ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: η πορεία προς τα εμπρός
28.3.2006 - (2005/2022 (INI))
Επιτροπή Νομικών Θεμάτων
Εισηγητής: Klaus-Heiner Lehne
Εισηγήτρια (*): Diana Wallis, Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών
(*)Ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ επιτροπών: άρθρο 47 του Κανονισμού
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: η πορεία προς τα εμπρός
(2005/2022 (INI))
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
– έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A6‑0055/2006),
A. εκτιμώντας ότι μολονότι η πρωτοβουλία για το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων, όπως περιγράφεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Οκτωβρίου 2004 (COM(2004)0651) και όπως παρουσιάζεται στην πρώτη ετήσια έκθεση προόδου της Επιτροπής, πρέπει να αντιμετωπιστεί κυρίως ως μια άσκηση για τη βελτίωση της νομοθεσίας σε επίπεδο ΕΕ, ωστόσο δεν καθίσταται σε καμία περίπτωση σαφής η έκβασή της όσον αφορά τα πρακτικά αποτελέσματα ή η νομική βάση επί της οποίας θα εγκριθεί τυχόν δεσμευτική πράξη ή θα εγκριθούν πράξεις,
B. εκτιμώντας ότι, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή αρνείται ότι αυτός είναι ο στόχος της, είναι σαφές ότι πολλοί από τους ερευνητές και τους ενδιαφερομένους που εργάζονται για το σχέδιο εκτιμούν ότι το τελικό μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα θα είναι ένας ευρωπαϊκός κώδικας υποχρεώσεων ή ακόμα και ένας πλήρης ευρωπαϊκός αστικός κώδικας και ότι σε κάθε περίπτωση το σχέδιο αποτελεί την πλέον σημαντική πρωτοβουλία υπό εκπόνηση στον τομέα του αστικού δικαίου,
Γ. εκτιμώντας ότι η απόφαση για την εκπόνηση αυτού του κώδικα πρέπει να ληφθεί από τις πολιτικές αρχές, καθώς η ίδια η απόφαση για την επιλογή ενός κώδικα είναι πολιτική και το περιεχόμενό του, αν και νομικό, στηρίζεται σε κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους· εκτιμώντας ότι, δεδομένου ότι στο μέλλον ενδέχεται να υπάρξει πολιτική βούληση για την έγκριση ενός κώδικα αυτού του είδους, είναι ουσιαστικής σημασίας να διεκπεραιωθεί το σημερινό έργο σωστά και με την κατάλληλη πολιτική συνεισφορά,
Δ. εκτιμώντας ότι, ενώ η πρωτοβουλία στην παρούσα μορφή της περιορίζεται στον εξορθολογισμό και στην απλούστευση του κεκτημένου στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, καθώς και στην ανάπτυξη τυποποιημένων συμβατικών όρων, είναι σημαντικό να συνεισφέρουν οι πολιτικές αρχές με τον κατάλληλο τρόπο στη διαδικασία· σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη εμπειρία της έγκρισης ενός νέου αστικού κώδικα από τις Κάτω Χώρες μπορεί να χρησιμεύσει ως πρότυπο,
Ε. εκτιμώντας ότι εάν ο στόχος είναι η αναθεώρηση του κεκτημένου προστασίας των καταναλωτών προκειμένου να αυξηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στην εσωτερική αγορά, θα πρέπει να εγκριθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.
ΣΤ. εκτιμώντας ότι το τελικό προϊόν της πρωτοβουλίας πρέπει να είναι ανοικτό σε τροποποιήσεις από τη νομοθετική αρχή της ΕΕ και να εγκριθεί επίσημα από αυτή,
Ζ. εκτιμώντας ότι, δεδομένου ότι το υφιστάμενο κεκτημένο προστασίας των καταναλωτών αποτελεί ξεχωριστό τομέα της Κοινοτικής νομοθεσίας ο οποίος αντανακλά την ανησυχία της νομοθετικής αρχής της ΕΕ να επιτύχει το μέγιστο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών σύμφωνα με τις Συνθήκες, και μολονότι είναι σαφές ότι η πρωτοβουλία του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων έχει την ευρύτερη εντολή να εξασφαλίσει και να αναπτύξει τη συνοχή του δικαίου συμβάσεων στο σύνολό του, αυτή η άσκηση δεν πρέπει να οδηγήσει σε μείωση των αξιών στην καρδιά του υφισταμένου κεκτημένου προστασίας των καταναλωτών,
Βασικές αρχές και στόχοι
1. επαναλαμβάνει την πεποίθησή του, την οποία εξέφρασε στα ψηφίσματά του της 26ης Μαΐου 1989[1], της 6ης Μαΐου 1994[2], της 15ης Νοεμβρίου 2001[3] και της 2ας Σεπτεμβρίου 2003[4], ότι η ενιαία εσωτερική αγορά δεν μπορεί να καταστεί πλήρως λειτουργική εάν δεν πραγματοποιηθούν περαιτέρω βήματα προς την εναρμόνιση του αστικού δικαίου·
2. καλεί την Επιτροπή να αξιοποιήσει δίχως καθυστέρηση, κατά την αναθεώρηση του κεκτημένου στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, το εν εξελίξει έργο που εκπονούν οι ομάδες έρευνας για τη θέσπιση ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων και το δίκτυο για το κοινό πλαίσιο αναφοράς, με στόχο τη χρήση των αποτελεσμάτων για τους σκοπούς της ανάπτυξης ενός κοινού αστικού δικαίου·
Ζητήματα ουσιαστικού δικαίου
3. συνιστά επίμονα να μην σχεδιαστούν το προτεινόμενο κοινό πλαίσιο αναφοράς και το προβλεπόμενο δίκαιο των συμβάσεων κατά τρόπο που να ευνοεί μονομερώς μια περιορισμένη ομάδα συμμετεχόντων σε νομικές πράξεις·
4. υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι ο όρος «επιχείρηση» δεν καλύπτει μόνο τις μεγάλες εταιρίες, αλλά περιλαμβάνει και μικρές – ακόμα και ατομικές – επιχειρήσεις που συχνά απαιτούν συμβάσεις ειδικά προσαρμοσμένες στις ανάγκες τους και οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τον σχετικά ευάλωτο χαρακτήρα τους όταν συνάπτουν συμβάσεις με μεγάλους οργανισμούς·
5. επισημαίνει ότι το δίκαιο που πρόκειται να αναπτυχθεί πρέπει να ισχύει όχι μόνο για τις νομικές πράξεις μεταξύ επιχειρήσεων αλλά και για αυτές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών·
6. καλεί την Επιτροπή να διακρίνει, στις περιπτώσεις όπου απαιτείται, τις νομικές διατάξεις που διέπουν τον τομέα μεταξύ επιχειρήσεων από εκείνες που διέπουν τον τομέα μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών και να διαχωρίζει συστηματικά τις δύο αυτές μορφές νομικών διατάξεων·
7. επισημαίνει ότι είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η θεμελιώδης αρχή της ελευθερίας σύναψης συμβάσεων, ιδίως μεταξύ επιχειρήσεων·
8. επισημαίνει πόσο σημαντικό είναι να λαμβάνεται υπόψη το ευρωπαϊκό κοινοτικό μοντέλο κατά την εναρμόνιση του δικαίου στον τομέα των συμβάσεων·
9. ζητεί το σεβασμό των διαφορετικών νομικών παραδόσεων και συστημάτων·
10. καλεί την Επιτροπή να καθορίσει επαρκώς και επακριβώς, στις μελλοντικές προτάσεις της, τις δυνατότητες αλληλεπίδρασης των προτάσεων αυτών με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που διέπουν τη σύγκρουση μεταξύ νομοθετικών διατάξεων και των εθνικών νομικών συστημάτων, ιδίως όσον αφορά τους όρους καθορισμού της ισχύος επιλογής του εφαρμοζόμενου δικαίου, τις δεσμευτικές διατάξεις και το ρόλο που διαδραματίζει το lex fori·
11. επισημαίνει ότι με τη θέσπιση υπερβολικά λεπτομερών διατάξεων σχετικά με συγκεκριμένες πτυχές του δικαίου των συμβάσεων ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην μπορεί να εκδηλωθεί ευέλικτη αντίδραση σε μεταβαλλόμενες νομικές συνθήκες, και ότι, ως εκ τούτου, τάσσεται υπέρ της θέσπισης γενικών ρυθμίσεων, οι οποίες θα περιλαμβάνουν νομικές έννοιες που δεν θα ορίζονται επακριβώς, παρέχοντας συνεπώς στα δικαστήρια τα απαιτούμενα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας για τη λήψη των αποφάσεών τους·
12. ζητεί από την Επιτροπή να πραγματοποιήσει εμπεριστατωμένης αξιολόγησης νομικών και οικονομικών επιπτώσεων όλων των νομοθετικών μέτρων που αφορούν το αστικό δίκαιο·
Διαδικαστικά ζητήματα
13. χαιρετίζει την πρώτη ετήσια έκθεση προόδου της Επιτροπής και υποστηρίζει την προσεκτική και μετρημένη προσέγγισή της στην αναθεώρηση του κεκτημένου της προστασίας των καταναλωτών·
14. ζητεί από την Επιτροπή συνολικά, υπό την αιγίδα της Γενικής Διεύθυνσης "Δικαιοσύνη Ελευθερία και Ασφάλεια" και με τη συμμετοχή των ΓΔ «Εσωτερική Αγορά και Υπηρεσίες" και "Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών" συγκεκριμένα, να συμμετάσχει στο έργο αυτό, και να διατεθούν το υλικό και οι ανθρώπινοι πόροι που απαιτούνται δεδομένης της σημασίας και της έκτασης του έργου·
15. ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει χωρίς καθυστέρηση ένα σαφές νομοθετικό σχέδιο όπου θα παρουσιάζονται τα μελλοντικά νομοθετικά μέσα με τα οποία σκοπεύει να αξιοποιήσει τα αποτελέσματα των εργασιών των ομάδων έρευνας και του δικτύου ΚΠΑ[5] για τις νομικές πράξεις·
16. καλεί την Επιτροπή να υποβάλει στο Κοινοβούλιο ένα επίσημο σχέδιο για τη διαδοχική διαβούλευση με το Κοινοβούλιο καθώς προχωρά το έργο και για την τελική εφαρμογή των αποτελεσμάτων του έργου των ερευνητών και του δικτύου του ΚΠΑ·
17. ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι τα αποτελέσματα στα οποία καταλήγει το δίκτυο λαμβάνονται επαρκώς υπόψη στο έργο των ομάδων έρευνας·
18. στηρίζει την Επιτροπή στην προσπάθειά της για τη βελτίωση της νομοθεσίας, αλλά τονίζει ότι το έργο που εκπονείται από ερευνητές για την ανάπτυξη του ΚΠΑ πρέπει να ακολουθεί τις σαφείς κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζονται από την κοινοτική νομοθετική αρχή·
19. ζητεί από την Επιτροπή να συμβάλλει στη διασαφήνιση της έρευνας και της διαδικασίας του μετοχικού κεφαλαίου με την εκπόνηση ενός οργανωτικού διαγράμματος και/ή ενός διαγράμματος ροής το οποίο θα προσδιορίζει με σαφήνεια όλες τις διαφορετικές ομάδες, ομάδες εργασίας, κόμματα, κλπ τα οποία συμμετέχουν, αναφέροντας με τον τρόπο αυτό το ρόλο τους και τη θέση τους στις διαδικασίες·
20. κρίνει σκόπιμο, με βάση την τελική έκθεση των ερευνητών, να υποβάλει η Επιτροπή στο Κοινοβούλιο τις διάφορες πιθανές νομικές επιλογές, και υπενθυμίζει ότι η τελική έγκριση του ΚΠΑ δεν θα μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μετά από την πολιτική έγκριση του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
21. ζητεί από την Επιτροπή να τηρεί το Κοινοβούλιο διαρκώς ενήμερο, με τουλάχιστον τριμηνιαίες εκθέσεις, για τα αποτελέσματα και την πρόοδο του έργου των ομάδων ερευνών και του δικτύου·
22. απαιτεί στις τριμηνιαίες εκθέσεις να περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα τρία ακόλουθα είδη πληροφοριών:
α) σύνοψη των σημαντικότερων αποτελεσμάτων των εργαστηρίων που έχουν συναχθεί έως τώρα ,
β) αντιδράσεις των ομάδων έρευνας, και
γ) δήλωση της Επιτροπής σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προτείνει να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα αυτά στη συνέχεια του έργου της·
23. ζητεί από την Επιτροπή να συνεργαστεί όσο το δυνατόν στενότερα με το Κοινοβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας για την ανάπτυξη ενός ΚΠΑ· είναι της άποψης ότι η γνώμη του Κοινοβουλίου πρέπει να ζητείται επίσημα, αρχικά όσον αφορά τη δομή του σχεδίου και στη συνέχεια όσον αφορά κάθε τίτλο ή ενότητα του ΚΠΑ (ανάλογα με την τελική δομή του) κατά τη διαμόρφωση του τελικού σχεδίου, πριν ζητηθεί η γνώμη του για την τελική πράξη·
24. ζητεί από την Επιτροπή να ζητεί τη γνώμη του Κοινοβουλίου προτού προβεί στη λήψη οιωνδήποτε περαιτέρω μέτρων σχεδιασμού·
25. ζητεί από την Επιτροπή να δίδει στο δίκτυο των εκπροσώπων συμφερόντων από τα πρακτικά επαγγέλματα περισσότερο χρόνο για να προετοιμάζεται και να εξετάζει το περίπλοκο περιεχόμενο του έργου των εργαστηρίων του δικτύου ΚΠΑ·
26. ζητεί οι οργανώσεις που εκπροσωπούν ομάδες συμφερόντων στο δίκτυο ΚΠΑ να είναι σε θέση να αποφασίζουν μόνες τους ποιοι εκπρόσωποι θα λαμβάνουν μέρος στις συναντήσεις·
27. καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και τις επιτροπές που έχουν κληθεί να γνωμοδοτήσουν σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων να παρακολουθούν αδιαλείπτως το έργο της Επιτροπής, των ομάδων έρευνας και του δικτύου, και, όταν απαιτείται, να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις σχετικά με τα αποτελέσματα που δημοσιεύει σε τακτά χρονικά διαστήματα η Επιτροπή·
28. προτρέπει καθεμία από τις Προεδρίες του Συμβουλίου να οργανώσει φόρουμ, σε συνεργασία με την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο οποίο θα μπορούν να παρουσιαστούν και να εξεταστούν η πρόοδος που έχει επιτευχθεί και τα αποτελέσματα της διαδικασίας·
29. αναλαμβάνει, προκειμένου να δώσει σε αυτό το φιλόδοξο και μακροπρόθεσμο έργο την προβολή και την προσοχή που του αξίζει, να εξετάσει προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο θα ήταν καλύτερο να αντιμετωπιστεί αυτό μέσα στο ίδιο το Κοινοβούλιο, και προτείνει κατά συνέπεια τη σύσταση μιας κοινοβουλευτικής προπαρασκευαστικής ομάδας η οποία θα πρέπει να στελεχωθεί δεόντως προκειμένου να ασχοληθεί με αυτό το μακροπρόθεσμο σχέδιο κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου και η οποία πρέπει να αντανακλά τη διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ επιτροπών·
30. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Ιστορικό
Στις 11 Οκτωβρίου 2004, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ανακοίνωση με τίτλο «Το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και η αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: πορεία προς τα εμπρός»[1]. Η εν λόγω ανακοίνωση περιγράφει τα μέτρα με τα οποία η Επιτροπή δίνει συνέχεια στο σχέδιο δράσης «ένα συνεκτικότερο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων» της 12ης Φεβρουαρίου 2003[2]. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2005, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε την πρώτη ετήσια έκθεση προόδου σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου[3].
Ένα από τα μέτρα αυτά είναι η δημιουργία ενός κοινού πλαισίου αναφοράς (ΚΠΑ) σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο των συμβάσεων. Η Επιτροπή προβλέπει ότι το πεδίο δράσης της ΚΠΑ θα μπορούσε να περιλαμβάνει: δυνατότητα χρήσης του ΚΠΑ από τους εθνικούς νομοθέτες ακόμα και σε τομείς που δεν καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο· χρήση του ΚΠΑ ως βάσης για την ανάπτυξη πιθανής προαιρετικής πράξης (μέτρο ΙΙΙ του σχεδίου δράσης)· και χρήση του ΚΠΑ συμπληρωματικά του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.
Το έργο της ΚΠΑ θα υλοποιηθεί εν μέρει από ένα δίκτυο εκπροσώπων συμφερόντων των οργανώσεων καταναλωτών, της βιομηχανίας, των επιχειρήσεων και των νομικών επαγγελμάτων (δίκτυο ΚΠΑ) που συγκρότησε η Επιτροπή στις 15 Δεκεμβρίου 2004 στις Βρυξέλλες. Το δίκτυο εργάζεται στο πλαίσιο εργαστηρίων με αντικείμενο συγκεκριμένες πτυχές του δικαίου των συμβάσεων. Υποστηρικτικά του έργου των εργαστηρίων χρησιμοποιούνται τα αποτελέσματα των ακαδημαϊκών ερευνητικών ομάδων. Στις εν λόγω ομάδες έχει ανατεθεί από την Επιτροπή, στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος πλαισίου για την έρευνα, η υποβολή προτάσεων για ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων.
Δήλωση του εισηγητή
Με την παρούσα έκθεση επιχειρείται η κατάρτιση ενός στρατηγικού σχεδίου για τις μελλοντικές εργασίες της Επιτροπής και του δικτύου, στις οποίες θα συμμετάσχει και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Στις συνεδριάσεις των εργαστηρίων και στις συζητήσεις σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Οκτωβρίου 2004, έχουν ακουστεί διάφορες κριτικές που συμπίπτουν με την αξιολόγηση του εισηγητή. Οι κριτικές αυτές αφορούν ουσιαστικά αλλά και διαδικαστικά θέματα.
Σε ό,τι αφορά την ουσία, ο βασικός κίνδυνος έγκειται στο γεγονός ότι δεν δίδεται επαρκής προσοχή στη θεμελιώδη αρχή του αστικού δικαίου που αφορά την ελευθερία σύναψης συμβάσεων, και ότι έως αυτή την στιγμή δεν φαίνεται να γίνεται συστηματικός διαχωρισμός των νομικών σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών. Λόγω του εξαιρετικά λεπτομερούς χαρακτήρα των κανόνων σχετικά με συγκεκριμένα είδη συμβάσεων, εκφράζεται η ανησυχία ότι το δίκαιο των συμβάσεων δεν θα έχει επαρκή χώρο για να αναπτυχθεί δυναμικά.
Σε ό,τι αφορά τα διαδικαστικά ζητήματα, η Επιτροπή δέχεται καταρχάς επικρίσεις για το γεγονός ότι δεν έχει θεσπίσει ένα σαφές νομοθετικό σχέδιο που να προβλέπει τη νομική μορφή που θα έπρεπε να έχει το πλαίσιο αναφοράς. Επιπροσθέτως, ο ρόλος που έως σήμερα έχει δοθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάπτυξης είναι περιορισμένος και ανεπαρκής. Ως εκ τούτου, χρειάζεται η λειτουργία μηχανισμών πληροφόρησης και διαβούλευσης. Με τις τριμηνιαίες εκθέσεις, οι οποίες έχουν ζητηθεί σχετικώς, επιχειρείται η τμηματική κατάθεση, κατά τη διάρκεια του έργου [της Επιτροπής και του δικτύου], του τεράστιου όγκου αποτελεσμάτων που αναμένονται με την ολοκλήρωση του έργου. Η έκθεση έχει, επίσης, στόχο να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή σκοπεύει να αντιμετωπίσει τις ανακολουθίες και τις αντιφάσεις μεταξύ των αποτελεσμάτων του δικτύου και της ομάδας μελέτης. Τέλος, οι πρακτικές εργασίες του δικτύου χρειάζονται κάποιες βελτιώσεις, παρότι αναγνωρίζεται ότι η Επιτροπή έχει αναλάβει ένα νέο είδος έργου για το οποίο δεν διαθέτει συγκεκριμένη προηγούμενη εμπειρία επί της οποίας να βασιστεί.
- [1] COM(2004)0651.
- [2] COM(2003)0068.
- [3] COM(2005)0456 τελικό.
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (*) (25.1.2006)
προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων
σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: πορεία προς τα εμπρός
(2005/2022(INI))
Συντάκτρια (*): Diana Wallis(*) Ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ επιτροπών - άρθρο 47 του Κανονισμού
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:
Α. εκτιμώντας ότι η πρωτοβουλία για το ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων, όπως περιγράφεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Οκτωβρίου 2004 (COM(2004)0651) και όπως παρουσιάζεται στην πρώτη ετήσια έκθεση προόδου της Επιτροπής, πρέπει να αντιμετωπιστεί κυρίως ως μια άσκηση για τη βελτίωση της νομοθεσίας σε επίπεδο ΕΕ, ωστόσο δεν καθίσταται σε καμία περίπτωση σαφής η έκβασή της όσον αφορά τα πρακτικά αποτελέσματα ή η νομική βάση επί της οποίας θα εγκριθεί τυχόν δεσμευτική πράξη ή πράξεις,
Β. εκτιμώντας ότι, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή αρνείται ότι αυτός είναι ο στόχος της, είναι σαφές ότι πολλοί από τους ερευνητές και τους ενδιαφερομένους που εργάζονται για το σχέδιο εκτιμούν ότι το τελικό μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα θα είναι ένας ευρωπαϊκός κώδικας υποχρεώσεων ή ακόμα και ένας πλήρης ευρωπαϊκός αστικός κώδικας και ότι σε κάθε περίπτωση το σχέδιο αποτελεί την πλέον σημαντική πρωτοβουλία υπό εκπόνηση στον τομέα του αστικού δικαίου,
Γ. εκτιμώντας ότι η απόφαση για την εκπόνηση αυτού του κώδικα πρέπει να ληφθεί από τις πολιτικές αρχές, καθώς η ίδια η απόφαση για την επιλογή ενός κώδικα είναι πολιτική και το περιεχόμενό του, αν και νομικό, στηρίζεται σε κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους· εκτιμώντας ότι, δεδομένου ότι στο μέλλον ενδέχεται να υπάρξει πολιτική βούληση για την έγκριση ενός κώδικα αυτού του είδους, είναι ουσιαστικής σημασίας να διεκπεραιωθεί το σημερινό έργο σωστά και με την κατάλληλη πολιτική συνεισφορά,
Δ. εκτιμώντας ότι, ενώ η πρωτοβουλία στην παρούσα μορφή της περιορίζεται στον εξορθολογισμό και στην απλούστευση του κεκτημένου στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, καθώς και στην ανάπτυξη τυποποιημένων συμβατικών όρων, είναι σημαντικό οι πολιτικές αρχές να συνεισφέρουν με τον κατάλληλο τρόπο στη διαδικασία· σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη εμπειρία της έγκρισης ενός νέου αστικού κώδικα από τις Κάτω Χώρες μπορεί να χρησιμεύσει ως πρότυπο,
Ε. εκτιμώντας ότι εάν ο στόχος είναι η αναθεώρηση του κεκτημένου προστασίας των καταναλωτών προκειμένου να αυξηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στην εσωτερική αγορά, θα πρέπει να εγκριθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.
ΣΤ. εκτιμώντας ότι το τελικό προϊόν της πρωτοβουλίας πρέπει να είναι ανοικτό σε τροποποιήσεις από τη νομοθετική αρχή της ΕΕ και να εγκριθεί επίσημα από αυτή,
Ζ. εκτιμώντας ότι, δεδομένου ότι το υφιστάμενο κεκτημένο προστασίας καταναλωτή αποτελεί ξεχωριστό τομέα της Κοινοτικής νομοθεσίας ο οποίος αντανακλά την ανησυχία της νομοθετικής αρχής της ΕΕ να επιτύχει το μέγιστο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή σύμφωνα με τις Συνθήκες, και μολονότι είναι σαφές ότι η πρωτοβουλία ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων έχει την ευρύτερη εντολή να εξασφαλίσει και να αναπτύξει τη συνοχή του δικαίου συμβάσεων στο σύνολό του, αυτή η άσκηση δεν πρέπει να οδηγήσει σε μείωση των αξιών στην καρδιά του υφισταμένου κεκτημένου προστασίας καταναλωτή,
1. θεωρεί ότι η ανάπτυξη ενός κοινού πλαισίου αναφοράς (ΚΠΑ) μπορεί να ωφελήσει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, αλλά ότι πρέπει να στελεχωθεί με κατάλληλο προσωπικό στην Επιτροπή·
2. ζητεί από την Επιτροπή να συνεργαστεί όσο το δυνατόν στενότερα με το Κοινοβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας για την ανάπτυξη ενός ΚΠΑ· είναι της άποψης ότι η γνώμη του Κοινοβουλίου πρέπει να ζητείται επίσημα, αρχικά όσον αφορά τη δομή του σχεδίου και στη συνέχεια όσον αφορά κάθε τίτλο ή ενότητα του ΚΠΑ (ανάλογα με την τελική δομή του) κατά τη διαμόρφωση του τελικού σχεδίου, πριν ζητηθεί η γνώμη του για την τελική πράξη·
3. στηρίζει την Επιτροπή στην προσπάθειά της για τη βελτίωση της νομοθεσίας, αλλά τονίζει ότι το έργο που εκπονείται από ερευνητές για την ανάπτυξη του ΚΠΑ πρέπει να ακολουθεί τις σαφείς κατευθυντήριες γραμμές που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθετική αρχή·
4. ζητεί από την Επιτροπή να συμβάλλει στη διασαφήνιση της έρευνας και της διαδικασίας του μετοχικού κεφαλαίου με την εκπόνηση ενός οργανωτικού διαγράμματος και/ή ενός διαγράμματος ροής το οποίο θα προσδιορίζει με σαφήνεια όλες τις διαφορετικές ομάδες, ομάδες εργασίας, κόμματα, κλπ τα οποία συμμετέχουν αναφέροντας με τον τρόπο αυτό το ρόλο τους και τη θέση τους στις διαδικασίες·
5. καλεί την Επιτροπή να υποβάλει στο Κοινοβούλιο ένα επίσημο σχέδιο για τη διαδοχική διαβούλευση με το Κοινοβούλιο καθώς προχωρά το έργο και για την έγκριση της τελικής εφαρμογής των αποτελεσμάτων του έργου των ερευνητών και του δικτύου του ΚΠΑ με τη μορφή δεσμευτικής νομικής πράξης (ή πράξεων) βάσει των άρθρων 95 και/ή 153 της Συνθήκης·
6. κρίνει σκόπιμο, με βάση την οριστική έκθεση των ερευνητών, να υποβάλει η Επιτροπή στο Κοινοβούλιο τις διάφορες πιθανές νομικές επιλογές και υπενθυμίζει ότι η τελική έγκριση του ΚΠΑ δεν θα μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μετά από την πολιτική επικύρωση από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο·
7. επιμένει ότι η ίδια η Επιτροπή πρέπει να ακολουθήσει μια οριζόντια προσέγγιση, η οποία θα περιλαμβάνει τη συμμετοχή της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας και της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών, διασφαλίζοντας παράλληλα τη μέγιστη διαφάνεια σε κάθε στάδιο της διαδικασίας·
8. χαιρετίζει την πρώτη ετήσια έκθεση προόδου της Επιτροπής και υποστηρίζει την προσεκτική και μετρημένη προσέγγισή της στην αναθεώρηση του κεκτημένου της προστασίας των καταναλωτών·
9. επισημαίνει ότι δεν πρέπει να δοθεί υπερβολική προσοχή στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων εις βάρος των συμβάσεων μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών και ότι ο εξορθολογισμός του κεκτημένου προστασίας των καταναλωτών θα είναι πολιτικός και θα απαιτεί τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή του Κοινοβουλίου·
10. υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι ο όρος «επιχείρηση» δεν καλύπτει μόνο τις μεγάλες εταιρίες, αλλά περιλαμβάνει και μικρές – ακόμα και ατομικές – επιχειρήσεις που συχνά απαιτούν συμβάσεις ειδικά προσαρμοσμένες στις ανάγκες τους και οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τη σχετική τρωτότητά τους όταν συνάπτουν συμβάσεις με μεγάλους οργανισμούς·
11. αναλαμβάνει, προκειμένου να δώσει σε αυτό το φιλόδοξο και μακροπρόθεσμο έργο την προβολή και την προσοχή που του αξίζει, να εξετάσει προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο θα ήταν καλύτερο να αντιμετωπιστεί αυτό μέσα στο ίδιο το Κοινοβούλιο, και προτείνει κατά συνέπεια τη δημιουργία μιας κοινοβουλευτικής προπαρασκευαστικής ομάδας η οποία θα πρέπει να στελεχωθεί δεόντως προκειμένου να ασχοληθεί με αυτό το μακροπρόθεσμο σχέδιο κατά τη διάρκεια αυτής της κοινοβουλευτικής εντολής και η οποία πρέπει να αντανακλά τη διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ επιτροπών.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: πορεία προς τα εμπρός | |||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
JURI | |||||
|
Γνωμοδότηση της |
IMCO 12.5.2005 | |||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια |
12.5.2005 | |||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης |
Diana Wallis | |||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
24.5.2005 |
24.5.2005 |
24.5.2005 |
24.5.2005 |
24.5.2005 | |
|
Ημερομηνία έγκρισης |
24.1.2006 | |||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+: –: 0: |
27 0 0 | ||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Charlotte Cederschiöld, Bert Doorn, Evelyne Gebhardt, Małgorzata Handzlik, Malcolm Harbour, Anna Hedh, Edit Herczog, Anneli Jäätteenmäki, Pierre Jonckheer, Henrik Dam Kristensen, Alexander Lambsdorff, Kurt Lechner, Lasse Lehtinen, Arlene McCarthy, Manuel Medina Ortega, Bill Newton Dunn, Zita Pleštinská, Giovanni Rivera, Heide Rühle, Leopold Józef Rutowicz, Andreas Schwab, József Szájer, Marianne Thyssen, Bernadette Vergnaud, Barbara Weiler | |||||
|
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Jean-Claude Fruteau, Joel Hasse Ferreira, Joseph Muscat, Angelika Niebler, Diana Wallis, Anja Weisgerber | |||||
|
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
| |||||
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων και αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου: πορεία προς τα εμπρός | ||||||||||||
|
Αριθ. διαδικασίας |
|||||||||||||
|
Κανονιστική βάση |
άρθρο 45 | ||||||||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
JURI | ||||||||||||
|
Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες) |
IMCO |
LIBE |
|
|
| ||||||||
|
Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει |
LIBE |
|
|
|
| ||||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία |
IMCO |
|
|
|
| ||||||||
|
Πρόταση/Προτάσεις ψηφίσματος που περιέχεται/ονται στην έκθεση |
|
|
| ||||||||||
|
Εισηγητής(ές) |
Klaus-Heiner Lehne |
| |||||||||||
|
Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν) |
|
| |||||||||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
14.9.2005 |
30.1.2006 |
|
|
| ||||||||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
23.2.2006 | ||||||||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
υπέρ: κατά: αποχές: |
20 0 0 | |||||||||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Maria Berger, Monica Frassoni, Giuseppe Gargani, Piia-Noora Kauppi, Klaus-Heiner Lehne, Antonio López-Istúriz White, Antonio Masip Hidalgo, Aloyzas Sakalas, Gabriele Hildegard Stauner, Diana Wallis, Rainer Wieland, Nicola Zingaretti, Jaroslav Zvěřina | ||||||||||||
|
Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Janelly Fourtou, Jean-Paul Gauzès, Roland Gewalt, Adeline Hazan, Eva Lichtenberger, Arlene McCarthy, Toine Manders, Michel Rocard | ||||||||||||
|
Αναπληρωτές (άρθρο 178, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
| ||||||||||||
|
Ημερομηνία κατάθεσης – A[6] |
2.3.2006 |
A6-0055/2006 | |||||||||||
|
Παρατηρήσεις |
|
| |||||||||||