ΕΚΘΕΣΗ επί της πρότασης απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς

    26.10.2006 - (COM(2006)0082 – C6‑0105/2006 – 2006/0023(CNS)) - *

    Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων
    Εισηγητής: Giusto Catania

    Διαδικασία : 2006/0023(CNS)
    Διαδρομή στην ολομέλεια
    Διαδρομή του εγγράφου :  
    A6-0380/2006
    Κείμενα που κατατέθηκαν :
    A6-0380/2006
    Συζήτηση :
    Κείμενα που εγκρίθηκαν :

    ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

    Εισαγωγή

    Η διαφθορά υπονομεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, τους δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και το δικαστικό σύστημα και επιτρέπει στο οργανωμένο έγκλημα να ανθίσει. Η διαφθορά πλήττει τη διαφανή διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς και την αξιοπιστία τους. Συχνά χρησιμοποιείται ως μέσο επηρεασμού ή επιτάχυνσης της πολιτικής και διοικητικής λήψης αποφάσεων. Συνεπώς, ακμάζει με την υπερβολική γραφειοκρατία και την έλλειψη ευθύτητας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από πλευράς δημόσιας διοίκησης.

    Πλήττει περισσότερο τα φτωχά στρώματα και έχει καταστροφικές συνέπειες στην ανάπτυξη: η διαφθορά οδηγεί σε μείωση της αποτελεσματικότητας της χορηγούμενης βοήθειας, στον υποσιτισμό, στην αδυναμία των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης και εκπαίδευσης, σε αύξηση του κινδύνου απώλειας θέσεων απασχόλησης και σε μείωση των άμεσων ξένων επενδύσεων.

    Για τους λόγους αυτούς, η καταπολέμηση της διαφθοράς έχει καταστεί, τα τελευταία χρόνια, μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προτεραιότητες της ΕΕ, τόσο στις εσωτερικές υποθέσεις της όσο και στις σχέσεις της με υποψήφιες και τρίτες χώρες.

    Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (UNCAC)

    Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε το 2000 να προχωρήσει στη σύσταση ειδικής επιτροπής για τη δημιουργία ενός διεθνούς νομικού μέσου για την καταπολέμηση της διαφθοράς που θα ήταν ανεξάρτητο από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το υπερεθνικό οργανωμένο έγκλημα (UNTOC). Η ειδική επιτροπή συζήτησε τη Σύμβαση Ιανουάριο του 2002 ως τον Οκτώβριο του 2003. Η Επιτροπή εκπροσώπησε τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και θεωρεί ότι οι στόχοι που τέθηκαν από το Συμβούλιο επετεύχθησαν. Το κείμενο της Σύμβασης UNCAC εγκρίθηκε τον Οκτώβριο του 2003. Η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2005, μετά και την 30η κύρωση.

    Στις 15.09.2005, η Επιτροπή και η Προεδρία του Συμβουλίου υπέγραψαν τη Σύμβαση εξ ονόματος Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Όλα τα σημερινά κράτη μέλη της ΕΕ και η προσχωρούσες χώρες υπέγραψαν τη Σύμβαση, με εξαίρεση τη Σλοβενία και την Εσθονία. Τη Σύμβαση έχουν ήδη επικυρώσει η Αυστρία, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Πολωνία, η Σλοβακία, η Ισπανία, το ΗΒ, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Κροατία.

    Η UNCAC αποτελεί ένα ακόμη κομβικό μέσο στην παγκόσμια στρατηγική για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και εντάσσεται πλήρως στην UNTOC. Συνεπώς, είναι αποφασιστικής σημασίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική δράση για την εξάλειψη του οργανωμένου εγκλήματος, αμφότερες οι συμβάσεις να κυρωθούν απ' όλα τα κράτη μέλη καθώς και από την ίδια την ΕΕ.

    Η υπογραφή της Σύμβασης από την Ε.Ε. και η επιθυμία έγκρισης των τελικών συμπερασμάτων συμβαδίζουν με τη συνέχιση και εμβάθυνση της πολιτικής για τη δημιουργία ενός κοινού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

    Το άρθρο 29, παράγραφος 2 της ΣΕΕ περιλαμβάνει τη διαφθορά μεταξύ των μορφών εγκλήματος που πρέπει να προληφθούν και να καταπολεμηθούν ενόψει της δημιουργίας του ενιαίου χώρου.

    Επιπλέον, η χάραξη μιας συνολικής πολιτικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς επισημαίνεται ως στόχος προτεραιότητας του σχεδίου δράσης για την καταπολέμηση οργανωμένου εγκλήματος που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο το 1997.

    Περιεχόμενο της UNCAC

    Η σύμβαση εφαρμόζεται στην πρόληψη, τη διερεύνηση και τη δίωξη της διαφθοράς και στο πάγωμα, την κατάσχεση, τη δήμευση και την επιστροφή των προϊόντων εγκλήματος.

    Η διαφθορά μπορεί να διωχθεί μετά τη διάπραξη, αλλά πρώτα και κυριότερα προϋποθέτει πρόληψη. Η UNCAC περιλαμβάνει μέτρα όπως τα κάτωθι:

    § κώδικες δεοντολογίας για δημόσιους υπαλλήλους, μέτρα για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας,

    § αντικειμενικά κριτήρια για την πρόσληψη και την προαγωγή δημοσίων υπαλλήλων για τις δημόσιος προμήθειες,

    § προώθηση της διαφάνειας και της λογοδοσίας στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και στον ιδιωτικό τομέα,

    § συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών.

    Ασχολείται επίσης με τη θέσπιση ποινικών αδικημάτων όσον αφορά τη διαφθορά και τη διεθνή συνεργασία προβλέποντας ένα αποτελεσματικό σύστημα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής. Επί του παρόντος, πολλές υποθέσεις καταπολέμησης της διαφθοράς έχουν εγκαταλειφθεί λόγω έλλειψης συνεργασίας μεταξύ χωρών, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εξιχνίαση της διαδρομής των χρημάτων. Σε σχέση με αυτό, η Σύμβαση είναι καινοτόμος καθώς, για πρώτη φορά, περιλαμβάνει την έννοια της διεθνούς συνεργασίας για την επιστροφή προϊόντων κλοπής. Τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να συνεργάζονται σε ποινικές υποθέσεις σε διάφορες καταστάσεις που περιγράφονται στη σύμβαση. Τα συμβαλλόμενα κράτη μπορούν επίσης να διενεργούν από κοινού έρευνες και να αξιοποιούν ειδικές ερευνητικές τεχνικές, όπως ηλεκτρονική παρακολούθηση.

    Η UNCAC περιλαμβάνει μέτρα για την προώθηση της επιστροφής περιουσιακών στοιχείων πράγμα το οποίο αποτελεί θεμελιώδες βήμα προόδου. Η Σύμβαση δημιουργεί ελπίδες ότι περιουσιακά στοιχεία που μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό από διεφθαρμένους ηγέτες οι οποίοι καταχράστηκαν εθνικό πλούτο μπορούν να επιστραφούν στις χώρες από τις οποίες εκλάπησαν. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες.

    Ενθαρρύνονται οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί να διαπιστώνουν την ταυτότητα των ιδιοκτητών λογαριασμών μεγάλου ύψους, προκειμένου να δυσχεραίνουν την προσπάθεια των διεφθαρμένων δημοσίων υπαλλήλων να αποκρύπτουν παράνομα έσοδά τους. 

    Η σύμβαση θεσπίζει το δικαίωμα των προσώπων που υπέστησαν ζημία από διαφθορά να κινηθούν δικαστικώς κατά των υπευθύνων.

    Με διάσκεψη των συμβαλλομένων κρατών καθιερώνεται η βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών για την επίτευξη των στόχων που θέτει η Σύμβαση και η προώθηση και η αναθεώρηση της εφαρμογής της.

    Η πρόταση απόφασης του Συμβουλίου

    Το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου προβλέπει τη σύναψη της Σύμβασης, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η πρόταση εγκρίνει τη Σύμβαση και εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο του Συμβουλίου να ορίσει ένα πρόσωπο για να καταθέσει το μέσο κύρωσης και να προβεί σε δήλωση της κοινοτικής αρμοδιότητας.

    Το κείμενο της δήλωσης παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ της απόφασης. Αναφέρει ότι η Κοινότητα διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα για την ανάληψη υποχρεώσεων αυτού του είδους όσον αφορά τη δική της δημόσια διοίκηση, για την ανάπτυξη προτύπων συμπεριφοράς των υπαλλήλων της και την πρόληψη της διαφθοράς. Η δήλωση αναφέρει επίσης ότι υπάγεται στην αρμοδιότητά της Κοινότητας η προοδευτική εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς και, προς τον σκοπό αυτό, η Κοινότητα θέσπισε μέτρα με σκοπό να εξασφαλίσει ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες συμβάσεις, να θεσπίσει κατάλληλους κανόνες σχετικούς με τη λογιστική και τον έλεγχο και να καταπολεμήσει τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

    Η άποψη του εισηγητή

    Η Σύμβαση UNCAC δεν αποτελεί μια ακόμη διακήρυξη κατά της διαφθοράς· είναι ένα κείμενο το οποίο τοποθετείται ρητά με επικριτική διάθεση στο ζήτημα της διαφοράς. Στο παγκοσμιοποιημένο κόσμο αποτελεί το μόνο πραγματικά παγκόσμιο μέσο που έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίσει τη διαφθορά.

    Ωστόσο, η Σύμβαση είναι αποτέλεσμα δύσκολων διαπραγματεύσεων και δεν είναι τέλεια. Παρόλ’ αυτά, έχει ζωτική σημασία αυτή τελικά να εγκριθεί και να εφαρμοστεί.

    Ο εισηγητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Σύμβαση δεν καλύπτει ικανοποιητικά θέματα όπως η ποινικοποίηση της παθητικής δωροδοκίας των διεθνών δημοσίων υπαλλήλων και η αποτελεσματική παρακολούθηση της Σύμβασης.

    Ωστόσο, οι δυνατότητες της Σύμβασης είναι σημαντικές και αποτελεί μια καλή αρχή. Στη φάση αυτή, έχει σημασία η ταχεία κύρωση από πλευράς ΕΕ, καθόσον αυτό θα διασφαλίσει τη συμμετοχή της στη Διάσκεψη που θα συνέλθει για να αποφασιστεί η εφαρμογή της Σύμβασης UNCAC. Το ΕΚ λυπάται ωστόσο που απλώς ζητείται η γνώμη του. Πιστεύει ακράδαντα πως όταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα υπογράφει μια διεθνή συμφωνία , το ΕΚ πρέπει να καλείται να δώσει τη συγκατάθεσή του.

    Η διαφθορά υπονομεύει τις δημοκρατικές αρχές και η UNCAC μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο καταπολέμησης του υπερεθνικού οργανωμένου εγκλήματος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον όλα τα μέσα που προβλέπονται στις Συνθήκες πρέπει να αξιοποιηθούν, προκειμένου να καταστεί η σύμβαση σημαντικός παράγων αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης.

    Ο εισηγητής πιστεύει ότι, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της UNCAC, πρέπει να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι η δημόσια διοίκηση θα λειτουργεί κατά τρόπο διαφανή και θα επιταχυνθεί η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών σε όλους τους τομείς καταπολέμησης της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης και της επιβολής. Η OLAF πρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εκτέλεση των διατάξεων της Σύμβασης. Για το λόγο αυτό, ο εισηγητής ζητεί από την Επιτροπή να προβαίνει σε αναφορά προς το ΕΚ σχετικά με την εκτέλεση της Σύμβασης σε ετήσια βάση και τούτο εντός του πλαισίου της ετήσιας έκθεσης σχετικά με προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων.

    Το Συμβούλιο πρέπει επίσης να υποβάλει πρόταση απόφασης για την χωρίς καθυστέρηση σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά της Διαφθοράς.

    Επιπλέον, πρέπει να συσταθεί ένα όργανο που θα απαρτίζεται από νομικούς, πανεπιστημιακούς του νομικού κλάδου και διακεκριμένους εμπειρογνώμονες, το οποίο θα λειτουργήσει ως εγγυητής της διαφάνειας και της αμεροληψίας της διοίκησης της ΕΕ στον αγώνα κατά της διαφοράς και θα διασφαλίσει τη διενέργεια κατάλληλων ελέγχων στα οικονομικά των υπαλλήλων των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, με τον δέοντα σεβασμό της αρχής της εμπιστευτικότητας.

    Παρόμοια όργανα πρέπει να συσταθούν σε εθνικό και αποκεντρωμένο επίπεδο της δημόσιας διοίκησης. Πρέπει να αξιολογούν τις πληροφορίες και τα στοιχεία όσον αφορά τη μη εκπλήρωση του καθήκοντος αμεροληψίας καθώς και τις ενδεχόμενες απώλειες εσόδων που οφείλονται σε ευθύνη δημοσίων υπαλλήλων.

    Ο εισηγητής επιδοκιμάζει και παρακολουθεί με ενδιαφέρον την πρωτοβουλία της Διεθνούς Οργάνωσης Βουλευτών κατά της Διαφθοράς (GOPAC) για ανάπτυξη ιδεών και προτάσεων μια έναν κώδικα δεοντολογίας για βουλευτές, προκειμένου να υπάρξει έργο βάσει της παραγράφου 8 της Σύμβασης του ΟΗΕ κατά της Διαφθοράς.

    Οι δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον των οποίων έχει ασκηθεί δικαστική δίωξη, πρέπει να μετακινούνται σε άλλη θέση, ούτως ώστε να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενο επανάληψης του καταγγελλομένου αδικήματος. Αν ωστόσο κάποιος καταδικαστεί για αδίκημα σε βάρος της δημόσιας διοίκησης, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα απόλυσής του.

    Η επιστροφή περιουσιακών στοιχείων συγκαταλέγεται στους βασικούς δεδηλωμένους στόχους της UNCAC. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει, συνεπώς, να επιδειχθεί στον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων των δημοσίων υπαλλήλων.

    Ο εισηγητής πιστεύει ότι η προσοχή πρέπει να επικεντρωθεί όχι απλώς στους υπαλλήλους όλων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ αλλά και στους πολιτικούς κύκλους. Πρέπει επίσης να δημοσιοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία και τα έσοδα των βουλευτών και των μελών της Επιτροπής.

    Οι ιδιωτικές εταιρείες πρέπει επίσης να καταγράφονται σε μαυροπίνακα ανεξαρτήτως της χώρας από την οποία προέρχονται.

    Η Σύμβαση αποτελεί εξαιρετικό επίτευγμα και έχει ήδη τύχει ευρείας αποδοχής, λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο αριθμό χωρών που την έχουν υπογράψει. Όμως η επίδραση της Σύμβασης θα εξαρτηθεί και από την αποτελεσματική εφαρμογή της. Οι διπλωματικές προσπάθειες πρέπει να μετασχηματιστούν σε πραγματική δράση και πρέπει να δημιουργηθεί μια κουλτούρα κατά της διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας.

    Σημασία θα έχει επίσης η παρακολούθηση. Κατά συνέπεια, η ΕΕ πρέπει να επιλέξει λύση: είτε να συμμετάσχει στο σύστημα GRECO, είτε να δημιουργήσει έναν μηχανισμό αξιολόγησης της ΕΕ με βάση αξιολόγηση ομοτίμων

    Ο εισηγητής καλεί τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να επιβεβαιώσουν την προσήλωσή τους στον αγώνα κατά της διαφθοράς, στο όνομα της εντιμότητας, του σεβασμού του κράτους δικαίου, της λογοδοσίας και της διαφάνειας, ούτως ώστε να επιτευχθεί ένας καλύτερος κόσμος για όλους.

    ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ κ. SZABOLCS FAZAKAS, ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ

    Αγαπητέ συνάδελφε,

    Στις 3 Απριλίου 2006, το Συμβούλιο ζήτησε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εκπονήσει γνωμοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 300, παράγραφο 2 και 3, επί της πρότασης για απόφαση του Συμβουλίου για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (UΝCΑC).

    Η Επιτροπή Ελέγχου των Προϋπολογισμών αποφάσισε αρχικά, στις 20 Απριλίου 2006, να εκπονήσει γνωμοδότηση, σύμφωνα με το παράρτημα V, V, παρ. 5, του Κανονισμού του Κοινοβουλίου. Εντούτοις, λόγω του περιορισμένου χρονικού περιθωρίου, η επιτροπή αναθεώρησε την αρχική της απόφαση και αποφάσισε να εκπονήσει γνωμοδότηση υπό μορφή επιστολής στις 12 Ιουλίου 2006.

    Ιστορικό της πρότασης της Επιτροπής

    Στο ψήφισμά του 55/61, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών αναγνώρισε ότι θα ήταν χρήσιμο ένα αποτελεσματικό διεθνές νομικό όργανο κατά της διαφθοράς και αποφάσισε τη σύσταση μιας ad hoc επιτροπής για τη δημιουργία αυτού του οργάνου. Οι διαπραγματεύσεις για την UΝCΑC, στις οποίες συμμετείχε ενεργά η Επιτροπή, στα σημεία όπου υπήρχε αρμοδιότητα της Κοινότητας, ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2003.

    Το κείμενο της UΝCΑC εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στην 58η συνεδρίασή της τον Οκτώβριο του 2003, και ετέθη προς υπογραφή σε μία υψηλού επιπέδου πολιτική διάσκεψη στην Mérida του Μεξικού, από 9 έως 11 Δεκεμβρίου 2003.

    Δεδομένου ότι η UΝCΑC δεν υπογράφεται μόνο από κράτη αλλά και από περιφερειακούς οικονομικούς συλλογικούς οργανισμούς όπως η ΕΚ, το Συμβούλιο ενέκρινε την υπογραφή της, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η UΝCΑC υπεγράφη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στη Νέα Υόρκη στις 15 Σεπτεμβρίου 2005.

    Περιεχόμενο και στόχος της UΝCΑC

    Το άρθρο 1 της UΝCΑC ορίζει:

    Στόχοι της Σύμβασης είναι:

    (α)     η προώθηση και ενίσχυση μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης της διαφθοράς κατά τον αποτελεσματικότερο δυνατόν τρόπο·

    (β)     η προώθηση, η διευκόλυνση και η υποστήριξη της διεθνούς συνεργασίας και της τεχνικής σύμπραξης στην πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς και την ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων·

    (γ)     η προώθηση της ακεραιότητας, της υπευθυνότηταςαξιοπιστίας και της σωστής διαχείρισης των δημοσίων υποθέσεων και της δημόσιας ιδιοκτησίας.

    Η UΝCΑC περιλαμβάνει διατάξεις επί της διαφθοράς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας. Οι διατάξεις αυτές είναι συμβατές με την κοινοτική νομοθεσία που εφαρμόζεται στη δημόσια διοίκηση της Κοινότητας και με το σχετικό κοινοτικό κεκτημένο.

    1.  Η UΝCΑC περιλαμβάνει διατάξεις που ορίζουν υποχρεώσεις σχετικά με την οργάνωση του δημόσιου τομέα των κρατών (Κεφάλαιο II), που, κατ' αρχήν είναι εφαρμόσιμες στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, όταν αυτή γίνει μέλος της σύμβασης (άρθρο 67, παρ. 2). Επιπλέον, δεδομένου ότι το άρθρο 2α της Σύμβασης ορίζει ως δημόσιο λειτουργό, οποιοδήποτε άτομο που έχει κάποια νομοθετική, εκτελεστική, διοικητική ή δικαστική θέση στο κράτος, ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει τους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εφόσον αυτή υπογράψει τη σύμβαση.

    2.  Το κοινοτικό κεκτημένο προβλέπει μέτρα εξασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών, των κεφαλαίων και των υπηρεσιών που περιλαμβάνουν τη νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις για την εξασφάλιση της διαφάνειας και την ίση πρόσβαση όλων των υποψηφίων στις δημόσιες συμβάσεις και στις αγορές υπηρεσιών, προλαμβάνοντας συγχρόνως την απάτη, τη διαφθορά και τη σύμπραξη μεταξύ των υποψηφίων. Το κοινοτικό κεκτημένο περιλαμβάνει επίσης μέτρα για λογιστικά και δημοσιονομικά θέματα. Στο μέτρο που οι διατάξεις της Σύμβασης επηρεάζουν τα μέτρα αυτά, η Κοινότητα έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποδεχθεί τις αντίστοιχες διεθνείς δεσμεύσεις.

    3.  Η UΝCΑC προβλέπει μέτρα υψηλών προδιαγραφών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που είναι συμβατά με το κοινοτικό κεκτημένο για τα μέτρα πρόληψης της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος, καθώς και άλλων οργάνων και ευάλωτων επαγγελμάτων για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η Κοινότητα είναι αρμόδια για τη συνεργασία μεταξύ των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών βάσει της 3ης Οδηγίας κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η Επιτροπή έχει υποβάλει πρόταση για Κανονισμό αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας από την απάτη και άλλες παράνομες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανόμενης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που αφορά απάτες και διαφθορά στην ΕΕ, βάσει του άρθρου 280º της Συνθήκης ΕΚ.

    4.  Η κοινοτική πολιτική στη σφαίρα εξωτερικής δράσης, την αναπτυξιακή συνεργασία και τη συνεργασία με άλλες τρίτες χώρες, συμπληρώνει τις πολιτικές των κρατών μελών και περιλαμβάνει διατάξεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς, . όπως για παράδειγμα το άρθρο 97 της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης Cotonu 23ης Ιουνίου 2000, όπως τροποποιήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2005, που προβλέπει μία διαδικασία διαβούλευσης σε σοβαρές περιπτώσεις διαφθοράς, με έσχατο μέτρο αντιμετώπισης την αναστολή της βοήθειας.

    5.  Τέλος, το κοινοτικό κεκτημένο περιλαμβάνει επίσης την ανάπτυξη πολιτικών και πρακτικών με στόχο την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επιπλέον εξασφαλίζει την ύπαρξη των κατάλληλων οργάνων για την πρόληψη της διαφθοράς, όπως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συμβούλιο, τον Διαμεσολαβητή, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Επιτροπή Ελέγχου των Προϋπολογισμών), καθώς και την ύπαρξη των κατάλληλων διαδικασιών, όπως αυτές ορίζονται στα άρθρα 22 α) και 22 β) του Κανονισμού του Προσωπικού που αφορούν τη δημοσιοποίηση πληροφοριών.

    Θέση της Επιτροπής Ελέγχου των Προϋπολογισμών

    Η Επιτροπή Ελέγχου των Προϋπολογισμών

    · εκφράζει την ικανοποίησή της για την υπογραφή από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς· στο πλαίσιο αυτό ζητεί από το Συμβούλιο να υποστηρίξει τον Κανονισμό αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής (COM(2004)509 τελ.) που εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Ιουνίου 2005 (ΕΕ C 133, της 8 Ιουνίου 2005)·

    · εκφράζει τη δυσαρέσκειά της διότι δεν τηρείται ενήμερη τακτικά για τις διαπραγματεύσεις·

    · είναι, βασικά, της γνώμης, ότι όταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα υπογράφει μια διεθνή συμφωνία, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να κληθεί να δώσει τη σύμφωνη γνώμη του, αντί της γνωμοδότησής του·

    · είναι, επιπλέον, της γνώμης ότι Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης Απάτης (OLAF) θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή των διατάξεων της UΝCΑC· ζητεί, για το λόγο αυτό από την Επιτροπή να αναφέρει στο Κοινοβούλιο τις εξελίξεις επί της εφαρμογής της Σύμβασης σε ετήσια βάση, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας..

    (τύπος ευγενείας και υπογραφή.)

    ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

    Τίτλος

    Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς

    Έγγραφα αναφοράς

    COM(2006)0082 – C6-0105/2006 – 2006/0023(CNS)

    Ημερομηνία κλήσης του ΕΚ προς γνωμοδότηση

    28.3.2006

    Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    LIBE
    3.4.2006

    Γνωμοδοτική(ές) επιτροπή(ές)
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

    IMCO
    3.4.2006

    CONT
    3.4.2006

    DEVE
    3.4.2006

     

     

    Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει
      Ημερομηνία της απόφασης

    IMCO
    18.4.2006

    DEVE
    30.5.2006

     

     

     

    Ενισχυμένη συνεργασία
      Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

     

     

     

     

     

    Εισηγητής(ές)
      Ημερομηνία ορισμού

    Giusto Catania
    3.4.2006

     

    Εισηγητής(ές) που αντικαταστάθηκε/καν

     

     

    Απλοποιημένη διαδικασία - Ημερομηνία απόφασης

     

    Αμφισβήτηση της νομικής βάσης
      Ημερομ. γνωμοδότησης JURI

     

     

     

    Τροποποίηση του χρηματοδοτικού κονδυλίου
      Ημερομ. γνωμοδότησης BUDG

     

     

     

    Διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή - Ημερομ. απόφασης στην ολομέλεια

     

    Διαβούλευση με την Επιτροπή των Περιφερειών - Ημερομ. απόφασης στην ολομέλεια

     

    Εξέταση στην επιτροπή

    20.6.2006

    12.9.2006

     

     

     

    Ημερομηνία έγκρισης

    23.10.2006

    Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

    +:

    –:

    0:

    27

    0

    0

    Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

    Alexander Alvaro, Alfredo Antoniozzi, Edit Bauer, Johannes Blokland, Giusto Catania, Carlos Coelho, Fausto Correia, Παναγιώτης Δημητρίου, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Kinga Gál, Lívia Járóka, Barbara Kudrycka, Henrik Lax, Sarah Ludford, Edith Mastenbroek, Inger Segelström, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Stefano Zappalà, Tatjana Ždanoka

    Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

    Γιώργος Δημητρακόπουλος, Sophia in 't Veld, Bill Newton Dunn, Siiri Oviir, Hubert Pirker, Marie-Line Reynaud, Antonio Tajani, Rainer Wieland

    Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

     

    Ημερομηνία κατάθεσης

    26.10.2006

     

    Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα)