Διαδικασία : 2006/2007(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0172/2006

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0172/2006

Συζήτηση :

PV 13/06/2006 - 16
CRE 13/06/2006 - 16

Ψηφοφορία :

PV 14/06/2006 - 4.5
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2006)0260

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 212kWORD 194k
8.5.2006
PE 367.928v03-00 A6-0172/2006

σχετικά με τις επιπτώσεις της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 (C-176/03 Επιτροπή κατά Συμβουλίου)

(2006/2007(INI))

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

Εισηγητής: Giuseppe Gargani

Συντάκτης γνωμοδότησης (*):

Jean-Marie Cavada, Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

(*) Ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ επιτροπών – άρθρο 47 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τις επιπτώσεις της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 (C-176/03 Επιτροπή κατά Συμβουλίου)

(2006/2007(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–    έχοντας υπόψη το άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 47 της Συνθήκης ΕΕ,

–    έχοντας υπόψη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ,

–    έχοντας υπόψη το από 3 Σεπτεμβρίου 2003 ψήφισμά του με θέμα "Νομικές βάσεις και σεβασμός του κοινοτικού δικαίου"(1),

–    έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 13ης Σεπτεμβρίου 2005(2),

–    έχοντας υπόψη την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις επιπτώσεις της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 (C-176/03 Επιτροπή κατά Συμβουλίου) (COM(2005)0583),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A6‑0172/2006),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου είναι μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων των κοινοτικών οργάνων και αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση των κρατών μελών που θεσπίζεται από το άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ,

Β.   εκτιμώντας ότι κάθε ενέργεια της Κοινότητας υπόκειται στην αρχή της επικουρικότητας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5 της Συνθήκης,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιβεβαίωσε επανειλημμένα ότι τα μέτρα που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου μπορούν να περιλαμβάνουν και ποινικές κυρώσεις,

Δ.   υπενθυμίζοντας ότι οι βασικές αρχές της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και της αγαστής συνεργασίας άπτονται και της εθνικής ποινικής νομοθεσίας των κρατών μελών, καθόσον τα κράτη μέλη οφείλουν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ:

-          να καταργήσουν οποιαδήποτε ποινική διάταξη είναι ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999 στην υπόθεση C-348/96, Donatella Calfa, σημείο 17: «πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, ναι μεν η ποινική νομοθεσία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η νομολογία όμως δέχεται παγίως ότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει περιορισμούς στην αρμοδιότητα αυτή, καθόσον η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να περιορίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο»(3)),

-          να προβλέψουν «αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές» κυρώσεις, μεταξύ άλλων ποινικές κυρώσεις όταν αυτό είναι απαραίτητο, για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989 στην υπόθεση 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας(4)· απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-58/95, Gallotti(5)· απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση C-378/97, Wisjenbeek(6)· απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1999 στην υπόθεση C-77/97, Unilever, σημείο 36: «… οι διατάξεις τις οποίες, … τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν, προκειμένου να αποφευχθεί …, πρέπει να προβλέπουν ότι μια τέτοια μορφή διαφημίσεως συνιστά παράβαση, και μάλιστα ποινικού χαρακτήρα, συνοδευομένη από κυρώσεις που έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα»(7)),

Ε.   εκτιμώντας ότι με τη νομολογία του Δικαστηρίου υπήρξε πρωτογενώς αποσαφήνιση όσον αφορά τις εφαρμοστέες νομικές βάσεις του πρώτου και του τρίτου πυλώνα, ενώ δεν γίνεται κατ' αρχήν δεκτή η αρμοδιότητα του ευρωπαίου νομοθέτη σε ποινικές υποθέσεις καθώς και στην ποινική δικονομία,

ΣΤ. λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι στην απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αν και αποκλείει οποιαδήποτε γενική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στα ποινικά θέματα, εντούτοις επιβεβαίωσε ότι τούτο δεν μπορεί να εμποδίσει τον κοινοτικό νομοθέτη να θεσπίσει όσες διατάξεις σχετικές με το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών κρίνει αυτός αναγκαίες για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των κανονισμών που εκδίδει στον τομέα της περιβαλλοντικής προστασίας, από τη στιγμή που η επιβολή λυσιτελών, σταθμισμένων και αποτρεπτικών ποινικών κυρώσεων καθίσταται απαραίτητο μέτρο στον αγώνα κατά των σοβαρών περιβαλλοντικών αδικημάτων,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη διαρκή κοινοτική νομολογία, για τον προσδιορισμό της σωστής νομικής βάσης ενός κοινοτικού κειμένου πρέπει να ανατρέχουμε στο σκοπό και στο περιεχόμενο του ίδιου του κειμένου και ότι, κατά συνέπεια, βάσει των άρθρων 29 κ.ε. της Συνθήκης ΕΕ, είναι παράνομα όσα κείμενα εγκρίνονται στο πλαίσιο του Τίτλου VI της Συνθήκης ΕΕ όταν εκ του σκοπού και εκ του περιεχομένου τους θα μπορούσαν να είχαν θεμελιωθεί στη Συνθήκη ΕΚ,

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου περιορίζεται σε ποινικά θέματα σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, η οποία αποτελεί ένα από τα κύρια καθήκοντα της Κοινότητας, όπως ορίζεται στα άρθρα 2 και 3 της Συνθήκης ΕΚ,

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην προαναφερθείσα ανακοίνωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλησε να διαστείλει τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και να θεωρήσει παράνομες τις ποινικές διατάξεις που εγκρίνονται στο πλαίσιο του Τίτλου VI της Συνθήκης ΕΕ, ακόμη και σε σχέση με άλλους τομείς κοινοτικής αρμοδιότητας, και όχι μόνο εκείνους που σχετίζονται με την περιβαλλοντική πολιτική,

Ι.    εκτιμώντας ότι δεν φαίνεται ότι μπορεί να υπάρξει αυτομάτως μια διασταλτική ερμηνεία της εμβέλειας της απόφασης,

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα πάντα με την Επιτροπή, στην ισχύουσα νομοθεσία μπορεί να υπάρχουν κείμενα θεμελιωμένα στον Τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ, νομική βάση που πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένη βάσει της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, όπως διασταλτικά ερμηνεύει η Επιτροπή,

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, για να αποτραπεί η ακύρωση των εν λόγω νομοθετικών πράξεων και να κατοχυρωθεί η ασφάλεια δικαίου, η Επιτροπή σκοπεύει να παρεμβαίνει ποικιλοτρόπως στην ισχύουσα νομοθεσία και στις πρωτοβουλίες που ακόμη εκκρεμούν,

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του ζητήματος της νομότυπης προσθήκης ποινικών διατάξεων στα νομοθετικά κείμενα που εγκρίνονται βάσει του πρώτου πυλώνα της ΕΕ, ως μελλοντική φάση εξέλιξης του κοινοτικού δικαίου,

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη το ρόλο του Κοινοβουλίου ως νομοθετικού οργάνου που διαθέτει δημοκρατική νομιμότητα και εκπροσωπεί τους ευρωπαϊκούς λαούς, και ως κινητήριου μοχλού αυτών των εξελίξεων, από κοινού με τα άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα,

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, και στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προϋπόθεση ύπαρξης νόμου επί ποινικών θεμάτων αποτελεί αναπαλλοτρίωτη εγγύηση για την προστασία της ατομικής ελευθερίας και εξαρτά από το Νόμο την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, ακόμη και ως προς την επιλογή των πράξεων που τιμωρούνται και των ποινών που επιβάλλονται,

1.   υποδέχεται με ικανοποίηση την προαναφερθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, λόγω του ότι αυτή διευκρινίζει ότι για τον ακριβή προσδιορισμό της νομικής βάσης ενός κειμένου πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το σκοπό και το περιεχόμενο του ίδιου του κειμένου, και που ακυρώνει κατά συνέπεια μια απόφαση-πλαίσιο επί θεμάτων περιβαλλοντικής προστασίας που εσφαλμένως είχε θεμελιωθεί στον τρίτο και όχι στον πρώτο πυλώνα·

2.   επικροτεί το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εκκινώντας από αυτό το συλλογισμό, τονίζει εκ νέου τη δυνατότητα του ευρωπαίου νομοθέτη να εγκρίνει, στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα, τις ποινικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των κειμένων που εκδίδει βάσει του ιδίου πυλώνα και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επί θεμάτων περιβαλλοντικής προστασίας·

3.   καλεί την Επιτροπή να μην επεκτείνει αυτόματα τις προτάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε κάθε άλλο πιθανό τομέα του πρώτου πυλώνα·

4.   επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά ότι είναι επείγον να εφαρμοστεί η άμεση διαδικασία ενσωμάτωσης της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας επί ποινικών υποθέσεων στον κοινοτικό πυλώνα, δυνάμει του άρθρου 42 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθότι μόνον αυτός ο πυλώνας διασφαλίζει τις προϋποθέσεις της θέσπισης ευρωπαϊκών διατάξεων με πλήρη τήρηση της δημοκρατικής αρχής και της αποτελεσματικότητας λήψεως αποφάσεων και υπό τον κατάλληλο δικαστικό έλεγχο·

5.   θεωρεί ότι ο ευρωπαίος νομοθέτης πρέπει να περιορίσει την προσφυγή στις ποινικές κυρώσεις μόνον στις περιπτώσεις όπου αυτό είναι απαραίτητο και αναγκαίο για την προάσπιση:

-          των δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών και άλλων προσώπων (όπως η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων καθώς και η καταπολέμηση των ρατσιστικών μορφών συμπεριφοράς ή εκείνων που προκαλούν σοβαρές διακρίσεις),

      -          των ζωτικών συμφερόντων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών της συμφερόντων ή της καταπολέμησης της παραχάραξης του ευρώ·

6.   συμφωνεί με την Επιτροπή επί της ανάγκης απόσυρσης ή τροποποίησης των εκκρεμών νομοθετικών πρωτοβουλιών που είναι θεμελιωμένες σε μια νομική βάση που πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένη βάσει της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου·

7.   συμφωνεί με την Επιτροπή ως προς την ανάγκη ορισμού νέων νομικών βάσεων θεμελιωμένων στη Συνθήκη ΕΚ για τη νομοθεσία που έχει εγκριθεί στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα και που, βάσει της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρείται πλέον παράνομη, ενώ συμφωνεί και ως προς τη σκοπιμότητα επανεκκίνησης για το λόγο αυτό της νομοθετικής διαδικασίας δυνάμει των νέων νομικών βάσεων·

8.   καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει την επανεξέταση των κειμένων που έχει εντοπίσει βάσει μιας εξατομικευμένης προσέγγισης και να μην ενεργήσει κατά τρόπο γενικευμένο και άνευ διακρίσεων, ώστε να διασφαλιστεί η εμπεριστατωμένη ανάλυση και η σωστή επιλογή της εκάστοτε νομικής βάσης·

9.   ζητεί από την Επιτροπή να εφαρμόσει την απόφαση του Δικαστηρίου μόνον στους τομείς εκείνους που είναι μεταξύ των κύριων αρχών, στόχων και αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και να την εφαρμόσει με προσοχή κατά περίπτωση και πάντοτε σε συνεργασία με το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

10. υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι η επανεξέταση των ισχυόντων νομοθετικών κειμένων, με ενδεχόμενη υποβολή προτάσεων για τη διόρθωση της νομικής τους βάσης χωρίς να μεταβάλλεται ταυτόχρονα η ουσία, δεν μπορεί να συνεπάγεται τη στέρηση από το Κοινοβούλιο του δικού του απαράγραπτου συν-νομοθετικού ρόλου, και να θυσιασθεί έτσι η δημοκρατική συμβολή του Κοινοβουλίου στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση, ως σώματος εκλεγμένου και αντιπροσωπευτικού των πολιτών·

11. τάσσεται κατά μιας διοργανικής συμφωνίας με την οποία θα δεσμεύεται το Κοινοβούλιο να μην ασκήσει τα δικαιώματά του·

12. υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι μια οδηγία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, αφ' εαυτής και ανεξάρτητα από τον εσωτερικό νόμο του κράτους μέλους που εγκρίθηκε με σκοπό την εφαρμογή της, να προσδιορίζει ή να επιδεινώνει την ποινική ευθύνη εκείνων που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεών της(8)·

13. συμμερίζεται τη γνώμη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία κάθε προσφυγή σε μέτρα σε σχέση με το ποινικό δίκαιο πρέπει να δικαιολογείται από την ανάγκη να καταστεί αποτελεσματική η εν λόγω κοινοτική πολιτική και πρέπει να σέβεται τη συνεκτικότητα του συνόλου του ποινικού μηχανισμού· θεωρεί ότι κατ' αρχήν, πράγματι, η ευθύνη της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου ανήκει στα κράτη μέλη·

14. καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη ότι οι προϋποθέσεις για την έγκριση ποινικών διατάξεων εντός του πρώτου πυλώνα πρέπει να είναι σαφείς και προκαθορισμένες, να ισχύουν μόνον εφόσον ο σεβασμός των κοινοτικών κειμένων δεν μπορεί να διασφαλιστεί παρά μόνο μέσω της επιβολής ποινικών κυρώσεων, και ειδικότερα μετά από βεβαιωμένη διαπίστωση συχνών παραβιάσεων των κοινοτικών κειμένων χωρίς δυνατότητα παρεμπόδισής τους μέσω της ισχύουσας νομοθεσίας, ακόμη και μέσω του δικαίου των μεμονωμένων κρατών μελών·

15. υπενθυμίζει ότι το κοινοτικό δίκαιο υπό τη μορφή οδηγιών μπορεί να προβλέπει μόνο ελάχιστες ρυθμίσεις για ποινικές κυρώσεις από τα κράτη μέλη· εκτιμά ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρέπει ωστόσο να πλαισιώνεται η δράση των κρατών μελών προσδιορίζοντας ρητώς α) τις συμπεριφορές που συνεπάγονται ποινική ενοχοποίηση και/ή β) τον τύπο των κυρώσεων που πρέπει να εφαρμοστούν και/ή γ) άλλα μέτρα σε σχέση με το ποινικό δίκαιο οικεία του ενεχόμενου τομέα·

16. υπενθυμίζει στα κράτη μέλη ότι, δυνάμει του άρθρου 10 της Συνθήκης ΕΚ, οφείλουν να διασφαλίσουν τη γενική αποτελεσματικότητα της κοινοτικής δράσης και γι’ αυτό τους συνιστά να μεριμνήσουν ώστε τα εθνικά ποινικά τους συστήματα να επιδιώκουν τον ίδιο στόχο·

17. συμφωνεί με την Επιτροπή ότι, σε κάθε περίπτωση, οι οριζόντιες διατάξεις του ποινικού δικαίου που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και τα μέτρα εναρμόνισης του ποινικού δικαίου εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, θεμελιώνονται στον Τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ·

18. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ C 076 E, 25.3.2004, σελ. 224.

(2)

Υπόθεση C-176/03, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή Νομολογίας.

(3)

Συλλογή 1999, σελ. Ι-11.

(4)

Συλλογή 1989, σελ. 2965.

(5)

Συλλογή 1996, σελ. Ι-4345.

(6)

Συλλογή 1999, σελ. Ι-6207.

(7)

Συλλογή 1999, σελ. Ι-431.

(8)

Υπόθεση 80/86, Kolpinghuis Nijmegen, Συλλ. Νομολ. 1987, σελ. 3969, σημείο 13, και Υπόθεση C-60/02, X, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή Νομολογίας, σημείο 61 και νομολογία εν αυτώ.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

I. Ποινικό δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ένωση

Όπως επανειλημμένα έχει δεχτεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (βλ. π.χ. Αποφάσεις 11ης Νοεμβρίου 1981, Υπόθεση 203/80, Casati, σημείο 27, και 16ης Ιουνίου 1998, Υπόθεση C‑226/97, Lemmens, Συλλ. Νομολ. σημείο 19), η ποινική νομοθεσία, καθώς και η ποινική δικονομία, κατ’ αρχήν δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (είναι ο λεγόμενος «πρώτος πυλώνας»), και τούτο διότι απουσιάζει η ρητή ανάθεση γενικής αρμοδιότητας για αυτό τον τομέα.

Αντιστρόφως, η αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα αποτελεί αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον λεγόμενο «τρίτο πυλώνα» (Τίτλος VI ΣΕΕ). Ειδικότερα, το άρθρο 31, παράγρ. 1, στοιχείο ε) της ΣΕΕ προβλέπει ότι η κοινή δράση στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας επί ποινικών θεμάτων περιλαμβάνει την «προοδευτική θέσπιση μέτρων για τον καθορισμό ελάχιστων κανόνων ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των αξιόποινων πράξεων και τις ποινές στους τομείς της οργανωμένης εγκληματικότητας, της τρομοκρατίας και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών».

Με αφετηρία αυτή τη νομική βάση, το Συμβούλιο, με την από 27 Ιανουαρίου 2003 απόφαση-πλαίσιο 2003/80/ΔΕΥ περί προστασίας του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου, επέβαλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ποινικοποιήσουν ορισμένες πράξεις που ενέχουν σοβαρό κίνδυνο για το περιβάλλον.

Η Επιτροπή προσέβαλε αυτή την απόφαση-πλαίσιο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 35 ΣΕΕ, ζητώντας του να την ακυρώσει λόγω εσφαλμένης νομικής βάσης. Κατά την άποψη της Επιτροπής, όντως, σωστή νομική βάση στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το άρθρο 175 ΣΕΚ περί περιβαλλοντικής πολιτικής.

II. Η από 13 Σεπτεμβρίου 2005 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Με την από 13 Σεπτεμβρίου 2005 απόφασή του στην Υπόθεση C-176/03, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αν και επαναλαμβάνει ότι, εν γένει, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν διαθέτει αρμοδιότητα στα ποινικά θέματα, επιβεβαίωσε ότι τούτο «δεν μπορεί ωστόσο να εμποδίσει τον κοινοτικό νομοθέτη, όταν η εφαρμογή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινικών κυρώσεων, εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών αρχών, συνιστά απαραίτητο μέτρο για την καταπολέμηση των σοβαρών προσβολών του περιβάλλοντος, να λαμβάνει σχετικά με το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών μέτρα τα οποία θεωρεί ότι είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίζει στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος. (σημείο 48).

Αφετέρου, κατά τα Δικαστήριο, για τον προσδιορισμό της σωστής νομικής βάσης ενός κοινοτικού κειμένου, πρέπει να λαμβάνεται ως γνώμων ο σκοπός και το περιεχόμενο του ίδιου του κειμένου. Υπ’ αυτή την έννοια, η προσβληθείσα απόφαση-πλαίσιο, αφού είχε ως κύριο σκοπό και περιεχόμενο την προστασία του περιβάλλοντος, έπρεπε να είχε θεμελιωθεί στο άρθρο 175 ΣΕΕ (πρώτος πυλώνας) κα όχι στον Τίτλο VI (τρίτος πυλώνας) (σημείο 51).

Βάσει των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή της Επιτροπής και ακύρωσε την απόφαση-πλαίσιο.

III. Η θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε λοιπόν μια ανακοίνωση όπου εφαρμόζει μέχρι τέλους τη λογική του Δικαστηρίου και εξετάζει το νομότυπο τυχόν κανονιστικών πράξεων επί ποινικών θεμάτων στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα και σε σχέση με οποιοδήποτε πιθανό τομέα κοινοτικής αρμοδιότητας.

Κατά την Επιτροπή, η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ πρώτου και τρίτου πυλώνα θα έπρεπε να είναι ως εξής: οι διατάξεις ποινικού δικαίου που είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου να υπάγονται στον πρώτο πυλώνα, ενώ ο οριζόντιες διατάξεις ποινικού δικαίου (αστυνομική και δικαστική συνεργασία, μέτρα εναρμόνισης στο πλαίσιο του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης) να υπάγονται στον τρίτο πυλώνα.

Η Επιτροπή προτίθεται επομένως:

· εάν η προθεσμία για προσφυγή επί ακυρώσει δεν έχει ήδη εκπνεύσει, να προσβάλει όσες κανονιστικές πράξεις έχουν εγκριθεί δυνάμει εσφαλμένης νομικής βάσης (1),

· εάν η προθεσμία για προσφυγή επί ακυρώσει έχει ήδη εκπνεύσει, να επανεξετάσει τις ισχύουσες κανονιστικές πράξεις και να παρουσιάσει εάν χρειαστεί προτάσεις για τη διόρθωση της νομικής βάσης τους, για δε το σκοπό αυτό θα χρειασθεί οπωσδήποτε η προηγούμενη συγκατάθεση του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

· εάν για κάποια πράξη εκκρεμεί ακόμη η διαδικασία έγκρισής της, να επιφέρει τις αναγκαίες τροποποιήσεις

Η Επιτροπή κλείνει την ανακοίνωσή της με έναν κατάλογο των κανονιστικών κειμένων που θεωρεί ότι θίγονται από την απόφαση του Δικαστηρίου και προτείνει για καθένα από αυτά μια νέα νομική βάση θεμελιωμένη στον πρώτο πυλώνα, και όχι στον τρίτο.

IV. Η θέση του εισηγητή

Κατ’ αρχήν, η θέση του Δικαστηρίου, έτσι όπως την επανερμήνευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είναι πλήρως αποδεκτή, διότι υιοθετεί τη θέση που ήδη είχε διατυπώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του για τις νομικές βάσεις και το σεβασμό του κοινοτικού δικαίου (Έκθεση Κουκιάδη)(2) και αναγνωρίζει επομένως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ακόμη και σε αυτό το πεδίο συναποφασιστική αρμοδιότητα. Κατοχυρώνεται έτσι ο νόμιμος και δημοκρατικός χαρακτήρας της κοινοτικής δράσης στα ποινικά θέματα.

Εξετάζεται λοιπόν η ανάγκη μιας εμβάθυνσης του σκεπτικού και των επιπτώσεων μιας τέτοιας εξέλιξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, και τούτο μεταξύ άλλων και για να καταστεί πιο στέρεη η θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ειδικότερα, θεωρούμε σκόπιμο να εξετάσουμε προσεκτικά την ίδια τη δυνατότητα επέκτασης των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου και σε άλλους τομείς, διαφορετικούς από εκείνον της προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς και την ανάγκη καλύτερου προσδιορισμού των στοιχείων της αναγκαιότητας και της συνοχής που επιτρέπουν αυτή την επέκταση του πεδίου της απόφασης.

Όντως, ένα ιδιαίτερα προβληματικό σημείο είναι το ότι η απόφαση του Δικαστηρίου επιτρέπει να θεωρηθεί άκυρη μόνο η πράξη που προσεβλήθη από την Επιτροπή, και καμία άλλη. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αντικατάσταση άλλων πράξεων που είχαν εγκριθεί δυνάμει του τρίτου πυλώνα από πράξεις που θα εγκριθούν δυνάμει του πρώτου πυλώνα είναι ένα εγχείρημα που μπορεί να προκαλέσει κάποιαν αμηχανία, ειδικά εάν θεωρήσουμε ότι θα ήταν προτιμότερη μια αναθεώρηση των Συνθηκών προς την κατεύθυνση αυτή.

Ομοίως, προκαλεί κάποιαν αμηχανία το ότι η αντικατάσταση της νομικής βάσης της ισχύουσας νομοθεσίας χωρίς να θιγεί η ουσία, όπως προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σημαίνει στην πραγματικότητα ότι αποστερείται το Κοινοβούλιο της συναποφασιστικής του αρμοδιότητας. Είναι δύσκολο να δεχτούμε αυτό το συμπέρασμα, από τη στιγμή που η χρήση των νομικών βάσεων του πρώτου πυλώνα σημαίνει αποδοχή του δημοκρατικού ελέγχου που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως σώμα εκλεγμένο και αντιπροσωπευτικό των πολιτών, ασκεί σε αυτό το πλαίσιο. Δύσκολα λοιπόν συμβιβάζεται το να θέλουμε να κάνουμε χρήση του πρώτου πυλώνα και ταυτόχρονα να ζητάμε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παραιτηθεί του ρόλου που το χαρακτηρίζει.

Ένα άλλο σημείο προβληματισμού, είναι η κατανομή των ποινικών διατάξεων μεταξύ πρώτου και τρίτου πυλώνα. Συμφωνούμε με την άποψη της Επιτροπής, ότι οι ποινικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου υπάγονται στον πρώτο πυλώνα, ενώ οι οριζόντιες διατάξεις που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας καθώς και τα μέτρα εναρμόνισης του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, υπάγονται στον τρίτο πυλώνα.

Θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να εξετάσουμε κατά πόσον πρέπει να αποφασίσουμε άπαξ και δια παντός εάν οι τυχόν ποινικές διατάξεις που θα εγκρίνονται στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα θα πρέπει ή όχι να περιορίζονται στην ποινικοποίηση πράξεων (συμπεριφοράς) ή εάν θα μπορούν να φτάνουν μέχρι τον ορισμό της φύσης και του επιπέδου των κυρώσεων. Όντως, η νομολογία του Δικαστηρίου (π.χ. απόφαση 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Υπόθεση C-68/88, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, απόφαση 27ης Μαρτίου 1990, Υπόθεση C-9/89 Βασίλειο Ισπανίας κατά Συμβουλίου, απόφαση 1ης Φεβρουαρίου 2001, Υπόθεση C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας) επιτρέπει μόνο τη λεγόμενη τεχνική της εξομοίωσης: το κοινοτικό κείμενο μπορεί να προβλέπει ότι οι εσωτερικές ποινικές διατάξεις που έχουν ληφθεί για την προστασία ορισμένων εθνικών συμφερόντων, ισχύουν και για την προστασία των αντίστοιχων κοινοτικών συμφερόντων, και έτσι οι δυο πρόνοιες συνδυάζονται σε μια μόνο διάταξη περί ενοχής. Τούτο σημαίνει ότι το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει τον ποινικό χαρακτηρισμό ορισμένων πράξεων, αλλά οφείλει να αφήνει χώρο στην αρμοδιότητα των κρατών μελών σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα τον προσδιορισμό και την επιβολή των κυρώσεων. Εάν το κοινοτικό δίκαιο επεκτεινόταν και σε αυτό τον τομέα, τότε πέρα από το ότι τούτο δεν θα δικαιολογούνταν εύκολα χωρίς τη δέουσα αναθεώρηση της Συνθήκης ΕΚ, θα προκαλούσε και μεγάλες δυσκολίες στο συντονισμό με τον Τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ.

V. Η προϋπόθεση ύπαρξης νόμου και άλλες θεμελιώδεις νομικές αρχές επί ποινικών θεμάτων

Ο εισηγητής σας υπενθυμίζει ότι η θέσπιση κοινοτικών υποχρεώσεων ποινικού χαρακτήρα πρέπει να σέβεται τις αρχές της νομιμότητας και της ύπαρξης νόμου.

Όντως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της νομιμότητας των ποινών ανήκει στην κοινή συνταγματική παράδοση των κρατών μελών και είναι επικυρωμένη όχι μόνο από τα διάφορα διεθνή κείμενα (μεταξύ των άλλων και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) αλλά και από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τη διαρκή νομολογία του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εγγυάται το σεβασμό τω θεμελιωδών δικαιωμάτων, που συνιστούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Προς το σκοπό αυτό, το Δικαστήριο εμπνέεται από την κοινή συνταγματική παράδοση των κρατών μελών και από τις πρόνοιες των διεθνών συνθηκών που αφορούν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στις οποίες τα κράτη μέλη έχουν συνεργαστεί ή τις οποίες έχουν υπογράψει (βλ. ειδικότερα αποφάσεις 12ης Ιουνίου 2003, Υπόθεση C- 112/00, Schmidberger, Συλλ. Νομολ. σελ. I-5659, σημείο 71 και εν αυτώ αναφερόμενη νομολογία, και 10ης Ιουλίου 2003, συνεξετασθείσες υποθέσεις C-20/00 και C-64/00, Booker Aquaculture και Hydro Seafood, Συλλ. Νομολ. σελ. I-7411, σημείο 65 και εν αυτώ αναφερόμενη νομολογία).

Όμως, η προϋπόθεση της ύπαρξης νόμου επί ποινικού θέματος αποτελεί μέρος της κοινής συνταγματικής παράδοσης των κρατών μελών. Εξ αυτού προκύπτει ότι η εν λόγω προϋπόθεση πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου των οποίων ο σεβασμός πρέπει να είναι εγγυημένος.

Η αρχή της δημοκρατικής νομιμότητας δίδει στο Κοινοβούλιο, κατ’ αποκλειστικότητα, την εξουσία να αποφασίζει εάν, πώς και πότε θα τεθούν περιορισμοί στις προσωπικές ελευθερίες των πολιτών που αυτό αντιπροσωπεύει: αυτή είναι στην ουσία η προϋπόθεση της ύπαρξης νόμου.

Ο απόλυτος χαρακτήρας της προϋπόθεσης της ύπαρξης νόμου στα ποινικά θέματα αποτελεί εγγύηση δικονομική και ουσιαστική.

Το δικονομικό στοιχείο εκφράζει τη δημοκρατικότητα της έννομης τάξης, που πρέπει να εκφράζεται στον ύψιστο βαθμό στα ποινικά θέματα, λόγω της ιδιαίτερης φύσης των κυρώσεων.

Το ουσιώδες στοιχείο της προϋπόθεσης της ύπαρξης νόμου προβλέπει τη δυνατότητα ελέγχου των κοινοβουλευτικών αποφάσεων («των λαμβανομένων κατά πλειοψηφία») όχι μόνο δια του «τυπικού» μέσου του ελέγχου από τις κοινοβουλευτικές μειοψηφίες, αλλά –και κυρίως- χάρη στη διαφάνεια των λαμβανομένων πληροφοριών, των διαδικασιών επεξεργασίας των σχετικών στοιχείων, και των σκοπών που οι ποινικές αποφάσεις του Κοινοβουλίου υλοποιούν.

Οι απαράγραπτες αυτές εγγυήσεις αποσκοπούν στην προάσπιση της ατομικής ελευθερίας και εξαρτούν από το Νόμο την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, ακόμη και σε ό,τι αφορά την επιλογή των πράξεων που είναι κολάσιμες και των ποινών που ισχύουν.

Από αυτές τις εγγυήσεις απορρέουν:

α) η αρχή της αναδρομικής ισχύος του ευνοϊκότερου ποινικού νόμου (απόφαση 3ης Μαΐου 2005, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C-403/02 σημείο 68),

β) η απαγόρευση διασταλτικής ερμηνείας ποινικών διατάξεων επί το δυσμενέστερον για τον ενδιαφερόμενο και η επιβολή αυστηρών ορίων στην ερμηνεία των οδηγιών που αφορούν ποινικά θέματα (βλ. επ’ αυτού την από 12 Δεκεμβρίου 1996 απόφαση για τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-74/95 και C-129/95).

Κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναγκαίας προΰπαρξης νόμου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο πρόσφατα ακόμη διευκρίνισε (στην από 3 Μαΐου 2005 απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C-403/02) ότι μια οδηγία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα , αφεαυτής και ανεξάρτητα από τον εσωτερικό νόμο του κράτους μέλους που έχει εγκριθεί για την εφαρμογή της, να προσδιορίζει ή να επιδεινώνει την ποινική ευθύνη όσων παραβιάζουν τις προαναφερθείσες διατάξεις (αποφάσεις 8ης Οκτωβρίου 1987, υπόθεση 80/86, Kolpinghuis Nijmegen, Συλλ. Νομολ. σελ. 3969, σημείο 13, 7ης Ιανουαρίου 2004, υπόθεση C-60/02, X, μη ακόμη δημοσιευθείσα στη Συλλογή Νομολογίας, σημείο 61 και η εν αυτώ αναφερομένη νομολογία).

Συμπεράσματα

Υπάρχει η νομική βάση στη Συνθήκη ΕΚ για να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να προστατεύουν εν γένει το κοινοτικό δίκαιο μέσω της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Υπάρχει ακόμη η νομική βάση που επιτρέπει να προσδιορίζεται το είδος συμπεριφοράς που τιμωρείται ποινικώς και να ορισθούν οι πράξεις που πρέπει να θεωρούνται ως αδικήματα. Όμως, δεν νομίζουμε ότι μπορούμε να δεχθούμε την ύπαρξη νομικής βάσης για την εναρμόνιση των διατάξεων περί αδικημάτων και περί ποινικών κυρώσεων.

Εκείνο που προκύπτει τελικά κατά την άποψη του εισηγητή, είναι ότι πρέπει να χαιρετίσουμε την επιβεβαίωση μιας πιθανής, έστω και μερικής, ποινικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εφόσον αυτή συνοδευθεί από σαφείς ορισμούς και σκοπούς, ότι καλά κάνει η Επιτροπή που θα αποσύρει τις εκκρεμούσες προτάσεις και θα επανυποβάλει την ήδη εγκριθείσα νομοθεσία, εφόσον αυτή θεωρηθεί παράνομη υπό το πρίσμα της απόφασης του Δικαστηρίου, και ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποτραπεί η ενεργός συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτό τον τομέα.

12.4.2006

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

σχετικά με τις επιπτώσεις της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 13ης Σεπτεμβρίου 2005

(Υπόθεση C-176/03 Επιτροπή κατά Συμβουλίου)
(2006/2007(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης (*): Jean-Marie Cavada

(*) Ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ επιτροπών - άρθρο 47 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.       έχοντας επίγνωση ότι με την πάροδο των δεκαετιών η οικοδόμηση της Ευρώπης οδήγησε στη δημιουργία κοινού χώρου δικαίου, στο πλαίσιο του οποίου η ευρωπαϊκή και οι εθνικές έννομες τάξεις συναποτέλεσαν σταδιακά ένα νέο και πρωτότυπο οικοδόμημα που δεν στηρίζεται μόνον σε κοινές αξίες αλλά και στις βασικές αρχές της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου καθώς και της αγαστής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων (άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ),

Β.       λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε δράση της Κοινότητας υπόκειται στην αρχή της επικουρικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης,

Γ.        υπενθυμίζοντας ότι οι βασικές αρχές της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και της αγαστής συνεργασίας άπτονται και της εθνικής ποινικής νομοθεσίας των κρατών μελών, καθόσον τα κράτη μέλη οφείλουν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ:

-     να καταργήσουν οποιαδήποτε ποινική διάταξη είναι ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999 στην υπόθεση C-348/96, Donatella Calfa, σημείο 17: «πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, ναι μεν η ποινική νομοθεσία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η νομολογία όμως δέχεται παγίως ότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει περιορισμούς στην αρμοδιότητα αυτή, καθόσον η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να περιορίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο»(3)),

-     να προβλέψουν «αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές» κυρώσεις, μεταξύ άλλων ποινικές κυρώσεις όταν αυτό είναι απαραίτητο, για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989 στην υπόθεση 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας(4)· απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-58/95, Gallotti(5)· απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση C-378/97, Wisjenbeek(6)· απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1999 στην υπόθεση C-77/97, Unilever, σημείο 36: «… οι διατάξεις τις οποίες, … τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν, προκειμένου να αποφευχθεί …, πρέπει να προβλέπουν ότι μια τέτοια μορφή διαφημίσεως συνιστά παράβαση, και μάλιστα ποινικού χαρακτήρα, συνοδευομένη από κυρώσεις που έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα»(7)),

Δ.       λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επιβεβαίωσε τον γενικό κανόνα ότι τα θέματα ποινικής φύσης δεν εμπίπτουν στη σφαίρα αρμοδιοτήτων της Κοινότητας· λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, ότι όταν η εφαρμογή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινικών κυρώσεων, εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών αρχών, συνιστά απαραίτητο μέτρο για την καταπολέμηση των σοβαρών προσβολών του περιβάλλοντος, ο εν λόγω κανόνας δεν εμποδίζει την Κοινότητα να λαμβάνει σχετικά με το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών μέτρα τα οποία θεωρεί ότι είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίζει στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος,

Ε.        λαμβάνοντας υπόψη ότι, μέσω της νομολογίας του Δικαστηρίου αποσαφηνίζεται η κατάσταση σχετικά με τις εφαρμοστέες νομικές βάσεις του πρώτου ή του τρίτου πυλώνα,

ΣΤ.     υπενθυμίζοντας ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ κοινοτικής έννομης τάξης και ποινικής νομοθεσίας των κρατών μελών αποτελεί πλέον πρόδηλο φαινόμενο στο οποίο βασίζονται τόσο η θεωρία όσο και η νομολογία, αλλά ότι λόγω της απουσίας, μέχρι σήμερα, σαφών διατάξεων στη Συνθήκη, το Δικαστήριο των ΕΚ περιοριζόταν να διαπιστώνει ότι η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα να προβλέπει διοικητικές κυρώσεις και τηρούσε σιωπή για το θέμα των ποινικών κυρώσεων (απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-9/89, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Συμβουλίου(8)),

Ζ.        λαμβάνοντας υπόψη ότι το αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου περιορίζεται σε ποινικά θέματα σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, η οποία αποτελεί ένα από τα κύρια καθήκοντα της Κοινότητας, όπως ορίζεται στα άρθρα 2 και 3 της Συνθήκης ΕΚ,

Η.       λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει, συνεπώς, εξετάζεται προσεκτικά και να εφαρμόζεται κατά περίπτωση μόνον σε εκείνους τους τομείς που βρίσκονται μεταξύ των βασικών αρχών, στόχων και αρμοδιοτήτων της Κοινότητας,

Θ.       εκτιμώντας ότι το Δικαστήριο των ΕΚ εξέδωσε δικαστική απόφαση επί αρχής, η εμβέλεια της οποίας υπερβαίνει την πολιτική του περιβάλλοντος και εκτείνεται σε όλες τις κοινές πολιτικές και στις θεμελιώδεις ελευθερίες,

Ι.         εκτιμώντας ότι το Κοινοβούλιο καλείται να πρωτοστατήσει σ' αυτές τις εξελίξεις στο πλευρό των άλλων θεσμικών οργάνων με την ιδιότητά του ως νομοθετικού οργάνου που έχει το δημοκρατικό χρίσμα και αντιπροσωπεύει τους λαούς της Ευρώπης, ειδικότερα όταν συζητείται η θέσπιση διατάξεων που μπορούν να θίξουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες των πολιτών,

1.        επικροτεί την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στο μέτρο που αυτή διευκρινίζει ότι, για να καθορισθεί επακριβώς η νομική βάση μιας πράξης, πρέπει να γίνεται αναφορά στον στόχο και το περιεχόμενο την ίδιας της πράξης αυτής, και κατά συνέπεια ακυρώθηκε μια απόφαση πλαίσιο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος καθώς είχε εσφαλμένα βασισθεί στον τρίτο αντί για τον πρώτο·

2.        επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά ότι είναι επείγον να εφαρμοστεί η διαδικασία ενσωμάτωσης της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας επί ποινικών υποθέσεων στον κοινοτικό πυλώνα, δυνάμει του άρθρου 42 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθότι μόνον αυτός ο πυλώνας διασφαλίζει τις προϋποθέσεις της θέσπισης ευρωπαϊκών διατάξεων με πλήρη τήρηση της δημοκρατικής αρχής και της αποτελεσματικότητας λήψεως αποφάσεων και υπό τον κατάλληλο δικαστικό έλεγχο·

3.        θεωρεί ότι εν αναμονή αυτής της εξελίξεως είναι επείγουσα ανάγκη να ορισθεί μια συνεκτική πολιτική στρατηγική σχετικά με την επιβολή ποινικών κυρώσεων στην ευρωπαϊκή νομοθεσία· υπενθυμίζει ότι οι θεσπιζόμενες ποινικές διατάξεις πρέπει να είναι συνεκτικές μεταξύ τους, οποιαδήποτε κι αν είναι η νομική βάση ή ο «πυλώνας» στον οποίον στηρίζονται· εκφράζει άλλωστε τη λύπη του για το ότι οι ευρωπαίοι πολίτες είναι τελικά τα θύματα του σημερινού 'δυϊσμού' Κοινότητας/Ένωσης σε αυτά τα θέματα·

4.        θεωρεί ότι μια διαπυλωνική στρατηγική στον τομέα αυτόν απαιτεί:

-     στενότατη συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης καθώς και μεταξύ αυτών και των κρατών μελών,

-     μια ορισμένη ευελιξία κατά τον προσδιορισμό της φύσης και της εμβέλειας των κυρώσεων, κατά τρόπον ώστε να αποφευχθεί το ποινικό «ντάμπιγκ» και να ευνοείται η συνεργασία μεταξύ δικαστικών αρχών,

-     τη δημιουργία διαρθρωμένων μορφών συνεργασίας μεταξύ δικαστικών αρχών, την αμοιβαία αξιολόγηση και τη συγκέντρωση αξιόπιστων και συγκρίσιμων πληροφοριών σχετικά με τις επιπτώσεις που έχουν οι ποινικές διατάξεις οι οποίες στηρίζονται σε ευρωπαϊκούς νόμους·

υπενθυμίζει ότι είναι εξ ίσου σημαντικό να διατηρηθούν οι νομικές ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί στο εθνικό επίπεδο στον τομέα του ποινικού δικαίου και ζητεί να αναληφθεί μια προσεκτικά σταθμισμένη προσπάθεια για την ενσωμάτωση στα κοινοτικά κείμενα ποινικών διατάξεων αναγκαίων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, οποιαδήποτε κι αν είναι η φύση τους, ζητεί δε εν προκειμένω στενότερη συνεργασία με τα εθνικά κοινοβούλια· καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει, σε συνεργασία με την Eurojust και το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο, συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την εφαρμογή στο έδαφος των κρατών μελών ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται από ευρωπαϊκά μέτρα· εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρωτοβουλία που έλαβαν τα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια των κρατών μελών να συναντώνται on-line προκειμένου να συζητούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος που συνδέονται με τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων, ειδικότερα, το θέμα της συνύπαρξης ευρωπαϊκών και εθνικών ποινικών διατάξεων·

5.        αποδέχεται κατ' αρχήν την πρόταση της Επιτροπής να αρχίσει το συντομότερο δυνατόν τριμερής διάλογος μεταξύ Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής, αλλά θεωρεί ότι αυτός ο τριμερής διάλογος πρέπει να καθορίσει το γενικό πλαίσιο αναφοράς των θεσμικών οργάνων που μνημονεύονται στην προηγούμενη παράγραφο, καθώς και τις προσιδιάζουσες στον ειδικό αυτόν τομέα μεθόδους εκ των προτέρων αξιολόγησης των νομοθετικών επιπτώσεων·

6.        θεωρεί ότι ο ευρωπαίος νομοθέτης πρέπει να περιορίσει την προσφυγή στις ποινικές κυρώσεις μόνον στις περιπτώσεις όπου αυτό είναι απαραίτητο και αναγκαίο για την προάσπιση:

-     των δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών και άλλων προσώπων (όπως η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων καθώς και η καταπολέμηση των ρατσιστικών μορφών συμπεριφοράς ή εκείνων που προκαλούν σοβαρές διακρίσεις),

-     των ζωτικών συμφερόντων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών της συμφερόντων ή της καταπολέμησης της παραχάραξης του ευρώ·

7.        ζητεί από την Επιτροπή να εφαρμόσει την απόφαση του Δικαστηρίου μόνον στους τομείς εκείνους που είναι μεταξύ των κύριων αρχών, στόχων και αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και να την εφαρμόσει με προσοχή κατά περίπτωση και πάντοτε σε συνεργασία με το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

8.        θεωρεί ότι θα πρέπει συγκεκριμένα να έχει διαπιστωθεί ότι υπήρξε συχνή και καθ' υποτροπήν παραβίαση των κοινοτικών νόμων και ότι ήταν αδύνατο να αποτραπεί η παραβίαση αυτή με την ισχύουσα νομοθεσία, ούτε καν με την προσφυγή στο εθνικό δίκαιο·

9.        συμφωνεί με την Επιτροπή, βραχυπρόθεσμα, ως προς την ανάγκη να αποσυρθούν ή να τροποποιηθούν οι εκκρεμείς νομοθετικές προτάσεις εφόσον βασίζονται σε νομική βάση, η οποία σύμφωνα με την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένη·

10.      καλεί την Επιτροπή να έχει κατά νου ότι οι προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση ποινικών διατάξεων που απορρέουν από τον πρώτο πυλώνα πρέπει να είναι σαφείς και εκ των προτέρων καθορισμένες, και ότι θα ισχύουν μόνον εφόσον η τήρηση των κοινοτικών κανόνων δεν μπορεί να εξασφαλισθεί διαφορετικά παρά μόνον με την προσφυγή σε ποινικές κυρώσεις·

11.      υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο των ΕΚ έχει κρίνει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να θεσπίσει μέτρα σχετικά με το ποινικό δίκαιο, οποιαδήποτε κι αν είναι η φύση τους, υπό την προϋπόθεση ότι είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, καθώς επίσης ότι έχει συμπεριλάβει ρητώς στην κοινοτική αρμοδιότητα τη δυνατότητα εναρμόνισης του επιπέδου των ποινικών κυρώσεων.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Επιπτώσεις της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 (Υπόθεση C-176/03 Επιτροπή κατά Συμβουλίου)

Αριθμός διαδικασίας

2006/2007(INI)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

JURI

Γνωμοδότηση της
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

LIBE
19.1.2006

Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

19.1.2006

Συντάκτης γνωμοδότησης
  Ημερομηνία ορισμού

Jean-Marie Cavada
23.1.2006

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν

 

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

22.2.2006

3.4.2006

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

3.4.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

-:

0:

22

17

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Alexander Nuno Alvaro, Edit Bauer, Johannes Blokland, Kathalijne Maria Buitenweg, Michael Cashman, Giusto Catania, Jean-Marie Cavada, Carlos Coelho, Fausto Correia, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Kinga Gál, Lilli Gruber, Adeline Hazan, Timothy Kirkhope, Ewa Klamt, Wolfgang Kreissl-Dörfler, Barbara Kudrycka, Σταύρος Λαμπρινίδης, Henrik Lax, Claude Moraes, Hartmut Nassauer, Martine Roure, Inger Segelström, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Manfred Weber, Stefano Zappalà, Tatjana Ždanoka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Παναγιώτης Δημητρίου, Gérard Deprez, Genowefa Grabowska, Ignasi Guardans Cambó, Jeanine Hennis-Plasschaert, Sophia in 't Veld, Bill Newton Dunn, Siiri Oviir, Herbert Reul, Marie-Line Reynaud

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Simon Busuttil, David Casa, Salvatore Tatarella

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Επιπτώσεις της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 (C-176/03 Επιτροπή κατά Συμβουλίου)

Αριθ. διαδικασίας

2006/2007(INI)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια της έγκρισης εκπόνησης

JURI
19.1.2006

Γνωμοδοτικές επιτροπές
Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

CONT

19.1.2006

 

ENVI

19.1.2006

 

TRAN

19.1.2006

LIBE

19.1.2006

 

Αποφάσισαν να μη γνωμοδοτήσουν
  Ημερομηνία της απόφασης

CONT

22.2.2006

ENVI

30.1.2006

TRAN

24.1.2006

 

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

LIBE
19.1.2006

 

 

 

 

Εισηγητής
  Ημερομηνία ορισμού

Giuseppe Gargani

29.11.2006

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

30.1.2006

23.2.2006

4.5.2006

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

4.5.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+ :

- :

0 :

14

7

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Maria Berger, Rosa Díez González, Bert Doorn, Monica Frassoni, Giuseppe Gargani, Piia-Noora Kauppi, Klaus-Heiner Lehne, Marcin Libicki, Hans-Peter Mayer, Aloyzas Sakalas, Francesco Enrico Speroni, Gabriele Stauner, Andrzej Jan Szejna, Rainer Wieland, Jaroslav Zvěřina, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Eva Lichtenberger, Toine Manders, Manuel Medina Ortega, Alexander Radwan, Michel Rocard, Andrzej Tomasz Zapałowski

Αναπληρωτής (άρθρο 178, παρ. 2) παρών κατά την τελική ψηφοφορία

Stefano Zappalà

Ημερομηνία κατάθεσης

8.5.2006

 

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

...

 

(1)

Π.χ. η από 2 Ιουλίου 2005 απόφαση-πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ του Συμβουλίου, περί ενίσχυσης του ποινικού πλαισίου για την καταστολή της ρύπανσης από πλοία.

(2)

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις νομικές βάσεις και το σεβασμό του κοινοτικού δικαίου (2001/2151(INI)), ΕΕ C 076 της 25ης Μαρτίου 2004.

(3)

Συλλογή 1999, σελ. Ι-11.

(4)

Συλλογή 1989, σελ. 2965.

(5)

Συλλογή 1996, σελ. Ι-4345.

(6)

Συλλογή 1999, σελ. Ι-6207.

(7)

Συλλογή 1999, σελ. Ι-431.

(8)

Συλλογή 1990, σελ. Ι-1383, σημείο 27.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου