ΕΚΘΕΣΗ σχετικά με την αίτηση υπεράσπισης της ασυλίας και των προνομίων του Gabriele Albertini

27.10.2006 - (2006/2122(IMM))

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων
Εισηγήτρια: Diana Wallis

Διαδικασία : 2006/2122(IMM)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου :  
A6-0383/2006
Κείμενα που κατατέθηκαν :
A6-0383/2006
Συζήτηση :
Ψηφοφορία :
Κείμενα που εγκρίθηκαν :

ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την αίτηση υπεράσπισης της ασυλίας και των προνομίων που υπέβαλε ο Gabriele Albertini

(2006/2122(IMM))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την αίτηση του Gabriele Albertini για την υπεράσπιση της ασυλίας του σε σχέση με ποινική δίωξη ασκηθείσα εις βάρος του ενώπιον του Δικαστηρίου του Μιλάνου, στις 28 Απριλίου 2006, και η οποία ανακοινώθηκε στη συνεδρίαση της ολομέλειας στις 15 Μαΐου 2006,

–   έχοντας ακούσει τον Gabriele Albertini, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 9 και 10 του Πρωτοκόλλου περί Προνομίων και Ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965, και το άρθρο 4, παράγραφος 2, της Πράξης σχετικά με την εκλογή των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση και καθολική ψηφοφορία, της 20ής Σεπτεμβρίου 1976,

–   έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 12 Μαΐου 1964 και στις 10 Ιουλίου 1986[1],

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 68 του Συντάγματος της Ιταλικής Δημοκρατίας,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 6, παράγραφος 3, και το άρθρο 7 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6‑0383/2006),

A. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Gabriele Albertini είναι βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκλεγείς κατά τις, για έκτη φορά, διεξαγόμενες άμεσες εκλογές από 10 έως 13 Ιουνίου 2004, και ότι η εντολή του ελέγχθηκε από το Κοινοβούλιο στις 14 Δεκεμβρίου 2004[2],

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι βουλευτές του απολαύουν, εντός της επικράτειας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του εθνικού τους κοινοβουλίου και ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της ασυλίας σε περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος, αλλά ότι τούτο δεν δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός εκ των βουλευτών του[3],

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάταξη που ισχύει στην περίπτωση αυτής της υπόθεσης είναι το άρθρο 68, δεύτερο εδάφιο του Ιταλικού Συντάγματος το οποίο επιτρέπει να ασκείται ποινική δίωξη εις βάρος βουλευτών του Κοινοβουλίου χωρίς συγκεκριμένες ειδικές διατυπώσεις, καθόσον προβλέπει ότι, χωρίς την άδεια του Σώματος στο οποίο ανήκει ο βουλευτής, δεν είναι δυνατόν να διενεργηθούν εις βάρος μέλους του Κοινοβουλίου έρευνες είτε για το ίδιο το άτομο είτε κατ' οίκον, όπως δεν είναι δε δυνατόν να συλληφθεί βουλευτής ή να στερηθεί καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο την προσωπική του/της ελευθερία ή να φυλακισθεί, παρεκτός εάν πρόκειται για περίπτωση επιβολής της οριστικής καταδίκης ή για περίπτωση που ο βουλευτής συλληφθεί να διαπράττει αδίκημα για το οποίο είναι υποχρεωτική η σύλληψη (περίπτωση flagrante delicto),

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εις βάρος του Gabriele Albertini από την Εισαγγελία του Δικαστηρίου του Μιλάνου σχετικά με την κατάθεση "λευκών" τροπολογιών (κενών περιεχομένου), στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης του προϋπολογισμού του δημοτικού συμβουλίου του Μιλάνου, με σκοπό να τις συμπληρώσει αργότερα αφού λάβει γνώση των τροπολογιών που κατέθεσε η αντιπολίτευση, ώστε να αποφύγει την εκπρόθεσμη κατάθεση τροπολογιών οι οποίες θα εκρίνοντο μη παραδεκτές,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάθεση "λευκών" τροπολογιών μπορεί να θεωρηθεί ως πτυχή της πολιτικής και της πολιτικής ζωής εν γένει και ότι, στο μέτρο που η τελική πράξη στην οποία αναφέρονται δεν έχει εγκριθεί, ανάλογες τροπολογίες αποτελούν απλώς και μόνον πράξεις εσωτερικής διαδικασίας χωρίς εξωτερικές επιπτώσεις, ιδίως και πρωτίστως από την άποψη του ποινικού δικαίου, εφόσον η κατάθεση παρομοίων τροπολογιών ισοδυναμεί με ανέφικτο έγκλημα και, σε οποιαδήποτε περίπτωση, με ανύπαρκτο αδίκημα,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι σε άλλες διαδικασίες (υπόθεση αριθ. 9384/03 R.G.Ν.R.), το ίδιο Δικαστήριο του Μιλάνου, κληθέν να εξετάσει κατηγορίες ανάλογες προς αυτές που διατυπώθηκαν εις βάρος του Gabriele Albertini, τις οποίες όμως τότε διετύπωσε ο ίδιος ο Gabriele Albertini εις βάρος των πολιτικών του αντιπάλων, υποστήριξε ότι δεν υπήρξε αδίκημα προς εκδίκαση και ακύρωσε την υπόθεση,

Ζ.  εκτιμώντας ότι το γεγονός ότι το ίδιο αυτό δικαστήριο κράτησε αντιδιαμετρικά αντίθετη στάση σε δύο κατ’ ουσίαν όμοιες υποθέσεις ισοδυναμεί με παράλογη άνιση μεταχείριση και μας οδηγεί στην υπόθεση ότι ο Gabriele Albertini διώκεται αδίκως,

Η. λαμβάνοντας υπόψη ότι το διακύβευμα είναι εξαιρετικά ευαίσθητου χαρακτήρα και οι συνέπειές του για τα προνόμια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι απαράδεκτες, εφόσον δεν υπάρχει αιτιολόγηση για την άνιση μεταχείριση του Gabriele Albertini, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα «fumus persecutionis»,

Θ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οποιαδήποτε υπόθεση πολιτικής δίωξης ενός εκ των βουλευτών του συνιστά επίθεση κατά της ακεραιότητας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως πολιτικού θεσμικού οργάνου δημοκρατικά εκλεγμένου από τους λαούς της Ευρώπης και ισοδυναμεί με περιφρόνηση του Κοινοβουλίου,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεροληπτική στάση του ιταλικού δικαστηρίου παραβλάπτει τον Gabriele Albertini,

ΙΑ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε περίπτωση που το καθεστώς των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχε ήδη τεθεί σε ισχύ, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, παρά το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το έχει εγκρίνει δις, στα ψηφίσματά του της 5ης Δεκεμβρίου 2002[4] και της 17ης Δεκεμβρίου 2003[5], η ποινική διαδικασία κατά του Gabriele Albertini θα μπορούσε να έχει ανασταλεί,

1.  λυπάται διότι το Πρωτόκολλο Προνομίων και Ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Απριλίου 1965, υπό την σημερινή του μορφή, δεν παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τα μέσα να αναλάβει δεσμευτική δράση προκειμένου να προστατεύσει τον Gabriele Albertini και, κατά συνέπεια, αποφασίζει να μην υπερασπισθεί την ασυλία του·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει αμέσως την παρούσα απόφαση και την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του στην Εισαγγελία του Δικαστηρίου του Μιλάνου σε σχέση με την ποινική υπόθεση αριθ. 8629/05 R.G..

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ι.   ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Εις βάρος του κ. Gabriele Albertini, υπό την ιδιότητά του ως δημάρχου του Μιλάνου, κινήθηκε ποινική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου του Μιλάνου (διαδικασία αριθ. 8629/05: πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και κατάχρηση θέσης) με τις κατηγορίες της συνέργειας στο έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, στο έγκλημα της απόπειρας κατάχρησης εξουσίας και στο έγκλημα της απόπειρας πλαστογραφίας.

Τα εν λόγω περιστατικά έλαβαν όλα χώρα στις 13 Μαρτίου 2003 στο Μιλάνο σε σχέση με την έγκριση του σχεδίου προϋπολογισμού του δήμου του Μιλάνου για το έτος 2003. Εν περιλήψει, ο κύριος Albertini κατηγορήθηκε για συνέργεια στην κατάθεση ψευδών τροπολογιών προς εξέταση από το δημοτικό συμβούλιο, υπογεγραμμένων από μέλη της πολιτικής πλειοψηφίας, οι οποίες σκοπό είχαν να αποτρέψουν με δόλιο τρόπο την συζήτηση για όσο το δυνατόν περισσότερες τροπολογίες από εκείνες που είχε καταθέσει η αντιπολίτευση.

Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός, απαραίτητο ήταν να γίνει γνωστό το περιεχόμενο των τροπολογιών που κατέθεσε η αντιπολίτευση. Μόνον εφόσον εξετάζονταν οι τροπολογίες της μειοψηφίας, θα ήταν δυνατόν να εισαγάγει η πλειοψηφία συγκεκριμένες αλλαγές στις δικές της τροπολογίες επί των προτάσεων προϋπολογισμού.

Επινοήθηκε κατά συνέπεια παρέκκλιση με σκοπό να παρακαμφθεί ο μηχανισμός που προβλέπει το άρθρο 59 του κανονισμού λειτουργίας του δημοτικού συμβουλίου: κατατέθηκαν (εγκαίρως) τροπολογίες εν λευκώ, οι οποίες θα συμπληρώνονταν στη συνέχεια από τους εκπροσώπους της πλειοψηφίας, μόλις γινόταν γνωστό το περιεχόμενο των τροπολογιών της αντιπολίτευσης και συνεπώς μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την κατάθεση τροπολογιών. Όλα αυτά είχαν συζητηθεί ώστε να εξασφαλισθεί η μαζική κατάθεση των τροπολογιών της μειοψηφίας.

Τα ίδια περιστατικά για τα οποία απαγγέλθηκαν κατηγορίες εις βάρος του κ. Albertini, υπήρξαν το αντικείμενο ανακοίνωσης notitia criminis εις βάρος της αντίπαλης πολιτικής μονάδας που υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του δικαστηρίου του Μιλάνου από τον ίδιο τον κ. Albertini υπό την ιδιότητά του ως δημάρχου της πόλης.

Εντούτοις, αυτή η υπόθεση αρχειοθετήθηκε με το σκεπτικό ότι «η προταθείσα τροπολογία στο σχέδιο προϋπολογισμού ενός φορέα περιφερειακής αυτοδιοίκησης, αφορά - και ασφαλώς αποτελεί μέρος αυτής - στην διοικητική διαδικασία που διέπει τη διαμόρφωση της βούλησης του συμβουλευτικού οργάνου του εν λόγω φορέα, σε αυτή την περίπτωση τη λήψη απόφασης για την έγκριση του προϋπολογισμού του 2003. Το σχέδιο τροπολογίας συνιστά, κατά συνέπεια, πράξη εσωτερικής διαδικασίας που αφορά κατά κύριο λόγο την ενημέρωση, χωρίς εξωτερικές συνέπειες. Εντούτοις αποτελεί σαφώς πράξη άσχετη προς τον ρόλο του οργάνου να λαμβάνει αποφάσεις, το οποίο αποτελεί όργανο επιφορτισμένο από το νόμο να εκφράζει τη βούληση του φορέα με εξωτερικές επιπτώσεις».

Το γεγονός ότι οι προταθείσες τροπολογίες αποτελούσαν πράξεις εσωτερικής διαδικασίας και συνεπώς μη δημόσιες πράξεις, ετέθη υπόψη των εισαγγελικών αρχών που διερευνούσαν την υπόθεση στην οποία ο κ. Albertini ήταν ο κατηγορούμενος· χωρίς ωστόσο να εξετάσουν αυτό το σημείο, προχώρησαν στις ανακρίσεις που κατέληξαν στην παραπομπή του κ. Albertini σε δίκη.

Είναι σαφές ότι οι δικαστές του Μιλάνου μεταχειρίστηκαν τον κ. Albertini με αντιδιαμετρικά αντίθετο τρόπο αναλόγως του εάν εθεωρείτο κατηγορούμενος ή παθών. Φαίνεται λοιπόν τελείως νόμιμη η άποψη ότι πρόκειται για περίπτωση «fumus persecutionis»: όταν ο κ. Albertini ήταν η ζημιωθείσα πλευρά, ελήφθη η απόφαση να αρχειοθετηθεί η υπόθεση, ενώ απερρίφθη η αίτηση για αρχειοθέτηση και το ζήτημα οδηγήθηκε στα δικαστήρια όταν ο ίδιος ήταν το αντικείμενο των ανακρίσεων.

Ο κ. Albertini ενημέρωσε την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων ότι ο τρόπος με τον οποίο συνδέθηκε το όνομά του με τα προαναφερθέντα περιστατικά είναι εντελώς ύποπτος, δεδομένου ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (θεωρείται υπεύθυνος ότι ετοίμασε προσωπικά ο ίδιος τις κενές περιεχομένου τροπολογίες) ήταν εκείνος που αποκάλυψε το θέμα στον εισαγγελέα, αφού βεβαίως είχε υποστεί παρατεταμένη ψυχολογική πίεση κατά τη διάρκεια δριμύτατης αστυνομικής ανάκρισης. Αυτό το γεγονός μπορεί να θεωρηθεί ως ένα επιπλέον στοιχείο για το «fumus persecutionis» έναντι του κ. Albertini.

Στις 9 Δεκεμβρίου 2004 η Εισαγγελία υπέβαλε αίτηση παραπομπής σε δίκη για τα αδικήματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, μετά από την οποία το γραφείο του δικαστή προκαταρκτικών ερευνών όρισε την ημερομηνία προκαταρκτικής ακρόασης για την 9η Φεβρουαρίου 2005. Μετά την προκαταρκτική ακρόαση, ο δικαστής προκαταρκτικής έρευνας εξέδωσε απόφαση, στις 4 Μαΐου 2005, στην οποία όριζε την ημερομηνία έναρξης ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του Μιλάνου στις 12 Ιανουαρίου 2006. Η διαδικασία συνεχίστηκε κατόπιν με ακρόαση στις 16 Μαρτίου, ημερομηνία κατά την οποία εξετάστηκαν προκαταρκτικά ζητήματα σε σχέση με την παράσταση της πολιτικής αγωγής και η υπόθεση παρεπέμφθη στις 2 Μαΐου 2006.

ΙΙ.       ΠΤΥΧΕΣ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΥΛΙΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Α.       Διαδικασία

1.      Οι σχετικές διατάξεις του Κανονισμού είναι τα άρθρα 6 και 6α, ιδιαίτερα το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3:

1. Το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες, επιδιώκει πρωτίστως να διατηρεί την ακεραιότητά του ως δημοκρατικής νομοθετικής συνέλευσης και να διασφαλίζει την ανεξαρτησία των βουλευτών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

3. Κάθε αίτηση η οποία απευθύνεται στον Πρόεδρο από έναν βουλευτή ή έναν πρώην βουλευτή με σκοπό την υπεράσπιση της ασυλίας και των προνομίων ανακοινώνεται στην Ολομέλεια και παραπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή.

2.      Καθώς ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου θεώρησε ότι ο Andrzej Pęczak είχε κινήσει τη διαδικασία για να υπερασπιστεί την ασυλία του, όπως ορίζεται στα προαναφερθέντα άρθρα του Κανονισμού, η αίτηση ανακοινώθηκε στο Κοινοβούλιο.

3.      Οι τυπικές προϋποθέσεις έχουν κατά συνέπεια ικανοποιηθεί ώστε η υπόθεση να παραπεμφθεί στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων.

Β.       Εφαρμοστέες διατάξεις

Τα άρθρα 9 και 10 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΠΠΑ)[6]:

Άρθρο 9

"Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους".

Άρθρο 10

"Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη απολαύουν:

α) εντός της επικράτειας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους

β) εντός της επικράτειας άλλων κρατών μελών της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.

Η ασυλία τους καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.

Επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος και ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του".

Σε ό,τι αφορά το κατά πόσον ισχύει το άρθρο 9, πρέπει να σημειώσουμε ότι οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εις βάρος του κ. Albertini δεν αναφέρονται σε γνώμες που εξέφρασε ή ψήφους που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον απλό λόγο ότι η λευκή τροπολογία - στο βαθμό που δεν περιέχει εντέλει καμία διατύπωση - δεν μπορεί να ισοδυναμεί με «γνώμη».

Σε ό,τι αφορά το άρθρο 10, δεδομένου ότι οι καταγγελίες που απαγγέλθηκαν εις βάρος του κ. Albertini αναφέρονται σε περιστατικά που συνέβησαν στην Ιταλία, της ιθαγένειας της οποίας απολάμβανε εκείνη τη στιγμή, το μόνο τμήμα του άρθρου που ισχύει σε αυτή την περίπτωση είναι εκείνο που ορίζει ότι «κατά τη διάρκεια των Συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα μέλη του απολάβουν: α) εντός της επικρατείας των κρατών τους των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του κοινοβουλίου της χώρας τους».

Το πεδίο εφαρμογής της κοινοβουλευτικής ασυλίας στην Ιταλία είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοιο με εκείνο που διέπει τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του Πρωτοκόλλου Προνομίων και Ασυλιών.

Το άρθρο 68, δεύτερο εδάφιο του Ιταλικού Συντάγματος έχει ως εξής:

Άρθρο 68, δεύτερο εδάφιο

Χωρίς την άδεια του Σώματος στο οποίο ανήκουν, τα μέλη του κοινοβουλίου δεν είναι δυνατόν να υποστούν προσωπική έρευνα ή έρευνα κατ’ οίκον, ούτε να συλληφθούν ή να στερηθούν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο της προσωπικής τους ελευθερίας ή να φυλακισθούν, εκτός και αν πρέπει να επιβληθεί η εκτέλεση οριστικής καταδίκης, ή εάν συλληφθούν να διαπράττουν αδίκημα για το οποίο είναι υποχρεωτική η σύλληψη.

ΙΙΙ.      ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΘΕΙΣΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Με βάση τα προαναφερθέντα στοιχεία και τα διαθέσιμα έγγραφα θα πρέπει να συναφθεί ως συμπέρασμα ότι, από νομική άποψη, η περίπτωση του κ. Albertini δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περίπτωση ασυλίας την οποία θα πρέπει να υπερασπισθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τέλος, η περίπτωση του κ. Albertini εμπίπτει καθ’ ολοκληρίαν στο πεδίο εφαρμογής της ιταλικής νομοθεσίας.

Στο παρόν στάδιο της ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε εις βάρος του κ. Albertini το προαναφερθέν άρθρο 68, δεύτερο εδάφιο, του Ιταλικού Συντάγματος δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τα προνόμιά του ως βουλευτού: όπως και όλα τα άλλα μέλη του ιταλικού κοινοβουλίου δεν απολαύει ασυλίας από ποινικές διώξεις.

Εντούτοις, μπορεί να τεθεί ζήτημα διακριτικής μεταχείρισης εις βάρος του κ. Albertini ως εκλεγόμενου πολιτικού στο βαθμό που η κατάθεση λευκών τροπολογιών μπορεί να θεωρηθεί ως πτυχή της πολιτικής και της πολιτικής ζωής· επίσης, στο μέτρο που η τελική πράξη στην οποία αφορούν δεν έχει εγκριθεί, αυτού του είδους οι τροπολογίες αποτελούν αποκλειστικώς πράξεις εσωτερικής διαδικασίας χωρίς εξωτερικές επιπτώσεις, ιδίως και πρωτίστως από την άποψη του ποινικού δικαίου, δεδομένου ότι η κατάθεση παρομοίων τροπολογιών ισοδυναμεί με ανέφικτο αδίκημα και σε οποιαδήποτε περίπτωση με ανύπαρκτο αδίκημα.

Η διάκριση συνίσταται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που υπέβαλε στην Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων ο κ. Albertini, σε άλλες διαδικασίες (υπόθεση αριθ. 9384/03 R.G.Ν.R.), το ίδιο αυτό δικαστήριο του Μιλάνου, που εκλήθη να εξετάσει κατηγορίες ανάλογες προς αυτές που απαγγέλθηκαν εις βάρος του κ. Albertini - απλώς τότε είχαν διατυπωθεί από τον ίδιο τον κ. Albertini εις βάρος των πολιτικών του αντιπάλων - αποφάσισε ότι δεν υπάρχει υπόθεση εκδίκασης και αρχειοθέτησε την υπόθεση.

Το γεγονός ότι το ίδιο αυτό δικαστήριο υιοθέτησε στη συνέχεια αντιδιαμετρικά αντίθετη στάση σε δύο όμοιες περιπτώσεις ισοδυναμεί με παράλογη άνιση μεταχείριση. Δεδομένου ότι είναι δύσκολο να υπάρξει αντικειμενική αιτιολόγηση γι' αυτήν την πράξη, τίθεται ζήτημα «fumus persecutionis».

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, υπό τη σημερινή του μορφή, το άρθρο 10, στοιχείο α) του Πρωτοκόλλου Προνομίων και Ασυλιών δεν προσφέρει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τα μέσα να αναλάβει δεσμευτική δράση προκειμένου να υπερασπισθεί τον κ. Albertini στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι εξαρτά την προστασία των βουλευτών από την οικεία εθνική νομοθεσία.

ΙV.      ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Βάσει των ανωτέρων συλλογισμών, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, έχοντας ακούσει τον κ. Albertini και έχοντας εξετάσει τους λόγους υπέρ και κατά της υπεράσπισης της ασυλίας του, θεωρεί ότι, δυστυχώς, το Πρωτόκολλο Προνομίων και Ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965, υπό τη σημερινή του μορφή, δεν παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τα μέσα να αναλάβει δεσμευτική δράση προκειμένου να προστατεύσει τον Gabriele Albertini.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Τίτλος

Αίτηση υπεράσπισης της ασυλίας και των προνομίων που υπέβαλε ο Gabriele Albertini

Αριθ. διαδικασίας

2006/2122(IMM)

Αίτηση υπεράσπισης της ασυλίας
  Διαβίβαση*
  Ημερομηνία της αίτησης
  Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

* Πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα


Περιφερειακό Δικαστήριο του Μιλάνου
28.4.2006
15.5.2006

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας
Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI
15.5.2006

Εισηγητής/ήτρια (Εισηγητές)
  Ημερομηνία ορισμού

Diana Wallis
30.5.2006

Εισηγητής/ήτρια (Εισηγητές) που αντικαταστάθηκ(καν)ε

 

Εξέταση στην επιτροπή

11.7.2006

11.9.2006

2.10.2006

24.10.2006

 

Ημερομηνία έγκρισης

24.10.2006

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+

-

0

17
0
0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Maria Berger, Carlo Casini, Giuseppe Gargani, Klaus-Heiner Lehne, Alain Lipietz, Hans-Peter Mayer, Aloyzas Sakalas, Gabriele Stauner, Diana Wallis, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτής(ές) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Jean-Paul Gauzès, Kurt Lechner, Eva Lichtenberger, Manuel Medina Ortega, Μαρία Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου

Αναπληρωτής(ές) (άρθρο 178, παρ. 2) παρών(όντες) κατά την τελική ψηφοφορία

Guido Podestà, Riccardo Ventre, Stefano Zappalà

Παρατηρήσεις (πληροφορίες που διατίθενται σε μία μόνον γλώσσα

 

  • [1]  Υπόθεση 101/63, Wagner/Fohrmann και Krier, 1964, Συλλογή 195, και υπόθεση 149/85 Wybot/Faure και άλλων, 1986, Συλλογή 2391.
  • [2]  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον έλεγχο της εντολής (ΕΕ C 226 Ε, 15.9.2005, σελ. 51).
  • [3]  Άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου περί Προνομίων και Ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965.
  • [4]  ΕΕ C 27 Ε, 30.1.2004, σελ. 139.
  • [5]  ΕΕ C 91 Ε, 15.4.2004, σελ. 230.
  • [6]  Τα πρωτόκολλα που έχουν προσαρτηθεί στις αρχικές Συνθήκες αποτελούν τμήμα του πρωτογενούς κοινοτικού δίκαιο και έχουν την ίδια νομική ισχύ που έχουν και οι ίδιες οι Συνθήκες. Η δικαστική απόφαση σε υπόθεση που αφορούσε την ευθύνη κοινοτικών αξιωματούχων για φόρο ακινήτου καθιστούσε σαφές ότι η παράβαση των διατάξεων του ΠΠΑ συνιστούσε παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες (απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1988, Commission/Belgium, Υπόθεση 260/86, Συλλ. 966).