ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την ετήσια έκθεση 2005 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

12.10.2006 - (2006/2206(INI))

Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων
Εισηγήτρια: Pervenche Berès

Διαδικασία : 2006/2206(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A6-0349/2006
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A6-0349/2006
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την ετήσια έκθεση 2005 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

(2006/2206(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–    έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση 2005 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ),

–    έχοντας υπόψη το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΚ,

–    έχοντας υπόψη το άρθρο 15 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 2ας Απριλίου 1998 σχετικά με τον δημοκρατικό έλεγχο κατά το τρίτο στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης[1],

–    έχοντας υπόψη την ψηφοφορία του της 5ης Ιουλίου 2005 κατά την οποία απορρίφθηκε η πρόταση ψηφίσματος σχετικά με την ετήσια έκθεση 2004 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[2],

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Απριλίου 2006 σχετικά με την κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας: προπαρασκευαστική έκθεση σχετικά με τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής για το 2006[3],

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 17ης Μαΐου 2006 σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ)[4],

–    έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 12ης Ιουλίου 2006 σχετικά με την ετήσια δήλωση για την ευρωζώνη (COM(2006)0392),

–    έχοντας υπόψη τη θέση του της 13ης Μαρτίου 2003 σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για απόφαση του Συμβουλίου αναφορικά με τροποποίηση του άρθρου 10.2 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[5],

–    έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Μαρτίου 2006 σχετικά με τη στρατηγική επανεξέταση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου[6],

–    έχοντας υπόψη τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και σχετικά με τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση στη ζώνη του ευρώ,

–    έχοντας υπόψη την από 5ης Μαΐου 2006 επιστολή της προέδρου της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ecofin σχετικά με τη διαδικασία διορισμού της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

–    έχοντας υπόψη τις οικονομικές προβλέψεις του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2006,

–    έχοντας υπόψη τα άρθρα 106 και 112, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

–    έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A6‑0349/2006),

A.  αναγνωρίζοντας την πλήρη ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ),

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κύριος στόχος της ΕΚΤ και του ΕΣΚΤ συνίσταται στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών με ταυτόχρονη στήριξη των γενικών οικονομικών πολιτικών της Κοινότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΚ· ότι το άρθρο 105 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει πως η νομισματική πολιτική πρέπει να συμβάλλει, «με την επιφύλαξη του στόχου της σταθερότητας των τιμών», στην υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕγχΠ) της ζώνης του ευρώ αυξήθηκε κατά 1,4 % το 2005, εμφανίζοντας μείωση σε σχέση με το 1,8 % του 2004, ενώ ο πληθωρισμός της ζώνης του ευρώ ανήλθε σε 2,2 %, ποσοστό που βρίσκεται κοντά στο 2,1% του 2004,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν στον ίδιο βαθμό από την ισχυρή παγκόσμια ανάπτυξη το 2005· ότι, μεταξύ άλλων λόγων, αυτό μπορεί να αποδοθεί στην αύξηση των τιμών του πετρελαίου και τη δυσμενή εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών, με το ευρώ να βρίσκεται σε επίπεδο υψηλότερο των 1,17 δολαρίων το Δεκέμβριο του 2005 (έναντι μέγιστου επιπέδου –1,36 δολάρια– τον Δεκέμβριο του 2004)· ότι οι προγνώσεις ανάπτυξης υποδεικνύουν ορισμένη οικονομική ανάκαμψη, με τις προβλέψεις της Επιτροπής να αναφέρουν ανάπτυξη 2,5% το 2006 και μεταξύ 1,3% και 2,3% το 2007, ενώ ο πληθωρισμός προβλέπεται ελαφρώς ανώτερος του 2%,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αφού διατήρησε σταθερά τα βασικά επιτόκια επί δυόμισι έτη στο επίπεδο του 2%, προέβη στην διαδοχική αύξησή τους κατά 25 μονάδες βάσης την 1η Δεκεμβρίου 2005, στις 2 Μαρτίου, στις 8 Ιουνίου, στις 3 Αυγούστου και στις 5 Οκτωβρίου 2006, και ότι τόσο τα ονομαστικά όσο και τα πραγματικά επιτόκια παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι αρκετές κεντρικές τράπεζες τρίτων χωρών ανακοίνωσαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών την πρόθεσή τους να αυξήσουν το ποσοστό των συναλλαγματικών διαθεσίμων τους που τηρούνται σε ευρώ,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παγκόσμιες ανισορροπίες αυξήθηκαν το 2005, κυρίως λόγω της αύξησης του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών των Ηνωμένων Πολιτειών, που έφτασε στο 6,4 % του ΑΕγχΠ,

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί της ΕΚΤ για το 2005 αποκαλύπτουν μηδενικό καθαρό κέρδος, γεγονός το οποίο εξηγείται από τη διοχέτευση όλου του χρηματοοικονομικού αποτελέσματος σε προβλέψεις,

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαδραματίζει καίριο ρόλο στην εύρυθμη λειτουργία του ευρωπαϊκού μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ II) και στην καταπολέμηση του πληθωρισμού,

Ι.    λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση του Κοινοβουλίου να συμβάλει στην ενίσχυση του ρόλου και του κύρους της ΕΚΤ στη διεθνή σκηνή,

Οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις

1.   υπογραμμίζει ότι η οικονομική ανάκαμψη χαρακτηρίζεται από ετήσια αύξηση κατά 2,5% του πραγματικού ΑΕγχΠ και συμβολή της εσωτερικής ζήτησης κατά 2,1% στο δεύτερο τρίμηνο του 2006· επισημαίνει ότι η πρόσφατη οικονομική ανάπτυξη στηρίζεται από τις εθνικές μεταρρυθμίσεις και τα επενδυτικά προγράμματα στις αγορές εργασίας, χρηματοπιστωτικών προϊόντων και εμπορευμάτων· πιστεύει ότι τα επιτόκια θα μπορούσαν να αυξηθούν μόνον με την απαιτούμενη σύνεση για να μην διακυβευτεί η ανάπτυξη· εφιστά την προσοχή στους κινδύνους που συνδέονται με την αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ και της τιμής του πετρελαίου, παράγοντες που συνέβαλαν στην ασθενική ανάπτυξη κατά το 2005· επικροτεί την πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να επικεντρώνεται στον κύριο στόχο της, δηλαδή στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών· εκτιμά συνεπώς ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανταποκρίθηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις του 2005 αυξάνοντας το επιτόκιό της, αφού η κορυφή της καμπύλης του πληθωρισμού ανήλθε έως το 2,6% τον Σεπτέμβριο του 2005·

2.   υπογραμμίζει ότι η ΕΚΤ πρέπει, ωστόσο, να έχει επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονούν για την ανάπτυξη οι συνεχείς αυξήσεις των επιτοκίων, στο πλαίσιο της πρόσφατης οικονομικής ανάκαμψης· επισημαίνει ότι, προκειμένου να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη, τα κράτη μέλη οφείλουν α προβούν στις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδυτικές δραστηριότητες· θεωρεί ότι η πολιτική των επιτοκίων επηρεάζεται από την πρόοδο των μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης των κρατών μελών·

3.   διαπιστώνει ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου 2003-2005, τα επιτόκια έπεσαν σε ένα ιστορικά χαμηλό επίπεδο, δηλαδή στο 2%, προκειμένου να στηριχθεί η οικονομική ανάκαμψη· καλεί την ΕΚΤ να εξακολουθήσει να ανταποκρίνεται στην αποστολή της, με μια πολιτική η οποία συνίσταται στο να συγκρατεί σθεναρά τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών· υπογραμμίζει ότι η ΕΚΤ πρέπει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη των τιμών του πετρελαίου και των ακινήτων, καθώς και την επίμονη ύπαρξη πλεονάζουσας ρευστότητας·

4.   παρατηρεί ότι η εξυγίανση που δρομολογήθηκε από τα κράτη μέλη πρέπει να συνεχιστεί, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, αν και ταυτόχρονα δεν μπορούν να παραμεληθούν οι επενδύσεις προς όφελος μιας κοινωνίας ικανής να αντιμετωπίσει το μέλλον· ότι οι παρούσες παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές του ΔΝΤ επιβεβαιώνουν την εν λόγω διάγνωση· ότι οι περαιτέρω πρόοδοι όσον αφορά τη μεταρρύθμιση στα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ παραμένουν καθοριστικές για την εδραίωση των βάσεων της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης·

5.   παρατηρεί ότι, στα τέλη του 2001 και στις αρχές του 2003, υπήρχαν παρόμοιες ενδείξεις με αυτές που παρατηρούνται σήμερα όσον αφορά την οικονομική ανάκαμψη, οι οποίες όμως δεν μετουσιώθηκαν σε σταθερή ανάπτυξη· επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής και του Ευρωσυστήματος προβλέπουν μικρή ανάκαμψη για το 2006, η οποία θα ακολουθηθεί από επιβράδυνση το 2007· εκτιμά ότι η αύξηση του δυναμικού ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ εξαρτάται από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις καθώς και από προσεκτικά υλοποιημένες επενδυτικές δραστηριότητες στα κράτη μέλη· αναγνωρίζει ότι ο ανταγωνισμός στις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η υψηλή ποιότητα της απασχόλησης αποτελούν κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης και ότι ο αντίκτυπός τους στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της καινοτομίας δεν πρέπει να παρεμποδιστεί· επισημαίνει την πρόσφατη ανάκαμψη το 2006 και υπογραμμίζει ότι η εν λόγω θετική κατάσταση πρέπει να αξιοποιηθεί πληρέστερα για μια σοβαρή δημοσιονομική εξυγίανση· αναγνωρίζει ότι ο ανταγωνισμός στις ευρωπαϊκές αγορές αποτελεί κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη και ότι ο αντίκτυπός του στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της καινοτομίας δεν πρέπει να παρεμποδιστεί·

6.   εκτιμά ότι η αύξηση του δυναμικού ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ εξαρτάται από τη συνέχιση μιας συνεπούς εφαρμογής του προγράμματος μεταρρυθμίσεων· ότι αυτό πρέπει οπωσδήποτε, λαμβανομένων υπόψη των δημογραφικών μεταβολών, να περιλαμβάνει συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις μελλοντικές εξελίξεις· ότι, σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωπαϊκοί μακροοικονομικοί διάλογοι που αποσκοπούν στον καθορισμό σημείων αναφοράς για τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων και μιας ισορροπημένης μακροοικονομικής πολιτικής αποτελούν σημαντικό παράγοντα· ότι η ΕΚΤ πρέπει να διατηρήσει εν προκειμένω την ανεξαρτησία της·

7.   εκτιμά ότι οι αποκλίσεις εντός της ζώνης του ευρώ, όπου υπάρχουν διαφορές σε επίπεδο ανάπτυξης (έως 4,5 % το 2005) και σε επίπεδο πληθωρισμού (έως 2,7 % το 2005), συνιστούν, μακροπρόθεσμα, μείζονα κίνδυνο για τον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών·

8.   παρατηρεί την ύπαρξη αυξανόμενων κινδύνων προσαρμογής των τιμών των ακινήτων κατά τρόπο που θα αντανακλά την ταχεία και αδικαιολόγητη αύξηση των τιμών κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών· εύχεται την αποσαφήνιση της πολιτικής της ΕΚΤ όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών των στοιχείων ενεργητικού, και δη των ακινήτων· εκτιμά ότι, μακροπρόθεσμα, μια σαφέστερη θέση θα συνέβαλλε ώστε να αποφευχθούν οι κερδοσκοπικές φούσκες·

9.   επικροτεί την προσχώρηση στον ΜΣΙ II της Κύπρου, της Λεττονίας και της Μάλτας στις 29 Απριλίου 2005 και της Σλοβακίας στις 25 Νοεμβρίου 2005· τάσσεται υπέρ της υιοθέτησης του ευρώ από όλα τα κράτη μέλη· εκτιμά ότι, όσον αφορά τον σεβασμό των κριτηρίων σύγκλισης, πρέπει να δίδεται η δέουσα προσοχή στην ακρίβεια και την αξιοπιστία των στατιστικών των κρατών μελών· καλεί τα άλλα κράτη μέλη να λάβουν αμέσως μέτρα, προκειμένου να εκπληρώσουν εξίσου τα κριτήρια που διέπουν την προσχώρηση στη ζώνη του ευρώ·

10. παρατηρεί ότι οι μηχανισμοί διάδοσης της νομισματικής πολιτικής διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, δεδομένου ιδίως ότι ορισμένες χώρες υφίστανται αμεσότερη επίδραση λόγω της επικράτησης του δανεισμού με μεταβλητά επιτόκια· ζητεί από την ΕΚΤ και την Επιτροπή να υποβάλουν μια σαφή ανάλυση αυτών των διαφορών και των ενδεχόμενων βελτιώσεων που πρέπει να γίνουν, ώστε να διευκολυνθεί η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής· ότι οι προοπτικές αφύπνισης στην Ευρώπη μπορούν να ενισχυθούν μόνον εφόσον η κατευθυντήρια αρχή της «ενότητας στην ποικιλομορφία» γίνει αποδεκτή τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά·

11. υπογραμμίζει τους κινδύνους των γρήγορων προσαρμογών στις παγκόσμιες ανισορροπίες, που είναι πιθανό να επιφέρουν ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου· υπενθυμίζει στο πλαίσιο αυτό ότι η Συνθήκη παρέχει στο Συμβούλιο την αρμοδιότητα της συναλλαγματικής πολιτικής χωρίς να προσδιορίζει τα μέσα άσκησης αυτής της εξουσίας· καλεί την Ευρωομάδα, το Συμβούλιο και την ΕΚΤ να ασκήσουν πλήρως τις αντίστοιχες εξουσίες τους και να εντείνουν τον συντονισμό της δράσης τους σε θέματα συναλλαγματικής πολιτικής·

12. παρατηρεί ότι η ΕΚΤ διάκειται ευνοϊκά έναντι της ενίσχυσης του προληπτικού σκέλους του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης (ΣΣΑ), αλλά επίσης έχει υιοθετήσει επανειλημμένως επικριτική στάση σε σχέση με ενδεχόμενη χαλάρωση του διορθωτικού σκέλους του εν λόγω συμφώνου, θέση που συνάδει με τις θέσεις όλων των υπόλοιπων κεντρικών τραπεζών της ζώνης του ευρώ, ορισμένες από τις οποίες έχουν εν προκειμένω διατυπώσει έντονη κριτική·

Νομισματική πολιτική

13. εκτιμά ότι απαιτείται περισσότερη σαφήνεια και συνοχή στη νομισματική πολιτική που εφαρμόζεται από την ΕΚΤ, ιδίως όσον αφορά τον προσδιορισμό της συγκριτικής σπουδαιότητας και της σχέσης των δύο κύριων πυλώνων πολιτικής, δηλαδή της προσφοράς χρήματος (M3) και όλων των άλλων σχετικών πληροφοριών για τη μελλοντική εξέλιξη του πληθωρισμού· εκτιμά ότι οι σαφείς και διαφανείς κανόνες όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι δύο αυτοί πυλώνες επηρεάζουν τις επιχειρησιακές αποφάσεις σε θέματα νομισματικής πολιτικής θα καθιστούσαν τις πολιτικές της ΕΚΤ περισσότερο προβλέψιμες και αποτελεσματικές·

14. υπογραμμίζει την αναγκαιότητα διατύπωσης σαφούς ερμηνείας της εντολής της ΕΚΤ όπως ορίζεται στο άρθρο 105, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ· καλεί ειδικότερα την ΕΚΤ να παράσχει έγκυρη και συνεκτική επεξήγηση των όρων και των μέσων βάσει των οποίων προτίθεται να εκπληρώσει την υποχρέωσή της που ορίζει η Συνθήκη, δηλαδή να στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Κοινότητα διατηρώντας παράλληλα τη σταθερότητα των τιμών· επισημαίνει ότι η Συνθήκη ΕΚ διακρίνει ρητά τους στόχους της σταθερότητας των τιμών και της στήριξης των γενικών οικονομικών πολιτικών και ότι, συνεπώς, οι δύο εν λόγω στόχοι δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλώς ως αμοιβαία υποκαταστάσιμοι, εάν πρόκειται να δοθεί ένα πραγματικό νόημα στο άρθρο 105, παράγραφος 1·

Χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ενοποίηση

15. χαιρετίζει τη δημοσίευση της πρώτης έκθεση της ΕΚΤ σχετικά με τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση στη ζώνη του ευρώ, που απαιτείται τόσο για τη διάδοση των πληροφοριών που αφορούν τη νομισματική πολιτική όσο και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα· σημειώνει ότι, για την ΕΚΤ, η χρηματοπιστωτική ενοποίηση απαιτεί την ενοποίηση των υποδομών της αγοράς, και ιδίως των συστημάτων διακανονισμού-παράδοσης· παρατηρεί ότι η ΕΚΤ έχει την πρόθεση να δημιουργήσει τη δική της υποδομή διακανονισμού·

16. καταδικάζει το γεγονός ότι η ΕΚΤ ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή επιτροπή ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών όσον αφορά μέτρα του επιπέδου 2 προτού καν ενεργήσει ο νομοθέτης·

17. συμμερίζεται τους φόβους που έχει εκφράσει η ΕΚΤ όσον αφορά τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και παρατηρεί ότι ο έλεγχος των αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου διενεργείται ουσιαστικά με έμμεσο τρόπο, διαμέσου των τραπεζών που είναι οι αντισυμβαλλόμενοί τους· διαπιστώνει ότι ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη λειτουργία των αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου, μολονότι αυτά έχουν απεριόριστη πρόσβαση στις αγορές· επισημαίνει ότι η αποτίμηση των εν λόγω κεφαλαίων συχνά είναι εντελώς αυθαίρετη και δεν παρέχει στους επενδυτές ακριβή εικόνα των θέσεων και των αποδόσεών τους· εκτιμά ότι, στη συζήτηση που ξεκινά διεθνώς –ιδίως υπό το φως των εξελίξεων στις ΗΠΑ– για την ανάγκη μεγαλύτερου ελέγχου της δραστηριότητας των αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να αναλάβει την πρωτοβουλία, προκειμένου να μπορεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο· καλεί, ως εκ τούτου, την ΕΚΤ να εκπονήσει περαιτέρω αναλύσεις στον τομέα αυτό·

18. καλεί την Επιτροπή να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στον αντίκτυπο που έχει η συμπεριφορά των χρηματοπιστωτικών αγορών στη μακροοικονομική κατάσταση της ζώνης του ευρώ·

19. επισημαίνει τους κινδύνους που εγκυμονούν για τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις· ζητεί ως εκ τούτου από την ΕΚΤ να εκπονήσει σχετική ανάλυση, εστιαζόμενη ιδίως στο ζήτημα του δανειστή εσχάτης ανάγκης, και να υποβάλει αντίστοιχες αναλύσεις στο πλαίσιο του νομισματικού διαλόγου του 2007·

20. αναμένει με ενδιαφέρον την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου συστήματος TARGET II, το οποίο θα βελτιώσει τη διαχείριση των ρευστών διαθέσιμων στο πλαίσιο του ΕΣΚΤ και θα αποφέρει σημαντικά αυξημένη αποτελεσματικότητα· προτρέπει το ΕΣΚΤ να διαμορφώσει ένα διεξοδικό, διαφανές και στέρεο νομικό πλαίσιο για τη μελλοντική λειτουργία του TARGET II·

21. καλεί την ΕΚΤ να αναλάβει δράση όσον αφορά την επίμονα αυξημένη προσφορά χρήματος M3 (8,8% τον Μάιο του 2006 έναντι 7,4% τον Δεκέμβριο του 2005) σε σχέση με το μακροπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς 4,5%· εφιστά ιδίως την προσοχή στη σημαντική αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας και των καταθέσεων όψεως, και εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι μια τέτοια επέκταση δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη· καλεί την ΕΚΤ να μελετήσει προσεκτικά τις εξελίξεις στην αγορά ενυπόθηκων δανείων και στα δάνεια για συγχωνεύσεις και εξαγορές, και τις πιθανές επιπτώσεις τους από την άποψη του συστημικού κινδύνου, της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και της εξέλιξης των επιτοκίων·

22. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η ΕΚΤ, όπως και το Συμβούλιο, δεν έκρινε σκόπιμο να ενημερώσει το Κοινοβούλιο σχετικά με το «Μνημόνιο συμφωνίας για τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων»·

Εξωτερικός ρόλος του ευρώ

23. επαναλαμβάνει το αίτημά του για ενέργειες με στόχο την ενοποίησης της εκπροσώπησης της ζώνης του ευρώ στο πλαίσιο των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, προκειμένου τα συμφέροντά της να προστατεύονται με ισχύ ανάλογη του οικονομικού βάρους της·

24. παρατηρεί με ενδιαφέρον τις εξαγγελίες αρκετών κεντρικών τραπεζών ότι προτίθενται να αυξήσουν το ποσοστό των συναλλαγματικών διαθεσίμων τους που τηρούνται σε ευρώ· ζητεί από την ΕΚΤ να παρακολουθεί με προσοχή τις εν λόγω κινήσεις και, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής της σχετικά με τον διεθνή ρόλο του ευρώ, να προσδιορίσει ποσοτικά και να αναλύσει τις συνέπειές τους, ιδίως όσον αφορά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες·

Τραπεζογραμμάτια

25. παρατηρεί ότι η αξία των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων σε ευρώ συνέχισε να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό, εμφανίζοντας άνοδο 12,8% το 2005· επισημαίνει ότι αυτή η συνεχιζόμενη αύξηση οφείλεται κυρίως στα τραπεζογραμμάτια μεγάλης ονομαστικής αξίας, και ιδίως στα τραπεζογραμμάτια των 500 ευρώ, των οποίων η αύξηση σε αριθμό άγγιξε το 20,9%· ζητεί από την ΕΚΤ να διερευνήσει τους λόγους αυτής της αισθητής αύξησης και να αναλύσει το είδος των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν με τα εν λόγω τραπεζογραμμάτια και την κατανομή ανά χώρα της ζήτησης, προκειμένου να εντοπιστούν οι κίνδυνοι που μπορεί να συνδέονται με το εν λόγω γεγονός·

26. εκτιμά ότι η πρώτη γενιά τραπεζογραμματίων, από τα οποία λείπουν όλες οι απεικονίσεις ζώντων οργανισμών, πραγματικών τοπίων ή μνημείων, συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας ψυχρής εικόνας της νομισματικής ολοκλήρωσης και συμβάλλει στην αποστασιοποίηση των Ευρωπαίων από το ευρώ· καλεί την ΕΚΤ να εισαγάγει στη δεύτερη γενιά τραπεζογραμματίων ζώντες οργανισμούς, τοπία, ευρωπαϊκά ανθρώπινα έργα ή ευρωπαϊκές προσωπικότητες που χαίρουν συναίνεσης· καλεί την ΕΚΤ να του υποβάλει τις σκέψεις της επί του θέματος·

Δημοκρατικός έλεγχος

27. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η ΕΚΤ τάσσεται σαφώς υπέρ της επικύρωσης του σχεδίου συντάγματος, που απαριθμεί τα απαραίτητα στοιχεία του πλαισίου πολιτικής για την ΟΝΕ εντός των ορίων τόσο του νομισματικού πυλώνα όσο και του οικονομικού και φορολογικού πυλώνα· υπογραμμίζει ότι η διαδικασία επικύρωσης δεν ασκεί ουδεμία επιρροή στη λειτουργία της νομισματικής ένωσης και δεν επηρεάζει τη σταθερότητα του ευρώ· καλεί την ΕΚΤ να συνεχίσει να εγγυάται την αξιοπιστία του ευρώ και να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ενός μη πληθωριστικού μακροοικονομικού περιβάλλοντος που προάγει την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία απασχόλησης·

28. εκτιμά ότι έχει αποδειχτεί η αξία της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας διορισμού των μελών της εκτελεστικής επιτροπής· υπογραμμίζει ότι στο άρθρο 112, παράγραφος 2, στοιχείο β), της Συνθήκης ορίζεται ότι τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της ΕΚΤ επιλέγονται μεταξύ ατόμων των οποίων το κύρος και η επαγγελματική εμπειρία στον νομισματικό ή τραπεζικό τομέα χαίρουν αναγνώρισης, και τονίζει ότι η ιθαγένειά τους δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει κανέναν ρόλο και ότι πρέπει να συνεχίσουν να κρίνονται με γνώμονα αυστηρά και μόνο τα κριτήρια της Συνθήκης, όπως για παράδειγμα το κριτήριο των προσόντων τους· κρίνει σημαντικό να διασφαλισθεί η ποικιλομορφία στη σύνθεση της εκτελεστικής επιτροπής, προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικός ο εκ των υστέρων έλεγχος επί της ΕΚΤ·

29. καλεί το Συμβούλιο να παραμείνει πιστό στη διαδικασία διορισμού των μελών της εκτελεστικής επιτροπής· υπογραμμίζει ότι είναι πρόθυμο να δρομολογήσει μαζί με τα άλλα θεσμικά όργανα μια διερεύνηση των ενδεχόμενων βελτιώσεων πριν από την επόμενη ανανέωση της εκτελεστικής επιτροπής το 2010·

30. θεωρεί ότι ο νομισματικός διάλογος μεταξύ του Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ στέφθηκε με επιτυχία, η οποία θα πρέπει περαιτέρω να ενισχυθεί· υπογραμμίζει ότι η εκ των υστέρων ευθύνη της ΕΚΤ έχει ζωτική σημασία για την εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών και, συνεπώς, τη σταθερότητά τους· θεωρεί ότι η ενότητα της εκτελεστικής επιτροπής και του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ πρέπει να εξακολουθήσει να εξασφαλίζεται στη δημόσια παρουσία τους· υποστηρίζει μια στοχοθετημένη πολιτική ενημέρωσης από την ΕΚΤ έναντι του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής· τονίζει ρητά ότι το αίτημα για βελτιώσεις στην πολιτική επικοινωνίας της ΕΚΤ πρέπει να γίνει αντιληπτό αυστηρά και μόνο στο πλαίσιο της ταυτόχρονης διατήρησης της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ και των οργάνων της· υπενθυμίζει ωστόσο ότι ζήτησε να δημοσιεύεται ετησίως όχι μόνον μια επισκόπηση με ανάλυση ανά χώρα αλλά και μια περιφερειακή και διασυνοριακή επισκόπηση των σχετικών τάσεων, στα πρότυπα του «Beige Book» της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, γεγονός το οποίο θα έδινε στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να επηρεάσει τη συζήτηση για τις τάσεις της παραγωγικότητας και τις προοπτικές σχετικά με τις τιμές και τις αμοιβές· καλεί την ΕΚΤ να εξετάσει το ενδεχόμενο δημοσίευσης συνοπτικών πρακτικών·

31. υπογραμμίζει ότι η αξιοπιστία της ΕΚΤ εξαρτάται επίσης από τον υψηλό βαθμό διαφάνειας των διαδικασιών λήψης αποφάσεων που ακολουθεί· επαναλαμβάνει το αίτημα του να δημοσιεύονται, λίγο μετά τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, συνοπτικά πρακτικά των εν λόγω συνεδριάσεων, τα οποία να παρουσιάζουν με σαφήνεια τα επιχειρήματα υπέρ και κατά των αποφάσεων που ελήφθησαν και τους λόγους για τους οποίους ελήφθησαν οι εν λόγω αποφάσεις· υπογραμμίζει ότι αυτή η μορφή επικοινωνίας δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ενημέρωση που παρέχεται από τον πρόεδρο της ΕΚΤ αμέσως μετά την έγκριση νομισματικών αποφάσεων, ενημέρωση που παρέχει πολύτιμες και έγκαιρες επισημάνσεις στους παρατηρητές και στους παράγοντες της αγοράς· θεωρεί σημαντική την εν λόγω διαφάνεια, διότι η αγορά μπορεί κατ’ αυτό τον τρόπο να έχει σαφέστερη εικόνα για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ·

32. υπενθυμίζει ότι απέρριψε ως υπερβολικά περίπλοκο το σύστημα των εκ περιτροπής δικαιωμάτων ψήφου για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ όπως εγκρίθηκε το 2003· εκτιμά ότι, εν όψει μελλοντικών διευρύνσεων της ζώνης του ευρώ, πρέπει να θεσπισθεί ένα σύστημα που θα είναι ταυτόχρονα δίκαιο και αποτελεσματικό· υπενθυμίζει το ψήφισμά του για εννεαμελές συμβούλιο της ΕΚΤ το οποίο θα ήταν υπεύθυνο για τη νομισματική πολιτική, κατά τρόπο ώστε να αντικατασταθεί το παρόν δύσκαμπτο σύστημα και να αποφευχθεί η ακόμη περιπλοκότερη λύση που αποφασίστηκε για το μέλλον· ζητεί μετ’ επιτάσεως να τροποποιηθεί αναλόγως η Συνθήκη·

33. καλεί την ΕΚΤ, στο πλαίσιο της στρατηγικής της στον τομέα της επικοινωνίας, να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στις ακροάσεις του προέδρου της από την επιτροπή του Κοινοβουλίου που είναι αρμόδια για τα οικονομικά και νομισματικά θέματα·

Διαχείριση της ΕΚΤ

34. παρατηρεί ότι το προσωπικό της ΕΚΤ αυξάνεται σημαντικά και αδιάκοπα από το 1999, κατά 86% την εν λόγω περίοδο· παρατηρεί ότι η ΕΚΤ εμφανίζει προσωρινό πάγωμα του προσωπικού της κατά τη διάρκεια αρκετών μηνών του 2005, αλλά το προσωπικό της συνέχισε παρ’ όλα αυτά να αυξάνεται κατά 3,5% το 2005· επισημαίνει ότι η ΕΚΤ έχει υπογραμμίσει τη βούλησή της να αυξήσει την εσωτερική της αποτελεσματικότητα· θεωρεί ότι ο στόχος αυτός είναι αξιέπαινος και ελπίζει να επιτευχθεί σε βιώσιμη βάση, ιδίως μέσω μιας μακροπρόθεσμης σταθεροποίησης του προσωπικού·

35. υπογραμμίζει τη σημασία που πρέπει να δοθεί από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες στην ποιότητα του διαλόγου, στη διαφάνεια των πληροφοριών και στην αναγνώριση του συνδικαλιστικού παράγοντα κατά τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσωπικού·

36. εκτιμά ότι η συμμετοχή των υπαλλήλων και των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους στη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν, καθώς και ένας κοινωνικός διάλογος υψηλού επιπέδου, θα συμβάλουν στην εμφάνιση ενός κοινού πνεύματος στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος και του ΕΣΚΤ·

37. παρατηρεί ότι ολόκληρο το πλεόνασμα της χρήσης 2005 της ΕΚΤ, ύψους 992 εκατομμυρίων ευρώ, έχει διοχετευθεί σε προβλέψεις για την κάλυψη του συναλλαγματικού κινδύνου, του επιτοκιακού κινδύνου και του κινδύνου διακυμάνσεων της τιμής του χρυσού, με αποτέλεσμα το καθαρό κέρδος να είναι μηδενικό· σημειώνει ότι το ύψος αυτών των προβλέψεων θα επανεξετάζεται κάθε χρόνο· διαπιστώνει παράλληλα ότι το κόστος κατασκευής της νέας έδρας της ΕΚΤ υπολογίζεται στα 850 εκατομμύρια ευρώ· ζητεί από την ΕΚΤ να αποσαφηνίσει τους στόχους της για το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων και των προβλέψεων, καθώς και να ασκήσει μια πολιτική προϋπολογισμού η οποία, ενώ θα καλύπτει τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται, θα της επιτρέπει να επιτυγχάνει ικανοποιητικά χρηματοοικονομικά αποτελέσματα·

o

o o

38. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στον πρόεδρο της Ευρωομάδας, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

  • [1]  ΕΕ C 138 της 4.5.1998, σελ. 177.
  • [2]  ΕΕ C 157 E της 6.7.2006, σελ. 19.
  • [3]  Εγκριθέντα κείμενα, 4.4.2006, P6_TA(2006)0124.
  • [4]  Εγκριθέντα κείμενα, 17.5.2006, P6_TA(2006)0214.
  • [5]  ΕΕ C 61 E της 10.3.2004, σελ. 317.
  • [6]  Εγκριθέντα κείμενα, 14.3.2006, P6_TA(2006)0076.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Στο ψήφισμά του σχετικά με την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αξιολογεί τη δράση της Κεντρικής Τράπεζας. Έπειτα από επτά χρόνια ύπαρξης του ευρώ και μετά τη συμπλήρωση ενός πλήρους κύκλου ανανέωσης της σύνθεσης της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η εισηγήτρια επιθυμεί φέτος να τονίσει την ανάγκη ενίσχυσης του εκ των προτέρων και του εκ των υστέρων δημοκρατικού ελέγχου επί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις το 2005

Το 2005, το πραγματικό ΑΕγχΠ της ζώνης του ευρώ αυξήθηκε κατά 1,4 %, ποσοστό μικρότερο της αύξησης κατά 1,8 % που σημειώθηκε το 2004. Το πρώτο εξάμηνο του 2005, η δραστηριότητα αυξήθηκε με συγκρατημένο ρυθμό και στη συνέχεια έτεινε να επιταχυνθεί κατά το δεύτερο εξάμηνο. Ο πληθωρισμός ανήλθε στο 2,2% το 2005, δηλαδή σε επίπεδο συγκρίσιμο με αυτό του 2004 το οποίο ήταν 2,1%. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας δεν επέφερε εσωτερικές πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως χάρη στη συγκράτηση των μισθών σε χαμηλό επίπεδο.

Κατόπιν της διατήρησης των επιτοκίων στο 2 % για δυόμισι χρόνια, το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης την 1η Δεκεμβρίου και στη συνέχεια διαδοχικά στις 2 Μαρτίου, στις 8 Ιουνίου και στις 3 Αυγούστου 2006. Αυτές οι αποφάσεις οφείλονταν στον κίνδυνο οι μελλοντικές αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου να έχουν επιπτώσεις δεύτερου γύρου επί των μισθών, σε ένα πλαίσιο ταχείας επέκτασης του δανεισμού.

Οι οικονομικές προβλέψεις του Ευρωσυστήματος κάνουν λόγο για σχετική ανάκαμψη ποσοστού μεταξύ 1,8 % και 2,4 % το 2006 και ποσοστού μεταξύ 1,3% και 2,3% το 2007. Αυτή η ανάκαμψη εμφανίζεται στην παρούσα φάση αρκετά εύθραυστη, όπως διαφαίνεται και από το ευρύ πλαίσιο διακύμανσης της πρόβλεψης, καθώς και από την πιθανή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας από το 2007 και εξής.

Η εισηγήτρια θα ήθελε να επισημάνει τις δηλώσεις του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ οι οποίες κάνουν έκκληση για σύνεση κατά τις μελλοντικές μεταβολές των επιτοκίων στη ζώνη του ευρώ, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον πρόσφατο χαρακτήρα, την ποιότητα και την ανθεκτικότητα της οικονομικής ανάκαμψης. Τα δύο αυτά θεσμικά όργανα αναφέρουν πολλούς παράγοντες που είναι πιθανόν να θέσουν σε κίνδυνο μια ανάκαμψη που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της βήματα, όπως είναι οι κρίσεις ισοτιμίας του ευρώ και των τιμών του πετρελαίου, παράγοντες που ήδη διαδραμάτισαν ρόλο στην επιβράδυνση της ανάπτυξης το 2005.

Στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον το 2005 κυριάρχησε η αύξηση των παγκόσμιων ανισορροπιών, κυρίως δε το αμερικανικό έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών που ανήλθε στο 6,4% του ΑΕγχΠ. Οι εν λόγω ανισορροπίες αποτελούν μείζονα κίνδυνο, καθώς η διευθέτησή τους θα μπορούσε να επιφέρει ταχείες εξελίξεις στην ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου. Μια ταχεία και σημαντική ανατίμηση του ευρώ θα επηρέαζε σημαντικά την ευρωπαϊκή οικονομική ανάπτυξη. Η ζώνη του ευρώ πρέπει να προετοιμαστεί καλύτερα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, η εισηγήτρια εκτιμά ότι πρέπει να αποσαφηνιστεί η θέση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής και ότι πρέπει επίσης να διευκρινιστούν τα μέσα παρέμβασης του Συμβουλίου, προκειμένου να συγκεκριμενοποιηθούν οι θεσμικές ευθύνες που του αναλογούν εν προκειμένω.

Είναι αναγκαίο να ενισχυθεί ο οικονομικός και νομισματικός συντονισμός και η εισηγήτρια θα ήθελε να υπενθυμίσει ότι ο καθορισμός ενός προσαρμοσμένου συνδυασμού πολιτικών, ο οποίος δεν έχει υπάρξει από τότε που θεσπίσθηκε το ευρώ, αποτελεί προϋπόθεση για την πραγμάτωση της σχεδιαζόμενης οικονομικής ανάπτυξης. Η αύξηση του δυναμικού ανάπτυξης στηρίζεται επίσης σε έναν προσαρμοσμένο μακροοικονομικό έλεγχο. Η εισηγήτρια θα ήθελε επίσης να εκφράσει την υποστήριξή της στις προσπάθειες της Ευρωομάδας για την προώθηση ενός πιο ενεργού διαλόγου επί μακροοικονομικών θεμάτων μεταξύ του Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κοινωνικών εταίρων.

Οικονομική σταθερότητα και ενοποίηση

Η εισηγήτρια χαιρετίζει τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην παρακολούθηση της χρηματοπιστωτικής ενοποίησης και σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Το 2005, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δημοσίευσε μια νέα έκθεση σχετικά με τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση της ζώνης του ευρώ όπου παρουσιαζόταν μια σειρά δεικτών. Καταδεικνύει ότι ο βαθμός ενοποίησης ποικίλει σημαντικά ανάλογα με τα τμήματα της αγοράς: οι νομισματικές αγορές, τα κρατικά χρεόγραφα, τα ομόλογα του ιδιωτικού τομέα παρουσιάζουν υψηλό βαθμό ενοποίησης· πρόοδος έχει σημειωθεί στις αγορές μετοχών· οι τραπεζικές αγορές, ιδιαίτερα δε οι λιανικές τραπεζικές εργασίες, φαίνεται να έχουν υποχωρήσει σημαντικά. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπογραμμίζει ότι η χρηματοπιστωτική αγορά δεν μπορεί να ενοποιηθεί χωρίς την ενοποίηση των υποδομών της αγοράς, κυρίως δε των υποδομών συμψηφισμού και εκκαθάρισης-διακανονισμού, εκτιμά δε ότι απαιτείται σημαντική πρόοδος στον τομέα αυτόν και επιθυμεί μια σχετική νομοθετική πρωτοβουλία. Η εισηγήτρια συμφωνεί απόλυτα με αυτήν τη θέση.

Σε θέματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θεωρεί ότι η ευστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ζώνης του ευρώ έχει βελτιωθεί, αλλά εφιστά την προσοχή στους κινδύνους που συνδέονται με τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου που χαρακτηρίζονται από αδιαφάνεια και την αυθαίρετη αξιολόγηση της θέσης τους η οποία δεν παρέχει στους επενδυτές σαφή εικόνα των αποδόσεών τους. Η εισηγήτρια καλεί την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να οξύνει την παρακολούθηση των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και θεωρεί ότι οι ανησυχίες περί χρηματοπιστωτικής σταθερότητας πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα στην κανονιστική προσέγγιση που θα αναπτυχθεί όσον αφορά τα κερδοσκοπικά κεφάλαια.

Η εισηγήτρια θεωρεί ότι οι μεταβιβάσεις κινδύνου από τον χρηματοπιστωτικό τομέα προς τους ιδιώτες που σημειώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια θα πρέπει να τύχουν προσεκτικής παρακολούθησης. Είναι δε σημαντικό να αξιολογηθούν οι μακροοικονομικές συνέπειες αυτών.

Τραπεζογραμμάτια

Μετά την εισαγωγή του πιστωτικού ευρώ, η αξία των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων αυξάνεται αδιάλειπτα με πολύ υψηλό ρυθμό, ο οποίος άγγιξε το 12,8 % το 2005. Η αύξηση αυτή οφείλεται στα τραπεζογραμμάτια μεγάλης ονομαστικής αξίας, κυρίως στα τραπεζογραμμάτια των 500 ευρώ, ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε κατά 20,9 % το 2005. Όσον αφορά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων παράνομων δραστηριοτήτων και φορολογικής απάτης που σχετίζονται με τις εν λόγω εξελίξεις, η εισηγήτρια θεωρεί σκόπιμο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αναλύσει τους παράγοντες που ευθύνονται για αυτήν την αισθητή αύξηση και να αξιολογήσει τους κινδύνους που σχετίζονται με την αύξηση αυτή.

Διαχείριση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

Η εισηγήτρια, σε πλήρη ταύτιση με τις δηλώσεις του Προέδρου, θεωρεί ότι η διαχείριση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πρέπει να είναι υποδειγματική και χαιρετίζει συνεπώς τη βούληση που εκδήλωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αυξήσει την εσωτερική της αποδοτικότητα.

Σε θέματα προσωπικού, ο αριθμός απασχολούμενων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει αυξηθεί κατά 86 % από το 1999. Ένα μέρος αυτής της αύξησης εξηγείται αναμφίβολα από το γεγονός ότι η ίδρυση του ιδρύματος είναι πρόσφατη. Εντούτοις, η αναγκαιότητα ελέγχου του προσωπικού έγινε αισθητή και μεταφράστηκε σε προσωρινό πάγωμα του προσωπικού το 2005, το οποίο όμως συνέχισε να αυξάνεται κατά 3,5 % κατά τη διάρκεια του έτους. Η εισηγήτρια εκτιμά ότι θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί σε βάθος χρόνου ο στόχος αύξησης της εσωτερικής αποδοτικότητας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέσω της σταθεροποίησης του προσωπικού και μέσω μιας πραγματικά διαφανούς εφαρμογής του κοινωνικού διαλόγου.

Σε θέματα χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε μηδενικά καθαρά αποτελέσματα χρήσης το 2005 λόγω της διάθεσης για την κάλυψη του συναλλαγματικού κινδύνου, των επιτοκίων και των διακυμάνσεων της τιμής του χρυσού. Παράλληλα, το κόστος κατασκευής της νέας έδρας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υπολογίζεται στα 850 εκατομμύρια ευρώ. Η εισηγήτρια θα ήθελε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ασκήσει μια χρηματοοικονομική πολιτική που θα αποφέρει ικανοποιητικά χρηματοοικονομικά αποτελέσματα.

Δημοκρατικός έλεγχος

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα λειτουργεί εδώ και 7 χρόνια και, όσον αφορά την ίδια την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, διαθέτουμε την απαραίτητη απόσταση ώστε να αποφανθούμε για τις αναγκαίες βελτιώσεις στον δημοκρατικό έλεγχο εκ μέρους του Κοινοβουλίου.

Ο δημοκρατικός έλεγχος εκφράζεται σε δύο επίπεδα : έλεγχος εκ των προτέρων, στη διαδικασία διορισμού της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και έλεγχος εκ των υστέρων, των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Απαιτείται η ενίσχυση αμφότερων των μερών. Η εισηγήτρια προτείνει ένα σύνολο βελτιώσεων περιορισμένης εμβέλειας που θα πραγματοποιηθούν μεν ξεχωριστά, αλλά συνολικά θα έχουν τη δυνατότητα να επιφέρουν μια πραγματική βελτίωση της διαδικασίας δημοκρατικού ελέγχου.

Όσον αφορά τη διαδικασία διορισμού της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η πλήρης ανανέωση των θέσεων επιβεβαίωσε ότι οι μεγάλες χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία) εξασφάλισαν από μία θέση έκαστη, και οι 2 υπόλοιπες θέσεις περιήλθαν στις μικρές χώρες. Η πρακτική αυτή δεν συνάδει με το πνεύμα της Συνθήκης (άρθρο 112 στοιχείο β και άρθρο 11 παράγραφος 2 του καταστατικού του ΣΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας).

Η εκπροσώπηση αυτών των τεσσάρων μεγάλων χωρών περιορίζει εκ των πραγμάτων τις επιλογές του Συμβουλίου στο στάδιο των προτάσεων. Προκειμένου να διασφαλίσουν τους διορισμούς, οι εν λόγω χώρες προτείνουν ονόματα συγκεκριμένου προφίλ, δηλαδή υπαλλήλους ή στελέχη από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες. Κατά συνέπεια, η εκτελεστική επιτροπή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι πολύ πιο ομοιόμορφη από αυτή άλλων κεντρικών τραπεζών. Εντούτοις, η ποικιλομορφία στη σύνθεση της εκτελεστικής επιτροπής αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις για ανοικτό και γόνιμο διάλογο στο στάδιο του εκ των υστέρων ελέγχου.

Ως εκ τούτου, είναι αρμόζον να ανοίξει το στάδιο των προτάσεων του Συμβουλίου αποκτώντας έναν πιο διαλογικό και διαφανή χαρακτήρα. Πολλές είναι οι πιθανές προσεγγίσεις. Η εισηγήτρια εκτιμά ότι είναι δυνατόν να συγκλίνουν με απλό τρόπο η πρακτική εφαρμογή και το πνεύμα της συνθήκης: προκειμένου να είναι πραγματικά ανοιχτή η επιλογή, θα πρέπει να υποβάλλεται ένας ελάχιστος αριθμός ονομάτων από έναν ελάχιστο αριθμό χωρών και να συζητείται κατά διαφανή τρόπο. Έτσι, η πρόταση του Συμβουλίου θα στηρίζεται σε μια συζήτηση που θα βασίζεται στην υποβολή τουλάχιστον τριών ονομάτων που προωθούνται από πολλές χώρες.

Πέρα από το άνοιγμα και τη διαφάνεια που απαιτούνται στο στάδιο υποβολής προτάσεων εκ μέρους του Συμβουλίου, θα πρέπει να ενισχυθεί και ο ρόλος του Κοινοβουλίου μέσω της εξουσίας επικύρωσης του διορισμού των μελών της εκτελεστικής επιτροπής, εξουσίας παρόμοιας με εκείνη που υπάρχει σε πολλές χώρες, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια τέτοια εξουσία θα παροτρύνει ακόμα περισσότερο το Συμβούλιο να διεξαγάγει μια πραγματικά ανοικτή συζήτηση κατά την εκπόνησή της πρότασής του.

Ο δημοκρατικός έλεγχος εκ των υστέρων επίσης χρήζει βελτίωσης. Ο διάλογος περί νομισματικών ζητημάτων, μέσω της παρουσίασης της ετήσιας έκθεσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και η εμφάνιση τετράκις ετησίως του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, έχουν βέβαια συμβάλει στην υποχρεωτική αιτιολόγηση των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής. Οι συνδιασκέψεις που διοργανώνονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε συνέχεια αποφάσεων νομισματικής πολιτικής είναι επίσης ευπρόσδεκτες. Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωριστεί επίσης ότι οι ενέργειες αυτές περισσότερο εντάσσονται στην επικοινωνιακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας παρά σε μια πραγματική άσκηση ευθύνης.

Η παγκοσμίως άνευ προηγουμένου ανεξαρτησία την οποία απολαμβάνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δικαιολογεί μια αυξημένη διαφάνεια των νομισματικών αποφάσεων, όχι μόνο στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και σε κάθε μορφή πιθανής ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για αποσαφήνιση των αποφάσεών της, αλλά και μέσω της διαφάνειας κατά τη λήψη των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής. Στο θέμα αυτό, η εισηγήτρια θα ήθελε να επαναλάβει προς το διοικητικό συμβούλιο το αίτημα οι αποφάσεις να λαμβάνονται με ψηφοφορία, όπως διαφαίνεται στο άρθρο 10 του πρωτοκόλλου, καθώς και το αίτημα δημοσίευσης των συνοπτικών πρακτικών κάθε συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου, όπου θα καταγράφονται οι θέσεις των μερών υπέρ και κατά, καθώς και η κατανομή των ψήφων και οι απόψεις μειοψηφίας. Η εισηγήτρια ζητεί επίσης να μπορεί να εκπροσωπείται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, όπως συμβαίνει και με το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Η εισηγήτρια θα ήθελε να υπενθυμίσει ότι το σύστημα ψηφοφορίας εκ περιτροπής που εφαρμόζεται για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όπως εγκρίθηκε το 2003 δεν έχει προσαρμοστεί καθότι είναι υπερβολικά περίπλοκο και ζητεί, ενόψει των μελλοντικών διευρύνσεων της ζώνης του ευρώ, να θεσπισθεί ένα σύστημα που θα συνδυάζει ισοτιμία και αποδοτικότητα.

Δεδομένου ότι προηγούμενα αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παρέμειναν κενό γράμμα, καθώς και δεδομένης της εμπειρίας που αποκτήθηκε από τα επτά χρόνια ύπαρξης του ευρώ, η εισηγήτρια εκτιμά ότι πρέπει να αξιοποιηθεί το πλαίσιο της αναθεώρησης της συνταγματικής συνθήκης. Η εισηγήτρια εκτιμά συνεπώς ότι τα αιτήματα σχετικά με τη διαφάνεια της διαδικασίας διορισμών στην εκτελεστική επιτροπή και τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και την εκπροσώπηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει, πέρα από μια απλή εθελοντική εφαρμογή εκ μέρους των συναφών θεσμικών οργάνων, να ληφθούν υπόψη στο αναθεωρημένο σχέδιο της συνταγματικής συνθήκης.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Ετήσια έκθεση 2005 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

Έγγραφα αναφοράς

2006/2206(INI)

Committee responsible
  Date authorisation announced in plenary

ECON
7.9.2006

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ες)
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

 

 

 

 

 

Αποφάσισε/αν να μη γνωμοδοτήσει/ουν
  Ημερομηνία της απόφασης

 

 

 

 

 

Ενισχυμένη συνεργασία
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

Pervenche Berès
14.3.2006

 

Εισηγητής(ές)
  Ημερομηνία ορισμού

 

 

Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν)

30.5.2006

20.6.2006

12.9.2006

2.10.2006

 

Εξέταση στην επιτροπή

10.10.2006

Ημερομηνία έγκρισης

+

-

0

23

0

15

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Zsolt László Becsey, Pervenche Berès, Sharon Bowles, Udo Bullmann, Ieke van den Burg, David Casa, Jan Christian Ehler, Jonathan Evans, Jean-Paul Gauzès, Robert Goebbels, Donata Maria Assunta Gottardi, Benoît Hamon, Gunnar Hökmark, Karsten Friedrich Hoppenstedt, Sophia in 't Veld, Wolf Klinz, Christoph Konrad, Guntars Krasts, Kurt Joachim Lauk, Andrea Losco, Astrid Lulling, Gay Mitchell, Joseph Muscat, John Purvis, Alexander Radwan, Bernhard Rapkay, Dariusz Rosati, Eoin Ryan, Antolín Sánchez Presedo, Manuel António dos Santos, Peter Skinner, Margarita Starkevičiūtė, Sahra Wagenknecht

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Werner Langen, Alain Lipietz, Αντώνης Σαμαράς, Charles Tannock, Corien Wortmann-Kool

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

 

Ημερομηνία κατάθεσης

12.10.2006

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)