ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με τη γεωργία και τη γεωργική έρευνα στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ
(2003/2052(ΙΝΙ))

23 Ιανουαρίου 2004

Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου
Εισηγητής: Friedrich-Wilhelm Graefe zu Baringdorf

Διαδικασία : 2003/2052(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A5-0018/2004
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A5-0018/2004
Συζήτηση :
Ψηφοφορία :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαΐου 2003, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου εξουσιοδοτήθηκε να εκπονήσει έκθεση πρωτοβουλίας, σύμφωνα με το άρθρο 163 του Κανονισμού, σχετικά με τη γεωργία και τη γεωργική έρευνα στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ.

Κατά τη συνεδρίασή της στις 20 Μαΐου 2003, η επιτροπή όρισε εισηγητή τον Friedrich-Wilhelm Graefe zu Baringdorf.

Κατά τις συνεδριάσεις της στις 7 Οκτωβρίου, 24 Νοεμβρίου 2003 και στις 22 Ιανουαρίου 2004, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο έκθεσης.

Κατά την τελευταία ως άνω συνεδρίαση, η επιτροπή ενέκρινε την πρόταση ψηφίσματος ομόφωνα.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές: Joseph Daul, πρόεδρος· Albert Jan Maat, αντιπρόεδρος· Friedrich-Wilhelm Graefe zu Baringdorf, αντιπρόεδρος και εισηγητής· Gordon J. Adam, Αλέξανδρος Μπαλτάς (αναπλ. Jean-Claude Fruteau), Reimer Böge (αναπλ. Michl Ebner) Francesco Fiori, Georges Garot, Lutz Goepel, Willi Görlach, João Gouveia, María Esther Herranz García (αναπλ. Encarnación Redondo Jiménez), María Izquierdo Rojo, Elisabeth Jeggle, Salvador Jové Peres, Hedwig Keppelhoff-Wiechert, Heinz Kindermann, Vincenzo Lavarra, Xaver Mayer, Jan Mulder (αναπλ. Giovanni Procacci), James Nicholson (αναπλ. Robert William Sturdy), Neil Parish, Mikko Pesälä, Christa Prets (αναπλ. António Campos), Agnes Schierhuber, Dominique F.C. Souchet, Eurig Wyn (αναπλ. Danielle Auroi).

Η έκθεση κατατέθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2004.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τη γεωργία και τη γεωργική έρευνα στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ (2003/2052(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 163 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A5-0018/2004),

A.   λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του ευρωπαϊκού γεωργικού προτύπου της πολυλειτουργικής και αειφόρου γεωργίας για τη ζωτική ανάπτυξη των αγροτικών χώρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

B.   εκτιμώντας ότι η γεωργία αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα του οικολογικού και κοινωνικού προϋπολογισμού για το αγροτικό περιβάλλον (π.χ. κλίμα, γονιμότητα του εδάφους, βιολογική ποικιλότητα, αβιοτικοί πόροι, διαμόρφωση της υπαίθρου),

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της αποφασισθείσας αναθεώρησης της κοινής γεωργικής πολιτικής και την ανάγκη αναπροσανατολισμού της γεωργίας που προκύπτει από αυτήν,

Δ.   εκτιμώντας ότι πολλά ουσιώδη ζητήματα σχετικά με την πολύπλευρη αειφόρο χρήση των γαιών παραμελήθηκαν έως σήμερα εξαιτίας του προβαδίσματος που δόθηκε στους στόχους της αύξησης της παραγωγής και της βραχυπρόθεσμης μεγιστοποίησης του κέρδους στη γεωργία, καθώς και ότι υπάρχει σημαντική ανάγκη να ερευνηθούν τα ζητήματα αυτά,

Ε.   εκτιμώντας ότι ο πολυκλαδικός και διακλαδικός αναπροσανατολισμός της γεωργικής έρευνας θα συνέβαλε σημαντικά στην ένταξη και αποδοχή των μέτρων ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών,

ΣΤ.   υπενθυμίζοντας τους κινδύνους που ενέχει η μονόπλευρη στόχευση της γεωργικής παραγωγής προς τον εξορθολογισμό της και ενόψει της κοινωνικής απαίτησης για πολυλειτουργική και φιλική προς το περιβάλλον γεωργία, η οποία να είναι προσαρμοσμένη στα εκάστοτε περιφερειακά κοινωνικοοικονομικά και οικολογικά δεδομένα,

1.   καλεί την Επιτροπή, κατά την υλοποίηση του έκτου προγράμματος-πλαισίου έρευνας, καθώς και κατά την επεξεργασία της πρότασής της σχετικά με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας, να θέσει στο επίκεντρο της ερευνητικής πολιτικής της τη βιωσιμότητα της γεωργίας και της ανάπτυξης της υπαίθρου·

2.   καλεί την Επιτροπή να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο κατανομής των χρηματοδοτικών πόρων που διατίθενται στους διάφορους ερευνητικούς τομείς, κατά τρόπο ώστε ένα ουσιαστικό μέρος των πόρων του κοινοτικού προϋπολογισμού για την έρευνα στον τομέα της τεχνολογίας τροφίμων και της γεωργικής έρευνας να διατίθεται για προσανατολισμένη στην πράξη έρευνα βιωσιμότητας και για τη συγκριτική μελέτη των διαφορετικών «γεωργικών συστημάτων»·

3.   καλεί την Επιτροπή να θέσει στο κέντρο της ερευνητικής πολιτικής της την έρευνα για την εξεύρεση εναλλακτικών παραγωγών και εναλλακτικών εισοδημάτων στις αγροτικές περιοχές, να ενισχύσει σημαντικά την έρευνα αυτή και να την αξιολογήσει υπό το πρίσμα της αειφόρου ανάπτυξης·

4.   είναι πεπεισμένο ότι η έρευνα για τη βελτίωση της ποιότητας και της ασφάλειας των τροφίμων με την ενίσχυση της σχέσης μεταξύ καταναλωτή και παραγωγού (προσέγγιση από το αγρόκτημα στον καταναλωτή) πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντικό στοιχείο, το οποίο, ωστόσο, χρήζει συμπληρώσεως·

5.   εκφράζει την ελπίδα ότι, χάριν προστασίας της υγείας των καταναλωτών, η περίπλοκη σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ διατροφής, ποιότητας των τροφίμων και των σημερινών συνηθειών διατροφής και υγείας θα αποτελέσει μια συνεχώς και μεγαλύτερη προτεραιότητα στον τομέα της ευρωπαϊκής έρευνας, με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για τα προϊόντα διατροφής δεν προέρχονται μόνο από τη γεωργία, αλλά έχουν αρχίσει εδώ και πολλά χρόνια, και σε αυξανόμενο βαθμό, να προέρχονται από την παραγωγή πρόσθετων υλικών και υποκατάστατων, μέσω φαρμακευτικών και συνθετικών διαδικασιών, καθώς και μέσω γενετικής μηχανικής·

6.   εκτιμά ότι για τη διάθεση δημόσιων κονδυλίων με σκοπό την ενίσχυση της έρευνας απαιτείται κοινωνικός διάλογος σχετικά με τους στόχους της έρευνας και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της, καλεί δε την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του κοινωνικού συνόλου στις διαβουλεύσεις μεταξύ των κλαδικών φορέων·

7.   εφιστά την προσοχή στον ιδιάζοντα ρόλο που διαδραματίζουν οι γυναίκες όσον αφορά την ανάπτυξη της υπαίθρου, κυρίως στα νέα κράτη μέλη, στα οποία μεγαλύτερος αριθμός γυναικών απασχολούνται σε μικρές περιφερειακές επιχειρήσεις του τομέα της οικονομίας επιβίωσης, γεγονός που τις αναγκάζει συχνά να διαχειρίζονται την επιχείρηση μόνες τους, επειδή ο σύζυγός τους εργάζεται σε εξωτερικές εργασίες· καλεί ως εκ τούτου την Επιτροπή να λάβει δεόντως υπόψη αυτή την πτυχή στο πλαίσιο των ερευνητικών δραστηριοτήτων της Ένωσης και να υποστηρίξει τους παράγοντες της αγροτικής ανάπτυξης παρέχοντάς τους τις αναγκαίες γνώσεις·

8.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Κοινοβουλίου για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τη βελτίωση του εμβολίου-δείκτη, μεταξύ άλλων για τον αφθώδη πυρετό, τονίζοντας όμως συγχρόνως ότι η εν λόγω έρευνα θα πρέπει να επεκταθεί και σε άλλες νόσους του καταλόγου Α, καθώς και ότι, έχοντας υπόψη την ανάπτυξη των νόσων αυτών η σχετική έρευνα εξακολουθεί να είναι σημαντική·

9.   επισημαίνει ότι το κόστος της επιστημονικής έρευνας προκειμένου να εγκριθούν κτηνιατρικά φάρμακα για λιγότερο κοινά είδη ζώων, καθώς και ενεργές ουσίες και φυτοφάρμακα για καλλιέργειες μικρής κλίμακας, είναι συχνά δυσβάσταχτο για τις οικονομικές δυνατότητες των ενεχόμενων επιχειρήσεων· καλεί ως εκ τούτου την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα επίλυσης του προβλήματος αυτού και να υποβάλει σχετική πρόταση·

10.   ενόψει της διεύρυνσης, ζητά την ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας σχετικά με τις κοινωνικές και οικολογικές πτυχές της βιώσιμης ανάπτυξης των αγροτικών ζωνών· κατά τη διαδικασία αυτή, εκτιμά ότι θα πρέπει αφενός να μελετηθούν επιστημονικά και να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη καινοτομιών οι υπάρχουσες εμπειρικές γνώσεις σχετικά με την παραδοσιακή αγροτική εκμετάλλευση των γαιών και του φυσικού χώρου και αφετέρου να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες των τοπικών φορέων, οι οποίοι χρειάζονται πρακτικές επιστημονικές απαντήσεις σε ζητήματα που τους απασχολούν·

11.υποστηρίζει, στο πλαίσιο αυτό, την περαιτέρω προώθηση της επιτόπιας έρευνας στο αγρόκτημα, με προτεραιότητα στη διαφοροποίηση των γεωργικών δραστηριοτήτων και στις κατάλληλες παραγωγικές μεθόδους, ιδίως κατά το στάδιο της καλλιέργειας·

12.   επισημαίνει την ανάγκη έρευνας σχετικά με τις χρήσεις των γεωργικών πρώτων υλών για άλλους λόγους πλην της διατροφής, γεγονός που μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στη βιωσιμότητα, αλλά και στην ανανέωση της οικονομικής δραστηριότητας των αγροτικών περιοχών·

13.   θεωρεί αναγκαία την καθιέρωση ειδικού ερευνητικού άξονα για θέματα βιολογικής καλλιέργειας και άλλων μεθόδων παραγωγής χαμηλής κατανάλωσης πρώτων υλών· εκτιμά ότι, στο πλαίσιο αυτού του ερευνητικού άξονα , θα πρέπει να ενισχυθεί η έρευνα για την ανάπτυξη ενδεδειγμένων ως προς την καλή διαβίωση των ζώων μεθόδων εκτροφής·

14.   καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την επιστημονική παρακολούθηση των μέτρων συνύπαρξης κατά τη βιοτεχνολογική γεωργική έρευνα που ενισχύεται με κοινοτικά κονδύλια·

15.   πρεσβεύει την άποψη ότι στην Ένωση θα πρέπει να εξασφαλισθεί η ύπαρξη ευνοϊκών συνθηκών για τη βιοτεχνολογική έρευνα, ώστε να καταστεί δυνατή η επιτυχής ανάπτυξη αυτής της υψηλής αξίας έρευνας και η απόδοση πλεονεκτημάτων στην Ένωση· τονίζει ότι η βιοτεχνολογική έρευνα αποτελεί ουσιαστικό μέρος της στρατηγικής της Λισσαβόνας και μπορεί να συμβάλει σε μια ποιοτικά υψηλή και βιώσιμη γεωργία·

16.ζητεί μεγαλύτερη διαφάνεια κατά τη χορήγηση κοινοτικών ενισχύσεων για ερευνητικούς σκοπούς, καθώς και μεγαλύτερη διασπορά των ερευνητικών αποτελεσμάτων, τόσο εντός της επιστημονικής κοινότητας όσο και προς τους γεωργούς και τους φορείς της αγροτικής ανάπτυξης· τονίζει την ανάγκη καλύτερου συντονισμού των ερευνητικών δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, των κρατών μελών και των περιφερειακών ερευνητικών ιδρυμάτων·

17.καλεί την Επιτροπή να εκδώσει ανακοίνωση σχετικά με τις μελλοντικές κατευθύνσεις, τη δομή και τους τρόπους ενίσχυσης της γεωργικής έρευνας στην Ευρώπη, λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη της τη σημασία της πολιτικής έρευνας για την περαιτέρω εξέλιξη της κοινής γεωργικής πολιτικής·

18.αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η ευρωπαϊκή γεωργία είναι πολλαπλά συνδεδεμένη με το περιβάλλον και τα κοινωνικά και οικονομικά συστήματα της Κοινότητας. Η κατανόηση της σχέσης αυτής σε όλα της τα επίπεδα, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη σχεδίων αειφόρου ανάπτυξης του αγροτικού χώρου και βιώσιμων συστημάτων εκμετάλλευσης των γαιών και της παραγωγής. Η ευρωπαϊκή γεωργική έρευνα μπορεί να συμβάλλει στην κατανόηση της εν λόγω σχέσης και να ενισχύσει έτσι το ευρωπαϊκό μοντέλο πολυλειτουργικής γεωργίας.

Η αύξηση των κονδυλίων που διατίθενται για την έρευνα και ο προσανατολισμός των ερευνητικών προγραμμάτων προς την ανάλογη κατεύθυνση μπορούν να παράγουν καινοτομίες στον τομέα της φιλικής προς το περιβάλλον γεωργίας και της αειφόρου αγροτικής ανάπτυξης. Κεντρικούς στόχους αποτελούν η διασφάλιση των εισοδημάτων των παραγωγών, η βελτίωση της ποιότητας ζωής τους και η προστασία του περιβάλλοντος, σε ένα πλαίσιο που θα λαμβάνει υπόψη του τόσο τις ανάγκες των παραγωγών όσο και αυτές των καταναλωτών. Για την εμπέδωση μίας φιλοσοφίας για τη γεωργία που θα βασίζεται στην αρχή της αειφορίας, απαραίτητη είναι η ανάπτυξη, υλοποίηση και χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων για τη γεωργία που θα διαπνέονται από την ίδια αρχή, ούτως ώστε να μελετηθεί ολοκληρωμένα η σημασία της γεωργίας τόσο για την ανάπτυξη και τις λειτουργίες των αγροτικών χώρων όσο και για τη διατροφή.

Με τον ίδιο τρόπο που μέχρι σήμερα η έρευνα αποτελούσε κινητήριο δύναμη της εντατικοποίησης και βιομηχανοποίησης της γεωργίας, έτσι, ενόψει των διαφορετικών κοινωνικών απαιτήσεων, μπορεί και πρέπει πλέον να προωθήσει τη μετάβαση προς μια οικολογική και κοινωνική γεωργία, που θα συμβάλλει στην προστασία των καταναλωτών.

Το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας διαθέτει προϋπολογισμό ύψους 16 περίπου δισεκατομμυρίων ευρώ. Από το ποσό αυτό το ποσοστό που αναλογεί στους τομείς της γεωργίας και της ανάπτυξης της υπαίθρου ανέρχεται κατά μέγιστο σε 2%. Αυτό σημαίνει ότι, όπως και στην ερευνητική πολιτική των κρατών μελών, το επίπεδο χρηματοδότησης του σημαντικού αυτού πρωτογενή τομέα είναι, ενόψει των ερευνητικών αναγκών, εξαιρετικά χαμηλό και δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι ο εν λόγω τομέας, στο πλαίσιο μίας πολυλειτουργικής γεωργίας, επιτελεί πολύ περισσότερους ρόλους από την παραγωγή τροφίμων, ανανεώσιμων πρώτων υλών και ενεργειακών καλλιεργειών.

Το σύνθημα της ερευνητικής πολιτικής της ΕΕ είναι: «το κλειδί για την υπεραξία ονομάζεται καινοτομία». Στην πράξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ερμηνεύει την έννοια «καινοτομία» ως ανάπτυξη νέων τεχνολογιών εξορθολογισμού των μεθόδων παραγωγής τροφίμων. Δίδεται ελάχιστη προσοχή στις πολύπλευρες τοπικές και παραδοσιακές γνώσεις σχετικά με την αειφόρο χρήση των φυσικών πόρων εντός των γεωργικών κοινοτήτων. Δεδομένου ότι οι γνώσεις αυτές συχνά υφίστανται μόνο υπό τη μορφή πρακτικών εμπειρικών γνώσεων, με την υποχώρηση της παραδοσιακής γεωργίας και των βιοτεχνικών μεθόδων επεξεργασίας προϊόντων, κινδυνεύουν να χαθούν. Ωστόσο, χάρη στις εν λόγω τοπικές γνώσεις, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε περιοχής, έχουν προκύψει τοπικά είδη και ράτσες, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό δυναμικό ανάπτυξης καινοτομιών για τη μελλοντική διαμόρφωση μιας πολυλειτουργικής γεωργίας στην Ευρώπη.

Το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών πόρων διατίθεται για τη χρηματοδότηση έρευνας στον τομέα της βιομηχανικής επεξεργασίας τροφίμων. Σε σημαντικό ποσοστό, η έρευνα στοχεύει στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών παρασκευής, μεταποίησης και συσκευασίας τροφίμων. Μεταξύ των εν λόγω τεχνολογιών περιλαμβάνονται αυτές που χρησιμοποιούν γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και αυτές που στοχεύουν στη συντήρηση τροφίμων με τη χρήση ακτινοβολίας. Αμφότερες οι ανωτέρω εφαρμογές αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό από τους ευρωπαίους πολίτες. Τα ευρωπαϊκά ερευνητικά κονδύλια δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη στρατηγικών αποδοχής από τους πολίτες αμφιλεγόμενων παραγωγικών διαδικασιών. Αυτό πρέπει να βαρύνει αποκλειστικά τους επιχειρηματικούς φορείς που επιθυμούν να εισάγουν τις νέες τεχνολογίες στην αγορά.

Αντιθέτως, οι ερευνητικές δραστηριότητες στον τομέα της αειφόρου γεωργίας και των βιολογικών καλλιεργειών, κατά κύριο λόγο, απαντούν σε προβλήματα που αφορούν την παραδοσιακή γεωργία και τους μικρομεσαίους μεταποιητές και εμπόρους γεωργικών προϊόντων. Στον τομέα αυτό, εξαιτίας του γεγονότος ότι μέχρι σήμερα παραμελήθηκε από την έρευνα, υφίσταται σημαντικό δυναμικό για την ανάπτυξη καινοτομιών, η αξιοποίηση του οποίου, ωστόσο, προϋποθέτει τον μεθοδικό αναπροσανατολισμό της τομεακής έρευνας, καθώς, πέρα από την ενισχυμένη διακλαδική και πολυκλαδική συνεργασία των ευρωπαίων ερευνητών, απαραίτητη είναι και η ένταξη στη γεωργική έρευνα προσεγγίσεων «από τη βάση προς τα επάνω».

Η επιτόπια έρευνα στο αγρόκτημα αποτελεί απαραίτητο μέσο για την ανάπτυξη μεθόδων γεωργικής εκμετάλλευσης που δεν θα εξαντλούν τους φυσικούς πόρους, για την ενσωμάτωση στη γεωργία της πτυχής της προστασίας του περιβάλλοντος και, κυρίως, για την αειφόρο φροντίδα και εκμετάλλευση των φυσικών βιοτόπων στις αγροτικές περιοχές. Τα ερευνητικά προγράμματα αυτού του είδους προσφέρουν λύσεις με αυξημένη πρακτική χρησιμότητα, εφαρμόζουν αποτελεσματικά στην πράξη ήδη υπάρχουσες, πλην συχνά μη καταγεγραμμένες, γνώσεις, και επιταχύνουν την πρακτική αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, καθώς οι φορείς της πράξης (αγρότες, υπάλληλοι των αρχών για την προστασία του περιβάλλοντος κλπ) συμμετέχουν στη διαδικασία ήδη από τα αρχικά στάδια της έρευνας και δεν καλούνται απλώς να εφαρμόσουν τα τελικά αποτελέσματά της.

Η διενέργεια διακλαδικών και πολυκλαδικών ερευνών απαιτεί να διαθέτουν οι ερευνητές ατομικές ικανότητες που να τους καθιστούν ικανούς για πολυτομεακές συνεργασίες. Η ανάγκη αυτή δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη από τους κύκλους σπουδών των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Για τη μακροπρόθεσμη διασφάλιση της διακλαδικής και πολυκλαδικής έρευνας, τα εκπαιδευτικά προγράμματα θα πρέπει να παρέχουν στους σπουδαστές τις ικανότητες που χρειάζονται για να συνεργαστούν με ερευνητές άλλων τομέων στο πλαίσιο πολυτομεακών συνεργασιών. Ο αναγκαίος αναπροσανατολισμός του περιεχομένου της εκπαίδευσης και της έρευνας στα ανώτερα ιδρύματα μπορεί να προωθηθεί με τη δημιουργία αντίστοιχων εδρών καθηγητών.

Η έρευνα και ανάπτυξη φιλικών προς το περιβάλλον μεθόδων παραγωγής αποτελεί αναγκαία υποχρέωση του δημόσιου τομέα, έτσι ώστε, εκτός από «υγιεινά τρόφιμα», στο μέλλον να μπορούν να παραχθούν - σε υγιή οικονομικά βάση - και προϊόντα που να συμβάλλουν στην προστασία της φύσης, του τοπίου και του περιβάλλοντος. Το γεγονός ότι το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την εκμετάλλευση των γαιών κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον πρέπει να αναγνωριστεί πρακτικά με την ανάλογη χρηματοδότηση, καθώς είναι μάλλον απίθανη η χρηματοδότηση έρευνας με αυτόν τον προσανατολισμό από τρίτους κερδοσκοπικούς φορείς. Η βασική χρηματοδότηση της έρευνας και ανάπτυξης φιλικών προς περιβάλλον μεθόδων εκμετάλλευσης των γαιών εξαρτάται ουσιαστικά από κρατικούς πόρους.