Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

Διαδικασία : 2002/2286(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A5-0334/2003

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A5-0334/2003

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P5_TA(2003)0497

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 203kWORD 44k
8 Οκτωβρίου 2003
PE 331.558 A5-0334/2003
σχετικά με την παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών και τις διεθνείς σχέσεις της ΕΕ
(2002/2286(INI))
Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών
Εισηγήτρια: Miet Smet
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
 ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Κατά τη συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003, o Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών εξουσιοδοτήθηκε να εκπονήσει έκθεση πρωτοβουλίας, σύμφωνα με το άρθρο 163 του Κανονισμού, σχετικά με την παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών και τις διεθνείς σχέσεις της EE και ότι η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής κλήθηκε να γνωμοδοτήσει.

Κατά τη συνεδρίασή της στις 26 Νοεμβρίου 2002, η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών όρισε εισηγήτρια την κ. Miet Smet.

Κατά τις συνεδριάσεις της στις 1 Σεπτεμβρίου και 2 Οκτωβρίου 2003, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο έκθεσης.

Κατά την τελευταία ως άνω συνεδρίαση, η επιτροπή ενέκρινε την πρόταση ψηφίσματος ομόφωνα με μια αποχή.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές ΄Αννα Καραμάνου (πρόεδρος), Olga Zrihen Zaari (αντιπρόεδρος), Miet Smet (εισηγήτρια), Ulla Maija Aaltonen, María Antonia Avilés Perea, Regina Bastos, Johanna L.A. Boogerd-Quaak, Armonia Bordes, Lone Dybkjær, Fiorella Ghilardotti, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Thomas Mann, Maria Martens, Ria G.H.C. Oomen-Ruijten, (αναπλ. Emilia Franziska Müller), Patsy Sörensen, Joke Swiebel, Feleknas Uca, Elena Valenciano Martínez-Orozco και Sabine Zissener.

Η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής αποφάσισε στις 21 Ιανουαρίου 2003 να μην γνωμοδοτήσει.

Η έκθεση κατατέθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2003.


ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών και τις διεθνείς σχέσεις της ΕΕ (2002/2286(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ, όπως αυτές ορίζονται στα άρθρα 11, 177, 178 και 181 της Συνθήκης ΕΚ,

_   έχοντας υπόψη τη ρήτρα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις κοινοτικές συμφωνίες σύνδεσης και συγκεκριμένα το άρθρο 25 της συμφωνίας της Κοτονού,

_   έχοντας υπόψη τα άρθρα 4, 5, 6, 20 και 21, παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ,

_   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα του 2001(1),

_   έχοντας υπόψη τη Σύσταση (2002)5 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με την προστασία των γυναικών κατά της βίας, η οποία εγκρίθηκε στις 30 Απριλίου 2002,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα 2003/44 σχετικά με την ενσωμάτωση των δικαιωμάτων των γυναικών στο σύστημα του ΟΗΕ και το ψήφισμα 2003/45 σχετικά με τη βία εις βάρος των γυναικών της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ(2),

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του ΟΗΕ του 1979 για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης κατά των γυναικών (CEDAW), και τις Γενικές Συστάσεις αριθ. 12, 14 και 19 της Επιτροπής CEDAW(3)

–   έχοντας υπόψη τη Δήλωση και το Πρόγραμμα Δράσης της Βιέννης, όπως αυτά εγκρίθηκαν από την Παγκόσμια Διάσκεψη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στις 25 Ιουνίου 1993(4),

–   έχοντας υπόψη το τελικό κείμενο σχετικά με την Επισκόπηση του Πεκίνου Συν 5 για τη συνέχεια που δόθηκε στο Πρόγραμμα Δράσης του Πεκίνου (130α)(5),

–   έχοντας υπόψη τις δηλώσεις της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ σύμφωνα με τις οποίες καταβάλλεται διαρκής προσπάθεια για να αποτελέσουν τα θέματα των δυο φύλων αναπόσπαστο τμήμα του έργου των Συμβουλίων Γενικών Υποθέσεων· ανησυχώντας για το ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να υφίστανται βία σε πολλά μέρη του κόσμου,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Σεπτεμβρίου 2001 για τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων των γυναικών(6),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 7ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι των χωρών εταίρων της Μεσογείου όσον αφορά την προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών και των ίσων ευκαιριών στις χώρες αυτές(7),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 163 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών (A5‑0334/2003),

Α.   έχοντας επίγνωση του ότι, όπως δήλωσε η Επιτροπή CEDAW στη Γενική της Σύσταση αριθ. 19(8), η βία κατά των γυναικών αποτελεί μορφή διάκρισης, καθώς η υπονόμευση της σωματικής και ψυχολογικής ακεραιότητας των γυναικών στερεί από αυτές τη δυνατότητα να απολαύσουν πλήρως των καθολικών και βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της ζωής, το δικαίωμα της ασφάλειας και της ακεραιότητας του ατόμου, όπως ορίζεται στα παγκόσμια και ευρωπαϊκά μέσα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

Β.   υπενθυμίζοντας ότι, όπως αναφέρεται στη δήλωση από την Παγκόσμια Διάσκεψη της Βιέννης του 1993 για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, "τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών αποτελούν αναφαίρετο, αναπόσπαστο και αδιαίρετο τμήμα των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων", και ότι, όπως επιβεβαιώνεται από τη Δήλωση του Πεκίνου και το Πρόγραμμα Δράσης, πρέπει να αναληφθεί δράση για την "εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών στη δημόσια και ιδιωτική ζωή",

Γ.   έχοντας επίγνωση του ότι θύματα βίας πέφτουν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες· παρά ταύτα, κατά την έμπρακτη διεθνώς εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τείνει να λαμβάνεται λιγότερο υπόψη η βία κατά των γυναικών, κατάσταση που έχει τις ρίζες της στο στερεότυπο των άνισων σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών που κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας και των απαράδεκτων αναφορών σε λόγους πολιτισμού και παράδοσης,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι , βάσει της εντολής που έχει λάβει να σέβεται και να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα στη διεθνή πολιτική, η ΕΕ πρέπει να συμβάλλει εποικοδομητικά και να αναλαμβάνει δράσεις για την εξάλειψη της βίας υπό όλες της τις μορφές, αλλά έως ότου επιτευχθεί αυτός ο τελικός στόχος πρέπει να υλοποιηθεί το πρώτο βασικό βήμα για την εξάλειψη των σοβαρότερων μορφών βίας κατά των γυναικών που υποβαθμίζουν και/ή απειλούν τη ζωή τους,

Ε.   εκτιμώντας ότι οι πρακτικές όπως ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων, ο λιθοβολισμός, η διαπόμπευση, το κάψιμο, ο βιασμός και ο ακρωτηριασμός με οξέα, τα εγκλήματα τιμής, οι εξαναγκαστικοί γάμοι, η δουλεία και η σεξουαλική εκμετάλλευση αποτελούν ιδιαζόντως ειδεχθείς και ανεπίτρεπτες μορφές βίας που ασκούνται στις γυναίκες και στις νέες κοπέλες,

ΣΤ.   υπενθυμίζοντας ότι στη διεθνή νομοθεσία, τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα των γυναικών κατοχυρώνονται μεν τυπικά, αλλά ότι πολλά κράτη - εταίροι της Ε.Ε. έχουν διατυπώσει διάφορες επιφυλάξεις ως προς την εν λόγω νομοθεσία, κατά τρόπον ώστε να είναι νομικώς αδύνατη η εφαρμογή μεγάλου μέρους της· από την άλλη πλευρά, στις περιπτώσεις όπου μεγάλες διεθνείς συνθήκες υπογράφονται και κυρώνονται χωρίς επιφυλάξεις, η εφαρμογή τους είναι δυσχερής λόγω ανεπαρκών μηχανισμών, παραδοσιακών ή θρησκευτικών στερεοτύπων, ενώ σπάνια είναι η λήψη θετικών μέτρων για την προάσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών και την ένταξή τους στην οικονομικοκοινωνική ζωή,

Ζ.   πιστεύοντας ακράδαντα ότι αυτού του είδους οι πρακτικές δεν χωρούν ανοχή ή δικαιολογία για λόγους παράδοσης, και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί κανενός είδους πολιτιστική κατανόηση όταν τίθεται θέμα σοβαρής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

Η.   εκφράζοντας τη λύπη του για το ότι οι γυναίκες υφίστανται συνεχώς διάφορες μορφές βίας σε πολλές χώρες που είναι εταίροι της ΕΕ μέσω εμπορικών και αναπτυξιακών συμφωνιών και λογικά θα έπρεπε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση έναντι των κοινωνικών, πολιτιστικών, οικονομικών και νομικών παραγόντων που κρατούν τις γυναίκες σε απόσταση από τα κέντρα εξουσίας και τις εκτοπίζουν σε κατώτερες κοινωνικές και οικονομικές θέσεις,

Θ.   εκτιμώντας ότι το Συμβούλιο έχει ήδη προβλέψει στις αναπτυξιακές και εμπορικές συμφωνίες σειρά νομικών και πολιτικών μέσων που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν στις χώρες εταίρους το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου(9),

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες αποτελούν τα συγκεκριμένα θύματα της φτώχιας και της βίας, αλλά ότι αποτελούν επίσης τους απαρέγκλιτους παράγοντες της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής της χώρας τους και ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη αυτοί οι δύο άξονες στην πολιτική για την συνεργασία και την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

1.   επιδοκιμάζει την ανακοίνωση της Επιτροπής περί ενσωμάτωσης της διάστασης της ισότητας ευκαιριών μεταξύ των δυο φύλων στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ(10), ενώ επισημαίνει πως χρειάζεται μια αμεσότερη και πιεστικότερη δράση για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών·

2.   επιδοκιμάζει το ότι συμπεριελήφθησαν στη συμφωνία Κοτονού με τις χώρες ΑΚΕ διατάξεις για το θέμα των δυο φύλων ως μέρος του πολιτικού διαλόγου (Άρθρο 8) για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας (Άρθρο 31) και τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων (Άρθρο 25)(11)·

3.   υπενθυμίζει την πρωτοβουλία του να περιληφθεί στις αντίστοιχες θέσεις του προϋπολογισμού 2003 η ρήτρα ότι "Η μη ανάληψη δράσης για την πρόληψη και καταπολέμηση σοβαρών μορφών βίας κατά των γυναικών (λιθοβολισμός, διαπόμπευση, ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων, καύση ή βιασμός) θα αποτελεί λόγο αναστολής της κοινοτικής ενίσχυσης·

4.   χαιρετίζει την εφαρμογή του νέου προγράμματος της Ε.Ε. που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2003 για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία των γυναικών σε 22 χώρες ΑΚΕ και ζητεί την περαιτέρω επέκταση και ενίσχυση του προγράμματος·

5.   ζητεί την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στους διεθνείς οργανισμούς, στις επίσημες διπλωματικές αποστολές και τις διεθνείς πρωτοβουλίες ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εμπειρίες, η οπτική και οι ανάγκες του 50% του πληθυσμού, κάτι που θα συμβάλει στη προώθηση των προβλημάτων και στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των αποφάσεων που αφορούν τις γυναίκες, δεδομένου ότι το φύλο είναι μία σημαντική μεταβλητή, η οποία παραβλέπεται στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής·

6.   τονίζει πως χρειάζεται ένας σφαιρικός ορισμός της βίας, είτε αυτή ασκείται δημόσια είτε κατ' ιδίαν, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της CEDAW και το Πρόγραμμα Δράσης του Πεκίνου, προκειμένου να περιληφθεί ο ορισμός αυτός στις εμπορικές και αναπτυξιακές συμφωνίες, και καλεί τα τρίτα κράτη να υπογράψουν και να ενσωματώσουν το μέσο αυτό στην εσωτερική έννομή τους τάξη·

7.   προτρέπει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να συμπεριλάβουν στις μελλοντικές εμπορικές και αναπτυξιακές συμφωνίες, άσχετα από και συμπληρωματικά προς τη ρήτρα για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μια ειδική ρήτρα που θα προβλέπει την επιβολή κυρώσεων και, τελικά, την αναστολή της συμφωνίας σε περιπτώσεις σοβαρών και επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων των δικαιωμάτων των γυναικών εννοώντας εκτεταμένα φαινόμενα άσκησης βίας, όπως ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων, ο ακρωτηριασμός με οξέα, η διαπόμπευση, η καύση, οι οικογενειακές βεντέτες, ο λιθοβολισμός, ο βιασμός και η εμπορία γυναικών, τα εγκλήματα τιμής, οι εξαναγκαστικοί γάμοι, και η δουλεία·

8.   θεωρεί ότι οι κυρώσεις ή η αναστολή της συμφωνίας πρέπει να επιβάλλονται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες, παρά τα στοιχεία για άσκηση εκτεταμένης και σοβαρής βίας κατά των γυναικών, η κυβέρνηση της χώρας εταίρου κατά σύστημα δεν αντιμετωπίζει τα φαινόμενα αυτά στο νομοθετικό, διοικητικό και δικαστικό επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να μελετάται και αξιολογείται ο αντίκτυπος των κυρώσεων ή της αναστολής της συμφωνίας επί του πληθυσμού, και συγκεκριμένα επί των παιδιών και των γυναικών·

9.   καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στις δραστηριότητές της τοπικές οργανώσεις γυναικών από τις χώρες εταίρους οι οποίες ασχολούνται ενεργά με την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών·

10.   καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει ευνοϊκούς ή μη ευνοϊκούς εμπορικούς όρους για τις χώρες εταίρους ανάλογα με το παρελθόν τους σε σχέση με την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών καθώς και να θεσπίσει κίνητρα για τις χώρες εταίρους ανάλογα με τα επιτεύγματά τους στους τομείς του εκδημοκρατισμού και του κράτους δικαίου·

11.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν στα προγράμματά τους για αναπτυξιακή βοήθεια ειδικά σχέδια τόσο για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών όσο και για την χειραφέτησή τους· επίσης , καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προβλέψουν σημαντικό ποσοστό των αναπτυξιακών τους σχεδίων αποκλειστικά για τις γυναίκες, την καλή τους διαβίωση και την ανάπτυξή τους· υπογραμμίζει την ανάγκη να περιληφθεί στα προγράμματα αυτά η ενεργή συμμετοχή των γυναικών σε τοπικό επίπεδο·

12.   ζητεί από την Επιτροπή να λάβει υπόψη την κατάσταση και την πρόοδο των γυναικών στον οικονομικό, νομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τομέα, ειδικότερα δε το στάδιο κύρωσης της CEDAW και του Συμπληρωματικού Πρωτοκόλλου της και να ξεκινήσει συζητήσεις με τις χώρες εταίρους για ορισμένα ευαίσθητα θέματα όπως οι διατάξεις του οικογενειακού και ποινικού δικαίου οι οποίες προκαλούν διακρίσεις, η κατ' οίκον βία, η διάκριση σ' ό,τι αφορά την πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση και τη νομική βοήθεια· τονίζει πως χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν σωστά τα υφιστάμενα κοινοτικά κεφάλαια για τη χρηματοδότηση θετικών δράσεων σε χώρες όπου σοβαρές ανισότητες εξουσίας μεταξύ των φύλων εμποδίζουν τη χειραφέτηση των γυναικών, τη συμμετοχή τους στην κοινωνία και στην εκπαίδευση, με αποτέλεσμα να διατρέχουν οι γυναίκες έντονα τον κίνδυνο της βίας·

13.   ζητεί από τα κράτη μέλη, κατά την εξέταση των αιτήσεων αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα, να λαμβάνουν υπόψη τις διώξεις και/ή τον φόβο διώξεων ή επιζήμιας πρακτικής που ενδέχεται να υποστούν οι γυναίκες λόγω του φύλου τους·

14.   τονίζει ότι κατά τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας εμπορίου και συνεργασίας, χρειάζεται οπωσδήποτε να περιληφθούν τα ζητήματα της βίας κατά των γυναικών και να απαιτηθεί να αναγνωρισθεί από την κυβέρνηση του Ιράν η σημασία της κύρωσης της CEDAW·

15.   απευθύνει έκκληση και στις κυβερνήσεις των χωρών εταίρων:

- όπως επιδείξουν την απαραίτητη πολιτική βούληση και να επιταχύνουν τις νομοθετικές, διοικητικές και άλλες μεταρρυθμίσεις προκειμένου να εγκαθιδρυθεί η νομική ισότητα ανδρών και γυναικών και να ενσωματωθεί η ισότητα των φύλων σε όλες τις πολιτικές τους, ενθαρρύνοντας ιδιαίτερα τη συμμετοχή των γυναικών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων,
- να αναπτύξουν εκστρατείες ενημέρωσης και πολιτικές καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών, προωθώντας ειδική κατάρτιση για το αστυνομικό και το δικαστικό σώμα, ενθαρρύνοντας τις ίσες ευκαιρίες στην παιδεία (αποτρέποντας ιδίως τη διακοπή και την εγκατάλειψη των σπουδών από τα κορίτσια) και ενισχύοντας τα προγράμματα υγείας·

16.   προτείνει να αναπτυχθούν μόνιμες επαφές μέσω των αντιπροσωπειών της Επιτροπής με τα αντίστοιχα τοπικά, εθνικά και διεθνή θεσμικά όργανα και τις ΜΚΟ που εργάζονται στις χώρες εταίρους, προκειμένου να συγκεντρώνονται όλα τα διαθέσιμα, χρήσιμα δεδομένα για θέματα που έχουν σχέση με τα δυο φύλα και τη βία καθώς και τη γενικότερη κατάσταση των γυναικών στις τρίτες χώρες και να εκδίδεται ετησίως ανακοίνωση των συλλεγόμενων στοιχείων και των γενικών πληροφοριών που θα παρέχουν οι τρίτες χώρες·

17.   ζητεί να διασφαλίζεται η συμμετοχή των γυναικών στη διαδικασία σύναψης συμφωνιών με τρίτες χώρες ούτως ώστε να συμπεριλαμβάνει συστηματικά τη συνιστώσα των δύο φύλων και να λαμβάνεται υπόψη η επίπτωσή της στη ζωή και στην κατάσταση των γυναικών·

18.   ενθαρρύνει την Επιτροπή να εκπαιδεύσει και προσλάβει προσωπικό ειδικευμένο στον τομέα των θεωριών των δυο φύλων και της ενσωμάτωσης της διάστασης της ισότητας, βοηθώντας την Επιτροπή να παράσχει στοιχεία χωριστά για κάθε φύλο σε Βιβλία Στρατηγικής ανά χώρα και περιφέρεια, να συντονίσει την κοινοτική δράση για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών όταν κρίνεται αναγκαίο και να αξιολογήσει τον αντίκτυπό της·

19.   ζητεί από την Επιτροπή να συζητήσει τα θέματα τα σχετικά με την βία κατά των γυναικών σε όλα τα σχετικά διεθνή πλαίσια, διασκέψεις και οργανώσεις, όπως στις συναντήσεις του G8 και τους γύρους του ΠΟΕ, και να προτείνει αναλόγως μέτρα και ρήτρες κατά της βίας σε πολυμερείς συμφωνίες·

20.   προτρέπει τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν πλήρως κάθε σημερινό και μελλοντικό κοινοτικό μέτρο που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, σε όλα τα επίπεδα διαπραγμάτευσης και εφαρμογής, εντός διμερών και πολυμερών συμφωνιών·

21.   ζητεί από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν, στη χώρα τους, ειδική νομοθεσία και να καταστήσουν αυστηρότερη την εφαρμογή της ήδη υφιστάμενης ώστε να απαγορεύεται και να τιμωρείται ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων, συγχρόνως δε να καταρτίσουν εθνικά προγράμματα πρόληψης για να εκλείψει μακροπρόθεσμα η πρακτική ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων·

22.   σύμφωνα με το ψήφισμά του του Φεβρουαρίου 2001, ζητεί εκ νέου από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να λάβουν συγκεκριμένα και συντονισμένα μέτρα κατά της εμπορίας γυναικών στην Ευρώπη σε συνεργασία με την EUROPOL, την INTERPOLκαι την EUROJUST, καθώς και να επικυρώσει το Νέο Πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την εμπορία ανθρώπων·

23.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στην Επιτροπή στο Συμβούλιο, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και των υποψηφίων χωρών καθώς και στους εμπορικούς εταίρους και τους εταίρους της ΕΕ βάσει συμφωνίας σύνδεσης.

(1)ΕΕ C 131, της 5.6.2003, σελ. 138
(2)http://www.un.org/
(3)http://www.unifem.org/
(4)http://www.unhchr.ch/huridoca.nsf/(Symbol/A.CONF.157.23
(5)http://www.unifem.org/
(6)ΕΕ C 77, της 28.3.2002, σελ. 126
(7)ΕΕ C 284, της 21.11.2002, σελ. 337
(8)υπό τις διάφορες μορφές της όπως "σωματική, πνευματική ή σεξουαλική βλάβη ή ταλαιπωρία, σχετικές απειλές, καταναγκασμός ή στέρηση της ελευθερίας"
(9)COM(1995) 216 της 25ης Μαΐου 1995· κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΚ) 975 /1999 της 29ης Απριλίου 1999, ΕΕ L 120/· κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΚ) 976/1999 της 29ης Απριλίου 1999, ΕΕ L 120/8.
(10)COM(2001) 295, ΧΧΧ
(11)http://www.eurosur.org/wide/EE/Cotonou/newcotonou.htm


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Οι εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ

Οι εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ καλύπτουν ένα ευρύτατο και ποικίλο φάσμα διασυνδέσεων με τρίτες χώρες. Οι διασυνδέσεις αυτές μπορούν να είναι είτε μονοδιάστατες, όπως η επισιτιστική βοήθεια, είτε σύνθετες όπως οι συμφωνίες εταιρικής σχέσης ή οι συμφωνίες μελλοντικής ένταξης. Το ενδιάμεσο ποικίλει τα μάλα, αρχίζοντας από απλές εμπορικές συμφωνίες και φθάνοντας στη συμφωνία του Cotonou που καλύπτει το εμπόριο, την ανάπτυξη, τον πολιτισμό και άλλες πτυχές.

Η εμπορική πολιτική έχει ως νομική βάση το άρθρο 133 της Συνθήκης το οποίο ορίζει ως στόχο "να συμβάλει,…. στην αρμονική ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου, στη σταδιακή κατάργηση των περιορισμών στο διεθνές εμπόριο και στον περιορισμό των τελωνειακών φραγμών". Επιπλέον, η εμπορική πολιτική της ΕΕ οφείλει να λαμβάνει υπόψη γενικότερες κοινωνικές και οικονομικές προδιαγραφές, μεταξύ των οποίων την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, γενικό στόχο που ενυπάρχει σε κάθε πολιτική της ΕΕ (άρθρο 2).

Η αναπτυξιακή πολιτική, βασιζόμενη στο άρθρο 177 της Συνθήκης, προωθεί τη σταθερή και διαρκή οικονομική ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων χωρών, την αρμονική και προοδευτική ένταξή τους στη διεθνή οικονομία και την καταπολέμηση της ένδειας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Περαιτέρω, "…. συμβάλλει στο γενικό στόχο της ανάπτυξης και της εδραίωσης της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, καθώς και στο στόχο του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών" (άρθρο 177(2)). Το τελευταίο αυτό στοιχείο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε πολιτική η οποία ενδέχεται να επηρεάσει τις αναπτυσσόμενες χώρες (άρθρο 178) καθώς επίσης σε κάθε μορφή οικονομικής, χρηματοδοτικής και τεχνικής συνεργασίας με τρίτες χώρες (άρθρο 181 α).

Ως κατευθυντήρια γραμμή, η εξωτερική πολιτική, σύμφωνα με το άρθρο 11 της Συνθήκης ΕΕ χαράζεται και εφαρμόζεται με στόχο (μεταξύ άλλων) "την ανάπτυξη και την εδραίωση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου καθώς και το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών".

Θεωρητικά, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα υποκαθιστά τα κράτη μέλη στις εξωτερικές σχέσεις στους τομείς οι οποίοι εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητά της. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να συμμετέχουν σ' αυτές παράλληλα με την Επιτροπή και/ή το Συμβούλιο. Συνεπώς, κάθε μέτρο στον τομέα αυτό πρέπει να αναλαμβάνεται από κοινού από την ΕΕ και τα κράτη μέλη της.

Σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων

Από το 1992 η ΕΚ έχει συμπεριλάβει σ' όλες τις συμφωνίες της με τρίτες χώρες ρήτρα σχετικά με τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Η απόφαση του Συμβουλίου του 1995 ορίζει τους γενικούς όρους με βάση τη ρήτρα αυτή, η οποία αποτελεί "ουσιαστικό στοιχείο" της συμφωνίας: σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης του 1969 σχετικά με το δίκαιο των συνθηκών, παραβίαση αυτού του ουσιαστικού στοιχείου επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να αποσυρθούν από τη συμφωνία.

Πρόκειται για μείζονα καινοτομία στις διμερείς συμφωνίες η οποία ανεπτύχθη περαιτέρω στη συμφωνία του Cotonou που υπεγράφη με τις χώρες ΑΚΕ τον Ιούνιο του 2000. Με εξαίρεση την επισιτιστική βοήθεια, όπου μια τέτοια ρήτρα θα ήταν απαράδεκτη για ανθρωπιστικούς λόγους, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας αποτελεί τώρα συστατικό στοιχείο των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ.

Επί της βάσεως αυτής έχει αναπτυχθεί ένα ευρύ φάσμα μέσων, όπως διαβήματα και παρεμβάσεις σε φορείς των Ηνωμένων Εθνών και στοχοθετημένες κυρώσεις οι οποίες μπορούν να κυμαίνονται από άρνηση χορήγησης θεώρησης σε πρώην μέλη ενός καθεστώτος μέχρι το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων που διαθέτουν σε χώρες της ΕΕ. Το "πάγωμα", το 1980, της συμφωνίας με την Τουρκία λόγω των γενικευμένων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατόπιν της στρατιωτικής επεμβάσεως στη χώρα αποτελεί παράδειγμα τέτοιων μέτρων.

Άλλα μέσα συνίστανται σε θετικές ενέργειες, όπως η χρηματοδοτική συνεργασία, ο διμερής διάλογος και η παρακολούθηση. Η "πρωτοβουλία για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα" διαθέτει προϋπολογισμό 100 περίπου εκατ. ευρώ που δύνανται να χορηγηθούν επίσης για σχέδια σε χώρες με τις οποίες δεν υπάρχει συμφωνία.

Ανθρώπινα δικαιώματα και βία κατά των γυναικών

Σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, κάθε μορφή σωματικής ή ηθικής βίας κατά ανθρώπινων όντων θεωρείται σοβαρή παραβίαση. Συνεπώς, η βία κατά των γυναικών συνιστά σοβαρή παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων: οι γυναίκες απολαύουν των αυτών δικαιωμάτων με τους άνδρες· επομένως, είναι περιττό να υπάρχουν ειδικές διατάξεις για τις γυναίκες.

Ωστόσο, τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στην ανθρώπινη κοινωνία δεν έχουν απόλυτη αξία. Συγκεκριμένα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια άλλη αξία, θεωρουμένη ως ανώτερη, υπερισχύει του προηγουμένου δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ιατρικών επεμβάσεων.

Ενώ είναι σαφές ότι μια αξία δύναται να είναι ανώτερη από μία άλλη, αξίες όπως η παράδοση, η κοινωνική ειρήνη και η αξιοπρέπεια είναι δυσκολότερο να τοποθετηθούν ιεραρχικώς. Συνεπώς, η βία κατά των γυναικών σε πολλές περιπτώσεις θεωρείται ότι έχει χαμηλότερη αξία απ' ότι, για παράδειγμα, η παράδοση, η κοινωνική συνοχή ή η τιμή των αρσενικών της οικογένειας. Ο σεξουαλικός ακρωτηριασμός γυναικών θεωρείται ότι συγκρατεί τις παραδόσεις, τα εγκλήματα τιμής ότι προστατεύουν την κοινωνική ειρήνη, ο δε λιθοβολισμός και η διαπόμπευση γυναικών ότι προστατεύουν την κοινωνική τάξη.

Η κοινωνική φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ίσα και τα δικαιώματα των γυναικών είναι δευτερεύοντα σε σχέση με αυτά των ανδρών δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή και σαφώς δεν επιδοκιμάζεται ευρέως ακόμα και στις περιπτώσεις που αρχικά αντιμετωπίζονταν διεθνώς με αδιαφορία, όπως κατά τη διάρκεια του καθεστώτος των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία πρέπει να υπερισχύουν έναντι κάθε εθίμου ή κοινωνικής φιλοσοφίας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με αυτές τις αξίες. Η ΕΕ υποστηρίζει την αρχή ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών είναι αναπαλλοτρίωτα και αποτελούν απαρτίζον και αδιαίρετο στοιχείο των οικουμενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως ήδη διατρανώνεται με τη Δήλωση του ΟΗΕ της Βιέννης του 1993(1) και επιβεβαιώθηκε από τη Δήλωση του Πεκίνου του 1995. Επιπλέον, ο σεβασμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη της βίας κατά των γυναικών έχει προβληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην πρώτη ετήσια έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα ως μείζων προτεραιότητα για τον 21ο αιώνα· στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι "η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μεγάλη ευθύνη για την προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών σε ολόκληρο τον κόσμο".

Η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών, στην Κοπεγχάγη το 1980, είχε ήδη επισημάνει τη βία κατά των γυναικών και προέβη στην εξής σύσταση: "Η νομοθεσία πρέπει να ενεργοποιηθεί και να εφαρμοσθεί για την πρόληψη της οικιακής και σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών".

Η επιτροπή της CEDAW (Σύμβαση για την Εξάλειψη κάθε Μορφής Διακρίσεων κατά των Γυναικών), στη Γενική Σύστασή της αριθ. 19 του 1992, ορίζει τη βία που βασίζεται στο φύλο ως "βία που στρέφεται κατά των γυναικών επειδή είναι γυναίκες ή που πλήττει τις γυναίκες πολύ περισσότερο από ό,τι τους άνδρες. Συμπεριλαμβάνει τις πράξεις που προκαλούν σωματική, ηθική ή σεξουαλική βλάβη ή πόνο, τις απειλές για τέτοιες πράξεις, την καταπίεση ή τις στερήσεις της ελευθερίας".

Το κράτος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο όταν εμποδίζει την πρόληψη ή την διερεύνηση και τον κολασμό πράξεων βίας.

Ανάγκη ειδικών μέτρων

Η βία κατά των γυναικών δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί εάν δεν καταπολεμηθούν οι παράγοντες που άμεσα ή έμμεσα καθιστούν τις γυναίκες ευάλωτες. Μια παράδοση η οποία θέτει τον άνδρα σε προνομιούχο θέση σε πολλούς τομείς, όπως ο νόμος, η κοινωνία, η οικονομία και η πολιτική, του παρέχει εξουσία: η εξουσία αυτή παρέχει πρόσφορο έδαφος για σωματική ή ηθική βία κατά των γυναικών.

Σύμφωνα με τη Σύσταση της CEDAW, η βία δύναται να προκληθεί από παραδοσιακή συμπεριφορά και στερεότυπα που επιβάλλονται στις γυναίκες, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές. Άλλες πηγές βίας είναι η πορνογραφία, το σωματεμπόριο γυναικών και η εκμετάλλευση της γυναικείας πορνείας, ο σεξουαλικός τουρισμός, η σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία, η υποχρεωτική στείρωση ή άμβλωση και η οικιακή και οικογενειακή βία.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι η προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, της εκπαίδευσης και της συμμετοχής των γυναικών στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων αποτελεί την κύρια μέθοδο για την καταπολέμηση της βίας, είτε της δημόσιας είτε της οικιακής.

Βασικό επίσης μέσο για την καταπολέμηση της βίας αποτελή η στενή συνεργασία μεταξύ διεθνών οργανισμών, όπως τα Ηνωμένα Έθνη και η ΕΕ, αφενός, και εθνικών κυβερνήσεων και μη κυβερνητικών οργανισμών, αφετέρου, όταν βασίζει την αναπτυξιακή πολιτική στην ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου σ' αυτήν.

Η δράση που ανέλαβε η ΕΕ για την προώθηση της δημοκρατίας και την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων πρέπει επίσης να χρησιμοποιηθεί με ειδικό σκοπό την εξάλειψη κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η γενική ρήτρα περί σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν αρκεί για να επιτύχει τον στόχο και να επισημάνει το πρόβλημα της βίας κατά των γυναικών.

Η δράση της ΕΕ για την καταπολέμηση της βίας

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Επιτροπή υποστηρίζει την ενίσχυση της θέσης των γυναικών και την καταπολέμηση των δυσμενών διακρίσεων και της βίας κατ' αυτών μέσω προγραμμάτων για την προώθηση της ίσης πρόσβασης στην εκπαίδευση, στις εκλογές, για παροχή βοήθειας στα θύματα σωματεμπορίου ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης.

Από το Νοέμβριο του 1982, το Συμβούλιο των Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει εγκρίνει διάφορες σχετικές αποφάσεις και/ή ψηφίσματα. Αρχικά, τα προγράμματα αυτά αφορούσαν στενότερα την αναπτυξιακή συνεργασία και τον ρόλο των γυναικών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Σταδιακά εξελίχθηκαν, περιλαμβάνοντας ως στόχο τους τις γυναίκες στην ανάπτυξη (WID) και, πρόσφατα, τη διάσταση φύλο και ανάπτυξη (GAD).

Σε ένα σημαίνον ψήφισμα για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στην αναπτυξιακή συνεργασία (αριθ. 12847/95) που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 1995 με βάση ανακοίνωση της Επιτροπής, το Συμβούλιο αναγνώρισε ότι "η μείωση των υφισταμένων ανισοτήτων λόγω φύλου αποτελεί ουσιώδη παράγοντα για την ανάπτυξη". Καλεί για ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις δραστηριότητες στο πλαίσιο της αναπτυξιακής συνεργασίας και, ιδιαίτερα, για την ανάλυση της διάστασης του φύλου στις αναπτυξιακές πολιτικές, την παρακολούθηση της διάστασης του φύλου και την αξιολόγηση των πολιτικών, την ίση συμμετοχή και την κατανομή της πολιτικής δύναμης.

Με βάση το ανωτέρω, το άρθρο 31 της Συμφωνίας του Cotonou προβλέπει ότι η συνεργασία θα αποσκοπεί επίσης στην εξασφάλιση της πρόσβασης των γυναικών "σε όλους τους πόρους που απαιτούνται για την πλήρη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους". Ειδικότερα, πρέπει επίσης να ληφθούν μέτρα για την πρόσβαση των γυναικών στις βασικές κοινωνικές υπηρεσίες (εκπαίδευση και κατάρτιση, υγειονομική περίθαλψη και οικογενειακός προγραμματισμός) και στους παραγωγικούς πόρους και για τη θέση των γυναικών στην επείγουσα βοήθεια και τις επιχειρήσεις αποκατάστασης. Με το άρθρο 25 η ΕΚ υποστηρίζει τις προσπάθειες για την αποσόβηση του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων των γυναικών.

Ανάγκη για περαιτέρω δράση της ΕΕ

Καθώς οι εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ διαμορφώνονται και από τα όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη, η καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών προϋποθέτει ισχυρή δέσμευση και στα δύο αυτά επίπεδα. Οι αυτές αρχές που εφαρμόζονται για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας και τα αυτά πολιτικά και νομικά μέσα πρέπει να χρησιμοποιηθούν και για τον εντοπισμό και την καταπολέμηση της βίας εις βάρος των γυναικών τόσο στο εσωτερικό όσο και στις τρίτες χώρες.

Στις εξωτερικές συμφωνίες πρέπει να συμπεριλαμβάνεται μια ειδική ρήτρα που να απαγορεύει τη βία κατά των γυναικών. Προκειμένου η ρήτρα αυτή να είναι αποτελεσματική, η εκτίμηση της βίας πρέπει να βασίζεται σε μελέτες ή εκθέσεις της ΕΕ και διεθνών οργανισμών καθώς επίσης σε ειδικές αποστολές στις οποίες πρέπει να μετέχει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Στις συμφωνίες πρέπει να συμπεριλαμβάνεται ένας ορισμός της βίας, σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε η επιτροπή της CEDAW. Ο ορισμός πρέπει να είναι αρκετά ευρύς ώστε να καλύπτει όλες τις μορφές της βίας, συμπεριλαμβανομένων αυτών που οφείλονται σε συστηματική καταπίεση των γυναικών σε πολλούς τομείς της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Όπως και για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι όλες οι μορφές της βίας κατά των γυναικών θα αναγνωρίζονται και θα τιμωρούνται από τον δικό τους νόμο και την δική τους πρακτική.

Σχετικά πρέπει να υπογραμμισθεί ότι από τα κράτη μέλη της ΕΕ μόνον η Σουηδία, η Μεγάλη Βρετανία και το Βέλγιο έχουν ειδική νομοθεσία για τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων. Στην ουσία, οι πρακτικές αυτές τιμωρούνται βάσει της νομοθεσίας για τη φυσική ακεραιότητα των ανηλίκων. Στη Γαλλία σημειώθηκαν ορισμένα περιστατικά ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων αλλά στην ουσία το πρόβλημα εξακολουθεί να αγνοείται.

Οι αντιπροσωπείες της Επιτροπής πρέπει να χρησιμοποιούν προσωπικό εκπαιδευμένο στα ζητήματα της ισότητας του φύλου και της ενσωμάτωσης του φύλου στις αναπτυξιακές πολιτικές· πρέπει να γίνεται συλλογή και ανάλυση των στοιχείων ανά φύλο, προκειμένου να διαπιστώνεται ο αντίκτυπός τους στις γυναίκες και να εκτιμάται η "βία" ή ο κίνδυνος βίας.

Από πλευράς πολιτικών μέσων, η ΕΕ πρέπει να διατηρεί ανοικτούς όλους τους διαύλους διαλόγου με τις τρίτες χώρες επί τη βάσει σαφούς δηλώσεως που θα δεσμεύει τα μέρη σε τέτοιο διάλογο σχετικά με το ειδικό ζήτημα της ισότητας των φύλων και της βίας. Το άρθρο 8 της Συμφωνίας του Cotonou θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλό παράδειγμα για το θέμα αυτό (πολιτικός διάλογος).

Για τα κρούσματα βίας, οι αντιδράσεις και οι λύσεις πρέπει να κυμαίνονται από τις θετικές ενέργειες (ενσωμάτωση προγραμμάτων και σχεδίων κατά της βίας) ως τα αρνητικά μέτρα, όπως κυρώσεις ή αναστολή των συμφωνιών. Τούτο θα εξαρτάται από το βαθμό της βίας και τη συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες χώρες (ιδιαίτερα την υπογραφή/κύρωση της συμφωνίας και την τήρηση της CEDAW). Για την εφαρμογή των κυρώσεων αυτών πρέπει να εξετάζεται ιδιαίτερα ο κοινωνικός και οικονομικός αντίκτυπος στις γυναίκες αλλά και στον πληθυσμό, γενικότερα.

Τέλος, η ΕΕ θα μπορούσε να γενικεύσει την οριζόντια διάταξη στον προϋπολογισμό για το 2003: "έλλειψη δράσης για την πρόληψη και την καταπολέμηση σοβαρών περιπτώσεων βίας κατά γυναικών (λιθοβολισμός, διαπόμπευση, ακρωτηριασμοί γεννητικών οργάνων, καύση ή αρπαγή) συνιστούν λόγο για τη διακοπή της κοινοτικής ενίσχυσης"(2).

(1)Η Δήλωση της Βιέννης του 1993 αναφέρει επίσης ότι "η βία που βασίζεται στο φύλο και όλες οι μορφές της σεξουαλικής παρενόχλησης και εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που απορρέουν από κοινωνικές προκαταλήψεις και διεθνή εκμετάλλευση, είναι ασυμβίβαστες με την αξιοπρέπεια και την υπόσταση του ανθρωπίνου όντος και πρέπει να εξαλειφθεί".
(2)Η ρήτρα συμπεριελήφθη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις συμφωνίες χρηματοδοτικής και τεχνικής συνεργασίας με τρίτες χώρες καθώς και στη Συμφωνία για την εδραίωση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΣΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ: Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ

Στόχος του ανά χείρας εγγράφου είναι να εξετάσει τους τρόπους αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις συνεχείς παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών, μέσω της ανάλυσης των περιπτώσεων έξι χωρών που συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση με διαφορετικές συμφωνίες. Το έγγραφο αυτό βασίζεται κυρίως σε πληροφορίες που διατίθενται στην ιστοθέση της Επιτροπής και σε απαντήσεις σε γραπτές ερωτήσεις(1) προς την Επιτροπή. Οι ίδιες ερωτήσεις απευθύνθηκαν και στο Συμβούλιο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2003 αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί απάντηση.

Εταιρική σχέση ΑΚΕ-ΕΕ: Κένυα, Νιγηρία και Ζάμπια

Η συνεργασία μεταξύ της ΕΕ αφενός και της Κένυας, της Νιγηρίας και της Ζάμπιας αφετέρου βασίζεται στην εταιρική σχέση ΑΚΕ-ΕΕ. Η συμφωνία του Κοτονού, η οποία σκιαγραφεί το γενικό πλαίσιο των σχέσεων ΑΚΕ-ΕΕ για τα επόμενα 20 έτη, αναφέρει το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, περιλαμβανομένης της ισότητας ανδρών και γυναικών, ως βασικό στοιχείο της συμφωνίας και την ανάγκη για διάλογο εφ’ όλης της ύλης μεταξύ των δύο μερών.

Κένυα

Η βία και οι διακρίσεις σε βάρος γυναικών είναι φαινόμενα ιδιαίτερα διαδεδομένα στην Κένυα, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία. Η πλειονότητα των γυναικών και των κοριτσιών στην Κένυα έχει υποστεί ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων παρά την ύπαρξη νόμου που απαγορεύει τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων κοριτσιών κάτω των 17 ετών. Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα με το οποίο έρχονται αντιμέτωπες πολλές γυναίκες στην Κένυα είναι το πρόβλημα της σεξουαλικής βίας.(2) Η Επιτροπή έχει ήδη επιστήσει την προσοχή της κυβέρνησης της Κένυας και ορισμένων μη κυβερνητικών φορέων στο ζήτημα της βίας σε βάρος γυναικών σε αρκετές περιπτώσεις και θα συνεχίσει να επιμένει στο θέμα αυτό. Η Επιτροπή στηρίζει κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση προόδου όσον αφορά το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων των γυναικών. Επίσης, στηρίζει οικονομικά συγκεκριμένες πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών για την καταπολέμηση του φαινομένου της βίας με θύματα γυναίκες. Στις εν λόγω πρωτοβουλίες περιλαμβάνεται ένα σχέδιο για την εγκατάλειψη της πρακτικής του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων των γυναικών.

Νιγηρία

Στη Νιγηρία, επιβάλλονται όλο και συχνότερα οι ποινές της μαστίγωσης και της εκτέλεσης διά λιθοβολισμού σε κατηγορούμενες για μοιχεία γυναίκες. Οι ποινές αυτές επιβάλλονται από δικαστήρια στις βόρειες πολιτείες της Νιγηρίας, που εφαρμόζουν τον ισλαμικό νόμο (σαρία).(3) Σε ορισμένες τέτοιες περιπτώσεις γυναικών η Επιτροπή απηύθυνε εκκλήσεις είτε άμεσα στον Πρόεδρο της χώρας είτε διά της διπλωματικής οδού και προέβη σε διαβήματα προς την κυβέρνηση της Νιγηρίας για την παύση της εφαρμογής της θανατικής ποινής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(4) και η Προεδρία του Συμβουλίου(5) έχουν εκφράσει σε αρκετές περιπτώσεις τον αποτροπιασμό τους για την επιβολή της ποινής του θανάτου διά λιθοβολισμού και σωματικών ποινών, για την εφαρμογή του ισλαμικού νόμου και της θανατικής ποινής στη χώρα. Και τα δύο θεσμικά όργανα έχουν δηλώσει ότι οι πρακτικές αυτές συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Το έγγραφο εθνικής στρατηγικής που υπεγράφη με τη Νιγηρία το 2002 προβλέπει στήριξη για τη βελτίωση της θέσης των γυναικών. Η μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, περιλαμβανομένου του ζητήματος της εφαρμογής του ισλαμικού νόμου, προωθείται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία για τη χώρα και μέσω της ενίσχυσης οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Πρόσφατα, η κοινοβουλευτική συνέλευση ΑΚΕ-ΕΕ κάλεσε στην κυβέρνηση της Νιγηρίας να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση του σεβασμού του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Ζάμπια

Σύμφωνα με έκθεση του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ιανουαρίου 2003, τα κορίτσια στη Ζάμπια έχουν πενταπλάσιες πιθανότητες να μολυνθούν με τον ιό HIV σε σχέση με τα αγόρια λόγω του ότι είναι συχνότατα τα περιστατικά σεξουαλικής βίας. Άλλο βασικό πρόβλημα είναι η αδυναμία του δικαστικού συστήματος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις καταγγελίες περί σεξουαλικής κακοποίησης.(6) Ο αρμόδιος Επίτροπος συζήτησε πρόσφατα το ζήτημα με τον Πρόεδρο της Ζάμπιας και, ως αποτέλεσμα, η Επιτροπή συνεργάζεται με την κυβέρνηση της Ζάμπιας για την εκπόνηση ειδικών προγραμμάτων κατάρτισης που απευθύνονται σε δικαστές και αστυνομικούς. Το πρόβλημα του HIV αντιμετωπίζεται μερικώς μέσω του κονδυλίου B7-6211 του προϋπολογισμού, το οποίο χορηγεί ενισχύσεις για τη βελτίωση της ιατρικής περίθαλψης και φροντίδας των ατόμων που έχουν μολυνθεί και στηρίζει σχέδια για την αντιμετώπιση των αναγκών νέων γυναικών που διατρέχουν κίνδυνο μόλυνσης.

Στην περίπτωση των τριών αυτών χωρών, η Επιτροπή επιφυλάσσεται να οργανώσει διαβουλεύσεις και, εάν κριθεί αναγκαίο, να προβεί σε μεταγενέστερο στάδιο στη λήψη των απαραίτητων μέτρων στην περίπτωση μη τήρησης ουσιωδών σημείων των συμφωνιών. Η Επιτροπή θα καταφύγει στην αναστολή της συμφωνίας μόνο μετά την εξάντληση κάθε άλλου μέσου.

Ευρωμεσογειακή εταιρική σχέση: Αίγυπτος

Από το 1995, οι σχέσεις μεταξύ Αιγύπτου και Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας της Βαρκελώνης το οποίο δημιούργησε τις βάσεις για στενότερη συνεργασία μεταξύ της Ένωσης και των νότιων γειτόνων της. Μετά τη διακήρυξη της Βαρκελώνης του 2001, η Αίγυπτος υπέγραψε συμφωνία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.. Παρ’ όλο που τόσο στη διακήρυξη όσο και στη συμφωνία σύνδεσης περιλαμβάνονται διατάξεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου, οι γυναίκες στην Αίγυπτο εξακολουθούν να υφίστανται διακρίσεις και η πλειονότητά τους έχει υποστεί ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων.

Η αιγυπτιακή κυβέρνηση εξακολουθεί να αγωνίζεται κατά της πρακτικής του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων γυναικών μέσω της θέσπισης σχετικής νομοθεσίας και δράσεων που αποσκοπούν στην αλλαγή της νοοτροπίας του πληθυσμού. Η πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων των γυναικών απαγορεύθηκε διά νόμου το 1996 αλλά η απαγόρευση αυτή ήρθη με δικαστική απόφαση. Με ψήφισμά του τού 1997(7), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέφρασε τη λύπη του για τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και επανέλαβε την υποστήριξή του προς την αιγυπτιακή κυβέρνηση, η οποία στη συνέχεια πέτυχε την εκ νέου απαγόρευση της πρακτικής αυτής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζει τον αγώνα για την καταπολέμηση της πρακτικής του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων γυναικών μέσω προγραμμάτων στους τομείς της αναπαραγωγικής και της βασικής υγείας και μέσω της συγχρηματοδότησης, παραδείγματος χάριν, εκστρατειών ενημέρωσης κατά της εν λόγω πρακτικής. Η Επιτροπή υποστηρίζει διάφορα προγράμματα καθώς και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της καταπολέμησης των διακρίσεων κατά γυναικών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτούσε για αρκετά χρόνια προγράμματα σχετικά με τις γυναίκες, σε συνεργασία με το ίδρυμα Ibn Khaldoen. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παραβιάσεων των δικαιωμάτων του ανθρώπου η Επιτροπή αξιοποιεί τις κατάλληλες διπλωματικές οδούς για την άσκηση πιέσεων στην αιγυπτιακή κυβέρνηση, αλλά γενικά τα ζητήματα δικαιωμάτων του ανθρώπου αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου μεταξύ Αιγύπτου και Ένωσης.

Συμφωνία συνεργασίας: Πακιστάν

Η επίσημη συνεργασία μεταξύ Πακιστάν και ΕΕ άρχισε το 1976 και πρόσφατα υπεγράφη συμφωνία συνεργασίας τρίτης γενιάς που περιέχει διάταξη για το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των δημοκρατικών αρχών. Στο Πακιστάν η βία με θύματα γυναίκες, ιδίως δε τα «εγκλήματα τιμής», οι βιασμοί, οι επιθέσεις με οξύ, η πρόκληση εγκαυμάτων και οι δολοφονίες αποτελούν καθημερινό φαινόμενο και έχουν παρουσιάσει σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, οι πακιστανικές αρχές δεν παρέχουν επαρκή προστασία στις γυναίκες που πέφτουν θύματα κακοποίησης.(8) Η αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Πακιστάν παρακολουθεί στενά όλες τις προσπάθειες και τις πρωτοβουλίες στον τομέα αυτό και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καλέσει επίσημα την κυβέρνηση του Πακιστάν να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την καταπολέμηση της βίας και των διακρίσεων σε βάρος γυναικών. Το 1999, η Προεδρία του Συμβουλίου με δήλωσή της(9) καταδίκασε τα «εγκλήματα τιμής» και ζήτησε από την πακιστανική κυβέρνηση να εξασφαλίσει στους πολίτες την προστασία που τούς εγγυάται το σύνταγμα της χώρας και οι διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από την πλευρά του κάλεσε την κυβέρνηση να διασφαλίσει την ασφάλεια και την ίση μεταχείριση των γυναικών σε σχέση με τις φονταμενταλιστικές ομάδες στη χώρα(10). Η συνιστώσα των δικαιωμάτων των γυναικών έχει ενσωματωθεί στα διάφορα υπό εξέλιξη σχέδια στο Πακιστάν. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται επίσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία. Το 2002 για παράδειγμα, μέσω της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία χρηματοδοτήθηκε ένα πρόγραμμα σχετικά με την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών.(11)

Καμία συμφωνία: Ιράν

Μέχρι στιγμής δεν έχει υπογραφεί καμία συμφωνία με το Ιράν. Εντούτοις βρίσκονται υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεις για την υπογραφή συμφωνίας εμπορίου και συνεργασίας, παρά τις σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών(12) στη χώρα. Στο Ιράν, γυναίκες εκτελούνται διά λιθοβολισμού και υφίστανται βασανιστήρια, ενώ γίνονται συστηματικά διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. Για παράδειγμα, η ελάχιστη ηλικία γάμου των κοριτσιών με δικαστική συναίνεση είναι τα 9 έτη, γεγονός που το ΕΚ χαρακτηρίζει «νομοθετικά επικυρωμένη δυνατότητα για την σεξουαλική κακοποίηση παιδιών»(13).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με το Ιράν για τη σύναψη συμφωνίας εμπορίου και συνεργασίας συνοδεύονται από διαπραγματεύσεις για την έναρξη πολιτικού διαλόγου και για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας σύμφωνα και με την απόφαση του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων και Εξωτερικών Σχέσεων της 12 Ιουλίου 2002 για το πολιτικό πακέτο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τόνισε σε διάφορα ψηφίσματά του ότι η συμφωνία εμπορίου και συνεργασίας με το Ιράν πρέπει να περιέχει ρήτρα σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στα ψηφίσματα αυτά, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέφρασε την αντίθεσή του στις διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στο Ιράν και στην εφαρμογή της θανατικής ποινής και της εκτέλεσης δια λιθοβολισμού. Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κάλεσαν τις ιρανικές αρχές να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης γυναικών και ανδρών.(14) Τον Δεκέμβριο του 2002 δρομολογήθηκε διάλογος με την ΕΕ ειδικά για το ζήτημα των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ένα από τα πρώτα ζητήματα που συζητήθηκαν στο πλαίσιο του διαλόγου αυτού ήταν οι διακρίσεις σε βάρος γυναικών. Κατά την πρώτη συνεδρίαση η ΕΕ τόνισε τη σημασία της υπογραφής από το Ιράν της σύμβασης σχετικά με την κατάργηση των κάθε μορφής διακρίσεων εις βάρος των γυναικών και εξέφρασε την επιθυμία να προσκληθεί ο Εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τη Βία κατά των Γυναικών να επισκεφθεί το Ιράν. Πρόσφατα υπήρξαν θετικές εξελίξεις καθώς προσκλήθηκε πράγματι ο Εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τη Βία κατά των Γυναικών στο Ιράν και από τα τέλη του 2002 ισχύει μορατόριουμ σε σχέση με την εκτέλεση δια λιθοβολισμού.

Συμπεράσματα

Παρά το γεγονός ότι στις συμφωνίες με την Κένυα, τη Νιγηρία, τη Ζάμπια, την Αίγυπτο και το Πακιστάν περιέχονται ρητές αναφορές στο σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και παρά το ότι τα διαφορετικά παραδείγματα βίας με θύματα γυναίκες αποδεικνύουν σαφώς ότι δεν γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά τους, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανακάλεσε τις συμφωνίες με τις χώρες αυτές. Οι διπλωματικές οδοί και ο εδραιωμένος πολιτικός διάλογος χρησιμοποιήθηκαν για την άσκηση πιέσεων στις χώρες με στόχο τη βελτίωση των επιδόσεών τους όσον αφορά το σεβασμό των δικαιωμάτων των γυναικών. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεργάζεται με τρίτες χώρες για την καταπολέμηση της βίας σε βάρος γυναικών μέσω της υποστήριξης και της χρηματοδότησης πρωτοβουλιών τόσο κυβερνήσεων όσο και ΜΚΟ και της κοινωνίας των πολιτών, στο πλαίσιο των διαφόρων συμφωνιών συνεργασίας και σύνδεσης και των διαφόρων κοινοτικών προγραμμάτων π.χ. MEDA(15) και Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Είναι προφανές ότι στην περίπτωση του Ιράν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει λιγότερα μέσα στη διάθεσή της για την καταπολέμηση της βίας σε βάρος γυναικών λόγω του ότι δεν έχει συνάψει κανενός είδους συμφωνία με την εν λόγω χώρα. Εντούτοις, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να εξαρτήσει την υπογραφή της συμφωνίας εμπορίου και συνεργασίας με το Ιράν από τη σημαντική βελτίωση της θέσης των γυναικών στη χώρα.

(1)E-0182/02, E-0515/03, E 0517-03, E 0519-03, E 0521/03 και E 0523/03.
(2)http://web.amnesty.org/web/wire.nsf/March2002/Kenya
(3)http://web.amnesty.org/library/Index/engAFR440082002?OpenDocument&of=THEMES\WOMEN?OpenDocument&of=THEMES\WOMEN
(4)B5-0109/2001 (PV της 15/02/2001), B5-0711/2001 (PV της 15/11/2001), B5-0035/2002 (PV της 07/02/02), A5-0106/2002 (PV της 25/04/02) και B5-0172/2003 (PV της 13/03/2003).
(5)Δήλωση της προεδρίας σχετικά με τη σωματική ποινή στο κρατίδιο Ζαμφάρα της Νιγηρίας της 30/01/2001 (http://europa.eu.int/abc/doc/off/bull/el/200101/p106030.htm), δήλωση της προεδρίας σχετικά με την απόφαση του δικάζοντος βάσει της σαρία Εφετείου του Σοκότο να γίνει δεκτή η έφεση της Safiya Hussaini της 22/03/2002 (http://europa.eu.int/abc/doc/off/bull/el/200203/p106016.htm), συμπεράσματα της προεδρίας του Μαρτίου 2002 και δήλωση της προεδρίας για την επιβολή θανατικής ποινής διά λιθοβολισμού εις βάρος της Amina Lawal της 21/08/2002 (http://europa.eu.int/abc/doc/off/bull/el/200207/p106024.htm).
(6)http://www.humanrightswatch.org/reports/2003/zambia/
(7)B4-0655/1997 (PV της 17/07/1997).
(8)http://web.amnesty.org/library/Index/engASA330062002?OpenDocument?OpenDocument
(9)Δήλωση της Προεδρίας σχετικά με το Πακιστάν της 13ης Αυγούστου 1999
(http://europa.eu.int/abc/doc/off/bull/el/9907/p104021.htm).
(10)B5-0265/2001 (PV της 05/04/2001).
(11)Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, Βρυξέλλες, 20 Δεκεμβρίου 2001, αναθ. 1- τελικό.
(12)Στο ψήφισμά του της 13ης Δεκεμβρίου 2001 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέφρασε την ανησυχία του, μεταξύ άλλων, για το φαινόμενο της βίας σε βάρος γυναικών. (Ψήφισμα A5-0418/2001 του ΕΚ)
(13)PE 302.056: έκθεση σχετικά με τις σχέσεις της ΕΕ με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
(14)B4-0059/97 (PV της 20/02/1997), B4-1125/98 (PV της 17/12/1998), B5-0035/2002 (PV της 07/02/02), A5-0106/2002 (PV της 25/04/02), B5-0527/2002 (PV της 24/10/02) και B5-0592/2002 (PV της 21/11/2002).
(15)Η MEDA αποτελεί το κύριο χρηματοδοτικό μέσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υλοποίηση της ευρωμεσογειακής εταιρικής σχέσης.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου