 9.
(175)Σχέδιο νόμου "Proposition de loi tendant a la creation de delegations parlementaires pour le renseignement", και την σχετική έκθεση του βουλευτή Arthur Paecht, Rapport fait au nom de la Commission de la défense nationale et des forces armées sur la proposition de loi (N° 1497) de M. Paul Quilès et plusieurs de ses collègues tendant à la création d'une délégation parlementaire pour les affaires de renseignement, enregistré à la Présidence de l'assemblée nationale le 23. novembre 1999
(176)Dimitri Yernault, "Echelon" et l'Europe. La protection de la vie privee face a l'espionnage des communications, Journal des tribunaux, Droit Europeen 2000, 187 ep.
(177)ΕΔΔΑ, Abdulaziz, Cabales και Balkandali, 28.5.1985, Z 67; X u Y/Niederlande, 26.3.1985, Z 23; Gaskin vs Vereinigtes Konigreich 7.7.1989, Z 38; Powell και Rayner, 21.2.1990, Z 41
(178)Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται και συμβατότητα προς το άρθρο 13 ΕΣΔΑ, το οποίο αναγνωρίζει στον παθόντα το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον των εθνικών βαθμών δικαιοδοσίας.
(179)James Woolsey (πρώην Διευθυντής της CIA), Why America Spies on its Allies, The Wall Street Journal Europe, 22.3.2000, 31· του ίδιου, Remarks at the Foreign Press Center, Transskript, 7.3.2000, http://cryptome.org/echelon-cia.htm http://cryptome.org/echelon-cia.htmhttp://cryptome.org/echelon-cia.htm http://cryptome.org/echelon-cia.htm
(180)Βλ. σχετικά κεφάλαιο 7
(181)Οι σκοποί αυτοί αναγνωρίζονται και από το άρθρο 8 παρ. 2 ΕΣΔΑ ως λόγοι που δικαιολογούν παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή. Βλ. σχετικά παραπάνω κεφάλαιο 8, 8.3.2.
(182)Διαφορετικά όμως το βρετανικό δίκαιο, το οποίο αναθέτει την απόφαση σχετικά με την άδεια στον Υπουργό Εσωτερικών (Νόμος για τη ρύθμιση των εξουσιών έρευνας του 2000, Ενότητα 5 παράγραφοι (1) και (3) (b)
(183)Σχετικά με την δραστηριότητα των υπηρεσιών πληροφοριών εξωτερικού βλ. την διεξοδική παρουσίαση στο κεφάλαιο 2
(184)Έτσι στην Αυστρία και το Βέλγιο
(185)Έτσι στη Γερμανία, Νόμος για τον περιορισμό του απορρήτου της αλληλογραφίας και των τηλεπικοινωνιών (Gesetz zur Beschrankung des Brief-, Post-, und Fernmeldegeheimnisses) (Άρθρο σε συνάρτηση με το άρθρο 10 του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου). Σύμφωνα με το άρθρο 9, πρέπει να ειδοποιείται η Επιτροπή πριν από τη εκτέλεση, εκτός και αν γεννάται κίνδυνος από την καθυστέρηση.
(186)Έτσι στη Μεγάλη Βρετανία (Νόμος για τη ρύθμιση των εξουσιών έρευνας, Ενότητα 1) και την Γαλλία, σε ό,τι αφορά τις επικοινωνίες μέσω γραμμής (Άρθρα 3 και 4 του νόμου 91-646 της 10ης Ιουλίου 1991, για το απόρρητο των επικοινωνιών που μεταδίδονται μέσω τηλεπικοινωνιακών μέσων)
(187)Έτσι για τις επικοινωνίες μέσω γραμμής στην Γαλλία (Άρθρο 20 του νόμου 91-646 της 10ης Ιουλίου 1991, για το απόρρητο των επικοινωνιών που μεταδίδονται μέσω τηλεπικοινωνιακών μέσων)
(188)Αναλυτική παρουσίαση στο: Die Parlamentarische Kontrolle der Nachrichtendienste in Deutschland, Stand 9.9.2000, έκδοση του Γερμανικού Κοινοβουλίου, Γραμματεία της Ελεγκτικής Επιτροπής του Κοινοβουλίου
(189)Νόμος σχετικά με τον έλεγχο της δραστηριότητας των υπηρεσιών πληροφοριών της Ομοσπονδίας [Gesetz uber die Kontrolle nachrichtendienstlicher Tatigkeit des Bundes (PKGrG)] της 17ης Ιουνίου 1999, BGBl I 1334, όπως ισχύει
(190)Νόμος 91-646 της 10ης Ιουλίου 1991, για το απόρρητο των επικοινωνιών που μεταδίδονται μέσω τηλεπικοινωνιακών μέσων
(191)Βλ. σχετικά το νομοσχέδιο "Πρόταση νόμου σχετικά με τη δημιουργία κοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών για τις πληροφορίες", και τη σχετική έκθεση του βουλευτή Arthur Paecht, Rapport fait au nom de la Commission de la défense nationale et des forces armées sur la proposition de loi (N° 1497) de M. Paul Quilès et plusieurs de ses collègues tendant à la création d'une délégation parlementaire pour les affaires de renseignement, enregistré`à la Présidence de L'Assemblée nationale le 23 novembre 1999
(192)Νόμος του 1994 για τις υπηρεσίες πληροφοριών, Ενότητα 10
(193)Comité permanent de contrôle des services de renseignements et de sécurité, Comité permanent R, Loi du 18 juillet 1991 /IV, organique du contrôle des services de police et de renseignements.
(194)Udvalget vedrørende efterretningstjenesterne, Lov om etablering af et udvalg om forsvarets og politiets efterretningstjenester, lov 378 af 6/7/88.
(195)Das parlamentarische Kontrollgremium (PKGr), Gesetz über die Kontrolle nachrichtendienstlicher Tätigkeit des Bundes (PKGrG)vom 17. Juni 1999 BGBl I 1334 idgF.
(196)Comitato parlamentare, L. 24 ottobre 1977, n. 801, art. 11, Istituzione e ordinamento dei servizi per le informazioni e la sicurezza e disciplina del segreto di Stato.
(197)Tweede-Kamercommissie voor de Inlichtingen- en Veiligheidsdiensten, 17. Reglement van orde van de Tweede Kamer der Staten-General, Art. 22.
(198)Conselho de Fiscalização dos Serviços de Informações (CFSI), Gesetz 30/84 vom 5. September 1984, geändert durch das Gesetz 4/95 vom 21. Februar 1995, das Gesetz 15/96 vom 30. April 1996 und das Gesetz 75-A/97 vom 22. Juli 1997.
(199)Intelligence and Security Committee (ISC), intelligence services act 1994, Section 10.
(200)Ständigen Unterausschuss des Landesverteidigungsausschusses zur Überprüfung von nachrichtendienstlichen Maßnahmen zur Sicherung der militärischen Landesverteidigung und dem Ständigen Unterausschuss des Ausschusses für innere Angelegenheiten zur Überprüfung von Maßnahmen zum Schutz der verfassungsmäßigen Einrichtungen und ihrer Handlungsfähigkeit, Art 52a B-VG, §§ 32b ff Geschäftsordnungsgesetz 1975.
(201)Ombudsmann, gesetzliche Grundlage für die Kontrolle für die Polizei (SUPO): Poliisilaki 493/1995 §33 und Laki pakkokeinolain 5 a luvun muuttamisesta 366/1999 §15, für das Militär: Poliisilaki 493/1995 §33 und Laki poliisin tehtävien suorittamisesta puolustusvoimissa 1251/1995 §5.
(202)Rikspolisstyrelsens ledning, Förordning (1989:773) med instruktion för Rikspolisstyrelsen (Verordnung (1989:773) über die nationale Polizeibehörde).
(203)Informationen für geheimschutzbetreute Unternehmen, Bundesministerium für Wirtschaft, 1997
(204)Michael E. Porter, Competitive Strategy, Simon & Schuster (1998)
(205)Roman Hummelt, Wirtschaftsspionage auf dem Datenhighway, Hanser Verlag (1997)
(206)Ονόματα και λεπτομέρειες προστατεύονται.
(207)IMPULSE,3/97, σ.13 επ.
(208)Louis J. Freeh, Director FBI, Statement for the Record, Hearing on Economic Espionage, House Judiciary Committee, Subcommittee on Crime, Washington D.C., , 9.5.1996
(209)Robert Lyle, Radio Liberty/Radio Free Europe, 10.Februar 1999
(210)Computerzeitung, 30.11.1995, σ.2
(211)Roman Hummelt, Spionage auf dem Datenhighway, Hanser Verlag (1997), 49ff
(212)Ιδιωτική δήλωση μιας αντικατασκοπευτικής υπηρεσίας προς τον εισηγητή, η πηγή προστατεύεται.
(213)Εθνική Στρατηγική Ασφάλεια
(214)State Department Foreign Press Center Briefing, Subject: Intelligence Gathering and Democracies: The Issue of Economic and Industrial Espionage, Washington DC, 7.3.2000
(215)Statement for the Record of Louis J. Freeh, Director FBI, Hearing on Economic Espionage, House Judiciary Committee, Subcommittee on Crime, Washington DC, 9.5.1996
(216)"Consequently foreign governments, through a variety of means, actively target U.S. persons, firms, industries and the U.S. government itself, to steal or wrongfully obtain critical technologies, data and information in order to provide their own industrial sectors with a competitive advantage."
(217)"Το τέλος του ψυχρού πολέμου δεν οδήγησε σε οφέλη όσον αφορά την οικονομική κατασκοπεία" Freeh, Statement for the Record of Louis J. Freeh, Director FBI, Hearing on Economic Espionage, House Judiciary Committee, Subcommittee on Crime, Washington DC, 9.5.1996
(218)Συμπέρασμα του εισηγητή από τις υπαινικτικές δηλώσεις του Louis J. Freeh της Επιτροπής.
(219)Στους τομείς αυτούς η παρακολούθηση επικοινωνιών αποτελεί μέθοδο που υπόσχεται πολλά!
(220)James Woolsey, Remarks at the Foreign Press Center, Transskript, 7.3.2000, http://cryptome.org/echelon-cia.htm http://cryptome.org/echelon-cia.htm
(221)"It is not the policy nor the practice of the U.S. to engage in espionage that would provide an unfair advantage to U.S. Companies"
(222)"Όπως ανέφερα και στην κατάθεσή μου, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πληροφορούμεθα ότι ξένες εταιρείες ή κυβερνήσεις δωροδοκούν, ψεύδονται, εξαπατούν ή κλέβουν προκειμένου να αντιγράψουν αμερικανικές εταιρείες. Όταν συλλέγουμε τις σχετικές πληροφορίες, τις διαβιβάζουμε σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου αυτές να ενημερωθούν σχετικά. Χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές με άλλο τρόπο και μέσα από άλλα κανάλια, για να δουν αν μπορούν να βοηθήσουν μια αμερικανική επιχείρηση. Αλλά είμαστε πάντα στην άμυνα και ποτέ στην επίθεση, και ούτε ποτέ θα περάσουμε στην επίθεση."
(223)http://www.transparency.org/documents/cpi/index.html#bpi Albin Eser, Michael Überhofer, Barbara Huber (Eds), Korruptionsbekämpfung durch Strafrecht. Ein rechtsvergleichendes Gutachten zu den Bestechungsdelikten im Auftrag des Bayerischen Staatsministeriums der Justiz, edition iuscrim (1997)
(224)Κάθε χώρα βαθμολογείται με βαθμό που κυμαίνεται από το 10 (χαμηλό ποσοστό δωροδοκιών) έως το 0 (υψηλό ποσοστό): Σουηδία 8,3 Αυστραλία 8,1 Καναδάς 8,1 Αυστρία 7,8 Ελβετία 7,7 Ολλανδία 7,4 Ηνωμένο Βασίλειο 7,2 Βέλγιο 6,8 Γερμανία 6,2 ΗΠΑ 6,2 Σιγκαπούρη 5,7 Ισπανία 5,3 Γαλλία 5,2 Ιαπωνία 5,2 Μαλαισία 3,9 Ιταλία 3,7 Ταϊβάν 3,5 Νότια Κόρεα 3,4 Κίνα 3,1.
http://www.transparency.org/documents/cpi/index.html#bpi http://www.transparency.org/documents/cpi/index.html#bpi
(225)Convention on Combating Bribery of Foreign Public Officials in International Business Transactions
http://www.oecd.org/daf/nocorruption/20nov1e.htm http://www.oecd.org/daf/nocorruption/20nov1e.htm
(226)OFFICE OF THE CHIEF COUNSEL FOR INTERNATIONAL COMMERCE, Legal Aspects of International Trade and Investment, http://www.ita.doc.gov/legal/ http://www.ita.doc.gov/legal/
(227)http://www.oecd.org/daf/nocorruption/annex3.htm http://www.oecd.org/daf/nocorruption/annex3.htm
(228)Criminal Law Convention on Corruption,
http://conventions.coe.int/treaty/EN/WhatYouWant.asp?NT=173&CM=8&DF=21/06/01 http://conventions.coe.int/treaty/EN/WhatYouWant.asp?NT=173&CM=8&DF=21/06/01
(229)Civil Law Convention on Corruption ETS no.: 174,
http://conventions.coe.int/treaty/EN/WhatYouWant.asp?NT=174&CM=8&DF=21/06/01 http://conventions.coe.int/treaty/EN/WhatYouWant.asp?NT=174&CM=8&DF=21/06/01
(230)Σύμβαση περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταρτιζόμενη δυνάμει του άρθρου Κ.3 παρ. 2, στοιχείο γ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ΕΕ C 195 της 25.6.1997, σελ. 2
(231)Κοινή δράση της 22ας Δεκεμβρίου 1998 που θεσπίζεται από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα (98/742/JI), ΕΕ L 358 της 31.12.1998, σελ. 2.
(232)Αρχείο του Λευκού Οίκου, http://govinfo.library.unt.edu/npr/library/direct/orders/tradepromotion.html
(233)Ιστοσελίδα του National Security Council (NSC), http://www.whitehouse.gov/nsc http://www.whitehouse.gov/nsc
(234)Φυλλάδιο της TPCC για το Advocacy Center, Οκτώβριος 1996.
(235)Αρχική ιστοσελίδα των Advocacy Center, http://www.ita.doc.gov/td/advocacy/
(236)TPCC Working Group Meeting, Agenda, 18.7.1994, TPCC Indonesia Advocacy-Finance Working Group, Distribution List, Protokoll der Sitzung vom 17.8.1994, aus Brief des U.S. & Foreign Commercial Service vom 25.8.1994
(237)στο ίδιο: "ο Bob Beamer πρότεινε οποιοιδήποτε βασικοί ανταγωνιστές είναι γνωστή στην ομάδα για τα έργα αυτά να περιλαμβάνονται στις πληροφορίες υποβάθρου". Ο Bob Beamer είναι ένας από τους αντιπροσώπους της CIA.
(238)Computerspionage, Dokumentation Nr. 44, Bundesministerium für Wirtschaft, Juli 1998
(239)Roman Hummelt, Wirtschaftsspionage auf dem Datenhighway, Hanser Verlag, München 1997
(240)George Kurtz, Stuart McClure, Joel Scambray, Hacking exposed, Osborne/McGraw-Hill (2000), 94
(241)Martin Kuppinger, Internet- und Intranetsicherheit, Microsoft Press Deutschland (1998), 60
(242)Othmar Kyas, Sicherheit im Internet, International Thomson Publishing (1998), 23
(243)Anonymus, Hacker’s guide, Markt &Technik-Verlag (1999)
(244)Ιδιωτική ανακοίνωση από προστατευόμενη πηγή
(245)Η πληροφορία προέρχεται από μέλη της COREPER και υπαλλήλους του Συμβουλίου (προστατευόμενες πηγές)
(246)Απόφαση του Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2001 για την έγκριση των κανονισμών ασφαλείας του Συμβουλίου, ΕΕ L 101 της 11.4.2001, σελ. 1 κ.ε.
(247)Οι σχετικές ενδείξεις φθάνουν μέχρι την αρχαιότητα, για παράδειγμα η χρήση της σκυτάλης από τους Σπαρτιάτες τον 5ο π.Χ. αιώνα.
(248)Otto Leiberich, Vom diplomatischen Code zur Falltürfunktion - Hundert Jahre Kryptographie in Deutschland, Spektrum der Wissenschaft, Juni 1999, 26 ff.
(249)Εισήχθη από τον Ταγματάρχη Joseph Mauborgne, διευθυντή του τμήματος κρυπτογραφικών ερευνών του αμερικανικού στρατού. Βλ. σχετικά Singh, Geheime Botschaften (1999), 151
(250)Simon Singh, Geheime Botschaften, Carl Hanser Verlag (1999), 151
(251)Reinhard Wobst, Abenteuer Kryptologie2, Adison-Wesley (1998), 60.
(252)Η μέθοδος Enigma αναπτύχθηκε από τον Arthur Scherbius και καταχωρήθηκε ως πατέντα το 1928. Προσομοίαζε κατά κάποιον τρόπο με γραφομηχανή, καθώς διέθετε πληκτρολόγιο, με το οποίο γράφονταν το κανονικό κείμενο. Διαμέσου ενός πίνακα βυσμάτων και ενός περιστρεφόμενου κυλίνδρου, το κείμενο κρυπτογραφούνταν σύμφωνα με κάποιες συγκεκριμένες προδιαγραφές, ενώ αποκωδικοποιούνταν με την ίδια συσκευή βάσει βιβλίων κωδίκων.
(253)American Standard Code for Information Interchange
(254)A = 1000001, B= 1000010, C= 1000011, D= 1000100, E = 1000101, κλπ
(255)Ο αριθμός αυτός αποτελείται σε δυαδική απεικόνιση από 56 μηδενικά και μονάδες. Βλ. σχετικά Carl Hanser Verlag (1999), 303
(256)Βλ. σχετικά Simon Singh, Geheime Botschaften, Carl Hanser Verlag (1999), 302 ff
(257)Σχεδιάστηκε από δύο βέλγους κρυπτογράφους του Καθολικού Πανεπιστημίου του Leuven, τους Joan Daemen και Vincent Rijmen.
(258)Η ιδέα της ασύμμετρης κρυπτογράφησης υπό την μορφή της μεθόδου public-key προέρχεται από τους Whitfield Diffie και Martin Hellmann.
(259)Simon Singh, Geheime Botschaften, Carl Hanser Verlag (1999), 327
(260)Βλ. Buchmann, Faktorisierung großer Zahlen, Spektrum der Wissenschft 2 1999, 6 επ
(261)Βλ. Singh, Geheime Botschaften (1999), 335 επ
(262)Πληροφορίες για το λογισμικό θα βρείτε στη σελίδα www.pgpi.com
(263)Σχετικά με τη κβαντική κρυπτογράφηση Wobst, Abenteuer Kryptographie2 Adison-Wesley (1998), 234 επ.
(264)Charles Grant, Intimate relations. Can Britain play a leading role in European defence - and keep its special links to US intelligence? 4.2000, Centre for European Reform


ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ των Giuseppe di Lello, Pernille Frahm και Alain Krivine

Η έκθεση της Επιτροπής επιβεβαιώνει την ύπαρξη του συστήματος παρακολούθησης Echelon τη διαχείριση του οποίου έχουν τα διάφορα κράτη, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο, κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη συνεργασία της Γερμανίας.

Ένα τέτοιο αδιαφοροποίητο σύστημα παρακολούθησης των επικοινωνιών, δεδομένων και εγγράφων παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού στη ζωή που διασφαλίζεται από τα άρθρα 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά συνέπεια το σύστημα αυτό παραβιάζει κατάφωρα τις ελευθερίες των ευρωπαίων πολιτών, τη φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς και ασφάλειας της Ένωσης· οποιαδήποτε και να είναι η εκτίμηση ή αντίθεσή μας στις εν λόγω αντιλήψεις και Συνθήκες, οι παραβιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες.

Στα συμπεράσματά της η έκθεση θα έπρεπε να ζητήσει από το Ηνωμένο Βασίλειο να αποχωρισθεί του συστήματος Echelon και από τη Γερμανία να κλείσει τη βάση υποκλοπών που βρίσκεται στο έδαφός της. Είναι ασφαλώς πολύ λυπηρό το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ανησυχεί περισσότερο για τη βιομηχανική κατασκοπεία παρά για τις υποκλοπές σε επίπεδο ατόμων.


ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ των Patricia McKenna και Ilka Schröder

Η έκθεση αυτή προβαίνει σε μια σημαντική διαπίστωση υπογραμμίζοντας την ύπαρξη του συστήματος Echelon. Αλλά σταματά χωρίς να συνάγει πολιτικά συμπεράσματα. Είναι υποκριτικό να επικρίνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τις πρακτικές παρακολούθησης του Echelon ενώ συγχρόνως συμμετέχει σε σχέδια δημιουργίας ευρωπαϊκής μυστικής υπηρεσίας.

Γενικά δεν υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός δημοσίου ελέγχου των μυστικών υπηρεσιών και των αντιδημοκρατικών μεθόδων τους. Εκ φύσεως δεν είναι δυνατόν να ελέγχονται οι μυστικές υπηρεσίες. Για το λόγο αυτό πρέπει να καταργηθούν. Η έκθεση αυτή υπηρετεί το στόχο της νομιμοποίησης μιας ευρωπαϊκής μυστικής υπηρεσίας η οποία θα παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα – όπως ακριβώς συμβαίνει με το Echelon.

Για την πλειοψηφία του Κοινοβουλίου το θέμα εστιάζεται στη βιομηχανία της οποίας τα κερδοσκοπικά συμφέροντα υποτίθεται ότι απειλούνται από τη βιομηχανική κατασκοπεία. Ωστόσο, το ζωτικό θέμα είναι ότι κανείς πια δεν θα μπορεί να επικοινωνεί εμπιστευτικά σε απόσταση. Η πολιτική κατασκοπεία αποτελεί πολύ μεγαλύτερη απειλή παρά η οικονομική.

Η έκθεση αυτή συνεχώς υποβαθμίζει αυτούς τους κινδύνους του Echelon ενώ παραμένει σιωπηλή ως προς το σχεδιασμό της παρακολούθησης μέσω ENFOPOL στην ΕΕ. Κάθε κοινωνία πρέπει να λάβει τη θεμελιώδη απόφαση εάν θα ζήσει υπό μόνιμο έλεγχο. Με την έγκριση αυτής της έκθεσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταδεικνύει ότι δεν ενδιαφέρεται για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των ελευθεριών του πολίτη.


ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ του Jean-Charles Marchiani

Η Ομάδα ΕΕΕ έλαβε χωρίς έκπληξη γνώση των αποτελεσμάτων ψηφοφορίας επί της έκθεσης του κ. Schmid, η οποία αρχικά έπρεπε να αφορά το αγγλοσαξωνικό σύστημα κατασκοπείας Echelon.

Η πλειοψηφία του Σώματος είχε ήδη εξαρχής επισημάνει σαφώς τις προθέσεις της, προτιμώντας τη σύστημα αυτής της επιτροπής ad hoc παρά τη σύσταση πραγματικής εξεταστικής επιτροπής. Δεν είχε λοιπόν πια τίποτα να φοβηθεί για τις εργασίες στις οποίες η αποτελεσματικότητα του εισηγητή να προβαίνει συστηματικά σε αντιπερισπασμό δεν μπορούσε καθόλου να απειληθεί από μια συσπείρωση δυσαρεστημένων με εντελώς ανομοιογενή κίνητρα.

Ως προς το μήνυμά μας όμως αυτό είναι σαφές: οι προσπάθειες του κ. Schmid δεν μπόρεσαν να αποκρύψουν την εμφανή ύπαρξη του συστήματος Echelon ούτε την ενεργό ή παθητική συμμετοχή σ' αυτό πολλών κρατών μελών.

Κατά συνέπεια στοιχειοθετείται σοβαρή παράβαση των θεμελιωδών αρχών των Συνθηκών η οποία θα έπρεπε να επισύρει κυρώσεις ή, τουλάχιστον, λήψη μέτρων για την αποτροπή της υποταγής της διευρωπαϊκής αλληλεγγύης στις επιταγές της αγγλοσαξωνικής.

Η βαρυσήμαντη έκθεση του κ. Schmid είναι πλούσια σε πληροφορίες αλλά εκτός θέματος.
Επιθυμούμε κατά συνέπεια να διαχωρίσουμε τη θέση μας και να απορρίψουμε μια λειτουργία που επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να επιβάλλει "προληπτικές" κυρώσεις κατά μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης και συγχρόνως να δηλώνει αποχή σε μία παρόμοια περίσταση…


ΓΝΩΜΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ του Maurizio Turco

A.   Ενώ καταδείχθηκε η πιθανή ύπαρξη του αγγλο-αμερικανικού συστήματος "συστηματικής και γενικευμένης παρακολούθησης με διύλιση μέσω μηχανών αναζήτησης" παραλείπεται η δήλωση ότι αυτές οι τεχνικές δυνατότητες χρησιμοποιούνται από τη Γερμανία και την Ολλανδία – και πιθανότατα από τη Γαλλία. Κατά συνέπεια – αφού οι μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούν χωρίς άδεια στο όνομα της εθνικής ασφάλειας επικοινωνίες που προέρχονται από το εξωτερικό– ορισμένα κράτη μέλη παρακολουθούν τις δραστηριότητες θεσμικών οργάνων πολιτών και του Τύπου σε άλλα κράτη μέλη.

Β.   Η ισχυρότερη κρυπτογράφηση ευνοεί βέβαια την προστασία της ιδιωτικής σφαίρας αλλά, αφετέρου, περιέχει τεχνικά και νομικά μέσα αποκρυπτογράφησης χάρη σε έναν αδιάσπαστο κρίκο μεταξύ ανάπτυξης συστημάτων κρυπτογράφησης, κρυπτανάλυσης και τεχνικών παρακολούθησης.

Γ.   Ως εκ τούτου οι λύσεις πρέπει να αναζητηθούν σε πολιτικό επίπεδο:
-   με δικαστικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο των δραστηριοτήτων παρακολούθησης και εποπτείας των υπηρεσιών της αστυνομίας, της ασφαλείας και της κατασκοπείας,
-   με την απαγόρευση του πολλαπλασιασμού των αρχών ελέγχου που λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες προστασίας δεδομένων και χωρίς πραγματικό δημοκρατικό και δικαστικό έλεγχο,
-   με τη ρύθμιση – προς το πιο υψηλό επίπεδο και με την υιοθέτηση της νομολογίας του ΕΣΔΑ – της προστασίας της ιδιωτικής ζωής των ευρωπαίων πολιτών από προληπτικές παρεισφρήσεις των κρατικών αρχών και με την κατάργηση των διακρίσεων που υπάρχουν στη Ένωση μεταξύ πολιτών των διαφόρων κρατών μελών.

Παράρτημα I.: Κατάλογος των εμπειρογνωμόνων που διαβίβασαν πληροφορίες στην προσωρινή επιτροπή

1.   Βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων

κ.   Arthur PAECHT, Γαλλική Εθνοσυνέλευση

κ.   Armand De DECKER, Πρόεδρος της Βελγικής Γερουσίας

κα.   Anne-Marie LIZIN, Βελγική Γερουσία

κ.   Hans VAN HEVELE, Γραμματεία της Βελγικής Γερουσίας

κ.   Guilherme SILVA, Πορτογαλικό Κοινοβούλιο

κ.   Ludwig STIEGLER, Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή

κ.   Dieter ANTONI, Αυστριακή Βουλή

κ.   Desmond O´MALLEY, Ιρλανδικό Κοινοβούλιο

2.   Εκπρόσωποι μυστικών υπηρεσιών

κ.   Ernst UHRLAU, Συντονιστής των μυστικών υπηρεσιών στην Ομοσπονδιακή Καγκελαρία, Γερμανία

κ.   Harald WOLL, Υπηρεσία Προστασίας Συντάγματος Βάδη-Βυρτεμβέργη, Γερμανία

3.   Εμπειρογνώμονες για θέματα τηλεπικοινωνιών, ασφάλειας δικτύων και ηλεκτρονικών υπολογιστών

κ.   José Manuel MENDES ESTEVES SERRA VERA, Τεχνικός Διευθυντής, Banco Espirito Santo, Πορτογαλία

κ.   Clive FEATHER, Διευθυντής του σχεδιασμού λογισμικού, Demon Internet Ltd, Ηνωμένο Βασίλειο

κ.   Jacques VINCENT-CARREFOUR, πρώην Διευθυντής του Τμήματος Ασφαλείας των Δικτύων, France Telecom

κ.   Bruno PELLERO, Ειδικός σύμβουλος υποκλοπής τηλεπικοινωνιών, Ιταλία

κ.   Erhard MÖLLER, κ. Lutz BERNSTEIN, κ. Bernd SCHINKEN, Ανωτέρα Τεχνική Σχολή Aachen, Γερμανία

4.   Συγγραφείς και δημοσιογράφοι που ασχολούνται κυρίως με το ECHELON

κ.   Duncan CAMPBELL, Ηνωμένο Βασίλειο

κ.   Bo ELKJAER, Δανία

κ.   Kenan SEEBERG, Δανία

κ.   James BAMFORD, Ουάσινγκτον, D.C.

κ.   Nicky HAGER, Νέα Ζηλανδία

5.   Εμπειρογνώμονες κρυπτογράφησης

κ.   Reinhard WOBST, Unix Software, Γερμανία

κ.   Bernd ROELLGEN, Ciphers GmbH, Γερμανία

κ.   Peter BAHR, Ciphers GmbH, Γερμανία

κ.   Johan KEMPENAERS, KBC Bank, Βέλγιο

κ.   Leo VERHOEVEN, KBC Bank, Βέλγιο

κ.   Bart PRENEEL, Καθηγητής Κρυπτογράφησης, Καθολικό Πανεπιστήμιο Löwen, Βέλγιο

κ.   Danny de TEMMERMAN, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κ.   Desmond PERKINS, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

6.   Εμπειρογνώμονες στην οικονομική κατασκοπεία και συναφή θέματα

κ.   Sorbas VON COESTER, Διευθυντής Salamandre (Εταιρεία Συμβούλων), Γαλλία

κ.   Christian HARBULOT, Σχολή Οικονομικού Πολέμου, Γαλλία

κ.   Thierry LA FRAGETTE, Circé, Γαλλία

κ.   Ralf NEMEYER, Articon-Integralis, Γερμανία

7.   Δικαιώματα του ανθρώπου και προστασία της ιδιωτικής σφαίρας

κ.   Dimitri YERNAULT, Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών

κ.   Simon DAVIES, Privacy International, Ηνωμένο Βασίλειο

κ.   Jérôme THOREL, Privacy International, Γαλλία

κ.   Yaman AKDENIZ, Cyber Rights and Cyber Liberties, Leeds ΗΒ

κ.   David NATAF, κ. Alexandre COSTE, Millet-Sala-Nataf (Δικηγορικό γραφείο), Παρίσι

κ.   Rüdiger DOSSOW, Συμβούλιο της Ευρώπης, Στρασβούργο

8.   Εκπρόσωποι ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Επίτροπος Christopher PATTEN (Εξωτερικές Σχέσεις)

Επίτροπος António VITORINO (Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις)

Επίτροπος Erki LIKKANEN (Επιχειρήσεις και Κοινωνία της πληροφορίας)

κ.   Lodewijk BRIET, Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων

κ.   Jacques DE BAENST, Διευθυντής Πρωτοκόλλου και Ασφαλείας

κα.   Françoise DE BAIL, Γενική Διεύθυνση Εμπορίου

κα.   Susan BINNS, Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

κ.   Brian CROWE, Γενικός Διευθυντής Εξωτερικών Σχέσεων

κ.   Roland GENSON, Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Λουξεμβούργου, αρμόδιος για θέματα δικαιοσύνης και εσωτερικές υποθέσεις

κ.   Hervé MASUREL, Εκπρόσωπος της Γαλλικής Προεδρίας

Πρέσβης Gunnar LUND, Εκπρόσωπος της Σουηδικής Προεδρίας

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

κ.   Christoph BOERSCH, κ. Wolfgang SCHUSTER, κ. Dominique DUBOIS, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

9.   Συνομιλητές στις αποστολές

Αποστολή του Προέδρου και εισηγητή στο Παρίσι, 18-19 Ιανουαρίου 2001

κ.   Jean-Claude MALLET, Γενικός Γραμματέας της SGDN (Γενική Γραμματεία Εθνικής Άμυνας)

κ.   Bertrand DUMONT, Πτέραρχος, Βοηθός Γενικός Γραμματέας SGDN

κα.   Claude-France ARNOULD, Διευθύντρια διεθνών και στρατηγικών υποθέσεων, SGDN

κ.   Henri SERRES, Διευθυντής εντεταλμένος για την προστασία των συστημάτων πληροφοριών, SGDN

κ.   Stéphane VERCLYTTE, Σύμβουλος νομικών και ευρωπαϊκών υποθέσεων, SGDN

κ.   Philippe DULUC, Σύμβουλος επιστημονικών και τεχνικών υποθέσεων, SGDN

κ.   Gérard ARAUD, Διευθυντής Στρατηγικών Υποθέσεων, Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων,

κ.   Olivier MOREAU, Διευθυντής Ασφαλείας, Υπουργείο Εξωτερικών

κ.   Eric PERRAUDAU, Σύμβουλος, Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

κ.   Jean-Pierre MILLET, Δικηγόρος

Αποστολή του Προέδρου και εισηγητή στο Λονδίνο 24-26 Ιανουαρίου 2001

κ.   Tom KING, Πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών και Ασφαλείας, Βουλή των Κοινοτήτων

κ.   Alistair CORBETT, Επικεφαλής της Γραμματείας του ISC, Βουλή των Κοινοτήτων

κ.   Donald ANDERSON, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Βουλή των Κοινοτήτων

κ.   Bruce GEORGE, Πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας, Βουλή των Κοινοτήτων

κ.   Jack STRAW, Υφυπουργός Εσωτερικών

κ.   Michael GILLESPIE, Συντονιστής Υπηρεσίας Ασφαλείας

κ.   Charles GRANT, Διευθυντής, Centre for European Reform

κ.   Casper BOWDEN, Διευθυντής του FIPR

Αποστολή του Προεδρείου της προσωρινής επιτροπής, των συντονιστών και του εισηγητή στην Ουάσινγκτον D.C., 6-12 Μαΐου 2001

H.E.   Günter BURGHARDT, Επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Washington D.C.

κ.   James WOOLSEY, πρώην Διευθυντής CIA

κ.   Jeffrey RICHELSON, Διευθυντής, National Security Archive, George Washington University

κ.   Marc ROTENBERG, Electronic Information Privacy Centre

κ.   Wayne MADSEN, Electronic Information Privacy Centre

κ.   David SOBEL, Electronic Information Privacy Centre

κ.   Barry STEINHARDT, Associate Director, American Civil Liberties Union

κ.   Porter J. GOSS, Πρόεδρος του House Permanent Select Committee on Intelligence

κα.   Nancy PELOSI, Αντιπρόεδρος House Permanent Select Committee on Intelligence

κ.   Robert DAVIS, Deputy Counsel for the office of Intelligence Policy Review, US Department of Justice.


Παράρτημα II.: Βιβλιογραφία

ΚΥΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Advocacy Center, Homepage, http://www.ita.doc.gov/td/advocacy/

Andrew, Christopher, The growth of the Australian Intelligence Community and the Anglo-American Connection, 223-224 in E. Hayden, H. Peake and S. Halpern eds, In the Name of Inteligence. Essays in honor of Washington Pforzheimer (Washington NIBC Press 1995), 95-109

Andrew, Christopher, The making of the Anglo-American SIGINT Alliance, in: Hayden B. Peake, Halpern, Samuel. (Eds.): In the Name of Intelligence. Essays in Honor of Walter Pforzheimer, NIBC Press (1995), 95 -109

Andronov, Major A., Zarubezhnoye voyennoye obozreniye, Nr.12, 1993, 37-43

Anonymus, Hacker’s guide, Markt &Technik-Verlag (1999)

Bamford, James, Body of Secrets. Anatomy of the Ultra-Secret National Security Agency. From the Cold War through the Dawn of a new Century, Doubleday Books (2001)

Bamford, James, The Puzzle Palace. Inside the National Security Agency, America's most secret intelligence organization, Penguin Books (1983)

Benett, Gordon, Conflict Studies and Research Center, The Federal Agency of Government Communications and Information, August 2000, http://www.csrc.ac.uk/pdfs/c105.pdfhttp://www.csrc.ac.uk/pdfs/c105.pdf

Berliner Zeitung, Abgehört, 22.1.1996

Bode, Britta, Heinacher, Peter, Sicherheit muß künftig zur Chefsache erklärt werdenn Handelsblatt, 29.8.1996

Brady, Martin, Direktor der DSD, Brief vom 16.3.1999 an Ross Coulthart, Sunday Program Channel 9; http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/transcript_335.asp http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/transcript_335.asp; http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/article_335.asp http://sunday.ninemsn.com/01_cover_stories/article_335.asp

Bronskill, Jim, Canada a key snooper in huge spy network, Ottawa Citizen, 24.10.2000, http://www.ottawacitizen.com/national/990522/2630510.html http://www.ottawacitizen.com/national/990522/2630510.html

Buchmann, Johannes, Faktorisierung großer Zahlen, Spektrum der Wissenschaft 2, 1999

Bundesministerium für Wirtschaft und Technologie der Bundesrepublik Deutschland, Computerspionage, Dokumentation Nr. 44, Juli 1998

Bundesministerium für Wirtschaft und Technologie der Bundesrepublik Deutschland, Informationen für geheimschutzbetreute Unternehmen (1997)

Bundesverfassungsgericht der Bundesrepublik Deutschland, BVerfG-Urteil, 1 BvR 2226/94 vom 14.7.1999 (zu Art. 10 GG, Gesetz zu Artikel 10 Grundgesetz)

Campbell, Duncan, Der Stand der Dinge der Fernmeldeaufklärung (COMINT) in der automatisierten Verarbeitung zu nachrichtendienstlichen Zwecken von überwachten mehrsprachigen Breitbandmietleitungssystemen und den öffentlichen Leitungsnetzen und die Anwendbarkeit auf die Zielbestimmung und -auswahl von COMINT einschließlich der Spracherkennung, Band 2/5, in: STOA (Ed), die Entwicklung der Überwachungsechnologie und die Risiken des Missbrauchs von Wirtschaftsinformationen (Oktober 1999), PE 168.184

Campbell, Duncan, Inside Echelon, Heise Online, 24.7.2000, http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6928/1.html http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6928/1.html

Comité permanent de contrôle des service de renseignement, Rapport d'énquête sur la manière dont les services belges de renseignement reagissent face à l'éventualité d'un système americain "echelon" d'interception des communications téléphoniques et fax en Belgique, http://www.droit.fundp.ac.be/textes/echelonfr.pdf http://www.droit.fundp.ac.be/textes/echelonfr.pdf

Commission on the Roles and Capabilities of the US Intelligence Community, Preparing for the 21st Century: An Appraisal of U.S. Intelligence, (1996) http://www.gpo.gov/int/report.html http://www.gpo.gov/int/report.html

Deutscher Bundestag, Sekretariat des PKGr, Die Parlamentarische Kontrolle der Nachrichtendienste in Deutschland (2000)

Domestic and External Security Secretariat, Department of the Prime Minister and Cabinet (Neuseeland), "Securing our Nation's Safety", Dezember 2000, http://www.dpmc.govt.nz/dess/securingoursafety/index.html http://www.dpmc.govt.nz/dess/securingoursafety/index.html

Dodel, Hans, Satellitenkommunikation, Hüthig Verlag (1999),

Elkjaer, Bo & Seeberg, Kenan, Echelon was my baby, Ekstra Bladet, 17.1.1999

Eser, Albin, Überhofer Michael, Huber Barbara (Eds), Korruptionsbekämpfung durch Strafrecht. Ein rechtsvergleichendes Gutachten zu den Bestechungsdelikten im Auftrag des Bayerischen Staatsministeriums der Justiz, edition iuscrim (1997)

Federation of American Scientists (FAS), Homepage, http://www.fas.org/ http://www.fas.org/

Fink, Manfred, Lauschziel Wirtschaft - Abhörgefahren und -techniken, Vorbeugung und Abwehr, Richard Boorberg Verlag, Stuttgart (1996)

Förster, Andreas, Maulwürfe in Nadelstreifen, Henschel Verlag (1997)

Frattini, Franco, Il ruolo dei servizi di informazione e sicurezza nel caso 'Echelon'. Relazione del comitato parlamentare per i servizi di informatione e sicurezza e per il segreto di stato. Approvata nella seduta del 29 novembre 2000, Trasmessa alle Presidenze il 19 dicembre 2000.

Freeh, Louis J, Statement for the Record, Hearing on Economic Espionage, House Judiciary Committee, Subcommittee on Crime, Washington DC, 9.5.1996

Freyer, Ulrich, Nachrichten-Übertragungstechnik, Hanser Verlag (2000)

Frowein, Jochen Abr., Peukert, Wolfgang, Europäische Menschenrechtskonvention2, N. P. Engel Verlag (1996)

Frost, Mike in Fernsehinterview von NBC "60 Minutes" vom 27.2.2000, http://cryptome.org/echelon-60min.htm http://cryptome.org/echelon-60min.htm

Frost, Mike in Interview des australischen Senders Channel 9 vom 23.3.1999 http://www.geocities.com/CapitolHill/Senate/8789/sunday1.htm http://www.geocities.com/CapitolHill/Senate/8789/sunday1.htm

Grant, Charles, Intimate relations. Can Britain play a leading role in European defence - and keep its special links to US intelligence? 4.2000, Centre for European Reform

Guisnel, Jean, L'espionnage n'est plus un secret, The Tocqueville Connection, 10.7.1998

Hager, Nicky, Secret Power. New Zealands´s Role in the international Spy Network, Craig Potton Publishing (1996)

Hager, Nicky, Exposing the global surveillance system, http://www.ncoic.com/echelon1.htm http://www.ncoic.com/echelon1.htm

Hoffmann, Wolfgang, Arbeitsgemeinschaft für Sicherheit der Wirtschaft e.V. (ASW), Aktuelle Anmerkungen zur Sicherheitslage der deutschen Wirtschaft, April 2001

Hummelt, Roman, Wirtschaftsspionage auf dem Datenhighway, Strategische Risiken und Spionageabwehr, Hanser Verlag (1997)

Intelligence and Security Committee (UK), Annual Report 1999-2000

Jacobs, Frnacis G, White, Robin C.A., The European Convention on Human Rights2, Clarendon Press (1996)

Jauvert, Vincent, Espionnage - comment la France écoute le monde, Le Nouvel Observateur, 5.4.2001, Nr. 1900, S. 14 ff.

Kreye, Andrian, Aktenkrieger, Süddeutsche Zeitung, 29.3.2001

Kuppinger, Martin, Internet- und Intranetsicherheit, Microsoft Press Deutschland (1998), 60

Kurtz, George, McClure, Stuar, Scambray, Joel, Hacking exposed, Osborne/McGraw-Hill (2000)

Kyas, Othmar, Sicherheit im Internet, International Thomson Publishing (1998), 23

Landesamt für Verfassungsschutz Baden Württemberg, Wirtschaftsspionage, Die gewerbliche Wirtschaft im Visier fremder Nachrichtendienste, 10/1998

Legal Standards for the Intelligence Community in Conducting Electronic Surveillance, Bericht an den amerikanischen Congress Ende Februar 2000, http://www.fas.org/irp/nsa/standards.html

Leiberich, Otto, Vom diplomatischen Code zur Falltürfunktion - Hundert Jahre Kryptographie in Deutschland, Spektrum der Wissenschaft, Juni 1999

Lyle Robert, Radio Liberty/Radio fre Europe, 10.Februar 1999

National Security Councils (NSC), Homepage, http://www.whitehouse.gov/nsc http://www.whitehouse.gov/nsc

Madsen, Wayne in Fernsehinterview von NBC "60 Minutes" vom 27.2.2000, http://cryptome.org/echelon-60min.htm http://cryptome.org/echelon-60min.htm

Paecht, Arthur, Rapport d'information déposé en application de l'article 145 du règlement par la commission de la défense nationale et des forces armées, sur les systèmes de surveillance et d'interception électroniques pouvant mettre en cause la sécurité nationale, N° 2623 Assemblée nationale, enregisté à la Présidence de l'Assemblée nationale le 11 octobre 2000.

Paecht, Arthur, Rapport fait au nom de la Commission de la défense nationale et des forces armées sur la proposition de loi (N° 1497) de κ. Paul Quilès et plusieurs de ses collègues tendant à la création d'une délégation parlementaire pour les affaires de renseignement, enregistré à la Présidence de l'assemblée nationale le 23. novembre 1999

Porter, Michael E., Competitive Strategy, Simon & Schuster (1998)

Richelson, Jeffrey T., Desperately seeking Signals, The Bulletin of the Atomic Scientists Vol. 56, No. 2/2000, pp. 47-51, http://www.bullatomsci.org/issues/2000/ma00/ma00richelson.html http://www.bullatomsci.org/issues/2000/ma00/ma00richelson.html

Richelson, Jeffrey T., The U.S. Intelligence Community4, Westview Press, 1999

Richelson, Jeffrey T., The National Security Agency Declassified, National Security Archive Electronic Breefing Book no. 24, George Washington University http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB23/index.html http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB23/index.html

Richelson, Jeffrey T., Ball, Desmond, The Ties That Bind, Boston Unwin Hyman (1985)

Richter, Nicolas, Klettern für die Konkurrenz, Süddeutsche Zeitung, 13.9.2000

Rötzer, Florian, Die NSA geht wegen Echelon an die Öffentlichkeit, Heise Online, 26.02.2000, http://www.heise.de/bin/tp/issue/download.cgi?artikelnr=6633&rub_ordner=special http://www.heise.de/bin/tp/issue/download.cgi?artikelnr=6633&rub_ordner=specialhttp://www.heise.de/bin/tp/issue/download.cgi?artikelnr=6633&rub_ordner=special http://www.heise.de/bin/tp/issue/download.cgi?artikelnr=6633&rub_ordner=special

Schmidt-Eenboom, Erich, Streng Geheim, Museumsstiftung Post und Telekommunikation Heidelberg, (1999)

Schütze, Arno, Wirtschaftsspionage: Was macht eigentlich die Konkurrenz? P.κ. Magazin, Die Moderne Welt des Wissens (1998)

Shane Scott, Bowman Tom, America's Fortress of Spies, Baltimore Sun, 3.12.1995

Simon Singh, Geheime Botschaften, Carl Hanser Verlag (1999)

Smith, Bradley F., The Ultra-Magic Deals and the Most Secret Special Relationship 1940-1946, Presidio (1993)

Sorti, Francesco, Dossier esclusivo. Caso Echelon. Parla Luigi Ramponi. Anche I politici sapevano, Il Mondo, 17.4.1998

State Department Foreign Press Center Briefing, Subject: Intelligence Gathering and Democracies: The Issue of Economic and Industrial Espionage, Washington DC, 7.3.2000

Süddeutsche Zeitung, Haftstrafe wegen Spionage für Russland, 30.5.2000

TPCC, Broschüre über das Advocacy Center, Oktober 1996

Thaller, Georg Erwin, Satelliten im Erdorbit. Nachrichten, Fernsehen und Telefonate aus dem Weltall, Franzis Verlag, München (1999)

Weißes Haus, Archive, http://govinfo.library.unt.edu/npr/library/direct/orders/tradepromotion.html http://govinfo.library.unt.edu/npr/library/direct/orders/tradepromotion.htmlhttp://govinfo.library.unt.edu/npr/library/direct/orders/tradepromotion.html http://govinfo.library.unt.edu/npr/library/direct/orders/tradepromotion.html

Wessely, Wolfgang, Das Fernmeldgeheimnis - ein unbekannts Grundrecht?, ÖJZ 1999, 491 ff

Wirtschaftswoche "Antennen gedreht", Nr. 46/9, November 1999

Wirtschaftswoche "Nicht gerade zimperlich", Nr. 43/16, Oktober 1992

Wobst, Reinhard, Abenteuer Kryptologie, Adison-Wesley (1998)

Woolsey, James, Why America Spies on its Allies, The Wall Street Journal Europe, 22.3.2000

Woolsey, James, Remarks at the Foreign Press Center, Transskript, 7.3.2000, http://cryptome.org/echelon-cia.htm http://cryptome.org/echelon-cia.htm

Wright, Steve, An appraisal of technologies for political control, STOA interim study (1998) PE 166.499/INT.ST.

Yernault, Dimitri, "Echelon" et l'Europe. La protection de la vie privée face à l'espionnage des communications, Journal des tribunaux, Droit Européen 2000, S. 187 ff.

ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Air Intelligence Agency (AIA), Homepage, http://www.aia.af.mil http://www.aia.af.mil

America´s Military Community, Homepage, http://www.military.com

Barr, Bob, Barr moves to expose "project ECHELON", 9.11.1999, http://www.house.gov/barr/p_110999.html http://www.house.gov/barr/p_110999.html

Bundesnachrichtendienst, Die Nachrichtendienste der Bundesrepublik Deutschland, 2000, http://www.bundesnachrichtendienst.de/diensteb.htm http://www.bundesnachrichtendienst.de/diensteb.htm

Bundesamt für Verfassungsschutz, Spionage gefährdet die Sicherheit und die Interessen unseres Landes, 2001, http://www.verfassungsschutz.de/arbeitsfelder/spion/page.html http://www.verfassungsschutz.de/arbeitsfelder/spion/page.html

Campbell, Duncan, Somebody´s listening, They´ve got it taped, 12.8.1988, New Statesman, http://jya.com/echelon-dc.htm http://jya.com/echelon-dc.htm

Central Intelligence Agency (CIA), Homepage http://www.odci.gov/index.html http://www.odci.gov/index.html

Commander Submarine Force, U.S. Atlantic Fleet - Surveillance and Intelligence, http://www.sublant.navy.mil/roles.htmhttp://www.sublant.navy.mil/roles.htm#survintel

Collingwood, John, Carnivore Diagnostic Tool, 16.8.2000, FBI-Press-Room http://www.fbi.gov/pressrm/congress/congress00.htm http://www.fbi.gov/

Ecole de Guerre Economique, Homepage, http://www.ege.eslsca.fr/ http://www.ege.eslsca.fr/

Federal Bureau of Investigation (FBI), Homepage, http://www.fbi.gov http://www.fbi.gov

Frankfurter Allgemeine Zeitung, Niederländische Wirtschaftsspionage, 19.4.2000

Frankfurter Allgemeine Zeitung, Wirtschaftsspionage, 3.2.2001

Freeh, J. Louis, Wirtschaftsspionage, 28.2.1996, Ansprache vor dem Senat, http://www.fbi.gov http://www.fbi.gov

General Dynamics, Seawolf Class, http://www.gdeb.com/programs/seawolf/ http://www.gdeb.com/programs/seawolf/

Göbel, Jürgen, Kommunikationstechnik, Grundlagen und Anwendungen, Hüthig (1999)

Goss, J. Porter, Additional views of chairman Porter J. Goss, 2000, http://www.aclu.org/echelonwatch/goss.htm http://www.aclu.org/echelonwatch/goss.htm

Gralla, Preston, So funktioniert das Internet: ein virtueller Streifzug durch das Internet, Markt und Technik (1999)

Hager, Nicky, Wie ich Echelon erforscht habe, 11.04.2000, http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6728/1.html http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6728/1.htmlhttp://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6728/1.html http://www.heise.de/tp/deutsch/special/ech/6728/1.html

Hayden, Michael, Statement for the record of House Permanent Select Committee on intelligence, 12.04.2000 http://www.nsa.gov/releases/DIR_HPSCI_12APR.HTMLhttp://www.nsa.gov/releases/DIR_HPSCI_12APR.HTML

Innenministerium Brandenburg, Abwehr von Wirtschaftsspionage, 1999

Kerr, κ. Donald, Congressional Statement on Carnivore Diagnostic Tool, 6.9.2000, http://www.fbi.gov http://www.fbi.gov

Kerr, κ. Donald, Congressional Statement on Internet and data Interception Capabilities Developed by FBI, 24.7.2000, http://www.fbi.gov http://www.fbi.gov

Mass, Christian, Satelliten Signale anzapfen und auswerten, Satellitenspionage für Einsteiger, Franzis Verlag, Funkschau Telekom, Poing 1998

Mathiesen, Thomas, On Globalisation of Control: Towards an Integrated Surveillance System in Europe, Statewatch Publication, 11.1999

Matschke, Klaus Dieter, Geheimdienste im Auftrag des Wettbewerbs, 5.9.1998, Seku Media Verlag Ingelheim

National Security Agency (NSA), Homepage, http://www.nsa.gov/ http://www.nsa.gov/

Preneel, Bart, Relative Security of Cryptographic, 18.11.1998, Presentation on Conference on Problems of Global Security

Schönleber, Claus, Verschlüsselungsverfahren für PC-Daten, Franzis Verlag, Poing 1995

Secretary of State for the Home Department, Interception of communication in the UK, Juni 1999

Sénat et Chambre des représentants de Belgique, 14.2.2000, Rapport d´activités 1999 du Comité permanent de contrôle des services de renseignements et de sécurité

Tenet, George, Statement by Director of Central Intelligence before the House Permanent Select Committee on Intelligence, 12.4.2000, http://sun00781.dn.net/irp/congress/2000_hr/tenet.html http://sun00781.dn.net/irp/congress/2000_hr/tenet.html

The United States Navy, Homepage, http://www.navy.mil http://www.navy.mil

The US Army Intelligence and Security Command (INSCOM), Homepage http://www.vulcan.belvoir.army.mil http://www.vulcan.belvoir.army.mil

The White House, Defending America's Cyberspace, National Plan for Information systems protection Version 1.0, 2000, The White House 2000

Ulfkotte, Udo, Marktplatz der Diebe, Wie die Wirtschaftsspionage deutsche Unternehmen ausplündert und ruiniert. Bertelsmann Verlag, München (1999)

V.   Bülow, Andreas, Im Namen des Staates. CIA, BND und die kriminellen Machenschaften der Geheimdienste. Piper Verlag, München (1998)

Verfassungsschutz Brandenburg, Abwehr von Wirtschaftsspionage - eine Aufgabe des Verfassungsschutzes, 1999, http://www.brandenburg.de/land/mi/vschutz/wispion.htm http://www.brandenburg.de/land/mi/vschutz/wispion.htm

Wall, Stephen, Ständiger Vertreter des Vereinigten Königreichs bei der Europäischen Union, Brief an Kommissar Liikanen zu GCHQ, 21.3.2000

Wojahn, Jörg, Die globalen High-Tech-Schnüffler, 1.9.2000, Der Standard


Παράρτημα III.: Έννοιες και επεξηγήσεις σχετικά με την παρακολούθηση των επικοινωνιών στο πλαίσιο ποινικής δίωξης

1.   Προεισαγωγική παρατήρηση

Κατά την πορεία των εργασιών της προσωρινής επιτροπής έγινε επανειλημμένως κατά τη συζήτηση σχετικά με την αξιοπιστία, τις συνέπειες και τους κινδύνους των γενικών συστημάτων υποκλοπής πληροφοριών αναφορά σε μέτρα και δραστηριότητες εντός της ΕΕ που άπτονται ασφαλώς του θέματος της παρακολούθησης των επικοινωνιών αλλά ανήκουν στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.
Για το λόγο αυτό ο εισηγητής δεν αναφέρθηκε στο κύριο σώμα της έκθεσης στα εν λόγω μέτρα, διότι το θέμα της νομιμότητας της παρακολούθησης των επικοινωνιών για σκοπούς ποινικής δίωξης δεν πρέπει να συγχέεται με τη νομιμότητα της αντίστοιχης παρακολούθησης για τους σκοπούς των υπηρεσιών πληροφοριών. Έστω και εάν σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρόκειται για επεμβάσεις στην ιδιωτική σφαίρα που δικαιολογούνται για λόγους ασφαλείας (υπό την ευρύτερη έννοια), ωστόσο εμφανίζουν τόσο μεγάλες διαφορές ως προς τον τρόπο εργασίας και τη στοχοθεσία ώστε ρυθμίσεις που μπορεί να είναι σκόπιμες και λογικές για τον έναν τομέα να μην είναι κατ' ανάγκην για τον άλλον. Η σκοπιμότητα και αναλογικότητα των μέτρων για σκοπούς ποινικής δίωξης δεν θα έπρεπε ως εκ τούτου να συζητείται με βάση την πολιτική αξιολόγηση μέτρων για σκοπούς των υπηρεσιών πληροφοριών.
Προκειμένου να αρθούν αυτές οι ασάφειες πρέπει να υπεισέλθουμε εδώ σε θιγέντα θέματα και να προβούμε σε επεξηγήσεις ορισμένων εννοιών. Κατωτέρω, ως πρώτο βήμα, καταγράφονται οι διαφορές μεταξύ της παρακολούθησης των επικοινωνιών για ποινικούς σκοπούς και για σκοπούς των υπηρεσιών πληροφοριών (2), κατόπιν λαμβανομένων υπόψη των αρμοδιοτήτων της ΕΕ παρουσιάζονται οι νομικές πράξεις της που άπτονται της παρακολούθησης των επικοινωνιών για ποινικούς σκοπούς (3) και τέλος επεξηγούνται άλλες ακόμη έννοιες οι οποίες επανειλημμένως χρησιμοποιήθηκαν στην προσωρινή επιτροπή σε συνάρτηση με διακρατικές εργασίες στον τομέα της παρακολούθησης των επικοινωνιών (4).

2. Οριοθέτηση: παρακολούθηση επικοινωνιών για ποινικούς σκοπούς/παρακολούθηση επικοινωνιών για τις υπηρεσίες πληροφοριών

Η παρακολούθηση των επικοινωνιών από υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού (όπως το λεγόμενο σύστημα ECHELON) δεν αποσκοπεί στην παρακολούθηση ορισμένων ατόμων στο εσωτερικό αλλά σε γενική παρακολούθηση δραστηριοτήτων στο εξωτερικό με στόχο την απόκτηση, ήδη σε προκαταρκτικό στάδιο, πληροφοριών που είναι σημαντικές για την ασφάλεια. Πραγματοποιείται μυστικά και ακόμη και μακροπρόθεσμα δεν επιδιώκει να εμφανισθεί στην κοινή γνώμη. Με το επιχείρημα ότι μόνο με την τήρηση του απορρήτου μπορεί να κατοχυρωθεί η ασφάλεια και ότι δεν πρόκειται για οικεία υποκείμενα δικαίου επιτρέπεται πολλές φορές να δρουν οι μυστικές υπηρεσίες σε μια φαιά ζώνη δικαίου στην οποία οι ρυθμίσεις είναι ασαφείς και οι έλεγχοι ανεπαρκείς.
Αντίθετα, η παρακολούθηση των επικοινωνιών για σκοπούς ποινικής δίωξης αποσκοπεί, εφόσον υπάρχουν επαρκείς βάσιμες υπόνοιες, στην αποτροπή μεμονωμένων ατόμων από την τέλεση της αξιόποινης πράξης ή την επιβολή κυρώσεων για τέτοιες πράξεις. Τα μέτρα παρακολούθησης θεσπίζονται από τις αρχές στο εσωτερικό μιας χώρας. Εάν απαιτούνται μέτρα παρακολούθησης στο εξωτερικό, τότε αυτά τα αναλαμβάνουν οι εκεί αρχές μετά από αίτηση παροχής δικαστικής συνδρομής. Δεδομένου ότι οι επεμβάσεις στρέφονται κατά των οικείων υποκειμένων δικαίου, ισχύουν μετά την κατάργηση του αστυνομικού κράτους λίαν συγκεκριμένες ρυθμίσεις και αποτελεσματικοί μηχανισμοί ελέγχου οι οποίοι βασίζονται σε στάθμιση συμφερόντων. Κατά συνέπεια τα μέτρα παρακολούθησης δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται εκάστοτε μόνο για τη συγκεκριμένη περίπτωση εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ενώ μάλιστα σε πολλά κράτη μέλη απαιτείται έγκριση από δικαστή. Ακόμα και όταν η παρακολούθηση πραγματοποιείται μυστικά έχει ως στόχο τη χρησιμοποίηση των αποδείξεων σε δημόσιες ποινικές διαδικασίες και έτσι οι αρχές έχουν οι ίδιες συμφέρον να τις αποκτούν με νόμιμο τρόπο.

3.   Εργασίες εντός της ΕΕ στον τομέα της παρακολούθησης επικοινωνιών για σκοπούς ποινικής δίωξης

3.1.   Γενικές παρατηρήσεις

Με την εισαγωγή τίτλου για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας στη Συνθήκη ΕΕ δημιουργήθηκε η δυνατότητα της συνεργασίας των υπηρεσιών πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο δεν έχει ακόμη γίνει χρήση αυτής της δυνατότητας. Εφόσον υπάρχουν στο πλαίσιο της ΕΕ ρυθμίσεις και εργασίες στον τομέα της παρακολούθησης επικοινωνιών για τους σκοπούς ποινικής δίωξης, αυτές αφορούν αποκλειστικά την ποινική πλευρά, δηλαδή τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων.

3.2.   Περιορισμός της αρμοδιότητας της ΕΕ σε διατάξεις τεχνικού χαρακτήρα

Το θέμα της διάταξης για το επιτρεπτό των μέτρων παρακολούθησης εμπίπτει σήμερα αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των νομοθεσιών των κρατών μελών. Λόγω της αρχής της περιορισμένης δικαιοδοσίας, η ΕΕ μπορεί να δραστηριοποιηθεί μόνον εκεί όπου της παρέχονται αρμοδιότητες δυνάμει των Συνθηκών. Ωστόσο, ο τίτλος VI της ΣΕE "Διατάξεις σχετικά με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις" δεν προβλέπει τέτοιες αρμοδιότητες. Στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας (άρθρο 30, παρ. 1 της Συνθήκης ΕΕ) προβλέπεται αποκλειστικά η επιχειρησιακή συνεργασία των αρμόδιων αρχών, σε θέματα δηλαδή που αναφέρονται στον τρόπο εκτέλεσης του αστυνομικού έργου. Στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας η από κοινού δράση περιλαμβάνει πολύ γενικά στο άρθρο 31 γ) "τη διασφάλιση της συμβατότητας των κανόνων που ισχύουν στα κράτη μέλη", αλλά κι αυτό επιτρέπεται μόνο "στο βαθμό που είναι αναγκαίο για τη βελτίωση της εν λόγω συνεργασίας", αποσκοπεί συνεπώς στη θέσπιση ειδικών κανόνων συνεργασίας. Και "η προσέγγιση των ποινικών διατάξεων στα κράτη μέλη", σύμφωνα με το άρθρο 29, τελευταία παράγραφος, περιορίζεται στον καθορισμό ελάχιστων κανόνων ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των αξιόποινων πράξεων (άρθρο 31, στοιχείο ε). Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η ρύθμιση του θέματος "κάτω από ποιες προϋποθέσεις είναι επιτρεπτή η λήψη μέτρων παρακολούθησης" εξακολουθεί να εμπίπτει στις αρμοδιότητες της εθνικής νομοθεσίας. Επίσης, ο εισηγητής δε γνωρίζει κανένα κράτος μέλος που να επιδιώκει να επιφέρει αλλαγές σ’ αυτήν την αποκλειστικά εθνική αρμοδιότητα

Γι’ αυτό και συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών βάσει των Συνθηκών της ΕΕ μπορεί να υπάρξει μόνο στο θέμα της υλοποίησης των επιτρεπτών, σύμφωνα με την εκάστοτε εθνική νομοθεσία, μέτρων παρακολούθησης, δηλαδή σε χαμηλότερη βαθμίδα. Σε περιπτώσεις που βάσει της εθνικής έννομης τάξης επιτρέπεται η παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών πρέπει το εν λόγω κράτος μέλος να μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή των υπολοίπων κρατών μελών για την τεχνική υλοποίησή της. Το αν η επιδιωκόμενη τεχνική απλούστευση που συνεπάγεται ασφαλώς μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη διασυνοριακή παρακολούθηση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ειδικά στον τομέα του οργανωμένου εγκλήματος θεωρείται θετική ή αρνητική, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εμπιστοσύνη μας στο κράτος δικαίου. Εν πάση περιπτώσει πρέπει να τονισθεί και πάλι ότι - ακόμη και αν η διασυνοριακή παρακολούθηση απλουστεύεται τεχνικά με την υιοθέτηση ενιαίων τεχνικών προδιαγραφών και δεν μπορεί να αποκλειστεί πάντα η κατάχρηση σε μεμονωμένες περιπτώσεις - δε θίγονται οι προϋποθέσεις για το επιτρεπτό μιας παρακολούθησης που διέπονται αποκλειστικά από την εσωτερική εθνική νομοθεσία.

3.3. Εργασίες και νομικές πράξεις στον τομέα της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών


Στον τομέα της παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τώρα στο πλαίσιο της ΕΕ δύο μόνο νομικές πράξεις: το ψήφισμα του Συμβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 1995 σχετικά με τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών, του οποίου το περιεχόμενο θα επεκτεινόταν και σε τρίτες χώρες με αντίστοιχο μνημόνιο, ενώ επιπλέον είχε προγραμματισθεί σχετικά γι’ αυτό και πρόταση «up-date» (και τα δύο προετοιμάσθηκαν σε έγγραφα ENFOPOL) καθώς και η σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων.


Ψήφισμα του Συμβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 1995 σχετικά με τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών(1)

Το ψήφισμα του Συμβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 1995 σχετικά με τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών βασίζεται στη συνεργασία των ειδικών στα σεμινάρια ILET (βλ. σχετικά ανωτέρω στο σημείο 4) και συμφωνεί, σε γενικές γραμμές, με τις εκεί αναπτυχθείσες IUR (international user requirements).

Στόχος του ψηφίσματος είναι να δημιουργηθούν σ’ όλα τα κράτη μέλη οι τεχνικές προϋποθέσεις, ώστε να μπορούν οι νομίμως εξουσιοδοτημένες εθνικές αρχές να έχουν πράγματι πρόσβαση στα στοιχεία, να μπορούν δηλαδή να υλοποιούν τεχνικά τις εξουσίες που τους παραχωρεί η εθνική νομοθεσία.

Για το σκοπό αυτό περιελήφθησαν στο παράρτημα πολύ διεξοδικές "απαιτήσεις" των κρατών μελών, για τις οποίες το Συμβούλιο "λαμβάνει υπό σημείωση" ότι "αποτελούν αξιοσημείωτη επιτομή των αναγκών των αρμόδιων αρχών για την τεχνική υλοποίηση των νόμιμων παρακολουθήσεων σε σύγχρονα τηλεπικοινωνιακά συστήματα". Τέτοιες απαιτήσεις είναι λ.χ. η πρόσβαση σε βασικά στοιχεία της συνδιάλεξης σε πραγματικό χρόνο ή η δυνατότητα διαβίβασης της παρακολουθούμενης επικοινωνίας στην παρακολουθούσα αρχή από τον υπεύθυνο δικτύων. Το Συμβούλιο εκφράζει στο ψήφισμα την άποψη ότι οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη "κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή μέτρων […]" και ζητεί από τα κράτη μέλη και τους αρμόδιους υπουργούς "να συνεργασθούν με σκοπό την εφαρμογή των απαιτήσεων όσον αφορά τους υπευθύνους δικτύων και παρόχους υπηρεσιών".

Θα πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι η επιλεγείσα μορφή της πράξης, το ψήφισμα δηλαδή, δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν απορρέει εξ αυτού κανένα δικαίωμα ή υποχρέωση για τα κράτη μέλη. Η αναταραχή που προκάλεσε το ψήφισμα και τα έγγραφα που είχαν σχέση μ’ αυτό δεν οφειλόταν τόσο στο περιεχόμενο, αλλά στις συνθήκες υπό τις οποίες συντάχθηκαν, ιδίως στην έλλειψη διαφάνειας.

Μνημόνιο συνεννόησης

Με ένα Μνημόνιο Συνεννόησης(2) που ακολούθησε κλήθηκαν τα κράτη μέλη να υλοποιήσουν τις τεχνικές απαιτήσεις που αναφέρονταν στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 1995. Εκτός τούτου έπρεπε να προβλεφθεί η γνωστοποίηση στο FBI και στη Γραμματεία του Συμβουλίου των τεχνικών νεωτερισμών και των νέων απαιτήσεων που αυτοί συνεπάγονται. Αυτό έγινε ενόψει του γεγονότος ότι η παραγωγή των τεχνικών επικοινωνιών βρίσκεται συχνά σε χέρια πολυεθνικών ομίλων κι έτσι είναι απαραίτητη η συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές παρακολούθησης τρίτων χωρών στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά κέντρα παραγωγής.

Το μνημόνιο υπογράφηκε στις 23.11.1995 από τα κράτη μέλη της ΕΕ και τη Νορβηγία, αλλά όχι και από άλλες τρίτες χώρες. Από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και τον Καναδά υπήρξαν απλώς γραπτές πληροφορίες ότι θα δρομολογηθεί η εφαρμογή στο εσωτερικό των χωρών τους(3).

Δυστυχώς το κείμενο δεν έχει δημοσιευθεί μέχρι σήμερα κι αυτό αποτέλεσε αφορμή για να υπάρξουν πολυάριθμες καιροσκοπικές δημοσιεύσεις στον Τύπο.

Το σχέδιο ψηφίσματος του Συμβουλίου που αφορά τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών σε σχέση με τις νέες τεχνολογίες

Όπως ανέφερε ήδη ο εισηγητής στην έκθεσή του, της 23ης Απριλίου 1999(4), "το σχέδιο ψηφίσματος του Συμβουλίου που αφορά τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών σε σχέση με τις νέες τεχνολογίες" είναι ένας "εκσυγχρονισμός" του ψηφίσματος του 1995.
Με το νέο ψήφισμα του Συμβουλίου διευκρινίζεται ότι οι "απαιτήσεις" το ψηφίσματος του Συμβουλίου, του 1995, που συμπληρώνονται με λίγες νέες, ισχύουν και για τις νέες τεχνολογίες επικοινωνιών, όπως λ.χ. για τις επικοινωνίες μέσω δορυφόρου ή μέσω Ιnternet, και οι μέχρι τώρα χρησιμοποιούμενοι "τεχνικοί όροι" πρέπει να ερμηνεύονται αναλόγως σύμφωνα με τις νέες τεχνολογίες (λ.χ. αριθμός κλήσης αναγνώριση στο Ιnternet). Το σχέδιο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(5), αλλά το Συμβούλιο το έβαλε προσωρινά στον πάγο.

Η σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων(6)

Η δεύτερη πράξη είναι η σύμβαση για τη δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων. Στο άρθρο 17 κ.επ. ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες επιτρέπεται η δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων, όσον αφορά την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών. Χωρίς να θέλουμε να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες των διατάξεων πρέπει μόνο να σημειώσουμε ότι με τη σύμβαση δεν περιορίζονται καθόλου τα δικαιώματα του παρακολουθουμένου, επειδή το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται μπορεί να αρνηθεί τη δικαστική συνδρομή, αν δεν την επιτρέπει η εθνική νομοθεσία.

4. Ορισμοί εννοιών και επεξηγήσεις στις εργασίες διακρατικού επιπέδου στον τομέα της παρακολούθησης των επικοινωνιών

Παράλληλα με τις διάφορες νομικές πράξεις της ΕΕ, επίσης οι διάφορες ομάδες εργασίας που υπήρχαν και υπάρχουν στον τομέα της παρακολούθησης των επικοινωνιών προκάλεσαν επανειλημμένως σύγχυση. Για το λόγο αυτό επεξηγούνται κατωτέρω ορισμένες έννοιες.

ILETS (International Law Enforcement Telecommunications Seminar)

Τα σεμινάρια ILETS ξεκίνησαν από μια πρωτοβουλία του FBI. Το 1993 το FBI προσκάλεσε τις διωκτικές αρχές ποινικών αδικημάτων και τις υπηρεσίες πληροφοριών φιλικών χωρών στο Quantico σ’ ένα συνέδριο με θέμα την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών. Σ’ αυτό πήραν μέρος πάρα πολλά κράτη της σημερινής ΕΕ, καθώς και η Αυστραλία και ο Καναδάς(7). Έκτοτε γίνονταν τακτικές συναντήσεις, για να συζητηθούν οι απαιτήσεις μιας αποτελεσματικής διεθνούς παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών.

Σε μια συνάντηση στη Βόννη το 1994 τα μέλη των ILETS συμφώνησαν σ’ ένα κείμενο με πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές, στο παράρτημα του οποίου περιελήφθη κι ένας κατάλογος των "international user requirements" (IUR 1.0 ή IUR 95). Σ’ αυτόν απαριθμούνταν οι απαιτήσεις των νομίμως εξουσιοδοτημένων αρχών προς τους διάφορους τηλεπικοινωνιακούς φορείς, ώστε να απλουστευθεί η διαδικασία παρακολούθησης. Στις IUR 1.0 βασίσθηκε – όχι όμως επίσημα – το ψήφισμα του Συμβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 1995 σχετικά με τη νόμιμη παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών. Στη συνέχεια έγιναν κι άλλες συναντήσεις ειδικών σχετικά με το θέμα των IUR και την ενδεχόμενη υλοποίηση και προσαρμογή τους στις νέες μορφές τηλεπικοινωνιών.

Ομάδα TREVI

Στο πλαίσιο της ομάδας TREVI οι Υπουργοί Δικαιοσύνης και Εσωτερικών των κρατών της ΕΚ συζήτησαν θέματα εσωτερικής ασφάλειας πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχτ (η οποία με τη ΣΕΕ εισήγαγε τις διατάξεις για τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων). Η ομάδα TREVI δεν είναι πλέον ενεργή, επειδή τα θέματα εξετάζονται στο μεταξύ από τις ειδικές ομάδες εργασίας του Συμβουλίου.

Για τους τομείς που μας ενδιαφέρουν εδώ πρέπει να αναφέρουμε δύο κυρίως ομάδες εργασίας του Συμβουλίου: την ομάδα εργασίας "Νομική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις" η οποία πραγματεύθηκε τη συμφωνία για τη νομική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις στο πλαίσιο της συνεργασίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων και την ομάδα εργασίας "Αστυνομική συνεργασία" η οποία ασχολήθηκε με θέματα νόμιμης παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης και της παρακολούθησης των νέων μορφών τηλεπικοινωνιών (κινητών τηλεφώνων, Internet, e-mail). Η τελευταία ασχολήθηκε με την εναρμόνιση των προτύπων απαιτήσεων των νομίμως εξουσιοδοτημένων αρχών παρακολούθησης προς τους υπευθύνους δικτύων και τους παρέχοντες υπηρεσίες.

"ENFOPOL"

Ο όρος ENFOPOL δεν αναφέρεται σε κάποια ομάδα εργασίας ή οργανισμό, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά σ’ ένα σύμβολο για το χαρακτηρισμό εγγράφων εργασίας για υποθέσεις ποινικών διώξεων και αστυνομικά ζητήματα, καθώς και εγγράφων της ομάδας εργασίας του Συμβουλίου "Αστυνομική συνεργασία"(8). Τα εκάστοτε έγγραφα δεν τιτλοφορούνται με το σύμβολο ENFOPOL, αλλά ταξινομούνται με αυτό.

(1)ΕΕ αριθ. C 329 της 4.11.1996.
(2)Αριθ. 10.037/95 ENFOPOL 112, μη δημοσιευμένο.
Σχετικά με το περιεχόμενο πρβλ. τη γραπτή απάντηση του αυστριακού Υπουργού Εσωτερικών Schlögel στην κοινοβουλευτική επερώτηση του βουλευτή Van der Bellen, 4739/AB XX. GP
http://www.parlinkom.gv.at/pd/pm/XX/AB/texte/o4739_.html
(3)Έτσι δήλωσε ρητά ο αυστριακός Υπουργός Εσωτερικών Karl Schlögel (βλ. προηγούμενη υποσημείωση)· ασαφέστερη διατύπωση επέλεξε ο Michiel Patijn ως ασκών την Προεδρία του Συμβουλίου στην απάντησή του στην προφορική ερώτηση του Jonas Sjödstaedt H-0330/97 στις 14.5.1997 κατά την Ώρα των Ερωτήσεων ότι, "οι διατάξεις αυτές" (αναφέρεται εδώ στις απαιτήσεις που περιέχει το ψήφισμα του Συμβουλίου της 17.1.1995) έχουν υπογραφεί επίσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νορβηγία.
(4)A4-0243/99.
(5)Νομοθετικό ψήφισμα με τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 07.5.1999, ΕΕ C 279, σελ. 498 της 01.10. 1999 C.
(6)Πράξη του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, για την κατάρτιση, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ΕΕ 2000 C 197/1, αρθ. 17 κεπ.
(7)Σχετικά με το περιεχόμενο πρβλ. τη γραπτή απάντηση του αυστριακού Υπουργού Εσωτερικών Schlögel στην κοινοβουλευτική επερώτηση του βουλευτή Van der Bellen, 4014/AB XX. GP.
http://www.parlinkom.gv.at/pd/pm/XX/AB/texte/AB04014_.html
(8)Αυτό αναφέρει η προφορική απάντηση του αυστριακού Υπουργού Εσωτερικών Schlögels στην κοινοβουλευτική επερώτηση του βουλευτή Van der Bellen.  4739/AB XX. GP
http://www.parlinkom.gv.at/pd/pm/XX/AB/texte/040/AB04014_.html,
καθώς και η έκθεση Campbell ILETS, το μυστικό χέρι πίσω από το ENFOPOL 98:
http://heise.de/tp/deutsch/special/enfo/6396/1.html.


Παράρτημα IV.:

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

ΤΩΝ

ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ

ΤΩΝ

ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ UKUSA


ΑΥΣΤΡΙΑ

Heeresnachrichtenamt (HnA)

Abwehramt (AbwA)

Στρατιωτικ

ή υπηρεσία πληροφοριών

υπάγεται στον Υπουργό Αμύνης

§ 20 Abs 3 Militärbefugnisgesetz (MBG) BGBl I 86/2000"

Συλλογή στρατιωτικών πληροφοριών·

προστασία από δραστηριότητες του εξωτερικού που συνιστούν απειλή για την ασφάλεια

Κοινοβουλευτική υποεπιτροπή:

Ständiger Unter-ausschuss des Landesverteidigungsausschusses zur Überprüfung von nachrichten-dienstlichen Maß-nahmen zur Siche-rung der militärischen Landesverteidigung (απαρτίζεται από 14 μέλη και εκπροσωπούνται όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου)

1 εντεταλμένος νομικής προστασίας (Rechtsschutzbeauftragter)

Art 52a Bundesverfassungsgesetz (B-VG);

§§ 32b ff GeschäftsordnungsG 1975

Δικαιούται να λαμβάνει από τον αρμόδιο υπουργό όλες τις σχετικές πληροφορίες και να έχει πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα, εφόσον τούτο δεν θέτει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια και την ασφάλεια προσώπων

ΑΥΣΤΡΙΑ

Sondereinheit für Observation (SEO)

Πολιτική Υπηρεσία Πληροφοριών

Υπάγεται στον Υπουργό Εσωτερικών

§§ 6, 14, 15 Sicherheitspolizei-gesetz (SPG, BGBl 566/1991 idgF);

Sondereinheiten-Verordnung (BGBl II 207/1998)

Διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας· προστασία από την κατασκοπεία στην επικράτεια της χώρας· προστασία των αρχών που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα· καταπολέμηση των εξτρεμιστικών κινημάτων, της τρομοκρατίας και της οργανωμένης εγκληματικότητας·

Κοινοβουλευτική υποεπιτροπή:

Ständiger Unter-ausschuss des Ausschusses für innere Angelegen-heiten zur Über-prüfung von Maß-nahmen zum Schutz der verfassungsmäßigen Einrichtungen und ihrer Handlungs-fähigkeit

(απαρτίζεται από 14 μέλη – εκπροσωπούνται όλα τα Κόμματα του Κοινοβουλίου)

1 εντεταλμένος νομικής προστασίας (Rechtsschutzbeauf-tragter)

ΒΕΛΓΙΟ

Service Général du Renseignement et de la Sécurité des Forces armées(S.G.R.)

Στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών και ασφαλείας

Υπάγεται στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης

Loi du 30 novembre 1998 organique des services de renseignement et de sécurité

Συλλογή πληροφοριών και δεδομένων στον στρατιωτικό, τον πολιτικό, τον οικονομικό και τον επιστημονικοτεχνικό τομέα· διαφύλαξη της ασφάλειας στρατιωτικών εγκαταστάσεων και στρατιωτικού προσωπικού

Comité permanent de contrôle des services de renseignements et de sécurité (Comité permanent R),

Απαρτίζεται από τρία μέλη που ορίζονται από τη Γερουσία· δεν έχουν δικαίωμα να ασκούν αιρετό λειτούργημα ή άλλη δραστηριότητα που ενδέχεται να θέσει εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία τους

Service d'enquêtes des services de renseignements

Υπάγεται στην Comité permanent R και τα μέλη της ορίζονται από την Comité R

Loi du 18 juillet 1991 (VI) organique du conrôle des services de police et de renseignements

Δικαίωμα πρόσβασης στις εσωτερικές οδηγίες και στους φακέλους των υπηρεσιών·

Δικαίωμα υποβολής ερωτημάτων προς τις υπηρεσίες οι οποίες, σε περίπτωση άρνησης, εκτίθενται σε ποινικές κυρώσεις διάρκειας το πολύ ενός έτους· η άρνηση παροχής πληροφοριών είναι παραδεκτή σε περίπτωση που μια διαδικασία εκκρεμεί· ο πρόεδρος του Comité permanent R αποφασίζει σχετικά με το αποδεκτό μιας άρνησης που προβάλλεται με επιχείρημα τον κίνδυνο φυσικού προσώπου.

ΒΕΛΓΙΟ

Sûreté de l'Etat (V.S.)

Πολιτική υπηρεσία πληροφοριών και ασφάλειας

Υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης

Loi du 30 novembre 1998 organique des services de renseignement et de sécurité

Διαφύλαξη της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, αντικατασκοπία, παρακολούθηση των εξτρεμιστικών πολιτικών κινημάτων


ΔΑΝΙΑ

Forsvarets Efterretningstjeneste (FE(T))

"Μυστική Υπηρεσία Άμυνας"

Υπάγεται στο Υπουργείο Άμυνας

Lov om forsvarets formål, opgaver og organisation m.v.

Lov 909 af 8/12/1993

["νόμος-πλαίσιο " στον οποίο δεν αναφέρεται η FE(T)]

[πρόκειται στο εγγύς μέλλον να ψηφισθεί νέος νόμος για την FET & PET]

Συγκέντρωση και ανάλυση, για σκοπούς άμυνας, μυστικών πληροφοριών σχετικά με την ΚΑΚ και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στο στρατιωτικό, τον πολιτικό, τον οικονομικό και τον επιστημονικοτεχνικό τομέα· ηλεκτρομαγνητική συγκέντρωση πληροφοριών·

Οργανόγραμμα και προϋπολογισμός:

Απόρρητα

ναι

2 επιτροπές ελέγχου:

Kontroludvalget vedrørende Politiets og Forsvarets efterretningstjenester (Wamberg-udvalget) (απαρτίζεται από δημοσίους υπαλλήλους και δικηγόρους)

Τα μέλη της ορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης

Udvalget vedrørende efterretningstjenesterne

Κοινοβουλευτική επιτροπή
(απαρτίζεται από 5 βουλευτές του Folketing)

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη νομική βάση

Lov om etablering af et udvalg om forsvarets og politiets efterretningstjenester

lov 378 af 6/7/88

Δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών

ΔΑΝΙA

Politiets Efterretningstjeneste (PET)

"Μυστική Υπηρεσία της Αστυνομίας"

Υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης

Δεν υπάρχει ειδική νομική βάση

[πρόκειται στο εγγύς μέλλον να ψηφισθεί νέος νόμος για την FET & PET]

Αντικατασκοπία, πρόληψη και καταπολέμηση δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας: κατασκοπεία, τρομοκρατία, κτλ.·

ασφάλεια της κυβέρνησης και της βασιλικής οικογένειας

προσωπικό: περίπου 370 άτομα (1998)

προϋπολογισμός: απόρρητος

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Pääesikunnan tiedusteluosasto

"Τμήμα στρατιωτικών πληροφοριών του προσωπικού άμυνας της Φινλανδίας"

Υπάγεται στον Υπουργό Άμυνας

Laki puolustusvoimista N:o 402/1974 2§

"Νόμος σχετικά με τις αμυντικές δυνάμεις" (το τμήμα πληροφοριών δεν μνημονεύεται)

Παρακολούθηση του εδάφους και του εναέριου χώρου της χώρας σε συνεργασία με τα άλλα όργανα παρακολούθησης με στόχο να διασφαλίζεται η εδαφική ακεραιότητα της χώρας

ναι

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ελεγκτική αρχή

Το Υπουργείο Άμυνας υποβάλλει ετήσια έκθεση σχετικά με την παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών στον Διαμεσολαβητή του Κοινοβουλίου

Poliisilaki 493/1995 §33

"Νόμος περί αστυνομίας"

Laki pakkokeinolain muuttamisesta N:o 402/1995 §15

"Νόμος περί αναγκαστικών μέτρων"

[όσον αφορά την αποστολή του κοινοβουλευτικού Διαμεσολαβητή να ελέγχει την έκθεση περί παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών που υποβάλλει το υπουργείο]

"Έλεγχος του ελέγχου" όσον αφορά την έκθεση περί παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών του υπουργείου· διερεύνηση των παραπόνων των πολιτών

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Suojelupoliisi (SUPO)

"Φινλανδική Αστυνομία Ασφαλείας"

Υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών

Laki poliisin hallinnosta N:o 110/1992, 1§, 10§ 1. ja 2. momentti

Asetus poliisin hallinnosta N:o 158/1996 8§

Laki poliisin henkilörekistereistä N:o 509/1995 23§, 9§

"Νόμος και διάταγμα σχετικά με την αστυνομική διοίκηση" και "Νόμος σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την αστυνομία"

Αντικατασκοπία· πρόληψη δραστηριοτήτων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εσωτερική ασφάλεια της χώρας και τις διεθνείς σχέσεις· καταπολέμηση της τρομοκρατίας· προληπτικές ενέργειες για την ασφάλεια

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ελεγκτική αρχή·

η αστυνομία οφείλει να αναφέρει όλες τις περιπτώσεις υποκλοπών στο Υπουργείο Εσωτερικών το οποίο υποβάλλει ετήσια έκθεση στον Διαμεσολαβητή του Κοινοβουλίου

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Tullin tiedusteluyksikkö

"Τμήμα πληροφοριών των φινλανδικών τελωνείων"

Υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών

Tullilaki N:o 1466/1994

"Νόμος περί τελωνείων"

Συγκέντρωση και ανάλυση πληροφοριών με στόχο την πρόληψη και ανίχνευση τελωνειακών αδικημάτων και διαβίβαση των δεδομένων αυτών στις αρμόδιες υπηρεσίες για συνέχεια

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ελεγκτική αρχή·

Τα τελωνεία οφείλουν να αναφέρουν όλες τις περιπτώσεις υποκλοπών στο Εθνικό Συμβούλιο Τελωνείων και στο Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο υποβάλλει ετήσια έκθεση στον Διαμεσολαβητή του Κοινοβουλίου

ΓΑΛΛΙΑ

Direction générale de la sécurité extérieure (DGSE)

Υπάγεται στο Υπουργείο Άμυνας

Décret n°82-306 du 2 avril 1982

Συλλογή πληροφοριών πολιτικού, στρατιωτικού, οικονομικού και επιστημονικοτεχνικού ενδιαφέροντος·

Καταγραφή και αξιολόγηση πληροφοριών που ενδιαφέρουν για την ασφάλεια της Γαλλίας

Αντικατασκοπία (εκτός της εθνικής επικράτειας)

4100 άτομα προσωπικό·

προϋπ.:1,7 δισ.FF

ναι

Προς το παρόν δεν υπάρχει συγκεκριμένο κοινοβουλευτικό όργανο ελέγχου

(το θέμα εξετάζεται· η Επιτροπή Άμυνας της Εθνοσυνέλευσης έχει προτείνει δύο φορές να ιδρυθεί επιτροπή εποπτείας· αριθ. 1951 και 2270)

Commission nationale de contrôle des interceptions de sécurité (ασκεί αποκλειστικά έλεγχο των υποκλοπών με παγίδευση καλωδίων)

Απαρτίζεται από 1 βουλευτή και 1 γερουσιαστή

Direction du renseignement militaire (DRM)

Υπάγεται στο Υπουργείο Άμυνας

Décret n°92-523 du 16 juin 1992

Παρέχει στρατιωτικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες στις ένοπλες δυνάμεις

Δυναμικό:

1700 άτομα·

προϋπ.: 90 εκατ. FF· εσωτερική στρατιωτική ασφάλεια· υποστήριξη του στρατού·

ΓΑΛΛΙΑ

Direction de la surveillance du territoire (DST)

Πολιτική Υπηρεσία Πληροφοριών

Υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών

Décret n°82-1100 du 22 décembre 1982

Αντικατασκοπία στη γαλλική επικράτεια

Προσωπικό: 1500 άτομα


Διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας, αντικατασκοπία στο εσωτερικό.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Bundesnachrichtendienst (BND)

Υπάγεται στον Ομοσπονδιακό Καγκελάριο

Gesetz über den Bundesnachrichtendienst (BNDG), BGBl 1990 I 2954 idgF

Συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών σχετικά με ξένες χώρες, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική

ναι

Parlamentarisches Kontrollgremium

(PKGR)

Κοινοβουλευτικό όργανο ελέγχου και των 3 μυστικών υπηρεσιών·
απαρτίζεται από 9 βουλευτές της Ομοσπονδιακής Βουλής

G 10-Kommission

Δεν δέχεται εντολές.

Δύναται, αλλά όχι υποχρεωτικά, να απαρτίζεται από βουλευτές·
4 μέλη που ορίζονται από το PKGR.

Gesetz über die Kontrolle nachrichtendienstlicher Tätigkeit des Bundes

(PKGrG)vom 17. Juni 1999 BGBl I 1334 idgF

§ 5 Abs 5, § 9 Abs 2‑4 Gesetz zu Art 10 Grundgesetz

(G10‑G) vom 13. August 1968, BGBl I 949 idgF
(Νόμος σχετικά με τον περιορισμό του απορρήτου των επιστολών, των ταχυδρομικών και τηλεφωνικών επικοινωνιών)

Δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα και τους φακέλους των υπηρεσιών· δικαίωμα ακρόασης προσωπικού των υπηρεσιών και πραγματοποίησης επισκέψεων στο εν λόγω προσωπικό· δύναται να προβληθεί άρνηση στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων για επιτακτικούς λόγους

Καθήκοντα ελέγχου στον τομέα της παρακολούθησης των ταχυδρομικών και τηλεφωνικών επικοινωνιών, έγκριση μέτρων υποκλοπής, ενημέρωση από τον Υπουργό Εσωτερικών 1 μήνα πριν από την εκτέλεση των μέτρων.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Bundesamt für Verfassungsschutz (BfV)

Υπάγεται στον Υπουργό Εσωτερικών

Gesetz über die Zusammenarbeit des Bundes und der Länder in Angelegenheiten des Verfassungsschutzes und über das Bundsamt für den Verfassungsschutz (BVerfSchG, BGBl 1090 I 2954)

Συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών σχετικά με δραστηριότητες που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια, καθώς και σχετικά με δραστηριότητες των αντιπάλων υπηρεσιών πληροφοριών στην επικράτεια της χώρας

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Militärischer Abschirmdient (MAD)

Υπάγεται στον Υπουργό Άμυνας

Gesetz über den militätischen Abschirmdienst (MADG) BGBl 1990 I 2954 idgF

Εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία του Ομοσπονδιακού Στρατού.
Διαφύλαξη της ασφάλειας στρατιωτικών εγκαταστάσεων και στρατιωτικού προσωπικού.

ΕΛΛΑΔΑ

Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ)

Υπάγεται στο ΚΥΣΕΑ (Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας: απαρτίζεται από τον Πρωθυπουργό και τους Υπουργούς Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας)

Νόμος 1645/86 σχετικά με την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών

-   Συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια (πληροφορίες σχετικά με την οργανωμένη εγκληματικότητα, την τρομοκρατία καθώς και στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές πληροφορίες)·

διαβίβαση στις αρμόδιες αρχές

-   Αντικατασκοπία, παρακολούθηση δραστηριοτήτων των ξένων πρακτόρων πληροφοριών που δρουν εναντίον της χώρας.

Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για την Προστασία του Απόρρητου των Επικοινωνιών και της ιδιωτικής σφαίρας
Δεν διαθέτει ειδικά δικαιώματα ελέγχου.
Απαρτίζεται από 1 αντιπρόεδρο της Βουλής, 1 βουλευτή ανά πολιτική ομάδα, 1 εμπειρογνώμονα σε θέματα επικοινωνιών.

Νόμος 2225/1994

περί απορρήτου επικοινωνιών

[Δεν υπάρχουν σχετικές πληροφορίες]

Όργανο για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

Νόμος 2472/1997

περί προστασίας από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Garda Síochána (Εθνική αστυνομία)

Καλύπτει ζητήματα εθνικής ασφαλείας

Η αστυνομία υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης

Έχει την εξουσία να πραγματοποιεί υποκλοπές βάσει του Interception of Postal Packets and Telecommunications Messages (Regulation) Act 1993

Υποκλοπές που επιτρέπονται προς το συμφέρον της ασφάλειας του κράτους

Η Joint Committee on Justice, Equality and Women’s Rights έχει ευθύνη για τον γενικό τομέα των αστικών δικαιωμάτων

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Intelligence Staff

Συμφέροντα εθνικής ασφάλειας της Ιρλανδίας (κυρίως σχετικά με τον IRA), ασφάλεια των εθνικών ενόπλων δυνάμεων, τεχνολογικές εξελίξεις ξένων ένοπλων δυνάμεων

Δεν υπάρχει ειδική ελεγκτική αρχή.

ΙΤΑΛΙΑ

Servizio per le informazioni e la sicurezza militare (SISMI)

Servizio informazione Οperative Segrete (SIOS)

Υπάγεται στον Υπουργό Αμύνης ο οποίος διορίζει το διευθυντή της υπηρεσίας και τους ανώτατους υπαλλήλους

L.   24 ottobre 1977, n. 801, art. 4 Istituzione e ordinamento dei servizi per le informazioni e la sicurezza e disciplina del segreto di Stato

Πληροφορίες και ασφάλεια για την υπεράσπιση, σε στρατιωτικό επίπεδο, της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας του κράτους·

αντικατασκοπία·

συγκέντρωση πληροφοριών από το εξωτερικό σχετικά με πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά και τεχνολογικά/ επιστημονικά θέματα

ναι

Κοινοβουλευτική επιτροπή
(4 βουλευτές + 4 γερουσιαστές)

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Κοινοβούλιο έκθεση εξαμήνου σχετικά με την πολιτική στον τομέα των πληροφοριών και της ασφάλειας

L.   24 Οκτωβρίου 1977, n. 801, art. 11

Istituzione e ordinamento dei servizi per le informazioni e la sicurezza e disciplina del segreto di Stato

Ελέγχει την εφαρμογή του νόμου

ΙΤΑΛΙΑ

Servizio per le informazioni e la sicurezza democratica (SISDE)

Direzione investigazioni anti-mafia (DIA)

Υπάγεται στον Υπουργό Εσωτερικών ο οποίος ορίζει το διευθυντή της Υπηρεσίας και τους ανώτατους υπαλλήλους

L.   24 ottobre 1977, n. 801, art. 6 Istituzione e ordinamento dei servizi per le informazioni e la sicurezza e disciplina del segreto di Stato

Καθήκοντα πληροφοριών και ασφάλειας για την υπεράσπιση του δημοκρατικού κράτους και των θεσμών του

Πληροφορίες σχετικά με δραστηριότητες που θέτουν σε κίνδυνο την εσωτερική ασφάλεια, αντικατασκοπία, καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος

ΛΟΥΞ/ΡΓΟ

Service de renseignement

Εθνική Υπηρεσία πληροφοριών και ασφαλείας

Υπάγεται στον Πρωθυπουργό

Loi concernant la protection des secrets intéressant la sécurité extérieure de l'État της 30ής Ιουλίου 1960

Εξασφαλίζει την προστασία των απορρήτων του άρθρου 120 Ξ του Ποινικού Κώδικα* και συγκεντρώνει πληροφορίες απαραίτητες για τη διασφάλιση της εξωτερικής ασφάλειας του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και των κρατών με τα οποία αυτό έχει υπογράψει περιφερειακή κοινή αμυντική συμφωνία

* "αδικήματα που διαπράττονται κατά του Μ.Δ. του Λουξεμβούργου"

Δεν υπάρχει κοινοβουλευτικός έλεγχος

(Η παρακολούθηση επικοινωνιών κάθε μορφής με στόχο την ανίχνευση αδικημάτων εναντίον της ασφάλειας του κράτους απαιτεί τη συγκατάθεση επιτροπής που απαρτίζεται από τον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου, τον Πρόεδρο της Επιτροπής Αντιδικιών του Συμβουλίου Επικρατείας και τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου)

(Loi du 26 novembre 1982 portant introduction au code d'instruction criminelle des articles 88-1, 88-2, 88-3 et 88-4)

ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Militaire Inlichtingendienst MID, ή, πιο πρόσφατα, MIVD

Υπάγεται στο Υπουργείο Άμυνας

Wet op de inlichtingen- en veiligheidsdiensten

Loi 635/87 du 3 décembre 1987, dernier amendement loi 194/1999 du 19 avril 1999.

[Αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό εξέταση νέος νόμος]

Στρατιωτικές πληροφορίες· συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με ξένες ένοπλες δυνάμεις

ναι

Tweede-Kamercommissie voor de Inlichtingen- en veiligheidsdiensten

"Επιτροπή του Δεύτερου Σώματος για τις Υπηρεσίες Πληροφοριών και Εσωτερικής Ασφαλείας"

Κοινοβουλευτική επιτροπή
(4 μέλη: οι πρόεδροι των 4 μεγαλυτέρων κομμάτων)

17.   Reglement van orde van de Tweede Kamer der Staten-General, Art. 22

"Κανονισμός του Δεύτερου Σώματος των Κάτω Χωρών

Άρθρο 22: Επιτροπή για τις Υπηρεσίες Πληροφοριών και Ασφαλείας"

Υπεύθυνη για το συντονισμό και τον έλεγχο όλων των υπηρεσιών πληροφοριών και εσωτερικής ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής ασφαλείας

ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ