Διαδικασία : 2005/0019(CNS)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0209/2006

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0209/2006

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 06/07/2006 - 6.1
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2006)0303

ΕΚΘΕΣΗ     *
PDF 215kWORD 201k
9.6.2006
PE 370.299v02-00 A6-0209/2006

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ όσον αφορά ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στην απλούστευση της διαδικασίας επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας και στη συμβολή στην πάταξη των περιπτώσεων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, καθώς και για την κατάργηση ορισμένων αποφάσεων χορήγησης παρεκκλίσεων

(COM(2005)0089 – C6‑0100/2005 – 2005/0019(CNS))

Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

Εισηγητής: Christoph Konrad

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ όσον αφορά ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στην απλούστευση της διαδικασίας επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας και στη συμβολή στην πάταξη των περιπτώσεων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, καθώς και για την κατάργηση ορισμένων αποφάσεων χορήγησης παρεκκλίσεων

(COM(2005)0089 – C6‑0100/2005 – 2005/0019(CNS))

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2005)0089)(1),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 93 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6‑0100/2005),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A6‑0209/2006),

1.  εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.  καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ·

3.  καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.  ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

5.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή  Τροπολογίες του Κοινοβουλίου

Τροπολογία 1

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 1Α (νέα)

 

(1α) Προκειμένου να προστατευθεί η Κοινότητα από οικονομικές ζημίες στον τομέα του ΦΠΑ, ιδιαίτερα ζημίες που προκύπτουν από δόλιες ή άλλες παράνομες διασυνοριακές δραστηριότητες, δέσμευση που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 280 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη πρέπει να συνεργάζονται στενά με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

Τροπολογία 2

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 9Α (νέα)

 

(9α) Η φορολογική κυριαρχία των κρατών μελών δεν θίγεται με την παρούσα οδηγία.

Τροπολογία 3

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 9Β (νέα)

 

(9β) Προς το συμφέρον της αποτελεσματικής καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, ο εκσυγχρονισμός των παρεκκλίσεων πρέπει να αποτελεί μόνο ένα περιορισμένο τμήμα ενός εκτεταμένου προγράμματος μεταρρύθμισης του καθεστώτος του φόρου προστιθέμενης αξίας της ΕΕ και, για το λόγο αυτό, πρέπει να αναληφθούν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις του καθεστώτος, με στόχο, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκσυγχρονισμός και η απλοποίηση, για παράδειγμα, των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, των ηλεκτρονικών υπηρεσιών, των περιπτώσεων διπλής φορολόγησης και των δημόσιων υπηρεσιών.

Τροπολογία 4

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 9Δ (νέα)

(9δ) Τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη όσον αφορά οποιαδήποτε αλλαγή του συστήματος επιβολής του Φόρου Προστιθεμένης Αξίας θα πρέπει να είναι η αποτελεσματικότητα της είσπραξης του φόρου, η ισότητα φορολογικής μεταχείρισης, καθώς και ο εύχρηστος χαρακτήρας για τις επιχειρήσεις.

Αιτιολόγηση

Ενόψει της ήδη ισχύουσας μεγάλης ποικιλίας και ασάφειας των ρυθμίσεων που υφίστανται στον τομέα του φόρου προστιθεμένης αξίας, θα πρέπει μια ενδεχόμενη αλλαγή του συστήματος να οδηγήσει στο ότι όλοι οι πολιτικά τεθέντες στόχοι θα μπορούν να επιτευχθούν με τον πλέον απλό τρόπο. Θα πρέπει να υπάρξουν νομικές διατάξεις οι οποίες θα είναι ευκολότερες ως προς τη χρήση τους και πλέον αποτελεσματικές.

Τροπολογία 5

ΑΡΘΡΟ 1ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

Άρθρο 4, παράγραφος 4 (οδηγία 77/388/ΕΟΚ)

(1) Στο άρθρο 4 παράγραφος 4 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν ένα κράτος μέλος ασκεί τη δυνατότητα επιλογής που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, οφείλει να διασφαλίζει ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν δημιουργεί ούτε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα ούτε αδικαιολόγητη ζημία για τους υποκείμενους στο φόρο».

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Οι νομικές προϋποθέσεις γι' αυτή τη διάταξη δεν είναι ακριβείς και ενέχουν γι' αυτό το λόγο τον κίνδυνο ανασφάλειας δικαίου και/ή καταχρηστικής εφαρμογής.

Τροπολογία 6

ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2

Άρθρο 5, παράγραφος 8, δεύτερη πρόταση (οδηγία 77/388/ΕΟΚ)

(2) Στο άρθρο 5 παράγραφος 8 η δεύτερη πρόταση αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, τα Κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο προς αποτροπή στρεβλώσεως των όρων του ανταγωνισμού, εάν ο λήπτης δεν υπόκειται πλήρως στον φόρο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν δημιουργείται αδικαιολόγητο πλεονέκτημα ή αδικαιολόγητη ζημία.»

διαγράφεται

Αιτιολόγηση

Βλέπε τροπολογία 2.

Τροπολογία 7

ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 7

Άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο (γ α ) (νέο) (οδηγία 77/388/ΕΟΚ)

 

(γα) Η διάκριση ανάμεσα στις παροχές εκείνες για τις οποίες ο υπόχρεος στο φόρο λήπτης οφείλει το φόρο, και τις άλλες παροχές για τις οποίες, όπως έως τώρα, ο φόρος οφείλεται από την επιχείρηση που παρέχει την υπηρεσία, πρέπει να είναι για τις επιχειρήσεις σαφώς και αναμφισβητήτως ταυτοποιήσιμη και ελέγξιμη.

Αιτιολόγηση

Προς το συμφέρον των επιχειρήσεων είναι πολύ σημαντικό όπως για τους τομείς για τους οποίους ισχύει η αντιστροφή της οφειλής του φόρου, είναι σαφώς και αναμφισβητήτως καθορισμένοι και να είναι σαφώς διακριτός ο διαχωρισμός από τις παροχές, οι οποίες έως τώρα απαιτούν την τιμολόγηση από την παρέχουσα επιχείρηση. Ανασφάλειες και διαφορές όσον αφορά τον τρόπο της τιμολόγησης οδηγούν σε περαιτέρω γραφειοκρατικές και οικονομικές επιβαρύνσεις των επιχειρήσεων.

Τροπολογία 8

ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 7Α (νέα)

Άρθρο 30 α (νέο) (οδηγία 77/388/ΕΟΚ)

 

(7α) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

 

"Άρθρο 30α

 

Προκειμένου να παταχθεί η διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ η οποία θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, ιδιαίτερα η γνωστή ως απάτη καρουσέλ, τα κράτη μέλη καλούν τις αρμόδιες υπηρεσίες τους να συνεργασθούν στενά με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), εάν υπάρχει υπόνοια απάτης σε αυτόν τον τομέα. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την πρόοδο που έχει επιτελεσθεί σε αυτόν τον τομέα στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής της σύμφωνα με το άρθρο 280, παράγραφος 5 της Συνθήκης."

Τροπολογία 9

ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 7Β (νέα)

Άρθρο 34 α (νέο) (οδηγία 77/388/ΕΟΚ)

 

(7β) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

 

"Άρθρο 34α

 

Η Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστώσει το βέλτιστο μακροπρόθεσμο σύστημα είσπραξης του ΦΠΑ για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκπονεί συνοπτική συγκριτική μελέτη, η οποία εξετάζει τους εθνικούς προβληματισμούς σχετικά με αυτό το ζήτημα και εντοπίζει τις ποικίλες συνέπειες που θα έχει η αλλαγή του συστήματος και η μετάβαση στο μοντέλο αντίστροφης χρέωσης (reverse charge model), καθώς και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα για τα κράτη μέλη της ΕΕ και για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση."

(1)

Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην ΕΕ.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ι.         Νομοθετικό πλαίσιο

Η πρώτη οδηγία για τον ΦΠΑ ανατρέχει στο 1967(1) και θεωρείται ως η πρώτη πολιτική και νομική δέσμευση για την ίδρυση ενός κοινού συστήματος ΦΠΑ, στηρίζοντας το στόχο της καθιέρωσης μιας υγιούς και ανταγωνιστικής κοινής αγοράς με "συμβατά" συστήματα ΦΠΑ. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 όλα τα κράτη μέλη εισήγαγαν κοινό καθεστώς ΦΠΑ.

Το δεύτερο σημαντικό βήμα έγινε με την έκτη οδηγία ΦΠΑ(2), η οποία εισάγει μια ευρέως ενιαία βάση φορολόγησης για συναλλαγές. Στη συνέχεια, σε συμφωνία με την "Λευκή Βίβλο της ενιαίας αγοράς" του 1985, η Επιτροπή υπέβαλε δέσμη προτάσεων γι' αυτό το θέμα. Αυτές ωστόσο θεωρήθηκαν απαράδεκτες από τις κυβερνήσεις και κατέστη σαφές ότι δεν θα ήταν δυνατόν να τηρηθεί το καθορισθέν χρονοδιάγραμμα, που προέβλεπε την καθιέρωση ενός κοινού συστήματος έως το 1993. Το Συμβούλιο αποφάσισε κατά συνέπεια να εισαγάγει ένα μεταβατικό καθεστώς που καταργούσε τους φορολογικούς ελέγχους στα σύνορα. Έκτοτε, το δήθεν προσωρινό σύστημα του ΦΠΑ (που η ισχύς του θα έληγε το τέλος του 1996), συνεχίζει γενικώς να εφαρμόζεται στις συναλλαγές εντός της ΕΕ.

ΙΙ.       Επιχειρήματα υπέρ μιας αλλαγής και στόχοι της πρότασης

Το 1996, η Επιτροπή επανήλθε με μια νέα πρόταση που απέβλεπε στην εισαγωγή ενός κοινού συστήματος. Το σύστημα αυτό απεδείχθη δυσεφάρμοστο, παρά την εγκατάλειψη της προσέγγισης του "Big Bang" που προκρίθηκε το 1987 (άμεση αλλαγή) και παρά το ότι η πρόταση του 1996 προέβλεπε προοδευτική αλλαγή.

Μεριμνώντας να διασφαλίσει τη συνεκτικότητα μεταξύ των νέων πρωτοβουλιών και της ήδη ισχύουσας νομοθεσίας, η Επιτροπή αποφάσισε να προσανατολιστεί προς μια βελτίωση των ισχυουσών "μεταβατικών διατάξεων". Η νέα αυτή στρατηγική ανακοινώθηκε το 2003(3) και οι συστάσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής βασίζονταν σε μια μείζονα διαπίστωση: το υφιστάμενο σύστημα του ΦΠΑ επιβάλλει υπερβολικό κόστος και περιορισμούς στις επιχειρήσεις. Τον Οκτώβριο του 2003, η Επιτροπή δημοσίευσε μια αναθεωρημένη στρατηγική. Η υπό εξέταση πρόταση μπορεί να θεωρηθεί ως μια "άσκηση εξορθολογισμού" της οποίας ο γενικός στόχος είναι να τροποποιήσει την 6η οδηγία για τον ΦΠΑ προκειμένου να προσφέρει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εγκρίνουν ταχέως νομικώς ορθά μέτρα για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού, την καταπολέμηση της απώλειας εσόδων και την απλοποίηση της διαδικασίας είσπραξης του ΦΠΑ.

-     παρεκκλίσεις - χορηγούνται δυνάμει του άρθρου 27 που επιτρέπει σε κάθε κράτος μέλος να εισάγει ειδικά μέτρα προκειμένου να απλοποιήσει την είσπραξη του φόρου και την καταπολέμηση των προβλημάτων φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής απάτης. Επί του παρόντος έχουν χορηγηθεί 140 παρεκκλίσεις και ο αριθμός τους αυξάνεται. Γνωρίζοντας την έλλειψη διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου, η Επιτροπή αποφάσισε να αναλάβει ορισμένες προσπάθειες για να εξορθολογίσει την κατάσταση διευρύνοντας, σε προαιρετική βάση, ορισμένες ατομικές παρεκκλίσεις ιδιαίτερα αποτελεσματικές στο σύνολο των κρατών μελών, χωρίς να προσφύγει σε ατομικές εξουσιοδοτήσεις όπως συμβαίνει επί του παρόντος. Η Επιτροπή κρίνει ότι μια ευρύτερη χρήση αυτών των παρεκκλίσεων θα προστάτευε τις έντιμες επιχειρήσεις κατά των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν οι ανταγωνιστές που διαπράττουν φοροδιαφυγή και φορολογικές απάτες·

-     φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή - διέπεται από το άρθρο 22 (8) και δίνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιβάλλουν άλλες υποχρεώσεις που κρίνουν αναγκαίες για την είσπραξη του ΦΠΑ και την πρόληψη της φοροδιαφυγής·

-     απλοποίηση της εφαρμογής του φόρου - λειτουργεί στο πλαίσιο του τίτλου XIV και επιτρέπει την προαιρετική εφαρμογή διαδικασιών απλοποίησης για την είσπραξη του ΦΠΑ ή την απαλλαγή από το φόρο για ορισμένους φορολογούμενους (ειδικά καθεστώτα για μικρές επιχειρήσεις, γεωργούς, κλπ). Ο προαιρετικός χαρακτήρας αυτής της διάταξης οδήγησε στην απλοποίηση συστημάτων που διαφέρουν σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο και αυτό δημιούργησε σύγχυση.

Σύμφωνα με την κατάταξη της Επιτροπής υπάρχουν τρεις κατηγορίες μέτρων που περιέχονται στην πρόταση, τα οποία είναι δυνατόν να ταυτοποιηθούν ως ακολούθως:

Προληπτικά μέτρα: δεν απορρέουν άμεσα από τις παρεκκλίσεις.

-          ενίσχυση των προληπτικών διατάξεων στους τομείς "ομαδοποίησης" (νομική ανεξαρτησία αλλά ύπαρξη στενών χρηματοπιστωτικών οικονομικών και οργανωτικών δεσμών μεταξύ των φορολογουμένων) και μεταφορά με συνέχιση της εκμετάλλευσης (μεταφορά του συνόλου ή μέρους του ενεργητικού)·

-          διευκρίνιση των προσαρμογών των εκπτώσεων σε σχέση με κεφαλαιουχικά αγαθά (άρθρο 20 (2) και (3) ) που μπορούν επίσης να εφαρμοστούν σε υπηρεσίες κεφαλαιουχικής φύσεως δηλαδή που αποτελούν μακροπρόθεσμη επένδυση·

Ελάσσονες διατάξεις:

-         προαιρετική επέκταση των ειδικών μέτρων που αναφέρονται στο εμπόριο χρυσού προκειμένου να αντιμετωπιστεί αποφυγή του ΦΠΑ στο χρυσό ως επένδυση (που απαλλάσσεται του ΦΠΑ) όταν χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών (που επιβαρύνεται με ΦΠΑ κατά την παράδοση)·

Ουσιώδεις διατάξεις:

-         προαιρετικές διατάξεις που επιτρέπουν υπό ορισμένες προϋποθέσεις και εκτός των συνήθων καθημερινών συναλλαγών, την εκτίμηση/ επανεκτίμηση προμηθειών στην αγοραία τιμή που είναι ένας από τους πλέον ευάλωτους τομείς για φοροδιαφυγή·

-         επέκταση της προαιρετικής χρήσης αντιστροφής της οφειλής για ειδικές πράξεις που πραγματοποιούνται για λογαριασμό φορολογουμένων, όπως οι παροχές υπηρεσιών που συνδέονται με τις κατασκευές και τη διάθεση προσωπικού που συμμετέχει σε αυτές τις δραστηριότητες, υπηρεσίες σχετικές με απορρίμματα, και ανακυκλώσιμα υλικά, ακίνητα οικοδομημένα ή όχι για τα οποία έχει ασκηθεί η επιλογή φορολόγησης· αγαθά που έχουν δοθεί σε εγγυοδοσία· αγαθά που έχουν πωληθεί κατόπιν εκχώρησης δικαιώματος επιφύλαξης ή ιδιοκτησίας σε εκχωρητή που ασκεί το δικαίωμά του ή την πώληση ακινήτων στο πλαίσιο δικαστικής εκκαθάρισης. Αυτοί είναι τομείς που έχουν αποδειχθεί προβληματικοί για τα κράτη μέλη και στους οποίους τα κανονικά μέτρα είναι ανεπαρκή.

ΙΙΙ.     Η γνώμη του εισηγητή

Ο εισηγητής εγκρίνει και υποστηρίζει το στόχο αυτής της πρωτοβουλίας της Επιτροπής. Επί του παρόντος εφαρμόζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με ατομικές ρυθμίσεις περισσότερες από 140 εθνικές παρεκκλίσεις από την ισχύουσα οδηγία του φόρου προστιθέμενης αξίας, οι οποίες συχνά έχουν σχέση με παρόμοιες περιπτώσεις της απάτης σε θέματα φόρου προστιθέμενης αξίας. Ενώπιον της διεύρυνσης της ΕΕ είναι ανοδική η τάση νέων αιτήσεων για εθνικές παρεκκλίσεις. Η σύνοψη των ήδη σε ορισμένα κράτη της ΕΕ ισχυουσών και καλώς λειτουργουσών παρεκκλίσεων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής είναι κατ' αυτόν τον τρόπο ευπρόσδεκτη, προκειμένου όλα τα κράτη της ΕΕ - εφόσον το επιθυμούν - να μπορούν να αξιοποιούν αυτές τις ρυθμίσεις στον αγώνα κατά της φορολογικής απάτης. Ο εξορθολογισμός και η απλοποίηση των ισχυουσών διατάξεων επιτρέπει την ταχεία κινητοποίηση των μέσων, χωρίς να πρέπει κάθε κράτος να ζητεί το ίδιο τέτοιες παρεκκλίσεις που αποτελεί ενδεχομένως καθαρή επικάλυψη αιτήσεων που έχουν ήδη υποβληθεί από άλλα κράτη. Ιδιαίτερα για τα κράτη της ΕΕ της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης καθίσταται ο αγώνας κατά της απάτης του φόρου προστιθέμενης αξίας σημαντικά απλούστερος και είναι δυνατή η ταχύτερη εφαρμογή των μέσων. Κατ' αυτόν τον τρόπο είναι δυνατή η αποτελεσματικότερη και ταχύτερη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής σε επίπεδο ΕΕ με τα ήδη διαθέσιμα μέσα, χωρίς να γίνεται αναγκαία μια θεμελιώδης αλλαγή του συστήματος στην επιβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας στην Ευρώπη. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο της ΕΕ και τα κράτη της ΕΕ αποκτούν κατ' αυτόν τον τρόπο μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Επιπλέον προβλέπεται ο εξορθολογισμός των ασαφών παρεκκλίσεων με μέτρα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης του φόρου βρίσκεται σε οικονομική δυσχέρεια.

Σε ορισμένα κράτη μέλη πραγματοποιείται συζήτηση από μακρού κατά την αναζήτηση αποτελεσματικών μεθόδων κατά της απάτης στο φόρο κύκλου εργασιών για μια θεμελιώδη αλλαγή του συστήματος στην επιβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Εν προκειμένω φαίνεται το Reverse-Charge-Model, δηλαδή η αντιστροφή της φορολογικής οφειλής στις επιχειρήσεις, οι οποίες αποκτούν ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ότι προσφέρει ορισμένα πλεονεκτήματα. Οι υποστηρικτές είναι πεπεισμένοι ότι η οργανωμένη εθνική και διεθνής φορολογική απάτη μπορεί να καταπολεμηθεί αποτελεσματικότερα με αυτό το σύστημα. Ακριβώς οι μεσαίες επιχειρήσεις πέφτουν συχνά θύματα των απατών στο φόρο κύκλου εργασιών, κατά τρόπο που η μείωση αυτής της επιβάρυνσης πρέπει να αποτελεί σημαντικό στόχο της πολιτικής της ΕΕ για τις επιχειρήσεις. Οι αντίπαλοι αυτής της αλλαγής συστήματος έχουν όμως την άποψη ότι ακριβώς στις μεσαίες επιχειρήσεις απειλούνται με το Reverse-Charge-Modell, περισσότερες επιβαρύνσεις και διοικητική δαπάνη. Ο εισηγητής συνιστά στην Επιτροπή η οποία έως τώρα απορρίπτει μια αλλαγή του συστήματος, να παρακολουθήσει τη συζήτηση των κρατών μελών γι' αυτό τόσο για τα κράτη της ΕΕ όσο και για τις επιχειρήσεις σημαντικό θέμα ενεργά και εντατικά, προκειμένου να εξεύρει την ορθή λύση. Η Επιτροπή θα πρέπει γι' αυτό το σκοπό να υποβάλλει περιεκτική συγκριτική σύνοψη, η οποία εξετάζει τους διάφορους εθνικούς προβληματισμούς και τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης αλλαγής του συστήματος καθώς και εκθέτει συγκεκριμένα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά της. Η Επιτροπή θα πρέπει εγκαίρως και τακτικά να προκαλέσει τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου σ' αυτή τη συζήτηση.

Εκτός από αυτό το θέμα αρχής που πρέπει να διευκρινιστεί μελλοντικά το προκείμενο σχέδιο της Επιτροπής δεν αποτελεί νέα πρωτοβουλία της Επιτροπής, αλλά μια λογική απλοποίηση, ενοποίηση και εν μέρει επίσης πιο ευέλικτη άρθρωση ισχυόντων κανόνων. Αυτοί θα πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση των κρατών μελών εναλλακτικά, δηλαδή παράλληλα με τους επίσης περαιτέρω ισχύοντες κανόνες και τις τεχνικές ρυθμίσεις παρεκκλίσεων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής. Τα κράτη δεν πρέπει να εφαρμόζουν αυτούς τους κανόνες - ή θα μπορούν να τους εφαρμόζουν και επιλεκτικά, όπως όσον αφορά ειδικούς δράστες φορολογικών απατών στη χώρα τους, αλλά όχι σε όλους τους επιχειρηματίες. Και στο μέλλον υφίσταται η δυνατότητα - εφόσον είναι αναγκαίο - για ειδικά προβλήματα να ζητούνται εθνικοί κανόνες παρεκκλίσεων. Ήδη το 2004 βελτίωσε και κατέστησε διαφανέστερη τη διαδικασία αιτήσεως περιπτώσεων παρεκκλίσεως (οδηγία 2004/7/ΕΚ). Πρέπει σε κάθε περίπτωση να χαιρετηθεί ότι γίνεται μια αρχή με την προκείμενη πρωτοβουλία και να γίνει το επιδιωκόμενο που είναι τώρα εφικτό ταχέως στο πλαίσιο της καταπολέμησης της φορολογικής απάτης.

Σε πολλή περιορισμένη έκταση εισάγει η Επιτροπή την αντιστροφή της οφειλής του φόρου με την επέκταση του μηχανισμού Reverse-Charge σε ορισμένες περιπτώσεις: η τακτοποίηση της έκπτωσης του φόρου που καταβλήθηκε σε προηγούμενο στάδιο, όπως ισχύει σε "επενδυτικά αγαθά" (ο ορισμός πραγματοποιείται από τα κράτη μέλη) πρέπει τώρα πλέον να ισχύει ρητά και για τέτοιες υπηρεσίες οι οποίες έχουν χαρακτηριστικά "επενδυτικών αγαθών" και αντιμετωπίζονται ως τέτοιες. Σ' αυτές εμπίπτουν υπηρεσίες τις οποίες χρησιμοποιούν για πολύ χρόνο επιχειρήσεις. Σε ορισμένους κλάδους είναι ιδιαίτερα δυσχερής ο έλεγχος της πληρωμής του φόρου προστιθέμενης αξίας, όπως στις κατασκευές ή σε ορισμένες προμήθειες απορριμμάτων. Το νέο παράρτημα ΙΓ αναφέρει, ποιές μορφές απορριμμάτων αναφέρονται εν προκειμένω. Ακριβώς εδώ πρέπει προς το συμφέρον των επιχειρήσεων να υπάρξει μέριμνα ώστε ο ορισμός των τομέων, για τους οποίους ισχύει η αντιστροφή της οφειλής του φόρου, να είναι ακριβής και αναμφισβήτητος και όπως ο διαχωρισμός από τις παροχές, οι οποίες απαιτούν όπως έως τώρα την εκκαθάριση από την παρέχουσα επιχείρηση, είναι σαφώς αντιληπτές. Αβεβαιότητες και διαφορές όσον αφορά τον τρόπο της τιμολόγησης οδηγούν σε περαιτέρω γραφειοκρατικές και οικονομικές επιβαρύνσεις των επιχειρήσεων και θα ήταν κατ' αυτόν τον τρόπο μάλλον αντιπαραγωγικές. Πρέπει κατά συνέπεια να αποφευχθούν.

Αυτό αποτελεί μια λογική πρωτοβουλία για τον εξορθολογισμό ισχυουσών ρυθμίσεων, διατηρουμένων παραλλήλως των περιθωρίων ελιγμών των εθνικών αποφάσεων. Η εναρμόνιση της επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας είναι ωστόσο κατά την άποψη του εισηγητή η μόνη φορολογική πολιτική η οποία πρέπει να ρυθμιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εκτός αυτού ο φορολογικός ανταγωνισμός αποτελεί ένα κεντρικό στοιχείο της θετικής οικονομικής ανάπτυξης στα κράτη της ΕΕ ο οποίος πρέπει οπωσδήποτε να διατηρηθεί.

(1)

Οδηγία του Συμβουλίου 77/227/ΕΟΚ της 11.4.1967 (ΕΕ 71 της 14.4.1967).

(2)

Οδηγία του Συμβουλίου 77/388/ΕΟΚ της 17.05.77 (ΕΕ L 145 της 13.06.77)

(3)

COM(2000)348 της 7.06.2000


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ (4.5.2006)

προς την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ όσον αφορά ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στην απλούστευση της διαδικασίας επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας και στη συμβολή στην πάταξη των περιπτώσεων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, καθώς και για την κατάργηση ορισμένων αποφάσεων χορήγησης παρεκκλίσεων

(COM(2005)0089 – C6‑0100/2005 – 2005/0019(CNS))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Herbert Bösch

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 27 της έκτης οδηγίας για τον φόρο προστιθέμενης αξίας(1), το Συμβούλιο δύναται, προτάσει της Επιτροπής, να επιτρέπει ομοφώνως σε κάθε κράτος μέλος τη λήψη ειδικών μέτρων, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας, με σκοπό την απλούστευση της διαδικασίας επιβολής του φόρου ή την αποτροπή ορισμένων περιπτώσεων φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής.

Επί του παρόντος, εφαρμόζονται στα κράτη μέλη άνω των 140 παρεκκλίσεων. Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί στο εγγύς μέλλον, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη τα οποία προσεχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004, υποβάλλουν τώρα αιτήσεις για παρεκκλίσεις. Επιπλέον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι υφίστανται άλλα ειδικά μέτρα στη νομοθεσία τους για τα οποία θα απαιτηθεί κοινοτική νομική βάση.

Στην ανακοίνωσή της, της 7ης Ιουνίου 2000, στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με μία στρατηγική που αποβλέπει στη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος ΦΠΑ στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς(2), η Επιτροπή πρότεινε τον εξορθολογισμό των πολυάριθμων παρεκκλίσεων που ίσχυαν τότε. Στην ανακοίνωσή της, της 20ής Οκτωβρίου 2003(3), σχετικά με τον απολογισμό και την αναθεώρηση αυτής της στρατηγικής, η Επιτροπή επανέλαβε αυτήν την πρόταση. Σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, στο πλαίσιο αυτού του εξορθολογισμού όλα τα κράτη μέλη θα είχαν τη δυνατότητα εφαρμογής ορισμένων παρεκκλίσεων μέσω τροποποίησης της έκτης οδηγίας για τον φόρο προστιθέμενης αξίας. Αντικείμενο αυτής της τροποποίησης θα ήταν οι παρεκκλίσεις που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές και αφορούν προβλήματα τα οποία εμφανίζονται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη.

Ο αριθμός των παρεκκλίσεων και το γεγονός ότι οι παρεκκλίσεις αφορούν παρόμοιους τομείς μαρτυρούν ότι η είσπραξη του φόρου προστιθέμενης αξίας τα τελευταία χρόνια, ακριβώς λόγω της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, έχει γίνει ένα σοβαρό πρόβλημα.

Οι περιπτώσεις απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, ιδιαίτερα στο πλαίσιο ενδοκοινοτικών κυκλοτερών συναλλαγών (καρουσέλ), προκαλούν κάθε χρόνο μεγάλη οικονομική ζημία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, οι συνολικές απώλειες σε εθνικά έσοδα προερχόμενα από το φόρο προστιθέμενης αξίας στη Γερμανία στην περίοδο 2003 - 2005 ανέρχονται σε 17.000 έως 18.000 εκατ. ευρώ ετησίως, ένα τρίτο των οποίων συνδέεται με διασυνοριακές περιπτώσεις απάτης. Άλλα κράτη αντιμετωπίζουν επίσης απώλειες στα έσοδα από ΦΠΑ ανερχόμενες σε δισεκατομμύρια ευρώ που εκτιμώνται ότι αντιπροσωπεύουν έως το 10% των συνολικών τους εσόδων.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνον τα πραγματικά έσοδα για την είσπραξη των ιδίων πόρων που προέρχονται από τον ΦΠΑ και ότι οι απώλειες περιορίζουν τη λειτουργία του κοινοτικού συστήματος ιδίων πόρων.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Ελέγχου των Προϋπολογισμών καλεί την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή  Τροπολογίες του Κοινοβουλίου

Τροπολογία 1

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 1 Α (νέα)

 

(1α) Προκειμένου να προστατευθεί η Κοινότητα από οικονομικές ζημίες στον τομέα του ΦΠΑ, ιδιαίτερα ζημίες που προκύπτουν από διασυνοριακές δραστηριότητες, δέσμευση που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 280 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη πρέπει να συνεργάζονται στενά με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

Τροπολογία 2

ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 7 Α (νέο)

Άρθρο 30 α (νέο) (Οδηγία 77/388/ΕΟΚ)

 

(7α) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

 

"Άρθρο 30α

 

Προκειμένου να παταχθεί η διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ, ιδιαίτερα η γνωστή ως απάτη καρουσέλ, που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, τα κράτη μέλη καλούν τις αρμόδιες υπηρεσίες τους να συνεργασθούν στενά με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), εάν υπάρχει υπόνοια απάτης σε αυτόν τον τομέα. Η Επιτροπή ενημερώνει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την πρόοδο που έχει επιτελεσθεί σε αυτόν τον τομέα στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 280, παράγραφος 5 της Συνθήκης."

Τροπολογία 3

ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 7 Β (νέο)

Άρθρο 34 α (νέο) (Οδηγία 77/388/ΕΟΚ)

 

(7β) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

 

"Άρθρο 34α

 

Η Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστώσει το βέλτιστο μακροπρόθεσμο σύστημα είσπραξης του ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκπονεί συνοπτική συγκριτική μελέτη, η οποία εξετάζει τους εθνικούς προβληματισμούς σχετικά με αυτό το ζήτημα και εντοπίζει τις ποικίλες συνέπειες που θα έχει η αλλαγή του συστήματος και η μετάβαση στο μοντέλο αντίστροφης χρέωσης (reverse charge model) καθώς και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα για τα κράτη μέλη της ΕΕ και για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση."

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ όσον αφορά ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στην απλούστευση της διαδικασίας επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας και στη συμβολή στην πάταξη των περιπτώσεων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, καθώς και για την κατάργηση ορισμένων αποφάσεων χορήγησης παρεκκλίσεων

Έγγραφα αναφοράς

COM(2005)0089 – C6‑0100/2005 – 2005/0019(CNS)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

ECON

Γνωμοδοτική επιτροπή
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

CONT
27.4.2005

Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

Συντάκτης γνωμοδότησης
  Ημερομηνία ορισμού

Herbert Bösch
20.4.2005

Συντάκτης(ες) που αντικαταστάθηκε(αν)

 

Εξέταση στην επιτροπή

19.4.2006

 

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

4.5.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

13

 

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Herbert Bösch, Paul van Buitenen, Simon Busuttil, Szabolcs Fazakas, Ingeborg Gräßle, Ona Juknevičienė, Nils Lundgren, Hans-Peter Martin, Jan Mulder, Borut Pahor, José Javier Pomés Ruiz, Bart Staes, Kyösti Virrankoski

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Janusz Wojciechowski

(1)

Έκτη Οδηγία του Συμβουλίου 77/388/ΕΟΚ, της 17ης Μαΐου 1977 περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ L 145, 13.6.1977, σελ. 1). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα από την οδηγία 2006/18/ΕΚ (ΕΕ L 51, 22.2.2006, σελ. 12).

(2)

COM(2000) 348.

(3)

COM(2003) 614.


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ όσον αφορά ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στην απλούστευση της διαδικασίας επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας και στη συμβολή στην πάταξη των περιπτώσεων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, καθώς και για την κατάργηση ορισμένων αποφάσεων χορήγησης παρεκκλίσεων

Έγγραφα αναφοράς

COM(2005)0089 – C6-0100/2005 – 2005/0019(CNS)

Ημερομηνία κλήσης του ΕΚ προς γνωμοδότηση

14.4.2005

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON
27.4.2005

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ές)
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

CONT
27.4.2005

 

 

 

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει
  Ημερομηνία της απόφασης

 

 

 

 

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Εισηγητής(ές)
  Ημερομηνία ορισμού

Christoph Konrad
11.4.2005

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε/καν

 

 

Απλοποιημένη διαδικασία - Ημερομηνία απόφασης

 

Αμφισβήτηση της νομικής βάσης
  Ημερομ. γνωμοδότησης JURI

 

 

 

Τροποποίηση του χρηματοδοτικού κονδυλίου
  Ημερομ. γνωμοδότησης BUDG

 

 

 

Διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή - Ημερομ. απόφασης στην ολομέλεια

 

Διαβούλευση με την Επιτροπή των Περιφερειών - Ημερομ. απόφασης στην ολομέλεια

 

Εξέταση στην επιτροπή

23.1.2006

20.3.2006

18.4.2006

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

30.5.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

40

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Zsolt László Becsey, Pervenche Berès, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Ieke van den Burg, David Casa, Jan Christian Ehler, Jonathan Evans, Jean-Paul Gauzès, Robert Goebbels, Gunnar Hökmark, Karsten Friedrich Hoppenstedt, Othmar Karas, Piia-Noora Kauppi, Christoph Konrad, Guntars Krasts, Kurt Joachim Lauk, Astrid Lulling, Gay Mitchell, Cristobal Montoro Romero, John Purvis, Alexander Radwan, Bernhard Rapkay, Karin Riis-Jørgensen, Dariusz Rosati, Eoin Ryan, Antolín Sánchez Presedo, Manuel António dos Santos, Peter Skinner, Margarita Starkevičiūtė

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Harald Ettl, Donata Maria Assunta Gottardi, Werner Langen, Andrea Losco, Giovanni Pittella, Gilles Savary

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

María del Pilar Ayuso González, Godfrey Bloom, Ville Itälä, Holger Krahmer

Ημερομηνία κατάθεσης

9.6.2006

 

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

...

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου