ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας
23.3.2005 - (2004/2167(INI))
Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων
Εισηγητής: Helmut Kuhne
PR_INI_art45
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
– έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 29 Οκτωβρίου 2004,
– έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 12 Δεκεμβρίου 2003, κατόπιν σχετικής πρωτοβουλίας της Ελληνικής Προεδρίας, στο άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών (Καστελόριζο, Μάιος 2003) και των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης (19-20 Ιουνίου 2003),
– έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 30ής Νοεμβρίου 2000 για τη θέσπιση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας μετά την Κολωνία και το Ελσίνκι[1],
– έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Απριλίου 2003 για τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και άμυνας – προτεραιότητες και ελλείψεις[2],
– έχοντας υπόψη την πρόταση σχετικά με μια Λευκή Βίβλο για την ευρωπαϊκή άμυνα, την οποία υπέβαλε το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών της ΕΕ το Μάιο του 2004,
– έχοντας υπόψη την έκθεση για ένα Δόγμα Ανθρώπινης Ασφάλειας για την Ευρώπη, την οποία υπέβαλε ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ στις 15 Σεπτεμβρίου 2004[3],
– έχοντας υπόψη τα διάφορα προγράμματα για την πρόληψη των συγκρούσεων που δημοσιοποιήθηκαν από όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα,
– έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων (A6‑0072/2005),
Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι συνιστά ορόσημο για την εξελικτική διαδικασία της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ), όπως ορίστηκε στη γαλλοβρετανική δήλωση του St Malo, στις 3-4 Δεκεμβρίου 1998·
Β. λαμβάνοντας υπόψη το συνακόλουθο πρόγραμμα ανάπτυξης της ΕΠΑΑ, το οποίο διατυπώθηκε στη διάρκεια των συνόδων κορυφής της Κολωνίας (3-4 Ιουνίου 1999), του Ελσίνκι (10-11 Δεκεμβρίου 1999) και του Γκέτεμποργκ (15-16 Ιουνίου 2001)·
Γ. αντιλαμβανόμενο την ανάγκη ενίσχυσης του ελέγχου των εξαγωγών όπλων εντός και από την ΕΕ, καθώς και σε παγκόσμιο επίπεδο·
Δ. αναγνωρίζοντας το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν τα διάφορα προγράμματα βοήθειας της ΕΕ και την απαραίτητη συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη, στη στήριξη της ανάπτυξης των δημοκρατικών θεσμών, στην εκτέλεση μέτρων ανασυγκρότησης, στην κατάρτιση μακρο-οικονομικών προγραμμάτων και στην προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου·
Ε. παραδεχόμενο ότι η συνολική προσέγγιση που υποστηρίζεται στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας επιδιώκεται ήδη ενεργά στα Βαλκάνια, όπως καταδεικνύει το εύρος των μέσων της ΕΕ που εφαρμόζονται στην παρούσα φάση με στόχο τη σταθεροποίηση της περιοχής: το πρόγραμμα βοήθειας CARDS· οι πολιτικές αποστολές PROXIMA και EUPM· και η στρατιωτική αποστολή ALTHEA·
ΣΤ. αναγνωρίζοντας το σταθερά υψηλό επίπεδο αποδοχής που διαπιστώνεται βάσει δημοσκοπήσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας και οι οποίες κατέδειξαν ότι ποσοστό άνω του 60% των πολιτών της ΕΕ τάσσεται υπέρ μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ και ότι ποσοστό άνω του 70% τάσσεται υπέρ μιας κοινής αμυντικής πολιτικής·
Ζ. επισημαίνοντας και εκφράζοντας τη λύπη του για το γεγονός ότι ο βαθμός στον οποίο η Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ) υπόκειται στον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δυνάμει του άρθρου III-304 της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης δεν αυξήθηκε και ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ουδέποτε κλήθηκε να γνωμοδοτήσει επί των πολυάριθμων αποφάσεων και δράσεων του Συμβουλίου· αναγνωρίζοντας περαιτέρω την καλή θέληση που επέδειξε ο Ύπατος Εκπρόσωπος και οι υπηρεσίες του για την αδιάλειπτη ενημέρωση του Κοινοβουλίου και το συνεχή διάλογο με το Κοινοβούλιο· παρακινώντας τον Ύπατο Εκπρόσωπο και τις υπηρεσίες του να συνεχίσουν και να ενισχύσουν αυτόν τον ανοικτό διάλογο με το Κοινοβούλιο,
Η. παρατηρώντας, χωρίς να θίγεται το προηγούμενο σημείο, την αυξανόμενη λογοδοσία σε σχέση με δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ της ΕΕ ενώπιον των εθνικών κοινοβουλίων, ιδίως όσον αφορά εκείνα τα κράτη μέλη στα οποία απαιτείται κοινοβουλευτικός έλεγχος προκειμένου να αναληφθεί οποιαδήποτε στρατιωτική δράση,
Θ. παραδεχόμενο ότι όλες οι δράσεις και τα μέτρα που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ της ΕΕ οφείλουν να υλοποιούνται σε πλήρη συμφωνία προς το διεθνές δίκαιο και με πλήρη σεβασμό προς τις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ, όπως ρητώς ορίζεται στα άρθρα I-3 και III-292 της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης.
Ι. επισημαίνοντας ότι πολλά κράτη μέλη της ΕΕ (μεταξύ άλλων, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα) έχουν αποκομίσει, και σε ορισμένες περιπτώσεις εξακολουθούν να αποκομίζουν, δικές τους εμπειρίες σχετικά με διάφορες μορφές τρομοκρατίας και τις κοσμοθεωρίες που τις υποθάλπουν,
ΙΑ. επισημαίνοντας ότι, στο προβλέψιμο μέλλον, η ισλαμιστική τρομοκρατία συνιστά και για την ΕΕ τη μεγαλύτερη πρόκληση, ιδίως εάν κατόρθωναν οι τρομοκράτες να ασκούν έλεγχο στα όπλα μαζικής καταστροφής,
ΙΒ. επισημαίνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας αποτελεί μέρος της συνεκτικής ΚΕΠΠΑ και ΕΠΑΑ στις οποίες μπορεί να ενεργοποιηθεί η εφαρμογή του συνολικού φάσματος πολιτικών δυνατοτήτων δράσης της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων διπλωματικού, οικονομικού και αναπτυξιακού χαρακτήρα,
Το Ευρωπαϊκό Περιβάλλον Ασφάλειας
1. Τονίζει ότι μόνο μια συνολική προσέγγιση του ορισμού της «ασφάλειας» μπορεί να λάβει επαρκώς υπόψη την επίδραση τόσο θεμάτων πολιτικού δημοκρατικού ενδιαφέροντος (π.χ. παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εσκεμμένες διακρίσεις εις βάρος συγκεκριμένων ομάδων πολιτών, ύπαρξη καταπιεστικών καθεστώτων), όσο και του ευρέος φάσματος των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων (π.χ. φτώχεια, λιμός, ασθένειες, αναλφαβητισμός, σπάνις φυσικών πόρων, περιβαλλοντική υποβάθμιση, ανισότητα μεταχείρισης στις εμπορικές σχέσεις, κτλ) στην όξυνση υφιστάμενων περιφερειακών συγκρούσεων, στην αποδιάρθρωση κρατών και στην εμφάνιση εγκληματικών και τρομοκρατικών δικτύων, μολονότι οι πράξεις των τελευταίων μπορεί να μην θεωρούνται ότι δικαιολογούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο, σχήμα ή μορφή από τους προαναφερόμενους παράγοντες·
2. Χαιρετίζει, συνεπώς, τη συνολική προσέγγιση της έννοιας της «ασφάλειας», όπως εκφράζεται στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας (EΣΑ)· συμμερίζεται την άποψη που εκφράζεται στο πλαίσιο της ΕΣΑ ότι καίριες απειλές για την παγκόσμια ασφάλεια στην παρούσα φάση περιλαμβάνουν την τρομοκρατία, τη διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής (ΟΜΚ), τις ανεπίλυτες περιφερειακές συγκρούσεις, τα ήδη αποδιαρθρωμένα και τα υπό αποδιάρθρωση κράτη και το οργανωμένο έγκλημα· τονίζει ότι οι απειλές αυτές δεν μπορούν ούτε να αντιμετωπισθούν πρωτίστως με στρατιωτικά μέσα, ούτε να επιλυθούν αποκλειστικώς και μόνον με τα μέσα αυτά·
3. Οδηγείται, συνεπώς, στα ίδια συμπεράσματα με εκείνα που εκφράζονται στο πλαίσιο της ΕΣΑ, ότι δηλαδή ο συνδυασμός των διαφόρων προγραμμάτων και μέσων βοήθειας, συμπεριλαμβανομένων αυτών της αναπτυξιακής πολιτικής, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο κρατών μελών, σε συνδυασμό με διπλωματικές, πολιτικές και στρατιωτικές ικανότητες και εμπειρογνωμοσύνη, μπορούν να συμβάλουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε έναν πιο ασφαλή κόσμο·
4. Συνεπώς, παρακινεί για την εφαρμογή στην πράξη αυτής της έννοιας περί περιβάλλοντος ασφαλείας εντός του υφιστάμενου πλαισίου της Ένωσης, προκειμένου η Ένωση να δύναται να επισημαίνει κρίσεις εγκαίρως και να αναλαμβάνει προορατική δράση· εκφράζει επ' αυτού την άποψη ότι η δημιουργία 'κέντρων εντόπισης εντάσεων', σε περιοχές ιδιαίτερα ευεπίφορες στις κρίσεις, θα ήταν ένας από τους πολλούς λογικούς τρόπους αντιμετώπισης των ριζικών αιτίων των συγκρούσεων και, επομένως, πρόληψης των τυχόν βίαιων κλιμακώσεων· τονίζει περαιτέρω στο θέμα αυτό τη σημασία που αποδίδει στην ένταξη της πρόληψης των κρίσεων καθώς και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας ως οργανικών στοιχείων σε όλους τους τομείς πολιτικής της ΕΕ·
Στρατηγικοί στόχοι για την ΕΕ
5. Συμφωνεί πλήρως με τους στρατηγικούς στόχους για την ΕΕ, όπως εκφράζονται στην ΕΣΑ: αντιμετώπιση των απειλών· οικοδόμηση ασφάλειας στη γειτονιά της ΕΕ· και ενίσχυση της διεθνούς τάξης με αποτελεσματική δράση μέσω αποτελεσματικών πολυμερών δομών·
6. Επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση των απειλών απαιτεί (διαγραφή) τον προσδιορισμό του περιφερειακού και/ή του παγκόσμιού τους χαρακτήρα, ούτως ώστε η Ένωση να μπορεί να κινητοποιήσει αποτελεσματικά τα διαθέσιμα μέσα και πόρους της προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα· επισημαίνει ότι η επιδίωξη της οικοδόμησης ασφάλειας στη γειτονιά της ΕΕ θα συμβάλει σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό στην αντιμετώπιση των απειλών περιφερειακού χαρακτήρα, ενώ οι απειλές με παγκόσμια διάσταση πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω αποτελεσματικών πολυμερών διεθνών δομών στις οποίες η ΕΕ αποτελεί κινητήρια δύναμη· επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι πολυμερείς οργανισμοί και δομές δύνανται να κληθούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση περιφερειακών απειλών·
7. Συμμερίζεται πλήρως την εκτίμηση που εκφράζεται στη Νέα Πολιτική Γειτονίας της ΕΕ και στην ΕΣΑ, ότι η γειτονιά της ΕΕ πρέπει να γίνεται αντιληπτή σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνο τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που έχουν κοινά σύνορα με την ΕΕ, αλλά και περιοχές ακόμα πιο ανατολικά και νότια, όπως ο Καύκασος, η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική· επισημαίνει τη συνάφεια αυτής της πολιτικής με τις συνεχιζόμενες δραστηριότητες της ΕΕ με σκοπό την επίλυση της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας της Βαρκελώνης· υπογραμμίζει ότι η δημοκρατία και το κράτος δικαίου συνιστούν τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για την ειρηνική συμβίωση των λαών· χαιρετίζει, στο πλαίσιο αυτό, την έκφραση της δημοκρατικής βούλησης του ιρακινού πληθυσμού στις εκλογές της 31ης Ιανουαρίου 2005· εγγυάται στον ιρακινό πληθυσμό τη συνεχή υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πορεία για τη δημιουργία δομών κράτους δικαίου και δημοκρατίας·
8. Τονίζει την υπεροχή του ΟΗΕ εντός του πολυμερούς θεσμικού πλαισίου και την ανάγκη να διαδραματίσει η ΕΕ ηγετικό ρόλο στην εκ νέου ενίσχυση των δομών και δυνατοτήτων αυτού του απαραίτητου οργανισμού· λαμβάνει υπόψη εν προκειμένω την έκθεση της ειδικής ομάδας υψηλού επιπέδου για τις απειλές, τις προκλήσεις και την αλλαγή, η οποία υποβλήθηκε στο Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ την 1η Δεκεμβρίου 2004· χαιρετίζει την εν λόγω έκθεση – χωρίς να προκαταλαμβάνει την οποιαδήποτε μελλοντική λεπτομερή εκτίμηση εκ μέρους του Κοινοβουλίου – ως βάση εκκίνησης για έναν ανοικτό διάλογο σχετικά με τη μεταρρύθμιση του ΟΗΕ προκειμένου να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του 21ου αιώνα· παροτρύνει την ΕΕ και τα κράτη μέλη να συντονίσουν τις θέσεις τους στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου έχοντας πλήρη επίγνωση της αδιάλειπτης υποστήριξης που καταδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις για την ισχυρότερη εκπροσώπηση της ΚΕΠΠΑ/ΕΠΑΑ μέσω της ΕΕ, σε σύγκριση με την υφιστάμενη στην παρούσα φάση·
9. Υπογραμμίζει περαιτέρω την ανάγκη η ΕΕ να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο σε συνεργασία με άλλους διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς οι οποίοι προωθούν την ειρήνη και την ασφάλεια στον κόσμο· επισημαίνει ειδικότερα την ανάγκη πλήρους συνεργασίας με τον ΟΑΣΕ·
10. Επισημαίνει ότι είναι σημαντικό η ΕΕ να συνεχίσει να ασκεί αποφασιστική και δίκαιη αναπτυξιακή πολιτική, προκειμένου να συμβάλει αποτελεσματικά στην επίτευξη των καθολικώς συμπεφωνημένων αναπτυξιακών στόχων της Χιλιετίας·
Πρόσφατα ορόσημα στην ΕΠΑΑ
11. Τονίζει την πολύτιμη εμπειρία που έχει αποκομιστεί από πολιτικές και αστυνομικές αποστολές κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών, η οποία περιλαμβάνει: την ανάληψη του ελέγχου από τη Διεθνή Αστυνομική Δύναμη (εφεξής EUPM) στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη από το 2003· την PROXIMA στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) και την EUJUST THEMIS στη Γεωργία· χαιρετίζει, συγχρόνως, την επικείμενη ανάπτυξη αστυνομικής δύναμης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (EUPOL Kinshasa)·
12. Αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Ένωσης· συγχρόνως, επισημαίνει τη σημασία του πλαισίου "Βερολίνο +" το οποίο συμφωνήθηκε με το NATO και κατέστησε δυνατή την πρώτη στρατιωτική αποστολή της ΕΕ στην ΠΓΔΜ, την CONCORDIA και την αποστολή ΑΛΘΑΙΑ στη Βοζνία-Ερζεγοβίνη· αναγνωρίζει την επωφελή ευελιξία του πλαισίου της ΕΠΑΑ της ΕΕ, το οποίο, επιπλέον, παρέχει τη δυνατότητα εκτέλεσης της επιχείρησης ARTEMIS στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό·
13. Τονίζει την έως τώρα θετική συμβολή του Κέντρου Κατάστασης της ΕΕ (SITCEN), στον συνδυασμό όλων των διαθέσιμων πολιτικών, στρατιωτικών και διπλωματικών πληροφοριών για τη δημιουργία ενός πειστικού υπόβαθρου αναλύσεων για κάθε δεδομένη κατάσταση· παροτρύνει τα κράτη μέλη να εντείνουν περαιτέρω την ανταλλαγή πληροφοριών με το SITCEN, ούτως ώστε να μην τίθενται αδικαιολόγητα προσκόμματα στην εκπλήρωση των επιδιώξεων που τίθενται στην ΕΣΑ·
14. Επισημαίνει, ενόψει των ανωτέρω επιτευγμάτων, ότι η ΕΕ θα αντιμετωπίζει στο μέλλον την ολοένα αυξανόμενη πρόκληση εξεύρεσης μιας ορθής και ενδεδειγμένης ισορροπίας μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών μέσων προκειμένου να ανταποκριθεί στους στόχους και το πνεύμα της ΕΣΑ· εκφράζει την άποψη ότι η αποστολή ALTHEA στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη θα παράσχει πολύτιμη εμπειρία ως προς αυτό, στο μέτρο που η Ένωση θα έχει τη δυνατότητα να συντονίσει τις στρατιωτικές της προσπάθειες με τις πολιτικές επιχειρήσεις και προγράμματα που είναι δρομολογημένα στην παρούσα φάση·
Πρόοδος σε σχέση με το Βασικό Στόχο του 2010 και τον Πολιτικό Βασικό Στόχο του 2008
15. Συμφωνεί με τους στόχους που ορίστηκαν στον Βασικό Στόχο του 2010, ο οποίος εγκρίθηκε επισήμως στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και Εξωτερικών Σχέσεων (ΣΓΥΕΣ) της 17ης Μαΐου 2004 και με την απόφαση να καταρτισθεί Πολιτικός Βασικός Στόχος του 2008, ο οποίος εγκρίθηκε από το ΣΓΥΕΣ της 13ης Δεκεμβρίου 2004, ως μέσο επικέντρωσης των προσπαθειών ενίσχυσης της ΕΕ με τα απαραίτητα μέσα για την επιδίωξη των στρατηγικών στόχων της ΕΣΑ· θεωρεί ότι οι ουσιώδεις και χρονοθετημένοι αυτοί στόχοι πρέπει να λάβουν συγκεκριμένη μορφή με τη σύνταξη Λευκής Βίβλου·
16. Αναγνωρίζει εν προκειμένω την πρόοδο που σημειώθηκε στο ΣΓΥΕΣ της 22ας Νοεμβρίου 2004 για την περαιτέρω ανάπτυξη των "ομάδων μάχης" ταχείας ανάπτυξης για στρατιωτικές επιχειρήσεις υψηλής έντασης· επισημαίνει ότι οι εν λόγω ομάδες μάχης θα δημιουργηθούν πρωτίστως από τις διμερείς και πολυεθνικές δυνάμεις που ήδη υφίστανται στην ΕΕ· λαμβάνει, επίσης, υπόψη τη συμφωνία που ενέκρινε το ΣΓΥΕΣ για τον καθορισμό του πολιτικού βασικού στόχου του 2008 και χαιρετίζει την πρόθεση που εκφράζεται στο πλαίσιο αυτό για τη συνεκτικότερη και αποτελεσματικότερη διαμόρφωση των υφισταμένων μέσων μη στρατιωτικού χαρακτήρα ούτως ώστε ο συνδυασμός των διαφόρων ενσωματωμένων ποσοστώσεων να μπορεί να πραγματοποιηθεί βάσει των ειδικών επιτόπιων αναγκών· αναγνωρίζει, συνεπώς, ότι η μελλοντική πολιτική διαχείριση των κρίσεων στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ θα επεκτείνεται εκ των πραγμάτων πέραν των προηγούμενων τεσσάρων πρωταρχικών τομέων που καθορίστηκαν στη Φέιρα (αστυνομία, κράτος δικαίου, πολιτική διοίκηση και προστασία του πληθυσμού)·
17. Τονίζει, ιδίως όσον αφορά την επίτευξη της πλήρους επιχειρησιακής κινητικότητας των Ομάδων Μάχης έως το 2007, τη σημασία της Συνολικής Ικανότητας Ανάπτυξης Δυνατοτήτων και, στο πλαίσιο αυτό, χαιρετίζει τις προσφορές των συντονιστικών κέντρων της Αθήνας και του Eindhoven στον τομέα των στρατηγικών μεταφορών·
18. Χαιρετίζει επιπλέον, σε αυτό το πλαίσιο, την επίσημη έγκριση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της πρότασης για ένα πολιτικο-στρατιωτικό κλιμάκιο εντός του στρατιωτικού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης· επισημαίνει ότι το πολιτικο-στρατιωτικό κλιμάκιο θα διαδραματίζει καίριο ρόλο στον στρατηγικό σχεδιασμό όλων των επιχειρήσεων (πολιτικών, στρατιωτικών και κοινών πολιτικο-στρατιωτικών) και – από το 2006 – στη δημιουργία ενός κέντρου επιχειρήσεων για αυτόνομες αποστολές της ΕΕ σε περιπτώσεις που δεν έχει οριστεί κανένα εθνικό Επιτελείο· τονίζει περαιτέρω τη σημασία του πολιτικο-στρατιωτικού κλιμακίου στην ανάπτυξη αρχών και προτύπων για τη διαχείριση των επαφών μεταξύ των πολιτικών και των στρατιωτικών τμημάτων· παραδέχεται, ωστόσο, ότι πολλές από αυτές τις αρχές και πρότυπα θα διαμορφωθούν ως αποτέλεσμα των τρεχουσών και μελλοντικών επιχειρήσεων·
19. Εφιστά την προσοχή, όσον αφορά τον σχεδιασμό μελλοντικών μικτών αποστολών πολιτικο-στρατιωτικού χαρακτήρα της ΕΕ, στις προτάσεις και τις ιδέες που σκιαγραφούνται στην έκθεση «Δόγμα Ανθρώπινης Ασφάλειας για την Ευρώπη»· χαιρετίζει στο σημείο αυτό όχι μόνον τις τρέχουσες εξελίξεις στον τομέα της ΚΕΠΑΑ, όπως τη δημιουργία Πολ/Στρατ. σώματος, που συνάδουν με τη γενική κατεύθυνση της έκθεσης αυτής, αλλά και τη μελλοντική δημιουργία Ευρωπαϊκού Σώματος Εθελοντών Ανθρωπιστικής Βοήθειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο ΙΙΙ-321(5) της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος για την Ευρώπη· σημειώνει ωστόσο ότι το Ευρωπαϊκό Σώμα Εθελοντών Ανθρωπιστικής Βοήθειας προβλέπεται κατά βάση στο άρθρο αυτό ως 'πλαίσιο για την κοινή συνεισφορά των νέων της Ευρώπης'· ζητεί επομένως είτε την επέκταση του πλαισίου αυτού είτε τη συμπλήρωσή του με τη δημιουργία συμπληρωματικού 'Σώματος', που θα αντλεί από την εμπειρία και την εξειδίκευση επαγγελματιών που έχουν ήδη αρκετή εμπειρία ή έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, προκειμένου να επιτευχθεί η σύσταση ενός λειτουργικού σώματος που θα ευθυγραμμίζεται περισσότερο με το Ευρωπαϊκό Πολιτικό Ειρηνευτικό Σώμα, όπως έχει επανειλημμένα προταθεί από το Κοινοβούλιο·
20. λαμβάνει υπόψη ότι το ΣΓΥΕΣ, επίσης στις 7 Ιανουαρίου 2005 - εν μέρει βάσει προσωρινών προτάσεων της Επιτρόπου Εξωτερικών Υποθέσεων -, κάλεσε τα αρμόδια βοηθητικά του όργανα και την Επιτροπή να εξετάσουν το ενδεχόμενο ενίσχυσης των δυνατοτήτων επίλυσης κρίσεων της Ένωσης στον τομέα της βοήθειας για φυσικές καταστροφές·
21. προτρέπει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να διασφαλίσουν τη συμπληρωματικότητα και συνοχή των υφισταμένων μέσων και ικανοτήτων καθώς και νέων προτάσεων, ιδίως ενόψει της στενής σύνδεσης μεταξύ της πρόληψης των συγκρούσεων και της διαχείρισης των κρίσεων· υποστηρίζει την άποψη ότι η μετρήσιμη επιτυχία του στόχου αυτού που απομένει να επιτευχθεί μπορεί να θεωρηθεί ως πρόοδος για τη μελλοντική δημιουργία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης·
22. χαιρετίζει την πρωτοβουλία ορισμένων κρατών-μελών για τη δημιουργία Ευρωπαϊκής Δύναμης Χωροφυλακής και την ετοιμότητά τους να τη διαθέτουν για τους σκοπούς της ΕΠΑΑ· υπογραμμίζει την ιδιαίτερη χρησιμότητα αυτής της δύναμης για τη διασφάλιση της μετάβασης από μια αμιγώς στρατιωτική φάση επιχειρήσεων σε μια μικτή ή αμιγώς μη στρατιωτική φάση·
23. επισημαίνει την ανάγκη ανάπτυξης μιας ευρωπαϊκής κουλτούρας σε θέματα ασφαλείας, μέσω της αποτελεσματικής υλοποίησης της αντίληψης της ΕΕ όσον αφορά την κατάρτιση σε θέματα ΕΠΑΑ, που αυξάνει τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των φορέων που συμμετέχουν στη διαχείριση κρίσεων στην ΕΕ· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη σύστασης ενός Ευρωπαϊκού Σώματος Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΣΑΑ) που θα παρέχει στα όργανα της ΕΕ και στα κράτη μέλη καταρτισμένο προσωπικό, ικανό να αντεπεξέλθει αποτελεσματικά σε όλα τα ζητήματα της ΕΠΑΑ· το εν λόγο όργανο πρέπει να βασίζεται σε υγιείς οργανωτικές και οικονομικές διαδικασίες·
24. επισημαίνει με ικανοποίηση την ταχεία δράση που αναλήφθηκε για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (EΟA) πριν από την επίσημη έγκριση της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης· τονίζει ότι οι δραστηριότητες του EΟA πρέπει να είναι επ' ωφελεία της ΕΕ, όχι μόνο για την περαιτέρω ανάπτυξη των αμυντικών δυνατοτήτων στη διαχείριση κρίσεων, αλλά και για τον εξορθολογισμό των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης στα κράτη μέλη και, μακροπρόθεσμα, για τη συμβολή στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αγοράς όπλων· υποστηρίζει την άποψη ότι η Υπηρεσία Εξοπλισμών θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στον εξοπλισμό των ομάδων μάχης και να διασφαλίσει τη μεταξύ τους συμβατότητα· ζητεί να διαθέτουν οι ομάδες μάχης κατά προτεραιότητα νέο κοινό εξοπλισμό· προειδοποιεί, ωστόσο, ότι κάθε μελλοντικό επίτευγμα του EΟA θα εξαρτηθεί κατά μείζονα λόγο από την καλή (πολιτική) βούληση των κρατών μελών και τη διαθεσιμότητα επαρκών δημοσιονομικών μέσων· επισημαίνει επιπλέον, στο ίδιο πλαίσιο, ότι δεν πρέπει να τεθούν προσκόμματα στην προσπάθεια του EΟA για επίτευξη πιο μακροπρόθεσμων δυνατοτήτων - στόχων πέραν του Βασικού Στόχου του 2010 - προκειμένου η ΕΕ να επωφεληθεί από την επίτευξη των στόχων της ΕΣΑ·
25. θεωρεί την Ευρωπαϊκή Διαστημική Πολιτική ως μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές προκλήσεις της Ένωσης για τον 20ό αιώνα· επισημαίνει ότι στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και των πληροφοριών δημιουργούνται παράλληλα πολλά σχέδια πράγμα που μειώνει την αποτελεσματικότητα και αυξάνει το κόστος· ζητεί να συμπεριληφθούν τα σχέδια αυτά στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Έρευνας Ασφάλειας, όπως, λ.χ. το γαλλικό δορυφορικό σύστημα Helios και το γερμανικό σύστημα Sar Lupe·
26. επιδοκιμάζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να προωθήσει την έρευνα για την ασφάλεια εντός της Ένωσης στο εγγύς μέλλον· επισημαίνει, ωστόσο, τον κίνδυνο επικαλύψεων με τις ερευνητικές πρωτοβουλίες του Οργανισμού Άμυνας· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να διατηρούν στενές σχέσεις εργασίας προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός·
Ελλείψεις όσον αφορά τις δυνατότητες
27. επισημαίνει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες υλικών ελλείψεων, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν σοβαρά την ικανότητα της Ένωσης να διεξάγει τόσο επιχειρήσεις διαχείρισης κρίσεων μη στρατιωτικού χαρακτήρα όσο και επιχειρήσεις ανθρωπιστικής παρέμβασης υψηλής εντάσεως, κυρίως με στρατιωτικά μέσα, όπως να σταματά ανθρωπιστικές καταστροφές διαστάσεων παρόμοιων με της Ρουάντας:
(α) έλλειψη μονάδων προς ανάπτυξη για τη διατήρηση της απαιτούμενης εκ περιτροπής ανάπτυξης δυνάμεων (1/3 προς ανάπτυξη, 1/3 προς εκπαίδευση, 1/3 προς ανάπαυση) σε τέτοιου είδους μακροπρόθεσμες / υψηλής εντάσεως επιχειρήσεις·
(β) έλλειψη μονίμων δυνατοτήτων αερομεταφορών μεγάλης κλίμακας για τη μεταφορά δυνάμεων στο εξωτερικό·
(γ) έλλειψη επαρκών δυνατοτήτων ανάπτυξης διοίκησης, ελέγχου και επικοινωνιών, καθώς και πόρων πληροφοριών, παρακολούθησης και αναγνώρισης στο συλλογικό πλαίσιο της ΕΠΑΑ·
28. επισημαίνει ότι η συνεχής ανάπτυξη των «ομάδων μάχης» θα καλύψει την πρώτη έλλειψη σε μεγάλο βαθμό· επισημαίνει ότι η προβλεπόμενη κατασκευή των μεταφορικών αεροσκαφών A400 M δεν θα καλύψει εντελώς τη δεύτερη έλλειψη και ζητεί επιτακτικά να ληφθούν μέτρα για την περαιτέρω κάλυψη της έλλειψης· παρακινεί, ωστόσο, να εξεταστεί η εκπόνηση (διαγραφή) σχεδίου εκ περιτροπής εναλλαγής για την εγκατάσταση δυνάμεων· ζητεί, ενόψει αυτού του συστήματος περιτροπής, τη θέσπιση κοινών προτύπων κατάρτισης, π.χ. όσον αφορά τα ελικόπτερα· το κοινό σύστημα κατάρτισης θα μπορούσε να συμβάλει στην αύξηση της επιχειρησιακής ικανότητας και στη μείωση του κόστους· παρακινεί έντονα, σε σχέση με την τελευταία έλλειψη, να ληφθούν μέτρα που θα επιτρέψουν στην ΕΕ να πραγματοποιεί αποστολές που απαιτούν τη συνδρομή στρατιωτικών δυνάμεων χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στους πόρους του ΝΑΤΟ ή στους πόρους οιουδήποτε επιμέρους κράτους μέλους· υπογραμμίζει ότι τέτοια μέτρα μπορούν εκ των πραγμάτων να οδηγήσουν σε συγκέντρωση των υφιστάμενων πόρων και δυνατοτήτων στα κράτη μέλη με στόχο τη δημιουργία βάσης αμφίδρομων επικοινωνιών ή δικτύου στην υπηρεσία της ΚΕΠΑΑ·
29. τονίζει επιπλέον ότι οι σκοποί και οι στόχοι που εκφράζονται στο Βασικό Στόχο του 2010 δεν επαρκούν για την ανάληψη αποστολών πιο έντονης φύσεως ή για διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους· παρακινεί, για το λόγο αυτό, την Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με το Συμβούλιο, να υποβάλει Λευκή Βίβλο σχετικά με τις πρακτικές απαιτήσεις της ΕΠΑΑ και της ΕΣΑ, ούτως ώστε να μπορεί, επίσης, να ενθαρρυνθεί περαιτέρω ο διάλογος σχετικά με την ανάπτυξη μιας μελλοντικής Ευρωπαϊκής Αμυντικής Στρατηγικής· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, από το Συμβούλιο, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Άμυνας·
Έλεγχος των εξαγωγών όπλων και μη διάδοση όπλων μαζικής καταστροφής και φορητού οπλισμού
30. παραδέχεται, στο πλαίσιο της ΚΕΠΑΑ της ΕΕ, τη συνολική συνάφεια της ευρωπαϊκής στρατηγικής κατά της διάδοσης ΟΜΚ, όπως εγκρίθηκε επισήμως από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2003, με τους στρατηγικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας· επισημαίνει με ικανοποίηση το έργο που ανέλαβε ο προσωπικός απεσταλμένος του Υπάτου Εκπροσώπου με στόχο την εφαρμογή του Κεφαλαίου III της εν λόγω στρατηγικής, όπως εκφράστηκε ιδίως στον κατάλογο προτεραιοτήτων που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2004·
31. συμμερίζεται την άποψη που διατυπώνεται στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας ότι η διάδοση όπλων μαζικής καταστροφής αποτελεί εν δυνάμει τη μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλειά μας και ζητεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας, η ΕΕ να αξιοποιήσει όλο το φάσμα των μέσων που διαθέτει για την εξάλειψη της απειλής των ΟΜΚ, επισημαίνοντας, σε σχέση με αυτό, ότι ο πιθανός συνδυασμός της τρομοκρατίας με τα όπλα μαζικής καταστροφής χρήζει έγκαιρης αντιμετώπισης·
32. τονίζει την ανάγκη να αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση την πρωτοβουλία για την ενίσχυση του διεθνούς καθεστώτος ελέγχου των εξοπλισμών και να συμβάλλει, συνεπώς, στην ενίσχυση της αποτελεσματικής πολυμερούς συνεργασίας στη διεθνή τάξη (διαγραφή)· επισημαίνει περαιτέρω τη συνάφεια των προσπαθειών για την ενσωμάτωση πτυχών της μη διάδοσης ΟΜΚ στο πλαίσιο της πολιτικής γειτονίας της ΕΕ με εκείνη του συνολικού στρατηγικού στόχου της οικοδόμησης ασφάλειας στη γειτονιά της ΕΕ·
33. χαιρετίζει τη σκοπούμενη συμπερίληψη ρητρών μη διάδοσης ΟΜΚ σε όλες τις μελλοντικές συμφωνίες εταιρικής σχέσης και συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και τρίτων χωρών, όπως συνέβη χαρακτηριστικά με την συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας με το Τατζικιστάν, της 11ης Οκτωβρίου 2004, καθώς και με το σχέδιο συμφωνίας σύνδεσης με τη Συρία, που τελεί εν αναμονή έγκρισης·
34. επιδοκιμάζει το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις της ΕΕ με την περιφερειακή δύναμη του Ιράν με στόχο την αποτροπή της περαιτέρω διάδοσης πυρηνικών όπλων σε συνδυασμό με νόμιμα συμφέροντα οικονομικού χαρακτήρα και περιφερειακής ασφάλειας· διαπιστώνει ότι η πολιτική αυτή συνιστά έκφραση εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου και του πολυμερισμού προς τα βέλτιστα συμφέροντα της διεθνούς κοινότητας·
35. επισημαίνει την αξιολόγηση μεταξύ εταίρων που πραγματοποιείται στην παρούσα φάση όσον αφορά το σύστημα ελέγχου εξαγωγών της ΕΕ· επισημαίνει ότι η κύρια διαπίστωση που συνάγεται από το πρώτο στάδιο αυτής της αξιολόγησης, το οποίο ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 2004, ήταν η ανάγκη τα κράτη μέλη της ΕΕ συλλογικά (ήτοι η ΕΕ) και ατομικά να υιοθετήσουν μια πιο δραστήρια προσέγγιση όσον αφορά τον έλεγχο της εξαγωγής αντικειμένων διπλής χρήσης· παροτρύνει τα κράτη μέλη να ακολουθήσουν χωρίς χρονοτριβή τις συστάσεις με βάση αυτή τη διαπίστωση και να χρησιμοποιούν περισσότερο το Κέντρο Κατάστασης της ΕΕ εν προκειμένω, αλλά και γενικότερα, ως βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών· χαιρετίζει την προσπάθεια που ανέλαβε η ΕΕ για το συντονισμό και την οργάνωση στον μέγιστο δυνατό βαθμό μιας κοινής θέσης της ΕΕ στο πλαίσιο των διαφόρων καθεστώτων ελέγχου εξαγωγών και χαιρετίζει επιπλέον τις προσπάθειες που καταβάλλει η ΕΕ να συμπεριληφθούν τα νέα κράτη μέλη στα διάφορα καθεστώτα ελέγχου εξαγωγών·
36. επισημαίνει τις τρέχουσες πρακτικές δυσκολίες στην υλοποίηση της στρατηγικής κατά της διάδοσης των ΟΜΚ, ιδίως λόγω των διαφόρων πόρων και διαδικασιών μέσω των οποίων προβλέπεται να ενεργοποιηθούν δημοσιονομικά μέσα· παροτρύνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή από κοινού με το Κοινοβούλιο να προβούν σε διάλογο για τον εκσυγχρονισμό και την απλοποίηση αυτών των διαδικασιών ενόψει της έγκρισης των σχετικών αλλαγών στο πλαίσιο του σχετικού χρηματοδοτικού μέσου για τη δημοσιονομική περίοδο 2007-2013·
37. επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης του Κώδικα Συμπεριφοράς της ΕΕ σχετικά με τις Εξαγωγές Όπλων, καθώς και τη μεγιστοποίηση της συμβολής της ΕΕ για την αποτροπή της διάδοσης των φορητών όπλων, κυρίως με τη θέσπιση διεθνούς συνθήκης για το εμπόριο όπλων·
Δημοσιονομικές προκλήσεις
38. επισημαίνει ότι η μεγαλύτερη απειλή για τη συνεκτικότητα και επιτυχία της ΕΣΑ παραμένει η ενδεχόμενη έλλειψη επαρκών διαθέσιμων δημοσιονομικών πόρων από όλο το φάσμα των πολιτικών και μέσων της ΕΕ· επισημαίνει εν προκειμένω την ιδιαίτερη σημασία των προγραμμάτων βοήθειας της ΕΕ και την ουσιαστική συμβολή τους στην ενεργό συνολική προσέγγιση που εκφράζεται στην ΕΣΑ· ζητεί να μην λησμονηθεί αυτό το σημείο στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που αφορούν τις μελλοντικές δημοσιονομικές προοπτικές για την περίοδο 2007-2013·
39. επισημαίνει, επίσης, ότι η αποτελεσματικότητα της ΕΣΑ και ιδίως της ΕΠΑΑ, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δαπάνες των κρατών μελών εκτός του πλαισίου της ΕΕ· συνιστά, στο πλαίσιο αυτό, τόσο τη σκοπιμότερη και αποδοτικότερη χρησιμοποίηση των εθνικών δαπανών στον αμυντικό τομέα, η οποία, λ.χ., σε ορισμένα κράτη μέλη θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον ταχύτερο εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών τους και την αναδιάρθρωσή τους, όσο και τη θέσπιση μηχανισμού με τον οποίο θα εκτιμούνται οι αναλογίες των αμυντικών δαπανών στο ΑΕΓΠ των κρατών μελών· προτρέπει, συνεπώς, τα κράτη μέλη να συνεργαστούν προς το σκοπό αυτό με τον ΕΟΑ·
40. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το άρθρο III-313 της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης διατηρεί το status quo του διπλού προϋπολογισμού για τις επιχειρήσεις της ΚΕΠΠΑ· παρακολουθεί τις προσπάθειες του Συμβουλίου για τη διασφάλιση περισσότερης διαφάνειας του μηχανισμού (ATHENA) μέσω του οποίου η διαχείριση των κοινών δαπανών για επιχειρήσεις στρατιωτικού ή αμυντικού χαρακτήρα προβλέπεται να γίνεται εκτός του προϋπολογισμού της Ένωσης[4]· τονίζει, ωστόσο, την εδραία του άποψη ότι ο συνεχής διαχωρισμός της χρηματοδότησης των κοινών δαπανών για πολιτικές επιχειρήσεις μέσω του προϋπολογισμού της Ένωσης και των δαπανών στρατιωτικού ή αμυντικού χαρακτήρα εκτός του προϋπολογισμού της ΕΕ θα καταστεί όλο και πιο δυσχερής, δεδομένου ότι οι αποστολές που διεξάγονται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ θα καθίστανται όλο και περισσότερο μικτής φύσης, όπως καταδεικνύει το πολιτικό / στρατιωτικό κλιμάκιο·
41. υπογραμμίζει εν προκειμένω τα σοβαρά προβλήματα που δημιουργούν οι τρέχουσες διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμών όσον αφορά την οργάνωση ταχέων δράσεων στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ· κατά συνέπεια, παροτρύνει την Επιτροπή και το Συμβούλιο να ολοκληρώσουν το ταχύτερο δυνατό την εξέταση των ειδικών διαδικασιών ή εξαιρέσεων για μελλοντικά μέτρα και επιχειρήσεις της ΕΠΑΑ στο πλαίσιο του Δημοσιονομικού Κανονισμού[5]·
Διατλαντικές σχέσεις
42. επισημαίνει την ουσιαστική συνάφεια των εκτιμήσεων περί παγκόσμιων απειλών, οι οποίες περιλαμβάνονται τόσο στην ΕΣΑ όσο και στην Αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας· υποστηρίζει ότι αυτή η συνάφεια πρέπει να θεωρηθεί ως βάση επί της οποίας τόσο η ΕΕ όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να εγκαινιάσουν έναν διάλογο μεταξύ ισότιμων εταίρων ώστε να υπάρξει κοινή αντίληψη ως προς την επίλυση συγκεκριμένων θεμάτων που προκαλούν ανησυχία, όπως η εξουσιοδότηση και η χρήση βίας σε σχέση με τις συναφείς διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και το νομιμοποιητικό του ρόλο, και την ενίσχυση της διατλαντικής συνεργασίας εν γένει·
43. υπογραμμίζει ότι μια μείζων πτυχή του διατλαντικού διαλόγου για την ασφάλεια πρέπει να εστιάζεται στην ενίσχυση άλλων διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΑΣΑ και, κυρίως, η Αφρικανική Ένωση, ούτως ώστε να συμβάλουν στην παγκόσμια ασφάλεια· υπογραμμίζει εν προκειμένω τη χρησιμότητα των άτυπων πολυμερών επαφών όπως η Τετραμερής για την επίτευξη βιώσιμης λύσης στη σύγκρουση μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων·
44. χαιρετίζει την υφιστάμενη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της μη διάδοσης των ΟΜΚ και στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας· ωστόσο, παρακινεί την ΕΕ και τις ΗΠΑ να συνεχίσουν τον θετικό διάλογό τους στους τομείς αυτούς και να συμφωνήσουν σε ένα σχέδιο δράσης για την περαιτέρω συνεργασία, όπως προβλέπεται στις δηλώσεις ΕΕ-ΗΠΑ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για τη μη διάδοση των ΟΜΚ που εγκρίθηκαν στη διάσκεψη κορυφής ΕΕ-ΗΠΑ της 26ης Ιουνίου 2004· θεωρεί ότι τα σημεία αυτά πρέπει να συζητούνται στο πλαίσιο όλων των συναντήσεων ΕΕ-ΗΠΑ σχετικά με την πολιτική ασφαλείας·
NATO
45. σημειώνει ότι πολλά κράτη μέλη εξακολουθούν να αναγνωρίζουν το ΝΑΤΟ ως τον ακρογωνιαίο λίθο της ασφαλείας τους σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης· υποστηρίζει την άποψη ότι η συνεργασία και η συμπληρωματικότητα πρέπει να είναι οι λέξεις κλειδιά στις οποίες θα βασιστούν οι σχέσεις ΕΕ και NATO· προτείνει, σε αυτό το πνεύμα, να πραγματοποιηθεί διάλογος - λαμβάνοντας υπόψη τον διαφορετικό χαρακτήρα κάθε οργανισμού - σχετικά με τη βελτίωση του συντονισμού των εθνικών συνεισφορών στη Δύναμη Αντίδρασης του NATO και σε εκείνες των Βασικών Στόχων της ΕΕ προκειμένου να αποφευχθεί κάθε είδους αλληλεπικάλυψη· παροτρύνει τα κράτη μέλη να συνεχίσουν την αναμόρφωση των ενόπλων τους δυνάμεων με στόχο να αποκτήσουν οι δυνάμεις αυτές μεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης, μεταφοράς και βιωσιμότητας· επισημαίνει στο θέμα αυτό ότι, στο εγγύς μέλλον, τα περισσότερα κράτη μέλη θα εξακολουθήσουν να παρέχουν τις ίδιες μονάδες τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην ΕΕ, λόγω της έλλειψης μονάδων που να κατέχουν τις κατάλληλες δεξιότητες και ικανότητες· παροτρύνει τα κράτη μέλη να συνεχίσουν την επέκταση των από κοινού δυνατοτήτων τους σε δυνάμεις άμεσης ετοιμότητας, ώστε στο μέλλον να μπορούν να ικανοποιούνται ταχέως οι επιχειρησιακές ανάγκες τόσο της ΕΕ όσο και του ΝΑΤΟ·
46. επισημαίνει ότι τα σημερινά προβλήματα, τα οποία, επί του παρόντος, υπονομεύουν δυστυχώς την απαραίτητη συνεργασία μεταξύ της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, μπορούν να επιλυθούν πολύ γρήγορα με την καλή πολιτική βούληση των συμβαλλομένων αρμόδιων για τη λήψη αποφάσεων φορέων·
47. καλεί την Τουρκία, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την καλύτερη και επιβεβλημένη συνεργασία μεταξύ της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ και των αρμοδίων οργάνων του ΝΑΤΟ·
48. ενθαρρύνει το νέο Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας να εξετάσει τις δυνατότητες συνεργασίας με το NATO στον τομέα των εξοπλισμών και να προβλέψει ρητά τη δυνατότητα τέτοιας συνεργασίας στο πλαίσιο της Διοικητικής Συμφωνίας που πρόκειται να υπογραφεί εν εκαιρώ μεταξύ των δύο, όπως προβλέπει το άρθρο 25 της Κοινής Δράσης 2004/551 για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας·
49. λαμβάνει υπόψη τη συμπληρωματική φύση ορισμένων πολιτικών και προγραμμάτων του NATO (Εταιρική Σχέση για την Ειρήνη και Πρωτοβουλία Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης, Μεσογειακός Διάλογος) και της ΕΕ (πολιτική γειτονίας και διαδικασία της Βαρκελώνης)· ενθαρρύνει και τα δύο μέρη να εξετάσουν τους τρόπους με τους οποίους τα εν λόγω προγράμματα και πολιτικές μπορούν να συμβάλουν αποτελεσματικότερα στην αμοιβαία ενίσχυσή τους·
50. παρατηρεί ότι στο πλαίσιο της ΕΣΑ εφιστάται ιδιαιτέρως η προσοχή στα δυσδιάκριτα όρια της άλλοτε στατικής διάκρισης μεταξύ των παραδοσιακών εννοιών της εσωτερικής και της εξωτερικής απειλής· τονίζει, ωστόσο, τις ελάχιστες αναφορές στην ΕΣΑ όσον αφορά τη διασύνδεση των δύο εννοιών για τη συνεκτική αντιμετώπιση των απειλών· λαμβάνει, ωστόσο, υπόψη - παρά την εννοιολογική αυτή παράλειψη - τις πολλαπλές προσπάθειες του Συμβουλίου, της Επιτροπής και των κρατών μελών στον τομέα των εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων·
51. λαμβάνει υπόψη, στον τομέα της πρόληψης τρομοκρατικών δράσεων, της διαχείρισης των επιπτώσεων και της προστασίας κρίσιμων υποδομών, τις προτάσεις που παρουσίασε η Επιτροπή για το σύστημα ARGUS, το οποίο θα έχει τη δυνατότητα να διαβιβάζει πληροφορίες και να συντονίζει δράσεις απόκρισης, και την ενδεχόμενη διασύνδεσή του τόσο με ένα κέντρο κρίσεων όσο και με ένα δίκτυο συναγερμού (CIWIN) για την προστασία κρίσιμων υποδομών εντός της ΕΕ·
52. λαμβάνει, επίσης, στο πλαίσιο αυτό, υπόψη το αίτημα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 4ης/5ης Νοεμβρίου 2004 προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή, που περιλαμβάνει το επονομαζόμενο "Πρόγραμμα της Χάγης" όσον αφορά την εκπόνηση - με πλήρη σεβασμό προς τις εθνικές αρμοδιότητες - ολοκληρωμένων και συντονισμένων διατάξεων της ΕΕ για τη διαχείριση των κρίσεων που έχουν διασυνοριακό αντίκτυπο εντός της ΕΕ, που θα έπρεπε να εφαρμοστούν το αργότερο την 1η Ιουλίου 2006·
53. επιδοκιμάζει το έργο που έχει έως τώρα επιτελεσθεί ή που δρομολογείται, τόσο με βάση τις προτάσεις και τα αιτήματα που έχουν προαναφερθεί όσο και σειρά άλλων μέτρων και προτάσεων που εντάσσονται κατά παράδοση στον τομέα της εθνικής εσωτερικής πολιτικής· χαιρετίζει, επίσης, στο πλαίσιο αυτό, την ιδιαίτερη σπουδαιότητα που δίδεται στο SITCEN κατά την πραγματοποίηση εκτιμήσεων κινδύνων και σχετικών αναλύσεων σε συνάρτηση με πιθανούς στόχους τρομοκρατικής δράσης· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, την απεριόριστη συνεργασία μεταξύ όλων των τμημάτων πληροφοριών που υπόκεινται στα εθνικά υπουργεία άμυνας με στόχο τη δημιουργία σχετικού δυναμικού στο πλαίσιο του SITCEN·
54. επιδοκιμάζει ειδικότερα το στόχο για τη ρύθμιση των διασυνοριακών ανταλλαγών μυστικών πληροφοριών και πληροφοριών των υπηρεσιών ασφάλειας σύμφωνα με την αρχή της διαθεσιμότητας που περιλαμβάνει το επονομαζόμενο "Πρόγραμμα της Χάγης" - που προβλέπεται για τη μελλοντική ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της ποινικής δίωξης - σύμφωνα με την οποία, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες των μεθόδων εργασίας των υπηρεσιών αυτών (λχ. την ανάγκη διασφάλισης των διαδικασιών συγκέντρωσης των πληροφοριών, των πηγών ενημέρωσης και το διαρκές απόρρητο των δεδομένων μετά την ανταλλαγή), οι πληροφορίες που διατίθενται από υπηρεσία ενός κράτους μέλους θα πρέπει να διατίθενται τις αντίστοιχες υπηρεσίες ενός άλλου κράτους μέλους·
55. σε ό,τι αφορά την πολιτική εσωτερικής ασφάλειας, εκφράζει τη βαθιά της ανησυχία για την πλημμελή εφαρμογή από τα κράτη μέλη όλων των μέτρων και μηχανισμών του αρχικού αντιτρομοκρατικού σχεδίου που υιοθετήθηκε τον Οκτώβριο του 2001,
56. λαμβάνει υπόψη την έκθεση του Υπάτου Εκπροσώπου της ΕΕ προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε στις 16-17 Δεκεμβρίου 2004 για τη συμπερίληψη της καταπολέμησης της τρομοκρατίας στην πολιτική εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ· διαπιστώνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι δυνατότητες που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο του Βασικού Στόχου του 2010 και του Πολιτικού Βασικού Στόχου του 2008 θα πρέπει να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των διαφόρων πιθανών τρομοκρατικών απειλών και σεναρίων - συμπεριλαμβανομένης πιθανής επίθεσης υπό το πρίσμα της ρήτρας αλληλεγγύης (άρθρο Ι-43 του Συντάγματος)·
57. ζητεί, στο πλαίσιο της Νέας Πολιτικής Γειτονίας και στο πλαίσιο των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ εν γένει, την έναρξη ενισχυμένου πολιτικού διαλόγου με τρίτες χώρες σχετικά με την τρομοκρατία, διάλογος που θα καλύπτει όχι μόνον την ανάγκη για την απεριόριστη συνεργασία τους με διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς αλλά και την αυστηρή εφαρμογή της ρήτρας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, που περιέχεται στις συμφωνίες με τρίτες χώρες, όταν υπάρχουν ενδείξεις για τρομοκρατικές απειλές ή ειδικές τρομοκρατικές δραστηριότητες·
58. ανησυχεί εντούτοις - με όλο τον δέοντα σεβασμό για το μέχρι στιγμής επιτελεσθέν έργο στην αναζήτησης κοινής γραμμής μεταξύ των δύω τομέων εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων - για τη συνοχή και το συντονισμό του έργου αυτού και, ιδίως, για τον βαθμό στον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι δημοκρατικές ελευθερίες και το κράτος δικαίου· καλεί επομένως τις επιτροπές του Εξωτερικών Σχέσεων και Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, να εξεύρουν την ενδεδειγμένη διαδικασία για την εκπόνηση συστάσεων προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή, προκειμένου όχι μόνον να ελεγχθεί η συνοχή και ο συντονισμός του έργου αυτού, αλλά και να διασφαλισθεί ότι δεν διακυβεύονται με κανένα τρόπο τα αστικά και τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών και των οργανισμών και έτσι, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, να διατυπώνονται συστάσεις στις αρμόδιες επιτροπές του Κοινοβουλίου προς διαβίβαση και στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή·
Υπηρεσία Εξωτερικής Βοήθειας
59. χαιρετίζει τη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης ως μια σημαντική βάση για την επιδίωξη των στόχων της ΕΣΑ και τη συνεχή της ανάπτυξη· πιστεύει ότι η δημιουργία της νέας Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης θα αποτελεί μέσο ζωτικής σπουδαιότητας για την εξωτερική δράση της ΚΕΠΠΑ καθώς και της ΕΣΑ· τονίζει ότι, για να είναι αποτελεσματική η ΕΣΑ, πρέπει να χρησιμοποιεί πλήρως τις διαθέσιμες διπλωματικές δυνατότητες (τον Υπουργό Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Βοήθειας (άρθρα I-28 και III-296(3))) και, εφόσον παραστεί ανάγκη, τις στρατιωτικές δυνατότητες (μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών για την εκπλήρωση αποστολών υψηλής έντασης, που απαιτούν μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνατότητες (άρθρα I-41(6), III-312 και το Ειδικό Πρωτόκολλο))·
60. παροτρύνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να καταβάλουν άμεσα τις απαραίτητες προσπάθειες συνδυασμού των δραστηριοτήτων τους σε πνεύμα συνεργασίας πριν από την τελική επικύρωση της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης· τονίζει ότι το Κοινοβούλιο θα επιδιώξει να αξιολογήσει αυτές τις προσπάθειες με θετικό και εποικοδομητικό τρόπο και θα κρίνει όλες τις προτεινόμενες δράσεις και μέτρα κατά τη μεταβατική περίοδο με βάση την ποιότητα και όχι την προέλευση για τη δημιουργία μιας λειτουργικής και αποδοτικής Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Βοήθειας· τονίζει ότι το Κοινοβούλιο θα αξιολογεί επίσης τις προσπάθειες αυτές με σκεπτικό εάν και κατά πόσο σέβονται την πολιτική βούληση που εκφράζεται στο Σύνταγμα για τη χάραξη κοινοτικής πολιτικής, ούτως ώστε να παρουσιάζεται η Ευρώπη στον κόσμο ομιλώντας με μία φωνή·
*
* *
61. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τα κοινοβούλια των κρατών μελών, το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, του ΝΑΤΟ και του ΟΑΣΕ και τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Ευρώπης.
- [1] ΕΕ C 228 της 13.08.2001, σελ. 9.
- [2] ΕΕ 64 E της 12.03.2004, σελ. 599.
- [3] Έκθεση της Μπαρτσελόνα της ομάδας εργασίας για τις Ευρωπαϊκές Δυνατότητες στην Ασφάλεια.
- [4] EE L 63 της 28.02.2004, σελ. 68
- [5] Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EE L 248 της 16.09.2002, σελ. 1)
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
I. Εισαγωγή
Στις 12 Δεκεμβρίου 2003, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε επισήμως την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας (ΕΣΑ), όπως περιγραφόταν στην έκθεση «Μια ασφαλής Ευρώπη σε έναν καλύτερο κόσμο», την οποία παρουσίασε ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου / Ύπατος Εκπρόσωπος κ. Javier Solana. Σηματοδοτώντας άλλο ένα ορόσημο στην εξελικτική πορεία της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ), όπως ορίστηκε καταρχάς στη γαλλοβρετανική δήλωση του St-Malo, στις 3-4 Δεκεμβρίου 1998, η EΣΑ αποσκοπεί στον καθορισμό της μελλοντικής πορείας της Ευρώπης προκειμένου να διαδραματίσει πιο ενεργό και υπεύθυνο ρόλο στη δημιουργία και διατήρηση της παγκόσμιας ασφάλειας.
II. ΕΣΑ – Επανακαθορισμός του Περιβάλλοντος Ασφάλειας
Σε αντιδιαστολή με προηγούμενα δόγματα ασφάλειας, τα οποία στηρίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στη στρατιωτική διάσταση, η ΕΣΑ υιοθετεί μια ολιστική προσέγγιση, η οποία εξεικονίζεται στην ακόλουθη φράση: «η ασφάλεια είναι προϋπόθεση της ανάπτυξης». Επισημαίνοντας τις καίριες απειλές για την παγκόσμια ασφάλεια (τρομοκρατία, όπλα μαζικής καταστροφής, περιφερειακές συγκρούσεις, αποδιαρθρωμένα κράτη και οργανωμένο έγκλημα), η ΕΣΑ αποσκοπεί στην αποσαφήνιση μιας ευρύτερης έννοιας ασφάλειας με βάση το ρόλο που διαδραματίζουν παράγοντες οι οποίοι μέχρι τώρα δεν είχαν ληφθεί υπόψη ως πρωταρχικής σημασίας για την πολιτική ασφάλειας. Αναγνωρίζοντας, επίσης, τις καταστροφικές δυνάμεις της φτώχειας, του υποσιτισμού και των ασθενειών (όχι μόνο του AIDS, αλλά και της ελονοσίας και της φυματίωσης) και τις ολέθριες συνέπειές τους για τη σταθερότητα των κρατών και των αντίστοιχων κοινωνιών των πολιτών, στο πλαίσιο της ΕΣΑ υποστηρίζεται ότι μόνο ένα μίγμα στρατιωτικών και πολιτικών δυνατοτήτων και τεχνογνωσίας μπορεί να αποτελέσει τη βάση για συμβολή σε έναν ασφαλέστερο κόσμο.
III. Στρατηγικοί στόχοι ΕΣΑ
Σύμφωνα με το νέο περιβάλλον ασφαλείας, η ΕΣΑ τονίζει τρεις στρατηγικούς στόχους: επισήμανση των απειλών· οικοδόμηση ασφάλειας στη γειτονιά της ΕΕ· ενίσχυση της διεθνούς τάξης μέσω αποτελεσματικής δράσης βάσει πολυμερών δομών.
Επισημαίνοντας τις απειλές, η ΕΣΑ καθιστά πρόδηλη την ανάγκη να διαθέτει η ΕΕ τη δυνατότητα ανάληψης άμεσης δράσης με στρατιωτικά αλλά και μη στρατιωτικά μέσα. Ιδιαίτερα σημαντική σημασία γι’ αυτόν τον στόχο διαλαμβάνει η ανάγκη να το καταφέρει αυτό η ΕΕ κατά τρόπο περισσότερο αποτρεπτικό (όχι προληπτικό).
Όσον αφορά την οικοδόμηση ασφάλειας στη γειτονιά της ΕΕ, η ΕΣΑ υπογραμμίζει την ανάγκη για σταθερότητα όχι μόνο στις άμεσες, αλλά και στις μελλοντικές γειτονικές περιοχές. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο μνημονεύονται οι περιοχές του πρώην σοβιετικού συνασπισμού, η επίλυση της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης, καθώς και η συνέχιση της διαδικασίας της Βαρκελώνης.
Επιδιώκοντας τους τελευταίους στόχους, η ΕΣΑ τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των πολυμερών διεθνών δομών. Μολονότι η ΕΣΑ υπογραμμίζει την πρωταρχική θέση του ΟΗΕ, η διατλαντική σχέση μνημονεύεται, επίσης, ως κεντρικό στοιχείο αυτής της τάξης. Αναφέρονται, επιπλέον, άλλοι διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.
Αν και η παρουσίαση αυτών των στόχων ως μέρος μιας στρατηγικής αποτελεί όντως καινοτομία, πρέπει εν προκειμένω να υπογραμμιστεί ότι και οι τρεις εν λόγω στόχοι επιδιώχθηκαν έμμεσα από την ΕΕ σε δράσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Βάσει αυτής της παραδοχής, ο εισηγητής υποστηρίζει πλήρως τους εν λόγω στόχους.
VI. Επιτεύγματα της ΕΠΑΑ και Βασικός Στόχος του 2010
Δεδομένου ότι ο εισηγητής συμφωνεί εν γένει με τον επαναπροσδιορισμό και τους στόχους της ΕΣΑ, ανακύπτει το ερώτημα του τι πρέπει να γίνει προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί. Ειδικότερα, πρέπει να πραγματοποιηθεί εκτίμηση των υφιστάμενων και μελλοντικών μέσων που θα διαθέτει η Ένωση, όπως και εκείνων που απουσιάζουν ή απαιτούν οργάνωση ή αναδιοργάνωση. Συνεπώς, είναι λογικό να γίνει σύντομη αναδρομή στα μέχρι στιγμής επιτεύγματα ή σε όσα έχουν δρομολογηθεί στο πεδίο της ΕΠΑΑ και στη συμβολή τους στην εκπλήρωση των στόχων της ΕΣΑ.
Προτού γίνει λόγος για τα επιτεύγματα από πλευράς απτών υποδομών και δυνατοτήτων, πρέπει να γίνει αναφορά στην ευρωπαϊκή στρατηγική κατά της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής, η οποία εγκρίθηκε παράλληλα με την ΕΣΑ από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2003. Συμφώνως προς την ενίσχυση των πολυμερών διεθνών δομών, όπως προβλέπεται στην ΕΣΑ, αυτό το έγγραφο στρατηγικής τονίζει τον καίριο ρόλο του ΟΗΕ στην επιβολή κυρώσεων λόγω μη συμμόρφωσης και αναγνωρίζει τη δυνατότητα προσφυγής στη βία ως ύστατη λύση εφόσον – και μόνον εφόσον – αυτή η βία επικυρώνεται από τον ΟΗΕ. Το έγγραφο αναφέρει επίσης ρητώς ότι η Ένωση υποστηρίζει πρόσθετα μέσα επαλήθευσης που (ακόμα) δεν προβλέπονται από το καθεστώς του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, όπως αυτά που εφαρμόζονται επί του παρόντος στην περίπτωση των διαπραγματεύσεων με το Ιράν.
Μέσω των εμπειριών που αποκόμισε στην πολιτική διοίκηση και στις αστυνομικές αποστολές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της Αλβανίας και μέσω της ανάληψης του ελέγχου της Διεθνούς Αστυνομικής Ειδικής Δύναμης στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη το 2003, η ΕΕ, ως συλλογική οντότητα των κρατών μελών της, κατάφερε να αποκτήσει σημαντικό επίπεδο εξειδίκευσης στη διαχείριση πολιτικών κρίσεων. Όσον αφορά τη στρατιωτική όψη του νομίσματος, η ΕΕ απέκτησε, επίσης, σημαντική εμπειρία μέσω της επιτυχούς εκτέλεσης της επιχείρησης CONCORDIA (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας) και, πιο πρόσφατα, της επιχείρησης ARTEMIS (Κονγκό). Ιδιαίτερης σημασίας για την ανάληψη της πρώτης αποστολής ήταν η χρήση δυνατοτήτων και υποδομών του NATO, που διατέθηκαν βάσει των συμφωνιών που συνομολόγησαν η ΕΕ και το NATO εντός του πλαισίου «Βερολίνο +», το οποίο εγκρίθηκε επισήμως τον Μάρτιο του 2003.
Μολονότι η ΕΕ αποκόμισε εμπειρία από αμφότερες τις όψεις του νομίσματος, θα χρειαστεί στο μέλλον να βρει το ενδεδειγμένο μίγμα των δύο προκειμένου να ανταποκριθεί στους στόχους και το πνεύμα της ΕΣΑ. Είναι σαφές ότι η αποστολή ALTHEA στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη θα παράσχει πολύτιμη εμπειρία, καθώς η ΕΕ θα ασκεί παράλληλα τον έλεγχο πολιτικών και στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, πιο σημαντική θα είναι η επιτυχής εγκατάσταση του πολιτικο-στρατιωτικού κλιμακίου σχεδιασμού στο πλαίσιο του στρατιωτικού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θα είναι υπεύθυνο για τον σχεδιασμό παρομοίων μελλοντικών επιχειρήσεων. Επιπλέον χρησιμότητας θα είναι η μελλοντική πρόσβαση σε μια Δύναμη Χωροφυλακής, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και Εξωτερικών Σχέσεων (ΣΓΥΕΣ) της 17ης Σεπτεμβρίου 2004, για τη διασφάλιση της μετάβασης από μια κατά βάση αμιγώς στρατιωτική φάση σε μια μικτή ή αμιγώς πολιτική φάση.
Συμφώνως προς τα τρέχοντα επιτεύγματα της ΕΠΑΑ, υπάρχει μια σειρά από άλλους στόχους δημιουργίας και υλοποίησης που έχουν δρομολογηθεί στην παρούσα φάση –όπως το πολιτικο-στρατιωτικό κλιμάκιο σχεδιασμού– οι οποίοι περιλαμβάνονται στον Βασικό Στόχο του 2010 της ΕΕ, ο οποίος εγκρίθηκε επισήμως από το ΣΓΥΕΣ της 17ης Μαΐου 2004 και ο οποίος, μόλις ολοκληρωθεί, θα προσφέρει τη δυνατότητα στην ΕΕ να επιδιώξει με μεγαλύτερη συνέπεια τους στρατηγικούς στόχους της ΕΣΑ. Κρίσιμης σημασίας για την πραγμάτωση του Βασικού Στόχου του 2010 θα είναι η πλήρης ανάπτυξη της έννοιας των «ομάδων μάχης», που προβλέπει την ανάπτυξη πολυάριθμων αυτοτελών ομάδων δύναμης μέχρι και 1.500 στρατιωτών, έτοιμων για τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων υψηλής έντασης. Σύμφωνα με τον Βασικό Στόχο, αυτές οι δυνάμεις θα πρέπει να είναι πλήρως διαθέσιμες το 2007 και να μπορούν να αναπτυχθούν εντός 15 ημερών από την έγκριση απόφασης από την ΕΕ. Με τη δημιουργία αυτών των ομάδων μάχης, καλό θα ήταν να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο οι υφιστάμενες διμερείς ή πολυεθνικές δυνάμεις της ΕΕ θα μπορέσουν να προσαρμοστούν για την εκπλήρωση αυτού του στόχου.
Ένα άλλο σημαντικό βήμα που πραγματοποιήθηκε στην κατεύθυνση επίτευξης αυτού του Βασικού Στόχου ήταν η επίσημη έγκριση του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας στις 12 Ιουλίου 2004, όπως προβλέπεται στη Συνταγματική Συνθήκη. Μέσω των μελλοντικών δραστηριοτήτων αυτού του Οργανισμού, η ΕΕ θα πρέπει –καταρχήν– να επωφεληθεί όχι μόνο για την περαιτέρω ανάπτυξη των αμυντικών της δυνατοτήτων στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων, αλλά και για τον εξορθολογισμό των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης των κρατών μελών και, μακροπρόθεσμα, να συμβάλει στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αγοράς εξοπλισμών. Στο τρέχον σημείο της ανάπτυξής της, ωστόσο, πρέπει να δοθεί προσοχή όχι μόνο στις σημαντικές αποτυχίες προηγούμενων ευρωπαϊκών συμφωνιών και υπηρεσιών εξοπλιστικής συνεργασίας να προσδώσουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, αλλά και στην κριτική στους κόλπους της αμυντικής βιομηχανίας, ότι ο τρέχων προϋπολογισμός που διατέθηκε στον εν λόγω Οργανισμό –όσο και για τη χρηματοδότηση της έρευνας για εξοπλισμούς βάσει του προγράμματος πλαισίου της ΕΕ για την έρευνα– παραμένει ανεπαρκής για την επίτευξη των επιθυμητών στόχων. Αν όντως θέλουμε ο Οργανισμός να κομίσει πραγματικά οφέλη στην ΕΕ, πρέπει να ενισχυθεί ώστε να καταβάλει ενεργά προσπάθειες για την επίτευξη μακροπρόθεσμης συνεργασίας, πέραν των βραχυπρόθεσμων δυνατοτήτων του Βασικού Στόχου 2010, ο οποίος, αν και αποτελεί σημαντικό επίτευγμα, δεν θα προσδώσει στην ΕΕ τις δυνατότητες που απαιτούνται για την ουσιαστική επιδίωξη των στόχων και σκοπών της ΣΕΑ.
V. Ελλείψεις και προκλήσεις
Με την εκπλήρωση του Βασικού Στόχου του 2010, παραμένει μια σειρά προκλήσεων και ελλείψεων που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Μολονότι η δημιουργία του πολιτικο-στρατιωτικού κλιμακίου σχεδιασμού αντιπροσωπεύει αναμφίβολα ορόσημο για την ΕΠΑΑ, τα ζητήματα πολιτικής και μέσων των δομών της ΕΠΑΑ εξακολουθούν να είναι ζωτικής σημασίας. Κατά την εκτίμηση του εισηγητή, στο επίκεντρο των εργασιών μας στην επιτροπή θα πρέπει να είναι η εξέταση των πιθανών απαντήσεων στις ακόλουθες ερωτήσεις:
· Ποιά μέσα θα έχει στη διάθεσή της η ΕΕ για την εκ των προτέρων ανίχνευση ενδεχομένων συγκρούσεων και κρίσεων, ούτως ώστε να είναι πραγματικά ικανή να αντιδρά αποτρεπτικά;
· Πώς μπορεί η ΕΕ να ενισχύσει τις δυνατότητές της όσον αφορά τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων;
· Θα θεσπίσει, άραγε, η ΕΕ μια πολιτική για την οργάνωση πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων, συνδυαστικά, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται σε δεδομένη σύγκρουση;
· Θα αναλάβει, εν τέλει, η ΕΕ κάποιο είδος «συνδυασμού δυνάμεων» όχι μόνο για τις στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά για ολόκληρες αποστολές, περιλαμβανομένης της πολιτικής συνιστώσας;
· Πώς μπορεί η ΕΕ να εμπλουτιστεί περαιτέρω με βάση τη θετική εμπειρία που αποκόμισε μέχρι τώρα μέσω των πολιτικών αποστολών, προκειμένου να εκπληρώσει τα αιτήματα που θα της υποβάλλονται από την ΕΣΑ;
Χωρίς να προκαταλαμβάνονται οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, θα ήταν σώφρον, επίσης, η επιτροπή να εξετάσει τις πρακτικές συνέπειες των προτάσεων που περιλαμβάνονται στην έκθεση «Δόγμα για την Ανθρώπινη Ασφάλεια στην Ευρώπη». Ιδιαίτερης σημασίας σε αυτή την έκθεση για το τελευταίο ερώτημα που τέθηκε είναι η προτεινόμενη δημιουργία μιας «εθελοντικής δύναμης ανθρώπινης ασφάλειας» –η πολιτική συνιστώσα της προτεινόμενης πολιτικο-στρατιωτικής «δύναμης απόκρισης για την ανθρώπινη ασφάλεια»– αποτελούμενης από ένα Πολιτικό Ειρηνευτικό Σώμα (μια ιδέα που ήδη προτάθηκε και υποστηρίχθηκε από το Κοινοβούλιο) το οποίο θα περιλαμβάνει επαγγελματίες που έχουν ήδη αρκετή πείρα ή έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, και μια Εθελοντική Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας, η οποία θα περιλαμβάνει φοιτητές και πρόσφατους αποφοίτους.
Όσον αφορά τις στρατιωτικές δυνατότητες, πρέπει να δοθεί προσοχή στο γεγονός ότι η ΕΕ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές ελλείψεις, οι οποίες θα έπλητταν σοβαρά την ικανότητά της για πραγματοποίηση ανθρωπιστικών παρεμβάσεων υψηλής εντάσεως, παρόμοιες με αυτήν που θα είχε απαιτηθεί προκειμένου να σταματήσει η ανθρωπιστική καταστροφή που συνέβη στη Ρουάντα. Οι ελλείψεις αυτές περιλαμβάνουν:
- Δυνάμεις προς ανάπτυξη – Επί του παρόντος υπάρχει ανεπαρκής αριθμός δυνάμεων για τη διατήρηση της αναγκαίας εκ περιτροπής ανάπτυξης δυνάμεων (1/3 προς ανάπτυξη, 1/3 προς εκπαίδευση, 1/3 προς ανάπαυση) για τη διεξαγωγή μακροχρόνιων / υψηλής εντάσεως επιχειρήσεων. Είναι, επίσης, επιτακτικό να θεσπιστεί ένα δεσμευτικό πρόγραμμα εκ περιτροπής εναλλαγής δυνάμεων για μελλοντικές δράσεις, αντί να υποχρεώνεται η ΕΕ να «εκλιπαρεί» για στρατεύματα.
- Κινητικότητα δυνάμεων – Εν προκειμένω υφίσταται ιδιαίτερη ανάγκη για αυξημένες ικανότητες αερομεταφορών. Μολονότι εφαρμόζονται ενδιάμεσες λύσεις (π.χ., ουκρανικά μεταφορικά αεροπλάνα), μόνο με την παράδοση των πρώτων μεταφορικών αεροπλάνων A400M θα επιλυθεί πραγματικά το πρόβλημα.
- Αδιάλειπτη υποστήριξη των επιχειρήσεων – Στην παρούσα φάση εξακολουθούν να παρατηρούνται ελλείψεις όσον αφορά τις απαιτούμενες δυνατότητες από πλευράς επιμελητείας, όπως υγειονομική υποστήριξη και μεταφορές.
- Αποτελεσματική εμπλοκή – Προκειμένου να διασφαλίζεται αυτή η εμπλοκή, απαιτείται η διάθεση πιο σύγχρονου ηλεκτρονικού εξοπλισμού στις δυνάμεις.
- Σύστημα C4ISR (διοίκηση, έλεγχος, επικοινωνίες, υπολογιστές, πληροφορίες, παρακολούθηση και αναγνώριση) – Μολονότι ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν επαρκείς δυνατότητες, αυτές είναι ανεπαρκείς στο συλλογικό πλαίσιο της ΕΠΑΑ. Αν και θα μπορούσαμε να βασιστούμε σε εθνικές δυνατότητες, το ενδεχόμενο προβλημάτων όσον αφορά τη διαλειτουργικότητα δεν είναι αμελητέο. Η εξάρτηση από την υποδομή του NATO αποτελεί εν προκειμένω μια εναλλακτική λύση· αν ληφθούν, όμως, υπόψη οι πολιτικές διαπραγματεύσεις που απαιτούνται για τη χρησιμοποίηση αυτών των υποδομών, αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει περιττά προσκόμματα την αναγκαία άμεση απόκριση στην ίδια την κρίση.
Ενώ η εκπλήρωση των προθεσμιών και των στόχων που τίθενται στο Βασικό Στόχο του 2010 (π.χ., πλήρης ανάπτυξη ομάδων μάχης το 2007) θα καλύψει ουσιωδώς αυτές τις ελλείψεις, πρέπει να καταστεί σαφές εν προκειμένω ότι ο ίδιος ο Βασικός Στόχος –από πρακτικής πλευράς – είναι ελλιπής, δεδομένου ότι βασίζεται στην υπόθεση ανάληψης αποστολών αποκλειστικά μονοετούς διάρκειας. Στην πραγματικότητα, η διάρκεια πολλών αποστολών (τύπου Petersberg) θα είναι σαφώς πιο μακροχρόνια. Εν προκειμένω, είναι αξιοσημείωτο ότι αυτό είναι η απαρχή μιας συζήτησης που επιδιώκει να προχωρήσει πέραν των λεγομένων καθηκόντων Petersberg προς τη διερεύνηση μιας ευρωπαϊκής αμυντικής στρατηγικής με ερωτήματα του τύπου «ποια είναι τα πιθανά σενάρια;» και «τι χρειάζεται η ΕΕ για να τα αντιμετωπίσει;». Αυτή η συζήτηση θα πρέπει να ενθαρρυνθεί περαιτέρω στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως και σε άλλα θεσμικά όργανα, ούτως ώστε η ΕΕ να υιοθετήσει μια πιο μακρόπνοη προσέγγιση.
VI. Εσωτερική Ασφάλεια
Αν και η συνεκτικότητα της ΕΣΑ χρήζει επαίνου, υπάρχει αξιοσημείωτη ένδεια περιεχομένου όσον αφορά τη σύνδεση εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας. Μολονότι η Συνταγματική Συνθήκη κατά βάση θέτει τέρμα στο απεχθές «σύστημα πυλώνων» για την ερμηνεία της ΕΕ, δεν παρέχει καμία βάση για οποιουδήποτε είδους συνεργασία στους τομείς των Εσωτερικών Υποθέσεων και της ΚΕΠΠΑ. Αν και η ρήτρα αλληλεγγύης του άρθρου I-43 παρέχει νομική βάση για μια συντονισμένη εκ των υστέρων αντίδραση σε τρομοκρατική επίθεση, τίθεται το ερώτημα όχι μόνο του πώς θα αντιδρούσε η ΕΕ σε μια τέτοια επίθεση, αλλά, το σημαντικότερο, τι μπορεί να πράξει η ΕΕ προκειμένου να αποτρέψει μια τέτοια επίθεση.
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι η Επιτροπή παρουσίασε ορισμένες προτάσεις προς συζήτηση στο ΕΚ, οι οποίες περιλαμβάνουν: (α) τη δημιουργία ενός κεντρικού συστήματος συναγερμού (ARGUS) για τη διαβίβαση πληροφοριών και τον συντονισμό δράσεων αντιμετώπισης κάθε είδους κρίσεων που προκαλούνται είτε από φυσικές καταστροφές είτε λόγω ατυχημάτων ή τρομοκρατίας και (β) ένα δίκτυο συναγερμού (CIWIN) για την προστασία κρίσιμων υποδομών στην ΕΕ που θα μπορούν να συνδεθούν στο σύστημα ARGUS. Μολονότι αυτές οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες ως σημείο εκκίνησης, είναι καίριας σημασίας η Επιτροπή και το Συμβούλιο να ξεκινήσουν έναν πιο εμπεριστατωμένο διάλογο ο οποίος θα αποσκοπεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, ούτως ώστε όχι μόνο να προσδοθεί περισσότερο νόημα στην ενεργοποίηση της ρήτρας αλληλεγγύης (π.χ., επιπλέον ευθύνες για τον συντονιστή της ΕΕ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας), αλλά και με επιδίωξη την ενεργό σύνδεση των ευρύτερων τομέων της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας.
Από πλευράς πρόληψης, απαιτείται σαφώς μια πιο μακροπρόθεσμη έμφαση στο να προσδώσουμε στην ΕΕ τεχνολογικές ικανότητες για την καλύτερη ανάλυση των ενδεχόμενων απειλών και για την καλύτερη προστασία των πόρων και δικτύων που είναι ζωτικής σημασίας στην καθημερινότητά μας. Ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι το Ερευνητικό Πρόγραμμα για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια, το οποίο πρόκειται να αρχίσει το 2007. Πέραν του θέματος της επαρκούς χρηματοδότησης αυτού του προγράμματος, ο εισηγητής ενθαρρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν την πολύτιμη εμπειρία που αποκομίστηκε μέσω του GALILEO στην υλοποίηση μελλοντικών τεχνολογικών εφαρμογών και συστημάτων.
VII. Διατλαντικές σχέσεις
Δεδομένης της ουσιώδους συνάφειας των εκτιμήσεων για απειλές στις οποίες προέβησαν τόσο η ΕΣΑ όσο και η Αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, είναι προφανές ότι πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες που θα επιτρέψουν τόσο στην ΕΕ όσο και στις ΗΠΑ να αποκαταστήσουν, ως ισότιμοι εταίροι, τον διάλογο που, για διαφόρους λόγους και σκοπιμότητες, δεν υφίσταται πλέον μεταξύ των δύο μερών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
VIII. NATO
Όσον αφορά τις σχέσεις με το NATO, η συνεργασία και η συμπληρωματικότητα είναι οι λέξεις κλειδιά. Σε σχέση με το πρώτο, πρέπει να διεξαχθεί μια σοβαρή συζήτηση για την επέκταση του πλαισίου «Βερολίνο +». Το πρωταρχικό παράδειγμα αυτού θα ήταν να καταστεί διαθέσιμη η δύναμη απόκρισης του NATO, η οποία αποτελείται επί του παρόντος μόνο από ευρωπαϊκές δυνάμεις, για δράσεις της ΕΕ. Άλλο παράδειγμα συνεργασίας θα μπορούσε να αναπτυχθεί στο πεδίο των εξοπλισμών μέσω του νέου Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας. Όσον αφορά τη συμπληρωματικότητα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτή η κατάσταση υφίσταται θεωρητικά ανάμεσα σε ορισμένες πολιτικές και προγράμματα του NATO (Εταιρική Σχέση για την Ειρήνη και Πρωτοβουλία Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης) και της ΕΕ (πολιτική γειτονίας και διαδικασία της Βαρκελώνης). Πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια να εξεταστεί με ποιους τρόπους μπορούν αυτά τα προγράμματα να ενισχυθούν αμοιβαία.
IX. Προοπτικές για το μέλλον της ΕΣΑ
Με την εξαγγελία της Συνταγματικής Συνθήκης, η ΕΕ έχει μια σταθερή βάση για την ανάπτυξη της ΕΣΑ. Μια αποτελεσματική ΕΣΑ θα μπορεί να χρησιμοποιήσει πλήρως τις διπλωματικές δυνατότητες (π.χ., η νέα θέση του Υπουργού Εξωτερικών Υποθέσεων και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (άρθρα I-28 και III-296(3))) και τις στρατιωτικές δυνατότητες (μόνιμη θεσμοθετημένη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών για την ανάληψη αποστολών υψηλής εντάσεως που απαιτούν μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνατότητες (άρθρα I-41(6), III-312) και το Ειδικό Πρωτόκολλο) που προβλέπονται επί του παρόντος σε αυτήν. Σε πνεύμα εναρμόνισης με την ΕΣΑ, η χρήση αυτών των ικανοτήτων και δυνατοτήτων πρέπει να γίνεται με πλήρη τήρηση του διεθνούς δικαίου και με σεβασμό στις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ, όπως ρητώς ορίζεται στα άρθρα I-3 και III-292, διαψεύδοντας, ως εκ τούτου, τους ισχυρισμούς περί επικείμενης «στρατιωτικοποίησης» της ΕΕ. Με στόχο να δοθεί πνοή στην ΕΣΑ, ο εισηγητής παροτρύνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να επιδιώξουν τον συνδυασμό των δραστηριοτήτων τους σε πνεύμα συνεργασίας (όχι παραγκωνισμός της Επιτροπής) πριν από την τελική επικύρωση της Συνταγματικής Συνθήκης.
Τούτου λεχθέντος, η Συνταγματική Συνθήκη παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις στους τομείς του κοινοβουλευτικού ελέγχου (μη επέκταση των τρεχουσών κοινοτικών διαδικασιών στην ΚΕΠΠΑ στο πλαίσιο της Συνθήκης) και αδυναsτεί να επιλύσει το θέμα της διαφάνειας του προϋπολογισμού (οι κοινές δαπάνες για στρατιωτικές επιχειρήσεις της ΕΠΑΑ εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται μέσω επικουρικών προϋπολογισμών ή νέων χρηματοδοτικών πόρων από τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών και όχι από τον κοινοτικό προϋπολογισμό).Ο εισηγητής εκφράζει τη λύπη του για τις εν λόγω παραλείψεις και ευελπιστεί ότι αυτές θα διορθωθούν με την πρώτη ευκαιρία.
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΗΣ GUE/NGL - ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ/ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΩΝ ΧΩΡΩΝ
Η έκθεση δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες για μια Ευρώπη της ειρήνης μια και επικεντρώνεται στους τρόπους για την καλύτερη προετοιμασία στρατιωτικών επεμβάσεων. Για παράδειγμα :
● τονίζει τη συνεργασία ΕΕ/ΝΑΤΟ, ιδίως σε ό,τι αφορά τους εξοπλισμούς και το πλαίσιο Βερολίνο +
● δεν αναφέρεται σε κινδύνους που εγκυμονεί η στενότερη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ για το καθεστώς ουδέτερων χωρών της ΕΕ,
● προτρέπει την ΕΕ να ευθυγραμμίζει τη δράση της αποκλειστικά στις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών,
● ενθαρρύνει στρατιωτικές προληπτικές ενέργειες και γενικά τη χρήση στρατιωτικής βίας για την αντιμετώπιση προβλημάτων και εκτός των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ,
● αναγνωρίζει τη συνέργεια ΕΕ-ΗΠΑ απέναντι σε απειλές παγκόσμιας εμβέλειας, τονίζοντας την ανάγκη κοινής συνεννόησης στην επίλυση θεμάτων όπως η ασφάλεια ή η χρήση στρατιωτικής βίας,
● υποτιμά τους κινδύνους της ΕΣΑ, αποσιωπώντας την έμμεση δέσμευση σε αυτήν και το πραγματικό κόστος του εξοπλισμού των στρατιωτικών δυνάμεων παρέμβασης, ενώ καλεί τον Ευρωπαίο φορολογούμενο να καλύψει αυτό το κόστος,
● δεν προβαίνει τουλάχιστον σε διάκριση μη στρατιωτικής και στρατιωτικής δράσης, αλλά αντιθέτως ασκεί πίεση για συντομότερα βήματα,
● αφήνει στο Σύνταγμα της ΕΕ να επιβάλει ότι η στρατικοποίηση της ΕΕ θα απαιτείται δια νόμου.
Tobias Pflügler, Jaromir Kohlìcek, Erik Meijer, Miguel Portas και Αθανάσιος Παφίλης
17.3.2005
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
προς την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων
σχετικά με την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας
Συντάκτης γνωμοδότησης: Jan Christian Ehler
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας καλεί την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:
1. επαναλαμβάνει το αίτημα για τη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων με στόχο την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας αμυντικού εξοπλισμού· προτείνει, αποβλέποντας στην ανάπτυξη μιας εναρμονισμένης ευρωπαϊκής προσέγγισης, να εξαλειφθούν τα εμπόδια που παρεμβάλλονται στην ενδοκοινοτική μεταφορά αμυντικού εξοπλισμού, να εναρμονιστούν οι κανόνες που διέπουν τις δημόσιες προμήθειες αμυντικού εξοπλισμού, να ανοίξει περισσότερο στον ανταγωνισμό η αμυντική βιομηχανία, και να ρυθμίζονται ενιαία στην ΕΕ και να εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι έλεγχοι επί των εξαγωγών αγαθών διπλής χρήσης· θεωρεί ότι οι δημοσιονομικές διατάξεις θα πρέπει να διαμορφώνονται υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων μέτρων· ενθαρρύνει την προώθηση της τυποποίησης και διαλειτουργικότητας των συστημάτων ασφαλείας και την αποτελεσματική εφαρμογή του ελέγχου στις εξαγωγές υλικού διπλής χρήσης· είναι πεπεισμένο ότι, κατά συνέπεια, το άρθρο 296 της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να τροποποιηθεί ούτως ώστε να μην υπάρχουν πλέον νοθεύσεις στον ανταγωνισμό μεταξύ βιομηχανικών όπλων στην ΕΕ και να αποφευχθεί η τεχνητή επικάλυψη και κατασπατάληση πόρων·
2. υποστηρίζει, παράλληλα προς την έρευνα τεχνολογικού αντικειμένου, την εστίαση στην ανάπτυξη ικανοτήτων κατάρτισης μοντέλων και προσομοίωσης καθώς και τη δυνατότητα ανάλυσης απειλών και σχεδίων ασφάλειας αξιοποιώντας τα εκάστοτε συγκριτικά πλεονεκτήματα των κρατών μελών· συνιστά τη σταδιακή μεταβίβαση των καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένων των αρμοδιοτήτων για τον προϋπολογισμό και τη λήψη αποφάσεων, στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας· επιδιώκει μακροπρόθεσμα μια ενωτική πολιτική και την ανάπτυξη μιας αυτόνομης και αυτοπροσδιοριζόμενης ευρωπαϊκής ταυτότητας ασφάλειας·
3. καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να εξετάσουν τη δυνατότητα ανάπτυξης αποτελεσματικότερων και πλέον διαλειτουργικών συστημάτων εποπτείας καθώς και βελτίωσης του δυναμικού της ΕΕ στον τομέα των επικοινωνιών και της αναγνώρισης·
4. υποστηρίζει την κατάρτιση ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος για την ασφάλεια με ενδεδειγμένα μέσα, ρυθμιστικά συστήματα και μοντέλα χρηματοδότησης για τα ζητήματα ασφάλειας σύμφωνα με τις συστάσεις της Ομάδας Προσωπικοτήτων στον τομέα της έρευνας για την ασφάλεια με ειδικούς νομικούς όρους και χρηματοδοτικά μέσα·
5. προτείνει τη χάραξη κοινής στρατηγικής για το μετασχηματισμό και την ενοποίηση των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων καθώς και τον κοινό προγραμματισμό του υλικού και του εξοπλισμού των ενόπλων δυνάμεων με βάση αυτή τη στρατηγική μετασχηματισμού.
6. συνιστά να καταβληθούν εντατικότερες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης απειλών χρησιμοποιώντας καινοτόμες τεχνολογίες από τον πολιτικό τομέα τεχνολογιών της πληροφορίας για την ανάλυση και αξιολόγηση των ειδήσεων, με ανταλλαγές πληροφοριών πολιτικού και στρατιωτικού χαρακτήρα, τον πολυμερή προγραμματισμό και τη διοίκηση μονάδων επέμβασης καθώς και τη δημιουργία αντίστοιχης ομάδας για την εφαρμογή του σχεδίου από την ΕΕ καθώς και συντονιστικής υπηρεσίας στο πλαίσιο της Στρατιωτικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
7. τονίζει τη "διαστημική" διάσταση ως συμβολή στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας·
8. ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να αντιμετωπίσουν τον τομέα της ασφάλειας υπό την ευρύτερή του έννοια και να εξασφαλίσουν την προσεκτική εξέταση και εκτίμηση πρωτοβουλιών που σχετίζονται με ζητήματα προστασίας στην επικράτεια της ΕΕ, της οικονομίας, της περιβαλλοντικής προστασίας, της ασφάλειας των ενεργειακών προμηθειών, της επιβολής της νομοθεσίας και της ανθρωπιστικής βοήθειας·
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Tίτλος |
Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας | |||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
AFET | |||||
|
Επιτροπή που κλήθηκε να γνωμοδοτήσει |
ITRE 28.10.2004 | |||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία |
No | |||||
|
Συντάκτης γνωμοδότησης Ημερομηνία ορισμού |
Jan Christian Ehler | |||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
25.1.2005 |
2.2.2005 |
|
|
| |
|
Ημερ. έγκρισης των προτάσεων |
16.3.2005 | |||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
υπέρ: κατά: αποχές: |
37 5 0 | ||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Richard James Ashworth, Jan Březina, Jerzy Buzek, Joan Calabuig Rull, Pilar del Castillo Vera, Lorenzo Cesa, Giles Chichester, Lena Ek, Nicole Fontaine, Adam Gierek, Umberto Guidoni, Fiona Hall, Rebecca Harms, Ján Hudacký, Werner Langen, Pia Elda Locatelli, Eluned Morgan, Reino Paasilinna, Pier Antonio Panzeri, Umberto Pirilli, Vladimír Remek, Herbert Reul, Teresa Riera Madurell, Mechtild Rothe, Paul Rübig, Andres Tarand, Patrizia Toia, Catherine Trautmann, Claude Turmes, Νικόλαος Βακάλης, Alejo Vidal-Quadras Roca | |||||
|
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Etelka Barsi-Pataky, Zdzisław Kazimierz Chmielewski, Dorette Corbey, Avril Doyle, Jan Christian Ehler, Erna Hennicot-Schoepges, Edit Herczog, Wolf Klinz, Lambert van Nistelrooij, Vittorio Prodi, Esko Seppänen | |||||
|
Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
| |||||
22.2.2005
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ
προς την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων
σ
χετικά με την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας
(2004/2167(ΙΝΙ))
Συντάκτης γνωμοδότησης: Σταύρος Λαμπρινίδης
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:
Πρώτη δέσμη προτάσεων: Ενίσχυση της νομιμότητας και της αποτελεσματικότητας της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό
Η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων:
1. επισημαίνει με ικανοποίηση το γεγονός ότι η νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας (ΕΣΑ) αναγνωρίζει την ανάγκη να αντιμετωπιστεί μια σειρά κοινωνικών παραγόντων που επηρεάζουν την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων και παραγόντων που μπορούν να απειλήσουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα, να παραβιάσουν το κράτος δικαίου και να οδηγήσουν στην απομόνωση των νέων·
2. τονίζει το γεγονός ότι η νομιμότητα της ΕΣΑ εξαρτάται τελικά από τον έλεγχο των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους πολίτες της Ευρώπης· η εν λόγω νομιμότητα υπονομεύεται από το γεγονός ότι δεν ζητείται επισήμως η γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί διεθνών συμφωνιών, κοινών θέσεων και κοινών δράσεων εφαρμογής της ΕΣΑ· αυτή η προσέγγιση του Συμβουλίου είναι ασύμβατη με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΚ και δημιουργεί σαφώς χάσμα μεταξύ του δημοκρατικού ελέγχου σε επίπεδο ΕΕ και των υφιστάμενων κανόνων στα κράτη μέλη· η απουσία δικαστικού ελέγχου των οργάνων του δεύτερου πυλώνα από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενισχύει περαιτέρω τις ανησυχίες του Κοινοβουλίου στον τομέα αυτό·
3. υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 47 ΣΕΕ, "καμία διάταξη της παρούσας συνθήκης δεν θίγει τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων"· συνεπεία αυτής της συνταγματικής αρχής, θεωρεί ότι η εφαρμογή μιας Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας δεν πρέπει να οδηγεί σε εξασθένιση, άμεση ή έμμεση, των θεμελιωδών δικαιωμάτων, εφόσον προστατεύονται από την κοινοτική νομοθεσία (όπως π.χ. τα ευρωπαϊκά πρότυπα για την προστασία των δεδομένων), με μέτρα που ερείδονται στον δεύτερο και τρίτο πυλώνα·
4. τονίζει ότι η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας, θα πρέπει να σχεδιάζεται για την αντιμετώπιση απειλών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ως συμπλήρωμα των εθνικών στρατηγικών ασφάλειας και λαμβανομένων δεόντως υπόψη τις διατλαντικές σχέσεις·
5. υπογραμμίζει ότι, άπαξ και θεσπιστεί, η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας πρέπει να έχει την υποστήριξη των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών στη διεθνή σκηνή για τη διασφάλιση της συνεκτικότητάς της· αυτό έχει εξαιρετική σημασία αφενός για τα κράτη μέλη εκείνα που είναι και μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αφετέρου για όλα τα κράτη μέλη όταν συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις για τη σύναψη διεθνών συμβάσεων που αφορούν το διεθνές έγκλημα (όπως η σύμβαση του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης για την τρομοκρατία ή το κυβερνοέγκλημα, τη διακίνηση ανθρώπων, τη διαφθορά, το ξέπλυμα χρήματος, κλπ)· τα κράτη μέλη πρέπει να προωθήσουν επίσης την επίσημη εκπροσώπηση της ΕΕ ή της Κοινότητας στα διοικητικά όργανα των υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (όπως του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNDOC) ή της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR)·
6. επαναλαμβάνει ότι, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της ΕΣΑ, είναι ανάγκη να συσταθεί ευρωπαϊκό μη στρατιωτικό ειρηνευτικό σώμα, όπως συνέστησε επανειλημμένα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά το 2000, ώστε να εξασφαλισθεί η δυνατότητα ταχείας αντίδρασης με πολιτικά μέσα σε περιπτώσεις κρίσεων που εγκυμονούν κινδύνους κλιμάκωσης με βίαιες και τρομοκρατικές ενέργειες, και να αναληφθούν ανθρωπιστικές δράσεις μετά από φυσικές ή μη καταστροφές, όπως το τσουνάμι του 2004· το μη στρατιωτικό ειρηνευτικό σώμα θα έχει ως καθήκον να συντονίζει σε ευρωπαϊκό επίπεδο την εκπαίδευση και την διάταξη ειδικών, εκτός στρατού, για την ανάληψη πρακτικών ειρηνευτικών μέτρων, όπως διαιτησία, μεσολάβηση, διάδοση εξωπαραταξιακών πληροφοριών, περίθαλψη για την ανακούφιση ψυχολογικών τραυμάτων και οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ εμπολέμων, ανθρωπιστική βοήθεια, επανένταξη, αποκατάσταση και ανασυγκρότηση, παιδεία, παρακολούθηση και βελτίωση της κατάστασης και συνοδευτικά μέτρα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·
Δεύτερη δέσμη προτάσεων: Ενίσχυση και απλούστευση της πολιτικής της ΕΕ κατά του οργανωμένου διασυνοριακού εγκλήματος και της τρομοκρατίας, με παράλληλη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων
7. σε ό,τι αφορά την πολιτική εσωτερικής ασφάλειας, εκφράζει τη βαθιά της ανησυχία για την πλημμελή εφαρμογή από τα κράτη μέλη του αντιτρομοκρατικού σχεδίου που υιοθετήθηκε τον Οκτώβριο του 2001, όπως επισημαίνεται στο τμήμα των συμπερασμάτων του τελευταίου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που αφορά τον τομέα αυτό[1]· επιπλέον, θεωρεί ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν ακολουθούν επαρκώς προορατική προσέγγιση στην αναδιοργάνωση της στρατηγικής, των διαδικασιών, των υπηρεσιών και των εργαλείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πρέπει να κινητοποιηθούν για την καταπολέμηση του διεθνούς εγκλήματος και της τρομοκρατίας·
8. θεωρεί ότι, για να είναι αποτελεσματική, η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας πρέπει να βασίζεται σε μια σαφή και θεμελιωμένη εκτίμηση των απειλών και των αναγκών που προκύπτουν σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο·
9. λυπάται διότι το Συμβούλιο εξακολουθεί να αγνοεί τις προτάσεις του Κοινοβουλίου για τη συγκρότηση μιας πραγματικής ευρωπαϊκής στρατηγικής για την εσωτερική ασφάλεια βασισμένης στην έννοια μιας ευρωπαϊκής εσωτερικής έννομης τάξης, για τη μετατροπή της Europol σε πραγματικά ευρωπαϊκό οργανισμό και για τη δημιουργία ενός στέρεου νομικού πλαισίου για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των υπηρεσιών ασφάλειας και πληροφοριών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, το οποίο θα συνέβαλε στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας και, συγχρόνως, στην πλήρη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που αφορούν την προστασία των δεδομένων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
10. υπενθυμίζει την πρόταση που είχε καταθέσει τον Οκτώβριο του 2002 για την έναρξη μιας συνολικής μεταρρύθμισης των οργάνων αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης και της σύμβασης για την Europol, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις υψηλότερες απαιτήσεις και τις αυστηρότερες μεθόδους δημοκρατικού ελέγχου των αστυνομικών αρχών των κρατών μελών· υπενθυμίζει ότι η συνολική μεταρρύθμιση πρέπει να στοχεύει σταδιακά στην κοινοτικοποίηση των οργάνων αυτών, στην ενίσχυση του δικαστικού ελέγχου από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στη χρηματοδότηση τους μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού, ακόμα και πριν τεθεί σε ισχύ η Συνταγματική Συνθήκη·
11. θεωρεί ότι οι εκθέσεις της Europol για το οργανωμένο έγκλημα είναι ανεπαρκείς και προτείνει από το 2007, να συλλέγει η Europol, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, σε αποκεντρωμένη πάντοτε βάση, δεδομένα για τις τάσεις του διεθνούς εγκλήματος στις επικράτειες των κρατών μελών· τα δεδομένα αυτά πρέπει να ενσωματώνονται αφενός στις ετήσιες εκθέσεις της Europol που αναφέρονται στο άρθρο 28, παράγραφος 10, πρώτο εδάφιο της σύμβασης για την Europol, αφετέρου σε ειδικές εκθέσεις, όπως η έκθεση για την τρομοκρατία· οι εκθέσεις πρέπει να αναφέρονται στους βασικούς στόχους προς επίτευξη σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο σε σχέση με το διασυνοριακό έγκλημα και πρέπει να διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ετήσια συζήτηση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 39 της συνθήκης ΕΚ· οι εκθέσεις θα πρέπει στη συνέχεια να δημοσιεύονται, μαζί με τις γνωμοδοτήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των κρατικών κοινοβουλίων και της Eurojust καθώς και με οιεσδήποτε παρατηρήσεις ή αξιολογήσεις καταθέσουν τα κράτη μέλη χωριστά·
12. ζητεί, για το λόγο αυτό, η εφαρμογή της ΕΣΑ να υποβάλλεται σε διαρκή κοινοβουλευτικό έλεγχο σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο· ζητεί να ενημερώνεται άμεσα για τις πολιτικές ή τους μηχανισμούς της ΕΣΑ, ειδικά αυτούς που εμφανίζουν αδυναμίες ή δεν έχουν επαρκείς πόρους·
13. συμφωνεί με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό κεντρικό σύστημα προειδοποίησης πριν από το τέλος του 2006, το οποίο θα μπορούσε να συλλέγει και να αναλύει όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται για την πρόληψη των διασυνοριακών κρίσεων (είτε λόγω φυσικών καταστροφών είτε λόγω τρομοκρατικών επιθέσεων)· υποστηρίζει την ιδέα της Επιτροπής για τη δημιουργία του συστήματος ARGUS, το οποίο θα μπορούσε να συλλέγει και να διανέμει τις πληροφορίες αυτές online (συνδεόμενο και με το δίκτυο προειδοποίησης για την προστασία των ζωτικών υποδομών –CIWIN– σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών–ENISA)· θεωρεί πρωτεύουσας σημασίας το συντονισμό όλων των προγραμματιζόμενων επενδύσεων και ερευνητικών δραστηριοτήτων, ανεξαρτήτως της πηγής τους.
14. υποστηρίζει τα πρόσφατα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που αποσκοπούν:
- στη θέσπιση ολοκληρωμένων και συντονισμένων ευρωπαϊκών ρυθμίσεων διαχείρισης των κρίσεων σε περίπτωση κρίσης με διασυνοριακές επιπτώσεις εντός της ΕΕ,
- στην καθιέρωση "προγράμματος αλληλεγγύης" σχετικά με τις συνέπειες τρομοκρατικών απειλών και επιθέσεων,
- στην αποτίμηση των δυνάμεων που μπορούν να διαθέσουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση επίθεσης για αυτόν τον μηχανισμό προστασίας μη στρατιωτικού χαρακτήρα,
- στην ανάπτυξη ικανοτήτων προστασίας με μη στρατιωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των κοινών ασκήσεων και του συντονισμού της ενημέρωσης του κοινού, και στη βελτιωμένη διάθεση ιατρικών πόρων,
- στη θέσπιση ευρωπαϊκού προγράμματος για την προστασία κρίσιμης σημασίας υποδομών με πιθανές διασυνοριακές επιπτώσεις,
- στην ενίσχυση του μηχανισμού ταχείας αντίδρασης για τη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών στο πλαίσιο των αστυνομικών ερευνών·
υπενθυμίζει ως εκ τούτου ότι όλες αυτές οι δραστηριότητες είναι θεμελιώδους σημασίας προκειμένου να αναπτυχθεί μια συνεπής και συνεκτική Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας η οποία θα πρέπει να αναπτυχθεί σε στερεή νομική βάση με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως νομοθετικής αρχής και ως αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής και υπό τον έλεγχο των εθνικών κοινοβουλίων.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΣΗΓΗΤΗ
1. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας (ΕΣΑ), που θεσπίστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2003, διαμορφώνει ένα πολύ γενικό πλαίσιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της με στόχο τη βελτίωση της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας της Ένωσης.
Η ΕΣΑ ορθώς αναγνωρίζει ότι μια σειρά κοινωνικών παραγόντων – όπως η φτώχεια, ο υποσιτισμός, οι ασθένειες και η οικονομική κατάρρευση– συντείνει στη δημιουργία ενός κλίματος αστάθειας και αυξημένης απειλής κατά της ασφάλειας, καθώς μπορούν συχνά να οδηγήσουν σε περιφερειακές συγκρούσεις και στην αποσάθρωση του κράτους και, ως εκ τούτου, να τροφοδοτήσουν την υποστήριξη ή την ανοχή του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας.
Η ΕΣΑ εντοπίζει πέντε «βασικές απειλές» κατά της Ευρώπης σήμερα: α) τρομοκρατία, β) διασπορά των όπλων μαζική καταστροφής, γ) περιφερειακές συγκρούσεις (οι οποίες, σύμφωνα με την ΕΣΑ, καθώς απειλούν μειονότητες, θεμελιώδεις ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα, μπορούν να οδηγήσουν στον εξτρεμισμό, το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία), δ) αποσάθρωση του κράτους,· και ε) οργανωμένο έγκλημα.
Για την αντιμετώπιση των απειλών αυτών, η ΕΣΑ αναγνωρίζει ρητώς ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια ολόκληρη σειρά μέσων (οικονομικά, ανθρωπιστικά, πολιτικά, διπλωματικά, δικαστικά, συλλογής πληροφοριών, αστυνομικά, εμπορικά, αναπτυξιακά και άλλα), τα οποία πρέπει να χρησιμοποιούνται συνδυαστικά, και ότι τα στρατιωτικά μέσα είναι μια μόνο από τις πολλές μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο μιας αποτελεσματικής ευρωπαϊκής στρατηγικής αποτροπής των απειλών.
Η ΕΣΑ επισημαίνει περαιτέρω ότι η εδραίωση της ασφάλειας στη γειτονιά της Ένωσης μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση των περιφερειακών απειλών, ενώ οι απειλές παγκόσμιου χαρακτήρα πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσω αποτελεσματικών πολυμερών δομών, ενώ η «ενίσχυση του ΟΗΕ, ο εφοδιασμός του με ό,τι χρειάζεται για να ανταποκρίνεται στις ευθύνες του και να ενεργεί αποτελεσματικά αποτελεί ευρωπαϊκή προτεραιότητα».
Είναι σημαντικό το γεγονός ότι, σε ό,τι αφορά τους στόχους ασφαλείας της Ευρώπης, η ΕΣΑ τονίζει ότι η ΕΕ πρέπει να χρησιμοποιεί καταλλήλως όλα τα μέσα που διαθέτει για «[τη] διάδοση της χρηστής διακυβέρνησης, [την] υποστήριξη των κοινωνικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων, [την] αντιμετώπιση της διαφθοράς και της κατάχρησης εξουσίας, [την] εδραίωση του κράτους δικαίου και [την] προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Οι στόχοι αυτοί έχουν κεφαλαιώδη σημασία, σύμφωνα με την ΕΣΑ, καθώς είναι «οι καλύτεροι τρόποι ισχυροποίησης της διεθνούς τάξης». Ωστόσο, η ΕΣΑ δεν κάνει αναφορά στις υποχρεώσεις της ΕΕ σε ό,τι αφορά το σεβασμό των ανθρωπίνων και θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή των δράσεων ΕΣΑ.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις ειδικές αρμοδιότητες της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, οι αναφορές της ΕΣΑ είναι ελάχιστες. Η ΕΣΑ επισημαίνει με ικανοποίηση ορισμένα μέτρα που ελήφθησαν προσφάτως, μεταξύ των οποίων η έγκριση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μέτρα για την πάταξη της χρηματοδότησης τρομοκρατικών δραστηριοτήτων και η συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή. Η ΕΣΑ αναφέρει επίσης ότι η «κοινή εκτίμηση των απειλών» αποτελεί την «καλύτερη βάση για κοινή δράση» και αναφέρει ότι «αυτό προϋποθέτει βελτιωμένη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών και με τους εταίρους μας». (Ο εισηγητής της AFET συμφωνεί με την επισήμανση αυτή και δηλώνει, ότι κατά την άποψή του, οιαδήποτε συμβολή της Ένωσης επί του θέματος «πρέπει αρχικώς να είναι εστιασμένη σε συγκεκριμένα πεδία, ούτως ώστε να είναι πλήρως αποτελεσματική»). Τέλος, η έκθεση για την ΕΣΑ καταλήγει, χωρίς να επεκτείνεται επί του θέματος, ότι «κρίσιμης σημασίας στον αγώνα τόσο κατά της τρομοκρατίας όσο και κατά του οργανωμένου εγκλήματος είναι ο βελτιωμένος συντονισμός μεταξύ εξωτερικής δράσης και πολιτικών δικαιοσύνης και εσωτερικών». (Ο εισηγητής της AFET επισημαίνει τη διάταξη αυτή, αλλά, ορθώς, τονίζει «τις ελάχιστες αναφορές στην ΕΣΑ όσον αφορά τη διασύνδεση των δύο εννοιών για τη συνεκτική αντιμετώπιση των απειλών».)
2. Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η έκθεση της AFET επισημαίνει ότι συντελείται αργή, αλλά σταθερή, πρόοδος στη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών (σε επίπεδο αρχηγών κρατών, υπουργών άμυνας ή αρχηγών εθνικών ενόπλων δυνάμεων) προς το στόχο της ενίσχυσης της εξωτερικής ασφάλειας. Πράγματι, η επικοινωνία μεταξύ του πολιτικού, του θεσμικού και του επιχειρησιακού επιπέδου στον τομέα αυτό έχει ίσως δημιουργήσει μια δυναμική που θα μπορούσε να ενδυναμώσει τη σταδιακή ικανότητα της Ένωσης να χαράξει μια πραγματική κοινή πολιτική άμυνας, όπως περιγράφεται στη Συνταγματική Συνθήκη.
Αντιθέτως, οι παράγοντες ώθησης και η πολιτική θέληση που υπάρχουν για την εδραίωση της εξωτερικής ασφάλειας είναι είτε αδύναμοι είτε ανύπαρκτοι σε ό,τι αφορά τη θέσπιση μιας αξιόπιστης και δημοκρατικά ελέγξιμης πολιτικής εσωτερικής ασφάλειας, παρότι η Συνταγματική Συνθήκη (η οποία αναμένεται, κατά τον προγραμματισμό, να τεθεί σε ισχύ το Νοέμβριο του 2006) προβλέπει ρήτρα αλληλεγγύης σε περίπτωση τρομοκρατικών επιθέσεων ή φυσικών καταστροφών.
Η κατάσταση αυτή καταγγέλλεται στην τελική έκθεση της ομάδας εργασίας Χ «Ελευθερία, Ασφάλεια και Δικαιοσύνη» προς τη Συνέλευση, όπου αναγνωρίζεται γενικώς ότι η σημερινή επιχειρησιακή συνεργασία πάσχει από άποψη αποτελεσματικότητας, διαφάνειας και ευθύνης, ενώ στηλιτεύεται ακόμα εντονότερα στην ανάλυση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μετά τις επιθέσεις της Μαδρίτης και στο πρόσφατο πενταετές πρόγραμμα της Χάγης.
3. Το χάσμα μεταξύ φιλοδοξιών και πραγματικότητας όσον αφορά τα θέματα εσωτερικής ασφάλειας δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς η εσωτερική τάξη ασφαλείας από την αρχή αντιμετωπιζόταν (και ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζεται) ως «απαγορευμένη περιοχή» για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Ωστόσο, δεν χωρά αμφιβολία ότι τα πολιτιστικά, νομικά και θεσμικά εμπόδια που σήμερα εμποδίζουν τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού χώρου ασφάλειας θα πρέπει οπωσδήποτε να αντιμετωπιστούν με το δέοντα τρόπο, για να μπορέσει η Ένωση να χαράξει μια πολιτική εσωτερικής ασφάλειας που θα σέβεται πλήρως τις δημοκρατικές αξίες και τις απαιτήσεις των πολιτών της.
Η λεγόμενη «πραγματιστική» ή σταδιακή προσέγγιση στον τομέα αυτό αποτελεί μια λανθασμένη εύκολη λύση, όπως ίσως αποδεικνύει σήμερα η εμπειρία μας με την Europol, το νέο σύστημα Σένγκεν και την Υπηρεσία Εξωτερικών Συνόρων. Συγκεκριμένα, η σύμβαση για την Europol είχε τεθεί σε διαπραγμάτευση πριν από τη συνθήκη του Άμστερνταμ και δεν έχει αναθεωρηθεί έκτοτε, το σύστημα Σένγκεν δημιουργήθηκε για τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, αλλά σήμερα τα κράτη μέλη σχεδιάζουν να το μετατρέψουν σε ένα αστυνομικό εργαλείο πολλαπλών χρήσεων, χωρίς επανακαθορισμό της αποστολής του, ενώ η Υπηρεσία Εξωτερικών Συνόρων θα μπορεί να λειτουργήσει εντός ολίγων μηνών, αλλά χωρίς να έχει λάβει δεόντως υπόψη τη διασύνδεσή της με τις αστυνομικές αρχές. Για το λόγο αυτό, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η απουσία μακροχρόνιας προοπτικής και εφικτών συνδυαστικών δράσεων μεταξύ των πρωτοβουλιών αυτών έχει δημιουργήσει μια ακόμα πιο περίπλοκη κατάσταση, η οποία εγείρει σημαντικά ερωτήματα σε ό,τι αφορά το δημοκρατικό έλεγχο, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αποτελεσματικότητα.
4. Κατά την άποψη του εισηγητή, η στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας (περισσότερο από τον τομέα της εξωτερικής ασφάλειας) απαιτεί ως βάση μια ισχυρή πολιτική δέσμευση και ένα πιο στέρεο νομικό πλαίσιο, όπως προβλέπεται από το ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, όπως περιλαμβάνονται στο Σύνταγμα, στο πλαίσιο οιωνδήποτε συζητήσεων εσωτερικής αστυνομικής ή άλλης συνεργασίας. Πριν τεθεί σε ισχύ το Σύνταγμα, το μόνο που μπορεί να πράξει η Ένωση είναι να συνεχίσει το προπαρασκευαστικό έργο που χρειάζεται σύμφωνα με όσα έχουν ήδη προταθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη σύστασή του σχετικά με το μέλλον του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.
5. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στην έκθεση Kuhne έχουν στόχο:
· την ενίσχυση της νομιμότητας και της αποτελεσματικότητας της ΕΣΑ και την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων ενός φαινομένου ντόμινο που θα μπορούσε να πλήξει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, διασφαλίζοντας ότι, στο πλαίσιο των δράσεων αποτροπής απειλών ασφάλειας, η ΕΕ θα εξασφαλίζει την πλήρη τήρηση των υποχρεώσεών της για σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των θεμελιωδών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων·
· την ενίσχυση της νομιμότητας των δράσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα αυτό μέσω της θέσπισης πραγματικού δημοκρατικού ελέγχου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια·
· την ενίσχυση της συνεκτικότητας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών μελών στα διεθνή φόρα, κατά τη διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών ή κατά τη συμμετοχή σε φόρα σχετικά με την ελευθερία, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη·
· τον καθορισμό ενός σχεδίου ευρωπαϊκής εσωτερικής ασφάλειας που θα συμπληρώνει τις εθνικές στρατηγικές ασφάλειας, στο πλαίσιο του οποίου θα έχουν σαφή ρόλο οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες (όπως η Europol), με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας και του δημοκρατικού ελέγχου της πολιτικής και των δράσεων.
· τη δημιουργία ενός κεντρικού συστήματος προειδοποίησης εντός της Επιτροπής, το οποίο θα μπορούσε να συλλέγει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την πρόληψη και την καταπολέμηση των διασυνοριακών απειλών.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας | ||||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
|||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
AFET | ||||||
|
Επιτροπές που κλήθηκαν να γνωμοδοτήσουν |
ITRE |
LIBE 28.10.2004 | |||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία |
| ||||||
|
Συντάκτης γνωμοδότησης |
Σταύρος Λαμπρινίδης | ||||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
21.2.2005 |
|
|
|
| ||
|
Ημερομηνία έγκρισης των προτάσεων |
21.2.2005 | ||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
υπέρ: κατά: αποχές: |
37
| |||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Alexander Nuno Alvaro, Edit Bauer, Johannes Blokland, Mario Borghezio, Kathalijne Maria Buitenweg, Maria Carlshamre, Michael Cashman, Giusto Catania, Jean-Marie Cavada, Carlos Coelho, Rosa Díez González, Kinga Gál, Ewa Klamt, Ole Krarup, Wolfgang Kreissl-Dörfler, Barbara Kudrycka, Σταύρος Λαμπρινίδης, Henrik Lax, Sarah Ludford, Edith Mastenbroek, Jaime Mayor Oreja, Claude Moraes, Hartmut Nassauer, Martine Roure, Inger Segelström, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Manfred Weber, Stefano Zappalà, Tatjana Ždanoka | ||||||
|
Αναπλητρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Frederika Brepoels, Richard Corbett, Luis Francisco Herrero-Tejedor, Bill Newton Dunn, Vincent Peillon, Marie-Line Reynaud, Bogusław Sonik, Κυριάκος Τριανταφυλλίδης, | ||||||
|
Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
| ||||||
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας | ||||||||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
|||||||||||
|
Διαδικαστική βάση |
Άρθρο 45 | ||||||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
AFET | ||||||||||
|
Γνωμοδοτική (ές) επιτροπή (ές) |
ITRE |
LIBE |
|
|
| ||||||
|
Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει |
|
|
|
|
| ||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία |
|
|
|
|
| ||||||
|
Πρόταση (εις) ψηφίσματος (των) που επισυνάπονται στην έκθεση |
|
|
| ||||||||
|
Εισηγητής |
Helmut Kuhne |
| |||||||||
|
Προηγούμενος (οι) εισηγητής (ές) |
|
| |||||||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
29.11.2004 |
17.1.2005 |
15.3.2005 |
|
| ||||||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
16.3.2005 | ||||||||||
|
Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας |
υπέρ: κατά: αποχές: |
46 11 1 | |||||||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Bastiaan Belder, Monika Beňová, André Brie, Elmar Brok, Philip Claeys, Simon Coveney, Véronique De Keyser, Giorgos Dimitrakopoulos, Anna Elzbieta Fotyga, Ana Maria Gomes, Alfred Gomolka, Anna Ibrisagic, Toomas Hendrik Ilves, Ioannis Kasoulides, Bogdan Klich, Helmut Kuhne, Joost Lagendijk, Vytautas Landsbergis, Armin Laschet, Willy Meyer Pleite, Francisco José Millán Mon, Annemie Neyts-Uyttebroeck, Raimon Obiols i Germà, Vural Öger, Justas Vincas Paleckis, Tobias Pflüger, Mirosław Mariusz Piotrowski, Bernd Posselt, Michel Rocard, Raül Romeva i Rueda, Libor Rouček, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra, György Schöpflin, Gitte Seeberg, Ursula Stenzel, István Szent-Iványi, Charles Tannock, Paavo Väyrynen, Inese Vaidere, Geoffrey Van Orden, Ari Vatanen, Karl von Wogau, Jan Marinus Wiersma, Luis Yañez-Barnuevo García, Josef Zieleniec | ||||||||||
|
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Alexandra Dobolyi, Árpád Duka-Zólyomi, Milan Horáček, Jaromír Kohlíček, Jaime Mayor Oreja, Erik Meijer, Pasqualina Napoletano, Janusz Onyszkiewicz, Doris Pack, Rihards Pīks, Józef Pinior, Aloyzas Sakalas, Inger Segelström | ||||||||||
|
Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
| ||||||||||
|
Ημερομηνία κατάθεσης – A[6] |
23.3.2005 |
A6-0072/2005 | |||||||||
|
Παρατηρήσεις |
... | ||||||||||
- [1] Δήλωση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 25 Μαρτίου 2004.