ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων

28.9.2006 - (2006/2038(INI))

Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων
Εισηγήτρια: Elisabeth Schroedter

Διαδικασία : 2006/2038(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A6-0308/2006
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A6-0308/2006
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων

(2006/2038(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–    έχοντας υπόψη την οδηγία 96/71/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών[1] (οδηγία σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων),

–    έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ στα κράτη μέλη (COM(2003)0458),

–    έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο: Κατευθύνσεις για την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (COM(2006)0159),

–    έχοντας υπόψη την έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (SEC(2006)0439) (έκθεση υπηρεσιών Επιτροπής),

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 2004 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ στα κράτη μέλη[2],

–    έχοντας υπόψη τα άρθρα 27 και 34 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–    έχοντας υπόψη τη σύμβαση για τους Διακινούμενους Εργαζόμενους (Συμπληρωματικές Διατάξεις) αριθ. 143 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας,

–    έχοντας υπόψη την απόφαση πλαίσιο 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 24ης Φεβρουαρίου 2005 σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης επί χρηματικών ποινών[3],

–    έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) της 9ης Αυγούστου 1994 Υπόθεση C-43/93, Vander Elst[4], της 23ης Νοεμβρίου 1999 Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-369/96 και 376/96, Arblade[5], της 25ης Οκτωβρίου 2001 Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-49/98, C-50/98, C-52/98, C-54/98, C-68/98 και C-71/98, Finalarte[6], της 7ης Φεβρουαρίου 2002 Υπόθεση C-279/00, Commission v Italy[7], της 12ης Οκτωβρίου 2004 Υπόθεση C-60/03, Wolff & Müller GmbH[8], της 21ης Οκτωβρίου 2004 Υπόθεση C-445/03, Commission v Luxembourg[9], και της 19ης Ιανουαρίου 2006 Υπόθεση C-244/04, Commission v Germany[10],

–    έχοντας υπόψη την οδηγία του Συμβουλίου 91/533/ΕΚ σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας,

–    έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–    έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καθώς και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A6‑0308/2006),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων έχει δύο εξίσου σημαντικούς στόχους, οι οποίοι είναι η εγγύηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι θα υπόκεινται στους όρους και τις προϋποθέσεις που σχετίζονται με τις ελάχιστες αμοιβές, τις συνθήκες εργασίας και την υγεία και την ασφάλεια των κρατών μελών υποδοχής, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων και ότι τούτο συνιστά σημαντικό μέσο για τη διασφάλιση της δίκαιης μεταχείρισης,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι όροι και οι κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας για την απόσπαση των εργαζομένων πρέπει να θεωρούνται ως ελάχιστοι και όχι ως μέγιστοι κανόνες· λαμβάνοντας δε υπόψη ότι το άρθρο 3, παράγραφος 7, της οδηγίας για την απόσπαση των εργαζομένων ορίζει ότι οι όροι που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 6 του άρθρου 3 δεν παρεμποδίζουν την εφαρμογή των όρων και των προϋποθέσεων που είναι ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας για την απόσπαση των εργαζομένων, εναπόκειται στη χώρα υποδοχής να ορίσει σε τι συνίσταται ένας εργαζόμενος· λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι η προαναφερθείσα έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής επιβεβαιώνει ότι η εκ των πραγμάτων εργασιακή κατάσταση στη χώρα υποδοχής παίζει καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό,

Δ.   υπενθυμίζοντας ότι, στη θέση του της 16ης Φεβρουαρίου 2006, το Κοινοβούλιο, διέγραψε τα άρθρα 24 και 25 της προταθείσας οδηγίας για τις υπηρεσίες στην ενιαία αγορά,[11]

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στην υπόθεση Wolff & Müller, το Δικαστήριο των ΕΚ απεφάνθη ότι τα μέτρα της χώρας υποδοχής για τον περιορισμό του αθέμιτου ανταγωνισμού θεωρούνται δικαιολογημένα, που διασφαλίζουν ότι οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι επωφελούνται από τους ελάχιστους κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων, και ότι τέτοιου είδους στοχοθετημένα μέτρα προστασίας συνιστούν δικαιολογημένο περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στην υπόθεση Wolff & Müller το Δικαστήριο απεφάνθη ότι δεν υπάρχει αναγκαστικά ανακολουθία μεταξύ της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της διατήρησης του δίκαιου ανταγωνισμού, αφενός, κει της διασφάλισης της προστασίας των εργαζομένων, αφετέρου,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων έχει διπλή λειτουργία, από τη μία πλευρά, διασφαλίζει την ως ίση μεταχείριση των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και από την άλλη, σύμφωνα με το άρθρο 3, την ίση μεταχείριση των αποσπασμένων μισθωτών όσον αφορά τους ελάχιστους κανόνες των όρων εργασίας και απασχόλησης που ισχύουν επί τόπου,

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στις κατευθύνσεις της Επιτροπής ζητούνται μέτρα τα οποία θα αποτρέψουν το ενδεχόμενο να καταστρατηγηθούν οι ελάχιστοι κανόνες και τα δικαιώματα προστασίας εις βάρος των αποσπασμένων εργαζομένων,

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πολύ μικρός αριθμός καταγγελιών που δέχτηκε η Επιτροπή όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων και ο περιορισμένος αριθμός διαδικασιών επί παραβάσει που κίνησε η Επιτροπή υπογραμμίζουν το γεγονός ότι οι άνθρωποι αγνοούν τα δικαιώματά τους δυνάμει της οδηγίας και ως εκ τούτου δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι της,

Ι.    λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συμβαλλόμενα μέρη με συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην επιτυχή εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων, και ότι η μεγάλη ενίσχυση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων και της διασυνοριακής συνεργασίας θα συνέβαλε καθοριστικά στην επιδιωχθείσα αρχή της ίσης μεταχείρισης· αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι σε πολλές χώρες, η πλειονότητα των εργαζομένων δεν είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων και ότι συνήθως οι εν λόγω εργαζόμενοι λαμβάνουν τις λιγότερες πληροφορίες όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους,

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κοινωνικοί εταίροι στα κράτη μέλη όπου η οδηγία εφαρμόζεται μέσω συλλογικών συμβάσεων πρέπει να αποκτήσουν άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις εταιρείες που αποσπούν εργαζομένους, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ασκούν την εποπτεία η οποία στα υπόλοιπα κράτη μέλη υπόκειται στις αρχές που διαθέτουν αντίστοιχη πρόσβαση σε εταιρικές πληροφορίες,

ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διμερείς και οι τριμερείς συμβάσεις μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών αναγνωρίζουν αμοιβαία τους εκάστοτε εθνικούς κανόνες για την ασφάλεια στην εργασία και όρους εργασίας, προλαμβάνεται επιτυχώς η καταστρατήγηση των εθνικών προτύπων, και ότι η κατάσταση αυτή έχει βελτιωθεί και στη συνεργασία των γραφείων συνδέσμων ή την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των συνδικάτων,

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία σχετικά με τους αποσπασμένους εξακολουθεί να είναι απαραίτητη προκειμένου να παρασχεθεί ασφάλεια δικαίου στους αποσπασμένους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις που εμπλέκονται, καθώς και ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει ενεργό θέση προκειμένου να καταστήσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, των γραφείων συνδέσμου τους και των επιθεωρήσεων εργασίας περισσότερο αποτελεσματική και αποδοτική, ιδιαίτερα για την εξουδετέρωση του αθέμιτου ανταγωνισμού και του κοινωνικού ντάμπινγκ,

ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ των 15 δεσμεύτηκαν με προτιμησιακή ρήτρα στη συνθήκη προσχώρησης στο πλαίσιο των ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς να μην προβαίνουν σε δυσμενή μεταχείριση των υπηκόων των δέκα νέων κρατών μελών σε σχέση με τους υπηκόους τρίτων χωρών· λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι αυτό είναι εφικτό μόνον αν είναι γνωστός ο τόπος παραμονής των υπηκόων των τρίτων χωρών στις αρμόδιες αρχές, και ότι τα κράτη μέλη υποδοχής ενδέχεται να επιβάλλουν πρόσθετους όρους σε αποσπασμένους εργαζόμενους τρίτων χωρών εάν έχουν προσληφθεί νομίμως από πάροχο υπηρεσιών εγκατεστημένο σε κράτος μέλος,

1.   διαπιστώνει ότι η Επιτροπή στις κατευθύνσεις της αναγνωρίζει τόσο τον κοινωνικό στόχο της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων όσο και την πλήρη ευθύνη που φέρει η χώρα υποδοχής για την υλοποίηση αυτού του στόχου, διασφαλίζοντας την προστασία και τα δικαιώματα όλων των εργαζομένων που έχουν αποσπασθεί προσωρινά στο εξωτερικό· θεωρεί ότι η Επιτροπή πρέπει να ζητήσεις από κράτη μέλη να αναλάβουν αυτήν την ευθύνη διασφαλίζοντας παράλληλα τα δικαιώματα των εταιρειών για την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 49 της Συνθήκης·

2.   επισημαίνει ότι οι δυσκολίες που ανακύπτουν από την εφαρμογή της οδηγίας για την απόσπαση εργαζομένων σχετίζονται εν μέρει με το γεγονός ότι δεν έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία από όλα τα κράτη μέλη, και καλεί την Επιτροπή να κρατά ενήμερο το Κοινοβούλιο για την πρόοδο των διαδικασιών επί παραβάσει κατά των υπαίτιων κρατών μελών· εφιστά επίσης την προσοχή στις δυσκολίες εφαρμογής της που προκύπτουν από τις διαφορές ερμηνείας όσον αφορά ορισμένες έννοιες κλειδιά, όπως εργαζόμενος, ελάχιστος μισθός και υπεργολαβία, στη δυσκολία απόκτησης πληροφοριών τόσο των εργαζομένων όσο και των μικρών επιχειρήσεων, και τη δυσκολία παρακολούθησης της συμμόρφωσης με την οδηγία·

3.   διαπιστώνει ότι οι κατευθύνσεις της Επιτροπής επιδιώκουν να περιορίσουν τα υφιστάμενα εμπόδια στα κράτη μέλη που παρακωλύουν σοβαρά την αποτελεσματική απόσπαση εργαζομένων· επισημαίνει, ωστόσο ότι, στη νομική της ερμηνεία, η Επιτροπή υπερβαίνεις ε ορισμένες περιπτώσεις την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ· επισημαίνει ότι η Επιτροπή, στα συμπεράσματα των κατευθύνσεων της αναγνωρίζει την ανάγκη σαφέστερου καθορισμού των μέτρων ελέγχου και καλύτερης πρόσβασης σε πληροφορίες, αναμένει, ωστόσο να θεσπιστούν μέτρα για την επιβολή της οδηγίας·

4.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση οδηγίας σχετικά με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τα πληρώματα πλοίων που παρέχουν υπηρεσίες τακτικών επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών μεταξύ των κρατών μελών·

5.   διαπιστώνει ότι μια από τις βασικές πρακτικές δυσκολίες για την επιτυχή εφαρμογή της οδηγίας για την απόσπαση εργαζομένων είναι το θέμα της διπλής απόσπασης και ότι απαιτείται καλύτερος συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών και ενίσχυση των διαδικασιών γνωστοποίησης μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό·

6.   επισημαίνει την παρατήρηση στις κατευθύνσεις της Επιτροπής ότι η οδηγία για την απόσπαση εργαζομένων δεν έχει εφαρμοστεί έμπρακτα σε ορισμένα κράτη μέλη, και καλεί την Επιτροπή να λάβει ενδεδειγμένα μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή·

Εργασιακές σχέσεις και ορισμός του «εργαζόμενου»

7.   υποστηρίζει την ανάλυση των κατευθύνσεων της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η οδηγία για την απόσπαση των εργαζομένων δεν αποτελεί το ενδεδειγμένο πλαίσιο για την αντιμετώπιση προβλημάτων όσον αφορά το νομικό καθεστώς των αυτοαπασχολουμένων· συμπεραίνει από εκθέσεις που βασίζονται στη σημερινή πρακτική ότι η «ψευδοαυταπασχόληση»συνιστά συνήθη πρακτική για την παράκαμψη των ελάχιστων όρων που προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγία για την απόσπαση εργαζομένων·

8.   καλεί τα κράτη μέλη, όσον αφορά τη μελέτη Perulli για την οικονομικά εξαρτημένη/σχεδόν βοηθητική (εξαρτημένη απασχόληση: νομικές, κοινωνικές και οικονομικές πλευρές), να προσαρμόσουν τον ορισμό των «απασχολουμένων» ούτως ώστε να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ του καθεστώτος των «επιχειρηματιών», που αποτελούν οικονομικά ανεξάρτητες επιχειρήσεις, αφενός, και των «εργαζομένων»που εργάζονται στο πλαίσιο οργανωτικής και οικονομικής εξάρτησης υπό εποπτεία και κατόπιν αμοιβής, αφετέρου·

9.   επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει διατυπώσει, σε αρκετές περιπτώσεις, λεπτομερή κριτήρια τα οποία καθιστούν δυνατή τη διάκριση μεταξύ «εργαζομένων» και «αυτοαπασχολούμενων»· εκτιμά ότι, λαμβάνοντας υπόψη την αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν το καθεστώς σε σχέση με το εργατοϋπαλληλικό δίκαιο , η Επιτροπή μεριμνά ούτως ώστε η διάκριση να γίνεται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που ορίζει το Δικαστήριο· καλεί την Επιτροπή να ξεκινήσει επειγόντως διαπραγματεύσεις με τα κράτη μέλη, με στόχο τη θέσπιση διαφανών και συνεκτικών κριτηρίων για τον καθορισμό του καθεστώτος των ‘εργαζομένων’ και των ‘αυτοαπασχολούμενων ατόμων’ σε σχέση με το εργατοϋπαλληλικό δίκαιο·

10. επισημαίνει ότι η απόδειξη πως ένα ψευδοαυτοαπασχολούμενο άτομο είναι εκ των πραγμάτων μισθωτός είναι επί του παρόντος δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία και ότι ο εργαζόμενος θα έχει προφανώς ολοκληρώσει την εργασία και θα έχει επιστρέψει στην πατρίδα του έως ότου συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία·

11. ζητεί να ενθαρρυνθούν οι ανταλλαγές μεταξύ των υπηρεσιών επιθεώρησης εργασίας των κρατών μελών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η κοινή εκστρατεία για την καταπολέμηση της ψευδοαυτοαπασχόλησης, ιδίως με την ανταλλαγή πληροφοριών·

12. διαπιστώνει ότι η ισχύουσα νομολογία αναγνωρίζει το δικαίωμα των κρατών μελών υποδοχής να ζητούν έγγραφα για την πιστοποίηση της συμμόρφωσης με τους όρους απασχόλησης που προβλέπει η οδηγία για την απόσπαση εργαζομένων· υποστηρίζει την άποψη ότι τα αιτήματα αυτά θα πρέπει να περιορίζονται απλώς σε δελτία ή σε έγγραφα για τους όρους ασφάλεια και υγεία στον τόπο εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα αιτήματα είναι αναλογικά· τονίζει ότι το κράτος μέλος στο οποίο λειτουργεί η εταιρία (το κράτος απόσπασης) πρέπει να παράσχει στο κράτος υποδοχής το έντυπο Ε101 που αποδεικνύει ότι ο αποσπασμένος εργαζόμενος είναι εγγεγραμμένος στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του κράτους απόσπασης·

13. διαπιστώνει ότι μπορεί να προκύπτουν διαφορές σε κράτη μέλη στα οποία δεν έχουν θεσπιστεί διατάξεις σύμφωνα με το άρθρο 3 (α) της οδηγίας για να διασφαλιστεί ότι οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι από υπηρεσία προσωρινής απασχόλησης απολαύουν των ίδιων όρων με τους εκτάκτους απασχολουμένους στο κράτος μέλος όπου εκτελείται η εργασία· καλεί τα εν λόγω κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για να τεθεί τέρμα στις διακρίσεις αυτές·

Διασφάλιση των όρων εργασίας και απασχόλησης σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων

14. επαναλαμβάνει ότι η οδηγία για την απόσπαση εργαζομένων θεσπίζει τους ελάχιστους απαραίτητους κανόνες για την προστασία των εργαζομένων και της απασχόλησης που ισχύουν για τους αποσπασμένους εργαζόμενους στο έδαφός τους και δεν αποτρέπει τα κράτη μέλη από την επιβολή άλλων όρων για την εργασία και την απασχόληση που προβλέπονται σε συλλογικές συμβάσεις που έχουν χαρακτηριστεί γενικής εφαρμογής, ούτε από την επιβολή άλλων όρων εργασίας και απασχόλησης όπου αυτοί συνιστούν «διατάξεις δημόσιας τάξης»· αντιτίθεται στην περιοριστική ερμηνεία της έννοιας «διατάξεις δημόσιας τάξης» της Επιτροπής (ιδίως με τη μετατροπή των διατάξεων της Σύμβασης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές της 19ης Ιουνίου 1980, 80/934/ΕΟΚ[12]σε κανονισμό, COM(2005)0650

15. διαπιστώνει ότι σε πολλά κράτη μέλη τα συνδικάτα διαδραματίζουν ένα ρόλο ως συμβαλλόμενα μέρη σε συλλογικές διαπραγματεύσεις και ότι η Επιτροπή έχει δηλώσει σε διαδικασία ενώπιον του ΔΕΚ[13] ότι η ιδιαίτερη μορφή ορισμένων σκανδιναβικών συλλογικών συμβάσεων εναρμονίζεται με τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων·

16. πιστεύει ότι στα κράτη μέλη στα οποία οι κοινωνικοί εταίροι είναι (συν) υπεύθυνοι για τη διασφάλιση της κατάλληλης εφαρμογής της οδηγίας για την απόσπαση των εργαζομένων είναι απαραίτητο να διατίθεται άτομο που θα εκπροσωπεί την εταιρεία απόσπασης·

17. διαπιστώνει ότι όπου δεν υπάρχουν ειδικές συλλογικές συμβάσεις ισχύουν οι όροι εργασίας και απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης καταβολής κατώτατου μισθού, που καθορίζονται από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις·

18. διαπιστώνει ότι όλα τα μέτρα, που ενημερώνουν τους εργαζομένους για τα δικαιώματά τους και τα διαφυλάσσουν, συμβάλλουν στην επιτυχή εφαρμογή της οδηγίας για την απόσπαση εργαζομένων· πιστεύει ότι θα πρέπει να βελτιωθεί για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη η ενημέρωση και η συνειδητοποίηση των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία· καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει ενεργά τα μέτρα αυτά· επιδοκιμάζει, συνεπώς την πρωτοβουλία της Επιτροπής για ιστότοπο για την απόσπαση εργαζομένων με άμεσες συνδέσεις στη σχετική εθνική νομοθεσία· τονίζει ότι οι πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται στην κατάλληλη γλώσσα·

19. πιστεύει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων δεν επιτυγχάνεται μέσω της τεράστιας γραφειοκρατίας αλλά, αντίθετα, μέσω της αυξημένης πληροφόρησης και των απλών διαδικασιών που δίνουν τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ενημερώνονται για τα δικαιώματά τους· καλεί, ως εκ τούτου, το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας (EUROFOUND) στο Δουβλίνο να αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για την προετοιμασία της πληροφόρησης για τους εργαζόμενους και τους εργοδότες·

20. υπογραμμίζει τη σημασία της διατήρησης του δικαιώματος των κρατών μελών υποδοχής να καθορίζουν τον ελάχιστο μισθό, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων, καλεί όμως τα κράτη μέλη που καθορίζουν τους ελάχιστους μισθούς με συλλογικές συμβάσεις να διευκολύνουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων που προτίθενται να αποκτήσουν έδρα σε άλλο κράτος μέλος σε πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα ελάχιστου μισθού·

21. αποδοκιμάζει την έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων αρχών, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, με τους τομεακούς κοινωνικούς εταίρους που διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο και αναμένει από την Επιτροπή να τονώσει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών γραφείων συνδέσμου και των εμπλεκόμενων τομεακών κοινωνικών εταίρων· εκτιμά ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ των τμημάτων της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας εμπειρογνωμόνων και των τομεακών κοινωνικών εταίρων, όσον αφορά το ζήτημα περιεχομένου·

22. ζητεί τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την προστασία των εργαζομένων που καταγγέλλουν παραβιάσεις των δικαιωμάτων στον χώρο εργασίας·

23. διαπιστώνει ότι η συμμετοχή στα ταμεία αδείας σύμφωνα με τις γενικές δεσμευτικές συλλογικές συμβάσεις σε ορισμένα κράτη μέλη συνεπάγεται μεγαλύτερη προστασία των αποσπασμένων εργαζομένων και ότι είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο η άμεση πληρωμή στους εργαζομένους, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου των ΕΚ στην υπόθεση Finalarte, κάτι που σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι αποσπάσεις μπορούν να έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν εισφορές στα ταμεία αδείας, τα οποία πρέπει να είναι επίσης ανοιχτά για τους αποσπασμένους εργαζομένους· θεωρεί απαραίτητο για τη διασφάλιση ίσης μεταχείρισης μεταξύ επιχειρήσεων των χωρών απόσπασης και υποδοχής να υπάγονται όλες οι επιχειρήσεις στην αμοιβαία υποχρέωση καταβολής συνεισφορών σε ταμεία αδειών στα κράτη μέλη όπου τούτο ισχύει·

24. διαπιστώνει την ανάπτυξη μέσων πληροφόρησης με εξηγήσεις των όρων που ισχύουν στους αποσπασμένους εργαζομένους από τους κοινωνικούς εταίρους σε ορισμένους τομείς· καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν τη συγκέντρωση των εν λόγω πληροφοριών και σε άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας σε μια προσπάθεια να διευκολυνθεί η πρόσβαση των εργαζομένων και των απασχολούμενων ομοίως σε αυτές τις πληροφορίες ζωτικής σημασίας και να βελτιωθεί η συμμόρφωση με την οδηγία για την απόσπαση εργαζομένων·

25. υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα ενημερωτικά δελτία της εκάστοτε χώρας, τα οποία θα εμπλουτίσουν το περιεχόμενο των κατευθύνσεων της Επιτροπής, εκπονούνται επί του παρόντος από εμπειρογνώμονες· συνιστά οι κατευθύνσεις της Επιτροπής να λάβουν πλήρως υπόψη αντίστοιχες συνεισφορές προκειμένου να γεφυρωθεί το κενό πληροφόρησης·

26. διαπιστώνει ότι οι δημόσιες αρχές φέρουν σαφή ευθύνη και μπορούν να συμβάλουν σε σημαντικό βαθμό στον περιορισμό του αθέμιτου ανταγωνισμού, αναθέτοντας συμβάσεις μόνο σε εταιρείες που τηρούν όλες τις διατάξεις που ισχύουν στη χώρα υποδοχής όσον αφορά το άρθρο 3 της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων· παραπέμπει εν προκειμένω στο άρθρο 55 της οδηγίας 2004/17/EK[14], σύμφωνα με την οποία ο φορέας ανάθεσης επιτρέπεται να ζητήσει να ενημερωθεί σχετικά με την προστασία των εργαζομένων και τους όρους απασχόλησης, όταν οι προσφορές είναι ασυνήθιστα χαμηλές σε σχέση με τις παροχές·

27. θεωρεί ότι οι εταιρείες που αποσπούν εργαζομένους, καθώς και οι πελάτες των εν λόγω εταιρειών, πρέπει να θεωρούνται από κοινού υπεύθυνοι για τις συνθήκες διαβίωσης των αποσπασμένων εργαζομένων στη χώρα υποδοχής και να διασφαλίζουν την ύπαρξη αξιοπρεπών συνθηκών·

28. επικαλείται την υπόθεση Wolff & Müller, στην οποία το Δικαστήριο των ΕΚ απεφάνθη ότι το νομικό σύστημα της γενικής ευθύνης των αναδόχων συμβάλλει στη διασφάλιση της προστασίας των εργαζομένων και, ως εκ τούτου, αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος· καλεί τα κράτη μέλη που δεν διαθέτουν ακόμη μια τέτοια εθνική νομοθεσία να καλύψουν γρήγορα αυτό το κενό· καλεί την Επιτροπή να ρυθμίσει ζητήματα κοινής και άλλης ευθύνης, για κεντρικές και κύριες επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση καταχρήσεων κατά την υπεργολαβία και εξωτερική ανάθεση έργου σε μεθοριακούς εργαζομένους και να δημιουργήσει μια διαφανή και ανταγωνιστική εσωτερική αγορά για όλες τις εταιρίες·

Διασφάλιση ενός αποτελεσματικού ελέγχου

29. διαπιστώνει ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία οι εθνικές αρχές μπορούν να λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα για να διασφαλίζουν την τήρηση των ελάχιστων απαιτήσεων του άρθρου 3 της οδηγία για την απόσπαση εργαζομένων· υποστηρίζει το συμπέρασμα της Επιτροπής ως προς το ότι το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να ζητεί από τον πάροχο υπηρεσιών να πραγματοποιεί προηγουμένως δήλωση ώστε να μπορεί να πιστοποιεί τη συμμόρφωση προς τους όρους απασχόλησης·

30. θεωρεί ότι η κοινή δράση για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τους κανόνες έχει σημαντικά διοικητικά πλεονεκτήματα επί των διμερών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συντονίσει τη δράση των κρατών μελών για την εποπτεία της συμμόρφωσης με την οδηγία από τις επιχειρήσεις της χώρας υποδοχής·

31. διαπιστώνει ότι τα μέτρα υπό την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων είναι αποτελεσματικά μόνον αν επιβληθούν κυρώσεις· επισημαίνει ότι αυτό προϋποθέτει τη δυνατότητα κοινοποίησης πράξεων επιβολής προστίμου στον πληρεξούσιο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εκπρόσωπο της επιχείρησης, γιατί στο πλαίσιο της αμοιβαίας αναγνώρισης επί ποινών τα πρόστιμα μπορούν να επιβληθούν μόνον αν η ποινική διαδικασία έχει κινηθεί νόμιμα στη χώρα υποδοχής, και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να υπάρχει ένας πληρεξούσιος εκπρόσωπος με έδρα τη χώρα υποδοχής·

32. επισημαίνει την παρατήρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την αναποτελεσματικότητα των εθνικών γραφείων συνδέσμου· επισημαίνει επίσης ότι ο στόχος να καταστούν λειτουργικά τα γραφεία συνδέσμου αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες της Επιτροπής και των κρατών μελών και ότι η λειτουργία των εθνικών γραφείων συνδέσμου συνιστά κοινή αρμοδιότητα της Επιτροπής και των κρατών μελών·

33. υποστηρίζει έντονα το αίτημα της Επιτροπή προς τα κράτη μέλη να παράσχουν στα γραφεία συνδέσμου και τις αρχές επιθεώρησης τον απαραίτητο εξοπλισμό και πόρους που θα τους επιτρέψουν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στα αιτήματα για την παροχή πληροφοριών και τη συνεργασία· καλεί τα κράτη μέλη να εδραιώσουν τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των αρχών επιθεώρησης και ζητεί από την Επιτροπή να υποστηρίξει ενεργά αυτήν τη συνεργασία βελτιώνοντας τις διαθέσιμες πληροφορίες στον ιστότοπό της και δημιουργώντας ένα υποχρεωτικό σημείο επαφής των αποσπασμένων εργαζομένων με τους κοινωνικούς εταίρους της χώρας υποδοχής και, εν συνεχεία, μια μόνιμη ευρωπαϊκή δομή διασυνοριακής συνεργασίας·

34. επισημαίνει ότι η Επιτροπή θα εγκρίνει, εντός 12 μηνών από την έγκριση των προαναφερόμενων κατευθύνσεων της, μια έκθεση η οποία θα περιγράφει την κατάσταση σε όλα τα κράτη μέλη σε σχέση με όλες τις πτυχές που αναφέρονται στις κατευθύνσεις, προκειμένου να αξιολογήσει τη σημειωθείσα πρόοδο στους εν λόγω τομείς· επιμένει ότι η έκθεση πρέπει να καλύψει επίσης τις καταβληθείσες προσπάθειες για την επίλυση των νομικών θεμάτων που αναφέρονται στην έκθεση της Επιτροπής για τις υπηρεσίες όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων· ζητεί να συμμετάσχει δεόντως το Κοινοβούλιο στη διαβούλευση σχετικά με την εν λόγω έκθεση προκειμένου να αποφασιστεί εάν είναι απαραίτητη η αναθεώρηση της οδηγίας·

35. καλεί την Επιτροπή να υποβάλλει ανά διετία στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συγκεκριμένα δεδομένα για τη μεταφορά σε εθνικό επίπεδο της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων, εστιάζοντας στις περιπτώσεις παραβίασης της οδηγίας·

o

o o

36. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

  • [1]  ΕΕ L 18 της 21.1.1997, σελ. 1.
  • [2]  ΕΕ. C 92 E της 16.4.2004, σελ. 404.
  • [3]  ΕΕ L 76 της 22.3.2005, σελ. 16.
  • [4]  [1994] Συλλογή I-3803.
  • [5]  [1999] Συλλογή I-8453.
  • [6]  [2001] Συλλογή I-7831.
  • [7]  [2002] Συλλογή I-1425.
  • [8] .[2004] Συλλογή I-9553.
  • [9]  [2004] Συλλογή I-10191
  • [10]  [2006] Συλλογή I-885.
  • [11]  Κείμενα που εγκρίθηκαν P6_TA(2006)006
  • [12]  ΕΕ L 266, 9.10.1980, σελ. 1.
  • [13]  Υπόθεση C-341/05, Laval.
  • [14]  Οδηγία 2004/17/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. (ΕΕ L 134, 30.4.2004, σελ. 114)

Αιτιολογική έκθεση

Η οδηγία σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων[1] ορίζει ελάχιστους κανόνες για την προστασία κατά την εργασία και τους όρους απασχόλησης (άρθρο 3) για διάφορες κατηγορίες μισθωτών (άρθρο 1), οι οποίοι στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών εργάζονται προσωρινά σε ένα άλλο κράτος μέλος (χώρα υποδοχής). Με μια τέτοιου είδους απόσπαση δεν επηρεάζεται η σύμβαση των απασχολουμένων την οποία έχουν συνάψει στη χώρα προέλευσης, και η οποία πρέπει να ισχύει για όλο το χρονικό διάστημα της απόσπασης. Οι αρχές της οδηγίας παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να παρέχουν υπηρεσίες στην ελεύθερη εσωτερική αγορά χωρίς διακρίσεις, καθώς οι απαιτούμενοι ελάχιστοι κανόνες πρέπει να εναρμονίζονται με αυτούς που ισχύουν και για τις επιχειρήσεις με έδρα τη χώρα υποδοχής. Οι αποσπασμένοι μισθωτοί έχουν, σύμφωνα με την οδηγία, το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης έναντι των εργαζομένων στη χώρα υποδοχής όσον αφορά τους ελάχιστους κανόνες που ορίζει το άρθρο 3 της οδηγίας.

Η οδηγία σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων περιλαμβάνει όλους τους τομείς και πολλές μορφές απόσπασης, με εξαίρεση το ναυτιλλόμενο προσωπικό και την εμπορική ναυτιλία. Καθοριστική σημασία για τους ελάχιστους κανόνες της προστασίας κατά την εργασία και των όρων απασχόλησης έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 3, οι νομοθετικές διατάξεις και οι συλλογικές συμβάσεις της χώρας υποδοχής. Και η χώρα υποδοχής φέρει πλήρη ευθύνη για τη διασφάλιση της προστασίας και των δικαιωμάτων των αποσπασμένων εργαζομένων. Είναι υποχρεωμένη να λάβει μέτρα (άρθρο 5), προκειμένου να μην καταστρατηγούνται οι ελάχιστοι κανόνες, ώστε να αποτραπεί το κοινωνικό ντάμπινγκ και ο αθέμιτος ανταγωνισμός.

Λόγω των σημαντικών ελλείψεων και των ανεπαρκών στοιχείων της έκθεσης της Επιτροπής για τον εκ νέου έλεγχο της εφαρμογής των οδηγιών σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στα κράτη μέλη το 2003[2], το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή μια δεύτερη έκθεση έως τα τέλη του 2004. Η Επιτροπή διαβίβασε την εν λόγω έκθεση[3] τον Απρίλιο του 2006 αγνοώντας όλα τα αιτήματα του Κοινοβουλίου.

Παράλληλα, η Επιτροπή, στην οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά[4], υιοθέτησε στο άρθρο 24 και 25 περιορισμούς για τα μέτρα των κρατών μελών έναντι των παρόχων υπηρεσιών ως προς την εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων. Σε αυτούς περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση εγγραφής στις αρχές, η υποχρέωση να διαθέτει νομικό αντιπρόσωπο στη χώρα υποδοχής ή η υποχρέωση της επί τόπου φύλαξης εγγράφων σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση και της απαίτησης άδειας παραμονής για υπηκόους τρίτων χωρών. Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο αφαιρούνται πολύ σημαντικά μέσα από τη χώρα υποδοχής, τα οποία είναι απαραίτητα για τον έλεγχο της τήρησης των ελάχιστων κανόνων στο άρθρο 3. Διέγραψε το άρθρο 24 και 25 από την οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά. Στο πλαίσιο του τροποποιηθέντος σχεδίου της Επιτροπής της οδηγίας για τις υπηρεσίες[5], η Επιτροπή αντέδρασε στη διαγραφή με κατευθύνσεις[6] οι οποίες υιοθετούν το περιεχόμενο των άρθρων 24 και 25 και επιδιώκουν να περιορίσουν νομοθετικά τα κύρια ελεγκτικά μέσα των κρατών μελών.

Επιπλέον, η έκθεση που ζητήθηκε[7] ασχολείται μόνον επιφανειακά με τα αιτήματα ελέγχου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τις σημαντικές ελλείψεις κατά την εφαρμογή και τον έλεγχο της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων, αλλά υιοθετεί τις βασικές απόψεις του εγχειριδίου για τον περιορισμό των ελεγκτικών μέσων.

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (21.6.2006)

προς την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων

σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων
(2006/2038(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Małgorzata Handzlik

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 96/71/EΚ θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των άρθρων 49 και 50 της Συνθήκης, καθώς οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι αποτελούν ουσιαστικό μέρος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, χωρίς ωστόσο, να παραμελείται ο στόχος της διασφάλισης των εργασιακών δικαιωμάτων των αποσπασμένων εργαζομένων,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επισημαίνει ότι η ελευθερία παροχής υπηρεσιών μπορεί να περιοριστεί προκειμένου να προστατευτούν οι εργαζόμενοι υπό τη διπλή προϋπόθεση ότι οι εργαζόμενοι δεν απολαμβάνουν ουσιαστικά παρόμοιο επίπεδο προστασίας σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης τους και ότι η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων είναι ανάλογη με τον επιδιωκόμενο στόχο του δημόσιου συμφέροντος, και ότι η οδηγία 96/71 καθορίζει τους βασικούς όρους εργασίας που πρέπει να εφαρμόζονται στους αποσπασμένους εργαζόμενους,

1.  υπογραμμίζει ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζονται κατά την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ οφείλονται, αφενός, στο γεγονός ότι δεν την έχουν μεταφέρει όλα τα κράτη μέλη στο εθνικό τους δίκαιο, και καλεί συνεπώς την Επιτροπή να τηρεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενήμερο για την περαιτέρω πρόοδο των διαδικασιών επί παραβάσει και, αφετέρου, στις δυσκολίες της εφαρμογής της που προκύπτουν από διαφορές στην ερμηνεία ορισμένων καίριων εννοιών («εργαζόμενος», «ελάχιστος μισθός» και «υπεργολαβία»), στη δυσκολία –τόσο για τους εργαζομένους, όσο και για τις ΜΜΕ– απόκτησης πληροφοριών και στη δυσκολία παρακολούθησης της συμμόρφωσης με την οδηγία·

2.  χαιρετίζει τις πρόσφατα εγκριθείσες κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη σχετικά με ορισμένες δυσανάλογες διοικητικές διαδικασίες που θα μπορούσαν - με την επιφύλαξη της επίτευξης των στόχων της οδηγίας - να παρακωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών που εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της πάγιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά λυπάται για το γεγονός ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν παρέχουν επαρκείς λύσεις σε πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη, οι εταιρείες και οι εργαζόμενοι σε σχέση με την απόσπαση του προσωπικού τους σε άλλα κράτη μέλη και στερούνται σαφών δεσμεύσεων αναφορικά με τις περαιτέρω προσπάθειες της Επιτροπής για την αντιμετώπιση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών και εργαζομένων·

3.  τονίζει ότι η έκδοση απλώς μιας ανακοίνωσης δεν επαρκεί, και καλεί την Επιτροπή να κάνει χρήση του προνομίου της το οποίο προβλέπεται από τη Συνθήκη, προκειμένου να διασφαλίσει τη συμμόρφωση των κρατών μελών με την κοινοτική νομοθεσία όσον αφορά τους αποσπασμένους εργαζόμενους στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών·

4.  καλεί τα κράτη μέλη, στον βαθμό που είναι απαραίτητο, να βελτιώσουν τη συνεργασία τους με σκοπό την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ και να απλουστεύσουν τις συναφείς διαδικασίες και διατυπώσεις·

5.  θεωρεί ότι είναι επιβεβλημένο για τα κράτη μέλη να οργανώσουν ένα αποτελεσματικό σύστημα συνεργασίας· ζητεί, ως εκ τούτου, από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι τα γραφεία συνδέσμου είναι καλύτερα εξοπλισμένα ως προς τα οικονομικά και το προσωπικό, ότι η πρόσβαση στις πληροφορίες είναι απλούστερη και πιο διαφανής, και ότι θα μειωθούν οι γλωσσικοί φραγμοί· στηρίζει την τάση της Επιτροπής να συντελέσει στη βελτίωση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, καθώς η καλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των γραφείων συνδέσμου θα οδηγήσει, τελικά, στην καλύτερη προστασία των αποσπασμένων υπαλλήλων·

6.  θεωρεί επίσης ότι είναι επιβεβλημένο για τα κράτη μέλη να οργανώσουν ένα αποτελεσματικό σύστημα συνεργασίας, το οποίο πρέπει να αντικαταστήσει όλες τις δυσανάλογες διοικητικές απαιτήσεις, καθώς η προθεσμία για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ στα (διαγραφή) κράτη μέλη έληξε στις 16 Δεκεμβρίου 1999·

7.  τονίζει ότι ακόμη και αν η μελλοντική οδηγία για τις υπηρεσίες δεν ρυθμίσει τη διοικητική συνεργασία όσον αφορά τους αποσπασμένους εργαζόμενους , η οδηγία 96/71, ερμηνευμένη σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, επιβάλλει στα κράτη μέλη νομικές υποχρεώσεις για τη διασφάλιση αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των διοικήσεων των κρατών μελών·

8.  τονίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την πληρέστερη ενημέρωση σχετικά με τους όρους και τις συνθήκες της απασχόλησης που πρέπει να εφαρμοστούν από τους παρόχους υπηρεσιών και να διασφαλίσουν ότι οι αλλοδαποί πάροχοι υπηρεσιών έχουν πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες·

9.  καλεί τα κράτη μέλη να εξαλείψουν, χωρίς καθυστέρηση, όλα τα διοικητικά εμπόδια που παρεμβάλλονται τους αποσπασμένους εργαζόμενους για την παροχή υπηρεσιών, ιδιαίτερα όσον αφορά τις υποχρεώσεις τους να λαμβάνουν άδεια, να προβαίνουν σε δήλωση, να έχουν νόμιμο αντιπρόσωπο στο έδαφός τους και να διατηρούν έγγραφα για την απασχόληση στα εδάφη τους, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές δεν τηρούν τις αρχές της άρσης των διακρίσεων, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας·

10. πιστεύει ακράδαντα ότι η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να επιδιώκει και θα πρέπει να κινήσει, χωρίς καθυστέρηση, διαδικασίες επί παραβάσει εναντίον κρατών μελών που δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 49 της Συνθήκης και με την οδηγία 96/71/EΚ, ιδιαίτερα όσον αφορά τα διοικητικά εμπόδια για τους αποσπασμένους εργαζόμενους , και την επιβολή και συμμόρφωση με την οδηγία·

11. καλεί την Επιτροπή να ακολουθήσει μια προσέγγιση η οποία θα είναι επικεντρωμένη στην ενίσχυση της συνεργασίας και τη βελτίωση της εφαρμογής της οδηγίας, καθώς και στην αύξηση της διαφάνειας, την απλούστευση και την επίσπευση των διοικητικών διαδικασιών που συνδέονται με αυτήν για την απόσπαση εργαζομένων από επιχειρήσεις, και ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο έως τα μέσα του 2007 σχετικά με την αξιολόγηση της προόδου που έχουν σημειώσει τα κράτη μέλη στην εφαρμογή και επιβολή της οδηγίας και την απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών στους τομείς που ορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές, καθώς και τις διαδικασίες επί παραβάσει κατά κρατών μελών, προκειμένου να αξιολογηθεί εάν είναι αναγκαίες περαιτέρω δράσεις και νομοθετικά μέτρα.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων

Αριθμός διαδικασίας

2006/2038 INI

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

EMPL

Γνωμοδότηση της
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

IMCO
16.2.2006

Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια

 

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης
  Ημερομηνία ορισμού

Małgorzata Handzlik
21.2.2006

Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν

 

Εξέταση στην επιτροπή

21.3.2006

2.5.2006

20.6.2006

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

20.6.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

:

–:

0:

29

1

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Charlotte Cederschiöld, Mia De Vits, Bert Doorn, Janelly Fourtou, Evelyne Gebhardt, Małgorzata Handzlik, Malcolm Harbour, Anneli Jäätteenmäki, Pierre Jonckheer, Kurt Lechner, Toine Manders, Arlene McCarthy, Manuel Medina Ortega, Zita Pleštinská, Heide Rühle, Leopold Józef Rutowicz, Andreas Schwab, József Szájer, Jacques Toubon, Bernadette Vergnaud, Barbara Weiler

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Ieke van den Burg, , Jean-Claude Fruteau, Joel Hasse Ferreira, Othmar Karas, Guntars Krasts, Cecilia Malmström, Μαρία Ματσούκα, Joseph Muscat

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Jean Louis Cottigny, Věra Flasarová, Jaroslav Zvěřina

Άλλοι βουλευτές (άρθρο 183, παρ. 3)

Elisabeth Schroedter

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων

Αριθ. διαδικασίας

2006/2038(INI)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια της έγκρισης εκπόνησης

EMPL
16.2.2006

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)
Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

IMCO
16.2.2006


 

 

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει
  Ημερομηνία της απόφασης

 

 

 

 

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Εισηγητής(ές)
  Ημερομηνία ορισμού

Elisabeth Schroedter
27.10.2005

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

25.1.2006

21.2.2006

20.4.2006

3.5.2006

22.6.2006

 

10.7.2006

Ημερομηνία έγκρισης

13.9.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+ :

- :

0 :

28

13

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jan Andersson, Jean-Luc Bennahmias, Iles Braghetto, Philip Bushill-Matthews, Milan Cabrnoch, Alejandro Cercas, Ole Christensen, Derek Roland Clark, Luigi Cocilovo, Proinsias De Rossa, Harald Ettl, Richard Falbr, Carlo Fatuzzo, Ilda Figueiredo, Roger Helmer, Stephen Hughes, Karin Jöns, Jan Jerzy Kułakowski, Jean Lambert, Raymond Langendries, Bernard Lehideux, Elizabeth Lynne, Mary Lou McDonald, Thomas Mann, Mario Mantovani, Jan Tadeusz Masiel, Ana Mato Adrover, Μαρία Ματσούκα, Ria Oomen-Ruijten, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, Pier Antonio Panzeri, Jacek Protasiewicz, José Albino Silva Peneda, Jean Spautz, Anne Van Lancker, Gabriele Zimmer

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Udo Bullmann, Françoise Castex, Richard Howitt, Δημήτριος Παπαδημούλης, Elisabeth Schroedter, Gabriele Stauner, Patrizia Toia, Anja Weisgerber

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

 

Ημερομηνία κατάθεσης

28.9.2006

 

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)