ΕΚΘΕΣΗ που περιέχει πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων – ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης
24.10.2006 - (2006/2078(INI))
Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
Εισηγήτρια: Edit Bauer
Συντάκτρια γνωμοδότησης (*): Maria Carlshamre, Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων
(*) Ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ επιτροπών: Άρθρο 47 του Κανονισμού
- ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
- ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
- ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ (Β6-0613/2005)
- ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων
- ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων
- ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων
- ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων – ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
– έχοντας υπόψη την πρόταση σύστασης προς το Συμβούλιο που υπέβαλε η Barbara Kudrycka εξ ονόματος της Ομάδας ΕΛΚ-ΕΔ σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων – ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης (B6‑0613/2005),
– έχοντας υπόψη την Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948, ιδιαίτερα τα άρθρα 4 και 5 στα οποία υπογραμμίζεται ότι απαγορεύεται το δουλεμπόριο οιασδήποτε μορφής,
– έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη του Πεκίνου σχετικά με την Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τις Γυναίκες, Πεκίνο + 5 και + 10 και το ψήφισμά του της 10ης Μαρτίου 2005 σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για την Πλατφόρμα Δράσης υπέρ των Γυναικών (Πεκίνο + 10)[1],
– έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ιδιαίτερα τα άρθρα 1, 7, 32, 34 και 35, και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο του 2000 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την πώληση παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία, ιδιαίτερα το άρθρο 3,
– έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1979 για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης εναντίον των γυναικών[2] (CEDAW), ιδιαίτερα τα άρθρα 5 και 6,
– έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών που υπεγράφη στο Παλέρμο το 2000 για την πρόληψη, την καταστολή και την τιμωρία της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών, το οποίο προστίθεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος,
– έχοντας υπόψη τις συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας αριθ. 29 για την καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία (1930) και αριθ. 182 για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών εργασίας των παιδιών και την άμεση δράση με σκοπό την εξάλειψή τους, οι οποίες εγκρίθηκαν από τη ΔΟΕ κατά την ογδοηκοστή έβδομη σύνοδό της (1999),
– έχοντας υπόψη την παγκόσμια έκθεση της ΔΟΕ για το 2005 με θέμα "Παγκόσμια συμμαχία κατά της καταναγκαστικής εργασίας" στο πλαίσιο της παρακολούθησης της Διακήρυξης της ΔΟΕ του 2005 σχετικά με τις θεμελιώδεις αρχές και τα δικαιώματα στην εργασία,
– έχοντας υπόψη την έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ με τίτλο: "Η σχέση μεταξύ πορνείας και εμπορίας γυναικών με σκοπό την σεξουαλική εκμετάλλευση"[3]
– έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1997 για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική και το άρθρο 22 του πρόσθετου Πρωτοκόλλου του 2002 το οποίο αφορά τη μεταμόσχευση οργάνων και ιστών ανθρώπινης προέλευσης,
– έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για ανάληψη δράσης κατά της εμπορίας ανθρώπων που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 3 Μαΐου 2005,
– έχοντας υπόψη την έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2005 για την κατάσταση του οργανωμένου εγκλήματος - Επικέντρωση στην απειλή του οικονομικού εγκλήματος,
– έχοντας υπόψη τη σύσταση αριθ. 1611/2003 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εμπορία οργάνων στην Ευρώπη,
– έχοντας υπόψη τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2000[4], ιδιαίτερα τα άρθρα 1, 3, 4, 5 και 6,
– έχοντας υπόψη την Δήλωση των Βρυξελλών σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων που εγκρίθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2002 στη διάρκεια του ευρωπαϊκού συνεδρίου με θέμα "Η πρόληψη και η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων - Η μεγάλη πρόκληση για τον 21ο αιώνα",
– έχοντας υπόψη το Πρόγραμμα της Χάγης[5] για την ελευθερία, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη το οποίο καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να αναπτύξουν ένα σχέδιο για βέλτιστες πρακτικές, πρότυπα και μηχανισμούς για την καταπολέμηση της εμπορίας,
– έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου για την εμπορία ανθρώπων της 2725ης συνεδρίασης του Συμβουλίου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων που έλαβε χώρα στις 27 και 28 Απριλίου 2006[6],
– έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων[7],
– έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2003 για την καταπολέμηση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας[8],
– έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τον τίτλο παραμονής που χορηγείται στους υπηκόους τρίτων χωρών θύματα εμπορίας ανθρώπων ή συνέργειας στη λαθρομετανάστευση, οι οποίοι συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές[9],
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βάσει του άρθρου 10 της απόφασης πλαισίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων (COM(2006)0187),
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση του Συμβουλίου 2005/C311/01 σχετικά με σχέδιο της ΕΕ για βέλτιστες πρακτικές, πρότυπα και διαδικασίες για την καταπολέμηση και την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων[10],
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 2005 με τίτλο "Καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων – ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης" (COM(2005)0514),
– έχοντας υπόψη το ψήφισμα της 17ης Ιανουαρίου 2006 σχετικά με στρατηγικές για την πρόληψη της εμπορίας γυναικών και παιδιών ευάλωτων στη σεξουαλική εκμετάλλευση[11],
– έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 19ης Μαΐου 2000 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με περαιτέρω ενέργειες στην καταπολέμηση της σωματεμπορίας γυναικών[12],
– έχοντας υπόψη την έκθεση και τις συστάσεις που διατύπωσε στις 22 Δεκεμβρίου 2004 η ομάδα εμπειρογνωμόνων για την εμπορία ανθρώπων, η οποία συστήθηκε το 2003 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
– έχοντας υπόψη το πρόγραμμα ΔΑΦΝΗ περί προληπτικών μέτρων κατά της βίας εις βάρος παιδιών, εφήβων και γυναικών[13],
– έχοντας υπόψη τις εκθέσεις της Ευρωπόλ για την εμπορία ανθρώπων, και συγκεκριμένα την έκθεση του 2005 σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα στην ΕΕ[14],
– έχοντας υπόψη το άρθρο 114, παράγραφος 3, και το άρθρο 94 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A6‑0368/2005),
Α. εκτιμώντας ότι η εμπορία ανθρώπων συνιστά σύγχρονη μορφή δουλείας, σοβαρό έγκλημα και σοβαρή παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υποβάλλει τους ανθρώπους σε κατάσταση εξάρτησης μέσω απειλών, βίας και ταπείνωσης,
Β. εκτιμώντας ότι η εμπορία ανθρώπων αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα, το οποίο εκδηλώνεται εντός εθνικών συνόρων και διασυνοριακά, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για χώρα προέλευσης, διέλευσης ή προορισμού, και κατατάσσεται ανάμεσα στις πιο επικερδείς μορφές του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος,
Γ. εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, η εμπορία ανθρώπων αποτελεί το τρίτο μεγαλύτερο χρηματικό έσοδο που παράγεται από το οργανωμένο έγκλημα[15],
Δ. εκτιμώντας ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί έως τώρα για τον περιορισμό της εμπορίας ανθρώπων δεν έχουν αποφέρει αποτελέσματα υπό τη μορφή μείωσης του αριθμού των θυμάτων· εκτιμώντας ότι η εμπορία ανθρώπων, αντίθετα, αποτελεί την ταχύτερα αυξανόμενη εγκληματική δραστηριότητα σε σύγκριση με άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ,
Ε. εκτιμώντας ότι επτά κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη επικυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, δέκα κράτη μέλη δεν έχουν επικυρώσει το συμπληρωματικό της Πρωτόκολλο για την πρόληψη, καταστολή και δίωξη της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών, δέκα κράτη μέλη δεν έχουν επικυρώσει το Προαιρετικό Πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την πώληση παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία και κανένα από τα κράτη μέλη δεν έχει επικυρώσει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για ανάληψη δράσης κατά της εμπορίας ανθρώπων,
ΣΤ. εκτιμώντας ότι η εμπορία ανθρώπων διαπράττεται με σκοπό όχι μόνο τη σεξουαλική εκμετάλλευση, αλλά και την εκμετάλλευση της εργασίας, τις παράνομες υιοθεσίες, την καταναγκαστική οικιακή εργασία και την πώληση οργάνων, γεγονός που σημαίνει ότι η καταπολέμηση της εμπορίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην καταπολέμηση της καταναγκαστικής πορνείας, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπόψη της όλες τις συναφείς μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης,
Ζ. εκτιμώντας ότι η εμπορία ανθρώπων δεν είναι αξιόποινη πράξη που συνδέεται αναγκαστικά με το φύλο, καθώς άνδρες, και ιδιαίτερα αγόρια είναι επίσης θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εκμετάλλευσης της εργασίας· εκτιμώντας, ωστόσο, ότι το συντριπτικό ποσοστό των θυμάτων εμπορίας εξακολουθούν να είναι γυναίκες και κορίτσια,
Η. εκτιμώντας ότι γυναίκες και παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού και για το λόγο αυτό διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πέσουν θύματα εμπορίας,
Θ. εκτιμώντας ότι τα θύματα εμπορίας, πολλά εξ αυτών ανήλικα άτομα, εκτίθενται σε σωματική και ψυχολογική βία και κακοποίηση, σε στέρηση της αξιοπρέπειας, της απελευθέρωσης από δουλεία, βασανισμό και άλλη απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση, προσωπικής ασφάλειας, ελεύθερης κυκλοφορίας και εργασιακών δικαιωμάτων, και συχνά διαπιστώνουν ότι ευρίσκονται σε καταναγκαστική και ανεπιθύμητη σχέση εξάρτησης με τους διακινητές τους,
Ι. εκτιμώντας ότι, παρά το γεγονός ότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού αναφέρει ότι όλα τα παιδιά πρέπει να καταγράφονται αμέσως μετά τη γέννησή τους, σύμφωνα με τη UNICEF[16], πάνω από τις μισές γεννήσεις επί του συνόλου των γεννήσεων στον αναπτυσσόμενο κόσμο - με εξαίρεση την Κίνα - δεν καταγράφονται (πάνω από 50 εκατομμύρια παιδιά)· εκτιμώντας ότι όλα αυτά τα «αόρατα» παιδιά, μαζί με εκατομμύρια ορφανά και παιδιά του δρόμου είναι τα πλέον ευάλωτα στην εμπορία, καθώς αποτελούν εύκολη λεία για παράνομες υιοθεσίες ή για εμπορία με σκοπό τη χρήση ανθρωπίνων οργάνων· εκτιμώντας ότι οι συγκρούσεις, οι καταστροφές και οι καταστάσεις που επικρατούν μετά τις συγκρούσεις εκθέτουν επίσης τα παιδιά σε μεγαλύτερους κινδύνους εκμετάλλευσης στο πλαίσιο εμπορίας ανθρώπων,
ΙΑ. εκτιμώντας ότι τα αίτια της παράνομης μετανάστευσης διαφέρουν από τα αίτια της εμπορίας ανθρώπων και, ως εκ τούτου, τα θέματα αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται χωριστά,
ΙΒ. εκτιμώντας ότι η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ με τίτλο «Trafficking in Persons Report 2005» έδειξε ότι από τα 600.000 έως 800.000 άτομα που υπολογίζεται ότι διακινούνται ετησίως, περίπου το 80% είναι γυναίκες και κορίτσια,
ΙΓ. εκτιμώντας ότι οι περισσότερες γυναίκες και κορίτσια που είναι θύματα εμπορίας υφίστανται διαφορετικές μορφές εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, η οποία αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό της εμπορίας, της καταναγκαστικής εργασίας και της εμπορίας οργάνων,
ΙΔ. εκτιμώντας ότι σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας του 2005[17], το 80% των θυμάτων εμπορίας είναι γυναίκες και κορίτσια· λαμβάνοντας υπόψη επίσης ότι σύμφωνα με την έκθεση το 40 - 50% του συνόλου των θυμάτων είναι παιδιά· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την έκθεση, το 56% των θυμάτων κυρίως της καταναγκαστικής εργασίας είναι γυναίκες και κορίτσια· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 98% των ατόμων που διακινούνται για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι γυναίκες και κορίτσια,
ΙΕ. εκτιμώντας ότι η έκθεση του Μητροπολιτικού Πανεπιστημίου του Λονδίνου του 2004 σχετικά με την πορνεία έδειξε ότι η νομιμοποίηση της πορνείας οδηγεί σε αύξηση του οργανωμένου εγκλήματος, της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, της βίας κατά των γυναικών και σε σημαντική αύξηση του αριθμού αλλοδαπών γυναικών και κοριτσιών που αποτελούν θύματα εμπορίας στην περιοχή,
ΙΣΤ.εκτιμώντας ότι η μελέτη του Ινστιτούτου TransCrime του 2005 αναφέρει ότι υπάρχουν στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να υποστηριχθεί ότι η νομοθεσία της Σουηδίας, η οποία ποινικοποιεί την αγορά του σώματος άλλου ατόμου για σεξουαλική χρήση, οδηγεί σε μείωση της εμπορίας για σεξουαλικούς σκοπούς· εκτιμώντας ότι η μελέτη επίσης αναφέρει ότι τα μοντέλα που φαίνεται ότι «παράγουν» περισσότερα θύματα βασίζονται στις προσπάθειες ελέγχου της πορνείας μέσω κανονιστικών διατάξεων, ενώ το μοντέλο που φαίνεται ότι «παράγει» λιγότερα θύματα βασίζεται στην απαγόρευση, πράγμα το οποίο μπορεί να οφείλεται ως ένα βαθμό στο γεγονός ότι τα θύματα καθίστανται λιγότερο εμφανή και κατά συνέπεια είναι πιο δύσκολο να καταγραφούν σε στατιστικές· λαμβάνοντας υπόψη ότι στη μελέτη επισημαίνεται επίσης ότι η εκτίμηση της σχέσης μεταξύ πορνείας και εμπορίας για σεξουαλική εκμετάλλευση πρέπει να βασίζεται σε πιο αξιόπιστα μεγέθη και συγκρίσιμα στατιστικά στοιχεία (κυρίως όσον αφορά τα θύματα) καθώς και σε περισσότερα δεδομένα σχετικά με άλλους παράγοντες/ μεταβλητές,
ΙΖ. εκτιμώντας ότι η βιομηχανία του σεξ βασίζεται στην αρχή της προσφοράς και της ζήτησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης του 2003 αναγνωρίζει ότι «η αυξανόμενη καταναλωτική ζήτηση αναμφίβολα αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν στο φαινόμενο της καταναγκαστικής εργασίας στη βιομηχανία του σεξ»,
ΙΗ. εκτιμώντας ότι στην έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για τις πτυχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων εμπορίας, κυρίως γυναικών και παιδιών, με τίτλο «Ένταξη των δικαιωμάτων των γυναικών και προοπτική φύλου» αναφέρεται ότι «ενώ τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών παραβιάζονται σε πολλές μορφές εμπορίας, η σωματεμπορία είναι μια ιδιαίτερη μορφή εμπορίας στην οποία τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών βιάζονται όπως βιάζονται οι ίδιες οι γυναίκες και τα παιδιά»,
ΙΘ. εκτιμώντας ότι η πρόσβαση στην αγορά εργασίας της ΕΕ είναι πολύπλοκη ή περιορισμένη και υπερβολικά ρυθμισμένη, και ότι εν τω μεταξύ είναι εμφανής η ζήτηση για εργατικό δυναμικό, με αποτέλεσμα τη λαθρομετανάστευση, την παράνομη διακίνηση και την εμπορία,
Κ. εκτιμώντας ότι ο χειρισμός του θέματος της παροχής υπηρεσιών αποτελεί πρωταρχική πολιτική προτεραιότητα· εκτιμώντας ότι η ύπαρξη της εκμετάλλευσης της εργασίας είναι συχνά ευρέως ανεκτή από την κοινή γνώμη,
ΚΑ. θεωρεί ότι η ζήτηση για χαμηλά αμειβόμενους, μη δηλωμένους και υπάκουους εργαζόμενους στην ΕΕ συμβάλλει στην παράνομη εμπορία ανθρώπων· πιστεύει ότι η ύπαρξη τέτοιου εργατικού δυναμικού μπορεί να μειώνει το κόστος με αντίτιμο όμως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ότι υπονομεύει τους κανόνες εργασίας, τα μέτρα υγείας και ασφάλειας, τις δίκαιες αμοιβές και τα τοπικά και/ή κρατικά έσοδα λόγω της μη πληρωμής φόρων και κοινωνικών εισφορών,
ΚΒ. εκτιμώντας ότι τα μεγάλα κέρδη από την εμπορία συχνά αξιοποιούνται μέσω της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ευνοώντας άλλες εγκληματικές δραστηριότητες και επιτρέποντας στους δράστες να αποκτούν οικονομική, κοινωνική ή ακόμη και πολιτική δύναμη,
ΚΓ. εκτιμώντας ότι η ζήτηση για τις υπηρεσίες που παρέχουν τα άτομα-θύματα της εμπορίας σε συνδυασμό με τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την έλλειψη βιώσιμων εναλλακτικών λύσεων για αξιοπρεπή εργασία είναι ο βασικός κινητήριος μοχλός της εμπορίας ανθρώπων και ότι, χωρίς ενίσχυση της πολιτικής βούλησης και χωρίς κοινές προσπάθειες για τον περιορισμό της ζήτησης, θα είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί ή έστω να μειωθεί σημαντικά η εμπορία[18],
ΚΔ. αναγνωρίζει ότι η έλλειψη βιώσιμης οικονομικής και κοινωνικής προοπτικής, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και ο εφιάλτης μιας διαρκώς επεκτεινόμενης φτώχειας σε ορισμένες χώρες προέλευσης καθώς και το επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που υπάρχει στην Ευρώπη συμβάλλουν στη δημιουργία κλίματος που επιτρέπει στις εγκληματικές οργανώσεις να αποκομίζουν κέρδη από την εμπορία ανθρώπων,
ΚΕ. εκτιμώντας ότι η ενίσχυση της επιβολής του νόμου με την ποινικοποίηση των εμπόρων και μεσαζόντων αποτελεί πτυχή ζωτικής σημασίας για την καταπολέμηση της εμπορίας· εκτιμώντας ότι η επιβολή του νόμου πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα κατάσχεσης των προσόδων εγκλήματος· εκτιμώντας ότι είναι απαραίτητο να ενισχυθούν οι επιθεωρήσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της τιμωρίας της καταναγκαστικής εργασίας και της παράνομης εργασίας· εκτιμώντας ότι η δημιουργία ενός δικτύου εθνικών επιθεωρήσεων εργασίας, που θα εναρμονίζει την ποινικοποίηση της εκμετάλλευσης εργασίας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των εν λόγω αδικημάτων· εκτιμώντας ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διερεύνηση και δίωξη περιπτώσεων εμπορίας, θα ήταν χρήσιμο να συσταθούν ειδικά εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες ομάδες στο πλαίσιο της εθνικής αστυνομίας και των εισαγγελικών αρχών,
ΚΣΤ.εκτιμώντας ότι η ταχεία ταυτοποίηση των θυμάτων είναι ζωτικής σημασίας στο πλαίσιο της καταπολέμησης της εμπορίας,
Απευθύνει προς το Συμβούλιο τις ακόλουθες συστάσεις:
1. Νομικό πλαίσιο και επιβολή του νόμου
(α) η εμπορία ανθρώπων πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω συνεκτικής πολιτικής προσέγγισης (που θα περιλαμβάνει τους τομείς της μετανάστευσης, της ισότητας των φύλων, της απασχόλησης, της κοινωνικής, αναπτυξιακής και εξωτερικής πολιτικής, της πολιτικής γειτονίας και της πολιτικής θεωρήσεων) και επακόλουθης ποινικοποίησης, που να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στα πρότυπα της νομοθεσίας της ΕΕ, σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων·
(β) η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να υιοθετήσουν στρατηγική για την εφαρμογή της ανακοίνωσης του Συμβουλίου σχετικά με σχέδιο της ΕΕ για βέλτιστες πρακτικές, πρότυπα και διαδικασίες για την καταπολέμηση και την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων (Σχέδιο Δράσης)·
(γ) το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη, κατά την εφαρμογή του Σχεδίου Δράσης για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, πρέπει να ενισχύσουν την βασιζόμενη στα ανθρώπινα δικαιώματα προσέγγιση που έχει ως κεντρικό άξονα την ισότητα των φύλων και τα θύματα·
(δ) θεωρεί ότι, όσον αφορά την εμπορία ανθρώπων, εκτός της προσέγγισης που βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα απαιτείται επίσης μια προσέγγιση κατά των διακρίσεων και ότι, κατά συνέπεια, οι αναφορές στην ισότητα και τη μη διακριτική μεταχείριση είναι ζωτικής σημασίας·
(ε) θεωρεί ότι τα κράτη μέλη, εάν δεν το έχουν ήδη πράξει, πρέπει να υπογράψουν και να εφαρμόσουν όλες τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, το Πρωτόκολλο για την πρόληψη, την καταστολή και την τιμωρία της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών, το οποίο προστίθεται στην εν λόγω Σύμβαση, το Πρωτόκολλο κατά της λαθραίας μεταφοράς μεταναστών διά ξηράς, αέρος και θαλάσσης, το Προαιρετικό Πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την πώληση παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Προστασία των Δικαιωμάτων όλων των Διακινούμενων Εργαζομένων και των Οικογενειών τους, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων, οι συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας - και βασικά πρότυπα εργασίας, συγκεκριμένα η σύμβαση υπ' αριθμόν 29 σχετικά με την καταναγκαστική εργασία, η υπ' αριθμόν 182 σχετικά με την απαγόρευση και ανάληψη άμεσης δράσης για την εξάλειψη των χειρότερων μορφών παιδικής εργασίας, και όσες συμβάσεις σχετίζονται με την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την επιθεώρηση εργασίας και τα γραφεία ευρέσεως εργασίας·
(στ) τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόσουν το ταχύτερο δυνατό την απόφαση-πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ και την οδηγία 2004/81/ΕΚ και να εξασφαλίζουν, ως ελάχιστο μέτρο, στα θύματα, ανεξαρτήτως του εάν αυτά συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές ή όχι κατά τη διάρκεια των ερευνών και ως μάρτυρες σε ποινικές διώξεις, βραχυπρόθεσμη διαμονή, συμπεριλαμβανομένης μιας προθεσμίας περίσκεψης/αποκατάστασης διάρκειας όχι μικρότερης των 30 ημερών, καθώς και πρόσβαση σε πληροφόρηση σχετικά με τις νομικές και διοικητικές διαδικασίες σε μια γλώσσα κατανοητή από τα θύματα, παράλληλα με ελεύθερη νομική συνδρομή·
(ζ) τα κράτη μέλη πρέπει να αξιοποιήσουν πλήρως την απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ του Συμβουλίου για τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος[19] στο πλαίσιο της καταπολέμησης της εμπορίας ανθρώπων·
(η) τα κράτη μέλη πρέπει να επωμιστούν την ευθύνη θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, παρέχοντάς τους την ευκαιρία να λάβουν βοήθεια, είτε επιστρέφοντας στην πατρίδα τους εφόσον το επιθυμούν είτε παραμένοντας στην Ένωση[20]· πρέπει επίσης να λάβουν βοήθεια και ενθάρρυνση προκειμένου να συνεργαστούν με τις αρμόδιες αρχές κατά τη διάρκεια ερευνών και ως μάρτυρες σε ποινικές διώξεις·
(θ) τα κράτη μέλη πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο εισαγωγής μηχανισμών για την ενθάρρυνση, στήριξη και προστασία πληροφοριοδοτών που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αντίποινα·
(ι) τα κράτη μέλη πρέπει να υιοθετήσουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η αναγνώριση των θυμάτων εμπορίας, ιδίως των παιδιών, διεξάγεται από εκπαιδευμένο προσωπικό της υπηρεσίας επιβολής του νόμου με ειδίκευση στην πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων πραγματοποιώντας μια σαφέστερη διάκριση μεταξύ της παράνομης διακίνησης και της εμπορίας ανθρώπων· οι κυβερνητικές υπηρεσίες πρέπει να αναπτύξουν κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κατά τη συνέντευξη μεταναστών που δεν διαθέτουν ταξιδιωτικά έγγραφα, τίθενται οι κατάλληλες ερωτήσεις για τον εντοπισμό των θυμάτων εμπορίας·
(ια) τα κράτη μέλη οφείλουν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο της εμπορίας οργάνων στην Ευρώπη, μεταξύ άλλων, περιορίζοντας τη ζήτηση, μεριμνώντας για την αποτελεσματικότερη προώθηση της δωρεάς οργάνων και διατηρώντας αυστηρή νομοθεσία σχετικά με τους μη συγγενείς ζώντες δότες, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια των εθνικών μητρώων και καταλόγων αναμονής και θεσπίζοντας νομική ευθύνη για παρατυπίες·
(ιβ) τα κράτη μέλη οφείλουν να βελτιώσουν την ανάλυση της παρούσας κατάστασης εφαρμόζοντας ομοιόμορφες μεθόδους για τη συλλογή συγκρίσιμων στοιχείων που αφορούν κυρίως τις οδούς οι οποίες χρησιμοποιούνται για την εμπορία και τα χαρακτηριστικά των θυμάτων σύμφωνα με υφιστάμενα πρωτόκολλα και την κοινοτική νομοθεσία για την προστασία δεδομένων·
(ιγ) τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόσουν με συνέπεια το άρθρο 4 της απόφασης πλαισίου του Συμβουλίου για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, ώστε να διασφαλίζεται η ευθύνη των νομικών προσώπων για αδικήματα τα οποία διαπράττονται προς όφελός τους από οιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο δρα ατομικά ή ως μέρος ενός οργάνου του νομικού προσώπου, το οποίο κατέχει ηγετική θέση στο πλαίσιο του νομικού προσώπου, που συνδέεται με την εμπορία ανθρώπων ή τη χρήση υπηρεσιών των θυμάτων εμπορίας·
(ιδ) τα κράτη μέλη πρέπει να υιοθετήσουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η απαγωγή και η μεταφορά ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του εγκλεισμού τους και της κράτησής τους, και η εκχώρηση του ελέγχου επ' αυτών, χαρακτηρίζεται νομικά ως έγκλημα και θεωρείται ως αδίκημα το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης·
(ιε) θεωρεί ότι η καλή εταιρική πρακτική, η οποία περιλαμβάνει απαιτήσεις προς τους υπεργολάβους να πληρούν τις συμβατικές και νομικές τους υποχρεώσεις (τήρηση της αλυσίδας εφοδιασμού), διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μείωση της ζήτησης και ότι ο ρόλος που διαδραματίζουν οι εταιρείες, καθώς και άλλοι κοινωνικοί παράγοντες, είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της εφαρμογής όλης της ισχύουσας εργατικής και κοινωνικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι λαμβάνουν τα οφέλη που δικαιούνται δια νόμου· χαιρετίζει τη Διακήρυξη των Αθηνών, ο στόχος της οποίας είναι να μην ανέχονται οι εταιρίες την καταναγκαστική εργασία·
(ιστ)υποστηρίζει την άποψη ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότατες κυρώσεις κατά επιχειρήσεων, όταν διαπιστώνεται ότι οι επιχειρήσεις αυτές κάνουν χρήση φθηνής εργατικής δύναμης, εκμεταλλευόμενες το εμπόριο ανθρώπων, ιδίως δε όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις ενεργούν δολίως·
(ιζ) τα κράτη μέλη πρέπει να εγκρίνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο ή οι κυρώσεις διοικητικού χαρακτήρα σε νομικά πρόσωπα που κρίθηκαν ένοχα για αυτά τα αδικήματα πρέπει να περιλαμβάνουν τη δήμευση ή κατάσχεση των προσόδων που προέρχονται από εμπορία, με στόχο, κατά προτεραιότητα, τη διασφάλιση αποζημίωσης και αποκατάστασης των θυμάτων για την οικονομική, σωματική ή ψυχική βλάβη που υπέστησαν·
(ιη) τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν μηχανισμούς που προσφέρουν ολοκληρωμένες λύσεις για την αντιμετώπιση της διεθνούς εμπορίας γυναικών και παιδιών για λόγους σεξουαλικής εκμετάλλευσης στο πλαίσιο της αστυνομίας, με μέτρα πρόληψης, ευαισθητοποίησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης, βοήθειας και προστασίας των θυμάτων, και εκτίμησης των πόρων που απαιτούνται για τη λήψη των εν λόγω μέτρων·
(ιθ) θεωρεί ότι οι μηχανισμοί επιθεώρησης και επιβολής που σχετίζονται με την εργατική νομοθεσία πρέπει να ενισχυθούν σε όλα τα κράτη μέλη· θεωρεί επίσης ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν την ύπαρξη του απαραίτητου νομικού πλαισίου καθώς και των σχετικών μηχανισμών, εκπαίδευσης και επαρκών τεχνικών πόρων για να εκπληρώνουν τις νομικές τους υποχρεώσεις χορηγώντας αρμοδιότητες στους αξιωματούχους των σωμάτων επιθεώρησης και παρέχοντάς τους πληροφόρηση και κατάρτιση ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν τα θύματα της εμπορίας ανθρώπων των οποίων η εργασία αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης· θεωρεί ότι η δημιουργία ενός διεθνικού δικτύου επιθεωρητών, το οποίο να σχετίζεται με την εργασία, θα μπορούσε να υπηρετήσει ένα χρήσιμο σκοπό για την ανταλλαγή των βέλτιστων πρακτικών και την καταπολέμηση της εκμετάλλευσης της εργασίας· τα κράτη μέλη πρέπει να ενισχύσουν τη συνεργασία και το συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ σε αυτόν τον τομέα·
(κ) τα κράτη μέλη οφείλουν να ελέγχουν καλύτερα τις δραστηριότητες των φορέων εργασίας και των φορέων πρόσληψης εποχικών εργαζομένων· το Συμβούλιο πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο δικτύωσης των εθνικών επιθεωρήσεων εργασίας·
(κα) τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι το προσωπικό των προξενείων τους ανταλλάσει εμπειρίες και λαμβάνει επαρκή κατάρτιση σχετικά με τον τρόπο αναγνώρισης αιτήσεων θεωρήσεως οι οποίες θα μπορούσαν να σχετίζονται με εμπορία ανθρώπων· το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να ολοκληρώσουν το ταχύτερο δυνατό την ανάπτυξη κοινού Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις·
(κβ) το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να καθορίσουν κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, ως επιπλέον μέσο για την άσκηση ευρωπαϊκής πολιτικής ανθρωπίνων δικαιωμάτων·
2. Πρόληψη και μείωση της ζήτησης
(κγ) η συζήτηση σχετικά με την εμπορία ανθρώπων πρέπει να αποτελεί μέρος της εκπαίδευσης στα σχολεία· η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση του κοινού προς την κατεύθυνση της θεώρησης της εμπορίας ως απαράδεκτου εγκλήματος πρέπει να αναγνωριστούν ως ζωτικής σημασίας στοιχεία στο πλαίσιο της καταπολέμησης της εμπορίας ανθρώπων·
(κδ) η Επιτροπή πρέπει, το αργότερο έως το 2007, να διεξαγάγει μελέτη σχετικά με την αιτιώδη σχέση μεταξύ της διαφορετικής νομοθεσίας των κρατών μελών για την πορνεία και την εμπορία ανθρώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης, όπως οραματίστηκε ο Επίτροπος Frattini στις 8 Μαρτίου 2006 και όπως ζητήθηκε από το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 2006· η εν λόγω μελέτη πρέπει να διερευνά επίσης κατά πόσον ο σεξουαλικός τουρισμός μετατοπίζεται σε άλλες χώρες εξαιτίας των μοντέλων που βασίζονται στην απαγόρευση καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι διάφοροι νόμοι για την πορνεία επηρεάζουν τόσο την εμπορία για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης όσο και τον αριθμό των παιδιών στη βιομηχανία του σεξ· τα αποτελέσματα πρέπει εν συνεχεία να αξιοποιηθούν για την εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης·
(κε) η Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη πρέπει να στηρίξουν πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων οι οποίες αναλαμβάνονται από κυβερνήσεις ή από την κοινωνία των πολιτών, ιδιαίτερα έμπρακτες εκστρατείες ενίσχυσης της ευαισθητοποίησης·
(κστ) η Επιτροπή οφείλει να αξιολογήσει και να διαδώσει τις βέλτιστες πρακτικές για τον περιορισμό της ζήτησης στα κράτη μέλη για υπηρεσίες που παρέχουν άτομα-θύματα της εμπορίας για σκοπούς εργασίας, σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή για άλλους σκοπούς·
(κζ) τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόσουν μέτρα για τον περιορισμό της ζήτησης βάσει των βέλτιστων πρακτικών και για την ενθάρρυνση του επιχειρηματικού τομέα, ιδίως του τομέα του τουρισμού και των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου, προκειμένου να αναπτύξει και να τηρεί κώδικες δεοντολογίας με στόχο την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων·
(κη) η Επιτροπή πρέπει να καθιερώσει την 25η Μαρτίου ως παγκόσμια ημέρα κατά της εμπορίας ανθρώπων, ξεκινώντας από το 2007, σηματοδοτώντας έτσι την κατάργηση του δουλεμπορίου σε πολλές χώρες του κόσμου·
(κθ) πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση των νομικών μηχανισμών περί ασφαλούς μετανάστευσης, για την εξασφάλιση της πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με ασφαλείς ευκαιρίες μετανάστευσης και για τη διασφάλιση της διαφάνειας των διαδικασιών, καθώς αυτοί είναι οι βέλτιστοι τρόποι περιορισμού της εμπορίας·
(λ) η Επιτροπή και τα κράτη μέλη οφείλουν, στο πλαίσιο των πολιτικών γειτονίας, ανάπτυξης και παροχής βοήθειας, να εξετάζουν την εφαρμογή μέτρων τα οποία καταπολεμούν τις βαθύτερες αιτίες της εμπορίας ανθρώπων στις χώρες προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για την ενθάρρυνση της καταγραφής των παιδιών, ώστε να μην είναι πλέον το ίδιο ευάλωτα σε πρακτικές όπως οι παράνομες υιοθεσίες, οι καταναγκαστικοί γάμοι, η εμπορία ανθρωπίνων οργάνων και η εμπορία ανηλίκων για λόγους σεξουαλικής εκμετάλλευσης·
(λα) η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να προσδώσουν τη δέουσα προσοχή στην ανάρμοστη χρήση των νέων τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφοριών για την εμπορία γυναικών και παιδιών και πρέπει να προωθήσουν τη συμμόρφωση με όλες τις νομικές και τεχνολογικές πρωτοβουλίες που είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση του εν λόγω προβλήματος·
(λβ) η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει πρόταση Κώδικα Συμπεριφοράς για τους υπαλλήλους των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών, ιδίως όταν ευρίσκονται σε κοινοτική αποστολή σε τρίτες χώρες, παρεμφερή με τον Κώδικα Συμπεριφοράς που εκδόθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη· ο κώδικας πρέπει να αποδοκιμάζει κατηγορηματικά την αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών, άλλες μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης και βίας λόγω φύλου και πρέπει να προβλέπει απαραίτητες κυρώσεις σε περίπτωση παρεκτροπής· οι υπάλληλοι πρέπει να λαμβάνουν λεπτομερή ενημέρωση σχετικά με το περιεχόμενο του Κώδικα Συμπεριφοράς πριν από τη συμμετοχή τους σε αποστολή·
(λγ) το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να θίγουν τακτικά στον πολιτικό διάλογο με τρίτες χώρες (ιδιαίτερα με τις χώρες εκείνες από τις οποίες προέρχονται τα περισσότερα θύματα εμπορίας[21]) το θέμα της εμπορίας ανθρώπων αξιοποιώντας τη ρήτρα βασικών στοιχείων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που περιέχεται σε συμφωνίες της ΕΕ με τις εν λόγω χώρες·
(λδ) το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να δίδουν συνέχεια σε όλους τους ισχυρισμούς για διακίνηση οργάνων στο πλαίσιο του διαλόγου για τα ανθρώπινα δικαιώματα μεταξύ ΕΕ και τρίτων χωρών·
3. Προστασία των θυμάτων
(λε) η Επιτροπή και τα κράτη μέλη οφείλουν να δημιουργήσουν μια πολυγλωσσική ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με ενιαίο για όλη την Ευρώπη αριθμό με σκοπό την παροχή πρώτων βοηθειών στα θύματα·
(λστ) τα κράτη μέλη πρέπει να αναλάβουν δράση κατά της εμπορίας ανθρώπων αντιμετωπίζοντας στο πλαίσιο αυτό τις ιερόδουλες με σεβασμό και αποτρέποντας τις διακρίσεις εις βάρος αυτών ή την περαιτέρω περιθωριοποίηση ή τον στιγματισμό τους, που τις καθιστά περισσότερο ευάλωτες στην εμπορία και σε άλλες μορφές βίας ή κακοποίησης·
(λζ) το Συμβούλιο πρέπει να ενθαρρύνει τη δημιουργία ευρωπαϊκού ιστοτόπου με δεδομένα και φωτογραφίες αγνοουμένων σε στενή συνεργασία με τους εθνικούς συντονιστές·
(λη) τα κράτη μέλη πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η νομιμοποίηση της πορνείας διευκολύνει την αγορά του σεξ, μεταξύ άλλων και από θύματα εμπορίας·
(λθ) απαιτείται η λήψη μέτρων για την προστασία όχι μόνο των θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης, αλλά και θυμάτων εκμετάλλευσης της εργασίας και άλλων τύπων εμπορίας·
(μ) η Επιτροπή και τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν και να εφαρμόζουν σαφή ευρωπαϊκά πρότυπα και κατευθυντήριες γραμμές για την παροχή βοήθειας και προστασίας στα θύματα, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα ή την προθυμία τους να προσέλθουν ως μάρτυρες, καθώς και ειδικά πρότυπα για την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών, όπως επίσης και έναν μηχανισμό παραπομπής των θυμάτων διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο ότι η ταυτοποίηση των θυμάτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας παροχής στήριξης και βοήθειας·
(μα) τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίσουν στα θύματα πρόσβαση σε βραχυπρόθεσμη και/ή μακροπρόθεσμη βοήθεια· η στήριξη αυτή πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ειδικευμένα καταφύγια σε πρώτη φάση, με δυνατότητα πρόσβασης σε στέγαση σε επόμενο στάδιο, ιατρικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες, νομική συνδρομή, πληροφόρηση για τα δικαιώματά τους και τις επιπτώσεις που υπάρχουν για τα θύματα σε περίπτωση που προσέλθουν ως μάρτυρες, μαθήματα γλώσσας και επαγγελματικής εκπαίδευσης, μαθήματα εξοικείωσης με τον πολιτισμό της χώρας στην οποία ευρίσκονται, οικονομική βοήθεια και βοήθεια για την εξεύρεση εργασίας, καθώς και ειδικούς νόμιμους κηδεμόνες για τα παιδιά·
(μβ) η στήριξη των θυμάτων εμπορίας πρέπει να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες τους, δεδομένου ότι τα θύματα εμπορίας δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα· από αυτήν την άποψη, η ισότητα των φύλων, τα δικαιώματα των παιδιών, των αυτοχθόνων και των μειονοτικών ομάδων αποτελούν ιδιαιτέρως ουσιώδη ζητήματα, καθώς πολλά θύματα ή εν δυνάμει θύματα εμπορίας ανθρώπων είναι γυναίκες, παιδιά και άτομα που ανήκουν σε εθνοτικές και μειονοτικές ομάδες, που ενδεχομένως έχουν υποστεί διακρίσεις στον τόπο προέλευσής τους·
(μγ) τα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν στα θύματα πρόσβαση στην εκπαίδευση, σε προγράμματα κατάρτισης και στην αγορά εργασίας, καθώς και προστασία των δικαιωμάτων τους κατά τη διάρκεια των αστικών, ποινικών και διοικητικών διαδικασιών, καθώς και πρόσβαση σε ένδικα μέσα·
(μδ) τα θύματα της εμπορίας δεν πρέπει να στέλλονται αμέσως στη χώρα καταγωγής τους εάν υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι εκεί θα υποφέρουν περισσότερο λόγω του στιγματισμού και των διακρίσεων εις βάρος τους ή εάν υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων ή κίνδυνος να πέσουν πάλι θύματα εμπορίας· υπογραμμίζει τη σημασία προγραμμάτων ασφαλούς επιστροφής, ενσωμάτωσης και κοινωνικής ένταξης για θύματα με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων ασφάλειας και ιδιωτικότητάς τους, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του κράτους, σε περιπτώσεις που εντοπίζονται τα θύματα, να διεξαγάγει ατομικές αξιολογήσεις κινδύνου πριν, μετά και κατά τη διάρκεια της επιστροφής του θύματος·
(με) τα κράτη μέλη οφείλουν να σέβονται στο πλαίσιο της νομοθεσίας τους καθώς και στο πλαίσιο των διοικητικών τους πρακτικών, τον ορισμό των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το ποιος θεωρείται παιδί[22], δηλαδή όλοι οι άνθρωποι ηλικίας κάτω των 18 ετών· ως εκ τούτου, οι αποφάσεις για μακροπρόθεσμη λύση της εμπορίας παιδιών πρέπει να λαμβάνονται είτε από μια αρχή με δια νόμου ευθύνη για τη μέριμνα παιδιών είτε από μια δικαστική αρχή της οποίας πρωταρχική ευθύνη είναι να διασφαλίσει τα ύψιστα συμφέροντα του παιδιού καθ’ όλη τη διαδικασία λήψης απόφασης·
(μστ) τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόσουν πλήρως τη Σύμβαση της Χάγης για την προστασία των παιδιών και τη συνεργασία στον τομέα της διεθνούς υιοθεσίας, ώστε να αποτρέπονται οι παράνομες υιοθεσίες·
(μζ) τα κράτη μέλη οφείλουν να ενισχύσουν την εταιρική σχέση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στον τομέα της προστασίας των θυμάτων, μεταξύ άλλων, μέσω της μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων τους·
4. Συντονισμός δράσεων σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο
(μη) τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν και να ενισχύσουν εθνικούς μηχανισμούς συντονισμού με σκοπό την καταπολέμηση της εμπορίας και να επιδιώξουν την ενσωμάτωση των μηχανισμών αυτών σε διεθνές δίκτυο·
(μθ) υπογραμμίζει τη σημασία για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη να προωθήσουν στρατηγικές πρόληψης ειδικά εστιασμένες στο φύλο ως βασικό στοιχείο για την καταπολέμηση της εμπορίας γυναικών και κοριτσιών, να εφαρμόσουν τις αρχές ισότητας των φύλων και να εξαλείψουν τη ζήτηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανόμενης της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και της εκμετάλλευσης της οικιακής εργασίας·
(ν) η Επιτροπή πρέπει να ενθαρρύνει και να στηρίξει την εκπόνηση και εφαρμογή εθνικών σχεδίων για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων·
(να) τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν οικονομική στήριξη για ειδικές μονάδες διερεύνησης περιπτώσεων εμπορίας ανθρώπων·
(νβ) ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ των χωρών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού της εμπορίας ανθρώπων είναι ύψιστης σημασίας· το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να συντονίσουν στρατηγικές για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, προκειμένου να συμπληρώσουν το έργο των Ηνωμένων Εθνών, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΟΑΣΕ, του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, της διαδικασίας αναθεώρησης του Πεκίνου, του συμφώνου σταθερότητας για τη νότια Ευρώπη και της ομάδας G8·
(νγ) το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να συνεχίσουν να προωθούν περιφερειακές πρωτοβουλίες οι οποίες συμπληρώνουν και εμπνέουν την πανευρωπαϊκή συνεργασία, όπως είναι η σκανδιναβική βαλτική ειδική ομάδα για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, η πρωτοβουλία συνεργασίας Νοτιοανατολικής Eυρώπης, η πανευρωπαϊκή διαδικασία της Βουδαπέστης, ο «διάλογος 5+5» ανάμεσα στις χώρες της Δυτικής Μεσογείου, ο μεσογειακός διάλογος για τη μεταναστευτική διέλευση και περιφερειακά σχέδια δράσης στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή (MENA) και την περιοχή της Οικονομικής Κοινότητας Δυτικοαφρικανικών Κρατών (ECOWAS)·
(νδ) η Επιτροπή και το Συμβούλιο, παράλληλα με την αναγνώριση της ανάγκης εκπόνησης ειδικής έκθεσης σχετικά με τη διακίνηση ανθρώπινων οργάνων και ιστών, πρέπει να θεωρήσουν τη διακίνηση ανθρωπίνων οργάνων ως τμήμα της συνολικής στρατηγικής τους για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, τόσο από την άποψη της εσωτερικής, όσο και από την άποψη της εξωτερικής πολιτικής·
(νε) η Επιτροπή και η ομάδα εμπειρογνωμόνων της οφείλουν να ξεκινήσουν, να προωθήσουν και να αξιολογήσουν έρευνες για τις νέες τάσεις εμπορίας, ιδίως ενόψει του σχεδίου δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων·
(νστ) η Επιτροπή και το Συμβούλιο πρέπει να λάβουν υπόψη τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανάπτυξης κοινού Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις και ταυτόχρονα να καταπολεμήσουν την εμπορία εντός των συνόρων εκάστου κράτους μέλους και της ΕΕ στο σύνολό της·
(νζ) τα κράτη μέλη οφείλουν να ενισχύσουν τη συνεργασία στους κόλπους της ΕΕ όσον αφορά την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων μεριμνώντας για την τακτική επαφή τους με κοινοτικούς φορείς όπως οι Ευρωπόλ, Eurojust και Frontex·
(νη) η Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη πρέπει να παρακολουθούν την εφαρμογή της ρήτρας για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε συμφωνίες με τρίτες χώρες, καθώς και σε σχέση με τις νομικές προσαρμογές που απαιτούνται για τη δίωξη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων·
(νθ) η οικονομική ομάδα δράσης, και κυρίως η ομάδα εργασίας για τις τυπολογίες, πρέπει να συνεχίσει το έργο της σχετικά με τις μεθόδους νομιμοποίησης των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες οι οποίες συνδέονται με την εμπορία ανθρώπων·
(ξ) πρέπει να δημιουργηθεί ευρωπαϊκό δίκτυο για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, το οποίο θα αποτελείται από σημεία επαφής οριζόμενα από κάθε κράτος μέλος και την Επιτροπή, θα περιλαμβάνει κυβερνητικούς και μη κυβερνητικούς φορείς και θα καλύπτει τους τομείς της πρόληψης, της συνδρομής των θυμάτων, της επιβολής του νόμου και της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας·
(ξα) η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση πρέπει να συλλέξουν και να αναλύσουν τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν σε σχέση με την καταναγκαστική πορνεία και άλλες μορφές εκμετάλλευσης που σχετίζονται με την εμπορία ανθρώπων κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου 2006 και να ανταλλάξουν τις εν λόγω εμπειρίες με στόχο την ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών για μελλοντικές διοργανώσεις·
(ξβ) καλεί τα κράτη μέλη να διαβουλεύονται και να συνεργάζονται στενά με τις ΜΚΟ και με ενώσεις που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα, ιδίως με την παροχή μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης για τις δραστηριότητές τους·
(ξγ) το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρύνουν τη συνεργασία με τις ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στις χώρες προέλευσης, η οποία πρέπει να στοχεύει στη συλλογή δεδομένων, την εκτέλεση δραστηριοτήτων, την εκπαίδευση κοινωνικών λειτουργών και τη συνεργασία με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την εμπορία ανθρώπων·
αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα σύσταση στο Συμβούλιο και, για ενημέρωση, στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη και στις υπό ένταξη χώρες.
- [1] ΕΕ C 320 E της 15.12.2005, σελ. 247.
- [2] http://www.un.org/Overview/rights.html.
- [3] Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (2004),
http://www.humantrafficking.org/countries/eap/united_states/news/2005_05/tip_factsheet_response.html, - [4] ΕΕ C 364 της 18.2.2000.
- [5] Το Πρόγραμμα της Χάγης εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Νοέμβριο του 2004.
- [6] http://www.cosilium.europa.eu.
- [7] ΕΕ L 203 της 1.8.2002, σελ. 1.
- [8] ΕΕ L 13 της 20.1.2004, σελ. 44.
- [9] ΕΕ L 261της 6.8.2004, σελ. 19.
- [10] ΕΕ C 311της 9.12.2005.
- [11] Κείμενα που εγκρίθηκαν, 17.1.2006, P6_TA(2006)0005.
- [12] ΕΕ C 59 της 23.2.2001, σελ. 307.
- [13] Απόφαση αριθ. 293/2000/ΕΚ, Απόφαση αριθ. 803/2004/ΕΚ.
- [14] www.europol.eu.int
- [15] Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων-Αιτιολογική έκθεση, 2005.
- [16] The State of the World's Children 2006: Excluded and invisible, UNICEF 2005
- [17] Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (2005), «A global alliance against forced labour» [Παγκόσμια συμμαχία κατά της καταναγκαστικής εργασίας] http://www.ilo.org/dyn/declaris/DECLARATIONWEB.GLOBALREPORTSLIST?var_language=EN
- [18] Gabal, I. Potírání obchodu s lidmi v ČR a možnosti optimalizace bezpečnostní politiky státu., Έγγραφο πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών της Τσεχικής Δημοκρατίας, 2006, Πράγα.
- [19] ΕΕ L 68 της 15.3.2005, σελ. 49, άρθρο 3.
- [20] Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση PE 362.828 της LIBE.
- [21] Πβλ. τις χώρες που παρατίθενται στην έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, της 5ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την εμπορία ανθρώπων (" Trafficking in Persons").
- [22] Άρθρο 1, Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, Ηνωμένα Έθνη, 1989.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Σύμφωνα με την έκθεση του 2005 για την εμπορία ανθρώπων του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο αριθμός των ανδρών, των γυναικών και των παιδιών που διακινούνται μεταξύ των χωρών σε διεθνές επίπεδο εκτιμάται σε 600.000 έως 800.000 ετησίως. Περίπου το 80% εξ αυτών είναι γυναίκες και κορίτσια και το 50% περίπου ανήλικοι. Στην πλειοψηφία τους, τα θύματα της διασυνοριακής εμπορίας διακινούνται με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση για εμπορικούς λόγους. Σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις, τα ποσοτικά στοιχεία είναι πολύ υψηλότερα - τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν ότι τα θύματα ανέρχονται ετησίως σε ένα εκατομμύριο, η ΔΟΕ κάνει λόγο για περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια παιδιά-θύματα εμπορίας. Το Συμβούλιο της Ευρώπης πιστεύει ότι η εμπορία ανθρώπων είναι η τρίτη μεγαλύτερη πηγή χρημάτων για το οργανωμένο έγκλημα, μετά από τα όπλα και τα ναρκωτικά[1]. Πάντως, η έκθεση του 2005 για την εμπορία ανθρώπων επισημαίνει επιπλέον την ανησυχητική τάση υποδούλωσης ανθρώπων για λόγους εκμετάλλευσης της εργασίας.
Ο αριθμός των θυμάτων εμπορίας στην ΕΕ εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 100.000. (Ωστόσο, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με τα στατιστικά στοιχεία, καθώς δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα για την εμπορία ανθρώπων). Τονίζεται ότι οι πιο ευάλωτες κατηγορίες είναι οι γυναίκες και τα παιδιά. Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην εμπορία ανθρώπων, λόγω της απειρίας τους, της εξάρτησης τους από ενήλικες ή της εμπιστοσύνης που δείχνουν σε αυτούς, κυρίως συγγενείς και ανθρώπους σε θέσεις ισχύος, και έχουν λιγότερες πιθανότητες να ξεφύγουν από καταστάσεις εκμετάλλευσης[2]. Η τελευταία έκθεση της UNICEF δίνει έμφαση στον τεράστιο αριθμό μη καταγεγραμμένων παιδιών τα οποία είναι και τα πλέον ευάλωτα στην εμπορία[3].
Η έκθεση αυτή βασίζεται στον διεθνώς αποδεκτό ορισμό του Πρωτοκόλλου των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη, την καταστολή και την τιμωρία της εμπορίας ανθρώπων. Σύμφωνα με το άρθρο 3, "Εμπορία ανθρώπων" σημαίνει πρόσληψη, μεταφορά, μετακίνηση, απόκρυψη ή παραλαβή προσώπων, δια της απειλής ή της χρήσης βίας ή άλλης μορφής πειθαναγκασμού, απαγωγής, απάτης, πλάνης, κατάχρησης εξουσίας ή θέσης ευπρόσβλητης κατάστασης ή καταβολής ή είσπραξης πληρωμών ή ωφελημάτων, προκειμένου να επιτευχθεί η συναίνεση προσώπου που έχει τον έλεγχο άλλου προσώπου, για λόγους εκμετάλλευσης. Η εκμετάλλευση περιλαμβάνει, ως ελάχιστα στοιχεία, την εκμετάλλευση της εκπόρνευσης ή άλλης μορφής σεξουαλικής εκμετάλλευσης, την καταναγκαστική εργασία ή την καταναγκαστική παροχή υπηρεσιών, τη δουλεία ή παρόμοιες πρακτικές, την καταναγκαστική οικιακή εργασία ή την αφαίρεση οργάνων. Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) τονίζει ακόμη την αυξανόμενη συχνότητα της εμπορίας παιδιών ή της εμπορίας οικογενειών για άλλους λόγους όπως η επαιτεία ή οι εγκληματικές δραστηριότητες[4].
Αν και η εμπορία ανθρώπων θεωρείται γενικά ως "φοβερό" έγκλημα[5], η επικύρωση και η εφαρμογή των συναφών διεθνών συμβάσεων, και κυρίως της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για ανάληψη δράσης κατά της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και των συναφών οδηγιών δεν είναι ικανοποιητική και προχωρεί με αργό ρυθμό.
Καθώς η εμπορία ανθρώπων έχει σε μεγάλο βαθμό διεθνή χαρακτήρα, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η διεθνής συνεργασία στον τομέα των ερευνών, της ανταλλαγής πληροφοριών, της ταυτοποίησης των θυμάτων, της επιβολής του νόμου και της εκ νέου ενσωμάτωσης. Ως προς αυτό, σημαντικότερο ρόλο καλείται να διαδραματίσει η συνεργασία μεταξύ Ευρωπόλ, Eurojust, Frontex και Ομάδας Δράσης των Αρχηγών της Αστυνομίας.
Τα διεθνή έγγραφα επισημαίνουν την προσανατολισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα προσέγγιση, εστιάζοντας κυρίως στην προστασία των θυμάτων. Καθώς οι σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν διώκονται πάντοτε, είναι δυνατό να δημιουργηθούν αμφιβολίες, ιδίως στο θέμα της εκμετάλλευσης της εργασίας, σχετικά με το εάν η εμπορία θεωρείται πρωταρχικά ως παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με συνέπεια να εξασθενίσει η δίωξη[6].
Οι ορισμοί για την εμπορία κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ εμπορίας ανθρώπων και παράνομης διακίνησης. Ορισμένοι ειδικοί θεωρούν αυτή τη διάκριση απατηλή· οι πραγματικές συνέπειες φαίνονται συνήθως στο τέλος. Απ’ όσα γνωρίζουμε για την παράνομη διακίνηση και για την εμπορία συνάγεται ότι θα ήταν πιο ακριβές να θεωρήσουμε ότι υπάρχει μια συνέχεια μεταξύ τους, καθώς συγχέονται συχνά μεταξύ τους υπό την επίδραση πολλών διαστάσεων[7]. Στο πλαίσιο αυτό, ο σαφής προσδιορισμός της ταυτότητας του θύματος έχει μεγάλη σημασία, καθώς επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ εμπορίας και παράνομης διακίνησης. Από την εμπειρία προκύπτει ότι η αστυνομία λόγω αδυναμίας διάκρισης μεταξύ των δύο όρων, συχνά αντιμετωπίζει τα θύματα της εμπορίας ως άτομα που διακινούνται παρανόμως ή ως λαθρομετανάστες.
Η εμπορία ανθρώπων περιλαμβάνει την πτυχή της προσφοράς και την πτυχή της ζήτησης. Όσον αφορά την πτυχή της προσφοράς, κυριαρχούν, σύμφωνα με τα στοιχεία, η φτώχεια, η ανεργία, οι διακρίσεις λόγω φύλου, οι διακρίσεις εις βάρος μειονοτήτων, η απουσία εκπαίδευσης και η διαφθορά. Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, ο βασικός κινητήριος μοχλός της εμπορίας είναι η ζήτηση. Η ζήτηση της αγοράς - ιδίως από όσους αγοράζουν σεξουαλικές υπηρεσίες - παρέχει ισχυρά κίνητρα στους εμπόρους καθώς τους υπόσχεται μεγάλα κέρδη, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο όγκος των ανθρώπων-θυμάτων της εμπορίας. Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ[8] τονίζει ότι, όπου ανθίζει η πορνεία, διαμορφώνονται επίσης ευνοϊκές συνθήκες για την τροφοδότηση της εμπορίας ανθρώπων. Άλλες μελέτες δίνουν έμφαση στον υψηλό βαθμό ανεκτικότητας που παρατηρείται όσον αφορά την εκμετάλλευση της εργασίας εργαζομένων-θυμάτων της εμπορίας, καθώς πρόκειται για κοινωνικά αποδεκτό τρόπο μείωσης του κόστους των υπηρεσιών ή των αγαθών[9]. Φαίνεται ότι, εάν δεν αλλάξει η διφορούμενη στάση της κοινής γνώμης στο θέμα της ανεκτικότητας όσον αφορά τη ζήτηση των υπηρεσιών που παρέχουν οι άνθρωποι-θύματα της εμπορίας, δεν θα κατορθώσουμε να σημειώσουμε σημαντική πρόοδο στο πλαίσιο της καταπολέμησης της εμπορίας ανθρώπων.
Αν και δεν υπάρχουν επαρκείς γνώσεις και επαρκή στοιχεία για τη ζήτηση, φαίνεται ότι κυριαρχεί κυρίως η ανικανότητα, και ενδεχομένως επίσης η έλλειψη πολιτικής βούλησης, όσον αφορά τον περιορισμό της ζήτησης και την πραγματοποίηση του αποφασιστικού βήματος για την επίλυση του προβλήματος. Ορισμένες εκθέσεις κάνουν λόγο ακόμη και για υψηλή διαφθορά στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων όσον αφορά τον περιορισμό της ζήτησης[10].
- [1] Αιτιολογική έκθεση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για ανάληψη δράσης κατά της εμπορίας ανθρώπων, 2005
- [2] Εγχειρίδιο καθοδήγησης των αρχών επιβολής του νόμου σχετικά με καλές πρακτικές στο πλαίσιο της καταπολέμησης της εμπορίας παιδιών, IOM, Βιέννη, 2006
- [3] The State of the World's Children 2006:Excluded and invisible, UNICEF 2005
- [4] Ομοίως.
- [5] Υψηλού επιπέδου διάσκεψη για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών: Πρόληψη-Προστασία-Δίωξη, Βιέννη, Μάρτιος 2006
- [6] Gabal, I.: Potírání obchodu s lidmi v ČR a možnosti optimalizace bezpečnostní politiky státu, Έγγραφο πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών της Τσεχικής Δημοκρατίας, 2006, Πράγα
- [7] Kelly, L.: A Critical reflection in research... Στο: Data and research on Human Trafficking: A global survey, 2005, IOM
- [8] Έκθεση για την εμπορία ανθρώπων, Ιούνιος 2005, Υπουργείο Εξωτερικών ΗΠΑ
- [9] Gabal, I. ομοίως.
- [10] Gabal, I. ομοίως.
ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ (Β6-0613/2005)
σύμφωνα με το Άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού
της Barbara Kudrycka
εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE
σχετικά με τη διακίνηση ανθρώπων - μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για πρόγραμμα δράσης
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
– έχοντας υπόψη τις συνθήκες ΕΕ και ΕΚ και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
– έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων - μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για πρόγραμμα δράσης (COM(2005)0514),
– έχοντας υπόψη το άρθρο 114(1) του Κανονισμού του,
A. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διακίνηση ανθρώπων παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η οποία αποτελεί αυτό καθαυτό το θεμέλιο της πολιτικής της ΕΕ και των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
B. λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ έχει ήδη εγκρίνει μέτρα για την καταπολέμηση της λαθρεμπορίας ανθρώπων και της διακίνησης ανθρώπων σύμφωνα με τις αρχές που εκτίθενται στα πρωτόκολλα της Σύμβασης του Palermo και ότι πρόκειται να λάβει υπόψη της τις αρχές που πρόσφατα όρισε η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη διακίνηση ανθρώπων,
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2004 έχει συστήσει, στο πρόγραμμα της Χάγης για την ενίσχυση της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, να εγκριθεί το 2005 ένα πρόγραμμα της ΕΕ "με στόχο την ανάπτυξη κοινών προτύπων, βέλτιστων πρακτικών και μηχανισμών για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων" (σημειώσεις στην ενότητα 1.7.1),
1. Απευθύνει τις ακόλουθες συστάσεις προς το Συμβούλιο:
Σύσταση 1: Η διακίνηση ανθρώπων πρέπει να μετατραπεί από επιχείρηση "χαμηλού κινδύνου και υψηλών ανταμοιβών" για το οργανωμένο έγκλημα σε επιχείρηση υψηλού κινδύνου και χαμηλών ανταμοιβών. Οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου πρέπει να χρησιμοποιούν όλους τους πόρους και τις δυνατότητες που έχουν στη διάθεσή τους για να επιβάλλουν την απαγόρευση της διακίνησης ανθρώπων, να την στερούν από οποιοδήποτε οικονομικό πλεονέκτημα και, όπου έχει υπάρξει οικονομικό όφελος να προβαίνουν στην κατάσχεση και ανάκτηση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων. Η έρευνα της διακίνησης ανθρώπων πρέπει να προσλάβει την ίδια προτεραιότητα όπως άλλοι τομείς της οργανωμένης εγκληματικότητας από την άποψη ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται ειδικευμένες ερευνητικές τεχνικές και στρατηγικές αποδιοργάνωσης·
Σύσταση 2: τα κράτη μέλη πρέπει, όπου είναι αναγκαίο, να επιταχύνουν τη μεταφορά της Οδηγίας 2004/81/ΕΚ στο εθνικό τους δίκαιο και να λάβουν υπόψη τους την πρόσφατα συναφθείσα σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τις ενέργειες καταπολέμησης της διακίνησης ανθρώπων·
Σύσταση 3: Στην δικαστική και αστυνομική συνεργασία τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες οργανωτικές δομές, και ειδικευμένο προσωπικό και επαρκείς οικονομικούς πόρους για τις αρχές επιβολής του νόμου έτσι ώστε αυτές να είναι σε θέση να καταπολεμούν αποτελεσματικά τη διακίνηση ανθρώπων. τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι εθνικές αρχές επιβολής του νόμου αναμειγνύουν τακτικά την Europol στην ανταλλαγή πληροφοριών, σε κοινές δράσεις και κοινές ερευνητικές ομάδες, και χρησιμοποιούν το δυναμικό της Eurojust για να διευκολύνουν την προσαγωγή των διακινητών στη δικαιοσύνη·
Σύσταση 4: τα κράτη μέλη και η Επιτροπή πρέπει να ενισχύσουν τον πολιτικό διάλογο με τρίτες χώρες, σε διμερή και πολυμερή βάση, σχετικά με τις διαστάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτικών καταπολέμησης της διακίνησης και να συνεχίσουν να θέτουν το ζήτημα στα σχετικά περιφερειακά και πολυμερή φόρουμ·
Σύσταση 5: Η ΕΕ αναγνωρίζει την ανάγκη να ακολουθηθεί μια προσέγγιση που να λαμβάνει υπόψη της τα ανθρώπινα δικαιώματα και να είναι επικεντρωμένη στα θύματα. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα των θυμάτων της διακίνησης προστατεύονται πλήρως σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας και ότι υπάρχουν οι κατάλληλοι μηχανισμοί, κατά τις ανάγκες και σύμφωνα με την εθνική πρακτική και το δίκαιο, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο έγκαιρος εντοπισμός και η παραπομπή των προσώπων που αποτελούν αντικείμενο διακίνησης·
Σύσταση 6: Είναι απαραίτητες οι περιφερειακές λύσεις για την αποτροπή της διακίνησης ανθρώπων και για να εξασφαλιστεί η ασφαλής επιστροφή και επανένταξη των θυμάτων. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή πρέπει να συνεχίσουν να προωθούν τις περιφερειακές πρωτοβουλίες που συμπληρώνουν και εμπνέουν τη συνεργασία σε κλίμακα ΕΕ (μεταξύ άλλων την Ειδική Ομάδα Σκανδιναβίας-Βαλτικής εναντίον της διακίνησης ανθρώπων· την Πρωτοβουλία Συνεργασίας Νοτιοανατολικής Ευρώπης· την Πανευρωπαϊκή Διαδικασία της Βουδαπέστης· τον "Διάλογο 5+5" μεταξύ των χωρών της Δυτικής Μεσογείου· και τον Διάλογο για τη Μετανάστευση με Διέλευση της Μεσογείου, καθώς και άλλα φόρουμ και οργανώσεις)·
2. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα σύσταση στο Συμβούλιο της ΕΕ και, για ενημέρωση, στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων (3.10.2006)
προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
σχετικά με τη διακίνηση ανθρώπων - μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για πρόγραμμα δράσης
2006/2078 (INI)
Συντάκτης γνωμοδότησης: Simon Coveney
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση σύστασης προς το Συμβούλιο τις ακόλουθες προτάσεις:
- έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Ιουλίου 2006 σχετικά με την τροποποιημένη πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του πρωτοκόλλου για την πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών, το οποίο προστίθεται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος[1],
- έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα της διάσκεψης υψηλού επιπέδου για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου 2006 στη Βιέννη, και της διάσκεψης εμπειρογνωμόνων της ΕΕ για την εφαρμογή του προγράμματος δράσης της ΕΕ για τη διακίνηση ανθρώπων, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28/29 Ιουνίου 2006 στις Βρυξέλλες,
- έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος (ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης 55/25, Παράρτημα I) και τα δύο πρωτόκολλα αυτού για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων (Πρωτόκολλο για την πρόληψη, καταστολή και δίωξη της εμπορίας προσώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών (2003) και το Πρωτόκολλο κατά της λαθραίας μεταφοράς μεταναστών δια ξηράς, αέρος και θαλάσσης (2004)),
A. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή συμφώνησε να ενισχύσει περαιτέρω τη δέσμευση της ΕΕ και των κρατών μελών για καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων επιδιώκοντας ολοκληρωμένη προσέγγιση και συντονισμένη απάντηση πολιτικής με βάση τον σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα,
B. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα διακίνησης, πολλά εξ αυτών ανήλικα άτομα, εκτίθενται σε σωματική και ψυχολογική βία και κακοποίηση, στερούνται αξιοπρέπεια, ελευθερία από δουλεία, βασανισμό και άλλη απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση, προσωπική ασφάλεια, ελεύθερη κυκλοφορία και εργασιακά δικαιώματα, και συχνά διαπιστώνεται ότι βρίσκονται σε καταναγκαστική και ανεπιθύμητη σχέση εξάρτησης με τους διακινητές τους,
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διακίνηση ανθρώπων εξαπλώνεται ραγδαία εξαιτίας διαφόρων παραγόντων, όπως είναι τα εύκολα κέρδη από την εκμετάλλευση, ο αυξανόμενος υποβιβασμός και περιθωριοποίηση των φτωχών, η έλλειψη πρόσβασης στην εκπαίδευση και την εργασία, οι διακρίσεις, οι περιοριστικοί νόμοι περί μετανάστευσης, η έλλειψη ενημέρωσης για την πραγματικότητα και τους κινδύνους της διακίνησης, οι ανεπαρκείς ποινές για τους διακινητές, η έλλειψη επιθεωρήσεων σε επιχειρήσεις παροχής σεξουαλικών υπηρεσιών και η ζήτηση για υπηρεσίες,
Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διακίνηση ανθρώπων αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα, το οποίο εκδηλώνεται εντός εθνικών συνόρων και διασυνοριακά, ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για χώρα προέλευσης, διέλευσης ή προορισμού, και κατατάσσεται ανάμεσα στις πιο επικερδείς μορφές του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος,
E. λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το Καταστατικό της Ρώμης, η δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου επεκτείνεται στην υποδούλωση ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, και δεδομένου ότι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και υποχρεώσεις, ένα κράτος το οποίο παραβλέπει τη διακίνηση ανθρώπων ή δεν λαμβάνει κανένα αποτελεσματικό μέτρο για να την ελέγξει παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα,
ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προσεγγίσεις για την πορνεία διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, δυσχεραίνοντας την ανάληψη ολοκληρωμένης δράσης για την καταπολέμηση κοινωνικών προβλημάτων που συνοδεύουν το εν λόγω φαινόμενο και, συγκεκριμένα, παρεμποδίζοντας προσπάθειες για την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης,
Απευθύνει τις ακόλουθες συστάσεις προς το Συμβούλιο:
Νομικό πλαίσιο και επιβολή του νόμου
1. τα κράτη μέλη και όλες οι ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες πρέπει, αν δεν το έχουν ήδη πράξει, να επικυρώσουν τα συναφή μέσα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως τη Σύμβαση του ΟΗΕ κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος (το πρώτο παγκόσμιο μέσο που στοχεύει στην καταπολέμηση εγκληματικών κυκλωμάτων και στην προστασία προσώπων από τη δουλεία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την παράνομη απασχόληση) και το συμπληρωματικό της πρωτόκολλο για την πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών· τις συμβάσεις της ΔΟΕ και τους βασικούς κανόνες εργασίας, συγκεκριμένα τις συμβάσεις αριθ. 29 για την καταναγκαστική εργασία και την αριθ. 182 για τις χειρότερες μορφές εργασίας των παιδιών, καθώς και εκείνες που σχετίζονται με την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την επιθεώρηση εργασίας και τα γραφεία ευρέσεως εργασίας· το προαιρετικό πρωτόκολλο της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, σχετικά με την πώληση παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία, το οποίο καλύπτει τη μεταφορά ανθρώπινων οργάνων και την παράνομη υιοθεσία· καθώς και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για ανάληψη δράσης κατά της εμπορίας ανθρώπων· οι χώρες οι οποίες τις έχουν επικυρώσει θα πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στην εφαρμογή και επιβολή τους·
2. το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη πρέπει να αναλαμβάνουν τακτικά δράση για την ενσωμάτωση των θεμάτων διακίνησης ανθρώπων σε προγραμματισμένες σε τακτική βάση πολυμερείς συνεδριάσεις και να αναλαμβάνουν σχετική δράση σε επίπεδο ΟΗΕ, π.χ. στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στην τρίτη επιτροπή της Γενικής Συνέλευσης·
3. το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να στηρίξουν ενεργά το έργο του ειδικού εισηγητή του ΟΗΕ για τη διακίνηση ανθρώπων και να συνεργαστούν με τον ΟΑΣΕ, ιδίως τη Συμμαχία σε θέματα διακίνησης ανθρώπων και τον ειδικό εκπρόσωπο του ΟΑΣΕ για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, καθώς και να στηρίξουν το πρόγραμμα δράσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα παιδιά και τη βία·
4. ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ των χωρών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού της διακίνησης ανθρώπων είναι ύψιστης σημασίας· το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να συντονίσουν στρατηγικές για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, προκειμένου να συμπληρώσουν το έργο του ΟΗΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΟΑΣΕ, του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, της διαδικασίας αναθεώρησης του Πεκίνου, του συμφώνου σταθερότητας για τη νότια Ευρώπη και της ομάδας G8·
5. το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να συνεχίσουν να προωθούν περιφερειακές πρωτοβουλίες οι οποίες συμπληρώνουν και εμπνέουν την πανευρωπαϊκή συνεργασία, όπως είναι η σκανδιναβική βαλτική ειδική ομάδα για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, η πρωτοβουλία συνεργασίας νοτιοανατολικής Eυρώπης, η πανευρωπαϊκή διαδικασία της Βουδαπέστης, ο «διάλογος 5+5» ανάμεσα στις χώρες της δυτικής Μεσογείου, ο μεσογειακός διάλογος για τη μεταναστευτική διέλευση και περιφερειακά σχέδια δράσης στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή (MENA) και την περιοχή της Οικονομικής Κοινότητας Δυτικοαφρικανικών Κρατών (ECOWAS)·
6. η Προεδρία του Συμβουλίου και το Συμβούλιο πρέπει να διασφαλίσουν, στο πλαίσιο των τρεχουσών συζητήσεων για το σχετικό σχέδιο οδηγίας, ότι θα εγκριθούν, σε πλήρη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο, κοινά πρότυπα και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους·
7. τα κράτη μέλη πρέπει να προωθήσουν τις αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας και να επικυρώσουν το πρωτόκολλο 4 της Ευρωπαϊκής σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το οποίο απαγορεύει τις ομαδικές απελάσεις αλλοδαπών υπηκόων·
8. τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόσουν την οδηγία 2004/81/ΕΚ[2] του Συμβουλίου σχετικά με τους τίτλους παραμονής, προκειμένου να προσφέρουν στα θύματα διακίνησης την επιλογή της προσωρινής διαμονής, περιλαμβανομένων προθεσμιών ανάρρωσης και περίσκεψης, και πρέπει να διασφαλίσουν ότι ο επαναπατρισμός πραγματοποιείται μόνο, εφόσον διασφαλίζεται η ασφάλεια του ατόμου·
9. παράλληλα με τις ποινικές έρευνες, και οι διοικητικοί έλεγχοι εκ μέρους των δημοτικών αρχών θα πρέπει να θεωρούνται καίριο εργαλείο επιβολής·
10. πρέπει να συλλεγούν και να αναλυθούν αξιόπιστα δεδομένα για το φαινόμενο, και να αναπτυχθεί σε επίπεδο ΕΕ τυπολογία στατιστικών στοιχείων, στις σχέσεις με τρίτες χώρες, σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς και ΜΚΟ·
Πρόληψη και μείωση της ζήτησης
Δράση της ΕΕ σε σχέση με τρίτες χώρες
11. η ΕΕ και τα κράτη μέλη της πρέπει να επιδιώξουν ενεργά προληπτικές μακροπρόθεσμες πολιτικές καταπολέμησης της διακίνησης ανθρώπων και να ανταλλάξουν βέλτιστες πρακτικές στο πλαίσιο υφιστάμενων εταιρικών σχέσεων μεταξύ ΕΕ και χωρών προέλευσης, προκειμένου να βοηθήσουν τις κυβερνήσεις των τελευταίων στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της διακίνησης ανθρώπων και στην ανάπτυξη ελεγκτικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων·
12. επομένως, η Επιτροπή πρέπει να αναπτύσσει και να αξιολογεί τακτικά, όπου ενδείκνυται, στο πλαίσιο εγγράφων στρατηγικής για τη μείωση της φτώχειας, εγγράφων στρατηγικής ανά χώρα και περιφέρεια, ενδεικτικών προγραμμάτων καθώς και σχεδίων δράσης, ειδικά προσαρμοσμένες στρατηγικές για την πρόληψη και τη μείωση της διακίνησης ανθρώπων, και να εξετάσει τη δημιουργία ομάδων εργασίας ειδικών εμπειρογνωμόνων, ώστε να μπορέσουν τα μέρη να καταρτίσουν συγκεκριμένα προγράμματα στον τομέα·
13. το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να θίγουν τακτικά το θέμα στον πολιτικό διάλογο με τρίτες χώρες (ιδίως τις χώρες με τις περισσότερες παραβιάσεις[3]), αξιοποιώντας τη ρήτρα βασικών στοιχείων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που περιέχεται σε συμφωνίες της ΕΕ με τις εν λόγω χώρες,
14. ο ρόλος των αντιπροσωπειών της ΕΚ σε τρίτες χώρες είναι βασικός για την συνειδητοποίηση από τους τοπικούς πληθυσμούς των κινδύνων της διακίνησης ανθρώπων και τη δημοσιοποίηση των ευρωπαϊκών πολιτικών σχετικά με την παράνομη μετανάστευση, συμπεριλαμβανομένων μέτρων όπως οι θαλάσσιες περιπολίες που διεξάγονται από τον Οργανισμό Διαχείρισης Εξωτερικών Συνόρων (FRONTEX)· πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των αντιπροσωπειών της ΕΚ στην παρακολούθηση του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται στα τοπικά μέσα οι ευρωπαϊκές πολιτικές και μέσα, και οι επιπτώσεις τους ως ένα δυνητικό όπλο αποτροπής κατά των τοπικών διακινητών·
15. το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να παράσχουν αυξημένη στήριξη σε πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων εντός της ΕΕ και στο πλαίσιο των σχέσεων με τρίτες χώρες μέσω της οικονομικής και αναπτυξιακής συνεργασίας, της πολιτικής συνοριακού ελέγχου και της πολιτικής ελέγχου της μετανάστευσης·
16. το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να αναπτύξουν προγράμματα πρόληψης με επίκεντρο τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των παιδιών, βάσει στενής διαβούλευσης και συνεργασίας με χώρες προέλευσης, διέλευσης και προορισμού, αντιμετωπίζοντας ιδίως παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με τη φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση διευκολύνουν τη διακίνηση παιδιών, όπως επισφαλής καταχώριση γεννήσεων ή έλλειψη πρόσβασης στη βασική εκπαίδευση·
17. πρέπει να διασφαλιστεί η συνέχεια της χρηματοδότησης και η βιωσιμότητα των σχεδίων· η Επιτροπή πρέπει να ενισχύσει τη χρηματοδοτική στήριξη σχεδίων που στοχεύουν στην πρόληψη της διακίνησης ανθρώπων, με ιδιαίτερη έμφαση σε γυναίκες και παιδιά που είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο σεξουαλικής και οικονομικής εκμετάλλευσης, τόσο μέσω του νέου χρηματοδοτικού μέσου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο και μέσω γεωγραφικών προγραμμάτων·
18. η Κοινότητα θα πρέπει –κυρίως μέσω της αναπτυξιακής πολιτικής της ΕΕ, η οποία εστιάζει στον πρωταρχικό στόχο της μείωσης της φτώχειας και την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας– να συνεχίσει να χρηματοδοτεί μέτρα για την καταπολέμηση παραγόντων που καθιστούν τα άτομα ευάλωτα στη διακίνηση, όπως για παράδειγμα η φτώχεια, η έλλειψη πρόσβασης σε βασική και ανώτερη εκπαίδευση, η ανισότητα των φύλων, η στέρηση του δικαιώματος της ιθαγένειας, οι διακρίσεις, η έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες, καθώς και η έλλειψη ίσων ευκαιριών·
19. η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες προκειμένου να διασφαλίσει ότι όλα τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας προς τρίτες χώρες στους τομείς της μετανάστευσης και του ασύλου (AENEAS) λαμβάνουν υπόψη τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, ούτως ώστε να επιτευχθούν απτά αποτελέσματα στην πρόληψη και την εξάλειψη της διακίνησης ανθρώπων·
20. το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να δώσουν συνέχεια σε όλους τους ισχυρισμούς για διακίνηση οργάνων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού διαλόγου για τα ανθρώπινα δικαιώματα της ΕΕ με τρίτες χώρες·
Μέτρα σε επίπεδο κρατών μελών και επίπεδο ΕΕ
21. το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να καθορίσουν κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, ως επιπλέον μέσο για την άσκηση ευρωπαϊκής πολιτικής ανθρωπίνων δικαιωμάτων·
22. παράλληλα με την αναγνώριση της ανάγκης για ειδική έκθεση η οποία θα πραγματεύεται τη διακίνηση ανθρώπινων οργάνων και ιστών, η Επιτροπή και το Συμβούλιο θα πρέπει να θεωρήσουν τη διακίνηση ανθρωπίνων οργάνων ως τμήμα της συνολικής στρατηγικής τους για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, τόσο από την άποψη της εσωτερικής, όσο και από την άποψη της εξωτερικής πολιτικής·
23. πρέπει να πραγματοποιηθεί περισσότερη έρευνα σχετικά με τα επίπεδα εμπορίας και τους παράγοντες που τροφοδοτούν τη ζήτηση για διακίνηση, περιλαμβανομένης της σχέσης ανάμεσα σε μεταναστευτικές πολιτικές και τη ζήτηση για φθηνή, μη προστατευόμενη εργασία, υπηρεσίες και πορνεία, τα άτομα που εμπλέκονται στη διακίνηση ανθρώπων δεν μπορούν να παραμένουν εκτός των ορίων του νόμου, και θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε χώρες που δεν έχουν απαιτήσεις θεωρήσεων· επίσης, πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ της διακίνησης ανθρώπων και της λαθραίας μεταφοράς, προκειμένου να αποφευχθεί ο ίδιος τρόπος αντιμετώπισης των θυμάτων διακίνησης με τα άτομα που μεταφέρθηκαν λαθραία και τους παράνομους μετανάστες·
24. τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να επικεντρωθούν και να διώξουν ενεργά τα άτομα που χρησιμοποιούν εν γνώσει τους τις υπηρεσίες των θυμάτων διακίνησης, προκειμένου να μειώσουν τη ζήτηση για άτομα-θύματα διακίνησης·
25. τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι το προσωπικό των προξενείων τους ανταλλάσσει εμπειρίες και λαμβάνει επαρκή κατάρτιση για το πώς θα αναγνωρίζει αιτήσεις θεώρησης οι οποίες μπορεί να σχετίζονται με διακίνηση ανθρώπων· το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να ολοκληρώσουν το συντομότερο δυνατόν την ανάπτυξη ενός κοινού Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις·
26. η κοινωνία των πολιτών πρέπει να συμμετέχει πιο ενεργά σε πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, ιδίως σε έμπρακτες εκστρατείες ενίσχυσης της ευαισθητοποίησης όπως οι Stop the Traffik, Business Travellers against Human Trafficking, Celebrate the World Cup, Fight sexual slavery (υπό την οργάνωση των Γυναικών του ΕΣΚ), Red Card to Forced Prostitution και άλλα ειδικά επίκαιρα προγράμματα ή εκστρατείες που διεξάγονται από οργανώσεις όπως η European Women’s Lobby ή Save the Children· η Επιτροπή, το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη πρέπει να στηρίξουν τέτοιες εκστρατείες· το Συμβούλιο, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή και βάσει ενός εις βάθος διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών, θα πρέπει να διεξάγει τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο μια πολιτική συζήτηση σχετικά με την ευρωπαϊκή πολιτική για την καταπολέμηση της διακίνησης και να αξιολογεί τη συμμόρφωσή της με τα πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανάγκη για περαιτέρω δράση·
27. το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να ενισχύσουν τα ειδικά μέτρα (όπως συνοψίζονται στη συνεδρίαση του Συμβουλίου ΔΕΥ στις 27/28 Απριλίου 2006) για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων σε σχέση με σημαντικά διεθνή και ευρωπαϊκά γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων και των αθλητικών γεγονότων, καθώς έχει καταδειχθεί ότι τέτοια γεγονότα συμβάλλουν σε προσωρινή αύξηση της διακίνησης ανθρώπων· τα κράτη μέλη που διεξάγουν ένα σημαντικό διεθνές γεγονός θα πρέπει, πριν από την εκδήλωση, να ανταλλάξουν βέλτιστες πρακτικές βάσει της πρότερης εμπειρίας τους και να αναλάβουν δράση προκειμένου να ενισχύσουν τη συνεργασία τους, με στόχο την πρόληψη και την καταπολέμηση της αύξησης της διακίνησης ανθρώπων, κυρίως για λόγους σεξουαλικής εκμετάλλευσης· η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την καταπολέμηση της διακίνησης στο Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA τον Ιούλιο του 2006 και πρέπει να βελτιώσει και να διατηρήσει ως ενδεδειγμένα τα εν λόγω μέτρα και για άλλα σημαντικά διεθνή γεγονότα·
28. πρέπει να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό δίκτυο για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων, το οποίο θα αποτελείται από σημεία επαφής οριζόμενα από κάθε κράτος μέλος και την Επιτροπή, θα περιλαμβάνει κυβερνητικούς και μη κυβερνητικούς φορείς και θα καλύπτει τους τομείς της πρόληψης, της συνδρομής των θυμάτων, της επιβολής του νόμου και της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας·
29. το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να λάβουν μέτρα για να μειώσουν το οικονομικό δέλεαρ των αγαθών και υπηρεσιών η παραγωγή ή παροχή των οποίων προϋποθέτει την απασχόληση θυμάτων διακίνησης ·
30. η Επιτροπή θα πρέπει να συμπεριλάβει στον στρατηγικό προγραμματισμό για την πολιτική γειτονίας τη χρηματοδότηση πρωτοβουλιών για την καταπολέμηση δικτύων διακίνησης ανθρώπων, την επιτήρηση των συνόρων και τον έλεγχο της παράνομης μετανάστευσης·
31. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, σε συνδυασμό με τις ΜΚΟ, να ξεκινήσουν μια εκστρατεία πρόληψης που θα απευθύνεται σε πιθανά θύματα διακίνησης, ενημερώνοντας τα εν λόγω άτομα για τους ενδεχόμενους κινδύνους και παρέχοντάς τους πληροφορίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και πού μπορούν να αναζητήσουν βοήθεια σε χώρες προορισμού·
32. υπογραμμίζει τη σημασία αντιμετώπισης των διακινούμενων ατόμων ως θυμάτων από τα κράτη μέλη και την παροχή της απαραίτητης ενημέρωσης, συμβουλευτικής υπηρεσίας και κοινωνικής στήριξης, καθώς και τη δυνατότητα νομικής συνδρομής·
33. πιστεύει ότι διαδραματίζεται σημαντικός ρόλος στην αποκάλυψη και την υποστήριξη των θυμάτων από ευυπόληπτους εργοδότες, συνδικαλιστικές οργανώσεις, τοπικές αρχές, ιδιώτες και ΜΚΟ και ότι πρέπει να διαδίδονται οι βέλτιστες πρακτικές μέσω ενός κατάλληλου δικτύου· είναι της γνώμης ότι πρέπει να επιβληθούν εξαιρετικά αυστηρές κυρώσεις σε εταιρείες που αποκαλύφθηκε ότι απασχολούν οικονομικό εργατικό δυναμικό το οποίο προμηθεύτηκαν μέσω της διακίνησης ανθρώπων, ιδίως σε περιπτώσεις που οι ενεχόμενες εταιρείες το έπρατταν εκ προθέσεως.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με τη διακίνηση ανθρώπων - μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για πρόγραμμα δράσης |
||||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
|||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
LIBE |
||||||
|
Γνωμοδότηση της |
AFET 18.5.2006 |
||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια |
|
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης |
Simon Coveney 30.5.2006 |
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν |
|
|
|
|
|||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
10.7.2006 |
28.8.2006 |
3.10.2006 |
|
|
||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
3.10.2006 |
||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+: -: 0: |
38 0 [0] |
|||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Vittorio Agnoletto, Παναγιώτης Μπεγλίτης, Simon Coveney, Γιώργος Δημητρακόπουλος, Camiel Eurlings, Maciej Marian Giertych, Ana Maria Gomes, Jana Hybášková, Toomas Hendrik Ilves, Ιωάννης Κασουλίδης, Helmut Kuhne, Vytautas Landsbergis, Francisco José Millán Mon, Philippe Morillon, Pasqualina Napoletano, Raimon Obiols i Germà, Vural Öger, Justas Vincas Paleckis, Alojz Peterle, Tobias Pflüger, Michel Rocard, Libor Rouček, György Schöpflin, István Szent-Iványi, Ari Vatanen, Josef Zieleniec |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Francisco Assis, Irena Belohorská, Alexandra Dobolyi, Árpád Duka-Zólyomi, Carlo Fatuzzo, Kinga Gál, Jaromír Kohlíček, Ģirts Valdis Kristovskis, Achille Occhetto, Elena Valenciano Martínez-Orozco |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Hanna Foltyn-Kubicka, Elizabeth Lynne |
||||||
|
Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα) |
... |
||||||
- [1] Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2006)0282.
- [2] Οδηγία 2004/81/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 σχετικά με τον τίτλο παραμονής που χορηγείται στους υπηκόους τρίτων χωρών θύματα εμπορίας ανθρώπων ή συνέργειας στη λαθρομετανάστευση, οι οποίοι συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές (ΕΕ L 261 της 6.8.2004, σελ.
- [3] Βλ. τις χώρες που παρατίθενται στην έκθεση με τίτλο Trafficking in Persons του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ της 5ης Ιουνίου 2006.
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (26.6.2006)
προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων -μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης
(2006/2078(ΙΝΙ))
Συντάκτρια γνωμοδότησης: Jean Lambert
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση σύστασης προς το Συμβούλιο τις ακόλουθες προτάσεις:
1. χαιρετίζει την βασιζόμενη στα ανθρώπινα δικαιώματα διάσταση της ολοκληρωμένης προσέγγισης και του σχεδίου δράσης και αναγνωρίζει ότι απαιτείται να δοθεί έμφαση στην καταναγκαστική εργασία ή στην αναγκαστική παροχή υπηρεσιών, στη δουλεία και στα φαινόμενα τύπου δουλείας που οφείλονται στην εμπορία ανθρώπων, πράγμα που απαιτεί να καταπολεμηθεί με κάθε νόμιμο μέσο το σοβαρό αυτό έγκλημα· επισημαίνει ότι η προσέγγιση αυτή καθιστά αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι τα άτομα που διακινούνται παράνομα θα αντιμετωπίζονται ως θύματα και ότι θα τους παρέχεται η απαραίτητη πληροφόρηση, συμβουλευτική στήριξη, κοινωνική υποστήριξη, η δυνατότητα δικαστικής αρωγής καθώς και στήριξη της εκπαιδευτικής και εργασιακής τους ένταξης· υπογραμμίζει, επιπλέον, τη σπουδαιότητα μιας προσέγγισης των ανωτέρω φαινομένων με επίκεντρο τους νέους και τα παιδιά·
2. θεωρεί ότι, εκτός από την προσέγγιση του τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η εμπορία ανθρώπων απαιτεί και μια προσέγγιση κατά των διακρίσεων και, συνεπώς, θεωρεί ζωτικής σημασίας τις αναφορές στην ισότητα και τη μη δημιουργία διακρίσεων που υπάρχουν στο πέμπτο μέρος της ανακοίνωσης της Επιτροπής·
3. αναγνωρίζει ότι η έλλειψη βιώσιμης οικονομικής και κοινωνικής προοπτικής, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και ο εφιάλτης μιας διαρκώς επεκτεινόμενης φτώχειας σε ορισμένες χώρες προέλευσης καθώς και το επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που υπάρχει στην Ευρώπη συμβάλλουν στη δημιουργία κλίματος που επιτρέπει στις εγκληματικές οργανώσεις να επωφελούνται από την εμπορία ανθρώπων·
4. επισημαίνει ότι την κατάσταση αυτή την οποία, επίσης, ενθαρρύνουν οι «γκρίζες ζώνες» στις αγορές εργασίας των κρατών μελών οι οποίες συμβάλλουν στην καλλιέργεια κλίματος ανοχής για τις καθημερινές παραβιάσεις, δημιουργώντας, κατά συνέπεια, γόνιμο έδαφος για κάθε είδους εκμετάλλευση· θεωρεί, συνπεώς, ότι η αποτελεσματική και συστηματική εφαρμογή της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας σε κάθε κράτος μέλος μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τις εγκληματικές οργανώσεις που μετέχουν στην εμπορία ανθρώπων·
5. θεωρεί ότι η ζήτηση για χαμηλά αμειβόμενους, παράνομους και υπάκουους εργαζόμενους στην ΕΕ συμβάλλει στην παράνομη εμπορία ανθρώπων· πιστεύει ότι η ύπαρξη τέτοιου εργατικού δυναμικού μπορεί να μειώσει το κόστος με αντίτιμο όμως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ότι υπονομεύει τους κανόνες εργασίας, τα μέτρα υγείας και ασφάλειας, τις δίκαιες αμοιβές και τα τοπικά ή κρατικά οικονομικά έσοδα λόγω της μη πληρωμής φόρων και κοινωνικών εισφορών·
6. θεωρεί ότι τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμη θα πρέπει να υπογράψουν και να συμμορφώνονται με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται το Πρωτόκολλο των ΗΕ για την Εμπορία Ανθρώπων, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων, η Σύμβαση του ΟΗΕ κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η Σύμβαση του ΟΗΕ για την Προστασία των Δικαιωμάτων όλων των Διακινούμενων Εργαζομένων και των Οικογενειών τους, οι συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, και βασικά πρότυπα εργασίας, συγκεκριμένα η σύμβαση υπ' αριθμόν 29 σχετικά με την καταναγκαστική εργασία, η υπ' αριθμόν 182 σχετικά με την απαγόρευση και ανάληψη άμεσης δράσης για την εξάλειψη των χειρότερων μορφών παιδικής εργασίας, και όσες συμβάσεις σχετίζονται με την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την επιθεώρηση εργασίας και τα γραφεία ευρέσεως εργασίας·
7. ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ενσωματώσουν στο εσωτερικό τους δίκαιο όσο το δυνατόν πιο σύντομα την οδηγία 2004/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τον τίτλο παραμονής που χορηγείται στους υπηκόους τρίτων χωρών θύματα εμπορίας ανθρώπων ή συνέργειας στη λαθρομετανάστευση, οι οποίοι συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές[1]·
8. θεωρεί ότι η καλή εταιρική πρακτική, η οποία περιλαμβάνει απαιτήσεις προς τους υπεργολάβους να πληρούν τις συμβατικές και νομικές τους υποχρεώσεις (τήρηση της αλυσίδας εφοδιασμού), διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μείωση της ζήτησης και ότι ο ρόλος που διαδραματίζουν οι εταιρείες, καθώς και άλλοι κοινωνικοί παράγοντες, είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της εφαρμογής όλης της ισχύουσας εργατικής και κοινωνικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι λαμβάνουν τα οφέλη που δικαιούνται δια νόμου· χαιρετίζει τη Διακήρυξη των Αθηνών, ο στόχος της οποίας είναι να μην ανέχονται οι εταιρίες την καταναγκαστική εργασία·
9. υποστηρίζει την άποψη ότι, στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι μια εταιρεία κάνει χρήση φθηνής εργατικής δύναμης, εκμεταλλευόμενη το εμπόριο ανθρώπων, θα πρέπει να προβλέπονται αυστηρότατες κυρώσεις κατά των εν λόγω εργοδοτών, ιδίως δε όταν προκύπτει δόλος από την πλευρά της επιχείρησης·
10. ζητεί από την ΕΕ να χρησιμοποιήσει υφιστάμενους και μελλοντικούς πόρους, προκειμένου να επιληφθεί της πληθώρας των θεμάτων που περιβάλλουν την εμπορία ανθρώπων· θεωρεί, εν προκειμένω, ότι το μελλοντικό Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων θα πρέπει να αντιμετωπίσει το θέμα της εμπορίας ανθρώπων ως προτεραιότητα, δεδομένου του μεγάλου αριθμού γυναικών που αποτελούν θύματα εμπορίας , η οποία συχνά οδηγεί στη σεξουαλική εκμετάλλευση·
11. θεωρεί ότι οι εργοδότες, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι τοπικές αρχές, οι μεμονωμένοι πολίτες και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αποκάλυψη και υποστήριξη των θυμάτων της εμπορίας ανθρώπων και ότι η καλύτερη πρακτική θα πρέπει να διαδοθεί μέσω κατάλληλου δικτύου με τον ευρύτερο δυνατό τρόπο· θεωρεί επίσης ότι οι επιρρεπείς στην εκμετάλλευση τομείς εργασίας θα πρέπει να υπόκεινται σε παρακολούθηση από τους αρμόδιους για την απασχόληση οργανισμούς σε συνεργασία με άλλους φορείς και κοινωνικούς παράγοντες·
12. αναγνωρίζει την ανάγκη προληπτικών μέτρων στις χώρες προέλευσης των θυμάτων της εμπορίας ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας· θεωρεί, εν προκειμένω,ότι είναι σημαντική η σθεναρή ενίσχυση μη κυβερνητικών οργανώσεων οι οποίες εργάζονται για την υποστήριξη των θυμάτων· θεωρεί ότι οι πρεσβείες των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και τρίτων ενδιαφερομένων χωρών θα πρέπει να συμμετάσχουν στην καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ξεκινήσουν εκστρατεία πρόληψης με στόχο τα δυνητικά θύματα εμπορίας, ενημερώνοντάς τα για τους κινδύνους και τις ενδεχόμενες απειλές και παρέχοντάς τους πληροφόρηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, καθώς και για το πού μπορούν να λάβουν βοήθεια σε χώρες προορισμού·
13. θεωρεί ότι η υποστήριξη των θυμάτων της εμπορίας ανθρώπων θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στις ειδικές ανάγκες τους, δεδομένου ότι τα θύματα της εμπορίας ανθρώπων δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα· επισημαίνει, εν προκειμένω, ότι η ισότητα των φύλων και τα δικαιώματα των παιδιών, των αυτοχθόνων και των ομάδων μειονοτήτων είναι ιδιαίτερα συναφή, δεδομένου ότι πολλά θύματα ή δυνητικά θύματα εμπορίας ανθρώπων είναι γυναίκες, παιδιά και άτομα ανήκοντα σε εθνικές ή μειονοτικές ομάδες που μπορεί να αποτελούν αντικείμενο διακρίσεων στον τόπο καταγωγής τους·
14. θεωρεί ότι οι μηχανισμοί επιθεώρησης και επιβολής που σχετίζονται με την εργατική νομοθεσία πρέπει να ενισχυθούν σε όλα τα κράτη μέλη· θεωρεί επίσης ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την ύπαρξη του απαραίτητου νομικού πλαισίου καθώς και των σχετικών μηχανισμών, εκπαίδευσης και επαρκών τεχνικών πόρων για να εκπληρώνουν τις νομικές τους υποχρεώσεις χορηγώντας αρμοδιότητες στους αξιωματούχους των σωμάτων επιθεώρησης και παρέχοντάς τους πληροφόρηση και κατάρτιση ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν τα θύματα της εμπορίας ανθρώπων των οποίων η εργασία υφίσταται εκμετάλλευση· θεωρεί ότι η δημιουργία ενός δικτύου επιθεωρητών, το οποίο να σχετίζεται με την εργασία, θα μπορούσε να υπηρετήσει ένα χρήσιμο σκοπό κατά την ανταλλαγή της καλύτερης πρακτικής·
15. αναγνωρίζει ότι η εκμετάλλευση αυτών των εργαζομένων ενδεχομένως να μην είναι άμεσα εμφανής, αλλά μπορεί να υφίσταται υπό τη μορφή της μείωσης των αποδοχών που λαμβάνονται λόγω ψευδών κρατήσεων, ή χρημάτων τα οποία φαίνεται να παρακρατούνται για φορολογικούς λόγους ενώ στην πραγματικότητα τα λαμβάνει ο αντιπρόσωπος ή ο εργοδότης: επισημαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να επαγρυπνούν για τέτοια ενδεχόμενα και ότι πρέπει να δημιουργηθεί η κατάλληλη υποστήριξη, όπως οι γραμμές βοήθειας·
16. θεωρεί ότι θα πρέπει να υπάρχει συντονισμένη προβληματική για την εμπορία ανθρώπων σε ευρωπαϊκό επίπεδο· παρατηρεί ότι η κοινοτική αναπτυξιακή πολιτική της ΕΕ επικεντρώνεται στον πρωταρχικό στόχο της μείωσης της φτώχειας, και την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας που πατάσσουν θεμελιώδεις παράγοντες οι οποίοι καθιστούν τα άτομα ευάλωτα στην εμπορία ανθρώπων, δηλαδή τη φτώχεια, ,την έλλειψη πρόσβασης στη βασική και ανώτερη εκπαίδευση, την ανισότητα των φύλων, την άρνηση στο δικαίωμα της ιθαγένειας, τις διακρίσεις και τη µη πρόσβαση σε υπηρεσίες και ίσες ευκαιρίες·
17. αναγνωρίζει την ανάγκη να δραστηριοποιηθούν και να συντονιστούν οι διεθνείς οργανισμοί που συλλέγουν και αναλύουν τα σχετικά στοιχεία όσον αφορά την εμπορία ανθρώπων, καθώς και την εργασία σε κάθε κράτος μέλος, ούτως ώστε να γίνουν περισσότερο αποτελεσματικές τομεακές παρεμβάσεις· καλεί επίσης την Επιτροπή να συγκεντρώσει αυτά τα στοιχεία και να ενημερώνει το Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σε τακτική βάση·
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων -μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης |
||||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
|||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
LIBE |
||||||
|
Γνωμοδότηση της |
EMPL |
||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια |
|
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης |
Jean Lambert |
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν |
|
|
|
|
|||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
21.3.2006 |
21.6.2006 |
|
|
|
||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
22.6.2006 |
||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+: -: 0: |
42 0 2 |
|||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Jan Andersson, Jean-Luc Bennahmias, Emine Bozkurt, Iles Braghetto, Alejandro Cercas, Ole Christensen, Derek Roland Clark, Luigi Cocilovo, Jean Louis Cottigny, Proinsias De Rossa, Harlem Désir, Harald Ettl, Carlo Fatuzzo, Ilda Figueiredo, Roger Helmer, Stephen Hughes, Ona Juknevičienė, Jan Jerzy Kułakowski, Sepp Kusstatscher, Jean Lambert, Raymond Langendries, Bernard Lehideux, Elizabeth Lynne, Thomas Mann, Jan Tadeusz Masiel, Ana Mato Adrover, Μαρία Ματσούκα, Ria Oomen-Ruijten, Csaba Őry, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου, Pier Antonio Panzeri, José Albino Silva Peneda, Kathy Sinnott, Anne Van Lancker, Gabriele Zimmer |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Edit Bauer, Mihael Brejc, Françoise Castex, Dieter-Lebrecht Koch, Magda Kósáné Kovács, Marianne Mikko, Leopold Józef Rutowicz, Patrizia Toia |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Małgorzata Handzlik |
||||||
|
Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα) |
|
||||||
- [1] ΕΕ L 261 της 6.8.2004, σελ. 19.
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (18.9.2006)
προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων – ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης
(2006/2078 (INI))
Συντάκτρια γνωμοδότησης: Maria Carlshamre
(*) Ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των επιτροπών – άρθρο 47 του Κανονισμού
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων καλεί την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση σύστασης προς το Συμβούλιο τις ακόλουθες προτάσεις:
- έχοντας υπόψη τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως[1] και συγκεκριμένα το άρθρο 3 αυτού, το οποίο ορίζει το δικαίωμα στην ακεραιότητα του προσώπου και απαγορεύει τη μετατροπή του ανθρώπινου σώματος και των μερών του καθαυτών σε πηγή κέρδους και το άρθρο 5 αυτού, το οποίο απαγορεύει την εμπορία ανθρωπίνων όντων,
- έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ «Trafficking in Persons Report 2005»[2] [Έκθεση για την εμπορία ανθρώπων του 2005],
- έχοντας υπόψη την έκθεση του London Metropolitan University του 2004 «A Critical Examination into Responses to Prostitution in Four Countries: Victoria - Australia, Ireland, the Netherlands and Sweden»[3] [Κριτική εξέταση των μέτρων που έχουν ληφθεί για την πορνεία σε τέσσερις χώρες: Βικτόρια (Αυστραλία), Ιρλανδία, Κάτω Χώρες και Σουηδία],
- έχοντας υπόψη τη μελέτη του ινστιτούτου TransCrime του 2005, η οποία χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τίτλο «National Legislation on Prostitution and the Trafficking in Women and Children»[4] [Εθνική νομοθεσία για την πορνεία και την εμπορία γυναικών και παιδιών],
- έχοντας υπόψη την έκθεση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ του 2004 με τίτλο «The link between prostitution and sex trafficking»[5] [Η σχέση μεταξύ της πορνείας και της σωματεμπορίας],
- έχοντας υπόψη την έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης του 2003 με τίτλο «Is Trafficking in Human Beings Demand Driven? A Multi-Country Pilot Study»[6] [Η εμπορία ανθρώπων οφείλεται στη ζήτηση; Μια πολυκρατική πιλοτική μελέτη],
- έχοντας υπόψη τις εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας του 2004 και της οργάνωσης Anti-Slavery International του 2004[7], του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 2002[8], του Pomodoro του 2001[9],
- έχοντας υπόψη την έκθεση της ευρωπαϊκής ομάδας επιβολής του νόμου (Europe Law Enforcement Group - ECPAT) του 2001 με τίτλο «Trafficking in Children for Sexual Purposes From Eastern Europe to Western Europe»[10] [Η εμπορία παιδιών με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση από την Ανατολική στη Δυτική Ευρώπη],
- λαμβάνοντας υπόψη το σχέδιο του Συμβουλίου της ΕΕ για βέλτιστες πρακτικές, πρότυπα και διαδικασίες για την καταπολέμηση και την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων[11] και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου «Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις» του Λουξεμβούργου για την εμπορία ανθρώπων στις 27 και 28 Απριλίου 2006,
- λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση της 31ης Μαρτίου 2004 της UNICEF, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του ΟΑΣΕ με τίτλο «Εμπορία Ανθρώπων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη 2004: Προτεραιότητα στην Πρόληψη»,
- λαμβάνοντας υπόψη τη διακήρυξη του Πεκίνου της Τέταρτης Παγκόσμιας Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για τις Γυναίκες, τη συνέχεια που της δόθηκε με τίτλο «Πεκίνο +5 και +10» και το ψήφισμα της 10ης Μαρτίου 2005 σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για την Πλατφόρμα Δράσης υπέρ των Γυναικών (Πεκίνο +10)[12],
- λαμβάνοντας υπόψη το ψήφισμά του της 17ης Ιανουαρίου 2006 σχετικά με στρατηγικές για την πρόληψη της εμπορίας γυναικών και παιδιών ευάλωτων στη σεξουαλική εκμετάλλευση [13],
- έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 19ης Μαΐου 2000, σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «Περαιτέρω ενέργειες στην καταπολέμηση της σωματεμπορίας γυναικών» [14]
- λαμβάνοντας υπόψη την οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου2004 για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους [15],
- έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/81/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 σχετικά µε τον τίτλο παραμονής που χορηγείται στους υπηκόους τρίτων χωρών θύματα εμπορίας ανθρώπων ή συνέργειας στη λαθρομετανάστευση, οι οποίοι συνεργάζονται µε τις αρμόδιες αρχές[16],
- έχοντας υπόψη την απόφαση πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων[17],
- λαμβάνοντας υπόψη τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για ανάληψη δράσης κατά της εμπορίας ανθρώπων,
A. λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρωτόκολλο του Παλέρμο[18] υπογραμμίζει το γεγονός ότι εμπορία ανθρώπων είναι η περισυλλογή, μεταφορά, φιλοξενία ή υποδοχή ατόμων, μέσω απειλής ή χρήσης βίας ή άλλης μορφής εξαναγκασμού, απαγωγής, εξαπάτησης, παραπλάνησης, κατάχρησης εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή καταβολής ή είσπραξης πληρωμών ή οφελών για λόγους εκμετάλλευσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι το βασικό στοιχείο του ορισμού της εμπορίας είναι ο σκοπός εκμετάλλευσης και όχι η μετακίνηση από τη μία τοποθεσία στην άλλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρωτόκολλο υπογραμμίζει το γεγονός ότι η εμπορία παιδιών δεν πρέπει να περιλαμβάνει την απειλή ή τη χρήση βίας ή άλλης μορφής εξαναγκασμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρωτόκολλο ορίζει το «παιδί» ως οποιοδήποτε άτομο κάτω των 18 ετών,
Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπορία ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών, για σεξουαλική καθώς και άλλες μορφές εκμετάλλευσης είναι μία σύγχρονη μορφή δουλείας, γεγονός που αποτελεί σοβαρή παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ενέχει βάναυσες πρακτικές, όπως καταναγκασμό, εξαναγκασμό, απειλές, εξευτελισμό, απαγωγή, άσκηση βίας, σεξουαλική εκμετάλλευση, δόλο ή απάτη,
Γ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπορία ανθρώπων είναι μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μορφές οργανωμένου εγκλήματος λόγω της αύξησης του όγκου και των υψηλών κερδών,
Δ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες και τα παιδιά είναι άτομα ιδιαίτερα ευάλωτα και, κατά συνέπεια, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να είναι θύματα εμπορίας,
Ε. λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ με τίτλο «Trafficking in Persons Report 2005» έδειξε ότι από τα 600.000 έως 800.000 άτομα που υπολογίζεται ότι διακινούνται ετησίως, περίπου το 80% είναι γυναίκες και κορίτσια,
ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περισσότερες γυναίκες και κορίτσια που είναι θύματα εμπορίας υπόκεινται σε διαφορετικές μορφές εκμετάλλευσης, συγκεκριμένα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, η οποία αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό της εμπορίας, της καταναγκαστικής εργασίας και της εμπορίας οργάνων·
Ζ. λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας του 2005[19], το 80% των θυμάτων εμπορίας είναι γυναίκες και κορίτσια· λαμβάνοντας υπόψη επίσης ότι σύμφωνα με την έκθεση το 40 - 50% του συνόλου των θυμάτων είναι παιδιά· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την έκθεση, το 56% των θυμάτων συγκεκριμένα της καταναγκαστικής εργασίας είναι γυναίκες και κορίτσια· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 98% των ατόμων που διακινούνται για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι γυναίκες και κορίτσια,
Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπορία ανθρώπων δεν πραγματοποιείται με μοναδικό σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, εμφανίζεται όμως σε πολλούς τομείς της αγοράς εργασίας οι οποίοι δεν υπόκεινται σε ρύθμιση, όπως η οικιακή εργασία, ο κατασκευαστικός τομέας, οι υπηρεσίες τροφοδοσίας, οι αγροτικές εργασίες και τα εργαστήρια καταναγκαστικής εργασίας (sweat shops),
Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Μητροπολιτικού Πανεπιστημίου του Λονδίνου του 2004 σχετικά με την πορνεία έδειξε ότι η νομιμοποίηση της πορνείας οδηγεί σε αύξηση του οργανωμένου εγκλήματος, της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, της βίας κατά των γυναικών και σε σημαντική αύξηση του αριθμού των αλλοδαπών γυναικών και κοριτσιών που εισέρχονται στην περιοχή ως θύματα εμπορίας,
Ι. λαμβάνοντας υπόψη ότι η μελέτη του Ινστιτούτου TransCrime του 2005 αναφέρει ότι υπάρχουν στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να υποστηριχθεί ότι η νομοθεσία της Σουηδίας, η οποία ποινικοποιεί την αγορά του σώματος άλλου ατόμου για σεξουαλική χρήση, οδηγεί σε μείωση της εμπορίας για σεξουαλικούς σκοπούς· λαμβάνοντας υπόψη ότι η μελέτη επίσης αναφέρει ότι τα μοντέλα που φαίνονται να «παράγουν» περισσότερα θύματα βασίζονται στις προσπάθειες ελέγχου της πορνείας μέσω κανονιστικών διατάξεων, ενώ το μοντέλο που φαίνεται να «παράγει» λιγότερα θύματα βασίζεται στην απαγόρευση που ενδεχομένως να οφείλεται σε κάποιο βαθμό στο γεγονός ότι τα θύματα καθίστανται λιγότερο εμφανή και κατά συνέπεια είναι πιο δύσκολο να ενταχθούν σε στατιστικές· λαμβάνοντας υπόψη ότι στη μελέτη επισημαίνεται επίσης ότι η αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ πορνείας και εμπορίας για σεξουαλική εκμετάλλευση θα πρέπει να βασίζεται σε πιο αξιόπιστα μεγέθη και συγκρίσιμα στατιστικά στοιχεία (κυρίως όσον αφορά τα θύματα) καθώς και σε περισσότερα δεδομένα σχετικά με άλλους παράγοντες/ μεταβλητές,
ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ του 2004[20] αναφέρει ότι στις περιπτώσεις που η πορνεία έχει νομιμοποιηθεί ή είναι ανεκτή, παρατηρείται αύξηση της ζήτησης και ότι η νομιμοποίηση της πορνείας ανοίγει αγορές για εγκληματικές επιχειρήσεις,
ΙΒ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν επισημάνει ότι σε αντίθεση με το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων, η πράξη της εμπορίας ανθρώπων αποτελεί αφ’ εαυτής παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτός από το ότι αποτελεί έγκλημα,
ΙΓ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπορία γυναικών και παιδιών είναι ένα παρακλάδι του οργανωμένου εγκλήματος το οποίο διαχειρίζονται συμμορίες που αποκομίζουν τεράστια κέρδη και συνήθως εμπλέκονται και σε άλλες εγκληματικές δραστηριότητες όπως το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων, σε σχέση με τις οποίες η εμπορία γυναικών και παιδιών επισύρει ελαφρύτερες ποινές,
ΙΔ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η βιομηχανία του σεξ βασίζεται στην αρχή της προσφοράς και της ζήτησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης του 2003[21] αναγνωρίζει ότι «η αυξανόμενη καταναλωτική ζήτηση αναμφίβολα αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν στο φαινόμενο της καταναγκαστικής εργασίας στη βιομηχανία του σεξ»,
ΙΕ. λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με την έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών[22] για τις πτυχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων εμπορίας, κυρίως γυναικών και παιδιών, με τίτλο «Ένταξη των δικαιωμάτων των γυναικών και προοπτική φύλου», «ενώ τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών παραβιάζονται σε πολλές μορφές εμπορίας, η σωματεμπορία είναι μια ιδιαίτερη μορφή εμπορίας η οποία παραβιάζει τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών όπως βιάζονται οι ίδιες οι γυναίκες και τα παιδιά»,
Απευθύνει τις ακόλουθες συστάσεις στο Συμβούλιο:
(α) τα κράτη μέλη θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εμπορίας από την προοπτική του φύλου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των θυμάτων είναι γυναίκες,
(β) τα κράτη μέλη πρέπει να ενισχύσουν τα δικαιώματα των θυμάτων εμπορίας, κυρίως χορηγώντας τους μακροπρόθεσμες άδειες διαμονής, αντισταθμιστικά μέτρα και πρόσβαση σε υπηρεσίες (δομές φιλοξενίας) και να παρέχουν ουσιαστική και επαρκή προστασία και υποστήριξη των θυμάτων μέσω της ιατρικής, ψυχολογικής και δικαστικής αρωγής, της εγκατάστασης εθνικών και διεθνών τηλεφωνικών γραμμών βοήθειας (επείγουσες κλήσεις), καθώς και της αποτελεσματικής λειτουργίας ξενώνων υποδοχής,
(γ) καλεί τα κράτη μέλη, την Επιτροπή και το Συμβούλιο να εφαρμόσουν πλήρως το σχέδιο δράσης της ΕΕ για την εμπορία ανθρώπων και σε αυτό το πλαίσιο, καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν αμέσως την οδηγία 2004/81/ΕΚ,
(δ) εκτός από το γεγονός ότι είναι απαραίτητο να επισημανθούν οι ενέργειες που θα πρέπει να αναληφθούν προκειμένου να βοηθηθούν τα θύματα, τα κράτη μέλη θα πρέπει επειγόντως να εξετάσουν επίσης τις επιλογές των ανδρών που εκμεταλλεύονται τα θύματα,
(ε) εκτός από το γεγονός ότι είναι απαραίτητο να επισημανθούν οι ενέργειες που θα πρέπει να αναληφθούν για την προστασία των θυμάτων εμπορίας, όπως π.χ. προσαρμοσμένη ιατρική, νομική και κοινωνική βοήθεια, υπάρχει επείγουσα ανάγκη για πρόληψη και τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να επικεντρωθούν στη ζήτηση και να παράσχουν πληροφορίες μέσω εκπαιδευτικών εκστρατειών, ώστε να ευαισθητοποιήσουν το κοινό, και ειδικότερα τους πελάτες, ως προς το πρόβλημα,
(στ) τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η νομιμοποίηση της πορνείας διευκολύνει την αγορά του σεξ, μεταξύ άλλων και από θύματα εμπορίας,
(ζ) τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η μείωση της ζήτησης της εμπορίας είναι ζωτικής σημασίας,
(η) κατά τη διάρκεια του 2006 η Επιτροπή θα πρέπει να μεριμνήσει για την πραγματοποίηση μιας μελέτης σχετικά με τη σχέση μεταξύ της νομοθεσίας για την πορνεία και της εμπορίας για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης, η οποία να διερευνά επίσης την πιθανότητα μετατόπισης του σεξουαλικού τουρισμού σε άλλες χώρες εξαιτίας των μοντέλων που βασίζονται στην απαγόρευση (Σουηδία),
(θ) τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να μελετούν τον τρόπο με τον οποίο οι διάφοροι νόμοι για την πορνεία επηρεάζουν τόσο την εμπορία για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης όσο και τον αριθμό των παιδιών στη βιομηχανία του σεξ, και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν τα αποτελέσματα προκειμένου να εφαρμόσουν βέλτιστες πρακτικές για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης,
(ι) τα κράτη μέλη πρέπει να αναλάβουν δράση για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρωπίνων όντων, σεβόμενα ταυτόχρονα τα εκδιδόμενα άτομα και προλαμβάνοντας τις διακρίσεις εις βάρος τους, την περαιτέρω περιθωριοποίηση ή στιγματισμό τους, γεγονός που αυξάνει την ευπάθειά τους στην εμπορία και σε άλλες μορφές βίας ή εκμετάλλευσης,
(ια) τα κράτη μέλη θα πρέπει να εντείνουν τις διώξεις των εμπόρων, να θεσπίσουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε όλες τις περιπτώσεις εμπορίας ανθρώπων και να λάβουν μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση του αυξανόμενου αριθμού των περιπτώσεων εμπορίας ανηλίκων, κυρίως στη βιομηχανία του σεξ, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οποιοδήποτε άτομο ηλικίας κάτω των 18 ετών πρέπει να θεωρείται ανήλικο, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Παλέρμου,
(ιβ) τα κράτη μέλη πρέπει, σε συνεργασία με την Επιτροπή και όλους τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους προκειμένου να αναπτύξουν αποτελεσματικές στρατηγικές για την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων· αυτές οι στρατηγικές θα πρέπει να βασίζονται σε μια σφαιρική προσέγγιση της διάστασης της εμπορίας (θύμα - έμπορος - πελάτης) και να περιλαμβάνουν επαρκείς και μόνιμης ευαισθητοποίησης ενέργειες, ανταλλαγή πληροφοριών για τα εγκληματικά δίκτυα, τις οδούς εμπορίας και την ταυτότητα των εμπόρων, καθώς και συνεργασία μεταξύ των χωρών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού,
(ιγ) τα κράτη μέλη, το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να προβούν στην συλλογή δεδομένων σχετικά με την εμπορία ανθρώπων και στη δημιουργία εθνικών σημείων επαφής ή τον ορισμό εθνικών εισηγητών για τη συλλογή, ανταλλαγή και επεξεργασία πληροφοριών για την εμπορία ανθρώπων, και να διορίσουν εισηγητή της ΕΕ που θα βασίζει την εργασία του σε εκείνη των εθνικών εισηγητών,
(ιδ) τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι τόσο οι παράνομες όσο και οι νόμιμες σεξουαλικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν σοβαρούς κινδύνους για τη σωματική και ψυχική υγεία, καθώς διάφορες μελέτες δείχνουν ότι το 75- 85% των ιεροδούλων είναι θύματα βίας, συμπεριλαμβανομένου του βιασμού, και το υψηλό ποσοστό της σεξουαλικής δραστηριότητας χωρίς προφυλάξεις, το οποίο οδηγεί σε κινδύνους επιδημιών, συμπεριλαμβανόμενης της διάδοσης του HIV/AIDS και άλλων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων,
(ιε) η Επιτροπή και το Συμβούλιο θα πρέπει να συμπεριλάβουν στον πολιτικό διάλογο με τρίτες χώρες το ζήτημα της εμπορίας παιδιών και γυναικών και την λήψη των απαραίτητων μέτρων για την καταπολέμησή του, με τη συνεργασία μεταξύ των χωρών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού,
(ιστ) η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν επαρκή και συστηματική πληροφόρηση σχετικά με τις ποικίλες μορφές της εμπορίας ανθρώπων και τις συνέπειές του, με στόχο την ευαισθητοποίηση του κοινού και την καλύτερη ενημέρωση των πιο ευάλωτων ομάδων, όπως οι γυναίκες,
(ιζ) τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενισχύσουν τα δίκτυα διακρατικής συνεργασίας καθώς και την συνεργασία των αστυνομικών αρχών με την Europol και τη Eurojust και να προχωρήσουν στις αναγκαίες προσαρμογές των αρμόδιων αρχών ώστε να είναι σε θέση να παρακολουθούν τις εξελίξεις και τις σύγχρονες μορφές της σωματεμπορίας, όπως μέσω του διαδικτύου, με επίκεντρο τα παιδιά,
(ιη) οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών πρέπει να προβλέπουν το δικαίωμα των θυμάτων σε αποζημίωση,
(ιθ) τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν υπόψη τους στα σχέδια δράσης τους το γεγονός ότι η εμπορία γυναικών δεν σημαίνει μόνο την καταναγκαστική πορνεία, αλλά και τους αναγκαστικούς γάμους, την εργασία υπό τη μορφή οικιακής δουλείας και καταναγκαστικής εργασίας,
(κ) τα κράτη μέλη που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να γίνουν χώρες προέλευσης, ή στη διμερή ή πολυμερή τους συνεργασία ως χώρες προορισμού, θα πρέπει να λάβουν μέτρα άμβλυνσης των παραγόντων που καθιστούν τα άτομα, κυρίως τις γυναίκες και τα παιδιά, ευάλωτα στην εμπορία, όπως η φτώχεια, η υπανάπτυξη και η έλλειψη ίσων ευκαιριών,
(κα) ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να ορίσουν μια ευρωπαϊκή μέρα καταπολέμησης της εμπορίας το συντομότερο δυνατό,
(κβ) καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν την καλύτερη προστασία και συμπαράσταση για τα θύματα και τα άτομα που κινδυνεύουν να πέσουν θύματα βίας, προσφέροντας ασφαλή καταφύγια καθώς και την απαραίτητη συνδρομή σχετικά με νομικές συμβουλές και συμβουλευτικές υπηρεσίες,
(κγ) καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να λάβουν απόφαση σχετικά με την πλήρη κοινοτικοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων καθώς και τους σχετικούς τομείς της μετανάστευσης και του ασύλου, και συγκεκριμένα για το δικαίωμα ασύλου έναντι της καταπίεσης και της δίωξης λόγω φύλου,
(κδ) καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν και να επιβάλουν νομοθεσία που θα ενισχύσει τη δίωξη και την τιμωρία εμπόρων, φυσικών και νομικών προσώπων, (κυρίως με τον καθορισμό αναλογικών, αποτελεσματικών και αποτρεπτικών ποινών), των συνεργών τους, δημιουργών σελίδων στο Διαδίκτυο που διαφημίζουν μεσάζοντες εμπορίας ανθρώπων, προσώπων που ενθαρρύνουν, υποθάλπουν ή χρησιμοποιούν σεξουαλικές υπηρεσίες από ανηλίκους (ο ορισμός των οποίων πρέπει να είναι ομοιογενής σε όλα τα κράτη, δηλαδή τα άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών) και προσώπων που επιχειρούν να θέσουν σε εφαρμογή τέτοιες δραστηριότητες, καθώς και να διώκουν τη νομιμοποίηση εσόδων από την εμπορία ανθρώπων,
(κε) υπογραμμίζει τη σημασία για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη να προωθήσουν στρατηγικές πρόληψης ειδικά εστιασμένες στο φύλο ως βασικό στοιχείο για την καταπολέμηση της εμπορίας γυναικών και κοριτσιών, να εφαρμόσουν τις αρχές ισότητας των φύλων και να εξαλείψουν τη ζήτηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανόμενης της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και της εκμετάλλευσης της οικιακής εργασίας,
(κστ) καλεί τα κράτη μέλη να επικυρώσουν τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της εμπορίας ανθρωπίνων όντων.
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων – ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης |
||||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
|||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
LIBE |
||||||
|
Γνωμοδότηση της |
FEMM |
||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία - Ημερομηνία αναγγελίας στην ολομέλεια |
6.4.2006 |
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης |
Maria Carlshamre |
||||||
|
Συντάκτης(κτρια) γνωμοδότησης που αντικαταστάθηκε/καν |
|
||||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
11.7.2006 |
13.9.2006 |
|
|
|
||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
13.9.2006 |
||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+: –: 0: |
10 0 10 |
|||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Edit Bauer, Edite Estrela, Věra Flasarová, Claire Gibault, Lissy Gröner, Anneli Jäätteenmäki, Piia-Noora Kauppi, Ρόδη Κράτσα-Τσαγκαροπούλου, Urszula Krupa, Astrid Lulling, Siiri Oviir, Christa Prets, Marie-Line Reynaud, Raül Romeva i Rueda, Amalia Sartori, Britta Thomsen, Eva-Britt Svensson, Anna Záborská |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Ana Maria Gomes, Karin Resetarits |
||||||
|
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
|
||||||
|
Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα) |
... |
||||||
- [1] ΕΕ C 364, 18.2.2000, σελ. 1.
- [2] Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (2005), http://www.state.gov/g/tip/rls/tiprpt/2005/
- [3] A Critical Examination of Responses to Prostitution in Four Countries: Victoria, Australia, Ireland, the Netherlands and Sweden , London Metropolitan University, Φεβρουάριος 2004 http://www.glasgow.gov.uk/en/YourCouncil/PolicyPlanning_Strategy/Corporate/Equalities/Women/Prostitution.htm
- [4] http://www.carlshamre.net/images/stories/study.pdf
- [5] Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (2004),
http://www.humantrafficking.org/countries/eap/united_states/news/2005_05/tip_factsheet_response.html, - [6] Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (2003),
http://www.iom.int/DOCUMENTS/PUBLICATION/EN/mrs_15_2003.pdf - [7] Διεθνής Αμνηστία και Anti-Slavery International (2004), «Enhancing the Protection of the Rights of Trafficked Persons: Amnesty International and Anti-Slavery International’s Recommendations to strengthen provisions of the July 2004 draft European Convention against Trafficking in Human Beings» [Αύξηση της προστασίας των δικαιωμάτων των διακινούμενων ατόμων: Συστάσεις της Διεθνούς Αμνηστίας και της Anti-Slavery International για την ενίσχυση των διατάξεων του σχεδίου Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων του Ιουλίου 2004]
http://web.amnesty.org/library/index/engior610162004 - [8] Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (2002), «A Human Rights Approach to the Rehabilitation and Reintegration into Society of Trafficked Victims» [Μια προσέγγιση επικεντρωμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα της αποκατάστασης των διακινούμενων ατόμων και της επανένταξής τους στην κοινωνία], έγγραφο το οποίο παρουσιάστηκε από την κ. Widney Brown του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «21st Century Slavery - The Human Rights Dimension to Trafficking in Human Beings» [Η δουλεία στον 21ο αιώνα – Η διάσταση της εμπορίας ανθρώπων από την άποψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων] Διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη της Ιταλίας στις 15 και 16 Μαΐου http://www.hrw.org/backgrounder/wrd/trafficked-victims.htm
- [9] Pomodoro, L. (2001), «Trafficking and sexual exploitation of women and children» [Εμπορία και σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών και των παιδιών], στο βιβλίο των P. Williams και D. Vlassis (εκδότες) Combating transnational crime: Concepts, activities and responses [Καταπολέμηση του διακρατικού εγκλήματος: Έννοιες, δραστηριότητες και μέτρα], Frank Cass, Λονδίνο.
- [10] ECPAT Europe Law Enforcement Group (2001),
http://www.ecpat.nl/ariadne/loader.php/nl/ecpat/Rapporten/trafficking1/Trafficking_1__Introduction.pdf/ - [11] ΕΕ C 311 της 9.12.2005, σελ.1.
- [12] ΕΕ C 320, 15.12.2005, σελ. 247.
- [13] Εγκριθέντα κείμενα, P6_TA(2006)0005.
- [14] ΕΕ C 59, 23.2.2001, σελ. 307.
- [15] ΕΕ L 304, της 30.9.2004, σελ. 12.
- [16] ΕΕ L 261, 6.8.2004, σελ. 19.
- [17] ΕΕ L 203, της 1.8.2002, σελ.1.
- [18] UN Palermo Protocol to Prevent, Suppress and Punish Trafficking in Persons, Especially Women and Children, supplementing the UN Convention against Transnational Organized Crime, November 2000, http://www.un.org/
- [19] Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (2005), «A global alliance against forced labour» [Παγκόσμια συμμαχία κατά της καταναγκαστικής εργασίας] http://www.ilo.org/dyn/declaris/DECLARATIONWEB.GLOBALREPORTSLIST?var_language=EN
- [20] Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ (2004),
http://www.humantrafficking.org/countries/eap/united_states/news/2005_05/tip_factsheet_response.html - [21] International Organisation for Migration (2003),
http://www.iom.int/DOCUMENTS/PUBLICATION/EN/mrs_15_2003.pdf - [22] Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή σχετικά με τις πτυχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων εμπορίας, κυρίως γυναικών και παιδιών, Sigma Huda, March 2006, www.un.org
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
Τίτλος |
Πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων – ολοκληρωμένη προσέγγιση και προτάσεις για σχέδιο δράσης |
||||||||||||
|
Αριθμός διαδικασίας |
|||||||||||||
|
Βασική/ές πρόταση(εις) σύστασης |
|
|
|||||||||||
|
Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας |
LIBE |
||||||||||||
|
Ημερομηνία της απόφασης για την εκπόνηση έκθεσης |
|
||||||||||||
|
Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή (ές) |
FEMM |
EMPL |
AFET |
|
|
||||||||
|
Αποφάσισε/αν να μη γνωμοδοτήσει/ουν |
|
|
|
|
|
||||||||
|
Ενισχυμένη συνεργασία |
FEMM |
|
|
|
|
||||||||
|
Εισηγητής(ές) |
Edit Bauer |
|
|||||||||||
|
Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε(καν) |
|
|
|||||||||||
|
Εξέταση στην επιτροπή |
4.5.2006 |
12.7.2006 |
5.10.2006 |
|
|
||||||||
|
Ημερομηνία έγκρισης |
5.10.2006 |
||||||||||||
|
Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας |
+ : - : 0 : |
34 0 1 |
|||||||||||
|
Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία |
Alexander Alvaro, Edit Bauer, Johannes Blokland, Mihael Brejc, Maria Carlshamre, Michael Cashman, Jean-Marie Cavada, Carlos Coelho, Fausto Correia, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Kinga Gál, Patrick Gaubert, Elly de Groen-Kouwenhoven, Lilli Gruber, Adeline Hazan, Lívia Járóka, Barbara Kudrycka, Henrik Lax, Antonio Masip Hidalgo, Edith Mastenbroek, Hartmut Nassauer, Martine Roure, Inger Segelström, Manfred Weber |
||||||||||||
|
Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Lutz Goepel, Genowefa Grabowska, Luis Herrero-Tejedor, Sophia in 't Veld, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Viktória Mohácsi, Javier Moreno Sánchez, Marie-Line Reynaud, Bogusław Sonik |
||||||||||||
|
Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία |
Jens Holm, Feleknas Uca |
||||||||||||
|
Ημερομηνία κατάθεσης |
18.10.2006 |
|
|||||||||||
|
Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα) |
... |
||||||||||||