ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την κοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση

    9.2.2005 - (2004/2190(INI))

    Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων
    Εισηγήτρια: Ilda Figueiredo


    Διαδικασία : 2004/2190(INI)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A6-0035/2005
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A6-0035/2005
    Συζήτηση :
    Ψηφοφορία :
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

    σχετικά με την κοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση

    (2004/2190(INI))

    Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Ενδυνάμωση της τοπικής διάστασης της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση»[1]1,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Σεπτεμβρίου 2002 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής με θέμα τον απολογισμό πέντε ετών ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση[2]2,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 3ης Σεπτεμβρίου 2003 σχετικά με τον πίνακα αποτελεσμάτων όσον αφορά την υλοποίηση της Ατζέντας κοινωνικής πολιτικής[3]3,

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Ειδικής Ομάδας για την Απασχόληση του Νοεμβρίου 2003 σχετικά με τη δημιουργία περισσότερων θέσεων απασχόλησης στην Ευρώπη,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 11ης Νοεμβρίου 2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου των Ατόμων με Αναπηρία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Έτους Ατόμων με αναπηρία 2003,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 24ης Σεπτεμβρίου 2003 σχετικά με την κοινή έκθεση της Επιτροπής και του Συμβουλίου σχετικά με επαρκείς και βιώσιμες συντάξεις[4]4,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Δεκεμβρίου 2003 σχετικά με την πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας[5]5,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Ιανουαρίου 2004 σχετικά με την ισότητα ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση[6]6,

    –   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Απριλίου 2004 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες: ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης»[7]7,

    –   έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 18ης Μαΐου 2004 σχετικά με την κοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Ομάδας Υψηλού Επιπέδου σχετικά με το μέλλον της κοινωνικής πολιτικής στην διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση του Μαΐου 2004,

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Ομάδας Υψηλού Επιπέδου του Νοεμβρίου 2004 με τίτλο «Η στρατηγική της Λισσαβώνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση - Αντιμετωπίζοντας την πρόκληση»,

    –   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο «Ατζέντα κοινωνικής πολιτικής» (CΟΜ(2000)0379),

    –   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

    –   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A6‑0035/2005),

    A. λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση που, από τον παρελθόντα Μάιο, απαριθμεί πλέον 25 κράτη μέλη, κατόπιν της προσχώρησης 10 νέων χωρών με πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης , κατώτερα, εν γένει, του μέσου κοινοτικού όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15, απαιτεί να δοθεί πολύ μεγαλύτερη προσοχή στα κοινωνικά και αναπτυξιακά προβλήματα,

    Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οικονομική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε κατά την τελευταία τριετία μειώθηκε κατά το ήμισυ και πλέον, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στην αύξηση της ανεργίας που πλήττει περίπου 20 εκατομμύρια ατόμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, και στα ανησυχητικά επίπεδα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν το έτος 2001, τα άτομα που κινδυνεύουν από τη φτώχεια υπολογίζονται σε 70 εκατομμύρια, ότι τα στοιχεία αυτά που δεν είναι ενημερωμένα και αρκετά ακριβή όσον αφορά τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό δυσχεραίνουν την ανάλυση σε βάθος και την έγκαιρη προειδοποίηση για την ανάγκη επειγουσών παρεμβάσεων με στόχο να ξεπεραστεί το πρόβλημα, και ότι οι στόχοι της Λισσαβώνας προβλέπουν για το 2010 ποσοστό συνολικής απασχόλησης 70% και γυναικείας απασχόλησης 60%,

    Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν αυξηθεί οι ανισότητες τόσο μεταξύ χωρών όσο και μεταξύ περιοχών και διαφόρων κοινοτήτων και ομάδων του πληθυσμού,

    Δ.  λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στις κοινωνικές πτυχές της Ατζέντας της Λισσαβώνας έχει δοθεί μικρότερη προσοχή σε σχέση με τη σταθερότητα των τιμών, τη μείωση του κόστους και τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος,

    Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι γενικές μεταβολές στην αγορά εργασίας, ιδίως στον βιομηχανικό τομέα, με τις πρόσφατες μετεγκαταστάσεις πολυεθνικών σε διάφορα κράτη μέλη, προξένησαν υψηλά επίπεδα ανεργίας που πλήττουν εργαζομένους ηλικίας μεταξύ 40 και 55 ετών, κυρίως γυναίκες, που είναι δύσκολο να βρουν εναλλακτικές λύσεις απασχόλησης,

    ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κοινοτικές πολιτικές όφειλαν να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τη δημιουργία ποιοτικής απασχόλησης, ιδίως για τις ομάδες του πληθυσμού που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στην ανεργία, που είναι κυρίως οι νέοι, το ποσοστό ανεργίας μεταξύ των οποίων υπερβαίνει επί μονίμου βάσεως το 20%, σε διάφορες χώρες,

    Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι εξακολουθούν να γίνονται διακρίσεις κατά την πρόσβαση των γυναικών σε ποιοτικές θέσεις απασχόλησης καθώς και ότι σε πολλές χώρες οι κοινωνικοί εξοπλισμοί στήριξης της οικογένειας, ιδίως φύλαξης των παιδιών, προσχολικής αγωγής και περίθαλψης των ηλικιωμένων παραμένουν ανεπαρκείς για το συνδυασμό της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής,

    Η. λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των δημόσιων υπηρεσιών και της κοινωνικής οικονομίας στη δυναμική των θέσεων απασχόλησης και στην καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού,

    Θ. εκτιμώντας ότι η ανεπίκαιρη και αόριστη ενημέρωση σχετικά με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό δυσχεραίνει την εμπεριστατωμένη ανάλυση και εμποδίζει την ταχεία κινητοποίηση για την εφαρμογή επειγόντων μέτρων για την επίλυση του προβλήματος,

    Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το αυξανόμενο ποσοστό γήρανσης του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη γενική μείωση του δείκτη γεννητικότητας που καλείται να αντιμετωπίσει η νέα διευρυμένη Ευρώπη, απαιτεί πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση της δημογραφικής αυτής μεταβολής, με την προοπτική της επίτευξης των στόχων της Λισσαβώνας,

    ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ανάλυση των κοινωνικών συνθηκών απαιτεί την συγκυριακή ανάλυση των κοινωνικών συνεπειών της υφισταμένης οικονομικής οργάνωσης και επιβάλλεται να αναφέρει τις τάσεις επιδείνωσης της φτώχειας και του αποκλεισμού εκτεταμένων περιοχών, υποβάθμισης των όρων απασχόλησης, κοινωνικής απομάκρυνσης πληθυσμιακών ομάδων για τις οποίες η συμμετοχή στην κοινωνία συνοψίζεται σε ένα αβέβαιο εργασιακό μέλλον, σε ανεργία, σε δυσκολίες πρόσβασης στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και αξιοπρεπούς στέγασης, στη δικαιοσύνη, στις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, στον πολιτισμό, για να αναφερθούν ορισμένα μόνο από τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα τα οποία δεν τους εξασφαλίζονται,

    ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, ακόμη και μετά την τελευταία διεύρυνση, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σημαντικά δημογραφικά προβλήματα και ότι, συνεπώς, είναι ανάγκη να πραγματοποιηθούν μεταναστεύσεις προκειμένου να εξουδετερωθούν οι άμεσες επιπτώσεις για τη σημερινή αγορά εργασίας,

    ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να δοκιμασθούν αποτελεσματικά μέσα για την καταπολέμηση της φτώχειας, προτείνεται να εξετασθεί η δυνατότητα καθιέρωσης από τα κράτη μέλη μέτρων όπως το "κατώτατο ζωτικό εισόδημα",

    1.  επιμένει στην ανάγκη να δοθεί κάθε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ανεργίας, φτώχειας και κοινωνικού εξοπλισμού, όπερ προϋποθέτει αναθεώρηση των εφαρμοζόμενων οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών, συγκεκριμένα δε του Συμφώνου Σταθερότητας, της Στρατηγικής της Λισσαβώνας, της εσωτερικής αγοράς και της πολιτικής ανταγωνισμού, θέτοντας ως πρωταρχικούς στόχους την επίτευξη υψηλών ποσοστών απασχόλησης, τη διαρκή απασχόληση, τις ποιοτικές θέσεις εργασίας και με δικαιώματα, τις επενδύσεις και τις ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες που θα εξασφαλίζουν την κοινωνική ένταξη, ιδίως δε στους τομείς της παιδείας, της δημόσιας υγείας, της φύλαξης των παιδιών, των φροντίδων για τα εξαρτώμενα άτομα, των μαζικών μεταφορών και των κοινωνικών υπηρεσιών·

    2.  τονίζει επίμονα την ανάγκη να εξετασθεί η σχεδιαζόμενη οδηγία για τις υπηρεσίες (πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά) ενόψει των αναμενόμενων επιπτώσεων για την αγορά εργασίας και την ποιότητα των θέσεων εργασίας·

    3.  σημειώνει ότι η επιδίωξη ενός υψηλού ποσοστού απασχόλησης και μόνιμων θέσεων εργασίας καλύτερης ποιότητας προϋποθέτει κυρίως μια ουσιαστική βιομηχανική πολιτική, επενδύσεις κατόπιν συνεννόησης στις μεγάλες υποδομές, πολιτική έρευνας και καινοτομίας ανάλογη των στόχων της Λισσαβώνας, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα μέσα, καθώς και μια πολιτική διά βίου κατάρτισης·

    4.  επιβεβαιώνει ότι οι κοινωνικές πολιτικές και οι πολιτικές ένταξης έχουν ουσιαστική σημασία για τα δικαιώματα των πολιτών και, παράλληλα, για την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπογραμμίζοντας ότι η κοινωνική πολιτική και η πολιτική ένταξης αποτελούν παράγοντα ανάπτυξης·

    5.  υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα μιας νέας Ατζέντας για την Κοινωνική Πολιτική, 2006-2010, που πρέπει να έχει τους ακόλουθους στόχους:

    - κοινωνική πολιτική που θα βασίζεται στον σεβασμό όλων των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων σε κάθε κοινοτική πολιτική,

    - ανάπτυξη μιας κοινωνίας συνεκτικής που θα ενσωματώνει όλα τα μέλη της, όπερ προϋποθέτει μέτρα υπέρ της σταθερής απασχόλησης και της εξασφάλισης των δικαιωμάτων των εργαζομένων,

    - προώθηση μιας κοινωνίας που θα βασίζεται στην ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και στην καταπολέμηση των πάσης φύσεως διακρίσεων,

    - προώθηση μιας κοινωνίας που θα βασίζεται στην εξίσωση των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρία,

    - κατανομή του παραγόμενου πλούτου για την εξασφάλιση της αύξησης της ευημερίας για όλους, όπερ προϋποθέτει κρατικά και καθολικά συστήματα κοινωνικής προστασίας και εξασφαλισμένη πρόσβαση όλων σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων η υγεία, η εκπαίδευση και η στέγαση,

    - κοινωνική πολιτική που θα λαμβάνει υπόψη όλες τις ομάδες, προς όφελος ιδιαίτερα των πλέον ευάλωτων και εκτεθειμένων στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό πληθυσμιακών ομάδων, στις οποίες εντάσσονται τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με αναπηρίες και οι οικογένειές τους,

    - εξασφάλιση της συμμετοχικής δημοκρατίας στις διάφορες κοινωνικές και εργασιακές πολιτικές·

    - ανάπτυξη μιας πολιτικής εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης η οποία θα προάγει τη σύγκλιση και την αναγνώριση των προσόντων σε συνδυασμό με τις ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας και σε συνεννόηση με τους κοινωνικούς εταίρους,

    - εναρμόνιση των καθεστώτων έμμισθης εργασίας που θα συνοδεύονται από δικαιώματα και εγγυήσεις κυρίως στους τομείς της κοινωνικής προστασίας και της διά βίου κατάρτισης·

    6.   επιμένει στην ανάγκη να ορίσει η Σύνοδος Κορυφής της Άνοιξης τους κύριους οικονομικούς προσανατολισμούς για να ληφθεί υπόψη η ανησυχητική πραγματικότητα των υψηλών επιπέδων ανεργίας, κυρίως των νέων και των γυναικών, να ληφθούν μέτρα για μεγαλύτερη κοινωνική ένταξη και ποσοτική και ποιοτική βελτίωση της εργασίας και του περιβάλλοντος και να ενισχυθεί η ανοικτή μέθοδος συντονισμού, τονίζοντας ότι, για να επιτευχθούν οι στόχοι της Λισσαβώνας ως προς τα ποσοστά απασχόλησης, απαιτείται να έχουν δημιουργηθεί, έως το 2010, 22 εκατ. επιπλέον θέσεις εργασίας·

    7.   ζητεί από την Επιτροπή να εντείνει όλες τις προσπάθειές της για την προώθηση ευνοϊκότερου περιβάλλοντος για τη δημιουργία εταιριών και επιχειρηματικού πνεύματος, ιδίως υπέρ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) που παρέχουν την πλειονότητα των θέσεων εργασίας στην ΕΕ·

    8.   καλεί όλες τις εταιρίες να αναγνωρίσουν ότι φέρουν κοινωνική ευθύνη να λαμβάνουν υπόψη τη διατήρηση θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη των ενδιαφερόμενων περιοχών κατά τη λήψη αποφάσεων για μετεγκαταστάσεις και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων· υπενθυμίζει την ανάγκη συμμόρφωσης προς το ψήφισμα αριθ. 160/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την παύση δραστηριοτήτων επιχειρήσεων που έχουν προηγουμένως λάβει χρηματοδοτική ενίσχυση από την Ευρωπαϊκή Ένωση·

    9.  υπογραμμίζει ότι, στο πλαίσιο της ευθύνης που φέρουν σε κοινωνικό επίπεδο, οι επιχειρήσεις πρέπει να διασφαλίζουν τις καλύτερες δυνατές συνθήκες εκμάθησης για τους εργαζομένους τους:

    -        κατά τις περιόδους πρακτικής εξάσκησης στο πλαίσιο της αρχικής κατάρτισης·

         -        κατά τη διαρκή κατάρτιση των εργαζομένων τους·

         -        για την αναγνώριση και την πιστοποίηση των αποκτηθεισών γνώσεων και της   επαγγελματικής πείρας·

          προκειμένου να ανταποκριθεί στους στόχους αυτούς, κάθε μεγάλη επιχείρηση θα πρέπει να εκπονεί σχέδια και πίνακες δεξιοτήτων για την κατάρτιση και την ανάπτυξη των προσόντων, που θα αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, αφενός, και των ιδρυμάτων που αναγνωρίζουν τα επαγγελματικά προσόντα, αφετέρου·

    10. επισημαίνει την ανάγκη να δημιουργήσει και να βελτιώσει τους δείκτες φτώχειας, σε μια διευρυμένη Ευρώπη·

    11. υπογραμμίζει, ιδιαίτερα, την ανάγκη στήριξης των μειονεκτικών περιοχών, των περιοχών που παρουσιάζουν μόνιμα διαρθρωτικά μειονεκτήματα, των περιοχών της περιφέρειας, καθώς και εκείνων που είναι θύματα πρόσφατης αποβιομηχανοποίησης και βιομηχανικής ανασυγκρότησης και κλεισίματος ορυχείων, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ανάγκη για οικονομική και κοινωνική συνοχή·

    12. επιμένει στην ανάγκη στήριξης των παραγωγικών τομέων, των μικροεπιχειρήσεων, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των μικρών και των οικογενειακών γεωργικών εκμεταλλεύσεων και της κοινωνικής οικονομίας, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία τους για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης

    13. επιμένει για λήψη μέτρων που θα προωθούν την ισότητα και θα καταπολεμούν τις υφιστάμενες διακρίσεις, ιδίως μέσω νέων νομοθετικών πρωτοβουλιών για την εφαρμογή του άρθρου 13 της Συνθήκης στον τομέα των δικαιωμάτων των γυναικών, των μεταναστών και των ατόμων με ειδικές ανάγκες, τονίζοντας επίσης την ανάγκη ενίσχυσης του συνδέσμου μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και των ΕΠΔ για την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη, έτσι ώστε να διασφαλίζονται η επαρκης χρηματοδότησή τους και η ουσιαστική συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων, των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στους τομείς αυτούς και των κοινωνικών εταίρων·

    14. τονίζει ότι η διά βίου εκπαίδευση συμβάλλει σε μια κοινωνική ανάγκη και στις ανάγκες της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας και υπογραμμίζει ότι αποτελεί επίσης κοινωνικό δικαίωμα, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου ή κοινωνικής προέλευσης· έτσι, οι μειονεκτούσες, από κοινωνική άποψη, ομάδες (γυναίκες, μετανάστες, άτομα που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας) θα πρέπει να συνιστούν προνομιακούς αποδέκτες, λόγω των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν γενικά, του χαμηλού επιπέδου εκπαίδευσής τους και της περιθωριοποίησής τους σε σχέση με τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης και ζητεί μέτρα που θα προβλέπουν δυνατότητες ειδικά σχεδιασμένες για τις ομάδες αυτές, προκειμένου να εξασφαλίζονται ίσες ευκαιρίες σε όλους· επιθυμεί, τέλος, τη διαμόρφωση ειδικών στόχων που θα αφορούν κυρίως όσους δεν μπόρεσαν να περατώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση: τους αναλφάβητους, τους ανειδίκευτους, τους άνεργους, τα άτομα με αναπηρίες, τα άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών, τους μετανάστες και τις γυναίκες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας κλπ.·

    15. επιθυμεί να αναπτυχθούν νομοθετικές πρωτοβουλίες που θα συμβάλλουν στη μείωση του ωραρίου εργασίας χωρίς μείωση της αμοιβής, ώστε να διευκολύνεται η δημιουργία περισσότερων θέσεων απασχόλησης, να συμβιβάζεται η εργασία με την οικογενειακή ζωή, να εξασφαλίζεται η δια βίου κατάρτιση και εκπαίδευση και να διευκολύνεται η πολιτική και κοινωνική συμμετοχή των ατόμων στη ζωή των κοινοτήτων·

    16. επιδοκιμάζει την έμφαση που δίδεται στην έκθεση της Επιτροπής στη ζωτική σπουδαιότητα της βελτίωσης των επιπέδων απασχόλησης καθώς και στην διαπίστωση ότι η ανεργία συνιστά μείζον αίτιο του κοινωνικού αποκλεισμού·

    17. επισημαίνει την ανάγκη να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα τα αίτια και οι συνέπειες των εργατικών ατυχημάτων στον τόπο εργασίας με την αύξηση και την ενίσχυση των μέτρων ελέγχου·

    18. επιμένει, προκειμένου να μειωθούν οι ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών, στην ενίσχυση του προϋπολογισμού των προσεχών δημοσιονομικών προοπτικών (2007-2013) και των διαρθρωτικών ταμείων για να ληφθεί υπόψη η αναγκαία οικονομική και κοινωνική συνοχή, συνδυάζοντας δύο θεμελιώδεις απαιτήσεις: την αλληλεγγύη προς τα νέα κράτη μέλη και την υποστήριξη της διαρθρωτικής ανάπτυξης των σημερινών μειονεκτικών περιοχών και, συνεπώς, να επιτευχθεί μεγαλύτερη πραγματική σύγκλιση·

    19. ζητεί από την Επιτροπή να εκπονεί και να δημοσιεύει περισσότερους και καλύτερους δείκτες και μελέτες και να τους ενημερώνει σε τακτική βάση, κυρίως για ό,τι αφορά την εγκάρσια ένταξη των κοινωνικών στόχων στους άλλους πολιτικούς τομείς και τις συνέπειες των διαφόρων κοινοτικών πολιτικών στην επιδείνωση της ανεργίας, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και των διακρίσεων, λαμβάνοντας υπόψη την ανάλυση ανά φύλο και την όντως αντιπροσωπευτική συμβολή του κοινωνικού συνόλου·

    20. αναμένει ότι η Επιτροπή θα ασχοληθεί εντατικότερα με τις δημογραφικές εξελίξεις και τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία προκειμένου να αποτραπούν δυσμενείς εξελίξεις·

    21. αναμένει ότι θα εκπονηθούν επιτέλους συγκεκριμένες προτάσεις ως προς τη δυνατότητα μεταφοράς στη νομοθεσία των κρατών μελών των απαιτήσεων για καλύτερη παιδεία και διά βίου εκπαίδευση ούτως ώστε να μπορούν να αναπτυχθούν αποτελεσματικά οι πόροι στον τομέα του ανθρώπινου κεφαλαίου·

    22. αναμένει ότι η νέα κοινωνική ατζέντα θα περιέχει συγκεκριμένες προτάσεις ως προς τους τρόπους με τους οποίους το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο θα μπορέσει να διατηρηθεί και να εδραιωθεί μέσα σε ένα κόσμο παγκοσμιοποιημένο καθώς και τους τρόπους με τους οποίους θα μπορέσει να βελτιωθεί η κοινωνική θέση των πλέον ευάλωτων κοινωνικών ομάδων·

    23. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

    ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    Η κοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση που, από τον παρελθόντα Μάιο, απαριθμεί πλέον 25 μέλη, κατόπιν της προσχώρησης 10 νέων χωρών με πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, απαιτεί να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στα κοινωνικά και αναπτυξιακά προβλήματα. Οι ισχύοντες περιορισμοί όσον αφορά την έκταση των κειμένων δεν επιτρέπουν λεπτομερή ανάλυση, γι’ αυτό και γίνεται απλώς αναφορά σε ορισμένες πτυχές που θεωρούνται ουσιώδεις, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.

    1. Απασχόληση, ανεργία και συνθήκες εργασίας

    Παρόλον ότι οι στατιστικές πληροφορίες είναι ακόμα ανεπαρκείς, πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας[8]1 αποδεικνύουν ότι, κατά τα τέλη του 2003, σε έναν πληθυσμό 443 εκατομμυρίων ατόμων περίπου:

    -  τα 192,8 εκατομμύρια ατόμων είχαν εργασία: εξ αυτών το 43,6% ήταν γυναίκες και το 10,7% νέοι μεταξύ 15-24 ετών· τα 161 εκατομμύρια εργάζονταν για λογαριασμό άλλου· τα ποσοστά προσωρινής εργασίας και εργασίας με καθεστώς μερικής απασχόλησης ήταν υψηλά·

    -  ας σημειωθεί ότι ενώ το 2002 η δημιουργία θέσεων απασχόλησης ήταν στάσιμη, το 2003/2004 σημειώθηκε για πρώτη φορά κατά την τελευταία δεκαετία στην Ευρωπαϊκή Ένωση σαφής μείωση της απασχόλησης·

    -  στις διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε εργασία το 62% περίπου του πληθυσμού ηλικίας μεταξύ 15-64 ετών, οι διαφορές όμως μεταξύ των χωρών ήταν μεγάλες: σε οκτώ, ο μέσος όρος ήταν 67% ή περισσότερο (Δανία, Κύπρος, Ολλανδία, Αυστρία, Πορτογαλία, Φιλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο). Το ποσοστό ήταν κατώτερο του 57% στην Ιταλία, τη Μάλτα και την Πολωνία·

    -  το 10,3% των ατόμων ηλικίας μεταξύ 15-65 ετών εργαζόντουσαν μόνο με μερική απασχόληση. Ας σημειωθεί ότι, κατά κανόνα, στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, σημαντικό μέρος της εργασίας είναι μερικής απασχόλησης, όπως συμβαίνει στην Ολλανδία (32,8%), στη Σλοβενία (23,2%) και στο Ηνωμένο Βασίλειο (17,4%)·

    -  είναι πολύ υψηλό το ποσοστό της προσωρινής εργασίας, όπως φαίνεται από το ποσοστό του 12,9% της απασχόλησης με σύμβαση περιορισμένου χρόνου, κυρίως στην Πολωνία (19,4%), την Πορτογαλία (20,6%) και την Ισπανία (30,6%)·

    -  είναι σημαντική η προσωρινότητα της εργασίας των γυναικών. Στις θέσεις πλήρους απασχόλησης μόνο το 36,7% είναι γυναίκες ενώ στις μόνιμες θέσεις οι γυναίκες ήταν μόνο 38% και οι νέοι 24,3%·

    -  19.100.000 άτομα ήταν άνεργα, το 51,3% εκ των οποίων γυναίκες και το 24,3% νέοι.

    Εν τω μεταξύ, πιο πρόσφατα στοιχεία σχετικά με την ανεργία[9]2 δεικνύουν ότι η ανεργία εξακολουθεί να αυξάνεται, οι άνεργοι έφτασαν τα 19,3 εκατομμύρια, τον Αύγουστο του 2004, δηλαδή ποσοστό 9%. Όμως, σε ορισμένες χώρες τα ποσοστά είναι πολύ υψηλότερα, ιδιαίτερα δε στην Πολωνία (18,7%), την Σλοβακία (15,7%), τη Λιθουανία και την Ισπανία (11%).

    Ο μέσος όρος ανεργίας των γυναικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 25 φθάνει το 10% και των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών το 18,1%.

    Ως γνωστό, από το Έκτακτο Συμβούλιο του Λουξεμβούργου, τον Νοέμβριο του 1997, καταστρώθηκε μια φιλόδοξη στρατηγική για τη μείωση της ανεργίας και την σταθερή αύξηση των ποσοστών απασχόλησης, καθώς και τον περιορισμό των διακρίσεων με βάση το φύλο.

    Εν τω μεταξύ, στη Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβώνας, τον Μάρτιο του 2000, τέθηκε ο στόχος της πλήρους απασχόλησης με περισσότερες και καλύτερες θέσεις. Για το έτος 2010 έχουν τεθεί οι ακόλουθοι στόχοι:

    -  70% για το συνολικό ποσοστό απασχόλησης,

    -  60% για το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών.

    Εν συνεχεία, στο Συμβούλιο της Στοκχόλμης, την άνοιξη του 2001, τέθηκε ο στόχος του ποσοστού απασχόλησης 55% για τα άτομα ηλικίας μεταξύ 55 και 64 ετών.

    Στην πραγματικότητα όμως, το συνολικό ποσοστό απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής και με καθεστώς μερικής απασχόλησης, δεν υπερέβαινε στην Ευρώπη των 25 το 62,9%.

    Τα ποσοστά απασχόλησης ανά φύλο για μεν τις γυναίκες ήταν μόλις 55%, σημαντικό μέρος δε αυτού ήταν προσωρινή εργασία και μερικής απασχόλησης, ενώ το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών ήταν 71%. Το συμπέρασμα είναι ότι στην αγορά εργασίας εξακολουθούν να υπάρχουν βαθειές ανισότητες.

    -  Οι κακοί όροι εργασίας, σε πολλούς τομείς δραστηριοτήτων διαφόρων χωρών, έχουν ως αποτέλεσμα επαγγελματικές ασθένειες και αποτελούν αίτιο υψηλού αριθμού εργατικών ατυχημάτων, παρόλον ότι αυτά έχουν μειωθεί από το 1994. Το 2000 χάθηκαν 500 εκατομμύρια περίπου ημέρες εργασίας είτε συνεπεία εργατικών ατυχημάτων (150 εκατομμύρια ημέρες) είτε λόγω προβλημάτων υγείας σε σχέση με την εργασία (350 εκατομμύρια χαμένες ημέρες εργασίας).

    -  Το 2001, το 3,8% των εργαζομένων της ΕΕ ήταν θύματα εργατικών ατυχημάτων που είχαν ως συνέπεια τριήμερες και πλέον απουσίες από την εργασία ενώ το 6,1% ήταν θύματα ατυχημάτων που είχαν ως αποτέλεσμα απουσίες ολιγότερο από τριήμερες. Τα θανάσιμα εργατικά ατυχήματα προξένησαν, κατά μέσον όρο, 80 θανάτους ανά 100.000 εργαζομένων, εκ των οποίων ο μεγαλύτερος αριθμός ήταν στους τομείς της αλιείας και της οικοδομής. Ανά χώρες, οι σοβαρότερες περιπτώσεις που υπερέβησαν τον προαναφερθέντα μέσον όρο είναι: Λετονία, Βέλγιο, Λιθουανία, Εσθονία, Πορτογαλία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο.

    Η πραγματικότητα αυτή αποδεικνύει ότι οι στρατηγικές που έχουν ορισθεί για την ανάπτυξη της απασχόλησης δεν είναι επαρκείς, επειδή έχει δοθεί προτεραιότητα στη σταθερότητα των τιμών, μέσω των κριτηρίων ονομαστικής σύγκλισης και, για τον λόγο αυτό, επιβάλλεται η αντικατάστασή τους από ένα σύμφωνο ανάπτυξης και απασχόλησης που θα δίνει προτεραιότητα στην αύξηση των ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και με δικαιώματα.

    Επίσης επιβάλλονται μέτρα που θα ρυθμίζουν τις συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και τις μετεγκαταστάσεις πολυεθνικών, θα στηρίζουν τους παραγωγικούς τομείς και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, θα προωθούν την ισότητα, θα καταπολεμούν τις υφιστάμενες διακρίσεις και θα συμβάλλουν στη μείωση του ωραρίου εργασίας χωρίς απώλεια αμοιβής, ούτως ώστε να ευνοηθεί η δημιουργία περισσότερων θέσεων απασχόλησης, να συμβιβαστεί η εργασία με την οικογενειακή ζωή, να εξασφαλισθεί η δια βίου κατάρτιση και εκπαίδευση και να διευκολυνθεί η πολιτική και κοινωνική συμμετοχή των πολιτών στην ζωή των κοινοτήτων.

    2. Μισθοί και ελάχιστος μισθός

    Στα 18 από τα 25 κράτη μέλη (Βέλγιο, Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Μάλτα, Ολλανδία, Πολωνία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Σλοβακία και Ηνωμένο Βασίλειο) προβλέπεται ένας ελάχιστος μισθός.

    -  Οι τιμές που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 2004 κυμαίνονταν μεταξύ 121 ευρώ κατά μέσο μηνιαίο όρο στη Λετονία, 498 στην Πορτογαλία και 1403 στο Λουξεμβούργο.

    -  Είναι βέβαιο ότι μετά την πρώτη εντύπωση που δίνουν αυτοί οι αριθμοί, η σύγκριση με βάση την αγοραστική δύναμη δεικνύει ότι οι ανισότητες είναι μικρότερες και η κατάταξη των χωρών αλλάζει, αφού διαπιστωθεί ότι στη Μάλτα και στη Σλοβενία οι μισθοί είναι υψηλότεροι, με βάση την αγοραστική δύναμη, σε σχέση με την Πορτογαλία και την Ισπανία.

    -  Το ποσοστό των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση και με τον ελάχιστο μισθό διαφέρει τα μέγιστα και κυμαίνεται μεταξύ του 0,8% στην Ισπανία, 1,9% στο Ηνωμένο Βασίλειο έως 14% στη Γαλλία, 15,1% στο Λουξεμβούργο και 15,4% στη Λιθουανία και, κατά κανόνα, αφορά μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών.

    -  Ο ελάχιστος μισθός αντιστοιχεί σε ένα μηνιαίο μέσο ποσοστό των κερδών στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες που, το 2002, κυμαινόταν μεταξύ του 32% στη Σλοβακία, 43% στην Πορτογαλία, 49% στην Ολλανδία και 54% στην Μάλτα.

    -  Οι μισθολογικές διαφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 25 δεικνύουν ότι και στον τομέα αυτό υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Παρόλον ότι συγκρίσεις είναι δύσκολο να γίνουν, το 2001, στην ΕΕ των 15 ο μέσος όρος του ακαθάριστου ωρομισθίου των γυναικών ήταν κατά 16% κατώτερος αυτού των ανδρών, ενώ σε πολλές χώρες η διαφορά ήταν αρκετά μεγαλύτερη, ιδίως δε στη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αλλά και στα νέα κράτη μέλη τα διαθέσιμα στοιχεία επίσης δεικνύουν σημαντικές διαφορές σε ορισμένες χώρες, ιδιαίτερα δε στην Τσεχική Δημοκρατία και στην Εσθονία.

    Για να παύσουν αυτές οι ανισότητες των μισθών πρέπει να τεθεί τέρμα στην άμεση διάκριση που έχει σχέση με τη βασική αμοιβή καθώς και στην έμμεση διάκριση που συνδέεται με τη συμμετοχή στην οικονομική ζωή, τις επαγγελματικές επιλογές και την εξέλιξη της σταδιοδρομίας.

    3. Έσοδα - ΑΕΠ ανά κάτοικο

    Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία[10]1 οι τιμές του ΑΕΠ ανά κάτοικο, το 2003, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, μέθοδο που αποσκοπεί στην τυποποιημένη μέτρηση της αγοραστικής δύναμης σε διάφορα νομίσματα, καθιστώντας δυνατές τις συγκρίσεις μεταξύ διαφόρων χωρών, παρουσίαζαν μεγάλες διακυμάνσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

    -  κατά 50% χαμηλότερο του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25: Λετονία, Εσθονία, Λιθουανία και Πολωνία,

    -  μεταξύ 51% και 75% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25: Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πορτογαλία και Σλοβακία,

    -  μεταξύ 76% και 100% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25: Κύπρος, Ελλάδα, Ισπανία και Σλοβενία,

    -  μεταξύ 101% και 125% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25: Αυστρία, Βέλγιο, Γερμανία, Δανία, Φιλανδία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο,

    -  κατά 126% και άνω του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25: Ιρλανδία και Λουξεμβούργο.

    Τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν τις μεγάλες αποκλίσεις ανάπτυξης μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποδεικνύουν ότι πόρρω απέχουμε της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής που προβλέπεται από τη Συνθήκη, γι’ αυτό και επιβάλλεται αυξημένη προσοχή στο πρόβλημα αυτό, μέσω μακροοικονομικών πολιτικών και μέσω της αύξησης των κοινοτικών κονδυλίων, ιδίως δε αυτών του Ταμείου Συνοχής και των διαρθρωτικών ταμείων. Τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό τη στιγμή που αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για τις δημοσιονομικές προοπτικές.

    4. Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός

    Οι πρόσφατες δημοσιεύσεις της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας[11]1 σχετικά με τον πληθυσμό και τις κοινωνικές συνθήκες, με αφετηρία τα κριτήρια και τους 18 κοινούς δείκτες που όρισε το Συμβούλιο του Λάακεν, τον Σεπτέμβριο του 2001, λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Νίκαιας, του Δεκεμβρίου του 2000, που εξέφρασε την εκτίμηση ότι η καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, που προβλέπεται από τη Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβώνας, του Μαρτίου του 2000 πρέπει να αναπτυχθεί με τη μέθοδο του ανοιχτού συντονισμού, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στα εθνικά προγράμματα ένταξης, μας επιτρέπουν να συναγάγουμε ορισμένα συμπεράσματα, έστω και αν αυτά βασίζονται σε στοιχεία που είναι πλέον ανεπίκαιρα.

    Ωστόσο, στο δημοσίευμα της Επιτροπής «Η κοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση - 2004» η ανάλυση των στοιχείων καλύπτει επίσης τα 10 νέα κράτη μέλη βασιζόμενη στις διάφορες πληροφορίες που είχε δημοσιοποιήσει η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία[12]2.

    -  Το 2001, το 15% περίπου του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινδύνευε από φτώχεια[13]3 δηλαδή, περίπου 70 εκατομμύρια άτομα· το ποσοστό αυτό στην Ελλάδα ανερχόταν στο 20% και στην Ιρλανδία στο 21%. Τα εισοδήματα όμως που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό του 60% του μέσου εθνικού όρου διαφέρουν τα μέγιστα από χώρα σε χώρα, όπως προκύπτει από την ανωτέρω παρατεθείσα ανάλυση των κατωτάτων μισθών και της κατανομής του εισοδήματος.

    -  Η κοινωνική προστασία και οι παροχές κοινωνικής ασφάλισης είναι θεμελιώδους σημασίας για τον περιορισμό του κινδύνου φτώχειας. Χωρίς τις διάφορες κοινωνικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι συντάξεις και άλλες ενισχύσεις, ο κίνδυνος φτώχειας θα έπληττε, κατά μέσον όρο, το 30% του πληθυσμού της Φιλανδίας, το 37% της Πορτογαλίας, το 40% της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και το 42% της Ιταλίας, όπερ αποδεικνύει τη σπουδαιότητα της πολιτικής κοινωνικής προστασίας και ασφάλειας.

    -  Η κατανομή της κοινωνικής προστασίας κυμαίνεται τα μάλα στα διάφορα κράτη μέλη: στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15, το 2001 εκυμαίνετο μεταξύ των 3644 ΜΑΔ (Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης) στην Πορτογαλία, τη χώρα με τα χαμηλότερα επίπεδα, και των 10559 ΜΑΔ στο Λουξεμβούργο, τη χώρα με τα υψηλότερα.

    -  Επίσης πολύ υψηλή είναι η ανισότητα στη γενική κατανομή των εισοδημάτων, τόσο μεταξύ ομάδων πληθυσμού όσο και μεταξύ χωρών. Το 2001, το 20% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα είχε εισοδήματα πενταπλάσια σχεδόν από το 20% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα. Ο δείκτης αυτός εκυμαίνετο μεταξύ 3% στη Δανία και 6,5% στην Πορτογαλία.

    -  Το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων[14]1 είναι πολύ υψηλό. Το 2003, στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15, το 10% περίπου του πληθυσμού μεταξύ 18 και 59 ετών ήταν από οικογένειες όπου κανείς δεν εργαζόταν.

    Με την επιδείνωση της ανεργίας κατά τα τελευταία έτη και τη μείωση των κοινωνικών ενισχύσεων σε ορισμένα κράτη μέλη, η κατάσταση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού είναι, προφανώς, ακόμα σοβαρότερη από όσο δείχνουν οι προαναφερθείσες στατιστικές, γεγονός το οποίο θέτει το ζήτημα της προτεραιότητας της κοινωνικής ένταξης στις διάφορες κοινοτικές πολιτικές, ιδίως δε τη νομισματική πολιτική και την πολιτική της εσωτερικής αγοράς, για την προστασία ποιοτικών κρατικών υπηρεσιών, δίδοντας προτεραιότητα στις κρατικές επενδύσεις στους κοινωνικούς τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της στέγασης, της κοινωνικής προστασίας, της πρόσβασης στην δικαιοσύνη, στον πολιτισμό και στον ελεύθερο χρόνο, μεταξύ άλλων.

    5. Παιδεία

    Παρόλον ότι υπάρχει γενική συναίνεση σε ό,τι αφορά τη σπουδαιότητα της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής κατάρτισης, της δια βίου εκπαίδευσης και της έρευνας, εξακολουθούν να υπάρχουν βαθειές ανισότητες και αναρίθμητες ανεπάρκειες, που αποδεικνύουν ότι η έμφαση που δόθηκε στον τομέα αυτό, στη Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβώνας, το 2002, ελάχιστα χρησίμευσε. Πρόσφατα στοιχεία δεικνύουν ότι παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει υπογραμμίσει την ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα στην καταπολέμηση της πρόωρης διακοπής της σχολικής φοίτησης και της σχολικής αποτυχίας, η κατάσταση σε πολλές χώρες παραμένει σοβαρή :

    -  Το 2003, το ποσοστό εγκατάλειψης του σχολείου από νέους μεταξύ 17 και 19 ετών, χωρίς να έχουν ολοκληρώσει τις δευτεροβάθμιες σπουδές, ήταν 48,2% στη Μάλτα, 41% στην Πορτογαλία, 29,8% στην Ισπανία. Κατά τον αυτό χρόνο, στη Σλοβακία, την Τσεχική Δημοκρατία και την Πολωνία κυμαινόταν μόλις μεταξύ 4,9% και 6,3%.

    -  Πολλές αποκλίσεις υπάρχουν επίσης στον τομέα της δια βίου κατάρτισης και εκπαίδευσης. Το 2003, ενώ στην Σουηδία το 34,2% των ατόμων ηλικίας μεταξύ 25 και 64 ετών παρακολουθούσαν μαθήματα εκπαίδευσης ή κατάρτισης, ο αντίστοιχος αριθμός στην Πορτογαλία ήταν μόλις 3,6%, ενώ η χώρα εξακολουθεί να σημειώνει το μεγαλύτερο ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου.

    Συνεπώς, επιβάλλεται να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την αλλαγή της κατάστασης αυτής, δίδοντας προτεραιότητα στην παιδεία, την επαγγελματική κατάρτιση και την δια βίου εκπαίδευση.

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Η κοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση

    Αριθ. διαδικασίας

    2004/2190(INI)

    Κανονιστική βάση

    άρθρο 45

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
      Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια της έγκρισης εκπόνησης

    EMPL
    18.11.2004

    Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ές)
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    FEMM
    18.11.2004

     

     

     

     

    Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει
      Ημερομηνία της απόφασης

    FEMM
    25.1.2005

     

     

     

     

    Εισηγητής(ές)
      Ημερομηνία ορισμού

    Ilda Figueiredo
    20.9.2004

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    23.11.2004

    17.1.2005

     

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    1.2.2005

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    υπέρ

    κατά:

    αποχές:

    22

    17

    0

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Jan Andersson, Roselyne Bachelot-Narquin, Jean-Luc Bennahmias, Mihael Brejc, Udo Bullmann, Philip Bushill-Matthews, Milan Cabrnoch, Alejandro Cercas, Ole Christensen, Derek Roland Clark, Luigi Cocilovo, Ottaviano Del Turco, Harald Ettl, Richard Falbr, Ilda Figueiredo, Richard Howitt, Stephen Hughes, Jan Jerzy Kułakowski, Sepp Kusstatscher, Jean Lambert, Raymond Langendries, Bernard Lehideux, Lasse Lehtinen, Elizabeth Lynne, Mary Lou McDonald, Jamila Madeira, Thomas Mann, Mario Mantovani, Jiří Maštálka, Ana Mato Adrover, Μαρία Ματσούκα, Roberto Musacchio, Ria Oomen-Ruijten, Csaba Őry, Δημήτριος Παπαδημούλης, Jacek Protasiewicz, Luca Romagnoli, Leopold Józef Rutowicz, José Albino Silva Peneda, Jean Spautz, Eva-Britt Svensson, Γεώργιος Τούσσας, Ευαγγελία Τζαμπάζη, Anne Van Lancker, Anja Weisgerber, Gabriele Zimmer

    Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Mihael Brejc, Udo Bullmann, Richard Howitt, Lasse Lehtinen, Jamila Madeira, Roberto Musacchio, Δημήτριος Παπαδημούλης, Luca Romagnoli, Leopold Józef Rutowicz, Eva-Britt Svensson, Γεώργιος Τούσσας, Ευαγγελία Τζαμπάζη, Anja Weisgerber

    Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου

    Ημερομηνία κατάθεσης – A6

    9.2.2005

    A6-0035/2005

    • [1] 1 ΕΕ C 271 Ε της 12.11.2003, σελ. 593.
    • [2] 2 ΕΕ C 273 Ε της 14.11.2003, σελ. 192.
    • [3] 3 ΕΕ C 76 Ε της 25.3.2004, σελ. 226.
    • [4] 4 ΕΕ C 77 Ε της 26.3.2004, σελ. 251.
    • [5] 5 ΕΕ C 89 E της 14.4.2004, σελ. 124.
    • [6] 6 ΕΕ C 92 Ε της 16.4.2004, σελ. 329.
    • [7] 7 Κείμενο που εγκρίθηκε αυτή την ημερομηνία, Ρ5_ΤΑ (2004)0292.
    • [8] 1 Eurostat - Statistics in focus, 14/2004
    • [9] 2 Eurostat - Euro-indicators 122/2004 - 5 Οκτωβρίου 2004
    • [10] 1 Eurostat αριθ. 37/2004 σχετικά με την οικονομία και τα οικονομικά.
    • [11] 1 Eurostat αριθ. 10 και 16/2004 σχετικά με τη φτώχεια και τις κοινωνικές συνθήκες.
    • [12] 2 Eurostat ετήσια έκθεση 2004.
    • [13] 3 Το όριο του κινδύνου φτώχειας αντιστοιχεί στο ποσοστό των ατόμων που ζουν με εισόδημα κατώτερο του 60% του μέσου εισοδήματος κάθε χώρας, όπερ σημαίνει ότι πρόκειται για πολύ διαφορετικά μεταξύ τους βασικά εισοδήματα.
    • [14] 1 Όλα τα μέλη του νοικοκυριού ήταν άνεργα χωρίς να συμπεριλαμβάνονται, εννοείται, οι φοιτητές ηλικίας έως 24 ετών.